52007SC0621

Σύσταση για Απόφαση του Συμβουλίου για την κατάργηση της απόφασης 2005/186/ΕΚ σχετικά με την ύπαρξη υπερβολικού ελλείμματος στη Μάλτα /* SEC/2007/0621 τελικό */


[pic] | ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ |

Βρυξέλλες, 16.5.2007

SEC(2007) 621 τελικό

Σύσταση για

ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ

για την κατάργηση της απόφασης 2005/186/ΕΚ σχετικά με την ύπαρξη υπερβολικού ελλείμματος στη Μάλτα

(υποβληθείσα από την Επιτροπή)

ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ

1. Ιστορικό

Το άρθρο 104 της συνθήκης ορίζει ότι τα κράτη μέλη πρέπει να αποφεύγουν τα υπερβολικά δημοσιονομικά ελλείμματα και καθορίζει διαδικασία για τον εντοπισμό και τη διόρθωσή τους. Η διαδικασία υπερβολικού ελλείμματος (ΔΥΕ) προσδιορίζεται περαιτέρω στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1467/97 του Συμβουλίου για την "επιτάχυνση και τη διασαφήνιση της εφαρμογής της διαδικασίας υπερβολικού ελλείμματος[1]", ο οποίος εντάσσεται στο σύμφωνο σταθερότητας και ανάπτυξης. Σύμφωνα με το άρθρο 104 παράγραφος 2 της Συνθήκης, η Επιτροπή εξετάζει την τήρηση της δημοσιονομικής πειθαρχίας με βάση δύο κριτήρια και συγκεκριμένα: α) κατά πόσο το προβλεπόμενο ή υφιστάμενο δημοσιονομικό έλλειμμα υπερβαίνει την τιμή αναφοράς του 3% του ΑΕΠ (εκτός εάν είτε ο δείκτης του δημοσίου ελλείμματος έχει σημειώσει ουσιαστική και συνεχή πτώση και έχει φτάσει σε επίπεδο παραπλήσιο της τιμής αναφοράς, είτε, εναλλακτικά, η υπέρβαση της τιμής αναφοράς είναι απλώς έκτακτη και προσωρινή και ο δείκτης εξακολουθεί να είναι παραπλήσιος της τιμής αναφοράς)· και β) κατά πόσο το δημόσιο χρέος υπερβαίνει την τιμή αναφοράς του 60% του ΑΕΠ (εκτός εάν ο δείκτης του δημοσίου χρέους μειώνεται επαρκώς και πλησιάζει την τιμή αναφοράς με ικανοποιητικό ρυθμό).

Σύμφωνα με το πρωτόκολλο σχετικά με τη διαδικασία υπερβολικού ελλείμματος που προσαρτάται στη Συνθήκη, η Επιτροπή παρέχει τα στοιχεία για την εφαρμογή της διαδικασίας υπερβολικού ελλείμματος . Στο πλαίσιο της εφαρμογής του εν λόγω πρωτοκόλλου, τα κράτη μέλη πρέπει να κοινοποιούν στοιχεία σχετικά με τα δημόσια ελλείμματα και το δημόσιο χρέος και άλλες συναφείς μεταβλητές δύο φορές το χρόνο, δηλαδή πριν από την 1η Απριλίου και πριν από την 1η Οκτωβρίου, σύμφωνα με το άρθρο 4 του κανονισμού ΕΚ αριθ. 3605/93 του Συμβουλίου[2],[3].

Στις 12 Μαΐου 2004, η Επιτροπή κίνησε τη διαδικασία υπερβολικού ελλείμματος κατά της Μάλτας με την έκδοση έκθεσης σύμφωνα με το άρθρο 104 παράγραφος 3 της Συνθήκης, βάσει ενός γενικού δημοσίου ελλείμματος 9,7 % του ΑΕΠ και δημοσίου χρέους 72 % του ΑΕΠ το 2003[4] Στις 5 Ιουλίου 2004, το Συμβούλιο αποφάσισε, κατόπιν σύστασης της Επιτροπής, ότι η Μάλτα βρισκόταν σε κατάσταση υπερβολικού ελλείμματος, σύμφωνα με το άρθρο 104 παράγραφος 6[5]. Ταυτόχρονα και επίσης κατόπιν σύστασης της Επιτροπής, το Συμβούλιο απηύθηνε στη Μάλτα συστάσεις βάσει του άρθρου 104 παράγραφος 7 να θέσει τέρμα στην κατάσταση υπερβολικού ελλείμματος έως το 2006 το αργότερο[6].

