52007PC0605




[pic] | ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ |

Βρυξέλλες, 17.10.2007

COM(2007) 605 τελικό

2007/0224 (CNS)

Πρόταση

ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ

για την προστασία ευπαθών θαλάσσιων οικοσυστημάτων της ανοικτής θάλασσας από τις δυσμενείς επιπτώσεις της χρήσης αλιευτικών εργαλείων βυθού

(υποβληθείσα από την Επιτροπή) { SEC(2007) 1315}{SEC(2007) 1317}

ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ

1. Πλαίσιο της πρότασης

- Αιτιολόγηση και στόχοι της πρότασης

Ο προτεινόμενος κανονισμός του Συμβουλίου θέτει σε εφαρμογή τις συστάσεις της Γενικής Συνέλευσης των Ηνωμένων Εθνών (ψήφισμα 61/105 της 8ης Δεκεμβρίου 2006) σχετικά με τη θέσπιση μέτρων για την εξάλειψη των καταστρεπτικών αλιευτικών πρακτικών που απειλούν τα ευπαθή θαλάσσια οικοσυστήματα της ανοικτής θάλασσας. Η πρόταση αφορά τα σκάφη της Ευρωπαϊκής Ένωσης που αλιεύουν στην ανοικτή θάλασσα σε περιοχές που δεν υπόκεινται σε ρύθμιση από Περιφερειακή Οργάνωση Διαχείρισης της Αλιείας (ΠΟΔΑ) και για τις οποίες, επομένως, απαιτείται μονομερής ρύθμιση από το κράτος σημαίας.

- Γενικό πλαίσιο

Ορισμένα θαλάσσια οικοσυστήματα όπως τα θαλάσσια όρη, οι κοραλλιογενείς ύφαλοι βαθέων υδάτων και οι υδροθερμικές αναβλύσεις απειλούνται από αλιευτικές πρακτικές δυνάμενες να έχουν καταστροφικές συνέπειες για τη φυσική ακεραιότητα του ενδιαιτήματος. Η χρήση αλιευτικών εργαλείων βυθού σε περιοχές όπου υπάρχουν τέτοια οικοσυστήματα αποδείχθηκε ότι καταστρέφει τους κοραλλιογενείς υφάλους και τους σπόγγους βαθέων υδάτων και, κατ’ επέκταση, το σύνθετο οικοσύστημα που φιλοξενούν και υποστηρίζουν. Τα ενδιαιτήματα αυτά δεν έχουν ακόμη εξερευνηθεί και περιγραφεί διεξοδικά, υπάρχουν όμως άφθονα επιστημονικά στοιχεία που υποδηλώνουν την υψηλή τους αξία ως εστιών βιοποικιλότητας.

Τα προβλήματα που δημιουργούν οι καταστρεπτικές αλιευτικές πρακτικές στην ανοικτή θάλασσα αποτελούν αντικείμενο συζητήσεων στη Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών ήδη από το 2004 και απέκτησαν επομένως μεγάλο ειδικό βάρος στη διεθνή διακυβέρνηση της αλιείας. Προκαλούν ιδιαίτερη ανησυχία όσον αφορά τις περιοχές της ανοικτής θάλασσας για τις οποίες δεν έχει συσταθεί περιφερειακή οργάνωση διαχείρισης της αλιείας που να ρυθμίζει τις αλιευτικές δραστηριότητες και τις περιβαλλοντικές επιπτώσεις τους. Η ΕΕ συμμετείχε ενεργά στις συζητήσεις αυτές και συνετέλεσε αποφασιστικά στη διαμόρφωση της δέσμης συστάσεων για την οποία επετεύχθη τελικά ομοφωνία στη Γενική Συνέλευση.

Τη συζήτηση στα Ηνωμένα Έθνη σηματοδότησε η πρόταση που υπέβαλαν ορισμένα μέλη του ΟΗΕ για γενική αναστολή της αλιείας με τράτες βυθού στην ανοικτή θάλασσα, ενώ άλλες χώρες ήταν αρχικά επιφυλακτικές ως προς την ανάληψη συλλογικής δράσης καθορισμένης σε παγκόσμιο επίπεδο. Η ΕΕ προώθησε με επιτυχία μια εναλλακτική πρόταση που βασίζεται στην αυστηρή ρύθμιση των αλιευτικών δραστηριοτήτων βυθού και η οποία θα εμπνέει τα μέτρα διατήρησης και διαχείρισης που λαμβάνονται από τις ΠΟΔΑ και επίσης να καθορίσει τους κανόνες που πρέπει να εφαρμόζουν τα κράτη σημαίας για τα σκάφη τους που αλιεύουν σε περιοχές της ανοικτής θάλασσας οι οποίες δεν εμπίπτουν στη ρυθμιστική δικαιοδοσία μιας ΠΟΔΑ. Η προσέγγιση αυτή βασίζεται στην υποχρέωση εκπόνησης εκτίμησης των περιβαλλοντικών επιπτώσεων, ως προϋπόθεσης για την χορήγηση αδείας αλιείας, και προβλέπει επίσης τον καθορισμό κανόνων διασφάλισης, την ενίσχυση των προσπαθειών για την ταυτοποίηση και περιγραφή των ευπαθών θαλάσσιων οικοσυστημάτων με τη βοήθεια της επιστημονικής έρευνας και μελετών και τη συνεχή επιβολή μέτρων και απαγορεύσεων αλιείας ανά περιοχή για την προστασία των εν λόγω οικοσυστημάτων.

Η ΕΕ διαθέτει μεγάλο αριθμό τρατών βυθού σε περιοχές όπου δεν έχει συσταθεί ΠΟΔΑ που να ρυθμίζει την αλιεία βυθού, ιδίως δε στον Νοτιοδυτικό Ατλαντικό. Η ΕΕ οφείλει να ανταποκριθεί στις εκκλήσεις της Γενικής Συνέλευσης των Ηνωμένων Εθνών θεσπίζοντας ρυθμίσεις για την πρόληψη του κινδύνου καταστροφής των ευπαθών θαλάσσιων οικοσυστημάτων που απαντούν στις περιοχές αυτές, από τις αλιευτικές δραστηριότητες βυθού.

Το ψήφισμα 61/105 κάλεσε τα κράτη να θεσπίσουν, έως τον Δεκέμβριο του 2008, μέτρα όπως αυτά που προβλέπονται στην παρούσα πρόταση. Το 2009, η Γενική Συνέλευση θα εξετάσει την ανταπόκριση στις εκκλήσεις της και θα διατυπώσει περαιτέρω συστάσεις.

- Ισχύουσες διατάξεις στο πεδίο που καλύπτει η πρόταση

Η Κοινότητα έχει θεσπίσει μέτρα για την προστασία των οικοσυστημάτων βαθέων υδάτων της ΕΕ, έχει υποβάλει προτάσεις για τον ίδιο σκοπό σε αρμόδιες Περιφερειακές Οργανώσεις Διαχείρισης της Αλιείας – NEAFC και NAFO για τον Βόρειο Ατλαντικό, SEAFO για τον Νοτιοανατολικό Ατλαντικό, CCAMLR για την Ανταρκτική, GFCM (ΓΕΑΜ) για τη Μεσόγειο – και ενσωμάτωσε τα μέτρα που θεσπίστηκαν στο πλαίσιο των φορέων αυτών στο κοινοτικό δίκαιο. Η παρούσα πρόταση συμπληρώνει τη δράση της ΕΕ καλύπτοντας δραστηριότητες που ασκούνται εκτός των υδάτων της και σε περιοχές που δεν εμπίπτουν στην αρμοδιότητα μιας ΠΟΔΑ.

