Πρόταση οδηγία トου Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την τροποποίηση της οδηγίας 97/67/EΚ σχετικά με την πλήρη υλοποίηση της εσωτερικής αγοράς κοινοτικών ταχυδρομικών υπηρεσιών {SEC(2006) 1291} {SEC(2006) 1292} /* COM/2006/0594 τελικό - COD 2006/0196 */
[pic] | ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ | Βρυξέλλες, 18.10.2006 COM(2006) 594 τελικό 2006/0196 (COD) Πρόταση ΟΔΗΓΙΑ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ για την τροποποίηση της οδηγίας 97/67/EΚ σχετικά με την πλήρη υλοποίηση της εσωτερικής αγοράς κοινοτικών ταχυδρομικών υπηρεσιών (υποβληθείσα από την Επιτροπή) {SEC(2006) 1291}{SEC(2006) 1292} ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ 1. Πλαίσιο Στο πλαίσιο της διαδικασίας του συνδυασμού των δύο στόχων του σταδιακού, ελεγχομένου ανοίγματος της ταχυδρομικής αγοράς στον ανταγωνισμό αφενός, και της διηνεκούς εγγύησης της παροχής της καθολικής υπηρεσίας αφετέρου, όπως προβλέπεται από το Συμβούλιο στο ψήφισμά του της 7ης Φεβρουαρίου 1994 για την ανάπτυξη των κοινοτικών ταχυδρομικών υπηρεσιών[1], η ταχυδρομική οδηγία[2] προβλέπει ένα χρονοδιάγραμμα για τις αποφάσεις σχετικά με το περαιτέρω άνοιγμα των ταχυδρομικών αγορών στον ανταγωνισμό. Το άρθρο 7 της ταχυδρομικής οδηγίας, αναφέρει ότι: - Η Επιτροπή πρέπει να υποβάλει, μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 2006, έκθεση προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο συνοδευόμενη, εφόσον αυτό είναι σκόπιμο, από πρόταση για την επιβεβαίωση της ημερομηνίας του 2009 όσον αφορά την πλήρη υλοποίηση της εσωτερικής αγοράς ταχυδρομείων ή για τον καθορισμό τυχόν άλλου βήματος· - η πρόταση της Επιτροπής πρέπει να βασίζεται στα πορίσματα μελέτης προγνώσεων η οποία θα αξιολογεί, για κάθε κράτος μέλος, την επίπτωση στην καθολική υπηρεσία της πλήρους υλοποίησης της εσωτερικής αγοράς ταχυδρομείων το 2009. Η παρούσα πρόταση βασίζεται στα συμπεράσματα της μελέτης προγνώσεων σχετικά με την επίπτωση, για την καθολική υπηρεσία, της πλήρους υλοποίησης της εσωτερικής αγοράς ταχυδρομείων το 2009[3], όπως απαιτείται από την ταχυδρομική οδηγία, μια έκθεση αξιολόγησης επιπτώσεων[4] και μιας έκθεσης για την εφαρμογή της ταχυδρομικής οδηγίας[5] που περιλαμβάνει διεξοδική ανασκόπηση του τομέα. Στα έγγραφα αυτά περιλαμβάνονται πιο αναλυτικές πληροφορίες σχετικά με το ευρύτερο πλαίσιο και το σκεπτικό της παρούσας πρότασης όπως παρουσιάζονται στα παρακάτω τμήματα. 2. Η προταση τησ επιτροπησ 2.1. Νομικές πτυχές 2.1.1. Αρχή της επικουρικότητας Οι στόχοι της προτεινόμενης δράσης είναι η υλοποίηση μιας εσωτερικής αγοράς για ταχυδρομικές υπηρεσίες με την εξάλειψη των αποκλειστικών και ειδικών δικαιωμάτων στον ταχυδρομικό τομέα, η διασφάλιση ενός κοινού επιπέδου καθολικών υπηρεσιών για όλους τους χρήστες σε όλες τις χώρες της ΕΕ και η θέσπιση εναρμονισμένων κριτηρίων για την κανονιστική ρύθμιση των ταχυδρομικών υπηρεσιών σε ένα περιβάλλον ανοικτής αγοράς, με στόχο τη μείωση των άλλων εμποδίων στη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς. Οι στόχοι αυτοί δεν μπορούν να επιτευχθούν επαρκώς από τη μεμονωμένη δράση των κρατών μελών. Το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι ότι ορισμένα κράτη μέλη διατηρούν μονοπώλια σε διάφορους τομείς όσον αφορά την παροχή ορισμένων ταχυδρομικών υπηρεσιών με σκοπό τη χρηματοδότηση της καθολικής υπηρεσίας, ενώ άλλα έχουν καταργήσει πλήρως ή εν μέρει τα μονοπώλια των υπηρεσιών ή προτίθενται να τα καταργήσουν πριν από το 2009. Λόγω της κλίμακας ή των αποτελεσμάτων της προτεινόμενης δράσης, οι στόχοι αυτοί μπορούν να επιτευχθούν καλύτερα σε επίπεδο Κοινότητας και, επομένως, προτείνεται να θεσπίσει η Κοινότητα μέτρα σύμφωνα με την αρχή της επικουρικότητας όπως αυτή ορίζεται στο άρθρο 5 της συνθήκης ΕΚ. 2.1.2. Αναλογικότητα Σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας, όπως διατυπώνεται στο άρθρο 5 της συνθήκης ΕΚ, η παρούσα οδηγία δεν υπερβαίνει τα αναγκαία όρια για την επίτευξη των προτεινόμενων στόχων. Η παρούσα πρόταση για τροποποιημένη οδηγία εξακολουθεί να προβλέπει ένα γενικό πλαίσιο κανονιστικών στοιχείων και όχι ένα λεπτομερειακό σύνολο κανόνων για την κανονιστική ρύθμιση του τομέα. Η αρχή της αναλογικότητας είναι ο λόγος για τον οποίο η πρόταση περιέχει ένα φάσμα επιλογών για τα κράτη μέλη σχετικά με τον καλύτερο τρόπο επίτευξης των προτεινόμενων στόχων: - Οι μέθοδοι χρηματοδότησης που προτείνονται στο άρθρο 7 αφήνουν στα κράτη μέλη ένα ευρύ φάσμα επιλογών αντί να επιβάλλουν μία ενιαία λύση· - το ζήτημα της πρόσβασης στο δίκτυο καλύπτεται στο προτεινόμενο νέο άρθρο 11α και παραμένει στη διακριτική ευχέρεια των κρατών μελών να αξιολογούν την ανάγκη για κανονιστικές ρυθμίσεις και την έκταση των ρυθμίσεων αυτών όσον αφορά την πρόσβαση σε ορισμένα στοιχεία των ταχυδρομικών υποδομών ή υπηρεσιών και όσον αφορά τη ρύθμιση της πρόσβασης στα μεταγενέστερα επίπεδα του δικτύου που αφορούν τη διαλογή και τη διανομή· - προτείνεται να καταργηθεί η απαίτηση παρακολούθησης των διασταυρούμενων επιδοτήσεων μέσω ειδικών κανόνων για τον συγκεκριμένο τομέα, που περιλαμβάνονται στην έκτη περίπτωση του άρθρου 12 και να δοθεί η δυνατότητα στα κράτη μέλη να εξασφαλίζουν την αποτελεσματική κανονιστική ρύθμιση του ζητήματος αυτού· - δεν προτείνεται η δημιουργία νέων φορέων για τον συντονισμό των δραστηριοτήτων των εθνικών ρυθμιστικών αρχών. 3. Στοιχεία της πρότασης 3.1. Επιβεβαίωση του χρονοδιαγράμματος για το άνοιγμα της αγοράς όπως ορίζεται στην οδηγία με βάση τα συμπεράσματα της μελέτης προγνώσεων για τις επιπτώσεις που θα έχει στην καθολική υπηρεσία η πλήρης υλοποίηση της εσωτερικής ταχυδρομικής αγοράς το 2009 Η μελέτη προγνώσεων καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η υλοποίηση μιας εσωτερικής αγοράς για τις ταχυδρομικές υπηρεσίες σε όλα τα κράτη μέλη το 2009 είναι πλήρως συμβατή με τη διατήρηση καθολικής υπηρεσίας υψηλής ποιότητας και επιβεβαιώνει το πλήρες άνοιγμα της αγοράς έως την 1η Ιανουαρίου 2009. Η επιβεβαίωση του 2009 ως χρόνου ολοκλήρωσης της εσωτερικής αγοράς ταχυδρομικών υπηρεσιών θα εξασφαλίσει τα οφέλη της αύξησης του ανταγωνισμού για τη βελτίωση των επιπέδων των υπηρεσιών από άποψη ποιότητας, τιμών και επιλογών του καταναλωτή και θα ελευθερώσει το δυναμικό ανάπτυξης και απασχόλησης του τομέα. Αποτελεί επίσης αναγκαία και αναλογική απάντηση στις ανάγκες τόσο των χρηστών όσο και της ευρύτερης ευρωπαϊκής οικονομίας. Για να διατηρηθεί η εδαφική και η κοινωνική συνοχή και λαμβάνοντας υπόψη το γεγονός ότι τα κράτη μέλη μπορούν να αναπροσαρμόζουν ορισμένα συγκεκριμένα χαρακτηριστικά της υπηρεσίας προκειμένου να καλύπτεται η τοπική ζήτηση με την εφαρμογή της ευελιξίας που προβλέπεται στην ταχυδρομική οδηγία, καλό θα είναι να διατηρηθεί πλήρως η καθολική υπηρεσία και οι συναφείς απαιτήσεις ποιότητας που ορίζονται στην εν λόγω οδηγία. Κατά συνέπεια, η παρούσα πρόταση προβλέπει ένα νέο άρθρο 7 το οποίο, στην πρώτη παράγραφο, απαγορεύει στα κράτη μέλη να χορηγούν ή να διατηρούν αποκλειστικά και ειδικά δικαιώματα στον ταχυδρομικό τομέα. 3.2. Συμπληρωματικά και συνοδευτικά μέτρα για τη διαφύλαξη της καθολικής υπηρεσίας Η μελέτη προγνώσεων επεσήμανε ορισμένα συνοδευτικά, ή "βοηθητικά", μέτρα, τόσο σε επίπεδο ΕΕ όσο και σε εθνικό επίπεδο, τα οποία μπορούν να θεσπίσουν τα κράτη μέλη για τη διαφύλαξη της καθολικής υπηρεσίας εφόσον αυτό είναι απαραίτητο. Ορισμένα από τα μέτρα αυτά είναι κανονιστικά ενώ άλλα βασίζονται στην αγορά, όλα όμως είναι σχεδιασμένα για τη διευκόλυνση ή/και τη διαφύλαξη της παροχής της καθολικής υπηρεσίας υπό οικονομικά διατηρήσιμες συνθήκες σε μια ανταγωνιστική αγορά. Τα μέτρα αυτά θεωρούνται επαρκή για να καταστεί δυνατό το άνοιγμα της αγοράς σε όλα τα κράτη μέλη. Έχουν επίσης επισημανθεί πρόσθετα μέτρα διαφύλαξης, με τη μορφή συγκεκριμένων μηχανισμών χρηματοδότησης, για να αντισταθμίζεται, εφόσον αυτό είναι απαραίτητο και αναλογικό, το υπερβολικό κόστος της παροχής της καθολικής υπηρεσίας, με τρόπους που θα προκαλούν λιγότερες στρεβλώσεις στην εσωτερική αγορά σε σχέση με τη διατήρηση των μονοπωλίων. Ορισμένα από τα ρυθμιστικά μέτρα που είναι σχεδιασμένα για τη διαφύλαξη της καθολικής υπηρεσίας προβλέπονται ήδη από την τρέχουσα ταχυδρομική οδηγία, όπως η προσαρμογή της παροχής της καθολικής υπηρεσίας στις ανάγκες των χρηστών μέσα στα όρια ισχύος της ταχυδρομικής οδηγίας, η επιβολή υποχρεώσεων παροχής υπηρεσιών στους αδειοδοτηθέντες φορείς, η παρέμβαση των ρυθμιστικών αρχών για την προστασία του ανταγωνισμού και, εάν αυτό είναι αναγκαίο, η καθιέρωση της πρόσβασης σε μεταγενέστερο στάδιο όσον αφορά τη διαλογή και τη διανομή. Στο βαθμό που ενδέχεται να απαιτηθούν πρόσθετα κανονιστικά βοηθητικά μέτρα σε επίπεδο Κοινότητας, τα μέτρα αυτά αντικατοπτρίζονται στην παρούσα πρόταση. Επιπλέον, τα ίδια τα κράτη μέλη θα πρέπει να αποφασίζουν σχετικά με τα μέτρα που συνδέονται με τη λειτουργία της αγοράς ή που δεν αποτελούν μέρος του κοινοτικού πλαισίου. Όπως αναφέρεται στη μελέτη προγνώσεων και τις τομεακές μελέτες, αυτά μπορούν να περιλαμβάνουν μέτρα για την περαιτέρω αύξηση της αποτελεσματικότητας, τα οποία θα λαμβάνουν οι εγκαταστημένοι φορείς παροχής καθολικής υπηρεσίας, διαφοροποίηση των πηγών εσόδων τους και μέτρα για την αύξηση του όγκου. Σύμφωνα με το προτεινόμενο ταχυδρομικό πλαίσιο της ΕΕ, τα κράτη μέλη θα έχουν τη δυνατότητα να καθορίζουν τον πιο κατάλληλο συνδυασμό των διαφόρων μέτρων που μπορούν να εφαρμόζονται για τη διαφύλαξη της καθολικής υπηρεσίας στο νέο περιβάλλον της αγοράς. 3.2.1. Εναλλακτικά μέτρα κόστους/αποτελεσματικότητας για την εξασφάλιση της καθολικής υπηρεσίας (άρθρα 3 και 6) Το άρθρο 4 της ταχυδρομικής οδηγίας καθιέρωσε προτίμηση παροχής της καθολικής υπηρεσίας μέσω του υποχρεωτικού εκ των προτέρων καθορισμού ενός ή περισσότερων φορέων παροχής καθολικής υπηρεσίας. Η ανάπτυξη μεγαλύτερου ανταγωνισμού και επιλογών στην αγορά σημαίνει ότι θα υπάρχουν και άλλοι, εξίσου αποτελεσματικοί, τρόποι εξασφάλισης της παροχής της καθολικής υπηρεσίας. Η παρούσα πρόταση προβλέπει, με προτεινόμενες τροποποιήσεις των άρθρων 4 και 3 παράγραφος 3, να έχουν τα κράτη μέλη τη δυνατότητα να καθορίζουν τον πιο αποτελεσματικό και κατάλληλο μηχανισμό για την εξασφάλιση της διαθεσιμότητας της καθολικής υπηρεσίας τηρώντας τις αρχές της αντικειμενικότητας, της διαφάνειας, της αποφυγής διακρίσεων, της αναλογικότητας και της ελάχιστης δυνατής στρέβλωσης της αγοράς. Οι μηχανισμοί αυτοί μπορούν να διευκολύνουν την παροχή της καθολικής υπηρεσίας ή μερών της υπηρεσίας αυτής με διάφορους τρόπους, όπως π.