[pic] | ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ | Βρυξέλλες, 9.10.2007 COM(2007) 603 τελικό 2005/0214 (COD) Τροποποιημένη πρόταση ΟΔΗΓΙΑΣ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ σχετικά με τις τη βελτίωση της δυνατότητας μεταφοράς των δικαιωμάτων συμπληρωματικής συνταξιοδότησης ελάχιστες απαιτήσεις για την αύξηση της κινητικότητας των εργαζομένων μέσω της βελτίωσης της απόκτησης και της διατήρησης δικαιωμάτων συμπληρωματικής συνταξιοδότησης (υποβληθείσα από την Επιτροπή σύμφωνα με το άρθρο 250 παράγραφος 2 της συνθήκης ΕΚ) ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ Η Επιτροπή υποβάλλει τροποποιημένη πρόταση οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με τη βελτίωση της δυνατότητας μεταφοράς των δικαιωμάτων συμπληρωματικής συνταξιοδότησης. Στην τροποποιημένη πρόταση ενσωματώνονται οι τροπολογίες που υπέβαλε το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο κατά την πρώτη ανάγνωση, τις οποίες αποδέχτηκε η Επιτροπή, όπως και τεχνικές βελτιώσεις που προέκυψαν από τις συζητήσεις με εμπειρογνώμονες στο πλαίσιο ομάδων εργασίας του Συμβουλίου. Επιπλέον, η Επιτροπή συνεκτιμά πλήρως το αίτημα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου για μια τροποποιημένη πρόταση που να βασίζεται στην αύξηση της κινητικότητας των εργαζομένων με τη βελτίωση της θεμελίωσης και της διατήρησης δικαιωμάτων συμπληρωματικής συνταξιοδότησης. | ΙΣΤΟΡΙΚΟ | Στις 20 Οκτωβρίου 2005 η Επιτροπή εξέδωσε πρόταση οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με τη βελτίωση της δυνατότητας μεταφοράς των δικαιωμάτων συμπληρωματικής συνταξιοδότησης. Η πρόταση αυτή διαβιβάστηκε στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο στις 21 Οκτωβρίου 2005. Η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή εξέδωσε γνώμη στις 20 Απριλίου 2007 και υπέβαλε τροποποιήσεις στην πρόταση της Επιτροπής. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο εξέδωσε ψήφισμα νομοθετικού περιεχομένου κατά την πρώτη ανάγνωση, στις 20 Ιουνίου 2007. | Στόχοσ της πρότασης της Επιτροπής | Τα συστήματα κοινωνικής προστασίας των διαφόρων κρατών μελών πρέπει να αντιμετωπίσουν το πρόβλημα της δημογραφικής γήρανσης. Οι μεταρρυθμίσεις που έχουν εφαρμοστεί ή που πρόκειται να εφαρμοστούν στα περισσότερα κράτη μέλη τείνουν προς την περαιτέρω ανάπτυξη των συστημάτων συμπληρωματικής συνταξιοδότησης, κάτι που ενθαρρύνεται ενεργά από πολλά κράτη μέλη. Επείγει λοιπόν να εξασφαλιστεί ότι οι κανόνες που διέπουν τη λειτουργία αυτών των συστημάτων δεν εμποδίζουν την ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων μεταξύ των κρατών μελών ή την κινητικότητα στο εσωτερικό κάθε κράτους μέλους, μειώνοντας έτσι τις δυνατότητες των διακινούμενων εργαζομένων όσον αφορά τη θεμελίωση επαρκών συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων έως το τέλος της επαγγελματικής τους σταδιοδρομίας. Η αδυναμία επίτευξης αυτού θα μειώσει την ευελιξία και την αποτελεσματικότητα της αγοράς εργασίας. Παρ’ ότι υπάρχουν πολλοί παράγοντες που μπορούν να επηρεάσουν την επιλογή ενός ατόμου για περισσότερη μετακίνηση, το ενδεχόμενο απώλειας δικαιωμάτων συμπληρωματικής συνταξιοδότησης μπορεί να επηρεάσει σοβαρά την απόφαση ενός ατόμου όσον αφορά την αλλαγή εργασίας. Επομένως, η παρούσα τροποποιημένη πρόταση αντιμετωπίζει άμεσα το θέμα της μείωσης των εμποδίων που έχουν εντοπιστεί σε ορισμένα συστήματα συμπληρωματικής συνταξιοδότησης, έτσι ώστε να διευκολύνεται η κινητικότητα των εργαζομένων. Τα δυνητικά εμπόδια για την κινητικότητα των εργαζομένων αφορούν, κυρίως, τους όρους υπό τους οποίους ένα άτομο αποκτά συνταξιοδοτικά δικαιώματα· και τους όρους με τους οποίους τα δικαιώματα αυτά αντιμετωπίζονται όταν ένα άτομο αλλάζει εργασία. Επιπλέον, η τροποποιημένη πρόταση εξετάζει το θέμα του δικαιώματος πληροφόρησης των εργαζομένων σχετικά με την επίδραση της κινητικότητας στην απόκτηση και τη διατήρηση των δικαιωμάτων τους συμπληρωματικής συνταξιοδότησης. | Γνωμη τησ Επιτροπησ επι των τροπολογιων που ενεκρινε το εΥρωπαϊκο κοινοβουλιο | Στις 20 Ιουνίου 2007 το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ενέκρινε 34 τροπολογίες στην πρόταση οδηγίας για τη βελτίωση της δυνατότητας μεταφοράς των δικαιωμάτων συμπληρωματικής συνταξιοδότησης. Η Επιτροπή θεωρεί ότι η πλειονότητα των τροπολογιών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου μπορούν να γίνουν αποδεκτές πλήρως, κατ’ αρχήν ή εν μέρει, αφού διατηρούν τους στόχους και την πολιτική βιωσιμότητα της πρότασης και, σε πολλές περιπτώσεις, βελτιώνουν την αρχική διατύπωση. Ένα κύριο χαρακτηριστικό των τροπολογιών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου είναι να μεταφερθεί η εστίαση της οδηγίας στην απόκτηση και τη διατήρηση αδρανοποιημένων δικαιωμάτων, από διατάξεις για μεταφορές. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο θεωρεί ότι η θέσπιση μιας επιλογής υποχρεωτικής μεταφοράς στη δεδομένη χρονική στιγμή θα δημιουργούσε πολύ μεγάλο φόρτο για ορισμένα συστήματα συμπληρωματικής συνταξιοδότησης και, επίσης, σημαντικές τεχνικές δυσκολίες. Λαμβάνοντας προσεκτικά υπόψη την απόφαση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και τις απόψεις των εμπειρογνωμόνων στο πλαίσιο της ομάδας εργασίας του Συμβουλίου, η Επιτροπή συμφωνεί με αυτή την αλλαγή προτεραιοτήτων και αποδέχεται τη διαγραφή του άρθρου 6 (διατάξεις μεταφοράς). Κατά συνέπεια, η Επιτροπή προτείνει την αλλαγή του τίτλου της οδηγίας, αποδεχόμενη εν μέρει τη διατύπωση που χρησιμοποιεί το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο στην αναφορά του στο σχέδιο οδηγίας, τον Ιούνιο του 2007. Ο τίτλος της τροποποιημένης πρότασης έχει ως εξής: «Πρόταση οδηγίας για τις ελάχιστες απαιτήσεις για την αύξηση της κινητικότητας των εργαζομένων με τη βελτίωση της απόκτησης και της διατήρησης δικαιωμάτων συμπληρωματικής συνταξιοδότησης». Επομένως, η Επιτροπή αποδέχεται πλήρως ή εν μέρει τις ακόλουθες τροπολογίες του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου: 3.1 Πεδίο εφαρμογής και άλλες γενικές διατάξεις (άρθρα 1-3) Στόχος : Οι τροπολογίες 1 και 18 αφορούν το στόχο της οδηγίας, όπου η τροπολογία 1 διαγράφει την αναφορά των λέξεων «δυνατότητα μεταφοράς» στην αιτιολογική σκέψη 5, αντικατοπτρίζοντας τη διαγραφή του άρθρου 6 σχετικά με τις μεταφορές. Η τροπολογία αντικαθιστά επίσης τον όρο «εναρμόνιση» με τον όρο «ελάχιστες απαιτήσεις», σύμφωνα με τις αλλαγές στα άρθρα 4 και 5. Η Επιτροπή δέχεται την τροπολογία αυτή ως έχει. Η τροπολογία 18 αντικαθιστά τον όρο «εργαζόμενοι» με τον όρο «πρόσωπα», στο άρθρο 1, και διευρύνει το στόχο της οδηγίας. Η Επιτροπή δεν μπορεί να αποδεχτεί την τροπολογία αυτή διότι η η οδηγία αφορά την εξάλειψη των εμποδίων στο πλαίσιο των συστημάτων συμπληρωματικής συνταξιοδότησης που επηρεάζουν την ελεύθερη κυκλοφορία ή την κινητικότητα των εργαζομένων. Η Επιτροπή δεν έχει την εξουσία να απαιτήσει από τα κράτη μέλη την «έγκαιρη και ολοκληρωμένη καθιέρωση συμπληρωματικής σύνταξης λόγω γήρατος». Η Επιτροπή έλαβε υπόψη τις τεχνικές τροποποιήσεις που συζητήθηκαν στο Συμβούλιο και, αναλόγως, προέβη σε μικρές συντακτικές τροποποιήσεις του άρθρου 1. Η τροπολογία 2 προτείνει μια νέα αιτιολογική σκέψη, επισημαίνοντας ότι είναι πολύ σημαντικό να εξασφαλίζεται ότι η οδηγία δεν υποσκάπτει τη βιωσιμότητα της παροχής συμπληρωματικής συνταξιοδότησης και ότι συνεκτιμάται πλήρως η προστασία των δικαιωμάτων των υπόλοιπων εργαζομένων και των συνταξιούχων του συστήματος. Επισημαίνει επίσης το σημαντικό ρόλο των κοινωνικών εταίρων στο σχεδιασμό και την υλοποίηση των συστημάτων συμπληρωματικής συνταξιοδότησης. Η Επιτροπή αποδέχεται πλήρως αυτή την τροπολογία (εμφανίζεται ως αιτιολογική σκέψη 5α). Η τροπολογία 3 εισαγάγει μια νέα αιτιολογική σκέψη (εμφανίζεται ως 5β), σύμφωνα με την οποία η οδηγία δεν απαιτεί τη θέσπιση νομοθεσίας για τη δημιουργία συστημάτων συμπληρωματικής συνταξιοδότησης όπου τα κράτη μέλη δεν διαθέτουν τέτοιου είδους νομοθεσία. Η Επιτροπή αποδέχεται την τροπολογία αυτή κατ’ αρχήν και διασαφηνίζει – με βάση εν μέρει την τεχνική εργασία των εμπειρογνωμόνων στις ομάδες εργασίας του Συμβουλίου – ότι τα κράτη μέλη, ενώ υποχρεούνται να μεταφέρουν τις διατάξεις της οδηγίας στο εθνικό τους δίκαιο, παραμένουν αρμόδια για την οργάνωση των συνταξιοδοτικών τους συστημάτων. Πεδίο εφαρμογής. Η τροπολογία 5 αποτελεί μια νέα αιτιολογική σκέψη (εμφανίζεται ως 5γ), που διασαφηνίζει το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας, και η Επιτροπή την αποδέχεται πλήρως. Οι τροπολογίες 6, 7, 8 και 19 πρέπει να εξεταστούν από κοινού όσον αφορά τις τροποποιήσεις τους στο άρθρο 2 και στις αντίστοιχες αιτιολογικές σκέψεις. Η τροπολογία 6 εισαγάγει μια νέα αιτιολογική σκέψη (εμφανίζεται ως 5δ) η οποία διασαφηνίζει την εξαίρεση από την εφαρμογή της οδηγίας των συστημάτων που είναι κλειστά για εγγραφές νέων μελών. Η Επιτροπή δέχεται ότι ο περιορισμός αυτός αποτελεί