Πρόταση για Αποφαση του Συμβουλιου και των Αντιπροσωπων των Κυβερνησεων των Κρατων Μελων της Ευρωπαϊκης Ένωσης που συνηλθαν στο πλαισιο του συμβουλιου σχετικά με την υπογραφή και την προσωρινή εφαρμογή της συμφωνίας αεροπορικών μεταφορών μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και των κρατών μελών της, αφενός, και των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής, αφετέρου /* COM/2006/0169 τελικό */
[pic] | ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ | Βρυξέλλες, 21.4.2006 COM(2006) 169 τελικό 2006/0058 (CNS) Πρόταση για ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΩΝ ΑΝΤΙΠΡΟΣΩΠΩΝ ΤΩΝ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΝ ΤΩΝ ΚΡΑΤΩΝ ΜΕΛΩΝ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΈΝΩΣΗΣ ΠΟΥ ΣΥΝΗΛΘΑΝ ΣΤΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ σχετικά με την υπογραφή και την προσωρινή εφαρμογή της συμφωνίας αεροπορικών μεταφορών μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και των κρατών μελών της, αφενός, και των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής, αφετέρου. Πρόταση για ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΩΝ ΑΝΤΙΠΡΟΣΩΠΩΝ ΤΩΝ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΝ ΤΩΝ ΚΡΑΤΩΝ ΜΕΛΩΝ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΈΝΩΣΗΣ ΠΟΥ ΣΥΝΗΛΘΑΝ ΣΤΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ σχετικά με τη σύναψη της συμφωνίας αεροπορικών μεταφορών μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και των κρατών μελών της, αφενός, και των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής, αφετέρου. (υποβληθέντα από την Επιτροπή) ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ Πλαίσιο της πρότασης | 110 | Αιτιολόγηση και στόχοι της πρότασης Η διαπραγμάτευση της συμφωνίας αεροπορικών μεταφορών μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και των κρατών μελών της, αφενός, και των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής, αφετέρου,πραγματοποιήθηκε μετά από εντολή που εξέδωσε το Συμβούλιο τον Ιούνιο του 2003. Οι αεροπορικές μεταφορές μεταξύ ΕΕ και ΗΠΑ εκτελούνται προς το παρόν με βάση διμερείς συμφωνίες μεταξύ κάθε κράτους μέλους και των ΗΠΑ. Αυτές οι διμερείς συμφωνίες περιέχουν διατάξεις, σχετικά με τις οποίες το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων αποφάνθηκε το Νοέμβριο του 2002 ότι δεν συμβιβάζονται με το κοινοτικό δίκαιο και ότι επομένως είναι απαραίτητο να καθιερωθεί ένα νέο πλαίσιο για τις αεροπορικές μεταφορές μεταξύ ΕΕ και ΗΠΑ σε κοινοτικό επίπεδο. Η παρούσα συμφωνία αποτελεί ένα πρώτο συγκεκριμένο βήμα προς την κατεύθυνση αυτήν και περιέχει τη δέσμευση και για τις δύο πλευρές ότι θα αρχίσουν διαπραγματεύσεις σε ένα δεύτερο στάδιο μέσα σε καθορισμένο χρονοδιάγραμμα. Η συμφωνία θα ανταποκρίνεται στις νομικές απαιτήσεις της Κοινότητας και θα προσφέρει άμεσα και ουσιαστικά οικονομικά οφέλη σε επιβάτες και αερομεταφορείς εκατέρωθεν του Ατλαντικού. | 120 | Γενικό πλαίσιο Η εντολή διαπραγμάτευσης όριζε ως στόχο τη δημιουργία Ανοικτού Εναέριου Χώρου (ΑΕΧ) μεταξύ ΕΕ και ΗΠΑ. Έτσι, θα διαμορφωνόταν μια ενιαία αγορά αερομεταφορών μεταξύ ΕΕ και ΗΠΑ, μέσα στην οποία οι ροές των επενδύσεων θα ήταν ελεύθερες και όπου οι ευρωπαϊκές και οι αμερικανικές αεροπορικές εταιρείες θα μπορούσαν να προσφέρουν αεροπορικά δρομολόγια χωρίς κανένα περιορισμό, ακόμη και στις αγορές εσωτερικών πτήσεων αμφοτέρων των συμβαλλομένων μερών. Η πλήρης υλοποίηση της εντολής θα απαιτούσε σημαντικές νομοθετικές αλλαγές στις Ηνωμένες Πολιτείες, ιδίως για να αρθούν οι υπάρχοντες νομικοί περιορισμοί σχετικά με την κυριότητα και τον έλεγχο αμερικανικών αεροπορικών εταιρειών από αλλοδαπούς και με τις ενδομεταφορές. Τα θέματα αυτά εξακολουθούν να είναι εξαιρετικά ευαίσθητα από πολιτική άποψη στις ΗΠΑ. Για το λόγο αυτό, αναγνωρίζεται ρητά στην εντολή η δυνατότητα εφαρμογής της συμφωνίας κατά στάδια, καίτοι απαιτείται η δημιουργία μηχανισμών για να εξασφαλισθεί η μετάβαση σε επόμενα στάδια. Η ΕΕ αποδέχθηκε κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων να μην περιληφθούν οι ενδομεταφορές στο πρώτο στάδιο της συμφωνίας, κατέστησε όμως σαφές στις ΗΠΑ ότι το πρώτο στάδιο της συμφωνίας θα γίνει αποδεκτό από την ΕΕ μόνον εφόσον σημειωθεί αξιόλογη πρόοδος στην άρση των περιορισμών σχετικά με την κυριότητα και τον έλεγχο αμερικανικών αεροπορικών εταιρειών από αλλοδαπούς. Στις 2 Νοεμβρίου 2005, το αμερικανικό Υπουργείο Μεταφορών (Department of Transportation - DOT) εξέδωσε "Ανακοίνωση Προτεινόμενης Κανονιστικής Ρύθμισης (Notice of Proposed Rulemaking - NPRM), η οποία θα έδινε νέα ερμηνεία στη θεσμοθετημένη απαίτηση που ισχύει για τις αμερικανικές αεροπορικές εταιρείες να είναι υπό τον "πραγματικό έλεγχο" Αμερικανών πολιτών, έτσι ώστε να διευρυνθούν οι ευκαιρίες επένδυσης αλλοδαπών πολιτών στις εταιρείες αυτές, όπως και οι ευκαιρίες συμμετοχής τους στη διαχείριση των αμερικανικών αεροπορικών εταιρειών. Με βάση τις διαπραγματευτικές οδηγίες της εντολής, το κείμενο της συμφωνίας με τις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής οριστικοποιήθηκε στις 18 Νοεμβρίου 2005 από την Επιτροπή στον τελικό γύρο των διαπραγματεύσεων. Στην οριστικοποίηση του κειμένου της συμφωνίας, η ΕΕ δήλωσε ότι η Ευρωπαϊκή Κοινότητα και τα κράτη μέλη, για να αποφασίσουν εάν θα συνάψουν τη συμφωνία, θα εξετάσουν τα αποτελέσματα της διαδικασίας NPRM όπως θα έχει διαμορφωθεί ως τελική ρύθμιση. Η έκδοση απόφασης από το Συμβούλιο θα εξαρτηθεί επομένως από την έκδοση προηγουμένως τελικής ρύθμισης από το αμερικανικό DOT, για την οποία το Συμβούλιο κρίνει θα επιφέρει σαφείς, σημαντικές και δυναμικές αλλαγές στην αμερικανική πολιτική στο δεδομένο πεδίο. Εάν η τελική ρύθμιση του DOT δημοσιευθεί έγκαιρα και η εκτίμηση του Συμβουλίου είναι θετική, προβλέπεται να υπογραφεί η συμφωνία μέσα στο πρώτο εξάμηνο του 2006. | 130 | Υπάρχουσες διατάξεις στο πεδίο που καλύπτει η πρόταση Οι διατάξεις της συμφωνίας αντικαθιστούν τις 20 διμερείς συμφωνίες αεροπορικών μεταφορών που έχουν συναφθεί μεταξύ των κρατών μελών και των Ηνωμένων Πολιτειών. | 140 | Συνοχή με τις υπόλοιπες πολιτικές και στόχους της Ένωσης Η σύναψη της συμφωνίας αεροπορικών μεταφορών με τις Ηνωμένες Πολιτείες αποτελούσε ανέκαθεν προτεραιότητα για την ΕΕ και καίριο στοιχείο ανάπτυξης της εξωτερικής πολιτικής αερομεταφορών της ΕΕ, όπως επισημαίνεται στην ανακοίνωση της Επιτροπής COM(2005) 79 τελικό "Προγραμματισμός της εξωτερικής πολιτικής αερομεταφορών της Κοινότητας". Η προτεινόμενη συμφωνία θα εξυπηρετήσει επίσης ένα θεμελιώδη στόχο της εξωτερικής πολιτικής αερομεταφορών της Κοινότητας, ο οποίος είναι να ευθυγραμμισθούν οι υφιστάμενες διμερείς συμφωνίες περί αεροπορικών υπηρεσιών με το κοινοτικό δίκαιο. | Διαβουλεύσεις με τα ενδιαφερόμενα μέρη και εκτίμηση των επιπτωσεων | Διαβούλευση με τα ενδιαφερόμενα μέρη | 211 | Μέθοδοι διαβούλευσης, κύριοι τομείς-στόχοι και γενικά χαρακτηριστικά των συνομιλητών Καθ’όλη τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων, η Επιτροπή είχε εκτεταμένες διαβουλεύσεις με ενδιαφερόμενους παράγοντες, ιδίως μέσω τακτικών συναντήσεων του Συμβουλευτικού Φόρουμ, όπου συμμετέχουν εκπρόσωποι των αεροπορικών εταιρειών, των αερολιμένων και οργανώσεων των εργαζομένων. | 212 | Περίληψη των απαντήσεων και πώς ελήφθησαν υπόψη Πραγματοποιήθηκαν περισσότερες από 10 συναντήσεις με το Συμβουλευτικό Φόρουμ, όπου συζητήθηκαν λεπτομερώς όλα τα σημεία διαπραγμάτευσης. Όλα τα σχόλια των ενδιαφερομένων παραγόντων ελήφθησαν δεόντως υπόψη κατά την εκπόνηση της θέσης διαπραγμάτευσης της Κοινότητας. | Συγκέντρωση και χρήση εμπειρογνωμοσύνης | 229 | Δεν χρειάσθηκε εξωτερική εμπειρογνωμοσύνη. | 230 | Εκτίμηση των επιπτώσεων Η συμφωνία αποτελεί σημαντικό βήμα προόδου στην επίτευξη του απώτερου στόχου να δημιουργηθεί ένας ανοικτός εναέριος χώρος μεταξύ EΕ και ΗΠΑ. Σε έκθεση που εκπόνησε το 2002 για λογαριασμό της Επιτροπής αμερικανικό γραφείο συμβούλων, το Brattle Group, εκτιμήθηκε ότι λόγω του ανοικτού εναερίου χώρου μεταξύ EΕ και ΗΠΑ, η επιβατική κίνηση θα αυξηθεί κατά ακόμη 17 εκατομμύρια επιβάτες ετησίως, θα προκύψει κέρδος για τους καταναλωτές ύψους τουλάχιστον 5 δισεκατομμυρίων € ετησίως, και θα δοθεί ώθηση στην απασχόληση και στις δύο πλευρές του Ατλαντικού. Η συμφωνία προβλέπει τη σύσταση Κοινής Επιτροπής, η οποία θα είναι αρμόδια για την επανεξέταση της εφαρμογής της συμφωνίας και των αποτελεσμάτων της. | Νομικά στοιχεία της πρότασης | 305 | Σύνοψη της προτεινόμενης πράξης Η συμφωνία αντιπροσωπεύει ένα διεξοδικό σε πρώτο στάδιο κείμενο, το οποίο θα αντικαταστήσει τις υπάρχουσες διμερείς συμφωνίες που έχουν συνάψει κράτη μέλη με τις Ηνωμένες Πολιτείες. Η συμφωνία αίρει όλους τους υπάρχοντες περιορισμούς στα δικαιώματα των αεροπορικών εταιρειών τόσο της Κοινότητας όσο και των Ηνωμένων Πολιτειών να εκτελούν πτήσεις μεταξύ σημείων εντός της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και σημείων εντός των Ηνωμένων Πολιτειών. Εν προκειμένω, η συμφωνία αίρει τους φραγμούς που εμποδίζουν τις κοινοτικές αεροπορικές εταιρείες να κάνουν χρήση του δικαιώματος εγκατάστασης εντός της Κοινότητας, καθώς και του δικαιώματος της πρόσβασης στην αγορά χωρίς διακρίσεις, όσον αφορά την προσφορά αεροπορικών δρομολογίων από και προς τις Ηνωμένες Πολιτείες που επισημάνθηκαν στις αποφάσεις του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων στις υποθέσεις C-466/98, C-467/98, C-468/98, C-469/98, C-471/98, C-472/98, C-475/98 και C-476/98. | 310 | Νομική βάση Άρθρο 80 παράγραφος 2, σε συνδυασμό με το άρθρο 300 παράγραφος 2 πρώτη πρόταση του πρώτου εδαφίου και με το άρθρο 300 παράγραφος 3 της συνθήκης ΕΚ. | 320 | Αρχή της επικουρικότητας Η αρχή της επικουρικότητας εφαρμόζεται στον βαθμό που η πρόταση δεν εμπίπτει στην αποκλειστική αρμοδιότητα της Κοινότητας. | Οι στόχοι της πρότασης δεν είναι δυνατόν να επιτευχθούν επαρκώς από τα μεμονωμένα κράτη μέλη για τον (τους) εξής λόγο(ους). | 321 | Η συμφωνία ορίζει νέες ρυθμίσεις σε κοινοτικό επίπεδο, οι οποίες διέπουν την προσφορά υπερατλαντικών αεροπορικών δρομολογίων και θα αντικαταστήσουν τις συμφωνίες που έχουν συναφθεί από τα κράτη μέλη μεμονωμένα. Η συμφωνία διαμορφώνει ταυτόχρονα για όλες τις κοινοτικές αεροπορικές εταιρείες ενιαίους όρους πρόσβασης στην αγορά και καθιερώνει νέο καθεστώς ρυθμιστικής συνεργασίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και των Ηνωμένων Πολιτειών σε πεδία ουσιαστικά για την ασφάλεια πτήσεων, την αεροπορική ασφάλεια και την αποτελεσματική εκμετάλλευση των υπερατλαντικών αεροπορικών δρομολογίων. Συγκεκριμένα, θα