Στη σύστασή του βάσει του άρθρου 104 παράγραφος 7, το Συμβούλιο συνέστησε στις αρχές της Μάλτας τα εξής:

- “να θέσουν τέρμα στην παρούσα κατάσταση υπερβολικού ελλείμματος το συντομότερο δυνατό,

- να αναλάβουν ενέργειες σε μεσοπρόθεσμο πλαίσιο έτσι ώστε το έλλειμμα να μειωθεί κάτω από το 3% του ΑΕΠ μέχρι το 2006 με αξιόπιστο και διατηρήσιμο τρόπο, σύμφωνα με την πορεία μείωσης του ελλείμματος που προσδιορίζεται στη γνώμη του Συμβουλίου της 5ης Ιουλίου 2004 για το πρόγραμμα σύγκλισης που υποβλήθηκε το Μάιο του 2004,

- να εφαρμόσουν με αποφασιστικότητα τα μέτρα που προβλέπονται στο πρόγραμμα σύγκλισης του Μαΐου 2004, και ιδίως εκείνα που λόγω του διαρθρωτικού χαρακτήρα τους αποβλέπουν στον εξορθολογισμό και τη μείωση των δαπανών,

- να αναλάβουν αποτελεσματική δράση μέχρι τις 5 Νοεμβρίου 2004 όσον αφορά τα μέτρα που προβλέπονται για την επίτευξη του στόχου σχετικά με το έλλειμμα του 2005,

- να εξασφαλίσουν ότι το 2005 θα παύσει η αύξηση του δείκτη χρέους και ότι στη συνέχεια ο δείκτης αυτός θα μειωθεί σύμφωνα με τα όσα αναφέρονται στη γνώμη του Συμβουλίου για το πρόγραμμα σύγκλισης που υποβλήθηκε το Μάιο του 2004”.

Εκτός αυτού, το Συμβούλιο καλεί τις αρχές της Μάλτας να “εξασφαλίσουν τη συνέχιση της δημοσιονομικής εξυγίανσης με μεσοπρόθεσμο στόχο την επίτευξη σχεδόν ισοσκελισμένης ή πλεονασματικής δημοσιονομικής θέσης και μετά τη διόρθωση του υπερβολικού ελλείμματος.”

Πίνακας 1: Διαρθρωτική προσαρμογή που ενέκρινε το Συμβούλιο στις 5 Ιουλίου 2004

% του ΑΕΠ, εκτός εάν προσδιορίζεται διαφορετικά | 2003 | 2004 | 2005 | 2006 | 2007 |

Γενικό δημόσιο ισοζύγιο Ακαθάριστο δημόσιο χρέος π.υ.: Πραγματική αύξηση ΑΕΠ (%) | -9,7 72,0 -1,7 | -5,2 72,1 1,1 | -3,7 72,4 1,7 | -2,3 70,5 2,1 | -1,4 70,4 2,1 |

Πηγή: Σύσταση του Συμβουλίου, σύμφωνα με το άρθρο 104 παράγραφος 7 της Συνθήκης, προς τη Μάλτα και γνώμη του Συμβουλίου σχετικά με το πρόγραμμα σύγκλισης του Μαΐου 2004 για τη Μάλτα, που εκδόθηκαν ταυτόχρονα στις 5 Ιουλίου 2004.

Στις 22 Δεκεμβρίου 2004 η Επιτροπή κατέληξε σε ανακοίνωση[7], της οποίας το Συμβούλιο έλαβε γνώση στις 18 Ιανουαρίου 2005, ότι η κυβέρνηση της Μάλτας ανέλαβε, για να ανταποκριθεί στη σύσταση του Συμβουλίου, αποτελεσματική δράση όσον αφορά τα μέτρα που προβλέφθηκαν για την επίτευξη του στόχου του 2005 σχετικά με το έλλειμμα έως τις 5 Νοεμβρίου 2004.

Σύμφωνα με το άρθρο 104 παράγραφος 12 της Συνθήκης, μια απόφαση του Συμβουλίου σχετικά με την ύπαρξη υπερβολικού ελλείμματος καταργείται βάσει σύστασης της Επιτροπής όταν, κατά την άποψη του Συμβουλίου, το εν λόγω υπερβολικό έλλειμμα στο συγκεκριμένο κράτος μέλος έχει διορθωθεί.

2. Προσφατεσ εξελιξεισ του ελλειματοσ

Σύμφωνα με τις τελευταίες πληροφορίες, το γενικό δημόσιο έλλειμμα μεγιστοποιήθηκε ανερχόμενο σε 10% του ΑΕΠ το 2003, λαμβανομένης υπόψη μιας επί μέρους συναλλαγής που είχε ως αποτέλεσμα μια αύξηση των δαπανών ύψους 2,9 % του ΑΕΠ στο πλαίσιο της αναδιάρθρωσης δύο ναυπηγείων του δημοσίου. Στη συνέχεια, το ποσοστό του ελλείμματος στο ΑΕΠ ακολούθησε καθοδική πορεία για να μειωθεί στο 4,9 % του ΑΕΠ το 2004 και στο 3,1 % του ΑΕΠ το 2005.

Βάσει των δεδομένων που ανακοινώθηκαν από την Επιτροπή (Eurostat)[8] σύμφωνα με το άρθρο 8 σημείο ζ) παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 3605/93, σε συνέχεια της κοινοποίησης εκ μέρους της Μάλτας πριν από την 1η Απριλίου 2007, το γενικό δημόσιο έλλειμμα αυτής ανερχόταν στο 2,6 % του ΑΕΠ το 2006[9].

