Πρόταση κανονισμοσ του Συμβουλίου περί του δημοσιονομικού κανονισμού ο οποίος εφαρμόζεται στο 10ο Ευρωπαϊκό Ταμείο Ανάπτυξης /* COM/2007/0410 τελικό - CNC 2007/0154 */
[pic] | ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ | Βρυξέλλες, 16.7.2007 COM(2007) 410 τελικό 2007/0154 (CNC) Πρόταση ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ περί του δημοσιονομικού κανονισμού ο οποίος εφαρμόζεται στο 10ο Ευρωπαϊκό Ταμείο Ανάπτυξης (υποβληθείσα από την Επιτροπή) ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ Η συμφωνία εταιρικής σχέσης ΑΚΕ-ΕΚ η οποία υπεγράφη στο Κοτονού στις 23 Ιουνίου 2000 μεταξύ των μελών της ομάδας των κρατών της Αφρικής, της Καραϊβικής και του Ειρηνικού, αφενός, και της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και των κρατών μελών της, αφετέρου, αναθεωρήθηκε στο Λουξεμβούργο στις 25 Ιουνίου 2005. Το δημοσιονομικό πλαίσιο που είναι απαραίτητο για την εφαρμογή αυτής της συμφωνίας εταιρικής σχέσης για την περίοδο 2008 έως 2013 εγκρίθηκε από το Συμβούλιο και ενσωματώθηκε στην εσωτερική συμφωνία της 17ης Ιουλίου 2006. Καλύπτει τις αναλήψεις υποχρεώσεων από 1ης Ιανουαρίου 2008 και για περίοδο έξι ετών. Αποσκοπώντας στην εφαρμογή του δημοσιονομικού αυτού πλαισίου, η εσωτερική συμφωνία θεσπίζει το 10ο Ευρωπαϊκό Ταμείο Ανάπτυξης (ΕΤΑ) και προβλέπει στο άρθρο 10 παράγραφος 2 ότι πριν τεθεί σε ισχύ η συμφωνία εταιρικής σχέσης ΑΚΕ-ΕΚ πρέπει να εκδοθεί δημοσιονομικός κανονισμός. Η παρούσα ανακοίνωση της Επιτροπής έχει ως στόχο να παρουσιάσει την πρόταση περί του δημοσιονομικού κανονισμού ο οποίος εφαρμόζεται στο 10ο ΕΤΑ. Ο κανονισμός αυτός έχει εναρμονιστεί στο μέτρο του δυνατού με τις διατάξεις του δημοσιονομικού κανονισμού που εφαρμόζεται στον γενικό προϋπολογισμό των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων όπως αναθεωρήθηκε στις 13 Δεκεμβρίου 2006 (Γενικός Δημοσιονομικός Κανονισμός), ενώ παράλληλα λαμβάνει υπόψη την ιδιαιτερότητα του ΕΤΑ, η χρηματοδότηση του οποίου πραγματοποιείται εκτός του προϋπολογισμού της ΕΕ. Σε αντίθεση με τον Γενικό Δημοσιονομικό Κανονισμό, δεν υπάρχουν κανόνες εφαρμογής που συμπληρώνουν τον δημοσιονομικό κανονισμό που εφαρμόζεται στο ΕΤΑ. Ωστόσο, χρειάστηκε η διευκρίνιση ορισμένων θεμάτων τα οποία δεν καλύπτονται απαραιτήτως αναλυτικά σε έναν δημοσιονομικό κανονισμό. Εφόσον η διευκρίνιση αυτή εμπεριέχεται ήδη στους κανόνες εφαρμογής που ισχύουν για το Γενικό Δημοσιονομικό Κανονισμό, και για να αποφευχθεί η επανάληψη, η Επιτροπή προτείνει ότι, όποτε χρειάζεται, ορισμένα άρθρα να παραπέμπουν άμεσα στους κανόνες εφαρμογής του Γενικού Δημοσιονομικού Κανονισμού. Όπως προβλέπει το άρθρο 10 παράγραφος 2 της εσωτερικής συμφωνίας, η πρόταση της Επιτροπής θα υποβληθεί στο Συμβούλιο προς έγκριση καθώς και στο Ελεγκτικό Συνέδριο και στην Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων για γνωμοδότηση. Κύριες αλλαγές σε σύγκριση με το δημοσιονομικό κανονισμό που εφαρμόζεται στο 9ο ΕΤΑ: 1. Εναρμόνιση της δομής με την αντίστοιχη του Γενικού Δημοσιονομικού Κανονισμού. 2. Απλούστευση: διατάξεις σχετικά με τις συνεισφορές των κρατών μελών οι οποίες έχουν συναφθεί αναλυτικά στην εσωτερική συμφωνία δεν χρειάζεται να επαναληφθούν στον δημοσιονομικό κανονισμό. Διατάξεις που αντικατοπτρίζουν ορισμένα άρθρα των κανόνων εφαρμογής του Γενικού Δημοσιονομικού Κανονισμού που προβλέπονται στον κανονισμό (ΕΚ, Ευρατόμ) 2342/2002 αντικαταστήθηκαν με αναφορά στο/α σχετικό/ά άρθρο/α του κανονισμού. Επιπλέον, διατάξεις που αντικατοπτρίζουν ορισμένα άρθρα του Γενικού Δημοσιονομικού Κανονισμού και χρειάζονται περαιτέρω διευκρινίσεις ή κανόνες εφαρμογής ολοκληρώθηκαν με αναφορά στα ισχύοντα άρθρα του κανονισμού (ΕΚ, Ευρατόμ) 2342/2002. 2007/0154 (CNC) Πρόταση ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ περί του δημοσιονομικού κανονισμού ο οποίος εφαρμόζεται στο 10ο Ευρωπαϊκό Ταμείο Ανάπτυξης ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ, Έχοντας υπόψη: τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, τη συμφωνία εταιρικής σχέσης μεταξύ των μελών της ομάδας των κρατών της Αφρικής, της Καραϊβικής και του Ειρηνικού, αφενός, και της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και των κρατών μελών της, αφετέρου, η οποία υπεγράφη στο Κοτονού στις 23 Ιουνίου 2000[1] και αναθεωρήθηκε στο Λουξεμβούργο στις 25 Ιουνίου 2005[2] (εφεξής "συμφωνία ΑΚΕ-ΕΚ"), την απόφαση 2001/822/ΕΚ του Συμβουλίου της 27ης Νοεμβρίου 2001 για τη σύνδεση των υπερπόντιων χωρών και εδαφών με την Ευρωπαϊκή Κοινότητα (εφεξής "απόφαση υπερπόντιας σύνδεσης")[3] η οποία τροποποιήθηκε από την απόφαση 2007/249/ΕΚ του Συμβουλίου της 19ης Μαρτίου 2007[4], και ιδίως την τέταρτη παράγραφο του άρθρου 23, την απόφαση αριθ. 1/2006 του Συμβουλίου Υπουργών ΑΚΕ-ΕΚ, της 2ας Ιουνίου 2006, που διευκρινίζει το πολυετές δημοσιονομικό πλαίσιο για την περίοδο 2008-2013 και τροποποιεί την αναθεωρημένη συμφωνία εταιρικής σχέσης ΑΚΕ-ΕΚ[5], την εσωτερική συμφωνία μεταξύ των αντιπροσώπων των κυβερνήσεων των κρατών μελών, συνελθόντων στο πλαίσιο του Συμβουλίου σχετικά με τη χρηματοδότηση των ενισχύσεων της Κοινότητας στο πλαίσιο του πολυετούς δημοσιονομικού πλαισίου για την περίοδο 2008-2013 βάσει της συμφωνίας εταιρικής σχέσης ΑΚΕ-ΕΚ, καθώς και για τη χορήγηση χρηματοδοτικής ενίσχυσης στις υπερπόντιες χώρες και εδάφη για τις οποίες ισχύουν οι διατάξεις του τέταρτου μέρους της συνθήκης ΕΚ[6] (εφεξής η "εσωτερική συμφωνία") και ιδίως το άρθρο 10 παράγραφος 2, την πρόταση της Επιτροπής[7], τη γνώμη του Ελεγκτικού Συνεδρίου[8], τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων[9], Εκτιμώντας τα ακόλουθα: (1) Είναι αναγκαίο να καθορισθούν λεπτομερείς κανόνες για την καταβολή των συνεισφορών των κρατών μελών στο 10ο Ευρωπαϊκό Ταμείο Ανάπτυξης (εφεξής "ΕΤΑ"), που συστάθηκε με την εσωτερική συμφωνία, καθώς και για τη χορήγηση χρηματοδοτικής ενίσχυσης στις υπερπόντιες χώρες και εδάφη στις οποίες ισχύουν οι διατάξεις του τετάρτου μέρους της συνθήκης ΕΚ (εφεξής "ΥΧΕ"). (2) Θα πρέπει να θεσπιστούν κανόνες για την αντιμετώπιση τυχόν υπολοίπων από τα προηγούμενα ΕΤΑ, ιδίως σε ό,τι αφορά τις λεπτομέρειες της μεταφοράς τους προς το 10ο ΕΤΑ και τους κανόνες που ισχύουν για τη διαχείρισή τους ή τις συνέπειες της αποδέσμευσής τους σε σχέση με τις συνεισφορές των κρατών μελών. (3) Θα πρέπει να προβλεφθούν οι όροι υπό τους οποίους το Ελεγκτικό Συνέδριο ασκεί τις εξουσίες του έναντι του ΕΤΑ. (4) Θα πρέπει να προβλεφθούν οι όροι υπό τους οποίους η Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων ("ΕΤΕπ") διαχειρίζεται τους πόρους του ΕΤΑ. (5) Οι διατάξεις που αφορούν τον έλεγχο από το Ελεγκτικό Συνέδριο των πόρων του ΕΤΑ που διαχειρίζεται η ΕΤΕ, πρέπει να συμβιβάζονται με την τριμερή συμφωνία που συνήφθη μεταξύ του Ελεγκτικού Συνεδρίου, της ΕΤΕπ και της Επιτροπής[10] και προβλέπεται στο άρθρο 248 παράγραφος 4 της Συνθήκης. (6) Είναι σκόπιμο να εξασφαλισθούν η ενδεδειγμένη, ταχεία και αποτελεσματική υλοποίηση των έργων και προγραμμάτων που χρηματοδοτούνται στο πλαίσιο της συμφωνίας ΑΚΕ-ΕΚ καθώς και ο καθορισμός διαδικασιών διαχείρισης που να είναι διαφανείς, εύκολης εφαρμογής και διευκολύνουσες τη μεταβίβαση των καθηκόντων και αρμοδιοτήτων προς τους τοπικούς παράγοντες. (7) Είναι αναγκαίο να προβλεφθούν οι λεπτομερείς κανόνες σύμφωνα με τους οποίους ο κύριος διατάκτης λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα που διασφαλίζουν την ορθή εκτέλεση των οικονομικών πράξεων, σε στενή συνεργασία με τον εθνικό διατάκτη. (8) Στο μέτρο του δυνατού, ο κανονισμός (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 1605/2002 του Συμβουλίου, της 25ης Ιουνίου 2002, σχετικά με τον δημοσιονομικό κανονισμό που εφαρμόζεται στον γενικό προϋπολογισμό των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων[11], θα πρέπει να ληφθεί υπόψη, ως κεντρικό στοιχείο της μεταρρύθμισης της εσωτερικής διαχείρισης της Επιτροπής, κατά τη σύνταξη του παρόντος κανονισμού, για λόγους αποδοτικότητας και απλούστευσης. Εφόσον κριθεί σκόπιμο, σε ορισμένες περιπτώσεις εφαρμόζεται κατ’ αναλογία ο κανονισμός (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 2342/2002 της Επιτροπής της 23ης Δεκεμβρίου 2002, για τη θέσπιση των κανόνων εφαρμογής του κανονισμού (EK, Ευρατόμ) αριθ. 1605/2002 του Συμβουλίου, για τη θέσπιση του Δημοσιονομικού Κανονισμού που εφαρμόζεται στο γενικό προϋπολογισμό των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων[12]. (9) Όλες οι αλλαγές σε σχέση με τον δημοσιονομικό κανονισμό της 27ης Μαρτίου 2003 που εφαρμόζεται στο 9ο Ευρωπαϊκό Ταμείο Ανάπτυξης[13] πρέπει να συμβάλουν στην επίτευξη των στόχων των μεταρρυθμίσεων της Επιτροπής, να βελτιώσουν ή να διασφαλίσουν τη χρηστή δημοσιονομική διαχείριση και να ενισχύσουν την προστασία των οικονομικών συμφερόντων της Κοινότητας από τις απάτες και κάθε άλλη παράνομη δραστηριότητα και να ενισχύσουν με τον τρόπο αυτό τη νομιμότητα και την κανονικότητα των οικονομικών πράξεων. (10) Ορισμένες αλλαγές σε σχέση με τον δημοσιονομικό κανονισμό για το 9ο ΕΤΑ καθίστανται αναγκαίες βάσει της κτηθείσας εμπειρίας προκειμένου να διευκολυνθεί η εφαρμογή του ΕΤΑ και η υλοποίηση των πολιτικών στόχων που το συνοδεύουν καθώς και η αναπροσαρμογή ορισμένων απαιτήσεων διαδικασίας και τεκμηρίωσης. Η διαφάνεια ιδίως πρέπει να ενισχυθεί μέσω της παροχής πληροφόρησης για τους δικαιούχους κοινοτικών κεφαλαίων. (11) Η αρχή της χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης πρέπει να έχει ως συνέπεια τον αποδοτικό και αποτελεσματικό εσωτερικό έλεγχο όσον αφορά τη διαχείριση των πόρων του ΕΤΑ. (12) Όσον αφορά τους πόρους του ΕΤΑ, πρέπει να υπάρχει δυνατότητα για τα κράτη μέλη και τις υπόλοιπες χώρες δωρητές να παρέχουν ad hoc οικονομικές συνεισφορές για έργα ή προγράμματα που διαχειρίζεται η Επιτροπή. (13) Η αρχή της ειδικότητας πρέπει να εφαρμόζεται στο ΕΤΑ. (14) Όσον αφορά τις μεθόδους εκτέλεσης των πόρων του ΕΤΑ, οι διατάξεις για κεντρική, αποκεντρωμένη και κοινή διαχείριση που προβλέπονται στον δημοσιονομικό κανονισμό για το 9ο ΕΤΑ πρέπει να αναδιατυπωθούν για λόγους σαφήνειας και για να καταστούν πιο κατανοητές ορισμένες απαιτήσεις. Ειδικότερα, οι απαιτήσεις για κοινή διαχείριση, οι όροι για τη μεταβίβαση καθηκόντων και τα κριτήρια για τη χρησιμοποίηση εθνικών οργανισμών του δημόσιου τομέα πρέπει να απλουστευθούν προκειμένου να διευκολυνθεί η χρήση τους και να ανταποκρίνονται στις αυξανόμενες επιχειρησιακές ανάγκες. (15) Η απαγόρευση της μεταβίβασης αρμοδιοτήτων εκτέλεσης σε ιδιωτικούς φορείς πρέπει να προσαρμοστεί στο πλαίσιο της κεντρικής διαχείρισης καθώς οι όροι της απαγόρευσης αυτής αποδείχθηκαν ασκόπως αυστηροί. Η Επιτροπή θα πρέπει να έχει τη δυνατότητα να αναθέτει σε γραφείο ταξιδίων ή σε διοργανωτή διασκέψεων την επιστροφή των εξόδων των συμμετεχόντων σε διασκέψεις, αρκεί να λαμβάνεται μέριμνα για τη μη άσκηση διακριτικής ευχέρειας από τον ιδιωτικό φορέα. (16) Όσον αφορά τον υπόλογο, θα πρέπει να αποσαφηνιστεί η αρμοδιότητά του ως προς την επικύρωση των λογαριασμών βάσει των δημοσιονομικών στοιχείων που του παρέχονται από τους διατάκτες. Προς τούτο, ο υπόλογος θα πρέπει να έχει την εξουσία να ελέγχει τα στοιχεία που λαμβάνει από τον κύριο διατάκτη και να διατυπώνει επιφυλάξεις, εφόσον το κρίνει αναγκαίο. (17) Οι προϋποθέσεις και οι περιορισμοί ως προς τη δημοσιονομική ευθύνη όλων των δημοσιονομικών παραγόντων και κάθε άλλου προσώπου που εμπλέκεται στην εκτέλεση του ΕΤΑ θα πρέπει να αποσαφηνιστούν. (18) Οι κανόνες για την είσπραξη των οφειλών θα πρέπει να αποσαφηνιστούν και να ενισχυθούν προκειμένου να βελτιωθεί η διαφύλαξη των οικονομικών συμφερόντων των Κοινοτήτων. Ειδικότερα πρέπει να διευκρινιστούν οι προϋποθέσεις υπό τις οποίες οφείλονται τόκοι υπερημερίας στο ΕΤΑ. (19) Πρέπει να προβλεφθεί χρονικό όριο για την ισχύ των απαιτήσεων. Η Κοινότητα, αντίθετα με πολλά από τα κράτη μέλη, δεν υπόκειται σε προθεσμία μετά την οποία παραγράφεται μια δημοσιονομική της απαίτηση. Ούτε περιορίζεται από προθεσμία ως προς τη διεκδίκηση των απαιτήσεών της έναντι τρίτων. Η καθιέρωση τέτοιων προθεσμιών πρέπει να είναι σύμφωνη με την αρχή της χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης. (20) Σύμφωνα με τον Γενικό Δημοσιονομικό Κανονισμό και την οδηγία 2004/18/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 31ης Μαρτίου 2004, περί συντονισμού των διαδικασιών σύναψης δημοσίων συμβάσεων έργων, προμηθειών και υπηρεσιών [14] , οι κανόνες αποκλεισμού από διαδικασία ανάθεσης σύμβασης πρέπει να αποσαφηνιστούν. Θα πρέπει να γίνει σαφής διάκριση μεταξύ αποκλεισμού εκ προοιμίου και αποκλεισμού λόγω διοικητικής ποινής. Ακόμη, και για λόγους ασφάλειας δικαίου και αναλογικότητας, θα πρέπει να καθορισθεί στον Δημοσιονομικό Κανονισμό μέγιστη περίοδος αποκλεισμού. Θα μπορούσε να προβλεφθεί εξαίρεση από τους κανόνες αποκλεισμού για τις προμήθειες με ιδιαίτερα ευνοϊκούς όρους, είτε από προμηθευτή του οποίου η επιχείρηση παύει οριστικά να λειτουργεί είτε από συνδίκους ή εκκαθαριστές πτώχευσης, είτε μέσω διακανονισμού με πιστωτές ή μέσω άλλης παρόμοιας διαδικασίας κατά την οικεία εθνική νομοθεσία. (21) Είναι σκόπιμο να επιτραπεί η χρησιμοποίηση της κεντρικής βάσης δεδομένων για τους υποψηφίους ή προσφέροντες που εμπίπτουν στις περιπτώσεις αποκλεισμού που προβλέπονται στον κανονισμό (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 1605/2002, στο πλαίσιο του ΕΤΑ. (22) Όσον αφορά τις επιχορηγήσεις/επιδοτήσεις, πρέπει να γίνουν ορισμένες αποσαφηνίσεις στο άρθρο 103, ιδίως όσον αφορά το πεδίο εφαρμογής τους. Για να βελτιωθεί η διαχείριση των επιχορηγήσεων και να απλουστευθούν οι διαδικασίες, πρέπει να είναι δυνατή η χορήγηση τους είτε μέσω αποφάσεων του θεσμικού οργάνου είτε με γραπτές συμφωνίες με τους δικαιούχους και να επιτραπεί η χρησιμοποίηση των εφάπαξ και κατ’αποκοπή πληρωμών παράλληλα με τις πιο παραδοσιακές μεθόδους επιστροφής δαπανών που εφαρμόζονται σήμερα. Τέλος, οι απαιτήσεις για ελέγχους και εγγυήσεις θα πρέπει να είναι περισσότερο αναλογικές προς τους εκάστοτε δημοσιονομικούς κινδύνους. (23) Ο κανόνας σύμφωνα με τον οποίο οι επιχορηγήσεις θα πρέπει να παρέχονται μετά από πρόσκληση για την υποβολή προτάσεων απέδειξε την αξία του. Ωστόσο, η εμπειρία έχει αποδείξει ότι σε ορισμένες περιπτώσεις, η φύση της ενέργειας δεν αφήνει περιθώρια κατά την επιλογή των δικαιούχων. Ως εκ τούτου πρέπει να αναγνωριστεί ρητά ότι μπορούν να ανακύψουν τέτοιες εξαιρετικές περιπτώσεις. (24) Οσάκις οι επιχορηγήσεις παρέχονται για την κάλυψη λειτουργικών εξόδων, ο κανόνας που προβλέπει ότι η αναγκαία σύμβαση δεν μπορεί να υπογραφεί περισσότερο από τέσσερις μήνες μετά την έναρξη της οικονομικής χρήσης του δικαιούχου, αποδείχτηκε ασκόπως δύσκαμπτος. Η διορία αυτή θα μπορούσε συνεπώς να καθοριστεί σε έξι μήνες. (25) Καθώς οι επιχορηγήσεις θα εξακολουθήσουν να παρέχονται με βάση κριτήρια επιλογής και ανάθεσης, δεν είναι απαραίτητο τα εν λόγω κριτήρια να αξιολογούνται πάντα από επιτροπή. Πρέπει να επιτραπεί η χρησιμοποίηση άλλων πιο ευέλικτων μέσων για την αξιολόγηση των κριτηρίων επιλογής. (26) Για λόγους σαφήνειας, πρέπει να απλουστευθεί ο κανόνας όσον αφορά τις απαιτήσεις για τη σύναψη σύμβασης με τους δικαιούχους επιχορήγησης. Επιπλέον, πρέπει να υπάρξει ρητή πρόβλεψη για την περίπτωση που η εκτέλεση μιας ενέργειας απαιτεί την παροχή οικονομικής ενίσχυσης σε τρίτους. ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ: ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ ΚΥΡΙΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΤΙΤΛΟΣ I ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ ΚΑΙ ΠΕΔΙΟ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ Άρθρο 1 Ο παρών κανονισμός προσδιορίζει τους κανόνες που διέπουν τη σύσταση και τη δημοσιονομική διαχείριση των δημοσιονομικών πόρων του 10ου Ευρωπαϊκού Ταμείου Ανάπτυξης (ΕΤΑ) καθώς και την παρουσίαση και τον έλεγχο των λογαριασμών. Άρθρο 2 1. Η Επιτροπή αναλαμβάνει τις ευθύνες της Κοινότητας που προσδιορίζονται στο άρθρο 57 της συμφωνίας ΑΚΕ-ΕΚ, καθώς και εκείνες της απόφασης υπερπόντιας σύνδεσης. Προς τούτο, μεριμνά για τη δημοσιονομική διαχείριση των πράξεων που πραγματοποιούνται με πόρους του ΕΤΑ διατιθέμενους με τη μορφή μη επιστρεπτέων ενισχύσεων, εξαιρουμένων των επιδοτήσεων επιτοκίου, πραγματοποιεί δε τις πληρωμές σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος κανονισμού. 2. Για τους σκοπούς της εφαρμογής του παρόντος κανονισμού, η Επιτροπή ενεργεί με δική της ευθύνη και εντός των ορίων των διατεθέντων πόρων. Άρθρο 3 Η ΕΤΕπ, ενεργώντας για λογαριασμό της Κοινότητας, διαχειρίζεται την επενδυτική διευκόλυνση καθώς και τις επιδοτήσεις επιτοκίου και εκτελεί τις συναφείς πράξεις σύμφωνα με τους κανόνες που καθορίζονται στο μέρος ΙΙ. Στο πλαίσιο αυτό, η ΕΤΕπ ενεργεί εξ ονόματος και με την κάλυψη της Κοινότητας. Η ΕΤΕπ μεριμνά για τη δημοσιονομική διαχείριση των πράξεων που πραγματοποιούνται με δάνεια χορηγούμενα εξ ιδίων πόρων της, τα οποία συνοδεύονται, εφόσον συντρέχει περίπτωση, από επιδοτήσεις επιτοκίου με πόρους του ΕΤΑ. Άρθρο 4 Οι διατάξεις του παρόντος μέρους καθώς και του μέρους ΙΙΙ εφαρμόζονται αποκλειστικά στη δημοσιονομική διαχείριση των πόρων του ΕΤΑ που τελούν υπό τη διαχείριση της Επιτροπής. Οι εν λόγω διατάξεις δεν μπορούν να ερμηνεύονται ως δημιουργούσες υποχρεώσεις της Επιτροπής για τη δημοσιονομική διαχείριση των πόρων του ΕΤΑ που τελούν υπό τη διαχείριση της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων (ΕΤΕπ). Άρθρο 5 1. Εκτός εάν άλλως ορίζεται, οι αναφορές του παρόντος κανονισμού στα κράτη ΑΚΕ θεωρείται ότι αφορούν και τους οργανισμούς, ή τους εκπροσώπους τους, που ορίζονται στα άρθρα 13 και 14 του παραρτήματος ΙV της συμφωνίας ΑΚΕ-ΕΚ, και τους οποίους μπορούν να εξουσιοδοτούν δεόντως για την άσκηση των αρμοδιοτήτων που διαθέτουν στο πλαίσιο της ως άνω συμφωνίας. 2. Το δημοσιονομικό έτος αρχίζει την 1η Ιανουαρίου και λήγει στις 31 Δεκεμβρίου. ΤΙΤΛΟΣ IIΔΗΜΟΣΙΟΝΟΜΙΚΕΣ ΑΡΧΕΣ Άρθρο 6 Οι πόροι του ΕΤΑ προσδιορίζονται και εκτελούνται σύμφωνα με τις ακόλουθες αρχές που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό: (α) της αυθεντικότητας, (β) της ενιαίας λογιστικής μονάδας, (γ) της ειδικότητας, (δ) της χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης, (ε) της διαφάνειας. ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1ΑΡΧΗ ΤΗΣ ΑΥΘΕΝΤΙΚΟΤΗΤΑΣ Άρθρο 7 1. Κανένα έσοδο και καμία δαπάνη δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί παρά μόνο μέσω καταλογισμού σε κονδύλιο του ΕΤΑ. 2. Καμία δαπάνη δεν μπορεί να αποτελέσει το αντικείμενο ούτε ανάληψης ούτε εντολής πέραν των εγκεκριμένων πιστώσεων. 3. Οι τόκοι τους οποίους αποφέρουν τα κεφάλαια που κατέχει το ΕΤΑ εγγράφονται στον προϋπολογισμό ως έσοδα. Άρθρο 8 1. Οι τόκοι που γεννώνται από τις πληρωμές προχρηματοδότησης διατίθενται στο αντίστοιχο πρόγραμμα ή ενέργεια και αφαιρούνται από την καταβολή του υπολοίπου των ποσών που οφείλονται στο δικαιούχο. 2. Τόκοι δεν οφείλονται στις Ευρωπαϊκές Κοινότητες στις ακόλουθες περιπτώσεις: (α) προχρηματοδότηση η οποία δεν αντιστοιχεί σε σημαντικό ποσό· (β) προχρηματοδότηση η οποία καταβάλλεται στο πλαίσιο δημόσιας σύμβασης κατά την έννοια του άρθρου 91· (γ) προκαταβολές καταβαλλόμενες στα μέλη των οργάνων και στο προσωπικό τους σύμφωνα με τον Κανονισμό Υπηρεσιακής Κατάστασης των υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και το καθεστώς που εφαρμόζεται στο λοιπό προσωπικό των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εφεξής "Κανονισμό Υπηρεσιακής Κατάστασης"· (δ) προχρηματοδότηση καταβαλλόμενη στο πλαίσιο από κοινού διαχείρισης κατά την έννοια του άρθρου 20 παράγραφος 1 στοιχείο 3). 3. Τα άρθρα 3, 4 και 4α του κανονισμού (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 2342/2002, όπως τροποποιήθηκε από τον κανονισμό (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 478/2007, ισχύουν κατ’αναλογία στην εφαρμογή των παραγράφων 1 και 2. ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2 ΑΡΧΗ ΤΗΣ ΕΝΙΑΙΑΣ ΛΟΓΙΣΤΙΚΗΣ ΜΟΝΑΔΑΣ Άρθρο 9 Οι πόροι του ΕΤΑ συνιστώνται, χρησιμοποιούνται και αποτελούν το αντικείμενο απόδοσης λογαριασμών σε ευρώ. Ωστόσο, για λόγους ταμειακής διαχείρισης που αναφέρονται στο άρθρο 39, ο υπόλογος δύναται να διεξάγει πράξεις σε ευρώ, σε άλλα νομίσματα και σε εθνικά νομίσματα. ΚΕΦΛΑΙΟ 3Η ΑΡΧΗ ΤΗΣ ΕΙΔΙΚΟΤΗΤΑΣ Άρθρο 10 Οι πόροι του ΕΤΑ εξειδικεύονται για συγκεκριμένους σκοπούς κατά τα κύρια μέσα συνεργασίας, όπως αυτά περιγράφονται στο χρηματοδοτικό πρωτόκολλο της συμφωνίας ΑΚΕ-ΕΚ και στην απόφαση υπερπόντιας σύνδεσης. Όσον αφορά τα κράτη ΑΚΕ, τα εν λόγω μέσα καθορίζονται με το χρηματοδοτικό πρωτόκολλο που παρατίθεται στο παράρτημα Iβ της συμφωνίας ΑΚΕ-ΕΚ. Η εξειδίκευση των πόρων βασίζεται επίσης στις διατάξεις της εσωτερικής συμφωνίας και λαμβάνει υπόψη το αποθεματικό που προβλέπεται για δαπάνες στήριξης συνδεόμενες με τον προγραμματισμό και την εφαρμογή σύμφωνα με το άρθρο 6 της συμφωνίας. Όσον αφορά τις υπερπόντιες χώρες και εδάφη (ΥΧΕ), τα εν λόγω μέσα καθορίζονται στο παράρτημα II Aα της απόφασης υπερπόντιας σύνδεσης. Η εξειδίκευση αυτή λαμβάνει υπόψη και το αδιάθετο αποθεματικό που προβλέπεται στο άρθρο 3, παράγραφος 4 του παραρτήματος αυτού, καθώς και τους πόρους που διατίθενται για τις μελέτες και τις ενέργειες τεχνικής συνδρομής σύμφωνα με το άρθρο 1, παράγραφος 1, στοιχείο γ του ίδιου παραρτήματος. ΚΕΦΑΛΑΙΟ 4ΑΡΧΗ ΤΗΣ ΧΡΗΣΤΗΣ ΔΗΜΟΣΙΟΝΙΚΗΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ Άρθρο 11 1. Οι πόροι του ΕΤΑ χρησιμοποιούνται σύμφωνα με την αρχή της χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης, δηλαδή σύμφωνα με τις αρχές της οικονομίας, της αποδοτικότητας και της αποτελεσματικότητας. 2. Η αρχή της οικονομίας ορίζει ότι τα μέσα που χρησιμοποιούνται για την υλοποίηση δραστηριοτήτων καθίστανται διαθέσιμα εγκαίρως, στην ενδεδειγμένη ποσότητα και ποιότητα και στην καλύτερη τιμή. Η αρχή της αποδοτικότητας επιδιώκει την καλύτερη σχέση μεταξύ χρησιμοποιηθέντων μέσων και επιτευχθέντων αποτελεσμάτων. Η αρχή της αποτελεσματικότητας αποσκοπεί στην υλοποίηση των συγκεκριμένων στόχων που έχουν τεθεί και στην επίτευξη των αναμενόμενων αποτελεσμάτων. 3. Τίθενται στόχοι ειδικοί, μετρήσιμοι, εφικτοί, σχετικοί και προσδιορισμένοι χρονικά. Η επίτευξη των στόχων αυτών ελέγχεται βάσει δεικτών επίδοσης. Άρθρο 12 Προκειμένου να βελτιωθεί η λήψη των αποφάσεων, απαιτούνται οι ακόλουθες αξιολογήσεις: (α) όσον αφορά τη χρησιμοποίηση των πόρων του ΕΤΑ πρέπει να προηγείται εκ των προτέρων αξιολόγηση της προς ανάληψη ενέργειας (β) η ενέργεια πρέπει να υποβάλλεται σε εκ των υστέρων αξιολόγηση έτσι ώστε να εξασφαλίζεται ότι τα επιδιωκόμενα αποτελέσματα δικαιολογούν τα χρησιμοποιηθέντα μέσα. Άρθρο 13 1. Η αρχή της χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης προβλέπει ότι η διαχείριση των πόρων του ΕΤΑ πραγματοποιείται με αποτελεσματικό και αποδοτικό εσωτερικό έλεγχο, κατά τα ενδεικνυόμενα για κάθε διαχειριστική μέθοδο. 2. Για τους σκοπούς της διαχείρισης των πόρων του ΕΤΑ, ως εσωτερικός έλεγχος ορίζεται η διαδικασία που εφαρμόζεται σε όλα τα επίπεδα διαχείρισης και αποσκοπεί στην παροχή εύλογης βεβαιότητας ως προς την επίτευξη των ακόλουθων στόχων: (α) αποτελεσματικότητα, αποδοτικότητα και οικονομία των πράξεων, (β) αξιοπιστία των εκθέσεων, (γ) διαφύλαξη των περιουσιακών στοιχείων και ενημέρωση, (δ) πρόληψη και εντοπισμός περιπτώσεων απάτης και παρατυπιών, (ε) επαρκής διαχείριση των κινδύνων που σχετίζονται με τη νομιμότητα και την κανονικότητα των υποκείμενων πράξεων, λαμβάνοντας υπόψη τον πολυετή χαρακτήρα των προγραμμάτων καθώς και τη φύση των σχετικών πληρωμών. ΚΕΦΑΛΑΙΟ 5ΑΡΧΗ ΤΗΣ ΔΙΑΦΑΝΕΙΑΣ Άρθρο 14 1. Οι πόροι του ΕΤΑ συνίστανται, χρησιμοποιούνται και αποτελούν το αντικείμενο απόδοσης λογαριασμών σύμφωνα με την αρχή της διαφάνειας. 2. Οι ετήσιες προβλέψεις αναλήψεων υποχρεώσεων και εκταμιεύσεων σύμφωνα με το άρθρο 7 της εσωτερικής συμφωνίας, καθώς και οι λογαριασμοί του ΕΤΑ που προβλέπονται στο άρθρο 118 του παρόντος κανονισμού, δημοσιεύονται στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης . 3. Η Επιτροπή διαθέτει με τον κατάλληλο τρόπο τις πληροφορίες για τους δικαιούχους κονδυλίων του ΕΤΑ τις οποίες κατέχει όταν οι πόροι ΕΤΑ χρησιμοποιούνται σε συγκεντρωτική βάση και άμεσα από τις υπηρεσίες της, καθώς και τις πληροφορίες για τους δικαιούχους πόρων τις οποίες παρέχουν οι φορείς στους οποίους μεταβιβάζονται καθήκοντα εκτέλεσης του προϋπολογισμού σύμφωνα με άλλες διαχειριστικές μεθόδους. Οι πληροφορίες διατίθενται τηρουμένων δεόντως των απαιτήσεων εμπιστευτικότητας, ιδίως δε της προστασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, όπως ορίζεται στην οδηγία 95/46/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 24ης Οκτωβρίου 1995 για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών, και στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 45/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 18ης Δεκεμβρίου 2001 σχετικά με την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από τα όργανα και τους οργανισμούς της Κοινότητας και σχετικά με την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών, καθώς και των απαιτήσεων ασφαλείας, λαμβανομένων υπόψη των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών κάθε διαχειριστικής μεθόδου που αναφέρεται στο άρθρο 21. ΤΙΤΛΟΣ II I ΠΟΡΟΙ ΚΑΙ ΣΥΝΕΙΣΦΟΡΕΣ ΤΩΝ ΚΡΑΤΩΝ ΜΕΛΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1 ΣΥΣΤΑΣΗ ΤΩΝ ΠΟΡΩΝ ΤΟΥ ΕΤΑ Άρθρο 15 Οι πόροι του ΕΤΑ αποτελούνται από το ποσό που καθορίζεται στο άρθρο 1 της εσωτερικής συμφωνίας. Άρθρο 16 Η Επιτροπή διαχειρίζεται χρηματοδοτικές συνεισφορές των κρατών μελών και άλλων δωρητριών χωρών για λογαριασμό τους, συμπεριλαμβανομένων και στις δύο περιπτώσεις των οργανισμών του ευρύτερου δημόσιου τομέα, ή διεθνών οργανισμών, για ορισμένα έργα ή προγράμματα που χρηματοδοτούνται από τους πόρους του ΕΤΑ, δυνάμει της σχετικής βασικής πράξης. ΤΙΤΛΟΣ I V ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ ΤΩΝ ΠΟΡΩΝ ΤΟΥ ΕΤΑ ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1 ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ Άρθρο 17 Η Επιτροπή μπορεί να μεταβιβάζει, στους κόλπους των υπηρεσιών της, εξουσίες διαχείρισης πόρων του ΕΤΑ, υπό τους όρους που τίθενται στον παρόντα κανονισμό και από τους εσωτερικούς κανόνες της και εντός των ορίων που καθορίζονται στην εκάστοτε πράξη μεταβίβασης. Οι εντολοδόχοι μπορούν να ενεργούν μόνον εντός των ορίων των εξουσιών που τους έχουν ανατεθεί ρητά. Άρθρο 18 1. Απαγορεύεται σε όλους τους δημοσιονομικούς παράγοντες και σε κάθε πρόσωπο που εμπλέκεται στη χρησιμοποίηση, τη διαχείριση, στο λογιστικό ή άλλο έλεγχο των πόρων του ΕΤΑ, να προβαίνουν σε οποιαδήποτε ενέργεια η οποία είναι δυνατόν να φέρει τα συμφέροντά τους σε σύγκρουση με τα συμφέροντα των Κοινοτήτων. Εάν προκύψει τέτοια περίπτωση, ο εμπλεκόμενος παράγων πρέπει να απόσχει από τη σχετική ενέργεια και να αναφέρει το γεγονός στην αρμόδια αρχή. 2. Σύγκρουση συμφερόντων ανακύπτει οσάκις η αμερόληπτη και αντικειμενική άσκηση των καθηκόντων δημοσιονομικού παράγοντα ή άλλου εμπλεκόμενου προσώπου που αναφέρεται στην παράγραφο 1 υπονομεύεται από οικογενειακούς ή συναισθηματικούς λόγους, ή από πολιτικούς ή εθνικούς δεσμούς, από οικονομικό συμφέρον ή από οποιαδήποτε σύμπτωση συμφερόντων με τον δικαιούχο. Άρθρο 19 Για τους σκοπούς του παρόντος τίτλου, ο όρος "υπάλληλοι" αναφέρεται στα πρόσωπα που υπάγονται στον Κανονισμό Υπηρεσιακής Κατάστασης και στις ρυθμίσεις που εφαρμόζονται στο λοιπό προσωπικό των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, που αναφέρονται εφεξής ως "Κανονισμός Υπηρεσιακής Κατάστασης". ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2 ΤΡΟΠΟΙ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ Τμήμα 1 Γενική διάταξη Άρθρο 20 Η Επιτροπή διαχειρίζεται τους πόρους του ΕΤΑ σύμφωνα με τις διατάξεις που περιλαμβάνονται στα άρθρα 22 έως 29 με έναν από τους ακόλουθους τρόπους: (1) με αποκεντρωμένη διαχείριση, (2) με κεντρική διαχείριση, (3) με από κοινού διαχείριση με διεθνείς οργανισμούς. Τμήμα 2 αποκεντρωμένη διαχείριση Άρθρο 21 Κατά γενικό κανόνα, η Επιτροπή αναλαμβάνει τη δημοσιονομική διαχείριση των πόρων του ΕΤΑ με έναν από τους ακόλουθους τρόπους: α) με αποκεντρωμένη διαχείριση στα κράτη ΑΚΕ υπό τους όρους που προβλέπονται στη συμφωνία ΑΚΕ-ΕΚ και κατ' εφαρμογή του καταμερισμού αρμοδιοτήτων που προβλέπεται στο άρθρο 57 της εν λόγω συμφωνίας και στα άρθρα 34, 35 και 36 του παραρτήματος IV της ίδιας συμφωνίας, β) με αποκεντρωμένη διαχείριση με τις ΥΧΕ σύμφωνα με τους όρους που καθορίζονται στην απόφαση υπερπόντιας σύνδεσης και στα μέτρα εφαρμογής της απόφασης αυτής. Άρθρο 22 1. Στο πλαίσιο της αποκεντρωμένης διαχείρισης, η Επιτροπή αναλαμβάνει τη δημοσιονομική διαχείριση των πόρων του ΕΤΑ σύμφωνα με τους αναλυτικούς κανόνες που προσδιορίζονται στις παραγράφους 2, 3 και 4 με την επιφύλαξη της μεταβίβασης των εναπομενόντων καθηκόντων στους φορείς που αναφέρονται στο άρθρο 2 5 παράγραφος 3. 2. Τα δικαιούχα κράτη ΑΚΕ ή ΥΧΕ: (α) επαληθεύουν τακτικά ότι οι προς χρηματοδότηση ενέργειες από πόρους του ΕΤΑ έχουν εκτελεσθεί ορθά· (β) λαμβάνουν τα ενδεδειγμένα μέτρα για την πρόληψη των παρατυπιών και των απατών, ασκούν δε διώξεις, εφόσον συντρέχει περίπτωση, με σκοπό την ανάκτηση των αχρεωστήτως καταβληθέντων. 3. Για να εξασφαλίζεται ότι η χρήση των κονδυλίων γίνεται σύμφωνα με τους εφαρμοστέους κανόνες και εντός των ορίων των αρμοδιοτήτων που της ανατίθενται από τους κανόνες αυτούς, η Επιτροπή εφαρμόζει διαδικασίες εκκαθάρισης λογαριασμών ή μηχανισμούς δημοσιονομικών διορθώσεων που της επιτρέπουν να αναλαμβάνει τις ευθύνες που της ανατίθενται από τη συμφωνία ΑΚΕ-ΕΚ, ιδίως δε την ευθύνη κατά το άρθρο 34 παράγραφος 1 του παραρτήματος IV της εν λόγω συμφωνίας, καθώς και από την απόφαση υπερπόντιας σύνδεσης, ιδίως δε με τα άρθρα 20 και 32 αυτής. 4. Οι τρίτες χώρες στις οποίες έχουν μεταβιβαστεί καθήκοντα διαχείρισης διασφαλίζουν, σύμφωνα με το άρθρο 14 παράγραφος 3, επαρκή εκ των υστέρων γνωστοποίηση σε ετήσια βάση των δικαιούχων πόρων προερχομένων από το ΕΤΑ. Άρθρο 23 Η εκτέλεση από τις χώρες ΑΚΕ και ΥΧΕ των πράξεων που χρηματοδοτούνται από πόρους του ΕΤΑ υπόκειται στον έλεγχο της Επιτροπής. Ο έλεγχος αυτός ασκείται με εκ των προτέρων έγκριση, με εκ των υστέρων ελέγχους ή με συνδυασμένη διαδικασία, σύμφωνα με τις διατάξεις της συμφωνίας ΑΚΕ-ΕΚ, της απόφασης υπερπόντιας σύνδεσης και των μέτρων εφαρμογής της απόφασης αυτής. Άρθρο 2 4 Σε συνάρτηση με τον βαθμό αποκέντρωσης που συμφωνείται στη συμφωνία ΑΚΕ-ΕΚ, καθώς και στην απόφαση υπερπόντιας σύνδεσης και στα μέτρα εφαρμογής της, η Επιτροπή, κατά την άσκηση των εξουσιών που ανατίθενται στα δικαιούχα κράτη ΑΚΕ και στις ΥΧΕ, από τη συμφωνία ΑΚΕ-ΕΚ και την απόφαση υπερπόντιας σύνδεσης, καταβάλλει προσπάθειες για την προώθηση της τήρησης της αρχής της χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης που προβλέπεται στο άρθρο 11, και ιδίως της προοδευτικής εφαρμογής των ακολούθων κριτηρίων: (α) διαδικασιών ανάθεσης συμβάσεων και καταβολής επιχορηγήσεων διαφανών, που να μην δημιουργούν διακρίσεις και να αποκλείουν τη σύγκρουση συμφερόντων, (β) αποτελεσματικού και αποδοτικού συστήματος εσωτερικών ελέγχων για τη διαχείριση των πράξεων, το οποίο να περιλαμβάνει αποτελεσματικό διαχωρισμό των καθηκόντων του διατάκτη και του υπολόγου, ή άλλων ανάλογων καθηκόντων, (γ) λογιστικού συστήματος που να επιτρέπει την επαλήθευση της ορθής χρησιμοποίησης των πόρων του ΕΤΑ και να αποτυπώνει τη χρησιμοποίηση αυτή στις δημοσιονομικές καταστάσεις του ΕΤΑ, (δ) ανεξάρτητου εξωτερικού ελέγχου που ασκείται από εθνικό οργανισμό για ανεξάρτητο εξωτερικό έλεγχο, (ε) στην περίπτωση των συμβάσεων που εκτελούνται με άμεση αυτεπιστασία, κατά το άρθρο 101 παράγραφος 1, κατάλληλων διατάξεων για τη διαχείριση και τον έλεγχο των τοπικών λογαριασμών πάγιων προκαταβολών και για τον καθορισμό των αρμοδιοτήτων του τοπικού υπεύθυνου των πάγιων προκαταβολών και του τοπικού υπολόγου. Για την εφαρμογή του πρώτου εδαφίου, η Επιτροπή, μετά τη συναίνεση των δικαιούχων χωρών ΑΚΕ και υπερπόντιων χωρών και εδαφών, εντάσσει τις ενδεδειγμένες διατάξεις στις συμφωνίες χρηματοδότησης που προβλέπονται στο άρθρο 70, παράγραφος 3. Τμήμα 3 Κεντρική διαχείριση Άρθρο 25 1. Οσάκις η Επιτροπή χρησιμοποιεί τους πόρους ΕΤΑ κατά συγκεντρωτικό τρόπο, οι εκτελεστικές αρμοδιότητες ασκούνται είτε άμεσα, από τις υπηρεσίες της, είτε έμμεσα από τρίτους, σύμφωνα με τις παραγράφους 2 έως 4 του παρόντος άρθρου και τα άρθρα 26 έως 29. Η έμμεση εκτέλεση, σύμφωνα με τις παραγράφους 2 έως 4 του παρόντος άρθρου και με τα άρθρα 27 έως 29 εφαρμόζεται επίσης στην περίπτωση μεταβίβασης υπολοίπων καθηκόντων στους οργανισμούς που αναφέρονται στην παράγραφο 3 του παρόντος άρθρου όταν πρόκειται για αποκεντρωμένη διαχείριση. 2. Η Επιτροπή δεν μπορεί να αναθέτει σε τρίτους τις εκτελεστικές αρμοδιότητες που διαθέτει δυνάμει της συμφωνίας ΑΚΕ-ΕΚ ή της απόφασης υπερπόντιας σύνδεσης, οσάκις συνεπάγονται ευρύ περιθώριο εκτίμησης δυνάμενο να αντανακλά πολιτικές επιλογές. Τα εκτελεστικά καθήκοντα που μεταβιβάζονται πρέπει να είναι επακριβώς καθορισμένα και πλήρως ελεγχόμενα όσον αφορά την άσκησή τους. Η μεταβίβαση δημοσιονομικών εκτελεστικών καθηκόντων πρέπει να είναι σύμφωνη με την αρχή της χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης και να διασφαλίζει τη συμμόρφωση με την προβολή των ενεργειών της Κοινότητας. Τα καθήκοντα που μεταβιβάζονται κατά τον τρόπο αυτό δεν είναι δυνατό να επιφέρουν σύγκρουση καθηκόντων. 3. Εντός των ορίων που προβλέπονται στην παράγραφο 2, η Επιτροπή μπορεί να αναθέτει καθήκοντα δημόσιας αρχής, και ιδίως καθήκοντα δημοσιονομικής διαχείρισης, σε: (α) εκτελεστικούς οργανισμούς που έχουν συσταθεί σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 58/2003[15], (β) εθνικούς δημόσιους οργανισμούς ή οργανισμούς που διέπονται από το ιδιωτικό δίκαιο επιφορτισμένους με καθήκοντα δημόσιας υπηρεσίας και οι οποίοι παρέχουν επαρκείς οικονομικές εγγυήσεις για την εκτέλεση των καθηκόντων που τους ανατίθενται. Η Επιτροπή ενημερώνει σε ετήσια βάση το Συμβούλιο σχετικά με τις εκάστοτε περιπτώσεις, οργανισμούς και φορείς παρέχοντας κατάλληλη αιτιολόγηση για τη χρησιμοποίηση των εθνικών οργανισμών. 4. Η χρησιμοποίηση των αντίστοιχων πόρων του ΕΤΑ από οργανισμό που αναφέρεται το στοιχείο (α) της παραγράφου 3 πραγματοποιείται από τον διευθυντή του οργανισμού αυτού. 5. Σε περιπτώσεις όπου οι οργανισμοί και οι φορείς που αναφέρονται στην παράγραφο 3 ασκούν εκτελεστικά καθήκοντα, οφείλουν να διεξάγουν τακτικούς ελέγχους για να διασφαλίσουν ότι οι ενέργειες που χρηματοδοτούνται από πόρους του ΕΤΑ έχουν εφαρμοστεί ορθά. Οι εν λόγω οργανισμοί και φορείς λαμβάνουν τα κατάλληλα μέτρα για να αποφευχθούν οι παρατυπίες και οι απάτες και εφόσον χρειαστεί υποβάλλουν προσφυγή για την ανάκτηση των αχρεωστήτως καταβληθέντων ή εσφαλμένα χρησιμοποιηθέντων κονδυλίων. Άρθρο 26 Στις περιπτώσεις που η Επιτροπή εφαρμόζει έμμεση κεντρική διαχείριση σε πόρους του ΕΤΑ, οφείλει πρώτα να συγκεντρώσει αποδεικτικά στοιχεία για την ύπαρξη και την καλή λειτουργία στους φορείς στους οποίους αναθέτει τη διαχείριση, των ακόλουθων : (α) διαφανών διαδικασιών ανάθεσης συμβάσεων και καταβολής επιχορηγήσεων που να μην δημιουργούν διακρίσεις και να αποκλείουν τη σύγκρουση συμφερόντων και οι οποίες είναι σύμφωνες με τους τίτλους V και VII· (β) αποτελεσματικού και αποδοτικού συστήματος εσωτερικών ελέγχων για τη διαχείριση των πράξεων, το οποίο να περιλαμβάνει αποτελεσματικό διαχωρισμό των καθηκόντων του διατάκτη και του υπολόγου, ή άλλων ανάλογων καθηκόντων· (γ) λογιστικού συστήματος που επιτρέπει τη διακρίβωση της ορθής χρησιμοποίησης των πόρων του ΕΤΑ και την αποτύπωση της χρησιμοποίησης των κονδυλίων στους λογαριασμούς του ΕΤΑ· (δ) ανεξάρτητου εξωτερικού ελέγχου· (ε) πρόσβασης του κοινού στο επίπεδο πληροφόρησης που προβλέπεται στους κοινοτικούς κανονισμούς· (στ) της δέουσας εκ των υστέρων γνωστοποίησης ετησίως των δικαιούχων πόρων που προέρχονται από το ΕΤΑ, σύμφωνα με το άρθρο 14 παράγραφος 3. Η Επιτροπή μπορεί να αναγνωρίζει ότι τα συστήματα ελέγχου και λογιστικής, καθώς και των διαδικασιών ανάθεσης συμβάσεων και παροχής επιχορηγήσεων των οργανισμών του άρθρου 25 παράγραφος 3 είναι ισοδύναμα με τα δικά της συστήματα, λαμβάνοντας δεόντως υπόψη και τα αναγνωρισμένα διεθνή πρότυπα. Άρθρο 27 Η Επιτροπή μεριμνά για την εποπτεία, την αξιολόγηση και τον έλεγχο της εκτέλεσης των καθηκόντων που αναθέτει. Κατά την εφαρμογή των δικών της συστημάτων ελέγχου λαμβάνει υπόψη την ισοδυναμία τους με τα συστήματα των ελεγχόμενων. Άρθρο 28 Η Επιτροπή δεν μπορεί να αναθέτει πράξεις εκτέλεσης κονδυλίων προερχομένων από πόρους του ΕΤΑ, όπως η πληρωμή και η είσπραξη, σε εξωτερικούς φορείς ή οργανισμούς του ιδιωτικού τομέα, εξαιρουμένων των περιπτώσεων που αναφέρονται στο στοιχείο (β) του πρώτου εδαφίου του άρθρου 25 παράγραφος 3 ή συγκεκριμένων περιπτώσεων οι οποίες συνεπάγονται πληρωμές υποκείμενες σε όρους και για ποσά καθοριζόμενα από την Επιτροπή, προς δικαιούχους που προσδιορίζονται από την Επιτροπή, ενώ δεν συνεπάγονται την άσκηση διακριτικής ευχέρειας από τον φορέα ή τον οργανισμό που πραγματοποιεί τις πληρωμές. Καθήκοντα που είναι δυνατόν να ανατεθούν από την Επιτροπή, μέσω σύμβασης, σε εξωτερικούς φορείς ή οργανισμούς του ιδιωτικού τομέα, εκτός των οργανισμών ή φορέων που αναφέρονται στο στοιχείο (β) του πρώτου εδαφίου του άρθρου 25 παράγραφος 3, είναι τα καθήκοντα τεχνικής πραγματογνωμοσύνης και τα διοικητικά, προπαρασκευαστικά ή συνοδευτικά καθήκοντα που δεν συνεπάγονται ούτε άσκηση δημόσιας εξουσίας ούτε άσκηση της διακριτικής ευχέρειας εκτίμησης. Τμήμα 4 Από κοινού διαχείριση με διεθνείς οργανισμούς Άρθρο 29 1. Οσάκις η Επιτροπή εφαρμόζει την κοινή διαχείριση στους πόρους του ΕΤΑ, ορισμένα εκτελεστικά καθήκοντα ανατίθενται σε διεθνείς οργανισμούς στις ακόλουθες περιπτώσεις (α) οσάκις η Επιτροπή και ο διεθνής οργανισμός δεσμεύονται με μακροχρόνια συμφωνία-πλαίσιο η οποία καθορίζει τους διοικητικούς και οικονομικούς κανόνες της συνεργασίας τους· (β) οσάκις η Επιτροπή και ο διεθνής οργανισμός εκπονούν κοινό σχέδιο ή πρόγραμμα· (γ) για ενέργειες με πολλούς δωρητές, δηλαδή για ενέργειες όπου τα κεφάλαια διαφόρων δωρητών ομαδοποιούνται και δεν προορίζονται για συγκεκριμένους τομείς ή κατηγορίες δαπανών. Οι ως άνω οργανισμοί εφαρμόζουν στη λογιστική τους και στις διαδικασίες λογιστικού και εσωτερικού ελέγχου, καθώς και ανάθεσης συμβάσεων, τα πρότυπα που εξασφαλίζουν εγγυήσεις ισοδύναμες με εκείνες των διεθνώς παραδεκτών προτύπων. 