Υπηρεσιακο έγγραφο εργασιασ τησ Επιτροπησ - Συνοδευτικό έγγραφο στην Ανακοίνωση τησ Επιτροπήσ προσ tο Συμβουλιο, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, την Ευρωπαϊκη Οικονομικη και Κοινωνικη Επιτροπη και την Επιτροπη των Περιφερειων - Ευρωπαϊκό Στρατηγικό Σχέδιο Ενεργειακών Τεχνολογιών (Σχέδιο ΣΕΤ) - Συνοψη της εκτιμησης αντικτυπου {COM(2007) 723 τελικό} {SEC(2007) 1508} {SEC(2007) 1510} {SEC(2007) 1511 /* SEC/2007/1509 τελικό */
[pic] | ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ | Βρυξέλλες, 22.11.2007 SEC(2007) 1509 ΥΠΗΡΕΣΙΑΚΟ ΕΓΓΡΑΦΟ ΕΡΓΑΣΙΑΣ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ Συνοδευτικό έγγραφο στην ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΠΡΟΣ TΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ, ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ, ΤΗΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΚΑΙ ΤΗΝ ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΩΝ Ευρωπαϊκό Στρατηγικό Σχέδιο Ενεργειακών Τεχνολογιών (Σχέδιο ΣΕΤ) ΣΥΝΟΨΗ ΤΗΣ ΕΚΤΙΜΗΣΗΣ ΑΝΤΙΚΤΥΠΟΥ{COM(2007) 723 τελικό}{SEC(2007) 1508}{SEC(2007) 1510}{SEC(2007) 1511 ΥΠΗΡΕΣΙΑΚΟ ΕΓΓΡΑΦΟ ΕΡΓΑΣΙΑΣ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ Σύνοψη της εκτίμησης αντίκτυπου του Ευρωπαϊκού Στρατηγικού Σχεδίου Ενεργειακών Τεχνολογιών Εισαγωγή Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο έχει δώσει προτεραιότητα στην ανάγκη μετατροπής της Ευρώπης σε οικονομία υψηλής ενεργειακής απόδοσης και χαμηλών εκπομπών θερμοκηπιακών αερίων και στις 9 Μαρτίου 2007 ενέκρινε Ενεργειακό Σχέδιο Δράσης, προλειαίνοντας το έδαφος για ενεργειακή πολιτική της Ευρώπης. Αναγνωρίζοντας την ανάγκη για ενιαία προσέγγιση των πολιτικών στους τομείς του κλίματος και της ενέργειας, το παρόν σχέδιο δράσης επιδιώκει τον τριπλό σκοπό της καταπολέμησης της κλιματικής αλλαγής, του περιορισμού της ευπάθειας της ΕΕ από τις εισαγωγές ορυκτών καυσίμων και της τόνωσης της οικονομικής μεγέθυνσης. Η έρευνα και η καινοτομία στις ενεργειακές τεχνολογίες πρέπει να διαδραματίσουν καίριο ρόλο για την επίτευξη των προαναφερόμενων σκοπών. Η Ευρώπη πρέπει να αναπτύξει παγκόσμιας κλίμακας φάσμα οικονομικά προσιτών, καθαρών, αποδοτικών τεχνολογιών χαμηλών εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα και να δημιουργήσει σταθερές και προβλέψιμες συνθήκες για τη βιομηχανία, ιδίως τις μικρού και μεσαίου μεγέθους επιχειρήσεις, προκειμένου να διασφαλιστεί η ευρεία διάδοση των τεχνολογιών αυτών σε όλους τους τομείς της οικονομίας. Στο πλαίσιο του Ενεργειακού Σχεδίου Δράσης, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο κάλεσε την Επιτροπή να προτείνει, μέχρι το Μάρτιο του 2008, Ευρωπαϊκό Στρατηγικό Σχέδιο Ενεργειακών