52007DC0502

Ανακοίνωση τησ Επιτροπήσ - Μια Ευρωπη αποτελεσματων – εφαρμογη του κοινοτικου δικαιου /* COM/2007/0502 τελικό */


[pic] | ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ |

Βρυξέλλες, 5.9.2007

COM(2007) 502 τελικό

ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΉΣ

ΜΙΑ ΕΥΡΩΠΗ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΩΝ – ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΤΟΥ ΚΟΙΝΟΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ

ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠHΣ

ΜΙΑ ΕΥΡΩΠΗ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΩΝ – ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΤΟΥ ΚΟΙΝΟΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ [1]

I. Εισαγωγή

Η Ευρωπαϊκή Ένωση είναι θεμελιωμένη στο δίκαιο, ασκεί πολλές από τις πολιτικές της μέσω της νομοθεσίας και στηρίζεται στον σεβασμό του κράτους δικαίου. Η επιτυχία της στην επίτευξη των πολυάριθμων στόχων της, όπως διατυπώνονται στις συνθήκες και τη νομοθεσία, εξαρτάται από την ουσιαστική εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου στα κράτη μέλη. Η νομοθεσία δεν εκπληρώνει πλήρως τον σκοπό της παρά μόνο με την ορθή εφαρμογή και εκτέλεσή της. Ο όγκος της νομοθεσίας είναι σημαντικός – πάνω από 9000 νομοθετικές πράξεις, από τις οποίες σχεδόν 2000 είναι οδηγίες, που καθεμία απαιτεί τη λήψη μεταξύ 40 και πάνω από 300 μέτρων για την ενσωμάτωσή της στην εθνική και περιφερειακή νομοθεσία. Η ΕΕ περιλαμβάνει 27 εθνικές διοικήσεις και πάνω από 70 αυτόνομες περιφέρειες. Πάνω από 500 εκατομμύρια Ευρωπαίοι έχουν τη δυνατότητα να διεκδικούν τα δικαιώματά τους βάσει της νομοθεσίας αυτής. Οι προσδοκίες των πολιτών για τα οφέλη που κομίζει η ΕΕ πρέπει να πραγματώνονται. Για τον λόγο αυτό, η επιδίωξη του στόχου της βελτίωσης της νομοθεσίας απαιτεί να αποδίδεται υψηλή προτεραιότητα στην εφαρμογή της νομοθεσίας, να εντοπίζονται οι λόγοι εμφάνισης τυχόν δυσχερειών στην εφαρμογή και εκτέλεση και να αξιολογείται κατά πόσον μπορεί να βελτιωθεί η τρέχουσα προσέγγιση για την αντιμετώπιση των ζητημάτων εφαρμογής και εκτέλεσης. Η συμπόρευση με αυτή τη μεταβαλλόμενη πραγματικότητα, ικανοποιώντας ταυτόχρονα τις προσδοκίες των πολιτών και τηρώντας τις επιταγές για βελτίωση της νομοθεσίας, αποτελεί πρόκληση.

Αν δεν ανταποκριθούμε στην πρόκληση, θα εξασθενήσουν τα θεμέλια της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Εάν δεν εφαρμόζεται ορθά η νομοθεσία, υπάρχει κίνδυνος να μην επιτευχθούν οι στόχοι της ευρωπαϊκής πολιτικής και να υλοποιηθούν μόνον εν μέρει οι ελευθερίες που κατοχυρώνουν οι συνθήκες. Εάν δεν υπάρξει στρατηγική διαχείριση των νομικών διαδικασιών, ορισμένες παραβάσεις που παρουσιάζουν προτεραιότητα μπορεί να μην τύχουν της απαιτούμενης προσοχής και η διευθέτηση καταγγελιών των πολιτών μπορεί να απαιτεί ολοένα και περισσότερο χρόνο. Αποτελεί επιτακτική ανάγκη να ελαχιστοποιηθούν οι κίνδυνοι αυτοί.

Τα ευρωπαϊκά θεσμικά όργανα και τα κράτη μέλη θα πρέπει να εξακολουθήσουν να εργάζονται για την ορθή εφαρμογή και εκτέλεση της κοινοτικής νομοθεσίας και την κατάλληλη διεκπεραίωση των ερωτημάτων και καταγγελιών που υποβάλλουν οι πολίτες. Αυτό προϋποθέτει περισσότερη συνεργασία για την πρόληψη των προβλημάτων, αποτελεσματικότερη αντιμετώπισή τους, όταν προκύπτουν, και ταχύτερη διευθέτηση των παραβάσεων που διαπιστώνονται, με παράλληλη βελτίωση της διαφάνειας και της ανταλλαγής πληροφοριών. Προϋποθέτει επίσης καλύτερη ενσωμάτωση των ζητημάτων εφαρμογής και εκτέλεσης σε όλο τον κύκλο άσκησης της πολιτικής, από τον σχεδιασμό της νομοθεσίας και τη διαδικασία θέσπισης μέχρι την αξιολόγηση των αποτελεσμάτων. Η διευκρίνιση των προκλήσεων όσον αφορά την εφαρμογή είναι απαραίτητη για τη βελτίωση της νομοθεσίας και την επίτευξη των σχετικών στόχων, όπως η απλούστευση και η μείωση του διοικητικού φόρτου, προς το συμφέρον των πολιτών και των επιχειρήσεων.

Η παρούσα ανακοίνωση προτείνει τρόπους για τη βελτίωση της εφαρμογής της κοινοτικής νομοθεσίας. Βασίζεται στην ανακοίνωση του 2002 σχετικά με τη βελτίωση του ελέγχου εφαρμογής της κοινοτικής νομοθεσίας και ακολουθεί τις γενικές γραμμές που χαράζει η στρατηγική επισκόπηση του προγράμματος για τη βελτίωση της νομοθεσίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση[2] του 2006. Επιπλέον ανταποκρίνεται στα κύρια ζητήματα πολιτικής που διατυπώνονταν στο ψήφισμα του Κοινοβουλίου του Μαΐου 2006[3].

II. Η εφαρμογή της κοινοτικησ νομοθεσίας σε μια όλο και πιο ανομοιογενη ευρωπαϊκή ένωση

Πολλοί είναι οι δρώντες που ασχολούνται με την εφαρμογή και την εκτέλεση της κοινοτικής νομοθεσίας: τα ευρωπαϊκά θεσμικά όργανα, τα κράτη μέλη, συμπεριλαμβανομένων των τοπικών και περιφερειακών αρχών, και τα δικαστήρια. Ο όγκος και η φύση των ζητημάτων που ανακύπτουν ποικίλλουν ανάλογα με το αντικείμενο και τον χαρακτήρα των θεσπιζόμενων δικαιωμάτων.