2. Η εκτέλεση από διεθνείς οργανισμούς ενεργειών χρηματοδοτούμενων από τους πόρους του ΕΤΑ υπόκειται στον έλεγχο της Επιτροπής. Ο έλεγχος αυτός ασκείται είτε με εκ των προτέρων έγκριση είτε με εκ των υστέρων έλεγχο, είτε και με συνδυασμό των δύο αυτών διαδικασιών. 3. Οι συμφωνίες που συνάπτονται με διεθνείς οργανισμούς για τη χορήγηση χρηματοδότησης περιλαμβάνουν λεπτομερείς διατάξεις για την εκτέλεση των καθηκόντων που ανατίθενται στους διεθνείς αυτούς οργανισμούς. 4, Οι διεθνείς οργανισμοί στους οποίους μεταβιβάζονται εκτελεστικά καθήκοντα μεριμνούν, σύμφωνα με το άρθρο 14 παράγραφος 3, για την επαρκή εκ των υστέρων γνωστοποίηση των δικαιούχων πόρων προερχομένων από το ΕΤΑ. ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3 ΔΗΜΟΣΙΟΝΟΜΙΚΟΙ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ Άρθρο 30 Η Επιτροπή θέτει στη διάθεση κάθε δημοσιονομικού παράγοντα τους αναγκαίους πόρους για την εκπλήρωση της αποστολής του καθώς και χάρτη αποστολής που περιγράφει λεπτομερώς τα καθήκοντα, τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του. Τμήμα 1 Αρχή του διαχωρισμού των καθηκόντων Άρθρο 31 Τα καθήκοντα του διατάκτη και του υπόλογου διαχωρίζονται και είναι ασυμβίβαστα μεταξύ τους. Τμήμα 2 Ο διατάκτης Άρθρο 32 1. Στο πλαίσιο της δημοσιονομικής εκτέλεσης των πράξεων που προβλέπονται στο άρθρο 2, η Επιτροπή ασκεί καθήκοντα διατάκτη. 2. Η Επιτροπή επιλέγει τους υπαλλήλους του κατάλληλου επιπέδου στους οποίους μεταβιβάζει καθήκοντα διατάκτη, καθορίζει δε το εύρος των μεταβιβαζόμενων εξουσιών καθώς και τη δυνατότητα των εντολοδόχων να μεταβιβάζουν περαιτέρω τις εξουσίες τους. 3. Η κύρια και η δευτερεύουσα μεταβίβαση εξουσιών του διατάκτη πραγματοποιούνται μόνο σε υπαλλήλους υπαγόμενους στον Κανονισμό Υπηρεσιακής Κατάστασης. 4. Οι κύριοι και οι δευτερεύοντες διατάκτες μπορούν να ενεργούν μόνο εντός των ορίων που καθορίζονται στην πράξη κύριας ή δευτερεύουσας μεταβίβασης. Ο αρμόδιος κύριος ή δευτερεύων διατάκτης μπορεί να συνεπικουρείται κατά την άσκηση των καθηκόντων του από έναν ή περισσοτέρους υπαλλήλους επιφορτισμένους με την εκτέλεση, υπό την ευθύνη του διατάκτη, ορισμένων πράξεων αναγκαίων για τη διαχείριση των πόρων του ΕΤΑ και την απόδοση των λογαριασμών. Άρθρο 33 Ο διατάκτης είναι αρμόδιος για τα ακόλουθα: (α) την εκτέλεση των εσόδων και των δαπανών σύμφωνα με τις αρχές της χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης· (β) την εξασφάλιση της τήρησης της νομιμότητας και της κανονικότητας των πόρων. Άρθρο 34 1. Για τη διαχείριση των δαπανών, ο κύριος και οι δευτερεύοντες διατάκτες προβαίνουν σε δημοσιονομικές δεσμεύσεις και όπου χρειάζεται, σε νομικές δεσμεύσεις, στην εκκαθάριση των δαπανών και στην έκδοση των ενταλμάτων πληρωμής, καθώς και στις προκαταρκτικές πράξεις που είναι αναγκαίες για τη διαχείριση των πόρων του ΕΤΑ. 2. Η διαχείριση των εσόδων περιλαμβάνει την κατάρτιση των προβλέψεων απαιτήσεων, τη βεβαίωση των δικαιωμάτων είσπραξης και την έκδοση των ενταλμάτων είσπραξης. Εφόσον συντρέχει λόγος, περιλαμβάνει και την παραίτηση από απαιτήσεις ήδη βεβαιωθείσες. Άρθρο 35 Με την εξαίρεση των περιπτώσεων συγκεντρωτικής διαχείρισης, οι πράξεις που συνδέονται με την εκτέλεση των προγραμμάτων ή έργων εκτελούνται από τον εθνικό ή τον περιφερειακό διατάκτη, όπως αυτός ορίζεται στο άρθρο 35 του παραρτήματος ΙV της συμφωνίας ΑΚΕ-ΕΚ και στα μέτρα εφαρμογής της απόφασης υπερπόντιας σύνδεσης, σε στενή συνεργασία με την Επιτροπή, σύμφωνα με τα άρθρα 34, 35 και 36 του παραρτήματος ΙV της συμφωνίας ΑΚΕ-ΕΚ. Άρθρο 36 Οσάκις ο κύριος διατάκτης λαμβάνει γνώση προβλημάτων κατά τη διεξαγωγή των διαδικασιών που έχουν σχέση με τη διαχείριση των πόρων του ΕΤΑ, πραγματοποιεί μαζί με τον εθνικό ή τον περιφερειακό διατάκτη κάθε χρήσιμη επαφή με σκοπό την επανόρθωση της κατάστασης και λαμβάνει όλα τα αναγκαία μέτρα. Στις περιπτώσεις όπου ο εθνικός ή περιφερειακός διατάκτης δεν εκπληρώνει ή δεν είναι σε θέση να εκπληρώσει τα καθήκοντα που του ανατίθενται από τη συμφωνία ΑΚΕ-ΕΚ, μπορεί να αντικαθίσταται προσωρινά από τον κύριο διατάκτη. Σε μια τέτοια περίπτωση, η Επιτροπή είναι δυνατόν να λάβει οικονομικό αντάλλαγμα για την επιπλέον διοικητική επιβάρυνση που υφίσταται, και τούτο με χρέωση των πόρων που έχουν διατεθεί στο αντίστοιχο κράτος ΑΚΕ. Άρθρο 37 1. Ο κύριος διατάκτης, σύμφωνα με τα κατ' ελάχιστον πρότυπα που θεσπίζει η Επιτροπή και λαμβάνοντας υπόψη τους κινδύνους που σχετίζονται με το διαχειριστικό περιβάλλον και με τη φύση των χρηματοδοτούμενων ενεργειών, συγκροτεί την οργανωτική δομή, καθώς και τα συστήματα και διαδικασίες εσωτερικής διαχείρισης και ελέγχου που απαιτούνται για την άσκηση των καθηκόντων του, συμπεριλαμβανόμενων, εφόσον συντρέχει περίπτωση, επαληθεύσεων εκ των υστέρων. 2. Πριν εγκριθεί μια πράξη, οι επιχειρησιακές και χρηματοοικονομικές πτυχές της επαληθεύονται από υπαλλήλους άλλους από τον υπάλληλο που είχε την πρωτοβουλία της πράξης αυτής. Η εκ των προτέρων, εκ των υστέρων και η έναρξη επαλήθευσης μιας πράξης αποτελούν χωριστά καθήκοντα. 3. Κάθε υπάλληλος υπεύθυνος για τον έλεγχο της διαχείρισης των οικονομικών πράξεων οφείλει να διαθέτει τα απαιτούμενα επαγγελματικά προσόντα. Τηρεί δε τον εκάστοτε κώδικα επαγγελματικών προτύπων που εκδίδεται από την Επιτροπή. 4. Οποιοσδήποτε υπάλληλος συμμετέχων στη δημοσιονομική διαχείριση και στον έλεγχο των πράξεων θεωρήσει ότι μια απόφαση, την οποία η προϊσταμένη του αρχή του επιβάλλει να εφαρμόσει ή να αποδεχθεί, είναι παράτυπη ή αντίθετη προς τις αρχές της χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης ή τους επαγγελματικούς κανόνες τους οποίους υποχρεούται να τηρεί, οφείλει να το επισημάνει εγγράφως στον κύριο διατάκτη και, σε περίπτωση αδράνειας του διατάκτη, στην υπηρεσία που αναφέρεται στο άρθρο 54 παράγραφος 3. Σε περίπτωση απάτης, δωροδοκίας ή οποιασδήποτε άλλης παράνομης ενέργειας ικανής να βλάψει τα συμφέροντα της Κοινότητας, ενημερώνει τις αρχές και τους οργανισμούς που ορίζονται από την ισχύουσα νομοθεσία. Άρθρο 38 Ο κύριος διατάκτης προβαίνει προς την Επιτροπή σε απολογισμό της άσκησης των καθηκόντων του, με τη μορφή ετήσιας έκθεσης δραστηριοτήτων, η οποία συνοδεύεται από δημοσιονομικές και διαχειριστικές πληροφορίες που επιβεβαιώνουν ότι τα στοιχεία που περιέχονται στην έκθεση είναι αληθή και ακριβή εκτός αν διευκρινίζεται διαφορετικά σε τυχόν επιφυλάξεις σχετικά με τους προσδιοριζόμενους τομείς εσόδων και δαπανών. Η έκθεση αυτή αναφέρει τα αποτελέσματα των πράξεών του με παραπομπή στους στόχους, στους συναφείς με τις πράξεις αυτές κινδύνους, στη χρησιμοποίηση των πόρων και στην αποτελεσματικότητα και αποδοτικότητα του συστήματος εσωτερικού ελέγχου. Ο εσωτερικός ελεγκτής λαμβάνει υπόψη του την ετήσια αυτή έκθεση και κάθε άλλο διαθέσιμο πληροφοριακό στοιχείο. Το αργότερο στις 15 Ιουνίου κάθε έτους, η Επιτροπή διαβιβάζει προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο περίληψη της ετήσιας έκθεσης δραστηριοτήτων που αναφέρεται στο προηγηθέν έτος. Τμήμα 3 Ο υπόλογος Άρθρο 39 1. Η Επιτροπή διορίζει υπόλογο ο οποίος είναι αρμόδιος για τα ακόλουθα: (α) την ορθή εκτέλεση των πληρωμών και της είσπραξης των εσόδων και των βεβαιωμένων απαιτήσεων· (β) την προετοιμασία και την παρουσίαση των λογαριασμών σύμφωνα με τον τίτλο VΙII (γ) την τήρηση της λογιστικής: (i) των διατιθέμενων πόρων του άρθρου 15, εξαιρουμένης της επενδυτικής διευκόλυνσης και των επιδοτήσεων επιτοκίου· (ii) των δεσμεύσεων του άρθρου 70· (iii) των πληρωμών, των εσόδων και των απαιτήσεων· (δ) τον καθορισμό, σύμφωνα με τον τίτλο VΙII, των λογιστικών κανόνων και μεθόδων, καθώς και του λογιστικού σχεδίου· (ε) τον προσδιορισμό και την επικύρωση των λογιστικών συστημάτων, καθώς και, εφόσον συντρέχει περίπτωση, την επικύρωση των συστημάτων που προσδιορίζονται από τον κύριο διατάκτη και προορίζονται να παράσχουν ή να αιτιολογήσουν τα λογιστικά στοιχεία· (στ) τη διαχείριση του ταμείου και τις προσκλήσεις προς τα κράτη μέλη να καταβάλουν τις συνεισφορές τους. Ο υπόλογος εξουσιοδοτείται να επαληθεύει την τήρηση των κριτηρίων για την επικύρωση που αναφέρεται στο στοιχείο (ε) του πρώτου εδαφίου. 2. Ο υπόλογος λαμβάνει όλα τα στοιχεία που είναι αναγκαία για την κατάρτιση λογαριασμών που αποδίδουν πιστά τη δημοσιονομική διαχείριση των πόρων του ΕΤΑ, από τον κύριο διατάκτη και από την ΕΤΕπ, οι οποίοι, καθένας από την πλευρά του, εγγυώνται την αξιοπιστία των στοιχείων αυτών. Άρθρο 40 1 Πριν εγκριθούν οι λογαριασμοί από την Επιτροπή, ο υπόλογος τους υπογράφει πιστοποιώντας ότι έχει την εύλογη βεβαιότητα ότι οι λογαριασμοί αποδίδουν αληθή και ακριβή εικόνα της δημοσιονομικής κατάστασης του ΕΤΑ. Προς τούτο, ο υπόλογος φροντίζει να βεβαιωθεί ότι: (α) οι λογαριασμοί έχουν καταρτιστεί σύμφωνα με τους λογιστικούς κανόνες, μεθόδους και συστήματα που έχουν δημιουργηθεί με δική του ευθύνη, όπως προβλέπεται στον παρόντα κανονισμό για τους λογαριασμούς του ΕΤΑ· (β) όλα τα έσοδα και δαπάνες έχουν εγγραφεί στους λογαριασμούς αυτούς. Ο κύριος διατάκτης διαβιβάζει όλα τα στοιχεία που χρειάζεται ο υπόλογος για την άσκηση των καθηκόντων του. Ο διατάκτης παραμένει πλήρως υπεύθυνος για την ορθή χρησιμοποίηση των κεφαλαίων που διαχειρίζεται καθώς και για τη νομιμότητα και κανονικότητα των δαπανών που πραγματοποιούνται υπό τον έλεγχό του. Άρθρο 41 Ο υπόλογος έχει την εξουσία να ελέγχει τα λαμβανόμενα στοιχεία καθώς και να πραγματοποιεί τυχόν περαιτέρω ελέγχους που κρίνει αναγκαίους πριν από την υπογραφή των λογαριασμών. Εάν απαιτείται, ο υπόλογος διατυπώνει επιφυλάξεις και εξηγεί επακριβώς τη φύση και την έκταση των επιφυλάξεων αυτών. Άρθρο 42 Εκτός εάν προβλέπεται διαφορετικά στον παρόντα κανονισμό, ο υπόλογος είναι ο μόνος εξουσιοδοτημένος να διαχειρίζεται χρηματικά ποσά και αξίες. Είναι δε υπεύθυνος για τη φύλαξή τους. Άρθρο 43 Εκτός εάν προβλέπεται διαφορετικά στον παρόντα κανονισμό, ο υπόλογος είναι ο μόνος που μπορεί κατά την άσκηση των καθηκόντων του, να μεταβιβάσει ορισμένα καθήκοντα σε υφισταμένους του. Η πράξη μεταβίβασης ορίζει τα καθήκοντα που ανατίθενται στους εξουσιοδοτούμενους. Τμήμα 4 Οι εξουσιοδοτημένοι οργανισμοί πληρωμής Άρθρο 44 1. Για την πραγματοποίηση των πληρωμών του άρθρου 37, παράγραφοι 1 και 4 του παραρτήματος IV της συμφωνίας ΑΚΕ-ΕΚ ή των μέτρων εφαρμογής της απόφασης υπερπόντιας σύνδεσης, ο υπόλογος ανοίγει λογαριασμούς εφόσον κριθεί σκόπιμο, σε χρηματοπιστωτικά ιδρύματα των χωρών ΑΚΕ ή των υπερπόντιων χωρών και εδαφών, για τις πληρωμές σε εθνικό νόμισμα των χωρών ΑΚΕ ή σε τοπικό νόμισμα των υπερπόντιων χωρών και εδαφών, και σε χρηματοπιστωτικά ιδρύματα των κρατών μελών για τις πληρωμές σε ευρώ ή σε άλλα νομίσματα. 2. Τα χρηματοπιστωτικά αυτά ιδρύματα τα οποία ενεργούν ως εξουσιοδοτημένοι οργανισμοί πληρωμής, εκτελούν τις πληρωμές σύμφωνα με τις οδηγίες του υπόλογου. 3. Σύμφωνα με το άρθρο 37 παράγραφος 2 του παραρτήματος IV της συμφωνίας ΑΚΕ-ΕΚ, τα χρηματικά ποσά που είναι κατατεθειμένα στους λογαριασμούς των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων των κρατών ΑΚΕ και των ΥΧΕ δεν είναι τοκοφόρα και τα ιδρύματα αυτά δεν λαμβάνουν αμοιβή για τις υπηρεσίες τους. Σύμφωνα με το άρθρο 1 παράγραφος 6 της εσωτερικής συμφωνίας, τα χρηματικά ποσά που είναι κατατεθειμένα σε χρηματοπιστωτικά ιδρύματα των κρατών μελών είναι τοκοφόρα. Οι τόκοι αυτοί πιστώνονται σε έναν από τους λογαριασμούς που προβλέπονται στο εν λόγω άρθρο. Άρθρο 45 Οι σχέσεις μεταξύ Επιτροπής και εξουσιοδοτημένων οργανισμών πληρωμής, όπως αυτοί προβλέπονται στο άρθρο 37 του παραρτήματος IV της συμφωνίας ΑΚΕ-ΕΚ ή στα μέτρα εφαρμογής της απόφασης υπερπόντιας σύνδεσης, αποτελούν το αντικείμενο σύμβασης. Αντίγραφο της σύμβασης, μόλις αυτή υπογραφεί, αποστέλλεται προς ενημέρωση στο Ελεγκτικό Συνέδριο. Άρθρο 46 1. Από τους ειδικούς λογαριασμούς που ανοίγονται κατ' εφαρμογή του άρθρου 59 παράγραφος 3 η Επιτροπή μεταφέρει τα ποσά που είναι αναγκαία για την ανασύσταση των λογαριασμών που ανοίγονται στο όνομά της δυνάμει του άρθρου 44. Οι μεταφορές των ποσών αυτών πραγματοποιούνται ανάλογα με τις ταμειακές ανάγκες για την εκτέλεση έργων ή προγραμμάτων. 2. Η Επιτροπή καταβάλλει προσπάθειες για την κατανομή των αναλήψεων από τους ειδικούς λογαριασμούς του άρθρου 59 παράγραφος 3 πρώτο εδάφιο κατά τρόπο που να διατηρεί την κατανομή των ποσών των λογαριασμών αυτών σύμφωνα με την αναλογία συνεισφοράς των κρατών μελών στο ΕΤΑ. Άρθρο 47 Οι υπογραφές των μονίμων και λοιπών υπαλλήλων της Επιτροπής που είναι εξουσιοδοτημένοι για την πραγματοποίηση των πράξεων επί των λογαριασμών του ΕΤΑ κατατίθενται στις εν λόγω τράπεζες κατά τη στιγμή του ανοίγματος των λογαριασμών ή, για όσους μονίμους και λοιπούς υπαλλήλους εξουσιοδοτούνται εκ των υστέρων, κατά τον διορισμό τους. Τμήμα 5 Διαχειριστής πληρωμών Άρθρο 48 1. Για τη διενέργεια των πληρωμών που προβλέπονται στο άρθρο 44, ο υπόλογος ορίζει διαχειριστή πληρωμών που εκτελεί τις τοπικές πληρωμές μέσω του λογαριασμού του εξουσιοδοτημένου οργανισμού πληρωμής. 2. Οι διαχειριστές πληρωμών επιλέγονται μεταξύ των μόνιμων υπαλλήλων ή, εφόσον παραστεί ανάγκη και μόνο σε δεόντως αιτιολογημένες περιπτώσεις, από το λοιπό προσωπικό. Άρθρο 49 1. Ο διορισμός του διαχειριστή πληρωμών αποτελεί αντικείμενο απόφασης του υπολόγου, κατόπιν δεόντως αιτιολογημένης πρότασης του αρμόδιου διατάκτη. Η απόφαση αυτή προσδιορίζει τις ευθύνες και τις υποχρεώσεις του διαχειριστή πληρωμών και του διατάκτη. Η απόφαση πρέπει να περιλαμβάνει τουλάχιστον τα εξής στοιχεία: (α) την περιοδικότητα και τους τρόπους υποβολής των δικαιολογητικών εγγράφων· (β) τη διαδικασία που πρέπει να ακολουθηθεί για την ανασύσταση του λογαριασμού του εξουσιοδοτημένου οργανισμού πληρωμής· (γ) τη διάρκεια ισχύος της έγκρισης που παρέχεται από τον υπόλογο στον διαχειριστή πληρωμών· (δ) την ταυτότητα του διορισθέντος διαχειριστή πληρωμών. Η τροποποίηση της απόφασης που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο αποτελεί επίσης αντικείμενο απόφασης του υπόλογου κατόπιν δεόντως αιτιολογημένης πρότασης του αρμόδιου διατάκτη. 2. Ο διαχειριστής πληρωμών δύναται, μετά από εντολή του υπολόγου, να εκτελέσει τις δεόντως εγκριθείσες πληρωμές προς τρίτους εντός των ορίων του θετικού υπόλοιπου ποσού που διαθέτει ο εξουσιοδοτημένος οργανισμός πληρωμών στην τράπεζα. Άρθρο 50 Ανασύσταση τοπικών τραπεζικών λογαριασμών Ο υπόλογος ανασυστήνει τους λογαριασμούς του εξουσιοδοτημένου οργανισμού πληρωμής και τους παρακολουθεί όσον αφορά το άνοιγμα των τραπεζικών λογαριασμών, τις εξουσιοδοτήσεις υπογραφής και τους ελέγχους επιτόπου και στην κεντρική λογιστική. Οι λογαριασμοί του εξουσιοδοτημένου οργανισμού πληρωμών μπορούν να τροφοδοτούνται απευθείας από διάφορες τοπικά έσοδα που προκύπτουν από: (α) διάφορες επιστροφές (β) εντολές είσπραξης. ΚΕΦΑΛΑΙΟ 4 ΕΥΘΥΝΗ ΤΩΝ ΔΗΜΟΣΙΟΝΟΜΙΚΩΝ ΠΑΡΑΓΟΝΤΩΝ Τμήμα1 Γενικοί κανόνες Άρθρο 51 1. Με την επιφύλαξη ενδεχόμενων πειθαρχικών μέτρων, ο κύριος διατάκτης και οι δευτερεύοντες διατάκτες μπορούν ανά πάσα στιγμή να στερηθούν, προσωρινά ή οριστικά, της κύριας ή δευτερεύουσας εντολής τους από την αρχή που τους έχει διορίσει. 2. Με την επιφύλαξη ενδεχόμενων πειθαρχικών μέτρων, ο υπόλογος μπορεί ανά πάσα στιγμή να παυθεί από τα καθήκοντά του, προσωρινά ή οριστικά, από την Επιτροπή. 3. Με την επιφύλαξη ενδεχόμενων πειθαρχικών μέτρων, οι διαχειριστές πληρωμών μπορούν ανά πάσα στιγμή να παυθούν από τα καθήκοντά τους, προσωρινά ή οριστικά, από την αρχή που τους διόρισε. Άρθρο 52 1. Οι διατάξεις του παρόντος κεφαλαίου δεν επηρεάζουν την ενδεχόμενη ποινική ευθύνη που είναι δυνατό να υπέχουν οι δημοσιονομικοί παράγοντες που αναφέρονται στο άρθρο 51, υπό τους όρους που προβλέπονται από το εφαρμοστέο εθνικό δίκαιο και από τις ισχύουσες διατάξεις σχετικά με την προστασία των οικονομικών συμφερόντων των Κοινοτήτων και σχετικά με την καταπολέμηση των περιπτώσεων διαφθοράς στις οποίες ενέχονται υπάλληλοι των Κοινοτήτων ή των κρατών μελών. 