Πρόταση Αποφασησ του Συμβουλίου για τη σύναψη πρωτοκόλλου μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, της Ελβετικής Συνομοσπονδίας και του Πριγκηπάτου του Λιχτενστάιν για την προσχώρηση του Πριγκηπάτου του Λιχτενστάιν στη συμφωνία μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας σχετικά με τα κριτήρια και τους μηχανισμούς για τον προσδιορισμό του κράτους που είναι υπεύθυνο για την εξέταση αίτησης ασύλου που υποβάλλεται σε κράτος μέλος ή στην Ελβετία /* COM/2006/0754 τελικό - CNS 2006/0252 */
[pic] | ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ | Βρυξέλλες, 04.12.2006 COM(2006)754 τελικό 2006/0252 (CNS) Πρόταση ΑΠΟΦΑΣΗΣ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ για την υπογραφή πρωτοκόλλου μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, της Ελβετικής Συνομοσπονδίας και του Πριγκηπάτου του Λιχτενστάιν για την προσχώρηση του Πριγκηπάτου του Λιχτενστάιν στη συμφωνία μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας σχετικά με τα κριτήρια και τους μηχανισμούς για τον προσδιορισμό του κράτους που είναι υπεύθυνο για την εξέταση αίτησης ασύλου που υποβάλλεται σε κράτος μέλος ή στην Ελβετία Πρόταση ΑΠΟΦΑΣΗΣ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ για τη σύναψη πρωτοκόλλου μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, της Ελβετικής Συνομοσπονδίας και του Πριγκηπάτου του Λιχτενστάιν για την προσχώρηση του Πριγκηπάτου του Λιχτενστάιν στη συμφωνία μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας σχετικά με τα κριτήρια και τους μηχανισμούς για τον προσδιορισμό του κράτους που είναι υπεύθυνο για την εξέταση αίτησης ασύλου που υποβάλλεται σε κράτος μέλος ή στην Ελβετία (υποβληθείσες από την Επιτροπή) ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ I. ΕΙΣΑΓΩΓΗ Στις 26 Οκτωβρίου 2004, η Ευρωπαϊκή Κοινότητα υπέγραψε συμφωνία με την Ελβετική Συνομοσπονδία σχετικά με τα κριτήρια και τους μηχανισμούς για τον προσδιορισμό του κράτους που είναι υπεύθυνο για την εξέταση αίτησης ασύλου που υποβάλλεται σε κράτος μέλος ή στην Ελβετία (η «συμφωνία Δουβλίνου/Eurodac με την Ελβετία»)[1]. Η εν λόγω συμφωνία προέβλεψε την πιθανή σύνδεση του Λιχτενστάιν με το κεκτημένο του Δουβλίνου/Eurodac και όρισε στο άρθρο 15 ότι το Λιχτενστάιν μπορεί να προσχωρήσει στη συμφωνία μέσω πρωτοκόλλου για τον καθορισμό δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλόμενων μερών. Με επιστολή της 12ης Οκτωβρίου 2001, το Λιχτενστάιν είχε ήδη εκδηλώσει το ενδιαφέρον του να αποτελέσει και αυτό όπως η Ελβετία συμβαλλόμενο μέρος σε πιθανή συμφωνία σύνδεσης με το κεκτημένο του Σένγκεν και του Δουβλίνου εφόσον για δεκαετίες υφίσταται πολιτική ανοικτών συνόρων για την κυκλοφορία των προσώπων μεταξύ του Λιχτενστάιν και της Ελβετίας. Ωστόσο, το Λιχτενστάιν δεν είχε συνδεθεί με τις διαπραγματεύσεις με την Ελβετία λόγω έλλειψης συμφωνίας για τη φορολογία των καταθέσεων μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και του Λιχτενστάιν. Μεταγενέστερα, η Ευρωπαϊκή Κοινότητα και το Λιχτενστάιν σύναψαν ανάλογη συμφωνία για τη φορολογία των καταθέσεων, η οποία άρχισε να ισχύει την 1η Ιουλίου 2005. Με επιστολή της 10ης Ιουνίου 2005, το Λιχτενστάιν επιβεβαίωσε την επιθυμία του να συνδεθεί με το κεκτημένο του Σένγκεν και του Δουβλίνου/Eurodac. Μετά την εξουσιοδότηση που δόθηκε από το Συμβούλιο στην Επιτροπή στις 27 Φεβρουαρίου 2006, πραγματοποιήθηκαν διαπραγματεύσεις με το Λιχτενστάιν και την Ελβετία. Στις 21 Ιουνίου 2006 ολοκληρώθηκαν οι διαπραγματεύσεις και μονογραφήθηκε το σχέδιο πρωτοκόλλου για την προσχώρηση του Λιχτενστάιν στη συμφωνία Σένγκεν με την Ελβετία[2]. Οι προσαρτώμενες προτάσεις αποτελούν τις νομικές βάσεις για τις αποφάσεις σχετικά με την υπογραφή και τη σύναψη του πρωτοκόλλου. Η νομική βάση του παρόντος πρωτοκόλλου είναι το άρθρο 63 παράγραφος 1 στοιχείο α), σε συνδυασμό με το άρθρο 300 παράγραφος 2 πρώτο εδάφιο πρώτη φράση της συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας. Το Συμβούλιο θα αποφασίσει με ειδική πλειοψηφία. Θα γίνει διαβούλευση με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο για τη σύναψη της συμφωνίας βάσει του άρθρου 300 παράγραφος 3 της συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας. II. ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ ΤΩΝ ΔΙΑΠΡΑΓΜΑΤΕΥΣΕΩΝ Η Επιτροπή θεωρεί ότι οι στόχοι που τέθηκαν από το Συμβούλιο στις οδηγίες διαπραγμάτευσης επιτεύχθηκαν και ότι το σχέδιο πρωτοκόλλου γίνεται αποδεκτό από την Κοινότητα. Το τελικό περιεχόμενο του πρωτοκόλλου μπορεί να συνοψισθεί ως εξής : - Το Λιχτενστάιν προσχωρεί στη συμφωνία του Δουβλίνου/Eurodac με την Ελβετία και θα πρέπει να αποδεχθεί ολόκληρο το κεκτημένο του Σένγκεν και την ανάπτυξή του. Εάν το Λιχτενστάιν δεν αποδεχθεί τη μελλοντική ανάπτυξη του κεκτημένου του Σένγκεν, το πρωτόκολλο θα παύσει να ισχύει. - Το Λιχτενστάιν θα γίνει μέλος της μικτής επιτροπής και θα έχει το δικαίωμα να εκφράζει τη γνώμη του στη μικτή επιτροπή καθώς και να προεδρεύει σε αυτή. - Η έναρξη ισχύος του πρωτοκόλλου του Δουβλίνου/Eurodac συνδέεται με την έναρξη ισχύος του πρωτοκόλλου του Σένγκεν, καθώς και με την έναρξη ισχύος του πρωτοκόλλου μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, της Ελβετίας και του Λιχτενστάιν σχετικά με τη συμμετοχή της Δανίας και της συμφωνίας μεταξύ του Λιχτενστάιν και της Νορβηγίας και της Ισλανδίας για το Δουβλίνο/Eurodac. - Έχουν προβλεφθεί ειδικές διατάξεις για το Λιχτενστάιν σχετικά με την προθεσμία που απαιτείται για την εφαρμογή της ανάπτυξης του κεκτημένου του Δουβλίνου/Eurodac, σε περίπτωση που πρέπει να εκπληρωθούν συνταγματικές υποχρεώσεις από τη χώρα αυτή (18 μήνες) και τη δημοσιονομική συνεισφορά που το Λιχτενστάιν πρέπει να καταβάλλει για το διοικητικό και επιχειρησιακό κόστος που αφορά την εγκατάσταση και τη λειτουργία της κεντρικής μονάδας του Eurodac. Για το Λιχτενστάιν το ποσό αυτό ανέρχεται σε ποσοστό 0,071% ενός αρχικού ποσού ύψους 11.675.000 ευρώ και, με βάση το οικονομικό έτος 2004, σε ετήσια συνεισφορά ύψους 0,071% σε σχέση με τις αντίστοιχες δημοσιονομικές πιστώσεις για το εν λόγω οικονομικό έτος. Συνεπώς, δεν υπάρχουν δημοσιονομικές συνέπειες για την ΕΕ που να απορρέουν από τη σύνδεση του Λιχτενστάιν με το κεκτημένο του Δουβλίνου/Eurodac. III. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Ενόψει των παραπάνω σκέψεων, η Επιτροπή προτείνει στο Συμβούλιο : - – να αποφασίσει την υπογραφή του πρωτοκόλλου εξ ονόματος της Κοινότητας και να εξουσιοδοτήσει τον πρόεδρο του Συμβουλίου να ορίσει το πρόσωπο που είναι αρμόδιο να υπογράψει εξ ονόματος της Κοινότητας· - να εγκρίνει, μετά από διαβούλευση με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το προσαρτώμενο πρωτόκολλο μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, της Ελβετικής Συνομοσπονδίας και του Πριγκηπάτου του Λιχτενστάιν για την προσχώρηση του Πριγκηπάτου του Λιχτενστάιν στη συμφωνία μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας σχετικά με τα κριτήρια και τους μηχανισμούς για τον προσδιορισμό του κράτους που είναι υπεύθυνο για την εξέταση αίτησης ασύλου που υποβάλλεται σε κράτος μέλος ή στην Ελβετία. Πρόταση ΑΠΟΦΑΣΗΣ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ για την υπογραφή πρωτοκόλλου μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, της Ελβετικής Συνομοσπονδίας και του Πριγκηπάτου του Λιχτενστάιν για την προσχώρηση του Πριγκηπάτου του Λιχτενστάιν στη συμφωνία μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας σχετικά με τα κριτήρια και τους μηχανισμούς για τον προσδιορισμό του κράτους που είναι υπεύθυνο για την εξέταση αίτησης ασύλου που υποβάλλεται σε κράτος μέλος ή στην Ελβετία ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ, Έχοντας υπόψη : τη συνθήκη περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και ιδίως το άρθρο 63 παράγραφος 1 στοιχείο α), σε συνδυασμό με το άρθρο 300 παράγραφος 2 πρώτο εδάφιο πρώτη φράση, την πρόταση της Επιτροπής[3], Εκτιμώντας τα ακόλουθα : (1) Μετά την εξουσιοδότηση που δόθηκε στην Επιτροπή στις 27 Φεβρουαρίου 2006, ολοκληρώθηκαν οι διαπραγματεύσεις με την Ελβετική Συνομοσπονδία και το Πριγκηπάτο του Λιχτενστάιν σχετικά με το πρωτόκολλο για την προσχώρηση του Πριγκηπάτου του Λιχτενστάιν στη συμφωνία μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας σχετικά με τα κριτήρια και τους μηχανισμούς για τον προσδιορισμό του κράτους που είναι υπεύθυνο για την εξέταση αίτησης ασύλου που υποβάλλεται σε κράτος μέλος ή στην Ελβετία. (2) Το πρωτόκολλο προβλέπει την προσωρινή εφαρμογή ορισμένων διατάξεών του. Αυτές οι διατάξεις εφαρμόζονται σε προσωρινή βάση ενώ εκκρεμεί η έναρξη ισχύος του πρωτοκόλλου. (3) Με την επιφύλαξη της σύναψής του σε μεταγενέστερη ημερομηνία, πρέπει να υπογραφεί το πρωτόκολλο που μονογραφήθηκε στις Βρυξέλλες στις 21 Ιουνίου 2006. (4) Σύμφωνα με το άρθρο 3 του Πρωτοκόλλου για τη θέση του Ηνωμένου Βασιλείου και της Ιρλανδίας, που έχει προσαρτηθεί στη συνθήκη για την Ευρωπαϊκή ΄Ενωση και τη συνθήκη περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, το Ηνωμένο Βασίλειο και η Ιρλανδία συμμετέχουν στη θέσπιση και την εφαρμογή της παρούσας απόφασης. (5) Σύμφωνα