52007PC0435

Πρόταση για Αποφασησ του Συμβουλίου για την τροποποίηση της απόφασης 2003/77/ΕΚ για τον καθορισμό δημοσιονομικών κατευθυντήριων γραμμών πολυετούς διάρκειας για τη διαχείριση των περιουσιακών στοιχείων της υπό εκκαθάριση ΕΚΑΧ και, μετά την ολοκλήρωση της εκκαθάρισης, των πόρων του Ταμείου Έρευνας για τον Άνθρακα και τον Χάλυβα /* COM/2007/0435 τελικό - CNS 2007/0015 */


[pic] | ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ |

Βρυξέλλες, 20.7.2007

COM(2007)435 τελικό

2007/0150(CNS)

Πρόταση για

ΑΠΟΦΑΣΗΣ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ

για την τροποποίηση της απόφασης 2003/77/ΕΚ για τον καθορισμό δημοσιονομικών κατευθυντήριων γραμμών πολυετούς διάρκειας για τη διαχείριση των περιουσιακών στοιχείων της υπό εκκαθάριση ΕΚΑΧ και, μετά την ολοκλήρωση της εκκαθάρισης, των πόρων του Ταμείου Έρευνας για τον Άνθρακα και τον Χάλυβα

(υποβληθείσα από την Επιτροπή)

ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ ιστορικο της πρότασης |

110 | Αιτιολόγηση και στόχοι της πρότασης Το άρθρο 2 της απόφασης 2003/77/ΕΚ του Συμβουλίου (στο εξής: «δημοσιονομικές κατευθυντήριες γραμμές») ορίζει ότι «η Επιτροπή αξιολογεί εκ νέου τη λειτουργία και την αποτελεσματικότητα των κατευθυντήριων δημοσιονομικών γραμμών και προτείνει ενδεχόμενες τροποποιήσεις» ανά πενταετία και, για πρώτη φορά, πριν από τις 31 Δεκεμβρίου 2007. Οι προτεινόμενες τροποποιήσεις είναι αποτέλεσμα της πρώτης τέτοιας επανεξέτασης υπό το πρίσμα της πείρας που αποκτήθηκε κατά τα πρώτα πέντε έτη εφαρμογής και των πρόσφατων εξελίξεων στην αγορά. Στόχος είναι η περαιτέρω αύξηση της αποτελεσματικότητας των δημοσιονομικών κατευθυντήριων γραμμών μέσω της προσαρμογής τους στις εξελίξεις που σημειώνονται στην αγορά και της αποσαφήνισης ορισμένων εννοιών. |