Τεχνολογιών (Σχέδιο ΣΕΤ) για την αναζωογόνηση της καινοτομίας στις ενεργειακές τεχνολογίες. Τα κύρια στοιχεία της επικείμενης πρότασης της Επιτροπής είναι διοικητική δομή που να κατευθύνει τις προσπάθειες της Ευρώπης για καινοτομίες στις ενεργειακές τεχνολογίες και δέσμη ευρωπαϊκών πρωτοβουλιών μεγάλης κλίμακας για την επιτάχυνση της ανάπτυξης και της χρήσης καίριων ενεργειακών τεχνολογιών. Σκοπός του παρόντος εγγράφου είναι να συνοψίσει την αξιολόγηση των διαφορετικών επιλογών άσκησης πολιτικής για τη διοίκηση του Σχεδίου ΣΕΤ. Η βάση για δράση της ΕΕ Για να εκπληρωθούν οι στόχοι για το 2020 που ενέκρινε το Συμβούλιο σχετικά με τις εκπομπές θερμοκηπιακών αερίων, τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας και την ενεργειακή απόδοση, είναι απαραίτητο να μειωθεί το κόστος των σήμερα διαθέσιμων τεχνολογιών χαμηλών εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα και να κλιμακωθεί αποφασιστικά η υιοθέτησή τους από την αγορά. Μακροπρόθεσμα πρέπει να αναπτυχθούν νέες γενιές τεχνολογιών για να επιτευχθεί ο φιλόδοξος στόχος μείωσης των εκπομπών μας θερμοκηπιακών αερίων κατά 60-80% μέχρι το 2050. Οι τρέχουσες τάσεις εξέλιξης του ενεργειακού συστήματος της Ευρώπης και οι προβολές τους στο μέλλον δεν είναι όμως ενθαρρυντικές: η Ευρώπη δεν είναι στη σωστή πορεία για να εκπληρώσει τους σκοπούς της. Επί δεκαετίες, η αφθονία πόρων, η έλλειψη περιορισμών για το διοξείδιο του άνθρακα και η επιβεβλημένη από τις δυνάμεις της αγοράς περιστολή του κόστους όχι μόνον κατέστησαν την Ευρώπη εξαρτημένη από τα ορυκτά καύσιμα, αλλά και άμβλυναν τα κίνητρα για καινοτομία και επενδύσεις στις ενεργειακές τεχνολογίες, που απαιτούνται για να καταστεί αειφόρο το ενεργειακό σύστημα. Οι προϋπολογισμοί (του δημόσιου και του ιδιωτικού τομέα) για την ενεργειακή έρευνα έχουν μειωθεί σημαντικά σε σύγκριση προς τα ανώτατα επίπεδα που είχαν φθάσει τη δεκαετία του 1980. Το γεγονός αυτό έχει επιφέρει συσσώρευση της ανεπάρκειας επενδύσεων σε δυναμικό και υποδομές έρευνας στον τομέα της ενέργειας. Τα επίπεδα των επενδύσεων και της καινοτομίας είναι σήμερα τελείως ασύμμετρα προς το μέγεθος της επικείμενης πρόκλησης. Η διαδικασία καινοτομίας στις ενεργειακές τεχνολογίες έχει επίσης διαρθρωτικές αδυναμίες, όπως π.χ. μακρά διάρκεια προπορείας των νέων τεχνολογιών μέχρις ότου διατεθούν μαζικά στην αγορά, μονομερείς επενδύσεις σε υποδομές, ποικίλλοντα εμπορικά κίνητρα και προβλήματα σύνδεσης δικτύων, κλπ. Την υιοθέτηση των νέων ενεργειακών τεχνολογιών από την αγορά παρεμποδίζει επιπλέον η φύση των ίδιων των τεχνολογιών. Οι νέες τεχνολογίες είναι κατά γενικό κανόνα ακριβότερες από εκείνες που αντικαθιστούν. Εν ολίγοις, δεν υπάρχει ζήτηση στην αγορά