52007SC0288

Σύσταση για γνωμη του Συμβουλιου σύμφωνα με το άρθρο 5 παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1466/97 του Συμβουλίου της 7ης Ιουλίου 1997 σχετικά με το επικαιροποιημένο πρόγραμμα σταθερότητας του Βελγίου, για την περίοδο 2006-2010 /* SEC/2007/0288 τελικό */


[pic] | ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ |

Βρυξέλλες, 7.3.2007

SEC(2007) 288 τελικό

Σύσταση για

ΓΝΩΜΗ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ

σύμφωνα με το άρθρο 5 παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1466/97 του Συμβουλίου της 7ης Ιουλίου 1997 σχετικά με το επικαιροποιημένο πρόγραμμα σταθερότητας του Βελγίου, για την περίοδο 2006-2010

(υποβληθείσα από την Επιτροπή)

ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ

Γενικο πλαισιο

Το Σύμφωνο Σταθερότητας και Ανάπτυξης, το οποίο τέθηκε σε ισχύ την 1η Ιουλίου 1998, βασίζεται στον στόχο της επίτευξης υγιών δημόσιων οικονομικών ως μέσου ενίσχυσης των προϋποθέσεων για σταθερότητα των τιμών και ισχυρή διατηρήσιμη ανάπτυξη, οι οποίες ευνοούν τη δημιουργία απασχόλησης. Η μεταρρύθμιση του συμφώνου το 2005, αφενός, αναγνώριζε τη χρησιμότητά του για την εδραίωση της δημοσιονομικής πειθαρχίας, αφετέρου δε, αποσκοπούσε στην ενίσχυση της αποτελεσματικότητας και των οικονομικών του ερεισμάτων, καθώς επίσης στη διασφάλιση της μακροπρόθεσμης διατηρησιμότητας των δημόσιων οικονομικών.

Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1466/97 του Συμβουλίου για την ενίσχυση της εποπτείας της δημοσιονομικής κατάστασης και την εποπτεία και το συντονισμό των οικονομικών πολιτικών[1], ο οποίος αποτελεί στοιχείο του συμφώνου, ορίζει ότι τα κράτη μέλη υποβάλλουν υποχρεωτικά, στο Συμβούλιο και την Επιτροπή, προγράμματα σταθερότητας ή σύγκλισης, καθώς και ετήσιες επικαιροποιήσεις τους (τα κράτη μέλη που έχουν ήδη υιοθετήσει το ενιαίο νόμισμα υποβάλλουν (επικαιροποιημένα) προγράμματα σταθερότητας, ενώ τα κράτη μέλη που δεν το έχουν υιοθετήσει ακόμη υποβάλλουν (επικαιροποιημένα) προγράμματα σύγκλισης). Το πρώτο πρόγραμμα σταθερότητας του Βελγίου υποβλήθηκε τον Δεκέμβριο του 1998. Κατ’ εφαρμογή του κανονισμού, το Συμβούλιο εξέδωσε γνώμη για το πρόγραμμα 15 Μαρτίου 1999 βάσει σύστασης της Επιτροπής και μετά από διαβουλεύσεις με την Οικονομική και Δημοσιονομική Επιτροπή. Βάσει της ίδιας διαδικασίας, τα προγράμματα σταθερότητας και σύγκλισης αξιολογούνται από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και εξετάζονται από την προαναφερθείσα επιτροπή, ενώ το Συμβούλιο δύναται να τα εξετάσει.

Ιστορικο για την Αξιολογηση του επικαιροποιημενου προγραμματος

Η Επιτροπή εξέτασε το πλέον πρόσφατο επικαιροποιημένο πρόγραμμα σταθερότητας του Βελγίου, που υποβλήθηκε στις 13 Δεκεμβρίου 2006 και εξέδωσε σύσταση για την έκδοση γνώμης του Συμβουλίου επ' αυτού (βλ. πλαίσιο για τα κυριότερα σημεία της αξιολόγησης).

Προκειμένου να σχηματισθεί μια εικόνα του πλαισίου εντός του οποίου αξιολογείται η δημοσιονομική στρατηγική του νέου προγράμματος σταθερότητας, στις παραγράφους που ακολουθούν περιγράφονται συνοπτικά τα εξής:

1. οι οικονομικές και δημοσιονομικές επιδόσεις κατά την τελευταία δεκαετία

2. η πλέον πρόσφατη αξιολόγηση της κατάστασης της χώρας βάσει του προληπτικού σκέλους του συμφώνου σταθερότητας και ανάπτυξης (περίληψη της γνώμης του Συμβουλίου σχετικά με το προηγούμενο επικαιροποιημένο πρόγραμμα σταθερότητας) και

3. η αξιολόγηση της Επιτροπής σχετικά με το εθνικό πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων του Οκτωβρίου 2006.