ενισχυθεί η συνεργασία σε θέματα ασφάλειας πτήσεων και αεροπορικής ασφάλειας. Θα ρυθμισθεί επίσης εκ νέου η συνεργασία μεταξύ των αρμοδίων αρχών κάθε πλευράς στην εφαρμογή των οικείων καθεστώτων ανταγωνισμού στη διεθνή αεροπορία που σχετίζονται με την υπερατλαντική αγορά αερομεταφορών. Οι ρυθμίσεις αυτές μπορούν να επιτευχθούν μόνον σε κοινοτικό επίπεδο διότι υπεισέρχονται σε ορισμένα θέματα αποκλειστικής αρμοδιότητας της Κοινότητας. | Οι στόχοι είναι δυνατόν να επιτευχθούν καλύτερα με κοινοτική δράση για τον (τους) εξής λόγο(ους). | 324 | Η συμφωνία επιτρέπει την ταυτόχρονη επέκταση των όρων της στα 25 κράτη μέλη, με ισότιμη ισχύ των ίδιων κανόνων χωρίς διακρίσεις και προς όφελος όλων των κοινοτικών αερομεταφορέων ανεξαρτήτως της εθνικότητάς τους. Οι εν λόγω αερομεταφορείς μπορούν πλέον να εκτελούν πτήσεις ελεύθερα από οποιοδήποτε σημείο της Ευρωπαϊκής Ένωσης προς οποιοδήποτε σημείο των Ηνωμένων Πολιτειών. | 325 | Η άρση όλων των περιορισμών όσον αφορά την πρόσβαση στην αγορά μεταξύ ΕΕ και Ηνωμένων Πολιτειών όχι μόνον θα προσελκύσει νέες εταιρείες στην αγορά και θα δημιουργήσει ευκαιρίες για τα αεροδρόμια που δεν είναι πολυσύχναστα αλλά θα διευκολύνει επίσης τις ενοποιήσεις μεταξύ κοινοτικών αεροπορικών εταιρειών. | 327 | Η συμφωνία εξασφαλίζει για όλους τους κοινοτικούς αερομεταφορείς εμπορικές ευκαιρίες, όπως είναι η παροχή αεροσκάφους με το πλήρωμά του σε αμερικανικές αεροπορικές εταιρείες, την οποία κανένα κράτος μέλος δεν μπόρεσε να εξασφαλίσει όταν διαπραγματευόταν το ίδιο με τις Ηνωμένες Πολιτείες. Ένας από τους κύριους στόχους της εντολής είναι να διαμορφωθούν ισότιμοι όροι ανταγωνισμού για όλους τους αερομεταφορείς της ΕΕ και των ΗΠΑ, πράγμα που απαιτεί στενή ρυθμιστική συνεργασία και μπορεί να επιτευχθεί μόνον σε κοινοτικό επίπεδο. | Κατά συνέπεια, η πρόταση είναι σύμφωνη με την αρχή της επικουρικότητας. | Αρχή της αναλογικότητας Η πρόταση συμβαδίζει με την αρχή της αναλογικότητας για τον (τους) εξής λόγο(ους). | 331 | Θα συσταθεί Κοινή Επιτροπή, η οποία θα συζητεί θέματα που συνδέονται με την εφαρμογή της συμφωνίας. Η Κοινή Επιτροπή θα προωθήσει τις ανταλλαγές απόψεων σε επίπεδο εμπειρογνωμόνων σχετικά με νέες νομοθετικές ή ρυθμιστικές πρωτοβουλίες ή εξελίξεις και θα εξετάζει τα πιθανά πεδία περαιτέρω ανάπτυξης της συμφωνίας. Η Κοινή Επιτροπή θα απαρτίζεται από αντιπροσώπους της Επιτροπής και των κρατών μελών. | 332 | Επίσης, τα κράτη μέλη θα συνεχίσουν να εκπληρώνουν τα συνήθη διοικητικά καθήκοντά τους στο πλαίσιο των διεθνών αερομεταφορών με κοινούς όμως κανόνες, οι οποίοι θα εφαρμόζονται ομοιόμορφα. | Επιλογή μέσων | 341 | Προτεινόμενα μέσα: άλλα. | 342 | Δεν κρίθηκαν κατάλληλα άλλα μέσα για τον(ους) εξής λόγο(ους). Οι εξωτερικές σχέσεις στις αερομεταφορές μπορούν να ρυθμισθούν μόνον με διεθνείς συμφωνίες. | Δημοσιονομικές επιπτώσεις | 409 | Η πρόταση δεν έχει επίπτωση στον κοινοτικό προϋπολογισμό. | 1. Πρόταση για ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΩΝ ΑΝΤΙΠΡΟΣΩΠΩΝ ΤΩΝ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΝ ΤΩΝ ΚΡΑΤΩΝ ΜΕΛΩΝ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΈΝΩΣΗΣ ΠΟΥ ΣΥΝΗΛΘΑΝ ΣΤΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ σχετικά με την υπογραφή και την προσωρινή εφαρμογή της συμφωνίας αεροπορικών μεταφορών μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και των κρατών μελών της, αφενός, και των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής, αφετέρου. TΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ ΚΑΙ ΟΙ ΑΝΤΙΠΡΟΣΩΠΟΙ ΤΩΝ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΝ ΤΩΝ ΚΡΑΤΩΝ ΜΕΛΩΝ ΠΟΥ ΣΥΝΗΛΘΑΝ ΣΤΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ Έχοντας υπόψη: τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, και ιδίως το άρθρο 80 παράγραφος 2, σε συνδυασμό με το άρθρο 300 παράγραφος 2 πρώτο εδάφιο πρώτη πρόταση, Εκτιμώντας τα ακόλουθα: (1) Η Επιτροπή διαπραγματεύθηκε εξ ονόματος της Κοινότητας και των κρατών μελών μια συμφωνία αεροπορικών μεταφορών με τις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής (στο εξής “η συμφωνία”). (2) Η συμφωνία μονογραφήθηκε στ….. (3) Η συμφωνία πρέπει να υπογραφεί και να εφαρμόζεται προσωρινά από την Κοινότητα και τα κράτη μέλη, με την επιφύλαξη της πιθανής σύναψής της σε μεταγενέστερη ημερομηνία. (4) Σήμερα το δίκαιο των Ηνωμένων Πολιτειών απαιτεί, μεταξύ άλλων, για να αδειδοτηθεί μια αεροπορική εταιρεία ως αμερικανική αεροπορική εταιρεία, να είναι υπό “τον πραγματικό έλεγχο” πολιτών των ΗΠΑ. Η απαίτηση αυτή ερμηνεύθηκε από το Υπουργείο Μεταφορών των ΗΠΑ σε δήλωση γενικής πολιτικής, η οποία περιέχεται στον Κώδικα Ομοσπονδιακών Κανονισμών Μέρος 399.88 Τίτλος 14 (στο εξής “CFR 14 Part 399.88”). (5) Η συμφωνία βασίζεται στο σκεπτικό ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες θα εφαρμόσουν την ερμηνεία της θεσμοθετημένης απαίτησης για τον “πραγματικό έλεγχο” που διατύπωσε το Υπουργείο Μεταφορών στον CFR 14 Part 399.88, κατά τρόπο που να προσφέρει στους υπηκόους των κρατών μελών, οι οποίοι έχουν επενδύσει σε αεροπορική εταιρεία των ΗΠΑ, τη δυνατότητα να ασκούν ανάλογη επιρροή στις εμπορικές δραστηριότητες αυτής της αεροπορικής εταιρείας. Συνεπώς, εάν οι αεροπορικές αρχές ή τα δικαστήρια των Ηνωμένων Πολιτειών δεν ερμηνεύσουν ή δεν εφαρμόσουν τον CFR 14 Part 399.88 κατά τον τρόπο αυτόν, ή εάν η διάταξη αυτή τροποποιηθεί, ανακληθεί, αποσυρθεί ή ακυρωθεί, η Κοινότητα και τα κράτη μέλη πρέπει να διακόψουν την προσωρινή εφαρμογή της συμφωνίας, εκτός εάν η διάταξη αντικατασταθεί από άλλη που δεν θα προβλέπει λιγότερο ευνοϊκή μεταχείριση των κοινοτικών επενδυτών. (6) Είναι αναγκαίο να ρυθμισθεί διαδικαστικά πώς θα αποφασισθεί, σε περίπτωση ανάγκης, ο τρόπος διακοπής της προσωρινής εφαρμογής της συμφωνίας. Είναι επίσης αναγκαίο να ρυθμισθεί διαδικαστικά η συμμετοχή της Κοινότητας και των κρατών μελών στην Κοινή Επιτροπή που συστήνεται με βάση το άρθρο 17 της συμφωνίας και στις διαδικασίες διαιτησίας που προβλέπονται στο άρθρο 18 της συμφωνίας, καθώς και η εφαρμογή ορισμένων διατάξεων της συμφωνίας για την αεροπορική ασφάλεια (επίγεια), την ασφάλεια πτήσεων, τα δικαιώματα κυκλοφορίας και την κυβερνητική χρηματοδότηση. ΑΠΟΦΑΣΙΖΟΥΝ: Άρθρο 1 (Υπογραφή) Ο Πρόεδρος του Συμβουλίου εξουσιοδοτείται με την παρούσα να ορίσει το πρόσωπο που είναι αρμόδιο να υπογράψει, εξ ονόματος της Κοινότητας, τη συμφωνία αεροπορικών μεταφορών μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και των κρατών μελών της, αφενός, και των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής, αφετέρου, με την επιφύλαξη της ενδεχόμενης σύναψής της σε μεταγενέστερη ημερομηνία. Tο κείμενο της συμφωνίας επισυνάπτεται στην παρούσα απόφαση. Άρθρο 2 (Προσωρινή εφαρμογή) 1. Ενόσω εκκρεμεί η έναρξη ισχύος της, η συμφωνία εφαρμόζεται προσωρινά από την Κοινότητα και τα κράτη μέλη από […]. 2. Τυχόν απόφαση για τη διακοπή της προσωρινής εφαρμογής της συμφωνίας και τη σχετική γνωστοποίηση στις Ηνωμένες Πολιτείες σύμφωνα με το άρθρο 24 παράγραφος 2 της συμφωνίας, και τυχόν απόφαση απόσυρσης της γνωστοποίησης αυτής, λαμβάνονται από το Συμβούλιο με ομοφωνία, εξ ονόματος της Κοινότητας και των κρατών μελών, με βάση πρόταση της Επιτροπής. 3. Εάν το Συμβούλιο αποφανθεί, σύμφωνα με τη διαδικασία της παραγράφου 2, ότι α) ο CFR 14 Part 399.88, ή οποιαδήποτε μεταγενέστερη διάταξη, ερμηνεύεται ή εφαρμόζεται από τις αεροναυτικές αρχές ή τα δικαστήρια των Ηνωμένων Πολιτειών κατά τρόπο που δεν προσφέρει στους υπηκόους των κρατών μελών, οι οποίοι έχουν επενδύσει σε αεροπορική εταιρεία των ΗΠΑ, τη δυνατότητα να ασκούν ανάλογη επιρροή στις εμπορικές δραστηριότητες αυτής της αεροπορικής εταιρείας, εξαιρουμένων των θεμάτων που αφορούν την αεροπορική ασφάλεια (επίγεια), την ασφάλεια πτήσεων και τις δεσμεύσεις έναντι της Civil Reserve Air Fleet (Εφεδρεία Αεροσκαφών Πολιτικής Αεροπορίας)· ή β) ο CFR 14 Part 399.88, ή οποιαδήποτε μεταγενέστερη διάταξη, έχει τροποποιηθεί κατά τρόπο που να εξασφαλίζεται στους υπηκόους των κρατών μελών που έχουν επενδύσει σε αεροπορική εταιρεία των ΗΠΑ μεταχείριση λιγότερο ευνοϊκή σε σχέση με τον CFR 14 Part 399.88· ή γ) ο CFR 14 Part 399.88, ή οποιαδήποτε μεταγενέστερη διάταξη έχει αποσυρθεί, ανακληθεί ή ακυρωθεί, εκτός εάν η διάταξη αντικατασταθεί από άλλη διάταξη, η οποία δεν θα εξασφαλίζει στους υπηκόους των κρατών μελών που έχουν επενδύσει σε αεροπορική εταιρεία των ΗΠΑ μεταχείριση λιγότερο ευνοϊκή σχέση με τον CFR 14 Part 399.88· προβαίνει στη γνωστοποίηση που προβλέπεται στο άρθρο 24 παράγραφος 2 της συμφωνίας. Άρθρο 3 (Κοινή Επιτροπή) 1. Η Κοινότητα και τα κράτη μέλη εκπροσωπούνται στην Κοινή Επιτροπή που συστήνεται βάσει του άρθρου 17 της συμφωνίας από την Επιτροπή, η οποία επικουρείται από αντιπροσώπους των κρατών μελών. 2. Η θέση που λαμβάνουν η Κοινότητα και τα κράτη μέλη της στην Κοινή Επιτροπή όσον αφορά θέματα που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής των άρθρων 17 ή 19 της συμφωνίας ή θέματα που δεν απαιτούν τη λήψη απόφασης επαγομένης έννομες συνέπειες, καθορίζεται από την Επιτροπή. Σε όλες τις άλλες περιπτώσεις, η θέση της Κοινότητας και των κρατών μελών λαμβάνεται από το Συμβούλιο, το οποίο αποφασίζει με ειδική πλειοψηφία κατόπιν πρότασης της Επιτροπής. Άρθρο 4 (Διαιτησία) 1. Η Επιτροπή αντιπροσωπεύει την Κοινότητα και τα κράτη μέλη στις διαδικασίες διαιτησίας βάσει του άρθρου 18 της συμφωνίας. 2. Η απόφαση αναστολής της εφαρμογής των ευεργετημάτων σύμφωνα με το άρθρο 18 παράγραφος 7 της συμφωνίας λαμβάνεται από το Συμβούλιο κατόπιν πρότασης της Επιτροπής. Το Συμβούλιο αποφασίζει με ειδική πλειοψηφία. 3. Κάθε άλλη ενδεδειγμένη ενέργεια που αναλαμβάνεται βάσει του άρθρου 18 της συμφωνίας αποφασίζεται από την Επιτροπή, με τη συνδρομή ειδικής επιτροπής απαρτιζόμενης από αντιπροσώπους των κρατών μελών, την οποία θα ορίσει το Συμβούλιο. Άρθρο 5 (Δικαιώματα κυκλοφορίας) 1. Τα κράτη μέλη ενημερώνουν εκ των προτέρων την Επιτροπή για οποιαδήποτε απόφαση προτίθενται να λάβουν βάσει των άρθρων 4 ή 5 της συμφωνίας. 