Τα κράτη μέλη φέρουν την πρωταρχική ευθύνη για την ορθή και έγκαιρη εφαρμογή των συνθηκών της ΕΕ και της νομοθεσίας[4]. Ευθύνονται για την άμεση εφαρμογή της κοινοτικής νομοθεσίας, για την εφαρμογή της νομοθεσίας τους με την οποία εφαρμόζεται η κοινοτική νομοθεσία, καθώς και για τις πολλές διοικητικές αποφάσεις οι οποίες λαμβάνονται βάσει της εν λόγω νομοθεσίας. Τα εθνικά δικαστήρια επιτελούν ομοίως καθοριστικό ρόλο για τη διασφάλιση της τήρησης της νομοθεσίας, π.χ. με την παραπομπή, όταν είναι αναγκαίο, ζητημάτων στο Δικαστήριο για την έκδοση προδικαστικής απόφασης.

Η Επιτροπή διαδραματίζει ποικίλους ρόλους. Πρώτον, μέσω του δικαιώματος πρωτοβουλίας που της αναγνωρίζεται, η Επιτροπή είναι υπεύθυνη να διατυπώνει προτάσεις για τη θέσπιση νέων ή τροποποιητικών πράξεων. Η Επιτροπή φέρει ιδιαίτερη ευθύνη για την υλοποίηση της βελτίωσης της νομοθεσίας μέσω της κατάστρωσης νέων νόμων οι οποίοι να λαμβάνουν υπόψη τα θέματα εφαρμογής και εκτέλεσης και μέσω της προσαρμογής υφιστάμενων νόμων προκειμένου να διευκολυνθεί η βελτίωση της εφαρμογής τους. Ακολούθως, το Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο επιτελούν θεμελιώδη ρόλο για τη θέσπιση του τελικού μέτρου.

Δεύτερον, η Επιτροπή εργάζεται σε στενή συνεννόηση με τα κράτη μέλη για τη διαχείριση της εφαρμογής της νομοθεσίας μέσω επαφών, δικτύων σε διάφορους τομείς και τακτικών συσκέψεων εθνικών εμπειρογνωμόνων. Με το έργο αυτό διασφαλίζεται η αποτελεσματική εφαρμογή της νομοθεσίας, η προσαρμογή στις τεχνικές εξελίξεις και η επεξεργασία ιδεών για την περαιτέρω ανάπτυξη της νομοθεσίας.

Τρίτον, ως θεματοφύλακας των συνθηκών, η Επιτροπή έχει λάβει την εξουσία και την ευθύνη να μεριμνά για την τήρηση της κοινοτικής νομοθεσίας[5], ελέγχοντας κατά πόσον τα κράτη μέλη συμμορφώνονται με τους κανόνες των συνθηκών και με την κοινοτική νομοθεσία. Εξετάζει την εφαρμογή της κοινοτικής νομοθεσίας από τα κράτη μέλη μέσω επαφών, αλληλογραφίας και συσκέψεων με κράτη μέλη. Η Επιτροπή δύναται να κινεί διαδικασίες επί παραβάσει, καλώντας τα κράτη μέλη να διευθετήσουν την έλλειψη ενσωμάτωσης ή τη μη προσήκουσα ενσωμάτωση στην εθνική τους νομοθεσία ή μια κατάσταση εσφαλμένης εφαρμογής της νομοθεσίας. Η Επιτροπή μπορεί να παραπέμψει την εκάστοτε υπόθεση στο Δικαστήριο[6], με αίτημα να διαπιστωθεί η διάπραξη παράβασης της κοινοτικής νομοθεσίας από το εκάστοτε κράτος μέλος[7]. Η Επιτροπή δύναται να προσφύγει εκ νέου στο Δικαστήριο με αίτημα την επιβολή χρηματικών κυρώσεων μέχρι τη συμμόρφωση με την αρχική απόφαση του Δικαστηρίου[8].

Η Επιτροπή υποβάλλει ετησίως έκθεση για την εφαρμογή και την εκτέλεση της νομοθεσίας στο Συμβούλιο και το Κοινοβούλιο. Παρέχει πληροφορίες, εφόσον της ζητηθούν, τόσο στο Κοινοβούλιο όσο και στον Διαμεσολαβητή.

Τα ζητήματα και τα προβλήματα που ανακύπτουν κατά την εφαρμογή της νομοθεσίας είναι οπωσδήποτε πολλά και ποικίλα. Στα τέλη του 2006, η Επιτροπή ασχολείτο με πάνω από 3200 υποθέσεις, συμπεριλαμβανομένων καταγγελιών και αυτεπάγγελτων υποθέσεων[9], καθώς επίσης με μεγάλο αριθμό ερωτήσεων και αιτήσεων πληροφοριών με τις οποίες καλείτο να παράσχει εξηγήσεις ή κατευθύνσεις επί νομικών ζητημάτων[10].

Οι λόγοι για τους οποίους ανακύπτουν τα εν λόγω ζητήματα είναι πολλοί. Τα κράτη μέλη ενδέχεται να μην αποδίδουν τη δέουσα προσοχή στην ορθή ερμηνεία και εφαρμογή της νομοθεσίας ή να βραδυπορούν σε σχέση με το έργο της εφαρμογής και τη γνωστοποίηση των εθνικών μέτρων ενσωμάτωσης. Τα κράτη μέλη ενδέχεται να συναντούν δυσχέρειες αναφορικά με ερμηνευτικά ζητήματα και με την επιλογή μεταξύ εναλλακτικών διαδικασιών. Ενδέχεται να ενσωματώσουν μία οδηγία στην εθνική τους νομοθεσία ή να ερμηνεύσουν έναν κανονισμό κατά τρόπο που δεν συνάδει με την εκάστοτε κοινοτική ρύθμιση. Τέτοιες διαφορές και ερμηνευτικές δυσκολίες είναι δυνατό να αναπαράγονται σε περιφερειακό και τοπικό επίπεδο. Σε μερικές περιπτώσεις, ενδέχεται να υπάρχει αοριστία ή δυσκολία εφαρμογής νομικών διατάξεων. Η μεγάλη συχνότητα αλληλογραφίας ή παραβάσεων συγκεκριμένων νόμων σε μια πλειάδα κρατών μελών μπορεί να αντικατοπτρίζει το μεγάλης εμβέλειας περιεχόμενο ή πεδίο εφαρμογής της εκάστοτε πράξης ή το μεγάλο ενδιαφέρον των εμπλεκομένων, αλλά ενδέχεται επίσης να υποδηλώνει ότι οι σχετικές διατάξεις απαιτούν ιδιαίτερη προσπάθεια από πλευράς κρατών μελών για να εφαρμοσθούν, να εκτελεσθούν ή γίνουν κατανοητές.