ένα συμβιβασμό και ότι μπορεί να θεωρηθεί αναλογικό μέτρο για να εξασφαλιστεί η συνεχής βιωσιμότητα ορισμένων συστημάτων συμπληρωματικής συνταξιοδότησης. Επομένως, η Επιτροπή αποδέχεται πλήρως την τροπολογία, με την προσθήκη μιας τεχνικής διασαφήνισης που αφορά τους «υποτομείς» κλειστών συστημάτων, ώστε να εξασφαλίζεται ότι, όπου ενδείκνυται, θα εξαιρούνται μόνον μέρη συστημάτων συμπληρωματικής συνταξιοδότησης που είναι κλειστά σε εγγραφές νέων μελών. Η τροπολογία 7 αποτελεί μια τεχνική διασαφήνιση και εισαγάγει μια νέα αιτιολογική σκέψη (εμφανίζεται ως 5ε), στην οποία διασαφηνίζεται ότι η οδηγία δεν έχει καμια επίδραση σε μέτρα αναδιοργάνωσης ή εξυγίανσης, και η Επιτροπή την αποδέχεται εν μέρει, ενώ απορρίπτει την παραπομπή στο άρθρο 16 παράγραφος 2 της οδηγίας 2003/41/ΕΚ, το οποίο είναι αδιάφορο προς τους σκοπούς της διασαφήνισης. Η τροπολογία 19 αφορά το άρθρο 2 στο σύνολό του και γίνεται αποδεκτή κατ’ αρχήν, με την ενσωμάτωση τεχνικών διασαφηνίσεων που αναπτύχθηκαν με τους εμπειρογνώμονες στις ομάδες εργασίας του Συμβουλίου. Η τροπολογία 8 εισαγάγει μια νέα αιτιολογική σκέψη (εμφανίζεται ως 5στ) που διασαφηνίζει ότι η οδηγία δεν ισχύει για τα συστήματα προστασίας έναντι αφερεγγυότητας, ούτε τα αντισταθμιστικά συστήματα ή τα εθνικά συνταξιοδοτικά αποθεματικά ταμεία και η Επιτροπή την αποδέχεται πλήρως. Ορισμοί. Η τροπολογία 20 αφορά τεχνικές αλλαγές στον ορισμό των όρων στο πλαίσιο του άρθρου 3. Η Επιτροπή αποδέχεται πλήρως τις αλλαγές στο άρθρο 3 στοιχείο α) καθώς και την ενσωμάτωση ενός νέου ορισμού στο άρθρο 3 στοιχείο δα), που αφορά τον όρο «περίοδος θεμελίωσης». Γίνεται δεκτή η τροπολογία στο άρθρο 3 στοιχείο β), εκτός από τη διαγραφή των λέξεων «κάθε επαγγελματικό», που η Επιτροπή θεωρεί ότι μειώνει τη σαφήνεια του ορισμού. Η τροπολογία στο άρθρο 3 στοιχείο γ) γίνεται αποδεκτή εν μέρει, με συντακτικές αλλαγές, για να διασαφηνιστεί περισσότερο ότι οι προϋποθέσεις που πρέπει ενδεχομένως να ικανοποιεί ένας «ενεργός ασφαλισμένος» είναι αυτές που ορίζονται στο άρθρο 4. Η τροπολογία στο άρθρο 3 στοιχείο δ) γίνεται αποδεκτή με μικρές συντακτικές αλλαγές. Η τροπολογία στο άρθρο 3 στοιχείο στ) γίνεται αποδεκτή κατ’ αρχήν, με τη διατύπωση που διαμορφώθηκε από τους εμπειρογνώμονες στις ομάδες εργασίας του Συμβουλίου. Η αλλαγή στο άρθρο 3 στοιχείο η) για την αντικατάσταση του όρου «εν αναμονή δικαιούχος» από τον όρο «αποχωρήσας δικαιούχος» δεν γίνεται αποδεκτή διότι η Επιτροπή θεωρεί ότι ο αρχικός όρος ήταν τεχνικώς πιο σαφής. Ωστόσο, η Επιτροπή αποδέχεται κατ’ αρχήν τις υπόλοιπες τεχνικές αλλαγές στο άρθρο 3 στοιχείο η), με τη διατύπωση που διαμορφώθηκε εν μέρει μέσω των εργασιών στο Συμβούλιο. Γίνονται αποδεκτές οι αλλαγές στο άρθρο 3 στοιχείο θ), με εξαίρεση τον όρο «αποχωρήσας δικαιούχος». Η αλλαγή στο άρθρο 3 στοιχείο ι) αποσκοπεί στην εισαγωγή μια νέας έννοιας, της «αξίας του αδρανοποιημένου δικαιώματος», και τη διαγραφή του όρου «μεταφορά». Η Επιτροπή αποδέχεται το σκεπτικό αυτού του νέου όρου αλλά θεωρεί ότι ο όρος «αξία του αδρανοποιημένου δικαιώματος» πιο ακριβή και αναλόγως διαμορφώνει τη διατύπωση. Τα στοιχεία ε) και ζ) του άρθρου 3 διαγράφονται από την Επιτροπή ώστε να αντικατοπτρίζεται η αναδιάρθρωση και η τροποποίηση της οδηγίας στο σύνολό της, επομένως δεν χρειάζονται πλέον οι ορισμοί αυτοί. Η τροπολογία 4 εισαγάγει μια νέα αιτιολογική σκέψη (εμφανίζεται ως 5ζ), η οποία διασαφηνίζει περαιτέρω τον ορισμό των «συστημάτων συμπληρωματικής συνταξιοδότησης». Η Επιτροπή αποδέχεται τη νέα αιτιολογική σκέψη κατ’ αρχήν, λαμβάνοντας υπόψη την εργασία των εμπειρογνωμόνων στο Συμβούλιο ώστε να βελτιωθεί η τεχνική διατύπωση. Η Επιτροπή απλουστεύει επίσης την περιγραφή των προϋποθέσεων για να θεωρούνται, για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας, οι ατομικές ρυθμίσεις συνταξιοδότησης ως συμπληρωματικά συστήματα. Η Επιτροπή αναγνωρίζει ότι η ταξινόμηση των συνταξιοδοτικών συστημάτων, ιδίως όσον αφορά τις ατομικές ρυθμίσεις συνταξιοδότησης, δεν είναι πάντοτε σαφής. Ως εκ τούτου, η αιτιολογική σκέψη διασαφηνίζει ότι ατομικές ρυθμίσεις συνταξιοδότησης που συνάπτονται μέσω μιας εργασιακής σχέσης πρέπει να θεωρούνται εντός του πεδίου εφαρμογής της παρούσας οδηγίας. Επίσης, η Επιτροπή έχει εισαγάγει μια νέα αιτιολογική σκέψη (5η) για να καταστήσει σαφές ότι ειδικές, μικρές πληρωμές που γίνονται στο τέλος της σταδιοδρομίας και οι οποίες χρηματοδοτούνται αποκλειστικά από τον εργοδότη δεν θεωρούνται συμπληρωματικές συνταξιοδοτήσεις για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας. 3.2 Όροι απόκτησης (άρθρο 4) Η τροπολογία 22 αναπτύσσει την αρχική πρόταση της Επιτροπής για την απόκτηση συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων. Η προσέγγιση του Κοινοβουλίου για τη θέσπιση ελάχιστων απαιτήσεων απόκτησης διαφέρει από αυτήν της Επιτροπής ενώ διατηρεί την αρχή της μείωσης των εμποδίων στην κινητικότητα που εντοπίστηκαν σε ορισμένα συστήματα συμπληρωματικής συνταξιοδότησης. Το κύριο στοιχείο της τροπολογίας είναι ότι προτείνει την απάλειψη κάθε αναφοράς σε ελάχιστες ηλικίες θεμελίωσης, όπως αναφέρονται στο άρθρο 4 στοιχείο β) και την αντικατάστασή της από μια νέα διατύπωση η οποία από τη φύση της συνδέει την έννοια μιας ανώτατης επιτρεπόμενης περιόδου θεμελίωσης με την ηλικία του ενεργού ασφαλισμένου. Επομένως, η τροπολογία προτείνει μια ανώτατη περίοδο θεμελίωσης 5 ετών (όταν απαιτείται) για ενεργούς ασφαλισμένους κάτω των 25 ετών και την απαλλαγή από κάθε περίοδο θεμελίωσης για όσους είναι άνω των 25 ετών. Η Επιτροπή αναγνωρίζει ότι σκοπός της τροπολογίας είναι να συνεκτιμηθεί, γενικά, ότι οι νέοι σε ηλικία εργαζόμενοι έχουν μεγαλύτερη κινητικότητα σε σύγκριση με όσους είναι μεγαλύτεροι των 25 ετών και ότι η απόκτηση συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων για τα άτομα κάτω των 25 ετών δεν είναι τόσο επείγουσα όσο για τα άτομα μεγαλύτερης ηλικίας. Επομένως, η Επιτροπή αποδέχεται την πρόταση να επιτρέπεται, όπου ενδείκνυται, , ως συμβιβαστικό μέτρο, να υφίσταται περίοδος θεμελίωσης που δεν θα υπερβαίνει τα πέντε έτη, για τα άτομα κάτω των 25 ετών. Όσον αφορά την απαγόρευση κάθε προϋπόθεσης θεμελίωσης για άτομα άνω των 25 ετών, η Επιτροπή, ενώ υποστηρίζει την αρχή του να έχει ο εργαζόμενος το δικαίωμα της ταχύτερης δυνατής θεμελίωσης, παραδέχεται ότι ορισμένα συστήματα συμπληρωματικής συνταξιοδότησης μπορεί να αντιμετωπίσουν σημαντικές διοικητικές και τεχνικές δυσκολίες σε περίπτωση που επιτρέπεται μια σύντομη περίοδος θεμελίωσης. Αυτό ισχύει ιδίως για συστήματα όπου η εθνική νομοθεσία δεν επιτρέπει μια υποχρεωτική περίοδο απασχόλησης πριν την ένταξη στο σύστημα συνταξιοδότησης. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή δεν μπορεί να αποδεχτεί την πρόταση απάλειψης των προϋποθέσεων θεμελίωσης για τα άτομα κάτω των 25 ετών και, αντ’ αυτού, προτείνει, όπου υφίστανται περίοδοι θεμελίωσης, να μην υπερβαίνουν το ένα έτος. Αυτή εξακολουθεί να είναι μια αναλογική προσέγγιση που μειώνει τα εμπόδια όσον αφορά την κινητικότητα ενώ εμποδίζει την αναίτια επιβάρυνση των συστημάτων συμπληρωματικής συνταξιοδότησης. Βάσει αυτών η Επιτροπή αναδιατύπωσε το άρθρο 4 στοιχείο γ), διασαφηνίζοντας όμως ότι ισχύει περίοδος θεμελίωσης ενός έτους από τη στιγμή που ένας ενεργός ασφαλισμένος φθάνει στην ηλικία των 25 ετών, ανεξάρτητα από την ηλικία που άρχισε την απόκτηση δικαιωμάτων. Η αναδιάρθρωση του άρθρου 4 από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, για να συνδυαστούν οι ηλικίες και οι ανώτατες περίοδοι θεμελίωσης αφήνει ένα στοιχείο ασάφειας ως προς το εάν μπορεί να ισχύει μια ελάχιστη ηλικία θεμελίωσης για άτομα κάτων των 25 ετών. Με την περαιτέρω αναθεώρηση αυτής της πρότασης από την Επιτροπή, για να επιτρέπεται μια ανώτατη περίοδος θεμελίωσης ενός έτους (για άτομα άνω των 25 ετών) η ασάφεια αυτή εντείνεται. Επομένως, για λόγους σαφήνειας, η Επιτροπή απορρίπτει τη διαγραφή του στοιχείου β) του άρθρου 4, όπου αναφέρεται: «όταν απαιτείται ελάχιστο όριο ηλικίας για την απόκτηση συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων, το εν λόγω όριο να μην υπερβαίνει τα 21 έτη» και, αντ’ αυτού, προβαίνει σε μικρές συντακτικές τροποποιήσεις. Επίσης, η Επιτροπή κάνει τεχνικές τροποποιήσεις στο αρχικό στοιχείο γ) του άρθρου 4 και το μετακινεί στο στοιχείο α) του άρθρου 4 για να βελτιωθεί η συνολική δομή και η συνέπεια του εν λόγω άρθρου. Η τροπολογία 43 αναδιατυπώνει και επεκτείνει το αρχικό στοιχείο α) του άρθρου 4 [εμφανίζεται ως στοιχείο δ)] και διασαφηνίζει περαιτέρω την τύχη των εισφορών που έχουν καταβληθεί πριν από τη θεμελίωση. Η Επιτροπή αποδέχεται αυτές τις αλλαγές πλήρως, με μικρές συντακτικές τροποποιήσεις. Η Επιτροπή αποδέχεται επίσης κατ’ αρχήν την αντίστοιχη νέα αιτιολογική σκέψη που εισαγάγει η τροπολογία 11. Αυτή αναδιατυπώνεται ως αιτιολογική σκέψη 6α, ύστερα από σχόλιο εμπειρογνώμονα στις ομάδες εργασίας του Συμβουλίου και διασαφηνίζει