120 | Γενικό πλαίσιο Μετά τη λήξη της ισχύος της συνθήκης ΕΚΑΧ στις 23 Ιουλίου 2002, η διαχείριση των περιουσιακών στοιχείων της υπό εκκαθάριση ΕΚΑΧ (στο εξής: «υ.ε. ΕΚΑΧ») καθώς και, μετά την ολοκλήρωση της εκκαθάρισης, των πόρων του Ταμείου Έρευνας για τον Άνθρακα και τον Χάλυβα ανατέθηκε στην Επιτροπή. Με βάση την κατανομή στοιχείων ενεργητικού και τα επενδυτικά όρια που καθορίζονται στην απόφαση 2003/77/ΕΚ του Συμβουλίου, ιδίως δε με γνώμονα την επιταγή να παράγουν τα στοιχεία ενεργητικού «τη μεγαλύτερη δυνατή απόδοση, διατηρώντας υψηλό βαθμό ασφάλειας και σταθερότητας σε μακροπρόθεσμη βάση» (σημείο 3 των δημοσιονομικών κατευθυντήριων γραμμών), η Επιτροπή κατάστρωσε διάρθρωση-στόχο για τις επενδύσεις του χαρτοφυλακίου της υ.ε. ΕΚΑΧ. Η εν λόγω διάρθρωση-στόχος αποσκοπεί στην ομοιόμορφη κατανομή των επενδύσεων επί μία δεκαετία εντός κάποιων ορίων ανοχής. Τη μόνη εξαίρεση αποτελεί η κατανομή για ένα έτος ή για βραχύτερο χρονικό διάστημα, η οποία διπλασιάζεται προκειμένου να δημιουργηθεί εφεδρεία ρευστότητας. Η διάρθρωση είχε υλοποιηθεί πλήρως στα τέλη του 2006. Η συγκεκριμένη διάρθρωση επέτρεψε στην υ.ε. ΕΚΑΧ να διαθέτει επαρκή ρευστότητα ούτως ώστε να ικανοποιεί εγκαίρως όλες τις αιτήσεις για δημοσιονομικές πληρωμές χωρίς ανεπιθύμητη και συγκριτικά δαπανηρή ρευστοποίηση επενδύσεων. Οι επιτρεπόμενες κατηγορίες επενδύσεων καθορίζονται με σαφήνεια στο σημείο 4. Η σκοπιμότητα επενδύσεων σε επενδυτικά αμοιβαία κεφάλαια έχει εξετασθεί σε αρκετές περιπτώσεις, αλλά μέχρι σήμερα δεν έχει θεωρηθεί οικονομικώς σκόπιμη η πραγματοποίηση επενδύσεων σε τέτοιου είδους αμοιβαία κεφάλαια λόγω των συντηρητικών κριτηρίων κινδύνου που εφαρμόζουμε, του περιορισμού που τίθεται ως προς τις προθεσμίες λήξης και της οικονομικής αποδοτικότητας των άμεσων επενδύσεων σε ομολογίες. Η Επιτροπή απαιτεί να πληρούν όλες οι κατηγορίες επενδύσεων ενός αμοιβαίου κεφαλαίου τις προϋποθέσεις επενδύσεων των δημοσιονομικών κατευθυντήριων γραμμών. Έχει επιτευχθεί, με πολύ χαμηλό κίνδυνο, σταθερή απόδοση, η οποία είναι εφάμιλλη με το σχετικό μέγεθος αναφοράς της αγοράς. Έχουν αποσταλεί στα κράτη μέλη τριμηνιαίες εκθέσεις, οι οποίες δεν έδωσαν λαβή για παρατηρήσεις ή ερωτήσεις. Παρόλα αυτά, η πείρα που έχει αποκτηθεί από την εφαρμογή των δημοσιονομικών κατευθυντήριων γραμμών και ορισμένες πρόσφατες εξελίξεις στην αγορά υπαγορεύουν ορισμένες ήσσονος σημασίας τροποποιήσεις των δημοσιονομικών κατευθυντήριων γραμμών. Οι τροποποιήσεις αυτές έχουν εν πολλοίς τεχνικό χαρακτήρα. |

130 | Ισχύουσες διατάξεις στον τομέα της πρότασης 2003/77/ΕΚ |

141 | Συνοχή με τις άλλες πολιτικές και στόχους της Ένωσης Άνευ αντικειμένου. |

Διαβουλεύσεις με τα ενδιαφερόμενα μέρη και εκτιμηση των επιπτωσεων |

Διαβουλεύσεις με τα ενδιαφερόμενα μέρη |

219 | Άνευ αντικειμένου. |

Συγκέντρωση και χρησιμοποίηση γνώσεων εμπειρογνωμόνων |

229 | Δεν υπήρξε ανάγκη προσφυγής σε εξωτερικούς εμπειρογνώμονες. |

230 | Εκτίμηση των επιπτώσεων Άνευ αντικειμένου. Η πρόταση αφορά τροποποιήσεις τεχνικού χαρακτήρα σε ισχύουσα απόφαση του Συμβουλίου. |