Σχετικά λίγα από τα ζητήματα που ανακύπτουν καθιστούν αναγκαία την έκδοση απόφασης από το Δικαστήριο. Το 70% περίπου των καταγγελιών περατώνεται χωρίς να σταλεί επίσημη προειδοποιητική επιστολή. Το 85% περίπου περατώνεται πριν από την έκδοση αιτιολογημένης γνώμης· και το 93% περίπου περατώνεται πριν από την έκδοση απόφασης του Δικαστηρίου. Οι ανωτέρω αριθμοί επιβεβαιώνουν το υψηλό ποσοστό συμμόρφωσης κατόπιν συμφωνίας, που προάγει την κατανόηση και την υποστήριξη της νομοθεσίας, επαυξάνει τις δυνατότητες για ορθή εφαρμογή της νομοθεσίας στο μέλλον και εκπληρώνει τη βούληση του κοινοτικού νομοθέτη.

Εντούτοις, η διαδικασία μπορεί να είναι χρονοβόρα. Απαιτούνται κατά μέσον όρο 19 μήνες για την περάτωση μιας καταγγελίας πριν από την αποστολή επίσημης προειδοποιητικής επιστολής, 38 μήνες όταν η υπόθεση περατώνεται μεταξύ της αποστολής επίσημης προειδοποιητικής επιστολής και της έκδοσης αιτιολογημένης γνώμης και, τέλος, 50 μήνες όταν η υπόθεση περατώνεται μετά την έκδοση αιτιολογημένης γνώμης και πριν από την παραπομπή της στο Δικαστήριο. Επομένως, ο χρόνος που απαιτείται κατά μέσον όρο για το σύνολο των υποθέσεων είναι 26 μήνες[11].

Οι καθυστερήσεις και τα σφάλματα κατά την εφαρμογή της κοινοτικής νομοθεσίας προκαλούν εξασθένηση του ίδιου του συστήματος, μειώνουν τις δυνατότητες επίτευξης των στόχων του και αποστερούν τους πολίτες και τις επιχειρήσεις από τα σχετικά οφέλη. Τα θεσμικά όργανα της ΕΕ εν γένει και, ιδίως, η Επιτροπή και τα κράτη μέλη έχουν κοινό συμφέρον για την ελαχιστοποίηση αυτού του φαινομένου. Στη συνέχεια του παρόντος εγγράφου εξετάζονται πιθανοί τρόποι βελτίωσης του τρέχοντος συστήματος.

III. Τομεισ προς βελτιωση

Υπάρχουν τέσσερεις κυρίως τομείς στους οποίους η Επιτροπή διακρίνει περιθώρια βελτίωσης:

1. πρόληψη : αυξημένη προσοχή στην εφαρμογή σε όλα τα στάδια του κύκλου πολιτικής·

2. ουσιαστική και αποτελεσματική αντίδραση : βελτίωση της ανταλλαγής πληροφοριών και της επίλυσης προβλημάτων·

3. βελτίωση των μεθόδων εργασίας : καθορισμός προτεραιοτήτων και επιτάχυνση της διεκπεραίωσης παραβάσεων·

4. ενίσχυση του διαλόγου και της διαφάνειας : μεταξύ των ευρωπαϊκών θεσμικών οργάνων και βελτίωση της ενημέρωσης του κοινού.

Προληψη

Αυξημένη προσοχή στην εφαρμογή σε όλα τα στάδια του κύκλου πολιτικής

Πρέπει να καταβάλλεται μέγιστη προσπάθεια για την εξασφάλιση της σαφήνειας, της απλότητας, της λειτουργικότητας και της εκτελεστότητας της νομοθεσίας. Πρέπει να αποδίδεται αυξημένη προσοχή σε θέματα εφαρμογής, διαχείρισης και εκτέλεσης κατά την επεξεργασία προτάσεων, ιδίως κατά το στάδιο της εκτίμησης επιπτώσεων, αλλά και καθ’ όλη τη διάρκεια του κύκλου πολιτικής. Στο πλαίσιο της εκτίμησης επιπτώσεων, είναι σκόπιμο να εξετάζονται οι εναλλακτικές δυνατότητες εφαρμογής και οι συνέπειές τους, καθώς και το θέμα της επιλογής του κατάλληλου νομικού μέσου με σκοπό την καλύτερη δυνατή προαγωγή της αποτελεσματικότητας του εκάστοτε μέτρου. Είναι σκόπιμο να εκδίδονται κανονισμοί στις κατάλληλες περιπτώσεις και όσο το δυνατόν συστηματικότερα για τη θέσπιση μέτρων εφαρμογής[12].

Οι προτάσεις της Επιτροπής που υποβάλλονται στο Συμβούλιο και το Κοινοβούλιο συνοδεύονται κανονικά από εισηγήσεις με βάση τους κινδύνους για τη διευκόλυνση της έγκαιρης υλοποίησής τους. Η έκταση της προπαρασκευής για τη θέση σε εφαρμογή νέας νομοθεσίας εξαρτάται από τον χαρακτήρα των υποχρεώσεων για τις οποίες πρόκειται κάθε φορά, το γενικότερο πλαίσιο και την παρελθούσα πείρα. Η προπαρασκευή μπορεί να έχει περιορισμένη έκταση αν το νέο μέτρο έχει τεχνικό χαρακτήρα και εντάσσεται σε παγιωμένο πλαίσιο. Σε άλλες, όμως, περιπτώσεις η Επιτροπή μπορεί να εισηγείται, επί παραδείγματι, την κατάρτιση κατευθυντήριων γραμμών, την οργάνωση συσκέψεων ομάδων εμπειρογνωμόνων με αντικείμενο την ενσωμάτωση της νομοθεσίας, τη δρομολόγηση διοικητικής συνεργασίας κ.ο.κ., με στόχο την προετοιμασία για την καλή εφαρμογή της νομοθεσίας. Η Επιτροπή θα ζητά συστηματικά τον διορισμό σημείου επαφής και θα παρέχει λεπτομερή στοιχεία για το δίκτυο ή τα δίκτυα που συγκροτούνται με σκοπό την ανταλλαγή πληροφοριών μετά τη θέσπιση κάθε νέου μέτρου. Η Επιτροπή θα επισημαίνει επίσης το πώς σκοπεύει να παρακολουθεί στη συνέχεια την ορθή εφαρμογή της νομοθεσίας (π.χ. προγραμματισμένη προσφυγή σε εκτιμήσεις συμμόρφωσης, εκθέσεις ή μελέτες και επιθεωρήσεις).