- Συνέπεια με τις λοιπές πολιτικές και τους λοιπούς στόχους της Ένωσης

Η παρούσα πρόταση ενοποιεί την περιβαλλοντική και την αλιευτική πολιτική της ΕΕ καθορίζοντας διατάξεις για την πρόληψη και εξάλειψη των δυσμενών επιπτώσεων ορισμένων αλιευτικών πρακτικών στο θαλάσσιο περιβάλλον.

2. Διαβουλεύσεις με τα ενδιαφερόμενα μέρη και εκτίμηση των επιπτώσεων

- Διαβουλεύσεις με τα ενδιαφερόμενα μέρη

Μέθοδοι διαβούλευσης, κύριοι κλάδοι – στόχοι και γενικά χαρακτηριστικά των συνομιλητών

Στη διάρκεια της διετίας που διήρκεσε η συζήτηση του θέματος στα Ηνωμένα Έθνη, συγκεντρώθηκαν οι απόψεις των ενδιαφερομένων μερών και των αντιπροσώπων της κοινωνίας των πολιτών. Ειδικότερα, η Επιτροπή δημοσιοποίησε την έκθεση που υπέβαλε στη Γενική Γραμματεία των Ηνωμένων Εθνών τον Απρίλιο του 2006, καθώς και ένα έγγραφο εργασίας των υπηρεσιών της Επιτροπής στο οποίο εξέθετε τη θέση που επρόκειτο να υποστηρίξει η ΕΕ στις διαβουλεύσεις της Γενικής Συνέλευσης τον Σεπτέμβριο του 2006. Τα ενδιαφερόμενα μέρη γνωστοποίησαν στην Επιτροπή τις απόψεις τους για τα δύο αυτά έγγραφα, τα οποία είχαν εγκριθεί από τα κράτη μέλη πριν από την υποβολή και τη δημοσίευσή τους.

Σύνοψη των απαντήσεων και τρόπος με τον οποίο ελήφθησαν υπόψη

Η Επιτροπή έλαβε ουσιαστικά δύο είδη – αντικρουόμενων – απόψεων: οι περιβαλλοντικές μη κυβερνητικές οργανώσεις, αφενός, κάλεσαν την ΕΕ να υποστηρίξει μια γενική αναστολή της αλιείας με τράτες βυθού στην ανοικτή θάλασσα, την οποία θεώρησαν ως το μόνο μέσο για την εξασφάλιση αποτελεσματικής διαφύλαξης των ευπαθών οικοσυστημάτων βαθέων υδάτων. Ο αλιευτικός κλάδος, αφετέρου, τάχθηκε κατά της γενικής απαγόρευσης.

Η Επιτροπή πρότεινε διαπραγματευτική θέση η οποία επεδίωκε μία ισόρροπη λύση, δυνάμενη να συντελέσει στην επίτευξη διεθνούς ομοφωνίας. Η Επιτροπή συμμερίστηκε τις απόψεις των περιβαλλοντικών μη κυβερνητικών οργανώσεων όσον αφορά τη σοβαρότητα της απειλής και την ανάγκη ανάληψης αποφασιστικής δράσης, συμφώνησε όμως και με τον αλιευτικό κλάδο ως προς το ότι μία αυστηρή ρύθμιση μπορεί να είναι αποτελεσματικότερη από την απαγόρευση της αλιείας στην ανοικτή θάλασσα, ιδίως εάν δεν υπάρξει ομοφωνία στα Ηνωμένα Έθνη για την εν λόγω απαγόρευση. Στην περίπτωση αυτή, δεν θα ήταν δυνατόν να εξασφαλιστούν ίσοι όροι ανταγωνισμού στην ανοικτή θάλασσα, καθώς ορισμένα κράτη σημαίας θα τηρούν την αναστολή ενώ άλλα όχι. Αντίθετα, η δέσμη μέτρων που εγκρίθηκε ομόφωνα από τη Γενική Συνέλευση παρέχει σαφείς κατευθύνσεις σε όλα τα κράτη μέλη και τις ΠΟΔΑ για τον τρόπο ρύθμισης των αλιευτικών δραστηριοτήτων βυθού με την καθιέρωση εκτίμησης των δυνητικών περιβαλλοντικών επιπτώσεων βάσει της αρχής της προφύλαξης και με την εξάρτηση της χορήγησης αδείας αλιείας από τα αποτελέσματα της εν λόγω εκτίμησης. Οι συστάσεις αυτές διαμορφώνουν τη βάση για αποφασιστική δράση όχι μόνο στην ανοικτή θάλασσα, αλλά και στο πλαίσιο των ΠΟΔΑ, ακόμη δε και σε περιοχές που εμπίπτουν στην εθνική δικαιοδοσία, και αναμένεται, ως εκ τούτου, να αποφέρουν σημαντικότερα περιβαλλοντικά οφέλη σε όλα τα πεδία.

- Συγκέντρωση και χρήση εμπειρογνωμοσύνης

Σχετικοί τομείς επιστημονικής εξειδίκευσης

Οικολογία βαθέων υδάτων, αλιευτικά δεδομένα.

Χρησιμοποιηθείσα μεθοδολογία

Χρησιμοποίηση δημοσιευμένης επιστημονικής βιβλιογραφίας για τα οικοσυστήματα βαθέων υδάτων – ιδίως για τους κοραλλιογενείς υφάλους των ψυχρών υδάτων – και για την επίδραση των αλιευτικών και άλλων ανθρώπινων δραστηριοτήτων στα οικοσυστήματα αυτά. Υπό εξέλιξη εργασίες του Διεθνούς Συμβουλίου για την Εξερεύνηση της Θάλασσας (ICES). Εσωτερικές (in-house) μελέτες όσον αφορά τις δραστηριότητες των στόλων σε περιοχές της ανοικτής θάλασσας που δεν εμπίπτουν στη ρυθμιστική δικαιοδοσία μιας ΠΟΔΑ. Ερευνητικά έργα υπό το Έκτο Πρόγραμμα Πλαίσιο (ιδίως το έργο HERMES, συμπεριλαμβανομένης μίας ad hoc τεχνικής συνάντησης με εμπειρογνώμονες που συμμετέχουν στο συγκεκριμένο έργο).

Κυριότεροι φορείς / εμπειρογνώμονες που συμμετείχαν στις διαβουλεύσεις

ICES, HERMES, εκδόσεις του Προγράμματος των Ηνωμένων Εθνών για το Περιβάλλον (UNEP)

Σύνοψη των συμβουλών που ελήφθησαν και αξιοποιήθηκαν

Επισημάνθηκε η ύπαρξη δυνητικά σοβαρών κινδύνων με μη αντιστρεπτές συνέπειες. Υπάρχει ευρεία συναίνεση όσον αφορά την ύπαρξη τέτοιων κινδύνων.