με τα άρθρα 1 και 2 του Πρωτοκόλλου για τη θέση της Δανίας, που έχει προσαρτηθεί στη συνθήκη για την Ευρωπαϊκή ΄Ενωση και τη συνθήκη περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, η Δανία δεν συμμετέχει στη θέσπιση της παρούσας απόφασης, δεν δεσμεύεται από την εφαρμογή της ούτε υπόκειται σε αυτήν, ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ: Άρθρο 1 Με την επιφύλαξη της σύναψής του σε μεταγενέστερη ημερομηνία, ο πρόεδρος του Συμβουλίου εξουσιοδοτείται να ορίσει το πρόσωπο που είναι αρμόδιο να υπογράψει εξ ονόματος της Κοινότητας, το πρωτόκολλο μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, της Ελβετικής Συνομοσπονδίας και του Πριγκηπάτου του Λιχτενστάιν για την προσχώρηση του Πριγκηπάτου του Λιχτενστάιν στη συμφωνία μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας σχετικά με τα κριτήρια και τους μηχανισμούς για τον προσδιορισμό του κράτους που είναι υπεύθυνο για την εξέταση αίτησης ασύλου που υποβάλλεται σε κράτος μέλος ή στην Ελβετία. Τα κείμενα του πρωτοκόλλου και τα συναφή έγγραφα επισυνάπτονται στην παρούσα απόφαση. Άρθρο 2 Σύμφωνα με το άρθρο 8 παράγραφος 3 του πρωτοκόλλου, τα άρθρα 1, 4 και 5 παράγραφος 2 στοιχείο α) πρώτο εδάφιο του πρωτοκόλλου και τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που προβλέπονται στα άρθρα 2, 3 παράγραφοι 1 έως 4 της συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Ελβετίας σχετικά με τα κριτήρια και τους μηχανισμούς για τον προσδιορισμό του κράτους που είναι υπεύθυνο για την εξέταση αίτησης ασύλου που υποβάλλεται σε κράτος μέλος ή στην Ελβετία εφαρμόζονται σε προσωρινή βάση από την ημερομηνία υπογραφής του παρόντος πρωτοκόλλου. Βρυξέλλες, Για το Συμβούλιο Ο Πρόεδρος 2006/0252 (CNS) Πρόταση ΑΠΟΦΑΣΗΣ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ για τη σύναψη πρωτοκόλλου μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, της Ελβετικής Συνομοσπονδίας και του Πριγκηπάτου του Λιχτενστάιν για την προσχώρηση του Πριγκηπάτου του Λιχτενστάιν στη συμφωνία μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας σχετικά με τα κριτήρια και τους μηχανισμούς για τον προσδιορισμό του κράτους που είναι υπεύθυνο για την εξέταση αίτησης ασύλου που υποβάλλεται σε κράτος μέλος ή στην Ελβετία ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ, Έχοντας υπόψη : τη συνθήκη περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και ιδίως το άρθρο 63 παράγραφος 1 στοιχείο α) σε συνδυασμό με το άρθρο 300 παράγραφος 2 πρώτο εδάφιο πρώτη φράση και το άρθρο 300 παράγραφος 3 πρώτο εδάφιο, την πρόταση της Επιτροπής[4], τη γνώμη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου[5] Εκτιμώντας τα ακόλουθα : (1) Μετά την εξουσιοδότηση που δόθηκε στην Επιτροπή στις 27 Φεβρουαρίου 2006, ολοκληρώθηκαν οι διαπραγματεύσεις με την Ελβετική Συνομοσπονδία και το Πριγκηπάτο του Λιχτενστάιν σχετικά με το πρωτόκολλο για την προσχώρηση του Πριγκηπάτου του Λιχτενστάιν στη συμφωνία μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας σχετικά με τα κριτήρια και τους μηχανισμούς για τον προσδιορισμό του κράτους που είναι υπεύθυνο για την εξέταση αίτησης ασύλου που υποβάλλεται σε κράτος μέλος ή στην Ελβετία. (2) Σύμφωνα με την απόφαση …./…./ΕΚ του Συμβουλίου, της ……2006, και με την επιφύλαξη της τελικής σύναψής του σε μεταγενέστερη ημερομηνία, το πρωτόκολλο υπεγράφη εξ ονόματος της Ευρωπαϊκής Κοινότητας στις ….2006. (3) Το παρόν πρωτόκολλο πρέπει να εγκριθεί. (4) Σύμφωνα με το άρθρο 3 του Πρωτοκόλλου για τη θέση του Ηνωμένου Βασιλείου και της Ιρλανδίας, που έχει προσαρτηθεί στη συνθήκη για την Ευρωπαϊκή ΄Ενωση και τη συνθήκη περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, το Ηνωμένο Βασίλειο και η Ιρλανδία συμμετέχουν στη θέσπιση και την εφαρμογή της παρούσας απόφασης. (5) Σύμφωνα με τα άρθρα 1 και 2 του Πρωτοκόλλου για τη θέση της Δανίας, που έχει προσαρτηθεί στη συνθήκη για την Ευρωπαϊκή ΄Ενωση και τη συνθήκη περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, η Δανία δεν συμμετέχει στη θέσπιση της παρούσας απόφασης, δεν δεσμεύεται από την εφαρμογή της ούτε υπόκειται σε αυτήν. ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ: Άρθρο 1 Εγκρίνεται, εξ ονόματος της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, το πρωτόκολλο μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, της Ελβετικής Συνομοσπονδίας και του Πριγκηπάτου του Λιχτενστάιν για την προσχώρηση του Πριγκηπάτου του Λιχτενστάιν στη συμφωνία μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας σχετικά με τα κριτήρια και τους μηχανισμούς για τον προσδιορισμό του κράτους που είναι υπεύθυνο για την εξέταση αίτησης ασύλου που υποβάλλεται σε κράτος μέλος ή στην Ελβετία. Τα κείμενα του πρωτοκόλλου και τα συναφή έγγραφα επισυνάπτονται στην παρούσα απόφαση. Άρθρο 2 Ο πρόεδρος του Συμβουλίου εξουσιοδοτείται με την παρούσα να ορίσει το πρόσωπο που είναι αρμόδιο να καταθέσει εξ ονόματος της Ευρωπαϊκής Κοινότητας το μέσο έγκρισης που προβλέπεται στο άρθρο 8 παράγραφος 1 του πρωτοκόλλου, προκειμένου να εκφραστεί η συναίνεση της Κοινότητας να δεσμευθεί. Άρθρο 3 Η παρούσα απόφαση δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης . Βρυξέλλες, Για το Συμβούλιο Ο Πρόεδρος Παραρτημα Πρωτόκολλο μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, της Ελβετικής Συνομοσπονδίας και του Πριγκηπάτου του Λιχτενστάιν για την προσχώρηση του Πριγκηπάτου του Λιχτενστάιν στη συμφωνία μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας σχετικά με τα κριτήρια και τους μηχανισμούς για τον προσδιορισμό του κράτους που είναι υπεύθυνο για την εξέταση αίτησης ασύλου που υποβάλλεται σε κράτος μέλος ή στην Ελβετία Η Ευρωπαϊκή Κοινότητα και η Ελβετική Συνομοσπονδία και το Πριγκηπάτο του Λιχτενστάιν, που καλούνται στο εξής «συμβαλλόμενα μέρη», ΕΧΟΝΤΑΣ ΥΠΟΨΗ τη συμφωνία μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας σχετικά με τα κριτήρια και τους μηχανισμούς για τον προσδιορισμό του κράτους που είναι υπεύθυνο για την εξέταση αίτησης ασύλου που υποβάλλεται σε κράτος μέλος ή στην Ελβετία που υπεγράφη στις 26 Οκτωβρίου 2004[6] (που καλείται στο εξής «συμφωνία μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Ελβετίας») και το άρθρο 15 το οποίο προβλέπει ότι το Πριγκηπάτο του Λιχτενστάιν μπορεί να προσχωρήσει στην εν λόγω συμφωνία μέσω πρωτοκόλλου, ΕΚΤΙΜΩΝΤΑΣ τη γεωγραφική θέση του Πριγκηπάτου του Λιχτενστάιν, ΕΚΤΙΜΩΝΤΑΣ την επιθυμία του Πριγκηπάτου του Λιχτενστάιν να συνδεθεί με την κοινοτική νομοθεσία που καλύπτει τους κανονισμούς του Δουβλίνου και Eurodac (που καλούνται στο εξής «κεκτημένο Δουβλίνου/Eurodac»), ΕΚΤΙΜΩΝΤΑΣ ότι η Ευρωπαϊκή Κοινότητα σύναψε συμφωνία με τη Δημοκρατία της Ισλανδίας και το Βασίλειο της Νορβηγίας στις 19 Ιανουαρίου 2001 σχετικά με τα κριτήρια και τους μηχανισμούς για τον προσδιορισμό του κράτους που είναι υπεύθυνο για την εξέταση αίτησης ασύλου που υποβάλλεται σε κράτος μέλος ή στην Ισλανδία ή στη Νορβηγία που βασίζεται στη σύμβαση του Δουβλίνου[7], ΕΚΤΙΜΩΝΤΑΣ ότι είναι επιθυμητό το Πριγκηπάτο του Λιχτενστάιν να συνδεθεί υπό ίσους όρους με εκείνους της Ισλανδίας, της Νορβηγίας και της Ελβετίας προς τη θέση σε ισχύ, την εφαρμογή και την ανάπτυξη του κεκτημένου του Δουβλίνου/ Eurodac, ΕΚΤΙΜΩΝΤΑΣ ότι είναι σκόπιμη η σύναψη, μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, της Ελβετικής Συνομοσπονδίας και του Πριγκηπάτου του Λιχτενστάιν πρωτοκόλλου που θα περιλαμβάνει δικαιώματα και υποχρεώσεις για το Λιχτενστάιν ανάλογες με εκείνες που συμφωνήθηκαν μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, αφενός, και της Ισλανδίας, της Νορβηγίας καθώς και της Ελβετίας αφετέρου, ΕΚΤΙΜΩΝΤΑΣ ότι οι διατάξεις του τίτλου IV της συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και των πράξεων που έχουν εκδοθεί βάσει του εν λόγω τίτλου δεν εφαρμόζονται στο Βασίλειο της Δανίας δυνάμει του πρωτοκόλλου για τη θέση της Δανίας που προσαρτήθηκε με τη συνθήκη του Άμστερνταμ στη συνθήκη της Ευρωπαϊκής Ένωσης και στη συνθήκη περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, αλλά πρέπει να δημιουργηθεί η δυνατότητα για την Ελβετική Συνομοσπονδία και το Πριγκηπάτο του Λιχτενστάιν αφενός και τη Δανία αφετέρου να εφαρμόζουν, στις μεταξύ αυτών σχέσεις, τις ουσιαστικές διατάξεις της συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας, όπως προβλέπεται στο άρθρο 11 παράγραφος 1 της συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Ελβετίας, ΕΚΤΙΜΩΝΤΑΣ ότι πρέπει να εξασφαλισθεί ότι τα κράτη μέλη με τα οποία η Ευρωπαϊκή Κοινότητα έχει συνδεθεί με στόχο τη θέση σε ισχύ, την εφαρμογή και την ανάπτυξη του κεκτημένου του Δουβλίνου/Eurodac εφαρμόζουν το κεκτημένο αυτό και στις μεταξύ αυτών σχέσεις, ΕΚΤΙΜΩΝΤΑΣ ότι η ομαλή λειτουργία του κεκτημένου του Δουβλίνου/Eurodac απαιτεί την ταυτόχρονη εφαρμογή του παρόντος πρωτοκόλλου με τις συμφωνίες μεταξύ των διαφόρων συνδεδεμένων μερών ή των μερών που συμμετέχουν στη θέση σε ισχύ και την ανάπτυξη του κεκτημένου του Δουβλίνου/Eurodac με τις οποίες ρυθμίζονται οι μεταξύ αυτών σχέσεις, ΕΚΤΙΜΩΝΤΑΣ ότι η οδηγία 95/46/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 24ης Οκτωβρίου 1995 για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών[8] πρέπει