Πρόσφατες οικονομικές και δημοσιονομικές επιδόσεις

Από την ανάλυση των τελευταίων δέκα ετών, συνάγεται ότι συνολικά ο οικονομικός κύκλος του Βελγίου ακολουθεί σε πολύ μεγάλο βαθμό την πορεία της ζώνης του ευρώ και δείχνει παρόμοια επίπεδα ανάπτυξης. Αυτό αποκτά μεγαλύτερη σημασία λόγω του ότι συνέπεσε με μια προσπάθεια εξυγίανσης των δημόσιων οικονομικών του Βελγίου η οποία προχώρησε πολύ περισσότερο σε σχέση με την προσπάθεια που καταβλήθηκε συνολικά στη ζώνη του ευρώ, δίνοντας τέλος σε μια περίοδο μεγάλων δημοσιονομικών ελλειμμάτων. Από το 2000 και μετά, στόχος του Βελγίου ήταν η ισοσκέλιση του προϋπολογισμού (ή η συσσώρευση πλεονασμάτων – μέχρι στιγμής, όμως, ανεπιτυχώς). Εξακολουθεί, όμως, να βασίζεται σε έκτακτα μέτρα για την επίτευξη του στόχου αυτού. Η εγχώρια ζήτηση και η εμπιστοσύνη των καταναλωτών ωφελήθηκαν από την κατακόρυφη μείωση του δείκτη δημόσιου χρέους. Την τελευταία δεκαετία, η αποταμίευση των νοικοκυριών μειώθηκε από περίπου 20% το 1995 σε περίπου 13% το 2005. Οι καθαρές εξαγωγές συνέβαλαν θετικά στην ανάπτυξη της οικονομίας, αλλά το Βέλγιο αντιμετωπίζει σημαντικές απώλειες μεριδίων αγοράς που συνιστούν απειλή για την απασχόληση και την ανάπτυξη της χώρας μακροπρόθεσμα. Οι πενιχρές εξαγωγικές επιδόσεις του Βελγίου οφείλονται εν μέρει στη δομή των εξαγωγών, καθώς και στο υψηλό εργατικό κόστος. Τα αορίστου διαρκείας επιδόματα ανεργίας, οι χαμηλές απαιτήσεις όσον αφορά την αναζήτηση απασχόλησης από ανέργους μεγαλύτερης ηλικίας και η ύπαρξη γενναιόδωρων συστημάτων πρόωρης συνταξιοδότησης αποτελούν τους λόγους για τους οποίους η συμμετοχή στην αγορά εργασίας είναι από τις χαμηλότερες της ζώνης του ευρώ (ιδίως για άτομα μεγαλύτερης ηλικίας).

Η αξιολόγηση που διατυπώνεται στη γνώμη του Συμβουλίου σχετικά με το προηγούμενο πρόγραμμα

Στις 14 Φεβρουαρίου 2006, το Συμβούλιο εξέδωσε γνώμη σχετικά με το προηγούμενο επικαιροποιημένο πρόγραμμα σταθερότητας, για την περίοδο 2005-2009. Το Συμβούλιο ήταν της γνώμης ότι «η δημοσιονομική θέση μπορεί να θεωρηθεί, γενικά, υγιής και ότι η συνεχιζόμενη μείωση του, ακόμη υψηλού, χρέους που προβλέπεται στο πρόγραμμα αποτελεί παράδειγμα δημοσιονομικών πολιτικών που ασκούνται σε συμμόρφωση με το σύμφωνο σταθερότητας και ανάπτυξης. Η προσφυγή σε έκτακτα μέτρα στην αρχή της περιόδου υπογραμμίζει την ανάγκη για προσπάθειες διαρθρωτικής εξυγίανσης.» Το Συμβούλιο κάλεσε το Βέλγιο «να εξετάσει μέτρα ώστε να αποφευχθεί η επιδείνωση του διαρθρωτικού αποτελέσματος το 2006 και να εφαρμόσει τα μέτρα που απαιτούνται για την επίτευξη των φιλόδοξων δημοσιονομικών στόχων τα προσεχή έτη.»

H αξιολόγηση της Επιτροπής σχετικά με το εθνικό πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων

Η έκθεση εφαρμογής του εθνικού προγράμματος μεταρρυθμίσεων του Βελγίου, που καταρτίστηκε στο πλαίσιο της ανανεωμένης στρατηγικής της Λισαβόνας για την ανάπτυξη και την απασχόληση, υποβλήθηκε στις 16 Οκτωβρίου 2006. Το εθνικό πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων του Βελγίου αναγνωρίζει ως βασικές προκλήσεις/προτεραιότητες τα εξής: διατηρησιμότητα των δημόσιων οικονομικών, μείωση του εργατικού κόστους, δημιουργία μιας δυναμικότερης αγοράς εργασίας, τόνωση της οικονομίας μέσω επενδύσεων και μεταρρυθμίσεων, ενίσχυση του συστήματος κοινωνικής ασφάλισης και ενίσχυση των συνεργιών μεταξύ περιβαλλοντικής προστασίας και οικονομικής ανάπτυξης.

Η αξιολόγηση του εν λόγω προγράμματος από την Επιτροπή (που εκδόθηκε στο πλαίσιο της ετήσιας έκθεσης προόδου που συνέταξε τον Δεκέμβριο 2006 [2] ) έδειξε ότι το Βέλγιο σημειώνει ικανοποιητική πρόοδο όσον αφορά την εφαρμογή και την ενίσχυση του εθνικού προγράμματος μεταρρυθμίσεων για την περίοδο 2005-2008. Ενώ υφίσταται κάποιος κίνδυνος όσον αφορά τη διατηρησιμότητα των δημόσιων οικονομικών λόγω της δημογραφικής γήρανσης, συνολικά το πλαίσιο πολιτικής κρίνεται κατάλληλο. Παρά τη συγκρατημένη πρόοδο στον τομέα της E&A, το Βέλγιο έχει θέσει σε εφαρμογή τα μέτρα που εξήγγειλε στον μικροοικονομικό τομέα και ενισχύει τις υπό εξέλιξη μεταρρυθμίσεις για την αύξηση των επενδύσεων. Η κατάσταση στον τομέα της απασχόλησης είναι πιο άνιση και απαιτούνται μέτρα για την επίτευξη των στόχων που έχουν τεθεί σε επίπεδο ΕΕ ως προς τα ποσοστά απασχόλησης, ιδίως όσον αφορά τα άτομα μεγαλύτερης ηλικίας.

Με βάση τις αρετές και τις αδυναμίες που διαπιστώθηκαν, έγινε στο Βέλγιο η σύσταση να αναλάβει περαιτέρω δράσεις για τη μείωση της φορολογικής επιβάρυνσης της εργασίας και να μειώσει τις μεταξύ των περιφερειών διαφορές στον τομέα της ανεργίας.