χ. αφήνοντάς την στις δυνάμεις της αγοράς ή επιτρέποντας στα κράτη μέλη να επισημαίνουν τις συγκεκριμένες υπηρεσίες ή περιφέρειες όπου η καθολική υπηρεσία δεν μπορεί να εξασφαλισθεί από τις δυνάμεις της αγοράς οπότε οι υπηρεσίες αυτές μπορούν να παρέχονται με καλή σχέση αποτελεσματικότητας/κόστους μέσω δημοπρατήσεων. Σε συμφωνία με την αυξημένη ευελιξία των κρατών μελών να εξασφαλίζουν την παροχή της καθολικής υπηρεσίας με τρόπους διαφορετικούς από τον εκ των προτέρων καθορισμό του ή των φορέων παροχής καθολικής υπηρεσίας, η παρούσα πρόταση προβλέπει, με μια τροποποίηση του άρθρου 6, ότι τα κράτη μέλη μπορούν να αποφασίζουν ποιος είναι ο καλύτερος τρόπος να εξασφαλιστεί ότι θα διατίθενται στο κοινό οι πληροφορίες σχετικά με τις καθολικές υπηρεσίες. 3.2.2. Ενίσχυση και αποσαφήνιση της αρχής ότι τα τιμολόγια της καθολικής υπηρεσίας πρέπει να αντικατοπτρίζουν το κόστος (άρθρο 12, δεύτερη περίπτωση και άρθρο 2, παράγραφος 20) Η αρχή ότι οι τιμές των υπηρεσιών πρέπει να αντικατοπτρίζουν το κόστος έχει μεταφραστεί διαφορετικά στις διάφορες γλωσσικές εκδόσεις της οδηγίας 97/67/EΚ, με αποτέλεσμα πιθανές διαφορετικές ερμηνείες. Η χρήση της έννοιας του προσανατολισμού στο κόστος, στις γλωσσικές εκδόσεις στις οποίες προς το παρόν δεν εμφανίζεται, θα συμβάλει στην ομοιόμορφη εφαρμογή της εν λόγω αρχής. Επιπλέον, η αρχή ότι οι τιμές πρέπει να ενισχύουν την αύξηση της αποτελεσματικότητας θα βελτιώσει την εφαρμογή της διάταξης αυτής προς όφελος των χρηστών. Το άρθρο 12, δεύτερη περίπτωση, της ταχυδρομικής οδηγίας επιτρέπει στα κράτη μέλη να αποκλίνουν από την αρχή ότι τα τιμολόγια των καθολικών υπηρεσιών πρέπει να αντικατοπτρίζουν το κόστος, εφαρμόζοντας ένα ενιαίο εθνικό τιμολόγιο, το οποίο ισχύει άσχετα με την απόσταση και τα άλλη κόστη της υπηρεσίας, προκειμένου να εξασφαλίσει την κοινωνική και εδαφική συνοχή. Όπως έδειξαν οι τομεακές μελέτες, η υποχρεωτική επιβολή ενιαίων τιμολογίων σε ένα πλήρως ανταγωνιστικό περιβάλλον μπορεί να οδηγήσει σε αύξηση του κόστους και κινδύνους για τη βιωσιμότητα ορισμένων υπηρεσιών, δεδομένου ότι ο φορέας παροχής της καθολικής υπηρεσίας θα κινδυνεύει να χάσει επικερδείς δραστηριότητες στις εν λόγω περιοχές λόγω ανταγωνιστικών πιέσεων. Οι τομεακές μελέτες δείχνουν επίσης ότι το ενιαίο τιμολόγιο είναι πιθανό ότι θα διατηρηθεί από τους φορείς παροχής καθολικής υπηρεσίας μετά το πλήρες άνοιγμα της αγοράς για μεγάλο αριθμό υπηρεσιών. Κάτω από τις συνθήκες αυτές, τα κράτη μέλη θα πρέπει να περιορίσουν τις κανονιστικές παρεμβάσεις για να εξασφαλιστεί η οικονομικά βιώσιμη παροχή της καθολικής υπηρεσίας. Παρέχοντας στους φορείς παροχής της καθολικής υπηρεσίας την απαραίτητη ευελιξία να αντιδρούν στον ανταγωνισμό, θα περιορίζονται οι τυχόν κίνδυνοι για την οικονομική ισορροπία της καθολικής υπηρεσίας. Για το λόγο αυτό η παρούσα πρόταση προβλέπει, με μια τροποποίηση του άρθρου 12, δεύτερη περίπτωση, ότι τα κράτη μέλη θα πρέπει να περιορίζουν την εφαρμογή ενιαίων τιμολογίων σε ταχυδρομικά αντικείμενα, περιλαμβανομένων αυτών που απευθύνονται σε εθνικούς προορισμούς και προορισμούς της ΕΕ, τα οποία υπόκεινται σε χρέωση ανά μονάδα (όπως αυτά που πληρώνονται με γραμματόσημα), τα οποία χρησιμοποιούνται κυρίως από καταναλωτές και μικρές επιχειρήσεις και για τα οποία ο ανταγωνισμός αναμένεται ότι θα είναι περιορισμένος. Ο ορισμός της έννοιας "χρέωση ανά μονάδα" περιλαμβάνεται στο άρθρο 2, παράγραφος 20. Η προτεινόμενη τροποποίηση περιλαμβάνει επίσης τη δυνατότητα, για τα κράτη μέλη, να απαιτούν ενιαία τιμολόγια όποτε διακυβεύονται άλλα νόμιμα δημόσια συμφέροντα, όπως οι περιπτώσεις στις οποίες οι ταχυδρομικές υπηρεσίες χρησιμοποιούνται για τη διανομή του τύπου επειδή δεν υπάρχουν άλλοι δίαυλοι διανομής. Η πτυχή αυτή εξετάζεται αναλυτικότερα στην αιτιολογική σκέψη 24. 3.2.3. Χρηματοδότηση της καθολικής υπηρεσίας (άρθρο 7) Σε ορισμένες περιπτώσεις, μετά τη θέσπιση συνοδευτικών μέτρων για τη διαφύλαξη της καθολικής υπηρεσίας, σε ορισμένα κράτη μέλη ενδέχεται να είναι ακόμη απαραίτητη η χρηματοδότηση του κατάλοιπου κόστους παροχής της καθολικής υπηρεσίας. Με ένα νέο άρθρο 7, η παρούσα πρόταση αποσαφηνίζει τις εναλλακτικές λύσεις που διαθέτουν τα κράτη μέλη στις περιπτώσεις όπου υπάρχει ανάγκη για εξωτερική χρηματοδότηση της καθολικής υπηρεσίας. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να έχουν την ελευθερία να αποφασίζουν για τη μέθοδο χρηματοδότησης που είναι η πιο κατάλληλη για τη συγκεκριμένη κατάστασή τους, μεριμνώντας ταυτόχρονα για την αποφυγή ενδεχόμενων δυσανάλογων στρεβλώσεων της λειτουργίας της αγοράς. Οι εναλλακτικές λύσεις χρηματοδότησης στο νέο άρθρο 7 περιλαμβάνουν την αποζημίωση από το δημόσιο με άμεσες κρατικές επιδοτήσεις (παράγραφος 3) ή, έμμεσα, τη χρηματοδότηση μέσω διαδικασιών δημοσίων προμηθειών (παράγραφος 2). Δεδομένου ότι υπάρχει ένα αναλυτικό σώμα κοινοτικών κανόνων και νομολογίας που διέπουν τις δημόσιες προμήθειες και τη δημόσια αποζημίωση για υπηρεσίες γενικού οικονομικού συμφέροντος, πράγμα που ισχύει και για τον ταχυδρομικό τομέα, δεν είναι απαραίτητο να θεσπιστούν νέοι κανόνες στους τομείς αυτούς. Τέλος, οι προτεινόμενες παράγραφοι 3 β) και 4 του άρθρου 7, συνεχίζουν να προβλέπουν τη δυνατότητα, που προς το παρόν περιλαμβάνεται στο άρθρο 9 της ταχυδρομικής οδηγίας, να δημιουργηθεί ένα ταμείο αποζημιώσεων ώστε να αντισταθμίζεται το δυσανάλογο οικονομικό βάρος που βαρύνει τον ή τους φορείς παροχής της καθολικής υπηρεσίας λόγω της παροχής της εν λόγω υπηρεσίας. Μέχρι σήμερα, η εμπειρία σχετικά με το ταμείο αποζημιώσεων ως μηχανισμό για τη χρηματοδότηση της καθολικής ταχυδρομικής υπηρεσίας είναι πολύ περιορισμένη. Αυτό ωστόσο είναι αναμενόμενο, δεδομένου ότι ο σημαντικός αποκλειστικός τομέας που ισχύει τα περισσότερα κράτη μέλη αποτελεί προφανή πηγή χρηματοδότησης. Ωστόσο, χωρίς τον αποκλειστικό τομέα, είναι πιθανό ότι πολλά κράτη μέλη θα επανεξετάσουν την ανάγκη για ταμείο αποζημιώσεων, καθιστώντας το ένα δυνητικό παράγοντα διαφύλαξης που θα πρέπει να διατηρηθεί. Το άρθρο 7 παράγραφοι 3 β) και 4 τονίζουν επίσης τη δυνατότητα κάλυψης τυχόν κατάλοιπου καθαρού κόστους της καθολικής υπηρεσίας με την επιβολή δασμού στους φορείς παροχής υπηρεσιών ή/και τους χρήστες. 3.3. Άλλα μέτρα που περιλαμβάνονται στην πρόταση 3.3.1. Χορήγηση εγκρίσεων και ειδικών αδειών (Άρθρο 9) Τα κράτη μέλη μπορούν να συνεχίσουν να εφαρμόζουν τη χορήγηση εγκρίσεων και ειδικών αδειών όποτε αυτό είναι δικαιολογημένο και αναλογικό με τον επιδιωκόμενο στόχο, με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 9 της ταχυδρομικής οδηγίας. Ωστόσο, όπως τονίστηκε από την τρίτη έκθεση της Επιτροπής για την εφαρμογή της ταχυδρομικής οδηγίας, φαίνεται ότι είναι απαραίτητη η περαιτέρω εναρμόνιση των όρων που μπορούν να επιβληθούν και των αρχών που θα εφαρμόζονται στους εν λόγω όρους και διαδικασίες, προκειμένου να μειωθούν οι αδικαιολόγητοι φραγμοί για την παροχή υπηρεσιών στην εσωτερική αγορά. Η παρούσα πρόταση προβλέπει μια τροποποίηση του άρθρου 9 παράγραφος 2 που εισάγει τον παρακάτω κατάλογο απαγορευμένων όρων, οι οποίοι προέρχονται από την πρακτική εμπειρία και τις τομεακές μελέτες: - Περιορισμός του αριθμού των αδειούχων. Το μέτρο αυτό χρησιμοποιήθηκε σε άλλες βιομηχανίες δικτύων στις οποίες η ύπαρξη παράλληλων υποδομών δεν είναι επιθυμητή από οικονομική, φυσική ή κοινωνική άποψη, λόγοι που δεν ισχύουν για τον ταχυδρομικό τομέα. - Η ταυτόχρονη απαίτηση συνεισφοράς σε ένα μηχανισμό επιμερισμού του κόστους και η επιβολή υποχρεώσεων καθολικής υπηρεσίας ή ποιότητας. Οι υποχρεώσεις καθολικής υπηρεσίας επιμερίζουν τα δυσμενή κόστη της υπηρεσίας σε πολλές εταιρείες ενώ το ταμείο αποζημιώσεων επιβάλει εισφορά στις εταιρείες για να χρηματοδοτηθεί το δυσμενές κόστος που βαρύνει μία εταιρεία, έτσι ώστε η συνδυασμένη εφαρμογή και των δύο είναι αδικαιολόγητη. - Διπλή επιβολή όρων στις επιχειρήσεις δυνάμει άλλων εθνικών νόμων που δεν αφορούν συγκεκριμένους τομείς· αυτό θα περιορίσει τα περιττά διοικητικά κόστη για τους φορείς παροχής ταχυδρομικών υπηρεσιών. - Δυσανάλογοι ή αδικαιολόγητοι τεχνικοί ή λειτουργικοί όροι. Τυχών όροι που θα αποσκοπούν, για παράδειγμα, στην προστασία του εμπιστευτικού χαρακτήρα της αλληλογραφίας, ή στην διευκόλυνση της επιστροφής αλληλογραφίας που παραδόθηκε σε λάθος αποδέκτη θα συνεχίσουν να είναι αποδεκτοί. Οι απαγορεύσεις αυτές δεν ισχύουν για τον ή τους καθορισμένους φορείς παροχής καθολικής υπηρεσίας, που μπορεί να υπόκεινται σε διαφορετικού είδους κανονιστικές ρυθμίσεις δεδομένου ότι μπορεί να έχουν διαφορετικούς στόχους ή να λειτουργούν υπό ξεχωριστή νομική βάση, όπως η κρατική ιδιοκτησία. 3.3.2. Πρόσβαση σε βασική ταχυδρομική υποδομή και υπηρεσίες (Άρθρο 11a) Με βάση την εμπειρία από ορισμένα κράτη μέλη, η παρούσα πρόταση εισάγει ένα νέο άρθρο 11α που θα απαιτεί από τα κράτη μέλη να αξιολογούν εάν, σε ένα περιβάλλον με πολλούς φορείς, ορισμένα στοιχεία της ταχυδρομικής υποδομής ή των υπηρεσιών: - ενδέχεται να είναι απαραίτητα ή να διευκολύνουν σε μεγάλο βαθμό την παροχή των υπηρεσιών από φορείς που είναι πρόθυμοι να ανταγωνίζονται με τον ή τους φορείς παροχής καθολικής υπηρεσίας· ή/και - παρέχουν οφέλη στους χρήστες και τους καταναλωτές μειώνοντας τον αριθμό των ταχυδρομικών αντικειμένων που καταλήγουν σε λάθος αποδέκτη ή δεν μπορούν να επιστραφούν στον αποστολέα, εξασφαλίζοντας τη συνολική ποιότητα της αλληλογραφίας και την προστασία των ουσιωδών απαιτήσεων προς όφελος όλων των φορέων και των χρηστών. Δεδομένου ότι το νομικό καθεστώς και η κατάσταση της αγοράς αυτών των στοιχείων της ταχυδρομικής υποδομής ή των υπηρεσιών διαφέρουν από το ένα κράτος μέλος στο άλλο (π.χ. ανήκουν στον φορέα παροχής καθολικής υπηρεσίας ή παρέχονται αποκλειστικά απ΄αυτόν ή ανήκουν και παρέχονται από πολλούς φορείς), προτείνεται να περιοριστεί αυτή η απαίτηση για τα κράτη μέλη στη λήψη, με πλήρη γνώση των στοιχείων, μιας απόφασης σχετικά με την ανάγκη για κανονιστικές ρυθμίσεις και την έκτασή τους, την επιλογή του κανονιστικού μέσου και την αποζημίωση που ενδεχομένως θα απαιτείται. Το προτεινόμενο άρθρο 11α δεν τροποποιεί την κανονιστική ρύθμιση της πρόσβασης σε μεταγενέστερο στάδιο όσον αφορά το μέρος του δικτύου το σχετικό με τη διαλογή και τη διανομή. Όσον αφορά το τελευταίο, τα κράτη μέλη πρέπει να συνεχίσουν να συμμορφώνονται με το άρθρο 12 πέμπτη περίπτωση και μπορούν, ενόψει των εθνικών συνθηκών, να λαμβάνουν άλλα μέτρα για να εξασφαλίζεται η πρόσβαση στο δημόσιο ταχυδρομικό δίκτυο υπό συνθήκες διαφάνειας και αποφυγής διακρίσεων. 