για τις εν λόγω νέες τεχνολογίες. Εξάλλου, άλλοι οικονομικοί παράγοντες εκτός Ευρώπης που δραστηριοποιούνται σε παγκόσμιο επίπεδο άδραξαν την ευκαιρία για να προωθήσουν τις νέες τεχνολογίες στην αγορά και επικεντρώνουν τις προσπάθειές τους στην ανάπτυξη τεχνολογιών χαμηλών εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα. Ως ανεπιθύμητη έκβαση αυτής της κατάστασης ενδέχεται να προκύψει μια πιεζόμενη από τις εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα Ευρώπη η οποία εξαρτάται από εισαγόμενες τεχνολογίες, παρά το γεγονός ότι η ζήτηση για τις τεχνολογίες αυτές δημιουργείται εντός της Ευρώπης. Τα κράτη μέρη από μόνα τους θα είναι δύσκολο να δημιουργήσουν τις συνθήκες που είναι απαραίτητες ώστε η βιομηχανία να είναι σε θέση να ανταγωνιστεί στις διεθνείς αγορές. Επί του παρόντος, η ερευνητική βάση της ΕΕ χαρακτηρίζεται από κατακερματισμό, παράταιρες στρατηγικές έρευνας και από ικανότητες κατώτερες της κρίσιμης μάζας. Χρειάζεται καλύτερος συντονισμός των μεμονωμένων προσπαθειών καινοτομίας ώστε να επιτευχθεί η απαραίτητη κρίσιμη μάζα. Επιπλέον, η Ευρωπαϊκή Ένωση επί του παρόντος δεν εκμεταλλεύεται πλήρως το δυναμικό για καινοτομία στην εσωτερική αγορά αξιοποιώντας τις συνέργειες μεταξύ κρατών μελών στην ανάπτυξη και χρήση νέων ενεργειακών τεχνολογιών. Η πληθώρα εθνικών κανονισμών και τεχνικών προδιαγραφών κατακερματίζουν την αγορά και παρεμποδίζουν τις βιομηχανικές επενδύσεις σε τεχνολογίες υψηλής επικινδυνότητας. Ο χρόνος πιέζει. Δεδομένου ότι θα χρειαστούν δεκαετίες για τον προοδευτικό μετασχηματισμό του ενεργειακού συστήματος, απαιτείται άμεση στρατηγική δράση σε ευρωπαϊκό επίπεδο, προορατικός σχεδιασμός δραστηριοποίησης και σφαιρικό πλαίσιο πολιτικής. Οι σκοποί του σχεδίου ΣΕΤ Ο στρατηγικός σκοπός του σχεδίου ΣΕΤ είναι να εξασφαλίσει ότι η βιομηχανική και ερευνητική βάση της ΕΕ θα αποκτήσει κύρος ως παγκόσμιος ηγέτης στην ανάπτυξη ενεργειακών τεχνολογιών χαμηλών εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα και στην υιοθέτησή τους από την αγορά, ούτως ώστε η ΕΕ να έχει στη διάθεσή της τις απαραίτητες τεχνολογίες για να εκπληρώσει τους δικούς της στόχους πολιτικής, αλλά και να αδράξει τις ευκαιρίες που προσφέρουν οι νέες αγορές παγκοσμίως. Είναι αναγκαία η δημιουργία μακροπρόθεσμου πλαισίου από την ΕΕ για την ανάπτυξη των ενεργειακών τεχνολογιών, δηλαδή η χάραξη πολιτικής της ΕΕ για τις ενεργειακές τεχνολογίες. Το πλαίσιο αυτό θα πρέπει να χαρακτηρίζεται από στενότερο συντονισμό των εθνικών και κοινοτικών δράσεων, συμπεριλαμβανομένων κοινών στρατηγικών προσπαθειών για την ανάπτυξη των ελπιδοφόρων τεχνολογιών, αύξηση των δημόσιων και ιδιωτικών επενδύσεων, ταχύτερη ανάπτυξη των ανθρώπινων