52006PC0268

Πρόταση κανονισμού του Συμβουλίου για την επιβολή οριστικού δασμού αντιντάμπινγκ στις εισαγωγές ορισμένων σωλήνων χωρίς συγκόλληση από σίδηρο ή χάλυβα καταγωγής Κροατίας, Ρουμανίας, Ρωσίας και Ουκρανίας, την κατάργηση των κανονισμών (ΕΚ) αριθ. 2320/97 και (ΕΚ) αριθ. 348/2000 του Συμβουλίου, τον τερματισμό των διαδικασιών ενδιάμεσης επανεξέτασης και επανεξέτασης ενόψει της λήξης ισχύος των δασμών αντιντάμπινγκ που εφαρμόζονται στις εισαγωγές ορισμένων σωλήνων χωρίς συγκόλληση από σίδηρο ή μη κραματοποιημένο χάλυβα καταγωγής, μεταξύ άλλων, Ρωσίας και Ρουμανίας και τον τερματισμό των διαδικασιών ενδιάμεσης επανεξέτασης των δασμών αντιντάμπινγκ που εφαρμόζονται στις εισαγωγές ορισμένων σωλήνων χωρίς συγκόλληση από σίδηρο ή μη κραματοποιημένο χάλυβα καταγωγής, μεταξύ άλλων, Ρωσίας και Ρουμανίας και Κροατίας και Ουκρανίας /* COM/2006/0268 τελικό */


[pic] | ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ |

Βρυξέλλες, 6.6.2006

COM(2006) 268 τελικό

Πρόταση

ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΥ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ

Πρόταση κανονισμού του Συμβουλίου για την επιβολή οριστικού δασμού αντιντάμπινγκ στις εισαγωγές ορισμένων σωλήνων χωρίς συγκόλληση από σίδηρο ή χάλυβα καταγωγής Κροατίας, Ρουμανίας, Ρωσίας και Ουκρανίας, την κατάργηση των κανονισμών (ΕΚ) αριθ. 2320/97 και (ΕΚ) αριθ. 348/2000 του Συμβουλίου, τον τερματισμό των διαδικασιών ενδιάμεσης επανεξέτασης και επανεξέτασης ενόψει της λήξης ισχύος των δασμών αντιντάμπινγκ που εφαρμόζονται στις εισαγωγές ορισμένων σωλήνων χωρίς συγκόλληση από σίδηρο ή μη κραματοποιημένο χάλυβα καταγωγής, μεταξύ άλλων, Ρωσίας και Ρουμανίας και τον τερματισμό των διαδικασιών ενδιάμεσης επανεξέτασης των δασμών αντιντάμπινγκ που εφαρμόζονται στις εισαγωγές ορισμένων σωλήνων χωρίς συγκόλληση από σίδηρο ή μη κραματοποιημένο χάλυβα καταγωγής, μεταξύ άλλων, Ρωσίας και Ρουμανίας και Κροατίας και Ουκρανίας

(υποβληθείσα από την Επιτροπή)

ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ

Πλαίσιο της προτασησ |

Αιτιολόγηση και στόχοι της πρότασης Η παρούσα πρόταση αφορά την εφαρμογή του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 384/96 του Συμβουλίου της 22ας Δεκεμβρίου 1995 για την άμυνα κατά των εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ εκ μέρους χωρών μη μελών της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, όπως τροποποιήθηκε την τελευταία φορά με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 2117/2005 του Συμβουλίου της 21ης Δεκεμβρίου 2005 («ο βασικός κανονισμός») στο πλαίσιο της διαδικασίας για τις εισαγωγές ορισμένων σωλήνων χωρίς συγκόλληση από σίδηρο ή χάλυβα καταγωγής Κροατίας, Ρουμανίας, Ρωσίας και Ουκρανίας. |

Γενικό πλαίσιο Η παρούσα πρόταση υποβάλλεται στο πλαίσιο της εκτέλεσης του βασικού κανονισμού και είναι προϊόν έρευνας που διεξήχθη σύμφωνα με τις απαιτήσεις επί της ουσίας και επί της διαδικασίας που θέτει ο βασικός κανονισμός. |

Ισχύουσες διατάξεις στον τομέα της πρότασης Δεν υπάρχουν διατάξεις στο πλαίσιο της πρότασης. |

Συνοχή με άλλες πολιτικές και στόχους της Ένωσης Άνευ αντικειμένου. |

Διαβουλεύσεις με τα ενδιαφερόμενα μέρη και εκτιμηση αντικτύπου |

Διαβουλεύσεις με τα ενδιαφερόμενα μέρη |

Τα ενδιαφερόμενα μέρη τα οποία αφορά η διαδικασία είχαν ήδη τη δυνατότητα να υποστηρίξουν τα συμφέροντά τους κατά την έρευνα, σύμφωνα με τις διατάξεις του βασικού κανονισμού. |

Προσφυγή στη γνώμη εμπειρογνωμόνων |

Δεν υπήρξε ανάγκη προσφυγής σε εξωτερικούς εμπειρογνώμονες. |

Εκτίμηση αντικτύπου Η παρούσα πρόταση προκύπτει από την εφαρμογή του βασικού κανονισμού. Ο βασικός κανονισμός δεν προβλέπει γενική εκτίμηση αντικτύπου, αλλά περιέχει εξαντλητικό κατάλογο των όρων που πρέπει να εκτιμηθούν. |

Νομικα στοιχεια τησ προτασησ |

Συνοπτική παρουσίαση της προτεινόμενης ενέργειας Η έναρξη της παρούσας έρευνας, το Μάρτιο του 2005, πραγματοποιήθηκε κατόπιν καταγγελίας της επιτροπής άμυνας της βιομηχανίας σωλήνων χωρίς συγκόλληση από χάλυβα της Ευρωπαϊκής Ένωσης («ο καταγγέλλων») σχετικά με τις εισαγωγές ορισμένων σωλήνων χωρίς συγκόλληση («ΣΧΣ») από σίδηρο ή χάλυβα καταγωγής Κροατίας, Ρουμανίας, Ρωσίας και Ουκρανίας. Το υπό εξέταση προϊόν ταξινομήθηκε σε 11 κωδικούς ΣΟ («εκτεταμένο πεδίο κάλυψης του προϊόντος»). Παράλληλα, η Επιτροπή κίνησε αυτεπαγγέλτως δύο διαδικασίες ενδιάμεσης επανεξέτασης των υφιστάμενων μέτρων καλύπτοντας 5 από τους 11 κωδικούς ΣΟ («αρχικό πεδίο κάλυψης του προϊόντος») κατά της Ρωσίας και της Ρουμανίας και κατά της Κροατίας και της Ουκρανίας, επειδή τα εν λόγω μέτρα θα έπρεπε να τροποποιηθούν ή να καταργηθούν εάν επρόκειτο να επιβληθούν μέτρα σχετικά με το ευρύτερο πεδίο κάλυψης του προϊόντος της νέας έρευνας. Διαπιστώθηκε η ύπαρξη ντάμπινγκ για όλες τις εν λόγω χώρες, με περιθώρια ντάμπινγκ τα οποία κυμαίνονταν από 11,7% έως 17,8% για τη Ρουμανία, από 24,1% έως 35,8% για τη Ρωσία, 29,8% για την Κροατία και από 12,3% έως 25,7% για την Ουκρανία. Διαπιστώθηκε ότι το εν λόγω ντάμπινγκ προκαλούσε υλικές ζημίες στους παραγωγούς της Κοινότητας (με περιθώρια ζημιών υψηλότερα από τα περιθώρια ντάμπινγκ σε όλες τις περιπτώσεις). Εξετάστηκε το κοινοτικό συμφέρον όσον αφορά την επιβολή μέτρων αντιντάμπινγκ στις εισαγωγές ΣΧΣ από τις τέσσερις προαναφερθείσες χώρες και δεν διαπιστώθηκε η ύπαρξη επιτακτικού λόγου για τον οποίο δεν θα έπρεπε να επιβληθούν τέτοια μέτρα. Βάσει των ανωτέρω, προτείνεται να επιβληθούν οριστικά μέτρα αντιντάμπινγκ στις εισαγωγές ΣΧΣ καταγωγής Κροατίας, Ρουμανίας, Ρωσίας και Ουκρανίας και να τερματισθούν οι προαναφερθείσες τρέχουσες διαδικασίες ενδιάμεσης επανεξέτασης. Ζητήθηκε η γνώμη των κρατών μελών, τα οποία υποστήριξαν την παρούσα πρόταση. Προτείνεται να εγκρίνει το Συμβούλιο τη συνημμένη πρόταση κανονισμού η οποία θα πρέπει να δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα το συντομότερο δυνατόν και το αργότερο μέχρι τις 30 Ιουνίου 2006. |

Νομική βάση Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 384/96 του Συμβουλίου της 22ας Δεκεμβρίου 1995 για την άμυνα κατά των εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ εκ μέρους χωρών μη μελών της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, όπως τροποποιήθηκε την τελευταία φορά με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 2117/2005 του Συμβουλίου της 21ης Δεκεμβρίου 2005. |

Αρχή της επικουρικότητας Η πρόταση εμπίπτει στην αποκλειστική αρμοδιότητα της Κοινότητας. Συνεπώς, δεν ισχύει η αρχή της επικουρικότητας. |

Αρχή της αναλογικότητας Η πρόταση είναι σύμφωνη με την αρχή της αναλογικότητας για τους ακόλουθους λόγους: |

Η μορφή της ενέργειας περιγράφεται στον προαναφερθέντα βασικό κανονισμό και δεν αφήνει περιθώριο λήψης απόφασης σε εθνικό επίπεδο. |

Δεν υπάρχουν ενδείξεις για τον τρόπο με τον οποίο ελαχιστοποιείται ο χρηματοοικονομικός και διοικητικός φόρτος που βαρύνει την Κοινότητα, τις εθνικές κυβερνήσεις, τις περιφερειακές και τοπικές αρχές, τους οικονομικούς παράγοντες και τους πολίτες και είναι ανάλογος προς τους στόχους της πρότασης. |

Επιλογή μέσων |

Προτεινόμενα μέσα: κανονισμός. |

Η χρησιμοποίηση άλλων μέσων δεν θα ήταν σκόπιμη για τον(-ους) ακόλουθο(-ους) λόγο(-ους). Ο προαναφερόμενος βασικός κανονισμός δεν προβλέπει εναλλακτικές δυνατότητες. |

Δημοσιονομικες επιπτώσεις |

Η πρόταση δεν έχει επιπτώσεις στον κοινοτικό προϋπολογισμό. |

1. Πρόταση

ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΥ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ

Πρόταση κανονισμού του Συμβουλίου για την επιβολή οριστικού δασμού αντιντάμπινγκ στις εισαγωγές ορισμένων σωλήνων χωρίς συγκόλληση από σίδηρο ή χάλυβα καταγωγής Κροατίας, Ρουμανίας, Ρωσίας και Ουκρανίας, την κατάργηση των κανονισμών (ΕΚ) αριθ. 2320/97 και (ΕΚ) αριθ. 348/2000 του Συμβουλίου, τον τερματισμό των διαδικασιών ενδιάμεσης επανεξέτασης και επανεξέτασης ενόψει της λήξης ισχύος των δασμών αντιντάμπινγκ που εφαρμόζονται στις εισαγωγές ορισμένων σωλήνων χωρίς συγκόλληση από σίδηρο ή μη κραματοποιημένο χάλυβα καταγωγής, μεταξύ άλλων, Ρωσίας και Ρουμανίας και τον τερματισμό των διαδικασιών ενδιάμεσης επανεξέτασης των δασμών αντιντάμπινγκ που εφαρμόζονται στις εισαγωγές ορισμένων σωλήνων χωρίς συγκόλληση από σίδηρο ή μη κραματοποιημένο χάλυβα καταγωγής, μεταξύ άλλων, Ρωσίας και Ρουμανίας και Κροατίας και Ουκρανίας

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη:

τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας,

τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 384/96 του Συμβουλίου της 22ας Δεκεμβρίου 1995 για την άμυνα κατά των εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ εκ μέρους χωρών μη μελών της Ευρωπαϊκής Κοινότητας[1] («ο βασικός κανονισμός»), και ιδίως τα άρθρα 8, 9 και 11 παράγραφοι 2 και 3,

την πρόταση που υπέβαλε η Επιτροπή κατόπιν διαβουλεύσεων με τη συμβουλευτική επιτροπή,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

1. ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ

1.1 Έναρξη

(1) Στις 31 Μαρτίου 2005 η Επιτροπή εξέδωσε ανακοίνωση («ανακοίνωση έναρξης»), η οποία δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης[2], σχετικά με την έναρξη διαδικασίας αντιντάμπινγκ όσον αφορά τις εισαγωγές στην Κοινότητα ορισμένων σωλήνων χωρίς συγκόλληση («ΣΧΣ») από σίδηρο ή χάλυβα («εκτεταμένο πεδίο κάλυψης του προϊόντος») καταγωγής Κροατίας, Ρουμανίας, Ρωσίας και Ουκρανίας και την έναρξη δύο διαδικασιών ενδιάμεσης επανεξέτασης των δασμών αντιντάμπινγκ στις εισαγωγές ΣΧΣ από σίδηρο ή μη κραματοποιημένο χάλυβα («αρχικό πεδίο κάλυψης του προϊόντος») καταγωγής, μεταξύ άλλων, Ρωσίας και Ρουμανίας και Κροατίας και Ουκρανίας.

(2) Η διαδικασία αντιντάμπινγκ κινήθηκε κατόπιν καταγγελίας που υποβλήθηκε στις 14 Φεβρουαρίου 2005 από την επιτροπή άμυνας της βιομηχανίας σωλήνων χωρίς συγκόλληση από χάλυβα της Ευρωπαϊκής Ένωσης («ο καταγγέλλων») εξ ονόματος των παραγωγών που αντιπροσωπεύουν το μεγαλύτερο μέρος, στη συγκεκριμένη περίπτωση πάνω από το 50%, της συνολικής κοινοτικής παραγωγής του εκτεταμένου πεδίου κάλυψης του προϊόντος. Η καταγγελία περιείχε αποδεικτικά στοιχεία ως προς το ντάμπινγκ που ασκήθηκε στο υπό εξέταση προϊόν και ως προς τη σημαντική ζημία που προέκυψε, τα οποία κρίθηκαν επαρκή για να δικαιολογήσουν την έναρξη διαδικασίας.

(3) Οι διαδικασίες ενδιάμεσης επανεξέτασης κινήθηκαν από την Επιτροπή με δική της πρωτοβουλία, σύμφωνα με το άρθρο 11 παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 384/96 του Συμβουλίου για την άμυνα κατά των εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ εκ μέρους χωρών μη μελών της Ευρωπαϊκής Κοινότητας («βασικός κανονισμός»)[3], προκειμένου να επιτραπεί οποιαδήποτε αναγκαία τροποποίηση ή κατάργηση των οριστικών μέτρων αντιντάμπινγκ που επιβλήθηκαν με τους κανονισμούς (ΕΚ) αριθ. 2320/97[4] και 348/2000[5] του Συμβουλίου στις εισαγωγές του αρχικού πεδίου κάλυψης του προϊόντος από, μεταξύ άλλων, την Κροατία, τη Ρουμανία, τη Ρωσία και την Ουκρανία («τα οριστικά μέτρα»). Η αναγκαία τροποποίηση ή κατάργηση μπορεί να ανακύψει εάν αποφασιστεί ότι τα μέτρα πρέπει να επιβληθούν στο εκτεταμένο πεδίο κάλυψης του προϊόντος, λόγω του γεγονότος ότι τα προϊόντα για τα οποία έχουν επιβληθεί μέτρα με τους κανονισμούς (ΕΚ) αριθ. 2320/97 και 348/2000 του Συμβουλίου εμπίπτουν στο εκτεταμένο πεδίο κάλυψης του προϊόντος.

1.2 Ισχύοντα μέτρα για το αρχικό πεδίο κάλυψης του προϊόντος

(4) Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 2320/97 επέβαλε δασμούς αντιντάμπινγκ στις εισαγωγές του αρχικού πεδίου κάλυψης του προϊόντος καταγωγής, μεταξύ άλλων, Ρουμανίας και Ρωσίας. Με τις αποφάσεις 97/790/ΕΚ[6] και 2000/70/ΕΚ[7] έγιναν δεκτές αναλήψεις υποχρεώσεων τις οποίες πρότειναν οι εξαγωγείς, μεταξύ άλλων, της Ρουμανίας και της Ρωσίας. Με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1322/2004[8] αποφασίστηκε να μην εφαρμόζονται πλέον τα μέτρα που ισχύουν για τις εισαγωγές του αρχικού πεδίου κάλυψης του προϊόντος από τη Ρουμανία και τη Ρωσία για λόγους σύνεσης λόγω της συμπεριφοράς κατά το παρελθόν ορισμένων κοινοτικών παραγωγών, η οποία ήταν ασυμβίβαστη προς τους κανόνες ανταγωνισμού[9]. Η αιτιολογική σκέψη 20 του ίδιου κανονισμού επιβεβαίωσε τις διαδικασίες ενδιάμεσης επανεξέτασης και επανεξέτασης ενόψει της λήξης ισχύος που άρχισαν στις Νοεμβρίου 2002[10], οι οποίες εξακολουθούν να βρίσκονται εν εξελίξει μέχρις ότου υπάρξουν νέα πορίσματα που θα επιτρέψουν εκτίμηση για το μέλλον με βάση νέα στοιχεία και, σε κάθε περίπτωση, ανεπηρέαστα από την ασυμβίβαστη προς τους κανόνες του ανταγωνισμού συμπεριφορά.

(5) Έπειτα από έρευνα επανεξέτασης η οποία πραγματοποιήθηκε σύμφωνα με το άρθρο 11 παράγραφος 3 του βασικού κανονισμού, το Συμβούλιο, με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 258/2005[11], τροποποίησε τα οριστικά μέτρα που επιβλήθηκαν με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 348/2000, κατήργησε τη δυνατότητα εξαίρεσης από τους δασμούς που προβλέπονται στο άρθρο 2 του ίδιου κανονισμού και επέβαλε δασμό αντιντάμπινγκ ύψους 38,8% στις εισαγωγές του αρχικού πεδίου κάλυψης του προϊόντος από την Κροατία και δασμό αντιντάμπινγκ ύψους 64,1% στις εισαγωγές του αρχικού πεδίου κάλυψης του προϊόντος από την Ουκρανία, με εξαίρεση τις εισαγωγές από την Dnepropetrovsk Tube Works (‘DTW’), οι οποίες υπόκεινται σε δασμό αντιντάμπινγκ ύψους 51,9%.

(6) Με την απόφαση 2005/133/ΕΚ[12] η Επιτροπή ανέστειλε εν μέρει τα οριστικά μέτρα για περίοδο εννέα μηνών, με ισχύ από τις 18 Φεβρουαρίου 2005. Η μερική αναστολή επεκτάθηκε για περαιτέρω περίοδο ενός έτους με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1866/2005 του Συμβουλίου[13] . Συνεπώς, οι ισχύοντες δασμοί είναι εκείνοι που θεσπίστηκαν με την απόφαση (ΕΚ) αριθ. 348/2000 του Συμβουλίου, δηλαδή 23% για την Κροατία και 38,5% για την Ουκρανία.

1.3 Προσωρινά μέτρα

(7) Λόγω του ότι είναι αναγκαίο να εξεταστούν περαιτέρω ορισμένες πτυχές της έρευνας, αλλά και λόγω της σχέσης της με τις διαδικασίες ενδιάμεσης επανεξέτασης και επανεξέτασης ενόψει της λήξης ισχύος, που αναφέρονται στο τμήμα 1.2., αποφασίστηκε να συνεχιστεί η έρευνα χωρίς την επιβολή προσωρινών μέτρων.

1.4 Μέρη τα οποία φορά η διαδικασία

(8) Η Επιτροπή ενημέρωσε επίσημα τους παραγωγούς–εξαγωγείς στην Κροατία, τη Ρουμανία, τη Ρωσία και την Ουκρανία, τους εισαγωγείς/εμπόρους, τους χρήστες, τους προμηθευτές και τις σχετικές ενώσεις, τους αντιπροσώπους των εν λόγω χωρών εξαγωγής και τους καταγγέλλοντες κοινοτικούς παραγωγούς και άλλους κοινοτικούς παραγωγούς που θεωρούνται ενδιαφερόμενοι σχετικά με την έναρξη της διαδικασίας. Τα ενδιαφερόμενα μέρη είχαν τη δυνατότητα να εκθέσουν γραπτώς τις απόψεις τους και να ζητήσουν ακρόαση εντός της προθεσμίας που προβλεπόταν στην ανακοίνωση σχετικά με την έναρξη της διαδικασίας.

(9) Λαμβανομένου υπόψη του μεγάλου αριθμού ρώσων και ουκρανών παραγωγών-εξαγωγέων που απαριθμούνται στην καταγγελία, του μεγάλου αριθμού κοινοτικών εισαγωγέων του υπό εξέταση προϊόντος και του μεγάλου αριθμού κοινοτικών παραγωγών που υποστηρίζουν την καταγγελία, η ανακοίνωση για την έναρξη της διαδικασίας προέβλεψε τη χρήση δειγματοληψίας για τη διαπίστωση ύπαρξης πρακτικής ντάμπινγκ και ζημίας, σύμφωνα με το άρθρο 17 του βασικού κανονισμού.

(10) Για να μπορέσει η Επιτροπή να αποφασίσει εάν η δειγματοληψία θα ήταν απαραίτητη και, εάν ναι, να επιλέξει δείγμα, όλοι οι ρώσοι και ουκρανοί παραγωγοί-εξαγωγείς, οι κοινοτικοί εισαγωγείς και οι κοινοτικοί παραγωγοί κλήθηκαν να αναγγελθούν στην Επιτροπή και να προσκομίσουν, όπως διευκρινίστηκε στην ανακοίνωση για την έναρξη της διαδικασίας, βασικά στοιχεία σχετικά με τις δραστηριότητές τους όσον αφορά το υπό εξέταση προϊόν κατά την περίοδο έρευνας (1 Ιανουαρίου 2004 έως 31 Δεκεμβρίου 2004).

1.4.1 Δειγματοληψία όσον αφορά τους εξαγωγείς/παραγωγούς

(11) Έπειτα από εξέταση των πληροφοριών που υποβλήθηκαν από τους ρώσους και ουκρανούς παραγωγούς-εξαγωγείς και λόγω του γεγονότος ότι και στις δύο χώρες οι πλειονότητα των επιχειρήσεων ανήκει σε μεγάλους ομίλους παραγωγών, αποφασίστηκε ότι δεν ήταν απαραίτητη δειγματοληψία όσον αφορά τη Ρωσία και την Ουκρανία.

1.4.2 Δειγματοληψία όσον αφορά την κοινοτική βιομηχανία και τους κοινοτικούς εισαγωγείς

(12) Όσον αφορά τους κοινοτικούς παραγωγούς, σύμφωνα με το άρθρο 17 του βασικού κανονισμού, επελέγη δείγμα με βάση το μεγαλύτερο αντιπροσωπευτικό όγκο παραγωγής και πωλήσεων του κοινοτικού κλάδου παραγωγής, που θα μπορούσε εύλογα να αποτελέσει αντικείμενο έρευνας εντός της ταχθείσας προθεσμίας. Βάσει των απαντήσεων που ελήφθησαν από τους κοινοτικούς παραγωγούς, η Επιτροπή επέλεξε πέντε εταιρείες εγκατεστημένες σε τέσσερα διαφορετικά κράτη μέλη. Ένας από τους αρχικά επιλεγέντες στο δείγμα κοινοτικών παραγωγών δεν συνεργάστηκε στη συνέχεια και αντικαταστάθηκε από άλλον κοινοτικό παραγωγό. Όσον αφορά τον όγκο παραγωγής, οι 5 επιλεγείσες στο δείγμα επιχειρήσεις αντιπροσώπευαν ποσοστό 49% της συνολικής κοινοτικής παραγωγής. Σύμφωνα με το άρθρο 17 παράγραφος 2 του βασικού κανονισμού, ζητήθηκε η γνώμη των ενδιαφερόμενων μερών, τα οποία δεν προέβαλαν αντιρρήσεις. Επιπλέον, ζητήθηκε από τους υπόλοιπους κοινοτικούς παραγωγούς να παράσχουν ορισμένα γενικά στοιχεία για την ανάλυση της ζημίας. Λαμβανομένου υπόψη του μικρού αριθμού απαντήσεων που ελήφθησαν από τους εισαγωγείς, αποφασίστηκε ότι δεν ήταν απαραίτητη η διεξαγωγή δειγματοληψίας όσον αφορά τους εισαγωγείς.

1.5 Αναγνώριση καθεστώτος οικονομίας της αγοράς/χορήγηση ατομικής μεταχείρισης

(13) Η Επιτροπή, για να δώσει στους παραγωγούς-εξαγωγείς της Ουκρανίας τη δυνατότητα να υποβάλουν αίτηση για αναγνώριση καθεστώτος οικονομίας της αγοράς (ΚΟΑ) ή χορήγηση ατομικής μεταχείρισης (ΑΜ), εφόσον το επιθυμούσαν, απέστειλε σχετικά έγγραφα στους ουκρανούς παραγωγούς-εξαγωγείς που ήταν γνωστό ότι ενδιαφέρονται. Ελήφθησαν αιτήσεις για αναγνώριση ΚΟΑ ή χορήγηση ΑΜ, σε περίπτωση που από την έρευνα προέκυπτε ότι δεν πληρούν τους όρους αναγνώρισης ΚΟΑ, από τρεις ομίλους παραγωγών-εξαγωγέων και τις συνδεδεμένες εταιρείες τους.

1.6 Ερωτηματολόγια

(14) Η Επιτροπή απέστειλε ερωτηματολόγια σε όλα τα μέρη που ήταν γνωστό ότι ενδιαφέρονται και σε όλες τις άλλες εταιρείες που αναγγέλθηκαν εντός της προθεσμίας που καθορίζεται στην ανακοίνωση για την έναρξη της διαδικασίας. Ελήφθησαν απαντήσεις από τρεις ρουμάνους παραγωγούς-εξαγωγείς μαζί με δύο συνδεδεμένες εταιρείες τους, δύο ομίλους ρώσων παραγωγών-εξαγωγέων μαζί με πέντε συνδεδεμένες εταιρείες τους, τρεις από τις οποίες είναι εγκατεστημένες στην Κοινότητα, και τρεις ομίλους ουκρανών παραγωγών-εξαγωγέων και τις συνδεδεμένες εταιρείες τους. Απαντήσεις στα ερωτηματολόγια ελήφθησαν επίσης από πέντε κοινοτικούς παραγωγούς. Μολονότι έξι εισαγωγείς απάντησαν στο έντυπο δειγματοληψίας, μόνο τρεις συνεργάστηκαν απαντώντας πλήρως στο ερωτηματολόγιο. Ένας άλλος εισαγωγέας συμφώνησε να πραγματοποιηθεί επιτόπια επαλήθευση στις εγκαταστάσεις του, παρά το γεγονός ότι δεν απάντησε στο ερωτηματολόγιο.

(15) Η Επιτροπή αναζήτησε και επαλήθευσε όλες τις πληροφορίες που έκρινε απαραίτητες για τον προσδιορισμό της πρακτικής ντάμπινγκ, της επακόλουθης ζημίας και του συμφέροντος της Κοινότητας. Πραγματοποιήθηκαν επιτόπιες επαληθεύσεις στις εγκαταστάσεις των ακόλουθων εταιρειών:

Κοινοτικοί παραγωγοί

-Dalmine S.p.A., Bergamo, Ιταλία

-Rohrwerk Maxhütte GmbH, Sulzbach-Rosenberg, Γερμανία

-Tubos Reunidos S.A., Amurrio, Ισπανία

-Vallourec & Mannesmann France S.A., Boulogne Billancourt, Γαλλία

-V & M Deutschland GmbH, Düsseldorf, Γερμανία

Παραγωγοί-εξαγωγείς στη Ρουμανία

-S.C. Artrom S.A., Slatina

-S.C. Silcotub S.A., Zalau

-S.C. Mittal Steel Roman S.A., Roman

Παραγωγοί-εξαγωγείς στη Ρωσία

-Volzhsky Pipe Works Open Joint Stock Company (‘Volzhsky’), Volzhsky

-Joint Stock Company Taganrog Metallurgical Works (‘Tagmet’), Taganrog

-Joint Stock Company Pervouralsky Novotrubny Works (‘Pervouralsky’), Pervouralsk

-Joint Stock Company Chelyabinsk Tube Rolling Plant (‘Chelyabinsk’), Chelyabinsk

Συνδεδεμένη εταιρεία στη Ρωσία

-CJSC Trade House TMK, Moscow

Παραγωγοί-εξαγωγείς στη Ουκρανία

-CJSC Nikopolsky Seamless Tubes Plant Niko Tube, Nikopol

-CJSC Nikopol Steel Pipe Plant Yutist (Yutist), Nikopol

-OJSC Dnepropetrovsk Tube Works (DTW), Dnepropetrovsk

-OJSC Nizhnedneprovsky Tube Rolling Plant (NTRP), Dnepropetrovsk

Συνδεδεμένος έμπορος στην Ουκρανία

-SPIG Interpipe, Dnepropetrovsk, συνδεδεμένη με την NTRP και τη Niko Tube

Συνδεδεμένος έμπορος στην Ελβετία

-SEPCO S.A., Lugano, συνδεδεμένη με την NTRP και τη Niko Tube

Συνδεδεμένος εισαγωγέας

-Sinara Handel GmbH, Köln, συνδεδεμένη με την Artrom

Μη συνδεδεμένοι εισαγωγείς

-Thyssen Krupp Energostal S.A., Torun, Πολωνία

-Assotubi S.P.A., Cesena, Ιταλία

-Bandini Sider S.R.L., Imola, Ιταλία

1.7 Περίοδος έρευνας

(16) Η έρευνα για την πρακτική ντάμπινγκ και τη ζημία κάλυψε την περίοδο από 1 Ιανουαρίου 2004 έως 31 Δεκεμβρίου 2004 («περίοδος της έρευνας» ή «ΠΕ»). Η εξέταση των τάσεων που απαιτήθηκε για την αξιολόγηση της ζημίας κάλυψε την περίοδο από 1 Ιανουαρίου 2001 έως το τέλος της ΠΕ («η υπό εξέταση περίοδος»).