Πλαίσιο: Κυριότερα σημεία της αξιολόγησης Όπως απαιτεί το άρθρο 5 παράγραφος 1 (για τα προγράμματα σταθερότητας) και το άρθρο 9 παράγραφος 1 (για τα προγράμματα σύγκλισης) του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1466/97 του Συμβουλίου, κατά την αξιολόγηση εξετάζεται: αν είναι ευλογοφανείς οι οικονομικές παραδοχές στις οποίες βασίζεται το πρόγραμμα, ο μεσοπρόθεσμος δημοσιονομικός στόχος (ΜΔΣ) που καθόρισε το κράτος μέλος και αν η πορεία προσαρμογής για την επίτευξη του στόχου αυτού είναι κατάλληλη, αν τα μέτρα που λαμβάνονται ή/και προτείνονται για την τήρηση της πορείας προσαρμογής επαρκούν για την επίτευξη του ΜΔΣ κατά τη διάρκεια του οικονομικού κύκλου, κατά την αξιολόγηση της πορείας προσαρμογής για την επίτευξη του ΜΔΣ, αν καταβάλλεται μεγαλύτερη προσπάθεια προσαρμογής σε περιόδους ευνοϊκής οικονομικής συγκυρίας, ενώ η προσπάθεια μπορεί να είναι πιο περιορισμένη σε περιόδους δυσμενούς οικονομικής συγκυρίας και, για τη ζώνη του ευρώ και κράτη μέλη του ΜΣΙ ΙΙ, αν το κράτος μέλος προβλέπει ετήσια βελτίωση του κυκλικά προσαρμοσμένου αποτελέσματος, μείον έκτακτα και λοιπά προσωρινά μέτρα, ίση προς 0,5% του ΑΕΠ ως ένδειξη προόδου για την επίτευξη του ΜΔΣ του, κατά τον προσδιορισμό της πορείας προσαρμογής για την επίτευξη του ΜΔΣ (για κράτη μέλη που δεν τον έχουν ακόμη επιτύχει) ή την προσωρινή απόκλιση από αυτόν (για κράτη μέλη που τον έχουν επιτύχει), αν εφαρμόζονται μείζονες διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις που οδηγούν άμεσα στην εξοικονόμηση πόρων μακροπρόθεσμα (μεταξύ άλλων, μέσω της αύξησης της δυνητικής ανάπτυξης) και, ως εκ τούτου, έχουν απτά αποτελέσματα για τη μακροπρόθεσμη διατηρησιμότητα των δημόσιων οικονομικών (υπό τον όρο ότι εξασφαλίζεται κατάλληλο περιθώριο ασφαλείας σε σχέση με την τιμή αναφοράς 3% του ΑΕΠ και εφόσον η δημοσιονομική θέση αναμένεται να επανέλθει στα επίπεδα του ΜΔΣ εντός της περιόδου του προγράμματος), με ιδιαίτερη προσοχή στις μεταρρυθμίσεις του συνταξιοδοτικού συστήματος που εισάγουν πολυπυλωνικό σύστημα που περιλαμβάνει έναν υποχρεωτικό και πλήρως κεφαλαιοποιητικό πυλώνα, αν οι οικονομικές πολιτικές του κράτους μέλους παρουσιάζουν συνοχή με τους γενικούς προσανατολισμούς των οικονομικών πολιτικών. Η ευλογοφάνεια των μακροοικονομικών παραδοχών του προγράμματος αξιολογείται με βάση τις φθινοπωρινές προβλέψεις των υπηρεσιών της Επιτροπής του 2006, χρησιμοποιώντας επίσης την από κοινού συμφωνηθείσα μεθοδολογία για την εκτίμηση του δυνητικού προϊόντος και των κυκλικά προσαρμοσμένων αποτελεσμάτων. Η αξιολόγηση της συνεκτικότητας με τους γενικούς προσανατολισμούς των οικονομικών πολιτικών πραγματοποιείται με βάση τους γενικούς προσανατολισμούς των οικονομικών πολιτικών στον τομέα των δημόσιων οικονομικών όπως παρουσιάζονται στις ολοκληρωμένες κατευθυντήριες γραμμές για την περίοδο 2005-2008. Κατά την αξιολόγηση εξετάζεται επίσης: η εξέλιξη του δείκτη χρέους και οι προοπτικές της μακροπρόθεσμης διατηρησιμότητας των δημόσιων οικονομικών τα οποία, σύμφωνα με την έκθεση του Συμβουλίου της 20ής Μαρτίου 2005 για τη «Βελτίωση της εφαρμογής του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης», πρέπει να αποτελούν αντικείμενο «αρκετής προσοχής […] κατά την εποπτεία των δημοσιονομικών θέσεων». Σε ανακοίνωση της Επιτροπής, της 12ης Οκτωβρίου 2006, περιγράφεται η προσέγγιση που πρέπει να τηρείται κατά την αξιολόγηση της μακροπρόθεσμης διατηρησιμότητας[3], ο βαθμός συνοχής με το εθνικό πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων που υπέβαλε το κράτος μέλος στο πλαίσιο της στρατηγικής της Λισαβόνας για την ανάπτυξη και την απασχόληση. Στο διαβιβαστικό σημείωμα της 7ης Ιουνίου 2005 προς το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο για τους γενικούς προσανατολισμούς των οικονομικών πολιτικών για την περίοδο 2005-2008, το Συμβούλιο ΕCOFIN δήλωσε ότι τα εθνικά προγράμματα μεταρρυθμίσεων πρέπει να παρουσιάζουν συνοχή με τα προγράμματα σταθερότητας και σύγκλισης, η συμμόρφωση με τον κώδικα δεοντολογίας[4] ο οποίος, μεταξύ άλλων, προβλέπει μια κοινή διάρθρωση και τυποποιημένους πίνακες δεδομένων για τα προγράμματα σταθερότητας και σύγκλισης. |

- Σύσταση για

ΓΝΩΜΗ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ

σύμφωνα με το άρθρο 5 παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1466/97 του Συμβουλίου της 7ης Ιουλίου 1997 σχετικά με το επικαιροποιημένο πρόγραμμα σταθερότητας του Βελγίου, για την περίοδο 2006-2010

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη:

τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας,

τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1466/97 του Συμβουλίου, της 7ης Ιουλίου 1997, για την ενίσχυση της εποπτείας της δημοσιονομικής κατάστασης και την εποπτεία και το συντονισμό των οικονομικών πολιτικών[5], και ιδίως το άρθρο 5 παράγραφος 3,

τη σύσταση της Επιτροπής,

Έπειτα από διαβουλεύσεις με την Οικονομική και Δημοσιονομική Επιτροπή,

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΓΝΩΜΗ:

4. Στις [27 Μαρτίου 2007] το Συμβούλιο εξέτασε το επικαιροποιημένο πρόγραμμα σύγκλισης της Ισπανίας για την περίοδο 2006-2009[6].