Παρ' όλο που το αποτέλεσμα της έρευνας για το γενικό δημόσιο έλλειμμα των ετών 2004 και 2005 ήταν κάπως καλύτερο από ό,τι θα αναμενόταν βάσει των συστάσεων του Συμβουλίου σύμφωνα με το άρθρο 104 παράγραφος 7, το γενικό δημόσιο έλλειμμα για το έτος 2006 ανήλθε ελαφρά. Εντούτοις, ο μέσος δείκτης του ελλείμματος προς το ΑΕΠ για το 2006 ήταν κάπως καλύτερος από ό,τι ο επίσημος στόχος που τέθηκε τον Ιανουάριο του 2006 κατά την επικαιροποίηση του προγράμματος σύγκλισης (2,7%).

Η μείωση του γενικού δημοσίου ελλείμματος άρχισε κάτω από δυσμενείς συνθήκες ανάπτυξης και συνεχίστηκε κατά την πρόσφατη οικονομική ανάκαμψη. Η συνολική προσαρμογή κατά την περίοδο 2003-2006 ανήλθε σε 7,4 εκατοστιαίες μονάδες του ΑΕΠ. Τέσσερις εκατοστιαίες μονάδες περίπου της μείωσης του δείκτη του ελλείμματος προς το ΑΕΠ στη διάρκεια της περιόδου 2003-2006 ήσαν αποτέλεσμα μιας αύξησης των εσόδων, που απεικόνιζε τις αλλαγές στην έμμεση φορολογία, καθώς και τη βούληση της κυβέρνησης να βελτιώσει την είσπραξη των φόρων στη διάρκεια εκείνης της περιόδου. Η μείωση του δείκτη της δημόσιας δαπάνης προς το ΑΕΠ εξηγεί την ύπαρξη των 3½ εκατοστιαίες μονάδες που απομένουν[10], και προκύπτει από μια μείωση της συνολικής δαπάνης κεφαλαίων κυρίως λόγω της μεγαλύτερης προσφυγής σε επί μέρους ενέργειες (πωλήσεις γης, που υπολογίζονται κατά συνθήκη ως αρνητική δαπάνη). Μεταξύ των ετών 2004 και 2006, οι επί μέρους ενέργειες που είχαν ως αποτέλεσμα τη μείωση του ελλείμματος αντιπροσώπευαν κατά μέσο όρο 1 % του ΑΕΠ κατ' έτος. Χωρίς τις επί μέρους ενέργειες, το έλλειμμα του 2006 θα είχε παραμείνει πάνω από την τιμή αναφοράς, στο 3,3 % του ΑΕΠ.

Από διαρθρωτική άποψη, δηλαδή διορθωμένο από συγκυριακές διακυμάνσεις και εκτός από επί μέρους και λοιπά προσωρινά μέτρα, το έλλειμμα θεωρείται ότι μειώθηκε από ένα ύψιστο επίπεδο 6½ % περίπου το 2003 σε 3¾ % περίπου του ΑΕΠ το 2005. Για το 2006, το διαρθρωτικό έλλειμμα μειώθηκε ακόμη σε 2¾ % του ΑΕΠ [11].

Στη σύσταση που εξέδωσε σύμφωνα με το άρθρο 104 παράγραφος 7 το Συμβούλιο κάλεσε τη Μάλτα να προβεί σε διαρθρωτικά μέτρα για τον εξορθολογισμό και τη μείωση της δημόσιας δαπάνης. Στη διάρκεια της περιόδου 2004-2006 εφαρμόσθηκαν ορισμένα τέτοια μέτρα. Τα εν λόγω μέτρα απέβλεπαν κυρίως στη μείωση της απασχόλησης στο δημόσιο τομέα, στη βελτίωση της εργασιακής πρακτικής και στην αύξηση της γενικής αποδοτικότητας των σημαντικών δημοσίων επιχειρήσεων, με σκοπό να μειωθούν οι μεταβιβάσεις του δημοσίου. Οι δημόσιοι οργανισμοί που εθεωρούντο ότι διαδραμάτιζαν βασικό στρατηγικό ρόλο αναδιαρθρώθηκαν, ενώ άλλοι που δεν θεωρήθηκαν στρατηγικής σημασίας ιδιωτικοποιήθηκαν. Επί πλέον, η πρόσληψη στις δημόσιες υπηρεσίες καθιερώθηκε να γίνεται αυστηρά βάσει των αναγκών. Οι περιορισμένες αυξήσεις των αμοιβών και των αποδοχών που προβλέφθηκαν στη νέα πολυετή συλλογική συμφωνία για τους απασχολουμένους στο δημόσιο τομέα, η οποία καλύπτει την περίοδο 2005-2010, αποτέλεσαν έναν ακόμη παράγοντα που συνέβαλε στη μείωση της δημόσιας δαπάνης σε σχέση με το ΑΕΠ. Ο έλεγχος της δημόσιας δαπάνης επιτεύχθηκε επίσης καθιστώντας αυστηρότερα τα κριτήρια επιλεξιμότητας για τις κοινωνικές παροχές και εγκαθιστώντας την απαραίτητη υποδομή για την καταπολέμηση της απάτης στον τομέα των κοινωνικών παροχών.