3.3.3. Έλεγχος του θεμιτού ανταγωνισμού (Άρθρο 12 έκτη περίπτωση και Άρθρο 14) Σε ένα πλήρως ανταγωνιστικό περιβάλλον, τα κράτη μέλη πρέπει να ασκούν την ευαίσθητη δραστηριότητα της παροχής επαρκούς ελευθερίας στους φορείς παροχής καθολικής υπηρεσίας ώστε να προσαρμόζονται στον ανταγωνισμό και, ταυτόχρονα, της διασφάλισης ικανοποιητικής παρακολούθησης της συμπεριφοράς του φορέα με πιθανή δεσπόζουσα θέση προκειμένου να εξασφαλιστεί ο αποτελεσματικός ανταγωνισμός. Επειδή η δραστηριότητα αυτή θα απαιτεί την αξιολόγηση των συνθηκών της αγοράς, των θεσμικών διευθετήσεων και των ικανοτήτων εποπτείας του κάθε κράτους μέλους, θα πρέπει να έχουν τα κράτη μέλη την ελευθερία να αποφασίζουν σχετικά με τους συγκεκριμένους κανονιστικούς μηχανισμούς για τον έλεγχο του κατεστημένου φορέα, διατηρώντας παράλληλα το απαραίτητο ελάχιστο κοινό έδαφος. Αυτό δικαιολογεί, αφενός, την κατάργηση της απαίτησης που επιβαλλόταν στα κράτη μέλη σχετικά με την παρακολούθηση των διασταυρούμενων επιδοτήσεων μέσω συγκεκριμένων κανόνων για τον τομέα και, αφετέρου, τη διατήρηση των κανόνων για τη διαφάνεια των λογαριασμών. Όσον αφορά τις διασταυρούμενες επιδοτήσεις και την απουσία ενός αποκλειστικού τομέα ως σαφούς πηγής στρεβλώσεων του ανταγωνισμού που δικαιολογούσε τους ισχύοντες κανόνες η παρούσα πρόταση προβλέπει, επομένως, με την προτεινόμενη κατάργηση του άρθρου 12, έκτη περίπτωση, να αποφασίζουν τα κράτη μέλη σχετικά με το ποιος είναι ο καλύτερος τρόπος να εξασφαλίζεται ότι η συμπεριφορά του φορέα παροχής καθολικής υπηρεσίας, που συχνά θα κατέχει δεσπόζουσα θέση σε μια αγορά, δεν θα οδηγήσει σε στρεβλώσεις του ανταγωνισμού. Για το σκοπό αυτό, τα κράτη μέλη μπορούν να θεσπίζουν συγκεκριμένους ελέγχους εκ των προτέρων (όπως απαιτείται από την τρέχουσα οδηγία) ή να βασίζονται στην εκ των υστέρων εφαρμογή της νομοθεσίας περί ανταγωνισμού από τις αρχές τις αρμόδιες για τον ανταγωνισμό ή/και τις εθνικές ρυθμιστικές αρχές. Όσον αφορά τους κανόνες για τη διαφάνεια της λογιστικής που θα ισχύουν για τον ή τους φορείς παροχής καθολικής υπηρεσίας, εξακολουθεί να είναι απαραίτητη μια κατάλληλη απαίτηση λογιστικού διαχωρισμού κατά τη διάρκεια της μετάβασης προς την ανταγωνιστική αγορά. Οι προτεινόμενες τροποποιήσεις του άρθρου 14 αντικατοπτρίζουν τη νέα κατάσταση στην οποία δεν θα υπάρχει πλέον αποκλειστικός τομέας. Δεδομένης της ύπαρξης συνεργασίας μεταξύ των εθνικών ρυθμιστικών αρχών για την ανάπτυξη βέλτιστων πρακτικών και κοινών προσεγγίσεων στον τομέα αυτό (π.χ. με την Επιτροπή ευρωπαϊκών ταχυδρομικών ρυθμιστικών αρχών) δεν είναι απαραίτητο, σύμφωνα με τις αρχές της βελτίωσης της νομοθεσίας, να θεσπιστούν πιο αναλυτικοί και δεσμευτικοί κανόνες για τον επιμερισμό του κόστους στην παρούσα οδηγίας. 3.3.4. Ενίσχυση της προστασίας των καταναλωτών (Άρθρα 12, πρώτη περίπτωση, 19, 22, 22a) Σύμφωνα με τους υπάρχοντες κανόνες που ισχύουν για άλλους τομείς υπηρεσιών και προκειμένου να ενισχυθεί η προστασία των καταναλωτών σε μια εξελισσόμενη αγορά η παρούσα πρόταση προβλέπει, με μια τροποποίηση του άρθρου 19, την επέκταση της εφαρμογής των ελάχιστων αρχών σχετικά με τις διαδικασίες προσφυγής ώστε να μην καλύπτουν μόνο τον ή τους φορείς παροχής καθολικής υπηρεσίας. Τα συμφέροντα των καταναλωτών προστατεύονται επίσης περισσότερο με τους εξής τρόπους: 1) ενίσχυση της διαλειτουργικότητας μεταξύ των φορέων χάρη στην πρόσβαση σε ορισμένα στοιχεία της υποδομής και των υπηρεσιών, όπως προβλέπεται στο προτεινόμενο νέο άρθρο 11α, όπως εξηγείται αναλυτικότερα παραπάνω, 2) την απαίτηση συνεργασίας μεταξύ των εθνικών ρυθμιστικών αρχών και των οργανώσεων προστασίας των καταναλωτών που περιλαμβάνεται στην προτεινόμενη τροποποίηση του άρθρου 22 δεύτερη παράγραφος, 3) την αποσαφήνιση του ρόλου και των εξουσιών των εθνικών ρυθμιστικών αρχών όσον αφορά την παρακολούθηση και την εποπτεία της καθολικής υπηρεσίας που περιλαμβάνεται στο άρθρο 22, τρίτη παράγραφος και στο άρθρο 22α, πρώτη παράγραφος. Τέλος, δεδομένης της σημασίας των ταχυδρομικών υπηρεσιών για άτομα τυφλά ή με σοβαρά προβλήματα όρασης ως καταναλωτές ταχυδρομικών υπηρεσιών προτείνεται να επιβεβαιωθεί, στο άρθρο 12, πρώτη περίπτωση, ότι η διαδικασία του ανοίγματος της αγοράς δεν θα πρέπει να περιορίσει τη συνέχιση της παροχής ορισμένων δωρεάν υπηρεσιών για άτομα τυφλά ή με σοβαρά προβλήματα όρασης που έχουν καθιερωθεί από τα κράτη μέλη σύμφωνα με τις ισχύουσες διεθνείς υποχρεώσεις που έχουν καθιερωθεί στο πλαίσιο της παγκόσμιας ταχυδρομικής ένωσης. 3.3.5. Άσκηση των εκτελεστικών αρμοδιοτήτων από την Επιτροπή (Άρθρο 21) Η Επιτροπή που έχει συσταθεί από την ταχυδρομική οδηγία έχει καθήκον να επικουρεί την Επιτροπή στην άσκηση των εκτελεστικών αρμοδιοτήτων της και, συγκεκριμένα, όσον αφορά την τροποποίηση του παραρτήματος 1 σχετικά με τους στόχους ποιότητας της υπηρεσίας για τις ενδοκοινοτικές διασυνοριακές υπηρεσίες και τη θέσπιση όρων για μετρήσεις τυποποιημένης ποιότητας (πρβλ. άρθρο 16 της οδηγίας). Δεδομένου ότι οι κανονιστικές λειτουργίες της εν λόγω επιτροπής αφορούν την τροποποίηση μη ουσιαστικών στοιχείων της οδηγίας, καλό θα είναι να ευθυγραμμιστούν οι κανόνες που τη διέπουν με την κανονιστική διαδικασία που θεσπίστηκε πρόσφατα με την απόφαση του Συμβουλίου για τον καθορισμό των όρων άσκησης των εκτελεστικών αρμοδιοτήτων που ανατίθενται στην Επιτροπή[6], που παρέχει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο πρόσθετους μηχανισμούς εξέτασης των σχετικών μέτρων. 3.3.6. Εθνικές ρυθμιστικές αρχές (Άρθρο 22) Ο ρόλος των εθνικών ρυθμιστικών αρχών είναι πιθανό ότι θα εξακολουθήσει να είναι καίριος, ιδιαίτερα στα κράτη μέλη στα οποία δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί η μετάβαση στον ανταγωνισμό. Για να βελτιωθεί η αποτελεσματική λειτουργία των φορέων αυτών, και με βάση την εμπειρία σε παρόμοιους τομείς που υπόκεινται σε κανονιστικές ρυθμίσεις και συζητήσεις στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή ταχυδρομικών κανονιστικών φορέων καθώς και διάφορες τομεακές μελέτες, η παρούσα πρόταση προβλέπει τις ακόλουθες τροποποιήσεις στο άρθρο 22: - Διαρθρωτικό διαχωρισμό των κανονιστικών λειτουργιών από τις δραστηριότητες που συνδέονται με την ιδιοκτησία ή τον έλεγχο σε έναν φορέα. Σύμφωνα με την αρχή του διαχωρισμού των κανονιστικών και των λειτουργικών δραστηριοτήτων, τα κράτη μέλη πρέπει να εγγυώνται την ανεξαρτησία των εθνικών ρυθμιστικών αρχών, ιδίως όσον αφορά λειτουργίες που συνδέονται με την ιδιοκτησία, σε περιπτώσεις όπου ίσως υπάρχει σαφής σύγκρουση συμφερόντων στο δημόσιο τομέα, εξασφαλίζοντας έτσι την αμεροληψία των αποφάσεών τους. Η απαίτηση αυτή, που υπάρχει σε άλλες βιομηχανίες δικτύων, δεν συνεπάγεται απαραίτητα τη δημιουργία νέων διοικητικών δομών, απαιτεί όμως να υπάρχει σαφής και σταθερός διαχωρισμός των δραστηριοτήτων που ασκούν οι διάφοροι δημόσιοι φορείς (Άρθρο 22 πρώτη παράγραφος). - Διαφάνεια όσον αφορά την κατανομή των κανονιστικών λειτουργιών και συνεργία μεταξύ των εθνικών φορέων που ασκούν κανονιστικές δραστηριότητες. Λόγω της συχνής εμπλοκής διαφόρων εθνικών φορέων στην άσκηση κανονιστικών λειτουργιών, προτείνεται να επιβληθεί η απαίτηση της εξασφάλισης περαιτέρω διαφάνειας, και επομένως σαφήνειας, στην κατανομή των καθηκόντων τους. Λόγω της συχνής αλληλοεπικάλυψης των καθηκόντων των φορέων που είναι αρμόδιοι για την κανονιστική ρύθμιση διαφόρων τομέων, την εφαρμογή των κανόνων ανταγωνισμού και την προστασία των καταναλωτών, προτείνεται να απαιτηθεί από τους φορείς αυτούς να συνεργάζονται ώστε να εξασφαλίζεται καλύτερα η ουσιαστική εκτέλεση των καθηκόντων τους (Άρθρο 22 πρώτη και δεύτερη παράγραφος). - Επιβεβαίωση του δικαιώματος προσφυγής κατά αποφάσεων των εθνικών ρυθμιστικών αρχών και του προσωρινού χαρακτήρα τους, ώστε να εξασφαλίζεται η σαφήνεια στην αγορά κατά τη διαδικασία ανοίγματος της αγοράς και χωρίς να θίγεται ο διαχωρισμός των αρμοδιοτήτων στα κράτη μέλη όσον αφορά τα εθνικά δικαστικά συστήματά τους καθώς και τα δικαιώματα των νομικών και των φυσικών προσώπων βάσει της εθνικής νομοθεσίας (Άρθρο 22 τρίτη παράγραφος). - Ενίσχυση της συνεργασίας μεταξύ των εθνικών ρυθμιστικών αρχών της ΕΕ, ώστε να εξασφαλιστεί η νομική στήριξη και ώθηση για τις εργασίες που πραγματοποιούν σήμερα οι υφιστάμενοι φορείς, όπως η επιτροπή ευρωπαϊκών ταχυδρομικών κανονιστικών φορέων και η επιτροπή της ταχυδρομικής οδηγίας, για την προώθηση των βέλτιστων πρακτικών και την προώθηση της εναρμόνισης των κανονιστικών πρακτικών στην εσωτερική αγορά χωρίς να απαιτείται απαραίτητα η δημιουργία νέων διοικητικών δομών (Άρθρο 22 δεύτερη παράγραφος). 3.3.7. Παροχή πληροφοριών στις εθνικές ρυθμιστικές αρχές (Άρθρο 22a) Οι εθνικές διοικητικές αρχές πρέπει να συγκεντρώνουν πληροφορίες από τους φορείς της αγοράς προκειμένου να εκτελούν αποτελεσματικά τα καθήκοντά τους. Η απουσία συγκεκριμένων αρμοδιοτήτων για τη συλλογή πληροφοριών από τους ταχυδρομικούς φορείς τονίζεται συνέχεια από την ευρωπαϊκή επιτροπή ταχυδρομικών κανονιστικών φορέων, τις στατιστικές υπηρεσίες και τις τομεακές μελέτες ως σημαντικό μειονέκτημα για την εφαρμογή της οδηγίας και την εφαρμογή των εθνικών κανόνων. Η παρούσα πρόταση προβλέπει την εισαγωγή ενός νέου άρθρου 22α που θα δώσει στις εθνικές ρυθμιστικές αρχές την εξουσία να συλλέγουν πληροφορίες όποτε αυτό είναι εύλογο και δικαιολογημένο, περιλαμβανόμενης της συλλογής για στατιστικούς σκοπούς. 3.3.8. Ανασκόπηση και εκθέσεις για την εφαρμογή της ταχυδρομικής οδηγίας (Άρθρο 23) Η παρούσα πρόταση προβλέπει τη διατήρηση της τακτικής παρακολούθησης και της υποβολής εκθέσεων σχετικά με την εφαρμογή της οδηγίας στο Συμβούλιο και το Κοινοβούλιο ώστε να είναι δυνατόν να προβλεφθούν τυχών περαιτέρω κανονιστικά μέτρα που θα είναι ενδεχομένως απαραίτητα για να εξασφαλιστεί η καθολική υπηρεσία ή/και η διαδικασία ανοίγματος της αγοράς. Με βάση την εμπειρία από το παρελθόν, προτείνεται η τροποποίηση του άρθρου 23 ώστε να επεκταθεί η περίοδος υποβολής έκθεσης από δύο σε τρία έτη. Αυτή η περίοδος υποβολής έκθεσης λαμβάνει υπόψη το ρυθμό των εξελίξεων στην αγορά και τις κοινωνικές πτυχές της εφαρμογής της οδηγίας και προβλέπει ένα επαρκές χρονικό πλαίσιο στο οποίο θα βασίζονται τυχών συστάσεις σχετικά με τη χάραξη πολιτικής. 