5. Το μακροοικονομικό σενάριο στο οποίο στηρίζεται το πρόγραμμα προβλέπει μείωση του πραγματικού ΑΕΠ από 2,7% το 2006 σε 2,2% κατά μέσο όρο για το υπόλοιπο της περιόδου του προγράμματος. Με βάση τις διαθέσιμες σήμερα πληροφορίες, το σενάριο αυτό φαίνεται ότι βασίζεται σε ευλογοφανείς αναπτυξιακές παραδοχές. Οι προβλέψεις του προγράμματος σχετικά με τον πληθωρισμό φαίνονται, επίσης, ρεαλιστικές.

6. Όσον αφορά το 2006, το αποτέλεσμα της γενικής κυβέρνησης εκτιμάται ως έλλειμμα ύψους 0,2% του ΑΕΠ στις φθινοπωρινές προβλέψεις των υπηρεσιών της Επιτροπής του 2006. Το προηγούμενο επικαιροποιημένο πρόγραμμα σταθερότητας έθετε ως στόχο την ισοσκέλιση του προϋπολογισμού. Οι κυκλικές συνθήκες το 2006 αποδείχθηκαν πολύ καλύτερες από ό,τι προέβλεπε το προηγούμενο επικαιροποιημένο πρόγραμμα και οι δαπάνες εξελίχθηκαν γενικά σύμφωνα με τις προβλέψεις, αλλά τα έσοδα ήταν μικρότερα από τα αναμενόμενα (ιδίως εξαιτίας της υποεκτίμησης του αντίκτυπου του τελικού σταδίου της μεταρρύθμισης της άμεσης φορολογίας του 2001, ο οποίος διαπιστώθηκε στο δεύτερο ήμισυ του 2006). Προκειμένου να αντισταθμιστούν (εν μέρει) τα μικρότερα έσοδα και να εξασφαλιστεί η ισοσκέλιση του προϋπολογισμού αυξήθηκε η χρήση έκτακτων μέτρων. Ως εκ τούτου, το διαρθρωτικό αποτέλεσμα (ήτοι το κυκλικά προσαρμοσμένο αποτέλεσμα μείον έκτακτα και λοιπά προσωρινά μέτρα) επιδεινώθηκε σοβαρά το 2006.

7. Κύριος στόχος της μεσοπρόθεσμης δημοσιονομικής στρατηγικής του προγράμματος είναι να εξασφαλιστεί η συνεχής μείωση του δείκτη χρέους που εξακολουθεί να είναι υψηλός (περίπου 90% το 2006), ώστε το 2010 να είναι κατώτερος του 75% του ΑΕΠ, με βαθμιαία αυξανόμενα ονομαστικά δημοσιονομικών πλεονάσματα (από 0,3% του ΑΕΠ το 2007 σε 0,9% του ΑΕΠ το 2010), ούτως ώστε να ετοιμαστεί η χώρα για τις συνέπειες της επερχόμενης δημογραφικής γήρανσης. Το πρωτογενές πλεόνασμα, το οποίο παρουσιάζει μείωση από το 2001 και μετά (τότε ήταν ίσο προς 7% του ΑΕΠ) αναμένεται να σταθεροποιηθεί σε περίπου 4,1% του ΑΕΠ. Η προσαρμογή οφείλεται σχεδόν εξ ολοκλήρου στη μείωση των δαπανών (κατά 1¼ εκατοστιαία μονάδα του ΑΕΠ μεταξύ 2006 και 2010). Η μείωση των δαπανών οφείλεται κυρίως στην ελάττωση των δαπανών για τόκους (¾ της εκατοστιαίας μονάδας) λόγω της συνεχούς μείωσης του χρέους και αντισταθμίζεται εν μέρει από τη μείωση των κρατικών εσόδων (½ της εκατοστιαίας μονάδας). Μετά το 2007, οι προβλέψεις του προγράμματος συνεπάγονται, εν πολλοίς, αμετάβλητες πολιτικές, μολονότι, από ό,τι φαίνεται, το πρόγραμμα βασίζεται σε περαιτέρω έκτακτα μέτρα για την επίτευξη των δημοσιονομικών στόχων. Η στρατηγική αυτή μοιάζει σε μεγάλο βαθμό με εκείνη του προηγούμενου επικαιροποιημένου προγράμματος σταθερότητας με βάση ένα ως επί το πλείστον αμετάβλητο μακροοικονομικό σενάριο.