2. Κάθε διατάκτης ή υπόλογος υπέχει πειθαρχική ευθύνη καθώς και ευθύνη προς χρηματική αποζημίωση υπό τους όρους που προβλέπονται στον Κανονισμό Υπηρεσιακής Κατάστασης, με την επιφύλαξη των άρθρων 53 έως 56 του παρόντος κανονισμού. Σε περίπτωση απάτης, χρηματισμού ή άλλης παράνομης δραστηριότητας που ενδέχεται να θίξει τα συμφέροντα της Κοινότητας, η υπόθεση παραπέμπεται στις αρμόδιες αρχές ή φορείς. Τμήμα 2 Κανόνες εφαρμοζόμενοι στους διατάκτες Άρθρο 53 Η ευθύνη του διατάκτη να καταβάλει χρηματική αποζημίωση όπως ορίζεται στο άρθρο 52 παράγραφος 2 εφαρμόζεται ιδίως εφόσον: (α) ο διατάκτης, είτε από πρόθεση είτε λόγω βαρείας αμέλειάς του, βεβαιώνει δικαιώματα είσπραξης ή εκδίδει εντάλματα είσπραξης, αναλαμβάνει δαπάνη ή υπογράφει ένταλμα πληρωμής χωρίς να τηρήσει τις διατάξεις του παρόντος κανονισμού. (β) ο διατάκτης, είτε από πρόθεση είτε λόγω βαρείας αμέλειάς του, παραλείπει να συντάξει έγγραφο βεβαίωσης οφειλόμενου ποσού, αμελεί να εκδώσει ένταλμα είσπραξης ή καθυστερεί την έκδοσή του ή την έκδοση εντάλματος πληρωμής, εκθέτοντας έτσι την Επιτροπή στην άσκηση ενδίκων μέσων εκ μέρους τρίτων. Άρθρο 54 1. Οσάκις ο κύριος ή ο δευτερεύων διατάκτης θεωρεί ότι απόφαση για την οποία είναι αρμόδιος εμπεριέχει παρατυπίες ή αντιβαίνει τις αρχές της χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης, οφείλει να το αναφέρει εγγράφως στην εξουσιοδοτούσα αρχή. Εάν η εξουσιοδοτούσα αρχή δώσει εγγράφως και αιτιολογημένως παραγγελία για την έκδοση της ως άνω απόφασης στον κύριο ή στον δευτερεύοντα διατάκτη, αυτοί απαλλάσσονται της ευθύνης τους. 2. Στην περίπτωση δευτερεύουσας μεταβίβασης αρμοδιοτήτων στο πλαίσιο των υπηρεσιών του, ο διατάκτης κύριας μεταβίβασης συνεχίζει να είναι υπεύθυνος για την αποτελεσματικότητα και την αποδοτικότητα των συστημάτων εσωτερικής διαχείρισης και ελέγχου που δημιουργούνται, καθώς και για την επιλογή του διατάκτη δευτερεύουσας μεταβίβασης. 3. Η εξειδικευμένη στις δημοσιονομικές παρατυπίες υπηρεσία που συγκροτεί η Επιτροπή, δυνάμει του κανονισμού (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 1605/2002, είναι αρμόδια να αποφανθεί, σε σχέση με το ΕΤΑ, εάν έχει σημειωθεί δημοσιονομική παρατυπία και για το ποιες είναι οι πιθανές συνέπειές της. Όσον αφορά τη διαχείριση των πόρων του ΕΤΑ από την Επιτροπή, οι σχετικές υποθέσεις πρέπει να αναφέρονται στην εν λόγω υπηρεσία όπως προβλέπει το άρθρο 75 του κανονισμού (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 2342/2002. Με βάση τη γνώμη της αρχής αυτής, η Επιτροπή αποφασίζει την κίνηση διαδικασίας με σκοπό τον προσδιορισμό της πειθαρχικής ευθύνης ή της ευθύνης προς χρηματική αποζημίωση. Εάν η αρχή αυτή ανακαλύψει συστημικά προβλήματα, διαβιβάζει έκθεση συνοδευόμενη από συστάσεις στον κύριο διατάκτη, υπό την προϋπόθεση ότι ο τελευταίος δεν ενέχεται καθώς και στον εσωτερικό ελεγκτή. Τμήμα 3 Κανόνες που εφαρμόζονται στους υπόλογους και στους διαχειριστές πληρωμών Άρθρο 55 Ο υπόλογος υπέχει πειθαρχική ευθύνη ή ευθύνη προς χρηματική αποζημίωση υπό τους όρους και κατά τις διαδικασίες που προβλέπονται στον Κανονισμό Υπηρεσιακής Κατάστασης. Συνιστούν ιδίως παράπτωμα δυνάμενο να επισύρει την ευθύνη του υπολόγου οι ακόλουθες ενέργειες: (α) η απώλεια ή η φθορά χρημάτων, αξιών και εγγράφων των οποίων έχει τη φύλαξη· (β) η αδικαιολόγητη μεταβολή τραπεζικών λογαριασμών ή τρεχούμενων ταχυδρομικών λογαριασμών· (γ) η διενέργεια εισπράξεων ή πληρωμών που δεν είναι σύμφωνες με τα αντίστοιχα εντάλματα είσπραξης ή πληρωμής· (δ) η παράλειψη είσπραξης των οφειλόμενων εσόδων. Άρθρο 56 Ο διαχειριστής πληρωμών υπέχει πειθαρχική ευθύνη ή ευθύνη προς χρηματική αποζημίωση υπό τους όρους και κατά τις διαδικασίες που προβλέπονται στον Κανονισμό Υπηρεσιακής Κατάστασης. Συνιστούν ιδίως παράπτωμα δυνάμενο να επισύρει την ευθύνη του διαχειριστή πληρωμών οι ακόλουθες ενέργειες: (α) η απώλεια ή η φθορά χρημάτων, αξιών και εγγράφων των οποίων έχει τη φύλαξη· (β) η αδυναμία αιτιολόγησης με κανονικά παραστατικά των πληρωμών που πραγματοποιεί· (γ) η διενέργεια πληρωμών σε άλλους πέραν των δικαιούχων· (δ) η παράλειψη είσπραξης των οφειλόμενων εσόδων. ΚΕΦΑΛΑΙΟ 5 ΠΡΑΞΕΙΣ ΕΣΟΔΩΝ Τμήμα 1 Απόδοση των πόρων του ΕΤΑ Άρθρο 57 1. Οι ετήσιες συνεισφορές των κρατών μελών για το έτος Ν καθορίζονται μέχρι τη 10η Δεκεμβρίου του έτους Ν-1 από το Συμβούλιο το οποίο αποφασίζει με ειδική πλειοψηφία όπως προβλέπει το άρθρο 8 της εσωτερικής συμφωνίας, μετά από πρόταση της Επιτροπής. 2. Η Επιτροπή υποβάλλει την πρόταση που αναφέρεται στην παράγραφο 1 ταυτόχρονα με την ανακοίνωσή της προς το Συμβούλιο σχετικά με την κατάσταση των αναλήψεων υποχρεώσεων, των πληρωμών και του ετήσιου ποσού για τις προσκλήσεις καταβολής συνεισφορών για το τρέχον και για τα δύο επόμενα οικονομικά έτη, όπως προβλέπει το άρθρο 7 παράγραφος 1 της εσωτερικής συμφωνίας. 3. Η απόφαση του Συμβουλίου καθορίζει συνολικά ποσά για το έτος Ν στο σύνολό του. Τα ποσά που διαχειρίζεται η Επιτροπή και τα ποσά που διαχειρίζεται το ΕΤΑ παρουσιάζονται ξεχωριστά. Άρθρο 58 1. Οι πληρωμές των συνεισφορών των κρατών μελών γίνονται υπό μορφή μηνιαίων δόσεων οι οποίες καταβάλλονται σύμφωνα με τα ακόλουθα: (α) κάθε δόση αντιστοιχεί στο ένα δωδέκατο του ετήσιου ποσού· (β) τα κράτη μέλη καταβάλλουν τις οφειλόμενες συνεισφορές το αργότερο την πρώτη εργάσιμη μέρα του κάθε μήνα· (γ) η Επιτροπή ενημερώνει προηγουμένως τα κράτη μέλη, το αργότερο δύο εβδομάδες πριν από την αιτούμενη εγγραφή· (δ) η Επιτροπή δύναται να ζητήσει την προεξόφληση έως δύο δωδεκατημόριων κατά τη διάρκεια του πρώτου τριμήνου για λόγους ταμειακής διαχείρισης· (ε) κατά τη διάρκεια του έτους, η Επιτροπή, μετά από διαβούλευση με την ΕΤΕπ εφόσον συντρέχει λόγος, δύναται να υποβάλει πρόταση στο Συμβούλιο για την τροποποίηση των συνολικών ποσών, σύμφωνα με τις ενημερωμένες προβλέψεις. Το Συμβούλιο αποφασίζει εντός διαστήματος 21 ημερολογιακών ημερών. Εάν η πρόταση έχει ως συνέπεια τη μείωση των συνολικών ποσών, η Επιτροπή εξουσιοδοτείται να μειώσει αντίστοιχα τις μηνιαίες δόσεις. 2. Για κάθε δόση της συνεισφοράς πρέπει να διευκρινίζονται, σύμφωνα με τα άρθρα 1 έως 5 τα εξής: (α) το ποσό συνεισφορών που απαιτείται για τη χρηματοδότηση των πράξεων του ΕΤΑ που τελούν υπό τη διαχείριση της Επιτροπής· (β) το ποσό συνεισφορών που απαιτείται για τη χρηματοδότηση των πράξεων του ΕΤΑ που τελούν υπό τη διαχείριση της ΕΤΕπ, συμπεριλαμβανόμενων των επιδοτήσεων επιτοκίου. 3. Τα ποσά που πρέπει να καταβάλλει κάθε κράτος μέλος τα οποία αναφέρονται στην παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου, καθορίζονται κατά τρόπο ώστε να είναι ανάλογα προς τις συνεισφορές του εκάστοτε κράτους μέλους στο ΕΤΑ, όπως αυτές καθορίζονται στο άρθρο 1, παράγραφος 2 της εσωτερικής συμφωνίας και τούτο για καθένα από τα ποσά που προβλέπονται στην παράγραφο 2, του παρόντος άρθρου. 4. Στο πλαίσιο των προσκλήσεων συνεισφορών απορροφώνται αρχικά και με χρονολογική σειρά τα ποσά που προβλέπονται στις εσωτερικές συμφωνίες των προηγουμένων ΕΤΑ. Άρθρο 59 1. Οι συνεισφορές των κρατών μελών εκφράζονται σε ευρώ. 2. Κάθε κράτος μέλος καταβάλλει το ποσό της συνεισφοράς του σε ευρώ. 3. Οι συνεισφορές, σε ό,τι αφορά ποσά που οφείλονται στην Επιτροπή κατά το άρθρο 58 παράγραφος 2 στοιχείο α), πιστώνονται από κάθε κράτος μέλος σε ειδικό λογαριασμό που φέρει την ένδειξη "Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων - Ευρωπαϊκό Ταμείο Ανάπτυξης" και ανοίγεται στην εκδοτική τράπεζα του εν λόγω κράτους μέλους ή σε χρηματοπιστωτικό ίδρυμα που αυτό υποδεικνύει. Τα ποσά των συνεισφορών παραμένουν στον ειδικό λογαριασμό μέχρις ότου καταστούν αναγκαία για την πραγματοποίηση των πληρωμών που προβλέπονται στο άρθρο 37 του παραρτήματος IV της συμφωνίας ΑΚΕ-ΕΚ, ή στα μέτρα εφαρμογής της απόφασης υπερπόντιας σύνδεσης. Σε ό,τι αφορά ποσά οφειλόμενα στην ΕΤΕπ κατά το άρθρο 58 παράγραφος 2 στοιχείο (β) του παρόντος κανονισμού, οι συνεισφορές πιστώνονται από κάθε κράτος μέλος σε λογαριασμό που ανοίγεται στην ΕΤΕπ στο όνομα του κάθε κράτους, και σύμφωνα με τους λεπτομερείς κανόνες που προβλέπονται στο άρθρο 146. Εφόσον συντρέχει περίπτωση, η Επιτροπή παρέχει κάθε ενδεδειγμένη τεχνική συνδρομή κατά την εκτέλεση των αποφάσεων του Συμβουλίου που προβλέπονται στα άρθρα 57 και 58. Άρθρο 60 1. Εάν οι δόσεις συνεισφορών που καθίστανται απαιτητές κατά το παρόν άρθρο δεν καταβάλλονται εντός της προθεσμίας που καθορίζεται στο άρθρο 58 παράγραφος 1 στοιχείο (β), το αντίστοιχο κράτος μέλος υποχρεούται σε καταβολή τόκων επί του μη καταβληθέντος ποσού. 2. Το επιτόκιο για τα μη καταβληθέντα ποσά είναι κατά δύο μονάδες υψηλότερο από το επιτόκιο που εφαρμόζει η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα κατά τις κύριες πράξεις της αναχρηματοδότησης, όπως αυτό δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης , σειρά C, την πρώτη εργάσιμη ημέρα του μήνα της ημερομηνίας απαίτησης. Το επιτόκιο αυτό προσαυξάνεται κατά 0,25% ανά μήνα υπερημερίας. Ο τόκος αυτός είναι καταβλητέος για όλη την περίοδο υπερημερίας και υπολογίζεται από την πρώτη ημερολογιακή ημέρα μετά την προθεσμία πληρωμής της σχετικής δόσης. 3. Σε ό,τι αφορά ποσά οφειλόμενα στην Επιτροπή κατά το άρθρο 58 παράγραφος 2 στοιχείο (α) του παρόντος κανονισμού, τα ποσά των ως άνω τόκων υπερημερίας πιστώνονται σε έναν από τους λογαριασμούς που προβλέπονται στο άρθρο 1 παράγραφος 6 της εσωτερικής συμφωνίας. Σε ό,τι αφορά ποσά οφειλόμενα στην ΕΤΕπ κατά το άρθρο 58 παράγραφος 2 στοιχείο (β) του παρόντος κανονισμού, τα ποσά των ως άνω τόκων υπερημερίας πιστώνονται στην ΕΤΕπ. Άρθρο 61 Κατά τη λήξη της ισχύος του χρηματοδοτικού πρωτοκόλλου που παρατίθεται στο παράρτημα Ιβ της συμφωνίας ΑΚΕ-ΕΚ, το μέρος των συνεισφορών που τα κράτη μέλη έχουν ακόμη υποχρέωση να καταβάλουν σύμφωνα με το άρθρο 57 ζητείται από την Επιτροπή, ανάλογα με τις ανάγκες, υπό τους όρους που καθορίζονται στον παρόντα κανονισμό. Τμήμα 2 Προβλέψεις απαιτήσεων Άρθρο 62 1. Κάθε μέτρο ή κατάσταση δυνάμενη να δημιουργήσει ή να μεταβάλει μια απαίτηση που οφείλεται στο ΕΤΑ, πρέπει προηγουμένως να αποτελέσει το αντικείμενο πρόβλεψης απαίτησης εκ μέρους του αρμόδιου διατάκτη. 2. Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 1, δεν πραγματοποιείται πρόβλεψη απαίτησης πριν τα κράτη μέλη κοινοποιήσουν στην Επιτροπή τα ποσά των συνεισφορών τους στο ΕΤΑ, όπως ορίζεται στα άρθρα 57 και 58 του παρόντος κανονισμού. Ο αρμόδιος διατάκτης εκδίδει εντολή είσπραξης για τα εν λόγω ποσά. 3. Το άρθρο 77 του κανονισμού (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 2342/2002, όπως τροποποιήθηκε από τον κανονισμό (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 478/2007, ισχύει κατ’αναλογία στην εφαρμογή της παραγράφου 1. Τμήμα 3 Βεβαίωση απαίτησης Άρθρο 63 1. Βεβαίωση μιας απαίτησης είναι η πράξη με την οποία ο κύριος ή δευτερεύων διατάκτης: (α) επαληθεύει την ύπαρξη των οφειλών του οφειλέτη· (β) προσδιορίζει ή επαληθεύει την υπόσταση και το ποσό της οφειλής· (γ) επαληθεύει τους όρους υπό τους οποίους η οφειλή καθίσταται απαιτητή. 2. Οι πόροι του ΕΤΑ που αποδίδονται στην Επιτροπή καθώς και κάθε απαίτηση που προσδιορίζεται ως βεβαία, εκκαθαρισμένη και απαιτητή πρέπει να βεβαιώνονται μέσω εντάλματος είσπραξης προς τον υπόλογο ακολουθούμενο από χρεωστικό σημείωμα προς τον οφειλέτη, τα οποία εκδίδονται αμφότερα από τον αρμόδιο διατάκτη. 3. Τα αχρεωστήτως καταβληθέντα ποσά επιστρέφονται. 4. Το άρθρο 86 του κανονισμού (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 2342/2002 όπως τροποποιήθηκε από τον κανονισμό (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 478/2007 ισχύει κατ’αναλογία όσον αφορά τους όρους υπό τους οποίους οφείλονται τόκοι υπερημερίας προς το ΕΤΑ. Τμήμα 4 Εντολή είσπραξης Άρθρο 64 1. Εντολή είσπραξης είναι η πράξη με την οποία ο αρμόδιος κύριος ή δευτερεύων διατάκτης παραγγέλλει στον υπόλογο, με την έκδοση εντάλματος είσπραξης, να εισπράξει απαίτηση την οποία έχει βεβαιώσει. 2. Με την επιφύλαξη των ευθυνών των κρατών ΑΚΕ ή των ΥΧΕ, η Επιτροπή μπορεί να επισημοποιήσει τη βεβαίωση μιας απαίτησης έναντι και προσώπων, πέραν των ως άνω κρατών, με απόφαση η οποία αποτελεί εκτελεστό τίτλο με βάση τις ίδιες προϋποθέσεις όπως αυτές που καθορίζονται στο άρθρο 256 της συνθήκης. 3. Τα άρθρα 81 και 84 του κανονισμού (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 2342/2002 όπως τροποποιήθηκαν από τον κανονισμό (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 478/2007 ισχύουν κατ’αναλογία σε ό,τι αφορά την εφαρμογή των παραγράφων 1 και 2. Τμήμα 5 Είσπραξη Άρθρο 65 1. Ο υπόλογος αναλαμβάνει την εκτέλεση των ενταλμάτων είσπραξης των απαιτήσεων που έχουν εκδοθεί κατά τα δέοντα από τον αρμόδιο διατάκτη. Οφείλει δε να επιδεικνύει επιμέλεια, με σκοπό την εξασφάλιση της είσπραξης των εσόδων του ΕΤΑ, και να μεριμνά για τη διαφύλαξη των δικαιωμάτων του. 2. Ο υπόλογος προβαίνει σε είσπραξη κατά συμψηφισμό, και κατά το οφειλόμενο ποσό, των απαιτήσεων του ΕΤΑ ή της Κοινότητας έναντι οφειλέτη ο οποίος είναι ο ίδιος κάτοχος απαίτησης βεβαίας, εκκαθαρισμένης και απαιτητής έναντι του ΕΤΑ ή της Κοινότητας. 3. Όσον αφορά πράξεις άμεσης αυτεπιστασίας και έμμεσα αποκεντρωμένες κατά τον τίτλο VI, σε περίπτωση μη είσπραξης εντός των προβλεπομένων προθεσμιών των απαιτήσεων του ΕΤΑ έναντι του εθνικού διατάκτη, ο αρμόδιος διατάκτης λαμβάνει όλα τα αναγκαία μέτρα με σκοπό την πραγματική επιστροφή των οφειλόμενων ποσών, συμπεριλαμβάνοντας, εφόσον συντρέχει περίπτωση, την αναστολή της εφαρμογής του είδους αυτού ρυθμίσεων για το εν λόγω κράτος ή ΥΧΕ. 4. Οσάκις ο κύριος διατάκτης προτίθεται να παραιτηθεί πλήρως ή εν μέρει από την είσπραξη βεβαιωθείσας απαίτησης, βεβαιώνεται ότι η παραίτηση είναι κανονική και σύμφωνη με τις αρχές της χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης και της αναλογικότητας. Η απόφαση παραίτησης πρέπει να είναι αιτιολογημένη. Ο διατάκτης δύναται να μεταβιβάσει το δικαίωμα απόφασης μόνο υπό τους όρους που καθορίστηκαν από την Επιτροπή στον κανονισμό (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 2342/2002, όπως τροποποιήθηκε από τον κανονισμό (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 478/2007. 5. Ο διατάκτης μπορεί να ακυρώσει ή να αναπροσαρμόσει βεβαιωμένη απαίτηση. 6. Απαιτήσεις του ΕΤΑ έναντι τρίτων και απαιτήσεις τρίτων έναντι του ΕΤΑ υπόκεινται σε περιορισμό της διάρκειάς τους σε πέντε έτη. 7. Τα άρθρα 82 έως 85 και 87 έως 89 του κανονισμού (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 2342/2002, όπως τροποποιήθηκαν από τον κανονισμό (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 478/2007 ισχύουν κατ’αναλογία στην εφαρμογή των παραγράφων 1 έως 6. ΚΕΦΑΛΑΙΟ 6 ΠΡΑΞΕΙΣ ΔΑΠΑΝΩΝ Τμήμα 1 Γενικές διατάξεις Άρθρο 66 Κάθε δαπάνη αποτελεί το αντικείμενο ανάληψης, εκκαθάρισης, εντολής πληρωμής και πληρωμής. Τμήμα 2 Ανάληψη υποχρεώσεων δαπανών Άρθρο 67 Η ανάληψη μιας δαπάνης έπεται απόφασης χρηματοδότησης που εκδίδεται από την Επιτροπή ή από τις αρχές τις οποίες αυτή εξουσιοδοτεί. Άρθρο 68 1. Η δημοσιονομική δέσμευση της Επιτροπής στο πλαίσιο ανάληψης δαπάνης έγκειται στην πράξη κράτησης των πόρων που είναι αναγκαίοι για την εκτέλεση μεταγενέστερων πληρωμών προς εκπλήρωση της αντίστοιχης νομικής δέσμευσης. 2. Νομική δέσμευση της Επιτροπής στο πλαίσιο ανάληψης δαπάνης είναι η πράξη με την οποία ο αρμόδιος διατάκτης δημιουργεί έναντι τρίτων υποχρέωση από την οποία μπορεί να προκύψει δαπάνη βαρύνουσα το ΕΤΑ. 3. Η δημοσιονομική δέσμευση και η νομική δέσμευση αναλαμβάνονται από τον ίδιο διατάκτη. Παρέκκλιση από τον κανόνα αυτό είναι δυνατή στις ακόλουθες περιπτώσεις: (α) διοικητικές δαπάνες που έχουν καλυφθεί από την Επιτροπή κατά την έννοια της παραγράφου 3 του άρθρου 69 και για τις οποίες οι δημοσιονομικές δεσμεύσεις έχουν κατανεμηθεί σύμφωνα με την παράγραφο 2 του άρθρου 69· (β) συνολικές δεσμεύσεις που αφορούν συμφωνίες χρηματοδότησης κατά την έννοια της παραγράφου 3 του άρθρου 70. Άρθρο 69 1. Η δημοσιονομική δέσμευση της Επιτροπής είναι μεμονωμένη εφόσον ο δικαιούχος της δαπάνης και το ποσό της δαπάνης έχουν προσδιορισθεί. Η δημοσιονομική δέσμευση της Επιτροπής είναι συνολική εφόσον τουλάχιστον ένα από τα στοιχεία που είναι απαραίτητα για τον χαρακτηρισμό της μεμονωμένης δέσμευσης δεν έχει προσδιορισθεί. 2. Οι δημοσιονομικές δεσμεύσεις για τις διοικητικές δαπάνες της Επιτροπής μπορούν να κατανέμονται σε περισσότερα του ενός οικονομικά έτη, με ετήσιες δόσεις. Οι αντίστοιχες νομικές δεσμεύσεις μνημονεύουν την κατανομή αυτή. 3. Ως διοικητικές δαπάνες κατά την έννοια της άρθρου 68 παράγραφος 3 στοιχείο α) και παράγραφος 2, νοούνται: (α) οι δαπάνες οι σχετικές με τους ανθρώπινους πόρους εκτός των σχετικών με το μόνιμο προσωπικό· (β) οι δαπάνες επαγγελματικής κατάρτισης· (γ) τα έξοδα αποστολής· (δ) τα έξοδα παραστάσεως· (ε) τα έξοδα συσκέψεων· (στ) τα έξοδα εξωτερικής διερμηνείας ή/και μετάφρασης· (ζ) τα έξοδα τα σχετικά με ανταλλαγές υπαλλήλων· (η) τα ποσά επαναλαμβανόμενων ενοικιάσεων κινητών και ακινήτων· (θ) οι διάφορες ασφαλίσεις· (ι) τα έξοδα καθαριότητας και συντήρησης· (ια) τα έξοδα χρήσης τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών· (ιβ) τα έξοδα χρήσης νερού, αερίου και ηλεκτρικού ρεύματος· (ιγ) οι δαπάνες οι σχετικές με περιοδικές εκδόσεις. Άρθρο 70 1. Ο αρμόδιος διατάκτης οφείλει να προβαίνει εκ των προτέρων σε δημοσιονομική δέσμευση, πριν αναλάβει νομική δέσμευση της Επιτροπής έναντι τρίτων. 2. Συνεπιφέρουν δημοσιονομικές δεσμεύσεις της Επιτροπής οι αποφάσεις χρηματοδότησης που λαμβάνει η Επιτροπή σύμφωνα με τις διατάξεις της συμφωνίας ΑΚΕ-ΕΚ, ή της απόφασης υπερπόντιας σύνδεσης, οι οποίες την εξουσιοδοτούν να χορηγεί χρηματοδοτική υποστήριξη στο πλαίσιο του ΕΤΑ. 3. Νομική δέσμευση της Επιτροπής συνιστά: (α) μια χρηματοδοτική συμφωνία μεταξύ της Επιτροπής, ενεργούσας εξ ονόματος της Κοινότητας, και του ή των δικαιούχων κρατών ΑΚΕ ή των ΥΧΕ, ή των οργανισμών που αυτές υποδεικνύουν· (β) μια σύμβαση ή μια συμφωνία επιχορήγησης μεταξύ της Επιτροπής και οργανισμών δημοσίου δικαίου, εθνικού ή διεθνούς, ή φυσικών ή νομικών προσώπων που αναλαμβάνουν την υλοποίηση των ενεργειών. 4. Κάθε συμφωνία χρηματοδότησης, καθώς και κάθε σύμβαση ή συμφωνία επιχορήγησης οφείλουν να προβλέπουν ρητά την εξουσία ελέγχου της Επιτροπής, της OLAF και του Ελεγκτικού Συνεδρίου, βάσει παραστατικών και επιτόπου, όλων των αντισυμβαλλόμενων και υπεργολάβων που έχουν τύχει χρηματοδότησης από τους πόρους του ΕΤΑ. Άρθρο 71 Κατά την έγκριση δημοσιονομικής δέσμευσης, ο αρμόδιος διατάκτης βεβαιώνεται για: (α) την ακρίβεια του λογιστικού καταλογισμού· (β) τη διαθεσιμότητα των πόρων· (γ) τη συμμόρφωση της δαπάνης προς τις εφαρμοστέες διατάξεις, ιδίως εκείνες της συμφωνίας ΑΚΕ-ΕΚ, της απόφασης υπερπόντιας σύνδεσης, της εσωτερικής συμφωνίας, του παρόντος κανονισμού και κάθε πράξης που εκδίδεται για την εκτέλεση των διατάξεων αυτών· (δ) την τήρηση της αρχής της χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης. Άρθρο 72 Κατά την εγγραφή νομικής δέσμευσης ο διατάκτης βεβαιώνεται για: (α) την κάλυψη της δέσμευσης από την αντίστοιχη δημοσιονομική δέσμευση· (β) την κανονικότητα της δαπάνης και τη συμμόρφωσή της προς τις εφαρμοστέες διατάξεις, ιδίως εκείνες της συμφωνίας ΑΚΕ-ΕΚ, της απόφασης υπερπόντιας σύνδεσης, της εσωτερικής συμφωνίας, του παρόντος κανονισμού και κάθε πράξης που εκδίδεται για την εκτέλεση των διατάξεων αυτών· (γ) την τήρηση της αρχής της χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης. Τμήμα 3Ανάληψη δαπάνης κατά τη συγκεντρωτική ή την από κοινού διαχείριση Άρθρο 73 Στο πλαίσιο της συγκεντρωτικής διαχείρισης και της από κοινού διαχείρισης των πόρων του ΕΤΑ από την Επιτροπή, η ανάληψη των δαπανών υπόκειται στις διατάξεις του παρόντος τμήματος. Άρθρο 74 1. Οι μεμονωμένες νομικές δεσμεύσεις που αναφέρονται σε μεμονωμένες δημοσιονομικές δεσμεύσεις αναλαμβάνονται από την Επιτροπή το αργότερο στις 31 Δεκεμβρίου του έτους Ν, όπου έτος Ν είναι αυτό κατά τη διάρκεια του οποίου ανελήφθησαν οι μεμονωμένες δημοσιονομικές δεσμεύσεις της Επιτροπής, με την επιφύλαξη του άρθρου 68 παράγραφος 3. 