Η Επιτροπή θα εξακολουθήσει να περιλαμβάνει διατάξεις σχετικά με την αξιολόγηση στη νεοθεσπιζόμενη νομοθεσία, ούτως ώστε να υπάρχει κοινό πλαίσιο για να εκτιμάται κατά πόσον οι νόμοι έχουν πράγματι τα αποτελέσματα που επιδιώκονται με αυτούς και κατά πόσον επαρκούν τα σχετικά μέτρα εκτέλεσης. Στο πλαίσιο των τρεχουσών εργασιών αξιολόγησης που αναλαμβάνει, η Επιτροπή θα εξετάζει επίσης την υφιστάμενη νομοθεσία, ιδίως υπό το πρίσμα δυσχερειών εφαρμογής που έχουν καταγραφεί, ούτως ώστε να διαπιστώνει πού απαιτούνται ενδεχομένως πρόσθετες προσπάθειες ή αλλαγές. Η Επιτροπή θα εξακολουθήσει επίσης να επιτηρεί ενεργά τις αρχές που απορρέουν από τις συνθήκες και τους κανονισμούς, στις περιπτώσεις κατά τις οποίες οι κοινοτικές διατάξεις είναι άμεσα εφαρμοστέες, ιδιαίτερα δε όταν δεν έχουν επινοηθεί συγκεκριμένα μέσα για την εφαρμογή της νομοθεσίας και τίθεται εν αμφιβόλω η συμμόρφωση με τους κανόνες και με τη συναφή νομολογία του Δικαστηρίου. Οι ενέργειες που θα αναληφθούν για την ανίχνευση προβλημάτων θα στηρίζονται σε εκτίμηση των σχετικών κινδύνων και θα ποικίλλουν από την παρακολούθηση της αγοράς μέχρι τον διάλογο με τους ενδιαφερόμενους και τις εθνικές ρυθμιστικές αρχές και τη συνέχεια που δίδεται σε αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου επί προδικαστικών ζητημάτων. Στο πλαίσιο όλων των προαναφερθεισών δραστηριοτήτων, η βελτίωση της ροής πληροφοριών μεταξύ ΕΕ και εθνικών αρχών σχετικά με τον τρόπο εφαρμογής της κοινοτικής νομοθεσίας θα συντελέσει στην καλύτερη πρόβλεψη και επίλυση τυχόν προβλημάτων.

Πίνακες αντιστοιχίας

Οι πίνακες αντιστοιχίας αποτελούν σημαντική πηγή πληροφόρησης, διότι καθιστούν σαφή τον τρόπο με τον οποίον οι κοινοτικές οδηγίες εφαρμόζονται βάσει του κανονιστικού πλαισίου των κρατών μελών. Οι πίνακες αυτοί αποτελούν στοιχείο των υφιστάμενων νομοθετικών διαδικασιών σε πολλά κράτη μέλη. Παρέχουν πολύτιμες πληροφορίες έναντι ελάχιστου κόστους και φόρτου. Συμβάλλουν στη διαφάνεια και την προσβασιμότητα, καθώς και στην καλύτερη κατανόηση και εφαρμογή της νομοθεσίας, συμπεριλαμβανομένης της ερμηνείας της από τα δικαστήρια.

Η Επιτροπή θα εξακολουθήσει να συμπεριλαμβάνει συστηματικά υποχρέωση για την παράθεση πίνακα αντιστοιχίας σε κάθε νέα πρόταση για την έκδοση οδηγίας. Θα επιμένει επί του σημείου αυτού κατά τη διάρκεια της νομοθετικής διαδικασίας. Η Επιτροπή θα αποστέλλει υπόδειγμα πίνακα αντιστοιχίας στα κράτη μέλη μετά τη θέσπιση κάθε οδηγίας, καλώντας τα να το συμπληρώσουν και να το στείλουν πίσω στην Επιτροπή μαζί με τα σχετικά μέτρα ενσωμάτωσης στην εθνική νομοθεσία. Η Επιτροπή θα επιδιώκει επίσης να αποσπά γενική δέσμευση από το Συμβούλιο και τα κράτη μέλη για την υποβολή πλήρων πινάκων αντιστοιχίας.

Κατάρτιση σε θέματα κοινοτικής νομοθεσίας

Η καλή εφαρμογή της κοινοτικής νομοθεσίας εξαρτάται από τη λήψη σωστών αποφάσεων από μέρους των εθνικών αρχών. Η Επιτροπή θα ζητά από τα κράτη μέλη να επιβεβαιώνουν τη διαθεσιμότητα τόσο αρχικής όσο και δια βίου επαγγελματικής κατάρτισης σε θέματα κοινοτικού δικαίου για δημόσιους υπαλλήλους και δικαστικούς λειτουργούς, προκειμένου να εντοπίζονται οι ανάγκες συμπληρωματικής κατάρτισης που θα μπορούσε να στηρίξει η ΕΕ[13]. Η Επιτροπή θα εξακολουθήσει να στηρίζει τη βελτίωση της διαθεσιμότητας βάσεων δεδομένων σχετικά με αποφάσεις εθνικών δικαστηρίων που άπτονται της νομοθεσίας της ΕΕ. Η Επιτροπή θα δημοσιεύσει επεξηγηματικό έγγραφο σχετικά με τη νομολογία του Δικαστηρίου όσον αφορά τις αγωγές αποζημίωσης ένεκα της παραβίασης δικαιωμάτων βάσει της κοινοτικής νομοθεσίας.

Ανταλλαγη πληροφοριων και επιλυση προβληματων

Τρέχουσα κατάσταση

Πολλές από τις αιτήσεις πληροφοριών και τις καταγγελίες πολιτών και επιχειρήσεων σχετικά με την κοινοτική νομοθεσία πρέπει να διεκπεραιώνονται αποτελεσματικά μέσω μιας αρχικής ανταλλαγής πληροφοριών ή επίλυσης του προβλήματος σε πνεύμα συνεργασίας. Σήμερα, η Επιτροπή διαθέτει διάφορους μηχανισμούς για να αποκρίνεται στους πολίτες. Οι γενικές αιτήσεις πληροφοριών διεκπεραιώνονται μέσω της υπηρεσίας «Europe Direct», της «Υπηρεσίας Προσανατολισμού» (Citizen's Signpost), των Ευρωπαϊκών κέντρων πληροφόρησης των επιχειρήσεων κ.λπ.. Τα κράτη μέλη εργάζονται από κοινού για την επίλυση διασυνοριακών προβλημάτων στην εσωτερική αγορά μέσω του συστήματος SOLVIT[14].

Ορισμένες αιτήσεις πληροφοριών και καταγγελίες σχετικά με την εφαρμογή της κοινοτικής νομοθεσίας δεν είναι δυνατό να διευθετηθούν μέσω των ανωτέρω μηχανισμών. Όταν η Επιτροπή λαμβάνει τέτοιου είδους αιτήσεις πληροφοριών ή καταγγελίες, η αρμόδια υπηρεσία παρέχει εξηγήσεις σχετικά με την εκάστοτε νομοθεσία και, αν είναι αναγκαίο, καλεί τα κράτη μέλη να επιβεβαιώσουν τα πραγματικά δεδομένα και να εξηγήσουν τη θέση τους επί του θέματος. Δεν αποδίδεται επαρκής βαρύτητα στην ανάγκη ταχείας εξεύρεσης εποικοδομητικών λύσεων. Μολονότι έχει συντελεσθεί κάποια πρόοδος, ιδίως με τη γενίκευση των λεγόμενων «συνεδριάσεων-πακέτο», κατά τις οποίες η Επιτροπή εξετάζει από κοινού με ένα κράτος μέλος όλες τις εκκρεμούσες υποθέσεις σε συγκεκριμένο κλάδο, ορισμένα ζητήματα παραμένουν υπό συζήτηση μεταξύ της Επιτροπής και των κρατών μελών για μεγάλο χρονικό διάστημα. Μεγάλος αριθμός υποθέσεων διευθετείται μόλις μετά την κίνηση διαδικασίας επί παραβάσει.