πόρων, αξιοποίηση των οφελών από την εξέλιξη της εσωτερικής αγοράς και του Ευρωπαϊκού Χώρου Έρευνας. Τα κράτη μέλη, η Κοινότητα, η βιομηχανία και η κοινότητα των ερευνητών πρέπει να διαδραματίσουν διαφορετικούς ρόλους. Κατά συνέπεια, με το σχέδιο ΣΕΤ επιδιώκεται: (i) η μεταμόρφωση της διοίκησης του συστήματος ενεργειακής έρευνας και καινοτομίας με την ενεργό συμμετοχή και δέσμευση όλων των εμπλεκομένων παραγόντων σε συνεκτικό πρόγραμμα· (ii) στρατηγικό σχεδιασμό για την καθοδήγηση των προσπαθειών έρευνας και καινοτομίας προς τεχνολογίες και μέτρα που προσφέρουν το μεγαλύτερο δυναμικό για την υλοποίηση των στόχων της ευρωπαϊκής ενεργειακής πολιτικής· (iii) αποτελεσματικότερη υλοποίηση, εκτέλεση και διαχείριση όλων των δραστηριοτήτων που περιλαμβάνει η διαδικασία καινοτομίας· και (iv) οικονομικώς συμφέρουσα και στραμμένη στα αποτελέσματα κατανομή και αύξηση των μέσων. Οι εναλλακτικες επιλογεσ Εξετάστηκαν τέσσερις εναλλακτικές επιλογές για τη συνολική διοίκηση. Η πρώτη επιλογή είναι να συνεχιστεί η σημερινή διαδικασία για την καινοτομία στις ενεργειακές τεχνολογίες. H προσέγγιση αυτή ήταν μέχρι τώρα αποτελεσματική για τη στήριξη του ενεργειακού συστήματος της Ευρώπης. Αρκετά κράτη μέλη εφαρμόζουν ήδη φιλόδοξες στρατηγικές για τις ενεργειακές τεχνολογίες επόμενης γενιάς, πράγμα ενδεικτικό της σημασίας που έχουν τώρα οι επενδύσεις σε αυτό το πεδίο. Η διαδικασία αυτή βασίζεται ιδίως σε μεμονωμένα προγράμματα, καθένα από τα οποία έχει τους δικούς του μηχανισμούς καθορισμού προτεραιοτήτων, διοίκησης και χρηματοδότησης που εφαρμόζονται σε διάφορα επίπεδα: ΕΕ, εθνικό, περιφερειακό, εταιρικό, κλπ. Τα προγράμματα αυτά διαφέρουν ως προς το εύρος και την κλίμακα των διατιθέμενων πόρων, όπως εμφαίνεται στην ένταση των δαπανών που διατίθενται για κάθε τεχνολογία. Για να βελτιωθεί το επίπεδο συντονισμού των προγραμμάτων ώστε να δημιουργηθεί η βέλτιστη κρίσιμη μάζα και να συγκεντρωθεί η απαραίτητη πρόσθετη χρηματοδότηση για την αντιμετώπιση των προκλήσεων που αντιμετωπίζει ο ενεργειακός τομέας, καταβάλλονται επί του παρόντος προσπάθειες μέσω διακρατικών συμφωνιών (Ευρωπαϊκός Χώρος Έρευνας, διμερείς συμφωνίες), και μνημόνια συνεννόησης (π.χ. COST, EUREKA, προγράμματα πλαίσια της ΕΕ), κλπ. Μια άλλη εναλλακτική επιλογή είναι να καθοριστεί νέα διαδικασία και δομή για την καινοτομία σε επίπεδο ΕΕ, που να είναι ενσωματωμένη σε ενιαίο, συνεκτικό και ευέλικτο στρατηγικό πλαίσιο συντονισμού και να συνδυάζεται με κοινή προοπτική και δυναμική στρατηγική για τις ενεργειακές τεχνολογίες, αξιοποιώντας παράλληλα στο έπακρο και διευρύνοντας τη σημερινή βάση για καινοτομία στις ενεργειακές τεχνολογίες που υπάρχει στην Ευρώπη. Τέλος, με τη νέα αυτή