2. Εφόσον η Επιτροπή αποφανθεί σε οποιαδήποτε στιγμή ότι η απόφαση που έλαβε ένα κράτος μέλος, ή προτίθεται να λάβει, βάσει των άρθρων 4 ή 5 της συμφωνίας δεν είναι συμβιβάσιμη με τη συμφωνία, απευθύνει απόφαση προς το συγκεκριμένο κράτος μέλος ζητώντας από αυτό να λάβει ενδεδειγμένα μέτρα προκειμένου να συμμορφωθεί προς τη συμφωνία. Η Επιτροπή ενημερώνει το Συμβούλιο και τα υπόλοιπα κράτη μέλη για την απόφασή της. Οποιοδήποτε κράτος μέλος μπορεί να φέρει την απόφαση της Επιτροπής ενώπιον του Συμβουλίου εντός 10 εργάσιμων ημερών από την κοινοποίησή της. Το Συμβούλιο μπορεί να λάβει διαφορετική απόφαση εντός ενός μηνός από την παραπομπή της απόφασης ενώπιό του. Tο Συμβούλιο αποφασίζει με ειδική πλειοψηφία. Άρθρο 6 (Ασφάλεια πτήσεων) Τα κράτη μέλη ενημερώνουν αμέσως την Επιτροπή σχετικά με τυχόν αιτήματα ή κοινοποιήσεις που υπέβαλαν ή έλαβαν βάσει του άρθρου 7 της συμφωνίας. Άρθρο 7 (Αεροπορική ασφάλεια (επίγεια)) Τα κράτη μέλη ενημερώνουν αμέσως την Επιτροπή σχετικά με τυχόν αιτήματα ή κοινοποιήσεις που υπέβαλαν ή έλαβαν βάσει του άρθρου 8 της συμφωνίας. Άρθρο 8 (Κυβερνητικές επιχορηγήσεις και χρηματοδότηση) 1. Εάν ένα κράτος μέλος πιστεύει ότι η επιχορήγηση ή η χρηματοδότηση, η οποία προγραμματίζεται ή χορηγείται από κυβερνητική οντότητα στην επικράτεια των Ηνωμένων Πολιτειών, θα έχει τα δυσμενή αποτελέσματα στον ανταγωνισμό όπως αναφέρεται στο άρθρο 13 παράγραφος 2 της συμφωνίας, μπορεί να θέσει το θέμα υπόψη της Επιτροπής, η οποία μπορεί να έλθει σε επαφή με την εν λόγω οντότητα ή να ζητήσει σύγκληση της Κοινής Επιτροπής που συστήνεται με βάση το άρθρο 17 της συμφωνίας. 2. Τα κράτη μέλη ενημερώνουν αμέσως την Επιτροπή όταν οι Ηνωμένες Πολιτείες έρχονται σε επαφή με αυτά, βάσει του άρθρου 13 παράγραφος 3 της συμφωνίας. Βρυξέλλες, Για το Συμβούλιο Ο Πρόεδρος 2006/0058 (CNS) Πρόταση για ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΩΝ ΑΝΤΙΠΡΟΣΩΠΩΝ ΤΩΝ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΝ ΤΩΝ ΚΡΑΤΩΝ ΜΕΛΩΝ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΈΝΩΣΗΣ ΠΟΥ ΣΥΝΗΛΘΑΝ ΣΤΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ σχετικά με τη σύναψη της συμφωνίας αεροπορικών μεταφορών μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και των κρατών μελών της, αφενός, και των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής, αφετέρου. TΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ ΚΑΙ ΟΙ ΑΝΤΙΠΡΟΣΩΠΟΙ ΤΩΝ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΝ ΤΩΝ ΚΡΑΤΩΝ ΜΕΛΩΝ ΠΟΥ ΣΥΝΗΛΘΑΝ ΣΤΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ Έχοντας υπόψη:τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, και ιδίως το άρθρο 80 παράγραφος 2, σε συνδυασμό με το άρθρο 300 παράγραφος 2 πρώτη πρόταση και παράγραφος 3 πρώτο εδάφιο, τη γνώμη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου[1], Εκτιμώντας τα εξής : (1) Η Επιτροπή διαπραγματεύθηκε εξ ονόματος της Κοινότητας και των κρατών μελών μια συμφωνία αεροπορικών μεταφορών με τις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής (στο εξής “η συμφωνία”). (2) Η συμφωνία υπογράφηκε στ….. (3) Η συμφωνία πρέπει να εγκριθεί από την Κοινότητα και τα κράτη μέλη της. (4) Σήμερα το δίκαιο των Ηνωμένων Πολιτειών απαιτεί, μεταξύ άλλων, για να αδειδοτηθεί μια αεροπορική εταιρεία ως αμερικανική αεροπορική εταιρεία, να είναι υπό “τον πραγματικό έλεγχο” πολιτών των ΗΠΑ. Η απαίτηση αυτή ερμηνεύθηκε από το Υπουργείο Μεταφορών των ΗΠΑ σε δήλωση γενικής πολιτικής, η οποία περιέχεται στον Κώδικα Ομοσπονδιακών Κανονισμών Μέρος 399.88 Τίτλος 14 (στο εξής “CFR 14 Part 399.88”). (5) Η συμφωνία βασίζεται στο σκεπτικό ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες θα εφαρμόσουν την ερμηνεία της θεσμοθετημένης απαίτησης για τον “πραγματικό έλεγχο” που διατύπωσε το Υπουργείο Μεταφορών στον CFR 14 Part 399.88, κατά τρόπο που να προσφέρει στους υπηκόους των κρατών μελών, οι οποίοι έχουν επενδύσει σε αεροπορική εταιρεία των ΗΠΑ, τη δυνατότητα να ασκούν ανάλογη επιρροή στις εμπορικές δραστηριότητες αυτής της αεροπορικής εταιρείας. Συνεπώς, εάν οι αεροπορικές αρχές ή τα δικαστήρια των Ηνωμένων Πολιτειών δεν ερμηνεύσουν ή δεν εφαρμόσουν τον CFR 14 Part 399.88 κατά τον τρόπο αυτόν, ή εάν η διάταξη αυτή τροποποιηθεί, ανακληθεί, αποσυρθεί ή ακυρωθεί, η Κοινότητα και τα κράτη μέλη πρέπει ναα διακόψουν την προσωρινή εφαρμογή της συμφωνίας, εκτός εάν η διάταξη αντικατασταθεί από άλλη που δεν θα προβλέπει λιγότερο ευνοϊκή μεταχείριση των κοινοτικών επενδυτών. (6) Είναι αναγκαίο να ρυθμισθεί διαδικαστικά πώς θα αποφασισθεί, σε περίπτωση ανάγκης, ο τρόπος καταγγελίας της συμφωνίας. Είναι επίσης αναγκαίο να ρυθμισθεί διαδικαστικά η συμμετοχή της Κοινότητας και των κρατών μελών στην Κοινή Επιτροπή που συστήνεται με βάση το άρθρο 17 της συμφωνίας και στις διαδικασίες διαιτησίας που προβλέπονται στο άρθρο 18 της συμφωνίας, καθώς και η εφαρμογή ορισμένων διατάξεων της συμφωνίας για την αεροπορική ασφάλεια (επίγεια), την ασφάλεια πτήσεων, τα δικαιώματα κυκλοφορίας και την κυβερνητική χρηματοδότηση. ΑΠΟΦΑΣΙΖΟΥΝ: Άρθρο 1 (Έγκριση) 1. Εγκρίνεται εξ ονόματος της Κοινότητας η συμφωνία αεροπορικών μεταφορών μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και των κρατών μελών της, αφενός, και των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής, αφετέρου. Tο κείμενο της συμφωνίας επισυνάπτεται στην παρούσα απόφαση. 2. Κάθε κράτος μέλος, μόλις ολοκληρώσει τις εσωτερικές διαδικασίες του για την έναρξη ισχύος της συμφωνίας, διαβιβάζει στη Γραμματεία του Συμβούλιο τη διπλωματική διακοίνωση που προβλέπεται στο άρθρο 25 της συμφωνίας. 3. Ο Πρόεδρος του Συμβουλίου εξουσιοδοτείται με την παρούσα να ορίσει το πρόσωπο που είναι αρμόδιο να παραδώσει στις Ηνωμένες Πολιτείες, εξ ονόματος της Κοινότητας και των κρατών μελών, τις διπλωματικές διακοινώσεις που προβλέπει το άρθρο 25 της συμφωνίας. Άρθρο 2 (Καταγγελία της συμφωνίας) 1. Τυχόν απόφαση για καταγγελία της συμφωνίας και τη σχετική γνωστοποίηση στις Ηνωμένες Πολιτείες σύμφωνα με το άρθρο 22 της συμφωνίας, και τυχόν απόφαση απόσυρσης της γνωστοποίησης αυτής, λαμβάνονται από το Συμβούλιο με ομοφωνία, εξ ονόματος της Κοινότητας και των κρατών μελών, με βάση πρόταση της Επιτροπής. 2. Εάν το Συμβούλιο αποφανθεί, σύμφωνα με τη διαδικασία της παραγράφου 2, ότι α) ο CFR 14 Part 399.88, ή οποιαδήποτε μεταγενέστερη διάταξη, ερμηνεύεται ή εφαρμόζεται από τις αεροναυτικές αρχές ή τα δικαστήρια των Ηνωμένων Πολιτειών κατά τρόπο που δεν προσφέρει στους υπηκόους των κρατών μελών, οι οποίοι έχουν επενδύσει σε αεροπορική εταιρεία των ΗΠΑ, τη δυνατότητα να ασκούν ανάλογη επιρροή στις εμπορικές δραστηριότητες αυτής της αεροπορικής εταιρείας, εξαιρουμένων των θεμάτων που αφορούν την αεροπορική ασφάλεια (επίγεια), την ασφάλεια πτήσεων και τις δεσμεύσεις έναντι της Civil Reserve Air Fleet (Εφεδρεία Αεροσκαφών Πολιτικής Αεροπορίας)· ή β) ο CFR 14 Part 399.88, ή οποιαδήποτε μεταγενέστερη διάταξη, έχει τροποποιηθεί κατά τρόπο που να εξασφαλίζεται στους υπηκόους των κρατών μελών που έχουν επενδύσει σε αεροπορική εταιρεία των ΗΠΑ μεταχείριση λιγότερο ευνοϊκή σε σχέση με τον CFR 14 Part 399.88· ή γ) ο CFR 14 Part 399.88, ή οποιαδήποτε μεταγενέστερη διάταξη, έχει αποσυρθεί, ανακληθεί ή ακυρωθεί, εκτός εάν η διάταξη αντικατασταθεί από άλλη, η οποία δεν θα προβλέπει μεταχείριση λιγότερο ευνοϊκή σχέση με τον CFR 14 Part 399.88 για τους υπηκόους των κρατών μελών που έχουν επενδύσει σε αεροπορική εταιρεία των ΗΠΑ· προβαίνει στη γνωστοποίηση που προβλέπεται στο άρθρο 22 της συμφωνίας. Άρθρο 3 (Κοινή Επιτροπή) 1. Η Κοινότητα και τα κράτη μέλη εκπροσωπούνται στην Κοινή Επιτροπή που συστήνεται βάσει του άρθρου 17 της συμφωνίας από την Επιτροπή, η οποία επικουρείται από αντιπροσώπους των κρατών μελών. 2. Η θέση που λαμβάνουν η Κοινότητα και τα κράτη μέλη της στην Κοινή Επιτροπή όσον αφορά θέματα που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής των άρθρων 17 ή 19 της συμφωνίας ή θέματα που δεν απαιτούν τη λήψη απόφασης επαγομένης έννομες συνέπειες, καθορίζεται από την Επιτροπή. Σε όλες τις άλλες περιπτώσεις, η θέση της Κοινότητας και των κρατών μελών λαμβάνεται από το Συμβούλιο, το οποίο αποφασίζει με ειδική πλειοψηφία κατόπιν πρότασης της Επιτροπής. Άρθρο 4 (Διαιτησία) 1. Η Επιτροπή αντιπροσωπεύει την Κοινότητα και τα κράτη μέλη στις διαδικασίες διαιτησίας βάσει του άρθρου 18 της συμφωνίας. 2. Η απόφαση αναστολής της εφαρμογής των ευεργετημάτων σύμφωνα με το άρθρο 18 παράγραφος 7 της συμφωνίας λαμβάνεται από το Συμβούλιο κατόπιν πρότασης της Επιτροπής. Το Συμβούλιο αποφασίζει με ειδική πλειοψηφία. 3. Κάθε άλλη ενδεδειγμένη ενέργεια που αναλαμβάνεται βάσει του άρθρου 18 της συμφωνίας αποφασίζεται από την Επιτροπή, με τη συνδρομή ειδικής επιτροπής απαρτιζόμενης από αντιπροσώπους των κρατών μελών, την οποία θα ορίσει το Συμβούλιο. Άρθρο 5 (Δικαιώματα κυκλοφορίας) 1. Τα κράτη μέλη ενημερώνουν εκ των προτέρων την Επιτροπή για οποιαδήποτε απόφαση προτίθενται να λάβουν βάσει των άρθρων 4 ή 5 της συμφωνίας. 2. Εφόσον η Επιτροπή αποφανθεί σε οποιαδήποτε στιγμή ότι η απόφαση που έλαβε ένα κράτος μέλος, ή προτίθεται να λάβει, βάσει των άρθρων 4 ή 5 της συμφωνίας δεν είναι συμβιβάσιμη με τη συμφωνία, απευθύνει απόφαση προς το συγκεκριμένο κράτος μέλος ζητώντας από αυτό να λάβει ενδεδειγμένα μέτρα προκειμένου να συμμορφωθεί προς τη συμφωνία. Η Επιτροπή ενημερώνει το Συμβούλιο και τα υπόλοιπα κράτη μέλη για την απόφασή της. Οποιοδήποτε κράτος μέλος μπορεί να φέρει την απόφαση της Επιτροπής ενώπιον του Συμβουλίου εντός 10 εργάσιμων ημερών από την κοινοποίησή της. Το Συμβούλιο μπορεί να λάβει διαφορετική απόφαση εντός ενός μηνός από την παραπομπή της απόφασης ενώπιό του. Tο Συμβούλιο αποφασίζει με ειδική πλειοψηφία. Άρθρο 6 (Ασφάλεια πτήσεων) Τα κράτη μέλη ενημερώνουν αμέσως την Επιτροπή σχετικά με τυχόν αιτήματα ή κοινοποιήσεις που υπέβαλαν ή έλαβαν βάσει του άρθρου 7 της συμφωνίας. Άρθρο 7 (Αεροπορική ασφάλεια (επίγεια)) Τα κράτη μέλη ενημερώνουν αμέσως την Επιτροπή σχετικά με τυχόν αιτήματα ή κοινοποιήσεις που υπέβαλαν ή έλαβαν βάσει του άρθρου 8 της συμφωνίας. Άρθρο 8 (Κυβερνητικές επιχορηγήσεις και χρηματοδότηση) 1. Εάν ένα κράτος μέλος πιστεύει ότι η επιχορήγηση ή η χρηματοδότηση, η οποία προγραμματίζεται ή χορηγείται από κυβερνητική οντότητα στην επικράτεια των Ηνωμένων Πολιτειών, θα έχει τα δυσμενή αποτελέσματα στον ανταγωνισμό όπως αναφέρεται στο άρθρο 13 παράγραφος 2 της συμφωνίας, μπορεί να θέσει το θέμα υπόψη της Επιτροπής, η οποία μπορεί να έλθει σε επαφή με την εν λόγω οντότητα ή να ζητήσει σύγκληση της Κοινής Επιτροπής που συστήνεται με βάση το άρθρο 17 της συμφωνίας. 