Νομικά στοιχεία της πρότασης |

305 | Συνοπτική παρουσίαση της προτεινόμενης δράσης Οι δημοσιονομικές κατευθυντήριες γραμμές που θεσπίστηκαν σε σχέση με τη διαχείριση των περιουσιακών στοιχείων της υ.ε. ΕΚΑΧ και, μετά την ολοκλήρωση της εκκαθάρισης, των πόρων του Ταμείου Έρευνας για τον Άνθρακα και τον Χάλυβα υποβλήθηκαν σε επανεξέταση σύμφωνα με το άρθρο 2 της απόφασης 2003/77/ΕΚ του Συμβουλίου. Με βάση την επανεξέταση αυτή, προτείνεται μια σειρά τροποποιήσεων ήσσονος σημασίας στις δημοσιονομικές κατευθυντήριες γραμμές. Οι μεταβολές αντικατοπτρίζουν την πείρα που αποκτήθηκε κατά την πρώτη πενταετία εφαρμογής, τις εξελίξεις στις χρηματοοικονομικές αγορές στις οποίες δραστηριοποιείται η υ.ε. ΕΚΑΧ και, τέλος, τη μεταβολή των διεθνώς παραδεκτών λογιστικών κανόνων που ισχύουν συνολικά για την Επιτροπή. Αποσαφηνίζεται μια σειρά ορισμών, όπως είναι η έννοια της διάρκειας μιας ομολογίας, η οποία διευκρινίζεται έτσι ώστε να καλύπτει τον ορισμό που χρησιμοποιείται για τους τίτλους που εξασφαλίζονται με περιουσιακά στοιχεία (γνωστούς ως «ABS»), ο ορισμός των τίτλων που εκδίδονται από το κράτος ή με κρατική εγγύηση και ο ορισμός του «χρέους» που εκδίδεται από τράπεζες. Οι κανόνες για τις πράξεις πώλησης και επαναγοράς αναβαθμίζονται έτσι ώστε να ανταποκρίνονται στα πρότυπα της αγοράς. Επιπλέον, αποσαφηνίζονται ορισμένες διατάξεις που αναφέρονται στην πιστοληπτική ικανότητα και επιμηκύνεται η μέγιστη επιτρεπόμενη διάρκεια προκειμένου να ληφθούν υπόψη οι μεταβαλλόμενες πρακτικές έκδοσης των κρατών μελών. Ήδη κατά το παρελθόν, οι οικονομικές καταστάσεις της υ.ε. ΕΚΑΧ καταρτίζονταν σε δεδουλευμένη βάση. Σήμερα, οι διατάξεις περί λογιστικής έχουν επικαιροποιηθεί με γνώμονα τη μεταβολή των διεθνώς παραδεκτών λογιστικών κανόνων που ισχύουν συνολικά για την Επιτροπή. |

310 | Νομική βάση Πρωτόκολλο της συνθήκης για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας σχετικά με τις δημοσιονομικές συνέπειες της λήξης της συνθήκης ΕΚΑΧ και σχετικά με το Ταμείο Έρευνας για τον Άνθρακα και τον Χάλυβα. Απόφαση 2003/76/ΕΚ του Συμβουλίου. |

329 | Αρχή της επικουρικότητας Η πρόταση εμπίπτει στην αποκλειστική αρμοδιότητα της Κοινότητας. Ως εκ τούτου, δεν εφαρμόζεται η αρχή της επικουρικότητας. |

Αρχή της αναλογικότητας |

332 | Άνευ αντικειμένου. |

Επιλογή της νομικής πράξης |

341 | Προτεινόμενη νομική πράξη: άλλο. |

342 | Δεν κρίθηκε κατάλληλη άλλου είδους πράξη για τον(ους) εξής λόγο(ους). Απαιτείται απόφαση για την τροποποίηση της αρχικής απόφασης. |