περαιτέρω τον τρόπο αντιμετώπισης μη θεμελιωμένων δικαιωμάτων και αποχωρούντων εργαζομένων. Η τροπολογία 24 περιγράφει το ρόλο που μπορούν να διαδραματίσουν οι κοινωνικοί εταίροι – μέσω συλλογικών συμβάσεων – κατά τη θέσπιση των διατάξεων των στοιχείων α) έως δ) του άρθρου 4. Η Επιτροπή αποδέχεται αυτές τις προτάσεις κατ’ αρχήν και τις εισαγάγει ως νέο στοιχείο ε) του άρθρου 4 με συντακτικές αλλαγές που συζητήθηκαν στο Συμβούλιο, οι οποίες παρέχουν μεγαλύτερη νομική σαφήνεια. Η τροπολογία 9 αφορά μια γενική αιτιολογική σκέψη για ολόκληρο το άρθρο 4, η οποία εν μέρει αντικαθιστά την αρχική αιτιολογική σκέψη 6 που διαγράφεται με την τροπολογία 10. Αναφέρει ότι, δεδομένης της αυξανόμενης σπουδαιότητας της συμπληρωματικής συνταξιοδότησης για τα εισοδήματα στα γηρατειά, πρέπει να βελτιωθούν η απόκτηση, η διατήρηση και η μεταφορά των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων. Η Επιτροπή αποδέχεται πλήρως την τροπολογία ως αιτιολογική σκέψη 5θ ενώ κάνει πρόσθετη αναφορά στη μείωση των εμποδίων όσον αφορά την ελεύθερη κυκλοφορία και την επαγγελματική κινητικότητα για να εξασφαλιστεί η συνέπεια με το στόχο της οδηγίας. Ως πρόσθετη τεχνική διασαφήνιση, η Επιτροπή εισαγάγει μια νέα αιτιολογική σκέψη 5ι ώστε να αποφευχθεί η σύγχυση όσον αφορά την έννοια του όρου «απαίτηση θεμελίωσης», ο οποίος σε ορισμένα κράτη μέλη μπορεί να ερμηνευτεί και ως αγορά μιας ετήσιας προσόδου. 3.3 Διατήρηση αδρανοποιημένων δικαιωμάτων και μεταφορές (άρθρα 5 και 6) Διατήρηση των αδρανοποιημένων δικαιωμάτων. Η τροπολογία 12 εισαγάγει μια νέα αιτιολογική σκέψη (6β) η οποία επισημαίνει το δικαίωμα των αποχωρούντων εργαζομένων να αφήσουν τα θεμελιωμένα τους συνταξιοδοτικά δικαιώματα ως αδρανοποιημένα στο σύστημα στο οποίο τα έχουν θεμελιώσει. Η Επιτροπή αποδέχεται αυτή την τροπολογία κατ’ αρχήν, με πρόσθετη διατύπωση που αντικατοπτρίζει την εργασία στο πλαίσιο του Συμβουλίου, ιδίως σε σχέση με συγκεκριμένες περιπτώσεις όπου εργαζόμενοι με υψηλή κινητικότητα, κυρίως στο πλαίσιο συνταξιοδοτικών συστημάτων καθορισμένης εισφοράς, μπορεί να υλοποιήσουν τα δικαιώματά τους σε ένα άλλο σύστημα συμπληρωματικής συνταξιοδότησης που ικανοποιεί τις διατάξεις του άρθρου 5 παράγραφος 1. Η τροπολογία 13 αναδιατυπώνει την αιτιολογική σκέψη 7 σύμφωνα με τη γενική αρχή διασαφήνισης του τρόπου υπολογισμού και διατήρησης των αδρανοποιημένων δικαιωμάτων, ενώ επισημαίνει την ανάγκη εξέτασης της ιδιαίτερης φύσης του συστήματος και των δικαιωμάτων των μελών του συστήματος που δεν είναι αποχωρούντες εργαζόμενοι. Η Επιτροπή αποδέχεται την τροπολογία κατ’ αρχήν και στην αναδιατύπωσή της λαμβάνει υπόψη την εργασία των εμπειρογνωμόνων στις ομάδες εργασίας του Συμβουλίου. Το κείμενο πλέον παραπέμπει στις «εθνικές νομοθετικές διατάξεις και πρακτικές» για τον υπολογισμό των αξιών των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων, αντί στις «αναλογιστικές αρχές» ώστε να αποφεύγεται η σύγχυση με τις διασυνοριακές διατάξεις στο πλαίσιο της οδηγίας 2003/41/EΚ[1]. Αξιοποιώντας περαιτέρω την εργασία των εμπειρογνωμόνων στις ομάδες εργασίας του Συμβουλίου, το κείμενο περιέχει αναφορά σε αιτιολογημένες διοικητικές δαπάνες που ενδεχομένως λαμβάνονται υπόψη στην περίπτωση προσαρμογής αδρανοποιημένων δικαιωμάτων. Η Επιτροπή θεωρεί ότι πρόκειται για αναλογική και αναγκαία προσθήκη. Η τροπολογία 14 διασαφηνίζει την αιτιολογική σκέψη 8 όσον αφορά την υλοποίηση μικρών ποσών θεμελιωμένων συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων αποχωρούντων εργαζομένων. Η Επιτροπή αποδέχεται αυτή την τροπολογία κατ’ αρχήν και προσθέτει διασαφηνίσεις σχετικά με τον υπολογισμό της επιβολής κεφαλαίου. Η τροπολογία 25 αναθεωρεί το άρθρο 5 με την εισαγωγή μιας νέας παραγράφου -1, η οποία παραχωρεί στους αποχωρούντες εργαζομένους – υπό τους όρους των παραγράφων 2 και 3 του άρθρου 5 – το δικαίωμα διατήρησης των αδρανοποιημένων δικαιωμάτων τους στο σύστημα στο οποίο τα θεμελίωσαν. Η Επιτροπή αποδέχεται αυτή την τροπολογία κατ’ αρχήν, με συντακτικές αλλαγές που αντικατοπτρίζουν εν μέρει τεχνικές συζητήσεις στο Συμβούλιο. Για να εξασφαλιστεί η σαφήνεια της πρόθεσης, η Επιτροπή ενσωματώνει επίσης ένα κείμενο που διασαφηνίζει ότι, όπου ενδείκνυται, η αξία των νεοαποκτηθέντων συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων πρέπει να υπολογίζεται κατά τη χρονική στιγμή που ο εργαζόμενος εγκαταλείπει το σύστημα. Η αξία αυτή λειτουργεί ως σημείο αναφοράς για τη μελλοντική επεξεργασία αδρανοποιημένων δικαιωμάτων όπως ορίζεται στο άρθρο 5 παράγραφος 1. Η τροπολογία 25 προσθέτει επίσης πολλές λεπτομέρειες στο άρθρο 5 παράγραφος 1 και, ιδίως, περιέχει ρητή αναφορά σε μεθόδους με τις οποίες η «δίκαιη προσαρμογή» (στην τροπολογία αναφέρεται ως «δίκαιη μεταχείριση») πρέπει να θεωρείται δίκαιη. Εν μέρει, αυτό περιλαμβάνει την ενσωμάτωση κειμένου από την αρχική αιτιολογική σκέψη 7. Η τροπολογία προτείνει επίσης ότι τα αδρανοποιημένα δικαιώματα πρέπει να προστατεύονται σε περίπτωση αφερεγγυότητας του χορηγούντος εργοδότη. Η Επιτροπή δεν μπορεί να αποδεχτεί την εισαγωγή της προστασίας έναντι αφερεγγυότητας στην παρούσα οδηγία, αφού αυτό αποτελεί ήδη αντικείμενο της ευρωπαϊκής νομοθεσίας μέσω των διατάξεων του άρθρου 8 της οδηγίας 80/987/ΕΟΚ του Συμβουλίου[2]. Η Επιτροπή αποδέχεται τις άλλες αλλαγές κατ’ αρχήν, με την τεχνική διατύπωση που διαμορφώθηκε στις ομάδες εργασίας του Συμβουλίου. Ωστόσο, η Επιτροπή, ενώ αποδέχεται κατ’ αρχήν την παροχή περισσότερων λεπτομερειών στο άρθρο 5 παράγραφος 1, θεωρεί ότι η δομή της προτεινόμενης τροπολογίας δεν επιτυγχάνει πλήρως το στόχο της, δηλαδή τον ορισμό της «δίκαιης μεταχείρισης» κατά τρόπο πιο σαφή. Επομένως, η τροποποιμένη πρόταση αναδιατυπώνει και διασαφηνίζει το άρθρο 5 παράγραφο 1, με την εισαγωγή δύο κοινών και συγκεκριμένων μεθόδων για την επεξεργασία των αδρανοποιημένων δικαιωμάτων (ανάπτυξη σύμφωνα με τα δικαιώματα ενεργών ασφαλισμένων και ανάπτυξη σύμφωνα με τις συνταξιοδοτικές παροχές που καταβάλλονται) παράλληλα με την έννοια της δίκαιης μεταχείρισης στην αρχή του άρθρου. Παρατίθενται και άλλες μέθοδοι που μπορούν να θεωρούν δίκαιη μεταχείριση, όπως προτείνεται στην τροπολογία 25. Για περισσότερη σαφήνεια όσον αφορά αυτές τις αλλαγές, η Επιτροπή εισαγάγει μια νέα αιτιολογική σκέψη (7α), στην οποία αναφέρεται ότι η οδηγία δεν δημιουργεί την υποχρέωση θέσπισης πιο ευνοϊκών όρων για τα αδρανοποιημένα δικαιώματα απ’ ό,τι για τα δικαιώματα των ενεργών ασφαλισμένων. Η Επιτροπή εισαγάγει - ύστερα από τη σύσταση εμπειρογνώμονα στην ομάδα εργασίας του Συμβουλίου - επιπλέον διασάφηση στο άρθρο 5 παράγραφος 1 στοιχείο γ), που επιτρέπει στα κράτη μέλη να θέσουν αναλογικά όρια κατά την προσαρμογή των αδρανοποιημένων δικαιωμάτων, σύμφωνα με τον πληθωρισμό των τιμών ή των μισθών. Η Επιτροπή θεωρεί ότι πρόκειται για ένα λογικό συμβιβασμό ώστε να προστατευτεί μακροπρόθεσμα η βιωσιμότητα της παροχής συμπληρωματικής συνταξιοδότησης. Ως συνέπεια αυτών των αλλαγών, η εκτελεστική στο άρθρο 9 παράγραφος 5 είναι περιττή και ως εκ τούτου διαγράφεται. Η τροπολογία 25 προτείνει επίσης συντακτικές αλλαγές στο άρθρο 5 παράγραφος 2 όσον αφορά την καταβολή κεφαλαίου, όταν τα θεμελιωμένα δικαιώματα είναι κάτω από το συγκεκριμένο όριο που θέτει η εθνική νομοθεσία. Η Επιτροπή αποδέχεται αυτές τις αλλαγές πλήρως, με μικρές συντακτικές αλλαγές. Η Επιτροπή αποδέχεται επίσης κατ’ αρχήν την εισαγωγή της παραγράφου 3 στο άρθρο 5, η οποία καθιστά σαφή το ρόλο που μπορούν να διαδραματίσουν οι κοινωνικοί εταίροι κατά την εισαγωγή των διατάξεων του άρθρου 5 σε συλλογικές συμβάσεις. Μεταφορές. Οι τροπολογίες 15, 16 και 17 αντικατοπτρίζουν τις αλλαγές στο άρθρο 5 και τη διαγραφή του άρθρου 6, ενώ δίνεται έμφαση στο ότι η οδηγία δεν επιδιώκει την αποθάρρυνση της μεταφοράς συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων. Οι αιτιολογικές σκέψεις συνιστούν στα κράτη μέλη να επιδιώξουν τη βελτίωση των όρων μεταφοράς, όπου αυτό είναι δυνατόν. Η Επιτροπή αποδέχεται τις τροπολογίες 15 και 17, με τις οποίες διαγράφονται οι αιτιολογικές σκέψεις 9 και 10 και αποδέχεται επίσης, με συντακτικές αλλαγές, την τροπολογία 16 (εμφανίζεται ως νέα αιτιολογική σκέψη 9α), στην οποία αναφέρεται ότι τα νέα συστήματα συμπληρωματικής συνταξιοδότησης πρέπει να ενθαρρύνουν ιδιαίτερα τις μεταφορές. Η τροπολογία 26 προτείνει τη διαγραφή του άρθρου 6 για τη μεταφορά των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων. Η Επιτροπή αποδέχεται πλήρως την τροπολογία αυτή, λυπούμενη όμως για το γεγονός ότι στην τροποποιημένη πρόταση δεν περιέχονται διατάξεις που να ορίζουν τον τρόπο μεταφοράς των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων. Η Επιτροπή αναγνωρίζει ότι στην παρούσα χρονική στιγμή, λόγω τεχνικών δυσκολιών όσον αφορά τη συμφωνία επί γενικών διατάξεων για τις μεταφορές αλλά και επιφυλάξεων όσον αφορά τον αντίκτυπο στη δημοσιονομική βιωσιμότητα ορισμένων συστημάτων συμπληρωματικής συνταξιοδότησης, το άρθρο 6 πρέπει να διαγραφεί. 