Βελτίωση των μεθόδων εργασίας

Με σκοπό την ταχύτερη διευθέτηση των ζητημάτων που ανακύπτουν και την ενίσχυση της διεκπεραίωσης και διαχείρισης των υφιστάμενων διαδικασιών, η Επιτροπή θεωρεί ότι οι τρέχουσες μέθοδοι εργασίας επιδέχονται βελτίωσης[15]. Όπως ισχύει και σήμερα, για τις αιτήσεις πληροφοριών και καταγγελίες που εγείρουν ζήτημα ορθής εφαρμογής της κοινοτικής νομοθεσίας και αποστέλλονται στην Επιτροπή, θα εξακολουθήσει να γίνεται πρωτοκόλληση και επιβεβαίωση παραλαβής, και η Επιτροπή θα παρέχει εξηγήσεις σχετικά με την κοινοτική νομοθεσία. Όταν ένα ζήτημα καθιστά αναγκαία την αποσαφήνιση μιας πραγματικής ή νομικής κατάστασης στο οικείο κράτος μέλος, θα παραπέμπεται σε αυτό. Με εξαίρεση τις κατεπείγουσες περιπτώσεις στις οποίες απαιτείται η άμεση λήψη μέτρων και τις περιπτώσεις στις οποίες η Επιτροπή θεωρεί ότι η επικοινωνία με το οικείο κράτος μέλος μπορεί να συμβάλει στην εξεύρεση αποτελεσματικής λύσης, θα τάσσεται στα κράτη μέλη σύντομη προθεσμία για την παροχή των απαραίτητων διευκρινίσεων, πληροφοριών και λύσεων απευθείας στον ενδιαφερόμενο πολίτη ή την επιχείρηση, ενώ θα πρέπει να ενημερώνεται σχετικά και η Επιτροπή. Οσάκις το ζήτημα ισοδυναμεί με παράβαση της κοινοτικής νομοθεσίας, τα κράτη μέλη θα καλούνται να διευθετούν ή να προτείνουν μέτρα για τη διευθέτηση του θέματος εντός καθορισμένης προθεσμίας. Σε περίπτωση που δεν προταθεί λύση, η Επιτροπή θα παρακολουθεί το ζήτημα, λαμβάνοντας κάθε περαιτέρω μέτρο που κρίνει αναγκαίο, μη εξαιρουμένης της κίνησης διαδικασίας επί παραβάσει, σύμφωνα με την τρέχουσα πρακτική.

Με τον τρόπο αυτό, τα κράτη μέλη θα έχουν την ευκαιρία να διευθετούν τα ανακύπτοντα ζητήματα εντός του προεκτεθέντος συμφωνημένου πλαισίου, ενεργώντας σε επίπεδο που βρίσκεται όσο το δυνατόν πλησιέστερα στον πολίτη και με βάση το εκάστοτε εθνικό νομικό και θεσμικό πλαίσιο, αλλά σε συμμόρφωση με τις απαιτήσεις της κοινοτικής νομοθεσίας. Αν επιδειχθεί η δέουσα αποφασιστικότητα, θα υπάρχουν μεγαλύτερα περιθώρια για την έγκαιρη διευθέτηση αιτήσεων πληροφοριών και καταγγελιών.

Προβλέπεται να καθιερωθούν μηχανισμοί παραπομπής μεταξύ Επιτροπής και κρατών μελών. Ένα κεντρικό σημείο επαφής στο εκάστοτε κράτος μέλος θα καλείται να επιλαμβάνεται των εισερχόμενων αιτήσεων πληροφοριών και των εξερχόμενων απαντήσεων. Το εν λόγω σημείο επαφής θα παροτρύνει την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους να αποκρίνεται κατά τρόπο εποικοδομητικό, με την παροχή πληροφοριών, την επίλυση του προβλήματος ή, αν μη τι άλλο, την επεξήγηση της θέσης του.

Η έκβαση των υποθέσεων θα καταγράφεται, ώστε να είναι δυνατή η υποβολή έκθεσης σχετικά με τις επιδόσεις και η ενδεχόμενη παρακολούθηση, συμπεριλαμβανομένης της πρωτοκόλλησης και της κίνησης διαδικασίας επί παραβάσει. Στις σχετικές εκθέσεις θα διευκρινίζονται ο όγκος, ο χαρακτήρας και η σοβαρότητα των προβλημάτων που παραμένουν ανεπίλυτα, με επισήμανση του κατά πόσον απαιτούνται πρόσθετοι ειδικοί μηχανισμοί επίλυσης προβλημάτων ή πρωτοβουλίες ειδικά σχεδιασμένες για επιμέρους κλάδους[16].

Όλα τα προαναφερθέντα μέτρα αναμένεται να συμβάλουν στη μείωση του αριθμού διαδικασιών επί παραβάσει και στην αποτελεσματικότερη διαχείρισή τους. Η Επιτροπή εισηγείται τη δοκιμαστική εφαρμογή των ανωτέρω ρυθμίσεων με τη συμμετοχή ορισμένων κρατών μελών το 2008, με δυνατότητα επέκτασης στο σύνολο των κρατών μελών μετά από αποτίμηση του πρώτου έτους εφαρμογής. Κατά τη δοκιμαστική εφαρμογή των υπόψη ρυθμίσεων, η Επιτροπή θα μεριμνήσει για την αποφυγή περιττών διαβουλεύσεων με τα κράτη μέλη και θα εξακολουθήσει να ασκεί πλήρως τη δυνατότητα που της αναγνωρίζεται να παρακολουθεί κατά τρόπο αυτόνομο τα εκκρεμούντα ζητήματα.