8. Δεδομένου ότι το πρόγραμμα δεν παρέχει πληροφορίες σχετικά με τη χρήση έκτακτων και λοιπών προσωρινών μέτρων μετά το 2007, το διαρθρωτικό έλλειμμα από το 2008 και μετά δεν μπορεί να υπολογισθεί με βάση τα στοιχεία που παρέχει το πρόγραμμα. Εφόσον ο σχετικός αντίκτυπος των έκτακτων μέτρων παραμείνει αμετάβλητος μετά το 2007, το διαρθρωτικό έλλειμμα, υπολογιζόμενο με την από κοινού συμφωνηθείσα μεθοδολογία, προγραμματίζεται να βελτιωθεί από -0,4% του ΑΕΠ το 2006 σε 0,7% στα τέλη της περιόδου του προγράμματος. Όπως και στο προηγούμενο επικαιροποιημένο πρόγραμμα σταθερότητας, ο μεσοπρόθεσμος δημοσιονομικός στόχος του προγράμματος είναι διαρθρωτικό πλεόνασμα ίσο προς 0,5% του ΑΕΠ το οποίο, σύμφωνα με το πρόγραμμα, "θα επιτευχθεί έως το 2008, υπό την προϋπόθεση ότι ο αντίκτυπος των έκτακτων μέτρων δεν θα υπερβεί το 0,4% του ΑΕΠ». Αυτό θα είναι ένα έτος νωρίτερα σε σχέση με το προηγούμενο επικαιροποιημένο πρόγραμμα. Δεδομένου ότι ο ΜΔΣ είναι απαιτητικότερος από το ελάχιστο όριο αναφοράς (που εκτιμάται ως έλλειμμα 1¼% του ΑΕΠ περίπου), η επίτευξή του εκτιμάται ότι θα επιτρέψει την εκπλήρωση του στόχου δημιουργίας περιθωρίου ασφαλείας προς αποτροπή της εμφάνισης υπερβολικού ελλείμματος. Ο ΜΔΣ βρίσκεται εντός του προβλεπόμενου εύρους που καθορίζεται στο σύμφωνο σταθερότητας ανάπτυξης και τον κώδικα δεοντολογίας για τα κράτη μέλη της ζώνης ευρώ και του ΜΣΙ II και είναι απαιτητικότερος από ό,τι συνάγεται με βάση τον δείκτη χρέους και τη μέση αύξηση του δυνητικού προϊόντος μακροπρόθεσμα.

9. Τα δημοσιονομικά αποτελέσματα μπορεί να είναι ελαφρώς χειρότερα από ό,τι προβλέπει το πρόγραμμα. Αυτό αφορά ειδικότερα το 2007, κυρίως εξαιτίας του ότι ο προϋπολογισμός φαίνεται να είναι κάπως αισιόδοξος και σε ορισμένα σημεία δεν παρέχει επαρκείς λεπτομέρειες σχετικά με τα προγραμματιζόμενα μέτρα (περιλαμβανομένων των έκτακτων μέτρων στον τομέα των πωλήσεων ακινήτων ή της ανάληψης συνταξιοδοτικών υποχρεώσεων μεγάλων δημόσιων εταιρειών, που δεν διευκρινίζονται περαιτέρω). Συνολικά, το Βέλγιο έχει καλό ιστορικό όσον αφορά την επίτευξη των ονομαστικών δημοσιονομικών στόχων του, αλλά φαίνεται ότι θα απαιτηθούν επιπρόσθετα μέτρα προκειμένου να επιτευχθεί ο στόχος για το 2007. Μολονότι οι σημαντικές τροποποιήσεις του προϋπολογισμού κατά τη διάρκεια του έτους αποτελούν σύνηθες φαινόμενο στο Βέλγιο, οι τροποποιήσεις αυτές ενδέχεται να καθυστερήσουν εξαιτίας των εθνικών εκλογών που προγραμματίζονται για τον Ιούνιο του 2007. Ένα χειρότερο αποτέλεσμα σε σχέση με τον στόχο το 2007 θα είχε επίσης συνέπειες για τα επόμενα έτη. Από το 2008 και μετά υπάρχει, επίσης, κίνδυνος να μην αντικατασταθούν τα έκτακτα μέτρα που θα έχουν λήξει από διαρθρωτικά μέτρα.

10. Με βάση την ανωτέρω αξιολόγηση των κινδύνων, ο δημοσιονομικός προσανατολισμός του προγράμματος ενδέχεται να μην είναι επαρκής για την επίτευξη του ΜΔΣ μέχρι το 2008, όπως προβλέπεται στο πρόγραμμα. Ωστόσο, όπως προαναφέρεται, ο ΜΔΣ είναι απαιτητικότερος από ό,τι συνάγεται με βάση τον δείκτη χρέους και τη μέση αύξηση του δυνητικού προϊόντος μακροπρόθεσμα. Η δημοσιονομική στρατηγική φαίνεται επαρκής για την εξασφάλιση διαρθρωτικής δημοσιονομικής θέσης που θα μπορούσε να θεωρηθεί κατάλληλη βάσει του συμφώνου, από το 2008 και μετά. Επιπλέον, ο δημοσιονομικός προσανατολισμός του προγράμματος φαίνεται ότι προσφέρει επαρκές περιθώριο ασφαλείας ώστε το έλλειμμα να μην υπερβεί την τιμή αναφοράς 3% του ΑΕΠ υπό κανονικές συνθήκες μακροοικονομικών διακυμάνσεων καθ' όλη τη διάρκεια του προγράμματος. Ο ρυθμός προσαρμογής για την επίτευξη του ΜΔΣ, όπως απορρέει από το πρόγραμμα, πρέπει να ενισχυθεί ώστε να ευθυγραμμιστεί με το σύμφωνο σταθερότητας και ανάπτυξης το οποίο ορίζει ότι, για τα κράτη μέλη της ζώνης του ευρώ και του ΜΣΙ ΙΙ η ετήσια βελτίωση του διαρθρωτικού αποτελέσματος πρέπει να είναι ίση προς 0,5% του ΑΕΠ, ως μέτρο αναφοράς, και ότι η προσαρμογή πρέπει να είναι υψηλότερη σε περιόδους ευνοϊκής οικονομικής συγκυρίας, ενώ μπορεί να είναι χαμηλότερη σε περιόδους δυσμενούς οικονομικής συγκυρίας. Συγκεκριμένα, λαμβάνοντας υπόψη τους υφιστάμενους κινδύνους, η προσαρμογή για την επίτευξη του ΜΔΣ μπορεί να μην φθάσει το ποσοστό αναφοράς ήδη το 2007, και θα επιβραδυνθεί σημαντικά τα επόμενα έτη, μολονότι το Βέλγιο δεν φαίνεται να διέρχεται περίοδο δυσμενούς οικονομικής συγκυρίας.