3.4 Ενημέρωση και μη οπισθοδρόμηση (άρθρα 6 και 7) Ενημέρωση. Η τροπολογία 27 αφορά τη διάταξη περί πληροφόρησης των εργαζομένων, των ενεργών ασφαλισμένων και των αποχωρούντων εργαζομένων στο άρθρο 7 παράγραφος 1 (εμφανίζεται πλέον ως άρθρο 6 παράγραφος 1). Η τροπολογία προτείνει ότι οι ενεργοί ασφαλισμένοι έχουν το δικαίωμα να ζητήσουν πληροφόρηση σχετικά με τα δικαιώματά τους συμπληρωματικής συνταξιοδότησης σε περίπτωση λήξης της απασχόλησής τους. Η Επιτροπή αποδέχεται πλήρως αυτό το μέρος της τροπολογίας. Οι αλλαγές στις παραγράφους 2 και 3 του άρθρου 7 (εμφανίζονται πλέον ως παράγραφοι 2 και 3 του άρθρου 6) γίνονται αποδεκτές πλήρως ή κατ’ αρχήν, με τη χρήση κάποιας τεχνικής διατύπωσης που διαμορφώθηκε στο πλαίσιο των εργασιών στο Συμβούλιο. Η πρόταση διαγραφής της παραγράφου 4 του άρθρου 7, όπου περιγράφεται η μέθοδος της διάταξης περί πληροφόρησης, και η τοποθέτησή της στο πλαίσιο της παραγράφου 2 του άρθρου 7 δεν γίνεται αποδεκτή από την Επιτροπή, αφού η Επιτροπή θεωρεί ότι η αρχική δομή του άρθρου είναι πιο σαφής. Ωστόσο, το κείμενο στην παράγραφο 4 του άρθρου 7 (πλέον παράγραφος 4 του άρθρου 6) έχει διαμορφωθεί έτσι ώστε να αντικατοπτρίζονται οι συζητήσεις με τους εμπειρογνώμονες στο Συμβούλιο. Κατά συνέπεια αυτών των αλλαγών, η Επιτροπή εισαγάγει στην αιτιολογική σκέψη 11 πρόσθετο κείμενο που θα επιτρέπει κάποια διοικητική διασφάλιση, ώστε να καταστεί σαφές ότι δεν υφίσταται υποχρέωσης παροχή πληροφοριών σε πιο τακτό διάστημα από αυτό του ενός έτους. Κατοχύρωση του επιπέδου προστασίας. Η τροπολογία 28 διασαφηνίζει το άρθρο περί μη οπισθοδρόμησης, με την αντικατάσταση του όρου «δυνατότητα μεταφοράς» από τον όρο «θεμελίωση και διατήρηση», αντικατοπτρίζοντας τη διαγραφή από την οδηγία των διατάξεων περί μεταφοράς. Η τροπολογία γίνεται πλήρως αποδεκτή, εκτός από την αναφορά στους αποχωρούντες εργαζομένους, στην τελευταία γραμμή του άρθρου, η οποία κρίνεται περιττή. Η Επιτροπή διασαφήνισε επίσης τον αντίκτυπο του άρθρου ώστε να καταστεί σαφές ότι η διατήρηση αφορά αποχωρούντες εργαζομένους, ενώ η απόκτηση δικαιωμάτων αφορά τους εργαζομένους γενικότερα. 3.5 Εφαρμογή και υποβολή εκθέσεων (άρθρα 8 και 9) Εφαρμογή. Οι τροπολογίες 29 και 42 προτείνουν να χορηγείται στα κράτη μέλη, κατά την εφαρμογή της οδηγίας, παράταση 60 μηνών όσον αφορά την εφαρμογή των άρθρων 4 και 5. Η Επιτροπή αποδέχεται την πρόταση αυτή καθώς και τις μικρές συντακτικές αλλαγές, ως αναλογικές για την εξισορρόπηση των στοιχείων μείωσης των εμποδίων στην ελεύθερη κυκλοφορία και την κινητικότητα και για την εξασφάλιση της συνεχούς βιωσιμότητας της παροχής συμπληρωματικής συνταξιοδότησης. Η Επιτροπή άλλαξε επίσης την ημερομηνία εφαρμογής για να συνεκτιμηθεί η τρέχουσα κατάσταση. Η τροπολογία 30 διαγράφει την παράγραφο 3 του άρθρου 9, κάτι που η Επιτροπή αποδέχεται, αφού η διάταξη είναι πλέον περιττή λόγω της διαγραφής των διατάξεων περί μεταφοράς. Υποβολή εκθέσεων. Η τροπολογία 31 ορίζει ότι ένα στοιχείο των πενταετών εκθέσεων που προβλέπονται στο άρθρο 10 (πλέον άρθρο 9) πρέπει να είναι η αξιολόγηση της «διαθεσιμότητας των εργοδοτών» να προσφέρουν συμπληρωματική συνταξιοδότηση μετά τη θέση σε ισχύ της παρούσας οδηγίας. Η Επιτροπή αποδέχεται αυτή την τροπολογία κατ’ αρχήν, προτείνει όμως την εισαγωγή του στοιχείου της υποβολής εκθέσεων σε μια νέα αιτιολογική σκέψη (15α). Η Επιτροπή έκανε επίσης αλλαγές τεχνικής διατύπωσης και εισήγαγε αναφορά στην «ανάπτυξη συμπληρωματικής παροχής» αντί στη «διαθεσιμότητα». Η Επιτροπή θεωρεί ότι η διαθεσιμότητα αποτελεί μια δύσκολα ποσοτικοποιήσιμη έννοια. Η τροπολογία 32 προτείνει μια νέα ρήτρα στο άρθρο 10 (πλέον άρθρο 9), με την οποία ζητείται η αξιολόγηση από την πρώτη έκθεση του αντικτύπου που έχει στην υποχρέωση παροχής συμπληρωματικής συνταξιοδότησης του εργοδότη από τη μεταφορά των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων. Η Επιτροπή αποδέχεται αυτό το πρόσθετο στοιχείο κατ’ αρχήν και για λόγους σαφήνειας το περιλαμβάνει επίσης στην αιτιολογική σκέψη 15α. Οι τροπολογίες 52 και 33 προτείνουν τη διαγραφή της παραγράφου 2 του άρθρου 10 και την αντικατάστασή της από μια νέα παράγραφο [άρθρο 10 παράγραφο 2 στοιχείο α)]. Η νέα παράγραφος απαιτεί από την Επιτροπή να αναθεωρήσει, ιδίως, τους όρους μεταφοράς συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων εντός 5 ετών από την έκδοση της οδηγίας. Με βάση αυτή την έκθεση, η Επιτροπή πρέπει να υποβάλει κάθε αναγκαία πρόταση για την περαιτέρω μείωση των εμποδίων όσον αφορά την κινητικότητα. Η Επιτροπή αποδέχεται και τις δύο αυτές τροπολογίες και για λόγους σαφήνειας τροποποίησε αναλόγως την παράγραφο 2 του άρθρου 10 (πλέον παράγραφος 2 του άρθρου 9). Η Επιτροπή εισήγαγε επίσης πρόσθετο κείμενο για να διασαφηνιστεί ότι κάθε πρόταση τροποποίησης της οδηγίας θα υποβληθεί μόνον εάν η κατάσταση στη δεδομένη χρονική στιγμή απαιτεί περαιτέρω νομοθεσία. | Συμπερασμα | Έχοντας υπόψη το άρθρο 250 παράγραφος 2 της συνθήκης ΕΚ, η Επιτροπή τροποποιεί την πρότασή της ως ακολούθως. | 2005/0214 (COD) Τροποποιημένη πρόταση ΟΔΗΓΙΑΣ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ σχετικά με τις τη βελτίωση της δυνατότητας μεταφοράς των δικαιωμάτων συμπληρωματικής συνταξιοδότησης ελάχιστες απαιτήσεις για την αύξηση της κινητικότητας των εργαζομένων μέσω της βελτίωσης της απόκτησης και της διατήρησης δικαιωμάτων συμπληρωματικής συνταξιοδότησης (Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ) ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ, Έχοντας υπόψη: τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, και ιδίως τα άρθρα 42 και 94, την πρόταση της Επιτροπής[3], τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής[4], Αποφασίζοντας σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 251 της Συνθήκης[5], Εκτιμώντας τα ακόλουθα: (1) Η ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων αποτελεί μία από τις θεμελιώδεις ελευθερίες της Κοινότητας· στο άρθρο 42 της Συνθήκης προβλέπεται ότι το Συμβούλιο, αποφασίζοντας με τη διαδικασία του άρθρου 251, λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα στον τομέα της κοινωνικής ασφάλισης για την εγκαθίδρυση της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων. (2) Η κοινωνική προστασία των εργαζομένων σε θέματα συνταξιοδότησης εξασφαλίζεται από τα νόμιμα συστήματα κοινωνικής ασφάλισης, τα οποία συμπληρώνονται από τα συμπληρωματικά συστήματα κοινωνικής ασφάλισης συνταξιοδότησης που συνδέονται με τη σύμβαση εργασίας και κατέχουν όλο και μεγαλύτερη θέση στα κράτη μέλη. (3) Το Συμβούλιο διαθέτει ευρεία διακριτική ευχέρεια όσον αφορά την επιλογή των καταλληλότερων μέτρων για την επίτευξη του στόχου του άρθρου 42 της Συνθήκης· το σύστημα συντονισμού που προβλέπεται στον κανονισμό (ΕΟΚ) αριθ. 1408/71 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς, στους μη μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας[6] και στον κανονισμό (ΕΟΚ) αριθ. 574/72 του Συμβουλίου, της 21ης Μαρτίου 1972, περί του τρόπου εφαρμογής του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 1408/71[7] και, ειδικότερα, οι κανόνες που ισχύουν σε θέματα συνυπολογισμού των περιόδων ασφάλισης δεν αφορούν τα συστήματα συμπληρωματικής συνταξιοδότησης, με εξαίρεση τα συστήματα που καλύπτονται από τον όρο «νομοθεσία», όπως ορίζεται στο άρθρο 1 στοιχείο ι) πρώτο εδάφιο του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 1408/71 ή που έχουν αποτελέσει αντικείμενο σχετικής δήλωσης από ένα κράτος μέλος δυνάμει του εν λόγω άρθρου. Συνεπώς, τα συστήματα συμπληρωματικής συνταξιοδότησης θα πρέπει να αποτελέσουν αντικείμενο ειδικών μέτρων, ώστε να ληφθεί υπόψη η φύση τους και τα ιδιάζοντα χαρακτηριστικά τους, καθώς και η πολυμορφία των συστημάτων αυτών εντός των κρατών μελών και μεταξύ αυτών, και ιδιαίτερα ο ρόλος των κοινωνικών εταίρων στην εφαρμογή τους. (4) Η οδηγία 98/49/ΕΚ του Συμβουλίου, της 29ης Ιουνίου 1998, σχετικά με την προστασία των δικαιωμάτων συμπληρωματικής συνταξιοδότησης των μισθωτών και των μη μισθωτών που μετακινούνται εντός της Κοινότητας[8], αποτελεί ένα πρώτο ειδικό μέτρο που αποσκοπεί στο να βελτιώσει την άσκηση του δικαιώματος της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων στον τομέα των συστημάτων συμπληρωματικής συνταξιοδότησης. (5) Είναι επίσης σκόπιμο να χρησιμοποιηθεί ως νομική βάση το άρθρο 94 της Συνθήκης, δεδομένου ότι οι αποκλίσεις των εθνικών νομοθεσιών που διέπουν τα συστήματα συμπληρωματικής συνταξιοδότησης παρεμποδίζουν, λόγω της φύσης τους, τόσο την άσκηση του δικαιώματος των εργαζομένων για ελεύθερη κυκλοφορία όσο και τη λειτουργία της κοινής αγοράς. Έτσι, για να βελτιωθ εί ο ύν τα η δυνατότητα μεταφοράς των δικαιωμάτων συμπληρωματικής συνταξιοδότησης δικαιώματα των εργαζομένων που διακινούνται στο εσωτερικό της Κοινότητας και στο εσωτερικό του εκάστοτε κράτους μέλους, πρέπει να