να εφαρμοστεί από το Πριγκηπάτου του Λιχτενστάιν όπως εφαρμόζεται από τα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης κατά την επεξεργασία δεδομένων για τους σκοπούς του παρόντος πρωτοκόλλου, ΕΧΟΝΤΑΣ ΥΠΟΨΗ το πρωτόκολλο για την προσχώρηση του Πριγκηπάτου του Λιχτενστάιν στη συμφωνία μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης, της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας σχετικά με τη σύνδεση της Ελβετικής Συνομοσπονδίας προς τη θέση σε ισχύ, την εφαρμογή και την ανάπτυξη του κεκτημένου του Σένγκεν, ΛΑΜΒΑΝΟΝΤΑΣ ΥΠΟΨΗ τη σχέση μεταξύ του κοινοτικού κεκτημένου όσον αφορά τη θέσπιση των κριτηρίων και μηχανισμών για τον προσδιορισμό του κράτους μέλους που είναι υπεύθυνο για την εξέταση αίτησης ασύλου που υποβάλλεται σε ένα από τα κράτη μέλη και αφορά τη δημιουργία του συστήματος «Eurodac» και του κεκτημένου του Σένγκεν, ΕΚΤΙΜΩΝΤΑΣ ότι ο δεσμός αυτός απαιτεί την ταυτόχρονη εφαρμογή του κεκτημένου του Σένγκεν με το κοινοτικό κεκτημένο όσον αφορά τη θέσπιση των κριτηρίων και μηχανισμών για τον προσδιορισμό του κράτους μέλους που είναι υπεύθυνο για την εξέταση αίτησης ασύλου που υποβάλλεται σε ένα από τα κράτη μέλη και αφορά τη δημιουργία του συστήματος «Eurodac» , ΣΥΜΦΩΝΗΣΑΝ ΣΤΙΣ ΑΚΟΛΟΥΘΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ : Άρθρο 1 1. Σύμφωνα με το άρθρο 15 της συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας σχετικά με τα κριτήρια και τους μηχανισμούς για τον προσδιορισμό του κράτους που είναι υπεύθυνο για την εξέταση αίτησης ασύλου που υποβάλλεται σε κράτος μέλος ή στην Ελβετία (που καλείται στο εξής «συμφωνία μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Ελβετίας»), το Πριγκηπάτο του Λιχτενστάιν (που καλείται στο εξής Λιχτενστάιν) προσχωρεί σε αυτή τη συμφωνία σύμφωνα με τους όρους και τις προϋποθέσεις που προβλέπονται στο παρόν πρωτόκολλο. 2. Το παρόν πρωτόκολλο γεννά αμοιβαία δικαιώματα και υποχρεώσεις μεταξύ των συμβαλλόμενων μερών σύμφωνα με τους κανόνες και τις διαδικασίες που προβλέπονται στο παρόν. Άρθρο 2 1. Οι διατάξεις - του κανονισμού του «Δουβλίνου»[9]· - του κανονισμού Eurodac[10]· - του κανονισμού «μέτρα εφαρμογής του Eurodac»[11] και - του κανονισμού «μέτρα εφαρμογής του Δουβλίνου»[12] τίθενται σε ισχύ από το Λιχτενστάιν και εφαρμόζονται στις σχέσεις του με τα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης και την Ελβετία. 2. Με την επιφύλαξη του άρθρου 5, οι πράξεις και τα μέτρα που λαμβάνονται από την Ευρωπαϊκή Κοινότητα για την τροποποίηση ή τη συμπλήρωση των διατάξεων που προβλέπονται στην παράγραφο 1 καθώς και οι αποφάσεις που λαμβάνονται σύμφωνα με τις διαδικασίες που προβλέπονται από τις εν λόγω διατάξεις γίνονται επίσης δεκτά, τίθενται σε ισχύ και εφαρμόζονται από το Λιχτενστάιν. 3. Στο πλαίσιο των παραγράφων 1 και 2, οι αναφορές στα «κράτη μέλη» που περιέχονται στις διατάξεις που προβλέπονται στην παράγραφο 1 θεωρείται ότι περιλαμβάνουν το Λιχτενστάιν. Άρθρο 3 Τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις που προβλέπονται στα άρθρα 2, 3 παράγραφοι 1 έως 4, 5, 6, 7, 8 παράγραφος 1 δεύτερο εδάφιο και παράγραφος 2, 9, 10 και 11 της συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Ελβετίας εφαρμόζονται στο Λιχτενστάιν κατά τον ίδιο τρόπο που εφαρμόζονται στην Ελβετία. Άρθρο 4 Ένας αντιπρόσωπος της κυβέρνησης του Λιχτενστάιν γίνεται μέλος της μικτής επιτροπής όπως ορίζεται στο άρθρο 3 της συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Ελβετίας. Το αξίωμα του προέδρου της μικτής επιτροπής ασκείται εκ περιτροπής ανά εξάμηνο, από τον αντιπρόσωπο της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και από τον αντιπρόσωπο της κυβέρνησης του Λιχτενστάιν ή της Ελβετίας . Άρθρο 5 1. Με την επιφύλαξη της παραγράφου 2, όταν το Συμβούλιο θεσπίζει πράξεις ή μέτρα που τροποποιούν ή συμπληρώνουν τις διατάξεις του άρθρου 2 και όταν οι πράξεις ή τα μέτρα θεσπίζονται σύμφωνα με τις διαδικασίες που προβλέπονται από τις εν λόγω διατάξεις, αυτές οι πράξεις ή τα μέτρα εφαρμόζονται ταυτόχρονα από τα κράτη μέλη και το Λιχτενστάιν εκτός εάν ισχύουν αντίθετες ρητές διατάξεις. 2. Η Επιτροπή κοινοποιεί αμελλητί στο Λιχτενστάιν τη θέσπιση των πράξεων ή μέτρων που προβλέπονται στην παράγραφο 1. Το Λιχτενστάιν αποφαίνεται σχετικά με την αποδοχή του περιεχομένου τους και σχετικά με τη μεταφορά στην εσωτερική του έννομη τάξη. Η απόφαση αυτή κοινοποιείται στην Επιτροπή εντός προθεσμίας τριάντα ημερών από τη θέσπιση των εν λόγω πράξεων ή μέτρων. 