2. ΥΠΟ ΕΞΕΤΑΣΗ ΠΡΟΪΟΝ ΚΑΙ ΟΜΟΕΙΔΕΣ ΠΡΟΪΟΝ

2.1 Υπό εξέταση προϊόν

(17) Το υπό εξέταση προϊόν είναι ορισμένοι σωλήνες χωρίς συγκόλληση («ΣΧΣ») από σίδηρο ή χάλυβα, κυκλικής διατομής, με εξωτερική διάμετρο που δεν υπερβαίνει τα 406,4 mm, με ισοδύναμο αξίας άνθρακα (CEV) που δεν υπερβαίνει το 0,86 σύμφωνα με τον τύπο και τη χημική ανάλυση του Διεθνούς Ινστιτούτου Τεχνολογίας Συγκόλλησης - International Institute of Welding (IIW). Το υπό εξέταση προϊόν είναι ταξινομημένο στους κωδικούς ΣΟ ex 7304 10 10, ex 7304 10 30, ex 7304 21 00, ex 7304 29 11, ex 7304 31 80, ex 7304 39 58, ex 7304 39 92, ex 7304 39 93, ex 7304 51 89, ex 7304 59 92 και ex 7304 59 93[14] (κωδικοί TARIC 7304 10 10 20, 7304 10 30 20, 7304 21 00 20, 7304 29 11 20, 7304 31 80 30, 7304 39 58 30, 7304 39 92 30, 7304 39 93 20, 7304 51 89 30, 7304 59 92 30 και 7304 59 93 20).

(18) Το υπό εξέταση προϊόν χρησιμοποιείται σε μια ευρεία ποικιλία εφαρμογών, όπως σωλήνες για σωληναγωγούς για τη μεταφορά υγρών, στον κατασκευαστικό κλάδο για την παραγωγή πασσάλων, για μηχανικές χρήσεις, σωλήνες αερίου, σωλήνες για λέβητες και σωλήνες για τον πετρελαϊκό τομέα («OCTG») για γεωτρήσεις, επικαλύψεις και σωληνώσεις για την πετρελαϊκή βιομηχανία.

(19) Οι ΣΧΣ λαμβάνουν πολύ διαφορετικές μορφές κατά την παράδοσή τους στους χρήστες. Μπορούν π.χ. να γαλβανιστούν, να σχηματισθεί σε αυτούς σπείρωμα, να παραδοθούν ως πράσινοι σωλήνες (δηλαδή χωρίς καμία θερμική επεξεργασία), με ειδικές άκρες, διαφορετικές διατομές, να κοπούν σε συγκεκριμένα μεγέθη ή όχι. Δεν υπάρχουν γενικευμένα τυποποιημένα μεγέθη για τους σωλήνες, πράγμα που εξηγεί γιατί οι περισσότεροι από τους ΣΧΣ κατασκευάζονται κατά παραγγελία του πελάτη. Οι ΣΧΣ συνδέονται, κανονικά, με τη συγκόλληση. Εντούτοις, σε ειδικές περιπτώσεις μπορούν να συνδεθούν με το σπείρωμά τους ή να χρησιμοποιηθούν μεμονωμένα, μολονότι παραμένουν συγκολλημένοι. Η έρευνα έχει δείξει ότι όλοι οι ΣΧΣ έχουν τα ίδια φυσικά, χημικά και τεχνικά χαρακτηριστικά και τις ίδιες βασικές χρήσεις.

(20) Ο ορισμός του πεδίου κάλυψης του προϊόντος αυτής της διαδικασίας αμφισβητήθηκε από ορισμένα ενδιαφερόμενα μέρη. Πρώτον, ορισμένα ενδιαφερόμενα μέρη ισχυρίστηκαν ότι κάποιοι τύποι του προϊόντος που περιλαμβάνονται στην περιγραφή του προϊόντος έχουν διαφορετικά βασικά μηχανικά και χημικά χαρακτηριστικά (βλέπε αιτιολογικές σκέψεις 21 έως 26). Δεύτερον, διάφοροι ισχυρισμοί οδήγησαν στη χρήση του κριτηρίου της συγκολλησιμότητας και του κατώτατου ορίου CEV, τα οποία συνδέονται (βλέπε αιτιολογικές σκέψεις 27 έως 36). Επιπλέον, ένα ενδιαφερόμενο μέρος ζήτησε να μην περιληφθούν οι λεγόμενοι «πιστοποιημένοι ΣΧΣ» στο πεδίο κάλυψης του προϊόντος (βλέπε αιτιολογική σκέψη 37).

Άλλα βασικά φυσικά, χημικά και τεχνικά χαρακτηριστικά και τελικές χρήσεις

(21) Υποστηρίχθηκε ότι ορισμένοι τύποι του προϊόντος που περιλαμβάνονται στην περιγραφή του προϊόντος, συγκεκριμένα οι σωλήνες OCTG και οι σωλήνες αερίου, έχουν διαφορετικά βασικά μηχανικά και χημικά χαρακτηριστικά και τελικές χρήσεις σε σύγκριση με τους υπόλοιπους ΣΧΣ και δεν είναι εναλλάξιμοι.

(22) Το προϊόν, όπως καθορίζεται, συνίσταται σε διαφορετικούς τύπους προϊόντος. Εντούτοις, οι τύποι του προϊόντος που εμπίπτουν σε διαφορετικά τμήματα (συμπεριλαμβανομένου του κατώτατου και του ανώτατου) θα θεωρούνται ότι απαρτίζουν ένα ενιαίο προϊόν εάν δεν υπάρχει σαφής διαχωριστική γραμμή μεταξύ των διαφόρων τμημάτων, ήτοι εάν υπάρχει κάποια επικάλυψη και ανταγωνισμός μεταξύ των οριακών τμημάτων. Αυτό ισχύει στην περίπτωση της παρούσας διαδικασίας, δεδομένου ότι υποβλήθηκαν στοιχεία που αποδεικνύουν ότι οι κραματοποιημένοι και οι μη κραματοποιημένοι σωλήνες που υπόκεινται στην έρευνα θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για τις ίδιες τελικές χρήσεις και ότι δεν υπάρχει σαφής διαχωριστική γραμμή στις κατηγορίες των μη κραματοποιημένων και των κραματοποιημένων σωλήνων.

(23) Όσον αφορά τους σωλήνες OCTG και τους σωλήνες αερίου, η έρευνα έδειξε ότι έχουν, μεταξύ άλλων, συγκρίσιμα χημικά χαρακτηριστικά με τους υπόλοιπους τύπους ΣΧΣ, δεδομένου ότι πληρούν το κατώτατο όριο του 0,86 CEV. Επιπλέον, έχουν και άλλα κοινά βασικά χαρακτηριστικά με τους υπόλοιπους τύπους του προϊόντος, όπως η εξωτερική διάμετρος και το πάχος του τοιχώματος.

(24) Όσον αφορά τις τελικές χρήσεις των σωλήνων OCTG και των σωλήνων αερίου, ορισμένοι παραγωγοί-εξαγωγείς υποστήριξαν ότι οι σωλήνες OCTG και οι σωλήνες αερίου μπορούν να χρησιμοποιούνται σε διάφορες εφαρμογές και να μην είναι εναλλάξιμοι με τους υπόλοιπους τύπους ΣΧΣ. Από αυτή την άποψη, διαπιστώθηκε ότι οι σωλήνες OCTG χωρίς σπείρωμα, οι οποίοι ταξινομούνται στον κωδικό 7304 21 00 της ΣΟ και χρησιμοποιούνται στον κατασκευαστικό τομέα, είναι εναλλάξιμοι με άλλους σωλήνες από μη κραματοποιημένο χάλυβα οι οποίοι ταξινομούνται στον κωδικό ΣΟ 7304 39 58. Ως εκ τούτου, υπάρχει τουλάχιστον μία μερική επικάλυψη όσον αφορά την τελική χρήση των διάφορων τύπων ΣΧΣ.

(25) Βάσει των ανωτέρω, ο ισχυρισμός ότι, αφενός, οι σωλήνες OCTG και οι σωλήνες αερίου και, αφετέρου, οι υπόλοιποι τύποι ΣΧΣ δεν είναι εναλλάξιμοι απορρίπτεται.

Το CEV είναι χημικό χαρακτηριστικό του προϊόντος

(26) Ένας άλλος παραγωγός-εξαγωγέας υποστήριξε ότι το CEV δεν είναι χημικό χαρακτηριστικό του προϊόντος, δεδομένου ότι δεν συνδέεται άμεσα με τη χημική σύνθεση ενός ΣΧΣ, αλλά αποτελεί λειτουργία του. Μολονότι είναι αλήθεια ότι το CEV είναι αποτέλεσμα ενός τύπου, ο τύπος αυτός συνδέεται άμεσα με τη χημική σύνθεση του προϊόντος και επιτρέπει τη σύγκριση διαφόρων βαθμών χάλυβα όσον αφορά τη συγκολλησιμότητα. Το CEV δεν συνδέεται με κανένα τεχνικό ή μηχανικό χαρακτηριστικό του χάλυβα και εξαρτάται απλώς από τη χημική του σύνθεση. Σ’ αυτή τη βάση, θεωρείται ότι το CEV αποτελεί χημικό χαρακτηριστικό του προϊόντος και ο ισχυρισμός αυτός απορρίφθηκε.

Η συγκολλησιμότητα είναι ακατάλληλο κριτήριο για τον καθορισμό του πεδίου κάλυψης του προϊόντος

(27) Ορισμένα μέρη υποστήριξαν ότι το κριτήριο της συγκολλησιμότητας αυτό καθαυτό είναι μια άσχετη ιδιότητα για το υπό εξέταση προϊόν, δεδομένου ότι ένα σημαντικό μέρος των προϊόντων που περιλαμβάνονται στο πεδίο κάλυψης του προϊόντος (σωλήνες με σπείρωμα και σωλήνες OCTG) θεωρείται ότι δεν συγκολλούνται. Συνεπώς, υποστηρίχθηκε ότι, με τη χρήση της συγκολλησιμότητας ως κριτηρίου, διαφορετικά προϊόντα θεωρήθηκαν τεχνηέντως ένα ενιαίο προϊόν.

(28) Θα πρέπει, πρώτον, να σημειωθεί ότι η συγκολλησιμότητα είναι πράγματι ένα χημικό και τεχνικό χαρακτηριστικό (δεδομένου ότι εξαρτάται από τη χημική σύνθεση του χάλυβα και καθορίζει τη συγκολλησιμότητά του) κοινό για όλους τους ΣΧΣ. Δεδομένου ότι οι περισσότεροι από τους ΣΧΣ συνδέονται με συγκόλληση, πρόκειται για ουσιαστικό χαρακτηριστικό για τον ορισμό του προϊόντος. Δεύτερον, όσον αφορά τους σωλήνες με σπείρωμα και τους σωλήνες OCTG, οι οποίοι μπορεί συνήθως να μην συγκολλούνται, η έρευνα έδειξε ότι, εντούτοις, παραμένουν συγκολλήσιμοι και, ως εκ τούτου, έχουν και αυτοί το εν λόγω βασικό χημικό και τεχνικό χαρακτηριστικό. Επιπλέον, δεν μπορεί να αποκλειστεί ότι οι ΣΧΣ που διαθέτουν σπείρωμα ή στους οποίους μπορεί να σχηματισθεί σπείρωμα καθώς και οι σωλήνες OCTG μπορούν να μετασχηματιστούν σε συγκολλήσιμους ΣΧΣ με απλή πράξη αφαίρεσης. Ειδικότερα, όσον αφορά τους σωλήνες OCTG, υπάρχουν στοιχεία ότι ο ίδιος σωλήνας μπορεί να ταξινομηθεί σε δύο διαφορετικές κατηγορίες (και ακόμη και κωδικούς ΣΟ) με βάση καθαρά την τελική του χρήση, δηλαδή τη χρήση στον κατασκευαστικό τομέα ή στην πετρελαϊκή βιομηχανία. Τέλος, διαπιστώθηκε ότι ορισμένες εισαγωγές από τις ενδιαφερόμενες χώρες οι οποίες είχαν ταξινομηθεί ως OCTG δεν χρησιμοποιήθηκαν στον τομέα του πετρελαίου/φυσικού αερίου.

(29) Ένας εξαγωγέας υποστήριξε ότι, σύμφωνα με τα ευρωπαϊκά πρότυπα, μόνον ένας βαθμός χάλυβα είναι κατάλληλος για τους σωλήνες στους οποίους μπορεί να σχηματισθεί σπείρωμα και ότι τα προϊόντα αυτά θα μπορούσαν, συνεπώς, να διακριθούν από τους υπόλοιπους ΣΧΣ. Εντούτοις, η ανάλυση των διαφόρων προτύπων που υπάρχουν για τους σωλήνες OCTG ειδικότερα έχει δείξει ότι δεν υπάρχει ένας ενιαίος βαθμός χάλυβα που μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την παραγωγή σωλήνων στους οποίους μπορεί να σχηματισθεί σπείρωμα.

(30) Λαμβανομένων υπόψη των ανωτέρω, η συγκολλησιμότητα των ΣΧΣ θεωρείται κατάλληλο κριτήριο για τον καθορισμό του πεδίου κάλυψης του προϊόντος. Συνεπώς, ο ισχυρισμός ότι ο προτεινόμενος ορισμός του προϊόντος ομαδοποιεί τεχνηέντως διαφορετικά προϊόντα απορρίπτεται.

Το κατώτερο όριο CEV είναι ακατάλληλο για τον καθορισμό της συγκοκλλησιμότητας των ΣΧΣ

(31) Υποστηρίχθηκε ότι η χρήση του κατώτατου ορίου CEV δεν είναι κριτήριο που επιτρέπει τον καθορισμό του πεδίου κάλυψης του προϊόντος, δεδομένου ότι δεν αποτελεί κατάλληλο κριτήριο για τον καθορισμό της συγκολλησιμότητας των διαφόρων τύπων ΣΧΣ.

(32) Η έρευνα έδειξε ότι το CEV είναι πράγματι ένας δείκτης που συνδέεται άμεσα συγχρόνως με τη χημική σύνθεση του χάλυβα και τη συγκολλησιμότητά του. Ένα υψηλό CEV όχι μόνο σημαίνει ότι ο χάλυβας περιέχει περισσότερο άνθρακα ή/και κράματα, αλλά επίσης σημαίνει ότι ο χάλυβας παρουσιάζει μικρότερη ευκολία συγκόλλησης. Από την άλλη πλευρά, μια χαμηλότερη τιμή CEV σημαίνει ότι ο χάλυβας είναι λιγότερος πλούσιος σε άνθρακα ή/και κράματα και, επίσης, ότι παρουσιάζει μεγαλύτερη ευκολία συγκόλλησης. Με άλλα λόγια, διαφορετικά επίπεδα CEV απαιτούν διαφορετικές συνθήκες για τη συγκόλληση. Ένας χάλυβας με επίπεδο CEV ύψους 0,86 απαιτεί ήδη ειδικές συνθήκες συγκόλλησης και, ως εκ τούτου, δεν συγκολλάται υπό κανονικές συνθήκες. Συνεπώς, δεδομένου ότι το CEV αποτελεί δείκτη συγκολλησιμότητας, το κατώτατο όριο CEV θεωρήθηκε σχετικό κριτήριο για τον καθορισμό του πεδίου κάλυψης του προϊόντος.

(33) Ένας παραγωγός-εξαγωγέας υποστήριξε ότι το CEV είναι μόνον ένα από τα πολλά χημικά, τεχνικά και μηχανικά χαρακτηριστικά του χάλυβα και, συνεπώς, δεν θα μπορούσε να χρησιμοποιείται από μόνο του για τον καθορισμό του πεδίου κάλυψης του προϊόντος. Σημειώνεται εν προκειμένω ότι το CEV θεωρείται κατάλληλο κριτήριο για τον καθορισμό του πεδίου κάλυψης του προϊόντος. Επιπλέον, όπως δείχνει ο ορισμός του προϊόντος, το CEV δεν είναι το μόνο χρησιμοποιούμενο κριτήριο. Τέλος, αλλά εξίσου σημαντικό, είναι το γεγονός ότι η συγκρισιμότητα των τύπων του προϊόντος έγινε σε λεπτομερέστερη βάση, λαμβάνοντας υπόψη διάφορα χαρακτηριστικά του προϊόντος (π.χ. διαστάσεις και θερμική επεξεργασία).

Το CEV ύψους 0,86 ορίστηκε κατά αυθαίρετο τρόπο

(34) Επιπλέον, ορισμένα ενδιαφερόμενα μέρη ισχυρίστηκαν ότι το κατώτατο όριο ύψους 0,86 ορίστηκε κατά αυθαίρετο τρόπο, δεδομένου ότι το όριο υψηλής συγκολλησιμότητας είναι χαμηλότερο από 0,86. Εντούτοις, η τιμή CEV ύψους 0,86 δεν συνδέεται με την έννοια της υψηλής συγκολλησιμότητας. Πράγματι, ο καταγγέλλων κοινοτικός κλάδος υποστήριξε και υπέβαλε αποδεικτικά στοιχεία ότι αντιπροσωπεύει τη μέγιστη τιμή CEV για έναν μη κραματοποιημένο χάλυβα που μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την παραγωγή ΣΧΣ σύμφωνα με τα ευρωπαϊκά πρότυπα.

(35) Συνεπώς, συνάγεται το συμπέρασμα ότι τόσο η χρήση του CEV όσο και το ορισθέν κατώτατο όριο του 0,86 αφορούν ένα φάσμα προϊόντων που μπορούν να θεωρηθούν ένα ενιαίο προϊόν, μολονότι δεν περιλαμβάνονται στον ορισμό, π.χ., ο ανοξείδωτος χάλυβας ή οι ένσφαιροι τριβείς, οι τιμές CEV των οποίων είναι υψηλότερες από 0,86.

(36) Βάσει των ανωτέρω, το κατώτατο όριο CEV όπως προτείνεται από τον αιτούντα διατηρήθηκε στον ορισμό του υπό εξέταση προϊόντος.

«Πιστοποιημένοι ΣΧΣ»

(37) Ένας από τους εισαγωγείς στην Κοινότητα υποστήριξε ότι οι λεγόμενοι «πιστοποιημένοι» ΣΧΣ δεν πρέπει να εμπίπτουν στο πεδίο κάλυψης του προϊόντος. Οι εν λόγω ΣΧΣ παράγονται σύμφωνα με μια πιστοποιημένη διαδικασία εγκεκριμένη από το ιταλικό υπουργείο Δημοσίων Έργων και χρησιμοποιούνται σε εργασίες σταθεροποίησης στα κατασκευαστικά έργα στην Ιταλία. Εντούτοις, έγινε αποδεκτό ότι όλοι οι τύποι του υπό εξέταση προϊόντος, συμπεριλαμβανομένων των πιστοποιημένων ΣΧΣ, είχαν τα ίδια βασικά φυσικά, χημικά και τεχνικά χαρακτηριστικά και τελικές χρήσεις. Δεν βρέθηκαν στοιχεία που να επιτρέπουν να εξαχθεί το συμπέρασμα ότι οι εν λόγω πιστοποιημένοι σωλήνες είναι διαφορετικό προϊόν και, ως εκ τούτου, θα πρέπει να μην περιλαμβάνονται στο πεδίο εφαρμογής των μέτρων (ούτε η εταιρεία έδωσε τέτοια στοιχεία). Συνεπώς, ο ισχυρισμός αυτός απορρίφθηκε.

(38) Βάσει των ανωτέρω συμπεραίνεται ότι όλοι οι ΣΧΣ, παρά τους πιθανούς διαφορετικούς τύπους προϊόντος, αποτελούν ένα προϊόν για τους σκοπούς αυτής της διαδικασίας, επειδή έχουν τα ίδια βασικά φυσικά, χημικά και τεχνικά χαρακτηριστικά και τις ίδιες βασικές χρήσεις.

2.2 Ομοειδές προϊόν

(39) Διαπιστώθηκε ότι το προϊόν που εξήχθη στην Κοινότητα από την Κροατία, τη Ρουμανία, τη Ρωσία και την Ουκρανία, το προϊόν που παρήχθη και πωλήθηκε στην εγχώρια αγορά των εν λόγω χωρών καθώς και το προϊόν που παρήχθη και πωλήθηκε στην Κοινότητα από τους κοινοτικούς παραγωγούς παρουσίαζαν τα ίδια βασικά φυσικά, τεχνικά και χημικά χαρακτηριστικά και προορίζονταν για τις ίδιες χρήσεις και, συνεπώς, θεωρήθηκαν ομοειδή προϊόντα κατά την έννοια του άρθρου 1 παράγραφος 4 του βασικού κανονισμού.

3. ΝΤΑΜΠΙΝΓΚ

3.1. Γενική μεθοδολογία

(40) Η γενική μεθοδολογία που περιγράφεται κατωτέρω εφαρμόστηκε σε όλους τους συνεργασθέντες παραγωγούς-εξαγωγείς στην Κροατία, τη Ρουμανία και τη Ρωσία, καθώς και στους συνεργασθέντες ουκρανούς παραγωγούς-εξαγωγείς στους οποίους έχει αναγνωρισθεί καθεστώς οικονομίας της αγοράς (ΚΟΑ). Συνεπώς, τα πορίσματα περί πρακτικής ντάμπινγκ για καθεμία από τις ενδιαφερόμενες χώρες εξαγωγής περιγράφουν μόνο την ειδική κατάσταση που επικρατεί σε καθεμία από αυτές.

3.1.1. Κανονική αξία

(41) Σύμφωνα με το άρθρο 2 παράγραφος 2 του βασικού κανονισμού, εξετάστηκε κατ’ αρχάς για κάθε συνεργασθέντα παραγωγό-εξαγωγέα εάν οι εγχώριες πωλήσεις του υπό εξέταση προϊόντος ήταν αντιπροσωπευτικές, δηλαδή εάν ο συνολικός όγκος των εν λόγω πωλήσεων αντιστοιχούσε τουλάχιστον στο 5% του συνολικού όγκου εξαγωγικών πωλήσεων του παραγωγού στην Κοινότητα. Στη συνέχεια, η Επιτροπή προσδιόρισε τους τύπους του υπό εξέταση προϊόντος που πωλήθηκαν στην εγχώρια αγορά από τις εταιρείες που πραγματοποίησαν συνολικά αντιπροσωπευτικές εγχώριες πωλήσεις, οι οποίοι ήταν πανομοιότυποι ή άμεσα συγκρίσιμοι με τους τύπους που πωλήθηκαν προς εξαγωγή στην Κοινότητα.

(42) Για κάθε τύπο προϊόντος που πωλήθηκε από τους παραγωγούς-εξαγωγείς στις εγχώριες αγορές τους και που αποδείχθηκε ότι ήταν άμεσα συγκρίσιμος με τον τύπο του υπό εξέταση προϊόντος που πωλήθηκε προς εξαγωγή στην Κοινότητα, καθορίστηκε κατά πόσον οι εγχώριες πωλήσεις ήταν επαρκώς αντιπροσωπευτικές για τους σκοπούς του άρθρου 2 παράγραφος 2 του βασικού κανονισμού. Οι εγχώριες πωλήσεις ενός συγκεκριμένου τύπου του υπό εξέταση προϊόντος θεωρήθηκαν επαρκώς αντιπροσωπευτικές όταν, κατά την ΠΕ, ο συνολικός όγκος των εγχώριων πωλήσεων του εν λόγω τύπου αντιστοιχούσε τουλάχιστον στο 5% του συνολικού όγκου πωλήσεων του συγκρίσιμου τύπου του υπό εξέταση προϊόντος που εξήχθη στην Κοινότητα.

(43) Στη συνέχεια εξετάστηκε κατά πόσον μπορούσε να θεωρηθεί ότι οι εγχώριες πωλήσεις κάθε τύπου του υπό εξέταση προϊόντος πραγματοποιήθηκαν σε αντιπροσωπευτικές ποσότητες στο πλαίσιο των συνήθων εμπορικών πράξεων, σύμφωνα με το άρθρο 2 παράγραφος 4 του βασικού κανονισμού και προσδιορίστηκε το ποσοστό των επικερδών πωλήσεων του εν λόγω τύπου προϊόντος σε ανεξάρτητους πελάτες της εγχώριας αγοράς.

(44) Στις περιπτώσεις στις οποίες ο όγκος πωλήσεων του σχετικού τύπου του προϊόντος που πωλήθηκε σε καθαρή τιμή πώλησης ίση ή ανώτερη του υπολογισθέντος κόστους παραγωγής αντιπροσώπευε πάνω από το 80% του συνολικού όγκου πωλήσεων αυτού του τύπου, και όπου η μέση σταθμισμένη τιμή αυτού του τύπου ήταν ίση ή ανώτερη του κόστους παραγωγής, η κανονική αξία βασίστηκε στην πραγματική εγχώρια τιμή, η οποία υπολογίστηκε ως ο σταθμισμένος μέσος όρος των τιμών όλων των εγχώριων πωλήσεων αυτού του τύπου που πραγματοποιήθηκαν κατά την ΠΕ, ανεξαρτήτως του αν οι εν λόγω πωλήσεις ήταν ή όχι επικερδείς. Όταν ο όγκος των επικερδών πωλήσεων του τύπου του προϊόντος αντιπροσώπευε ποσοστό 80% ή μικρότερο του συνολικού όγκου πωλήσεων αυτού του τύπου ή όταν η μέση σταθμισμένη τιμή αυτού του τύπου ήταν μικρότερη του κόστους παραγωγής, η κανονική αξία βασίστηκε στην πραγματική εγχώρια τιμή, η οποία υπολογίστηκε ως ο σταθμισμένος μέσος όρος των επικερδών πωλήσεων μόνον αυτού του τύπου, υπό την προϋπόθεση ότι οι εν λόγω πωλήσεις αντιπροσώπευαν ποσοστό 10% ή μεγαλύτερο των συνολικών πωλήσεων αυτού του τύπου. Στις περιπτώσεις στις οποίες ο όγκος των επικερδών πωλήσεων οποιουδήποτε τύπου του προϊόντος αντιπροσώπευε ποσοστό μικρότερο του 10% του συνολικού όγκου των πωλήσεων, θεωρήθηκε ότι ο συγκεκριμένος αυτός τύπος του προϊόντος πωλήθηκε σε ανεπαρκείς ποσότητες και ότι η εγχώρια τιμή δεν μπορεί να αποτελέσει κατάλληλη βάση για τον καθορισμό της κανονικής αξίας.

(45) Όταν οι εγχώριες τιμές ενός συγκεκριμένου τύπου που πώλησε παραγωγός-εξαγωγέας δεν μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για τον προσδιορισμό της κανονικής αξίας, εφαρμόστηκε διαφορετική μέθοδος. Εν προκειμένω, η Επιτροπή χρησιμοποίησε υπολογισμένη κανονική αξία. Σύμφωνα με το άρθρο 2 παράγραφος 3 του βασικού κανονισμού, η κανονική αξία υπολογίστηκε με την προσθήκη στο κόστος παραγωγής των εξαχθέντων τύπων, το οποίο προσαρμόστηκε όπου κρίθηκε απαραίτητο, ενός εύλογου ποσού για τα έξοδα πώλησης, τα γενικά και διοικητικά έξοδα (ΠΓ&Δ) και ενός εύλογου περιθωρίου κέρδους. Σύμφωνα με το άρθρο 2 παράγραφος 6 του βασικού κανονισμού, το ποσοστό για τα έξοδα ΠΓ&Δ και το περιθώριο κέρδους βασίστηκαν στα μέσα έξοδα ΠΓ&Δ και στο περιθώριο κέρδους των πωλήσεων στο πλαίσιο των συνήθων εμπορικών πράξεων του ομοειδούς προϊόντος.

3.1.2. Τιμή εξαγωγής

(46) Σε όλες τις περιπτώσεις στις οποίες το υπό εξέταση προϊόν εξήχθη σε ανεξάρτητους πελάτες στην Κοινότητα, η τιμή εξαγωγής καθορίστηκε σύμφωνα με το άρθρο 2 παράγραφος 8 του βασικού κανονισμού, δηλαδή με βάση την πράγματι πληρωθείσα ή πληρωτέα τιμή εξαγωγής.

(47) Στις περιπτώσεις στις οποίες η εξαγωγική πώληση πραγματοποιήθηκε μέσω συνδεδεμένου εισαγωγέα, η τιμή εξαγωγής υπολογίστηκε σύμφωνα με το άρθρο 2 παράγραφος 9 του βασικού κανονισμού, με βάση την τιμή με την οποία τα εισαγόμενα προϊόντα μεταπωλήθηκαν για πρώτη φορά σε ανεξάρτητο αγοραστή, δεόντως προσαρμοσμένη ώστε να ληφθούν υπόψη όλα τα έξοδα που ανέκυψαν μεταξύ εισαγωγής και μεταπώλησης, καθώς και εύλογο περιθώριο για τα έξοδα ΠΓ&Δ. Προς τούτο, χρησιμοποιήθηκαν τα έξοδα ΠΓ&Δ του συνδεδεμένου εισαγωγέα. Το περιθώριο κέρδους καθορίστηκε με βάση τις πληροφορίες που συγκεντρώθηκαν από τους συνεργασθέντες μη συνδεδεμένους εισαγωγείς.

3.1.3. Σύγκριση

(48) Η κανονική αξία και η τιμές εξαγωγής συγκρίθηκαν σε επίπεδο εκ του εργοστασίου. Για να εξασφαλιστεί δίκαιη σύγκριση μεταξύ της κανονικής αξίας και της τιμής εξαγωγής, πραγματοποιήθηκαν οι δέουσες προσαρμογές ώστε να ληφθούν υπόψη οι διαφορές που επηρεάζουν τόσο τις τιμές όσο και τη συγκρισιμότητα των τιμών, σύμφωνα με το άρθρο 2 παράγραφος 10 του βασικού κανονισμού. Έγιναν οι κατάλληλες προσαρμογές σε όλες τις περιπτώσεις που θεωρήθηκαν εύλογες, ακριβείς και υποστηριζόμενες από επαληθευμένα στοιχεία.

3.1.4. Περιθώριο ντάμπινγκ για τις εταιρείες που αποτέλεσαν αντικείμενο της έρευνας

(49) Σύμφωνα με το άρθρο 2 παράγραφοι 11 και 12 του βασικού κανονισμού, για κάθε παραγωγό-εξαγωγέα, η μέση σταθμισμένη κανονική αξία για κάθε τύπο του προϊόντος συγκρίθηκε με τη μέση σταθμισμένη τιμή εξαγωγής.

(50) Για τους παραγωγούς-εξαγωγείς που διαπιστώθηκε ότι ήταν συνδεδεμένες εταιρείες, υπολογίστηκε ένα σταθμισμένο μέσο περιθώριο ντάμπινγκ σύμφωνα με τη συνήθη πρακτική της Επιτροπής έναντι των συνδεδεμένων παραγωγών-εξαγωγέων.

3.1.5. Υπολειπόμενο περιθώριο ντάμπινγκ

(51) Όσον αφορά τις μη συνεργασθείσες εταιρείες, καθορίστηκε υπολειπόμενο περιθώριο ντάμπινγκ σύμφωνα με το άρθρο 18 του βασικού κανονισμού με βάση τα διαθέσιμα στοιχεία.

3.2. Κροατία

3.2.1. Μη συνεργασία του κροατικού εξαγωγέα

(52) Ο μόνος παραγωγός στην Κροατία, η Mechel Željezara Ltd., κίνησε διαδικασία εκκαθάρισης το φθινόπωρο του 2004. Στη θέση του ιδρύθηκε νέο νομικό πρόσωπο με την επωνυμία Valjaonica Cijevi Sisak d.o.o. (‘VCS’) από το κροατικό ίδρυμα ιδιωτικοποίησης, ένα κρατικό ίδρυμα υπεύθυνο για τη διαδικασία ιδιωτικοποίησης στην Κροατία.