Δημοσιονομικές επιπτώσεις |

409 | Η πρόταση δεν έχει επίπτωση στον κοινοτικό προϋπολογισμό. |

προσθετα πληροφοριακα στοιχεια |

570 | Λεπτομερής επεξήγηση της πρότασης Σημείο 3 του παραρτήματος της απόφασης 2003/77/ΕΚ του Συμβουλίου Πολλά κράτη μέλη εκπλειστηριάζουν ομολογίες οι οποίες είναι γνωστές στην κεφαλαιαγορά ως «δεκαετείς ομολογίες αναφοράς», των οποίων η διάρκεια δεν υπερβαίνει τα 10 έτη και έξι μήνες και οι οποίες τους παρέχουν τη δυνατότητα αύξησης της αξίας της ομολογίας και, κατ’ επέκταση, της ρευστότητάς της, με συμπληρωματική έκδοση κατά τους μήνες που ακολουθούν την αρχική έκδοση. Για να είναι δυνατή η αγορά τέτοιων ομολογιών κατά την έκδοση, οπότε συνήθως είναι και περισσότερο συμφέρουσα, προτείνεται να αυξηθεί η μέγιστη επιτρεπόμενη διάρκεια βάσει του σημείου 3(α)(iii) από 10 έτη σε 10 1/2 έτη από την ημερομηνία εξόφλησης της ομολογίας. Επιπλέον, προτείνεται να διευκρινισθεί ότι επιτρέπονται επενδύσεις σε τίτλους που εξασφαλίζονται με περιουσιακά στοιχεία («ABS»), οι οποίοι αποτελούν μία ολοένα και σπουδαιότερη κατηγορία εκδόσεων, με βάση την «αναμενόμενη διάρκεια». Οι τίτλοι ABS είναι τίτλοι που εξασφαλίζονται με περιουσιακά στοιχεία, όπως είναι οι υποθήκες και άλλου τύπου απαιτήσεις. Συνήθως υποδιαιρούνται σε μερίδες με διαφορετική διαβάθμιση και διαφορετικές αναμενόμενες ημερομηνίες λήξης, ενώ η νόμιμη διάρκεια υπαγορεύεται από τις απαιτήσεις στις οποίες στηρίζεται ο εκάστοτε μηχανισμός και συνήθως είναι πολύ μακρύτερη. Εντούτοις, για όλες τις μερίδες, με εξαίρεση εκείνες με τη χαμηλότερη διαβάθμιση, η αναμενόμενη ημερομηνία λήξης αντιστοιχεί στην ημερομηνία λήξης με την κανονική έννοια του όρου και ως τέτοια αντιμετωπίζεται από τους παράγοντες της αγοράς. Για τον λόγο αυτό προτείνεται να χρησιμοποιείται η αναμενόμενη διάρκεια ως καθοριστικό κριτήριο προκειμένου να εξακριβώνεται κατά πόσον επιτρέπεται να πραγματοποιηθεί επένδυση σε τίτλους ABS με διαβάθμιση AAA ή ισοδύναμη (μόνο τέτοιου είδους επενδύσεις θεωρούνται κατάλληλες στην περίπτωση της υ.ε. ΕΚΑΧ) και να εφαρμόζονται εν προκειμένω οι ίδιοι περιορισμοί ως προς τη διάρκεια οι οποίοι προτείνονται για άλλου είδους ομολογίες (ήτοι 10 έτη και έξι μήνες). Στην περίπτωση των πράξεων «ρέπος» («πώλησης και επαναγοράς» και «αγοράς και επαναπώλησης»), που περιγράφονται στο σημείο 3(β), προτείνεται να καταργηθεί ο αποκλεισμός της περαιτέρω πώλησης, διότι κάτι τέτοιο θα μπορούσε να ερμηνευθεί ως απαίτηση για την επιστροφή αυτούσιας της ίδιας ομολογίας ή των ομολογιών, πράγμα που δεν ενδείκνυται για άυλους τίτλους. Έχει μέγιστη σημασία η διασφάλιση της ισοδυναμίας από νομική και οικονομική άποψη των τίτλων που επιστρέφονται. Για τον σκοπό αυτό προστίθεται ένα εδάφιο το οποίο ορίζει ότι η υ.ε. ΕΚΑΧ πρέπει να είναι σε θέση να λάβει ισοδύναμους τίτλους καθώς και ο ορισμός αυτών των τελευταίων με βάση τα πρότυπα της αγοράς. Σημείο 4 Προτείνεται να αποσαφηνισθεί ποιο είδος εκδοτών μπορεί να θεωρηθεί ότι συνιστά κίνδυνο αδυναμίας του Δημοσίου προς εξόφληση λόγω υψηλού βαθμού κρατικής ιδιοκτησίας, κρατικής εγγύησης ή κρατικού ελέγχου, έστω και αν εκδότης δεν είναι η ίδια η κεντρική διοίκηση. Η εν λόγω ερμηνεία ακολουθεί την ερμηνεία των παραγόντων και των ρυθμιστικών φορέων της αγοράς και υπόκειται, επιπλέον, στις ελάχιστες απαιτήσεις περί πιστοληπτικής ικανότητας τόσο για το σημείο 4(α)(i) όσο και για το