3. Εάν το περιεχόμενο των προαναφερθεισών πράξεων ή μέτρων μπορεί να δεσμεύσει το Λιχτενστάιν μόνο μετά την εκπλήρωση των συνταγματικών του υποχρεώσεων, το Λιχτενστάιν ενημερώνει σχετικά την Επιτροπή κατά την κοινοποίησή του. Το Λιχτενστάιν ενημερώνει γραπτώς και αμελλητί το Συμβούλιο και την Επιτροπή για την εκπλήρωση όλων των συνταγματικών υποχρεώσεων. Στην περίπτωση που δεν απαιτείται δημοψήφισμα, η κοινοποίηση γίνεται αμέσως μετά τη λήξη της προθεσμίας για το δημοψήφισμα. Εάν απαιτείται δημοψήφισμα, το Λιχτενστάιν διαθέτει, για να κάνει την κοινοποίηση, προθεσμία δεκαοκτώ μηνών κατ’ ανώτατο όριο που υπολογίζεται από την κοινοποίηση στο Συμβούλιο. Από την καθορισθείσα προθεσμία για την έναρξη ισχύος της πράξης ή του μέτρου όσον αφορά το Λιχτενστάιν και μέχρις ότου αυτό κοινοποιήσει την εκπλήρωση των συνταγματικών υποχρεώσεων, το Λιχτενστάιν εφαρμόζει προσωρινά, στο μέτρο του δυνατού, το περιεχόμενο της εν λόγω πράξης ή μέτρου. 4. Εάν το Λιχτενστάιν δεν μπορεί να εφαρμόσει προσωρινά την εν λόγω πράξη ή μέτρο και το γεγονός αυτό δημιουργεί δυσχέρειες που διαταράσσουν τη λειτουργία της συνεργασίας στον τομέα του Δουβλίνου/Eurodac, η κατάσταση εξετάζεται από τη μικτή επιτροπή. Η Ευρωπαϊκή Κοινότητα μπορεί να λάβει, έναντι του Λιχτενστάιν, τα αναλογικά και απαραίτητα μέτρα για τη διασφάλιση της ομαλής λειτουργίας της συνεργασίας Δουβλίνου/Eurodac. 5. Η αποδοχή από το Λιχτενστάιν των πράξεων και μέτρων που προβλέπονται στην παράγραφο 1 δημιουργεί δικαιώματα και υποχρεώσεις μεταξύ του Λιχτενστάιν, της Ελβετίας και των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. 6. Εάν το Λιχτενστάιν : (α) κοινοποιήσει την απόφασή του να μην δεχθεί το περιεχόμενο μιας πράξης ή ενός μέτρου που προβλέπεται στην παράγραφο 1, στο οποίο εφαρμόσθηκαν οι διαδικασίες που προβλέπονται στο παρόν πρωτόκολλο, ή (β) δεν προβεί στην κοινοποίηση εντός της προθεσμίας των τριάντα ημερών που προβλέπεται στην παράγραφο 2, ή (γ) δεν προβεί στην κοινοποίηση το αργότερο εντός τριάντα ημερών μετά τη λήξη της προθεσμίας για το δημοψήφισμα ή, σε περίπτωση δημοψηφίσματος, εντός της προθεσμίας των δεκαοκτώ μηνών που προβλέπεται στην παράγραφο 3, ή δεν προβεί στην προσωρινή εφαρμογή που προβλέπεται στο ίδιο εδάφιο από την ημερομηνία που καθορίσθηκε για την έναρξη ισχύος της πράξης ή του μέτρου, το παρόν πρωτόκολλο αναστέλλεται. 7. Η μικτή επιτροπή εξετάζει το ζήτημα που προκάλεσε την αναστολή και αναλαμβάνει να θεραπεύσει τις αιτίες της μη αποδοχής ή της μη επικύρωσης εντός προθεσμίας ενενήντα ημερών. Αφού εξετάσει όλες τις άλλες δυνατότητες ώστε να μη θιγεί η ομαλή λειτουργία του παρόντος πρωτοκόλλου, συμπεριλαμβανομένης της δυνατότητας να ληφθεί υπόψη η αντιστοιχία των νομοθετικών διατάξεων, μπορεί να αποφασίσει ομόφωνα την αποκατάσταση του παρόντος πρωτοκόλλου. Στην περίπτωση που το παρόν πρωτόκολλο συνεχίσει να τελεί σε αναστολή μετά τις ενενήντα ημέρες, παύει να ισχύει. Άρθρο 6 Όσον αφορά το διοικητικό και επιχειρησιακό κόστος που συνδέεται με την εγκατάσταση και τη λειτουργία της κεντρικής μονάδας του Eurodac, το Λιχτενστάιν καταβάλλει στο γενικό προϋπολογισμό των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων συνεισφορά που ανέρχεται σε ποσοστό 0,071% ενός αρχικού ποσού αναφοράς ύψους 11.675.000 ευρώ και, με βάση το οικονομικό έτος 2004, ετήσια συνεισφορά ύψους 0,071% σε σχέση με τις αντίστοιχες δημοσιονομικές πιστώσεις για το εν λόγω οικονομικό έτος. Άρθρο 7 Το παρόν πρωτόκολλο δεν επηρεάζει τις συμφωνίες μεταξύ του Λιχτενστάιν και της Ελβετίας στο μέτρο που αυτές συμβιβάζονται με το παρόν πρωτόκολλο. Σε περίπτωση ασυμβιβάστου των συμφωνιών αυτών με το παρόν πρωτόκολλο, υπερισχύει το παρόν πρωτόκολλο. Άρθρο 8 1. Το παρόν πρωτόκολλο υπόκειται στην επικύρωση ή την έγκριση των συμβαλλόμενων μερών. Τα μέσα επικύρωσης ή έγκρισης κατατίθενται στο γενικό γραμματέα του Συμβουλίου, ο οποίος εκτελεί χρέη θεματοφύλακα. 2. Το παρόν πρωτόκολλο αρχίζει να ισχύει την πρώτη ημέρα του μήνα που ακολουθεί την κοινοποίηση της κατάθεσης του τελευταίου μέσου επικύρωσης ή έγκρισης από το θεματοφύλακα στα συμβαλλόμενα μέρη. 3. Τα άρθρα 1, 4 και 5 παράγραφος 2 στοιχείο α) πρώτο εδάφιο του παρόντος πρωτοκόλλου και τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις που προβλέπονται στο άρθρο 2, 3 παράγραφοι 1 έως 4 της συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Ελβετίας αρχίζουν να εφαρμόζονται προσωρινά στο Λιχτενστάιν ήδη από την ημερομηνία υπογραφής του παρόντος πρωτοκόλλου. Άρθρο 9 Όσον αφορά τις πράξεις ή τα μέτρα που θεσπίζονται μετά την υπογραφή του παρόντος πρωτοκόλλου πριν όμως από την έναρξη ισχύος του, η περίοδος των τριάντα ημερών που προβλέπεται στο άρθρο 5 παράγραφος 2 τελευταίο εδάφιο, αρχίζει να ισχύει από την ημέρα έναρξης ισχύος του παρόντος πρωτοκόλλου. Άρθρο 10 1. Το παρόν πρωτόκολλο εφαρμόζεται μόνο εάν εφαρμόζονται επίσης οι συμφωνίες για τις οποίες προβλέπεται στο άρθρο 11 της συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Ελβετίας ότι πρέπει να συναφθούν από το Λιχτενστάιν. 