υπάρξει αφενός, εναρμόνιση ορισμένων όρων απόκτησης συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων και, αφετέρου, προσέγγιση των κανόνων που αφορούν τη διατήρηση των αδρανοποιημένων δικαιωμάτων και τη μεταφορά των θεμελιωμένων δικαιωμάτων θεσπιστούν ορισμένες ελάχιστες απαιτήσεις όσον αφορά την θεμελίωση και διατήρηση των θεμελιωμένων συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων των αποχωρούντων εργαζομένων στα συστήματα συμπληρωματικής συνταξιοδότησης που συνδέονται με εργασιακή σχέση. (5α) Επιπλέον, πρέπει να ληφθούν υπόψη η δομή και ο ιδιαίτερος χαρακτήρας των συστημάτων συμπληρωματικής συνταξιοδότησης καθώς και το γεγονός ότι παρουσιάζουν διαφορές εντός και μεταξύ των επιμέρους κρατών μελών. Η δημιουργία νέων συστημάτων, η βιωσιμότητα των υφιστάμενων συστημάτων και οι προσδοκίες και απαιτήσεις των σημερινών ασφαλισμένων θα πρέπει να προστατευθούν επαρκώς. Επιπλέον, στην παρούσα οδηγία θα πρέπει να ληφθεί ιδιαίτερα υπόψη ο ρόλος των κοινωνικών εταίρων κατά την διαμόρφωση και εφαρμογή των συστημάτων συμπληρωματικής συνταξιοδότησης. (5b) Η οδηγία δεν αμφισβητεί το δικαίωμα των κρατών μελών να οργανώνουν τα συνταξιοδοτικά τους συστήματα. Τα κράτη μέλη παραμένουν εξ ολοκλήρου αρμόδια για την οργάνωση αυτών των συστημάτων και, κατά τη μεταφορά της παρούσας οδηγίας στην εθνική νομοθεσία, δεν υποχρεούνται να θεσπίσουν νομοθεσία που να προβλέπει τη δημιουργία συστημάτων συμπληρωματικής συνταξιοδότησης. (5γ) Η παρούσα οδηγία αφορά όλα τα συστήματα συμπληρωματικής συνταξιοδότησης που έχουν συσταθεί σύμφωνα με τις εθνικές νομοθετικές διατάξεις και πρακτικές και προσφέρουν πρόσθετες συνταξιοδοτικές παροχές για τους εργαζόμενους, όπως για παράδειγμα οι ομαδικές ασφαλιστικές συμβάσεις, τα στατικά διανεμητικά συστήματα που έχουν συμφωνηθεί με έναν ή περισσοτέρους κλάδους ή τομείς, τα κεφαλαιοποιητικά συστήματα ή οι υποσχέσεις συνταξιοδότησης που υποστηρίζονται από λογιστικά αποθέματα ή οποιεσδήποτε συλλογικές ή άλλες παραπλήσιες συμφωνίες. (5δ) Η παρούσα οδηγία δεν θα πρέπει να εφαρμόζεται σε συστήματα συμπληρωματικής συνταξιοδότησης ή, κατά περίπτωση, σε υποτομείς αυτών των συστημάτων, που έχουν κλείσει με αποτέλεσμα να μην είναι πλέον δυνατή η εγγραφή νέων μελών διότι η θέσπιση νέων κανόνων θα μπορούσε να σημαίνει αδικαιολόγητη επιβάρυνση αυτών των συστημάτων. (5ε) Η παρούσα οδηγία δεν έχει στόχο να εναρμονίσει ή να επηρεάσει την εθνική νομοθεσία σχετικά με τα μέτρα εξυγίανσης και τις διαδικασίες εκκαθάρισης· εν προκειμένω είναι επουσιώδες αν οι διαδικασίες κινούνται λόγω αφερεγγυότητας ή εάν κινούνται εθελοντικά ή υποχρεωτικά. Ομοίως, η παρούσα οδηγία δεν θίγει τις εθνικές νομοθετικές διατάξεις σχετικά με τα μέτρα εξυγίανσης που αναφέρονται στην οδηγία 2001/17/ΕΚ [9] . (5στ) Η παρούσα οδηγία δεν πρέπει να αφορά τα συστήματα προστασίας έναντι αφερεγγυότητας και τα αντισταθμιστικά συστήματα, τα οποία δεν συγκαταλέγονται στα συστήματα συμπληρωματικής συνταξιοδότησης που συνδέονται με εργασιακή σχέση και αποσκοπούν στην προστασία των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων των εργαζομένων σε περίπτωση αφερεγγυότητας της επιχείρησης ή του συστήματος συνταξιοδότησης. Κατά τον ίδιο τρόπο, η παρούσα οδηγία δεν πρέπει να αφορά τα εθνικά αποθεματικά συνταξιοδοτικά ταμεία. (5ζ) Η παρούσα οδηγία εφαρμόζεται μόνο στα συστήματα συμπληρωματικής συνταξιοδότησης που υφίστανται λόγω εργασιακής σχέσης και βασίζονται στη συμπλήρωση της ηλικίας συνταξιοδότησης ή στην εκπλήρωση άλλων προϋποθέσεων, όπως ορίζεται από το σύστημα ή την εθνική νομοθεσία. Η παρούσα οδηγία δεν ισχύει για ατομικές συνταξιοδοτικές ρυθμίσεις, εκτός αυτών που συνάπτονται μέσω εργασιακής σχέσης. Η παρούσα οδηγία δεν ισχύει και για επιδόματα αναπηρίας και επιζώντων. (5η) Κατ' αποκοπή πληρωμή, η οποία δεν κρίνεται ότι αποτελεί ουσιαστικό εισόδημα, δεν συνδέεται με εισφορές για την απόκτηση προσόδου, πραγματοποιείται άμεσα ή έμμεσα στο τέλος της σταδιοδρομίας και χρηματοδοτείται αποκλειστικά από τον εργοδότη, δεν θα πρέπει να θεωρείται ως συμπληρωματική σύνταξη κατά την έννοια της παρούσας οδηγίας (5θ) Δεδομένου ότι η συμπληρωματική παροχή συντάξεων αποκτά ολοένα μεγαλύτερη σημασία για τη διασφάλιση του βιοτικού επιπέδου στα γηρατειά σε πολλά κράτη μέλη, πρέπει να βελτιωθούν οι όροι απόκτησης, διατήρησης και μεταφοράς των θεμελιωμένων δικαιωμάτων ώστε να μειωθούν τα εμπόδια για την ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων και την επαγγελματική κινητικότητα εντός της ΕΕ. (5ι) Οι προϋποθέσεις κτήσης δεν θα πρέπει να εξομοιώνονται προς άλλους όρους που τίθενται για την απόκτηση δικαιώματος προσόδου όσον αφορά το στάδιο της πληρωμής σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία ή βάσει των κανόνων ορισμένων συστημάτων συμπληρωματικής συνταξιοδότησης (ιδίως των συστημάτων προκαθορισμένων εισφορών). (6) Για να εξασφαλιστεί ότι οι όροι απόκτησης των δικαιωμάτων συμπληρωματικής συνταξιοδότησης δεν ζημιώνουν την άσκηση του δικαιώματος των εργαζομένων για ελεύθερη κυκλοφορία εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης, είναι σκόπιμο να καθοριστούν όρια όσον αφορά τους όρους απόκτησης ώστε ο εργαζόμενος, όταν ασκεί το δικαίωμά του για ελεύθερη κυκλοφορία ή μετακινείται στο εσωτερικό ενός κράτους μέλους, να λαμβάνει στο τέλος της σταδιοδρομίας του σύνταξη ικανοποιητικού επιπέδου. (6α) Όταν η εργασιακή σχέση παύει πριν σωρεύσει ο αποχωρών εργαζόμενος θεμελιωμένα συνταξιοδοτικά δικαιώματα και όταν το σύστημα ή ο εργοδότης επωμίζεται τον επενδυτικό κίνδυνο (ιδίως σε συστήματα προκαθορισμένων εισφορών), το σύστημα θα πρέπει πάντοτε να περιλαμβάνει την επιστροφή των εισφορών του αποχωρούντος εργαζομένου. Όταν η εργασιακή σχέση παύει πριν σωρεύσει ο αποχωρών εργαζόμενος κεκτημένα συνταξιοδοτικά δικαιώματα και όταν ο αποχωρών εργαζόμενος επωμίζεται τον επενδυτικό κίνδυνο (ιδίως σε συστήματα προκαθορισμένων εισφορών), το σύστημα θα πρέπει πάντοτε να περιλαμβάνει την επιστροφή των εισφορών του αποχωρούντος εργαζομένου ανεξαρτήτως της αξίας των επενδύσεων που προέκυψαν από αυτές τις εισφορές . Η επενδυτική αξία μπορεί να είναι είτε υψηλότερη είτε χαμηλότερη από τις εισφορές που έχει καταβάλει ο αποχωρών εργαζόμενος. Σε περίπτωση που η αξία είναι αρνητική δεν πραγματοποιείται επιστροφή. (6β) Οι αποχωρούντες εργαζόμενοι θα πρέπει να έχουν το δικαίωμα να διατηρούν τα θεμελιωμένα συνταξιοδοτικά δικαιώματά τους ως αδρανοποιημένα δικαιώματα στο σύστημα συμπληρωματικής συνταξιοδότησης στο οποίο θεμελιώθηκε το δικαίωμά τους . Όσον αφορά τη διατήρηση των αδρανοποιημένων δικαιωμάτων, η προστασία μπορεί να θεωρείται ισοδύναμη όταν, ιδίως σε πλαίσιο συστήματος προκαθορισμένων εισφορών, προσφέρεται στους αποχωρούντες εργαζομένους η δυνατότητα μεταφοράς της αξίας των θεμελιωμένων συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων τους σε σύστημα συμπληρωματικής συνταξιοδότησης που ικανοποιεί τους όρους του άρθρου 5 παράγραφος 1. (7) Σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία και πρακτική θα πρέπει να ληφθούν μέτρα ώστε να εξασφαλισθεί Είναι επίσης σκόπιμο να δοθεί προσοχή σε μια δίκαιη προσαρμογή η διατήρηση των αδρανοποιημένων δικαιωμάτων ή της αξίας αυτών των αδρανοποιημένων δικαιωμάτων ώστε να αποφευχθεί η πιθανότητα ζημίωσης του αποχωρόντος εργαζομένου . Ο στόχος αυτός θα μπορούσε να επιτευχθεί με προσαρμογή των αδρανοποιημένων δικαιωμάτων σε συσχετισμό με διάφορα μέτρα αναφοράς, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται ο πληθωρισμός, το επίπεδο των μισθών ή οι καταβαλλόμενες συνταξιοδοτικές παροχές, αλλά και ο συντελεστής απόδοσης των στοιχείων του ενεργητικού του συστήματος συμπληρωματικής συνταξιοδότησής τους. Η αξία των δικαιωμάτων κατά την αποχώρηση του εργαζομένου από το σύστημα θα πρέπει να καθορίζεται σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία και πρακτική. Κατά τον υπολογισμό της αξίας θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη η ιδιαίτερη φύση του συστήματος, τα συμφέροντα των αποχωρούντων δικαιούχων, τα συμφέροντα των υπολοίπων ενεργών ασφαλισμένων του συστήματος και τα συμφέροντα των συνταξιοδοτημένων δικαιούχων. Όταν αναπροσαρμόζεται η αξία αδρανοποιημένων δικαιωμάτων, μπορούν να λαμβάνονται επίσης υπόψη οι δικαιολογημένες διοικητικές δαπάνες. (7α) Η παρούσα οδηγία δεν δημιουργεί την υποχρέωση θέσπισης πιο ευνοϊκών όρων για τα αδρανοποιημένα δικαιώματα απ’ ό,τι για τα δικαιώματα των ενεργών ασφαλισμένων του συστήματος. ( 8 ) Εάν τα θεμελιωμένα συνταξιοδοτικά δικαιώματα ή η αξία των θεμελιωμένων συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων ενός αποχωρούντος εργαζομένου δεν υπερβαίνει ένα όριο καθορισμένο από το εκάστοτε κράτος μέλος και προκειμένου να αποφευχθούν οι ιδιαίτερα υψηλές διοικητικές δαπάνες που απορρέουν από τη διαχείριση σημαντικού αριθμού αδρανοποιημένων δικαιωμάτων μικρής αξίας, πρέπει είναι δυνατόν να δοθεί η δυνατότητα