3. Προβλεψεις ελλειμματοσ για το 2007 και μετα

Σύμφωνα με τις προβλέψεις των υπηρεσιών της Επιτροπής της άνοιξης του 2007, το γενικό δημόσιο έλλειμμα αναμένεται να μειωθεί περαιτέρω σε 2,1 % του ΑΕΠ το 2007 και, με την προϋπόθεση αμετάβλητης πολιτικής, σε 1,6 του ΑΕΠ το 2008. Αυτό αναμένεται να επιτευχθεί στο πλαίσιο μιας βιώσιμης οικονομικής ανάπτυξης στη διάρκεια της περιόδου πρόβλεψης. Η μείωση του δημοσίου ελλείμματος το 2007 εξηγείται με τη μείωση του δείκτη της δημόσιας δαπάνης σχεδόν κατά 1 εκατοστιαίες μονάδες του ΑΕΠ. Η μείωση του δείκτη της τρέχουσας δαπάνης, που απορρέει από μια μείωση των δαπανών κατανάλωσης και των δαπανών για τόκους του δημόσιου τομέα, θα έπρεπε να αντισταθμίσει σε ευρεία κλίμακα την αύξηση του σχηματισμού ακαθάριστου σταθερού κεφαλαίου του δημόσιου τομέα. Το 2008, η μείωση του δείκτη του ελλείμματος προς το ΑΕΠ θα έπρεπε να προκύπτει από μια αναμενόμενη μείωση του δείκτη των συνολικών δαπανών προς το ΑΕΠ, βοηθούμενη κυρίως από μια πολύ σαφή μείωση της δημόσιας επένδυσης που έχει σχέση με την ολοκλήρωση ενός σημαντικού σχεδίου για ένα μεγάλο υγειονομικό κέντρο. Η αναλογία των συνολικών εσόδων προς το ΑΕΠ προβλέπεται να μειωθεί το 2007 και το 2008 κυρίως λόγω μιας μείωσης των εσόδων των προερχομένων από άμεσους φόρους και κοινωνικές εισφορές. Προβλέπεται λιγότερο σημαντική χρήση των επί μέρους συναλλαγών για το 2007 και το 2008 από ό,τι κατά τα προηγούμενα έτη κατά μέσο όρο[12]. Σύμφωνα με τις εαρινές προβλέψεις των υπηρεσιών της Επιτροπής, χωρίς επί μέρους ενέργειες, το έλλειμμα θα ήταν κατώτερο από την τιμή αναφοράς του 3 % του ΑΕΠ το 2007 (2,7 % του ΑΕΠ) και θα έπρεπε να μειωθεί ακόμη περαιτέρω το 2008 (1,6 %)[13].

Σε σύγκριση με τη δημοσιονομική κοινοποίηση του Απριλίου 2007, οι προβλέψεις των υπηρεσιών της Επιτροπής της άνοιξης του 2007 αναγγέλλουν μια πιο συνετή καθοδική πορεία του γενικού δημοσίου ελλείμματος. Για το 2007, η διαφορά ανέρχεται σε 0,2 % του ΑΕΠ και οφείλεται κατά κύριο λόγο στις χαμηλότερες κοινωνικές εισφορές οι οποίες αλλάζουν σύμφωνα με τις αναμενόμενες εξελίξεις των αποδοχών των απασχολουμένων. Το 2008, η διαφορά του δείκτη ελλείμματος προς ΑΕΠ θα ανέρχεται σε 0,7 % του ΑΕΠ. Αυτό εξηγείται κυρίως από το ότι οι κρατικές αρχές προβλέπουν μικρότερες δαπάνες, από άποψη τόσο αποδοχών των δημοσίων υπαλλήλων όσο και αγοράς αγαθών και υπηρεσιών.

Σύμφωνα με τις προβλέψεις των υπηρεσιών της Επιτροπής της άνοιξης του 2007, το διαρθρωτικό έλλειμμα (δηλαδή το κυκλικά προσαρμοζόμενο έλλειμμα εκτός από τις επί μέρους και άλλες προσωρινές ενέργειες) αναμένεται να βελτιωθεί το 2007 και το 2008. Το διαρθρωτικό έλλειμμα, που ανερχόταν μόλις κάτω από 2¾ % του ΑΕΠ το 2006, θα έπρεπε να μειωθεί ελαφρώς το 2007 για να φθάσει μόλις κάτω από 2½ % του ΑΕΠ, και να μειωθεί πιο έντονα το 2008, με την προϋπόθεση αμετάβλητης πολιτικής, έως 1½ % περίπου. Η συνδυασμένη προσπάθεια στη διάρκεια της περιόδου 2006-2008, που αντιπροσωπεύει κάτι παραπάνω από 1 % του ΑΕΠ, φαίνεται να ευθυγραμμίζεται προς το σύνολο της σύστασης του Συμβουλίου που εκδόθηκε σύμφωνα με το άρθρο 104, παράγραφος 7, και απαιτούσε μια «βιώσιμη δημοσιονομική εξυγίανση» για την επιδίωξη του μεσοπρόθεσμου δημοσιονομικού στόχου (ΜΤΟ) για μια ισοσκελισμένη δημοσιονομική θέση (στην περίπτωση της Μάλτας, για έναν προϋπολογισμό ισοσκελισμένο από διαρθρωτική άποψη) μετά τη διόρθωση του υπερβολικού ελλείμματος. Παρ' όλο που η προσπάθεια κατά το 2007 είναι περιορισμένη, η μέση προσαρμογή κατά την περίοδο 2007-2008 φαίνεται κατά κανόνα να είναι σύμφωνη προς την ετήσια διαρθρωτική βελτίωση ύψους 0,5 % του ΑΕΠ που προβλέπεται στο σύμφωνο σταθερότητας και ανάπτυξης για τα κράτη μέλη της ζώνης του ευρώ και του ΜΣΙ II.