(53) Η VCS ενημέρωσε την Επιτροπή ότι δεν μπορούσε να συνεργαστεί στην παρούσα έρευνα, δεδομένου ότι ο νομικός προκάτοχός της είχε επισήμως παύσει να υπάρχει και η παραγωγή ΣΧΣ είχε σταματήσει τον Ιούλιο του 2004. Σύμφωνα με την εταιρεία, δεν είχε την άδεια να αποκαλύψει οποιαδήποτε εμπορικά ή λογιστικά στοιχεία ή στοιχεία σχετικά με την παραγωγή τα οποία τηρούσαν οι προηγούμενοι ιδιοκτήτες. Συνεπώς, δεδομένου ότι δεν ήταν δυνατόν να καθοριστεί το περιθώριο αντιντάμπινγκ με βάση τα στοιχεία της εταιρείας, υπολογίστηκε με βάση τα διαθέσιμα στοιχεία, σύμφωνα με το άρθρο 18 του βασικού κανονισμού.

(54) Από τις πληροφορίες που υποβλήθηκαν, φαίνεται ότι η VCS άρχισε να παράγει εκ νέου ΣΧΣ τον Ιούνιο του 2005. Η εταιρεία μπορεί να υποβάλει αίτηση για ενδιάμεση επανεξέταση σύμφωνα με το άρθρο 11 παράγραφος 3 του βασικού κανονισμού.

3.2.2. Κανονική αξία

(55) Ελλείψει άλλων πληροφοριών, η κανονική αξία υπολογίστηκε με βάση τα διαθέσιμα στοιχεία, δηλαδή τις πληροφορίες της καταγγελίας.

3.2.3. Τιμή εξαγωγής

(56) Η τιμή εξαγωγής υπολογίστηκε με βάση τα στοιχεία της Eurostat για την ΠΕ.

3.2.4. Σύγκριση

(57) Σύμφωνα με το άρθρο 2 παράγραφος 10 του βασικού κανονισμού, έγιναν προσαρμογές στην τιμή εξαγωγής όσον αφορά τις δαπάνες μεταφοράς και ασφάλισης, με βάση τις πληροφορίες της καταγγελίας.

3.2.5 Περιθώριο ντάμπινγκ

(58) Το περιθώριο ντάμπινγκ, εκφρασμένο ως εκατοστιαίο ποσοστό της τιμής εισαγωγής CIF στα σύνορα της Κοινότητας, πριν από την καταβολή τελωνειακού δασμού, είναι το ακόλουθο:

Εταιρεία | Περιθώριο ντάμπινγκ |

Valjaonica Cijevi Sisak d.o.o. | 29,8% |

(59) Δεδομένου ότι η VCS είναι ο μόνος παραγωγός του υπό εξέταση προϊόντος στην Κροατία, το υπολειπόμενο περιθώριο ντάμπινγκ ορίστηκε στο ίδιο επίπεδο.

3.3. Ρουμανία

(60) Ελήφθησαν απαντήσεις στο ερωτηματολόγιο από τρεις παραγωγούς-εξαγωγείς, δύο από τους οποίους είναι συνδεδεμένοι με εισαγωγείς του υπό εξέταση προϊόντος στην Κοινότητα.

3.3.1. Κανονική αξία

(61) Και για τους τρεις παραγωγούς-εξαγωγείς ο συνολικός όγκος εγχώριων πωλήσεων του ομοειδούς προϊόντος ήταν αντιπροσωπευτικός, όπως ορίζεται στην αιτιολογική σκέψη 41. Για την πλειονότητα των τύπων του προϊόντος η κανονική αξία βασίστηκε στις πληρωθείσες ή πληρωτέες τιμές, στο πλαίσιο των συνήθων εμπορικών πράξεων, από ανεξάρτητους πελάτες στη Ρουμανία. Εντούτοις, για ορισμένους τύπους του προϊόντος, οι εγχώριες πωλήσεις ήταν ανεπαρκείς για να θεωρηθούν αντιπροσωπευτικές ή δεν πραγματοποιήθηκαν στο πλαίσιο των συνήθων εμπορικών πράξεων, και, ως εκ τούτου, η κανονική αξία υπολογίστηκε όπως περιγράφεται στην αιτιολογική σκέψη 45.

3.3.2. Τιμή εξαγωγής

(62) Οι περισσότερες από τις εξαγωγικές πωλήσεις ενός παραγωγού-εξαγωγέα στην Κοινότητα κατά τη διάρκεια της ΠΕ έγιναν σε δύο συνδεδεμένους εισαγωγείς. Συνεπώς, η τιμής εξαγωγής υπολογίστηκε όπως περιγράφεται στην αιτιολογική σκέψη 46.

(63) Ο εν λόγω εξαγωγέας αμφισβήτησε τον υπολογισμό που έκανε η Επιτροπή και υποστήριξε ότι το περιθώριο κέρδους που χρησιμοποιήθηκε ήταν υπερβολικό. Δήλωσε ότι το μέσο περιθώριο κέρδους που υπολογίστηκε με βάση τα αριθμητικά στοιχεία που έδωσαν οι τρεις συνεργασθέντες μη συνδεδεμένοι εισαγωγείς στην Κοινότητα δεν ήταν αντιπροσωπευτικό, δεδομένου ότι δεν πώλησε ποτέ προϊόντα στις εν λόγω εταιρείες. Επιπλέον, υποστήριξε ότι οι τρεις εταιρείες ήταν μεγαλύτερες από τους εισαγωγείς στους οποίους πώλησε τα προϊόντα του, ότι στην τελευταία έρευνα χρησιμοποιήθηκε μικρότερο περιθώριο κέρδους και ότι το πραγματικό κέρδος των δύο συνδεδεμένων εισαγωγέων ήταν μικρότερο από το μέσο ποσοστό κέρδους που χρησιμοποιήθηκε από την Επιτροπή.

(64) Σ’ αυτό το πλαίσιο, πρέπει να σημειωθεί ότι είναι συνήθης πρακτική των θεσμικών οργάνων να χρησιμοποιούν το σταθμισμένο μέσο κέρδος μη συνδεδεμένων εισαγωγέων, όπου επιτρέπεται, για την προσαρμογή που προβλέπεται στο άρθρο 2 παράγραφος 9 του βασικού κανονισμού. Το εάν ο εξαγωγέας πράγματι πώλησε τα προϊόντα του σε αυτές τις εταιρείες δεν είναι σημαντικό για τον καθορισμό ενός λογικού περιθωρίου κέρδους σύμφωνα με το άρθρο 2 παράγραφος 9 του βασικού κανονισμού. Επιπλέον, δεν υποβλήθηκαν στοιχεία σχετικά με το πώς το μέγεθος των εισαγωγέων θα μπορούσε να επηρεάσει το ποσοστό κέρδους τους. Τέλος, λόγω της σχέσης μεταξύ των εξαγωγέων και των συνδεδεμένων εισαγωγέων τους, το κέρδος των συνδεδεμένων εισαγωγέων δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως βάση ή ως σημείο αναφοράς σ’ αυτό το πλαίσιο, επειδή το επίπεδο κέρδους του συνδεδεμένου εισαγωγέα δεν εξαρτάται από την τιμή μεταβίβασης μεταξύ των συνδεδεμένων μερών. Συνεπώς, αυτός ο ισχυρισμός απορρίφθηκε.

(65) Ένα ουσιαστικό μέρος των εξαγωγικών πωλήσεων ενός άλλου παραγωγού-εξαγωγέα στην Κοινότητα ήταν προς δύο εταιρείες, από τις οποίες η μία ήταν συνδεδεμένη με τον εξαγωγέα και η άλλη ήταν συνδεδεμένη με αυτόν κατά τη διάρκεια ενός μέρους της ΠΕ. Η τελευταία δεν συνεργάστηκε στην έρευνα και, ως εκ τούτου, η τιμή μεταπώλησης την οποία χρέωσε σε ανεξάρτητους πελάτες στην Κοινότητα δεν υποβλήθηκε στην Επιτροπή. Οι μόνες τιμές εξαγωγής που ήταν διαθέσιμες για τις εν λόγω συναλλαγές προς τον συνδεδεμένο εισαγωγέα, ο οποίος ήταν συνδεδεμένος με τον εξαγωγέα κατά τη διάρκεια ενός μέρους της ΠΕ, ήταν οι τιμές που συμφωνήθηκαν μεταξύ του εξαγωγέα και του συνδεδεμένου με αυτόν εισαγωγέα. Διαπιστώθηκε ότι οι εν λόγω τιμές ήταν ισοδύναμες με τιμές πλήρους ανταγωνισμού. Πράγματι, μια σύγκριση τιμών μεταξύ της περιόδου κατά τη διάρκεια της οποίας οι δύο εταιρείες ήταν συνδεδεμένες και της περιόδου κατά την οποία δεν ήταν πλέον συνδεδεμένες έδειξε ότι δεν υπήρχαν σημαντικές διαφορές στις χρεωθείσες τιμές μονάδας. Επιπλέον, οι τιμές οι οποίες χρεώθηκαν στον εν λόγω συνδεδεμένο εισαγωγέα ήταν συγκρίσιμες με τις τιμές οι οποίες χρεώθηκαν σε μη συνδεδεμένους πελάτες στην ΕΕ και θεωρήθηκε ότι ευθυγραμμίζονται. Ως εκ τούτου, η τιμή εξαγωγής βασίστηκε, για τις εν λόγω συναλλαγές, στην τιμή πώλησης του μόνου παραγωγού-εξαγωγέα στη συνδεδεμένη με αυτόν εμπορική εταιρεία.

(66) Όσον αφορά τις συναλλαγές με την άλλη συνδεδεμένη εταιρεία, η οποία συνεργάστηκε στην έρευνα, διαπιστώθηκε ότι το υπό εξέταση προϊόν μεταποιήθηκε περαιτέρω από τη συνδεδεμένη εταιρεία πριν μεταπωληθεί στην Κοινότητα. Σ’ αυτή την περίπτωση δεν μπορούσε να καθοριστεί τιμή μεταπώλησης του υπό εξέταση προϊόντος σε ανεξάρτητο πελάτη στην Κοινότητα. Εντούτοις, βρέθηκαν επαρκή στοιχεία που αποδεικνύουν ότι η τιμή μεταβίβασης μεταξύ του ρουμάνου παραγωγού-εξαγωγέα και της συνδεδεμένης με αυτόν εταιρείας στην Κοινότητα μπορούσε να θεωρηθεί ισοδύναμη με τιμή πλήρους ανταγωνισμού, με την προϋπόθεση ότι, σύμφωνα με το άρθρο 2 παράγραφος 10 στοιχεία δ) και θ) του βασικού κανονισμού, έγινε προσαρμογή στα στάδια εμπορίας για τις πωλήσεις των κατασκευαστών ανάλογου εξοπλισμού (ΚΑΕ). Πράγματι, έγινε σύγκριση μεταξύ των τιμών που χρεώθηκαν για όλα τα μοντέλα στο συνδεδεμένο εισαγωγέα και στους μη συνδεδεμένους εισαγωγείς. Συνεπώς, η τιμή εξαγωγής βασίστηκε στην τιμή μεταβίβασης.

(67) Η έρευνα έδειξε ότι οι εξαγωγικές πωλήσεις του τρίτου παραγωγού-εξαγωγέα είχαν πραγματοποιηθεί απευθείας σε μη συνδεδεμένους πελάτες στην Κοινότητα. Συνεπώς, η τιμή εξαγωγής καθορίστηκε με βάση τις πράγματι πληρωθείσες ή πληρωτέες τιμές για το υπό εξέταση προϊόν όταν πωλήθηκε στον πρώτο ανεξάρτητο πελάτη στην Κοινότητα, όπως περιγράφεται στην αιτιολογική σκέψη 46.

(68) Ο εν λόγω παραγωγός-εξαγωγέας ζήτησε να μην περιληφθεί αυτό το μέρος των πωλήσεων του υπό εξέταση προϊόντος στην Κοινότητα στον υπολογισμό του ντάμπινγκ με την αιτιολογία ότι η παραγωγή ορισμένων τύπων ΣΧΣ είχε σταματήσει σε κάποια χρονική στιγμή κατά τη διάρκεια της ΠΕ. Εντούτοις, όπως εξηγήθηκε ανωτέρω, η πρακτική των θεσμικών οργάνων είναι να λαμβάνονται κανονικά υπόψη όλες οι πωλήσεις του υπό εξέταση προϊόντος σε μη συνδεδεμένα μέρη στη σταθμισμένη μέση τιμή εξαγωγής. Πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι οι πωλήσεις εκείνων των τύπων του υπό εξέταση προϊόντος πραγματοποιήθηκαν κατά τη διάρκεια της ΠΕ σε σημαντικές ποσότητες και ότι, επιπλέον, διαπιστώθηκε ότι οι εγκαταστάσεις παραγωγής των εν λόγω τύπων ΣΧΣ δεν είχαν αχρηστευθεί και ότι θα μπορούσαν στο μέλλον να αρχίσουν και πάλι να λειτουργούν. Βάσει των ανωτέρω στοιχείων, ο ισχυρισμός απορρίφθηκε.

3.3.3. Σύγκριση

(69) Έγιναν προσαρμογές, όπου απαιτούνταν, σύμφωνα με το άρθρο 2 παράγραφος 10 του βασικού κανονισμού, όσον αφορά τις εκπτώσεις για τις διαφορές στις ποσότητες, τη μεταφορά, την ασφάλιση, το χειρισμό, τη φόρτωση και τις βοηθητικές δαπάνες, την πίστωση, τις προμήθειες και τις διαφορές στο επίπεδο εμπορικών πράξεων.

(70) Ένας παραγωγός-εξαγωγέας ζήτησε προσαρμογές για τις διαφορές στο επίπεδο εμπορικών πράξεων για τις πρόσθετες δαπάνες διοικητικής μέριμνας που αναλήφθηκαν για τις εγχώριες πωλήσεις και όχι για τις εξαγωγικές πωλήσεις και για τις διαφορές στις ποσότητες. Εντούτοις, ο εξαγωγέας δεν τεκμηρίωσε τις αξιώσεις του ούτε η έρευνα κατέδειξε ότι δικαιολογούνταν οι εν λόγω αξιώσεις. Συνεπώς, έπρεπε να απορριφθούν. Η αξίωση όσον αφορά τις διαφορές στις ποσότητες απορρίφθηκε εν μέρει στο βαθμό κατά τον οποίο το ποσό που απαιτήθηκε δεν μπορούσε να δικαιολογηθεί με τα στοιχεία που συλλέχθηκαν επί τόπου και τις πληροφορίες που παρασχέθηκαν στην απάντηση του παραγωγού-εξαγωγέα στο ερωτηματολόγιο.

(71) Ένας άλλος παραγωγός-εξαγωγέας ζήτησε προσαρμογές για διαφορές στον πληθωρισμό, τις μετατροπές νομισμάτων, το επίπεδο εμπορικών πράξεων και διαφορές στις έμμεσες δαπάνες πώλησης.

(72) Όσον αφορά την αξίωση για προσαρμογή σχετικά με τον πληθωρισμό θα πρέπει να σημειωθεί ότι το ποσοστό πληθωρισμού στη Ρουμανία ήταν σε επίπεδο 10,8% κατά τη διάρκεια της ΠΕ, διαφέροντας κατά πολύ από το επίπεδο υπερπληθωρισμού. Δεδομένου ότι δεν διαπιστώθηκε επίδραση στη συγκρισιμότητα τιμών, η αξίωση απορρίφθηκε. Ο εξαγωγέας προέβαλε αντιρρήσεις στο εν λόγω συμπέρασμα και έθεσε εκ νέου την αξίωση του για επίδομα. Εντούτοις, δεν κοινοποιήθηκε κανένα νέο στοιχείο που να αντικρούει το προκαταρκτικό συμπέρασμα και επιβεβαιώνεται ότι η αξίωση απορρίπτεται. Πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι προβλέφθηκε η δυνατότητα τριμηνιαίας αξιολόγησης, αλλά απορρίφθηκε από τον εξαγωγέα.

(73) Όσον αφορά τις μετατροπές νομισμάτων, ο παραγωγός-εξαγωγέας υποστήριξε ότι πρέπει να χορηγηθεί προθεσμία 60 ημερών η οποία να αντικατοπτρίζει τις μεταβολές στις συναλλαγματικές ισοτιμίες, σύμφωνα με το άρθρο 2 παράγραφος 10 στοιχείο ι) του βασικού κανονισμού. Διαπιστώθηκε ότι αυτή η διάταξη δεν μπορεί να εφαρμοστεί σ’ αυτή την περίπτωση, δεδομένου ότι βρέθηκαν στοιχεία που αποδεικνύουν ότι δεν σημειώθηκαν σημαντικές αλλαγές στις σχετικές συναλλαγματικές ισοτιμίες κατά τη διάρκεια της ΠΕ, παρά μόνον αυξομειώσεις μικρού εύρους. Ως εκ τούτου, ο εν λόγω ισχυρισμός έπρεπε να απορριφθεί και η μετατροπή των νομισμάτων βασίστηκε, σε όλες τις περιπτώσεις, στην ισοτιμία της ημερομηνίας του τιμολογίου, όπως προβλέπεται στο άρθρο 2 παράγραφος 10 στοιχείο ι) του βασικού κανονισμού.

(74) Όσον αφορά την αξίωση για τις διαφορές στο επίπεδο εμπορικών πράξεων, η έρευνα έδειξε ότι, για ορισμένες κατηγορίες πελατών τις οποίες αφορούσε η αξίωση, υπήρχαν σταθερές και ευδιάκριτες διαφορές στις λειτουργίες και τις τιμές στο επίπεδο που αξιώθηκε από τον παραγωγό-εξαγωγέα. Συνεπώς, η αξίωση έγινε δεκτή όσον αφορά τις κατηγορίες πελατών για τις οποίες μπορούσαν να καταδειχθούν διαφορές και μόνον εν μέρει δεκτή όσον αφορά τις υπόλοιπες κατηγορίες πελατών για τις οποίες η διαφορά διαπιστώθηκε ότι ήταν μικρότερη από εκείνη την οποία ισχυρίστηκε ο παραγωγός-εξαγωγέας. Στην τελευταία αυτή περίπτωση ο υπολογισμός της προσαρμογής βασίστηκε στα στοιχεία που συλλέχθηκαν στις εγκαταστάσεις του παραγωγού-εξαγωγέα.

(75) Όσον αφορά την αξίωση για τη διαφορά στις έμμεσες δαπάνες πώλησης, θεωρήθηκε ότι δεν είναι σύμφωνη προς τις προσαρμογές που πραγματοποιήθηκαν για τις διαφορές στο επίπεδο εμπορικών συναλλαγών και, συνεπώς, απορρίφθηκε.

(76) Επιπλέον, μετά τις παρατηρήσεις των εξαγωγέων, ορισμένα λάθη εκ παραδρομής διορθώθηκαν και τα περιθώρια ντάμπινγκ υπολογίστηκαν εκ νέου αναλόγως.

3.3.4. Περιθώριο ντάμπινγκ

(77) Από τη σύγκριση μεταξύ της κανονικής αξίας και της τιμής εξαγωγής προέκυψε η ύπαρξη ντάμπινγκ. Τα περιθώρια ντάμπινγκ εκφρασμένα ως εκατοστιαίο ποσοστό της τιμής εισαγωγής CIF στα σύνορα της Κοινότητας, πριν από την καταβολή τελωνειακού δασμού, είναι τα ακόλουθα:

Εταιρεία | Περιθώριο ντάμπινγκ |

S.C. Artrom S.A. | 17,8% |

S.C. Mittal Steel Roman S.A. | 17,7% |

S.C. Silcotub S.A. | 11,7% |

(78) Δεδομένου ότι το επίπεδο συνεργασίας ήταν υψηλό (περισσότερο από το 80% των εξαγωγών του υπό εξέταση προϊόντος από τη Ρουμανία στην Κοινότητα) και δεν υπήρχε λόγος να θεωρηθεί ότι οποιοσδήποτε παραγωγός-εξαγωγέας απείχε σκόπιμα από τη συνεργασία, το υπολειπόμενο περιθώριο ντάμπινγκ που εφαρμόστηκε σε όλους τους άλλους εξαγωγείς στη Ρουμανία ορίστηκε στο ίδιο επίπεδο με εκείνο που καθορίστηκε για το συνεργασθέντα παραγωγό-εξαγωγέα S.C. Artrom S.A., δηλαδή 17,8%.

3.4. Ρωσία

(79) Ελήφθησαν απαντήσεις στο ερωτηματολόγιο από δύο ομίλους παραγωγών-εξαγωγέων, ένας από τους οποίους αποτελείται από τέσσερις παραγωγούς και πέντε συνδεδεμένες εταιρείες («όμιλος TMK») και ο άλλος από δύο παραγωγούς («Pervouralsky και Chelyabinsk»).

3.4.1. Μη συνεργασία του ομίλου TMK

(80) Οι απαντήσεις στο ερωτηματολόγιο και των τεσσάρων παραγωγών και των πέντε συνδεδεμένων εταιρειών ήταν σε μεγάλο βαθμό ανεπαρκείς και χωρίς συνοχή και, εκτός από δύο συνδεδεμένες εταιρείες, δεν ελήφθησαν απαντήσεις μέχρι τη λήξη της προθεσμίας που δόθηκε για τη συμπλήρωση του ερωτηματολογίου.

(81) Πραγματοποιήθηκαν επιτόπιες επαληθεύσεις σε δύο από τους τέσσερις παραγωγούς και σε μία συνδεδεμένη εταιρεία στη Ρωσία, αλλά αυτές αποκάλυψαν περαιτέρω αδυναμίες των απαντήσεων στο ερωτηματολόγιο. Όσον αφορά τους δύο παραγωγούς στους οποίους πραγματοποιήθηκε επίσκεψη, δεν μπόρεσε να καθοριστεί αξιόπιστη κανονική αξία και τιμή εξαγωγής, δεδομένου ότι οι κατάλογοι τόσο των εγχώριων όσο και των εξαγωγικών πωλήσεων παρουσίαζαν μεγάλες ανεπάρκειες. Οι αξίες και οι ποσότητες δεν αντιστοιχούσαν στα αριθμητικά στοιχεία των τιμολογίων και οι αριθμοί ελέγχου του προϊόντος (κωδικοί «PCN») διαπιστώθηκε ότι ήταν λανθασμένοι. Επιπλέον, δεν ελήφθη κανένα αξιόπιστο στοιχείο σχετικά με το κόστος παραγωγής.

(82) Λαμβανομένων υπόψη της καθόλου ικανοποιητικής συνεργασίας των δύο παραγωγών στους οποίους πραγματοποιήθηκε η επίσκεψη, των πολύ ανεπαρκών απαντήσεων των δύο άλλων παραγωγών του ομίλου στο ερωτηματολόγιο, ιδίως του γεγονότος ότι ο ένας παραγωγός δεν έδωσε καθόλου καταλόγους πωλήσεων, και του γεγονότος ότι δεν δόθηκαν απαντήσεις στις επιστολές της Επιτροπής σχετικά με την εν λόγω ανεπάρκεια μέχρι τη δεδομένη προθεσμία, αποφασίστηκε να πραγματοποιηθούν επιτόπιες επαληθεύσεις στους άλλους δύο παραγωγούς του ομίλου.

(83) Μόνο δύο από τους τρεις συνδεδεμένους εισαγωγείς έδωσαν πληρέστερη απάντηση στο ερωτηματολόγιο, από τους οποίους μόνον ο ένας έδωσε επαληθεύσιμα στοιχεία, ενώ ο κατάλογος μεταπώλησης του άλλου συνδεδεμένου εισαγωγέα ήταν σε μεγάλο βαθμό ελλιπής. Συνεπώς, ακόμη και οι συνδεδεμένοι εισαγωγείς συνεργάστηκαν μόνον εν μέρει και σε πολύ μικρό βαθμό.

(84) Ο όμιλος TMK υποστήριξε ότι δεν μπορούσαν να συνεργαστούν σωστά λόγω της επιλογής του κωδικού PCN, ο οποίος, κατά τη γνώμη τους, ήταν ανεπαρκής, δεδομένου του πολύ διαφοροποιημένου φάσματος παραγωγής των τεσσάρων παραγωγών. Εντούτοις, πρέπει να σημειωθεί ότι η ταξινόμηση του υπό εξέταση προϊόντος στην προτεινόμενη διάρθρωση PCN δεν προκάλεσε προβλήματα ούτε στους παραγωγούς της Κοινότητας ούτε σε άλλους παραγωγούς-εξαγωγείς, ορισμένοι από τους οποίους επίσης παράγουν μεγάλη ποικιλία ΣΧΣ. Συνεπώς, ο ισχυρισμός απορρίφθηκε.

(85) Βάσει των ανωτέρω, κρίθηκε ότι το περιθώριο ντάμπινγκ για τον όμιλο TMK δεν μπορούσε να καθοριστεί με βάση τα στοιχεία του. Ως εκ τούτου, το περιθώριο ντάμπινγκ καθορίστηκε με βάση τα διαθέσιμα στοιχεία, σύμφωνα με το άρθρο 18 του βασικού κανονισμού.

3.4.1.1. Κανονική αξία

(86) Σ’ αυτή την περίπτωση, διαπιστώθηκε ότι οι πληροφορίες σχετικά με την κανονική αξία που υποβλήθηκαν από την Pervouralsky και την Chelyabinsk είναι τα πιο κατάλληλα διαθέσιμα στοιχεία, σύμφωνα με το άρθρο 18 του βασικού κανονισμού. Πράγματι, οι πληροφορίες αυτές φαίνεται ότι αντικατοπτρίζουν καλύτερα την κατάσταση στη ρωσική αγορά.

(87) Σύμφωνα με το άρθρο 2 παράγραφος 5 του βασικού κανονισμού, η τιμή του φυσικού αερίου που χρησιμοποιήθηκε για τον υπολογισμό του κόστους παραγωγής στην καταγγελία προσαρμόστηκε κατά τον ίδιο τρόπο όπως για τους δύο συνεργασθέντες παραγωγούς, όπως περιγράφεται παρακάτω στις αιτιολογικές σκέψεις 94 έως 99, ώστε να αντικατοπτρίζονται οι τιμές αγοράς για το φυσικό αέριο κατά τη διάρκεια της ΠΕ.

3.4.1.2. Τιμή εξαγωγής

(88) Η τιμή εξαγωγής υπολογίστηκε με βάση τα στοιχεία της Eurostat για την ΠΕ, μειωμένα κατά τις ποσότητες και αξίες που ελήφθησαν από τους δύο συνεργασθέντες παραγωγούς, όπως αναφέρεται στην αιτιολογική σκέψη 91.

3.4.1.3. Σύγκριση

(89) Σύμφωνα με το άρθρο 2 παράγραφος 10 του βασικού κανονισμού, έγιναν προσαρμογές στην τιμή εξαγωγής όσον αφορά τις δαπάνες μεταφοράς και ασφάλισης και τις σχετικές προμήθειες, με βάση τις πληροφορίες της καταγγελίας.

3.4.1.4. Περιθώριο ντάμπινγκ

(90) Από τη σύγκριση της κανονικής αξίας και της τιμής εξαγωγής προέκυψε η ύπαρξη ντάμπινγκ. Το περιθώριο ντάμπινγκ, εκφρασμένο ως εκατοστιαίο ποσοστό της τιμής εισαγωγής CIF στα σύνορα της Κοινότητας, πριν από την καταβολή τελωνειακού δασμού, είναι το ακόλουθο:

Εταιρεία | Περιθώριο ντάμπινγκ |

Volzhsky Pipe Works Open Joint Stock Company, Joint Stock Company Taganrog Metallurgical Works, Sinarsky Pipe Works Open Joint Stock Company και Seversky Tube Works Open Joint Stock Company | 35,8% |

3.4.2. Pervouralsky και Chelyabinsk

(91) Η Chelyabinsk και η Pervouralsky ήταν χωριστά νομικά πρόσωπα κατά τη διάρκεια της ΠΕ, αλλά από το τέλος του 2004 συνδέθηκαν, δεδομένου ότι η Chelyabinsk έχει στην κυριότητά της την πλειονότητα των μετοχών της Pervouralsky και ελέγχει άμεσα την εταιρεία. Συνεπώς, πρέπει να επιβληθεί στον όμιλο μόνον ένας δασμός.

3.4.2.1. Κανονική αξία

(92) Και για τους δύο παραγωγούς-εξαγωγείς, οι εγχώριες πωλήσεις του προϊόντος ήταν αντιπροσωπευτικές, όπως ορίζεται στην αιτιολογική σκέψη 41. Σύμφωνα με τη μεθοδολογία που περιγράφεται στις αιτιολογικές σκέψεις 42 έως 45, καθορίστηκαν κανονικές αξίες, ανάλογα με τον τύπο του εξαγόμενου προϊόντος, με βάση τις τιμές πώλησης όλων των πωλήσεων, τις τιμές πώλησης των επικερδών πωλήσεων μόνον ή με βάση υπολογισμένες κανονικές αξίες.

(93) Διαπιστώθηκε ότι η κατανομή δαπανών της εταιρείας για ορισμένους μεμονωμένους τύπους προϊόντων δεν αντικατόπτριζε ούτε τη μεγάλη διακύμανση στις τιμές των εγχώριων πωλήσεων ούτε τους παράγοντες κόστους. Ως εκ τούτου, θεωρήθηκε μη αξιόπιστη. Συνεπώς, τα διαθέσιμα στοιχεία χρησιμοποιήθηκαν όπως προβλέπεται στο άρθρο 18 του βασικού κανονισμού. Σ’ αυτή την περίπτωση έπρεπε να υπολογιστεί ένα κέρδος για ολόκληρο τον όμιλο με βάση όλες τις πωλήσεις του υπό εξέταση προϊόντος, το οποίο στη συνέχεια χρησιμοποιήθηκε για τον καθορισμό των κανονικών αξιών.

(94) Όσον αφορά το κόστος παραγωγής και ιδίως το κόστος ενέργειας, διαπιστώθηκε κατά τη διάρκεια της έρευνας ότι οι τιμές ηλεκτρικής ενέργειας που πληρώθηκαν και από τις δύο εταιρείες αντικατόπτριζαν εύλογα το πραγματικό κόστος παραγωγής της ηλεκτρικής ενέργειας που αγοράστηκε. Αυτό αποδείχθηκε σ’ αυτή την περίπτωση από το γεγονός ότι οι τιμές ηλεκτρικής ενέργειας συμφωνούσαν με τις τιμές της διεθνούς αγοράς, συγκρινόμενες με χώρες όπως η Νορβηγία και ο Καναδάς, οι οποίες επίσης βασίζονται στην υδροηλεκτρική ενέργεια. Εντούτοις, δεν θα μπορούσε να ειπωθεί το ίδιο όσον αφορά τις τιμές του φυσικού αερίου. Πράγματι, διαπιστώθηκε ότι οι τιμές του φυσικού αερίου που πληρώθηκαν από τις δύο εταιρείες δεν αντικατόπτριζαν εύλογα τις δαπάνες για το φυσικό αέριο.