2. Τα κράτη μέλη ενημερώνουν αμέσως την Επιτροπή όταν οι Ηνωμένες Πολιτείες έρχονται σε επαφή με αυτά, βάσει του άρθρου 13 παράγραφος 3 της συμφωνίας. Βρυξέλλες, Για το Συμβούλιο Ο Πρόεδρος ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ ΣΥΜΦΩΝΙΑ ΑΕΡΟΠΟΡΙΚΩΝ ΜΕΤΑΦΟΡΩΝ ΟΙ ΗΝΩΜΕΝΕΣ ΠΟΛΙΤΕΙΕΣ ΤΗΣ ΑΜΕΡΙΚΗΣ (στο εξής “Ηνωμένες Πολιτείες”), αφενός, και Η ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΤΗΣ ΑΥΣΤΡΙΑΣ, ΤΟ ΒΑΣΙΛΕΙΟ ΤΟΥ ΒΕΛΓΙΟΥ, Η ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ, Η ΤΣΕΧΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ, ΤΟ ΒΑΣΙΛΕΙΟ ΤΗΣ ΔΑΝΙΑΣ, Η ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΤΗΣ ΕΣΘΟΝΙΑΣ, Η ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΤΗΣ ΦΙΝΛΑΝΔΙΑΣ, Η ΓΑΛΛΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ, Η ΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΤΗΣ ΓΕΡΜΑΝΙΑΣ, Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ, Η ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΤΗΣ ΟΥΓΓΑΡΙΑΣ, Η ΙΡΛΑΝΔΙΑ, Η ΙΤΑΛΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ, Η ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΤΗΣ ΛΕΤΟΝΙΑΣ, Η ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΤΗΣ ΛΙΘΟΥΑΝΙΑΣ, ΤΟ ΜΕΓΑΛΟ ΔΟΥΚΑΤΟ ΤΟΥ ΛΟΥΞΕΜΒΟΥΡΓΟΥ, Η ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΤΗΣ ΜΑΛΤΑΣ, ΤΟ ΒΑΣΙΛΕΙΟ ΤΩΝ ΚΑΤΩ ΧΩΡΩΝ, Η ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΤΗΣ ΠΟΛΩΝΙΑΣ, Η ΠΟΡΤΟΓΑΛΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ, Η ΣΛΟΒΑΚΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ, Η ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΤΗΣ ΣΛΟΒΕΝΙΑΣ, ΤΟ ΒΑΣΙΛΕΙΟ ΤΗΣ ΙΣΠΑΝΙΑΣ, ΤΟ ΒΑΣΙΛΕΙΟ ΤΗΣ ΣΟΥΗΔΙΑΣ, ΤΟ ΗΝΩΜΕΝΟ ΒΑΣΙΛΕΙΟ ΤΗΣ ΜΕΓΑΛΗΣ ΒΡΕΤΑΝΙΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΒΟΡΕΙΟΥ ΙΡΛΑΝΔΙΑΣ, συμβαλλόμενα μέρη της συνθήκης για την ίδρυση της ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΚΟΙΝΟΤΗΤΑΣ και κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής τα “κράτη μέλη”), και η ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΚΟΙΝΟΤΗΤΑ, αφετέρου, Επιθυμώντας να προωθήσουν ένα διεθνές αεροπορικό σύστημα, βασιζόμενο στον ανταγωνισμό μεταξύ αεροπορικών εταιρειών μέσα στην αγορά με ελάχιστη κυβερνητική παρέμβαση και ρύθμιση, Επιθυμώντας να διευκολύνουν την επέκταση των ευκαιριών διεθνών αερομεταφορών, καθώς και την ανάπτυξη των αεροπορικών δικτύων με σκοπό την ικανοποίηση των αναγκών για κατάλληλες γραμμές αερομεταφοράς επιβατών και επιχειρήσεων μεταφοράς εμπορευμάτων, Επιθυμώντας να καταστήσουν για τις αεροπορικές εταιρείες εφικτή την προσφορά ανταγωνιστικών τιμών και υπηρεσιών μεταφοράς επιβατών και φορτίου στα πλαίσια ανοικτών αγορών, Επιθυμώντας να αποκομίσουν οφέλη από μια συμφωνία ελευθέρωσης όλος ο κλάδος των αερομεταφορών, καθώς και οι εργαζόμενοι των αεροπορικών εταιρειών, Επιθυμώντας να εξασφαλισθεί στις διεθνείς αερομεταφορές το υψηλότερο επίπεδο ασφαλείας και επαναλαμβάνοντας τη σοβαρή τους ανησυχία για ενέργειες και απειλές κατά της ασφάλειας των αεροσκαφών, οι οποίες θέτουν σε κίνδυνο την ασφάλεια προσώπων ή ιδιοκτησίας, επηρεάζουν δυσμενώς την εκτέλεση των αερομεταφορών και υποσκάπτουν την εμπιστοσύνη του επιβατικού κοινού για την ασφάλεια της πολιτικής αεροπορίας, Επισημαίνοντας τη Σύμβαση Διεθνούς Πολιτικής Αεροπορίας, η οποία ετέθη προς υπογραφή στο Σικάγο στις 7 Δεκεμβρίου 1944, Αναγνωρίζοντας ότι με τις κρατικές επιδοτήσεις μπορεί να επηρεάζεται δυσμενώς ο ανταγωνισμός μεταξύ αεροπορικών εταιρειών και να διακυβεύονται οι βασικοί στόχοι της παρούσας συμφωνίας, Δηλώνοντας ότι είναι σημαντικό να περιληφθεί η προστασία του περιβάλλοντος στην κατάστρωση και την εφαρμογή μιας πολιτικής διεθνούς αεροπορίας, Επισημαίνοντας ότι είναι σημαντική η προστασία των καταναλωτών, καθώς και οι πτυχές προστασίας που εξασφαλίζει η Σύμβαση για την ενοποίηση ορισμένων κανόνων στις διεθνείς αεροπορικές μεταφορές που υπεγράφη στο Μόντρεαλ στις 28 Μαΐου 1999, Αποσκοπώντας να οικοδομήσουν στη βάση των ήδη υπαρχουσών συμφωνιών με στόχο το άνοιγμα στις αγορές και τη μεγιστοποίηση του οφέλους για τους καταναλωτές, τις αεροπορικές εταιρείες, τους εργαζόμενους και τις κοινωνίες εκατέρωθεν του Ατλαντικού, Αποβλέποντας στην καθιέρωση ενός προηγούμενου παγκοσμίου σημασίας στο πλαίσιο της προώθησης των ωφελημάτων της φιλελευθεροποίησης από την ελευθέρωση σ’ αυτόν τον καίριας σημασίας οικονομικό τομέα, Αποφάσισαν τα εξής: Άρθρο 1 Ορισμοί Για τους σκοπούς της παρούσας συμφωνίας, και εκτός εάν άλλως ορίζεται, νοείται ως: 1. “Συμφωνία”, η παρούσα συμφωνία, τα παραρτήματά της και οποιεσδήποτε τροποποιήσεις της· 2. “Αεροπορική μεταφορά”, η μεταφορά που εκτελείται με αεροσκάφος για τη δημόσια μεταφορά επιβατών, αποσκευών, φορτίου και ταχυδρομείου, χωριστά ή σε συνδυασμό, με αμοιβή ή εκμίσθωση· 3. “Σύμβαση”, η Σύμβαση Διεθνούς Πολιτικής Αεροπορίας που ετέθη προς υπογραφή στο Σικάγο στις 7 Δεκεμβρίου 1944 και περιλαμβάνει: α. Οποιαδήποτε τροποποίησή της, η οποία τέθηκε σε ισχύ σύμφωνα με άρθρο 94 στοιχείο (α) αυτής και κυρώθηκε τόσο από τις Ηνωμένες Πολιτείες όσο και από το κράτος μέλος ή τα κράτη μέλη, αναλόγως του συγκεκριμένου θέματος, και β. Οποιοδήποτε Παράρτημά της ή τροποποίησή του, το οποίο εγκρίθηκε σύμφωνα με το άρθρο 90 της Σύμβασης, εφόσον το εν λόγω Παράρτημα ή η τροποποίησή του ανά πάσα στιγμή φέρει αποτέλεσμα τόσο στις Ηνωμένες Πολιτείες όσο και στο κράτος μέλος ή τα κράτη μέλη, αναλόγως του συγκεκριμένου θέματος· 4. “Πλήρες κόστος”, το κόστος παροχής υπηρεσίας συν μια εύλογη επιβάρυνση για γενικά διοικητικά έξοδα· 5. “Διεθνής αερομεταφορά”, η αερομεταφορά που διέρχεται από τον εναέριο χώρο υπεράνω της επικράτειας περισσοτέρων του ενός κρατών· 6. "Συμβαλλόμενο μέρος", είτε οι Ηνωμένες Πολιτείες είτε η Ευρωπαϊκή Κοινότητα και τα κράτη μέλη της· 7. “Τιμή”, ο ναύλος, το κόμιστρο ή η επιβάρυνση για την αεροπορική μεταφορά επιβατών, αποσκευών ή/και φορτίου (πλην του ταχυδρομείου), συμπεριλαμβανομένης της επίγειας μεταφοράς σε συνδυασμό με διεθνή αερομεταφορά, αναλόγως, την οποία χρεώνουν οι αεροπορικές εταιρείες ή οι πράκτορές τους, καθώς και τους όρους εφαρμογής που διέπουν τη διάθεση του εν λόγω ναύλου, κομίστρου ή επιβάρυνσης· 8. “Στάθμευση για μη εμπορικούς σκοπούς”, η προσγείωση για οποιοδήποτε σκοπό άλλον από την επιβίβαση ή αποβίβαση επιβατών και την φόρτωση ή την εκφόρτωση αποσκευών, φορτίου ή/και ταχυδρομείου σε αεροπορική μεταφορά· 9. “Έπικράτεια”, για τις Ηνωμένες Πολιτείες, τα εδάφη (ηπειρωτικά και νησιωτικά), τα εσωτερικά και τα χωρικά ύδατα υπό την κυριαρχία ή τη δικαιοδοσία τους, και, για την Ευρωπαϊκή Κοινότητα και τα κράτη μέλη της, τα εδάφη (ηπειρωτικά και νησιωτικά), τα εσωτερικά ύδατα και τα χωρικά ύδατα, στα οποία ισχύει η συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και υπό τους όρους τους προβλεπόμενους στην εν λόγω συνθήκη και οποιαδήποτε διάδοχο αυτής νομοθετική πράξη· η εφαρμογή της παρούσας συμφωνίας στο Γιβραλτάρ νοείται με την επιφύλαξη των αντίστοιχων νομικών θέσεων του Βασιλείου της Ισπανίας και του Ηνωμένου Βασιλείου στα πλαίσια της διαφοράς τους ως προς την κυριαρχία επί του εδάφους επί του οποίου ευρίσκεται ο εν λόγω αερολιμένας· η εφαρμογή της παρούσας συμφωνίας στον αερολιμένα του Γιβραλτάρ αναστέλλεται μέχρις ότου τεθούν σε εφαρμογή οι ρυθμίσεις που προβλέπει η κοινή δήλωση των υπουργών Εξωτερικών του Βασιλείου της Ισπανίας και του Ηνωμένου Βασιλείου της 2ας Δεκεμβρίου 1987· και 10. “Τέλος χρήστη”, το τέλος το οποίο επιβάλλεται στις αεροπορικές εταιρείες για την παροχή διευκολύνσεων και υπηρεσιών αεροναυτιλιακών ή αεροπορικής ασφάλειας των συναφών διευκολύνσεων και υπηρεσιών. Άρθρο 2 Θεμιτές και ίσες ευκαιρίες Κάθε συμβαλλόμενο μέρος προσφέρει στις αεροπορικές εταιρείες αμφοτέρων των συμβαλλομένων μερών θεμιτές και ίσες ευκαιρίες ανταγωνισμού στην προσφορά εκτέλεσης των διεθνών αεροπορικών μεταφορών που διέπει η παρούσα συμφωνία. Άρθρο 3 Παραχώρηση Δικαιωμάτων Εκμετάλλευσης 1. Κάθε συμβαλλόμενο μέρος χορηγεί στο άλλο συμβαλλόμενο μέρος τα κατωτέρω δικαιώματα εκμετάλλευσης για την εκτέλεση διεθνών αεροπορικών μεταφορών από τις αεροπορικές εταιρείες του άλλου συμβαλλόμενου μέρους: α. το δικαίωμα πτήσης μέσω της επικρατείας του χωρίς προσγείωση· β. το δικαίωμα προσγείωσης στην επικράτειά του για σκοπούς μη εμπορικούς· γ. το δικαίωμα εκτέλεσης διεθνών δρομολογίων μεταξύ σημείων τα οποία ευρίσκονται στις εξής διαδρομές: i. για τις αεροπορικές εταιρείες των Ηνωμένων Πολιτειών (στο εξής "αεροπορικές εταιρείες ΗΠΑ"), από σημεία πίσω από τις Ηνωμένες Πολιτείες μέσω των Ηνωμένων Πολιτειών και ενδιάμεσων σημείων προς οποιοδήποτε σημείο ή σημεία σε οποιοδήποτε κράτος μέλος ή κράτη μέλη και πέραν αυτών· και για όλα τα δρομολόγια μεταφοράς φορτίου, μεταξύ οποιουδήποτε κράτους μέλους και οποιουδήποτε σημείου ή σημείων (συμπεριλαμβανομένων των σημείων σε οποιαδήποτε άλλα κράτη μέλη)· ii. για τις αεροπορικές εταιρείες της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και των κρατών μελών της (στο εξής "κοινοτικές αεροπορικές εταιρείες"), από σημεία πίσω από τα κράτη μέλη μέσω των κρατών μελών και ενδιάμεσων σημείων προς οποιοδήποτε σημείο ή σημεία στις Ηνωμένες Πολιτείες και πέραν αυτών· και για όλα τα δρομολόγια μεταφοράς φορτίου, μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και οποιουδήποτε σημείου ή σημείων· και δ. τα λοιπά δικαιώματα που καθορίζονται στην παρούσα συμφωνία. 2. Κάθε αεροπορική εταιρεία μπορεί σε οποιαδήποτε ή σε όλες τις πτήσεις της και κατά την προαίρεσή της: α. να εκτελεί πτήσεις προς μια ή και προς τις δύο κατευθύνσεις· β. να συνδυάζει διαφορετικούς κωδικούς αριθμούς πτήσης στο πλαίσιο της πτητικής εκμετάλλευσης ενός αεροσκάφους· γ. να εξυπηρετεί σημεία πίσω, ενδιάμεσα και πέραν των επικρατειών των συμβαλλομένων μερών και σημεία μέσα στις επικράτειες των συμβαλλομένων μερών με οποιοδήποτε συνδυασμό και σειρά· δ. να παραλείπει στάσεις σε οποιοδήποτε σημείο ή σημεία· ε. να μεταφέρει επιβάτες και φορτίο από οποιοδήποτε αεροσκάφος της σε οποιοδήποτε άλλο αεροσκάφος της σε οποιοδήποτε σημείο· στ. να εξυπηρετεί σημεία πέραν οποιουδήποτε σημείου στην επικράτειά της με ή χωρίς αλλαγή αεροσκάφους ή κωδικού αριθμού πτήσης και να προσφέρει και να διαφημίζει τα εν λόγω δρομολόγια στο κοινό ως απευθείας πτήσεις· ζ. να κάνει στάση σε οποιοδήποτε σημείο εντός ή εκτός της επικράτειας οποιουδήποτε συμβαλλομένου μέρους· η. να εκτελεί διαμετακομιστική μεταφορά μέσω της επικράτειας του άλλου μέρους· και θ. να συνδυάζει επιβάτες και φορτίο στο ίδιο αεροσκάφος ανεξαρτήτως της προέλευσής τους· χωρίς οριοθέτηση ως προς την κατεύθυνση ή τη γεωγραφική περιοχή και χωρίς απώλεια κάποιου δικαιώματος μεταφοράς επιβατών ή φορτίου, επιτρεπόμενη άλλως σύμφωνα με την παρούσα συμφωνία. 3. Οι διατάξεις της παραγράφου 1 της παρούσας συμφωνίας ισχύουν με την προϋπόθεση ότι, εξαιρουμένων όλων των δρομολογίων μεταφοράς φορτίου, η μεταφορά αποτελεί μέρος δρομολογίου που εξυπηρετεί τις Ηνωμένες Πολιτείες για τις αεροπορικές εταιρείες των ΗΠΑ ή δρομολογίου που εξυπηρετεί κράτος μέλος για τις κοινοτικές αεροπορικές εταιρείες. 