Στη γνώμη του της 27ης Φεβρουαρίου 2007 σχετικά με την επικαιροποίηση του προγράμματος σύγκλισης το Δεκέμβριο του 2006 το Συμβούλιο επισήμανε ότι το πρόγραμμα[14] δεν αποσκοπούσε στην επίτευξη του ΜΤΟ εντός της περιόδου προγραμματισμού (η οποία λήγει το 2009). Επί πλέον, παρ' όλο που εκτιμάται ότι ο ρυθμός προσαρμογής για την επίτευξη ΜΤΟ που καθορίζεται από το πρόγραμμα μετά τη διόρθωση του υπερβολικού ελλείμματος ευθυγραμμιζόταν κατά κανόνα προς το σύμφωνο σταθερότητας και ανάπτυξης, το Συμβούλιο ανέφερε επίσης ότι υπήρχαν ορισμένοι κίνδυνοι στις δημοσιονομικές προβλέψεις του προγράμματος, ιδιαίτερα όσον αφορά τις μακροοικονομικές παραδοχές προφανώς αισιόδοξες για τα έτη 2008 και 2009.

4. Εξελιξεις του χρεους και προβλεψεις

Το γενικό δημόσιο χρέος υπερβαίνει την τιμή αναφοράς 60% του ΑΕΠ από το 2001. Ανήλθε στο μέγιστο ύψος του, σχεδόν σε 74 % του ΑΕΠ, το 2004. Σύμφωνα με τη σύσταση του Συμβουλίου βάσει του άρθρου 104 παράγραφος 7, τέθηκε τέρμα στην αύξηση του γενικού δημοσίου χρέους και η τάση ανατράπηκε για να φθάσει το 2005 σε 72,4 % του ΑΕΠ, χάρη σε ένα πρωτογενές πλεόνασμα και σε έσοδα από την ιδιωτικοποίηση. Μια περαιτέρω μείωση σημειώθηκε το 2006 όταν ο δείκτης του χρέους βρισκόταν στο 66,5 % του ΑΕΠ, σε ευρεία κλίμακα χάρη σε έσοδα από σημαντικές ιδιωτικοποιήσεις που ανέρχονταν περίπου σε 3,5 % του ΑΕΠ.

Σύμφωνα με τις προβλέψεις των υπηρεσιών της Επιτροπής της άνοιξης του 2007, ο δείκτης του χρέους σε σχέση με το ΑΕΠ, θα έπρεπε να εξακολουθήσει να μειώνεται το 2007 και το 2008. Το γενικό δημόσιο χρέος προβλέπεται να μειωθεί κάτω από το 66 % του ΑΕΠ για το 2007 και να εξακολουθήσει να μειώνεται για να φθάσει το 64¼ % του ΑΕΠ για το 2008, με την προϋπόθεση αμετάβλητης πολιτικής.

5. Συμπεράσματα

Το γενικό δημόσιο έλλειμμα μειώθηκε από 10 % του ΑΕΠ το 2003 σε 2,6 % το 2006, δηλαδή κάτω από το 3 % της τιμής αναφοράς του ΑΕΠ. Παρά ορισμένες επί μέρους συναλλαγές (χωρίς τις οποίες το έλλειμμα του 2006 θα εξακολουθούσε να είναι μεγαλύτερο από την τιμή αναφοράς) τα μέτρα που προϋποθέτει η μείωση του ελλείμματος είναι κυρίως μόνιμης φύσης. Το 2006, το διαρθρωτικό ισοζύγιο, δηλαδή το κυκλικά προσαρμοζόμενο ισοζύγιο χωρίς τις επί μέρους και άλλες προσωρινές ενέργειες, βελτιώθηκε κατά ποσοστό λίγο πάνω από το 1 % του ΑΕΠ. Σύμφωνα με τις προβλέψεις των υπηρεσιών της Επιτροπής της άνοιξης του 2007, το δημόσιο έλλειμμα αναμένεται να συρρικνωθεί σε 2,1 % του ΑΕΠ το 2007 και, με την προϋπόθεση αμετάβλητης πολιτικής, σε 1,6 % το 2008, ενώ έχει προγραμματισθεί να παύσουν σταδιακά οι επί μέρους ενέργειες που μειώνουν το έλλειμμα. Αυτό δείχνει ότι το έλλειμμα μειώθηκε κάτω από το 3 % της τιμής αναφοράς του ΑΕΠ με αξιόπιστο και βιώσιμο τρόπο.

Το γενικό ακαθάριστο δημόσιο χρέος μειώθηκε από τη μέγιστη τιμή του ύψους 73,9 % του ΑΕΠ το 2004, σε 66,5 % το 2006. Σύμφωνα με τις προβλέψεις των υπηρεσιών της Επιτροπής της άνοιξης του 2007, το δημόσιο χρέος αναμένεται να σημειώσει περαιτέρω πτώση σε σχεδόν 64% του ΑΕΠ το 2008 (με την προϋπόθεση αμετάβλητης πολιτικής).