3.3.9. Κατάργηση της προβλεπόμενης λήξης της ισχύος (Άρθρα 26, 27) Σύμφωνα με την απόφαση για κατάργηση των ειδικών και αποκλειστικών δικαιωμάτων του 2009 (Άρθρο 7 παράγραφος 1), η παρούσα πρόταση προβλέπει την κατάργηση της υπάρχουσας διάταξης για λήξη της ισχύος που αναφέρεται στα άρθρα 26 παράγραφος 2 και 27 της ταχυδρομικής οδηγίας. 3.3.10. Συνεκτικότητα και βελτίωση των κανονιστικών ρυθμίσεων (Άρθρα 1, 2, 9, 10, 11) Η παρούσα πρόταση προβλέπει ορισμένες τροποποιήσεις για να βελτιωθεί η νομική σαφήνεια και η συνεκτικότητα της ταχυδρομικής οδηγίας. - Άρθρο 1, δεύτερη περίπτωση: η προτεινόμενη τροποποίηση είναι σύμφωνη με την τροποποίηση του άρθρου 7 ώστε να ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι οι ταχυδρομικές υπηρεσίες δεν μπορούν πλέον να παρέχονται κατ' αποκλειστικότητα· - Άρθρο 2, παράγραφος 6: η προτεινόμενη τροποποίηση αποσαφηνίζει το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας και ιδιαίτερα το γεγονός ότι η οδηγία ισχύει για όλους τους φορείς παροχής ταχυδρομικών υπηρεσιών και όχι μόνο για τους φορείς παροχής καθολικής υπηρεσίας· - Άρθρο 2, παράγραφος 8: η προτεινόμενη τροποποίηση είναι σύμφωνη με την τροποποίηση του άρθρου 7, δεδομένου ότι η έννοια του διαφημιστικού ταχυδρομείου έχει χρησιμοποιηθεί μόνο σε σύνδεση με τις υπηρεσίες που μπορούν να είναι αποκλειστικές· - Άρθρο 9 παράγραφος 5: η προτεινόμενη τροποποίηση είναι σύμφωνη με την τροποποίηση του άρθρου 7, δεδομένου ότι η έννοια του διαφημιστικού ταχυδρομείου έχει χρησιμοποιηθεί μόνο σε σύνδεση με τις υπηρεσίες που μπορούν να είναι αποκλειστικές· - Τίτλος του κεφαλαίου 4: η προτεινόμενη τροποποίηση του τίτλου του κεφαλαίου 4 είναι σύμφωνη με την τροποποίηση του άρθρου 7 για να ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι η διαφορά μεταξύ αποκλειστικών και μη αποκλειστικών ταχυδρομικών υπηρεσιών δεν υπάρχει πλέον στο πλαίσιο της παρούσας πρότασης· - Άρθρο 10: οι προτεινόμενες τροποποιήσεις αντικατοπτρίζουν τη νέα ρύθμιση της συνθήκης ΕΚ και επίσης το γεγονός ότι η διαφορά μεταξύ αποκλειστικών και μη αποκλειστικών ταχυδρομικών υπηρεσιών δεν υπάρχει πλέον στο πλαίσιο της παρούσας πρότασης· - Άρθρο 11: η προτεινόμενη τροποποίηση λαμβάνει υπόψη τη νέα αρίθμηση της συνθήκης ΕΚ· - Άρθρο 12, πέμπτη περίπτωση: ο όρος 'ιδιωτών' διαγράφεται και αντικαθίσταται από τον όρο 'πελατών', δεδομένου ότι το εάν ένας πελάτης ανήκει στο δημόσιο ή στον ιδιωτικό τομέα είναι αδιάφορο και ενδεχομένως παραπλανητικό· - Άρθρο 26 παράγραφος 1: η προτεινόμενη διαγραφή του άρθρου 26 παράγραφος 1 συνάδει με την τροποποίηση του άρθρου 7 προκειμένου να ληφθεί το γεγονός ότι οι ταχυδρομικές υπηρεσίες δεν μπορούν πλέον να είναι αποκλειστικές και, επομένως, δεν μπορούν να θεσπιστούν πιο 'φιλελεύθερα' μέτρα. Για να διευκολυνθεί η συνεκτική μεταφορά του αναπροσαρμοσμένου ρυθμιστικού πλαισίου, η Επιτροπή προτίθεται να εποπτεύει και να συζητά με τα κράτη μέλη θέματα ορθής μεταφοράς, εφαρμογής και επιβολής των νέων διατάξεων της οδηγίας. 2006/0196 (COD) Πρόταση ΟΔΗΓΙΑ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ για την τροποποίηση της οδηγίας 97/67/EΚ σχετικά με την πλήρη υλοποίηση της εσωτερικής αγοράς κοινοτικών ταχυδρομικών υπηρεσιών (Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ) ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ, Έχοντας υπόψη: τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, και ιδίως το άρθρο 47 παράγραφος 2, το άρθρο 55 και το άρθρο 95, την πρόταση της Επιτροπής[7], τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής[8], τη γνώμη της Επιτροπής των Περιφερειών[9], Ενεργώντας σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 251 της συνθήκης[10], Εκτιμώντας τα εξής: (1) Το Συμβούλιο, στο ψήφισμά του της 7ης Φεβρουαρίου 1994 σχετικά με την ανάπτυξη των κοινοτικών ταχυδρομικών υπηρεσιών[11], επισήμανε ως έναν από τους κύριους στόχους της κοινοτικής ταχυδρομικής πολιτικής το συνδυασμό του περαιτέρω σταδιακού, ελεγχόμενου ανοίγματος της ταχυδρομικής αγοράς στον ανταγωνισμό με τη διηνεκή εγγύηση της παροχής της καθολικής υπηρεσίας. (2) Η οδηγία 97/67/EΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 15ης Δεκεμβρίου 1997 σχετικά με τους κοινούς κανόνες για την ανάπτυξη της εσωτερικής αγοράς κοινοτικών ταχυδρομικών υπηρεσιών και τη βελτίωση της ποιότητας των παρεχομένων υπηρεσιών[12], καθόρισε ένα κανονιστικό πλαίσιο για τον ταχυδρομικό τομέα σε κοινοτικό επίπεδο, πλαίσιο που περιλαμβάνει τη λήψη μέτρων για την εξασφάλιση της παροχής της καθολικής υπηρεσίας και τον καθορισμό ανώτατων ορίων για τις ταχυδρομικές υπηρεσίες τις οποίες τα κράτη μέλη μπορούν να αναθέτουν κατ' αποκλειστικότητα στο δικό τους ή στους δικούς τους φορείς παροχής καθολικής υπηρεσίας, με στόχο τη διατήρηση της καθολικής υπηρεσίας, τα οποία θα μειώνονται βαθμιαία και σταδιακά, και τον καθορισμό ενός χρονοδιαγράμματος για τη λήψη αποφάσεων σχετικά με το περαιτέρω άνοιγμα της αγοράς στον ανταγωνισμό, με σκοπό τη δημιουργία μιας ενιαίας αγοράς ταχυδρομικών υπηρεσιών. (3) Το άρθρο 16 της συνθήκης τονίζει τη θέση που κατέχουν οι υπηρεσίες γενικού οικονομικού ενδιαφέροντος στα πλαίσια των κοινών αξιών της Ένωσης, καθώς και τη συμβολή τους στην προώθηση της κοινωνικής και εδαφικής συνοχής. το ίδιο άρθρο ορίζει ακόμη ότι πρέπει να λαμβάνεται μέριμνα ούτως ώστε οι υπηρεσίες αυτές να λειτουργούν βάσει αρχών και προϋποθέσεων οι οποίες να επιτρέπουν την εκπλήρωση του σκοπού τους. (4) Τα μέτρα στον τομέα αυτό πρέπει να είναι σχεδιασμένα με τρόπο ώστε να επιτυγχάνονται ως στόχοι τα καθήκοντα της Κοινότητας δυνάμει του άρθρου 2 της συνθήκης ΕΚ, δηλαδή να προάγουν την αρμονική, ισόρροπη και αειφόρο ανάπτυξη των οικονομικών δραστηριοτήτων, το υψηλό επίπεδο απασχόλησης και κοινωνικής προστασίας, την αειφόρο και μη πληθωριστική ανάπτυξη, υψηλό βαθμό ανταγωνιστικότητας και σύγκλισης των οικονομικών επιδόσεων, την άνοδο του βιοτικού επιπέδου και της ποιότητας ζωής και την οικονομική και κοινωνική συνοχή καθώς και την αλληλεγγύη μεταξύ των κρατών μελών. (5) Στα συμπεράσματά τους σχετικά με την ενδιάμεση αναθεώρηση της στρατηγικής της Λισαβόνας, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο της 22ας και 23ης Μαρτίου 2005 τόνισε εκ νέου τη σημασία της ολοκλήρωσης της εσωτερικής αγοράς ως μέσου για την ενίσχυση της οικονομικής μεγέθυνσης και της δημιουργίας περισσότερων και καλύτερων θέσεων εργασίας και το σημαντικό ρόλο που μπορούν να διαδραματίσουν οι αποτελεσματικές υπηρεσίες γενικού οικονομικού συμφέροντος σε μια ανταγωνιστική και δυναμική οικονομία. Τα συμπεράσματα αυτά εξακολουθούν να ισχύουν για τις ταχυδρομικές υπηρεσίες, ως ουσιαστικό μέσο επικοινωνίας, εμπορίου και κοινωνικής και εδαφικής συνοχής. (6) Το ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 2ας Φεβρουαρίου 2006 τόνισε την κοινωνική και οικονομική σημασία των αποτελεσματικών ταχυδρομικών υπηρεσιών και το σημαντικό ρόλο τους στο πλαίσιο της στρατηγικής της Λισσαβόνας, αναφέροντας ότι τα μεταρρυθμιστικά μέτρα που έχουν εφαρμοστεί μέχρι τώρα έχουν προκαλέσει σημαντικές θετικές εξελίξεις στον ταχυδρομικό τομέα, καθώς και άνοδο της ποιότητας, αύξηση της αποτελεσματικότητας και καλύτερη ανταπόκριση στις ανάγκες των πελατών. (7) Σύμφωνα με την οδηγία 97/67/ΕΚ, εκπονήθηκε μελέτη προγνώσεων που αξιολόγησε, για κάθε κράτος μέλος, τις επιπτώσεις για την καθολική υπηρεσία της πλήρους υλοποίησης της εσωτερικής αγοράς ταχυδρομικών υπηρεσιών του 2009. Η Επιτροπή πραγματοποίησε επίσης διεξοδική επισκόπηση του κοινοτικού ταχυδρομικού τομέα, όπου περιλαμβανόταν η ανάθεση μελετών για τις οικονομικές, κοινωνικές και τεχνολογικές εξελίξεις στον τομέα και διενήργησε εκτεταμένες διαβουλεύσεις με τα ενδιαφερόμενα μέρη. (8) Σύμφωνα με τη μελέτη προγνώσεων, ο βασικός στόχος της διασφάλισης της διηνεκούς παροχής μιας καθολικής υπηρεσίας που θα ανταποκρίνεται στα πρότυπα ποιότητας τα καθορισμένα από τα κράτη μέλη σύμφωνα με την οδηγία 97/67/ΕΚ, μπορεί να εξασφαλιστεί σε όλη την Κοινότητα μέχρι το 2009 χωρίς να υπάρχει ανάγκη για αποκλειστικό τομέα. (9) Το σταδιακό και βαθμιαίο άνοιγμα των ταχυδρομικών αγορών στον ανταγωνισμό έδωσε επαρκή χρόνο στους φορείς παροχής καθολικής υπηρεσίας να εφαρμόσουν τα απαραίτητα μέτρα εκσυγχρονισμού και αναδιάρθρωσης για να εξασφαλιστεί η μακροπρόθεσμη βιωσιμότητά τους στο πλαίσιο των νέων συνθηκών της αγοράς και έδωσε επίσης τη δυνατότητα στα κράτη μέλη να προσαρμόσουν τα κανονιστικά καθεστώτα τους σε ένα πιο ανοικτό περιβάλλον. Τα κράτη μέλη μπορούν επιπλέον να αξιοποιήσουν την ευκαιρία που τους παρέχει η περίοδος μεταφοράς, καθώς και το σημαντικό χρονικό διάστημα που απαιτείται για την καθιέρωση ουσιαστικού ανταγωνισμού, ώστε να προχωρήσουν σε περαιτέρω εκσυγχρονισμό και αναδιάρθρωση των φορέων παροχής καθολικής υπηρεσίας ανάλογα με τις ανάγκες. (10) Η μελέτη προγνώσεων δείχνει ότι ο αποκλειστικός τομέας δεν θα πρέπει να είναι πλέον η προτιμούμενη λύση για τη χρηματοδότηση της καθολικής υπηρεσίας. Η αξιολόγηση αυτή λαμβάνει υπόψη το ενδιαφέρον της Κοινότητας και των κρατών μελών της για την υλοποίηση της εσωτερικής αγοράς και το δυναμικό της για την εξασφάλιση ανάπτυξης και απασχόλησης, καθώς και για να εξασφαλίζεταιη ύπαρξη μιας αποδοτικής υπηρεσίας γενικού οικονομικού συμφέροντος προς όφελος όλων των χρηστών. Ενδείκνυται επομένως να επιβεβαιωθεί η ημερομηνία της 1ης Ιανουαρίου 2009 ως το τελικό βήμα για την υλοποίηση της εσωτερικής αγοράς των ταχυδρομικών υπηρεσιών. (11) Υπάρχουν διάφοροι παράγοντες προώθησης των αλλαγών στο εσωτερικό του ταχυδρομικού τομέα, και συγκεκριμένα η ζήτηση και οι μεταβαλλόμενες ανάγκες των πελατών, οι οργανωτικές αλλαγές, η αυτοματοποίηση και η εισαγωγή νέων τεχνολογιών, η υποκατάσταση από ηλεκτρονικά μέσα επικοινωνιών και το άνοιγμα της αγοράς. (12) Το πλήρες άνοιγμα της αγοράς θα συμβάλει στη διεύρυνση του συνολικού μεγέθους των ταχυδρομικών αγορών· θα συμβάλει περαιτέρω στη διατήρηση της διατηρήσιμης απασχόλησης υψηλής ποιότητας στους φορείς παροχής καθολικής υπηρεσίας ενώ παράλληλα θα διευκολύνει τη δημιουργία νέων θέσεων απασχόλησης σε άλλους φορείς, στους νεοεισερχόμενους στην αγορά και σε συναφείς οικονομικές δραστηριότητες. Η παρούσα οδηγία δεν θίγει την αρμοδιότητα των κρατών μελών για κανονιστική ρύθμιση των συνθηκών απασχόλησης στον τομέα των ταχυδρομικών υπηρεσιών. (13) Επιπλέον, η αύξηση της ανταγωνιστικότητας θα δώσει στον ταχυδρομικό τομέα τη δυνατότητα να συνδεθεί οργανικά με εναλλακτικές μεθόδους επικοινωνίας και θα επιτρέψει τη βελτίωση της ποιότητας των υπηρεσιών που παρέχονται στους χρήστες, των οποίων οι ανάγκες αυξάνονται συνεχώς. (14) Οι εξελίξεις στις γειτονικές