διαδικασία επιδιώκεται να χρησιμοποιηθούν αποτελεσματικότερα οι πόροι - από τη φάση της αρχικής ιδέας μέχρι την εφαρμογή στην αγορά - με την κινητοποίηση, αύξηση και αποτελεσματικότερη αξιοποίηση των δημόσιων και ιδιωτικών επενδύσεων. Συγκεκριμένα, συνίσταται στη συγκρότηση Επιτροπής Συντονισμού της Ενεργειακής Έρευνας και Καινοτομίας, η οποία απαρτίζεται από εκπροσώπους των κρατών μελών με εξουσία επί του προϋπολογισμού και προεδρεύεται από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Αυτή η Επιτροπή Συντονισμού καθορίζει και εποπτεύει πολυετή στρατηγική για την αναβάθμιση της καινοτομίας στις ενεργειακές τεχνολογίες και καθοδηγεί Σχέδιο Δράσης στραμμένο στα αποτελέσματα. Προς στήριξη της Επιτροπής Συντονισμού σε θέματα στρατηγικής και εφαρμογής δημιουργούνται ανοικτής πρόσβασης συστήματα διαχείρισης πληροφοριών και γνώσεων, όπου συμπεριλαμβάνονται παρατηρητήριο τεχνολογίας και χαρτογράφηση ικανοτήτων. Το εν λόγω Σχέδιο Δράσης εφαρμόζεται με σειρά Ευρωπαϊκών Δράσεων, οι οποίες περιλαμβάνουν διάφορες ευρωπαϊκές πρωτοβουλίες. Το Σχέδιο Δράσης εκτελείται συμμετοχικά, δηλαδή με την ανάληψη υποχρεώσεων και τη δέσμευση πόρων σε επίπεδο δράσης και παρακολουθείται τακτικά βάσει κοινού πλαισίου αξιολόγησης. Τα μέσα που απαιτούνται για κάθε δράση (χρηματοδοτικοί και ανθρώπινοι πόροι, υποδομή) παρέχονται από κάθε μέρος που συμμετέχει στη δράση, σύμφωνα με τις ειδικές διατάξεις για την κοινή εκτέλεση, όπως το άρθρο 169, το άρθρο 171, διμερείς ή πολυμερείς συμφωνίες, κλπ. Τέλος, οργανώνεται ετησίως Διάσκεψη Ενεργειακών Τεχνολογιών της ΕΕ όπου συμμετέχουν όλοι οι εμπλεκόμενοι παράγοντες στο συνολικό σύστημα καινοτομίας. Άλλη εναλλακτική επιλογή είναι να συγκροτηθεί κεντρική δομή με αποστολή να καταστρώνει και εφαρμόζει στρατηγική για την ενεργειακή καινοτομία σε επίπεδο ΕΕ σύμφωνα με πολιτικούς στόχους της ΕΕ. Η δομή αυτή καθορίζεται με κανονισμό και διαθέτει το δικό της διοικητικό συμβούλιο. Το διοικητικό συμβούλιο καθορίζει, εγκρίνει και επανεξετάζει πολυετή στρατηγική και λεπτομερές πρόγραμμα εργασιών, υπό τη διοίκηση και παρακολούθηση φορέα διαχείρισης. Τη χρηματοδότηση του οργανισμού αναλαμβάνουν τα κράτη μέλη, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή και η βιομηχανία, είτε ξεχωριστά για κάθε περίπτωση είτε με καθορισμένες επιχορηγήσεις, το δε διοικητικό συμβούλιο κατανέμει τη χρηματοδότηση με βάση το πρόγραμμα εργασιών. Οι δράσεις προς χρηματοδότηση επιλέγονται μετά από προσκλήσεις υποβολής προτάσεων στις οποίες δύνανται να συμμετέχουν όλοι οι ευρωπαίοι εμπλεκόμενοι παράγοντες. Οι ουσιαστικές κύριες διαφορές με την προηγούμενη εναλλακτική επιλογή είναι οι εξής: (i) σύσταση ευρωπαϊκής ειδικής δομής που έχει