4. Κάθε συμβαλλόμενο μέρος επιτρέπει σε κάθε αεροπορική εταιρεία να καθορίζει τη συχνότητα και τη χωρητικότητα της διεθνούς αερομεταφοράς που προσφέρει με βάση την εμπορική συλλογιστική στην αγορά. Σύμφωνα με το δικαίωμα αυτό, κανένα συμβαλλόμενο μέρος δεν περιορίζει μονομερώς τον όγκο της κίνησης, τη συχνότητα ή την τακτικότητα των δρομολογίων, ή τον τύπο ή τους τύπους αεροσκαφών που χρησιμοποιούν οι αεροπορικές εταιρείες του άλλου συμβαλλομένου μέρους, ούτε απαιτεί την κατάρτιση πινάκων δρομολογίων, προγραμμάτων των ναυλωμένων πτήσεων, ή επιχειρησιακών σχεδίων από τις αεροπορικές εταιρείες του άλλου μέρους, εκτός εάν αυτό απαιτείται για τελωνειακούς, τεχνικούς, επιχειρησιακούς ή περιβαλλοντικούς (σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 14) λόγους με βάση ενιαίους όρους σύμφωνους με το άρθρο 15 της σύμβασης. 5. Κάθε αεροπορική εταιρεία μπορεί να εκτελεί διεθνείς αερομεταφορές χωρίς περιορισμούς ως προς την αλλαγή, σε οποιοδήποτε σημείο, του τύπου ή του αριθμού αεροσκαφών που εκμεταλλεύεται, με την προϋπόθεση ότι, εξαιρουμένων όλων των δρομολογίων μεταφοράς φορτίου, η μεταφορά αποτελεί μέρος δρομολογίου που εξυπηρετεί τις Ηνωμένες Πολιτείες για τις αεροπορικές εταιρείες των ΗΠΑ ή δρομολογίου που εξυπηρετεί κράτος μέλος για τις κοινοτικές αεροπορικές εταιρείες. 6. Κανένα στοιχείο της παρούσας συμφωνίας δεν θεωρείται ότι παρέχει το δικαίωμα: α. στις αεροπορικές εταιρείες των ΗΠΑ να αναλαμβάνουν προς μεταφορά, μέσα στην επικράτεια οποιουδήποτε κράτους μέλους, επιβάτες, αποσκευές, φορτίο ή ταχυδρομείο έναντι αποζημίωσης με προορισμό άλλο σημείο μέσα στην επικράτεια του εν λόγω κράτους μέλους· β. στις κοινοτικές αεροπορικές εταιρείες να επιβιβάζουν, μέσα στην επικράτεια των Ηνωμένων Πολιτειών, επιβάτες, αποσκευές, φορτίο ή ταχυδρομείο έναντι αποζημίωσης με προορισμό άλλο σημείο μέσα στην επικράτεια των Ηνωμένων Πολιτειών. Άρθρο 4 Εξουσιοδότηση Με την παραλαβή των αιτήσεων αεροπορικής εταιρείας ενός συμβαλλομένου μέρους, σύμφωνα με τους καθορισμένους τύπους και τρόπους, για τη χορήγηση εξουσιοδότησης εκτέλεσης δρομολογίων και άδειας τεχνικής εκμετάλλευσης, το άλλο συμβαλλόμενο μέρος χορηγεί τις απαιτούμενες εξουσιοδοτήσεις και άδειες με την ελάχιστη διαδικαστική προθεσμία, υπό τον όρο ότι: α. για μια αεροπορική εταιρεία των ΗΠΑ, τη βασική κυριότητα και τον πραγματικό έλεγχο της εν λόγω αεροπορικής εταιρείας έχουν οι Ηνωμένες Πολιτείες, υπήκοοι των Ηνωμένων Πολιτειών, ή αμφότεροι· β. για μια κοινοτική αεροπορική εταιρεία, την βασική κυριότητα και τον πραγματικό έλεγχο της εν λόγω αεροπορικής εταιρείας έχουν κράτος μέλος ή κράτη μέλη, υπήκοοι αυτού του κράτους μέλους ή κρατών μελών, ή αμφότεροι· γ. η αεροπορική εταιρεία είναι ικανή να ανταποκριθεί στις προβλεπόμενες προϋποθέσεις που προσδιορίζονται από τις νομοθετικές και κανονιστικές ρυθμίσεις που εφαρμόζονται για την εκτέλεση διεθνών αεροπορικών μεταφορών από το συμβαλλόμενο μέρος που εξετάζει την αίτηση ή τις αιτήσεις· και δ. τηρούνται και εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 7 (Ασφάλεια πτήσεων) και του άρθρου 8 (Αεροπορική ασφάλεια). Άρθρο 5 Ανάκληση Εξουσιοδότησης 1. Κάθε συμβαλλόμενο μέρος δύναται να ανακαλέσει, να αναστείλει ή να περιορίσει τις ισχύουσες εξουσιοδοτήσεις ή τις τεχνικές άδειες ή άλλως να αναστείλει ή να περιορίσει τις πτήσεις μιας αεροπορικής εταιρείας του άλλου συμβαλλομένου μέρους όταν: α. για μια αεροπορική εταιρεία των ΗΠΑ, τη βασική κυριότητα και τον πραγματικό έλεγχο της εν λόγω αεροπορικής εταιρείας δεν έχουν οι Ηνωμένες Πολιτείες, υπήκοοι των Ηνωμένων Πολιτειών, ή αμφότεροι· β. για μια κοινοτική αεροπορική εταιρεία, την ουσιαστική κυριότητα και τον πραγματικό έλεγχο της εν λόγω αεροπορικής εταιρείας δεν έχουν κράτος μέλος ή κράτη μέλη, υπήκοοι αυτού του κράτους μέλους ή κρατών μελών, ή αμφότεροι· ή γ. η αεροπορική εταιρεία παρέλειψε να συμμορφωθεί προς τους νόμους και τους κανονισμούς που αναφέρονται στο άρθρο 6 (Εφαρμογή Νομοθεσίας) της παρούσας συμφωνίας. 2. Τα δικαιώματα που καθορίζονται στο παρόν άρθρο ασκούνται μόνο μετά από διαβουλεύσεις με το άλλο συμβαλλόμενο μέρος, εκτός εάν κάποια άμεση παρέμβαση είναι ουσιώδους σημασίας για την αποφυγή περαιτέρω μη συμμόρφωσης προς την παράγραφο 1 στοιχείο γ). 3. Το παρόν άρθρο δεν περιορίζει τα δικαιώματα κάθε συμβαλλόμενου μέρους να αρνηθεί, να αναστείλει, να περιορίσει ή να θέσει όρους στην έγκριση των αεροπορικών δρομολογίων ή στη χορήγηση τεχνικών αδειών αεροπορικής(ών) εταιρείας(ών) του άλλου συμβαλλόμενου μέρους σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 7 (Ασφάλεια πτήσεων) ή του άρθρου 8 (Αεροπορική ασφάλεια). Άρθρο 6 Εφαρμογή νομοθεσιών 1. Οι νομοθετικές και κανονιστικές ρυθμίσεις ενός συμβαλλόμενου μέρους, σχετικά με την είσοδο στην επικράτειά του ή την αναχώρηση από αυτήν αεροσκάφους διεθνούς αεροπορίας, και οι σχετικοί με την εκμετάλλευση και τις πτήσεις του αεροσκάφους αυτού κατά την παραμονή του στην επικράτεια του συμβαλλόμενου μέρους, εφαρμόζονται στο αεροσκάφος που χρησιμοποιούν οι αεροπορικές εταιρείες του άλλου μέρους και τηρούνται από το αεροσκάφος αυτό κατά την είσοδο, την αναχώρηση και κατά την παραμονή του στην επικράτεια του πρώτου μέρους. 2. Κατά την είσοδο, την έξοδο και κατά την παραμονή στην επικράτεια ενός συμβαλλόμενου μέρους, οι αεροπορικές εταιρείες του άλλου μέρους τηρούν για τις ίδιες ή καθόσον τις αφορά, ή για λογαριασμό των επιβατών, του πληρώματος ή του φορτίου, τους νόμους και τις κανονιστικές ρυθμίσεις που ισχύουν στην εν λόγω επικράτεια για την είσοδο ή την αναχώρηση από την επικράτεια αυτή επιβατών, πληρωμάτων ή φορτίου αεροσκάφους (συμπεριλαμβανομένων των κανονισμών εισόδου, ελευθεροεπικοινωνίας, μετανάστευσης, διαβατηρίων, τελωνείων και υγειονομικής κατακράτησης ή, στην περίπτωση του ταχυδρομείου, ταχυδρομικών κανονισμών). Άρθρο 7 Ασφάλεια πτήσεων 1. Οι αρμόδιες αρχές των συμβαλλομένων μερών αναγνωρίζουν ως έγκυρα, για την εκτέλεση των αεροπορικών μεταφορών που προβλέπονται στην παρούσα συμφωνία, πιστοποιητικά πτητικής ικανότητας, πιστοποιητικά ικανότητας και άδειες που έχουν εκδοθεί ή επικυρωθεί από αμφότερα τα συμβαλλόμενα μέρη και παραμένουν σε ισχύ, υπό τον όρο ότι οι προϋποθέσεις για τα εν λόγω πιστοποιητικά ή άδειες τουλάχιστον ισοδυναμούν με τα κατώτατα πρότυπα που έχουν ενδεχομένως καθιερωθεί σύμφωνα με τη Σύμβαση. Ωστόσο, οι αρμόδιες αρχές δύνανται να αρνηθούν να αναγνωρίσουν ως ισχύοντα, για την πτήση υπεράνω της επικράτειάς τους, πιστοποιητικά ικανότητας και άδειες που έχουν χορηγηθεί ή επικυρωθεί για τους υπηκόους τους από τις άλλες αρμόδιες αρχές. 2. Οι αρμόδιες αρχές ενός συμβαλλόμενου μέρους δύνανται να ζητήσουν διαβουλεύσεις με τις αρμόδιες αρχές του άλλου συμβαλλόμενου μέρους σχετικά με τα πρότυπα ασφαλείας που εφαρμόζουν οι αρμόδιες αρχές του άλλου συμβαλλόμενου μέρους και σχετίζονται με τις αεροναυτιλιακές διευκολύνσεις, τα πληρώματα, τα αεροσκάφη και τα δρομολόγια των αεροπορικών εταιρειών που είναι υπό την επίβλεψη των αρχών αυτών. Οι εν λόγω διαβουλεύσεις πραγματοποιούνται εντός 45 ημερών από την υποβολή του αιτήματος, εκτός εάν συμφωνηθεί διαφορετικά. Εάν, ύστερα από τη διεξαγωγή των διαβουλεύσεων, οι αρμόδιες αρχές που υπέβαλαν το αίτημα διαπιστώσουν ότι οι αρμόδιες αρχές του άλλου συμβαλλόμενου μέρους δεν τηρούν και δεν εφαρμόζουν με αποτελεσματικό τρόπο πρότυπα και απαιτήσεις ασφαλείας αποτελεσματικά στους τομείς αυτούς τουλάχιστον ισοδύναμα με τα κατώτατα πρότυπα που ενδεχομένως έχουν καθιερωθεί σύμφωνα με τη Σύμβαση, οι αρμόδιες αρχές που υπέβαλαν το αίτημα κοινοποιούν στις άλλες αρμόδιες αρχές τις διαπιστώσεις τους και τα μέτρα που κρίνουν αναγκαία για τη συμμόρφωση προς τα εν λόγω κατώτατα πρότυπα, οι δε άλλες αρμόδιες αρχές προβαίνουν στις δέουσες διορθωτικές ενέργειες. Οι αρμόδιες αρχές που υπέβαλαν το αίτημα διατηρούν το δικαίωμα να παρακρατήσουν, να ανακαλέσουν ή να περιορίσουν την εξουσιοδότηση λειτουργίας ή την άδεια τεχνικής εκμετάλλευσης μιας ή περισσότερων αεροπορικών εταιρειών, τις οποίες έχουν υπό την εποπτεία τους, σε περίπτωση κατά την οποία οι αρμόδιες αρχές του άλλου συμβαλλόμενου μέρους δεν προβούν στις κατάλληλες διορθωτικές ενέργειες μέσα σε λογικό χρονικό διάστημα, και να αναλάβουν αμέσως δράση έναντι της εν λόγω εταιρείας ή εταιρειών εφόσον αυτό είναι ουσιαστικής σημασίας για να μην αποτελέσει η έλλειψη συμμόρφωσης προς το καθήκον διατήρησης και εφαρμογής των προτύπων και απαιτήσεων που προαναφέρθηκαν άμεση απειλή κατά της ασφάλειας πτήσεων. 3. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή παραλαμβάνει αμέσως όλα τα αιτήματα και τις κοινοποιήσεις βάσει του παρόντος άρθρου. 4. Το παρόν άρθρο δεν εμποδίζει κατά κανένα τρόπο τις αρμόδιες αρχές των συμβαλλομένων μερών να διεξάγουν συζητήσεις για την ασφάλεια πτήσεων, καθώς και συζητήσεις για τη συνήθη εφαρμογή των προτύπων και απαιτήσεων ασφαλείας ή για τις έκτακτες καταστάσεις που ενδέχεται να προκύψουν. Άρθρο 8 Αεροπορική ασφάλεια 1. Σύμφωνα με τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που υπέχουν βάσει του διεθνούς δικαίου, τα συμβαλλόμενα μέρη βεβαιώνουν ότι η υποχρέωση ενός συμβαλλόμενου μέρους έναντι του άλλου να προστατεύει την ασφάλεια της πολιτικής αεροπορίας από έκνομες πράξεις αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της παρούσας συμφωνίας. Τα συμβαλλόμενα μέρη, χωρίς να περιορίζουν τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που υπέχουν βάσει του διεθνούς δικαίου, ενεργούν ιδίως σύμφωνα με τα εξής: τη Σύμβαση περί Παραβάσεων και Ορισμένων Άλλων Πράξεων που διαπράττονται επί Αεροσκαφών, η οποία υπεγράφη στο Τόκιο στις 14 Σεπτεμβρίου 1963, της Σύμβαση για την Καταστολή της Παράνομης υφαρπαγής αεροσκαφών, η οποία υπεγράφη στη Χάγη στις 16 Δεκεμβρίου 1970, και τη Σύμβαση για την Καταστολή Παρανόμων Πράξεων εναντίον της ασφάλειας της Πολιτικής Αεροπορίας, η οποία υπεγράφη στο Μόντρεαλ στις 23 Σεπτεμβρίου 1971, και το Πρωτόκολλο για την καταστολή παράνομων πράξεων βίας σε αερολιμένες που εξυπηρετούν τη διεθνή πολιτική αεροπορία, το οποίο υπεγράφη στο Μόντρεαλ στις 24 Φεβρουαρίου 1988. 2. Τα συμβαλλόμενα μέρη παρέχουν, ύστερα από αίτηση, όλη την αναγκαία αμοιβαία συνδρομή για την αντιμετώπιση οποιασδήποτε απειλής κατά της ασφάλειας της πολιτικής αεροπορίας, καθώς και για την αποτροπή ενεργειών παράνομης υφαρπαγής (αεροπειρατείας) αεροσκάφους της πολιτικής αεροπορίας και άλλων παράνομων ενεργειών κατά της ασφάλειας του εν λόγω αεροσκάφους, των επιβατών και του πληρώματός του και των αερολιμένων και των αεροναυτιλιακών εγκαταστάσεων. 