στα συνταξιοδοτικά συστήματα να μην διατηρούν αυτά τα θεμελιωμένα δικαιώματα, αλλά να προβαίνουν είτε σε μεταφορά της αξίας των θεμελιωμένων συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων είτε σε πληρωμή κεφαλαίου ανάλογα με τα θεμελιωμένα δικαιώματα εφόσον αυτά δεν υπερβαίνουν ένα όριο καθορισμένο από το εκάστοτε κράτος μέλος . Η αξία μεταφοράς ή η καταβολή κεφαλαίου θα καθορίζονται ενδεχομένως σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία και πρακτική. (9) Για τους εργαζομένους που αλλάζουν απασχόληση, είναι σκόπιμο να εξασφαλιστεί η δυνατότητα επιλογής μεταξύ, αφενός, της διατήρησης των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων που απέκτησαν στο αρχικό συμπληρωματικό σύστημα συνταξιοδότησής τους και, αφετέρου, της μεταφοράς του αντίστοιχου κεφαλαίου σε άλλο σύστημα συμπληρωματικής συνταξιοδότησης, ακόμα και σε άλλο κράτος μέλος. (9α) Η παρούσα οδηγία δεν περιέχει διατάξεις για τη μεταφορά θεμελιωμένων συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων, ωστόσο, προκειμένου να προαχθεί η επαγγελματική κινητικότητα, τα κράτη μέλη πρέπει να επιδιώκουν, στο μέτρο του δυνατού και ιδίως σε περίπτωση σύστασης νέων συστημάτων συμπληρωματικής συνταξιοδότησης, τη βελτίωση της δυνατότητας μεταφοράς θεμελιωμένων συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων. ( 10 ) Για λόγους οικονομικής βιωσιμότητας των συστημάτων συμπληρωματικής συνταξιοδότησης, τα κράτη μέλη έχουν τη δυνατότητα να εξαιρούν κατ’ αρχήν τα μη κεφαλαιοποιητικά συστήματα από την υποχρέωση να δίνουν στους εργαζομένους τη δυνατότητα μεταφοράς των θεμελιωμένων δικαιωμάτων τους. Ωστόσο, για να υπάρξει ίση μεταχείριση μεταξύ των εργαζομένων που καλύπτονται από κεφαλαιοποιητικά συστήματα και των εργαζομένων που καλύπτονται από μη κεφαλαιοποιητικά συστήματα, είναι σκόπιμο να προσπαθήσουν τα κράτη μέλη να βελτιώσουν σταδιακά τη δυνατότητα μεταφοράς των δικαιωμάτων που απορρέουν από τα μη κεφαλαιοποιητικά συστήματα. (11) Με την επιφύλαξη της οδηγίας 2003/41/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 3ης Ιουνίου 2003, για τις δραστηριότητες και την εποπτεία των ιδρυμάτων που προσφέρουν υπηρεσίες επαγγελματικών συνταξιοδοτικών παροχών[10], οι ενεργοί ασφαλισμένοι του συστήματος και οι εργαζόμενοι που ασκούν ή που προτίθενται να ασκήσουν το δικαίωμά τους για ελεύθερη κυκλοφορία πρέπει να είναι κατάλληλα ενημερωμένοι από τους υπευθύνους διαχείρισης των συστημάτων συμπληρωματικής συνταξιοδότησης , ιδίως όσον αφορά τις συνέπειες μιας ενδεχόμενης παύσης της επαγγελματικής τους δραστηριότητας στα δικαιώματά τους για συμπληρωματική συνταξιοδότηση. Τα κράτη μέλη μπορούν να ορίσουν ότι οι εν λόγω πληροφορίες δεν δίνονται περισσότερες από μία φορά το χρόνο. ( 12 ) Λόγω της πολυμορφίας των συστημάτων συμπληρωματικής συνταξιοδότησης κοινωνικής ασφάλισης , η Κοινότητα οφείλει να περιοριστεί στον καθορισμό των στόχων προς επίτευξη σε ένα γενικό πλαίσιο και ως, εκ τούτου, η οδηγία αποτελεί το κατάλληλο νομοθετικό μέσο. ( 13 ) Με δεδομένο ότι οι στόχοι της προς ανάληψη δράσης, δηλαδή η μείωση των εμποδίων στην άσκηση του δικαιώματος των εργαζομένων για ελεύθερη κυκλοφορία και επαγγελματική κινητικότητα και στη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς, δεν είναι δυνατόν να επιτευχθούν σε ικανοποιητικό βαθμό από τα κράτη μέλη και μπορούν, κατά συνέπεια, λόγω της κλίμακας της δράσης, να επιτευχθούν καλύτερα σε κοινοτικό επίπεδο, η Κοινότητα έχει τη δυνατότητα να θεσπίσει μέτρα σύμφωνα με την αρχή της επικουρικότητας, όπως καθορίζεται στο άρθρο 5 της Συνθήκης. Σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας, όπως διατυπώνεται στο εν λόγω άρθρο, η παρούσα οδηγία δεν υπερβαίνει τα αναγκαία όρια για την επίτευξη των στόχων της, βασιζόμενη ιδίως σε ανάλυση αντικτύπου η οποία θα διεξαχθεί με τη συνδρομή της επιτροπής στον τομέα των συμπληρωματικών συντάξεων (το «φόρουμ των συντάξεων») . ( 14 ) Η παρούσα οδηγία καθορίζει ελάχιστες απαιτήσεις, αφήνοντας στα κράτη μέλη τη δυνατότητα θέσπισης ή διατήρησης ευνοϊκότερων διατάξεων. Η εφαρμογή της παρούσας οδηγίας δεν μπορεί να χρησιμεύσει ως δικαιολογία για ενδεχόμενη οπισθοδρόμηση σε σχέση με την κατάσταση που επικρατεί ήδη σε κάθε κράτος μέλος. ( 15 ) Όσον αφορά την ανάγκη να ληφθούν υπόψη οι συνέπειες της παρούσας οδηγίας ιδίως στην οικονομική βιωσιμότητα των συστημάτων συμπληρωματικής συνταξιοδότησης, τα κράτη μέλη μπορούν να χρησιμοποιήσουν ένα συμπληρωματικό χρονικό περιθώριο για τη σταδιακή εφαρμογή των διατάξεων που ενδέχεται να επιφέρουν τις εν λόγω συνέπειες. (15α) Οι πενταετείς εκθέσεις θα επισκοπούν πρόσφατες τάσεις στην παροχή συμπληρωματικών συντάξεων. Η πρώτη έκθεση θα περιέχει επίσης αξιολόγηση της υποχρέωσης του εργοδότη στο πλαίσιο της εθνικής νομοθεσίας, όσον αφορά τα συνταξιοδοτικά δικαιώματα αποχωρούντων εργαζομένων που μεταφέρουν τα δικαιώματά τους σε άλλο συνταξιοδοτικό σύστημα. Η αξιολόγηση πρέπει επίσης να εξετάζει δυνατότητες που να εξασφαλίζουν τη λήξη της νομικής υποχρέωσης από τη στιγμή της εκτέλεσης των μεταφορών. ( 16 ) Σύμφωνα με τις εθνικές διατάξεις που διέπουν την οργάνωση των συστημάτων συμπληρωματικής συνταξιοδότησης, τα κράτη μέλη μπορούν να αναθέσουν στους κοινωνικούς εταίρους, εφόσον αυτοί το ζητήσουν από κοινού, την εφαρμογή της παρούσας οδηγίας όσον αφορά τις διατάξεις που αναφέρονται σε συλλογικές συμβάσεις, με την προϋπόθεση ότι τα κράτη μέλη λαμβάνουν κάθε αναγκαίο μέτρο ώστε να είναι ανά πάσα στιγμή σε θέση να εξασφαλίζουν τα αποτελέσματα που απαιτούνται από την παρούσα οδηγία, ΕΞΕΔΩΣΑΝ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΟΔΗΓΙΑ: Άρθρο 1 Στόχος Η παρούσα οδηγία αποσκοπεί στο να διευκολύνει την άσκηση του δικαιώματος των εργαζομένων για ελεύθερη κυκλοφορία καθώς και του δικαιώματός τους για την επαγγελματική τους κινητικότητα στο εσωτερικό ενός κράτους μέλους , μειώνοντας τα εμπόδια που δημιουργούνται από ορισμένους κανόνες που διέπουν αφορούν τα συστήματα συμπληρωματικής συνταξιοδότησης στα κράτη μέλη που συνδέονται με εργασιακή σχέση . Άρθρο 2 Πεδίο εφαρμογής 1. Η παρούσα οδηγία εφαρμόζεται στα συστήματα συμπληρωματικής συνταξιοδότησης, εξαιρουμένων των συστημάτων που καλύπτονται από τον κανονισμό (ΕΟΚ) αριθ. 1408/71[11]. 2. Η παρούσα οδηγία δεν εφαρμόζεται στα ακόλουθα συστήματα: α) συστήματα συμπληρωματικής συνταξιοδότησης τα οποία έχουν παύσει να δέχονται νέα ενεργά μέλη κατά την έναρξη ισχύος της παρούσας οδηγίας και τα οποία παραμένουν κλειστά σε νέα μέλη· β) στα συστήματα συμπληρωματικής συνταξιοδότησης τα οποία υπόκεινται σε μέτρα που συνεπάγονται την παρέμβαση διοικητικών φορέων που έχουν συσταθεί βάσει εθνικής νομοθεσίας ή δικαστικών αρχών και τα οποία στόχο έχουν να διαφυλάξουν ή να αποκαταστήσουν την οικονομική τους κατάσταση, συμπεριλαμβανομένων των διαδικασιών εκκαθάρισης. Η εξαίρεση αυτή δεν παρατείνεται πέραν του τέλους της παρέμβασης· γ) στα συστήματα εγγυήσεων σε περιπτώσεις αφερεγγυότητας, στα συστήματα αποζημιώσεων και στα εθνικά αποθεματικά. Άρθρο 3 Ορισμοί Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας , ισχύουν οι ακόλουθοι ορισμοί : α) ως «συμπληρωματική σύνταξη», η σύνταξη λόγω αποχώρησης και, όπου αυτό που προβλέπεται από τους κανόνες των συστημάτων συμπληρωματικής συνταξιοδότησης που έχουν θεσπιστεί σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία και πρακτική , τα επιδόματα αναπηρίας και επιζώντων που συμπληρώνουν ή αντικαθιστούν τις παροχές που προβλέπονται για τις ίδιες περιπτώσεις στα πλαίσια των κατά νόμον συστημάτων κοινωνικής ασφάλισης. · β) ως «σύστημα συμπληρωματικής συνταξιοδότησης», κάθε επαγγελματικό σύστημα συνταξιοδότησης λόγω αποχώρησης , το οποίο είναι σύμφωνο προς την εθνική νομοθεσία και πρακτική , όπως, μεταξύ άλλων, ομαδική σύμβαση ασφάλισης ή στατικά διανεμητικό σύστημα το οποίο έχει συμφωνηθεί με έναν ή περισσοτέρους κλάδους ή τομείς, κεφαλαιοποιητικό σύστημα ή υπόσχεση συνταξιοδότησης που υποστηρίζεται από λογιστικά αποθέματα ή οποιαδήποτε συλλογική ή άλλη παραπλήσια συμφωνία και συνδέται με εργασιακή σχέση , που προορίζεται για τη χορήγηση συμπληρωματικής σύνταξης σε μισθωτούς και μη μισθωτούς · γ) ως « ενεργός ασφαλισμένος», ο εργαζόμενος τα άτομα στα οποία που βάσει της τρέχουσας εργασιακής του σχέσης επαγγελματική τους δραστηριότητα έχει ή πρόκειται να έχει, αφού εκπληρώσει τους όρους απόκτησης, δικαίωμα για συμπληρωματική σύνταξη σύμφωνα με τις διατάξεις κάποιου συστήματος συμπληρωματικής συνταξιοδότησης· δ) ως « θεμελιωμένα συνταξιοδοτικά δικαιώματα», όλα τα δικαιώματα συμπληρωματικής συνταξιοδότησης που έχουν αποκτηθεί κατόπιν εκπλήρωσης ενδεχόμενων όρων ασφάλισης κάθε παροχή που ενδεχομένως δικαιούται ο ασφαλισμένος και άλλοι δικαιούχοι βάσει των κανόνων ενός συστήματος συμπληρωματικής συνταξιοδότησης και, όπου αυτό ισχύει, σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία· δα) ως «περίοδος θεμελίωσης», το