σημείο 4(α)(ii). Προτείνεται να αποσαφηνισθεί ρητώς ότι στα χρεόγραφα που μνημονεύονται στο σημείο 4(α)(iii) συμπεριλαμβάνονται οι ομολογίες. Προτείνεται να αποσαφηνισθεί ότι το ανώτατο όριο του 20% του ποσού της εκάστοτε έκδοσης σύμφωνα με το σημείο 4(β) εφαρμόζεται και ελέγχεται μόνο κατά τον χρόνο της αγοράς. Προτείνεται η προσθήκη εδαφίου με το οποίο να διευκρινίζεται ότι η Επιτροπή οφείλει να καταβάλλει κάθε δυνατή προσπάθεια για την αντικατάσταση επενδύσεων που έχουν υποβαθμισθεί σε σημείο να μην ανταποκρίνονται πλέον στις ελάχιστες απαιτήσεις ποιότητας, υπό την προϋπόθεση ότι είναι δυνατή η εξασφάλιση ικανοποιητικών οικονομικών όρων. Εξάλλου, έχει προστεθεί εδάφιο με το οποίο διευκρινίζεται ότι αν η διαβάθμιση μιας ομολογίας είναι καλύτερη από τη διαβάθμιση του εκδότη της, πράγμα το οποίο μπορεί να συμβεί στην περίπτωση των εγγυημένων ομολογιών, ή αν ο εκδότης δεν έχει καθόλου διαβάθμιση, πράγμα το οποίο μπορεί να συμβεί στην περίπτωση των εγγυημένων ομολογιών και των τίτλων που εξασφαλίζονται με περιουσιακά στοιχεία, λαμβάνεται υπόψη η διαβάθμιση της ομολογίας. Σημείο 6 Ο δημοσιονομικός κανονισμός που εφαρμόζεται στον γενικό προϋπολογισμό των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, κανονισμός (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 1605/2002 του Συμβουλίου, ορίζει ότι αρχής γενομένης από το οικονομικό έτος 2005 οι λογαριασμοί τηρούνται πλέον σε δεδουλευμένη βάση (άρθρα 125 και 181[1]). Επιπλέον, το άρθρο 133 του δημοσιονομικού κανονισμού προβλέπει ότι οι λογιστικοί κανόνες και μέθοδοι καθώς και το εναρμονισμένο λογιστικό σχέδιο που πρέπει να εφαρμόζουν όλα τα θεσμικά όργανα καταρτίζονται με βάση τα διεθνώς παραδεκτά λογιστικά πρότυπα για τον δημόσιο τομέα, από τα οποία όμως επιτρέπεται απόκλιση όταν το δικαιολογεί η ιδιαίτερη φύση των δραστηριοτήτων των Κοινοτήτων. Σύμφωνα με το άρθρο 3 της απόφασης 2003/76/ΕΚ του Συμβουλίου, η υ.ε. ΕΚΑΧ καταρτίζει σε ετήσια βάση λογαριασμό κερδών και ζημιών, ισολογισμό και δημοσιονομική έκθεση κατά τρόπον ώστε να εμφανίζονται, ξεχωριστά από τις λοιπές δημοσιονομικές πράξεις των υπολοίπων Κοινοτήτων, οι πράξεις εκκαθάρισης και οι αντίστοιχες επενδύσεις. Οι εν λόγω οικονομικές καταστάσεις ενοποιούνται από την Επιτροπή ετησίως κατ’ εφαρμογή του άρθρου 275 της συνθήκης ΕΚ και του δημοσιονομικού κανονισμού. Δεδομένου ότι τα διεθνώς παραδεκτά λογιστικά πρότυπα έχουν μεταβληθεί, η παραπομπή στις οδηγίες του Συμβουλίου 78/660/ΕΟΚ και 86/635/ΕΟΚ έχει καταστεί παρωχημένη. Για να λαμβάνεται υπόψη ο ιδιάζων χαρακτήρας της λειτουργίας της, η υ.ε. ΕΚΑΧ καταρτίζει τις δημοσιονομικές της εκθέσεις με βάση συστάσεις που ισχύουν για τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα. Επομένως, η υ.ε. ΕΚΑΧ καταρτίζει κατάσταση λογαριασμού αποτελεσμάτων, ισολογισμό, κατάσταση μεταβολών των ιδίων κεφαλαίων, κατάσταση ταμειακών ροών και σημειώσεις των οικονομικών καταστάσεων. Σημείο 7 Προτείνεται η αποστολή εκθέσεων να πραγματοποιείται στο εξής ανά εξάμηνο. Επειδή οι παλαιότερες εκθέσεις δεν οδήγησαν στην υποβολή παρατηρήσεων ή ερωτήσεων, εκτιμάται ότι η υποβολή εκθέσεων ανά εξάμηνο θα είναι αποδοτικότερη, τόσο για τα κράτη μέλη, που θα μπορούν να αποδίδουν μεγαλύτερη προσοχή στις υποβαλλόμενες με μικρότερη συχνότητα εκθέσεις, όσο και για την Επιτροπή, μέσω της μείωσης του διοικητικού κόστους που τη βαρύνει. |