11. Το πρόγραμμα αναφέρει δείκτη χρέους ίσο προς 87,7% του ΑΕΠ το 2006, αλλά το ποσοστό αυτό δεν περιλαμβάνει την ανάληψη των χρεών του οργανισμού σιδηροδρόμων SNCB το 2005, η οποία, κατά την Eurostat, αυξάνει το χρέος κατά 1,7% του ΑΕΠ για το έτος εκείνο. Ως εκ τούτου, οι υπηρεσίες της Επιτροπής εκτιμούν ότι το ακαθάριστο δημόσιο χρέος το 2006 είναι ίσο προς 89,4 % του ΑΕΠ, ποσοστό πολύ ανώτερο του 60% του ΑΕΠ που αποτελεί την τιμή αναφοράς της συνθήκης ΕΚ, μολονότι, κατά τα επόμενα έτη, το ποσοστό αυτό προβλέπεται ότι θα μειωθεί σημαντικά. Το επικαιροποιημένο πρόγραμμα προβλέπει ταχεία μείωση του δείκτη χρέους κατά 15 εκατοστιαίες μονάδες κατά την περίοδο αναφοράς. Λαμβάνοντας υπόψη την εκτίμηση των κινδύνων και ιδίως εκείνων που περιβάλλουν τους προαναφερθέντες δημοσιονομικούς στόχους, η εξέλιξη του δείκτη χρέους ενδέχεται να είναι κατά τι λιγότερο ευνοϊκή από ό,τι προβλέπει το πρόγραμμα. Ωστόσο, ο δείκτης χρέους φαίνεται ότι εξακολουθεί να μειώνεται επαρκώς προς την τιμή αναφοράς κατά την περίοδο του προγράμματος.

12. Ο μακροπρόθεσμος δημοσιονομικός αντίκτυπος της δημογραφικής γήρανσης στο Βέλγιο είναι πάνω από τον μέσο όρο της ΕΕ, κυρίως εξαιτίας της μεγάλης αύξησης των συνταξιοδοτικών δαπανών ως ποσοστό του ΑΕΠ κατά τις επερχόμενες δεκαετίες. Η αρχική δημοσιονομική θέση που παρουσιάζει υψηλό πρωτογενές πλεόνασμα, μολονότι ασθενέστερη σε σχέση με το 2005, συμβάλλει στην άμβλυνση του προβλεπόμενου μακροπρόθεσμου δημοσιονομικού αντίκτυπου της δημογραφικής γήρανσης, χωρίς να επαρκεί για την πλήρη κάλυψη της σημαντικής αύξησης των σχετικών δαπανών. Επιπλέον, το τρέχον ύψος του ακαθάριστου χρέους, παρότι μειώνεται, εξακολουθεί να υπερβαίνει κατά πολύ την τιμή αναφοράς της συνθήκης. Η σταθερή μείωση του δείκτη χρέους απαιτεί τη διατήρηση υψηλών πρωτογενών πλεονασμάτων επί μακρό χρονικό διάστημα, πράγμα το οποίο θα συνέβαλλε στη μείωση των κινδύνων όσον αφορά τη διατηρησιμότητα των δημόσιων οικονομικών. Συνολικά, το Βέλγιο φαίνεται να αντιμετωπίζει μεσαίας τάξης κίνδυνο σε σχέση με τη διατηρησιμότητα των δημόσιων οικονομικών.

13. Το πρόγραμμα σταθερότητας δεν περιλαμβάνει ποιοτική αξιολόγηση του συνολικού αντίκτυπου της έκθεσης για την εφαρμογή του εθνικού προγράμματος μεταρρυθμίσεων του Οκτωβρίου 2006 στο πλαίσιο της μεσοπρόθεσμης δημοσιονομικής στρατηγικής. Επιπλέον, δεν παρέχει συστηματικές πληροφορίες για το δημοσιονομικό κόστος ή την εξοικονόμηση πόρων που απορρέουν άμεσα από τις κυριότερες μεταρρυθμίσεις που προβλέπονται στο εθνικό πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων, ενώ οι δημοσιονομικές προβλέψεις του φαίνεται να λαμβάνουν υπόψη τις συνέπειες που θα έχουν για τα δημόσια οικονομικά τα μέτρα που περιγράφονται στο εθνικό πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων. Τα προβλεπόμενα στο πρόγραμμα σταθερότητας μέτρα στον τομέα των δημόσιων οικονομικών φαίνεται ότι αντιστοιχούν στα μέτρα που προβλέπονται στο εθνικό πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων. Συγκεκριμένα, αμφότερα τα προγράμματα προβλέπουν βαθμιαία εφαρμογή του «συμφώνου μεταξύ των γενεών» (διεξοδικό πρόγραμμα για την αύξηση της απασχόλησης και την ενίσχυση της κοινωνικής ασφάλειας), περαιτέρω προοδευτική μείωση της φορολογίας επί της εργασίας, καθώς και μέτρα για την τόνωση της έρευνας και της επιχειρηματικότητας.

14. Η στρατηγική του προγράμματος στον τομέα των δημόσιων οικονομικών συμβαδίζει εν πολλοίς με τους γενικούς προσανατολισμούς των οικονομικών πολιτικών, που περιλαμβάνονται στις ολοκληρωμένες κατευθυντήριες γραμμές για την περίοδο 2005-2008.

15. Σε ό,τι αφορά τις απαιτήσεις δεδομένων που καθορίζονται στον κώδικα δεοντολογίας για τα προγράμματα σταθερότητας και σύγκλισης, το πρόγραμμα παρουσιάζει ορισμένα κενά στα υποχρεωτικά και στα προαιρετικά δεδομένα[7].

Το συνολικό συμπέρασμα είναι ότι η συνεχιζόμενη μείωση του χρέους, το οποίο εξακολουθεί να είναι υψηλό, αποτελεί παράδειγμα δημοσιονομικών πολιτικών ασκούμενων σε συμμόρφωση με το σύμφωνο. Ωστόσο, μολονότι το πρόγραμμα προβλέπει τη βαθμιαία αύξηση των πλεονασμάτων (ιδίως μέσω της μείωσης των δαπανών για τόκους) έχοντας ως αφετηρία ισοσκελισμένη θέση σε ονομαστικούς όρους, υπάρχουν αβεβαιότητες ως προς την επίτευξη των δημοσιονομικών στόχων. Όμως, αναμένεται ότι ο μεσοπρόθεσμος στόχος θα επιτευχθεί εντός της περιόδου του προγράμματος.

