52007DC0034

Εκθεση της Επιτροπης προς το Συμβουλιο για την αξιολόγηση της προόδου που έχει αναφέρει η Ιταλία στην Επιτροπή και στο Συμβούλιο όσον αφορά την ανάκτηση της συμπληρωματικής εισφοράς που οφείλουν οι γαλακτοπαραγωγοί για τις περιόδους 1995/96 έως 2001/02 (σύμφωνα με το άρθρο 3 της απόφασης 2003/530/EΚ του Συμβουλίου)


[pic] | ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ |

Βρυξέλλες, 30.1.2007

COM(2007) 34 τελικό

ΕΚΘΕΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΠΡΟΣ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ

για την αξιολόγηση της προόδου που έχει αναφέρει η Ιταλία στην Επιτροπή και στο Συμβούλιο όσον αφορά την ανάκτηση της συμπληρωματικής εισφοράς που οφείλουν οι γαλακτοπαραγωγοί για τις περιόδους 1995/96 έως 2001/02 (σύμφωνα με το άρθρο 3 της απόφασης 2003/530/EΚ του Συμβουλίου)

ΕΚΘΕΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΠΡΟΣ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ

για την αξιολόγηση της προόδου που έχει αναφέρει η Ιταλία στην Επιτροπή και στο Συμβούλιο όσον αφορά την ανάκτηση της συμπληρωματικής εισφοράς που οφείλουν οι γαλακτοπαραγωγοί για τις περιόδους 1995/96 έως 2001/02 (σύμφωνα με το άρθρο 3 της απόφασης 2003/530/EΚ του Συμβουλίου)

Η παρούσα έκθεση αξιολόγησης υποβάλλεται από την Επιτροπή σύμφωνα με το άρθρο 3 της απόφασης 2003/530/ΕΚ του Συμβουλίου της 16ης Ιουλίου 2003 για τη συμβατότητα με την κοινή αγορά μιας ενίσχυσης την οποία προτίθεται να χορηγήσει η Ιταλική Δημοκρατία στους παραγωγούς γάλακτος [1].

Βάσει του άρθρου 1 της εν λόγω απόφασης η ενίσχυση, που συνίσταται στην καταβολή εκ μέρους της ίδιας της Ιταλικής Δημοκρατίας προς την Κοινότητα του ποσού που οφείλουν οι παραγωγοί γάλακτος δυνάμει της πρόσθετης εισφοράς επί του γάλακτος για την περίοδο 1995/96 έως 2001/02 και στην παροχή στους παραγωγούς αυτούς της δυνατότητας να αποπληρώσουν το χρέος τους με αναβολή της πληρωμής χωρίς τόκο στη διάρκεια ορισμένων ετών, θεωρείται κατ’ εξαίρεση συμβατή με την κοινή αγορά, υπό την προϋπόθεση ότι:

- η πλήρης αποπληρωμή γίνεται με ίσες ετήσιες δόσεις και

- η περίοδος αποπληρωμής δεν υπερβαίνει τα 14 έτη, από 1ης Ιανουαρίου 2004.

Βάσει του άρθρου 2 της απόφασης, η χορήγηση της ενίσχυσης γίνεται υπό τον όρο ότι η Ιταλία θα δηλώσει τη συνολική πρόσθετη εισφορά για τις σχετικές περιόδους στο ΕΓΤΠΕ και θα αφαιρέσει το εκκρεμούν χρέος σε τρεις ίσες ετήσιες δόσεις από τη δαπάνη που χρηματοδοτείται από το ΕΓΤΠΕ για το Νοέμβριο 2003, το Νοέμβριο 2004 και το Νοέμβριο 2005, αντίστοιχα.

Η δήλωση της Ιταλίας σχετικά με τη συνολική πρόσθετη εισφορά για τις σχετικές περιόδους υποβλήθηκε δεόντως με συνοδευτική επιστολή της 26ης Αυγούστου 2003.

Οι αφαιρέσεις από το υπόλοιπο εκκρεμούν χρέος πραγματοποιήθηκαν δεόντως από τη δαπάνη που χρηματοδοτείται από το ΕΓΤΠΕ για το Νοέμβριο 2003, 2004 και 2005.

Σύμφωνα με το άρθρο 3 της απόφασης, οι αρμόδιες ιταλικές αρχές υποβάλλουν στο Συμβούλιο και στην Επιτροπή ετήσια έκθεση προόδου της ανάκτησης του οφειλόμενου από τους παραγωγούς ποσού δυνάμει της πρόσθετης εισφοράς για την περίοδο 1995/96 έως 2001/02.