(95) Διαπιστώθηκε, με βάση τα στοιχεία της ετήσιας έκθεσης του ρώσου παρόχου φυσικού αερίου OAO Gazprom για το 2004, ότι η εγχώρια τιμή του φυσικού αερίου που πληρώθηκε από τους δύο ρώσους παραγωγούς ήταν πολύ χαμηλότερη από τις μέσες τιμές εξαγωγής από τη Ρωσία τόσο στο δυτικό όσο και στο ανατολικό τμήμα της Ευρώπης. Στην ίδια έκθεση αναφέρεται: «ο όμιλος Gazprom υποχρεούται να παρέχει φυσικό αέριο στους ρώσους καταναλωτές σε τιμές που ορίζονται από την ομοσπονδιακή υπηρεσία τιμολόγησης. Ήδη, οι τιμές αυτές είναι χαμηλότερες από τις διεθνείς τιμές του φυσικού αερίου» και επιπλέον «η OAO Gazprom, μαζί με τη Ρωσική Ομοσπονδία, καταβάλλει μεγάλες προσπάθειες για τη βελτιστοποίηση των ελεγχόμενων τιμών χονδρικής πώλησης του φυσικού αερίου». Επιπλέον, η τιμή του φυσικού αερίου την οποία πλήρωσαν οι δύο ρώσοι παραγωγοί ήταν σημαντικά χαμηλότερη από την τιμή του φυσικού αερίου που πλήρωσαν οι ρουμάνοι και οι κοινοτικοί παραγωγοί.

(96) Λαμβανομένων υπόψη των ανωτέρω θεωρήθηκε ότι οι τιμές του φυσικού αερίου τις οποίες πλήρωσαν οι δύο ρώσοι παραγωγοί ΣΧΣ κατά την περίοδο της έρευνας δεν μπορούσαν να αντικατοπτρίζουν εύλογα τις δαπάνες που σχετίζονται με την παραγωγή και τη διανομή του φυσικού αερίου.

(97) Συνεπώς, όπως προβλέπεται στο άρθρο 2 παράγραφος 5 του βασικού κανονισμού, οι δαπάνες φυσικού αερίου των δύο ρώσων παραγωγών-εξαγωγέων προσαρμόστηκαν κατά τρόπον ώστε να αντικατοπτρίζουν τις τιμές της αγοράς για το φυσικό αέριο κατά τη διάρκεια της ΠΕ, με βάση την τιμή του φυσικού αερίου για εξαγωγή στη δυτική Ευρώπη, χωρίς τα έξοδα μεταφοράς και τον ειδικό φόρο κατανάλωσης.

(98) Και οι δύο παραγωγοί υποστήριξαν ότι οι δαπάνες φυσικού αερίου καταχωρίστηκαν κατάλληλα στα λογιστικά τους βιβλία και ότι δεν χρειαζόταν προσαρμογή σύμφωνα με το άρθρο 2 παράγραφος 5 του βασικού κανονισμού. Εν προκειμένω, δεν αμφισβητήθηκε ότι οι εταιρείες είχαν καταχωρίσει σωστά τις τιμές που πλήρωσαν στον προμηθευτή του φυσικού αερίου. Εντούτοις, η προσαρμογή δικαιολογείται από το γεγονός ότι η τιμή του φυσικού αερίου που αγοράστηκε δεν αντικατοπτρίζει εύλογα το κόστος παραγωγής και διανομής του φυσικού αερίου.

(99) Οι δύο παραγωγοί υποστήριξαν επιπλέον ότι δεν ήταν αποδεδειγμένο ότι οι τιμές τις οποίες χρέωσε η Gazprom στους βιομηχανικούς χρήστες είναι κάτω από τα επίπεδα κάλυψης του κόστους. Εντούτοις, διάφορες δημόσια διαθέσιμες πηγές επιβεβαιώνουν την προσέγγιση της Επιτροπής, μεταξύ των οποίων η σύνοψη πολιτικής «Η οικονομική έρευνα της Ρωσικής Ομοσπονδίας, 2004», που δημοσιεύθηκε από τον ΟΟΣΑ τον Ιούλιο του 2004.

3.4.2.2. Τιμή εξαγωγής

(100) Όλες οι εξαγωγικές πωλήσεις προς την Κοινότητα έγιναν απευθείας σε ανεξάρτητους πελάτες και, ως εκ τούτου, η τιμή εξαγωγής καθορίστηκε όπως αναφέρεται στην αιτιολογική σκέψη 46.

3.4.2.3. Σύγκριση

(101) Έγιναν προσαρμογές, σύμφωνα με το άρθρο 2 παράγραφος 10 του βασικού κανονισμού, όσον αφορά τα έξοδα μεταφοράς, διεκπεραίωσης, φόρτωσης και τα παρεπόμενα έξοδα, τα έξοδα συσκευασίας και τις προμήθειες.

3.4.2.4. Περιθώριο ντάμπινγκ

(102) Από τη σύγκριση μεταξύ της κανονικής αξίας και της τιμής εξαγωγής προέκυψε η ύπαρξη ντάμπινγκ. Το περιθώριο ντάμπινγκ εκφρασμένο ως εκατοστιαίο ποσοστό της τιμής εισαγωγής CIF στα σύνορα της Κοινότητας, πριν από την καταβολή τελωνειακού δασμού, είναι το ακόλουθο:

Εταιρεία | Περιθώριο ντάμπινγκ |

Joint Stock Company Chelyabinsk Tube Rolling Plant και Joint Stock Company Pervouralsky Novotrubny Works | 24,1% |

3.4.3. Συμπέρασμα σχετικά με το ντάμπινγκ όσον αφορά τη Ρωσία

(103) Δεδομένου ότι οι εταιρείες που αναφέρονται στην αιτιολογική σκέψη 79 αντιπροσωπεύουν όλες τις εξαγωγικές πωλήσεις από τη Ρωσία προς την Κοινότητα, το υπολειπόμενο περιθώριο ντάμπινγκ ορίστηκε στο ίδιο επίπεδο με εκείνο που καθορίστηκε για το μη συνεργασθέντα όμιλο παραγωγών-εξαγωγέων, δηλαδή 35,8%.

3.5. Ουκρανία

3.5.1. ΚΟΑ

(104) Τη στιγμή της έναρξης αυτής της έρευνας ίσχυε για την Ουκρανία το άρθρο 2 παράγραφος 7 στοιχείο β) του βασικού κανονισμού. Σύμφωνα με αυτό το άρθρο, στις έρευνες αντιντάμπινγκ σχετικά με τις εισαγωγές καταγωγής Ουκρανίας η κανονική αξία καθορίζεται σύμφωνα με τις παραγράφους 1 έως 6 του εν λόγω άρθρου για τους παραγωγούς οι οποίοι, όπως διαπιστώθηκε, πληρούσαν τα κριτήρια του άρθρου 2 παράγραφος 7 στοιχείο γ) του βασικού κανονισμού.

(105) Εν συντομία και αναφορικά, τα εν λόγω κριτήρια, την πλήρωση των οποίων πρέπει να αποδείξουν οι αιτούσες εταιρείες, συνοψίζονται ως εξής:

- Οι επιχειρηματικές αποφάσεις λαμβάνονται σε συνάρτηση με τις ενδείξεις της αγοράς και χωρίς σημαντική κρατική παρέμβαση, το δε κόστος αντικατοπτρίζει τις τιμές της αγοράς·

- οι επιχειρήσεις τηρούν σαφή λογιστική καταγραφή, υποκείμενη σε ανεξάρτητο έλεγχο, βάσει των διεθνών λογιστικών προτύπων, η οποία πρέπει να ακολουθείται με συνέπεια·

- δεν παρατηρούνται σημαντικές στρεβλώσεις οφειλόμενες στη μετάβαση από το παλαιότερο καθεστώς της ελεγχόμενης οικονομίας·

- η ασφάλεια δικαίου και η σταθερότητα διασφαλίζονται μέσω νομοθεσίας περί πτωχεύσεως και ιδιοκτησιακού καθεστώτος·

- οι πράξεις μετατροπής του συναλλάγματος πραγματοποιούνται στις τιμές της αγοράς.

(106) Τρεις όμιλοι ουκρανών παραγωγών-εξαγωγέων ζήτησαν να τους αναγνωριστεί ΚΟΑ σύμφωνα με το άρθρο 2 παράγραφος 7 στοιχείο β) του βασικού κανονισμού και απάντησαν στο ειδικό έντυπο αίτησης για αναγνώριση ΚΟΑ για τους παραγωγούς-εξαγωγείς.

(107) Η Επιτροπή αναζήτησε και επαλήθευσε στις εγκαταστάσεις των εν λόγω εταιρειών όλες τις απαραίτητες πληροφορίες τις οποίες υπέβαλαν στις αιτήσεις για αναγνώριση ΚΟΑ.

(108) Από την έρευνα προέκυψε ότι οι τρεις προαναφερθέντες όμιλοι ουκρανών παραγωγών-εξαγωγέων πληρούσαν όλα τα απαιτούμενα κριτήρια και, ως εκ τούτου, τους αναγνωρίστηκε ΚΟΑ.

(109) Δόθηκε η ευκαιρία στην κοινοτική βιομηχανία να υποβάλει σχετικές παρατηρήσεις, η οποία υποστήριξε ότι αρκετά από τα πέντε κριτήρια που προβλέπει το άρθρο 2 παράγραφος 7 στοιχείο γ) του βασικού κανονισμού δεν πληρούνταν από όλους τους παραγωγούς-εξαγωγείς. Ειδικότερα, η κοινοτική βιομηχανία υποστήριξε ότι (i) το κράτος ενδέχεται να αναλάβει και πάλι τον έλεγχο ορισμένων από τους παραγωγούς-εξαγωγείς που ιδιωτικοποιήθηκαν· (ii) το κράτος παρενέβη στις καθημερινές τους αποφάσεις· (iii) οι ρυθμίσεις και οι νόμοι που ίσχυαν στην Ουκρανία κατά τη διάρκεια της ΠΕ όσον αφορά την εργασία, την πτώχευση και την ιδιοκτησία δεν διασφάλιζαν κατάλληλους όρους οικονομίας της αγοράς· και (iv) πραγματοποιήθηκε κρατική παρέμβαση όσον αφορά την εξαγωγική τιμή πώλησης και το κόστος των εισροών. Οι παρατηρήσεις της κοινοτικής βιομηχανίας ελήφθησαν δεόντως υπόψη.

(110) Εντούτοις, οι παρατηρήσεις αυτές δεν παρείχαν επαρκή στοιχεία που να αποδεικνύουν ότι οποιοδήποτε από τα πέντε κριτήρια, βάσει των οποίων αναλύθηκαν οι ισχυρισμοί των ουκρανών παραγωγών-εξαγωγέων για αναγνώριση ΚΟΑ σύμφωνα με το άρθρο 2 παράγραφος 7 στοιχείο γ) του βασικού κανονισμού όπως περιγράφεται ανωτέρω, δεν πληρούνταν. Πράγματι, η έρευνα έδειξε ότι δεν υπήρχε σημαντική κρατική παρέμβαση στις επιχειρηματικές αποφάσεις των εταιρειών.

(111) Σ’ αυτό το πλαίσιο, μπορεί να υπενθυμιστεί ότι η μερική κρατική ιδιοκτησία, αυτή καθαυτή, σύμφωνα με την πρακτική της Επιτροπής, δεν αρκεί για να θεωρηθεί ότι δεν πληρούται το κριτήριο 1 του άρθρου 2 παράγραφος 7 στοιχείο γ) του βασικού κανονισμού.

(112) Επίσης, διαπιστώθηκε ότι το κόστος των κύριων εισροών αντικατόπτριζε τις τιμές της αγοράς.

(113) Όσον αφορά τις τιμές του φυσικού αερίου και της ηλεκτρικής ενέργειας, κρίθηκαν σύμφωνες με τις μέσες τιμές στην Ουκρανία, μολονότι χαμηλότερες από τις τιμές στην Ευρώπη και σε άλλες αγορές. Εντούτοις, αυτό δεν κρίθηκε επαρκές ώστε να θεωρηθεί ότι δεν πληρούνταν το κριτήριο 1, δεδομένου ότι το φυσικό αέριο και η ηλεκτρική ενέργεια αντιπροσωπεύουν μόνον ένα σχετικά μικρό μέρος του κόστους παραγωγής ΣΧΣ και ότι οι τιμές αυτές, εφόσον θεωρήθηκαν στρεβλωμένες, προσαρμόστηκαν στις τιμές της αγοράς για τους σκοπούς του υπολογισμού του ντάμπινγκ (βλέπε αιτιολογικές σκέψεις 119 έως 127).

(114) Επιπλέον, η έρευνα έδειξε ότι οι ισχύοντες νόμοι στην Ουκρανία όσον αφορά τους όρους απασχόλησης και εργασίας ήταν σύμφωνοι με τις αρχές της οικονομίας της αγοράς. Ειδικότερα, διαπιστώθηκε ότι οι τρεις όμιλοι παραγωγών-εξαγωγέων ήταν ελεύθεροι να προσλάβουν ή να απολύσουν το προσωπικό τους.

(115) Ομοίως, κανένα επιχείρημα της κοινοτικής βιομηχανίας δεν ήταν σε θέση να αντικρούσει το συμπέρασμα της Επιτροπής ότι η νομοθεσία περί πτωχεύσεως και ιδιοκτησίας διασφάλιζε κατάλληλους όρους οικονομίας της αγοράς για τους τρεις ομίλους εξαγωγέων.

(116) Συνεπώς, δεν υπήρχε λόγος να μην αναγνωριστεί ΚΟΑ στους τρεις ομίλους ουκρανών παραγωγών-εξαγωγέων. Ζητήθηκε η γνώμη της συμβουλευτικής επιτροπής, η οποία δεν προέβαλε αντίρρηση ως προς τα συμπεράσματα της Επιτροπής.

3.5.2. Υπολογισμός του ντάμπινγκ

(117) Ελήφθησαν απαντήσεις στο ερωτηματολόγιο από τρεις ομίλους παραγωγών-εξαγωγέων. Ο ένας όμιλος αποτελείται από δύο παραγωγούς και δύο συνδεδεμένους εμπόρους, ο δεύτερος όμιλος αποτελείται από έναν παραγωγό και δύο συνδεδεμένους εμπόρους, ενώ ο τελευταίος παραγωγός-εξαγωγέας δεν εμπλέκει συνδεδεμένη εταιρεία στην παραγωγή ή την πώληση του υπό εξέταση προϊόντος.

3.5.3. Κανονική αξία

(118) Και για τους τρεις ομίλους παραγωγών-εξαγωγέων, ο συνολικός όγκος των εγχώριων πωλήσεων του ομοειδούς προϊόντος ήταν αντιπροσωπευτικός, όπως ορίζεται στην αιτιολογική σκέψη 41. Για ένα μέρος των τύπων του προϊόντος η κανονική αξία βασίστηκε στις πληρωθείσες ή πληρωτέες τιμές, στο πλαίσιο των συνήθων εμπορικών πράξεων, από ανεξάρτητους πελάτες στην Ουκρανία και για τους τύπους του προϊόντος για τους οποίους οι εγχώριες πωλήσεις ήταν ανεπαρκείς για να θεωρηθούν αντιπροσωπευτικές ή δεν πραγματοποιήθηκαν στο πλαίσιο των συνήθων εμπορικών πράξεων η κανονική αξία υπολογίστηκε με τον τρόπο που προβλέπεται στην αιτιολογική σκέψη 45.

(119) Όσον αφορά το κόστος παραγωγής, και ειδικότερα το ενεργειακό κόστος, διαπιστώθηκε κατά τη διάρκεια τη έρευνας ότι οι τιμές ενέργειας που πληρώθηκαν από τους τρεις ομίλους εταιρειών είχαν καθοριστεί από το κράτος και ήταν σημαντικά χαμηλότερες από τις διεθνείς τιμές.

(120) Οι τιμές που χρεώθηκαν από τους παρόχους ηλεκτρικής ενέργειας, οι οποίοι ανήκαν στο ουκρανικό κράτος ή/και ελέγχονταν από αυτό, στους τρεις ομίλους παραγωγών-εξαγωγέων ήταν συγκρίσιμες με τις τιμές στη Ρουμανία όπως και με τις τιμές στην Κοινότητα για την ίδια γενική κατηγορία χρηστών ηλεκτρικής ενέργειας. Σε όλες τις περιπτώσεις, οι εν λόγω τιμές διαπιστώθηκε ότι ήταν κατά πολύ χαμηλότερες από τις τιμές στη Ρουμανία και στην Κοινότητα και εξήχθη το συμπέρασμα ότι οι τιμές ηλεκτρικής ενέργειας οι οποίες πληρώθηκαν από τους ουκρανούς εξαγωγείς δεν αντικατόπτριζαν εύλογα το πραγματικό κόστος παραγωγής και πώλησης της αγορασθείσας ηλεκτρικής ενέργειας.

(121) Οι τρεις συνεργασθέντες ουκρανοί εξαγωγείς αντέκρουσαν αυτά τα συμπεράσματα και υποστήριξαν ότι οι δαπάνες που καταχωρίστηκαν στα λογιστικά βιβλία τους αντικατόπτριζαν την τιμή την οποία πράγματι πλήρωσαν στους παρόχους ηλεκτρικής ενέργειας. Εντούτοις, κανένα από τα επιχειρήματα τα οποία προέβαλαν δεν μπορούσε να εξηγήσει τις διαφορές, οι οποίες διαπιστώθηκαν, με τις τιμές στη Ρουμανία και τις μέσες τιμές στην Κοινότητα και τα ανωτέρω συμπεράσματα επιβεβαιώθηκαν.

(122) Η ίδια προσέγγιση ακολουθήθηκε όσον αφορά τις τιμές του φυσικού αερίου. Μια σύγκριση έδειξε ότι οι τιμές του φυσικού αερίου που χρεώθηκαν στους ουκρανούς εξαγωγείς από τους παρόχους, οι οποίοι ανήκαν στο κράτος ή/και ελέγχονταν από αυτό, ανέρχονταν περίπου στο ήμισυ των τιμών της Ρουμανίας και, επίσης, ήταν σημαντικά χαμηλότερες από τις μέσες τιμές που χρεώνονταν στην Κοινότητα για φυσικό αέριο στην ίδια γενική κατηγορία πελατών.

(123) Κατά τη διάρκεια της ΠΕ η Ουκρανία αγόρασε το μεγαλύτερο μέρος των προμηθειών της σε φυσικό αέριο από τη Ρωσία. Η OAO Gazprom δήλωσε στην ετήσια έκθεσή της για το 2004 ότι: «δεδομένου ότι προμηθεύει/προμήθευε φυσικό αέριο σε κράτη της ΚΑΚ, η OAO Gazprom ακολουθεί/ακολουθούσε τον κύριο στρατηγικό στόχο της να παρέχει τις κατάλληλες συνθήκες για την χωρίς προβλήματα διαμετακόμιση του ρωσικού φυσικού αερίου στην Ευρώπη μέσω της επικράτειάς της» και ότι: «στο έτος αναφοράς, το 84,9% της συνολικής ποσότητας φυσικού αερίου που προμήθευσε στην Ουκρανία […] αντιμετωπίστηκε ως πληρωμή για υπηρεσίες διαμετακόμισης». Ως εκ τούτου, η τιμή εξαγωγής του φυσικού αερίου από τη Ρωσία στην Ουκρανία δεν μπορούσε να χρησιμοποιηθεί ως κατάλληλη βάση σύγκρισης προκειμένου να κριθεί εάν και κατά πόσο οι τιμές του φυσικού αερίου που πλήρωσαν οι ουκρανοί εξαγωγείς αντικατόπτριζαν το κόστος που συνδέεται με την παραγωγή και την πώληση του αγορασθέντος φυσικού αερίου, δεδομένου ότι η εν λόγω τιμή εξαγωγής μπορεί να επηρεάστηκε από την εμπορική συμφωνία ανταλλαγής.

(124) Επιπλέον, οι τιμές τις οποίες πλήρωσαν οι ουκρανοί παραγωγοί-εξαγωγείς συγκρίθηκαν με τη μέση τιμή εξαγωγής από τη Ρωσία στη δυτική και ανατολική Ευρώπη, όπως καθορίστηκε ανωτέρω, καθώς και με τις μέσες τιμές του φυσικού αερίου στη βόρειο Αμερική, οι οποίες καθορίστηκαν με τη χρήση του δείκτη Nymex Henry Hub για το φυσικό αέριο. Και στις δύο περιπτώσεις βρέθηκαν αρκετά χαμηλότερες.

(125) Λαμβανομένων υπόψη των ανωτέρω, συνήχθη το συμπέρασμα ότι οι τιμές του φυσικού αερίου που πληρώθηκαν από τους ουκρανούς παραγωγούς-εξαγωγείς, οι οποίες είχαν άμεση σχέση με την τιμή εξαγωγής που δήλωσε η OAO Gazprom για τις εξαγωγές στην Ουκρανία και οι οποίες είναι πολύ πιθανόν να επηρεάστηκαν από υφιστάμενη εμπορική συμφωνία ανταλλαγής, δεν αντικατοπτρίζουν εύλογα τις δαπάνες που συνδέονται με την παραγωγή και την πώληση του αγορασθέντος φυσικού αερίου.

(126) Και πάλι οι τρεις συνεργασθέντες ουκρανοί εξαγωγείς αντέκρουσαν τα συμπεράσματα αυτά και υποστήριξαν ότι οι δαπάνες που καταχωρίστηκαν στα λογιστικά βιβλία τους αντικατόπτριζαν την τιμή που πράγματι πληρώθηκε στους παρόχους φυσικού αερίου. Εντούτοις, τα επιχειρήματα που προβλήθηκαν δεν ήταν ικανά να αντικρούσουν τα ανωτέρω συμπεράσματα στο βαθμό που η τιμή του φυσικού αερίου που δόθηκε από τη Ρωσία στην Ουκρανία επηρεάστηκε σημαντικά από συμφωνία η οποία ίσχυε κατά τη διάρκεια της ΠΕ όσον αφορά τη διαμετακόμιση του φυσικού αερίου μέσω της Ουκρανίας, όπως επιβεβαιώθηκε από την ετήσια έκθεση της OAO Gazprom για το 2004.

(127) Συνεπώς, όπως προβλέπεται στο άρθρο 2 παράγραφος 5 του βασικού κανονισμού, το κόστος ηλεκτρικής ενέργειας και φυσικού αερίου των ουκρανών παραγωγών-εξαγωγέων προσαρμόστηκε κατά τρόπον ώστε να αντικατοπτρίζει εύλογα το κόστος που σχετίζεται με την παραγωγή και την πώληση ηλεκτρικής ενέργειας και φυσικού αερίου κατά τη διάρκεια της ΠΕ. Οι προσαρμογές βασίστηκαν σε έναν μέσο όρο των τιμών που παρατηρήθηκαν κατά τη διάρκεια της ΠΕ στη Ρουμανία, μια χώρα με οικονομία της αγοράς η οποία επίσης εισάγει φυσικό αέριο από τη Ρωσία και απέχει περίπου ίδια απόσταση από τα ρωσικά κοιτάσματα φυσικού αερίου. Η μέση τιμή για τη Ρουμανία βασίστηκε στα επαληθευμένα στοιχεία που συλλέχθηκαν στους ρουμάνους παραγωγούς-εξαγωγείς του υπό εξέταση προϊόντος. Πρέπει να σημειωθεί ότι η εν λόγω μέση τιμή δεν διαφέρει κατά πολύ από τη μέση τιμή εξαγωγής του φυσικού αερίου που καθορίστηκε ανωτέρω για τη Ρωσία.

(128) Ένας εξαγωγέας υποστήριξε ότι το περιθώριο κέρδους που χρησιμοποιήθηκε για τον υπολογισμό της κανονικής αξίας ήταν διαφορετικό από το μέσο κέρδος που πραγματοποιήθηκε από τον εν λόγω εξαγωγέα κατά τις πωλήσεις στην εγχώρια αγορά και πολύ υψηλό. Ο ισχυρισμός αυτός έπρεπε να απορριφθεί δεδομένου ότι το κέρδος που χρησιμοποιήθηκε για τον υπολογισμό της κανονικής αξίας ήταν εκείνο που υπολογίστηκε σύμφωνα με την εφαρμοστέα διάταξη, δηλαδή την πρώτη πρόταση του άρθρου 2 παράγραφος 6 του βασικού κανονισμού. Με άλλα λόγια, το περιθώριο κέρδους που χρησιμοποιήθηκε ήταν ίσο με το περιθώριο κέρδους που αφορά την παραγωγή και τις πωλήσεις, στο πλαίσιο των συνήθων εμπορικών πράξεων, του ομοειδούς προϊόντος στην ουκρανική εγχώρια αγορά. Υπολογίστηκε με βάση τις πληροφορίες που υποβλήθηκαν από την εταιρεία στην απάντησή της στο ερωτηματολόγιο και επαληθεύτηκε δεόντως.

3.5.4. Τιμή εξαγωγής

(129) Δύο όμιλοι παραγωγών-εξαγωγέων πραγματοποίησαν το μεγαλύτερο μέρος των εξαγωγικών πωλήσεών τους μέσω μιας συνδεδεμένης εμπορικής εταιρείας με έδρα σε τρίτη χώρα. Η τιμή εξαγωγής για τους εν λόγω δύο ομίλους παραγωγών-εξαγωγέων καθορίστηκε με βάση τις τιμές μεταπώλησης της συνδεδεμένης εμπορικής εταιρείας στους πρώτους ανεξάρτητους πελάτες στην Κοινότητα, εκτός από τις λίγες συναλλαγές που αντιστοιχούσαν στις άμεσες πωλήσεις των εν λόγω παραγωγών-εξαγωγέων σε ανεξάρτητους πελάτες στην Κοινότητα. Στην τελευταία αυτή περίπτωση, η τιμή εξαγωγής καθορίστηκε ως η πράγματι πληρωθείσα ή πληρωτέα τιμή για το προϊόν, όταν αυτό πωλήθηκε για εξαγωγή από την Ουκρανία προς την Κοινότητα.

(130) Ένας άλλος παραγωγός-εξαγωγέας πραγματοποίησε όλες τις πωλήσεις του σε ανεξάρτητους πελάτες στην Κοινότητα και, ως εκ τούτου, η τιμή εξαγωγής καθορίστηκε, όπως περιγράφεται στην αιτιολογική σκέψη 46, με βάση την πράγματι πληρωθείσα ή πληρωτέα τιμή για το προϊόν όταν αυτό πωλήθηκε για εξαγωγή από την Ουκρανία προς την Κοινότητα.

3.5.5. Σύγκριση

(131) Έγιναν προσαρμογές, όπου κρίθηκε σκόπιμο, σύμφωνα με το άρθρο 2 παράγραφος 10 του βασικού κανονισμού, ώστε να ληφθούν υπόψη οι μειώσεις σχετικά με το κόστος μεταφοράς, ασφάλισης, χειρισμού, φόρτωσης και το παρεπόμενο κόστος, η πίστωση και οι προμήθειες.

(132) Για τους δύο ομίλους παραγωγών-εξαγωγέων οι οποίοι διοχέτευσαν τις περισσότερες από τις πωλήσεις τους μέσω συνδεδεμένων εμπόρων, έγινε προσαρμογή στην τιμή εξαγωγής για προμήθεια, σύμφωνα με το άρθρο 2 παράγραφος 10 στοιχείο θ) του βασικού κανονισμού, στις περιπτώσεις στις οποίες οι πωλήσεις έγιναν μέσω αυτών των συνδεδεμένων εμπόρων, δεδομένου ότι οι εν λόγω συνδεδεμένοι έμποροι είχαν εργασίες παρόμοιες με τις εργασίες ενός αντιπροσώπου ο οποίος εργάζεται με βάση κάποια προμήθεια. Το επίπεδο της προμήθειας υπολογίστηκε βάσει αποδεικτικών στοιχείων που έδειχναν άμεσα την ύπαρξη τέτοιων εργασιών. Σ’ αυτό το πλαίσιο, κατά τον υπολογισμό της προμήθειας ελήφθησαν υπόψη τα γενικά και διοικητικά έξοδα και έξοδα πωλήσεων (ΓΔΕΠ) που προέκυψαν για τους συνδεδεμένους εμπόρους κατά την πώληση του υπό εξέταση προϊόντος το οποίο παράγουν οι ουκρανοί παραγωγοί, καθώς και ένα εύλογο περιθώριο κέρδους. Το τελευταίο βασίστηκε σε ένα σταθμισμένο μέσο όρο των περιθωρίων κέρδους για τις πωλήσεις ομοειδών προϊόντων σε μη συνδεδεμένους πελάτες, οι οποίοι βρέθηκαν για τους τρεις μη συνδεδεμένους εισαγωγείς στην Κοινότητα και οι οποίοι συνεργάστηκαν όσον αφορά την έρευνα και υπέβαλαν πληροφορίες οι οποίες επαληθεύτηκαν.

(133) Οι δύο όμιλοι εξαγωγέων αμφισβήτησαν τον υπολογισμό που έκανε η Επιτροπή και υποστήριξαν ότι το περιθώριο κέρδους που χρησιμοποιήθηκε σ’ αυτή την προσαρμογή ήταν υπερβολικό. Ένας όμιλος εξαγωγέων ισχυρίστηκε ότι ένας από τους μη συνδεδεμένους εισαγωγείς εισήγαγε και μεταπώλησε μόνον έναν τύπο σωλήνων, ο οποίος δεν πωλήθηκε στην ΕΕ από τον ουκρανό εξαγωγέα. Επιπλέον, και οι δύο όμιλοι εξαγωγέων δήλωσαν ότι το μέσο περιθώριο κέρδους, το οποίο υπολογίστηκε με βάση τα αριθμητικά στοιχεία που έδωσαν οι τρεις συνεργασθέντες μη συνδεδεμένοι εισαγωγείς στην Κοινότητα, δεν ήταν εύλογο, δεδομένου ότι το σταθμισμένο μέσο περιθώριο κέρδους ήταν υψηλότερο από το κέρδος-στόχο της κοινοτικής βιομηχανίας.

(134) Εν προκειμένω, πρέπει να σημειωθεί ότι ο ισχυρισμός ότι το περιθώριο κέρδους που χρησιμοποιήθηκε ως βάση γι’ αυτή την προσαρμογή ήταν υψηλότερο από το κέρδος-στόχο της κοινοτικής βιομηχανίας δεν ήταν εύστοχος. Τα δύο περιθώρια κέρδους καθορίζονται σε διαφορετικό πλαίσιο και εξυπηρετούν διαφορετικούς σκοπούς. Επιπλέον, δεν αποδεικνύει ότι το περιθώριο κέρδους που χρησιμοποιήθηκε δεν είναι εύλογο. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, πρέπει να υπενθυμιστεί ότι το περιθώριο κέρδους που χρησιμοποιήθηκε βασίστηκε σε επαληθευμένες πληροφορίες που υποβλήθηκαν από τις συνεργασθείσες εταιρείες και αφορούσε την ΠΕ. Επιπλέον, δεν υποβλήθηκε κανένα στοιχείο σχετικά με το πώς οι τύποι των ομοειδών προϊόντων που πωλήθηκαν από τις εν λόγω συνεργασθείσες εταιρείες θα μπορούσαν να επηρεάσουν τον υπολογισμό του περιθωρίου κέρδους. Υπό αυτές τις συνθήκες, διατηρείται η προσαρμογή, σύμφωνα με το άρθρο 2 παράγραφος 10 στοιχείο θ), για τις πωλήσεις που πραγματοποιήθηκαν μέσω των συνδεδεμένων εμπορικών εταιρειών.