Για την προστασία των ευπαθών θαλάσσιων οικοσυστημάτων όπως είναι οι εν γένει ύφαλοι, οι κοραλλιογενείς ύφαλοι των βαθέων υδάτων, τα θαλάσσια όρη, οι υδροθερμικές αναβλύσεις, οι σπόγγοι των βαθέων υδάτων, από τις επιπτώσεις της χρήσης αλιευτικών εργαλείων βυθού απαιτείται περιορισμός ή απαγόρευση της χρήσης των εργαλείων αυτών στις περιοχές όπου απαντούν τα εν λόγω οικοσυστήματα. Αν και οι επιπτώσεις ποικίλλουν ανάλογα με τα χρησιμοποιούμενα αλιευτικά εργαλεία, καθώς τα οικοσυστήματα αυτά είναι εξαιρετικά ευαίσθητα, θα πρέπει, για την προστασία τους, να προβλεφθεί απαγόρευση της αλιείας σε συγκεκριμένες περιοχές. Επισημάνθηκε ωστόσο επίσης, ότι θα χρειαστεί περαιτέρω έρευνα για τον πληρέστερο προσδιορισμό των επιπτώσεων της αλιείας, επείγει όμως να ληφθούν μέτρα με βάση την αρχή της προφύλαξης.

Χρησιμοποιηθέντα μέσα για τη δημοσιοποίηση των συμβουλών των εμπειρογνωμόνων

Στο έγγραφο εργασίας των υπηρεσιών της Επιτροπής που δημοσιεύθηκε τον Σεπτέμβριο του 2006, η Επιτροπή εξέθεσε τα συμπεράσματα της ανάλυσης στην οποία προέβη βάσει των συμβουλών και απόψεων που έλαβε.

- Εκτίμηση των επιπτώσεων

Επιλογή 1: Κανένα ειδικό μέτρο για την ενσωμάτωση του ψηφίσματος 61/105, δεδομένου ότι πρόκειται για μη δεσμευτική πράξη. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι η ΕΕ θα αγνοήσει τις συστάσεις του ψηφίσματος. Θα τις χρησιμοποιήσει για να διαμορφώσει τη θέση της στο πλαίσιο της διεθνούς συνεργασίας στον τομέα της αλιείας. Το θέμα των σκαφών της ΕΕ που αλιεύουν σε περιοχές οι οποίες δεν εμπίπτουν στη δικαιοδοσία μιας ΠΟΔΑ, επαφίεται στην αρμοδιότητα των επιμέρους κρατών μελών της ΕΕ. Η συγκεκριμένη επιλογή κρίθηκε ότι θα έχει αρνητικές επιπτώσεις στη διεθνή αξιοπιστία της ΕΕ, καθώς και στην ικανότητά της να διαδραματίσει ηγετικό ρόλο για τη βελτίωση της διεθνούς διακυβέρνησης στον τομέα της αλιείας. Συνεπάγεται επίσης την εγκατάλειψη αρμοδιοτήτων που παρέχονται στην ΕΕ από την Κοινή Αλιευτική Πολιτική.

Επιλογή 2: Λήψη μέτρων που υπερβαίνουν τις συστάσεις της Γενικής Συνέλευσης, με την επιβολή μονομερούς απαγόρευσης στα σκάφη της ΕΕ. Εκτιμήθηκε ότι η επιλογή αυτή θα έχει σημαντικές αρνητικές οικονομικές και κοινωνικές επιπτώσεις στους στόλους της ΕΕ. Κρίθηκε επίσης ότι η εν λόγω επιλογή θα αναδείξει την ισχυρή στράτευση της ΕΕ στην προστασία ευπαθών θαλάσσιων οικοσυστημάτων. Η αποτελεσματικότητα όμως της προσπάθειας αυτής δεν θα είναι εξασφαλισμένη εάν άλλα κράτη σημαίας εξακολουθήσουν να επιτρέπουν την αλιεία. Στην περίπτωση αυτή, θα είναι δύσκολο να δικαιολογηθούν οι επιβαλλόμενοι στον κοινοτικό στόλο περιορισμοί.

Επιλογή 3: Χάραξη σαφούς πολιτικής και θέσπιση αυστηρής ρύθμισης για την εφαρμογή των συστάσεων της Γενικής Συνέλευσης. Η επιλογή αυτή συνεπάγεται τη λήψη συγκεκριμένων μέτρων για την εφαρμογή του ψηφίσματος με την έκδοση α) πολιτικού εγγράφου με το οποίο δεσμεύονται η Επιτροπή και η ΕΕ να ακολουθήσουν σαφή στρατηγική στα διεθνή φόρα καθορίζοντας στόχους και δράσεις προς ανάληψη και β) κανονισμού για την εφαρμογή των μέτρων που συνέστησε η Γενική Συνέλευση στα σκάφη της ΕΕ που αλιεύουν σε περιοχές οι οποίες δεν εμπίπτουν στη ρυθμιστική δικαιοδοσία μιας ΠΟΔΑ, δηλαδή της παρούσας πρότασης. Κρίθηκε ότι η επιλογή αυτή θα αναδείξει τη στράτευση της ΕΕ στην επίτευξη του επιδιωκόμενου στόχου και θα ενισχύσει την αξιοπιστία της ΕΕ και την ικανότητά της να αναλάβει ηγετικό ρόλο στη διεθνή σκηνή. Η συγκεκριμένη επιλογή θα έχει συνέπειες για τις εθνικές αρχές που είναι αρμόδιες για την εφαρμογή των εν λόγω κανόνων - ιδίως όσον αφορά τη διαδικασία προηγούμενης εκτίμησης - θα επιτρέψει όμως, επίσης, τη συνέχιση των αλιευτικών δραστηριοτήτων εφόσον κρίνονται ικανοποιητικές από περιβαλλοντικής πλευράς. Το σύστημα αυτό είναι συνεπώς ικανό να εξασφαλίσει την προστασία των ευπαθών θαλάσσιων οικοσυστημάτων.

3. Νομικά στοιχεία της πρότασησ

- Σύνοψη της προτεινόμενης δράσης

Σύμφωνα με την πρόταση, οι αλιευτικές δραστηριότητες που ασκούνται με εργαλεία βυθού σε περιοχές που δεν εμπίπτουν στη ρυθμιστική δικαιοδοσία μιας ΠΟΔΑ θα υπόκεινται σε ειδική άδεια αλιείας σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1627/94. Προϋπόθεση για την έκδοση της άδειας αυτής, είναι να προβεί η αρμόδια για την έκδοση της αδείας αρχή του κράτους μέλους σε εκτίμηση των δυνητικών επιπτώσεων των αλιευτικών δραστηριοτήτων στα ευπαθή θαλάσσια οικοσυστήματα και να εξακριβώσει ότι δεν υπάρχει κίνδυνος να προκληθούν σημαντικές δυσμενείς επιπτώσεις. Για τους σκοπούς της εκτίμησης αυτής, οι αλιευτικές επιχειρήσεις υποβάλλουν σχέδια αλιείας, τα οποία εξετάζει η αρμόδια για την έκδοση της αδείας αρχή με βάση τα διαθέσιμα επιστημονικά στοιχεία και τις γνωμοδοτήσεις που έλαβε σχετικά με την ύπαρξη (ή το ενδεχόμενο ύπαρξης) των σχετικών οικοσυστημάτων στην περιοχή που προβλέπεται να ασκηθούν οι αλιευτικές δραστηριότητες, προκειμένου να εξακριβώσει ότι οι εν λόγω δραστηριότητες δεν θα ασκηθούν σε ευπαθείς τόπους.