αγορές επικοινωνιών είχαν διαφορετικές επιπτώσεις σε διαφορετικές περιφέρειες της Κοινότητας και τμήματα του πληθυσμού και τη χρήση των ταχυδρομικών υπηρεσιών. Πρέπει να διατηρηθεί η εδαφική και κοινωνική συνοχή και, λαμβάνοντας υπόψη το γεγονός ότι τα κράτη μέλη μπορούν να αναπροσαρμόσουν ορισμένα συγκεκριμένα χαρακτηριστικά της υπηρεσίας για να ανταποκριθούν στην τοπική ζήτηση εφαρμόζοντας την ευελιξία που προβλέπεται στην οδηγία 97/67/EΚ, ενδείκνυται να διατηρηθεί πλήρως η καθολική υπηρεσία και οι συναφείς απαιτήσεις ποιότητας που ορίζονται στην εν λόγω οδηγία. Για να εξασφαλιστεί ότι το άνοιγμα της αγοράς θα συνεχίσει να παρέχει οφέλη σε όλους τους χρήστες, ιδιαίτερα στους καταναλωτές και τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, τα κράτη μέλη πρέπει να παρακολουθούν και να εποπτεύουν τις εξελίξεις στην αγορά. Πρέπει να θεσπίζουν κατάλληλα κανονιστικά μέτρα, που προβλέπονται στο πλαίσιο της οδηγίας, προκειμένου να εξασφαλίσουν ότι η δυνατότητα πρόσβασης σε ταχυδρομικές υπηρεσίες θα συνεχίσει να ικανοποιεί τις ανάγκες των χρηστών εξασφαλίζοντας, κατά περίπτωση, έναν ελάχιστο αριθμό υπηρεσιών στο ίδιο σημείο πρόσβασης. (15) Η οδηγία 97/67/EΚ καθιέρωσε την προτίμηση για παροχή της καθολικής υπηρεσίας μέσω του καθορισμού φορέων παροχής καθολικής υπηρεσίας. Η ανάπτυξη μεγαλύτερου ανταγωνισμού και επιλογών σημαίνει ότι τα κράτη μέλη θα πρέπει να έχουν περισσότερη ευελιξία να καθορίζουν τον πιο αποτελεσματικό και κατάλληλο μηχανισμό που θα εξασφαλίζει τη διαθεσιμότητα της καθολικής υπηρεσίας, τηρώντας παράλληλα τις αρχές της αντικειμενικότητας, της διαφάνειας, της αποφυγής των διακρίσεων, της αναλογικότητας και της ελάχιστης στρέβλωσης της αγοράς που απαιτείται για να εξασφαλιστεί η ελεύθερη παροχή ταχυδρομικών υπηρεσιών στην εσωτερική αγορά. Τα κράτη μέλη μπορούν να εφαρμόζουν ένα από τα παρακάτω ή συνδυασμό τους: παροχή της καθολικής υπηρεσίας από τις δυνάμεις της αγοράς, καθορισμό μιας ή περισσότερων επιχειρήσεων που θα παρέχουν διαφορετικά στοιχεία της καθολικής υπηρεσίας ή που θα καλύπτουν διαφορετικά μέρη της επικράτειας και παροχή υπηρεσιών μέσω διαδικασιών δημόσιων προμηθειών. (16) Είναι σημαντικό για τους χρήστες να έχουν πλήρη πληροφόρηση σχετικά με τις καθολικές υπηρεσίες που παρέχονται και για τις επιχειρήσεις που παρέχουν ταχυδρομικές υπηρεσίες να έχουν πληροφόρηση σχετικά με τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του ή των φορέων παροχής καθολικής υπηρεσίας. Τα κράτη μέλη πρέπει να εξασφαλίσουν ότι οι καταναλωτές θα έχουν πλήρη πληροφόρηση σχετικά με τα χαρακτηριστικά και τη δυνατότητα πρόσβασης στις συγκεκριμένες υπηρεσίες που παρέχονται. Ενδείκνυται ωστόσο, σε συμφωνία με την αυξημένη ευελιξία των κρατών μελών να εξασφαλίζουν την παροχή της καθολικής υπηρεσίας με τρόπους διαφορετικούς από τον καθορισμό του ή των φορέων παροχής καθολικής υπηρεσίας, να δοθεί στα κράτη μέλη η δυνατότητα ευελιξίας να αποφασίζουν με ποιο τρόπο οι πληροφορίες αυτές θα διατίθενται στο κοινό. (17) Έχοντας υπόψη τις εκπονηθείσες μελέτες και με σκοπό την αποδέσμευση του πλήρους δυναμικού της εσωτερικής αγοράς ταχυδρομικών υπηρεσιών, ενδείκνυται να καταργηθεί η χρήση του αποκλειστικού τομέα και των ειδικών δικαιωμάτων με σκοπό την εξασφάλιση της χρηματοδότησης της καθολικής υπηρεσίας. (18) Η εξωτερική χρηματοδότηση του κατάλοιπου καθαρού κόστους της καθολικής υπηρεσίας μπορεί να εξακολουθήσει να είναι απαραίτητη για ορισμένα κράτη μέλη. Επομένως, καλό θα είναι να εξηγούνται σαφώς οι εναλλακτικές λύσεις που υπάρχουν για την εξασφάλιση της χρηματοδότησης της καθολικής υπηρεσίας, εφόσον αυτό είναι απαραίτητο και δικαιολογείται επαρκώς, ενώ τα κράτη μέλη θα έχουν τη δυνατότητα επιλογής των χρηματοδοτικών μηχανισμών που θα χρησιμοποιηθούν. Σε αυτές τις εναλλακτικές λύσεις περιλαμβάνεται η χρήση διαδικασιών δημοσίων προμηθειών και, όταν οι υποχρεώσεις καθολικής υπηρεσίας συνεπάγονται καθαρό κόστος της καθολικής υπηρεσίας και αντιπροσωπεύουν άδικη επιβάρυνση για την καθορισμένη επιχείρηση, την αποζημίωση από το δημόσιο και τον επιμερισμό του κόστους μεταξύ των φορέων παροχής υπηρεσιών ή/και των χρηστών με διαφάνεια μέσω συνεισφορών σε ένα ταμείο αποζημιώσεων. Τα κράτη μέλη μπορούν να χρησιμοποιούν και άλλα μέσα χρηματοδότησης που επιτρέπονται από την κοινοτική νομοθεσία, όπως το να αποφασίζουν ότι τα κέρδη που προέρχονται από άλλες δραστηριότητες των φορέων παροχής καθολικής υπηρεσίας οι οποίες δεν εμπίπτουν στο πεδίο της καθολικής υπηρεσίας θα μπορούν να διατίθενται συνολικά ή εν μέρει για τη χρηματοδότηση του καθαρού κόστους της καθολικής υπηρεσίας, εφόσον αυτό είναι συμβατό με την παρούσα οδηγία. (19) Για να προσδιοριστεί από ποιες επιχειρήσεις μπορεί να απαιτηθεί να συνεισφέρουν σε ένα ταμείο αποζημιώσεων, τα κράτη μέλη θα πρέπει να εξετάσουν εάν οι υπηρεσίες που παρέχουν οι επιχειρήσεις αυτές μπορούν, από την πλευρά των χρηστών, να θεωρηθούν δυνητικά υποκατάστατα των καθολικών υπηρεσιών, λαμβάνοντας υπόψη τα χαρακτηριστικά των υπηρεσιών, περιλαμβανομένων των χαρακτηριστικών προστιθέμενης αξίας και τη σκοπούμενη χρήση τους. Για να θεωρηθούν δυνητικά υποκατάστατα, οι υπηρεσίες δεν πρέπει απαραίτητα να καλύπτουν όλα τα χαρακτηριστικά της καθολικής υπηρεσίας, όπως η καθημερινή διανομή ή η πλήρης κάλυψη της χώρας. Για να εξασφαλιστεί η συμμόρφωση με το κριτήριο της αναλογικότητας κατά τον προσδιορισμό της συνεισφοράς που θα απαιτείται από αυτές τις επιχειρήσεις για την κάλυψη του κόστους της καθολικής υπηρεσίας, τα κράτη μέλη θα πρέπει να εφαρμόζουν κριτήρια με διαφάνεια που θα αποφεύγουν τις διακρίσεις, όπως το μερίδιο των εν λόγω επιχειρήσεων στις δραστηριότητες που εμπίπτουν στο πεδίο της καθολικής υπηρεσίας στο οικείο κράτος μέλος. (20) Οι αρχές της διαφάνειας, της αποφυγής των διακρίσεων και της αναλογικότητας που περιέχονται στην οδηγία 97/67/EΚ πρέπει να συνεχίσουν να εφαρμόζονται σε κάθε χρηματοδοτικό μηχανισμό και όλες οι αποφάσεις στον τομέα αυτό πρέπει να βασίζονται σε διαφανή, αντικειμενικά και επαληθεύσιμα κριτήρια. Συγκεκριμένα, το καθαρό κόστος της καθολικής υπηρεσίας πρέπει να υπολογίζεται, υπό την ευθύνη της εθνικής κανονιστικής αρχής, ως η διαφορά μεταξύ του καθαρού κόστους που βαρύνει μια καθορισμένη επιχείρηση που λειτουργεί με τις υποχρεώσεις καθολικής υπηρεσίας και του κόστους λειτουργίας χωρίς τις υποχρεώσεις καθολικής υπηρεσίας. Ο υπολογισμός πρέπει να λαμβάνει υπόψη όλα τα άλλα σχετικά στοιχεία, όπου περιλαμβάνονται τα τυχόν οφέλη της αγοράς που αποκομίζει μία επιχείρηση στην οποία είχε ανατεθεί η παροχή καθολικής υπηρεσίας, το δικαίωμα για εύλογα κέρδη και τα κίνητρα της αποτελεσματικότητας ως προς το κόστος. (21) Θα πρέπει να επιτραπεί στα κράτη μέλη να χρησιμοποιούν εγκρίσεις και ατομικές άδειες όποτε αυτό είναι δικαιολογημένο και αναλογικό με τον επιδιωκόμενο στόχο. Ωστόσο, όπως τονίστηκε στην τρίτη έκθεση για την εφαρμογή της οδηγίας 97/67/EΚ, φαίνεται ότι είναι απαραίτητη η εναρμόνιση των όρων που μπορούν να επιβληθούν για να μειωθούν οι αδικαιολόγητοι φραγμοί για την παροχή υπηρεσιών στην εσωτερική αγορά. Στο πλαίσιο αυτό, τα κράτη μέλη θα μπορούν για παράδειγμα να επιτρέπουν στις επιχειρήσεις να επιλέγουν ανάμεσα στην υποχρέωση παροχής μιας υπηρεσίας ή στην οικονομική συνεισφορά για κάλυψη του κόστους της εν λόγω υπηρεσίας που παρέχεται από άλλη επιχείρηση, αλλά δεν θα πρέπει πλέον να τους επιτρέπεται να επιβάλλουν ταυτόχρονα την απαίτηση για συνεισφορά σε ένα μηχανισμό επιμερισμού του κόστους και υποχρεώσεις καθολικής υπηρεσίας ή ποιότητας, που εξυπηρετούν τον ίδιο σκοπό. Θα πρέπει επίσης να αποσαφηνιστεί ότι ορισμένες από τις διατάξεις για την έγκριση και την αδειοδότηση δεν θα πρέπει να ισχύουν για τους καθορισμένους φορείς παροχής καθολικής υπηρεσίας. (22) Σε ένα περιβάλλον όπου πολλές ταχυδρομικές επιχειρήσεις παρέχουν υπηρεσίες στον τομέα της καθολικής υπηρεσίας, ενδείκνυται να απαιτηθεί από όλα τα κράτη μέλη να αξιολογήσουν εάν ορισμένα στοιχεία της ταχυδρομικής υποδομής ή ορισμένες υπηρεσίες που παρέχονται γενικά από φορείς παροχής καθολικής υπηρεσίας θα πρέπει να καταστούν προσβάσιμα σε άλλους φορείς που παρέχουν παρόμοιες υπηρεσίες, προκειμένου να προωθηθεί ο ουσιαστικός ανταγωνισμός, ή/και να προστατευθούν οι χρήστες και οι καταναλωτές με την εξασφάλιση της συνολικής ποιότητας της καθολικής υπηρεσίας. Δεδομένου ότι η νομική κατάσταση και η κατάσταση της αγοράς αυτών των στοιχείων ή των υπηρεσιών είναι διαφορετικοί από το ένα κράτος μέλος στο άλλο, ενδείκνυται να απαιτείται από τα κράτη μέλη να λαμβάνουν, με πλήρη γνώση των στοιχείων, αποφάσεις μόνο σχετικά με την ανάγκη, την έκταση και την επιλογή του κανονιστικού μέσου, όπου θα περιλαμβάνεται κατά περίπτωση και απόφαση σχετικά με τον επιμερισμό του κόστους. Η διάταξη αυτή δεν θίγει το δικαίωμα των κρατών μελών να λαμβάνουν μέτρα για την εξασφάλιση της πρόσβασης στο δημόσιο ταχυδρομικό δίκτυο σε συνθήκες διαφάνειας και αποφυγής διακρίσεων. (23) Δεδομένης της σημασίας των ταχυδρομικών υπηρεσιών για άτομα τυφλά ή με σοβαρά προβλήματα όρασης, καλό θα είναι να επιβεβαιωθεί ότι η διαδικασία του ανοίγματος της αγοράς δεν θα περιστείλει τη συνέχιση της παροχής ορισμένων δωρεάν υπηρεσιών για άτομα τυφλά ή με σοβαρά προβλήματα όρασης που έχουν καθιερώσει τα κράτη μέλη σύμφωνα με τις ισχύουσες διεθνείς υποχρεώσεις. (24) Σε ένα πλήρως ανταγωνιστικό περιβάλλον είναι σημαντικό, τόσο για την οικονομική ισορροπία της καθολικής υπηρεσίας όσο και για τον περιορισμό των στρεβλώσεων της αγοράς, να παρακάμπτεται η αρχή ότι οι τιμές αντικατοπτρίζουν τις συνήθειες εμπορικές συνθήκες και τα κόστη μόνο για λόγους προστασίας των δημοσίων συμφερόντων. Ο στόχος αυτός επιτυγχάνεται με το να συνεχιστεί να επιτρέπεται στα κράτη μέλη να διατηρούν τα ενιαία τιμολόγια για την αλληλογραφία που χρεώνεται ανά μονάδα, που είναι η υπηρεσία που χρησιμοποιείται πιο συχνά από τους καταναλωτές και τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις. Τα επί μέρους κράτη μέλη μπορούν επίσης να διατηρούν ενιαία τιμολόγια για ορισμένα άλλα ταχυδρομικά αντικείμενα για λόγους προστασίας του γενικού δημόσιου συμφέροντος, όπως η πρόσβαση στον πολιτισμό και η περιφερειακή και κοινωνική συνοχή. (25) Εν όψει των εθνικών ιδιομορφιών που εμπλέκονται στην κανονιστική ρύθμιση των συνθηκών υπό τις οποίες πρέπει να λειτουργεί ο κατεστημένος φορέας παροχής καθολικής υπηρεσίας σε ένα πλήρως ανταγωνιστικό περιβάλλον, καλό θα είναι να δοθεί στα κράτη μέλη η ελευθερία να