3. Στις αμοιβαίες σχέσεις τους, τα συμβαλλόμενα μέρη ενεργούν σύμφωνα με τα πρότυπα αεροπορικής ασφάλειας και με τις ανάλογες συνιστώμενες πρακτικές που έχουν καθιερωθεί από τη Διεθνή Οργάνωση Πολιτικής Αεροπορίας και έχουν ενσωματωθεί ως Παραρτήματα της Σύμβασης· απαιτούν από τους φορείς εκμετάλλευσης των αεροσκαφών που είναι νηολογημένα στα μητρώα τους, τους φορείς εκμετάλλευσης αεροσκαφών που έχουν την έδρα τους ή τη μόνιμη έδρα τους στην επικράτειά τους, καθώς και από τους φορείς εκμετάλλευσης αερολιμένων που ευρίσκονται στην επικράτειά τους, να ενεργούν σύμφωνα με τις εν λόγω διατάξεις αεροπορικής ασφάλειας. 4. Κάθε συμβαλλόμενο μέρος διασφαλίζει τη λήψη αποτελεσματικών μέτρων εντός της επικρατείας του για την προστασία των αεροσκαφών και για τον έλεγχο των επιβατών και των μελών των πληρωμάτων και των αποσκευών και των χειραποσκευών τους, καθώς και του φορτίου και των αποθηκών των αεροσκαφών, πριν και κατά τη διάρκεια της επιβίβασης της φόρτωσης· διασφαλίζει επίσης ότι τα εν λόγω μέτρα είναι κατάλληλα για την αντιμετώπιση μεγάλων απειλών κατά της αεροπορικής ασφάλειας της πολιτικής αεροπορίας. Κάθε συμβαλλόμενο μέρος συμφωνεί ότι πρέπει να τηρούνται τα μέτρα αεροπορικής ασφαλείας που απαιτούνται από το άλλο συμβαλλόμενο μέρος για την έξοδο και κατά την παραμονή στην επικράτεια του άλλου συμβαλλόμενου μέρους. Κάθε συμβαλλόμενο μέρος ανταποκρίνεται θετικά σε κάθε αίτημα του άλλου συμβαλλόμενου μέρους για τη λήψη ειδικών μέτρων αεροπορικής ασφάλειας προς αντιμετώπιση συγκεκριμένης απειλής. 5. Με πλήρη και αμοιβαίο σεβασμό της εθνικής κυριαρχίας των συμβαλλομένων μερών, ένα συμβαλλόμενο μέρος μπορεί να λάβει μέτρα αεροπορικής ασφάλειας για την είσοδο στην επικράτειά του. Το εν λόγω συμβαλλόμενο μέρος λαμβάνει υπόψη του, εφόσον είναι δυνατόν, τα μέτρα αεροπορικής ασφαλείας που έχει ήδη εφαρμόσει το άλλο συμβαλλόμενο μέρος και τις σχετικές απόψεις που ενδεχομένως διατυπώνει. Ωστόσο, κάθε συμβαλλόμενο μέρος αναγνωρίζει, ότι καμία διάταξη του παρόντος άρθρου δεν περιορίζει τη δυνατότητα ενός συμβαλλόμενου μέρους να αρνηθεί την είσοδο οποιασδήποτε πτήσης στην επικράτειά του εφόσον κρίνει ότι απειλείται η αεροπορική ασφάλειά του. 6. Ένα συμβαλλόμενο μέρος μπορεί να λάβει επείγοντα μέτρα περιλαμβανομένων των τροποποιήσεων της παρούσας συμφωνίας για την αντιμετώπιση συγκεκριμένης απειλής κατά της αεροπορικής ασφάλειας. Τα μέτρα αυτά κοινοποιούνται αμέσως στις αρμόδιες αρχές του άλλου συμβαλλόμενου μέρους. 7. Tα συμβαλλόμενα μέρη τονίζουν ότι είναι σημαντική η επίτευξη συμβιβάσιμων πρακτικών και προτύπων ως μέσο βελτίωσης της αεροπορικής ασφαλείας και ελαχιστοποίησης των κανονιστικών αποκλίσεων. Προς το σκοπό αυτό, τα συμβαλλόμενα μέρη χρησιμοποιούν πλήρως και αναπτύσσουν τις υπάρχουσες διόδους συζήτησης των ισχυόντων και των προτεινόμενων μέτρων αεροπορικής ασφαλείας. Tα συμβαλλόμενα μέρη αναμένουν ότι αντικείμενο των συζητήσεων είναι, μεταξύ άλλων θεμάτων, τα νέα μέτρα αεροπορικής ασφάλειας που προτείνει ή εξετάζει το άλλο συμβαλλόμενο μέρος, καθώς και η αναθεώρηση των μέτρων αεροπορικής ασφάλειας λόγω μεταβολής των συνθηκών· αντικείμενο είναι επίσης τα μέτρα που προτείνει ένα συμβαλλόμενο μέρος για να εκπληρωθούν οι απαιτήσεις αεροπορικής ασφάλειας του άλλου συμβαλλόμενου μέρους· οι δυνατότητες της ταχύτερης κατά το δυνατόν προσαρμογής των προτύπων στα μέτρα αεροπορικής ασφάλειας· και η συμβατότητα των απαιτήσεων ενός συμβαλλόμενου μέρους με τις εκ του νόμου υποχρεώσεις του άλλου συμβαλλόμενου μέρους. Οι εν λόγω συζητήσεις χρησιμεύουν στην έγκαιρη ειδοποίηση και πριν την έναρξη συνομιλιών για νέες πρωτοβουλίες και απαιτήσεις αεροπορικής ασφαλείας. 8. Με την επιφύλαξη της αναγκαίας άμεσης λήψης μέτρων για την προστασία της αεροπορικής ασφάλειας, τα συμβαλλόμενα μέρη δηλώνουν ότι, κατά την εξέταση μέτρων αεροπορικής ασφάλειας, ένα συμβαλλόμενο μέρος αξιολογεί τις πιθανές δυσμενείς επιπτώσεις τους στις διεθνείς αερομεταφορές και λαμβάνει υπόψη τους εν λόγω παράγοντες, εκτός εάν περιορίζεται από το νόμο, όταν καθορίζει ποια μέτρα είναι αναγκαία και κατάλληλα για την αντιμετώπιση των συγκεκριμένων θεμάτων αεροπορικής ασφάλειας. 9. Σε περίπτωση συμβάντος ή απειλής συμβάντος παράνομης υφαρπαγής αεροσκάφους ή άλλων παράνομων πράξεων κατά της ασφάλειας επιβατών, πληρώματος, αεροσκάφους, αερολιμένων ή αεροναυτιλιακών διευκολύνσεων, τα συμβαλλόμενα μέρη αλληλοβοηθούνται διευκολύνοντας τις συνεννοήσεις και άλλα κατάλληλα μέτρα με σκοπό να τερματισθεί γρήγορα και με ασφάλεια το συμβάν ή η απειλή τέτοιου συμβάντος. 10. Όταν ένα συμβαλλόμενο μέρος έχει βάσιμους λόγους να πιστεύει ότι το άλλο συμβαλλόμενο μέρος δεν τηρεί τις διατάξεις του παρόντος άρθρου για την αεροπορική ασφάλεια, οι αρμόδιες αρχές του μέρους τούτου δύνανται να ζητήσουν άμεσες διαβουλεύσεις με τις αεροπορικές αρχές του άλλου συμβαλλόμενου μέρους. Η αποτυχία επίτευξης ικανοποιητικής συμφωνίας μέσα σε 15 μέρες από την ημερομηνία υποβολής του αιτήματος για διαβουλεύσεις, αποτελεί βάση λήψης αποφάσεως για αναστολή ισχύος, ανάκληση, περιορισμό ή επιβολή όρων στην άδεια λειτουργίας ή την άδεια τεχνικής εκμετάλλευσης αεροπορικής εταιρείας ή αεροπορικών εταιρειών του άλλου συμβαλλόμενου μέρους. Σε περιπτώσεις επείγουσας ανάγκης, το ένα συμβαλλόμενο μέρος δύναται να λάβει τα κατάλληλα προσωρινά μέτρα πριν την εκπνοή της προθεσμίας των 15 ημερών. 11. Πέραν των αξιολογήσεων αερολιμένων για να διαπιστώνεται η συμμόρφωση προς τα πρότυπα αεροπορικής ασφάλειας και προς τις πρακτικές που αναφέρονται στην παράγραφο 3 του παρόντος άρθρου, το ένα συμβαλλόμενο μέρος μπορεί να ζητήσει τη συνεργασία του άλλου συμβαλλόμενου μέρους προκειμένου να αξιολογηθεί κατά πόσον κάποια συγκεκριμένα μέτρα ασφάλειας του μέρους αυτού πληρούν τις απαιτήσεις του συμβαλλόμενου μέρους που ζήτησε την αξιολόγησή τους. Οι αρμόδιες αρχές των συμβαλλομένων μερών συντονίζουν εκ των προτέρων τους αερολιμένες που πρόκειται να αξιολογηθούν και τις ημερομηνίες αξιολόγησης και καθορίζουν με ποια διαδικασία θα χρησιμοποιήσουν τα αποτελέσματα των αξιολογήσεων αυτών. Το συμβαλλόμενο μέρος που ζήτησε την αξιολόγηση, αφού λάβει υπόψη τα αποτελέσματα της αξιολόγησης, μπορεί να αποφασίσει ότι εφαρμόζονται μέτρα ασφάλειας ισοδύναμα με εκείνα στην επικράτεια του άλλου συμβαλλόμενου μέρους, έτσι ώστε να είναι δυνατόν να εξαιρείται η μετεπιβίβαση επιβατών, μεταφόρτωση αποσκευών ή/και φορτίου από επαναληπτικό έλεγχο στην επικράτεια του συμβαλλόμενου μέρους που ζήτησε την αξιολόγηση. Η απόφαση αυτή κοινοποιείται στο άλλο συμβαλλόμενο μέρος . Άρθρο 9 Εμπορικές ευκαιρίες 1. Οι αεροπορικές εταιρείες του ενός συμβαλλόμενου μέρους δύνανται να εγκαταστήσουν γραφεία στο έδαφος του άλλου συμβαλλόμενου μέρους για την προώθηση και την πώληση αεροπορικών μεταφορών και συναφών δραστηριοτήτων. 2. Οι αεροπορικές εταιρίες κάθε συμβαλλόμενου μέρους δύνανται, σύμφωνα με τις νομοθετικές και κανονιστικές ρυθμίσεις του άλλου συμβαλλόμενου μέρους που αφορούν την είσοδο, τη διαμονή και την απασχόληση, να φέρουν και να διατηρούν στο έδαφος του άλλου συμβαλλόμενου μέρους προσωπικό διευθυντικό, ασχολούμενο με τις πωλήσεις, τεχνικό, επιχειρησιακό και άλλο ειδικευμένο, το οποίο απαιτείται για την παροχή αεροπορικών μεταφορών. 3. α. Με την επιφύλαξη της κατωτέρω παραγράφου β), κάθε αεροπορική εταιρεία, όσον αφορά την εξυπηρέτηση εδάφους στο έδαφος του άλλου συμβαλλόμενου μέρους, έχει : (i) το δικαίωμα να εκτελεί η ίδια την εξυπηρέτηση εδάφους (“αυτοεξυπηρέτηση”) ή, κατά την προαίρεσή της, (ii) το δικαίωμα να επιλέξει μεταξύ των ανταγωνιστριών εταιρειών που παρέχουν εν μέρει ή εξ ολοκλήρου υπηρεσίες εδάφους, εφόσον οι εν λόγω εταιρείες έχουν πρόσβαση στην αγορά σύμφωνα με τις νομοθετικές και κανονιστικές ρυθμίσεις κάθε συμβαλλόμενου μέρους και εφόσον οι εταιρείες αυτές υπάρχουν στην αντίστοιχη αγορά. β. Tα δικαιώματα που αναφέρονται στα σημεία (i) και (ii) της παραγράφου (α) ανωτέρω εξαρτώνται μόνον από τους ειδικούς περιορισμούς που αφορούν το διαθέσιμο χώρο και τη χωρητικότητα λόγω της ανάγκης να διατηρηθεί η ασφαλής λειτουργία του αερολιμένα. Σε περίπτωση που αποκλείεται η αυτοεξυπηρέτηση και δεν υφίσταται πραγματικός ανταγωνισμός μεταξύ εταιρειών παροχής υπηρεσιών εδάφους, όλες οι υπηρεσίες αυτές διατίθενται σε ισότιμη και κατάλληλη βάση σε όλες τις αεροπορικές εταιρείες· οι τιμές των υπηρεσιών αυτών δεν υπερβαίνουν το πλήρες κόστος τους, συμπεριλαμβανομένου κάποιου εύλογου κέρδους, μετά την απόσβεση. 4. Κάθε αεροπορική εταιρεία ενός συμβαλλόμενου μέρους δύναται να προβαίνει στην πώληση αερομεταφορών στο έδαφος του άλλου συμβαλλόμενου μέρους, απευθείας ή/και κατά την κρίση της, μέσω των πρακτόρων της ή άλλων μεσαζόντων που έχει ορίσει η εν λόγω εταιρεία. Κάθε αεροπορική εταιρεία έχει το δικαίωμα να πωλεί παρόμοιες μεταφορές και οποιοδήποτε πρόσωπο είναι ελεύθερο να αγοράζει τις μεταφορές αυτές στο νόμισμα της εν λόγω επικράτειας ή σε ελευθέρως μετατρέψιμα νομίσματα. 5. Κάθε αεροπορική εταιρεία έχει το δικαίωμα να μετατρέπει και να εμβάζει από την επικράτεια του άλλου συμβαλλόμενου μέρους στη χώρα της και, με εξαίρεση την περίπτωση που δεν σχετίζεται με την εν γένει ισχύουσα νομοθεσία ή κανόνα, στη χώρα της επιλογής της, κατόπιν αιτήσεώς της, τα τοπικά έσοδα τα οποία υπερβαίνουν τα ποσά που εκταμιεύθηκαν επί τόπου. Η μετατροπή και το έμβασμα εγκρίνονται κανονικά χωρίς περιορισμούς ή φορολόγηση, στην τιμή συναλλάγματος που εφαρμόζεται στις τρέχουσες συναλλαγές και εμβάσματα την ημέρα που ο αερομεταφορέας υποβάλλει την αρχική αίτηση εμβάσματος. 6. Οι αεροπορικές εταιρείες κάθε συμβαλλόμενου μέρους δύνανται να πληρώνουν τα τοπικά τους έξοδα, συμπεριλαμβανομένης της αγοράς καυσίμων, στην επικράτεια του άλλου συμβαλλόμενου μέρους στο τοπικό νόμισμα. Οι αεροπορικές εταιρείες κάθε συμβαλλόμενου μέρους έχουν την ευχέρεια να πληρώνουν τα εν λόγω έξοδα στην επικράτεια του άλλου συμβαλλόμενου μέρους σε ελευθέρως μετατρέψιμα νομίσματα σύμφωνα με την τοπική νομισματική νομοθεσία. 7. Κάθε αεροπορική εταιρεία ενός συμβαλλόμενου μέρους, κατά τη λειτουργία της ή την προσφορά δρομολογίων υπηρεσιών με βάση την παρούσα συμφωνία, δύναται να συμμετέχει σε συμπράξεις εμπορίας, όπως οι συμφωνίες για τη δέσμευση χώρου ή για την κοινή εκμετάλλευση πτήσεων, με: α. οποιαδήποτε εταιρεία ή εταιρείες των συμβαλλομένων μερών, β. οποιαδήποτε εταιρεία ή εταιρείες τρίτης χώρας, και γ. εταιρεία επίγειων (χερσαίων ή θαλάσσιων) μεταφορών οποιασδήποτε χώρας, με την προϋπόθεση ότι (i) όλοι οι μετέχοντες σε τέτοιες συμφωνίες έχουν ανάλογη αρμοδιότητα και ότι (ii) όλες οι συμφωνίες πληρούν τους όρους που προβλέπονται από τις νομοθετικές και κανονιστικές ρυθμίσεις τις οποίες εφαρμόζουν συνήθως από τα συμβαλλόμενα μέρη για την εκτέλεση ή την παροχή διεθνών αεροπορικών μεταφορών. 