Η ισχύς της ειδικής αδείας εξαρτάται από την τήρηση των σχεδίων αλιείας κατά την άσκηση των αλιευτικών δραστηριοτήτων. Προβλέπονται μέσα για την παρακολούθηση της συμμόρφωσης (αυστηρή παρακολούθηση των σκαφών μέσω δορυφόρου και διορισμός παρατηρητών επί του σκάφους) και έννομες συνέπειες σε περίπτωση μη συμμόρφωσης (υπαγωγή στο καθεστώς της κοινής αλιευτικής πολιτικής για τις «σοβαρές παραβάσεις»). Η πρόταση προβλέπει επίσης υποχρέωση απομάκρυνσης από περιοχές όπου υπάρχουν ευπαθή οικοσυστήματα, καθώς και προληπτικό όριο βάθους, στο οποίο μπορούν να χρησιμοποιούνται τα εργαλεία βυθού (1 000 μέτρα κατ’ ανώτατο όριο) για την εξασφάλιση μιας εξαρτώμενης από το βάθος προστατευόμενης περιοχής - με βάση την αρχή της προφύλαξης - σε όλα τα αλιευτικά πεδία. Τέλος, η πρόταση προβλέπει για τα κράτη μέλη την υποχρέωση υποβολής έκθεσης και επανεξέτασης του κανονισμού δύο έτη μετά την έναρξη ισχύος του.

- Νομική βάση

Άρθρο 37 της συνθήκης ΕΚ.

- Αρχή της επικουρικότητας

Η πρόταση εμπίπτει στην αποκλειστική αρμοδιότητα της Κοινότητας. Κατόπιν τούτου δεν εφαρμόζεται η αρχή της επικουρικότητας.

- Αρχή της αναλογικότητας

Η πρόταση είναι σύμφωνη με την αρχή της αναλογικότητας για τους κατωτέρω λόγους.

Η πρόταση βασίζεται σε ένα καθιερωμένο καθεστώς - αυτό που θεσπίστηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1627/94, σύμφωνα με το οποίο, η αρμοδιότητα για την έκδοση ειδικών αδειών αλιείας ανήκει στα κράτη μέλη, ενώ ταυτόχρονα εξασφαλίζεται συνοχή και διαφάνεια στην εφαρμογή του συστήματος ανά την Κοινότητα. Δεν εισάγει νέο καθεστώς αδειοδότησης – η ειδική άδεια αλιείας αποτελεί το μέσο συμμόρφωσης προς τις απαιτήσεις για τον τρόπο άσκησης των αλιευτικών δραστηριοτήτων ώστε να αποφευχθεί η καταστροφή ευπαθών θαλάσσιων οικοσυστημάτων.

Οι ισχύοντες επί του παρόντος κανόνες της κοινής αλιευτικής πολιτικής δεν ορίζουν ως προϋπόθεση για την έγκριση επιμέρους αλιευτικών δραστηριοτήτων την εκτίμηση από τα κράτη μέλη των περιβαλλοντικών επιπτώσεων. Η εφαρμογή επομένως του συστήματος που υποστήριξε η Γενική Συνέλευση θα έχει ως επακόλουθο την αύξηση του φόρτου εργασίας των αρμοδίων αρχών, παρόλο που οι αλιευτικές δραστηριότητες τις οποίες αφορά είναι σχετικά περιορισμένες. Ωστόσο, η πρόταση προβλέπει κριτήρια για την εκτίμηση αυτή, και συγκεκριμένα τη στήριξή της σε επιστημονικές γνωμοδοτήσεις τις οποίες τα κράτη μέλη έχουν ήδη στη διάθεσή τους, και, κανονικά, δεν θα χρειαστεί να αναθεωρήσουν το ισχύον σύστημα αδειοδότησης. Θα πρέπει απλώς να ακολουθήσουν μία πληρέστερα τεκμηριωμένη διαδικασία. Αυτές είναι οι ελάχιστες απαιτήσεις που πρέπει να πληροί το σύστημα για να ανταποκριθεί ικανοποιητικά στην προσέγγιση που συμφωνήθηκε από τη Γενική Συνέλευση.

- Επιλογή μέσων

Προτεινόμενα μέσα: κανονισμός.

Η χρήση άλλου μέσου δεν ενδείκνυται για τους κατωτέρω λόγους.

Η κοινή αλιευτική πολιτική ανήκει στην αποκλειστική αρμοδιότητα της Κοινότητας. Οι διατάξεις που θεσπίζονται σε κοινοτικό επίπεδο πρέπει να είναι ενιαίες και δεσμευτικές, ώστε να αποφευχθεί η συνύπαρξη διαφορετικών προτύπων στα κράτη μέλη. Είναι επομένως δικαιολογημένο να αποτελέσουν τα μέτρα αντικείμενο πρότασης κανονισμού.

4. Δημοσιονομικές επιπτώσεις

Η πρόταση δεν έχει επιπτώσεις στον κοινοτικό προϋπολογισμό.

5. Συμπληρωματικές πληροφορίες

- Ρήτρα επανεξέτασης/αναθεώρησης/λήξης ισχύος

Η πρόταση περιλαμβάνει ρήτρα επανεξέτασης.

2007/0224 (CNS)

Πρόταση

ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ

για την προστασία ευπαθών θαλάσσιων οικοσυστημάτων της ανοικτής θάλασσας από τις δυσμενείς επιπτώσεις της χρήσης αλιευτικών εργαλείων βυθού

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη:

τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, και ιδίως το άρθρο 37,

την πρόταση της Επιτροπής[1],

τη γνώμη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου[2],

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1) Η Κοινότητα είναι συμβαλλόμενο μέρος της Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας και της συμφωνίας για την εφαρμογή των διατάξεων της Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών σχετικά με το Δίκαιο της Θάλασσας της 10ης Δεκεμβρίου 1982 οι οποίες αφορούν τη διατήρηση και τη διαχείριση των αλληλοεπικαλυπτόμενων αποθεμάτων ιχθύων και των αποθεμάτων άκρως μεταναστευτικών ιχθύων. Σύμφωνα με τις εν λόγω διεθνείς πράξεις, τα κράτη οφείλουν να συνεργάζονται για τη διατήρηση των έμβιων πόρων στην ανοικτή θάλασσα και η συνεργασία αυτή επιτυγχάνεται απευθείας από τα κράτη ή μέσω κατάλληλων υποπεριφερειακών ή περιφερειακών οργανώσεων ή συμφωνιών διαχείρισης της αλιείας.

(2) Η έλλειψη περιφερειακών οργανώσεων ή συμφωνιών διαχείρισης της αλιείας δεν απαλλάσσει τα κράτη από την υποχρέωση που υπέχουν δυνάμει του δικαίου της θάλασσας να λαμβάνουν, για τους υπηκόους τους, τα αναγκαία μέτρα για τη διατήρηση των έμβιων πόρων στην ανοικτή θάλασσα, συμπεριλαμβανομένης της προστασίας των ευπαθών θαλάσσιων οικοσυστημάτων από τις επιβλαβείς επιπτώσεις των αλιευτικών δραστηριοτήτων.

(3) Σύμφωνα με το άρθρο 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2371/2002 του Συμβουλίου, της 20ής Δεκεμβρίου 2002, για τη διατήρηση και βιώσιμη εκμετάλλευση των αλιευτικών πόρων στο πλαίσιο της Κοινής Αλιευτικής Πολιτικής[3], η Κοινότητα, στο πλαίσιο της Κοινής Αλιευτικής Πολιτικής, πρέπει να εφαρμόζει την προληπτική προσέγγιση λαμβάνοντας μέτρα για την ελαχιστοποίηση της επίπτωσης των αλιευτικών δραστηριοτήτων στα θαλάσσια οικοσυστήματα. Το άρθρο 7 του ιδίου κανονισμού ορίζει ότι, εάν υπάρχει ένδειξη σοβαρής απειλής για τη διατήρηση των έμβιων υδρόβιων πόρων ή για το θαλάσσιο οικοσύστημα, η οποία οφείλεται σε αλιευτικές δραστηριότητες και απαιτεί άμεσες ενέργειες, η Επιτροπή μπορεί να αποφασίζει τη λήψη επειγόντων μέτρων, κατόπιν τεκμηριωμένης αίτησης ενός κράτους μέλους ή με δική της πρωτοβουλία.