Από μια συνολική εκτίμηση προκύπτει ότι η κατάσταση υπερβολικού ελλείμματος στη Μάλτα έχει διορθωθεί. Συνεπώς, η Επιτροπή συνιστά στο Συμβούλιο να καταργήσει την απόφασή του σχετικά με την ύπαρξη υπερβολικού ελλείμματος στη Μάλτα.

Πίνακας 2: Δημοσιονομικές εξελίξεις, 2003-2008

Σύσταση για

ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ

για την κατάργηση της απόφασης 2005/186/ΕΚ σχετικά με την ύπαρξη υπερβολικού ελλείμματος στη Μάλτα

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη:

τη Συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και ιδίως το άρθρο 104 παράγραφος 12,

τη σύσταση της Επιτροπής,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1) Με την απόφαση 2005/186/ΕΚ[15], του Συμβουλίου, μετά από σύσταση της Επιτροπής βάσει του άρθρου 104 παράγραφος 6 της Συνθήκης, προκύπτει η ύπαρξη υπερβολικού ελλείμματος στη Μάλτα. Το Συμβούλιο επισήμανε ότι το γενικό δημόσιο έλλειμμα ήταν 9,7 % του ΑΕΠ το 2003 (από το οποίο 2,9 % του ΑΕΠ οφείλετο σε μια επί μέρους ενέργεια), πάνω από το 3% της τιμής αναφοράς του ΑΕΠ κατά τη Συνθήκη, ενώ το γενικό δημόσιο χρέος αποτελούσε 72 % του ΑΕΠ και είχε πιθανότητες να αποκλίνει περισσότερο από το 60% της τιμής αναφοράς του ΑΕΠ κατά τη Συνθήκη το 2004.

(2) Στις 5 Ιουλίου 2004, σύμφωνα με το άρθρο 104 παράγραφος 7 της Συνθήκης και το άρθρο 3 παράγραφος 4 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1467/97 του Συμβουλίου της 7ης Ιουλίου 1997 για την επιτάχυνση και τη διασαφήνιση της εφαρμογής της διαδικασίας υπερβολικού ελλείμματος[16], το Συμβούλιο απηύθυνε, βάσει σύστασης της Επιτροπής, σύσταση στη Μάλτα με σκοπό να τερματισθεί η κατάσταση υπερβολικού ελλείμματος έως το 2006 το αργότερο. Η σύσταση δόθηκε στη δημοσιότητα.

(3) Βάσει του άρθρου 104 παράγραφος 12 της Συνθήκης, μια απόφαση του Συμβουλίου σχετικά με την ύπαρξη υπερβολικού ελλείμματος καταργείται όταν, κατά την άποψη του Συμβουλίου, το εν λόγω υπερβολικό έλλειμμα στο κράτος μέλος έχει διορθωθεί.

(4) Σύμφωνα με το πρωτόκολλο σχετικά με τη διαδικασία υπερβολικού ελλείμματος που προσαρτάται στη Συνθήκη, η Επιτροπή παρέχει τα στοιχεία για την εφαρμογή της διαδικασίας. Στο πλαίσιο της εφαρμογής του εν λόγω πρωτοκόλλου, τα κράτη μέλη πρέπει να κοινοποιούν στοιχεία σχετικά με τα δημόσια ελλείμματα και το δημόσιο χρέος και άλλες συναφείς μεταβλητές δύο φορές το χρόνο, δηλαδή πριν από την 1η Απριλίου και πριν από την 1η Οκτωβρίου, σύμφωνα με το άρθρο 4 του κανονισμού ΕΚ αριθ. 3605/93 του Συμβουλίου της 22ας Νοεμβρίου 1993 για την εφαρμογή του πρωτοκόλλου σχετικά με τη διαδικασία του υπερβολικού ελλείμματος το οποίο προσαρτάται στη Συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας[17].

(5) Βάσει των δεδομένων που ανακοινώθηκαν από την Επιτροπή (Eurostat) σύμφωνα με το άρθρο 8 σημείο ζ παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 3605/93, σε συνέχεια της κοινοποίησης εκ μέρους της Μάλτας πριν από την 1η Απριλίου 2007 και σύμφωνα με τις προβλέψεις των υπηρεσιών της Επιτροπής της άνοιξης του 2007 επιβάλλονται τα ακόλουθα συμπεράσματα:

- το γενικό δημόσιο έλλειμμα μειώθηκε από 10 % του ΑΕΠ το 2003 σε 2,6 % το 2006, δηλαδή κάτω από το 3 % της τιμής αναφοράς ελλείμματος σε σχέση με το ΑΕΠ. Το αποτέλεσμα αυτό είναι κάπως καλύτερο από το στόχο που τέθηκε για το 2006 τον Ιανουάριο 2006 για την επικαιροποίηση του προγράμματος σύγκλισης, παρ' όλο που είναι κάπως ανώτερο από τους στόχους που επικύρωσε το Συμβούλιο στις συστάσεις του σύμφωνα με το άρθρο 104 παράγραφος 7,