αποφασίζουν ποιος είναι ο καλύτερος τρόπος να παρακολουθούν τις διασταυρούμενες επιδοτήσεις. (26) Εν όψει της μετάβασης προς μια πλήρως ανταγωνιστική αγορά, καλό θα είναι να συνεχιστεί να απαιτείται από τα κράτη μέλη να διατηρούν την υποχρέωση των φορέων παροχής καθολικής υπηρεσίας να τηρούν ξεχωριστούς και διαφανείς λογαριασμούς, με τις απαραίτητες αναπροσαρμογές. Η υποχρέωση αυτή αναμένεται ότι θα προσφέρει στις εθνικές ρυθμιστικές αρχές, τις αρχές τις αρμόδιες για τον ανταγωνισμό και την Επιτροπή τις πληροφορίες που είναι απαραίτητες για τη λήψη αποφάσεων σχετικά με την καθολική υπηρεσία και την παρακολούθηση των θεμιτών συνθηκών της αγοράς μέχρι να αρχίσει να λειτουργεί πλήρως ο ανταγωνισμός. Η συνεργασία μεταξύ των εθνικών ρυθμιστικών αρχών όσον αφορά τη συνέχιση της ανάπτυξης σημείων αναφοράς για συγκριτική αξιολόγηση και κατευθυντηρίων γραμμών στον τομέα αυτό θα συμβάλει στην εναρμονισμένη εφαρμογή των εν λόγω κανόνων. (27) Σε συμφωνία με τους υφιστάμενους κανόνες σε άλλους τομείς υπηρεσιών και για να ενισχυθεί η προστασία των καταναλωτών ενδείκνυται να επεκταθεί η εφαρμογή των ελάχιστων αρχών σχετικά με τις διαδικασίες προσφυγής με τρόπο ώστε να μην καλύπτονται μόνο οι φορείς παροχής καθολικής υπηρεσίας. Προκειμένου να αυξηθεί η αποτελεσματικότητα των διαδικασιών χειρισμού των προσφυγών, καλό θα είναι να ενθαρρύνει η οδηγία τη χρήση διαδικασιών εξώδικης διευθέτησης των διαφορών όπως ορίζονται στη σύσταση 98/257/EΚ της Επιτροπής της 30ής Μαρτίου 1998 σχετικά με τις αρχές που διέπουν τα αρμόδια όργανα για την εξώδικη επίλυση των διαφορών κατανάλωσης[13] και στη σύσταση της Επιτροπής της 4ης Απριλίου 2001 περί αρχών για τα εξωδικαστικά όργανα συναινετικής επίλυσης καταναλωτικών διαφορών[14]. Τα συμφέροντα των καταναλωτών θα ενισχυθούν επίσης περαιτέρω με την ενίσχυση της διαλειτουργικότητας μεταξύ των φορέων που θα προκύψει από την πρόσβαση σε ορισμένα στοιχεία υποδομών και υπηρεσιών καθώς και την απαίτηση για συνεργασία μεταξύ των εθνικών ρυθμιστικών αρχών και των φορέων προστασίας των καταναλωτών. (28) Θα πρέπει να αναπροσαρμοστεί η διάταξη σχετικά με τις εκτελεστικές αρμοδιότητες ώστε να αντικατοπτρίζονται οι τροποποιήσεις που έχουν γίνει στην απόφαση 1999/468/ΕΚ του Συμβουλίου, της 28ης Ιουνίου 1999, για τον καθορισμό των όρων άσκησης των εκτελεστικών αρμοδιοτήτων που ανατίθενται στην Επιτροπή[15]. (29) Ο ρόλος των εθνικών ρυθμιστικών αρχών είναι πιθανό ότι θα παραμείνει καίριος, ειδικότερα στα κράτη μέλη όπου η μετάβαση στον ανταγωνισμό δεν έχει ακόμα ολοκληρωθεί. Σύμφωνα με την αρχή του διαχωρισμού κανονιστικών και εκτελεστικών αρμοδιοτήτων, τα κράτη μέλη θα πρέπει να εγγυώνται την ανεξαρτησία της εθνικής κανονιστικής αρχής ή αρχών ούτως ώστε να εξασφαλίζεται η αμεροληψία των αποφάσεών τους. Αυτή η απαίτηση ανεξαρτησίας εφαρμόζεται με την επιφύλαξη της θεσμικής αυτονομίας και των συνταγματικών υποχρεώσεων των κρατών μελών και της αρχής της ουδετερότητας όσον αφορά τους κανόνες των κρατών μελών που διέπουν το καθεστώς ιδιοκτησίας, που ορίζεται στο άρθρο 295 της συνθήκης. Οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές θα πρέπει να διαθέτουν όλους τους απαραίτητους πόρους, όσον αφορά το προσωπικό, την εμπειρία και τα οικονομικά μέσα, για να διεκπεραιώνουν τα καθήκοντά τους. (30) Λόγω της συχνής εμπλοκής διαφορετικών εθνικών φορέων στην άσκηση κανονιστικών λειτουργιών, ενδείκνυται να εξασφαλιστεί η διαφάνεια στην κατανομή των καθηκόντων και να απαιτείται από τους διάφορους αρμόδιους φορείς που είναι επιφορτισμένοι με την κανονιστική ρύθμιση τομέων, την εφαρμογή των κανόνων ανταγωνισμού και τα ζητήματα καταναλωτών να συνεργάζονται ώστε να εξασφαλιστεί η αποτελεσματική εκτέλεση των καθηκόντων τους. (31) Κάθε μέρος που υπόκειται σε απόφαση εθνικής κανονιστικής αρχής θα πρέπει να έχει δικαίωμα προσφυγής ενώπιον οργάνου ανεξάρτητου από την εν λόγω αρχή. Το όργανο αυτό μπορεί να είναι δικαστήριο. Η εν λόγω διαδικασία προσφυγής δεν θίγει τον καταμερισμό των αρμοδιοτήτων εντός των εθνικών δικαστικών συστημάτων και τα δικαιώματα νομικών ή φυσικών προσώπων βάσει του εθνικού δικαίου. Όσο εκκρεμεί η ολοκλήρωση αυτών των διαδικασιών υπάρχει ανάγκη να εξασφαλιστεί ο προσωρινός χαρακτήρας των αποφάσεων των εθνικών ρυθμιστικών αρχών προκειμένου να υπάρχει νομική ασφάλεια και ασφάλεια της αγοράς. (32) Κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους στο πλαίσιο της παρούσας οδηγίας οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές θα πρέπει, όποτε είναι απαραίτητο, να συντονίζουν τις ενέργειές τους με τους ρυθμιστικούς φορείς άλλων κρατών μελών και με την Επιτροπή. Αυτό θα προωθήσει την ανάπτυξη της εσωτερικής αγοράς ταχυδρομικών υπηρεσιών και θα συμβάλει στην επίτευξη της συνεπούς εφαρμογής, σε όλα τα κράτη μέλη, των διατάξεων που ορίζονται στην παρούσα οδηγία, ιδίως στους τομείς όπου η εθνική νομοθεσία για την εφαρμογή της κοινοτικής νομοθεσίας παρέχει στις ρυθμιστικές αρχές σημαντική διακριτική ευχέρεια όσον αφορά την εφαρμογή των σχετικών κανόνων. Η συνεργασία αυτή θα πρέπει να πραγματοποιείται, μεταξύ άλλων, στην επιτροπή που έχει συσταθεί από την οδηγία 97/67/EΚ ή σε μια ομάδα που θα περιλαμβάνει ευρωπαϊκούς ρυθμιστικούς φορείς. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να αποφασίζουν ποιοι φορείς είναι οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας. (33) Οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές πρέπει να συγκεντρώνουν πληροφορίες από τους φορείς της αγοράς προκειμένου να εκτελούν αποτελεσματικά τα καθήκοντά τους. Τα αιτήματα πληροφόρησης θα πρέπει να είναι αναλογικά και να μην επιβάλλουν υπέρμετρα βάρη στις επιχειρήσεις. Τέτοιου είδους πληροφορίες μπορεί επίσης να χρειασθεί να συλλέγονται από την Επιτροπή, προκειμένου αυτή να εκπληρώνει τις υποχρεώσεις της βάσει του κοινοτικού δικαίου. (34) Για να ενημερώνεται το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο σχετικά με την ανάπτυξη της εσωτερικής αγοράς ταχυδρομικών υπηρεσιών, η Επιτροπή πρέπει να υποβάλει τακτικά εκθέσεις στα όργανα αυτά σχετικά με την εφαρμογή της οδηγίας 97/67/EΚ. (35) Για να επιβεβαιωθεί το πλαίσιο για την κανονιστική ρύθμιση του τομέα, η ημερομηνία λήξης της οδηγίας 97/67/EΚ πρέπει να καταργηθεί. (36) Δεδομένου ότι οι στόχοι της προτεινόμενης δράσης, και συγκεκριμένα η υλοποίηση μιας εσωτερικής αγοράς ταχυδρομικών υπηρεσιών, η διαφύλαξη ενός κοινού επιπέδου καθολικών υπηρεσιών για όλους τους χρήστες και ο καθορισμός εναρμονισμένων αρχών για την κανονιστική ρύθμιση των ταχυδρομικών υπηρεσιών, είναι αδύνατον να επιτευχθούν επαρκώς από τα κράτη μέλη και δύνανται, συνεπώς, λόγω των διαστάσεων και των αποτελεσμάτων της δράσης, να επιτευχθούν καλύτερα σε κοινοτικό επίπεδο, η Κοινότητα μπορεί να θεσπίσει μέτρα σύμφωνα με την αρχή της επικουρικότητας, όπως εκτίθεται στο άρθρο 5 της συνθήκης. Σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας, όπως ορίζεται στο ίδιο άρθρο, η παρούσα οδηγία δεν υπερβαίνει τα αναγκαία όρια για την επίτευξη αυτού του στόχου. (37) Η οδηγία 97/67/ΕΚ θα πρέπει συνεπώς να τροποποιηθεί αναλόγως. (38) Η παρούσα οδηγία είναι συνεκτική με άλλα τρέχοντα κοινοτικά μέσα σχετικά με τις υπηρεσίες. Σε περίπτωση σύγκρουσης της παρούσας οδηγίας με διάταξη άλλης κοινοτικής νομοθετικής πράξης, ιδίως της οδηγίας [2006/../EΚ] για τις υπηρεσίες στην εσωτερική αγορά, προβλέπεται υπεροχή της παρούσας οδηγίας και πλήρης εφαρμογή των διατάξεών της στον ταχυδρομικό τομέα. (39) Η παρούσα οδηγία ισχύει με την επιφύλαξη της εφαρμογής των κανόνων της συνθήκης σχετικά με τον ανταγωνισμό και την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών. Στο βαθμό που η λειτουργία χρηματοδοτικών μηχανισμών συνεπάγεται τη χορήγηση ενισχύσεων από τα κράτη μέλη ή με πόρους κρατικών ενισχύσεων οποιασδήποτε μορφής κατά την έννοια του άρθρου 87 παράγραφος 1 της συνθήκης, η παρούσα οδηγία δεν θίγει την υποχρέωση των κρατών μελών να τηρούν τους κανόνες της συνθήκης περί κρατικών ενισχύσεων. ΕΞΕΔΩΣΑΝ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΟΔΗΓΙΑ: Άρθρο 1 Η οδηγία 97/67/ΕΚ τροποποιείται ως εξής: 1. Στο άρθρο 1, η δεύτερη περίπτωση αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: '- οι όροι που διέπουν την παροχή ταχυδρομικών υπηρεσιών,' 2. Το άρθρο 2 τροποποιείται ως εξής, 3. το σημείο 6 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: '6. ταχυδρομικό αντικείμενο: αντικείμενο με συγκεκριμένο παραλήπτη αποστελλόμενο υπό την τελική του μορφή υπό την οποία το αναλαμβάνει ο φορέας παροχής της ταχυδρομικής υπηρεσίας. Τα αντικείμενα αυτά περιλαμβάνουν π.χ., πέραν των αντικειμένων αλληλογραφίας, βιβλία, καταλόγους, εφημερίδες, περιοδικά και ταχυδρομικά δέματα που περιέχουν εμπορεύματα με ή χωρίς εμπορική αξία·' 4. το σημείο 8 διαγράφεται 5. προστίθεται το ακόλουθο σημείο: '20. υπηρεσίες που παρέχονται με χρέωση ανά μονάδα: ταχυδρομικές υπηρεσίες για τις οποίες η χρέωση ορίζεται στους γενικούς όρους των φορεών παροχής καθολικής υπηρεσίας για τη μεταφορά επιμέρους ταχυδρομικών αντικειμένων.' 6. στο πρώτο εδάφιο του άρθρου 3 παράγραφος 3, η εισαγωγική φράση αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: 'Μεριμνούν ώστε η παροχή της καθολικής υπηρεσίας να είναι εγγυημένη όλες τις εργάσιμες ημέρες, τουλάχιστον πέντε ημέρες την εβδομάδα, πλην εξαιρετικών περιστάσεων ή γεωγραφικών συνθηκών οι οποίες αξιολογούνται ως τέτοιες από τις εθνικές ρυθμιστικές αρχές και να περιλαμβάνει τουλάχιστον:' 7. Το άρθρο 4 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: 'Άρθρο 4 1. Κάθε κράτος μέλος εγγυάται ότι η παροχή της καθολικής υπηρεσίας είναι εξασφαλισμένη και ενημερώνει την Επιτροπή σχετικά με τα μέτρα που έλαβε για την εκπλήρωση αυτής της υποχρέωσης. Η επιτροπή που έχει συσταθεί βάσει του άρθρου 21 ενημερώνεται και παρακολουθεί την εξέλιξη των μέτρων που έχουν λάβει τα κράτη μέλη για να εξασφαλιστεί η παροχή της καθολικής υπηρεσίας. 2. Τα κράτη μέλη μπορούν να επιλέξουν τον καθορισμό μίας ή περισσότερων επιχειρήσεις ως φορέων παροχής καθολικής υπηρεσίας σε τμήμα ή στο σύνολο της εθνικής επικράτειας και για τα διαφορετικά στοιχεία της καθολικής υπηρεσίας. Όταν καθορίζουν τις επιχειρήσεις, τα κράτη μέλη καθορίζουν, τηρουμένου του κοινοτικού δικαίου, τις υποχρεώσεις και τα δικαιώματα των φορέων αυτών και δημοσιεύουν τις εν λόγω υποχρεώσεις και δικαιώματα. Συγκεκριμένα, τα κράτη μέλη λαμβάνουν μέτρα για να εξασφαλίσουν ότι οι όροι υπό τους οποίους ανατίθενται οι καθολικές υπηρεσίες βασίζονται σε αρχές αντικειμενικές, και αναλογικές και οι οποίες αποφεύγουν τις διακρίσεις και εξασφαλίζουν την ελάχιστη στρέβλωση της αγοράς και ότι ο καθορισμός επιχειρήσεων ως φορέων παροχής καθολικής υπηρεσίας υπόκειται σε χρονικό περιορισμό. Τα κράτη μέλη κοινοποιούν στην Επιτροπή την ταυτότητα του ή των φορέων παροχής καθολικής υπηρεσίας που έχουν καθορίσει. 