(4) Η Κοινότητα έχει αναλάβει τη δέσμευση να συμβάλει στη διατήρηση των θαλάσσιων οικοσυστημάτων, όπως είναι οι ύφαλοι, τα θαλάσσια όρη, οι κοραλλιογενείς ύφαλοι των βαθέων υδάτων, οι υδροθερμικές αναβλύσεις και τα σπογγοφόρα πεδία. Υπάρχουν άφθονα επιστημονικά στοιχεία που αποδεικνύουν ότι η ακεραιότητα των οικοσυστημάτων αυτών απειλείται από τις αλιευτικές δραστηριότητες που χρησιμοποιούν εργαλεία βυθού. Η Κοινότητα έχει θεσπίσει ήδη μέτρα για την απαγόρευση της αλιείας βυθού σε ορισμένες περιοχές των κοινοτικών υδάτων όπου απαντούν τέτοια οικοσυστήματα. Επίσης, ήταν αποφασιστική η συνεισφορά της στην υιοθέτηση παρόμοιων μέτρων σε περιοχές της ανοικτής θάλασσας που εμπίπτουν στην αρμοδιότητα των υφισταμένων περιφερειακών οργανώσεων διαχείρισης της αλιείας που είναι εξουσιοδοτημένες για τη ρύθμιση της αλιείας βυθού. Συνετέλεσε επιπλέον ενεργά στη σύσταση νέων περιφερειακών οργανώσεων ή στη σύναψη νέων συμφωνιών, με σκοπό την ολοκλήρωση της κάλυψης των ωκεανών του πλανήτη μας σε παγκόσμιο επίπεδο, με κατάλληλα περιφερειακά συστήματα διατήρησης και διαχείρισης των αλιευτικών πόρων. Υπάρχουν, ωστόσο, ορισμένες περιοχές της ανοικτής θάλασσας για τις οποίες η σύσταση τέτοιων φορέων αποδεικνύεται ιδιαίτερα δύσκολη.

(5) Με το ψήφισμα 61/105 της Γενικής Συνέλευσης των Ηνωμένων Εθνών που εκδόθηκε στις 8 Δεκεμβρίου 2006[4], η διεθνής κοινότητα συμφώνησε ότι υπάρχει επιτακτική ανάγκη λήψης μέτρων για την προστασία των ευπαθών θαλάσσιων οικοσυστημάτων από τις καταστροφικές επιπτώσεις των αλιευτικών δραστηριοτήτων βυθού, μέσω της υπαγωγής των εν λόγω δραστηριοτήτων σε αυστηρές διατάξεις που καθορίζονται από περιφερειακές οργανώσεις ή συμφωνίες διαχείρισης της αλιείας ή από τα αντίστοιχα κράτη σημαίας όσον αφορά τα σκάφη που αλιεύουν σε περιοχές όπου δεν υφίστανται τέτοιες οργανώσεις ή συμφωνίες. Η Γενική Συνέλευση διετύπωσε κατευθύνσεις σχετικά με το είδος των μέτρων που πρέπει να θεσπιστούν για το σκοπό αυτό.

(6) Η Κοινότητα διαθέτει ευμεγέθη στόλο που ασκεί αλιευτικές δραστηριότητες βυθού σε περιοχές που δεν υπόκεινται σε ρυθμίσεις περιφερειακής οργάνωσης ή συμφωνίας διαχείρισης της αλιείας και για τις οποίες δεν αναμένεται βραχυπρόθεσμα η σύστασή τέτοιας οργάνωσης ή η σύναψη συμφωνίας. Με την επιφύλαξη των συνεχιζόμενων προσπαθειών για την κάλυψη των υπολειπόμενων αυτών χωρικών κενών στο διεθνές σύστημα διακυβέρνησης της αλιείας, η Κοινότητα οφείλει να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις που υπέχει δυνάμει του δικαίου της θάλασσας όσον αφορά τη διατήρηση των θαλάσσιων έμβιων πόρων στις περιοχές αυτές και πρέπει επομένως να λάβει κατάλληλα μέτρα για τον στόλο της. Στο πλαίσιο αυτό, η Κοινότητα οφείλει να ενεργήσει λαμβάνοντας υπόψη τις κατευθύνσεις που παρέχονται από τη Γενική Συνέλευση στο ψήφισμα 61/105.

(7) Βασικό στοιχείο των συστάσεων που διατύπωσε η Γενική Συνέλευση αποτελούν τα μέτρα «... για να εκτιμηθεί, με βάση τα βέλτιστα διαθέσιμα επιστημονικά στοιχεία, κατά πόσον επιμέρους αλιευτικές δραστηριότητες βυθού ενδέχεται να έχουν σημαντικές δυσμενείς επιπτώσεις σε ευπαθή θαλάσσια οικοσυστήματα και να εξασφαλιστεί ότι, στην περίπτωση που εκτιμάται ότι οι δραστηριότητες αυτές θα έχουν σημαντικές δυσμενείς επιπτώσεις, η διαχείρισή τους θα γίνεται με τρόπο που να αποφεύγονται οι επιπτώσεις αυτές ή δεν θα χορηγείται η σχετική άδεια»[5].

(8) Για την εφαρμογή της εν λόγω σύστασης απαιτείται έγκριση των αλιευτικών δραστηριοτήτων των σχετικών σκαφών με τη διαδικασία έκδοσης ειδικής αδείας σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1627/94 του Συμβουλίου της 27ης Ιουνίου 1994 για τη θέσπιση των γενικών διατάξεων για τις ειδικές άδειες αλιείας[6] και τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 2943/95 της Επιτροπής της 20ής Δεκεμβρίου 1995 για λεπτομέρειες εφαρμογής του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1627/94 του Συμβουλίου[7]. Πέραν τούτου, η έκδοση και η ισχύς των αδειών αυτών πρέπει να υπόκειται σε ειδικούς όρους με τους οποίους εξασφαλίζεται ότι οι επιπτώσεις των επιτρεπόμενων αλιευτικών δραστηριοτήτων έχουν εκτιμηθεί δεόντως και ότι η διεξαγωγή των αλιευτικών εργασιών είναι σύμφωνη με την εκτίμηση αυτή.

(9) Για την εφαρμογή των συστάσεων της Γενικής Συνέλευση απαιτείται επίσης η θέσπιση κατάλληλων μέτρων παρακολούθησης που θα εξασφαλίζουν τη συμμόρφωση με τους όρους έκδοσης των αδειών. Στα μέτρα αυτά περιλαμβάνονται η ύπαρξη παρατηρητών επί του σκάφους καθώς και ειδικές διατάξεις σχετικά με τη λειτουργία δορυφορικών συστημάτων παρακολούθησης των σκαφών με σκοπό την αντιμετώπιση περιπτώσεων τεχνικής αστοχίας ή μη λειτουργίας του συστήματος, πέραν εκείνων που καθορίζονται στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 2244/2003 της Επιτροπής της 18ης Δεκεμβρίου 2003 για τη θέσπιση λεπτομερών διατάξεων όσον αφορά δορυφορικά συστήματα παρακολούθησης σκαφών[8].