2. Οι συνολικές δημοσιονομικές δεσμεύσεις καλύπτουν κατά γενικό κανόνα το συνολικό κόστος των αντίστοιχων μεμονωμένων νομικών δεσμεύσεων που αναλαμβάνονται από την Επιτροπή μέχρι την 31η Δεκεμβρίου του έτους N+1, όπου έτος Ν είναι εκείνο κατά τη διάρκεια του οποίου ανελήφθησαν οι μεμονωμένες δημοσιονομικές δεσμεύσεις της Επιτροπής, με την επιφύλαξη του άρθρου 68, παράγραφος 3. Ωστόσο, οσάκις πρόκειται για την εφαρμογή των συνολικών δεσμεύσεων που προβλέπονται στο άρθρο 70, παράγραφος 3 στοιχείο (α), οι αντίστοιχες μεμονωμένες συμβάσεις και συμφωνίες συνάπτονται από την Επιτροπή το αργότερο τρία έτη μετά την ημερομηνία σύναψης της συμφωνίας χρηματοδότησης. Οι μεμονωμένες συμβάσεις και συμφωνίες που αφορούν τον λογιστικό έλεγχο και την αξιολόγηση μπορούν να συναφθούν μεταγενέστερα. Προσθήκες σε ήδη συναφθείσες συμβάσεις μπορούν επίσης να συναφθούν μεταγενέστερα. Στο τέλος των περιόδων που αναφέρονται στην παράγραφο 1 και στο πρώτο και δεύτερο εδάφιο της παρούσας παραγράφου, ο αρμόδιος διατάκτης προβαίνει σε αποδέσμευση του μη χρησιμοποιηθέντος υπολοίπου των εν λόγω δημοσιονομικών δεσμεύσεων. Άρθρο 75 1. Η έγκριση καθεμιάς από τις μεμονωμένες νομικές δεσμεύσεις της Επιτροπής, στη συνέχεια συνολικής δέσμευσης, αποτελεί, πριν από την υπογραφή της, το αντικείμενο εγγραφής του ποσού της στη δημοσιονομική λογιστική του ΕΤΑ, από τον αρμόδιο διατάκτη, με καταλογισμό στη συνολική δέσμευση. 2. Οι νομικές δεσμεύσεις που αναλαμβάνονται για ενέργειες των οποίων η υλοποίηση εκτείνεται σε περισσότερα του ενός οικονομικά έτη, καθώς και οι αντίστοιχες δημοσιονομικές δεσμεύσεις περιλαμβάνουν, εκτός εάν πρόκειται για διοικητικές δαπάνες κατά το άρθρο 69 παράγραφος 3, καταληκτική ημερομηνία εκτέλεσης, η οποία καθορίζεται σύμφωνα με τις απαιτήσεις της χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης. Τα μέρη των ως άνω δεσμεύσεων που παραμένουν ανεκτέλεστα έξι μήνες μετά την καταληκτική ημερομηνία αποτελούν το αντικείμενο αποδέσμευσης, η οποία συνεπιφέρει ακύρωση των αντίστοιχων πιστώσεων. Το ποσό δημοσιονομικής δέσμευσης η οποία αντιστοιχεί σε νομική δέσμευση για την οποία δεν πραγματοποιήθηκε καμία πληρωμή επί διάστημα τριών ετών μετά την υπογραφή της νομικής δέσμευσης, αποδεσμεύεται και οι αντίστοιχες πιστώσεις ακυρώνονται. 3. Η παράγραφος 2 εφαρμόζεται με την επιφύλαξη των αποφάσεων που ενδέχεται να εκδώσει το Συμβούλιο δυνάμει των άρθρων 96 και 97 της συμφωνίας ΑΚΕ-ΕΚ. Άρθρο 76 Η λήξη ενός έργου ή προγράμματος και η αποδέσμευση των πόρων που έχουν δεσμευθεί δυνάμει των άρθρων 73, 74 και 75 πραγματοποιούνται όταν λήξουν οι νομικές δεσμεύσεις που έχει αναλάβει η Επιτροπή, για το εν λόγω έργο ή πρόγραμμα, έναντι τρίτων, και αφού καταχωρηθούν στους λογαριασμούς του ΕΤΑ οι σχετικές πληρωμές και εισπράξεις. Τμήμα 4 Ανάληψη δαπάνης κατά την αποκεντρωμένη διαχείριση Άρθρο 77 Στο πλαίσιο της αποκεντρωμένης διαχείρισης των πόρων του ΕΤΑ, η ανάληψη των δαπανών από την Επιτροπή υπόκειται στις διατάξεις του παρόντος τμήματος. Άρθρο 78 1. Οι συμφωνίες χρηματοδότησης με τα δικαιούχα κράτη ΑΚΕ ή ΥΧΕ συνάπτονται το αργότερο στις 31 Δεκεμβρίου του έτους Ν+1, όπου έτος Ν είναι εκείνο κατά τη διάρκεια του οποίου ενεκρίθη η συνολική δημοσιονομική δέσμευση της Επιτροπής. Οσάκις οι συμφωνίες χρηματοδότησης δεν συνάπτονται εντός της προθεσμίας που προβλέπεται στο πρώτο εδάφιο, ο αντίστοιχες πιστώσεις ακυρώνονται. 2. Η Επιτροπή υποχρεούται να πραγματοποιεί πληρωμές από πόρους του ΕΤΑ οσάκις ο αρμόδιος διατάκτης εγκρίνει συμβάσεις, συμφωνίες επιχορήγησης και προϋπολογιζόμενες δαπάνες βάσει του άρθρου 101 παράγραφος 3. Ο αρμόδιος διατάκτης εγγράφει στους λογαριασμούς του ΕΤΑ, πριν υπογράψει για θεώρηση, το ποσό της κάθε μεμονωμένης νομικής δέσμευσης το οποίο έχει θεωρήσει μετά από μια συνολική δέσμευση. Το ποσό αυτό το καταλογίζει στη συνολική δημοσιονομική δέσμευση. 3. Η παράγραφος 1 εφαρμόζεται με την επιφύλαξη των αποφάσεων που ενδέχεται να εκδώσει το Συμβούλιο δυνάμει των άρθρων 96 και 97 της συμφωνίας ΑΕΚ-ΕΚ. Άρθρο 79 Σύμφωνα με την αρχή της χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης του άρθρου 11 και με τήρηση των αρμοδιοτήτων της, η Επιτροπή καταβάλλει προσπάθειες ώστε: (α) οι νομικές δεσμεύσεις για την υλοποίηση των συμφωνιών χρηματοδότησης που προβλέπονται στο άρθρο 78 παράγραφος 1 να αναλαμβάνονται το αργότερο τρία έτη μετά την ημερομηνία σύναψης της αντίστοιχης συμφωνίας χρηματοδότησης· οι μεμονωμένες συμβάσεις και συμφωνίες που αφορούν τον λογιστικό έλεγχο και την αξιολόγηση καθώς και προσθήκες σε ήδη συναφθείσες συμβάσεις μπορούν να συναφθούν μεταγενέστερα (β) το ποσό μεμονωμένης δημοσιονομικής δέσμευσης που αντιστοιχεί σε νομική δέσμευση για την υλοποίηση συμφωνίας χρηματοδότησης που προβλέπεται στο άρθρο 78 παράγραφος 1 και για την οποία δεν έχει πραγματοποιηθεί πληρωμή εντός περιόδου τριών ετών μετά την υπογραφή της νομικής δέσμευσης, να αποδεσμεύεται. Μετά τη λήξη της προθεσμίας που έχει οριστεί στις συμφωνίες χρηματοδότησης για την ανάληψη των νομικών δεσμεύσεων που αναφέρονται στο στοιχείο (α) του πρώτου εδαφίου, ο αρμόδιος διατάκτης αποδεσμεύει το η χρησιμοποιηθέν υπόλοιπο ποσό της αντίστοιχης δημοσιονομικής δέσμευσης. Μεμονωμένες νομικές δεσμεύσεις που αναφέρονται στο στοιχείο (β) του πρώτου εδαφίου είναι οι συμβάσεις, οι συμφωνίες επιχορήγησης και οι προϋπολογιζόμενες δαπάνες που συνάπτονται από κράτος ΑΚΕ ή ΥΧΕ ή από τις αρμόδιες αρχές τους ή οι συμβάσεις και οι συμφωνίες επιχορήγησης που συνάπτονται από την Επιτροπή εξ ονόματος και για λογαριασμό τους. Για την εφαρμογή του παρόντος εδαφίου η Επιτροπή, μετά τη συναίνεση των δικαιούχων χωρών ΑΚΕ και ΥΧΕ, εντάσσει τις ενδεδειγμένες διατάξεις στις συμφωνίες χρηματοδότησης που προβλέπονται στο άρθρο 78, παράγραφος 1. Άρθρο 80 Η λήξη ενός έργου ή προγράμματος και η αποδέσμευση των κονδυλίων που έχουν δεσμευτεί, σύμφωνα με τα άρθρα 78 και 79, πραγματοποιούνται εφόσον η νομική δέσμευση που έχει αναληφθεί, στο πλαίσιο του εκάστοτε έργου ή προγράμματος έναντι τρίτων από το αντίστοιχο κράτος ΑΚΕ, ΥΧΕ ή από τις αρμόδιες αρχές τους ή/και από την Επιτροπή εξ ονόματος και για λογαριασμό τους, έχει τερματισθεί και οι αντίστοιχες πληρωμές και εισπράξεις έχουν καταχωριστεί στους λογαριασμούς του ΕΤΑ. Τμήμα 5 Εκκαθάριση δαπάνης Άρθρο 81 1. Εκκαθάριση μιας δαπάνης είναι η πράξη με την οποία ο αρμόδιος διατάκτης: (α) επαληθεύει την ύπαρξη των δικαιωμάτων είσπραξης του πιστωτή· (β) προσδιορίζει και βεβαιώνει την υπόσταση και το ποσό της απαίτησης και (γ) επαληθεύει τους όρους υπό τους οποίους η απαίτηση καθίσταται απαιτητή. 2. Τα άρθρα 97 έως 101 του κανονισμού (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 2342/2002, όπως τροποποιήθηκαν από τον κανονισμό (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 478/2007, ισχύουν κατ’αναλογία στην εκκαθάριση δαπάνης. Τμήμα 6 Εντολή πληρωμής δαπάνης Άρθρο 82 1. Εντολή πληρωμής δαπάνης είναι η πράξη με την οποία ο αρμόδιος διατάκτης, αφού επιβεβαιώσει τη διαθεσιμότητα των κονδυλίων και εκδώσει εντολή πληρωμής, παραγγέλλει στον υπόλογο να πληρώσει το ποσό μιας δαπάνης την οποία έχει εκκαθαρίσει. 2. Οσάκις περιοδικές πληρωμές γίνονται για παρεχόμενες υπηρεσίες, συμπεριλαμβανομένης της εκμίσθωσης, ή παραδιδόμενα αγαθά, και υπό την αίρεση της ανάλυσης κινδύνων που αυτός πραγματοποιεί, ο διατάκτης είναι δυνατόν να διατάξει την εφαρμογή συστήματος άμεσης χρέωσης. 3. Τα άρθρα 102 και 103 του κανονισμού (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 2342/2002, όπως τροποποιήθηκαν από τον κανονισμό (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 478/2007, ισχύουν κατ’αναλογία στην εφαρμογή του παρόντος άρθρου. Τμήμα 7 Πληρωμή δαπάνης Άρθρο 83 1. Η πληρωμή πρέπει να βασίζεται στην απόδειξη ότι η αντίστοιχη ενέργεια είναι σύμφωνη με τη βασική κανονιστική πράξη ή τη σύμβαση. Η πληρωμή καλύπτει μια ή περισσότερες από τις ακόλουθες πράξεις: (α) πληρωμή του συνόλου των οφειλόμενων ποσών· (β) πληρωμή των οφειλόμενων ποσών, κατά τους εξής λεπτομερείς κανόνες: (i) προχρηματοδότηση, ενδεχομένως υποδιαιρούμενη σε πλείονες καταβολές, (ii) μία ή περισσότερες ενδιάμεσες πληρωμές, (iii) πληρωμή του υπολοίπου των οφειλόμενων ποσών. 2. Η λογιστική διαχωρίζει, κατά τον χρόνο της εκτέλεσής τους, τα διάφορα είδη πληρωμών που αναφέρονται στην παράγραφο 1. 3. Τα άρθρα 104 και 105 του κανονισμού (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 2342/2002, όπως τροποποιήθηκαν από τον κανονισμό (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 478/2007, ισχύουν κατ’αναλογία . Άρθρο 84 Ο υπόλογος πραγματοποιεί την πληρωμή των δαπανών, εντός του ορίου των διαθέσιμων πιστώσεων. Άρθρο 85 Οι πληρωμές πραγματοποιούνται μέσω των τραπεζικών λογαριασμών που αναφέρονται στο άρθρο 44. Οι λεπτομερείς κανόνες ανοίγματος, λειτουργίας και χρήσης των λογαριασμών αυτών καθορίζονται από τον υπόλογο. Οι λεπτομερείς αυτοί κανόνες προβλέπουν ιδιαίτερα την από κοινού υπογραφή στα εμβάσματα και σε όλες τις πληρωμές μέσω τραπεζών, δύο δεόντως εξουσιοδοτημένων από τον υπόλογο υπαλλήλων. Άρθρο 86 Για τις πληρωμές που πραγματοποιούνται από τον διαχειριστή πληρωμών, ο αρμόδιος διατάκτης βεβαιώνεται ότι ασκούνται έλεγχοι πριν από την εκτέλεση των πληρωμών. Τμήμα 8 Προθεσμίες των πράξεων δαπανών Άρθρο 87 1. Οι διαδικασίες εκκαθάρισης, εντολής πληρωμής και πληρωμής των δαπανών πρέπει να ολοκληρώνονται εντός μέγιστης προθεσμίας 90 ημερών από την ημερομηνία απαίτησης της πληρωμής. Ο εθνικός ή περιφερειακός διατάκτης προβαίνει στην εντολή της πληρωμής και την κοινοποιεί στον αρμόδιο διατάκτη της Επιτροπής το αργότερο 45 ημέρες πριν από τη λήξη της ως άνω προθεσμίας. 2. Οι πιστωτές που πληρώθηκαν με καθυστέρηση δικαιούνται τόκους υπερημερίας σύμφωνα με το άρθρο 106 του κανονισμού (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 2342/2002, όπως τροποποιήθηκε από τον κανονισμό (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 478/2007. 3. Οι αξιώσεις λόγω καθυστερημένων πληρωμών για τις οποίες ευθύνεται η Επιτροπή σύμφωνα με το άρθρο 37 του παραρτήματος ΙV της συμφωνίας ΑΚΕ-ΕΚ εκκαθαρίζονται από την Επιτροπή μέσω των πόρων ή των λογαριασμών που προβλέπονται στο άρθρο 1 παράγραφος 6 της εσωτερικής συμφωνίας. ΚΕΦΑΛΑΙΟ 7 ΣΥΣΤΗΜΑΤΑ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΚΗΣ Άρθρο 88 1. Σε περίπτωση διαχείρισης των εσόδων και δαπανών με μηχανογραφικά συστήματα, οι υπογραφές μπορούν να τίθενται με μηχανογραφική ή ηλεκτρονική διαδικασία. 2. Τα άρθρα 107 και 108 του κανονισμού (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 2342/2002, όπως τροποποιήθηκαν από τον κανονισμό (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 478/2007, ισχύουν κατ’αναλογία στην εφαρμογή του παρόντος άρθρου. ΚΕΦΑΛΑΙΟ 8 Ο ΕΣΩΤΕΡΙΚΟΣ ΕΛΕΓΚΤΗΣ Άρθρο 89 Εσωτερικός ελεγκτής του ΕΤΑ είναι ο εσωτερικός ελεγκτής της Επιτροπής. Ο εσωτερικός ελεγκτής ασκεί τα καθήκοντά του τηρώντας τα προσήκοντα διεθνή πρότυπα. Είναι υπεύθυνος έναντι της Επιτροπής για την επαλήθευση της εύρυθμης λειτουργίας των συστημάτων και των διαδικασιών διαχείρισης των πόρων του ΕΤΑ που τελούν υπό τη διαχείριση της Επιτροπής κατά το άρθρο 2. Ο εσωτερικός ελεγκτής δεν μπορεί να είναι ούτε διατάκτης ούτε υπόλογος. Άρθρο 90 1. Ο εσωτερικός ελεγκτής συμβουλεύει την Επιτροπή ως προς την αντιμετώπιση των κινδύνων, διατυπώνοντας ανεξάρτητα τη γνώμη του σχετικά με την ποιότητα των συστημάτων διαχείρισης και ελέγχου και εκδίδοντας συστάσεις για τη βελτίωση των όρων εκτέλεσης των πράξεων και για την προώθηση της χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης. Πιο συγκεκριμένα είναι επιφορτισμένος με τα ακόλουθα: (α) την εκτίμηση της επάρκειας και της αποτελεσματικότητας των εσωτερικών διαχειριστικών συστημάτων, καθώς και των επιδόσεων των υπηρεσιών κατά την υλοποίηση των πολιτικών, των προγραμμάτων και των ενεργειών σε συσχετισμό με τους συναφείς κινδύνους· (β) την εκτίμηση της αποδοτικότητας και της αποτελεσματικότητας των συστημάτων εσωτερικού ελέγχου και λογιστικού ελέγχου που εφαρμόζονται σε κάθε πράξη χρησιμοποίησης των πόρων του ΕΤΑ. 2. Ο εσωτερικός ελεγκτής διαθέτει πλήρη και απεριόριστη πρόσβαση σε κάθε στοιχείο που είναι αναγκαίο για την άσκηση των καθηκόντων του, εν ανάγκη και επιτόπου, ακόμη και στα κράτη μέλη και στις τρίτες χώρες. 3. Ο εσωτερικός ελεγκτής υποβάλλει στην Επιτροπή έκθεση με τις διαπιστώσεις και τις συστάσεις του. Η Επιτροπή αναλαμβάνει τη λήψη των επακόλουθων μέτρων βάσει των συστάσεων των εσωτερικών ελέγχων. Εξάλλου, ο εσωτερικός ελεγκτής υποβάλλει στην Επιτροπή και ετήσια έκθεση εσωτερικού ελέγχου, όπου εμφαίνονται ο αριθμός και το είδος των πραγματοποιηθέντων εσωτερικών ελέγχων, οι διατυπωθείσες συστάσεις και τα μέτρα που ελήφθησαν ως επακόλουθα των συστάσεων αυτών. 4. Η Επιτροπή διαβιβάζει ετησίως προς την αρμόδια για την απαλλαγή αρχή έκθεση όπου εμφαίνονται ο αριθμός και το είδος των πραγματοποιηθέντων εσωτερικών ελέγχων, οι διατυπωθείσες συστάσεις και τα μέτρα που ελήφθησαν ως επακόλουθα των συστάσεων αυτών. 5. Τα άρθρα 109 έως 115 του κανονισμού (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 2342/2002, όπως τροποποιήθηκαν από τον κανονισμό (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 478/2007, ισχύουν κατ’αναλογία στην εφαρμογή του παρόντος άρθρου. ΤΙΤΛΟΣ V ΔΗΜΟΣΙΕΣ ΣΥΜΒΑΣΕΙΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1 ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΜΕΡΟΣ 1 ΠΕΔΙΟ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ ΚΑΙ ΑΡΧΕΣ ΑΝΑΘΕΣΗΣ ΣΥΜΒΑΣΕΩΝ Άρθρο 91 1. Οι δημόσιες συμβάσεις είναι συμβάσεις εξ επαχθούς αιτίας και συνάπτονται εγγράφως μεταξύ ενός ή περισσοτέρων οικονομικών παραγόντων και μιας ή περισσοτέρων αρχών ανάθεσης, κατά την έννοια του άρθρου 92, με σκοπό την εξασφάλιση, έναντι τιμήματος που καταβάλλεται, εν όλω ή εν μέρει, από τους πόρους του ΕΤΑ, της παροχής κινητών ή ακινήτων αγαθών, της εκτέλεσης έργων ή της παροχής υπηρεσιών. Οι συμβάσεις αυτές περιλαμβάνουν: (α) τις συμβάσεις προμηθειών· (β) τις συμβάσεις έργων· (γ) τις συμβάσεις υπηρεσιών. 2. Σύμβαση πλαίσιο είναι η σύμβαση που συνάπτεται μεταξύ μίας ή περισσοτέρων αναθετουσών αρχών και ενός ή περισσοτέρων οικονομικών παραγόντων με σκοπό τον καθορισμό των όρων των συμβάσεων που πρόκειται να ανατεθούν εντός συγκεκριμένης χρονικής περιόδου, ιδίως σε ό,τι αφορά τις τιμές και, εφόσον συντρέχει περίπτωση τις ποσότητες. Διέπεται δε από τις διατάξεις του παρόντος τίτλου περί ανάθεσης συμβάσεων, συμπεριλαμβανομένης της διαφήμισης. Άρθρο 92 1. Αναθέτουσες αρχές για τους σκοπούς του παρόντος τίτλου είναι: (α) οι δικαιούχες χώρες ΑΚΕ ή οι οργανισμοί που αυτές εξουσιοδοτούν δεόντως περιλαμβανομένων επίσημων περιφερειακών οργανισμών ή των εκπροσώπων τους· (β) η Επιτροπή, για τις συμβάσεις που αναθέτει για λογαριασμό της· (γ) η Επιτροπή, εξ ονόματος και για λογαριασμό ενός ή περισσοτέρων δικαιούχων κρατών ΑΚΕ· (δ) οργανισμός εθνικού ή διεθνούς δημοσίου δικαίου, ή νομικά ή φυσικά πρόσωπα που έχουν υπογράψει συμφωνία χρηματοδότησης ή επιχορήγησης/επιδότησης με ένα ή περισσότερα κράτη ΑΚΕ ή με την Επιτροπή, με σκοπό την υλοποίηση ενός έργου ή προγράμματος. 2. Οι διαδικασίες σύναψης των συμβάσεων πρέπει να προβλέπονται στις συμφωνίες χρηματοδότησης στις οποίες αναφέρεται το άρθρο 70 παράγραφος 3. ΜΕΡΟΣ 2 ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ Άρθρο 93 Εντός των ορίων των αρμοδιοτήτων που της ανατίθενται από τη συμφωνία ΑΚΕ-ΕΚ, και υπό τους όρους που προβλέπονται στο παράρτημα ΙV της συμφωνίας αυτής, η Επιτροπή λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα για τη δημοσίευση των διεθνών προσκλήσεων υποβολής προσφορών στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης και στο Διαδίκτυο. ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2 ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΕΣ ΣΥΝΑΨΗΣ ΣΥΜΒΑΣΕΩΝ Άρθρο 94 1. Οι όροι συμμετοχής και οι διαδικασίες ανάθεσης των συμβάσεων που αφορούν ενέργειες χρηματοδοτούμενες από το ΕΤΑ υπέρ των χωρών ΑΚΕ είναι εκείνοι που καθορίζονται στο παράρτημα ΙV της συμφωνίας ΑΚΕ-ΕΚ. Οι διαδικασίες ανάθεσης των συμβάσεων που αφορούν ενέργειες χρηματοδοτούμενες από το ΕΤΑ υπέρ των υπερπόντιων χωρών και εδαφών είναι εκείνες που καθορίζονται στα μέτρα εφαρμογής της απόφασης υπερπόντιας σύνδεσης. 2. Η Επιτροπή οφείλει να τηρεί τους προσήκοντες κοινοτικούς κανόνες σύναψης συμβάσεων, οσάκις αναλαμβάνει καθήκοντα αναθέτουσας αρχής για την υλοποίηση ανθρωπιστικής βοήθειας ή βοήθειας έκτακτης ανάγκης στο πλαίσιο της συμφωνίας ΑΚΕ-ΕΚ ή της απόφασης υπερπόντιας σύνδεσης. Άρθρο 95 Τα έγγραφα που σχετίζονται με την πρόσκληση υποβολής προσφορών πρέπει να παρέχουν πλήρη, σαφή και επακριβή περιγραφή του αντικειμένου και να προσδιορίζουν τα εφαρμοστέα κριτήρια αποκλεισμού, επιλογής και ανάθεσης της σύμβασης. Άρθρο 96 1. Από τη συμμετοχή σε διαδικασία ανάθεσης αποκλείονται οι υποψήφιοι ή οι προσφέροντες εφόσον: (α) τελούν υπό καθεστώς πτώχευσης, εκκαθάρισης, αναγκαστικής διαχείρισης ή πτωχευτικού συμβιβασμού, παύσης της δραστηριότητας ή έχει κινηθεί εναντίον τους σχετική διαδικασία ή εμπίπτουν σε ανάλογη περίπτωση που απορρέει από διαδικασία της αυτής φύσεως προβλεπόμενη από τις εθνικές νομοθετικές ή κανονιστικές διατάξεις· (β) έχουν καταδικασθεί με απόφαση που έχει ισχύ δεδικασμένου για αδίκημα σχετικό με την επαγγελματική τους διαγωγή· (γ) έχουν υποπέσει σε σοβαρό επαγγελματικό παράπτωμα που έχει διαπιστωθεί με οιονδήποτε τρόπο τον οποίο είναι σε θέση να δικαιολογήσει η αναθέτουσα αρχή· (δ) δεν έχουν εκπληρώσει τις υποχρεώσεις τους σχετικά με την καταβολή εισφορών κοινωνικής ασφάλισης ή την καταβολή των φόρων σύμφωνα με τις νομοθετικές διατάξεις της χώρας στην οποία είναι εγκατεστημένοι, ή της χώρας της αναθέτουσας αρχής, ή ακόμη της χώρας όπου πρόκειται να εκτελεστεί η σύμβαση· (ε) έχουν αποτελέσει αντικείμενο απόφασης, που έχει ισχύ δεδικασμένου, για απάτη, δωροδοκία, συμμετοχή σε εγκληματική οργάνωση ή οποιαδήποτε άλλη παράνομη δραστηριότητα που θίγει τα οικονομικά συμφέροντα των Κοινοτήτων· (στ) τελούν υπό διοικητική ποινή, κατά το άρθρο 99. Τα στοιχεία (α) έως (δ) του πρώτου εδαφίου δεν εφαρμόζονται στην περίπτωση αγοράς προμηθειών υπό όρους ιδιαίτερα συμφέροντες από προμηθευτή που παύει οριστικά τις επιχειρηματικές του δραστηριότητες ή από συνδίκους ή εκκαθαριστές πτώχευσης δικαστικού πτωχευτικού συμβιβασμού ή ανάλογης διαδικασίας δυνάμει της εθνικής νομοθεσίας. 