- περισσότερο από το ήμισυ (4 % περίπου) της μείωσης του ΑΕΠ κατά 7,4 εκατοστιαίες μονάδες στο δείκτη ελλείμματος μεταξύ 2003 και 2006 οφείλετο στα υψηλότερα έσοδα που προέκυψαν από τις αλλαγές στην έμμεση φορολογία και από την αποτελεσματικότερη συλλογή των φόρων. Το υπόλοιπο 3,5 εκατοστιαίες μονάδες[18] προκύπτει από τη μείωση του δείκτη δαπανών προς το ΑΕΠ, η οποία εν μέρει οφείλεται στη σημαντικότερη διεξαγωγή επί μέρους ενεργειών (συγκεκριμένα πωλήσεων γης, που υπολογίζονται κατά συνθήκη ως αρνητικές δαπάνες). Επί πλέον, οι δαπάνες μειώθηκαν χάρη σε μια μείωση του μεγέθους και μια αναδιάρθρωση των δημόσιων οργανισμών, καθώς και σε περιορισμούς των προσλήψεων στις δημόσιες υπηρεσίες και στον έλεγχο της χορήγησης κοινωνικών παροχών. Μεταξύ των ετών 2004 και 2006, οι επί μέρους ενέργειες που είχαν ως αποτέλεσμα τη μείωση του ελλείμματος αντιπροσώπευαν κατά μέσο όρο 1 % του ΑΕΠ κατ' έτος. Χωρίς τις επί μέρους ενέργειες (0,7% του ΑΕΠ), το έλλειμμα του 2006 θα είχε παραμείνει πάνω από την τιμή αναφοράς, στο 3,3 % του ΑΕΠ. Το 2006, το διαρθρωτικό ισοζύγιο (δηλαδή το κυκλικά προσαρμοζόμενο ισοζύγιο χωρίς τα επί μέρους και άλλα προσωρινά μέτρα) βελτιώθηκε κατερχόμενο λίγο πάνω από το 1 % του ΑΕΠ.

- για το 2007, οι προβλέψεις των υπηρεσιών της Επιτροπής της άνοιξης του 2007 αφορούν περαιτέρω μείωση του ελλείμματος στο 2,1 % του ΑΕΠ, κυρίως μέσω περαιτέρω περιορισμών των δαπανών. Οι επί μέρους ενέργειες προβλέπεται να ανέλθουν σε 0,6% του ΑΕΠ, σε ευρεία κλίμακα παρόμοιου μεγέθους, όπως και κατά το προηγούμενο έτος, έτσι ώστε, έστω και χωρίς επί μέρους ενέργειες, το έλλειμμα να είναι κάτω από την τιμή αναφοράς. Αυτό συμφωνεί κατά κανόνα με την επίσημη εκτίμηση του ελλείμματος σε 1,9 % του ΑΕΠ όπως καθορίζεται στην κοινοποίηση του Απριλίου 2007. Για το 2008, σύμφωνα με τις εαρινές προβλέψεις των υπηρεσιών της Επιτροπής, με την προϋπόθεση αμετάβλητης πολιτικής, αναμένεται μια περαιτέρω μείωση του ελλείμματος στο 1,6 % του ΑΕΠ (χωρίς προσφυγή σε επί μέρους ενέργειες). Αυτό δείχνει ότι το έλλειμμα μειώθηκε κάτω από το 3 % της τιμής οροφής του ΑΕΠ με αξιόπιστο και βιώσιμο τρόπο. Το διαρθρωτικό ισοζύγιο προβλέπεται να βελτιωθεί περιθωριακά το 2007 και, με την προϋπόθεση αμετάβλητης πολιτικής, κατά 1 % επί πλέον το 2008. Η εξέλιξη αυτή πρέπει να εξετασθεί σε σχέση με την ανάγκη να πραγματοποιηθεί πρόοδος προς το μεσοπρόθεσμο δημοσιονομικό στόχο (MTO), ο οποίος στην περίπτωση της Μάλτας είναι μια ισοσκελισμένη δημοσιονομική θέση από διαρθρωτική άποψη.

- Το δημόσιο χρέος μειώθηκε από τη μέγιστη τιμή του ύψους 73,9 % του ΑΕΠ το 2004, σε 66,5 % το 2006. Σύμφωνα με τις προβλέψεις των υπηρεσιών της Επιτροπής της άνοιξης του 2007, ο δείκτης του χρέους θα πρέπει να μειωθεί περαιτέρω για να φτάσει στο 64,3% περίπου έως το τέλος του 2008, πλησιάζοντας έτσι περισσότερο το 60% της τιμής αναφοράς του ΑΕΠ.

(6) Κατά την άποψη του Συμβουλίου, το υπερβολικό έλλειμμα της Μάλτας έχει διορθωθεί και η απόφαση 2005/186/ΕΚ πρέπει επομένως να καταργηθεί.

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΑΠΟΦΑΣΗ:

Άρθρο 1

Από μια συνολική εκτίμηση προκύπτει ότι η κατάσταση υπερβολικού ελλείμματος στη Μάλτα έχει διορθωθεί.