ως εντολή να καθορίζει πολυετή στρατηγική καινοτομίας και να διαχειρίζεται σε ευρωπαϊκό επίπεδο τις προσπάθειες της Κοινότητας και των κρατών μελών, για τις οποίες όμως χρειάζονται πόροι από τα κράτη μέλη και την Κοινότητα· (ii) το πλαίσιο λήψης αποφάσεων βασίζεται σε προσέγγιση εκ των άνω προς τα κάτω, και (iii) η χρηματοδότηση της έρευνας, της ανάπτυξης και της επίδειξης διοχετεύεται μέσω της οργάνωσης σε ανταγωνιστική βάση. Η τελευταία εναλλακτική επιλογή που εξετάστηκε βασίζεται σε αγορακεντρική προσέγγιση. Αυτή η επιλογή βασίζεται στη διάκριση του ρόλου των δημόσιων και των ιδιωτικών φορέων. Οι δημόσιες αρχές καθορίζουν δεσμευτικούς στόχους για τις εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα και συγκροτούν τους απαιτούμενους μηχανισμούς που προσφέρουν τη δυνατότητα στην αγορά να δημιουργήσει πρόσφορο έδαφος για την υιοθέτηση των τεχνολογιών. Με τη σειρά τους, οι δυνάμεις της αγοράς αναλαμβάνουν αποκλειστικά τον ηγετικό ρόλο για την ανάπτυξη της τεχνολογίας. Στην πράξη, σύνολο δεσμευτικών στόχων για τις εκπομπές CO2 θεσπίζεται σε επίπεδο ΕΕ, συνοδεύεται δε από ισχυρό μηχανισμό τιμολόγησης των εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα (ενδεχομένως μέσω του συστήματος εμπορίας δικαιωμάτων εκπομπής αερίων θερμοκηπίου). Οι κύριες διαφορές μεταξύ των δύο προαναφερόμενων εναλλακτικών λύσεων είναι: (i) η έλλειψη συντονισμού και σχεδιασμού της τεχνολογικής καινοτομίας σε επίπεδο ΕΕ, και (ii) δεν καθορίζονται εκ των προτέρων κοινές επιχειρησιακές προσπάθειες δημόσιου και ιδιωτικού τομέα για την ενίσχυση της καινοτομίας. είναι όμως δυνατόν να διαμορφωθούν εάν χρειάζεται. Κύρια συμπεράσματα από την αξιολόγηση των εναλλακτικών επιλογών Οι εναλλακτικές επιλογές αξιολογήθηκαν με βάση τα εξής τρία κριτήρια: ηγετικός ρόλος, υλοποίηση και πόροι. Τα κύρια συμπεράσματα της αξιολόγησης μπορεί να συνοψιστούν ως εξής: - Ηγετικός ρόλος: Ο στρατηγικός συντονισμός εξασφαλίζει το ύψιστο επίπεδο ηγεσίας με τη συγκρότηση ενιαίου πλαισίου καινοτομίας και επιτροπής συντονισμού με εξουσία λήψης αποφάσεων. Το εναλλακτικό μοντέλο διοίκησης που είναι ενσωματωμένο σε κεντρική δομή είναι επίσης κατάλληλο για να αντιμετωπιστούν οι ανάγκες επιτάχυνσης του ρυθμού καινοτομίας. Ωστόσο, απαιτείται σε κάποιο βαθμό να μεταφερθούν αρμοδιότητες από τα κράτη μέλη ώστε να εξασφαλιστεί η αποτελεσματικότητα αυτού του μοντέλου, πράγμα που δημιουργεί ωστόσο ορισμένες ανησυχίες ως προς την επικουρικότητα. Τέλος, η αγορακεντρική προσέγγιση δεν διαθέτει τη θεσμοποιημένη δομή ηγεσίας που είναι αναγκαία για την εξισορρόπηση μεταξύ της βραχυπρόθεσμης προοπτικής της αγοράς και των μακροπρόθεσμων βιώσιμων στόχων της Ευρώπης. - Υλοποίηση: Το