8. Στο άρθρο 5 παράγραφος 2, οι λέξεις «άρθρα 36 και 56» αντικαθίστανται από τις λέξεις «άρθρα 30 και 46». 9. Το άρθρο 6 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: 'Άρθρο 6 Τα κράτη μέλη φροντίζουν ώστε οι χρήστες και οι φορείς παροχής ταχυδρομικών υπηρεσιών να λαμβάνουν τακτικά αρκούντως ακριβείς και ενημερωμένες πληροφορίες για τα χαρακτηριστικά των προσφερόμενων καθολικών υπηρεσιών, κυρίως ως προς τους γενικούς όρους πρόσβασης στις υπηρεσίες, καθώς και τις τιμές και τις ποιοτικές προδιαγραφές. Οι πληροφορίες αυτές δημοσιεύονται δεόντως. Τα κράτη μέλη κοινοποιούν στην Επιτροπή με ποιο τρόπο καθίστανται διαθέσιμες οι πληροφορίες που θα δημοσιεύονται σύμφωνα με την πρώτη υποπαράγραφο.' 10. Στο κεφάλαιο 3, ο τίτλος αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: 'ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3 Χρηματοδότηση των καθολικών υπηρεσιών' 11. Το άρθρο 7 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: 1. Με ισχύ από την 1η Ιανουαρίου 2009, τα κράτη μέλη δεν χορηγούν ούτε διατηρούν σε ισχύ αποκλειστικά ή ειδικά δικαιώματα για την εγκαθίδρυση και την παροχή ταχυδρομικών υπηρεσιών. Τα κράτη μέλη μπορούν να χρηματοδοτούν την παροχή καθολικών υπηρεσιών σύμφωνα με ένα ή περισσότερα από τα μέσα που προβλέπονται στις παραγράφους 2, 3 και 4, ή σύμφωνα με κάθε άλλο μέσο που είναι συμβατό με τη συνθήκη ΕΚ. 2. Τα κράτη μέλη μπορούν να εξασφαλίζουν την παροχή καθολικών υπηρεσιών αναθέτοντας τις υπηρεσίες αυτές σύμφωνα με τους ισχύοντες κανόνες περί δημοσίων συμβάσεων. 3. Όταν ένα κράτος μέλος διαπιστώνει ότι οι υποχρεώσεις καθολικής υπηρεσίας, όπως προβλέπονται από την παρούσα οδηγία, συνεπάγονται καθαρό κόστος και αντιπροσωπεύουν άδικη οικονομική επιβάρυνση για τον ή τους φορείς παροχής καθολικής υπηρεσίας, μπορεί: (α) Να καθιερώσει ένα μηχανισμό για την αποζημίωση της ή των εν λόγω επιχειρήσεων με κρατικά οικονομικά μέσα· (β) Να επιμερήσει το καθαρό κόστος των υποχρεώσεων καθολικής υπηρεσίας μεταξύ των φορέων παροχής υπηρεσιών ή/και των χρηστών. 4. Όταν το καθαρό κόστος επιμερίζεται βάσει της παραγράφου 3 (β), τα κράτη μέλη μπορούν να ιδρύσουν ένα ταμείο αποζημίωσης το οποίο μπορεί να χρηματοδοτείται με τέλη που καταβάλλουν οι φορείς παροχής υπηρεσιών ή/και οι χρήστες και το οποίο διοικείται για το σκοπό αυτό από έναν φορέα που είναι ανεξάρτητος από τον ή τους δικαιούχους. Τα κράτη μέλη μπορούν να συνδέσουν τη χορήγηση αδειών σε φορείς παροχής υπηρεσιών βάσει του άρθρου 9 παράγραφος 2 με την υποχρέωση οικονομικής συνεισφοράς στο ταμείο αυτό ή συμμόρφωσης με τις υποχρεώσεις καθολικής υπηρεσίας. Μόνο οι υπηρεσίες που ορίζονται στο άρθρο 3 μπορούν να χρηματοδοτούνται με τον τρόπο αυτό. 5. Κατά την ίδρυση του ταμείου αποζημιώσεων και κατά τον καθορισμό του επιπέδου των οικονομικών συνεισφορών που αναφέρονται στις παραγράφους 3 και 4, τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι τηρούνται οι αρχές της διαφάνειας, της αποφυγής διακρίσεων και της αναλογικότητας. Οι αποφάσεις που λαμβάνονται δυνάμει των παραγράφων 3 και 4 βασίζονται σε αντικειμενικά και επαληθεύσιμα κριτήρια και δημοσιεύονται. 12. Στο κεφάλαιο 4, ο τίτλος αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: 'ΚΕΦΑΛΑΙΟ 4 Όροι που διέπουν την παροχή ταχυδρομικών υπηρεσιών και την πρόσβαση στο δίκτυο' 13. Το άρθρο 9 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: 'Άρθρο 9 1. Για τις υπηρεσίες που δεν εμπίπτουν στο πεδίο της καθολικής υπηρεσίας όπως ορίζεται στο άρθρο 3, τα κράτη μέλη μπορούν να καθιερώσουν γενικές άδειες στο βαθμό που είναι απαραίτητος για να εξασφαλιστεί η συμμόρφωση με τις ουσιώδεις απαιτήσεις. 2. Για τις υπηρεσίες που εμπίπτουν στο πεδίο της καθολικής υπηρεσίας όπως ορίζεται στο άρθρο 3, τα κράτη μέλη μπορούν να καθιερώσουν διαδικασίες αδειοδότησης, περιλαμβανομένων των ειδικών αδειών, στο βαθμό που είναι απαραίτητος για να εξασφαλιστεί η συμμόρφωση με τις ουσιώδεις απαιτήσεις και να διαφυλαχθεί η καθολική υπηρεσία. Η χορήγηση αδειών μπορεί: - κατά περίπτωση, να υπόκειται σε υποχρεώσεις καθολικής υπηρεσίας, - εάν είναι απαραίτητο, να επιβάλει απαιτήσεις σχετικά με την ποιότητα, τη διαθεσιμότητα και την εκτέλεση των σχετικών υπηρεσιών, - κατά περίπτωση, να υπόκειται σε υποχρέωση καταβολής οικονομικής συνεισφοράς στους μηχανισμούς επιμερισμού του κόστους που αναφέρονται στο άρθρο 7. Εξαιρουμένων των επιχειρήσεων που έχουν καθοριστεί ως φορείς παροχής καθολικής υπηρεσίες σύμφωνα με το άρθρο 4, οι άδειες δεν μπορούν: - να είναι περιοσμένες σε αριθμό, - για τις ίδιες απαιτήσεις ποιότητας, διαθεσιμότητας και επιδόσεων να επιβάλλουν σε ένα φορέα παροχής υπηρεσιών υποχρεώσεις καθολικής υπηρεσίας και, ταυτόχρονα, οικονομικές συνεισφορές σε ένα μηχανισμό επιμερισμού του κόστους, - να επιβάλουν όρους που είναι ήδη εφαρμοστέοι στις επιχειρήσεις δυνάμει άλλων εθνικών νόμων που δεν αφορούν συγκεκριμένους τομείς, - να επιβάλουν τεχνικούς ή λειτουργικούς πόρους εκτός από αυτούς που είναι απαραίτητοι για την εκπλήρωση των υποχρεώσεων της παρούσας οδηγίας. 3. Οι διαδικασίες, οι υποχρεώσεις και οι απαιτήσεις που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 πρέπει να είναι διαφανείς, προσιτές, αμερόληπτες, αναλογικές, ακριβείς και σαφείς, να δημοσιεύονται εκ των προτέρων και να είναι βασισμένες σε αντικειμενικά κριτήρια. Τα κράτη μέλη πρέπει να εξασφαλίζουν ότι θα ανακοινώνονται στον αιτούντα οι λόγοι για τους οποίους δεν χορηγήθηκε, εν όλω ή εν μέρει, η τυχόν ζητηθείσα άδεια και πρέπει να καθιερώσουν διαδικασία προσφυγής.' 14. Η παράγραφος 1 του άρθρου 10 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: '1. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο, έπειτα από πρόταση της Επιτροπής και βάσει του άρθρου 47, παράγραφος 2, του άρθρου 55 και του άρθρου 95 της συνθήκης, θεσπίζουν τα αναγκαία μέτρα εναρμόνισης των διαδικασιών που προβλέπονται στο άρθρο 9 για την εμπορική προσφορά ταχυδρομικών υπηρεσιών προς το κοινό.' 15. Στο άρθρο 11, οι λέξεις 'άρθρα 57 παράγραφος 2, 66 και 100α' αντικαθίστανται από τις λέξεις 'άρθρα 47 παράγραφος 2, 55 και 95'. 16. Παρεμβάλλεται το ακόλουθο άρθρο 11α: 'Άρθρο 11a Όταν είναι απαραίτητο για την προστασία των συμφερόντων των χρηστών ή/και για την προώθηση του ουσιαστικού ανταγωνισμού, και λαμβάνοντας υπόψη τις εθνικές συνθήκες, τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι υπάρχουν συνθήκες πρόσβασης, με διαφάνεια και χωρίς διακρίσεις, στα ακόλουθα στοιχεία της ταχυδρομικής υποδομής ή των υπηρεσιών: σύστημα ταχυδρομικών κωδικών, βάση δεδομένων διευθύνσεων, ταχυδρομικές θυρίδες, γραμματοκιβώτια συλλογής και διανομής, πληροφορίες σχετικά με την αλλαγή διευθύνσεων, υπηρεσία επαναπροώθησης, υπηρεσία επιστροφής στον αποστολέα.' 17. Το άρθρο 12 τροποποιείται ως εξής: 18. η πρώτη περίπτωση αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: '- οι τιμές πρέπει να είναι προσιτές και να επιτρέπουν την πρόσβαση του συνόλου των χρηστών στις προσφερόμενες υπηρεσίες. Τα κράτη μέλη μπορούν να διατηρούν ή να καθιερώνουν δωρεάν ταχυδρομική υπηρεσία για άτομα τυφλά ή με σοβαρά προβλήματα όρασης,' 19. η δεύτερη περίπτωση αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: '- οι τιμές πρέπει να αντικατοπτρίζουν το κόστος και να ενθαρρύνουν την αύξηση της αποτελεσματικότητας· όταν είναι απαραίτητο για λόγους σχετικούς με το δημόσιο συμφέρον, τα κράτη μέλη μπορούν να αποφασίζουν την εφαρμογή ενιαίου τιμολογίου σε ολόκληρη την επικράτειά τους ή/και στις επικράτειες άλλων κρατών μελών, για υπηρεσίες που παρέχονται με χρέωση ανά μονάδα και άλλα ταχυδρομικά στοιχεία,' 20. Η τελευταία πρόταση της πέμπτης περίπτωσης αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: 'Κάθε τέτοιο τιμολόγιο πρέπει να είναι επίσης στη διάθεση και των πελατών που κάνουν χρήση των ταχυδρομικών υπηρεσιών υπό παρόμοιες συνθήκες,' 21. Η έκτη περίπτωση διαγράφεται 22. Το άρθρο 14 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: 'Άρθρο 14 1. Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα απαραίτητα μέτρα για να εξασφαλίσουν ότι η λογιστική των φορέων παροχής καθολικής υπηρεσίας πραγματοποιείται σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος άρθρου. 2. Οι φορείς παροχής καθολικής υπηρεσίας τηρούν ξεχωριστούς λογαριασμούς στα εσωτερικά λογιστικά συστήματά τους ώστε να γίνεται σαφής διάκριση μεταξύ των υπηρεσιών και των προϊόντων που εισπράττουν από ή συμβάλλουν στην οικονομική αποζημίωση για το καθαρο κόστος της καθολικής υπηρεσίας και των υπηρεσιών και των προϊόντων για τα οποία δεν συμβαίνει αυτό. Αυτός ο λογιστικος διαχωρισμός θα επιτρέψει στα κράτη μέλη να υπολογίζουν το καθαρό κόστος της καθολικής υπηρεσίας. Αυτά τα εσωτερικά λογιστικά συστήματα λειτουργούν βάσει συνεπώς εφαρμοζομένων και αντικειμενικά εύλογων κοστολογικών αρχών. 3. Τα λογιστικά συστήματα που αναφέρονται στην παράγραφο 2, χωρίς να θίγουν την παράγραφο 4, κατανέμουν τα κόστη με τον ακόλουθο τρόπο: (α) τα στοιχεία κόστους που μπορούν να αποδοθούν άμεσα σε μία συγκεκριμένη υπηρεσία καταλογίζονται σε αυτήν· (β) τα κοινά στοιχεία κόστους, δηλαδή εκείνα που δεν μπορούν να αποδοθούν άμεσα σε μία συγκεκριμένη υπηρεσία, καταλογίζονται ως εξής: (i) όποτε είναι εφικτό, τα κοινά στοιχεία κόστους κατανέμονται σε κατηγορίες με βάση την άμεση ανάλυση της προέλευσής τους· (ii) εάν η άμεση ανάλυση δεν είναι εφικτή, τα κοινά έξοδα καταμερίζονται σε κατηγορίες με βάση την έμμεση σχέση με άλλη κατηγορία εξόδων ή με ομάδα κατηγοριών εξόδων για τις οποίες είναι εφικτή η άμεση απόδοση ή καταμερισμός. Η έμμεση σχέση θα βασίζεται σε συγκρίσιμη διάρθρωση εξόδων· (iii) όταν δεν μπορούν να ληφθούν ούτε άμεσα ούτε έμμεσα μέτρα καταλογισμού του κόστους, τότε η κατηγορία κόστους καταλογίζεται βάσει γενικής κλείδας υπολογιζόμενης με τη χρήση του λόγου όλων των δαπανών που άμεσα ή έμμεσα αποδίδονται ή καταλογίζονται, αφενός προς καθεμία από τις καθολικές υπηρεσίες, και αφετέρου προς τις άλλες υπηρεσίες. 