E-3676 |

1. 2007/0150(CNS)

Πρόταση για

ΑΠΟΦΑΣΗΣ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ

για την τροποποίηση της απόφασης 2003/77/ΕΚ για τον καθορισμό δημοσιονομικών κατευθυντήριων γραμμών πολυετούς διάρκειας για τη διαχείριση των περιουσιακών στοιχείων της υπό εκκαθάριση ΕΚΑΧ και, μετά την ολοκλήρωση της εκκαθάρισης, των πόρων του Ταμείου Έρευνας για τον Άνθρακα και τον Χάλυβα

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη:

τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας,

το πρωτόκολλο της συνθήκης για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας σχετικά με τις δημοσιονομικές συνέπειες της λήξης της συνθήκης ΕΚΑΧ και σχετικά με το Ταμείο Έρευνας για τον Άνθρακα και τον Χάλυβα,

την απόφαση 2003/76/ΕΚ του Συμβουλίου, της 1ης Φεβρουαρίου 2003, για τον καθορισμό των αναγκαίων μέτρων για την εφαρμογή του πρωτοκόλλου που προσαρτάται στη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, όσον αφορά τις δημοσιονομικές συνέπειες της λήξης της συνθήκης ΕΚΑΧ και σχετικά με το Ταμείο Έρευνας για τον Άνθρακα και τον Χάλυβα[2], και ιδίως το άρθρο 2 παράγραφος 2,

την πρόταση της Επιτροπής[3],

τη γνώμη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου[4],

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

2. Για τους σκοπούς του πρωτοκόλλου που προσαρτάται στη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, όσον αφορά τις δημοσιονομικές συνέπειες της λήξης της συνθήκης ΕΚΑΧ και σχετικά με το Ταμείο Έρευνας για τον Άνθρακα και τον Χάλυβα, τα περιουσιακά στοιχεία της υπό εκκαθάριση ΕΚΑΧ και, μετά την ολοκλήρωση της εκκαθάρισης, τους πόρους του Ταμείου Έρευνας για τον Άνθρακα και τον Χάλυβα διαχειρίζεται η Επιτροπή.

3. Κατ’ εφαρμογή του άρθρου 2 της απόφασης 2003/77/ΕΚ του Συμβουλίου, της 1ης Φεβρουαρίου 2003, για τον καθορισμό δημοσιονομικών κατευθυντήριων γραμμών πολυετούς διάρκειας για τη διαχείριση των περιουσιακών στοιχείων της υπό εκκαθάριση ΕΚΑΧ και, μετά την ολοκλήρωση της εκκαθάρισης, των πόρων του Ταμείου Έρευνας για τον Άνθρακα και τον Χάλυβα, η Επιτροπή επανεξέτασε τη λειτουργία και την αποτελεσματικότητα των δημοσιονομικών κατευθυντήριων γραμμών.

4. Η πείρα που αποκτήθηκε κατά την πρώτη πενταετία εφαρμογής και οι εξελίξεις που έχουν σημειωθεί όσον αφορά τις πρακτικές της κεφαλαιαγοράς καταδεικνύουν την ανάγκη να επέλθουν προσαρμογές στις εν λόγω κατευθυντήριες γραμμές.

5. Οι κατευθυντήριες γραμμές πρέπει να αντικατοπτρίζουν τη συνήθη πρακτική και τους ορισμούς που ισχύουν στην αγορά όσον αφορά, μεταξύ άλλων, τις εφαρμοζόμενες ληκτότητες των τίτλων, την ισοδυναμία μεταξύ τίτλων στην περίπτωση των συμφωνιών επαναγοράς και την εφαρμοζόμενη διαβάθμιση.