κύριο πλεονέκτημα του στρατηγικού συντονισμού είναι η συγκρότηση ενιαίου πλαισίου ενισχυμένου με διοικητική δομή, για την υλοποίηση δράσεων σε πληθώρα ενεργειακών τεχνολογιών, πλαίσιο το οποίο διευκολύνει τη συστηματική χρήση μέσων για κοινό προγραμματισμό και εκτέλεση. Μολονότι η αποτελεσματικότητα της υλοποίησης κεντρικής δομής εξασφαλίζεται από θεσμοποιημένο πλαίσιο υποστηριζόμενο από οργανισμό με ίδιο προϋπολογισμό και διοίκηση, υφίσταται κίνδυνος γραφειοκρατικοποίησης και, ακόμη σοβαρότερα, μεταμόρφωσής της κεντρικής δομής σε ένα ακόμα οργανωτικό επίπεδο χωρίς σημαντικό αντίκτυπο στην καινοτομία. Τέλος, η αγορακεντρική προσέγγιση ενέχει τον κίνδυνο να είναι δυνατή η εκπλήρωση των πολιτικών στόχων χρησιμοποιώντας μη ευρωπαϊκή τεχνολογία ή τεχνολογία που να έχει αναπτυχθεί από ευρωπαϊκές επιχειρήσεις εκτός Ευρώπης. - Πόροι: Η διευκόλυνση της συστηματικής χρήσης ειδικών μηχανισμών, όπως λόγου χάρη οι Κοινές Τεχνολογικές Πρωτοβουλίες στο πλαίσιο του στρατηγικού συντονισμού, αποτελεί καταλύτη για την κινητοποίηση δημόσιων και ιδιωτικών επενδύσεων, ενώ παράλληλα εξασφαλίζεται ότι οι χρηματοδοτικοί πόροι κατανέμονται και χρησιμοποιούνται περισσότερο εστιασμένα και με γνώμονα τα αποτελέσματα. Ο θεσμοποιημένος προϋπολογισμός της κεντρικής δομής εγγυάται ένα ελάχιστο επίπεδο σταθερότητας και χρηματοπιστωτικής ασφάλειας για τη στήριξη εξισορροπημένης κατανομής μεταξύ βραχυπρόθεσμων και μακροπρόθεσμων τεχνολογιών. Ωστόσο, τα κονδύλια που χρειάζεται η δομή για να εκτελέσει το πρόγραμμα εργασιών της είναι δυνατόν να περιοριστούν λόγω του ανταγωνισμού για πόρους εκ μέρους των ήδη υπαρχόντων προγραμμάτων. Τέλος, η αγορακεντρική προσέγγιση εξασφαλίζει την αποτελεσματική αξιοποίηση των πόρων και την αναγκαία συγκέντρωση κεφαλαίων από ιδιωτικές επενδύσεις, ενώ παράλληλα μειώνεται η πίεση στις δημόσιες πηγές χρηματοδότησης. Επισημαίνεται ωστόσο ότι η επένδυση σε ανθρώπινο κεφάλαιο και βασική έρευνα ενδεχομένως να μην είναι η βέλτιστη. Σύσταση Μετά από την αξιολόγηση του αντικτύπου των τεσσάρων εναλλακτικών επιλογών, προτιμώμενη εναλλακτική επιλογή είναι ο καθορισμός στρατηγικού συντονισμού, επειδή συνδυάζει τα καλύτερα χαρακτηριστικά όσον αφορά τον ηγετικό ρόλο, την υλοποίηση και τους πόρους. Αυτός ο στρατηγικός συντονισμός προκύπτει ως η καλύτερη εναλλακτική επιλογή για τη δημιουργία ενισχυμένου συστήματος ενεργειακής έρευνας και καινοτομίας, που θα μπορούσε να επιταχύνει τις εξελίξεις. Στον πλέον μακροπρόθεσμο ορίζοντα, η επιτυχής υλοποίηση του συντονισμού ενδέχεται να οδηγήσει σε περαιτέρω ζήτηση για ενοποίηση, με αποτέλεσμα να καταστεί σταδιακά ελκυστικότερη απ’ό,τι σήμερα η κεντρική διαδικασία καινοτομίας σε ευρωπαϊκό επίπεδο.