Η μεταβολή της μεθόδου εργασίας αποβλέπει στο να είναι ταχύτερη η παροχή απαντήσεων σε πολίτες και επιχειρήσεις και η επίλυση προβλημάτων, συμπεριλαμβανομένης της επανόρθωσης παραβάσεων. Όλα τα κράτη μέλη πρέπει να καταβάλλουν μέγιστη προσπάθεια, πρώτον, για την αναζήτηση λύσεων σε καταγγελίες σε συμμόρφωση με την κοινοτική νομοθεσία και, δεύτερον, για την τήρηση σύντομων προθεσμιών κατά την ενασχόληση με όλα τα ζητήματα που ανακύπτουν. Τούτο προϋποθέτει ισχυρή πολιτική στήριξη και διάθεση επαρκών πόρων από την Επιτροπή και τα κράτη μέλη. Οι υπόψη εισηγήσεις, οι οποίες επιβάλλουν την προσαρμογή της ανακοίνωσης του 2002 σχετικά με τη διεκπεραίωση καταγγελιών[17], θα καταρτισθούν σε συνεννόηση με τα κράτη μέλη υπό το πρίσμα του συνεχιζόμενου διοργανικού διαλόγου.

Η Επιτροπή καταγίνεται επίσης με συμπληρωματικές δραστηριότητες για τη βελτίωση της διεκπεραίωσης αιτήσεων πληροφοριών. Καταβάλλει προσπάθεια για τη βελτίωση της πρόσβασης σε υφιστάμενους μηχανισμούς παροχής πληροφοριών στους πολίτες, μέσω της δημιουργίας «ενιαίας θυρίδας εξυπηρέτησης», που θα λειτουργεί επιγραμμικά. Η Επιτροπή θα εξετάσει επίσης τη σκοπιμότητα εμπλοκής στη διαδικασία επίλυσης προβλημάτων των γραφείων εκπροσώπησης που διαθέτει.

Πρέπει να σημειωθεί ότι οι καταγγέλλοντες μπορούν σε ορισμένες περιπτώσεις να εξασφαλίζουν αποτελεσματικότερα την άσκηση των δικαιωμάτων τους απευθείας σε εθνικό επίπεδο. Μόνον ένα εθνικό δικαστήριο δύναται να εφαρμόσει μέσα παροχής ένδικης προστασίας, όπως ασφαλιστικά μέτρα κατά της διοίκησης, ακύρωση εθνικών αποφάσεων, καταδίκη στην καταβολή αποζημίωσης, κ.λπ..

Επιδιωξη αποτελεσματικοτερησ διαχειρισησ των παραβασεων

Οι ρυθμίσεις για την αντιμετώπιση παραβάσεων διαδραματίζουν ουσιώδη ρόλο για τη διασφάλιση της ορθής εφαρμογής της κοινοτικής νομοθεσίας. Η ανάγκη προσφυγής στη διαδικασία επί παραβάσει αναμένεται να περιορισθεί χάρη στα προπεριγραφέντα μέτρα επίλυσης προβλημάτων και πρόληψης. Αυτό με τη σειρά του θα επιτρέψει την πιο αποτελεσματική διαχείριση και διευθέτηση των υποθέσεων παραβάσεων.

Η σωστή εφαρμογή του νόμου μπορεί επίσης να προαχθεί με τον καθορισμό προτεραιοτήτων για τη διαχείριση των υποθέσεων[18].

Όλες οι καταγγελίες και παραβάσεις θα εξετάζονται. Η ιεράρχηση προτεραιοτήτων σημαίνει ότι ορισμένες υποθέσεις θα εξετάζονται από την Επιτροπή αμεσότερα και με μεγαλύτερη ένταση από ό,τι κάποιες άλλες.

Πρέπει να αποδίδεται προτεραιότητα στις παραβάσεις εκείνες οι οποίες εγκυμονούν τους μεγαλύτερους κινδύνους και παράγουν εκτεταμένες επιπτώσεις για τους πολίτες και τις επιχειρήσεις, καθώς και στις πλέον επίμονες και επιβεβαιωμένες από το Δικαστήριο παραβάσεις. Οι εν λόγω κατηγορίες καλύπτουν τις εξής περιπτώσεις:

- παράλειψη γνωστοποίησης εθνικών μέτρων για την ενσωμάτωση οδηγιών στην εθνική νομοθεσία ή παραβίαση άλλων υποχρεώσεων κοινοποίησης·

- παραβάσεις της κοινοτικής νομοθεσίας, συμπεριλαμβανομένων των υποθέσεων μη συμμόρφωσης, οι οποίες εγείρουν ζητήματα αρχής ή έχουν ιδιαίτερα εκτεταμένες αρνητικές συνέπειες για τους πολίτες, όπως οι παραβάσεις που σχετίζονται με αρχές που απορρέουν από τη συνθήκη ή με τα βασικά στοιχεία κανονισμών-πλαισίων και οδηγιών·

- απουσία συμμόρφωσης με αποφάσεις του Δικαστηρίου με τις οποίες διαπιστώνεται η ύπαρξη παράβασης (άρθρο 228 συνθήκης ΕΚ).

Οι ανωτέρω κατηγορίες περιλαμβάνονται στην πληρέστερη δέσμη προτεραιοτήτων που αποφασίστηκε το 2002[19]. Οι περιπτώσεις που εμπίπτουν στην πρώτη και την τρίτη κατηγορία είναι σαφείς. Σε ό,τι αφορά τη δεύτερη κατηγορία, ο καθορισμός των συναφών αρχών και η εκτίμηση της έκτασης του αντικτύπου επιμέρους ζητημάτων μπορούν να γίνουν μόνον ανά τομέα, με γνώμονα τη διαθεσιμότητα πόρων, όπως π.χ. σχεδιάζεται να γίνει στο πλαίσιο προσεχούς ανακοίνωσης για τον τομέα του περιβάλλοντος. Η Επιτροπή θα περιγράφει και θα εξηγεί τη δράση της επί των προτεραιοτήτων αυτών στο πλαίσιο των ετήσιων εκθέσεων που υποβάλλει, αρχής γενομένης το 2008.

Είναι σκόπιμο να εφαρμόζονται ειδικά κριτήρια αναφοράς για την παρακολούθηση της προόδου των σχετικών υποθέσεων:

- Για τις υποθέσεις που σχετίζονται με παράλειψη γνωστοποίησης μέτρων ενσωμάτωσης στην εθνική νομοθεσία, ο στόχος πρέπει να είναι να μην παρέρχεται χρονικό διάστημα άνω των 12 μηνών από την αποστολή επίσημης προειδοποιητικής επιστολής μέχρι τη διευθέτηση της υπόθεσης ή την προσφυγή στο Δικαστήριο.

- Με την επιφύλαξη ιδιαίτερων περιστάσεων σε εξαιρετικές περιπτώσεις, το αντίστοιχο χρονικό διάστημα για διαδικασίες με σκοπό τη διασφάλιση της συμμόρφωσης με παλαιότερη απόφαση του Δικαστηρίου πρέπει να είναι κατά μέσον όρο από 12 μέχρι 24 μήνες.

Είναι δύσκολο να καθορισθεί ένα αποτελεσματικό γενικό κριτήριο αναφοράς για άλλες υποθέσεις προτεραιότητας, δεδομένου ότι αυτές παρουσιάζουν μεγάλη ανομοιογένεια από άποψη περιεχομένου και πλαισίου. Οι υποθέσεις αυτές θα αποτελούν αντικείμενο ειδικής διαχείρισης, προκειμένου να διασφαλίζεται η ταχεία πρόοδός τους.