2. Εξάλλου, το παρόν πρωτόκολλο εφαρμόζεται μόνο εάν εφαρμόζεται επίσης το πρωτόκολλο μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, της Ελβετικής Συνομοσπονδίας και του Πριγκηπάτου του Λιχτενστάιν για την προσχώρηση του Πριγκηπάτου του Λιχτενστάιν στη συμφωνία μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης, της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας σχετικά με τη σύνδεση της Ελβετικής Συνομοσπονδίας προς τη θέση σε ισχύ, την εφαρμογή και την ανάπτυξη του κεκτημένου του Σένγκεν . Άρθρο 11 1. Κάθε συμβαλλόμενο μέρος μπορεί να καταγγείλει το παρόν πρωτόκολλο, απευθύνοντας γραπτή δήλωση στο θεματοφύλακα. Η δήλωση αυτή παράγει αποτελέσματα έξι μήνες μετά την κοινοποίησή της. 2. Σε περίπτωση καταγγελίας του παρόντος πρωτοκόλλου ή της συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Ελβετίας από την Ελβετία, ή σε περίπτωση λύσης της συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Ελβετίας όσον αφορά την Ελβετία, η συμφωνία μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Ελβετίας και το παρόν πρωτόκολλο εξακολουθούν να ισχύουν στις σχέσεις μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, αφενός και του Λιχτενστάιν αφετέρου. 3. Το παρόν πρωτόκολλο θεωρείται ότι λύθηκε εάν το Λιχτενστάιν λύσει μία από τις συμφωνίες που προβλέπονται στο άρθρο 11 της συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Ελβετίας που συνήφθησαν από το Λιχτενστάιν ή το πρωτόκολλο που προβλέπεται στο άρθρο 10 παράγραφος 2. Άρθρο 12 Το παρόν πρωτόκολλο συντάσσεται σε τρία αντίγραφα στην αγγλική, γαλλική, γερμανική, δανική, ελληνική, εσθονική, ιρλανδική, ισπανική, ιταλική, λετονική, λιθουανική, μαλτέζικη, ολλανδική, ουγγρική, πολωνική, πορτογαλική, σλοβακική, σλοβενική, σουηδική, τσεχική και φινλανδική γλώσσα και όλα τα κείμενα είναι εξίσου αυθεντικά. ΣΕ ΠΙΣΤΩΣΗ ΤΩΝ ΑΝΩΤΕΡΩ, οι υπογράφοντες πληρεξούσιοι έθεσαν την υπογραφή τους κάτω από το παρόν πρωτόκολλο. Έγινε στ.. Κοινή δήλωση των συμβαλλόμενων μερών για ένα στενό διάλογο Τα συμβαλλόμενα μέρη υπογραμμίζουν τη σημασία ενός στενού και παραγωγικού διαλόγου μεταξύ όλων όσων συμμετέχουν στη θέση σε ισχύ των διατάξεων που απαριθμούνται στο άρθρο 2 παράγραφος 1 του πρωτοκόλλου. Βάσει του άρθρου 3 παράγραφος 1 της συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Ελβετίας, η Επιτροπή καλεί τους εμπειρογνώμονες των κρατών μελών σε συνεδριάσεις της μικτής επιτροπής, ώστε να προβούν σε ανταλλαγές απόψεων με το Λιχτενστάιν σχετικά με όλα τα θέματα που προβλέπονται στη συμφωνία μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Ελβετίας. Τα συμβαλλόμενα μέρη έλαβαν υπόψη τη βούληση των κρατών μελών να δεχθούν τις προαναφερθείσες προσκλήσεις για συμμετοχή στις εν λόγω ανταλλαγές απόψεων με το Λιχτενστάιν σχετικά με όλα τα θέματα που προβλέπονται στη συμφωνία μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Ελβετίας. Δήλωση του Λιχτενστάιν σχετικά με το άρθρο 5 παράγραφος 3 (Προθεσμία αποδοχής των νέων εξελίξεων του κεκτημένου του Δουβλίνου /Eurodac) Η μέγιστη προθεσμία των δεκαοκτώ μηνών που προβλέπεται στο άρθρο 5 παράγραφος 3 καλύπτει τόσο την έγκριση όσο και τη θέση σε ισχύ της πράξης ή του μέτρου. Περιλαμβάνει τα ακόλουθα στάδια : - το προπαρασκευαστικό στάδιο, - την κοινοβουλευτική διαδικασία, - την προθεσμία των 30 ημερών για το δημοψήφισμα, - ενδεχομένως το δημοψήφισμα (οργάνωση και ψηφοφορία), - την επικύρωση από τον κυβερνώντα Πρίγκηπα. Η κυβέρνηση του Λιχτενστάιν ενημερώνει αμελλητί το Συμβούλιο και την Επιτροπή για την περάτωση καθενός από τα στάδια αυτά. Η κυβέρνηση του Λιχτενστάιν δεσμεύεται να διαθέσει όλα τα απαραίτητα μέσα ώστε τα διάφορα προαναφερθέντα στάδια να διεξαχθούν όσο το δυνατόν συντομότερα. Κοινή δήλωση για τις κοινές συνεδριάσεις των μικτών επιτροπών Η αντιπροσωπεία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Οι αντιπροσωπείες των κυβερνήσεων της Δημοκρατίας της Ισλανδίας και του Βασιλείου της Νορβηγίας, Η αντιπροσωπεία της κυβέρνησης της Ελβετικής Συνομοσπονδίας, Η αντιπροσωπεία της κυβέρνησης του Πριγκηπάτου του Λιχτενστάιν Σημειώνουν ότι το Λιχτενστάιν προσχωρεί στη μικτή επιτροπή που συστάθηκε