Οι τελικές αρχές υπέβαλαν, στο πλαίσιο της διάταξης αυτής, έκθεση στο Συμβούλιο και στην Επιτροπή σχετικά με την πληρωμή της δόσης για το 2004 με συνοδευτική επιστολή του Υπουργού Γεωργίας στις 3 Οκτωβρίου 2005. Η έκθεση αυτή δεν περιείχε επαρκώς επικαιροποιημένα στοιχεία ώστε να είναι σε θέση η Επιτροπή να διενεργήσει αξιολόγηση όσον αφορά τον έλεγχο, και ιδίως την παρακολούθηση των έμπρακτων μέτρων που τέθηκαν σε εφαρμογή για στις περιπτώσεις στις οποίες δεν τηρείται η προθεσμία πληρωμής. Υποβλήθηκε έκθεση που παρείχε τα απαιτούμενα επικαιροποιημένα δεδομένα για τη δόση του 2004 καθώς και στοιχεία για τη δόση του 2005, με συνοδευτική επιστολή του Υπουργού Γεωργίας, με ημερομηνία 5 Οκτωβρίου 2006.

Πληρωμή της εισφοράς με δόσεις

Από το σύνολο των 25 000 παραγωγών που οφείλουν εισφορά για τις επτά περιόδους που καλύπτονται από την απόφαση του Συμβουλίου, αλλά υπέρ των οποίων έχουν εκδοθεί από τα εθνικά δικαστήρια εντολές αναστολής της πληρωμής σε αναμονή των τελικών αποφάσεων, περίπου 15 200 επέλεξαν να πληρώσουν με το σύστημα των δόσεων. Η επιλογή της πληρωμής με το σύστημα των δόσεων προϋποθέτει την απόσυρση κάθε εκκρεμούς επίδικης διαφοράς. Επιπλέον, η μη πληρωμή μιας οποιασδήποτε ετήσιας δόσης έχει ως αποτέλεσμα την αποκλεισμό από το σύστημα των δόσεων και, κατά συνέπεια, εκθέτει τους παραγωγούς στον κίνδυνο κατάσχεσης του συνολικού οφειλόμενου ποσού προσαυξημένο κατά τους τόκους.

Οι 15 200 παραγωγοί που συμμετείχαν όφειλαν περίπου 345 εκατ. ευρώ, πράγμα που αντιπροσωπεύει περίπου το ένα τρίτο του συνολικού πληρωτέου ποσού εισφορών σε επίπεδα παραγωγών. Φαίνεται επομένως ότι ο μεγαλύτερος αριθμός των παραγωγών που είναι υπεύθυνοι για τα μικρότερα επίπεδα ατομικών υπερβάσεων των ορίων παραδόσεων επέλεξαν να συμμετάσχουν στο σύστημα των δόσεων. Εξάλλου, οι παραγωγοί με πιο σημαντικές ατομικές υπερβάσεις του ορίου παραδόσεων (10 000 παραγωγοί, στους οποίους έχουν καταλογιστεί οφειλόμενες εισφορές ύψους περίπου 695 εκατ. € κατά τις επτά σχετικές περιόδους) επέλεξαν να συνεχιστεί η επίδικη διένεξη ενώπιον των ιταλικών δικαστηρίων.

Από την ανάλυση των οφειλόμενων πληρωμών στο πλαίσιο των 14 ετήσιων δόσεων που αναφέρονται στο παράρτημα 3 της έκθεσης των ιταλικών αρχών προκύπτει ότι από τους συμμετέχοντες παραγωγούς, περίπου 2 280 επέλεξαν να πληρώσουν το σύνολο του οφειλόμενου ποσού της εισφοράς σε μία δόση, με αποτέλεσμα το συνολικό οφειλόμενο ποσό για την πρώτη δόση να υπερβαίνει το αντίστοιχο ποσό της δεύτερης δόσης κατά περίπου 3 εκατ. €.

Καταγράφηκε έγκαιρη πληρωμή της πρώτης και της δεύτερης δόσης κατά το 99,6% και το 97,9% των οφειλόμενων ποσών, αντίστοιχα, πράγμα που αντιστοιχεί με πραγματική είσπραξη περίπου 53,5 εκατ. €. Με βάση την εμπειρία από την πρώτη πληρωμή μπορεί να αναμένεται ότι το εκατοστιαίο ποσοστό οριστικών πληρωμών για την δεύτερη δόση θα είναι υψηλότερο από αυτό που αναφέρεται σήμερα, αφού πρώτα πραγματοποιηθούν έλεγχοι επαλήθευσης.