(135) Επιπλέον, μετά τις παρατηρήσεις που ελήφθησαν από τους εξαγωγείς, διορθώθηκαν ορισμένα λάθη εκ παραδρομής και υπολογίστηκαν εκ νέου τα περιθώρια ντάμπινγκ αναλόγως.

3.5.6. Περιθώριο ντάμπινγκ

(136) Από τη σύγκριση μεταξύ της κανονικής αξίας και της τιμής εξαγωγής προέκυψε η ύπαρξη ντάμπινγκ. Τα περιθώρια ντάμπινγκ, εκφραζόμενα ως εκατοστιαίο ποσοστό της τιμής εισαγωγής CIF στα σύνορα της Κοινότητας, πριν από την καταβολή τελωνειακού δασμού, καθορίζονται ως εξής:

Εταιρεία | Περιθώριο ντάμπινγκ |

OJSC Dnepropetrovsk Tube Works | 12,3% |

CJSC Nikopolsky Seamless Tubes Plant Niko Tube και OJSC Nizhnedneprovsky Tube Rolling Plant | 25,1% |

CJSC Nikopol Steel Pipe Plant Yutist | 25,7% |

(137) Δεδομένου ότι το επίπεδο συνεργασίας ήταν υψηλό (μεγαλύτερο του 80% των εξαγωγών του υπό εξέταση προϊόντος από την Ουκρανία προς την Κοινότητα) και ότι δεν υπήρχε κανένας λόγος να θεωρηθεί ότι κάποιος παραγωγός-εξαγωγέας δεν συνεργάστηκε σκόπιμα, το υπολειπόμενο εφαρμοστέο περιθώριο σε όλους τους άλλους εξαγωγείς της Ουκρανίας ορίστηκε στο ίδιο επίπεδο με εκείνο που καθορίστηκε για το συνεργασθέντα παραγωγό-εξαγωγέα CJSC Nikopol Steel Pipe Plant Yutist, δηλαδή 25,7%.

4. Ζημία

4.1 Η κοινοτική παραγωγή

(138) Eίναι γνωστό ότι εντός της Κοινότητας το υπό εξέταση προϊόν κατασκευάζεται από οκτώ παραγωγούς, εξ ονόματος των οποίων υποβλήθηκε η καταγγελία. Οι κατασκευαστές είναι εγκατεστημένοι στη Γερμανία, την Ιταλία, την Ισπανία, τη Γαλλία και την Αυστρία και αντιπροσωπεύουν το 62% της κοινοτικής παραγωγής που ανερχόταν σε 2.618.771 τόνους κατά τη διάρκεια της ΠΕ.

(139) Επιπλέον, στο στάδιο έναρξης της διαδικασίας υπήρχαν δώδεκα γνωστοί κοινοτικοί παραγωγοί οι οποίοι δεν ανήκαν στους καταγγέλοντες και ήταν εγκατεστημένοι στο ΗΒ, την Πολωνία, την Τσεχική Δημοκρατία, τη Σουηδία, την Ιταλία και τη Σλοβακία. Υπήρξε επαφή και με άλλους κοινοτικούς παραγωγούς, οι οποίοι δεν ήταν γνωστοί κατά το στάδιο έναρξης και ήταν εγκατεστημένοι κυρίως στα νέα κράτη μέλη. Μόνον δύο από τους παραγωγούς αυτούς υπέβαλαν βασικά στοιχεία σχετικά με την παραγωγή και τις πωλήσεις του ομοειδούς προϊόντος για την υπό εξέταση περίοδο. Βάσει αυτών η κοινοτική παραγωγή του ομοειδούς προϊόντος ανερχόταν σε 2.618.771 τόνους κατά τη διάρκεια της ΠΕ.

4.2 Η κοινοτική βιομηχανία

(140) Οι εξής κοινοτικοί παραγωγοί υποστήριξαν την καταγγελία:

-Benteler Stahl/Rohr, Paderborn, Γερμανία

-Dalmine S.p.A., Bergamo, Iταλία

-Rohrwerk Maxhütte GmbH, Sulzbach-Rosenberg, Γερμανία

-Tubos Reunidos S.A., Amurrio, Ισπανία

-Vallourec & Mannesmann France S.A, Boulogne Billancourt, Γαλλία

-V&M Deutschland GmbH, Düsseldorf, Γερμανία

-Voest Alpine Tubulars GmbH, Kinderberg-Aumuehl, Aυστρία

(141) Δεδομένου ότι αυτοί οι οκτώ συνεργασθέντες καταγγέλλοντες κοινοτικοί παραγωγοί αντιπροσωπεύουν το 61% της κοινοτικής παραγωγής του υπό εξέταση προϊόντος, αποτελούν την κοινοτική βιομηχανία κατά την έννοια του άρθρου 4 παράγραφος 1 και του άρθρου 5 παράγραφος 4 του βασικού κανονισμού.

(142) Σημειώνεται ότι ένας από τους καταγγέλλοντες παραγωγούς (Dalmine) συνδέεται με έναν από τους συνεργασθέντες ρουμάνους παραγωγούς-εξαγωγείς (Silcotub) και εισήγαγε το υπό εξέταση προϊόν από αυτόν. Επαληθεύτηκε ότι οι εισαγωγές αυτές ήταν περιορισμένες σε σύγκριση με τον όγκο παραγωγής της εταιρείας Dalmine και πραγματοποιήθηκαν κυρίως για να συμπληρώσουν το εύρος προϊόντων της εταιρείας. Επομένως, εξήχθη το συμπέρασμα ότι δεν μπορούσε να αποκλεισθεί ο συγκεκριμένος κοινοτικός παραγωγός από τον ορισμό της κοινοτικής βιομηχανίας λόγω της σχέσης αυτής.

4.3 Κοινοτική κατανάλωση

(143) Η κοινοτική κατανάλωση καθορίστηκε βάσει του όγκου των πωλήσεων στην κοινοτική αγορά των πέντε κοινοτικών παραγωγών της δειγματοληψίας και όλων των άλλων παραγωγών στην Κοινότητα οι οποίοι υπέβαλαν τέτοια στοιχεία, όπου προστέθηκαν και οι εισαγωγές από όλες τις τρίτες χώρες που υπάγονται στους αντίστοιχους κωδικούς ΣΟ σύμφωνα με την Eurostat.

(144) Βάσει των εν λόγω στοιχείων διαπιστώθηκε ότι κατά την εξεταζόμενη περίοδο η κατανάλωση μειώθηκε κατά 8% από 2.149.024 τόνους το 2001 σε 1.985.361 τόνους το 2004. Πρώτον, η κατανάλωση μειώθηκε σημαντικά κατά 14 % το 2002 σε σύγκριση με το 2001 και παρέμεινε σταθερή το 2003, έτος μετά το οποίο αυξήθηκε και πάλι το 2004 οπότε ανήλθε σε 1.985.361 τόνους. Η κατανάλωση ΣΧΣ συνδέεται με το συνολικό οικονομικό κύκλο και ιδίως με τις εξελίξεις στον τομέα του πετρελαίου και του φυσικού αερίου. Η αύξηση της κατανάλωσης των ΣΧΣ θα μπορούσε να εξηγηθεί από το γεγονός ότι οι υψηλές τιμές του πετρελαίου και του φυσικού αερίου το 2004 ενθάρρυναν τις επενδύσεις στους τομείς αυτούς και, συνεπώς, η ζήτηση για ορισμένους ΣΧΣ αυξήθηκε.

Πίνακας 1

2001 | 2002 | 2003 | 2004 (ΠΕ) |

Κοινοτική κατανάλωση (σε τόνους) | 2 149 024 | 1 855 723 | 1 851 502 | 1 985 361 |

Ευρετήριο | 100 | 86 | 86 | 92 |

4.4 Εισαγωγές ΣΧΣ από τις εξεταζόμενες χώρες

Σώρευση

(145) Η Επιτροπή εξέτασε κατά πόσον οι εισαγωγές ΣΧΣ καταγωγής Κροατίας, Ουκρανίας, Ρουμανίας και Ρωσίας θα πρέπει να αξιολογηθούν σωρευτικά, σύμφωνα με το άρθρο 3 παράγραφος 4 του βασικού κανονισμού.

Περιθώριο ντάμπινγκ και όγκος εισαγωγών

(146) Όπως αναφέρθηκε ανωτέρω, η παρούσα έρευνα έδειξε ότι τα μέσα περιθώρια ντάμπινγκ για καθεμία από τις τέσσερις χώρες υπερβαίνουν το κατώτατο όριο όπως ορίζεται στο άρθρο 9 παράγραφος 3 του βασικού κανονισμού και ότι ο όγκος εισαγωγών από καθεμία από τις χώρες αυτές δεν είναι αμελητέος με την έννοια του άρθρου 5 παράγραφος 7 του βασικού κανονισμού (τα αντίστοιχα μερίδια αγοράς είναι 1,3 % για την Κροατία, 4,3 % για τη Ρουμανία, 4,6 % για την Ουκρανία και 11,3 % για τη Ρωσία κατά την ΠΕ).

Όροι ανταγωνισμού

(147) Ο όγκος των εισαγωγών αυξήθηκε από όλες τις εξεταζόμενες χώρες πλην της Ουκρανίας, η οποία διατήρησε τις εισαγωγές της σε υψηλά επίπεδα κατά την εξεταζόμενη περίοδο. Οι τάσεις τιμών των εισαγωγών είναι παρόμοιες για όλες τις εξεταζόμενες χώρες, σημαντικά χαμηλότερες από τις τιμές της κοινοτικής βιομηχανίας. Τα μέσα επίπεδα τιμών για τις εισαγωγές από τις εν λόγω χώρες ήταν όλα σημαντικά χαμηλότερα από το επίπεδο τιμών της κοινοτικής βιομηχανίας. Οι τιμές εισαγωγών από την Κροατία, την Ουκρανία και τη Ρουμανία ήταν, σε γενικές γραμμές, στο ίδιο επίπεδο. Η Ρωσία είχε σημαντικά χαμηλότερα επίπεδα τιμών, γεγονός που μπορεί, ωστόσο, να οφείλεται στο διαφορετικό μείγμα προϊόντων που εξήγε προς την Κοινότητα. Όπως αναφέρεται ανωτέρω, διαπιστώθηκε ότι το υπό εξέταση προϊόν που εισάγεται από τις τέσσερις χώρες και το ομοειδές προϊόν που παράγεται και πωλείται από την κοινοτική βιομηχανία έχουν τα ίδια βασικά τεχνικά, φυσικά και χημικά χαρακτηριστικά και τις ίδιες τελικές χρήσεις. Επιπλέον, όλα τα προϊόντα πωλούνταν μέσα από παρόμοιες διαύλους πωλήσεων στους ίδιους πελάτες και διαπιστώθηκε ότι ήταν ανταγωνιστικά μεταξύ τους.

(148) Βάσει των ανωτέρω, εξήχθη το συμπέρασμα ότι πληρούνταν όλες οι προϋποθέσεις που δικαιολογούν τη σωρευτική εκτίμηση των εισαγωγών ΣΧΣ από τις τέσσερις χώρες που αφορά η έρευνα.

(149) Ορισμένοι παραγωγοί-εξαγωγείς στην Ουκρανία και τη Ρουμανία υποστήριξαν ότι οι εισαγωγές από τις χώρες τους δεν θα πρέπει να εξεταστούν σωρευτικά με εκείνες των άλλων χωρών που αποτελούν αντικείμενο της έρευνας για τη ζημία και την αιτιώδη συνάφεια, δεδομένου ότι οι τάσεις στον όγκο των εισαγωγών ήταν διαφορετικές. Σημειώνεται, εν προκειμένω, ότι οι τάσεις εισαγωγών είναι μία μόνον από τις πολλές παραμέτρους που εξετάζονται στο πλαίσιο αυτό. Το γεγονός ότι τα επίπεδα εισαγωγών από τις διάφορες χώρες δεν είναι ταυτόσημα δεν είναι λόγος για μη σωρευτική αξιολόγηση. Πράγματι, στην αιτιολογική σκέψη 147 περιγράφονται οι ομοιότητες μεταξύ των εισαγωγών από τις τέσσερις χώρες που εξετάζονται στην έρευνα. Βάσει αυτών και επειδή δεν υπάρχουν άλλες ενδείξεις που να αφορούν έλλειψη ανταγωνισμού, δεν είναι δυνατόν να γίνει διάκριση των συνεπειών από τις εισαγωγές από τις τέσσερις αυτές χώρες βάσει αποκλειστικά των αντίστοιχων τάσεων στον όγκο. Αντιθέτως, οι ομοιότητες που περιγράφηκαν ανωτέρω επιτάσσουν σωρευτική αξιολόγηση.

(150) Στην προκειμένη περίπτωση, διαπιστώθηκε για τις τέσσερις χώρες, συμπεριλαμβανομένης της Ουκρανίας και της Ρουμανίας, ότι τα εισαγόμενα προϊόντα, αφενός, και τα προϊόντα που παράγονται στην Κοινότητα, αφετέρου, έχουν τα ίδια βασικά φυσικά ή/και χημικά χαρακτηριστικά (βλέπε αιτιολογική σκέψη 39 σχετικά με το ομοειδές προϊόν). Επιπλέον, οι εισαγωγές από καθεμία από τις τέσσερις χώρες ήταν σημαντικές, δηλαδή πάνω από το κατώτατο όριο που ορίζεται στο άρθρο 5 παράγραφος 7 του βασικού κανονισμού. Σε σχέση με αυτό, σημειώνεται ότι οι εισαγωγές από την Ουκρανία και τη Ρουμανία αντιπροσωπεύουν μερίδιο της αγοράς άνω του 4,5% και 4,3% αντίστοιχα. Τέλος, και εκτός από τα επιχειρήματα που προαναφέρθηκαν, οι εισαγωγές και από τις τέσσερις χώρες είχαν σημαντικά χαμηλότερες τιμές από αυτές της κοινοτικής βιομηχανίας (από 22 έως 43 % χαμηλότερες), οι δε τιμές των εισαγωγών από την Ουκρανία και τη Ρουμανία ήταν χαμηλότερες κατά 36 % και 22 % από τις τιμές της κοινοτικής βιομηχανίας (βλέπε κατωτέρω). Βάσει των ανωτέρω, συμπεραίνεται ότι πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις για τη σώρευση των εισαγωγών από τις τέσσερις χώρες που εξετάζονται για ζημία και αιτιώδη συνάφεια. Συνεπώς, απορρίφθηκε ο ισχυρισμός για μη σωρευτική αξιολόγηση.

Σωρευμένος όγκος εισαγωγών και μερίδιο της αγοράς

(151) Οι εισαγωγές από τις τέσσερις χώρες αυξήθηκαν από 304.268 τόνους το 2001 σε 426.186 τόνους κατά την ΠΕ. Tο συνδυασμένο μερίδιο της αγοράς αυξήθηκε από 14,2 % το 2001 σε 21,5 % κατά τη διάρκεια της ΠΕ. Αυτό πρέπει να εκτιμηθεί με δεδομένη την πτώση της κατανάλωσης.

Πίνακας 2

2001 | 2002 | 2003 | 2004 (ΠΕ) |

Εισαγωγές (σε τόνους) | 304 268 | 307 441 | 342 626 | 426 186 |

Ευρετήριο | 100 | 101 | 113 | 140 |

Μερίδιο της αγοράς | 14,2 % | 16,6 % | 18,5 % | 21,5 % |

Τιμές

(152) Η σταθμισμένη μέση τιμή των εισαγωγών ΣΧΣ καταγωγής των τεσσάρων χωρών αυξήθηκε κατά 16 %, δηλ. από 433 ευρώ ανά τόνο σε 501 ευρώ ανά τόνο μεταξύ 2001 και ΠΕ. Μεταξύ 2001 και 2002 οι τιμές μειώθηκαν αρχικά ελαφρώς κατά 3 % από 433 ευρώ σε 418 ευρώ και το 2003 μειώθηκαν περαιτέρω σε 397 ευρώ, ενώ ακολούθησε ταχεία άνοδος σε 501 ευρώ, δηλ. έφθασαν σε επίπεδο σημαντικά υψηλότερο από αυτό του 2001. Η αύξηση των τιμών κατά την ΠΕ μπορεί να συσχετιστεί κυρίως με την αύξηση του κόστους των πρώτων υλών κατά την ΠΕ.

Πίνακας 3

2001 | 2002 | 2003 | 2004 (ΠΕ) |

Μέση σταθμισμένη τιμή CIF στα σύνορα της Κοινότητας (€/τόνο) | 433 | 418 | 397 | 501 |

Ευρετήριο | 100 | 97 | 92 | 116 |

Τιμές χαμηλότερες από τις κοινοτικές

(153) Για τον προσδιορισμό των πωλήσεων σε τιμές χαμηλότερες από τις κοινοτικές, η Επιτροπή ανέλυσε τα στοιχεία που αφορούν την περίοδο έρευνας. Οι σχετικές τιμές πώλησης της κοινοτικής βιομηχανίας ήταν οι τιμές πώλησης σε ανεξάρτητους πελάτες, προσαρμοσμένες, κατά περίπτωση, στο επίπεδο της τιμής «εκ του εργοστασίου», δηλαδή εξαιρουμένων των εξόδων μεταφοράς στην Κοινότητα και αφαιρουμένων των εκπτώσεων και μειώσεων των τιμών. Οι τιμές για τους διάφορους τύπους των ΣΧΣ που ορίζονται στα ερωτηματολόγια συγκρίθηκαν με τις τιμές πώλησης που χρέωναν οι εξαγωγείς, άνευ εκπτώσεων και προσαρμοσμένες, κατά περίπτωση, στις τιμές CIF στα σύνορα της Κοινότητας με μια κατάλληλη προσαρμογή για τους δασμούς αντιντάμπινγκ και τα έξοδα μετά την εισαγωγή.

(154) Για τον υπολογισμό του μέσου σταθμισμένου περιθώριου των πωλήσεων σε τιμές χαμηλότερες των κοινοτικών ελήφθησαν υπόψη οι τιμές εξαγωγής των συνεργασθέντων παραγωγών και τα στοιχεία της Eurostat. Κατά την ΠΕ το μέσο σταθμισμένο περιθώριο των πωλήσεων σε τιμές χαμηλότερες των κοινοτικών ήταν 43% γα τη Ρωσία, 36% για την Ουκρανία, 22% για τη Ρουμανία και 26% για την Κροατία.

4.5 Η κατάσταση της κοινοτικής βιομηχανίας

(155) Σύμφωνα με το άρθρο 3 παράγραφος 5 του βασικού κανονισμού, η εξέταση του αντικτύπου των εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ στην κοινοτική βιομηχανία, περιέλαβε επίσης την αξιολόγηση όλων των οικονομικών παραγόντων που επηρέασαν την κατάσταση του εν λόγω κλάδου κατά την εξεταζόμενη περίοδο.

Παραγωγή

(156) Ο όγκος παραγωγής έδειξε τάση παρόμοια με εκείνη της κατανάλωσης, αν και η πτώση το 2002 και το 2003 και η ανάκαμψη κατά την ΠΕ ήταν εντονότερες σε σχετικούς όρους από τη μείωση και την ανάκαμψη της κατανάλωσης τις ίδιες περιόδους. Μειώθηκε απότομα κατά 21 %, από 1495.278 τόνους το 2001 σε 1.174.414 τόνους το 2002. Το 2003 ο όγκος παραγωγής έφθασε μόνον τα τρία τέταρτα του όγκου που παρήχθη το 2001. Ωστόσο, μαζί με τη βελτιωμένη κατάσταση της ζήτησης λόγω της επενδυτικής δραστηριότητας στη βιομηχανία πετρελαίου και αερίου κατά την ΠΕ, ο όγκος της παραγωγής αυξήθηκε εκ νέου και έφθασε τους 1.290.258 τόνους κατά την ΠΕ.

Πίνακας 4

2001 | 2002 | 2003 | 2004 (ΠΕ) |

Παραγωγή (σε τόνους) | 1 495 278 | 1 174 414 | 1 126 188 | 1 290 258 |

Ευρετήριο | 100 | 79 | 75 | 86 |

Παραγωγική ικανότητα και ποσοστά χρησιμοποίησής της

(157) Η παραγωγική ικανότητα καθορίστηκε βάσει της ονομαστικής ικανότητας των μονάδων παραγωγής της κοινοτικής βιομηχανίας, λαμβάνοντας υπόψη τις διακοπές στην παραγωγή καθώς και το γεγονός ότι, σε ορισμένες περιπτώσεις, μέρος της παραγωγικής ικανότητας χρησιμοποιήθηκε για άλλα προϊόντα που κατασκευάζονταν στις ίδιες γραμμές παραγωγής.

(158) Η ικανότητα παραγωγής ΣΧΣ παρέμεινε σταθερή κατά την εξεταζόμενη περίοδο. Ωστόσο, τα ποσοστά χρησιμοποίησής της μειώθηκαν κατά 12 ποσοστιαίες μονάδες από 87 % σε 75 %, ως αποτέλεσμα της μείωσης του όγκου παραγωγής. Η αύξηση της χρησιμοποίησης της παραγωγικής ικανότητας κατά την ΠΕ είναι αποτέλεσμα του αυξημένου όγκου παραγωγής κατά την ΠΕ, ενώ η παραγωγική ικανότητα παρέμεινε σταθερή.

Πίνακας 5

2001 | 2002 | 2003 | 2004 (ΠΕ) |

Παραγωγική ικανότητα (σε τόνους) | 1 722 350 | 1 717 919 | 1 709 605 | 1 709 078 |

Ευρετήριο | 100 | 100 | 99 | 99 |

Χρησιμοποίηση της παραγωγικής ικανότητας | 87 % | 68 % | 66 % | 75 % |

Αποθέματα

(159) Όσον αφορά τα αποθέματα, το μεγαλύτερο μέρος της παραγωγής γίνεται κατόπιν παραγγελιών. Συνεπώς, ενώ παρατηρήθηκε αύξηση των αποθεμάτων κατά 13 % την εξεταζόμενη περίοδο, θεωρείται ότι στην προκειμένη περίπτωση τα αποθέματα δεν είναι κατάλληλος δείκτης ζημίας.

Πίνακας 6

2001 | 2002 | 2003 | 2004 (ΠΕ) |

Αποθέματα (σε τόνους) | 95 032 | 100 471 | 90 979 | 107 521 |

Ευρετήριο | 100 | 106 | 96 | 113 |

Επενδύσεις

(160) Μεταξύ του 2001 και της ΠΕ, οι επενδύσεις στην παραγωγή ομοειδούς προϊόντος μειώθηκαν από 66.852.644 ευρώ σε 26.101.700 ευρώ και πραγματοποιήθηκαν μόνο για να διατηρήσουν την παραγωγική ικανότητα στο τρέχον επίπεδο και όχι με σκοπό να αυξηθεί ο όγκος παραγωγής.

Πίνακας 7

2001 | 2002 | 2003 | ΠΕ |

Επενδύσεις (EUR) | 66 852 644 | 56 581 829 | 45 518 515 | 26 101 700 |

Ευρετήριο | 100 | 85 | 68 | 39 |

Πωλήσεις και μερίδιο αγοράς

(161) Διαπιστώθηκε ότι οι πωλήσεις της κοινοτικής βιομηχανίας σε συνδεδεμένους πελάτες πραγματοποιήθηκαν σε τιμές αγοράς και, συνεπώς, οι πωλήσεις αυτές ελήφθησαν επίσης υπόψη για την ανάλυση των πωλήσεων και του μεριδίου αγοράς της κοινοτικής βιομηχανίας.

(162) Ο όγκος των πωλήσεων ΣΧΣ μειώθηκε στην κοινοτική αγορά από 862.054 τόνους το 2001 σε 725 145 τόνους το 2002, δηλαδή κατά 16 %, και σε 683.985 τόνους το 2003, όπου η ζήτηση ήταν εξαιρετικά χαμηλή σύμφωνα με την κοινοτική βιομηχανία. Κατά την ΠΕ οι πωλήσεις αυξήθηκαν πάλι και έφθασαν τους 729.555 τόνους, ποσότητα ακόμη αρκετά χαμηλότερη από το επίπεδο του 2001.

(163) Ενώ οι συνολικές πωλήσεις ΣΧΣ στην κοινοτική αγορά μειώθηκαν από το 2001 έως την ΠΕ κατά 15 %, ταυτόχρονα, η κοινοτική κατανάλωση μειώθηκε μόνον κατά 8 % και, συνεπώς, η κοινοτική βιομηχανία είχε απώλεια του μεριδίου αγοράς κατά 3 ποσοστιαίες μονάδες. Το μερίδιο αγοράς μειώθηκε από 40,1 % το 2001 σε 36,7 % κατά την ΠΕ.

Πίνακας 8

2001 | 2002 | 2003 | ΠΕ |

Πωλήσεις στην ΕΚ (σε τόνους) | 862 054 | 725 145 | 683 985 | 729 555 |

Ευρετήριο | 100 | 84 | 79 | 85 |

Μερίδιο αγοράς | 40,1 % | 39,1 % | 36,9% | 36,7% |

Τιμές

(164) Η μέση μοναδιαία τιμή πώλησης της κοινοτικής βιομηχανίας αυξήθηκε κατά 10% την εξεταζόμενη περίοδο ως αποτέλεσμα του αυξημένου κόστους των πρώτων υλών, γεγονός που είχε αντίκτυπο σε όλη τη βιομηχανία.

(165) Ύστερα από αύξηση της τάξης του 4% στις μέσες τιμές, δηλαδή από 672 ευρώ το 2001 σε 701 ευρώ το 2002, οι τιμές έπεσαν κατακόρυφα σε 651 ευρώ το 2003, αλλά μετά αυξήθηκαν σημαντικά εκ νέου κατά την ΠΕ, όπου έφθασαν τα 736 ευρώ.

(166) Ανάλογα με τη διεργασία παραγωγής, η κοινοτικη βιομηχανία είτε χρησιμοποιούσε σκραπ (παλαιοσιδηρικά) είτε μπιγέτες και πλινθώματα (όγκους πρωτογενούς χύτευσης) ως πρώτη ύλη για την παραγωγή ΣΧΣ. Η πρώτη ύλη είναι η σημαντικότερη συνιστώσα του κόστους στο κόστος παραγωγής των ΣΧΣ και έχει άμεσο αντίκτυπο στην εξέλιξη της τιμής πώλησης. Ενώ το 2001 και το 2002 οι πρώτες ύλες αντιστοιχούσαν στο 35% του συνολικού κόστους παραγωγής των ΣΧΣ στην κοινοτική βιομηχανία και στο 38% το 2003, κατά την ΠΕ το κόστος των πρώτων υλών αντιπροσώπευε ήδη το 47% του συνολικού κόστους.

(167) Διαπιστώθηκε μάλιστα ότι οι μέσες τιμές των πρώτων υλών είχαν απότομη άνοδο το 2004, γεγονός που αντικατοπτριζόταν στις υψηλότερες τιμές πώλησης της κοινοτικής βιομηχανίας και στις υψηλότερες τιμές εισαγωγής παρομοίως.

Πίνακας 9

2001 | 2002 | 2003 | ΠΕ |

Μέση σταθμισμένη τιμή (€/τόνος) | 672 | 701 | 651 | 736 |

Ευρετήριο | 100 | 104 | 97 | 110 |

Κερδοφορία και ταμειακές ροές

(168) Κατά την εξεταζόμενη περίοδο η μέση σταθμισμένη κερδοφορία επί του καθαρού κύκλου εργασιών της κοινοτικής βιομηχανίας μειώθηκε απότομα από 3% το 2001 σε -10% κατά την ΠΕ. Η τάση στην κερδοφορία δεν αναπτύσσεται σύμφωνα με την τάση στην στην αξία πώλησης. Η κερδοφορία του υπό εξέταση προϊόντος ήταν μάλιστα περισσότερο αρνητική κατά την ΠΕ σε σχέση με οποιοδήποτε άλλο από τα τρία προηγούμενα έτη, ενώ οι πωλήσεις αυξήθηκαν κατά την ΠΕ σε σύγκριση με τα επίπεδα το 2002 και το 2003. Ο λόγος για την εξέλιξη αυτή είναι ότι η αύξηση στις τιμές των πρώτων υλών δεν μπορούσε να αντικατοπτρίζεται πλήρως στις τιμές πώλησης. Πράγματι, το αυξημένος κόστος πρώτων υλών δεν μπορούσε να φτάσει στους τελικούς πελάτες λόγω του χαμηλού επιπέδου τιμών των εισαγωγών από τις εξεταζόμενες χώρες.

Πίνακας 10

2001 | 2002 | 2003 | ΠΕ |

Περιθώριο κέρδους πριν από τους φόρους | 3% | -9% | -5% | -10% |

(169) Η κοινοτική βιομηχανία σημείωσε αρνητικές ταμειακές ροές της τάξης των -16.735.140 ευρώ κατά την ΠΕ. Η ρευστότητα της κοινοτικής βιομηχανίας κατέληξε να είναι πολύ αρνητική το 2003, ενώ μετά η κατάσταση των ταμειακών ροών βελτιώθηκε κάπως, αλλά δεν κατάφερε να επανέλθει σε θετικό επίπεδο. Οι ταμειακές ροές υπολογίστηκαν βάσει του καθαρού κέρδους προ από τους φόρους για το προϊόν που πωλήθηκε εντός και εκτός Κοινότητας που ήταν θετικό το 2002 (26 εκατ. ευρώ) αλλά ήταν καθαρή ζημία σημαντικού μεγέθους το 2003 (μείον 86 εκατ.), γεγονός που εξηγεί τη μαζική πτώση των ταμειακών ροών μεταξύ 2002 και 2003. Η τάση στις ταμειακές ροές δεν εξελίχθηκε σύμφωνα με την τάση στην κερδοφορία δεδομένου ότι η απόσβεση, που είναι συνήθως υψηλή γι’αυτού του είδους τη βιομηχανία έντασης κεφαλαίου, μειώθηκε μεταξύ 2002 και 2003 από 51.795.853 σε 48.276.850 ευρώ, αλλά αυξήθηκε ξανά κατά την ΠΕ σε 58.820.712. Ωστόσο, η κατάσταση των ταμειακών ροών παρέμεινε αρνητική κατά την ΠΕ.