2. Οι υποψήφιοι και προσφέροντες πρέπει να πιστοποιούν ότι δεν εμπίπτουν σε καμία από τις περιπτώσεις της παραγράφου 1. Ωστόσο, η αναθέτουσα αρχή είναι δυνατόν να μην ζητήσει την πιστοποίηση αυτή στην περίπτωση συμβάσεων πολύ μικρού ύψους. Για τους σκοπούς της ορθής εφαρμογής της παραγράφου 1, ο υποψήφιος ή προσφέρων, οποτεδήποτε του ζητηθεί από την αναθέτουσα αρχή, οφείλει: (α) οσάκις αποτελεί νομικό πρόσωπο, να δίδει στοιχεία για το ιδιοκτησιακό καθεστώς και για τη διαχείριση, τον έλεγχο και την εκπροσώπηση του νομικού αυτού προσώπου· (β) οσάκις προτίθεται να προσφύγει σε υπεργολήπτη, να πιστοποιεί ότι ο υπεργολήπτης αυτός δεν εμπίπτει σε κάποια από τις περιπτώσεις στις οποίες αναφέρεται η παράγραφος 1. 3. Το άρθρο 133 του κανονισμού (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 2342/2002, όπως τροποποιήθηκε από τον κανονισμό (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 478/2007, ισχύει κατ’αναλογία στην εφαρμογή του παρόντος άρθρου. Άρθρο 97 Σύμβαση δεν είναι δυνατόν να ανατεθεί σε υποψήφιο ή προσφέροντα οι οποίοι, κατά τη διάρκεια της σχετικής διαδικασίας: (α) περιέρχονται σε κατάσταση σύγκρουσης συμφερόντων· (β) έχουν κηρυχθεί ένοχοι ψευδών δηλώσεων κατά την παροχή των πληροφοριών που ζητήθηκαν από την αναθέτουσα αρχή για τη συμμετοχή τους στη διαδικασία ανάθεσης ή δεν έχουν παράσχει αυτές τις πληροφορίες· (γ) εμπίπτουν σε μια από τις περιπτώσεις αποκλεισμού από τη διαδικασία ανάθεσης στις οποίες αναφέρεται το άρθρο 96 παράγραφος 1. Άρθρο 98 Εντός των ορίων των αρμοδιοτήτων που της ανατίθενται από τη συμφωνία ΑΚΕ-ΕΚ, η Επιτροπή λαμβάνει μέτρα για τη χρησιμοποίηση της κεντρικής βάσης δεδομένων που συστάθηκε δυνάμει του κανονισμού (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 1605/2002 και περιλαμβάνει λεπτομερή στοιχεία των υποψηφίων και των προσφερόντων οι οποίοι, σύμφωνα με τους κανόνες που καθορίζονται στο παράρτημα IV της συμφωνίας ΑΚΕ-ΕΚ, βρίσκονται σε κατάσταση η οποία τους αποκλείει από τη συμμετοχή στις διαδικασίες ανάθεσης συμβάσεων για ενέργειες χρηματοδοτούμενες από το ΕΤΑ. Άρθρο 99 1. Με την επιφύλαξη του παραρτήματος IV της συμφωνίας ΑΚΕ-ΕΚ, η αναθέτουσα αρχή μπορεί να επιβάλει διοικητικές ή οικονομικές κυρώσεις σε: (α) υποψήφιους ή προσφέροντες οι οποίοι εμπίπτουν σε μια από τις περιπτώσεις που προβλέπονται στο άρθρο 97 στοιχείο β)· (β) αναδόχους οι οποίοι έχει διαπιστωθεί ότι παραβιάζουν σοβαρά τις συμβατικές υποχρεώσεις τους στο πλαίσιο σύμβασης καλυπτόμενης από το ΕΤΑ. Ωστόσο, σε όλες τις περιπτώσεις η αναθέτουσα αρχή πρέπει να δίδει στο εν λόγω πρόσωπο τη δυνατότητα να διατυπώσει τις παρατηρήσεις του. 2. Οι κυρώσεις στις οποίες αναφέρεται η παράγραφος 1 είναι ανάλογες προς το ύψος της σύμβασης και τη σοβαρότητα του παραπτώματος, είναι δε δυνατόν να συνίστανται σε: (α) αποκλεισμό του εν λόγω υποψήφιου, προσφέροντα ή αναδόχου από τη σύμβαση ή την επιχορήγηση που χρηματοδοτείται από το ΕΤΑ, και τούτο για μέγιστη χρονική περίοδο δέκα ετών· ή/και (β) καταβολή χρηματικών προστίμων από τον υποψήφιο ή προσφέροντα ή ανάδοχο που ανέρχονται στο ύψος της εν λόγω σύμβασης. 3. Το άρθρο 134β του κανονισμού (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 2342/2002, όπως τροποποιήθηκε από τον κανονισμό (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 478/2007, ισχύει κατ’αναλογία στις συμβάσεις που χρηματοδοτούνται από πόρους του ΕΤΑ. ΤΙΤΛΟΣ VI ΣΥΜΒΑΣΕΙΣ ΕΚΤΕΛΟΥΜΕΝΕΣ ΜΕ ΑΜΕΣΗ ΑΥΤΕΠΙΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΣΥΜΒΑΣΕΙΣ ΕΚΤΕΛΟΥΜΕΝΕΣ ΜΕ ΕΜΜΕΣΗ ΕΠΙΣΤΑΣΙΑ ΣΕ ΑΠΟΚΕΝΤΡΩΜΕΝΗ ΒΑΣΗ Άρθρο 100 Ο παρών τίτλος διέπει τις συμβάσεις που εκτελούνται με άμεση αυτεπιστασία και τις συμβάσεις που εκτελούνται με έμμεση επιστασία σε αποκεντρωμένη βάση κατά το άρθρο 24 του παραρτήματος ΙV της συμφωνίας ΑΚΕ-ΕΚ. Εφαρμόζεται κατ’αναλογία και στη χρηματοδοτική συνεργασία με τις ΥΧΕ. Άρθρο 101 1. Στην περίπτωση εκτέλεσης συμβάσεων με άμεση αυτεπιστασία, τα έργα και προγράμματα εκτελούνται απευθείας από τις δημόσιες υπηρεσίες των ενδιαφερομένων κρατών ΑΚΕ. Η Κοινότητα συνεισφέρει στις δαπάνες των εν λόγω υπηρεσιών με χορήγηση των ελλειπόντων εξοπλισμών ή/και υλικών μέσων, ή/και των πόρων που θα τους παράσχουν τη δυνατότητα πρόσληψης του απαιτούμενου πρόσθετου προσωπικού, όπως εμπειρογνωμόνων υπηκόων του ενδιαφερόμενου κράτους ΑΚΕ ή άλλων κρατών ΑΚΕ. Η συμμετοχή της Κοινότητας αφορά μόνον την κάλυψη του κόστους συμπληρωματικών μέσων και προσωρινών δαπανών εκτέλεσης που περιορίζονται αποκλειστικά και μόνο στις ανάγκες του εκάστοτε έργου. Η οικονομική διαχείριση ενός έργου που εκτελείται με άμεση αυτεπιστασία σύμφωνα με το πρώτο και δεύτερο εδάφιο γίνεται μέσω αντίστοιχων τοπικών λογαριασμών τους οποίους διαχειρίζονται ένας τοπικός υπεύθυνος πάγιων προκαταβολών και ένας τοπικός υπόλογος οι οποίοι διορίζονται από τον εθνικό ή περιφερειακό διατάκτη κατόπιν προηγούμενης έγκρισής τους από τον αρμόδιο διατάκτη της Επιτροπής. 2. Σε περίπτωση συμβάσεων εκτελούμενων με έμμεση επιστασία σε αποκεντρωμένη βάση, η αναθέτουσα αρχή που αναφέρεται στο στοιχείο (α) του άρθρου 92 παράγραφος 1, αναθέτει καθήκοντα εκτέλεσης έργων ή προγραμμάτων σε οργανισμούς δημοσίου δικαίου των ενδιαφερομένων κρατών ΑΚΕ ή σε οργανισμούς ιδιωτικού δικαίου οι οποίοι, από νομική άποψη, διακρίνονται από τα εν λόγω κράτη ΑΚΕ. Στην περίπτωση αυτή, ο εν λόγω οργανισμός αναλαμβάνει τη διαχείριση και εκτέλεση του έργου ή προγράμματος αντί του εθνικού ή περιφερειακού διατάκτη. Τα μεταβιβαζόμενα στην περίπτωση αυτή καθήκοντα μπορούν να συμπεριλαμβάνουν την εξουσία σύναψης και διαχείρισης συμβάσεων καθώς και την άσκηση καθηκόντων αναθέτουσας αρχής εξ ονόματος και για λογαριασμό των εν λόγω κρατών ΑΚΕ. 3. Οι συμβάσεις με άμεση αυτεπιστασία και με έμμεση επιστασία σε αποκεντρωμένη βάση εκτελούνται βάσει προγράμματος εργασιών και εκτίμησης των σχετικών δαπανών (εφεξής "η προϋπολογιζόμενη δαπάνη"). Η προϋπολογιζόμενη δαπάνη είναι ένα έγγραφο που καθορίζει το πρόγραμμα των προς εκτέλεση εργασιών, τα αναγκαία υλικά μέσα και ανθρώπινους πόρους, τον αντίστοιχο προϋπολογισμό και τις τεχνικές και διοικητικές λεπτομέρειες εκτέλεσης ενός έργου ή προγράμματος, εντός συγκεκριμένης χρονικής περιόδου, με αυτεπιστασία και, ενδεχομένως, με ανάθεση δημοσίων συμβάσεων ή την παροχή συγκεκριμένων επιχορηγήσεων. Κάθε προϋπολογιζόμενη δαπάνη συντάσσεται από τον τοπικό υπεύθυνο πάγιων προκαταβολών και τον τοπικό υπόλογο που προβλέπονται στο τρίτο εδάφιο της παραγράφου 1, εφόσον πρόκειται για συμβάσεις εκτελούμενες με άμεση αυτεπιστασία, ή από τον οργανισμό που αναφέρεται στην παράγραφο 2, εφόσον πρόκειται για συμβάσεις εκτελούμενες με έμμεση επιστασία σε αποκεντρωμένη βάση. Στη συνέχεια εγκρίνεται από τον εθνικό ή περιφερειακό διατάκτη και από τον αρμόδιο διατάκτη της Επιτροπής πριν από την έναρξη των εργασιών που προβλέπονται στην προϋπολογιζόμενη δαπάνη. 4. Στο πλαίσιο της εκτέλεσης της προϋπολογιζόμενης δαπάνης που προβλέπεται στην παράγραφο 3, οι διαδικασίες ανάθεσης συμβάσεων ή παροχής επιχορηγήσεων πρέπει να συμβιβάζονται προς εκείνες που προβλέπονται στους τίτλους V και VII. 5. Οι συμφωνίες χρηματοδότησης που προβλέπονται στο άρθρο 70 παράγραφος 3 πρέπει να προβλέπουν διατάξεις για την εκτέλεση συμβάσεων εκτελούμενων με άμεση αυτεπιστασία ή συμβάσεων εκτελούμενων με έμμεση επιστασία σε αποκεντρωμένη βάση. Άρθρο 102 Σε περίπτωση συμβάσεων εκτελούμενων με έμμεση επιστασία σε αποκεντρωμένη βάση, η αναθέτουσα αρχή που αναφέρεται στο άρθρο 92 παράγραφος 1 στοιχείο (α) συνάπτει συμφωνία μεταβίβασης όταν αναθέτει καθήκοντα εκτέλεσης σε οργανισμό δημοσίου δικαίου των εν λόγω κρατών ΑΚΕ ή σε οργανισμό ιδιωτικού δικαίου με αποστολή δημόσιας υπηρεσίας· συνάπτει δε σύμβαση παροχής υπηρεσιών όταν αναθέτει τα καθήκοντα αυτά σε οργανισμούς ιδιωτικού δικαίου. Η Επιτροπή μεριμνά ώστε η συμφωνία μεταβίβασης ή η σύμβαση παροχής υπηρεσιών να προβλέπει τα εξής: (α) διατάξεις κατάλληλες για τον έλεγχο της χρησιμοποίησης των πόρων του ΕΤΑ από την Επιτροπή, την OLAF, τον εθνικό ή περιφερειακό διατάκτη, το Ελεγκτικό Συνέδριο και τους εθνικούς ελεγκτικούς φορείς των εν λόγω χωρών ΑΚΕ· (β) τον σαφή ορισμό και την επακριβή οριοθέτηση των εξουσιών που μεταβιβάζονται στον εν λόγω οργανισμό, καθώς και των εξουσιών που διατηρούνται από τον εθνικό ή περιφερειακό διατάκτη· (γ) τις ακολουθητέες διαδικασίες για την άσκηση των μεταβιβαζόμενων εξουσιών, όπως είναι η επιλογή των ενεργειών προς χρηματοδότηση, η ανάθεση συμβάσεων και η επίβλεψη εργασιών· (δ) δυνατότητα επιθεώρησης εκ των υστέρων και επιβολής οικονομικών κυρώσεων, εάν η παροχή επιχορήγησης ή η ανάθεση σύμβασης από τον εν λόγω οργανισμό δεν αντιστοιχεί στις διαδικασίες που καθορίζονται στο στοιχείο γ· (ε) αποτελεσματικό και αποδοτικό σύστημα εσωτερικών ελέγχων για τη διαχείριση των πράξεων, το οποίο να περιλαμβάνει αποτελεσματικό διαχωρισμό των καθηκόντων του διατάκτη και του υπολόγου· (στ) λογιστικό σύστημα που επιτρέπει την επαλήθευση της ορθής χρησιμοποίησης των πόρων του ΕΤΑ και αποτυπώνει τη χρησιμοποίηση αυτή στους λογαριασμούς του ΕΤΑ. ΤΙΤΛΟΣ VI ΕΠΙΧΟΡΗΓΗΣΕΙΣ/ΕΠΙΔΟΤΗΣΕΙΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1 ΠΕΔΙΟ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ ΚΑΙ ΜΟΡΦΗ ΤΩΝ ΕΠΙΧΟΡΗΓΗΣΕΩΝ/ΕΠΙΔΟΤΗΣΕΩΝ Άρθρο 103 1. Οι επιχορηγήσεις είναι άμεσες χρηματοδοτικές συνεισφορές από τους πόρους του ΕΤΑ οι οποίες χορηγούνται δωρεάν με σκοπό τη χρηματοδότηση (α) είτε μιας ενέργειας προοριζόμενης για την προώθηση της επίτευξης ενός στόχου στο πλαίσιο της συμφωνίας ΑΚΕ-ΕΚ ή της απόφασης υπερπόντιας σύνδεσης, ή στο πλαίσιο ενός έργου ή προγράμματος εγκριθέντος σύμφωνα με την εν λόγω συμφωνία ή απόφαση· (β) είτε της λειτουργίας ενός οργανισμού που επιδιώκει την επίτευξη ενός τέτοιου στόχου. Οι επιχορηγήσεις αποτελούν το αντικείμενο έγγραφης σύμβασης ή απόφασης της Επιτροπής που κοινοποιείται στον επιτυχόντα υποψήφιο. 2. Δεν συνιστούν επιχορηγήσεις/επιδοτήσεις για τους σκοπούς του παρόντος τίτλου: (α) οι συμφωνίες χρηματοδότησης που αναφέρονται στο άρθρο 70 παράγραφος 3 στοιχείο α· (β) οι δημόσιες συμβάσεις κατά τον τίτλο V και οι συμβάσεις αυτεπιστασίας κατά τον τίτλο VI· (γ) τα δάνεια, οι εγγυήσεις, οι συμμετοχές, οι συμβάσεις, οι επιδοτήσεις επιτοκίου καθώς και κάθε χρηματοδοτική παρέμβαση υπό τη διαχείριση της ΕΤΕπ· (δ) οι άμεσες ή έμμεσες ενισχύσεις προϋπολογισμού και οι ενισχύσεις που καταβάλλονται για τη συμβολή στη μείωση του χρέους ή για την ενίσχυση των εσόδων από εξαγωγές σε περίπτωση βραχυπρόθεσμων διακυμάνσεων· (ε) οι καταβολές ποσών στους οργανισμούς στους οποίους μεταβιβάστηκαν εκτελεστικά καθήκοντα από την Επιτροπή που αναφέρονται στα άρθρα 25 έως 28, ή στο πλαίσιο της από κοινού διαχείρισης που αναφέρονται στο άρθρο 29. 3. Τα άρθρα 160 έως 184α (τίτλος VI "Επιδοτήσεις") του κανονισμού (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 2342/2002, όπως τροποποιήθηκαν από τον κανονισμό (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 478/2007, ισχύουν κατ’αναλογία στον παρόντα τίτλο. Άρθρο 104 1. Οι επιχορηγήσεις είναι δυνατόν να λάβουν μία από τις ακόλουθες μορφές: (α) επιστροφές προσδιοριζόμενου ποσοστού των επιλέξιμων πραγματικών εξόδων· (β) κατ’ αποκοπή ποσά· (γ) χρηματοδότηση ενιαίου ποσοστού· (δ) συνδυασμός των μορφών των στοιχείων α), β) και γ). 2. Οι επιχορηγήσεις τηρούν το εκάστοτε συνολικό ανώτατο όριο, εκφραζόμενο σε απόλυτες τιμές. ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2 ΟΙ ΑΡΧΕΣ Άρθρο 105 1. Οι επιδοτήσεις/επιχορηγήσεις τηρούν τις αρχές της διαφάνειας και της ίσης μεταχείρισης. Δεν είναι δυνατόν να σωρεύονται ούτε να παρέχονται αναδρομικά, πρέπει δε να συμπεριλαμβάνουν συγχρηματοδότηση. Σε καμία περίπτωση δεν είναι δυνατόν να σημειώνεται υπέρβαση των συνολικών επιλέξιμων προς χρηματοδότηση εξόδων, όπως προσδιορίζονται στη συμφωνία επιχορήγησης. 2. Η επιδότηση/επιχορήγηση δεν είναι δυνατόν να αποσκοπεί ή να συνεπάγεται κέρδος για τον δικαιούχο. Η παράγραφος 2 δεν ισχύει για: (α) υποτροφίες μελέτης, έρευνας ή επαγγελματικής κατάρτισης που παρέχονται σε φυσικά πρόσωπα· (β) βραβεία που απονέμονται μετά από διαγωνισμό· (γ) ενέργειες με στόχο την ενίσχυση της οικονομικής επιφάνειας δικαιούχου ή την εξασφάλιση εσόδων. Άρθρο 106 1. Οι επιδοτήσεις/επιχορηγήσεις αποτελούν το αντικείμενο ετήσιου προγράμματος εργασίας, το οποίο δημοσιεύεται στην αρχή του οικονομικού έτους. Αυτό το ετήσιο πρόγραμμα εργασίας εκτελείται μέσω δημοσίευσης πρόσκλησης για την υποβολή προτάσεων, εκτός εάν πρόκειται για επείγουσες περιπτώσεις εξαιρετικού χαρακτήρα δεόντως αιτιολογημένες, ή οσάκις τα χαρακτηριστικά του δικαιούχου ή της ενέργειας δεν αφήνουν περιθώρια για άλλη επιλογή, ή οσάκις ο δικαιούχος προσδιορίζεται στη συμφωνία ΑΚΕ-ΕΚ και στην απόφαση υπερπόντιας σύνδεσης ως ο αποδέκτης της επιχορήγησης. Το πρώτο εδάφιο δεν ισχύει για τη βοήθεια που προορίζεται για την αντιμετώπιση κρίσεων ούτε για τις επιχειρήσεις ανθρωπιστικής βοήθειας. 2. Όλες οι επιδοτήσεις που χορηγούνται κατά τη διάρκεια ενός οικονομικού έτους αποτελούν το αντικείμενο ετήσιας δημοσίευσης, τηρουμένων των απαιτήσεων εμπιστευτικότητας και ασφάλειας. Άρθρο 107 1. Για την ίδια ενέργεια μπορεί να χορηγηθεί μόνο μία επιχορήγηση/επιδότηση από τους πόρους του ΕΤΑ και υπέρ του ίδιου δικαιούχου. 2. Σε έναν δικαιούχο μπορεί να χορηγείται μία μόνο λειτουργική επιχορήγηση από τους πόρους του ΕΤΑ ανά οικονομικό έτος. Ο αιτών ενημερώνει αμέσως τους διατάκτες για τυχόν πολλαπλές αιτήσεις και πολλαπλές επιχορηγήσεις στο πλαίσιο της ίδιας ενέργειας ή του ίδιου προγράμματος εργασίας. Σε καμία περίπτωση οι δαπάνες δεν είναι δυνατό να χρηματοδοτηθούν δύο φορές από τους πόρους του ΕΤΑ. Άρθρο 108 1. Η επιδότηση/επιχορήγηση ενεργειών που έχουν ήδη αρχίσει δεν γίνεται αποδεκτή παρά μόνον στις περιπτώσεις όπου ο αιτών μπορεί να αποδείξει ότι υπήρχε ανάγκη έναρξης της ενέργειας πριν δοθεί η επιχορήγηση. Στις περιπτώσεις αυτές, οι επιλέξιμες για χρηματοδότηση δαπάνες δεν μπορούν να είναι προγενέστερες από την ημερομηνία κατάθεσης της αίτησης επιδότησης/επιχορήγησης, εκτός εάν πρόκειται για εξαιρετικές περιπτώσεις δεόντως αιτιολογημένες, ή για δαπάνες που είναι αναγκαίες για την ομαλή διεκπεραίωση των ενισχύσεων που προορίζονται για περιπτώσεις κρίσεων ή για επιχειρήσεις ανθρωπιστικής βοήθειας υπό τους όρους που προβλέπονται στη συμφωνία ΑΚΕ-ΕΚ ή στην απόφαση υπερπόντιας σύνδεσης. Η αναδρομική επιδότηση ενεργειών που έχουν ήδη ολοκληρωθεί αποκλείεται. 2. Λειτουργική επιχορήγηση/επιδότηση καταβάλλεται εντός έξι μηνών από την έναρξη της οικονομικής χρήσης του δικαιούχου. Οι επιλέξιμες για χρηματοδότηση δαπάνες δεν είναι δυνατόν να έχουν πραγματοποιηθεί ούτε πριν από την υποβολή της αίτησης επιχορήγησης ούτε πριν από την έναρξη της οικονομικής χρήσης του δικαιούχου. Άρθρο 109 Η επιχορήγηση δεν καλύπτει το σύνολο των δαπανών της ενέργειας, εκτός εάν τούτο είναι απαραίτητο για την υλοποίησή της. Η επιχορήγηση δεν μπορεί να χρηματοδοτεί το σύνολο των δαπανών λειτουργίας του δικαιούχου οργανισμού. ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3 ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΧΟΡΗΓΗΣΗΣ Άρθρο 110 1. Οι αιτήσεις επιχορήγησης υποβάλλονται εγγράφως. 2. Οι αιτήσεις επιχορήγησης είναι επιλέξιμες εφόσον υποβάλλονται από: (α) νομικά πρόσωπα· οι αιτήσεις επιχορήγησης είναι επιλέξιμες εάν υποβάλλονται από οντότητες που δεν διαθέτουν νομική προσωπικότητα δυνάμει της οικείας εθνικής νομοθεσίας, υπό τον όρο ότι οι εκπρόσωποί τους έχουν την ικανότητα να αναλάβουν νομικές δεσμεύσεις για λογαριασμό τους και αναλαμβάνουν την οικονομική ευθύνη· (β) φυσικά πρόσωπα, ενόσω τούτο απαιτείται λόγω της φύσης ή των χαρακτηριστικών της ενέργειας ή του στόχου που επιδιώκει ο δικαιούχος. 3. Επιχορηγήσεις δεν είναι δυνατόν να παρέχονται σε αιτούντες οι οποίοι, κατά τη διεξαγωγή της διαδικασίας καταβολής της επιχορήγησης, εμπίπτουν σε μια από τις περιπτώσεις στις οποίες αναφέρονται τα άρθρα 96 παράγραφος 1 και 97, και στο άρθρο 99 παράγραφος 2 στοιχείο α). Οι αιτούντες υποβάλλουν βεβαίωση ότι δεν εμπίπτουν σε καμία από τις περιπτώσεις στις οποίες αναφέρεται το πρώτο εδάφιο. Ωστόσο, ο διατάκτης είναι δυνατόν να μην ζητήσει τη βεβαίωση αυτή σε περίπτωση επιχορηγήσεων πολύ μικρού ύψους. 4. Ο διατάκτης είναι δυνατόν να επιβάλει σε αιτούντες διοικητικές και οικονομικές κυρώσεις αποτελεσματικές, αναλογικές και αποτρεπτικές. Οι κυρώσεις αυτές είναι δυνατόν να επιβάλλονται και σε δικαιούχους οι οποίοι, κατά την υποβολή της αίτησης ή κατά την καταβολή της επιχορήγησης, προέβησαν σε ψευδείς δηλώσεις κατά την παροχή των πληροφοριακών στοιχείων που ζητούνται από τον διατάκτη, ή αδυνατούν να παράσχουν αυτά τα στοιχεία. Το άρθρο 99 εφαρμόζεται κατ’αναλογία . Άρθρο 111 1. Τα κριτήρια επιλογής επιτρέπουν να αξιολογείται η ικανότητα του αιτούντος προς πλήρη εκτέλεση της προτεινόμενης ενέργειας ή του προτεινόμενου προγράμματος εργασίας. 2. Τα κριτήρια απονομής, που έχουν προαναγγελθεί στην πρόσκληση υποβολής προτάσεων, επιτρέπουν να αξιολογηθεί η ποιότητα των υποβληθεισών προτάσεων σε σχέση με τους στόχους και τις προτεραιότητες που έχουν ορισθεί. Άρθρο 112 1. Οι προτάσεις αξιολογούνται βάσει των προαναγγελθέντων κριτηρίων επιλογής και χορήγησης, και με σκοπό τον προσδιορισμό των προτάσεων που είναι δυνατόν να τύχουν χρηματοδότησης. 