Αν και τα επίπεδα αυτά είναι οπωσδήποτε ενδεικτικά μιας γενικής προθυμίας των συμμετεχόντων παραγωγών να τηρήσουν τις υποχρεώσεις τους, η Επιτροπή θεωρεί ότι η συνέχεια που δόθηκε στις περιπτώσεις στις οποίες δεν καταχωρίστηκε η πληρωμή εντός της χρονικής προθεσμίας είναι βασικός δείκτης του επιπέδου δέσμευσης εκ μέρους των αρχών να εξασφαλίσουν την ορθή τήρηση των όρων του καθεστώτος και, τελικά, την πλήρη είσπραξη της οφειλόμενης εισφοράς. Ο σχετικά χαμηλός αριθμός μη καταγεγραμμένων πληρωμών θα πρέπει επιπλέον να συμβάλει στην ταχεία ολοκλήρωση των ελέγχων και, κατά περίπτωση, στην κίνηση των διαδικασιών κατάσχεσης.

Ως προς αυτό το θέμα, η Επιτροπή δεν είναι πλήρως ικανοποιημένη με την ένδειξη ότι τα αποτελέσματα των ερευνών που διενήργησαν οι αρμόδιες περιφερειακές αρχές προκειμένου να επαληθεύσουν την κατάσταση των πληρωμών της πρώτης δόσης που ήταν πληρωτέα μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 2004 δεν έχουν ακόμη αναφερθεί σε 32 από συνολικά 269 περιπτώσεις. Δεν φαίνεται να υπάρχουν διαθέσιμες πληροφορίες σχετικά με τον ακριβή βαθμό ολοκλήρωσης των ερευνών για την επαλήθευση της κατάστασης πληρωμών στις εκκρεμούσες περιπτώσεις της δεύτερης δόσης.

Οφειλόμενη εισφορά για τις περιόδους 1996/96 έως 2001/02 που δεν έχουν ενταχθεί στο σύστημα πληρωμών με δόσεις και εξακολουθούν να αμφισβητούνται ενώπιον των ιταλικών δικαστηρίων

Έγινε αναφορά στο σχετικά χαμηλό βαθμό χρησιμοποίησης του συστήματος πληρωμών με δόσεις από την άποψη του ποσού των εισφορών που έχει ενταχθεί σ’ αυτό το σύστημα. Αυτό σημαίνει ότι το εμπόδιο για την άμεση είσπραξη, που συνεπάγεται η αναστολή των ενταλμάτων πληρωμής την οποία χορήγησαν τα ιταλικά δικαστήρια σε αναμονή των τελικών δικαστικών αποφάσεων εξακολουθεί να υπάρχει για περίπου 10 000 παραγωγούς στους οποίους έχει καταλογιστεί εισφορά της τάξης των 695 εκατ. ευρώ και οι οποίοι επέλεξαν τη συνέχιση της δικαστικής επίδικης διένεξης.

Δεδομένου ότι οι παραγωγοί που επέλεξαν το σύστημα πληρωμών με δόσεις αντιπροσωπεύουν περισσότερα από 37 000 εντάλματα πληρωμής εισφορών[2] που αποτέλεσαν αντικείμενο εκκρεμών διενέξεων ενώπιον της δικαιοσύνης κατά τις διάφορες περιόδους, ο όγκος των δικαστικών διαφορών που εγκατελείφθηκαν με τον τρόπο αυτό είναι σημαντικός. Αυτό αναμένεται ότι θα συμβάλει στην ταχύτερη εκδίκαση των υπόλοιπων δικαστικών διαφορών.

Η απόσυρση των εκκρεμών διαφορών ως προαπαιτούμενο για την ένταξη στο σύστημα πληρωμών με δόσεις πραγματοποιήθηκε το 2004. Το παράρτημα 18 της δεύτερης έκθεσης αναφέρει ότι, κατά τη διάρκεια του 2005, εκδόθηκαν αποφάσεις υπέρ της διοίκησης όσον αφορά αμφισβητούμενες εισφορές της τάξης των 191 εκατ. €. Αυτό έρχεται σε αντίθεση με αποφάσεις για προσωρινές αναστολές υπέρ των παραγωγών της τάξης των 37 εκατ. €. Οι αποφάσεις αυτές αφορούν κυρίως εισφορές μεταγενέστερες των επτά που καλύπτονται από την απόφαση του Συμβουλίου.