Πίνακας 11

2001 | 2002 | 2003 | IP |

Ταμειακές ροές (EUR) | 68 221 405 | 83 464 355 | -35 612 924 | -16 735 140 |

Ευρετήριο | 100 | 122 | -52 | -25 |

Απόδοση των καθαρών στοιχείων ενεργητικού

(170) Η απόδοση των καθαρών στοιχείων ενεργητικού υπολογίστηκε με την έκφραση του καθαρού πριν από τους φόρους κέρδους του ομοειδούς προϊόντος εντός και εκτός της Κοινότητας ως ποσοστού της καθαρής λογιστικής αξίας των πάγιων στοιχείων ενεργητικού που αφορούσαν το ομοειδές προϊόν που πωλήθηκε εντός και εκτός της ΕΚ. Η αρνητική εξέλιξη αυτού του δείκτη μετά το 2001 οφείλεται, αφενός, στις μειούμενες επενδύσεις στο ομοειδές προϊόν μεταξύ 2001 και ΠΕ και, αφετέρου, στο κέρδος, πριν από τους φόρους, του ομοειδούς προϊόντος που πωλήθηκε εντός και εκτός της Κοινότητας, που ήταν ακόμη θετικό το 2001 και το 2002, αλλά έγινε αρνητικό το 2003. Η απόδοση των στοιχείων ενεργητικού, παρά το ότι βελτιώθηκε σε σχέση με το 2003, έφθασε μόνο στο -11% κατά την ΠΕ. Το κέρδος που χρησιμοποιήθηκε για τον προσδιορισμό του συντελεστή αυτού ήταν το κέρδος που προέκυψε τόσο από τις εγχώριες πωλήσεις της κοινοτικής βιομηχανίας όσο και από τις εξαγωγές. Αυτό ήταν αναγκαίο διότι τα στοιχεία ενεργητικού χρησιμοποιήθηκαν και για τους δύο διαύλους πωλήσεων και ήταν αδύνατη η κατανομή των στοιχείων ενεργητικού.

Πίνακας 12

2001 | 2002 | 2003 | ΠΕ |

Απόδοση των καθαρών στοιχείων ενεργητικού | 10% | 6% | -18% | -11% |

Ικανότητα άντλησης κεφαλαίων

(171) Με την εξαίρεση μιας εταιρείας, δεν υπήρξε ισχυρισμός από την κοινοτική βιομηχανία ούτε ένδειξη ότι η κοινοτική βιομηχανία αντιμετώπιζε προβλήματα για την άντληση κεφαλαίων για τις δραστηριότητές της και εξήχθη, συνεπώς, το συμπέρασμα ότι η κοινοτική βιομηχανία, συνολικά, ήταν σε θέση να αντλήσει κεφάλαια για τις δραστηριότητές της σε όλη την εξεταζόμενη περίοδο.

Απασχόληση και μισθοί

(172) Κατά τη διάρκεια της υπό εξέταση περιόδου, η απασχόληση στην κοινοτική βιομηχανία μειώθηκε κατά 13% και το εργατικό κόστος σημείωσε κάμψη κατά 9%.

Πίνακας 13

2001 | 2002 | 2003 | ΠΕ |

Απασχολούμενοι | 6 058 | 5 424 | 5 276 | 5 245 |

Ευρετήριο | 100 | 90 | 87 | 87 |

Εργατικό κόστος (EUR/έτος) | 275 296 896 | 251 059 144 | 244 153 692 | 249 190 971 |

Ευρετήριο | 100 | 91 | 89 | 91 |

Παραγωγικότητα

(173) Η παραγωγικότητα μετρήθηκε σε παραγόμενο προϊόν ανά εργαζόμενο το έτος και ανερχόταν στο ίδιο επίπεδο στην ΠΕ όπως και το 2001, ύστερα από μείωση το 2002 και το 2003.

Πίνακας 14

2001 | 2002 | 2003 | ΠΕ |

Παραγωγικότητα (τόνοι/εργαζόμενο) | 247 | 217 | 213 | 246 |

Ευρετήριο | 100 | 88 | 86 | 100 |

Ανάπτυξη

(174) Ενώ η κοινοτική κατανάλωση μειώθηκε κατά 8% μεταξύ του 2001 και της ΠΕ, ο όγκος πωλήσεων της κοινοικής βιομηχανίας σε μη συνδεδεμένους και συνδεδεμένους πελάτες μειώθηκε κατά 15%. Από την άλλη πλευρά, το μερίδιο αγοράς των εισαγωγών από τις εν λόγω τέσσερις χώρες ανέβηκε κατά 7,3 ποσοστιαίες μονάδες. Κατά συνέπεια, οι πωλήσεις από την κοινοτική βιομηχανία μειώθηκαν πολύ πιο έντονα από τη ζήτηση κατά την υπό εξέταση περίοδο.

Μέγεθος του περιθωρίου ντάμπινγκ και ανάκαμψη από τις επιπτώσεις των προηγούμενων πρακτικών ντάμπινγκ

(175) Όσον αφορά τον αντίκτυπο του μεγέθους του πραγματικού περιθωρίου ντάμπινγκ στην κοινοτική βιομηχανία, ο αντίκτυπος αυτός δεν μπορεί να θεωρηθεί αμελητέος, δεδομένου του όγκου και των τιμών εισαγωγής από τις εν λόγω τέσσερις χώρες.

(176) Όπως φάνηκε στην ανάλυση των δεικτών ζημίας ανωτέρω, η οικονομική και χρηματοπιστωτική κατάσταση της κοινοτικής βιομηχανίας δεν βελτιώθηκε περαιτέρω μετά την επιβολή μέτρων αντιντάμπινγκ στις εισαγωγές μέρους του υπό εξέταση προϊόντος από τη Ρωσία και τη Ρουμανία το 1997 και από την Κροατία και την Ουκρανία το Φεβρουάριο του 2000. Αποδεικνύουν επίσης ότι η Κοινότητα βρίσκεται ακόμη σε ευάλωτη κατάσταση.

4.6 Συμπέρασμα για τη ζημία

(177) Η ανάλυση των δεικτών ζημίας αποκάλυψε ότι η κατάσταση της κοινοτικής βιομηχανίας επιδεινώθηκε σημαντικά μετά το 2001 και έφθασε στο έσχατο σημείο το 2003. Κατά την ΠΕ οι δείκτες ζημίας έδειξαν βελτίωση σε σύγκριση με την εξαιρετικά άσχημη κατάσταση το 2003. Η βελτιωμένη κατάσταση κατά την ΠΕ μπορεί να έχει σχέση με την καλύτερη γενικά κατάσταση της αγοράς στην ΠΕ και ιδίως με την υψηλότερη ζήτηση για προϊόντα ΣΧΣ από τις βιομηχανίες πετρελαίου και φυσικού αερίου. Ωστόσο, η κοινοτική βιομηχανία δεν ήταν καθόλου σε θέση να επιστρέψει στα επίπεδα του 2001, δηλαδή στα επίπεδα πριν από την αύξηση των εισαγωγών με τιμές ντάμπινγκ. Σε σχέση με αυτό πρέπει να σημειωθεί ότι η αύξηση των τιμών πώλησης που παρατηρείται κατά την ΠΕ δεν αρκούσε για να αντεπεξέλθει στο αυξημένο κόστος των πρώτων υλών, πόσο μάλλον να βελτιώσει την κατάσταση της κοινοτικής βιομηχανίας.

(178) Είναι αλήθεια ότι, εκ πρώτης όψεως, ορισμένοι δείκτες ζημίας εμφάνισαν σταθερή εξέλιξη (ικανότητα άντλησης κεφαλαίων, απασχόληση) ή ακόμα και θετική εξέλιξη (μέσες τιμές πώλησης). Ωστόσο, οι περισσότεροι από τους άλλους δείκτες ζημίας (π.χ. κερδοφορία, επενδύσεις, όγκοι παραγωγής και πωλήσεων) είχαν σαφώς αρνητική εξέλιξη κατά την περίοδο υπό εξέταση, παρά την ελαφρά βελτίωση κατά την ΠΕ σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος. Ωστόσο, η βελτίωση αυτή δεν αλλάζει την εικόνα δεδομένου ότι οι περισσότεροι συναφείς δείκτες ζημίας παραμένουν αρνητικοί.

(179) Όσον αφορά τη θετική εξέλιξη στις τιμές, η αύξηση τιμών κατά την ΠΕ δεν μπορεί να αποδοθεί σε βελτίωση της κατάστασης στην κοινοτική βιομηχανία αλλά ήταν απλή συνέπεια των αυξημένων τιμών των πρώτων υλών. Επιπλέον, οι ανωτέρω δείκτες που δείχνουν σταθερή εξέλιξη δεν καθορίζουν τη συνολική κατάσταση της κοινοτικής βιομηχανίας. Αντιθέτως, δεδομένης της εξαιρετικά αρνητικής εξέλιξης των δεικτών που έχουν σχέση με το κέρδος, η βιωσιμότητα της βιομηχανίας κινδυνεύει εάν δεν βρεθεί αντίδοτο μεσοπρόθεσμα, αν όχι νωρίτερα.

(180) Ύστερα από την κοινοποίηση των οριστικών πορισμάτων, ορισμένοι εξαγωγείς υποστήριξαν ότι η κοινοτική βιομηχανία δεν υπέστη ζημία κατά την ΠΕ. Προέβαλαν το επιχείρημα ότι σύμφωνα με τα στοιχεία που ήταν δημοσίως γνωστά η κοινοτική βιομηχανία βρισκόταν σε υγιή χρηματοοικονομική κατάσταση και ότι οι πωλήσεις και η κερδοφορία της κοινοτικής βιομηχανίας έδειχναν θετική τάση κατά την ΠΕ.

(181) Σημειώνεται ότι τα ετήσια οικονομικά αποτελέσματα ορισμένων κοινοτικών παραγωγών ήταν μάλιστα θετικά κατά την ΠΕ, ο όγκος πωλήσεων αυξήθηκε και πραγματοποιήθηκαν επικερδή αποτελέσματα. Ωστόσο, ενώ η συνολική χρηματοοικονομική κατάσταση ορισμένων κοινοτικών παραγωγών κατά την ΠΕ ήταν πράγματι ευνοϊκή, η σχετική ανάλυση πρέπει να βασιστεί στις οικονομικές επιδόσεις της κοινοτικής βιομηχανίας ως προς την παραγωγή και τις πωλήσεις του ομοειδούς προϊόντος στην κοινοτική αγορά. Δεδομένου ότι το ομοειδές προϊόν δεν ανταποκρίνεται στη συνολικό όγκο παραγωγής της κοινοτικής βιομηχανίας ούτε στις συνολικές πωλήσεις στην Κοινότητα, διαπιστώθηκε ότι, παρά τη συνολικά καλή επίδοση ορισμένων κοινοτικών παραγωγών ΣΧΣ, υπήρξε σημαντική ζημία όσον αφορά το πωληθέν προϊόν στην Κοινότητα.

(182) Με βάση τα ανωτέρω, συμπεραίνεται ότι η κοινοτική βιομηχανία υπέστη σημαντική ζημία κατά την έννοια του άρθρου 3 παράγραφος 6 του βασικού κανονισμού.

5. ΑΙΤΙΩΔΗΣ ΣΥΝΑΦΕΙΑ

5.1 Εισαγωγή

(183) Σύμφωνα με το άρθρο 3 παράγραφοι 6 και 7 του βασικού κανονισμού, η Επιτροπή εξέτασε κατά πόσον οι εισαγωγές του υπό εξέταση προϊόντος που αποτέλεσαν αντικείμενο ντάμπινγκ από τις εν λόγω χώρες προκάλεσαν ζημία στην κοινοτική βιομηχανία σε τέτοιο βαθμό που να μπορεί να χαρακτηριστεί σημαντική ζημία. Εξετάστηκαν, επίσης, άλλοι γνωστοί παράγοντες πλην των εισαγωγών σε τιμές ντάμπινγκ, οι οποίοι θα μπορούσαν να είχαν προξενήσει κατά το ίδιο χρονικό διάστημα ζημία στην κοινοτική βιομηχανία, ούτως ώστε η προκληθείσα από τους εν λόγω λοιπούς παράγοντες ζημία να μην αποδοθεί στις εισαγωγές με τιμές ντάμπινγκ.

5.2 Οι συνέπειες από τις εισαγωγές με τιμές ντάμπινγκ

(184) Οι εισαγωγές από τις εν λόγω τέσσερις χώρες αυξήθηκαν σημαντικά κατά την εξεταζόμενη περίοδο, δηλαδή κατά 40% ως προς τον όγκο και κατά 7,3 ποσοστιαίες μονάδες ως προς το μερίδιο της αγοράς. Ταυτόχρονα, οι μέσες τιμές των εισαγωγών από τις τέσσερις χώρες ήταν χαμηλότερες από τις μέσες τιμές της κοινοτικής βιομηχανίας κατά 32% την ΠΕ. Η αύξηση τιμών των εισαγωγών που αποτέλεσαν αντικείμενο ντάμπινγκ, η οποία παρατηρήθηκε κατά την ΠΕ, απλώς αντανακλά την αύξηση του κόστους των πρώτων υλών. Η ουσιαστική αύξηση του όγκου των εισαγωγών από τις εν λόγω τέσσερις χώρες καθώς και του μεριδίου της αγοράς που κατείχαν στην υπό εξέταση περίοδο, σε τιμές που παρέμεναν πολύ κάτω από εκείνες της κοινοτικής βιομηχανίας, συνέπεσε με την προφανή επιδείνωση της συνολικής χρηματοοικονομικής κατάστασης της κοινοτικής βιομηχανίας την ίδια περίοδο.

(185) Οι μοναδιαίες τιμές τη κοινοτικής βιομηχανίας παραγωγής αυξήθηκαν επίσης την υπό εξέταση περίοδο κατά 10%. Οι τιμές αυτές όμως ήταν συμπιεσμένες και δεν μπορούσαν να καλύψουν ούτε τη μαζική αύξηση του κόστους των πρώτων υλών, όπως αποδεικνύεται από το σημαντικό επίπεδο ζημιών που υπέστη η κοινοτική βιομηχανία.

(186) Βάσει του ανωτέρω σκεπτικού, φαίνεται μάλλον ότι οι εισαγωγές με χαμηλές τιμές από τις εν λόγω τέσσερις χώρες είχαν καθοριστικό ρόλο στην επιδείνωση της κατάστασης της κοινοτικής βιομηχανίας, γεγονός που αντικατοπτρίζεται στην ανεπαρκή εξέλιξη των τιμών πώλησης και στη συρρίκνωση της παραγωγής, του όγκου πωλήσεων, του μεριδίου της αγοράς, καθώς και στην απότομη μείωση της κερδοφορίας και στην ελάττωση των επενδύσεων.

5.3 Οι συνέπειες από άλλους παράγοντες

Ελάττωση της κατανάλωσης στην ΕΚ

(187) Η κοινοτική κατανάλωση μειώθηκε κατά 8% την υπό εξέταση περίοδο. Ωστόσο, η ελάττωση της κατανάλωσης από μόνη της δεν μπορεί να θεωρηθεί ως η καθοριστική αιτία της ζημιογόνου κατάστασης για την κοινοτική βιομηχανία, καθώς οι πωλήσεις της μειώθηκαν με σχετικούς όρους περισσότερο από την κατανάλωση κατά την υπό εξέταση περίοδο (-16% και -14% αντίστοιχα μεταξύ 2001 και τέλους της ΠΕ). Επιπλέον, αποδείχθηκε ότι οι εισαγωγές από τις εξεταζόμενες χώρες αυξήθηκαν την εν λόγω περίοδο και, συνεπώς, κατέλαβαν το απωλεσθέν μερίδιο αγοράς της κοινοτικής βιομηχανίας. Για τους λόγους αυτούς, διαπιστώθηκε ότι η μείωση της κατανάλωσης δεν μπορούσε να είναι ουσιαστική αιτία για τη ζημία που υπέστη η κοινοτική βιομηχανία.

Εισαγωγές από τρίτες χώρες πλην των τεσσάρων υπό εξέταση χωρών

(188) Σύμφωνα με την Eurostat και τις πληροφορίες που συγκεντρώθηκαν κατά την έρευνα, οι κυριότερες τρίτες χώρες από τις οποίες εισάγονται ΣΧΣ είναι η Ιαπωνία, η Αργεντινή και οι ΗΠΑ.

(189) Οι εισαγωγές από την Ιαπωνία ανέρχονταν σε 52.960 τόνους το 2001 και μειώθηκαν κατά 34% σε 34.857 τόνους την υπό εξέταση περίοδο. Το μερίδιο αγοράς των εισαγωγών από την Ιαπωνία του υπό εξέταση προϊόντος αντιστοιχούσε σε 2,5% το 2001 και κατά την ΠΕ μειώθηκε σε 1,8%. Οι εισαγωγές από την Ιαπωνία πραγματοποιήθηκαν σε τιμές τουλάχιστον διπλάσεις από αυτές της κοινοτικής βιομηχνίας. Συνεπώς, οι εισαγωγές από την Ιαπωνία δεν θεωρείται ότι είχαν αρνητικό αντίκτυπο στην κατάσταση της κοινοτικής βιομηχανίας.

(190) Οι εισαγωγές από την Αργεντινή αυξήθηκαν κατά 52%, από 30.962 τόνους το 2001 σε 46.918 τόνους κατά την ΠΕ. Αυτό αντιστοιχεί σε μερίδιο αγοράς που αυξήθηκε κατά μία ποσοστιαία μονάδα από 1,4% το 2001 σε 2,4% κατά την ΠΕ. Το επίπεδο τιμών των εισαγωγών από την Αργεντινή παρέμεινε όλη την υπό εξέταση περίοδο αρκετά υψηλότερα από αυτό των τεσσάρων χωρών, δηλαδή κατά την ΠΕ η μέση τιμή CIF ανά τόνο των εισαγωγών από την Αργεντινή ανερχόταν σε 660 ευρώ, ενώ η σταθμισμένη μέση τιμή CIF των τεσσάρων υπό εξέταση χωρών ήταν 501 ευρώ ανά τόνο. Κατά την ανάλυση ελήφθη επίσης υπόψη το γεγονός ότι ένας κοινοτικός παραγωγός είναι συνδεδεμένος με παραγωγό-εξαγωγέα εγκατεστημένο στην Αργεντινή. Διαπιστώθηκε, ωστόσο, ότι οι ΣΧΣ που ο εν λόγω κοινοτικός παραγωγός εισήγαγε από τη συνδεδεμένη εταιρεία στην Αργεντινή δεν ήταν, ούτε από πλευράς ποσοτήτων ούτε από πλευράς τιμών, καθοριστικός παράγοντας για τη ζημιογόνο κατάσταση του συγκεκριμένου κοινοτικού παραγωγού και της κοινοτικής βιομηχανίας συνολικά.

(191) Όσον αφορά τις ΗΠΑ, οι στατιστικές της Eurostat δείχνουν ότι το μερίδιο αγοράς των εισαγωγών ΣΧΣ από τις ΗΠΑ αυξήθηκε από 0,6% το 2001 σε 1,8% κατά την ΠΕ. Οι μέσες τιμές πώλησης των ΗΠΑ στην αρχή της υπό εξέταση περιόδου ήταν 2.414 ευρώ ανά τόνο, δηλαδή σχεδόν τέσσερις φορές υψηλότερες από εκείνες της κοινοτικής βιομηχανίας και, συνεπώς, η μείωση ήταν τεράστια, κατά 77% , και ανήλθε σε 797 ευρώ ανά τόνο στην ΠΕ, αλλά ακόμη υπερέβαιναν τις τιμές της κοινοτικής βιομηχανίας κατά 8%. Κατά συνέπεια, παρά τις αυξημένες εισαγωγές από τις ΗΠΑ, δεν μπορούν να θεωρηθούν, λόγω του επιπέδου τιμών τους, ουσιώδης αιτία της ζημίας που υπέστη η κοινοτική βιομηχανία.

(192) Υποστηρίχθηκε ότι οι εισαγωγές από την Αργεντινή και τις Ηνωμένες Πολιτείες αυξάνονταν σταδιακά μετά το 2001 και ότι το συνδυασμένο μερίδιο αγοράς των δύο υπερέβαινε το 4% την ΠΕ και ότι οι τιμές των ΗΠΑ παρέμειναν χαμηλότερες από αυτές που χρέωναν οι παραγωγοί-εξαγωγείς στις τρεις από τις εν λόγω τέσσερις χώρες.

(193) Ο ισχυρισμός ότι οι τιμές των ΗΠΑ ήταν χαμηλότερες από αυτές που χρέωναν οι τρεις από τις τέσσερις χώρες δεν δικαιώνεται από τα γεγονότα. Γενικότερα, εξήχθη το συμπέρασμα ότι, εάν ληφθούν ιδίως υπόψη τα υψηλά επίπεδα τιμών, οι εισαγωγές αυτές δεν μπορούν να θεωρηθούν καθοριστικός παράγοντας της ζημίας.

(194) Ένας παραγωγός-εξαγωγέας υποστήριξε ότι η κοινοτική βιομηχανία δραστηριοποιείται κυρίως στην παραγωγή και τις πωλήσεις κατηγοριών τελικού προϊόντος υψηλής ποιότητας (OCTG) τα οποία ανταγωνίζονται τις εισαγωγές από Ιαπωνία, Αργεντινή και Ηνωμένες Πολιτείες. Προβλήθηκε το επιχείρημα ότι οι εισαγωγές από τις τρεις αυτές χώρες μαζί αντιστοιχούσαν σε αύξηση του μεριδίου αγοράς κατά 1,5 ποσοστιαίες μονάδες μεταξύ 2001 και της ΠΕ και ότι οι εισαγωγές από τις εν λόγω τρεις χώρες αντικαθιστούσαν τους ΣΧΣ που παράγονταν από την κοινοτική βιομηχανία και όχι τους ΣΧΣ που εισάγονταν από τη Ρωσία και την Ουκρανία.

(195) Επισημαίνεται ότι η κοινοτική βιομηχανία, παρά το ότι δίνει έμφαση στην παραγωγή προϊόντων υψηλής προστιθέμενης αξίας, συνεχίζει να παράγει κάθε είδους ΣΧΣ, συμπεριλαμβανομένων μη τελειοποιημένων τελικών προϊόντων σε μεγάλες ποσότητες. Στην πραγματικότητα, τα OCTG αντιπροσωπεύουν μόνον ένα μικρό μερίδιο των δραστηριοτήτων της κοινοτικής βιομηχανίας, συγκεκριμένα το 5% του συνολικού όγκου πωλήσεων και το 7% της συνολικής αξίας πωλήσεων ομοειδούς προϊόντος που πωλήθηκε στην κοινοτική αγορά κατά την ΠΕ. Η αύξηση του συνδυασμένου μεριδίου αγοράς της Ιαπωνίας, της Αργεντινής και των Ηνωμένων Πολιτειών κατά 1,5 ποσοστιαίες μονάδες, από 4,5% το 2001 σε 6,0% στην ΠΕ, μπορεί να συνδεθεί μόνον σε ελάσσονα βαθμό με την έντονη απώλεια μεριδίου αγοράς της κοινοτικής βιομηχανίας κατά την ίδια περίοδο, δηλαδή από 40,1% σε 36,7%. Συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί ο ισχυρισμός ότι οι εισαγωγές από τις τρεις αυτές χώρες προκάλεσαν σημαντική ζημία στην κοινοτική βιομηχανία.

(196) Ένας παραγωγός-εξαγωγέας υποστήριξε ότι οι υπηρεσίες της Επιτροπής παρέλειψαν να λάβουν υπόψη τον αντίκτυπο των εισαγωγών ΣΧΣ από τα νέα κράτη μέλη. Συγκεκριμένα, αναφέρθηκε για τη Σλοβακία ότι είχε διαπιστωθεί παλαιότερα ότι οι εισαγωγές από αυτό το κράτος γίνονταν σε επιζήμιες για την ΕΚ τιμές ντάμπινγκ. Τέτοιες εισαγωγές υπόκειντο σε δασμούς αντιντάμπινγκ που εξαλείφθηκαν λόγω διεύρυνσης εν μέσω της ΠΕ. Υποστηρίχθηκε επίσης ότι οι εισαγωγές αυτές ήταν η αιτία της απώλειας του μεριδίου αγοράς της κοινοτικής βιομηχανίας.

(197) Ωστόσο, πρέπει να σημειωθεί ότι ο όγκος πωλήσεων από την κοινοτική βιομηχανία και από άλλους ευρωπαίους παραγωγούς (συμπεριλαμβανομένης της Σλοβακίας) μειώθηκε αντίστοιχα κατά 133.000 τόνους και 112 000 τόνους περίπου μεταξύ 2001 και 2004, ενώ, την ίδια στιγμή, οι εισαγωγές από τις εν λόγω τέσσερις χώρες αυξήθηκαν κατά 120.000 τόνους περίπου[15].

(198) Όσον αφορά τις εισαγωγές από τη Σλοβακία πριν από τη διεύρυνση, δεν μπορεί να υποστηριχθεί ότι οι εισαγωγές αυτές μπορούσαν να προκαλέσουν ζημιογόνο ντάμπινγκ στην κοινοτική βιομηχανία την περίοδο από το 2001 έως τη διεύρυνση (δηλαδή την 1η Μαΐου 2004), αφού υπόκειντο σε δασμούς αντιντάμπινγκ που αποκαθιστούσαν το ομαλό πεδίο του ανταγωνισμού με την κοινοτική βιομηχανία. Τυχόν συνέπειες από τις πωλήσεις αυτές εντός της ΕΕ25 μετά την 1η Μαΐου δεν θεωρείται ότι μπορούν να ανατρέψουν τα συμπεράσματα περί ζημίας ή να διαρρήξουν την αιτιώδη σχέση μεταξύ των εισαγωγών που αποτελούν το αντικείμενο ντάμπινγκ από τις εν λόγω τέσσερις χώρες και της ζημίας που υπέστη η κοινοτική βιομηχανία. Μάλιστα, η ανάλυση των ειαγωγών του υπό εξέταση προϊόντος από τη Σλοβακία στην κοινοτική αγορά πριν και μετά τη διεύρυνση, βάσει της Eurostat, έδειξε ότι το έτος προσχώρησης οι εισαγωγές του υπό εξέταση προϊόντος στην υπόλοιπη κοινοτική αγορά (EΕ-24) αυξήθηκε κατά 7% ή 5.911 τόνους σε σύγκριση με το έτος πριν από την προσχώρηση. Η αύξηση αυτή του όγκου είναι πολύ μικρή σε σύγκριση με την εξέλιξη στις εισαγωγές από τις εν λόγω τέσσερις χώρες.

(199) Εάν ληφθούν υπόψη τα ανωτέρω, συμπεραίνεται ότι το μερίδιο αγοράς της κοινοτικής βιομηχανίας δεν μειώθηκε λόγω του ενδοκοινοτικού ανταγωνισμού.

(200) Κατά συνέπεια, ο ισχυρισμός ότι ο ενδοκοινοτικός ανταγωνισμός θα μπορούσε να είναι η αιτία της απώλειας μέρους του μεριδίου αγοράς της κοινοτικής βιομηχανίας απορρίπτεται.

Ο κυκλικός χαρακτήρας της αγοράς και οι συναλλαγματικές ισοτιμίες

(201) Απαντώντας στην κοινοποίηση των οριστικών πορισμάτων, ένας παραγωγός-εξαγωγέας δήλωσε ότι ο κυκλικός χαρακτήρας της αγοράς χάλυβα δεν είχε ληφθεί υπόψη όπως απαιτούσε το άρθρο 3 παράγραφος 7 του βασικού κανονισμού.

(202) Ως προς αυτό, σημειώνεται ότι ο παραγωγός-εξαγωγέας δεν υπέβαλε τεκμήρια για να επαληθευτεί ο ισχυρισμός ότι ο κυκλικός χαρακτήρας της αγοράς χάλυβα έχει προκαλέσει τη ζημιογόνο κατάσταση της κοινοτικής βιομηχανίας. Επιπλέον, σημειώνεται ότι ο κυκλικός χαρακτήρας της αγοράς χάλυβα θα έπρεπε να έχει αντίκτυπο στην κοινοτική βιομηχανία και τους παραγωγούς-εξαγωγείς. Κατά συνέπεια, ένας κύκλος με καθοδική τάση στην αγορά ΣΧΣ, που υποτίθεται ότι είχε αρνητικό αντίκτυπο στην κατάσταση της κοινοτικής βιομηχανίας, θα έπρεπε να είχε αρνητικό αντίκτυπο στον όγκο των εισαγωγών ΣΧΣ, δηλαδή οι όγκοι εισαγωγών από τις εν λόγω τέσσερις χώρες θα έπρεπε να είχαν μειωθεί. Εντούτοις, όπως αναφέρεται στην αιτιολογική σκέψη 151, οι όγκοι εισαγωγών σωρευτικά από τις εν λόγω τέσσερις χώρες αυξάνονταν κάθε έτος από το 2001 έως το 2004. Κατά συνέπεια, συμπεραίνεται ότι ο κυκλικός χαρακτήρας της αγοράς χάλυβα δεν μπορεί να προκάλεσε τη ζημία που υπέστη η κοινοτική βιομηχανία.

(203) Μία εταιρεία υποστήριξε ότι η υποτίμηση του δολαρίου έναντι του ευρώ από το 2001 έως την ΠΕ είχε αντίκτυπο στην κατάσταση της κοινοτικής βιομηχανίας χωρίς να παρέχει τεκμήρια για το ότι αυτές οι διακυμάνσεις των συναλλαγματικών ισοτιμιών είχαν πράγματι αρνητικό αντίκτυπο στην επίδοση της κοινοτικής βιομηχανίας. Ελλείψει τυχόν ουσιαστικών πληροφοριών που να αποδεικνύουν ότι στη ζημία της κοινοτικής βιομηχανίας είχε επίδραση η υπερτίμηση του ευρώ έναντι του δολαρίου, συμπεραίνεται ότι η διακύμανση της συναλλαγματικής ισοτιμίας δεν διέρρηξε την αιτιώδη σχέση μεταξύ των εισαγωγών με τιμές ντάμπινγκ και της ζημιογόνου κατάστασης της κοινοτικής βιομηχανίας. Επιπροσθέτως, η ανάλυση της κοινοτικής βιομηχανίας βασίστηκε στη χρηματοοικονομική επίδοση του ομοειδούς προϊόντος που παράγεται και πωλείται στην κοινοτική αγορά. Δεδομένου ότι το πολύ μεγάλο μέρος των πωλήσεων του ομοειδούς προϊόντος στην κοινοτική αγορά τιμολογήθηκε σε ευρώ και ότι όλες οι σημαντικές δαπάνες παραγωγής πραγματοποιήθηκαν επίσης σε ευρώ, οι διακυμάνσεις της συναλλαγματικής ισοτιμίας σε καμία περίπτωση δεν είχαν σημαντικό αντίκτυπο στη ζημιογόνο κατάσταση της κοινοτικής βιομηχανίας.

(204) Δεδομένης της προαναφερθείσας εξέλιξης των όγκων, των τιμών και των μεριδίων αγοράς των εισαγωγών από άλλες τρίτες χώρες, συμπεραίνεται ότι η σημαντική ζημία που υπέστη η κοινοτική βιομηχανία δεν μπορεί να αποδοθεί στις εισαγωγές αυτές.