2. Ο αρμόδιος διατάκτης καταρτίζει στη συνέχεια, βάσει της αξιολόγησης που προβλέπεται στην παράγραφο 1, τον κατάλογο των δικαιούχων και τα εγκριθέντα ποσά. 3. Ο αρμόδιος διατάκτης ενημερώνει εγγράφως τον αιτούντα για τη συνέχεια που δόθηκε στην αίτησή του. Σε περίπτωση μη παροχής της ζητηθείσας επιχορήγησης, ανακοινώνει τους λόγους απόρριψης της αίτησης, με γνώμονα ιδίως τα προαναγγελθέντα κριτήρια επιλογής και χορήγησης. ΚΕΦΑΛΑΙΟ 4 ΠΛΗΡΩΜΗ ΚΑΙ ΕΛΕΓΧΟΣ Άρθρο 113 Ο ρυθμός των πληρωμών εξαρτάται από τους αναλαμβανόμενους οικονομικούς κινδύνους, τη διάρκεια και την πρόοδο των εργασιών, καθώς και από τα έξοδα στα οποία υποβάλλεται ο δικαιούχος. Άρθρο 114 Ο αρμόδιος διατάκτης μπορεί να απαιτήσει από το δικαιούχο την εκ των προτέρων κατάθεση εγγύησης, εφόσον κρίνει ότι είναι μέτρο κατάλληλου και ανάλογου χαρακτήρα, έτσι ώστε να περιορίζονται οι οικονομικοί κίνδυνοι που συνδέονται με την καταβολή των προχρηματοδοτήσεων. Άρθρο 115 1. Το ύψος της επιχορήγησης/επιδότησης καθίσταται οριστικό μόνο μετά την αποδοχή των τελικών εκθέσεων και λογαριασμών από την Επιτροπή, με την επιφύλαξη μεταγενέστερων ελέγχων πραγματοποιούμενων από την Επιτροπή. 2. Σε περίπτωση αθέτησης, εκ μέρους του δικαιούχου, των νομίμων και συμβατικών του υποχρεώσεων, η επιχορήγηση/επιδότηση αναστέλλεται, και μπορεί να μειώνεται ή να καταργείται, μετά την παροχή στον δικαιούχο της δυνατότητας να υποβάλει τις παρατηρήσεις του. ΚΕΦΑΛΑΙΟ 5 ΥΛΟΠΟΙΗΣΗ ΕΝΕΡΓΕΙΑΣ Άρθρο 116 1. Οσάκις η υλοποίηση μιας ενέργειας απαιτεί την ανάθεση συμβάσεων από τον δικαιούχο, οι συμφωνίες επιχορήγησης/επιδότησης οι οποίες αναφέρονται στο άρθρο 103 παράγραφος 1 πρέπει να προβλέπουν διαδικασίες σύμφωνες με τους κοινοτικούς κανόνες ανάθεσης συμβάσεων που ισχύουν για τη συνεργασία με τις τρίτες χώρες. 2. Οσάκις η υλοποίηση ενέργειας απαιτεί την παροχή οικονομικής υποστήριξης σε τρίτους, ο δικαιούχος της επιχορήγησης είναι δυνατόν να χορηγήσει την υποστήριξη αυτή εφόσον πληρούνται οι ακόλουθοι όροι: (α) αυτή η οικονομική υποστήριξη δεν αποτελεί τον πρωταρχικό στόχο της ενέργειας· (β) οι όροι χορήγησης της υποστήριξης καθορίζονται αυστηρά στην απόφαση ή στη σύμβαση επιχορήγησης που συνάπτεται μεταξύ δικαιούχου και Επιτροπής, χωρίς τη δυνατότητα άσκησης διακριτικής ευχέρειας· (γ) αφορά μικρά ποσά. 3. Κάθε σύμβαση ή απόφαση επιχορήγησης προβλέπει ρητά ότι η Επιτροπή, η OLAF, και το Ελεγκτικό Συνέδριο ασκούν τις ελεγκτικές τους εξουσίες βάσει εγγράφων και επιτόπου σε όλους τους αναδόχους και υπεργολάβους που λαμβάνουν χρηματοδότηση από πόρους του ΕΤΑ. Άρθρο 117 Στο πλαίσιο της αποκεντρωμένης διαχείρισης που αναφέρεται στα άρθρα 21 έως 24, η Επιτροπή καταβάλλει προσπάθειες για την προώθηση στα κράτη ΑΚΕ και στις ΥΧΕ μιας διαχείρισης που να έχει ως στόχο την εφαρμογή διατάξεων ισοδύναμων με εκείνες που προβλέπονται στον παρόντα τίτλο. ΤΙΤΛΟΣ VIII ΑΠΟΔΟΣΗ ΤΩΝ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΩΝ ΚΑΙ ΛΟΓΙΣΤΙΚΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1 ΑΠΟΔΟΣΗ ΤΩΝ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΩΝ Άρθρο 118 1. Έως τις 31 Ιουλίου κάθε έτους το αργότερο, η Επιτροπή καταρτίζει τους λογαριασμούς του ΕΤΑ, στους οποίους εμφαίνεται η οικονομική κατάσταση στις 31 Δεκεμβρίου του διαρρεύσαντος οικονομικού έτους. Οι λογαριασμοί του ΕΤΑ περιλαμβάνουν: (α) τις δημοσιονομικές καταστάσεις, που αναφέρονται στο άρθρο 122· (β) τις καταστάσεις εκτέλεσης του προϋπολογισμού, που αναφέρονται στο άρθρο 123· (γ) τις δημοσιονομικές καταστάσεις και τα πληροφοριακά στοιχεία που παρέχονται από την ΕΤΕπ σύμφωνα με το άρθρο 149 παράγραφος 2. 2. Οι λογαριασμοί του ΕΤΑ συνοδεύονται από έκθεση επί της δημοσιονομικής διαχείρισης του διαρρεύσαντος οικονομικού έτους, η οποία περιέχει πιστή περιγραφή: (α) της επίτευξης των στόχων του οικονομικού έτους, σύμφωνα με την αρχή της χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης· (β) της δημοσιονομικής κατάστασης και των γεγονότων που άσκησαν σημαντική επίδραση στις δραστηριότητες του οικονομικού έτους. Άρθρο 119 Οι λογαριασμοί πρέπει να είναι σύμφωνοι με τους κανόνες καθώς και ακριβείς και πλήρεις. Πρέπει επίσης να παρουσιάζουν πιστή απεικόνιση όσον αφορά τα ακόλουθα: (α) τις δημοσιονομικές καταστάσεις, τα στοιχεία ενεργητικού, παθητικού, τα έσοδα και έξοδα, τα δικαιώματα και υποχρεώσεις που δεν περιλαμβάνονται στο ενεργητικό και παθητικό, καθώς και τις ταμειακές ροές· (β) σε σχέση με καταστάσεις για την εκτέλεση του προϋπολογισμού, στοιχεία για τη χρησιμοποίηση των πόρων του ΕΤΑ όσον αφορά τα έσοδα και τα έξοδα. Άρθρο 120 Οι δημοσιονομικές καταστάσεις που αναφέρονται στο άρθρο 122 καταρτίζονται βάσει των γενικώς παραδεκτών λογιστικών αρχών, οι οποίες έχουν ως εξής: (α) αρχή της συνέχειας της δράσης· (β) αρχή της σύνεσης· (γ) αρχή της σταθερής εφαρμογής των λογιστικών μεθόδων· (δ) αρχή της συγκρισιμότητας των πληροφοριών· (ε) αρχή της σχετικής σημασίας· (στ) αρχή του μη συμψηφισμού· (ζ) αρχή της υπεροχής της πραγματικότητας έναντι των φαινομένων· (η) αρχή της λογιστικής σε δεδουλευμένη βάση. Άρθρο 121 1. Σύμφωνα με την αρχή της λογιστικής σε δεδουλευμένη βάση, οι δημοσιονομικές καταστάσεις που προβλέπονται στο άρθρο 122 λαμβάνουν υπόψη τα έσοδα και τα έξοδα που αφορούν το δημοσιονομικό έτος αναφοράς, ανεξάρτητα από την ημερομηνία πληρωμής ή είσπραξης. 2. Η αξία των στοιχείων του ενεργητικού και του παθητικού προσδιορίζεται σε συνάρτηση με τους κανόνες αποτίμησης που προβλέπονται στο άρθρο 129. Άρθρο 122 1. Οι δημοσιονομικές καταστάσεις καταρτίζονται από τον υπόλογο σε εκατομμύρια ευρώ. Περιλαμβάνουν δε: (α) τον ισολογισμό, ο οποίος παρουσιάζει την περιουσιακή και χρηματοοικονομική κατάσταση καθώς και το οικονομικό αποτέλεσμα στις 31 Δεκεμβρίου του διαρρεύσαντος οικονομικού έτους· παρουσιάζεται σύμφωνα με τη διάρθρωση που καθορίζεται στις οδηγίες του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με τους ετήσιους λογαριασμούς εταιρειών ορισμένων μορφών, λαμβάνοντας ωστόσο υπόψη την ιδιαίτερη φύση των δραστηριοτήτων του ΕΤΑ· (β) τον πίνακα ταμειακών ροών, που εμφανίζει τις εισπράξεις και τις εκταμιεύσεις του οικονομικού έτους, καθώς και την τελική ταμειακή κατάσταση και κατάσταση των μεταβολών των ιδίων κεφαλαίων κατά το διαρρεύσαν δημοσιονομικό έτος· (γ) πίνακα απαιτήσεων του ΕΤΑ, όπου αναφέρονται: (i) οι απαιτήσεις που απομένουν προς είσπραξη στην αρχή του οικονομικού έτους· (ii) τα δικαιώματα που βεβαιώθηκαν κατά τη διάρκεια του οικονομικού έτους· (iii) τα ποσά που εισπράχθηκαν κατά τη διάρκεια του οικονομικού έτους· (iv) οι ακυρώσεις βεβαιωθέντων δικαιωμάτων· (v) οι απαιτήσεις που απομένουν προς είσπραξη στο τέλος του οικονομικού έτους. 2. Το παράρτημα των δημοσιονομικών καταστάσεων συμπληρώνει και σχολιάζει τα στοιχεία που παρουσιάζονται στις καταστάσεις τις προβλεπόμενες στην παράγραφο 1 και παρέχει όλες τις συμπληρωματικές πληροφορίες τις οποίες απαιτεί η διεθνώς παραδεκτή λογιστική πρακτική, εφόσον οι πληροφορίες αυτές είναι συναφείς προς τις δραστηριότητες του ΕΤΑ. Άρθρο 123 1. Οι καταστάσεις για την εκτέλεση του προϋπολογισμού καταρτίζονται από τον αρμόδιο διατάκτη σε συνεργασία με τον υπόλογο και παρουσιάζονται σε εκατομμύρια ευρώ. Περιλαμβάνουν δε: (α) το λογαριασμό οικονομικού αποτελέσματος της εκτέλεσης του προϋπολογισμού, που ανακεφαλαιώνει το σύνολο των δημοσιονομικών πράξεων του οικονομικού έτους ως προς τα έσοδα και τις δαπάνες· (β) το παράρτημα του λογαριασμού οικονομικού αποτελέσματος, το οποίο συμπληρώνει και σχολιάζει τα στοιχεία του εν λόγω λογαριασμού. 2. Ο λογαριασμός οικονομικού αποτελέσματος περιλαμβάνει τους ακόλουθους πίνακες: (α) πίνακα ο οποίος περιγράφει την εξέλιξη, κατά το διαρρεύσαν οικονομικό έτος, των κονδυλίων που εμφαίνονται στο παράρτημα· (β) πίνακα που αναφέρει το συνολικό ύψος, ανά κονδύλιο, των αναλήψεων υποχρεώσεων, των κατ' εξουσιοδότηση πιστώσεων και των πληρωμών που πραγματοποιήθηκαν κατά τη διάρκεια του οικονομικού έτους, καθώς και τα σωρευτικά ποσά τους από την έναρξη λειτουργίας του ΕΤΑ· (γ) πίνακες που αναφέρουν, ανά κονδύλιο, ανά χώρα, έδαφος, περιφέρεια ή υποπεριφέρεια, το συνολικό ύψος των αναλήψεων υποχρεώσεων, των κατ' εξουσιοδότηση πιστώσεων και των πληρωμών που πραγματοποιήθηκαν κατά τη διάρκεια του οικονομικού έτους, καθώς και τα σωρευτικά ποσά τους από την έναρξη λειτουργίας του ΕΤΑ και εξής. Άρθρο 124 Το αργότερο στις 31 Μαρτίου του επόμενου οικονομικού έτους, η Επιτροπή διαβιβάζει τους προσωρινούς λογαριασμούς στο Ελεγκτικό Συνέδριο. Το αργότερο στις 30 Απριλίου του επόμενου οικονομικού έτους ο υπόλογος διαβιβάζει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο και το Ελεγκτικό Συνέδριο την έκθεση που αναφέρεται στο άρθρο 118 παράγραφος 2, η οποία αφορά τη δημοσιονομική διαχείριση του οικονομικού έτους αναφοράς. Άρθρο 125 1. Το αργότερο στις 15 Ιουνίου, το Ελεγκτικό Συνέδριο διατυπώνει τις παρατηρήσεις του σε σχέση με τους προσωρινούς λογαριασμούς, σε ό,τι αφορά το μέρος των πόρων του ΕΤΑ του οποίου τη δημοσιονομική διαχείριση ασκεί η Επιτροπή κατά το άρθρο 2 έτσι ώστε να επιτρέψει στην Επιτροπή να επιφέρει τις διορθώσεις που κρίνονται αναγκαίες για την κατάρτιση των οριστικών λογαριασμών. 2. Ο υπόλογος καταρτίζει τους οριστικούς λογαριασμούς οι οποίοι συνοδεύονται από σημείωμα που συντάσσει ο ίδιος στο οποίο δηλώνει ότι οι λογαριασμοί αυτοί έχουν καταρτιστεί σύμφωνα με τον τίτλο VIII καθώς και τις λογιστικές αρχές, κανόνες και μεθόδους που καθορίζονται στο παράρτημα των δημοσιονομικών καταστάσεων. 3. Η Επιτροπή εγκρίνει τους οριστικούς λογαριασμούς και τους διαβιβάζει, το αργότερο στις 31 Ιουλίου του επόμενου οικονομικού έτους, στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, στο Συμβούλιο και στο Ελεγκτικό Συνέδριο. 4. Οι οριστικοί λογαριασμοί δημοσιεύονται, έως τις 15 Νοεμβρίου του επόμενου οικονομικού έτους, στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και συνοδεύονται από δήλωση αξιοπιστίας του Ελεγκτικού Συνεδρίου, σε ό,τι αφορά το μέρος των πόρων του ΕΤΑ τη δημοσιονομική διαχείριση του οποίου ασκεί η Επιτροπή κατά το άρθρο 2. ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2 ΠΛΗΡΟΦΟΡΗΣΗ ΓΙΑ ΤΗ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ ΤΩΝ ΠΟΡΩΝ ΤΟΥ ΕΤΑ Άρθρο 126 1. Η Επιτροπή και η ΕΤΕπ αναλαμβάνουν, η καθεμία σε ό,τι την αφορά, την παρακολούθηση της χρησιμοποίησης της βοήθειας που παρέχεται στο πλαίσιο του ΕΤΑ, από τα κράτη ΑΚΕ, τις ΥΧΕ ή κάθε άλλον δικαιούχο, καθώς και της υλοποίησης των έργων και προγραμμάτων που χρηματοδοτούνται από το ΕΤΑ, δίδοντας ιδιαίτερη έμφαση στους στόχους που καθορίζονται στα άρθρα 55 και 56 της συμφωνίας ΑΚΕ-ΕΚ και στις αντίστοιχες διατάξεις της απόφασης υπερπόντιας σύνδεσης. 2. Η ΕΤΕπ ενημερώνει περιοδικά την Επιτροπή για την υλοποίηση των χρηματοδοτούμενων από τους πόρους του ΕΤΑ έργων και προγραμμάτων τα οποία διαχειρίζεται, σύμφωνα με τις διαδικασίες που καθορίζονται στις επιχειρησιακές κατευθυντήριες γραμμές της επενδυτικής διευκόλυνσης. 3. Η Επιτροπή και η ΕΤΕπ παρέχουν στην επιτροπή του ΕΤΑ στοιχεία για την επιχειρησιακή εφαρμογή, όσον αφορά τα κονδύλια, εθνικά και περιφερειακά, που παρατίθενται στο παράρτημα του παρόντος κανονισμού και προέρχονται από τους πόρους του ΕΤΑ. Τα στοιχεία αυτά καλύπτουν και τα έργα και προγράμματα που χρηματοδοτούνται από την επενδυτική διευκόλυνση. Η Επιτροπή διαβιβάζει τις σχετικές πληροφορίες στο Ελεγκτικό Συνέδριο σύμφωνα με το άρθρο 11 παράγραφοι 5 και 7 της εσωτερικής συμφωνίας. ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3 ΛΟΓΙΣΤΙΚΗ Άρθρο 127 1. Λογιστική είναι το σύστημα οργάνωσης των οικονομικών πληροφοριακών στοιχείων κατά τρόπο που να επιτρέπει τη συγκέντρωση, κατάταξη και καταχώρηση των αριθμητικών στοιχείων. 2. Η λογιστική αποτελείται από τη γενική λογιστική και την λογιστική του προϋπολογισμού. Αυτές οι δύο μορφές λογιστικής τηρούνται ανά ημερολογιακό έτος, σε ευρώ. 3. Τα δεδομένα της γενικής λογιστικής και της λογιστικής του προϋπολογισμού εγκρίνονται κατά το κλείσιμο του οικονομικού έτους, με σκοπό την κατάρτιση των λογαριασμών που αναφέρονται στο κεφάλαιο 1. 4. Οι παράγραφοι 2 και 3 δεν εμποδίζουν την τήρηση αναλυτικής λογιστικής από τον κύριο διατάκτη. Άρθρο 128 Η παρακολούθηση και η λογιστική καταχώρηση των πληρωμών και άλλων εσόδων που καταβάλλονται από τα κράτη μέλη αναλαμβάνονται από τον υπόλογο. Άρθρο 129 1. Ο υπόλογος θεσπίζει τους λογιστικούς κανόνες και μεθόδους που τίθενται σε ισχύ. Καταρτίζει δε και, μετά από διαβούλευση με τον κύριο διατάκτη, θεσπίζει το λογιστικό σχέδιο προς εφαρμογή στις πράξεις του ΕΤΑ. Στις ενέργειες αυτές λαμβάνει υπόψη τα διεθνώς παραδεκτά λογιστικά πρότυπα για τον δημόσιο τομέα, από τα οποία μπορεί να αποκλίνει όταν το δικαιολογεί η ιδιαίτερη φύση των δραστηριοτήτων του ΕΤΑ. 2. Οι λογιστικές εγγραφές πραγματοποιούνται σύμφωνα με το λογιστικό σχέδιο. Η ονοματολογία του λογιστικού σχεδίου διαχωρίζει σαφώς τη γενική λογιστική από τη λογιστική του προϋπολογισμού. Το λογιστικό σχέδιο κοινοποιείται στο Ελεγκτικό Συνέδριο. Άρθρο 130 Η γενική λογιστική καταγράφει χρονολογικά και σύμφωνα με τη διπλογραφική μέθοδο τα γεγονότα και τις πράξεις που επηρεάζουν την οικονομική, δημοσιονομική και περιουσιακή κατάσταση του ΕΤΑ, και συνιστούν, σε ό,τι αφορά το υπόλοιπό τους, τους ισολογισμούς του ΕΤΑ. Άρθρο 131 1. Οι διάφορες κινήσεις ανά λογαριασμό, καθώς και τα υπόλοιπά τους, εγγράφονται στα λογιστικά βιβλία. 2. Κάθε λογιστική εγγραφή, συμπεριλαμβανομένων και των λογιστικών διορθώσεων, βασίζεται σε δικαιολογητικά, στα οποία και παραπέμπει. 3. Το λογιστικό σύστημα πρέπει να επιτρέπει την απεικόνιση όλων των λογιστικών εγγραφών. Άρθρο 132 Μετά το κλείσιμο του οικονομικού έτους, και μέχρι την ημερομηνία απόδοσης των λογαριασμών, ο υπόλογος προβαίνει στις διορθώσεις οι οποίες, χωρίς να συνεπάγονται εκταμίευση ή είσπραξη εις βάρος αυτού του οικονομικού έτους, είναι αναγκαίες για την τακτική, πιστή και ειλικρινή παρουσίαση των λογαριασμών. Άρθρο 133 1. Η λογιστική του προϋπολογισμού επιτρέπει να παρακολουθείται λεπτομερώς η δημοσιονομική διαχείριση των πόρων του ΕΤΑ. Καταγράφονται: (α) όλα τα κονδύλια· (β) όλες οι αναλήψεις υποχρεώσεων· (γ) όλες οι πληρωμές, βεβαιωμένες απαιτήσεις και εισπράξεις που πραγματοποιήθηκαν κατά τη διάρκεια του οικονομικού έτους, για το ολικό τους ποσό και χωρίς συμψηφισμό μεταξύ τους. 2. Εάν παραστεί ανάγκη, στις περιπτώσεις όπου αναλήψεις υποχρεώσεων, πληρωμές και απαιτήσεις εκφράζονται σε εθνικά νομίσματα το λογιστικό σύστημα πρέπει να επιτρέπει να εγγράφονται τόσο στο εθνικό νόμισμα όσο και σε ευρώ. 3. Οι δεσμεύσεις που ορίζονται στο άρθρο 70 καταλογίζονται σε ευρώ για τα ποσά των αποφάσεων χρηματοδότησης που λαμβάνει η Επιτροπή. Οι δεσμεύσεις που ορίζονται στο άρθρο 78 παράγραφος 2 καταλογίζονται σε ευρώ για τα αντίστοιχα ποσά των συμβάσεων, επιχορηγήσεων και προϋπολογιζόμενων δαπανών. Στα εν λόγω αντίστοιχα ποσά λαμβάνεται ενδεχομένως υπόψη: (α) πρόβλεψη για πληρωμή επιστρεπτέων εξόδων βάσει δικαιολογητικών εγγράφων· (β) πρόβλεψη για αναθεώρηση των τιμών και απρόβλεπτα, όπως καθορίζεται στις συμβάσεις που χρηματοδοτεί το ΕΤΑ· (γ) χρηματοοικονομική πρόβλεψη για τη διακύμανση των συναλλαγματικών ισοτιμιών. 4. Όλα τα λογιστικά παραστατικά που αφορούν την εκτέλεση μιας ανάληψης υποχρέωσης φυλάσσονται για περίοδο πέντε ετών από την ημερομηνία της απόφασης απαλλαγής ως προς τη δημοσιονομική διαχείριση των πόρων του ΕΤΑ, κατά το άρθρο 142 σχετικά με το δημοσιονομικό έτος κατά το οποίο έκλεισε λογιστικά η ανάληψη υποχρέωσης. ΤΙΤΛΟΣ IX ΕΞΩΤΕΡΙΚΟΣ ΕΛΕΓΧΟΣ ΚΑΙ ΑΠΑΛΛΑΓΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1 ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ Άρθρο 134 Οι πράξεις που χρηματοδοτούνται από τους πόρους του ΕΤΑ που τελούν υπό τη διαχείριση της ΕΤΕπ σύμφωνα με το άρθρο 3 του παρόντος κανονισμού αποτελούν το αντικείμενο των διαδικασιών ελέγχου και απαλλαγής που προβλέπονται στο καταστατικό της ΕΤΕπ για όλες τις πράξεις της. Οι λεπτομερείς κανόνες σχετικά με τον έλεγχο από το Ελεγκτικό Συνέδριο περιλαμβάνονται στην τριμερή συμφωνία. Οι κανόνες αυτοί είναι το αποτέλεσμα από κοινού συμφωνίας της ΕΤΕπ, της Επιτροπής και του Ελεγκτικού Συνεδρίου με βάση την σήμερα ισχύουσα συμφωνία, ή ενδεχομένως την ανανεωμένη συμφωνία, ή κάθε άλλη συμφωνία που τυχόν την υποκαθιστά. Όσον αφορά τις πράξεις που χρηματοδοτούνται από τους πόρους του ΕΤΑ που τελούν υπό τη διαχείριση της Επιτροπής σύμφωνα με το άρθρο 2, το Ελεγκτικό Συνέδριο ασκεί τις εξουσίες του κατά τις διατάξεις του παρόντος τίτλου. ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2 ΕΞΩΤΕΡΙΚΟΣ ΕΛΕΓΧΟΣ Άρθρο 135 1. Η Επιτροπή γνωστοποιεί στο Ελεγκτικό Συνέδριο, το ταχύτερο δυνατόν, όλες τις αποφάσεις και πράξεις που εκδίδονται κατ' εφαρμογή του παρόντος κανονισμού. 2. Το Ελεγκτικό Συνέδριο ενημερώνεται για τον διορισμό των διατακτών, των εσωτερικών ελεγκτών, των υπολόγων και των διαχειριστών πληρωμών καθώς και για τις αποφάσεις μεταβίβασης δυνάμει των άρθρων 17, 39, 43, 48 και 89. Άρθρο 136 1. Όσον αφορά τη συνεργασία με τα κράτη ΑΚΕ, η εξέταση από το Ελεγκτικό Συνέδριο για τη διαπίστωση της νομιμότητας και της κανονικότητας των εσόδων και των δαπανών διεξάγεται με γνώμονα τις διατάξεις της συμφωνίας ΑΚΕ-ΕΚ, του παρόντος κανονισμού και κάθε πράξης που εκδίδεται για την εκτέλεσή τους. Όσον αφορά τη συνεργασία με τις ΥΧΕ, η εξέταση από το Ελεγκτικό Συνέδριο για τη διαπίστωση της νομιμότητας και της κανονικότητας των εσόδων και των δαπανών διεξάγεται με γνώμονα τις διατάξεις της συνθήκης ΕΚ, της απόφασης υπερπόντιας σύνδεσης, του παρόντος κανονισμού και όλων των άλλων εφαρμοστέων πράξεων. 