χρονικό διάστημα της ενεργού συμμετοχής σε ένα σύστημα, που απαιτείται, είτε βάσει της εθνικής νομοθεσίας είτε βάσει των κανόνων ενός συστήματος συμπληρωματικής συνταξιοδότησης, για την θεμελίωση δικαιώματος συμπληρωματικής συνταξιοδότησης· ε) ως «παύση της εργασίας», η απόφαση να δοθεί τέλος στην εργασιακή σχέση· στ) ως «αποχωρών εργαζόμενος», ο ενεργός ασφαλισμένος, του οποίου η τρέχουσα ο εργαζόμενος που, πριν να γίνει επιλέξιμος για συνταξιοδότηση, εγκαταλείπει μια εργασιακή σχέση στο πλαίσιο της οποίας έχει συγκεντρώσει συνταξιοδοτικά δικαιώματα ή ο οποίος θα μπορούσε να αποκτήσει τα δικαιώματα αυτά εάν παρέμενε στην ίδια αυτή εργασιακή σχέση παύει η τρέχουσα εργασιακή σχέση για λόγους άλλους από το γεγονός ότι έχει καταστεί επιλέξιμος/η για συμπληρωματική σύνταξη· ζ) ως «δυνατότητα μεταφοράς», η δυνατότητα που διαθέτει ο εργαζόμενος να αποκτήσει και να διατηρήσει συνταξιοδοτικά δικαιώματα κατά την άσκηση του δικαιώματός του για ελεύθερη κυκλοφορία ή επαγγελματική κινητικότητα· η) ως «εν αναμονή δικαιούχος», κάθε παλαιός ενεργός ασφαλισμένος που έχει συνταξιοδοτικά δικαιώματα τα οποία παραμένουν αδρανή στο θεμελιωμένα συνταξιοδοτικά δικαιώματα σε σύστημα συμπληρωματικής συνταξιοδότησης έως ότου ικανοποιηθούν οι όροι επιλεξιμότητας που απαιτούνται για να του όμως δεν είναι πλέον ενεργό μέλος του συστήματος και δεν λαμβάνει ακόμη καταβληθεί συμπληρωματική σύνταξη από το εν λόγω σύστημα· (i ) ως «αδρανοποιημένα συνταξιοδοτικά δικαιώματα», τα θεμελιωμένα συνταξιοδοτικά δικαιώματα που διατηρούνται στο σύστημα στο οποίο αποκτήθηκαν από έναν εν αναμονή δικαιούχο , ο οποίος θα λάβει σύνταξη από το εν λόγω σύστημα συμπληρωματικής συνταξιοδότησης όταν ικανοποιηθούν οι σχετικοί όροι επιλεξιμότητας · θ) ως « μεταφορά αξία των αδρανοποιημένων δικαιωμάτων », η αξία σε κεφάλαιο των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων που υπολογίζεται σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία και πρακτική. η καταβολή από ένα σύστημα συμπληρωματικής συνταξιοδότησης ενός κεφαλαίου το οποίο αντιπροσωπεύει το σύνολο ή μέρος των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων που έχουν αποκτηθεί στο πλαίσιο του εν λόγω συστήματος, και το οποίο μπορεί να μεταφερθεί σε νέο σύστημα συμπληρωματικής συνταξιοδότησης ή σε άλλο χρηματοπιστωτικό ίδρυμα που παρέχει συνταξιοδοτικά δικαιώματα. Άρθρο 4 Όροι απόκτησης Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα ώστε να εξασφαλίζεται ότι: α) όταν τη στιγμή κατά την οποία παύει η εργασία, δεν έχουν ακόμα αποκτηθεί τα συνταξιοδοτικά δικαιώματα, το σύνολο των εισφορών που έχει καταβάλει ο αποχωρών εργαζόμενος να επιστρέφονται ή να μεταφέρονται το σύστημα συμπληρωματικής συνταξιοδότησης ορίζει περίοδο θεμελίωσης, η περίοδος αυτή δεν μπορεί να υπερβαίνει το ένα έτος· β) όταν απαιτείται ελάχιστο όριο ηλικίας προβλέπεται ελάχιστη ηλικία για την απόκτηση θεμελιωμένων συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων από ενεργό μέλος του συστήματος , η ηλικία αυτή δεν υπερβαίνει τα 21 έτη· γ) να μπορεί ένας εργαζόμενος να εγγραφεί σε σύστημα συμπληρωματικής συνταξιοδότησης ύστερα από μέγιστη περίοδο απασχόλησης ενός έτους ή, όπου αυτό αρμόζει, το αργότερο όταν φθάνει την ελάχιστη απαιτούμενη ηλικία όταν ορίζεται περίοδος θεμελίωσης, η περίοδος αυτή δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να υπερβαίνει το ένα έτος για ενεργούς ασφαλισμένους άνω των 25 ετών. Για ενεργούς ασφαλισμένους κάτω από την ηλικία αυτή, οι περίοδοι θεμελίωσης δεν υπερβαίνουν τα πέντε έτη· δ) ένας όταν ο αποχωρών εργαζόμενος να αποκτά συνταξιοδοτικά δικαιώματα ύστερα από μέγιστη περίοδο ασφάλισης δύο ετών δεν έχει ακόμη αποκτήσει θεμελιωμένα συνταξιοδοτικά δικαιώματα κατά τη λήξη της εργασιακής σχέσης, το σύστημα συμπληρωματικής συνταξιοδότησης επιστρέφει τις εισφορές που κατεβλήθησαν από τον αποχωρούντα εργαζόμενο ή για λογαριασμό του, και εφαρμογή των διατάξεων του νόμου ή συλλογικών συμφωνιών ή συμβάσεων ή, σε περίπτωση που ο αποχωρών εργαζόμενος φέρει τον επενδυτικό κίνδυνο, την επενδυτική αξία που απέδωσαν οι εν λόγω εισφορές· ε) Τα κράτη μέλη έχουν τη δυνατότητα να επιτρέπουν στους κοινωνικούς εταίρους να θεσπίζουν με συλλογική σύμβαση διαφορετικές διατάξεις, στο βαθμό που οι εν λόγω διατάξεις παρέχουν τουλάχιστον ισοδύναμη προστασία στους εργαζομένους και στους ενεργούς ασφαλισμένους. Άρθρο 5 Διατήρηση των αδρανοποιημένων συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων -1. Σύμφωνα με τις παραγράφους 2 και 3, τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα για να διασφαλίσουν ότι οι αποχωρούντες εργαζόμενοι μπορούν να διατηρούν τα θεμελιωμένα συνταξιοδοτικά δικαιώματά τους στα συστήματα συμπληρωματικής συνταξιοδότησης στα οποία αποκτήθηκαν. Για τους σκοπούς της παραγράφου 1, η αρχική αξία αυτών των δικαιωμάτων υπολογίζεται στο σημείο λήξης της εργασιακής σχέσης του αποχωρούντος εργαζομένου. 1. Τα κράτη μέλη θεσπίζουν τα αναγκαία μέτρα που κρίνουν αναγκαία λαμβάνοντας υπόψη το είδος των κανόνων ή της πρακτικής του συστήματος συνταξιοδότησης ώστε να εξασφαλίζεται ότι η μεταχείριση των αδρανοποιημένων συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων ή των αξιών τους είναι σύμφωνη με την αξία των δικαιωμάτων των ενεργών ασφαλισμένων ή την εξέλιξη των καταβαλλόμενων συνταξιοδοτικών παροχών ή με άλλα μέσα που θεωρούνται για να εξασφαλίσουν μια δίκαιη προσαρμογή μεταχείριση, των αδρανοποιημένων συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων ώστε να αποφευχθεί η πιθανότητα ζημίωσης του αποχωρόντος εργαζομένου όπως: α) τα συνταξιοδοτικά δικαιώματα του συστήματος συμπληρωματικής συνταξιοδότησης καθορίζονται ως ονομαστικό ποσό· ή β) ο εν αναμονή δικαιούχος συνεχίζει να επωφελείται από επιτόκιο που έχει δημιουργηθεί εντός του συστήματος συνταξιοδότησης ή από τις αποδόσεις των επενδύσεων που προέκυψαν από το φορέα παροχής της συμπληρωματικής συνταξιοδότησης· ή γ) η αξία των αδρανοποιημένων συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων προσαρμόζεται σύμφωνα με το ποσοστό του πληθωρισμού ή τα επίπεδα αμοιβών, ενδεχομένως με έναν αναλογικό περιορισμό που ορίζεται από την εθνική νομοθεσία ή έχει συμφωνηθεί από τους κοινωνικούς εταίρους. 2. Τα κράτη μέλη μπορούν να επιτρέψουν στα συστήματα συμπληρωματικής συνταξιοδότησης να μη διατηρήσουν τα θεμελιωμένα δικαιώματα αποχωρούντος εργαζομένου αλλά να προβούν σε μεταφορά ή σε καταβολή στον αποχωρούντα εργαζόμενο κεφαλαίου ισοδύναμου με την αξία των θεμελιωμένων συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων, στο βαθμό που η αξία των θεμελιωμένων συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων το οποίο να αντιπροσωπεύει τα θεμελιωμένα δικαιώματα, εφόσον αυτά δεν υπερβαίν ουν ει ένα όριο καθορισμένο από το εκάστοτε κράτος μέλος. Το εν λόγω κράτος μέλος ενημερώνει την Επιτροπή για το όριο το οποίο εφαρμόζει. 3. Τα κράτη μέλη έχουν τη δυνατότητα να επιτρέπουν στους κοινωνικούς εταίρους να θεσπίζουν με συλλογική σύμβαση διαφορετικές διατάξεις, στο βαθμό που οι εν λόγω διατάξεις παρέχουν τουλάχιστον ισοδύναμη προστασία για τα δικαιώματα των αποχωρούντων εργαζομένων και των δικαιούχων που έχουν αποχωρήσει. Άρθρο 6 Μεταδοτικότητα 1. Με την επιφύλαξη της περίπτωσης όπου καταβάλλεται κεφάλαιο σύμφωνα με το άρθρο 5 παράγραφος 2, τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα για να εξασφαλίσουν ότι εάν ένας αποχωρών εργαζόμενος δεν καλύπτεται από το ίδιο σύστημα συμπληρωματικής συνταξιοδότησης στη νέα του θέση εργασίας, μπορεί να μεταφέρει, κατόπιν αιτήματός του και το αργότερο 18 μήνες μετά την παύση της εργασίας, όλα τα θεμελιωμένα συνταξιοδοτικά δικαιώματά του εντός ενός κράτους μέλους ή από ένα κράτος μέλος σε άλλο. 2. Τα κράτη μέλη, σύμφωνα με τις εθνικές πρακτικές τους, πρέπει να εξασφαλίσουν ότι στην περίπτωση που οι αναλογιστικές υποθέσεις και εκείνες που αφορούν το επιτόκιο καθορίζουν την αξία των θεμελιωμένων δικαιωμάτων τα οποία αποτελούν το αντικείμενο μεταφοράς, οι εν λόγω υποθέσεις δεν ζημιώνουν τον εργαζόμενο που αποχωρεί από μια επιχείρηση. 3. Το σύστημα συμπληρωματικής συνταξιοδότησης προς το οποίο γίνεται η μεταφορά δεν υποβάλλει τα μεταφερόμενα δικαιώματα σε όρους απόκτησης και διατηρεί τα δικαιώματα αυτά τουλάχιστον στον ίδιο βαθμό με τα αδρανοποιημένα δικαιώματα σύμφωνα με το άρθρο 5 παράγραφος 1. 4. Όταν, κατά τη διάρκεια μιας μεταφοράς, απαιτούνται διοικητικές δαπάνες, τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα ώστε να αποφύγουν οι δαπάνες αυτές να είναι δυσανάλογες με τη διάρκεια κατά την οποία ο αποχωρών εργαζόμενος ήταν μέλος του προηγούμενου συστήματος συνταξιοδότησης. Άρθρο 7 6 Ενημέρωση 1. Με την επιφύλαξη των υποχρεώσεων των ιδρυμάτων επαγγελματικής συνταξιοδότησης που απορρέουν από το άρθρο 11 της οδηγίας 2003/41/ΕΚ για την παροχή των και σχετίζονται με τις πληροφορ ίες ων που πρέπει να παρέχονται στα ασφαλισμένα μέλη και τους δικαιούχους, τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα μέτρα που είναι αναγκαία για να εξασφαλίσουν ότι οι ενεργοί ασφαλισμένοι μπορούν, εφόσον το ζητήσουν, να λαμβάνουν πληροφόρηση εργαζόμενοι ενημερώνονται από τον αρμόδιο για τη διαχείριση του συστήματος συμπληρωματικής συνταξιοδότησης σχετικά με τις συνέπειες μιας ενδεχόμενης παύσης της επαγγελματικής τους δραστηριότητας στα δικαιώματά τους για συμπληρωματική συνταξιοδότηση , σύμφωνα με την παράγραφο2 . 