6. Με την επιφύλαξη των απαιτήσεων για το θέμα της διαβάθμισης, ορισμένες δημόσιες οντότητες είναι σκόπιμο να εξομοιώνονται με κράτη μέλη ή με άλλα κρατικά υποκείμενα δικαίου στο πλαίσιο της εφαρμογής των επενδυτικών ορίων.

7. Οι κατευθυντήριες γραμμές πρέπει να αντικατοπτρίζουν τις μεταβολές των κανόνων λογιστικής που εφαρμόζει η Επιτροπή.

8. Προς χάριν της αποτελεσματικότητας και της μείωσης των διοικητικών εξόδων, είναι σκόπιμο να προσαρμοσθεί η συχνότητα της υποβολής εκθέσεων.

9. Η απόφαση 2003/77/ΕΚ πρέπει, ως εκ τούτου, να τροποποιηθεί αναλόγως.

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΑΠΟΦΑΣΗ:

Άρθρο 1

Το παράρτημα της απόφασης 2003/77/EΚ τροποποιείται ως εξής:

10. Το σημείο 3 τροποποιείται ως εξής:

(α) Το σημείο (α)(iii) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«ομολογίες σταθερού και κυμαινόμενου επιτοκίου, με διάρκεια ή, στην περίπτωση τίτλων που εξασφαλίζονται με περιουσιακά στοιχεία, αναμενόμενη διάρκεια που δεν υπερβαίνει τα δέκα έτη και έξι μήνες από την ημερομηνία εξόφλησης, εφόσον έχουν εκδοθεί από κάποια από τις κατηγορίες εγκεκριμένων εκδοτών·»

(β) Το σημείο (β)(i) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«(i) πράξεις «ρέπος», εφόσον οι αντισυμβαλλόμενοι είναι εξουσιοδοτημένοι για τέτοιες συναλλαγές και εφόσον η Επιτροπή παραμένει σε θέση να επαναγοράσει ισοδύναμους τίτλους τους οποίους ενδέχεται να έχει πωλήσει κατά τη λήξη της σύμβασης. Ως ισοδύναμοι θεωρούνται οι τίτλοι οι οποίοι: (i) έχουν εκδοθεί από τον ίδιο εκδότη· (ii) αποτελούν μέρος της ίδιας έκδοσης· και (iii) είναι του ίδιου τύπου και της ίδιας ονομαστικής αξίας, περιγραφής και ποσού με τους τίτλους που έχουν αποτελέσει αντικείμενο δανειοδότησης, εκτός αν έχουν αποτελέσει αντικείμενο εταιρικής πράξης ή μετατροπής της ονομαστικής αξίας·»

11. Το σημείο 4 τροποποιείται ως εξής:

(α) Το σημείο (α)(i) έως (iii) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«(α) Οι επενδύσεις περιορίζονται στα ακόλουθα ποσά:

(i) για ομολογίες που έχουν εκδοθεί ή είναι εγγυημένες από κράτη μέλη ή από θεσμικά όργανα της Ένωσης, μέχρι 250 εκατ. ευρώ ανά κράτος μέλος ή θεσμικό όργανο· οι ομολογίες που έχουν εκδοθεί ή είναι εγγυημένες από περιφερειακές ή τοπικές αρχές ή από δημόσιες επιχειρήσεις ή όργανα που τελούν υπό κρατική ιδιοκτησία ή/και υπό κρατικό έλεγχο είναι δυνατό να συνυπολογίζονται στο όριο του οικείου κράτους μέλους, υπό την προϋπόθεση ότι η διαβάθμισή τους από άποψη πιστοληπτικής ικανότητας είναι τουλάχιστον 'AA' ή ισοδύναμη·

(ii) για ομολογίες που έχουν εκδοθεί ή είναι εγγυημένες από άλλους κρατικούς δανειολήπτες, από περιφερειακές ή τοπικές αρχές τους ή από δημόσιες επιχειρήσεις ή όργανα που τελούν υπό κρατική ιδιοκτησία ή/και υπό κρατικό έλεγχο ή από διεθνείς δανειολήπτες, με διαβάθμιση πιστοληπτικής ικανότητας τουλάχιστον 'AA' ή ισοδύναμη, μέχρι 100 εκατ. ευρώ ανά εκδότη ή εγγυητή·