Άρθρο 2

Η απόφαση 2005/186/EΚ καταργείται.

Άρθρο 3

H παρούσα απόφαση απευθύνεται στη Δημοκρατία της Μάλτας.

Βρυξέλλες, [ημέρα, μήνας, έτος της συνεδρίασης του Συμβουλίου].

Για το Συμβούλιο Ο Πρόεδρος

[1] ΕΕ L 209 της 2.8.1997, σ. 6. Κανονισμός όπως τροποποιήθηκε τελευταία με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1056/2005 (ΕΕ L 174 της 7.7.2005, σ. 5).

[2] ΕΕ L 332 της 31.12.1993, σ. 7. Κανονισμός όπως τροποποιήθηκε τελευταία με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 2103/2005 (ΕΕ L 337 της 22.12.2005, σ. 1).

[3] Η πλέον πρόσφατη κοινοποίηση της Μάλτας ευρίσκεται στον εξής δικτυακό τόπο:

http://epp.eurostat.ec.europa.eu/portal/page?_pageid=2373,58110711&_dad=portal&_schema=portal

[4] SEC(2004) 580.

[5] ΕΕ L 62 της 9.3.2005, σ. 21.

[6] Όλα τα έγγραφα τα σχετικά με το υπερβολικό δημόσιο έλλειμμα της Μάλτας ευρίσκονται στον ακόλουθο δικτυακό τόπο:http://ec.europa.eu/economy_finance/about/activities/sgp/edp_list_en.htm.

[7] SEC(2004) 1630.

[8] Ανακοίνωση τύπου της Eurostat αριθ. 55 της 23ης Απριλίου 2007.

[9] Τα ποσοστά του ελλείμματος συνήθως αναθεωρούνται – προσαρμοζόμενα προς τα επάνω ή προς τα κάτω – μετά τη δημοσίευση του πρώτου αποτελέσματος με την εαρινή ανακοίνωση. Για τα περισσότερα κράτη μέλη, οι προσαρμογές είναι σχετικά μικρές και κατά μέσο όρο ελάχιστα διαφέρουν από το μηδέν. Όσον αφορά τη Μάλτα, λαμβανομένης υπόψη της απόστασης μεταξύ του ελλείμματος του 2006 που αναφέρεται σήμερα και της τιμής αναφοράς του ελλείμματος, υπάρχει μικρή πιθανότητα μια ενδεχόμενη μελλοντική αναθεώρηση των κρατικών λογαριασμών να αυξήσει το ποσοστό ελλείμματος του 2006 σε επίπεδο μεγαλύτερο από 3 % του ΑΕΠ.

[10] Εάν δεν λαμβανόταν υπόψη η σημαντική επί μέρους ενέργεια του 2003 που είχε ως αποτέλεσμα την αύξηση της δαπάνης κατά 2,9 % του ΑΕΠ στο πλαίσιο της αναδιάρθρωσης του χρέους των ναυπηγείων, θα επερχόταν μείωση του δείκτη των δαπανών μικρότερη κατά 0,4 εκατοστιαίες μονάδες για την περίοδο 2003-2006.

[11] Πρέπει να υπογραμμιστεί ότι απαντώνται σημαντικές δυσκολίες κατά τον υπολογισμό του παραγωγικού κενού και του διαρθρωτικού ισοζυγίου σε πολλά κράτη μέλη, ειδικά στα μικρότερα όπως η Μάλτα, κυρίως διότι δεν είναι διαθέσιμα όλα τα απαιτούμενα δεδομένα.

[12] Οι επί μέρους συναλλαγές για το 2006 και το 2007 αναθεωρήθηκαν σύμφωνα με την επικαιροποιημένη έκδοση του προγράμματος σύγκλισης του 2006, έτσι ώστε να ληφθεί υπόψη μια ενέργεια (πώληση γης) που ολοκληρώθηκε το 2007 και ορθώς υπολογίσθηκε για το ίδιο έτος ως ενέργεια που συντελεί στη μείωση του ελλείμματος.

[13] Τονίζεται ότι, για το 2008, οι μαλτέζικες αρχές σχεδιάζουν επί μέρους ενέργειες για τη μείωση του ελλείμματος (πώληση γης) που ανέρχονται σε 0,2 % του ΑΕΠ.

[14] ΕΕ C 72 της 29.3.2007, σ. 9

[15] ΕΕ L 62 της 9.3.2005, σ. 21.

[16] ΕΕ L 209 της 2.8.1997, σ. 6. Κανονισμός όπως τροποποιήθηκε τελευταία με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1056/2005 (ΕΕ L 174 της 7.7.2005, σ. 5).

[17] ΕΕ L 332 της 31.12.1993, σ. 7. Κανονισμός όπως τροποποιήθηκε τελευταία με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 2103/2005 (ΕΕ L 337 της 22.12.2005, σ. 1).

[18] Ο δείκτης δαπανών θα μειωνόταν λιγότερο εάν εξαιρούνταν οι επί μέρους ενέργειες για την αναδιάρθρωση των ναυπηγείων ύψους 3 % περίπου του ΑΕΠ το 2003, οι οποίες αύξησαν ουσιαστικά τις δαπάνες.