(10) Δεδομένου ότι η ταυτοποίηση ευπαθών θαλάσσιων οικοσυστημάτων σε περιοχές που δεν υπόκεινται στη ρυθμιστική δικαιοδοσία περιφερειακής οργάνωσης διαχείρισης της αλιείας βρίσκεται σε εξέλιξη, τα επιστημονικά στοιχεία που διατίθενται για το θέμα αυτό είναι σχετικά περιορισμένα. Με τον καθορισμό ορίου βάθους για τη χρήση των αλιευτικών εργαλείων βυθού διαμορφώνεται, με βάση την αρχή της προφύλαξης, προστατευτικό φράγμα εντός της υδάτινης στήλης για τους κοραλλιογενείς υφάλους και τους σπόγγους βαθέων υδάτων. Το βάθος των 1 000 μέτρων αποτελεί λογική επιλογή δεδομένου ότι, αφενός, εξασφαλίζει επαρκή προστασία και, αφετέρου, συμβιβάζεται με τη συνέχιση της αλιείας βενθοπελαγικών ειδών, όπως ο μπακαλιάρος μερλούκιος και το καλαμάρι που απαντούν συνήθως σε μικρότερο βάθος. Ο περιορισμός αυτός όσον αφορά το βάθος συμβιβάζεται επίσης με τη σταδιακή θέσπιση, βάσει του παρόντος κανονισμού, μέτρων για συγκεκριμένες περιοχές, με σκοπό την πλήρη προστασία τόπων όπου είναι γνωστή, ή ενδεχόμενη, η ύπαρξη ευπαθών οικοσυστημάτων.

(11) Η παραβίαση ειδικών όρων που διέπουν, επί παραδείγματι, τον περιορισμό βάθους, τη λειτουργία του συστήματος παρακολούθησης σκαφών και τη μετατόπιση δραστηριοτήτων σε περίπτωση απρόβλεπτης συνάντησης με ευπαθές θαλάσσιο οικοσύστημα, μπορεί να οδηγήσει σε ανεπανόρθωτη φθορά των οικοσυστημάτων αυτών και αξίζει επομένως να περιληφθεί στον κατάλογο των σοβαρών παραβάσεων που περιλαμβάνεται στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1447/1999 του Συμβουλίου της 24ης Ιουνίου 1999 περί πίνακος ενεργειών που θίγουν σοβαρά τους κανόνες της κοινής αλιευτικής πολιτικής[9].

(12) Η Κοινότητα θέσπισε ειδικό καθεστώς διαχείρισης της αλιείας αποθεμάτων βαθέων υδάτων με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 2347/2002 του Συμβουλίου για τη θέσπιση ειδικών απαιτήσεων πρόσβασης και συναφών όρων που εφαρμόζονται στην αλιεία αποθεμάτων βαθέων υδάτων[10]. Είναι σκόπιμο να εξασφαλιστεί ότι οι απαιτήσεις του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2347/2002 εφαρμόζονται επίσης στα κοινοτικά αλιευτικά σκάφη που αλιεύουν αποθέματα βαθέων υδάτων σε περιοχές για τις οποίες δεν υφίστανται διεθνή διαχειριστικά μέτρα ή συμφωνίες.

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:

Άρθρο 1

Πεδίο εφαρμογής

1. Ο παρών κανονισμός εφαρμόζεται στα κοινοτικά αλιευτικά σκάφη που ασκούν αλιευτικές δραστηριότητες με εργαλεία βυθού στην ανοικτή θάλασσα.

2. Ο παρών κανονισμός δεν εφαρμόζεται στα κοινοτικά αλιευτικά σκάφη που ασκούν δραστηριότητες σε περιοχές:

(α) που εμπίπτουν στην ρυθμιστική αρμοδιότητα περιφερειακής οργάνωσης διαχείρισης της αλιείας ή σε συμφωνία διαχείρισης της αλιείας με αρμοδιότητα ρύθμισης των δραστηριοτήτων αυτών·

(β) για τις οποίες έχει δρομολογηθεί διαδικασία σύστασης περιφερειακής οργάνωσης, οι δε συμμετέχοντες στη διαδικασία αυτή έχουν συμφωνήσει για τη θέσπιση μεταβατικών μέτρων προστασίας των ευπαθών θαλάσσιων οικοσυστημάτων από τις καταστροφικές επιπτώσεις της χρήσης εργαλείων βυθού.

Άρθρο 2

Ορισμοί

Για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού ισχύουν οι ακόλουθοι ορισμοί:

(α) «θαλάσσιο οικοσύστημα»: δυναμικό σύμπλεγμα κοινοτήτων φυτών, ζώων και μικροοργανισμών, καθώς και του αβιοτικού περιβάλλοντός τους που αλληλοεπηρεάζονται ως μία λειτουργική μονάδα·

(β) «ευπαθές θαλάσσιο οικοσύστημα»: κάθε θαλάσσιο οικοσύστημα του οποίου η ειδική δομή και λειτουργία ενδέχεται, σύμφωνα με τα βέλτιστα διαθέσιμα επιστημονικά στοιχεία και με την αρχή της προφύλαξης, να διακυβευθεί λόγω της πίεσης που οφείλεται στη φυσική επαφή με εργαλεία βυθού κατά τη διάρκεια αλιευτικών δραστηριοτήτων· στο εν λόγω οικοσύστημα περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, ύφαλοι, θαλάσσια όρη, υδροθερμικές αναβλύσεις, κοραλλιογενείς ύφαλοι και σπογγοφόρα πεδία ψυχρών υδάτων·

(γ) «εργαλεία βυθού»: τράτες βυθού, δράγες, στάσιμα απλάδια βυθού, παραγάδια βυθού, κιούρτοι και παγίδες.

Άρθρο 3

Ειδική άδεια αλιείας

1. Προκειμένου να ασκήσουν τις αλιευτικές δραστηριότητες που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 1, τα κοινοτικά αλιευτικά σκάφη πρέπει να διαθέτουν ειδική άδεια αλιείας.

2. Η ειδική άδεια αλιείας εκδίδεται σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1627/94 του Συμβουλίου[11] υπό τους όρους που καθορίζονται στον παρόντα κανονισμό.

Άρθρο 4

Όροι έκδοσης ειδικής αδείας

1. Οι αιτήσεις για την έκδοση της ειδικής αδείας αλιείας που προβλέπεται στο άρθρο 3 παράγραφος 1 συνοδεύονται από αναλυτικό σχέδιο αλιείας, στο οποίο αναφέρονται ειδικότερα:

(α) ο προβλεπόμενος τόπος άσκησης των αλιευτικών δραστηριοτήτων,

(β) τα είδη στόχοι,

(γ) το βάθος στο οποίο θα χρησιμοποιηθούν τα αλιευτικά εργαλεία και

(δ) τα βαθυμετρικά χαρακτηριστικά του βυθού στα προβλεπόμενα αλιευτικά πεδία.

2. Οι αρμόδιες αρχές εκδίδουν ειδική άδεια αλιείας αφού προβούν σε εκτίμηση των δυνητικών επιπτώσεων των προβλεπόμενων αλιευτικών δραστηριοτήτων του σκάφους και καταλήξουν στο συμπέρασμα ότι οι δραστηριότητες αυτές δεν είναι πιθανόν να έχουν σημαντικές δυσμενείς επιπτώσεις στα ευπαθή θαλάσσια οικοσυστήματα.