Λαμβάνοντας υπόψη την ανωτέρω αξιολόγηση, το Βέλγιο καλείται:

(i) να εξασφαλίσει την επίτευξη του δημοσιονομικού στόχου για το 2007 και να ενισχύσει τον ρυθμό προσαρμογής προς τον ΜΔΣ κατά τα επόμενα έτη, μεταξύ άλλων, μέσω της μείωσης της προσφυγής σε έκτακτα μέτρα,

(ii) λόγω του υψηλού επιπέδου του χρέους και της προβλεπόμενης αύξησης των δαπανών που συνδέονται με τη δημογραφική γήρανση, να βελτιώσει την μακροπρόθεσμη διατηρησιμότητα των δημόσιων οικονομικών επιτυγχάνοντας, τουλάχιστον, τον ΜΔΣ, καθώς και θεσπίζοντας μέτρα για την περαιτέρω μείωση του κόστους της δημογραφικής γήρανσης.

Σύγκριση βασικών μακροοικονομικών και δημοσιονομικών προβλέψεων

2005 | 2006 | 2007 | 2008 | 2009 | 2010 |

Πραγματικό ΑΕΠ (% μεταβολής) | ΠΣ Δεκ. 2006 | 1,2 | 2,7 | 2,2 | 2,1 | 2,2 | 2,2 |

COM Noεμ. 2006 | 1,1 | 2,7 | 2,3 | 2,2 | μ.δ.σ. | μ.δ.σ. |

ΠΣ Δεκ. 2005 | 1,4 | 2,2 | 2,1 | 2,3 | 2,2 | μ.δ.σ. |

Πληθωρισμός ΕνΔΤΚ (%) | ΠΣ Δεκ. 2006 | 2,5 | 2,4 | 1,9 | 1,8 | 1,8 | 1,9 |

COM Noεμ. 2006 | 2,5 | 2,4 | 1,8 | 1,7 | μ.δ.σ. | μ.δ.σ. |

ΠΣ Δεκ. 2005 | 2,9 | 2,8 | 2,0 | 1,9 | 1,7 | μ.δ.σ. |

Κενό παραγωγής (% του δυνητικού ΑΕΠ) | ΠΣ Δεκ. 20061 | -0,8 | -0,3 | -0,4 | -0,4 | -0.4 | -0.3 |

COM Noεμ. 20065 | -1,0 | -0,6 | -0,6 | -0,7 | μ.δ.σ. | μ.δ.σ. |

ΠΣ Δεκ. 20051 | -0,8 | -0,6 | -0,6 | -0,5 | -0.4 | μ.δ.σ. |

Αποτέλεσμα γενικής κυβέρνησης (% του ΑΕΠ) | ΠΣ Δεκ. 2006 | 0,1 -2,3* | 0,0 | 0,3 | 0,5 | 0,7 | 0,9 |

COM Noεμ. 2006 | -2,3 | -0,2 | -0,5 | -0,5 | μ.δ.σ. | μ.δ.σ. |

ΠΣ Δεκ. 2005 | 0,0 | 0,0 | 0,3 | 0,5 | 0,7 | μ.δ.σ. |

Πρωτογενές αποτέλεσμα (% του ΑΕΠ) | ΠΣ Δεκ. 2006 | 4,3 1,9* | 4,1 | 4,2 | 4,1 | 4,1 | 4,2 |

COM Noεμ. 2006 | 1,9 | 3,9 | 3,4 | 3,2 | μ.δ.σ. | μ.δ.σ. |

ΠΣ Δεκ. 2005 | 4,3 | 4,1 | 4,2 | 4,1 | 4,1 | μ.δ.σ. |

Κυκλικά προσαρμοσμένο αποτέλεσμα (% του ΑΕΠ) | ΠΣ Δεκ. 20061 | 0,8 -1,6* | 0,2 | 0,5 | 0,7 | 0,9 | 1,1 |

COM Noεμ. 2006 | -1,7 | 0,1 | -0,1 | -0,1 | μ.δ.σ. | μ.δ.σ. |

ΠΣ Δεκ. 20051 | 0,4 | 0,3 | 0,6 | 0,8 | 0,9 | μ.δ.σ. |

Διαρθρωτικό αποτέλεσμα2 (% του ΑΕΠ) | ΠΣ Δεκ. 20063 | μ.δ.σ. | -0,4 | 0,1 | μ.δ.σ. | μ.δ.σ. | μ.δ.σ. |

COM Noεμ. 20064 | 0,2 | -0,7 | -0,2 | -0,1 | μ.δ.σ. | μ.δ.σ. |

ΠΣ Δεκ. 2005 | 0,0 | -0,3 | 0,4 | 0,7 | 0,9 | μ.δ.σ. |

Ακαθάριστο δημόσιο χρέος (% του ΑΕΠ) | ΠΣ Δεκ. 2006 | 91,5 93,2* | 87,7 89,4* | 83,9 85,6* | 80,4 82,1* | 76,6 78,3* | 72,6 74,3* |

COM Noεμ. 2006 | 93,2 | 89,4 | 86,3 | 83,2 | μ.δ.σ. | μ.δ.σ. |

ΠΣ Δεκ. 2005 | 94,3 | 90,7 | 87,0 | 83,0 | 79,1 | μ.δ.σ. |

Σημειώσεις: |

1Οι υπολογισμοί των υπηρεσιών της Επιτροπής πραγματοποιήθηκαν βάσει των πληροφοριών που περιλαμβάνονται στο πρόγραμμα. |

2Κυκλικά προσαρμοσμένο αποτέλεσμα (όπως και στις προηγούμενες γραμμές) πλην εκτάκτων και λοιπών προσωρινών μέτρων. |