Η Επιτροπή επιβεβαιώνει ότι είναι αποφασισμένη να ενεργεί εντατικότερα με γνώμονα την προτεραιότητα που αποδίδεται στην εκάστοτε υπόθεση. Η Επιτροπή θα καθιερώσει τη συχνότερη λήψη αποφάσεων για τα πλείστα διαδικαστικά στάδια, ούτως ώστε να είναι δυνατή η ταχύτερη πρόοδος των υποθέσεων.

Ενισχυση του διαλογου και της διαφανειασ

Διοργανικός διάλογος

Όλα τα θεσμικά όργανα της ΕΕ έχουν συμφέρον για την εφαρμογή της κοινοτικής νομοθεσίας. Η αξιολόγηση του τρόπου εφαρμογής της νομοθεσίας είναι ένα σημαντικό στοιχείο που λαμβάνεται υπόψη κατά τις διεργασίες χάραξης πολιτικής. Οι διαβουλεύσεις μεταξύ των θεσμικών οργάνων σχετικά με τις συνέπειες της κοινοτικής νομοθεσίας, την εφαρμογή, τη διαχείριση και την εκτέλεσή της, καθώς και η ανάλυση των βαθύτερων αιτίων των σχετικών προβλημάτων μπορούν να προσπορίσουν οφέλη για την εκτίμηση και την κατάστρωση πολιτικών.

Η Επιτροπή θα φροντίσει για την επικέντρωση της ετήσιας έκθεσης που υποβάλλει σε ζητήματα στρατηγικού χαρακτήρα, στην αξιολόγηση του υφιστάμενου νομικού καθεστώτος σε διάφορους τομείς και στις προτεραιότητες και τον προγραμματισμό των μελλοντικών εργασιών, συμπεριλαμβανομένης της εξέτασης τομέων δικαίου στους οποίους παρατηρείται μεγάλη συχνότητα παραβάσεων. Με τον τρόπο αυτό θα υποβοηθηθεί ο στρατηγικός διοργανικός διάλογος σχετικά με την έκταση στην οποία η κοινοτική νομοθεσία επιτυγχάνει τους στόχους της, τα προβλήματα που ανακύπτουν και τις πιθανές λύσεις που μπορούν να εφαρμοσθούν. Μια τέτοια διεξοδική ανάλυση είναι ικανή να εμπλουτίσει τις σχετικές συζητήσεις στο Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο.

Στο παράρτημα της ανακοίνωσης προτείνονται ορισμένοι τομείς δικαίου ή ειδικά μέτρα με σκοπό την πραγματοποίηση διοργανικού διαλόγου σχετικά με την εφαρμογή τους.

Αύξηση της διαφάνειας

Η διαφάνεια και η καλύτερη επικοινωνία έχουν καθοριστική σημασία για τις σχέσεις με τα ευρωπαϊκά θεσμικά όργανα και με το ευρύ κοινό. Οι πολίτες, οι επιχειρήσεις, η κοινωνία των πολιτών, οι εθνικές και περιφερειακές διοικήσεις, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και τα εθνικά κοινοβούλια ενδιαφέρονται στο σύνολό τους για την εφαρμογή της νομοθεσίας. Η Επιτροπή ήδη δημοσιεύει μεγάλο όγκο πληροφοριών στην ετήσια έκθεσή της. Επιπλέον παρέχει συνοπτικές πληροφορίες στους καταγγέλλοντες σχετικά με όλες τις βασικές ενέργειες που αναλαμβάνονται σε σχέση με τις καταγγελίες τους, υποβοηθά την επιτροπή αναφορών, ενημερώνει άλλες επιτροπές του Κοινοβουλίου εφόσον της ζητηθεί και δίδει συνέχεια σε γραπτές ερωτήσεις καθώς και σε ερωτήσεις του Διαμεσολαβητή.

Η Επιτροπή θα εξακολουθήσει να αυξάνει τη διαφάνεια, καθιστώντας διαθέσιμα στοιχεία γενικού χαρακτήρα σχετικά με τα αποτελέσματα της νέας προσέγγισης για τη διεκπεραίωση της αλληλογραφίας, των αιτήσεων πληροφοριών και των καταγγελιών. Η Επιτροπή θα μεριμνά για τη δημοσίευση συνοπτικών πληροφοριών για όλα τα στάδια της διαδικασίας επί παραβάσει, με αφετηρία την επίσημη προειδοποιητική επιστολή, παράλληλα με την πρόοδο της διαδικασίας αυτής. Μία ήδη υπάρχουσα βάση δεδομένων θα υποστεί προσαρμογές για τον σκοπό αυτό. Σε συμμόρφωση με τους κανόνες περί της πρόσβασης σε έγγραφα και λαμβανομένης υπόψη της ανάγκης διασφάλισης της αποτελεσματικότητας της διαδικασίας επί παραβάσει, η Επιτροπή θα εξακολουθήσει να διασφαλίζει την εμπιστευτικότητα που καλύπτει το περιεχόμενο και τον προγραμματισμό των επαφών με τα κράτη μέλη για όσον χρόνο τελούν υπό διερεύνηση κρίσιμα ζητήματα.

Επιπλέον, η Επιτροπή θα δημοσιεύει περισσότερες πληροφορίες σχετικά με τα εξής: επερχόμενη λήξη προθεσμιών για εφαρμογή και επιδόσεις των κρατών μελών σε σχέση με την εφαρμογή και τη διάθεση πινάκων αντιστοιχίας. Η Επιτροπή θα δρομολογήσει μέτρα με σκοπό την παροχή ανοικτής πρόσβασης στην ηλεκτρονική βάση δεδομένων την οποία τηρεί και η οποία περιλαμβάνει τις κοινοποιήσεις μέτρων ενσωμάτωσης και τους πίνακες αντιστοιχίας, εν αναμονή της ολοκλήρωσης των ρυθμίσεων για την παροχή πρόσβασης στις εθνικές βάσεις δεδομένων. Η Επιτροπή θα εξακολουθήσει να εξελίσσει τη δικτυακή πύλη για την κοινοτική νομοθεσία, η οποία υπάρχει στον δικτυακό τόπο Europa.

IV. Συμπερασμα

Η έγκαιρη και ορθή εφαρμογή της κοινοτικής νομοθεσίας έχει καθοριστική σημασία για τη διαφύλαξη των στέρεων θεμελίων της Ευρωπαϊκής Ένωσης και για τη διασφάλιση του ότι οι ευρωπαϊκές πολιτικές παράγουν τα επιδιωκόμενα αποτελέσματα, έτσι ώστε να προσπορίζονται οφέλη στους πολίτες. Τα ευρωπαϊκά θεσμικά όργανα και τα κράτη μέλη έχουν κοινό συμφέρον για τη διαφύλαξη της στιβαρότητας αυτών των θεμελίων και καλούνται να επιδείξουν ακόμη μεγαλύτερη αποφασιστικότητα για την απόδοση υψηλής προτεραιότητας στην ορθή εφαρμογή της νομοθεσίας.