Αύξηση των τιμών των πρώτων υλών

(205) Δύο παραγωγοί-εξαγωγείς υποστήριξαν ότι η μείωση της κερδοφορίας ήταν αποτέλεσμα της αύξησης του κόστους των πρώτων υλών και δεν θα πρέπει, συνεπώς, να συσχετιστεί με τις εισαγωγές σε τιμές ντάμπινγκ από τις εν λόγω χώρες. Στην πραγματικότητα, το κόστος του σκραπ ή των μπιγετών που είναι οι βασικές πρώτες ύλες για την παραγωγή ΣΧΣ αυξήθηκε σημαντικά την περίοδο που εξετάζεται. Δύο κοινοτικοί παραγωγοί προσκόμισαν στοιχεία που αποδεικνύουν ότι η τιμή του σκραπ αυξήθηκε μεταξύ του τελευταίου τριμήνου του 2003 και του τελευταίου τριμήνου της ΠΕ κατά 66% και 77% αντίστοιχα. Ένας κοινοτικός παραγωγός απέδειξε ότι σε όλη την υπό εξέταση περίοδο, από το 2001 έως την ΠΕ, η τιμή του σκραπ υπερδιπλασιάστηκε από 99 ευρώ ανά τόνο το 2001 σε 253 ευρώ ανά τόνο στην ΠΕ. Παρόμοια τάση στις τιμές μπορούσε να παρατηρηθεί σε σχέση με τις μέσες τιμές των μπιγετών.

(206) Εντούτοις, η σημαντική ζημία στην κοινοτική βιομηχανία δεν προκλήθηκε από την αύξηση των τιμών των πρώτων υλών καθεαυτή αλλά, όπως εξηγήθηκε στην αιτιολογική σκέψη 168, από το γεγονός ότι η κοινοτική βιομηχανία δεν ήταν σε θέση να μεταβιβάσει το υψηλότερο κόστος στους πελάτες. Λόγω των εισαγωγών σε τιμές ντάμπινγκ από τις εξεταζόμενες χώρες και οι οποίες ήταν πολύ χαμηλότερες από τις τιμές του κοινοτικού κλάδου, η κοινοτική βιομηχανία δεν μπορούσε να αυξήσει τις τιμές πώλησης κατά τρόπον ώστε αυτές να αντανακλούν την αύξηση των τιμών των πρώτων υλών.

(207) Ύστερα από την κοινοποίηση των οριστικών συμπερασμάτων, ένας παραγωγός-εξαγωγέας υποστήριξε ότι ήταν σφάλμα να δηλώνεται ότι η κερδοφορία μειώθηκε την ΠΕ επειδή οι κοινοτικοί παραγωγοί δεν μπορούσαν, λόγω της πίεσης σις τιμές από τις εισαγωγές με ντάμπινγκ, να αυξήσουν τις τιμές σε τέτοια επίπεδα ώστε να καλύψουν την αύξηση των πρώτων υλών. Σύμφωνα με την εταιρεία αυτή, η τιμή των πρώτων υλών (σκραπ) κατά την ΠΕ αυξήθηκε κατά 15,8%. Προβλήθηκε το επιχείρημα ότι οι τιμές των εισαγωγών με ντάμπινγκ αυξήθηκαν περισσότερο από την αύξηση του κόστους των πρώτων υλών.

(208) Εντούτοις, όπως αναφέρθηκε ανωτέρω, από τα στοιχεία που προσκομίστηκαν κατά την έρευνα φάνηκε ότι η αύξηση του κόστους των πρώτων υλών για τους κοινοτικούς παραγωγούς ήταν πολύ υψηλότερη από το κατά τους ισχυρισμούς 15,8% κατά την ΠΕ. Βάσει των πληροφοριών που έδωσαν ορισμένοι κοινοτικοί παραγωγοί, διαπιστώθηκε επίσης ότι η αύξηση των τιμών των πρώτων υλών ήταν μεγαλύτερη από την αύξηση της μέσης σταθμισμένης τιμής των ΣΧΣ από τις τέσσερις χώρες σε όλη την υπό εξέταση περίοδο. Συνεπώς, παραμένει σε ισχύ το επιχείρημα ότι, λόγω της πίεσης των τιμών από τις εισαγωγές σε τιμές ντάμπινγκ, οι παραγωγοί της Κοινότητας δεν ήταν σε θέση να αυξήσουν τις τιμές και να έχουν επικερδείς πωλήσεις.

Ασυμβίβαστη συμπεριφορά ορισμένων κοινοτικών παραγωγών προς τους κανόνες του ανταγωνισμού

(209) Τα μέτρα αντιντάμπινγκ που ισχύουν από το 1997 για το αρχικό πεδίο κάλυψης του προϊόντος σχετικά με τη Ρουμανία και τη Ρωσία δεν εφαρμόζονται από τον Ιούλιο του 2004 ως μέτρο προφύλαξης λόγω της συμπεριφοράς ορισμένων κοινοτικών παραγωγών στο παρελθόν που ήταν ασυμβίβαστη προς τους κανόνες του ανταγωνισμού.

(210) Ορισμένοι παραγωγοί-εξαγωγείς ζήτησαν να ερευνηθεί σε ποιο βαθμό το καρτέλ που είχαν δημιουργήσει ορισμένοι κοινοτικοί παραγωγοί θα μπορούσε να έχει αντίκτυπο στις επιδόσεις της κοινοτικής βιομηχανίας συνολικά.

(211) Ως προς αυτό, διαπιστώθηκε ότι δεν υπήρχε χρονική επικάλυψη μεταξύ της διάρκειας της παράβασης από ορισμένους κοινοτικούς παραγωγούς (1990 έως 1995 και, για ορισμενα προϊόντα, έως 1999) και της υπό εξέταση περιόδου (2001 έως 2004) της παρούσας διαδικασίας αντιντάμπινγκ. Επιπλέον, δεν βρέθηκαν στοιχεία κατά την έρευνα που να δείχνουν ότι οι τιμές της κοινοτικής βιομηχανίας ή άλλοι δείκτες ζημίας επηρεάστηκαν από οποιαδήποτε συμπεριφορά ασυμβίβαστη προς τους κανόνες περί ανταγωνισμού. Λαμβάνοντας αυτά υπόψη και ελλείψει στοιχείων ή ενδείξεων για το αντίθετο, μπορεί να εξαχθεί το συμπέρασμα ότι το καρτέλ που δημιούργησαν ορισμένοι κοινοτικοί παραγωγοί πριν από το 2001 δεν είχε ως συνέπεια τη ζημιογόνο κατάσταση της κοινοτικής βιομηχανίας κατά την υπό εξέταση περίοδο.

(212) Μετά την κοινοποίηση των οριστικών πορισμάτων, ένας παραγωγός-εξαγωγέας ισχυρίστηκε ότι οι υπηρεσίες της Επιτροπής δεν εξέτασαν εάν υπάρχουν συνέπειες από την επάνοδο στις κανονικές συνθήκες ανταγωνισμού για την κοινοτική βιομηχανία μετά τη λήξη του καρτέλ το 1999. Υποστηρίχθηκε ότι η χρονική επικάλυψη της ύπαρξης καρτέλ και της υπό εξέταση περιόδου ήταν άνευ σημασίας και ότι οι υπηρεσίες της Επιτροπής είχαν σφάλει στη αξιολόγησή τους ως προς την ανάλυση της ζημίας και της αιτιώδους συνάφειας και μπορεί να είχε παραβιαστεί το άρθρο 3 παράγραφος 7 του βασικού κανονισμού.

(213) Πρώτον, υπογραμμίζεται ότι ο σχηματισμός καρτέλ αφορούσε μόνον ένα μικρό μέρος του υπό εξέταση προϊόντος, συγκεκριμένα τα OCTG (ταξινομημένα στους κωδικούς ΣΟ 7304 21 00 20 και ΣΟ 7304 29 11 20). Κατά την ΠΕ, ο όγκος των OCTG που πωλήθηκαν στην κοινοτική αγορά αντιπροσώπευε μόνον το 5% των συνολικών πωλήσεων της κοινοτικής βιομηχανίας.

(214) Επιπροσθέτως, εκτιμάται ότι η περίοδος των δύο ετών μεταξύ του τέλους του καρτέλ και της αρχής της περιόδου που χρησιμοποιείται για τον προσδιορισμό της ζημίας αρκεί για την επάνοδο στις κανονικές συνθήκες ανταγωνισμού της κοινοτικής βιιομηχανίας. Ωστόσο, η κατάσταση κατά την ΠΕ ήταν ζημιογόνος.

(215) Με βάση τα ανωτέρω, ο ισχυρισμός αυτός απορρίφθηκε.

5.4 Συμπέρασμα για την αιτιώδη συνάφεια

(216) Η χρονική σύμπτωση μεταξύ, αφενός, της αύξησης στις εισαγωγές με τιμές ντάμπινγκ από τις εν λόγω χώρες, της αύξησης στα μερίδια της αγοράς και των διαπιστωμένων χαμηλότερων τιμών και, αφετέρου, της εμφανούς επιδείνωσης της κατάστασης στην κοινοτική βιομηχανία, οδηγεί στο συμπέρασμα ότι οι εισαγωγές με τμές ντάμπινγκ προκάλεσαν τη σημαντική ζημία που υπέστη η κοινοτική βιομηχανία κατά την έννοια του άρθρου 3 παράγραφος 6 του βασικού κανονισμού.

6. TO ΣΥΜΦΕΡΟΝ ΤΗΣ ΚΟΙΝΟΤΗΤΑΣ

(217) Σύμφωνα με το άρθρο 21 του βασικού κανονισμού, πρέπει να εξεταστεί εάν, παρά το συμπέρασμα για ζημιογόνο ντάμπινγκ, υπάρχουν επιτακτικοί λόγοι που να οδηγούν στο συμπέρασμα ότι δεν είναι προς το συμφέρον της Κοινότητας να θεσπίσει μέτρα στη συγκεκριμένη περίπτωση. Έπρεπε να ληφθούν υπόψη οι πιθανές επιπτώσεις της επιβολής μέτρων σε όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη καθώς και οι συνέπειες από τη μη λήψη μέτρων.

6.1 Η ΚΟΙΝΟΤΙΚΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ

(218) Η ζημιογόνος κατάσταση στην οποία έχει περιέλθει η κοινοτική βιομηχανία οφείλεται στη δυσχέρεια να ανταγωνιστεί τις εισαγωγές σε χαμηλές τιμές ντάμπινγκ.

(219) Εκτιμάται ότι η επιβολή μέτρων θα δώσει στην Κοινότητα τη δυνατότητα να αυξήσει τον όγκο πωλήσεων και το μερίδιο της αγοράς και, συνεπώς, να διαμορφώσει καλύτερες οικονομίες κλίμακας και το αναγκαίο επίπεδο κερδών ώστε να δικαιολογήσει τις συνέχιση των επενδύσεων στις εγκαταστάσεις παραγωγής.

(220) Εάν δεν επιβληθούν μέτρα, η επιδείνωση της κατάστασης της κοινοτικής βιομηχανίας θα συνεχιστεί. Δεν θα είναι σε θέση να επενδύσει σε νέα παραγωγική ικανότητα και να ανταγωνίζεται αποτελεσματικά τις εισαγωγές από τρίτες χώρες. Ορισμένες εταιρείες θα πρέπει να σταματήσουν την παραγωγή ομοειδούς προϊόντος και να απολύσουν τους υπαλλήλους τους. Συμπεραίνεται συνεπώς ότι η επιβολή μέτρων αντιντάμπινγκ είναι προς το συμφέρον της κοινοτικής βιομηχανίας.

(221) Ένας μη καταγγέλλων παραγωγός στην Κοινότητα που είναι συνδεδεμένος με παραγωγό-εξαγωγέα στη Ρουμανία ισχυρίστηκε ότι οι παραγωγοί στην Κοινότητα εργάζονταν ήδη σε πλήρη παραγωγική ικανότητα και ότι δεν ήταν σε θέση να ανταποκριθούν στην υψηλή ζήτηση για ΣΧΣ στην κοινοτική αγορά και τις τρίτες χώρες. Η εταιρεία προέβαλε το επιχείρημα ότι η επιβολή δασμών θα οδηγούσε σε έλλειμμα προσφοράς στην κοινοτική αγορά. Ωστόσο, όπως προαναφέρθηκε, η έρευνα αποκάλυψε ότι σε όλη την υπό εξέταση περίοδο, η κοινοτική βιομηχανία είχε σημαντική αναξιοποίηση παραγωγική ικανότητα που θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για την παραγωγή του υπό εξέταση προίόντος ώστε να ικανοποιηθεί η ζήτηση για ΣΧΣ στην κοινοτική αγορά.

(222) Υποστηρίχθηκε επίσης ότι η επιβολή μέτρων θα είχε ως αποτέλεσμα τον περιορισμό του ανταγωνισμού στην κοινοτική αγορά. Σημειώνεται ότι, εκτός από τους καταγγέλλοντες παραγωγούς, υπάρχουν αρκετοί άλλοι σημαντικοί παραγωγοί του υπό εξέταση προϊόντος στα νέα κράτη μέλη, όπως αναφέρεται στην αιτιολογική σκέψη 139. Ο αριθμός των παραγωγών στην Κοινότητα εκτιμάται ότι μπορεί να εξασφαλίσει τον ανταγωνισμό εντός της αγοράς, ακόμη και με την επιβολή μέτρων αντιντάμπινγκ. Επιπλέον, όπως αναφέρεται στις αιτιολογικές σκέψεις 188 έως 194, οι παραγωγοί στις άλλες τρίτες χώρες (π.χ. στις ΗΠΑ) ανταγωνίζονται με την κοινοτική βιομηχανία με παρόμοια προϊόντα και τιμές. Συνεπώς, θεωρείται ότι η επιβολή των μέτρων ούτε θα θέσει σε κίνδυνο την προσφορά ΣΧΣ ούτε θα περιορίσει τον ανταγωνισμό στην κοινοτική αγορά.

6.2 Το συμφέρον των μη συνδεδεμένων παραγωγών

(223) Όσον αφορά τους εισαγωγείς, μόνον τρεις μη συνδεδεμένοι εισαγωγείς απάντησαν στο ερωτηματολόγιο και στη συνέχεια πραγματοποιήθηκε επιτόπια επαλήθευση σε δύο από αυτούς. Ένας τέταρτος μη συνδεδεμένος εισαγωγέας δέχθηκε επίσκεψη επαλήθευσης σε μεταγενέστερο στάδιο της διαδικασίας. Οι όγκοι του υπό εξέταση προϊόντος που εισήχθησαν από τους τέσσερις εισαγωγείς αντιπροσώπευαν το 8% των συνολικών εισαγωγών στην Κοινότητα και το 3% της κοινοτικής κατανάλωσης.

(224) Δεδομένου ότι το μεγαλύτερο μέρος όλων των εισαγωγών ΣΧΣ στην Κοινότητα διοχετεύεται μέσω εισαγωγέων που είναι συνδεδεμένοι με παραγωγούς-εξαγωγείς και λιγότερο από το μισό όλων των εισαγωγών εισέρχονται στην κοινοτική αγορά από μη συνδεδεμένους εισαγωγείς, οι εισαγωγές των τεσσάρων μη συνδεδεμένων εισαγωγέων μπορούν να θεωρηθούν αντιπροσωπευτικές για όλους τους άλλους μη συνδεδεμένους εισαγωγείς.

(225) Για έναν από τους εισαγωγείς, οι εισαγωγές του υπό εξέταση προϊόντος αντιπροσώπευαν το 22% όλων των εισαγωγών του σε ΣΧΣ και η αξία των πωλήσεων αντιπροσώπευε το 3% του συνολικού κύκλου εργασιών του κατά την ΠΕ. Οι πωλήσεις αυτές ήταν εξαιρετικά κερδοφόρες κατά την ΠΕ. Λαμβάνοντας υπόψη ότι η πλειονότητα των προμηθευτών της εταιρείας αυτής είναι εγκατεστημένοι στην Κοινότητα ή σε χώρες τις οποίες δεν αφορούν οι δασμοί αντιντάμπινγκ, ο αντίκτυπος της επιβολής μέτρων αντιντάμπινγκ δεν μπορεί να θεωρηθεί σημαντικός.

(226) Ένας δεύτερος εισαγωγέας του οποίου η κύρια δραστηριότητα συνίστατο στην εισαγωγή και μεταποίηση ΣΧΣ, εισήγαγε όλους τους ΣΧΣ από τις εν λόγω χώρες, ιδίως από τη Ρωσία. Μικρό μέρος των εισαγωγών αυτών αποτελούνταν από τους λεγόμενους «πιστοποιημένους σωλήνες». Εκτιμάται, συνεπώς, ότι η επιβολή δασμών επί των εισαγωγών από τη Ρωσία θα έχει αρνητικό αντίκτυπο στη συνολική επιχειρηματική δραστηριότητα και ιδίως στην κερδοφορία αυτής της εταιρείας. Εντούτοις, εάν ληφθεί υπόψη ότι, εξαιρουμένου του προηγούμενου εισαγωγέα, υπάρχει προς το παρόν μόνον ένας άλλος προμηθευτής πιστοποιημένων ΣΧΣ στην Κοινότητα, είναι πολύ πιθανόν τυχόν αύξηση των τιμών λόγω των μέτρων αντιντάμπινγκ στο προϊόν αυτό να περάσει στον τελικό πελάτη. Επιπλέον, η εταιρεία θα ήταν σε θέση επίσης να αντλήσει προμήθειες από έναν τοπικό προμηθευτή στην Κοινότητα ή να υποκαταστήσει μέρος των αγορών της με άλλα προϊόντα.

(227) Οι άλλοι δύο συνεργασθέντες εισαγωγείς, των οποίων ο όγκος εισαγωγών αντιπροσώπευε μόνον ένα μικρό μερίδιο του συνολικού όγκου εισαγωγών του υπό εξέταση προϊόντος κατά την ΠΕ, εκτίμησαν ότι δεν θα επηρεαστούν από την επιβολή δασμών.

(228) Βάσει των ανωτέρω, εκτιμάται ότι οι εισαγωγείς θα επηρεαστούν σε διαφορετικό βαθμό από την επιβολή μέτρων αντιντάμπινγκ, ανάλογα με τη κατάσταση στην οποία βρίσκονται. Μπορεί, επίσης, να συναχθεί το συμπέρασμα ότι η επιβολή μέτρων μπορεί να έχει σημαντικές αρνητικές συνέπειες για την οικονομική κατάσταση ενός εισαγωγέα. Κατά μέσο όρο, ωστόσο, δεν αναμένεται να έχουν τα μέτρα αρνητικό οικονομικό αντίκτυπο στην συνολική κατάσταση των εισαγωγέων.

6.3 Το συμφέρον των χρηστών

(229) Κανένας χρήστης του υπό εξέταση προϊόντος δεν απάντησε στο ερωτηματολόγιο της Επιτροπής. Ωστόσο, η έρευνα έδειξεε ότι οι ΣΧΣ χρησιμοποιούνται κυρίως στις κατασκευές και στις εταιρείες πετρελαίου. Σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία, οι ΣΧΣ είναι ένα μικρό μέρος μεγαλύτερων έργων (λέβητες, σωληναγωγοί, κατασκευαστικά έργα) Κατά συνέπεια, εξήχθη το συμπέρασμα ότι ο αντίκτυπος στο κόστος που θα προκύψουν από την επιβολή μέτρων αντιντάμπινγκ στους ΣΧΣ δεν θα είναι, κατά πάσα πιθανότητα, σημαντικός για τους χρήστες αυτούς, γεγονός που μπορεί να αποτελεί μια εξήγηση για την έλλειψη συνεργασίας των χρηστών στην παρούσα διαδικασία.

(230) Bάσει των ανωτέρω πορισμάτων και ελλείψει άλλων στοιχείων ή αντιδράσεων από τις οργανώσεις καταναλωτών, συμπεραίνεται ότι ο αντίκτυπος των προτεινόμενων μέτρων θα είναι μάλλον οριακός.

(231) Συνεπώς, συμπεραίνεται ότι δεν υπάρχουν επιτακτικοί λόγοι, όσον αφορά το κοινοτικό συμφέρον, για τη μη επιβολή δασμών αντιντάμπινγκ.

7. ΟΡΙΣΤΙΚΑ ΜΕΤΡΑ ΑΝΤΙΝΤΑΜΠΙΝΓΚ

7.1 Επίπεδο εξουδετέρωσης της ζημίας

(232) Για να προληφθεί περαιτέρω ζημία προκαλούμενη από τις εισαγωγές με τιμές ντάμπινγκ, θεωρείται δέον να εγκριθούν μέτρα αντιντάμπινγκ.

(233) Tα μέτρα θα πρέπει να επιβληθούν σε επίπεδο τέτοιο που να εξουδετερώνει τη ζημία που προκαλείται από τις εν λόγω εισαγωγές χωρίς υπέρβαση του περιθωρίου ντάμπινγκ. Κατά τον υπολογισμό του ποσού του δασμού που είναι απαραίτητο για την εξάλειψη των επιπτώσεων της ζημιογόνου πρακτικής ντάμπινγκ, θεωρήθηκε ότι τα μέτρα θα πρέπει να επιτρέπουν στην κοινοτική βιομηχανία να καλύψει το κόστος παραγωγής και να πραγματοποιήσει συνολικό κέρδος πριν από τους φόρους, που θα μπορούσε εύλογα να επιτευχθεί από παρόμοιο κλάδο παραγωγής υπό κανονικούς όρους ανταγωνισμού, δηλαδή αν δεν είχαν πραγματοποιηθεί εισαγωγές σε τιμές ντάμπινγκ, επί των πωλήσεων του ομοειδούς προϊόντος στην Κοινότητα. Λαμβανομένης υπόψη της μέσης κερδοφορίας που εξασφάλισε η κοινοτική βιομηχανία το 2001, διαπιστώθηκε ότι ένα περιθώριο κέρδους 3% του κύκλου εργασιών ήταν το ελάχιστο που θα μπορούσε να αναμένει ο εν λόγω κλάδος αν δεν υφίστατο επιζήμιο ντάμπινγκ. Εν συνεχεία, καθορίστηκε η αναγκαία αύξηση της τιμής με βάση τη σύγκριση της μέσης σταθμισμένης τιμής εισαγωγής, η οποία χρησιμοποιήθηκε για τον καθορισμό των χαμηλότερων από τις κοινοτικές τιμών, και της μη ζημιογόνου τιμής των προϊόντων που πωλήθηκαν από την κοινοτική βιομηχανία στην αγορά της Κοινότητας. Η μη ζημιογόνος τιμή προσδιορίστηκε με αναπροσαρμογή της τιμής πώλησης της κοινοτικής βιομηχανίας βάσει του πραγματικού αποτελέσματος ζημίας/κέρδους κατά την ΠΕ και με την πρόσθεση του προαναφερθέντος περιθωρίου ντάμπινγκ. Η διαφορά από τη σύγκριση αυτή εκφράστηκε στη συνέχεια ως ποσοστό της συνολικής αξίας εισαγωγής CIF.

7.2 ριστικά μέτρα

(234) Βάσει των ανωτέρω, εκτιμάται ότι, σύμφωνα με το άρθρο 9 του βασικού κανονισμού, τα οριστικά μέτρα αντιντάμπινγκ στις εισαγωγές του υπό εξέταση προϊόντος θα πρέπει να επιβληθούν στο χαμηλότερο από τα διαπιστωθέντα περιθώρια ντάμπινγκ και ζημίας, σύμφωνα με τον κανόνα του χαμηλότερου δασμού.

(235) Επειδή το επίπεδο εξουδετέρωσης της ζημίας είναι υψηλότερο από τα διαπιστωθέντα περιθώρια ντάμπινγκ, τα οριστικά μέτρα πρέπει να βασίζονται στο τελευταίο αυτό περιθώριο. Τα υπόλοιπα περιθώρια ντάμπινγκ καθορίστηκαν στο επίπεδο για την εταιρεία με το υψηλότερο ατομικό περιθώριο σε κάθε χώρα.

(236) Οι συντελεστές δασμού, εκφρασμένοι ως εκατοστιαίο ποσοστό της τιμής εισαγωγής CIF στα σύνορα της Κοινότητας, πριν από την καταβολή τελωνειακού δασμού, είναι οι εξής:

Χώρα | Εταιρεία | Συντελεστής δασμού (%) |

Κροατία | Όλες οι εταιρείες | 29,8% |

Ρουμανία | S.C. Artrom S.A. | 17,8% |

S.C. Mittal Steel Roman S.A | 17,7% |

S.C. Silcotub S.A. | 11,7% |

Όλες οι άλλες εταιρείες | 17,8% |

Ρωσία | Joint Stock Company Chelyabinsk Tube Rolling Plant and Joint Stock Company Pervouralsky Novotrubny Works | 24,1% |

Όλες οι άλλες εταιρείες | 35,8% |

Ουκρανία | OJSC Dnepropetrovsk Tube Works | 12,3% |

CJSC Nikopolsky Seamless Tubes Plant Niko Tube and OJSC Nizhnedneprovsky Tube Rolling Plant | 25,1% |

CJSC Nikopol Steel Pipe Plant Yutist | 25,7% |

Όλες οι άλλες εταιρείες | 25,7% |

(237) Οι μεμονωμένοι δασμοί αντιντάμπινγκ των εταιρειών που αναφέρονται στον παρόντα κανονισμό καθορίστηκαν με βάση τα πορίσματα της παρούσας έρευνας. Ως εκ τούτου, οι δασμοί αυτοί αντανακλoύν την κατάσταση που διαπιστώθηκε κατά την έρευνα όσον αφορά τις εν λόγω εταιρείες. Οι δασμοί αυτοί, σε αντιδιαστολή προς το δασμό σε επίπεδο χώρας που ισχύει για «όλες τις άλλες εταιρείες», εφαρμόζονται αποκλειστικά στις εισαγωγές προϊόντων καταγωγής της εν λόγω χώρας και στην οποία παράγονται και, συνεπώς, από τα συγκεκριμένα νομικά πρόσωπα που αναφέρονται. Τα εισαγόμενα προϊόντα που παράγονται από οποιαδήποτε άλλη εταιρεία η οποία δεν αναφέρεται ρητώς στο διατακτικό του παρόντος κανονισμού με την επωνυμία της, συμπεριλαμβανομένων νομικών προσώπων συνδεδεμένων με τους ρητώς αναφερομένους, δεν μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο των εν λόγω δασμών και υπόκεινται στο δασμό που εφαρμόζεται σε «όλες τις άλλες εταιρείες».

(238) Κάθε αίτηση για την εφαρμογή των ως άνω μεμονωμένων εταιρικών συντελεστών δασμού αντιντάμπινγκ (π.χ. λόγω αλλαγής επωνυμίας της οντότητας ή μετά τη συγκρότηση νέων οντοτήτων παραγωγής ή πωλήσεων) υποβάλλεται αμέσως στην Επιτροπή[16] μαζί με όλες τις σχετικές πληροφορίες, και ιδίως οποιαδήποτε μεταβολή των δραστηριοτήτων της εταιρείας που συνδέεται με την παραγωγή, τις εγχώριες και εξαγωγικές πωλήσεις, όπως για παράδειγμα την αλλαγή της επωνυμίας ή τη δημιουργία των εν λόγω νέων οντοτήτων παραγωγής και πώλησης. Εάν χρειαστεί, θα ληφθούν τα απαραίτητα μέτρα, όπως, μεταξύ άλλων, η επικαιροποίηση του καταλόγου των εταιρειών που τυγχάνουν ατομικών δασμών. Για να εξασφαλιστεί η ορθή επιβολή του δασμού αντιντάμπινγκ, το επίπεδο του εθνικού δασμού δεν πρέπει να εφαρμόζεται μόνον στο μη συνεργασθέντα εξαγωγέα αλλά και σε εκείνες τις εταιρείες που δεν είχαν εξαγωγές κατά την ΠΕ. Εντούτοις, οι εταιρείες αυτές καλούνται, εάν πληρούν τις απαιτήσεις του άρθρου 11 παράγραφος 4 δεύτερο εδάφιο του βασικού κανονισμού, να υποβάλουν αίτημα για επανεξέταση σύμφωνα με το εν λόγω άρθρο, ώστε να εξεταστεί ατομικά η κατάστασή τους.

(239) Όσον αφορά τον προσδιορισμό του κατώτατου ορίου CEV από τις τελωνειακές αρχές στα κοινοτικά σύνορα, ο προσδιορισμός του CEV μπορεί να γίνει έμμεσα μέσω της επαλήθευσης των 11 κωδικών ΣΟ με τους οποίους ταξινομείται το υπό εξέταση προϊόν. Σε όλη την υπό εξέταση περίοδο, το 99,9% όλων των εισαγωγών του υπό εξέταση προϊόντος ήταν ΣΧΣ με CEV κάτω του κατώτατου ορίου του 0,86. Κατά συνέπεια, εξήχθη το συμπέρασμα ότι όλες οι εισαγωγές ΣΧΣ από τις εν λόγω χώρες με τους 11 κωδικούς ΣΟ πρέπει να θεωρηθούν ως το υπό εξέταση προϊόν, εκτός από εκείνες τις πολύ σπάνιες περιπτώσεις όπου ο εισαγωγέας είναι σε θέση να αποδείξει ότι το CEV των εισαχθέντων εμπορευμάτων υπερβαίνει το κατώτατο όριο του 0,86.

7.3 Αίτηση για απαλλαγή

(240) Ένας εισαγωγέας που εισήγαγε τους αποκαλούμενους «πιστοποιημένους ΣΧΣ» στην Κοινότητα ζήτησε να εξαιρεθεί η εταιρεία του από την εφαρμογή του δασμού αντιντάμπινγκ. Ωστόσο, η εταιρεία δεν προέβαλε τους λόγους που θα δικαιολογούσαν μια ατομική απαλλαγή. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι ο εισαγωγέας είχε εισαγάγει ΣΧΣ με τιμές ντάμπινγκ που ζημίωσαν την κοινοτική βιομηχανία και δεν υπήρχε, συνεπώς, κανένας λόγος να χορηγηθεί ατομική απαλλαγή στην εταιρεία αυτή. Επιπλέον, εκτιμήθηκε ότι εάν εξαιρείτο ο εισαγωγέας αυτός από τους δασμούς αντιντάμπινγκ, αυτό θα συνεπαγόταν μεγάλο κίνδυνο καταστρατήγησης των μέτρων. Μάλιστα, επειδή οι πιστοποιημένοι σωλήνες μπορούν να χρησιμοποιηθούν σε πολλές εφαρμογές, δεν μπορούσε να διασφαλιστεί επαρκώς ότι οι εισαγωγές αυτές θα χρησιμοποιούνταν μόνο για κατασκευαστικά έργα στην Ιταλία.