2. Παρέχονται εντός εύλογης προθεσμίας επαρκείς πληροφορίες στους εργαζομένους ενεργούς ασφαλισμένους που υποβάλλουν σχετικό αίτημα. Οι πληροφορίες θα αφορούν κυρίως τα ακόλουθα: α) τους όρους απόκτησης δικαιωμάτων συμπληρωματικής συνταξιοδότησης και τις συνέπειες της εφαρμογής των όρων αυτών σε περίπτωση παύσης της εργασίας· β) τις προβλεπόμενες συνταξιοδοτικές παροχές σε περίπτωση παύσης της εργασίας την αξία των θεμελιωμένων τους δικαιωμάτων ή αξιολόγηση των θεμελιωμένων συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων που έχει διενεργηθεί 12 μήνες το πολύ πριν από την ημερομηνία της αίτησης και· γ) τους όρους της μελλοντικής μεταχείρισης διατήρησης των αδρανοποιημένων συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων· δ) τους όρους μεταφοράς των θεμελιωμένων δικαιωμάτων. 3. Ένας εν αναμονή δικαιούχος λαμβάνει πληροφορίες , κατόπιν αιτήματός του, από τον υπεύθυνο διαχείρισης του συστήματος συμπληρωματικής συνταξιοδότησης, σχετικά με τα αδρανοποιημένα του συνταξιοδοτικά δικαιώματα και με κάθε αλλαγή των κανόνων που διέπουν το σύστημα συμπληρωματικής συνταξιοδότησης που τον αφορά. θα παρέχονται σε δικαιούχους που έχουν αποχωρήσει, κατόπιν αιτήματος, σχετικά με τα εξής: α) την αξία των αδρανοποιημένων δικαιωμάτων τους ή εκτίμηση των αδρανοποιημένων συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων τους που έχει διενεργηθεί 12 μήνες το πολύ πριν από την ημερομηνία της αίτησης· και β) τους όρους μεταχείρισης των αδρανοποιημένων συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων· 4. Η ενημέρωση που αναφέρεται στο παρόν άρθρο παρέχεται με σαφή τρόπο και εντός εύλογης χρονικής περιόδου γραπτώς και με τρόπο κατανοητό . Άρθρο 8 7 Ελάχιστες απαιτήσεις – κατοχύρωση του επιπέδου προστασίας 1. Τα κράτη μέλη μπορούν να θεσπίσουν ή να διατηρήσουν διατάξεις ευνοϊκότερες όσον αφορά τη θεμελίωση των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων των εργαζομένων και τη διατήρηση δυνατότητα μεταφοράς των δικαιωμάτων συμπληρωματικής συνταξιοδότησης των αποχωρούντων εργαζομένων από εκείνες που προβλέπονται στην παρούσα οδηγία. 2. Η εφαρμογή της παρούσας οδηγίας δεν μπορεί με κανέναν τρόπο να αποτελέσει λόγο μείωσης των υφιστάμενων δικαιωμάτων για τη θεμελίωση και τη διατήρηση της συμπληρωματικής συνταξιοδότησης σε σχέση με τον υπάρχοντα βαθμό της δυνατότητας μεταφοράς των δικαιωμάτων συμπληρωματικής συνταξιοδότησης που ισχύει στα κράτη μέλη. Άρθρο 9 8 Μέτρα εφαρμογής 1. Τα κράτη μέλη θεσπίζουν τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις που είναι αναγκαίες για τη συμμόρφωση προς την παρούσα οδηγία το αργότερο έως την 1η Ιουλίου 2008 […(2 έτη μετά την έκδοση της οδηγίας)] ή εξασφαλίζουν τη θέσπιση από τους μπορούν να αναθέσουν στους κοινωνικούς εταίρους , εφόσον αυτοί το ζητήσουν από κοινού, την εφαρμογή της παρούσας οδηγίας όσον αφορά τις των απαιτούμενων διατάξε ις ων με τη μορφή συμφωνίας, έως την εν λόγω ημερομηνία. περί συλλογικών συμβάσεων εργασίας. Στην περίπτωση αυτή, τα κράτη μέλη πρέπει να εξασφαλίσουν ότι, το αργότερο έως την 1η Ιουλίου 2008 οι κοινωνικοί εταίροι θα έχουν λάβει τα απαραίτητα μέτρα μέσω συμφωνιών· τα κράτη μέλη πρέπει να έχουν λάβει όλα τα αναγκαία μέτρα που θα τους επιτρέπουν ανά πάσα στιγμή ώστε να είναι ανά πάσα στιγμή σε θέση να εγγυώνται τα αποτελέσματα που επιβάλλονται από την παρούσα οδηγία. Πληροφορούν αμέσως την Επιτροπή σχετικά. 2. Παρά την πρώτη παράγραφο, τα κράτη μέλη μπορούν να χρησιμοποιήσουν, εφόσον αυτό είναι αναγκαίο, συμπληρωματικό χρονικό περιθώριο 60 μηνών από την 1η Ιουλίου 2008 […(2 έτη μετά την έκδοση της οδηγίας)] , ώστε να επιτύχουν τον στόχο που τίθεται στ ο α άρθρ ο α 4 και 5 στοιχείο δ) . Κάθε κράτος μέλος που επιθυμεί να χρησιμοποιήσει αυτό το συμπληρωματικό χρονικό περιθώριο ενημερώνει την Επιτροπή σχετικά, αναφέροντας τις διατάξεις και τα συστήματα στα οποία επιθυμεί να το εφαρμόσει καθώς και τους συγκεκριμένους λόγους που δικαιολογούν την καθυστέρηση αυτή. 3. Παρά την πρώτη παράγραφο, και για να ληφθούν υπόψη οι ενδεχόμενες ιδιαίτερες συνθήκες που αιτιολογούνται και απορρέουν από την οικονομική βιωσιμότητα των συστημάτων συμπληρωματικής συνταξιοδότησης, τα κράτη μέλη μπορούν να εξαιρέσουν από την εφαρμογή του άρθρου 6 παράγραφος 1 τα συστήματα που λειτουργούν κατά τρόπο διανεμητικό, τα γερμανικά ταμεία υποστήριξης (Unterstützungskassen) και τις επιχειρήσεις που συγκεντρώνουν λογιστικά αποθέματα με σκοπό την καταβολή σύνταξης στους εργαζόμενους τους. Κάθε κράτος μέλος που επιθυμεί να κάνει χρήση αυτής της δυνατότητας ενημερώνει αμελητί την Επιτροπή αναφέροντας τα εμπλεκόμενα συστήματα και τα συγκεκριμένα κίνητρα που αιτιολογούν την εξαίρεση αυτή, καθώς και τα μέτρα που έχουν ληφθεί ή που πρόκειται να ληφθούν για να βελτιωθεί η δυνατότητα μεταφοράς των δικαιωμάτων που απορρέουν από τα εν λόγω συστήματα. 4 . Οι διατάξεις αυτές, όταν θεσπίζονται από τα κράτη μέλη, αναφέρονται στην παρούσα οδηγία ή συνοδεύονται από τέτοια αναφορά κατά την επίσημη δημοσίευσή τους. Οι λεπτομερείς διατάξεις για την αναφορά αυτή καθορίζονται από τα κράτη μέλη. 5. Τα κράτη μέλη ενημερώνουν την Επιτροπή σχετικά με τα μέτρα που λαμβάνουν για την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 5. Άρθρο 10 9 Έκθεση 1. Ύστερα από την 1η Ιουλίου 2008 και Κάθε πέντε έτη μετά την «…(2 έτη μετά την έκδοση της οδηγίας)] , η Επιτροπή εκπονεί έκθεση την οποία υποβάλλει στο Συμβούλιο, στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, στο Συμβούλιο και στην Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή και στην Επιτροπή των Περιφερειών , βάσει των πληροφοριών που της παρείχαν τα κράτη μέλη. 2. Το αργότερο 10 έτη ύστερα από την 1η Ιουλίου 2008, η Επιτροπή εκπονεί Η πρώτη έκθεση θα αφορά την εφαρμογή της οδηγίας και θα περιέχει ειδική έκθεση σχετικά με την εφαρμογή του άρθρου 9 παράγραφος 3 . Σε αυτή τη βάση και εάν υφίσταται λόγος, η Επιτροπή υποβάλλει πρόταση στην οποία περιλαμβάνεται κάθε τροποποίηση της παρούσας οδηγίας η οποία είναι αναγκαία για να εξασφαλιστεί η ίση μεταχείριση όσον αφορά τη δυνατότητα μεταφοράς των θεμελιωμένων δικαιωμάτων μεταξύ των εργαζομένων που καλύπτονται από κεφαλαιοποιητικά συστήματα και των εργαζομένων που καλύπτονται από τα συστήματα που αναφέρονται στο άρθρο 9 παράγραφος 3. που θα επισκοπεί τους όρους μεταφοράς κεφαλαίου που αντιπροσωπεύει τα δικαιώματα συμπληρωματικής συνταξιοδότησης των εργαζομένων. Με βάση αυτήν την έκθεση, η Επιτροπή, εφόσον κριθεί σκόπιμο, εξετάζει το ενδεχόμενο υποβολής πρότασης που περιέχει τυχόν τροποποιήσεις στην παρούσα οδηγία ή σε άλλα μέσα που θα αποδειχθούν αναγκαία για την περαιτέρω ελάττωση των εμποδίων στην κινητικότητα των εργαζομένων, τα οποία δημιουργούνται ως αποτέλεσμα ορισμένων ρυθμίσεων περί παροχής συμπληρωματικής συνταξιοδότησης. Άρθρο 11 10 Έναρξη ισχύος Η παρούσα οδηγία αρχίζει να ισχύει την εικοστή ημέρα από τη δημοσίευσή της στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης . Άρθρο 12 11 Αποδέκτες Η παρούσα οδηγία απευθύνεται στα κράτη μέλη. Βρυξέλλες, […] Για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο Για το Συμβούλιο Ο Πρόεδρος Ο Πρόεδρος [1] Οδηγία 2003/41/ΕΚ για τις δραστηριότητες και την εποπτεία των ιδρυμάτων που προσφέρουν υπηρεσίες επαγγελματικών συνταξιοδοτικών παροχών. [2] Οδηγία 80/987/EOK του Συμβουλίου, της 20ής Οκτωβρίου 1980, περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών σχετικά με την προστασία των μισθωτών σε περίπτωση αφερεγγυότητος του εργοδότη, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 2002/74/ΕΚ. [3] ΕΕ C […] της […], σ. […]. [4] ΕΕ C […] της […], σ. […]. [5] ΕΕ C […] της […], σ. […]. [6] ΕΕ L 149 της 5.7.1971, σ. 1. Κανονισμός όπως τροποποιήθηκε τελευταία με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 631/2004 (ΕΕ L 100 της 6.4.2004, σ. 1). [7] ΕΕ L 74 της 27.3.1972, σ. 1. Kανονισμός όπως τροποποιήθηκε τελευταία με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 77/2005 (ΕΕ L 16 της 20.1.2005, σ. 3) που πρόκειται να καταργηθεί με την έναρξη ισχύος του κανονισμού (ΕΚ) 883/04. [8] ΕΕ L 209 της 25.7.1998, σ. 46. [9] Οδηγία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 19ης Μαρτίου 2001, για την εξυγίανση και την εκκαθάριση των ασφαλιστικών επιχειρήσεων (ΕΕ L 110 της 20.4.2001, σ. 28) [10] ΕΕ L 235 της 23.9.2003, σ. 10. [11] Πρόκειται να καταργηθεί με την έναρξη ισχύος του κανονισμού (ΕΚ) 883/04.