Στην παρούσα ανακοίνωση περιγράφονται, αφενός, οι ενέργειες που πρόκειται να αναλάβει η Επιτροπή με στόχο τη βελτίωση της εφαρμογής της κοινοτικής νομοθεσίας και, αφετέρου, η συνεισφορά που ζητείται για τον σκοπό αυτό από τα κράτη μέλη, το Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο.

Παράρτημα Τομείς της κοινοτικής νομοθεσίας που προτείνονται προς αξιολόγηση

[1] Καλύπτει τη νομοθεσία που βασίζεται στη συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Κοινότητα και τη συνθήκη Eυρατόμ καθώς και άλλες διεθνείς πράξεις. Έχει συγκροτηθεί σημαντικός όγκος νομοθεσίας, ιδίως μέσω αποφάσεων-πλαισίων βάσει του άρθρου 34 παράγραφος 2 στοιχείο β), δυνάμει του τίτλου VI της συνθήκης για την ΕΕ. Τα κράτη μέλη έχουν δεσμευτική υποχρέωση να ενσωματώνουν τη νομοθεσία αυτή στο εθνικό τους δίκαιο, παρόλο που δεν υπάρχουν διαδικασίες επί παραβάσει για την επιβολή της εφαρμογής της. Ο τομέας αυτός του δικαίου της ΕΕ δεν καλύπτεται από την παρούσα ανακοίνωση.

[2] COM(2002)725 και COM(2006)689.

[3] EP No :2005/2150(INI) (FINAL A6-9999/2006)

[4] Άρθρο 10 της συνθήκης ΕΚ.

[5] Άρθρο 211 της συνθήκης ΕΚ.

[6] Μετά το πρώτο βήμα της αποστολής επίσημης προειδοποιητικής επιστολής και το δεύτερο βήμα της έκδοσης αιτιολογημένης γνώμης (άρθρο 226 της συνθήκης ΕΚ). Σε ορισμένους τομείς, όπως η γεωργική πολιτική και άλλα προγράμματα χρηματοδότησης, όπου ισχύουν διατάξεις οι οποίες είναι άμεσα εφαρμοστέες, οι μηχανισμοί διαχειριστικού ελέγχου και εκκαθάρισης λογαριασμών είναι δυνατό να περιορίζουν την ανάγκη κίνησης διαδικασίας επί παραβάσει.

[7] Δικαστική απόφαση της 10ης Απριλίου 2003, Επιτροπή κατά Γερμανίας (C-20/01 και C-28/01, Συλλ. σ. I-3609) (πρβλ. σκέψεις 29-30) και υπόθεση C-471/98 Επιτροπή κατά Βελγίου, Συλλ. 2002, σ. I-9861, σκέψη 39.

[8] Άρθρο 228 συνθήκης ΕΚ και έγγραφο SEC(2005)1658: Ανακοίνωση σχετικά με την εφαρμογή του άρθρου 228 της συνθήκης ΕΚ.

[9] Έχει προσεγγισθεί ο αριθμός των 1000 αυτεπάγγελτων υποθέσεων (30%), των 1700 σχεδόν υποθέσεων που αφορούν καταγγελίες (51%) και των 600 σχεδόν υποθέσεων μη γνωστοποίησης (19%).

[10] Οι πρόσφατες διευρύνσεις της ΕΕ και ο όγκος κοινοτικής νομοθεσίας που θεσπίστηκε κατά τα πρόσφατα έτη δημιουργούν τις προϋποθέσεις για αύξηση του αριθμού ζητημάτων που ανακύπτουν.

[11] Πλέον πρόσφατα επεξεργασθέντα στατιστικά δεδομένα για το 2005, τα οποία αντιστοιχούν σε μεγάλο βαθμό με τα δεδομένα των προηγούμενων ετών.

[12] Οι οδηγίες μετατρέπονται σε εθνική νομοθεσία από τα κράτη μέλη, έτσι ώστε να ενσωματώνονται στο εθνικό νομικό πλαίσιο. Οι κανονισμοί είναι άμεσα εφαρμοστέοι σε όλα τα κράτη μέλη. Η αντικατάσταση οδηγιών από κανονισμούς είναι ικανή, οσάκις είναι νομικώς δυνατή και αποδεκτή πολιτικώς, να οδηγεί σε απλούστευση, δεδομένου ότι οι κανονισμοί παρέχουν δυνατότητα άμεσης εφαρμογής και οι ενδιαφερόμενοι δύνανται να τους επικαλούνται απευθείας ενώπιον των δικαστηρίων.

[13] Πέραν των υφιστάμενων δράσεων στους τομείς της ποινικής, αστικής, εμπορικής και περιβαλλοντικής νομοθεσίας και της νομοθεσίας ανταγωνισμού.

[14] http://ec.europa.eu/solvit/site/index-en.html

[15] Με την επιφύλαξη των υφιστάμενων συστημάτων έγκαιρης προειδοποίησης, παράδειγμα αποτελεί ο μηχανισμός SOLVIT ή τομείς άμεσα εφαρμοστέας νομοθεσίας, όπου υπάρχει ειδική πρόβλεψη για την κατανομή αρμοδιοτήτων μεταξύ της Επιτροπής και των κρατών μελών για την εφαρμογή της νομοθεσίας, π.χ. σε σχέση με τις εκταμιεύσεις ποσών στους τομείς της γεωργίας και των βασικών κοινοτικών ταμείων.

[16] Π.χ. κοινοτικό δίκτυο των εθνικών αρχών διεξαγωγής ερευνών και επιβολής του νόμου βάσει του κανονισμού 2006/2004.

[17] COM(2002)141.

[18] Δικαστική απόφαση της 10ης Απριλίου 2003, Επιτροπή κατά Γερμανίας (C-20/01 και C-28/01, Συλλ. σ. I-3609) (πρβλ. σκέψεις 29-30) και υπόθεση C-471/98 Επιτροπή κατά Βελγίου, Συλλ. 2002, σ. I-9861, σκέψη 39.

[19] Ό.π.. Ανακοίνωση του 2002, τμήμα 3.1, και ανακοίνωση της Επιτροπής σχετικά με την εφαρμογή του άρθρου 228 της συνθήκης ΕΚ (SEC (2005) 1658), παρ. 16.4, όπου δίδονται εξηγήσεις σχετικά με τον εντοπισμό των συνεπειών παραβάσεων επί γενικών ή ειδικών συμφερόντων σε σχέση με τον συντελεστή σοβαρότητας.