(iii) για καταθέσεις σε εγκεκριμένη τράπεζα ή/και για χρεόγραφά της, περιλαμβανομένων των ομολογιών, το χαμηλότερο ποσό μεταξύ των 100 εκατ. ευρώ ανά τράπεζα ή 5% των ιδίων κεφαλαίων της τράπεζας·»

(β) Το στοιχείο β) αντικαθίσταται από το εξής κείμενο:

«Η επένδυση σε μία μόνο έκδοση ομολογιών εντός των ορίων που προσδιορίζονται στο στοιχείο α), δεν πρέπει να υπερβαίνει το 20% του συνολικού ποσού κάθε έκδοσης κατά τον χρόνο αγοράς.»

(γ) Στο στοιχείο δ) προστίθεται η ακόλουθη δεύτερη παράγραφος:

«Αφ’ ης στιγμής η Επιτροπή αντιληφθεί ότι έχει σημειωθεί υποβάθμιση με αποτέλεσμα να μην πληρούνται πλέον οι ελάχιστες απαιτήσεις για την πιστοληπτική ικανότητα, καταβάλλει κάθε δυνατή προσπάθεια για την αντικατάσταση των αντίστοιχων επενδύσεων, υπό την προϋπόθεση ότι είναι σε θέση να εξασφαλίσει αποδεκτούς οικονομικούς όρους.»

(δ) Προστίθεται το ακόλουθο στοιχείο ε):

«Αν η διαβάθμιση μιας ομολογίας είναι υψηλότερη από τη διαβάθμιση του εκδότη της ή αν δεν υπάρχει καν διαβάθμιση του εκδότη, λαμβάνεται υπόψη η διαβάθμιση της ομολογίας.»

12. Το σημείο 6 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

"6. ΛΟΓΙΣΤΙΚΗ

Η διαχείριση των κεφαλαίων θα εμφανίζεται στους ετήσιους λογαριασμούς της υπό εκκαθάριση ΕΚΑΧ και, μετά την ολοκλήρωση της εκκαθάρισης, των πόρων του Ταμείου Έρευνας για τον Άνθρακα και τον Χάλυβα. Οι εν λόγω ετήσιοι λογαριασμοί πρέπει να καταρτίζονται και να υποβάλλονται σύμφωνα με τους κανόνες λογιστικής της ΕΚ, όπως αυτοί θεσπίζονται από τον υπόλογο της Επιτροπής, λαμβανομένου υπόψη του ειδικού χαρακτήρα της υπό εκκαθάριση ΕΚΑΧ και, μετά την ολοκλήρωση της εκκαθάρισης, των πόρων του Ταμείου Έρευνας για τον Άνθρακα και τον Χάλυβα. Οι λογαριασμοί εγκρίνονται από την Επιτροπή και ελέγχονται από το Ελεγκτικό Συνέδριο. Η Επιτροπή αναθέτει σε εξωτερικές εταιρείες την πραγματοποίηση του ετήσιου λογιστικού ελέγχου των λογαριασμών της.»

13. Στο σημείο 7, η δεύτερη παράγραφος αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Κάθε εξάμηνο θα εκπονείται αναλυτική έκθεση σχετικά με τις διεξαγόμενες πράξεις διαχείρισης δυνάμει των υπόψη κατευθυντηρίων γραμμών, και θα αποστέλλεται στα κράτη μέλη.»

Άρθρο 2

Η παρούσα απόφαση αρχίζει να ισχύει την επομένη της δημοσίευσής της στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Άρθρο 3

Η παρούσα απόφαση απευθύνεται στα κράτη μέλη.

Βρυξέλλες,

Για το Συμβούλιο

Ο Πρόεδρος

[1] Πριν από την αναθεώρηση του άρθρου 181 του δημοσιονομικού κανονισμού που θεσπίστηκε με τον κανονισμό (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 1995/2006 του Συμβουλίου της 13ης Δεκεμβρίου 2006 (ΕΕ L 390, 30.12.06, σ. 1).

[2] ΕΕ L 29, 5.2.2003, σ. 22.

[3] ΕΕ C , , σ. .

[4] ΕΕ C , , σ. .