2. Κατά την εκπλήρωση της αποστολής του, το Ελεγκτικό Συνέδριο μπορεί να λαμβάνει γνώση, υπό τους όρους που καθορίζονται στην παράγραφο 6, όλων των εγγράφων και πληροφοριών που αφορούν τη δημοσιονομική διαχείριση των υπηρεσιών και οργανισμών ως προς τις πράξεις που χρηματοδοτούνται ή συγχρηματοδοτούνται από τους πόρους του ΕΤΑ. Το Ελεγκτικό Συνέδριο έχει την εξουσία να εξετάζει κάθε υπάλληλο ο οποίος υπέχει ευθύνη σε πράξη δαπανών ή εσόδων και να χρησιμοποιεί όλες τις δυνατότητες ελέγχου που αναγνωρίζονται στις εν λόγω υπηρεσίες ή οργανισμούς. Το Ελεγκτικό Συνέδριο, για να συλλέξει όλες τις πληροφορίες τις αναγκαίες για την εκπλήρωση της αποστολής του, μπορεί να παρίσταται, μετά από αίτημά του, στις πράξεις ελέγχου που διενεργούνται στο πλαίσιο της εκτέλεσης του προϋπολογισμού από ή για λογαριασμό της Επιτροπής. Μετά από σχετικό αίτημα του Ελεγκτικού Συνεδρίου, η Επιτροπή εξουσιοδοτεί τους χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς στους οποίους είναι κατατεθειμένα χρηματικά ποσά του ΕΤΑ να επιτρέπουν στο Ελεγκτικό Συνέδριο να εξακριβώνει την αντιστοιχία των εξωτερικών δεδομένων με τα λογιστικά δεδομένα. Κατά την εκπλήρωση της αποστολής του, το Ελεγκτικό Συνέδριο κοινοποιεί στην Επιτροπή και στις αρχές για τις οποίες ισχύει ο παρών κανονισμός, τα ονοματεπώνυμα των υπαλλήλων που αναλαμβάνουν τη διεξαγωγή ελέγχων σ' αυτές. Άρθρο 137 Το Ελεγκτικό Συνέδριο μερινά ώστε να ελέγχεται η αντιστοιχία όλων των αξιών και μετρητών, σε καταθέσεις ή στο ταμείο, μέσω βεβαιώσεων που έχουν υπογράψει οι αποδέκτες των καταθέσεων, ή μέσω πρακτικών της κατάστασης του ταμείου ή του χαρτοφυλακίου. Το ίδιο το Ελεγκτικό Συνέδριο μπορεί να προβαίνει σε τέτοιες επαληθεύσεις. Άρθρο 138 1. Η Επιτροπή, οι οργανισμοί που διαχειρίζονται έσοδα ή δαπάνες εξ ονόματος του ΕΤΑ και οι τελικοί δικαιούχοι πληρωμών από πόρους του ΕΤΑ παρέχουν στο Ελεγκτικό Συνέδριο κάθε διευκόλυνση και κάθε πληροφορία την οποία αυτό θεωρεί αναγκαία για την εκτέλεση της αποστολής του. Θέτουν στη διάθεση του Ελεγκτικού Συνεδρίου όλα τα δικαιολογητικά που αφορούν την ανάθεση και την εκτέλεση συμβάσεων και όλους τους λογαριασμούς σε χρήμα ή σε είδος, όλα τα λογιστικά και δικαιολογητικά έγγραφα, καθώς και τα συναφή διοικητικά έγγραφα, όλα τα έγγραφα τα σχετικά με τα έσοδα και τις δαπάνες, όλα τα βιβλία απογραφής, όλα τα οργανογράμματα τα οποία το Ελεγκτικό Συνέδριο θεωρεί αναγκαία για την επαλήθευση, βάσει παραστατικών ή επιτόπου, της έκθεσης σχετικά με το αποτέλεσμα της εκτέλεσης του προϋπολογισμού και, για τους ίδιους σκοπούς, όλα τα έγγραφα και δεδομένα τα οποία καταρτίζονται ή φυλάσσονται σε μαγνητικό μέσο. Το πρώτο εδάφιο εφαρμόζεται επίσης στα φυσικά ή νομικά πρόσωπα που λαμβάνουν πληρωμές προερχόμενες από τους πόρους του ΕΤΑ. 2. Οι υπάλληλοι οι υποκείμενοι στους ελέγχους του Ελεγκτικού Συνεδρίου υποχρεούνται: (α) να ανοίγουν το ταμείο τους, να επιδεικνύουν τα μετρητά, τις αξίες και τα υλικά πάσης φύσεως και τα δικαιολογητικά της διαχείρισής τους των οποίων είναι θεματοφύλακες καθώς και κάθε βιβλίο ή μητρώο και όλα τα συναφή έγγραφα· (β) να επιδεικνύουν την αλληλογραφία ή κάθε άλλο έγγραφο που απαιτείται για την πλήρη εκτέλεση του ελέγχου που αναφέρεται στο άρθρο 136. Οι παρεχόμενες πληροφορίες δυνάμει του πρώτου εδαφίου στοιχείο β) μπορούν να ζητηθούν μόνο από το Ελεγκτικό Συνέδριο. 3. Το Ελεγκτικό Συνέδριο είναι εξουσιοδοτημένο να επαληθεύει τα έγγραφα τα οποία αναφέρονται στα έσοδα και τις δαπάνες του ΕΤΑ και φυλάσσονται στις αρμόδιες υπηρεσίες της Επιτροπής. 4. Ο έλεγχος της νομιμότητας και της κανονικότητας των εσόδων και των δαπανών και ο έλεγχος της χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης επεκτείνονται και στη χρησιμοποίηση από οργανισμούς που είναι ξένοι προς την Επιτροπή των πόρων του ΕΤΑ που έχουν εισπράξει ως επιχορηγήσεις. 5. Κάθε χρηματοδότηση από τους πόρους του ΕΤΑ σε δικαιούχους ξένους προς την Επιτροπή τελεί υπό τον όρο της έγγραφης αποδοχής, από τους δικαιούχους ή, σε περίπτωση μη αποδοχής εκ μέρους τους, από τους αναδόχους και τους υπεργολάβους, της επαλήθευσης που διενεργεί το Ελεγκτικό Συνέδριο σχετικά με τη χρησιμοποίηση του ποσού των χρηματοδοτήσεων που έχουν χορηγηθεί. 6. Η χρησιμοποίηση ολοκληρωμένων συστημάτων πληροφορικής δεν μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα τον περιορισμό της πρόσβασης του Ελεγκτικού Συνεδρίου στα δικαιολογητικά έγγραφα. Άρθρο 139 1. Η ετήσια έκθεση του Ελεγκτικού Συνεδρίου διέπεται από τις διατάξεις των παραγράφων 2 έως 6 του παρόντος άρθρου. 2. Το Ελεγκτικό Συνέδριο γνωστοποιεί στην Επιτροπή, το αργότερο στις 30 Ιουνίου, τις παρατηρήσεις που θεωρεί σκόπιμο να συμπεριληφθούν στην ετήσια έκθεση. Οι παρατηρήσεις αυτές πρέπει να παραμένουν εμπιστευτικές. Η Επιτροπή διαβιβάζει τις απαντήσεις της στο Ελεγκτικό Συνέδριο, το αργότερο στις 15 Οκτωβρίου. 3. Η ετήσια έκθεση περιλαμβάνει τις εκτιμήσεις σχετικά με τη χρηστή δημοσιονομική διαχείριση. 4. Το Ελεγκτικό Συνέδριο μπορεί να προσθέσει κάθε συνοπτική παρουσίαση ή παρατήρηση γενικού χαρακτήρα που κρίνει αναγκαία. 5. Το Ελεγκτικό Συνέδριο λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα ώστε οι απαντήσεις της Επιτροπής στις παρατηρήσεις του να δημοσιεύονται αμέσως μετά τις παρατηρήσεις στις οποίες αναφέρονται. 6. Το αργότερο στις 15 Νοεμβρίου, το Ελεγκτικό Συνέδριο διαβιβάζει στις αρχές που είναι υπεύθυνες για την απαλλαγή, καθώς και στην Επιτροπή, την ετήσια έκθεσή του συνοδευόμενη από τις απαντήσεις της Επιτροπής, και εξασφαλίζει τη δημοσίευσή τους στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης . Άρθρο 140 1. Το Ελεγκτικό Συνέδριο κοινοποιεί στην Επιτροπή κάθε παρατήρηση που κατά τη γνώμη του πρέπει να παρουσιάζεται σε ειδική έκθεση. Οι παρατηρήσεις αυτές πρέπει να παραμένουν εμπιστευτικές. Η Επιτροπή γνωστοποιεί εντός δυόμισι μηνών στο Ελεγκτικό Συνέδριο τα ενδεχόμενα σχόλιά της επί των εν λόγω παρατηρήσεων. Το Ελεγκτικό Συνέδριο εκδίδει εντός του επόμενου μηνός το οριστικό κείμενο της εκάστοτε ειδικής έκθεσης. 2. 2. Οι ειδικές εκθέσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1, συνοδευόμενες από τις απαντήσεις της Επιτροπής, κοινοποιούνται αμελλητί στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο. Καθένα δε από τα όργανα αυτά, ενδεχομένως σε συνεργασία με την Επιτροπή, προσδιορίζει τη συνέχεια που πρέπει να δοθεί στις ως άνω εκθέσεις. Εάν το Ελεγκτικό Συνέδριο αποφασίσει να δημοσιεύσει στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης ορισμένες από τις ως άνω ειδικές εκθέσεις, αυτές συνοδεύονται από τις απαντήσεις της Επιτροπής. 3. Το Ελεγκτικό Συνέδριο μπορεί να γνωμοδοτεί επί ζητημάτων που σχετίζονται με το ΕΤΑ κατόπιν αιτήσεως άλλων οργάνων. Άρθρο 141 Παράλληλα με την ετήσια έκθεση που προβλέπεται στο άρθρο 139, το Ελεγκτικό Συνέδριο παρέχει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο δήλωση που βεβαιώνει την αξιοπιστία των λογαριασμών καθώς και τη νομιμότητα και την κανονικότητα των σχετικών πράξεων. ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3 ΑΠΑΛΛΑΓΗ Άρθρο 142 1. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, μετά από σύσταση του Συμβουλίου εκδιδόμενη με ειδική πλειοψηφία, χορηγεί στην Επιτροπή, έως τις 15 Μαΐου του έτους N+2, απαλλαγή για τη δημοσιονομική διαχείριση, κατά το οικονομικό έτος N, των πόρων του ΕΤΑ που τελούν υπό τη διαχείρισή της σύμφωνα με το άρθρο 2. 2. Αν δεν είναι δυνατόν να τηρηθεί η προθεσμία που προβλέπεται στην παράγραφο 1, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ή το Συμβούλιο ενημερώνει την Επιτροπή για τους λόγους καθυστέρησης της απόφασης. 3. Στην περίπτωση που το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο αναβάλλει την απόφαση για τη χορήγηση της απαλλαγής, η Επιτροπή προσπαθεί να λάβει, το συντομότερο δυνατό, τα μέτρα που είναι δυνατό να επιτρέψουν και να διευκολύνουν την άρση των εμποδίων για την έκδοση της απόφασης αυτής. Άρθρο 143 1. Η απόφαση απαλλαγής αφορά τους λογαριασμούς που προβλέπονται στο άρθρο 118 εξαιρουμένου του μέρους που παρέχεται από την ΕΤΕπ σύμφωνα με το άρθρο 149 παράγραφος 2. 2. Εν όψει της χορήγησης της απαλλαγής, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο εξετάζει, μετά το Συμβούλιο, τους λογαριασμούς που προβλέπονται στο άρθρο 118. Εξετάζει επίσης και την ετήσια έκθεση του Ελεγκτικού Συνεδρίου, συνοδευόμενη από τις απαντήσεις της Επιτροπής, τις ειδικές εκθέσεις του σε σχέση με το οικείο οικονομικό έτος καθώς και τη δήλωσή του που βεβαιώνει την αξιοπιστία των λογαριασμών και τη νομιμότητα και κανονικότητα των σχετικών πράξεων. 3. Η Επιτροπή υποβάλλει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, μετά από αίτημά του, κάθε αναγκαία πληροφορία για τον έλεγχο της δημοσιονομικής διαχείρισης των πόρων του ΕΤΑ που τελούν υπό τη διαχείρισή της σύμφωνα με το άρθρο 2 κατά το οικονομικό έτος αναφοράς. Η πρόσβαση στις εμπιστευτικές πληροφορίες και η επεξεργασία των πληροφοριών αυτών πραγματοποιούνται με τήρηση των θεμελιωδών δικαιωμάτων του ατόμου, της προστασίας του επαγγελματικού απορρήτου, των διατάξεων που διέπουν τις δικαστικές και πειθαρχικές διαδικασίες και των συμφερόντων της Κοινότητας. Άρθρο 144 1. Η Επιτροπή λαμβάνει όλα τα κατάλληλα μέτρα για να ανταποκριθεί στις παρατηρήσεις που συνοδεύουν την απόφαση απαλλαγής του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, καθώς και στα σχόλια που συνοδεύουν τη σύσταση απαλλαγής που έχει εκδοθεί από το Συμβούλιο. 2. Μετά από αίτημα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ή του Συμβουλίου, η Επιτροπή συντάσσει έκθεση σχετικά με τα μέτρα που έλαβε ως επακόλουθα αυτών των παρατηρήσεων και σχολίων, και ιδίως σχετικά με τις οδηγίες που έδωσε στις υπηρεσίες της που εμπλέκονται στη δημοσιονομική διαχείριση των πόρων του ΕΤΑ. Η έκθεση αυτή διαβιβάζεται και στο Ελεγκτικό Συνέδριο. 3. Η απόφαση απαλλαγής δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. ΜΕΡΟΣ 2 ΕΙΔΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΠΕΡΙ ΤΩΝ ΠΟΡΩΝ ΤΟΥ ΕΤΑ ΠΟΥ ΤΕΛΟΥΝ ΥΠΟ ΤΗ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΕΠΕΝΔΥΣΕΩΝ Άρθρο 145 Ετησίως, και πριν από την 1η Σεπτεμβρίου, η ΕΤΕπ, γνωστοποιεί στην Επιτροπή τις προβλέψεις της ως προς τις αναλήψεις υποχρεώσεων και τις πληρωμές που απαιτούνται για την πραγματοποίηση της κοινοποίησης που προβλέπεται στο άρθρο 7, παράγραφος 1, της εσωτερικής συμφωνίας, στο πλαίσιο των πράξεων της επενδυτικής διευκόλυνσης και συμπεριλαμβανόμενων των επιδοτήσεων επιτοκίου, σύμφωνα με την εσωτερική συμφωνία. Η ΕΤΕπ γνωστοποιεί στην Επιτροπή τις επικαιροποιημένες προβλέψεις της ως προς τις αναλήψεις υποχρεώσεων και τις πληρωμές όταν το κρίνει αναγκαίο. Ο όροι προσδιορίζονται στη συμφωνία διαχείρισης που προβλέπεται στο άρθρο 152. Άρθρο 146 1. Οι συνεισφορές που προβλέπονται στο άρθρο 58 και αποφασίζονται από το Συμβούλιο καταβάλλονται από τα κράτη μέλη στην ΕΤΕπ, σε ειδικό λογαριασμό που ανοίγεται στο όνομα καθενός από τα κράτη μέλη. 2. Εκτός εάν το Συμβούλιο αποφασίσει άλλως σχετικά με την ανταμοιβή της ΕΤΕπ σύμφωνα με το άρθρο 5 της εσωτερικής συμφωνίας, τα έσοδα της ΕΤΕπ από το πιστωτικό υπόλοιπο των ειδικών λογαριασμών της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου εγγράφονται σε λογαριασμό στο όνομα της Επιτροπής και χρησιμοποιούνται για τους σκοπούς που προβλέπονται στο άρθρο 6 της συμφωνίας. 3. Τα δικαιώματα που απορρέουν από τις πράξεις τις οποίες πραγματοποιεί η ΕΤΕπ επί των πόρων του ΕΤΑ, ιδίως με την ιδιότητα του πιστωτή ή του κυρίου, ασκούνται από τα κράτη μέλη. 4. Η ΕΤΕπ αναλαμβάνει την ταμειακή διαχείριση των ποσών που προβλέπονται στην παράγραφο 1 σύμφωνα με τους λεπτομερείς κανόνες που καθορίζονται στη συμφωνία διαχείρισης του άρθρου 152. 5. Η επενδυτική διευκόλυνση τυγχάνει διαχείρισης σύμφωνα με τους όρους που προβλέπονται στη συμφωνία ΑΚΕ-ΕΚ, στην απόφαση υπερπόντιας σύνδεσης και στην εσωτερική συμφωνία. Άρθρο 147 Η Τράπεζα ανταμείβεται, σύμφωνα με ρύθμιση πλήρους κάλυψης των εξόδων της, για τη διαχείριση των πράξεων που πραγματοποιούνται στο πλαίσιο της επενδυτικής διευκόλυνσης. Το Συμβούλιο αποφασίζει για τους πόρους και τους μηχανισμούς ανταμοιβής της ΕΤΕπ σύμφωνα με το άρθρο 5, παράγραφος 2 της εσωτερικής συμφωνίας. Οι λεπτομερείς κανόνες εφαρμογής αυτής της απόφασης ενσωματώνονται στη συμφωνία διαχείρισης που προβλέπεται στο άρθρο 152. Άρθρο 148 Η ΕΤΕπ ενημερώνει τακτικά την Επιτροπή για τις πράξεις που πραγματοποιούνται στο πλαίσιο της επενδυτικής διευκόλυνσης, συμπεριλαμβανόμενων των επιδοτήσεων επιτοκίου, για τη χρησιμοποίηση κάθε δόσης συνεισφορών που καταβάλλεται στην Τράπεζα και, ιδίως, για τα τριμηνιαία συνολικά ποσά των αναλήψεων υποχρεώσεων, των συμβάσεων και των πληρωμών, σύμφωνα με τους λεπτομερείς κανόνες που καθορίζονται στη συμφωνία διαχείρισης που προβλέπεται στο άρθρο 152. Άρθρο 149 1. Η ΕΤΕπ τηρεί τη λογιστική της επενδυτικής διευκόλυνσης, συμπεριλαμβανόμενων των επιδοτήσεων επιτοκίου, η οποία χρηματοδοτείται από το ΕΤΑ, ώστε να είναι δυνατή η παρακολούθηση του πλήρους κύκλου ροής των κεφαλαίων από την παραλαβή τους ως την καταβολή τους κατόπιν των εσόδων που γεννώνται και των ενδεχομένων περαιτέρω εισπράξεων. Η ΕΤΕπ και η Επιτροπή θεσπίζουν από κοινού τους εφαρμοστέους λογιστικούς κανόνες και μεθόδους και ενημερώνουν σχετικά τα κράτη μέλη. 2. Ετησίως, η ΕΤΕπ διαβιβάζει στο Συμβούλιο και στην Επιτροπή έκθεση επί της εκτέλεσης των πράξεων που χρηματοδοτούνται από τους πόρους του ΕΤΑ που τελούν υπό τη διαχείρισή της, συμπεριλαμβανόμενων των δημοσιονομικών καταστάσεων που καταρτίζονται σύμφωνα με τους κανόνες και τις μεθόδους που προβλέπονται στην παράγραφο 1, καθώς και τα στοιχεία που προβλέπονται στο άρθρο 123, παράγραφος 2. Τα ως άνω έγγραφα διαβιβάζονται το αργότερο στις 28 Φεβρουαρίου, με τη μορφή σχεδίου, και στις 30 Ιουνίου με την οριστική τους μορφή, μετά το έτος που έκλεισε, έτσι ώστε να τα χρησιμοποιήσει η Επιτροπή κατά την κατάρτιση, σύμφωνα με το άρθρο 11, παράγραφος 6 της εσωτερικής συμφωνίας, των λογαριασμών που προβλέπονται στο άρθρο 118 του παρόντος κανονισμού. Η έκθεση επί της δημοσιονομικής διαχείρισης των πόρων που τελούν υπό τη διαχείριση της ΕΤΕπ υποβάλλεται από αυτήν προς την Επιτροπή το αργότερο στις 31 Μαρτίου του επόμενου οικονομικού έτους. Άρθρο 150 Για τις συμβάσεις που χρηματοδοτούνται από τους πόρους του ΕΤΑ που τελούν υπό τη διαχείριση της Τράπεζας, εφαρμόζονται οι ίδιοι κανόνες της Τράπεζας. Άρθρο 151 Στις περιπτώσεις έργων και προγραμμάτων που συγχρηματοδοτούνται από τα κράτη μέλη ή από τους οργανισμούς τους που έχουν αναλάβει την εκτέλεση, η ΕΤΕπ, ανταποκρινόμενη στις προτεραιότητες που τίθενται στις στρατηγικές συνεργασίας ανά χώρα, σύμφωνα με τον εκτελεστικό κανονισμό που προβλέπεται στην παράγραφο 2 του άρθρου 10 παράγραφος 1 της εσωτερικής συμφωνίας και το άρθρο 20 της απόφασης υπερπόντιας σύνδεσης, μπορεί να αναθέσει, στα κράτη μέλη ή στους οργανισμούς τους που έχουν αναλάβει εκτελεστικά καθήκοντα, την ευθύνη της διαχείρισης των ενισχύσεων που χορηγούνται από την Κοινότητα. Άρθρο 152 Οι λεπτομερείς κανόνες εφαρμογής του παρόντος μέρους αποτελούν το αντικείμενο συμφωνίας διαχείρισης, η οποία συνάπτεται μεταξύ της Επιτροπής, εξ ονόματος της Κοινότητας, και της ΕΤΕπ. ΜΕΡΟΣ ΤΡΙΤΟ ΤΕΛΙΚΕΣ ΚΑΙ ΜΕΤΑΒΑΤΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΤΙΤΛΟΣ I ΜΕΤΑΒΑΤΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1 ΜΕΤΑΦΟΡΑ ΥΠΟΛΟΙΠΩΝ ΠΡΟΓΕΝΕΣΤΕΡΩΝ ΕΤΑ Άρθρο 153 Οι μεταφορές προς το 10ο ΕΤΑ των υπολοίπων των πόρων που είχαν συσταθεί στο πλαίσιο των εσωτερικών συμφωνιών για το 7ο[16], το 8ο[17] και το 9ο[18] ΕΤΑ (εφεξής "προγενέστερα ΕΤΑ") πραγματοποιούνται σύμφωνα με το άρθρο 1 παράγραφος 2 στοιχείο β) και παράγραφοι 3 και 4 της εσωτερικής συμφωνίας. Άρθρο 154 1. Τα υπόλοιπα των εσόδων από τόκους επί των πόρων προγενέστερων ΕΤΑ μεταφέρονται στο 10ο ΕΤΑ και διατίθενται για τους ίδιους σκοπούς με εκείνους των εσόδων που προβλέπονται στο άρθρο 1 παράγραφος 6 της εσωτερικής συμφωνίας. Το ίδιο ισχύει και για τα διάφορα έσοδα προγενέστερων ΕΤΑ, τα οποία απαρτίζονται ιδίως από τους τόκους υπερημερίας που εισπράττονται σε περίπτωση καθυστερημένης καταβολής των συνεισφορών των κρατών μελών στα σχετικά ΕΤΑ, καθώς και από τους οφειλόμενους στην Κοινότητα τόκους επί των πόρων ΕΤΑ που τελούν υπό τη διαχείριση της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων. 2. Οι διατάξεις του 10ου ΕΤΑ που αφορούν τους οικονομικούς παράγοντες, τις πράξεις εσόδων, την εκκαθάριση, την εντολή πληρωμής και την πληρωμή των δαπανών, τα συστήματα πληροφορικής, την απόδοση των λογαριασμών και τη λογιστική καθώς και τον εξωτερικό έλεγχο και την απαλλαγή ισχύουν επίσης και για τις πράξεις που χρηματοδοτήθηκαν από προγενέστερα ΕΤΑ. ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2 ΥΠΟΛΟΙΠΑ ΠΡΟΓΕΝΕΣΤΕΡΩΝ ΕΤΑ Άρθρο 155 Τα ποσά από έργα του 9ου ΕΤΑ ή προγενέστερων ΕΤΑ τα οποία δεν αναλήφθηκαν σύμφωνα με το άρθρο 1 παράγραφος 3 της εσωτερικής συμφωνίας ή αποδεσμεύτηκαν, εκτός εάν αποφασίστηκε διαφορετικά με ομοφωνία από το Συμβούλιο σύμφωνα με το άρθρο 1 παράγραφος 4 της εσωτερικής συμφωνίας, χρησιμοποιούνται για να μειωθεί το ποσοστό της συνεισφοράς των κρατών μελών που αναφέρεται στο άρθρο 1 παράγραφος 2 στοιχείο α) της εσωτερικής συμφωνίας. Η επίπτωση στη συνεισφορά του κάθε κράτους μέλους υπολογίζεται κατ’αναλογία με τη συνεισφορά του κάθε κράτους μέλους στο 9ο ΕΤΑ. Η επίπτωση υπολογίζεται σε ετήσια βάση και ο υπολογισμός της θα πραγματοποιηθεί για πρώτη φορά μετά την εξέταση των αποτελεσμάτων του 2010 που προβλέπεται στο παράρτημα 1α της συμφωνίας ΑΚΕ-ΕΚ. ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3 ΜΕΤΑΒΑΤΙΚΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ Άρθρο 156 Η διαδικασία όσον αφορά τις συνεισφορές των κρατών μελών που προβλέπονται στα άρθρα 57 έως 61 θα ισχύσει για πρώτη φορά για τις συνεισφορές του έτους N+2 υπό την προϋπόθεση ότι το 10ο ΕΤΑ θα τεθεί σε ισχύ στο διάστημα από την 1η Οκτωβρίου του έτους N και ως την 30ή Σεπτεμβρίου του έτους N+1. Άρθρο 157 Η κεντρική βάση δεδομένων που αναφέρεται στο άρθρο 98 θα συσταθεί μέχρι την 1η Ιανουαρίου 2009. ΤΙΤΛΟΣ II ΤΕΛΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ Άρθρο 158 Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την επομένη της δημοσίευσής του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης . Εφαρμόζεται κατά την ίδια περίοδο με την εσωτερική συμφωνία. Βρυξέλλες, Για το Συμβούλιο Ο Πρόεδρος [1] ΕΕ L 317 της 15.12.2000, σ. 3. [2] ΕΕ L 287 της 28.10.2005, σ. 4. [3] ΕΕ L 314 της 30.11.2001, σ. 1. [4] ΕΕ L 109 της 26.4.2007, σ. 33. [5] ΕΕ L 247 της 9.9.2006, σ. 22. [6] ΕΕ L 247 της 9.9.2006, σ. 32. [7] ΕΕ C της , σ. . [8] ΕΕ C της , σ. . [9] ΕΕ C της , σ. . [10] ΕΕ L [11] ΕΕ L 248 της 16.9.2002, σ. 1. Κανονισμός όπως τροποποιήθηκε τελευταία από τον κανονισμό (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 1995/2006 (ΕΕ L 390 της 30.12.2006, σ. 1). [12] ΕΕ L 357 της 31.12.2002, σ. 1. Κανονισμός όπως τροποποιήθηκε τελευταία από τον κανονισμό (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 478/2007 (ΕΕ L 111 της 24.4.2007, σ. 13). [13] ΕΕ L 83 της 1.4.2003, σ. 1. [14] ΕΕ L 134 της 30.4.2004, σ. 114. Οδηγία όπως τροποποιήθηκε τελευταία με την οδηγία (ΕΚ) αριθ. 2006/97/ΕΚ (ΕΕ L 363 της 20.12.2006, σ. 107). [15] ΕΕ L 11 της 16.1.2003, σ. 1. [16] ΕΕ L 229 της 17.8.1991, σ. 288. [17] ΕΕ L 156 της 29.5.1998, σ. 108. [18] ΕΕ L 83 της 1.4.2003, σ. 1.