3. Για τους σκοπούς της εκτίμησης που προβλέπεται στην παράγραφο 2, οι αρμόδιες αρχές λαμβάνουν υπόψη τις βέλτιστες διαθέσιμες επιστημονικές πληροφορίες σχετικά με τη θέση των ευπαθών θαλάσσιων οικοσυστημάτων στις περιοχές που σκοπεύουν να αλιεύσουν τα σχετικά σκάφη. Οι επιστημονικές πληροφορίες περιλαμβάνουν, εφόσον είναι διαθέσιμα, επιστημονικά δεδομένα βάσει των οποίων μπορεί να εκτιμηθεί η πιθανότητα ύπαρξης τέτοιων οικοσυστημάτων.

4. Κατά τη διεξαγωγή της εκτίμησης που προβλέπεται στην παράγραφο 2, οι αρμόδιες αρχές εφαρμόζουν κριτήρια σύμφωνα με την αρχή της προφύλαξης. Σε περίπτωση αμφιβολίας σχετικά με τη σοβαρότητα ή μη των δυσμενών επιπτώσεων, οι αρμόδιες αρχές θεωρούν ότι οι πιθανές δυσμενείς επιπτώσεις, όπως προκύπτουν από τα διαθέσιμα επιστημονικά στοιχεία, είναι σημαντικές.

5. Εάν από την εκτίμηση προκύπτει ότι οι δραστηριότητες που ασκούνται σύμφωνα με το υποβληθέν σχέδιο αλιείας ενδέχεται να έχουν σημαντικές δυσμενείς επιπτώσεις στα ευπαθή θαλάσσια οικοσυστήματα, οι αρμόδιες αρχές προσδιορίζουν επακριβώς τους εκτιμώμενους κινδύνους και παρέχουν στους αιτούντες τη δυνατότητα να τροποποιήσουν το σχέδιο αλιείας για την αποφυγή των εν λόγω κινδύνων. Ελλείψει των τροποποιήσεων αυτών, οι αρμόδιες αρχές δεν εκδίδουν την αιτούμενη ειδική άδεια αλιείας.

Άρθρο 5

Όροι ισχύος της ειδικής άδειας

1. Η ειδική άδεια αλιείας που προβλέπεται στο άρθρο 3 παράγραφος 1 ισχύει καθόλη τη διάρκεια της εκτέλεσης του σχεδίου αλιείας που υποβλήθηκε σύμφωνα με το άρθρο 4 παράγραφος 1, υπό τον όρο ότι οι αλιευτικές δραστηριότητες ασκούνται ανά πάσα στιγμή σύμφωνα με το σχέδιο αυτό.

2. Όταν περιστάσεις που εκφεύγουν του ελέγχου του υπευθύνου για τις δραστηριότητες του σκάφους καθιστούν αναγκαία την τροποποίηση των υποβληθέντων σχεδίων, ο εν λόγω υπεύθυνος ενημερώνει αμελλητί τις αρμόδιες αρχές, αναφέροντας τις προβλεπόμενες τροποποιήσεις του αρχικού σχεδίου. Οι αρμόδιες αρχές εξετάζουν τις τροποποιήσεις αυτές και επιβεβαιώνουν την ισχύ της άδειας μόνον εφόσον οι μεταβολές που θα επέλθουν δεν συνεπάγονται μετατόπιση των δραστηριοτήτων σε περιοχές όπου υπάρχουν ή ενδέχεται να υπάρχουν ευπαθή θαλάσσια οικοσυστήματα.

Άρθρο 6

Όριο βάθους

Απαγορεύεται η χρήση εργαλείων βυθού σε βάθος μεγαλύτερο των 1 000 μέτρων.

Άρθρο 7

Απρόβλεπτη συνάντηση με ευπαθή θαλάσσια οικοσυστήματα

1. Εάν κατά τη διάρκεια αλιευτικών δραστηριοτήτων ένα αλιευτικό σκάφος συναντήσει ευπαθές θαλάσσιο οικοσύστημα, οφείλει να διακόψει αμέσως την αλίευση ή να μην αναπτύξει αλιευτικές δραστηριότητες στο σημείο αυτό. Μπορεί να επαναλάβει τις αλιευτικές δραστηριότητες μόνο όταν φθάσει σε εναλλακτικό σημείο που απέχει τουλάχιστον 5 ναυτικά μίλια από το σημείο όπου συνάντησε το ευπαθές οικοσύστημα, εντός της περιοχής που προβλέπεται στο σχέδιο αλιείας το οποίο υπέβαλε σύμφωνα με το άρθρο 4 παράγραφος 1.

2. Εάν και στο εναλλακτικό σημείο που αναφέρεται στην παράγραφο 1 συναντήσει ευπαθές οικοσύστημα, το σκάφος οφείλει να συνεχίσει την μετατόπιση των δραστηριοτήτων του, σύμφωνα με τους κανόνες της εν λόγω παραγράφου, έως ότου φθάσει σε σημείο στο οποίο δεν υπάρχουν ευπαθή θαλάσσια οικοσυστήματα.

3. Το αλιευτικό σκάφος αναφέρει αμελλητί στις αρμόδιες αρχές κάθε συνάντηση, παρέχοντας ακριβείς πληροφορίες σχετικά με τη φύση, τη θέση, το χρόνο και τυχόν άλλα στοιχεία σχετικά με τις περιστάσεις της συνάντησης.

Άρθρο 8

Περιοχές απαγόρευσης της αλιείας

1. Με βάση τα βέλτιστα διαθέσιμα επιστημονικά στοιχεία σχετικά με την ύπαρξη ή την πιθανότητα ύπαρξης ευπαθών θαλάσσιων οικοσυστημάτων στην περιοχή όπου αλιεύουν τα σκάφη τους, τα κράτη μέλη προσδιορίζουν περιοχές στις οποίες θα απαγορεύεται η αλιεία με εργαλεία βυθού. Τα κράτη μέλη θέτουν αμέσως σε εφαρμογή τις απαγορεύσεις αυτές για τα σκάφη τους και υποβάλλουν έκθεση στην Επιτροπή σύμφωνα με το άρθρο 13.

2. Με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 7 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2371/2002 του Συμβουλίου, η Επιτροπή εξετάζει τις πληροφορίες αυτές και, κατά περίπτωση, υποβάλλει στο Συμβούλιο προτάσεις για τη θέσπιση κοινοτικών μέτρων προστασίας των εν λόγω περιοχών. Η Επιτροπή εξετάζει επίσης, κατά περίπτωση, το ενδεχόμενο θέσπισης μέτρων με δική της πρωτοβουλία.

Άρθρο 9

Σύστημα παρακολούθησης σκαφών

1. Κατά παρέκκλιση από το άρθρο 11 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2244/2003 της Επιτροπής, σε περίπτωση τεχνικής αστοχίας ή μη λειτουργίας της συσκευής δορυφορικού εντοπισμού που είναι εγκατεστημένη στο αλιευτικό σκάφος, ο πλοίαρχος του σκάφους αναφέρει ανά δίωρο στο κράτος μέλος σημαίας το γεωγραφικό στίγμα του σκάφους.

2. Μετά την επιστροφή από το θαλάσσιο ταξίδι, το σκάφος πρέπει να παραμείνει στον λιμένα έως ότου οι αρμόδιες αρχές κρίνουν ικανοποιητική τη λειτουργία της συσκευής δορυφορικού εντοπισμού.