8. Οι αεροπορικές εταιρείες κάθε συμβαλλόμενου μέρους δύνανται να προβαίνουν σε συμφωνίες για την παροχή αεροσκάφους με πλήρωμα για διεθνή αεροπορική μεταφορά με: α. οποιαδήποτε εταιρεία ή εταιρείες των συμβαλλομένων μερών, και β. οποιαδήποτε εταιρεία ή εταιρείες τρίτης χώρας, με την προϋπόθεση ότι όλοι οι μετέχοντες σε τέτοιες συμφωνίες έχουν ανάλογη αρμοδιότητα και ότι όλες οι συμφωνίες πληρούν τους όρους που προβλέπονται από τις νομοθετικές και κανονιστικές ρυθμίσεις τις οποίες εφαρμόζουν συνήθως από τα συμβαλλόμενα μέρη για τέτοιες συμφωνίες. Κανένα συμβαλλόμενο μέρος δεν απαιτεί από εταιρεία οποιουδήποτε συμβαλλόμενου μέρους που παρέχει το αεροσκάφος να διαθέτει δικαιώματα κυκλοφορίας με βάση την παρούσα συμφωνία για τα δρομολόγια που θα εκτελεί το αεροσκάφος. 9. Κατά παρέκκλιση άλλης διάταξης της παρούσας συμφωνίας, οι αεροπορικές εταιρείες και οι μεσάζουσες εταιρείες μεταφοράς φορτίου των συμβαλλομένων μερών δύνανται να χρησιμοποιούν, χωρίς περιορισμούς, σε σχέση με τη διεθνή αεροπορική μεταφορά οποιαδήποτε επιφάνεια μεταφοράς φορτίου από ή προς οποιοδήποτε σημείο στις επικράτειες των συμβαλλομένων μερών, ή σε τρίτες χώρες, συμπεριλαμβανομένης της μεταφοράς από και προς όλους τους αερολιμένες που διαθέτουν τελωνεία, και συμπεριλαμβανομένου, αναλόγως, του δικαιώματος μεταφοράς αποθηκευμένου φορτίου με βάση τις εφαρμοστέες νομοθετικές και κανονιστικές ρυθμίσεις. Το φορτίο αυτό, είτε μεταφέρεται δια χερσαίας οδού είτε αεροπορικώς, εισάγεται στις τελωνειακές εγκαταστάσεις του αερολιμένα και περνά από τις τελωνειακές διατυπώσεις. Οι αεροπορικές εταιρείες δύνανται να επιλέξουν το δικό τους τρόπο χερσαίας μεταφοράς ή να συμφωνήσουν την εν λόγω μεταφορά με άλλες εταιρείες χερσαίας μεταφοράς, συμπεριλαμβανομένης της επιφανειακής μεταφοράς που χρησιμοποιούν άλλες αεροπορικές εταιρείες και οι μεσάζοντες αεροπορικής μεταφοράς φορτίου. Η συγκεκριμένη διατροπική μεταφορά φορτίου επιτρέπεται να προσφέρεται με ενιαίο κόμιστρο, με το συνδυασμό αεροπορικής και επιφανειακής μεταφοράς, με την προϋπόθεση ότι δεν παραπλανώνται οι αποστολείς σε ό,τι αφορά τα δεδομένα της εν λόγω μεταφοράς. Άρθρο 10 Δασμοί και τελωνειακές επιβαρύνσεις 1. Κατά την άφιξή του στο έδαφος ενός συμβαλλομένου μέρους, το αεροσκάφος που χρησιμοποιείται στις διεθνείς αερομεταφορές από τις αεροπορικές εταιρείες του άλλου συμβαλλομένου μέρους, ο συνήθης εξοπλισμός του, ο εξοπλισμός εδάφους, τα καύσιμα, τα λιπαντικά, τα αναλώσιμα τεχνικά εφόδια, τα ανταλλακτικά (συμπεριλαμβανομένων των κινητήρων), τα εφόδια του αεροσκάφους (στα οποία συμπεριλαμβάνονται, χωρίς να περιορίζονται σε αυτά, τα τρόφιμα, τα αφεψήματα και τα οινοπνευματώδη ποτά, ο καπνός και άλλα προϊόντα προς πώληση στους επιβάτες ή προς χρήση από αυτούς σε περιορισμένες ποσότητες κατά τη διάρκεια της πτήσης), και άλλα είδη, τα οποία διατίθενται ή χρησιμοποιούνται μόνον κατά τη λειτουργία ή την εξυπηρέτηση αεροσκάφους διεθνών αεροπορικών μεταφορών, απαλλάσσονται, σε βάση αμοιβαιότητας, όλων των περιορισμών εισαγωγής, των φόρων ιδιοκτησίας και των έκτακτων φόρων κεφαλαίου, των δασμών, των ειδικών φόρων κατανάλωσης και παρεμφερών τελών και επιβαρύνσεων που (α) επιβάλλονται από τις εθνικές αρχές ή την Ευρωπαϊκή Κοινότητα, και (β) δεν βασίζονται στο κόστος των παρεχόμενων υπηρεσιών, με την προϋπόθεση ότι ο εξοπλισμός και τα εφόδια αυτά παραμένουν εντός του αεροσκάφους. 2. Απαλλάσσονται επίσης, σε βάση αμοιβαιότητας, των φόρων, εισφορών, δασμών, τελών και επιβαρύνσεων που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, εξαιρουμένων των επιβαρύνσεων που συνδέονται με το κόστος της παρεχόμενης υπηρεσίας: α. τα εφόδια αεροσκάφους που εισάγονται ή παρέχονται στο έδαφος ενός συμβαλλομένου μέρους και τοποθετούνται εντός του αεροσκάφους, σε περιορισμένες ποσότητες, προκειμένου να χρησιμοποιηθούν μετά την αναχώρηση αεροσκάφους αεροπορικής εταιρείας του άλλου συμβαλλομένου μέρους, το οποίο χρησιμοποιείται σε διεθνείς αερομεταφορές, ακόμη και όταν τα εν λόγω εφόδια πρόκειται να χρησιμοποιηθούν σε τμήμα της πτήσης άνω της επικράτειας του συμβαλλομένου μέρους στο οποίο τοποθετήθηκαν εντός του αεροσκάφους· β. ο εξοπλισμός εδάφους και τα ανταλλακτικά (συμπεριλαμβανομένων των κινητήρων) που εισάγονται στην επικράτεια συμβαλλομένου μέρους για την εξυπηρέτηση, τη συντήρηση ή την επισκευή αεροσκάφους αεροπορικής εταιρείας του άλλου συμβαλλομένου μέρους, το οποίο χρησιμοποιείται σε διεθνείς αερομεταφορές· γ. τα καύσιμα, τα λιπαντικά, τα αναλώσιμα τεχνικά εφόδια που εισάγονται ή παρέχονται στην επικράτεια ενός συμβαλλομένου μέρους με σκοπό να χρησιμοποιηθούν σε αεροσκάφος αεροπορικής εταιρείας του άλλου συμβαλλομένου μέρους, το οποίο χρησιμοποιείται σε διεθνείς αερομεταφορές, ακόμη και όταν τα εν λόγω εφόδια πρόκειται να χρησιμοποιηθούν σε τμήμα της πτήσης άνω του εδάφους του συμβαλλομένου μέρους όπου τοποθετήθηκαν εντός του αεροσκάφους· και δ. το έντυπο υλικό που προβλέπεται από την τελωνειακή νομοθεσία κάθε συμβαλλομένου μέρους, το οποίο εισάγεται ή παρέχεται στο έδαφος ενός συμβαλλομένου μέρους και φορτώνεται στο αεροσκάφος προκειμένου να χρησιμοποιηθεί μετά την αναχώρηση αεροσκάφους αεροπορικής εταιρείας του άλλου συμβαλλομένου μέρους, το οποίο χρησιμοποιείται σε διεθνείς αερομεταφορές, ακόμη και όταν τα εν λόγω εφόδια πρόκειται να χρησιμοποιηθούν σε τμήμα της πτήσης άνω του εδάφους του συμβαλλομένου μέρους στο οποίο τοποθετήθηκαν εντός του αεροσκάφους. 3. Ενδεχομένως, απαιτείται ο εξοπλισμός και τα εφόδια που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 του παρόντος άρθρου να τελούν υπό την επίβλεψη ή των έλεγχο των αρμοδίων αρχών. 4. Οι απαλλαγές που προβλέπονται στο παρόν άρθρο ισχύουν επίσης σε περίπτωση που οι αεροπορικές εταιρείες του ενός συμβαλλομένου μέρους έχουν συμβληθεί με άλλη αεροπορική εταιρεία, η οποία χαίρει των απαλλαγών αυτών από το άλλο συμβαλλόμενο μέρος, για το δανεισμό ή τη μεταφορά στο έδαφος του άλλου συμβαλλομένου μέρους των ειδών τα οποία προσδιορίζονται στις παραγράφους 1 και 2 του παρόντος άρθρου. 5. Καμία διάταξη της παρούσας συμφωνίας δεν εμποδίζει το ένα ή το άλλο συμβαλλόμενο μέρος να επιβάλλει φόρους, εισφορές, δασμούς, τέλη ή επιβαρύνσεις για τα είδη που πωλούνται στους επιβάτες όχι όμως για την κατανάλωσή τους εντός του αεροσκάφους, σε τμήμα του αεροπορικού δρομολογίου μεταξύ δύο σημείων εντός της επικράτειάς του, όπου επιτρέπεται η επιβίβαση και η αποβίβαση. 6. Σε περίπτωση που δύο ή περισσότερα κράτη μέλη προτίθενται να θέσουν σε εφαρμογή στο έδαφός τους κάποια παρέκκλιση από την απαλλαγή που προβλέπει το άρθρο 14 παράγραφος (β) της οδηγίας 2003/96/EΚ του Συμβουλίου, της 27ης Οκτωβρίου 2003, στα καύσιμα που παρέχονται σε αεροσκάφη των ΗΠΑ για τις πτήσεις μεταξύ αυτών των κρατών μελών, η Κοινή Επιτροπή εξετάζει το θέμα σύμφωνα με το άρθρο 17 παράγραφος 4 στοιχείο (ε). 7. Ένα συμβαλλόμενο μέρος δύναται να ζητήσει τη συνδρομή του άλλου συμβαλλομένου μέρους, για λογαριασμό μιας ή όλων των αεροπορικών εταιρειών του, με σκοπό την εξασφάλιση απαλλαγής από τους φόρους, τους δασμούς, τις επιβαρύνσεις και τα τέλη που επιβάλλονται από κυβερνητικές ή/και και τοπικές ή αρχές στα είδη που προσδιορίζονται στις παραγράφους 1 και 2 του παρόντος άρθρου, καθώς και από τις επιβαρύνσεις των καυσίμων τροφοδοσίας, υπό τις συνθήκες που περιγράφονται στο παρόν άρθρο, εξαιρουμένου του τμήματος των επιβαρύνσεων που συνδέονται με το κόστος παροχής της υπηρεσίας. Ανταποκρινόμενο στο αίτημα αυτό, το άλλο συμβαλλόμενο μέρος γνωστοποιεί τις απόψεις του συμβαλλόμενου μέρους που υπέβαλε το αίτημα στην αρμόδια κυβερνητική μονάδα ή αρχή και μεριμνά ώστε να εξετασθούν κατάλληλα οι εν λόγω απόψεις. Άρθρο 11 Τέλη χρήστη 1. Τα τέλη χρήστη τα οποία δύνανται να επιβάλλονται από τις αρμόδιες αρχές επιβολής ή φορείς κάθε συμβαλλόμενο μέρος στις αεροπορικές εταιρείες του άλλου συμβαλλόμενου μέρους είναι δίκαια, λογικά, χωρίς αδικαιολόγητες διακρίσεις και δίκαια επιμερισμένα στις διάφορες κατηγορίες των χρηστών. Σε κάθε περίπτωση, τα τέλη χρήστη εκτιμώνται για τις αεροπορικές εταιρείες του άλλου συμβαλλόμενου μέρους με όρους, οι οποίοι δεν είναι λιγότερο ευνοϊκοί από τους παρεχόμενους σε οποιαδήποτε άλλη αεροπορική εταιρεία ευνοϊκότερους όρους κατά το χρόνο εκτίμησης των τελών. 2. Τα τέλη χρήστη που επιβάλλονται στις αεροπορικές εταιρείες του άλλου συμβαλλόμενου μέρους, δύνανται να αντιπροσωπεύουν, όχι όμως να υπερβαίνουν, το πλήρες κόστος που επωμίζονται οι αρμόδιες αρχές ή φορείς επιβολής των τελών για την παροχή κατάλληλων αερολιμενικών, αεροναυτιλιακών και αεροπορικής ασφάλειας διευκολύνσεων και υπηρεσιών στον αερολιμένα ή το σύστημα αερολιμένων. Τα εν λόγω τέλη χρήστη επιτρέπεται να περιλαμβάνουν ένα λογικό ποσοστό απόδοσης επί του ενεργητικού, μετά την απόσβεση. Οι διευκολύνσεις και οι υπηρεσίες για τις οποίες επιβάλλονται τα τέλη παρέχονται σε αποτελεσματική και οικονομική βάση. 3. Κάθε συμβαλλόμενο μέρος ενθαρρύνει τις διαβουλεύσεις στο έδαφός του μεταξύ των αρμόδιων για τη χρέωση τελών αρχών και φορέων, αφενός, και των αεροπορικών εταιρειών που χρησιμοποιούν τις υπηρεσίες και διευκολύνσεις, αφετέρου, και ενθαρρύνει τις αρμόδιες αρχές ή φορείς και τις αεροπορικές εταιρείες να ανταλλάσσουν πληροφορίες, εφόσον το επιβάλλει η ανάγκη για νέα ακριβή εξέταση του λογικού χαρακτήρα των τελών, σύμφωνα με τις παραγράφους 1 και 2 του παρόντος άρθρου. Κάθε συμβαλλόμενο μέρος ενθαρρύνει τις αρμόδιες αρχές χρέωσης τελών να παρέχουν στους χρήστες, για οιαδήποτε αλλαγή των τελών, εύλογη προθεσμία κατά τρόπο που οι χρήστες να είναι σε θέση να εκφράσουν τις απόψεις τους πριν την αλλαγή των τελών. 