Η Επιτροπή αναμένει ότι οι μελλοντικές εκθέσεις θα αναφέρονται συγκεκριμένα σε δικαστικές διαφορές σχετικές με τις επτά περιόδους που καλύπτονται από την απόφαση και θα παρέχουν λεπτομέρειες που θα επιβεβαιώνουν τις πληρωμές εκ μέρους των παραγωγών για τους οποίους εκδόθηκαν αρνητικές αποφάσεις. Χωρίς τις πληροφορίες αυτές, η Επιτροπή δεν είναι σε θέση να παρακολουθεί σωστά την πρόοδο όσον αφορά την είσπραξη του μέρους της εισφοράς που δεν έχει ενταχθεί στο σύστημα πληρωμών με δόσεις.

Διάφορα

Από τις εκθέσεις τίθενται περαιτέρω ζητήματα που δεν αφορούν την πρόοδο σχετικά με την είσπραξη της εισφοράς για τις περιόδους που καλύπτονται από την απόφαση του Συμβουλίου αλλά αναφέρονται ως ενδείξεις μιας γενικής βελτίωσης του συστήματος. Αναφέρεται συγκεκριμένα η δραστική μείωση του αριθμού των παραγωγών που καταγράφουν πλεόνασμα παραγωγής, από περίπου 12 000 το 2002/03 σε 920 (από σύνολο περίπου 48 000 παραγωγών) το 2005/06. Αυτή η θετική εξέλιξη αντισταθμίζεται από την έλλειψη σταθερής μείωσης της παραγωγής η οποία, μετά από μια περίοδο σχετικής μείωσης, αυξήθηκε κατά 230 000 τόνους το 2005/06 σε σχέση με το 2004/05.

Η Επιτροπή σημειώνει τη σημασία της νομοθεσίας που θεσπίστηκε στις 25 Ιουνίου 2005 σύμφωνα με την οποία, από την ημερομηνία εκείνη, οι δικαστικές διαφορές σχετικά με την πρόσθετη εισφορά περιορίζονται στη σφαίρα της δικαιοδοσίας των διοικητικών δικαστηρίων. Σύμφωνα με πληροφορίες που υπέβαλαν στην Επιτροπή οι ιταλικές αρχές, ο μεγάλος όγκος των προσωρινών ενταλμάτων αναστολής πληρωμών που είχαν χορηγηθεί στο παρελθόν προερχόταν από αστικά δικαστήρια ή ειρηνοδικεία. Στο εξής, ένας σημαντικός μειωμένος αριθμός δικαστικών διαφορών - συνέπεια κυρίως της μείωσης των αριθμών των παραγωγών που οφείλουν εισφορά, διοχετεύεται αποκλειστικά μέσω των διοικητικών δικαστηρίων, εξασφαλίζοντας έτσι ότι η διοίκηση συμμετέχει σε κάθε υπόθεση.

Συμπέρασμα

Η Επιτροπή θεωρεί ότι η πρόοδος που έχουν πετύχει οι ιταλικές αρχές όσον αφορά την ανάκτηση του ποσού που οφείλουν οι παραγωγοί δυνάμει της πρόσθετης εισφοράς για την περίοδο 1995/96 έως 2001/02 αποδεικνύει την ικανοποιητική διαχείριση του συστήματος πληρωμών με δόσεις υπό την προϋπόθεση της εξασφάλισης ότι οι περιφερειακές αρχές θα ολοκληρώσουν, με τη δέουσα επιμέλεια, όλους τους ελέγχους επαλήθευσης των περιπτώσεων μη πληρωμής. Η Επιτροπή υπενθυμίζει ότι η εξέλιξη των δικαστικών διαφορών που συνεχίζονται για τις περιόδους 1995/96 έως 2001/02 και η εκτέλεση των τελικών δικαστικών αποφάσεων που θα επιβεβαιώνουν την οφειλή εισφορών πρέπει να τεκμηριώνεται στις μελλοντικές ετήσιες εκθέσεις.

[1] ΕΕ L 184 της 23.7.2003, σ. 15.

[2] Πληροφορίες που ελήφθησαν με ανεξάρτητες διαδικασίες από τις ιταλικές αρχές.