με τη συμφωνία μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας σχετικά με τα κριτήρια και τους μηχανισμούς για τον προσδιορισμό του κράτους που είναι υπεύθυνο για την εξέταση αίτησης ασύλου που υποβάλλεται σε κράτος μέλος ή στην Ελβετία μέσω πρωτοκόλλου σε αυτή τη συμφωνία. Αποφάσισαν να οργανώνουν από κοινού τις συνεδριάσεις των μικτών επιτροπών, που συστάθηκαν με τη συμφωνία μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Ισλανδίας και Νορβηγίας σχετικά με τους μηχανισμούς και τα κριτήρια για τον προσδιορισμό του κράτους που είναι υπεύθυνο για την εξέταση αίτησης ασύλου που υποβάλλεται σε κράτος μέλος ή στην Ισλανδία ή στη Νορβηγία, αφενός, και τη συμφωνία μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας σχετικά με τα κριτήρια και τους μηχανισμούς για τον προσδιορισμό του κράτους που είναι υπεύθυνο για την εξέταση αίτησης ασύλου που υποβάλλεται σε κράτος μέλος ή την Ελβετία, όπως συμπληρώνεται από το πρωτόκολλο για την προσχώρηση του Λιχτενστάιν, αφετέρου. Διαπιστώνουν ότι η κοινή διεξαγωγή των συνεδριάσεων αυτών απαιτεί πραγματιστική διευθέτηση όσον αφορά την άσκηση της προεδρίας των συνεδριάσεων, όταν η προεδρία αυτή πρέπει να ασκείται από τα συνδεδεμένα κράτη βάσει της συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας σχετικά με τα κριτήρια και τους μηχανισμούς για τον προσδιορισμό του κράτους που είναι υπεύθυνο για την εξέταση αίτησης ασύλου που υποβάλλεται σε κράτος μέλος ή στην Ελβετία, όπως συμπληρώνεται από το πρωτόκολλο για την προσχώρηση του Λιχτενστάιν, ή τη συμφωνία μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Δημοκρατίας της Ισλανδίας και του Βασιλείου της Νορβηγίας σχετικά με τα κριτήρια και τους μηχανισμούς για τον προσδιορισμό του κράτους που είναι υπεύθυνο για την εξέταση αίτησης ασύλου που υποβάλλεται σε κράτος μέλος ή την Ισλανδία ή τη Νορβηγία. Πρέπει να σημειωθεί η επιθυμία των συνδεδεμένων κρατών να παραχωρούν εν ανάγκη την άσκηση της προεδρίας τους και να την ασκούν εκ περιτροπής κατ’ αλφαβητική σειρά του ονόματός τους, από την έναρξη ισχύος της συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας σχετικά με τα κριτήρια και τους μηχανισμούς για τον προσδιορισμό του κράτους που είναι υπεύθυνο για την εξέταση αίτησης ασύλου που υποβάλλεται σε κράτος μέλος ή την Ελβετία, όπως συμπληρώνεται από το πρωτόκολλο για την προσχώρηση του Λιχτενστάιν. Βρυξέλλες, Για το Συμβούλιο Ο Πρόεδρος [1] Την ίδια ημέρα, η Ευρωπαϊκή Ένωση, η Ευρωπαϊκή Κοινότητα και η Ελβετική Συνομοσπονδία υπέγραψαν συμφωνία σχετικά με τη σύνδεση της Ελβετικής Συνομοσπονδίας προς τη θέση σε ισχύ, την εφαρμογή και την ανάπτυξη του κεκτημένου του Σένγκεν (τη «συμφωνία σύνδεσης με το κεκτημένο του Σένγκεν»). [2] Καθώς και το σχέδιο πρωτοκόλλου για την προσχώρησή του στη συμφωνία Σένγκεν με την Ελβετία και το σχέδιο πρωτοκόλλου για τη συμμετοχή της Δανίας στη συμφωνία του Δουβλίνου/ Eurodac με την Ελβετία και το Λιχτενστάιν. [3] ΕΕ C … [4] ΕΕ C … [5] ΕΕ C … [6] ASILE 54, 13049/04 [7] ΕΕ L 93 της 3.4.2001, σ. 38. [8] ΕΕ L 281 της 23.11.1995, σ. 31. [9] Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 343/2003 του Συμβουλίου, της 18ης Φεβρουαρίου 2003, για τη θέσπιση των κριτηρίων και μηχανισμών για τον προσδιορισμό του κράτους μέλους που είναι υπεύθυνο για την εξέταση αίτησης ασύλου που υποβάλλεται σε κράτος μέλος από υπήκοο τρίτης χώρας. [10] Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1560/2003 της Επιτροπής, της 2ας Σεπτεμβρίου 2003, για τα μέτρα εφαρμογής του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 343/2003 του Συμβουλίου για τη θέσπιση των κριτηρίων και μηχανισμών για τον προσδιορισμό του κράτους μέλους που είναι υπεύθυνο για την εξέταση αίτησης ασύλου που υποβάλλεται σε κράτος μέλος από υπήκοο τρίτης χώρας. [11] Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 2725/2000 του Συμβουλίου, της 11ης Δεκεμβρίου 2000, σχετικά με τη θέσπιση του «Eurodac» για την αντιπαραβολή δακτυλικών αποτυπωμάτων για την αποτελεσματική εφαρμογή της σύμβασης του Δουβλίνου για την παροχή βοήθειας για τον προσδιορισμού του συμβαλλόμενου μέρους που είναι υπεύθυνο για την εξέταση αίτησης ασύλου σύμφωνα με τη σύμβαση του Δουβλίνου. [12] Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 407/2002 του Συμβουλίου, της 28ης Φεβρουαρίου 2002, που θεσπίζει ορισμένους κανόνες εφαρμογής του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2725/2000 σχετικά με τη θέσπιση του «Εurodac» για την αντιπαραβολή δακτυλικών αποτυπωμάτων για την αποτελεσματική εφαρμογή της σύμβασης του Δουβλίνου.