7.4 Αίτηση για μερική αναστολή

(241) Ύστερα από την κοινοποίηση των οριστικών πορισμάτων, ένας εισαγωγέας ζήτησε μερική αναστολή εννέα μηνών (με δυνατότητα παράτασης για περίοδο 12 μηνών) για ορισμένες εισαγωγές του υπό εξέταση προϊόντος που παρήγαγε ο ρωσικός παραγωγός-εξαγωγέας TMK και ήταν ταξινομημένο στον κωδικό ΣΟ 7304 39 92 και πιστοποιημένο από το υπουργείο Εργασίας της Ιταλίας για χρήση στα δημόσια κατασκευαστικά έργα στην Ιταλία.

(242) Ο εισαγωγέας προέβαλε το επιχείρημα ότι η μερική αναστολή ήταν δικαιολογημένη για λόγους κοινοτικού συμφέροντος σύμφωνα με το άρθρο 14 παράγραφος 4 του βασικού κανονισμού. Υποστηρίχθηκε ότι χωρίς τη μερική αναστολή των μέτρων ο εισαγωγέας θα σταματούσε την εισαγωγή πιστοποιημένων σωλήνων και, συνεπώς, μόνον μία εταιρεία που κατασκεύαζε πιστοποιημένους ΣΧΣ θα έμενε στην Ιταλία, γεγονός που θα συνιστούσε μονοπώλιο.

(243) Ο εισαγωγέας υποστήριξε ότι η μερική αναστολή των μέτρων δεν θα προκαλούσε ζημία στο μοναδικό, κατά τους ισχυρισμούς, κοινοτικό παραγωγό του οποίου ο όγκος παραγωγής πιστοποιημένων ΣΧΣ καλύπτει μόνον τα δύο τρίτα της ετήσιας ζήτησης των πιστοποιημένων ΣΧΣ στην Ιταλία. Ο εισαγωγέας ισχυρίστηκε επίσης ότι τη μερική αναστολή των μέτρων θα μπορούσαν εύκολα να παρακολουθήσουν οι ιταλικές τελωνειακές αρχές μέσω απλής επαλήθευσης των εγγράφων πιστοποίησης τα οποία πρέπει να υποβάλλονται στις τελωνειακές αρχές σε κάθε πράξη εισαγωγής.

(244) Όσον αφορά το επιχείρημα ότι η μη μερική αναστολή των μέτρων θα δημιουργούσε μονοπώλιο στην κοινοτική αγορά, σημειώνεται ότι, ενώ κατά την ΠΕ υπήρχαν δύο παραγωγοί στην Ιταλία που κατασκεύαζαν πιστοποιημένους ΣΧΣ, από το τέλος του 2005 υπάρχει μόνο μία εταιρεία. Εντούτοις, μπορούσε να αποδειχθεί ότι κατά την ΠΕ οι εισαγωγές με τιμές ντάμπινγκ πιστοποιημένων σωλήνων από τη Ρωσία είχαν πολύ χαμηλότερες τιμές από τους πιστοποιημένους σωλήνες που παράγονταν από την κοινοτική βιομηχανία σε βαθμό που οι κοινοτικοί παραγωγοί δεν ήταν σε θέση να ανταγωνιστούν με τις εισαγωγές αυτές σε τιμές ντάμπινγκ και, κατά συνέπεια, οδήγηθηκαν σε παύση ή απότομη μείωση της παραγωγής πιστοποιημένων ΣΧΣ. Δεδομένου ότι το γεγονός ότι μόνον ένας κοινοτικός παραγωγός πιστοποιημένων ΣΧΣ παρέμεινε στην κοινοτική αγορά ήταν στην ουσία συνέπεια των εισαγωγών πιστοποιημένων ΣΧΣ σε τιμές ντάμπινγκ από τη Ρωσία, το επιχείρημα ότι η μερική αναστολή των δασμών δεν θα προκαλούσε ζημία στην κοινοτική βιομηχανία πρέπει να απορριφθεί. Αντιθέτως, η επιβολή δασμών αναμένεται να οδηγήσει σε αύξηση του ανταγωνισμού και στην επανείσοδο άλλων κοινοτικών παραγωγών πιστοποιημένων σωλήνων στην κοινοτική αγορά.

(245) Ενώ αναγνωρίζεται ότι ο έλεγχος της μερικής αναστολής θα μπορούσε να είναι εφικτός από τις τελωνειακές αρχές στην Ιταλία, η ζητούμενη μερική αναστολή πρέπει να απορριφθεί για τους ίδιους λόγους για τους οποίους απορρίφθηκε και το αίτημα απαλλαγής που προαναφέρεται στην αιτιολογική σκέψη 240. Η χορήγηση μερικής αναστολής των μέτρων για έναν μεμονωμένο εισαγωγέα θα συνεπαγόταν μεγάλο κίνδυνο καταστρατήγησης των μέτρων, δεδομένου ότι οι πιστοποιημένοι ΣΧΣ που εισάγονται από την εν λόγω εταιρεία θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν και για άλλους σκοπούς πέραν των κατασκευαστικών έργων στην Ιταλία.

7.5 Αναλήψεις υποχρεώσεων

(246) Ο ίδιος εισαγωγέας πρότεινε να γίνει δεκτή μια ανάληψη υποχρέωσης από το ρώσο παραγωγό-εξαγωγέα προμηθευτή του. Η ανάληψη υποχρέωσης πρέπει να ορίσει όγκο εισαγωγής άνευ δασμού με ποσοτικό ανώτατο όριο. Ο εισαγωγέας ισχυρίστηκε ότι οι εισαγωγές έως το ανώτατο όριο θα χρησιμοποιούνταν αποκλειστικά στα κατασκευαστικά έργα στην Ιταλία. Συνεπώς, οι εισαγωγές αυτές δεν θα προκαλούσαν ζημία στην κοινοτική βιομηχανία. Επιπροσθέτως, θα ήταν ανεπαρκής η προσφορά πιστοποιημένων ΣΧΣ στην Κοινότητα. Εντούτοις, πρέπει να σημειωθεί ότι, σύμφωνα με το άρθρο 8 παράγραφος 1 του βασικού κανονισμού, μόνον οι παραγωγοί-εξαγωγείς μπορούν να προσφέρουν αναλήψεις υποχρεώσεων αλλά όχι οι εισαγωγείς. Συνεπώς, το αίτημα αυτό απορρίφθηκε.

(247) Ύστερα από την κοινοποίηση των ουσιωδών πραγματικών γεγονότων και του σκεπτικού βάσει του οποίου επρόκειτο να προταθεί η επιβολή οριστικών δασμών αντιντάμπινγκ, η πλειονότητα των παραγωγών-εξαγωγέων στις εξεταζόμενες χώρες προσέφεραν αναλήψεις υποχρεώσεων ως προς τις τιμές σύμφωνα με το άρθρο 8 παράγραφος 1 του βασικού κανονισμού.

(248) Εντούτοις, το χαρακτηριστικό γνώρισμα του υπό εξέταση προϊόντος είναι ότι υπάρχει μεγάλος αριθμός τύπων του προϊόντος με ορισμένα χαρακτηριστικά που δεν διακρίνονται εύκολα κατά την εισαγωγή. Αυτό καθιστά σχεδόν αδύνατο τον καθορισμό ελάχιστων τιμών για κάθε τύπο προϊόντος που θα είχαν νόημα και τον έλεγχό τους από την Επιτροπή και τις τελωνειακές αρχές των κρατών μελών κατά την εισαγωγή. Επιπλέον, το υπό εξέταση προϊόν εμφάνισε τα τελευταία χρόνια μεγάλη μεταβλητότητα στις τιμές και, συνεπώς, δεν ενδείκνυται για ανάληψη υποχρέωσης σε σταθερή τιμή για μεγάλη χρονική περίοδο. H μεταβλητότητα των τιμών οφείλεται στη μεταβλητότητα των τιμών των πρώτων υλών, ιδίως των μεταλλικών μπιγετών, των πλινθωμάτων ή του σκραπ από χάλυβα, που αποτελούν πολύ σημαντικές αλλά μεταβλητές συνιστώσες του κόστους παραγωγής. Εάν οι ελάχιστες τιμές εισαγωγής αναπροσαρμόζονταν με βάση την τιμή μιας από τις πρώτες ύλες, θα έπρεπε να καθοριστούν διαφορετικοί μαθηματικοί τύποι αναπροσαρμογής ανά ομάδα υποπροϊόντος, γεγονός που θα καθιστούσε εξαιρετικά πολύπλοκο τον προσδιορισμό των παραμέτρων των τύπων της αναπροσαρμογής και τον έλεγχο των αναλήψεων υποχρεώσεων.

(249) Επιπλέον, υπενθυμίζεται ότι στο παρελθόν είχαν γίνει δεκτές αναλήψεις υποχρεώσεων για ορισμένα προϊόντα που εμπίπτουν στο πεδίο κάλυψης του προϊόντος της τρέχουσας έρευνας. Οι εν λόγω αναλήψεις υποχρεώσεων, οι οποίες βασίστηκαν στην αρχή σύμφωνα με την οποία οι τιμές ανά ομάδα προϊόντος ευθυγραμμίζονται με τη διάρθρωση των τιμών που χρησιμοποιείται στην Κοινότητα, αποδείχθηκε ότι δύσκολα μπορούσαν να ελεγχθούν από την Επιτροπή ή διαπιστώθηκε ότι δεν ήταν σε θέση να αυξήσουν τις τιμές σε μη επιζήμια επίπεδα που θα αποκαθιστούσαν το θεμιτό εμπόριο στην κοινοτική αγορά[17].

(250) Επιπροσθέτως, σε ορισμένες περιπτώσεις η προτεινόμενη ταξινόμηση του προϊόντος δεν ήταν αρκετά λεπτομερής ώστε να επιτρέπει αποτελεσματικό έλεγχο, ή το προτεινόμενο επίπεδο τιμής δεν επέτρεπε την εξουδετέρωση του επιζήμιου ντάμπινγκ.

(251) Λόγω των ανωτέρω, ιδίως λόγω των δυσκολιών κατά τον έλεγχο των διαφορετικών ελάχιστων τιμών εισαγωγής, εκτιμάται ότι οι αναλήψεις υποχρεώσεων δεν είναι, κατ’ αρχήν, εφικτές. Εντούτοις, δεδομένης της προσεχούς προσχώρησης της Ρουμανίας στην Κοινότητα, η διάρκεια των μέτρων κατά της Ρουμανίας θα είναι περιορισμένη χρονικά. Κατά συνέπεια, ο κίνδυνος καταστρατήγησης των ελάχιστων τιμών εισαγωγής από τους ρουμάνους εξαγωγείς είναι περιορισμένος και το ίδιο συμβαίνει και με το ενδεχόμενο σημαντικών αλλαγών στις τιμές. Για το λόγο αυτό, η Επιτροπή αποδέχθηκε με την απόφαση [ΑΡΙΘΜΟΣ] τις προσφορές ανάληψης υποχρεώσεων του ρουμάνων παραγωγών-εξαγωγέων. Οι λόγοι για την αποδοχή της εν λόγω ανάληψης υποχρεώσεων αναλύονται στην εν λόγω απόφαση. Το Συμβούλιο αναγνωρίζει ότι οι προσφορές εξουδετερώνουν την επιζήμια συνέπεια του ντάμπινγκ και περιορίζουν σε σημαντικό βαθμό τον κίνδυνο καταστρατήγησης των μέτρων.

(252) Για να δοθεί η δυνατότητα στην Επιτροπή και στις τελωνειακές αρχές να ελέγξουν αποτελεσματικά τη συμμόρφωση των εταιρειών με τις αναλήψεις υποχρεώσεων, όταν το αίτημα για θέση σε ελεύθερη κυκλοφορία υποβάλλεται στη σχετική τελωνειακή αρχή, η απαλλαγή από το δασμό αντιντάμπινγκ εξαρτάται (i) από την προσκόμιση τιμολογίου ανάληψης υποχρέωσης, το οποίο είναι ένα εμπορικό τιμολόγιο που περιλαμβάνει τουλάχιστον τα στοιχεία που απαριθμούνται και τη δήλωση που προβλέπεται στο παράρτημα του παρόντος κανονισμού· (ii) από το γεγονός ότι τα προϊόντα έχουν κατασκευαστεί, φορτωθεί και τιμολογηθεί απευθείας από τις εν λόγω εταιρείες στον πρώτο ανεξάρτητο πελάτη στην Κοινότητα· και (iii) από το γεγονός ότι τα εμπορεύματα που δηλώνονται και προσκομίζονται στο τελωνείο αντιστοιχούν ακριβώς στην περιγραφή του τιμολογίου ανάληψης υποχρέωσης. Όταν δεν πληρούνται οι ανωτέρω προϋποθέσεις ο κατάλληλος δασμός αντιντάμπινγκ επιβάλλεται κατά την αποδοχή της δήλωσης θέσης σε ελεύθερη κυκλοφορία.

(253) Όταν η Επιτροπή ανακαλέσει την αποδοχή της ανάληψης υποχρέωσης, σύμφωνα με το άρθρο 8 παράγραφος 9 του βασικού κανονισμού, ύστερα από παράβαση, αναφερόμενη σε συγκεκριμένες συναλλαγές και δηλώνει άκυρα τα σχετικά τιμολόγια ανάληψης, γεννάται τελωνειακή οφειλή κατά την αποδοχή της διασάφησης για θέση σε ελεύθερη κυκλοφορία.

(254) Οι εισαγωγείς πρέπει να γνωρίζουν ότι μπορεί να προκληθεί τελωνειακή οφειλή, εν είδει φυσιολογικού εμπορικού κινδύνου, τη στιγμή της αποδοχής της διασάφησης για θέση σε ελεύθερη κυκλοφορία, όπως περιγράφεται στις αιτιολογικές σκέψεις 252 και 253, ακόμη κι αν η προσφορά ανάληψης υποχρέωσης από τον κατασκευαστή από τον οποίο αγοράζουν, απευθείας ή όχι, έχει γίνει δεκτή από την Επιτροπή.

(255) Σύμφωνα με τον άρθρο 14 παράγραφος 7 του βασικού κανονισμού, οι τελωνειακές αρχές πρέπει να ενημερώσουν την Επιτροπή αμέσως εάν υπάρχουν ενδείξεις για παραβίαση της ανάληψης υποχρέωσης.

(256) Για τους λόγους που αναφέρθηκαν ανωτέρω, οι προσφορές ανάληψης υποχρεώσεων από τους ρουμάνους παραγωγούς-εξαγωγείς θεωρούνται δεκτές από την Επιτροπή και οι ενδιαφερόμενες εταιρείες έχουν ενημερωθεί για τα πραγματικά γεγονότα, το σκεπτικό και τις υποχρεώσεις στα οποία βασίζεται η αποδοχή. Ωστόσο, για τους λόγους που αναφέρονται ανωτέρω, οι προσφορές αναλήψεων από τους ρώσους και ουκρανούς παραγωγούς-εξαγωγείς δεν είναι δεκτές.

(257) Πρέπει να σημειωθεί ότι, σε περίπτωση παράβασης ή ανάκλησης ανάληψης υποχρέωσης ή υπόνοιας για παράβαση, μπορεί να επιβληθεί δασμός αντιντάμπινγκ σύμφωνα με το άρθρο 8 παράγραφοι 9 και 10 του βασικού κανονισμού.

7.6 Συμπέρασμα σχετικά με τις δύο διαδικασίες ενδιάμεσης επανεξέτασης και τα υφιστάμενα μέτρα

(258) Υπενθυμίζεται ότι, όπως αναφέρεται σην αιτιολογική σκέψη 3, η Επιτροπή κίνησε με πρωτοβουλία της δύο διαδικασίες ενδιάμεσης επανεξέτασης, ώστε να καταστεί δυνατή η τροποποίηση ή η κατάργηση των υφιστάμενων οριστικών μέτρων αντιντάμπινγκ που ισχύουν για τις εισαγωγές του αρχικού πεδίου κάλυψης του προϊόντος από την Κροατία, τη Ρωσία και την Ουκρανία.

(259) Βάσει των πορισμάτων της παρούσας έρευνας, θα πρέπει να επιβληθούν μέτρα στις εισαγωγές ΣΧΣ, όπως ορίζεται στην αιτιολογική σκέψη 17, καταγωγής Κροατίας, Ρουμανίας, Ρωσίας και Ουκρανίας. Δεδομένου ότι το υπό εξέταση προϊόν, όπως ορίζεται στο τμήμα 2.1, καλύπτει επίσης το πεδίο κάλυψης του προϊόντος για τα υφιστάμενα μέτρα, η συνέχιση της επιβολής των μέτρων που επιβάλλονταν στο αρχικό πεδίο κάλυψης του προϊόντος από τους κανονισμούς (EΚ) αριθ. 2320/97 και 348/2000 του Συμβουλίου δεν είναι πλέον αρμόζουσα και, κατά συνέπεια, οι εν λόγω κανονισμοί, όπως τροποποιήθηκαν, πρέπει να καταργηθούν.

(260) Παράλληλα, οι δύο προαναφερθείσες διαδικασίες ενδιάμεσης επανεξέτασης, καθώς και η ενδιάμεση επανεξέταση και η επανεξέταση ενόψει της λήξης ισχύος, που άρχισαν το Νοέμβριο του 2002 και αναφέρονται στο τμήμα 1.2, πρέπει να περατωθούν.

(261) Επιπλέον, ο κανονισμός (EΚ) αριθ. 1866/2005 για την παράταση της μερικής αναστολής των μέτρων που επιβάλλονται στο αρχικό πεδίο κάλυψης του προϊόντος από την Κροατία και την Ουκρανία καθίσταται πεπαλαιωμένος μετά την κατάργηση του κανονισμού (EΚ) αριθ. 348/2000,

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:

Άρθρο 1

Επιβάλλεται οριστικός δασμός αντιντάμπινγκ στις εισαγωγές ορισμένων σωλήνων χωρίς συγκόλληση από σίδηρο ή χάλυβα, κυκλικής διατομής, με εξωτερική διάμετρο που δεν υπερβαίνει τα 406,4 mm, με ισοδύναμο αξίας άνθρακα (CEV) που δεν υπερβαίνει το 0,86 σύμφωνα με τον τύπο[18] και τη χημική ανάλυση του Διεθνούς Ινστιτούτου Τεχνολογίας Συγκόλλησης-International Institute of Welding (IIW), που εμπίπτουν στους κωδικούς ΣΟ ex 7304 10 10, ex 7304 10 30, ex 7304 21 00, ex 7304 29 11, ex 7304 31 80, ex 7304 39 58, ex 7304 39 92, ex 7304 39 93, ex 7304 51 89, ex 7304 59 92 και ex 7304 59 93[19] (κωδικοί TARIC 7304 10 10 20, 7304 10 30 20, 7304 21 00 20, 7304 29 11 20, 7304 31 80 30, 7304 39 58 30, 7304 39 92 30, 7304 39 93 20, 7304 51 89 30, 7304 59 92 30 και 7304 59 93 20) και είναι καταγωγής Κροατίας, Ρουμανίας, Ρωσίας και Ουκρανίας.

Ο συντελεστής του οριστικού δασμού αντιντάμπινγκ που εφαρμόζεται στην καθαρή τιμή, ελεύθερη στα σύνορα της Κοινότητας, πριν από την καταβολή του δασμού, των προϊόντων που περιγράφονται ανωτέρω και κατασκευάζονται από τις ακόλουθες εταιρείες έχει ως εξής:

Χώρα | Εταιρεία | Δασμός αντιντάμπινγκ | Πρόσθετος κωδικός TARIC |

Κροατία | Όλες οι εταιρείες | 29,8% |

Ρουμανία | S.C. Artrom S.A. | 17,8% | A738 |

S.C. Mittal Steel Roman S.A. | 17,7% | A739 |

S.C. Silcotub S.A. | 11,7% | A740 |

Όλες οι άλλες εταιρείες | 17,8% | A999 |

Ρωσία | Joint Stock Company Chelyabinsk Tube Rolling Plant and Joint Stock Company Pervouralsky Novotrubny Works | 24,1% | A741 |

Όλες οι άλλες εταιρείες | 35,8% | A999 |

Ουκρανία | OJSC Dnepropetrovsk Tube Works | 12,3% | A742 |

CJSC Nikopolsky Seamless Tubes Plant Niko Tube and OJSC Nizhnedneprovsky Tube Rolling Plant | 25,1% | A743 |

CJSC Nikopol Steel Pipe Plant Yutist | 25,7% | A744 |

Όλες οι άλλες εταιρείες | 25,7% | A999 |

Υπό την επιφύλαξη της παραγράφου 1 ανωτέρω, ο οριστικός δασμός αντιντάμπινγκ δεν εφαρμόζεται στις εισαγωγές που έχουν τεθεί σε ελεύθερη κυκλοφορία σύμφωνα με το άρθρο 2.

Εκτός εάν ορίζεται διαφορετικά, εφαρμόζονται οι διατάξεις που ισχύουν για τους δασμούς.

Άρθρο 2

1. Οι δηλωθείσες για θέση σε ελεύθερη κυκλοφορία εισαγωγές που τιμολογούνται από εταιρείες των οποίων οι αναλήψεις υποχρεώσεων έχουν γίνει δεκτές από την Επιτροπή και των οποίων οι επωνυμίες περιλαμβάνονται στην απόφαση [ΑΡΙΘΜΟΣ] της Επιτροπής, όπως αυτή τροποποιείται κατά καιρούς, απαλλάσσονται από το δασμό αντιντάμπινγκ που επιβάλλεται με το άρθρο 1, υπό τον όρο ότι:

- έχουν κατασκευαστεί, φορτωθεί και τιμολογηθεί απευθείας από τις εν λόγω εταιρείες στον πρώτο ανεξάρτητο πελάτη στην Κοινότητα· και

- οι εν λόγω εισαγωγές συνοδεύονται από τιμολόγιο ανάληψης υποχρέωσης το οποίο είναι ένα εμπορικό τιμολόγιο και περιλαμβάνει τουλάχιστον τα στοιχεία που απαριθμούνται και τη δήλωση που προβλέπεται στο παράρτημα του παρόντος κανονισμού· και

- τα εμπορεύματα που δηλώνονται και προσκομίζονται στο τελωνείο αντιστοιχούν ακριβώς στην περιγραφή του τιμολογίου ανάληψης υποχρέωσης.

2. Γεννάται τελωνειακή οφειλή κατά την αποδοχή της διασάφησης για θέση σε ελεύθερη κυκλοφορία:

- όταν διαπιστώνεται, όσον αφορά τις εισαγωγές που περιγράφονται στην παράγραφο 1, ότι δεν πληρούνται ένας ή περισσότεροι από τους όρους που αναφέρονται στην εν λόγω παράγραφο· ή

- όταν η Επιτροπή ανακαλέσει την αποδοχή της ανάληψης υποχρέωσης σύμφωνα με το άρθρο 8 παράγραφος 9 του βασικού κανονισμού με κανονισμό ή απόφαση που αναφέρεται σε συγκεκριμένες συναλλαγές και δηλώνει άκυρα τα σχετικά τιμολόγια ανάληψης.

Άρθρο 3

Με τον παρόντα κανονισμό καταργούνται ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 2320/97, όπως τροποποιήθηκε την τελευταία φορά με τον κανονισμό (EΚ) αριθ.1322/2004 του Συμβουλίου, και ο κανονισμός (EΚ) αριθ. 348/2000 του Συμβουλίου, όπως τροποποιήθηκε την τελευταία φορά με τον κανονισμό (EΚ) αριθ. 258/2005.

Άρθρο 4

Οι διαδικασίες ενδιάμεσης επανεξέτασης των δασμών αντιντάμπινγκ επί των εισαγωγών ΣΧΣ από σίδηρο ή μη κραματοποιημένο χάλυβα καταγωγής, μεταξύ άλλων, Ρωσίας και Ρουμανίας και Κροατίας και Ουκρανίας, οι οποίες άρχισαν το Μάρτιο του 2005, περατώνονται με τον παρόντα κανονισμό.

Οι διαδικασίες ενδιάμεσης επανεξέτασης και επανεξέτασης ενόψει της λήξης ισχύος, οι οποίες άρχισαν το Νοέμβριο του 2002 και των οποίων η συνέχιση επιβεβαιώθηκε με την αιτιολογική σκέψη 20 του κανονισμού (EΚ) αριθ. 1322/2004, περατώνονται με τον παρόντα κανονισμό.

Άρθρο 5

Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την επόμενη ημέρα από τη δημοσίευσή του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.

Βρυξέλλες,

Για το Συμβούλιο

Ο Πρόεδρος

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

Τα ακόλουθα στοιχεία αναφέρονται στο εμπορικό τιμολόγιο που συνοδεύει τις πωλήσεις ορισμένων σωλήνων χωρίς συγκόλληση από σίδηρο ή χάλυβα στην Κοινότητα, οι οποίες αποτελούν αντικείμενο ανάληψης υποχρέωσης:

1. Ο τίτλος «ΕΜΠΟΡΙΚΟ ΤΙΜΟΛΟΓΙΟ ΠΟΥ ΣΥΝΟΔΕΥΕΙ ΤΑ ΕΜΠΟΡΕΥΜΑΤΑ ΠΟΥ ΥΠΟΚΕΙΝΤΑΙ ΣΕ ΑΝΑΛΗΨΗ ΥΠΟΧΡΕΩΣΗΣ».

2. Η επωνυμία της εταιρείας που αναφέρεται στο άρθρο 1 του κανονισμού [ΑΡΙΘΜΟΣ] της Επιτροπής, και η οποία εκδίδει το εμπορικό τιμολόγιο.

3. Ο αριθμός του εμπορικού τιμολογίου.

4. Η ημερομηνία έκδοσης του εμπορικού τιμολογίου.

5. Ο πρόσθετος κωδικός TARIC βάσει του οποίου γίνεται ο εκτελωνισμός των εμπορευμάτων του τιμολογίου στα σύνορα της Κοινότητας.

6. Η ακριβής περιγραφή των εμπορευμάτων, η οποία περιλαμβάνει:

- τον κωδικό του προϊόντος (PCN), που χρησιμοποιείται για τους σκοπούς της έρευνας και της ανάληψης υποχρέωσης (δηλαδή PCN I, PCN 2 κ.λπ.),

- απλή περιγραφή των εμπορευμάτων που αντιστοιχούν στον συγκεκριμένο PCN,

- τον εταιρικό κωδικό προϊόντος (CPC), (εφόσον ισχύει),

- τον κωδικό ΣΟ,

- την ποσότητα (σε τόνους)

7. Η περιγραφή των όρων πώλησης, στην οποία περιλαμβάνονται και τα εξής:

- τιμή ανά τόνο,

- ισχύοντες όροι πληρωμής,

- ισχύοντες όροι παράδοσης,

- συνολικές εκπτώσεις και μειώσεις τιμών.

8. Η επωνυμία της εταιρείας που ενεργεί ως εισαγωγέας στην Κοινότητα, στην οποία εκδίδεται απευθείας το τιμολόγιο που συνοδεύει τα εμπορεύματα που υπόκεινται σε ανάληψη υποχρέωσης.

9. Το ονοματεπώνυμο του υπαλλήλου της εταιρείας που εξέδωσε το τιμολόγιο ανάληψης υποχρέωσης και η ακόλουθη υπογεγραμμένη δήλωση:

«Ο υπογεγραμμένος, πιστοποιώ ότι η πώληση για άμεση εξαγωγή στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα των εμπορευμάτων που καλύπτονται από το παρόν τιμολόγιο πραγματοποιείται στο πλαίσιο και με τους όρους της ανάληψης υποχρέωσης που προτάθηκε από [ΕΤΑΙΡΕΙΑ], και έγινε αποδεκτή από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή με την απόφαση [ΑΡΙΘΜΟΣ]. Δηλώνω ότι τα στοιχεία που αναγράφονται στο παρόν τιμολόγιο είναι πλήρη και ακριβή.»

[1] ΕΕ L 56 της 6.3.1996, σ. 1. Κανονισμός όπως τροποποιήθηκε την τελευταία φορά με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 2117/2005 του Συμβουλίου (ΕΕ L 340 της 23.12.2005, σ.17).

[2] ΕΕ C 77 της 31.03.2005, σ. 2.

[3] ΕΕ L 56 της 16.03.1996, σ. 1. Κανονισμός όπως τροποποιήθηκε την τελευταία φορά με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 2117/2005 του Συμβουλίου (ΕΕ L 340 της 23.12.2005, σ.17).

[4] ΕΕ L 322 της 25.11.1997, σ. 1. Κανονισμός όπως τροποποιήθηκε την τελευταία φορά με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1322/2004 του Συμβουλίου (ΕΕ L 246 της 20.7.2004, σ. 10).

[5] ΕΕ L 45 της 17.2.2000, σ. 1. Κανονισμός όπως τροποποιήθηκε την τελευταία φορά με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 258/2005 (ΕΕ L 46 της 17.2.2005, σ. 7).

[6] ΕΕ L 322 της 25.11.1997, σ. 63.

[7] ΕΕ L 23 της 28.1.2000, σ. 78.

[8] ΕΕ L 246 της 20.7.2004, σ. 10.

[9] Βλέπε αιτιολογικές σκέψεις 9 και επόμ. του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1322/2004.

[10] ΕΕ C 288 της 23.11.2002, σ. 2.

[11] ΕΕ L 46 της 17.2.2005, σ. 7.

[12] ΕΕ L 46 της 17.2.2005, σ. 46.

[13] ΕΕ L 300 της 17.11.2005, σ. 1.

[14] Όπως ορίζεται στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1719/2005 της 27ης Οκτωβρίου 2005 για την τροποποίηση του παραρτήματος I του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 2658/87 του Συμβουλίου σχετικά με τη δασμολογική και στατιστική ονοματολογία και το κοινό δασμολόγιο (ΕΕ L 286 της 28.10.2005, σ.1). Το καλυπτόμενο προϊόν καθορίζεται με το συνδυασμό της περιγραφής του προϊόντος στο άρθρο 1 παράγραφος 1 και της περιγραφής του προϊόντος των αντίστοιχων κωδικών ΣΟ.

[15] Να σημειωθεί ότι η κατανάλωση μειώθηκε κατά 165.000 τόνους μεταξύ 2001 και 2004.

[16] Eυρωπαϊκή ΕπιτροπήΓενική Διεύθυνση ΕμπορίουB-1049 Bρυξέλλες / Bέλγιο

[17] Βλέπε αιτιολογική σκέψη (137) του κανονισμού (EΚ) αριθ. 258/2005

[18] To CEV προσδιορίζεται σύμφωνα με την τεχνική έκθεση του Διεθνούς Ινστιτούτου Τεχνολογίας Συγκόλλησης: Technical Report, 1967, IIW doc. IX-535-67.

[19] Όπως ορίζεται στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1719/2005 της Επιτροπής, της 27ης Οκτωβρίου 2005, που τροποποιεί το παράρτημα Ι του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 2658/87 του Συμβουλίου για τη δασμολογική και στατιστική ονοματολογία και το κοινό δασμολόγιο (ΕΕ L 286 της 28.10.2005, σ.1). Το καλυπτόμενο προϊόν καθορίζεται με το συνδυασμό της περιγραφής του προϊόντος στο άρθρο 1 παράγραφος 1 και της περιγραφής του προϊόντος των αντίστοιχων κωδικών ΣΟ.