Άρθρο 10

Σοβαρές παραβάσεις

1. Η μη συμμόρφωση με το σχέδιο αλιείας που προβλέπεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 υπό περιστάσεις άλλες από εκείνες που ορίζονται στο άρθρο 5 παράγραφος 2, συνεπάγεται παύση της ισχύος της ειδικής αδείας αλιείας που έχει εκδοθεί για το συγκεκριμένο αλιευτικό σκάφος. Οι αλιευτικές δραστηριότητες που ασκήθηκαν αφής στιγμής σημειώθηκε παρέκκλιση από τα σχέδια αλιείας του σκάφους θεωρούνται αλιεία χωρίς ειδική άδεια κατά την έννοια της παραγράφου Γ, πρώτη περίπτωση, του παραρτήματος του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1447/1999.

2. Η κατ’ επανάληψη μη συμμόρφωση με τις διατάξεις των άρθρων 6, 7 και 9 θεωρείται συμπεριφορά που θίγει σοβαρά τους κανόνες της Κοινής Αλιευτικής Πολιτικής, σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1447/1999 του Συμβουλίου.

Άρθρο 11

Αλιευτικά σκάφη που αλιεύουν αποθέματα βαθέων υδάτων

Τα κοινοτικά αλιευτικά σκάφη που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 1 και που έχουν ως στόχο την αλίευση αποθεμάτων βαθέων υδάτων υπόκεινται επίσης στις απαιτήσεις του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2347/2002 της 16ης Δεκεμβρίου 2002.

Άρθρο 12

Παρατηρητές

1. Τα κράτη μέλη διορίζουν επιστημονικούς παρατηρητές για τα σκάφη για τα οποία εκδίδεται ειδική άδεια αλιείας σύμφωνα με το άρθρο 3 παράγραφος 1. Οι παρατηρητές παρατηρούν τις αλιευτικές δραστηριότητες του σκάφους καθόλη τη διάρκεια της εκτέλεσης του οικείου σχεδίου αλιείας που προβλέπεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1.

2. Ο επιστημονικός παρατηρητής:

(α) καταχωρεί ανεξάρτητα σε ημερολόγιο τις σχετικές με τα αλιεύματα πληροφορίες που απαιτούνται από το άρθρο 6 του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 2847/93[12]·

(β) καταχωρεί τυχόν τροποποιήσεις του σχεδίου αλιείας, όπως αναφέρεται στο άρθρο 5 παράγραφος 2·

(γ) τεκμηριώνει τυχόν περιπτώσεις απρόβλεπτης συνάντησης με ευπαθή θαλάσσια οικοσυστήματα, όπως αναφέρεται στο άρθρο 7, και στο πλαίσιο αυτό συγκεντρώνει πληροφορίες που μπορεί να είναι χρήσιμες για την προστασία του τόπου·

(δ) καταγράφει το βάθος στο οποίο χρησιμοποιούνται τα αλιευτικά εργαλεία·

(ε) υποβάλλει έκθεση στις αρμόδιες αρχές του αντίστοιχου κράτους μέλους εντός 20 ημερών από τη λήξη της περιόδου παρατήρησης. Αντίγραφο της έκθεσης αυτής διαβιβάζεται στην Επιτροπή εντός 30 ημερών από τη λήψη σχετικής γραπτής αίτησης.

3. Ο επιστημονικός παρατηρητής δεν πρέπει να είναι:

(α) συγγενής του πλοιάρχου του σκάφους ή άλλου αξιωματικού που υπηρετεί στο σκάφος στο οποίο έχει διοριστεί·

(β) υπάλληλος του πλοιάρχου του σκάφους στο οποίο έχει διοριστεί·

(γ) υπάλληλος του αντιπροσώπου του πλοιάρχου·

(δ) υπάλληλος εταιρείας που ελέγχεται από τον πλοίαρχο ή από τον αντιπρόσωπό του·

(ε) συγγενής του αντιπροσώπου του πλοιάρχου.

Άρθρο 13

Πληροφορίες

1. Τα κράτη μέλη διαβιβάζουν στην Επιτροπή για κάθε ημερολογιακό εξάμηνο και εντός τριμήνου από τη λήξη του εν λόγω ημερολογιακού εξαμήνου, έκθεση στην οποία αναφέρονται:

(α) πέρα από τις απαιτήσεις του άρθρου 18 του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 2847/93, τα αλιεύματα των αλιευτικών σκαφών που αναφέρονται στο άρθρο 1 του παρόντος κανονισμού, όπως προκύπτουν από τα στοιχεία που έχουν καταχωρισθεί στα ημερολόγια, συμπεριλαμβανομένων των πλήρων στοιχείων για τις ημέρες αλιείας εκτός λιμένος και των εκθέσεων που υπέβαλαν οι επιστημονικοί παρατηρητές, με ανάλυση ανά τρίμηνο, τύπο αλιευτικού εργαλείου και αλιευόμενο είδος.

(β) στοιχεία σχετικά με τη συμμόρφωση των αλιευτικών σκαφών που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 1 με τα σχέδια αλιείας και τις απαιτήσεις των άρθρων 6, 7 και 8, καθώς και τα επανορθωτικά μέτρα που έχουν ληφθεί και οι κυρώσεις που έχουν επιβληθεί σε περιπτώσεις μη συμμόρφωσης και σοβαρών παραβάσεων που αναφέρονται στο άρθρο 10·

(γ) στοιχεία για τον τρόπο με τον οποίο εφαρμόζουν το άρθρο 8.

2. Η Επιτροπή διαβιβάζει αμελλητί στους σχετικούς επιστημονικούς φορείς τις πληροφορίες που περιλαμβάνονται στην έκθεση που αναφέρεται στην παράγραφο 1.

Άρθρο 14

Επακόλουθες ενέργειες

Η Επιτροπή υποβάλλει πριν από τις 30 Ιουνίου 2010 στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο έκθεση σχετικά με την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού. Η έκθεση αυτή συνοδεύεται, εφόσον είναι αναγκαίο, από προτάσεις για την τροποποίηση του κανονισμού.

Άρθρο 15

Έναρξη ισχύος

Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την έβδομη ημέρα από τη δημοσίευσή του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.

Βρυξέλλες,

Για το Συμβούλιο

Ο Πρόεδρος

[pic][pic][pic][pic][pic][pic]

[1] ΕΕ C της , σ. .

[2] ΕΕ C της , σ. .

[3] ΕΕ L 358 της 31.12.2002, σ. 59.

[4] Ψήφισμα 61/105 της Γενικής Συνέλευσης με τίτλο «Βιώσιμη αλιεία, ιδίως χάρη στη συμφωνία του 1995 για την εφαρμογή των διατάξεων της Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών σχετικά με το δίκαιο της θάλασσας, της 10ης Δεκεμβρίου 1982, οι οποίες αφορούν τη διατήρηση και τη διαχείριση των αλληλοεπικαλυπτόμενων αποθεμάτων ιχθύων και των αποθεμάτων άκρως μεταναστευτικών ιχθύων, καθώς και σε συναφείς πράξεις».

[5] Ψήφισμα 61/105, παράγραφος 83 στοιχείο α).

[6] ΕΕ L 171 της 6.7.1994, σ. 7.

[7] ΕΕ L 308 της 21.12.1995, σ. 15.

[8] ΕΕ L 333 της 20.12.2003, σ. 17.

[9] ΕΕ L 167 της 2.7.1999, σ. 5.

[10] ΕΕ L 351 της 28.12.2002, σ. 6.

[11] ΕΕ L 171 της 6.7.1994, σ. 7.

[12] ΕΕ L 261 της 20.10.1993, όπως τροποποιήθηκε.