4. Άλλα κοστολογικά συστήματα μπορούν να εφαρμόζονται μόνο εάν είναι συμβατά με την παράγραφο 2 και έχουν εγκριθεί από την εθνική ρυθμιστική αρχή. Η Επιτροπή ενημερώνεται πριν από την εφαρμογή τους. 5. Οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές μεριμνούν ώστε η συμμόρφωση με ένα από τα λογιστικά συστήματα τα περιγραφόμενα στις παραγράφους 3 και 4 να επαληθεύεται από ένα αρμόδιο όργανο ανεξάρτητο του φορέα παροχής της καθολικής υπηρεσίας. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν την περιοδική δημοσίευση δήλωσης ως προς τη συμμόρφωση. 6. Η εθνική ρυθμιστική αρχή τηρεί διαθέσιμες επαρκώς λεπτομερείς πληροφορίες ως προς τα κοστολογικά συστήματα που εφαρμόζει κάθε φορέας παροχής καθολικής υπηρεσίας και υποβάλλει τις πληροφορίες αυτές στην Επιτροπή κατόπιν αιτήσεως. 7. Εφόσον ζητηθούν, τίθενται εμπιστευτικά στη διάθεση της εθνικής κανονιστικής αρχής και της Επιτροπής λεπτομερείς λογιστικές πληροφορίες που προκύπτουν από τα συστήματα αυτά. 8. Όταν ένα συγκεκριμένο κράτος μέλος δεν έχει ιδρύσει χρηματοδοτικό μηχανισμό για την παροχή καθολικής υπηρεσίας, όπως επιτρέπεται βάσει του άρθρου 7, και εφόσον η εθνική ρυθμιστική αρχή έχει επιβεβαιώσει ότι κανένας από τους καθορισμένους φορείς παροχής καθολικής υπηρεσίας στο εν λόγω κράτος μέλος δεν λαμβάνει κρατική ενίσχυση, κρυφή ή φανερή, και ότι ο ανταγωνισμός στην αγορά λειτουργεί πλήρως, η εθνική ρυθμιστική αρχή μπορεί να αποφασίσει τη μη εφαρμογή των απαιτήσεων του παρόντος άρθρου. Η εθνική ρυθμιστική αρχή πληροφορεί εκ των προτέρων την Επιτροπή σχετικά με τη λήψη της σχετικής απόφασης.' 23. Το άρθρο 19 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: 'Άρθρο 19 Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι οι επιχειρήσεις που παρέχουν ταχυδρομικές υπηρεσίες θέτουν στη διάθεση των ενδιαφερομένων διαφανείς, απλές και φθηνές διαδικασίες για την αντιμετώπιση καταγγελιών των χρηστών ταχυδρομικών υπηρεσιών, ιδίως σε περιπτώσεις που αφορούν απώλειες, κλοπές, ζημιές ή μη συμμόρφωση με τα ποιοτικά πρότυπα των υπηρεσιών (όπου περιλαμβάνονται οι διαδικασίες για τον προσδιορισμό του υπεύθυνου στις περιπτώσεις στις οποίες εμπλέκονται δύο ή περισσότεροι φορείς). Τα κράτη μέλη λαμβάνουν μέτρα ώστε να εξασφαλισθεί ότι οι διαδικασίες που αναφέρονται στην πρώτη υποπαράγραφο επιτρέπουν να επιλύονται οι διαφορές δικαίως και ταχέως, προβλέποντας, όπου δικαιολογείται, την ύπαρξη συστήματος επιστροφής χρημάτων ή/και αποζημίωσης. Τα κράτη μέλη ενθαρρύνουν επίσης την ανάπτυξη ανεξάρτητων εξωδικαστικών διαδικασιών για την επίλυση διαφορών μεταξύ επιχειρήσεων που παρέχουν ταχυδρομικές υπηρεσίες και καταναλωτών. Με την επιφύλαξη των λοιπών δυνατοτήτων προσφυγής που προβλέπει η εθνική και η κοινοτική νομοθεσία, τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε οι χρήστες, ενεργώντας μεμονωμένα ή, εφόσον αυτό προβλέπεται από το εθνικό δίκαιο, σε συνδυασμό με τους οργανισμούς που εκπροσωπούν τα συμφέροντα των χρηστών ή/και των καταναλωτών, να δύνανται να υποβάλουν στην αρμόδια εθνική αρχή τις περιπτώσεις όπου τα παράπονα των χρηστών προς φορείς παροχής υπηρεσιών στο πλαίσιο της καθολικής υπηρεσίας δεν είχαν ικανοποιητικό αποτέλεσμα. Σύμφωνα με το άρθρο 16, τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι οι φορείς παροχής καθολικής υπηρεσίας και, κατά περίπτωση, οι επιχειρήσεις που παρέχουν υπηρεσίες οι οποίες εμπίπτουν στο πεδίο της καθολικής υπηρεσίας δημοσιεύουν, παράλληλα με την ετήσια έκθεση για την παρακολούθηση των επιδόσεών τους, πληροφορίες σχετικά με τον αριθμό καταγγελιών και τον τρόπο με τον οποίο αυτές αντιμετωπίστηκαν. ' 24. Το άρθρο 21 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: 'Άρθρο 21 1. Η Επιτροπή επικουρείται από μια επιτροπή. 2. Στις περιπτώσεις που γίνεται μνεία του παρόντος άρθρου, εφαρμόζονται τα άρθρα 5α και 7 της απόφασης 1999/468/ΕΚ. 3. Η επιτροπή θεσπίζει τον εσωτερικό της κανονισμό. ' 25. Το άρθρο 22 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: 'Άρθρο 22 1. Κάθε κράτος μέλος ορίζει μια ή περισσότερες εθνικές ρυθμιστικές αρχές για τον τομέα των ταχυδρομείων, νομικώς και λειτουργικώς ανεξάρτητες από τους ταχυδρομικούς φορείς εκμετάλλευσης. Τα κράτη μέλη τα οποία διατηρούν την κυριότητα ή τον έλεγχο επιχειρήσεων παροχής ταχυδρομικών υπηρεσιών εξασφαλίζουν τον αποτελεσματικό διαρθρωτικό διαχωρισμό της κανονιστικής λειτουργίας από τις δραστηριότητες που έχουν σχέση με την κυριότητα ή τον έλεγχο. Τα κράτη μέλη πληροφορούν την Επιτροπή ποιες εθνικές ρυθμιστικές αρχές έχουν ορίσει για την εκτέλεση των καθηκόντων που απορρέουν από την παρούσα οδηγία. Τα κράτη μέλη δημοσιεύουν τα καθήκοντα που ανατίθενται στις εθνικές ρυθμιστικές αρχές κατά τρόπον ώστε να είναι εύκολα προσιτά, ιδίως στην περίπτωση που τα καθήκοντα αυτά ανατίθενται σε δύο ή περισσότερους φορείς. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν, κατά περίπτωση, διαβουλεύσεις και συνεργασία μεταξύ των εν λόγω αρχών και των εθνικών αρχών που έχουν επιφορτισθεί με την εφαρμογή της νομοθεσίας περί ανταγωνισμού και της νομοθεσίας περί καταναλωτών για θέματα κοινού ενδιαφέροντος. 2. Οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές έχουν ως συγκεκριμένο καθήκον την εξασφάλιση της συμμόρφωσης με τις υποχρεώσεις που απορρέουν από την παρούσα οδηγία, ιδίως με τη δημιουργία διαδικασιών παρακολούθησης και κανονιστικών διαδικασιών ώστε να εξασφαλιστεί η παροχή της καθολικής υπηρεσίας. Δύνανται επίσης να επιφορτισθούν με τη διασφάλιση της τήρησης των κανόνων ανταγωνισμού στον τομέα των ταχυδρομείων. Οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές των κρατών μελών συνεργάζονται στενά και παρέχουν αμοιβαία βοήθεια για να διευκολύνουν την εφαρμογή της παρούσας οδηγίας. 3. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν την ύπαρξη αποτελεσματικών μηχανισμών, σε εθνικό επίπεδο, βάσει των οποίων κάθε χρήστης ή επιχείρηση που παρέχει ταχυδρομικές υπηρεσίες έχει, όταν επηρεάζεται από απόφαση εθνικής κανονιστικής αρχής, δικαίωμα προσφυγής κατά της απόφασης, ενώπιον οργάνου προσφυγής το οποίο είναι ανεξάρτητο από τα εμπλεκόμενα μέρη. Εφόσον εκκρεμεί το αποτέλεσμα της εν λόγω προσφυγής, ισχύει η απόφαση της εθνικής κανονιστικής αρχής, εκτός αν το όργανο προσφυγής αποφασίσει διαφορετικά.' 26. Μετά το άρθρο 22, παρεμβάλλεται το ακόλουθο κεφάλαιο: «ΚΕΦΑΛΑΙΟ 9α Παροχή πληροφοριών» 27. Παρεμβάλλεται το ακόλουθο άρθρο 22α: 'Άρθρο 22a 1. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι οι επιχειρήσεις που παρέχουν ταχυδρομικές υπηρεσίες, παρέχουν όλες τις πληροφορίες, περιλαμβανομένων των οικονομικών πληροφοριών και των πληροφοριών σχετικά με την παροχή της καθολικής υπηρεσίας, που είναι απαραίτητες για τους ακόλουθους σκοπούς: (α) για να εξασφαλίζουν οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές τη συμμόρφωση με τις διατάξεις της παρούσας οδηγίας ή τις αποφάσεις που λαμβάνονται σύμφωνα με την παρούσα οδηγία· (β) για σαφώς καθορισμένους στατιστικούς σκοπούς. 2. Οι επιχειρήσεις αυτές παρέχουν τις πληροφορίες αυτές αμέσως, κατόπιν αιτήματος, και σύμφωνα με το χρονοδιάγραμμα και το βαθμό λεπτομέρειας που απαιτεί η εθνική ρυθμιστική αρχή. Οι πληροφορίες που ζητεί η εθνική ρυθμιστική αρχή πρέπει να είναι ανάλογες προς την εκτέλεση του συγκεκριμένου καθήκοντος. Η εθνική ρυθμιστική αρχή αιτιολογεί το αίτημά της για παροχή πληροφοριών. ' 28. Το άρθρο 23 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: 'Άρθρο 23 Κάθε τρία έτη, και για πρώτη φορά το αργότερο στις 31 Δεκεμβρίου 2011, η Επιτροπή υποβάλλει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο μια έκθεση για την εφαρμογή της παρούσας οδηγίας, όπου περιλαμβάνονται οι απαραίτητες πληροφορίες σχετικά με τις εξελίξεις του τομέα, ιδίως όσον αφορά τις οικονομικές και κοινωνικές πτυχές, τις πτυχές τις σχετικές με την απασχόληση και τις τεχνολογικές πτυχές καθώς και την ποιότητα των παρεχόμενων υπηρεσιών. Η έκθεση αυτή θα συνοδεύεται ενδεχομένως από προτάσεις προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο.' 29. Το άρθρο 26 διαγράφεται. 30. Το άρθρο 27 διαγράφεται. Άρθρο 2 1. Τα κράτη μέλη θέτουν σε ισχύ τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις προκειμένου να συμμορφωθούν με την παρούσα οδηγία το αργότερο έως τις 31 Δεκεμβρίου 2008. Κοινοποιούν αμέσως στην Επιτροπή το κείμενο των εν λόγω διατάξεων καθώς και πίνακα αντιστοιχίας μεταξύ των εν λόγω διατάξεων και των διατάξεων της παρούσας οδηγίας. Όταν τα κράτη μέλη θεσπίζουν τις εν λόγω διατάξεις, αυτές περιέχουν παραπομπή στην παρούσα οδηγία ή συνοδεύονται από τέτοια παραπομπή κατά την επίσημη δημοσίευσή τους. Ο τρόπος της παραπομπής αυτής αποφασίζεται από τα κράτη μέλη. 2. Τα κράτη μέλη ανακοινώνουν στην Επιτροπή το κείμενο των ουσιωδών διατάξεων εσωτερικού δικαίου τις οποίες θεσπίζουν στους τομείς που διέπονται από την παρούσα οδηγία. Άρθρο 3 Η παρούσα οδηγία αρχίζει να ισχύει την ημέρα της δημοσίευσής της στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης . Άρθρο 4 Η παρούσα οδηγία απευθύνεται στα κράτη μέλη. Βρυξέλλες, Για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο Για το Συμβούλιο Ο Πρόεδρος Ο Πρόεδρος [1] ΕΕ C 48 της 16.2.1994, σ. 3. [2] Οδηγία 97/67/EΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 15ης Δεκεμβρίου 1997 σχετικά με τους κοινούς κανόνες για την ανάπτυξη της εσωτερικής αγοράς κοινοτικών ταχυδρομικών υπηρεσιών και τη βελτίωση της ποιότητας των παρεχόμενων υπηρεσιών (ΕΕ L 15, 21.1.1998, σ. 14), όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 2002/39/EK του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 10ης Ιουνίου 2002 για την τροποποίηση της οδηγίας 97/67/EΚ όσον αφορά το περαιτέρω άνοιγμα των κοινοτικών ταχυδρομικών υπηρεσιών στον ανταγωνισμό (ΕΕ L 176, 5.7.2002, σ. 21). [3] COM(2006) 596. [4] SEC(2006) 1291. [5] COM(2006) 595. [6] Απόφαση 1999/468/ΕΚ του Συμβουλίου της 28ης Ιουνίου 1999 για τον καθορισμό των όρων άσκησης των εκτελεστικών αρμοδιοτήτων που ανατίθενται στην Επιτροπή (ΕΕ L 184, 17.7.1999, σ. 23), όπως τροποποιήθηκε με την απόφαση 2006/512/ΕΚ του Συμβουλίου της 17ης Ιουλίου 2006 (ΕΕ L 200, 22.7.2006, σ. 11). [7] ΕΕ C, , σ.. [8] ΕΕ C , , σ. . [9] ΕΕ C , , σ. . [10] ΕΕ C , , σ. . [11] ΕΕ C 48 της 16.2.1994, σ. 3. [12] ΕΕ L 15, 21.1.1998, σ. 14. Οδηγία όπως τροποποιήθηκε την τελευταία φορά με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1882/2003 της 29ης Σεπτεμβρίου 2003 (ΕΕ L 284, 31.10.2003, σ. 1). [13] ΕΕ L 115 της 17.4.1998, σ. 31. [14] ΕΕ L 109 της 4.4.2001, σ. 56. [15] ΕΕ L 184 της 17.7.1999, σ. 23. Απόφαση όπως τροποποιήθηκε με την απόφαση 2006/512/ΕΚ(ΕΕ L 200 της 22.7.2006, σ. 11).