3 Έκτακτα και λοιπά προσωρινά μέτρα σύμφωνα με το πρόγραμμα (0,6% του ΑΕΠ το 2006 και 0,4% το 2007· όλα τα μέτρα μειώνουν το έλλειμμα). Το πρόγραμμα δεν παρέχει πληροφορίες σχετικά με τη χρήση έκτακτων μέτρων τα υπόλοιπα έτη. |

4Έκτακτα και λοιπά προσωρινά μέτρα σύμφωνα με τις φθινοπωρινές προβλέψεις των υπηρεσιών της Επιτροπής του 2006 (2,0% του ΑΕΠ το 2005, μέτρα που αυξάνουν το έλλειμμα· 0,8% το 2006 και 0,1% το 2007, μέτρα που μειώνουν το έλλειμμα). |

5Bάσει εκτιμώμενης δυνητικής ανάπτυξης 2,2%, 2,3%, 2,3% και 2,2% αντίστοιχα την περίοδο 2005-2008. |

* Tα στοιχεία για το έλλειμμα και το χρέος στο πρόγραμμα του 2005 δεν ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις του ΕΣΟΛ95. Στις 23 Οκτωβρίου 2006, η Eurostat τροποποίησε τα στοιχεία περί ελλείμματος και χρέους που είχε διαβιβάσει το Βέλγιο με βάση την ανάληψη από το κράτος (FIF/FSI - Fonds de l'infrastructure ferroviaire / Fonds voor spoorweginfrastructuur) υποχρεώσεων ύψους 7400 εκατ. ευρώ (2,5% του ΑΕΠ) του χρέους του οργανισμού σιδηροδρόμων SNCB/NMBS το 2005 (βλ. δελτίο Τύπου Eurostat αριθ. 139/2006). Σύμφωνα με τους κανόνες του ΕΣΟΛ95, ο αντίκτυπος στο κρατικό έλλειμμα του 2005 είναι ισόποσος. Ο αντίκτυπος στο κρατικό χρέος στα τέλη του 2005 ανέρχεται σε 5200 εκατ. ευρώ (1,7% του ΑΕΠ, λαμβάνοντας υπόψη μια μερική επιστροφή που πραγματοποιήθηκε το έτος εκείνο). Τα στοιχεία για το 2005 που φέρουν αστερίσκο έχουν τροποποιηθεί από την Eurostat. Τα στοιχεία για το χρέος που φέρουν αστερίσκο και αφορούν τα έτη 2006 έως 2010 προσαρμόσθηκαν "μηχανικά" από τις υπηρεσίες της Επιτροπής για λόγους συμμόρφωσης με το ΕΣΟΛ95. Η προσαρμογή των στοιχείων για το χρέος βασίζεται την τεχνική παραδοχή ότι το ύψος των χρεών του FIF/FSI παραμένει αμετάβλητο. |

Πηγή : |

Πρόγραμμα σταθερότητας (ΠΣ), φθινοπωρινές οικονομικές προβλέψεις των υπηρεσιών της Επιτροπής του 2006 (COM), υπολογισμοί των υπηρεσιών της Επιτροπής |

[1] ΕΕ L 209, 2.8.1997, σ. 1. Κανονισμός όπως τροποποιήθηκε τελευταία με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1055/2005 (ΕΕ L 174 της 7.7.2005, σ. 1). Όλα τα έγγραφα που αναφέρονται στο παρόν κείμενο διατίθενται στον ακόλουθο δικτυακό τόπο:

http://europa.eu.int/comm/economy_finance/about/activities/sgp/main_en.htm

[2] Ανακοίνωση της Επιτροπής προς το Εαρινό Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, "Εφαρμογή της ανανεωμένης στρατηγικής της Λισαβόνας για την ανάπτυξη και την απασχόληση - Ένα έτος επίτευξης αποτελεσμάτων", 12.12.2006, COM(2006) 816.

[3] Ανακοίνωση της Επιτροπής προς το Συμβούλιο και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο - Μακροπρόθεσμη διατηρησιμότητα των δημόσιων οικονομικών στην ΕΕ, της 12.10.2006, COM(2006) 574 και έγγραφο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Γενική Διεύθυνση Οικονομικών και Χρηματοδοτικών Υποθέσεων (2006), «Μακροπρόθεσμη διατηρησιμότητα των δημόσιων οικονομικών στην Ευρωπαϊκή Ένωση», Ευρωπαϊκή Οικονομία, τεύχος αριθ. 4/2006.

[4] «Λεπτομερείς ρυθμίσεις για την εφαρμογή του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης και κατευθυντήριες γραμμές για τη μορφή και το περιεχόμενο των προγραμμάτων σταθερότητας και σύγκλισης», που εγκρίθηκε από το Συμβούλιο ECOFIN στις 11 Οκτωβρίου 2005.

[5] ΕΕ L 209, 2.8.1997, σ. 1. Κανονισμός όπως τροποποιήθηκε τελευταία με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1055/2005 (ΕΕ L 174 της 7.7.2005, σ. 1). Τα έγγραφα που αναφέρονται στο παρόν κείμενο διατίθενται στον ακόλουθο δικτυακό τόπο:

http://europa.eu.int/comm/economy_finance/about/activities/sgp/main_en.htm

[6] Το επικαιροποιημένο πρόγραμμα υποβλήθηκε με 2 εβδομάδες καθυστέρηση σε σχέση με την προθεσμία της 1ης Δεκεμβρίου που καθορίζει ο κώδικας δεοντολογίας.

[7] Οι προβλέψεις ως προς το έλλειμμα γενικής κυβέρνησης και το χρέος δεν περιλαμβάνουν τον αντίκτυπο της ανάληψης των χρεών του οργανισμού σιδηροδρόμων SNCB το 2005 σύμφωνα με την απόφαση της Eurostat της 23ης Οκτωβρίου 2006. Επιπλέον, το πρόγραμμα δεν παρέχει πληροφορίες ως προς τη χρήση έκτακτων και λοιπών προσωρινών μέτρων την περίοδο 2008-2010.