4. Κανένα από τα δύο συμβαλλόμενα μέρη δεν θεωρείται, κατά τις διαδικασίες επίλυσης διαφορών σύμφωνα με το άρθρο 18, ότι παραβιάζει διάταξη του παρόντος άρθρου, εκτός εάν (α) παραλείψει να προβεί σε επανεξέταση του τέλους ή της πρακτικής που αποτελεί το αντικείμενο καταγγελίας από το άλλο συμβαλλόμενο μέρος εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος· ή (β) μετά την εν λόγω επανεξέταση παραλείψει να προβεί σε ενέργειες εντός της δικαιοδοσίας του για την επανόρθωση τέλους ή πρακτικής μη συμβιβάσιμης με το παρόν άρθρο. Άρθρο 12 Τιμολόγηση 1. Οι τιμές των ναύλων των αεροπορικών μεταφορών που εκτελούνται σύμφωνα με την παρούσα συμφωνία καθορίζονται ελεύθερα και δεν υπόκεινται σε έγκριση, ούτε απαιτείται η κατάθεσή τους. 2. Με την επιφύλαξη της παραγράφου 1: α. Η καθιέρωση ή η συνέχιση μιας τιμής προτεινόμενης να εφαρμοσθεί ή εφαρμοζόμενης από αεροπορική εταιρεία των ΗΠΑ για διεθνή αερομεταφορά μεταξύ ενός σημείου σε κράτος μέλος και σημείου σε άλλο κράτος μέλος πρέπει να είναι σύμφωνη με το άρθρο 1 παράγραφος 3 του κανονισμού (EΟΚ) 2409/92 του Συμβουλίου της 23ης Ιουλίου 1992, ή με άλλο μετέπειτα όχι πιο περιοριστικό κανονισμό. β. Με βάση την παρούσα παράγραφο, οι αεροπορικές εταιρείες των συμβαλλομένων μερών παρέχουν, εφόσον τους ζητηθεί, άμεση πρόσβαση στις αρμόδιες αρχές των συμβαλλομένων μερών, σε πληροφορίες σχετικά με τις παρελθούσες, τις ισχύουσες και τις προτεινόμενες τιμές κατά τρόπο και μορφότυπο αποδεκτό από τις εν λόγω αρχές. Άρθρο 13 Κυβερνητικές επιχορηγήσεις και χρηματοδότηση 1. Tα συμβαλλόμενα μέρη αναγνωρίζουν ότι οι κυβερνητικές επιχορηγήσεις και χρηματοδότηση ενδέχεται να επηρεάσουν δυσμενώς τις θεμιτές και ισότιμες ευκαιρίες των αεροπορικών εταιρειών να ανταγωνίζονται στις διεθνείς αερομεταφορές που διέπονται από την παρούσα συμφωνία. 2. Εάν ένα συμβαλλόμενο μέρος πιστεύει ότι η κυβερνητική επιχορήγηση ή η χρηματοδότηση που πρόκειται να χορηγηθεί ή χορηγείται από το άλλο συμβαλλόμενο μέρος για ή σε αεροπορικές εταιρείες του εν λόγω άλλου μέρους πρόκειται να επηρεάσει ή επηρεάζει δυσμενώς τις θεμιτές και ισότιμες ευκαιρίες ανταγωνισμού των αεροπορικών εταιρειών του πρώτου συμβαλλόμενου μέρους, μπορεί να υποβάλει τις παρατηρήσεις του στο εν λόγω συμβαλλόμενο μέρος. Επίσης, μπορεί να ζητήσει σύγκληση της κοινής επιτροπής όπως προβλέπει το άρθρο 17, με σκοπό να εξετασθεί το θέμα και να δοθούν κατάλληλες απαντήσεις στις ανησυχίες που θα κριθούν δικαιολογημένες. 3. Κάθε συμβαλλόμενο μέρος μπορεί να απευθυνθεί σε αρμόδιες κυβερνητικές οντότητες στην επικράτεια του άλλου συμβαλλόμενου μέρους, ακόμη και σε κρατικό, περιφερειακό ή τοπικό επίπεδο, εφόσον πιστεύει ότι η κυβερνητική επιχορήγηση ή η χρηματοδότηση που πρόκειται να χορηγηθεί ή χορηγείται από τις οντότητες αυτές έχει δυσμενή αποτελέσματα στον ανταγωνισμό, όπως αναφέρεται στην παράγραφο 2. Εφόσον ένα συμβαλλόμενο μέρος αποφασίσει να προβεί στην εν λόγω απευθείας επαφή, ενημερώνει έγκαιρα το άλλο συμβαλλόμενο μέρος δια της διπλωματικής οδού. Μπορεί επίσης να ζητήσει σύγκληση της κοινής επιτροπής. 4. Μεταξύ των θεμάτων που ενδέχεται να προκύψουν βάσει του παρόντος άρθρου είναι, παραδείγματος χάρη, οι εισφορές κεφαλαίου, οι διασταυρούμενες επιδοτήσεις, οι επιχορηγήσεις, οι εγγυήσεις, τα θέματα κυριότητας, οι φορολογικές ελαφρύνσεις ή οι φοροαπαλλαγές, από οιαδήποτε κυβερνητική οντότητα. Άρθρο 14 Περιβάλλον 1. Tα συμβαλλόμενα μέρη αναγνωρίζουν τη σημασία προστασίας του περιβάλλοντος στην κατάστρωση και την εφαρμογή της πολιτικής διεθνούς αεροπορίας. Tα συμβαλλόμενα μέρη αναγνωρίζουν ότι πρέπει να σταθμίζονται προσεκτικά το κόστος και τα οφέλη των μέτρων προστασίας του περιβάλλοντος στην κατάστρωση της πολιτικής διεθνούς αεροπορίας. 2. Όταν ένα συμβαλλόμενο μέρος εξετάζει προτεινόμενα περιβαλλοντικά μέτρα, οφείλει να αξιολογεί τις πιθανές δυσμενείς επιπτώσεις στην άσκηση των δικαιωμάτων που διαλαμβάνει η παρούσα συμφωνία, και, εφόσον εγκρίνει τα μέτρα αυτά, οφείλει να προβεί σε κατάλληλες ενέργειες για το μετριασμό των εν λόγω δυσμενών επιπτώσεων. 3. Όταν θεσπίζονται περιβαλλοντικά μέτρα, ακολουθούνται τα αεροπορικά πρότυπα για το περιβάλλον που έχει καταρτίσει η Διεθνής Οργάνωση Πολιτικής Αεροπορίας σε Παραρτήματα της Σύμβασης, εκτός εάν αναφερθούν διαφορές. Tα συμβαλλόμενα μέρη εφαρμόζουν κάθε περιβαλλοντικό μέτρο που αφορά τις παρεχόμενες βάσει της παρούσας συμφωνίας υπηρεσίες αεροπορικής μεταφοράς, σύμφωνα με το άρθρα 2 και το άρθρο 3 παράγραφος 4 της παρούσας συμφωνίας. 4. Όταν ένα συμβαλλόμενο μέρος πιστεύει ότι ορισμένο θέμα αεροπορικής περιβαλλοντικής προστασίας εγείρει ανησυχίες όσον αφορά την ισχύ ή την εφαρμογή της παρούσας συμφωνίας, δύναται να ζητήσει τη σύγκληση της κοινής επιτροπής, όπως προβλέπεται στο άρθρο 17, για να εξετάσει το θέμα και να δώσει κατάλληλες απαντήσεις στις ανησυχίες που θα κριθούν δικαιολογημένες. Άρθρο 15 Προστασία των καταναλωτών Tα συμβαλλόμενα μέρη δηλώνουν ότι είναι σημαντική η προστασία των καταναλωτών, και οποιοδήποτε συμβαλλόμενο μέρος μπορεί να ζητήσει σύγκληση της κοινής επιτροπής για να συζητηθούν θέματα προστασίας των καταναλωτών που το άλλο συμβαλλόμενο μέρος χαρακτηρίζει ως σημαντικά. Άρθρο 16 Ηλεκτρονικά Συστήματα Κράτησης Θέσεων 1. Οι πωλητές ηλεκτρονικών συστημάτων κράτησης θέσεων (ΗΣΚ) που δραστηριοποιούνται στο έδαφος ενός συμβαλλόμενου μέρους δικαιούνται να εγκαθιστούν, να διατηρούν και να διαθέτουν ελεύθερα τα ΗΣΚ τους σε πρακτορεία ή εταιρείες ταξιδίων, των οποίων η κύρια επιχειρηματική δραστηριότητα είναι η διανομή προϊόντων σχετιζόμενων με ταξίδια στο έδαφος του άλλου συμβαλλόμενου μέρους, με την προϋπόθεση ότι το ΗΣΚ είναι σύμφωνο με κάθε σχετική κανονιστική απαίτηση του άλλου συμβαλλόμενου μέρους. 2. Κανένα συμβαλλόμενο μέρος δεν επιβάλλει ή δεν επιτρέπει την επιβολή, στην επικράτειά του, στους πωλητές ΗΣΚ του άλλου συμβαλλόμενου μέρους απαιτήσεις, όσον αφορά τις απεικονίσεις των ΗΣΚ (συμπεριλαμβανομένων των παραμέτρων σύνταξης και απεικόνισης), τις λειτουργίες, τις πρακτικές, τις πωλήσεις ή την κυριότητα, αυστηρότερες εκείνων που επιβάλλει στους δικούς του πωλητές ΗΣΚ. 3. Οι ιδιοκτήτες/χειριστές των ΗΣΚ ενός συμβαλλόμενου μέρους που τηρούν τις κανονιστικές απαιτήσεις του άλλου συμβαλλόμενου μέρους, εφόσον υπάρχουν, έχουν τις ίδιες δυνατότητες κυριότητας ΗΣΚ εντός της επικράτειας του άλλου συμβαλλόμενου μέρους με τους ιδιοκτήτες/χειριστές του πρώτου συμβαλλόμενου μέρους. Άρθρο 17 Κοινή Επιτροπή 1. Κοινή Επιτροπή, απαρτιζόμενη από αντιπροσώπους των συμβαλλομένων μερών, συγκαλείται τουλάχιστον μια φορά το χρόνο για τη διεξαγωγή διαβουλεύσεων σχετικών με την παρούσα συμφωνία και για την εξέταση της εφαρμογής της. 2. Ένα συμβαλλόμενο μέρος δύναται επίσης να ζητήσει σύγκληση της Κοινής Επιτροπής προκειμένου να επιδιώξει την επίλυση θεμάτων σχετικών με την ερμηνεία ή την εφαρμογή της παρούσας συμφωνίας. Ωστόσο, με βάση το άρθρο 19 ή το Παράρτημα 2, η Κοινή Επιτροπή μπορεί να εξετάζει θέματα που αφορούν μόνον την άρνηση ενός συμβαλλόμενου μέρους να εφαρμόσει τις δεσμεύσεις που έχει αναλάβει και τις επιπτώσεις των αποφάσεων περί ανταγωνισμού στην εφαρμογή της παρούσας συμφωνίας. Η Κοινή Επιτροπή συγκαλείται το συντομότερο δυνατόν, και οπωσδήποτε εντός των 60 ημερών από την ημερομηνία παραλαβής του αιτήματος, εκτός εάν συμφωνηθεί διαφορετικά. 3. Η Κοινή Επιτροπή θέτει υπό εξέταση, το αργότερο κατά την πρώτη ετήσια συνεδρίασή της και στη συνέχεια όπως ενδείκνυται, τη συνολική εφαρμογή της συμφωνίας, καθώς και τις ενδεχόμενες επιπτώσεις που έχουν οι σχετικά με τις αεροπορικές υποδομές περιορισμοί στην άσκηση των δικαιωμάτων που προβλέπονται στο άρθρο 3, τις επιπτώσεις των μέτρων ασφαλείας που λαμβάνονται βάσει του άρθρου 8, τις επιπτώσεις στους όρους ανταγωνισμού, συμπεριλαμβανομένων των ηλεκτρονικών συστημάτων κράτησης θέσεων, και κάθε άλλης κοινωνικής επίπτωσης από την εφαρμογή της συμφωνίας. 4. Η Κοινή Επιτροπή αναπτύσσει επίσης συνεργασία: α. προωθώντας την ανταλλαγή απόψεων σε επίπεδο εμπειρογνωμόνων σε θέματα νέων νομοθετικών και κανονιστικών πρωτοβουλιών και εξελίξεων, καθώς και σε θέματα ασφάλειας πτήσεων και αεροπορικής ασφάλειας, περιβάλλοντος, αεροπορικών υποδομών (συμπεριλαμβανομένων των χρονοθυρίδων) και προστασίας των καταναλωτών· β. εξετάζοντας τις κοινωνικές επιπτώσεις που επιφέρει η εφαρμογή της συμφωνίας και δίνοντας κατάλληλες απαντήσεις στις ανησυχίες που αποδεικνύονται δικαιολογημένες· γ. διερευνώντας τα πιθανά πεδία περαιτέρω ανάπτυξης της συμφωνίας, συμπεριλαμβανομένης της διατύπωσης συστάσεων για την τροποποίηση της συμφωνίας· δ. καταγράφοντας τα θέματα που αφορούν τη χορήγηση από το Δημόσιο επιδοτήσεων και οικονομικής στήριξης, τα οποία θέτει το ένα ή το άλλο συμβαλλόμενο μέρος υπόψη της Κοινής Επιτροπής· ε. λαμβάνοντας συναινετικά αποφάσεις, για οποιαδήποτε θέματα αφορούν στην εφαρμογή του άρθρου 10 παράγραφος 6. 5. Η Κοινή Επιτροπή λειτουργεί με βάση την ομοφωνία. Άρθρο 18 Διαιτησία 1. Κάθε διαφορά σχετική με την εφαρμογή ή την ερμηνεία της παρούσας συμφωνίας, εξαιρουμένων των θεμάτων που προκύπτουν βάσει του άρθρου 19 ή βάσει του Παραρτήματος 2, η οποία δεν έχει επιλυθεί με σύγκληση της Κοινής Επιτροπής, μπορεί να τεθεί από πρόσωπο ή φορέα για να ληφθεί απόφαση με συμφωνία των συμβαλλομένων μερών. Εφόσον τα συμβαλλόμενα μέρη δεν συμφωνήσουν, η διαφορά υποβάλλεται με αίτηση ενός συμβαλλόμενου μέρους, σε διαιτησία σύμφωνα με τις παρακάτω διαδικασίες. 2. Εκτός αντιθέτου συμφωνίας των συμβαλλομένων μερών, τη διαιτησία αναλαμβάνει δικαστήριο τριών διαιτητών, το οποίο συγκροτείται ως εξής: α. Εντός 20 ημερών από την παραλαβή αιτήσεως διαιτησίας, κάθε συμβαλλόμενο μέρος ορίζει ένα διαιτητή. Εντός 45 ημερών από το διορισμό τους, οι δύο διαιτητές διορίζουν από κοινού έναν τρίτο διαιτητή, ο οποίος ενεργεί ως πρόεδρος του Διαιτητικού Δικαστηρίου. β. Εάν το ένα από τα συμβαλλόμενα μέρη παραλείψει να ορίσει διαιτητή ή εάν ο τρίτος διαιτητής δεν διορισθεί σύμφωνα με το εδάφιο α) της παρούσας παραγράφου, κάθε συμβαλλόμενο μέρος δύναται να ζητήσει από τον πρόεδρο του Συμβουλίου της Διεθνούς Οργάνωσης Πολιτικής Αεροπορίας να ορίσει τον διαιτητή ή τους διαιτητές που απαιτούνται, εντός 30 ημερών από την παραλαβή της αίτησης. Εάν ο πρόεδρος του Συμβουλίου της Διεθνούς Οργάνωσης Πολιτικής Αεροπορίας είναι υπήκοος είτε των Ηνωμένων Πολιτειών είτε κράτους μέλους, ο αρχαιότερος Αντιπρόεδρος του εν λόγω Συμβουλίου, εφόσον δεν κωλύεται για την ίδια αιτία, προβαίνει στο διορισμό. 3. Εκτός αν συμφωνηθεί άλλως, το Διαιτητικό Δικαστήριο καθορίζει τα όρια δικαιοδοσίας του σύμφωνα με την παρούσα συμφωνία και αποφασίζει τον εσωτερικό του κανονισμό. Κατόπιν αιτήσεως ενός των συμβαλλομένων μερών, το Δικαστήριο, αφού συγκροτηθεί σε σώμα, δύναται να ζητήσει από το άλλο συμβαλλόμενο μέρος τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων εν αναμονή της τελικής απόφασης του Δικαστηρίου. Με διάταξη του Δικαστηρίου ή με αίτηση ενός συμβαλλόμενου μέρους, πραγματοποιείται σύσκεψη το αργότερο εντός 15 ημερών από τη συγκρότηση του Δικαστηρίου σε σώμα για τον ακριβή από πλευράς του προσδιορισμό των υπό διαιτησία ζητημάτων και των ειδικών διαδικασιών που πρέπει να ακολουθηθούν. 4. Εκτός αν συμφωνηθεί άλλως ή εάν διατάξει διαφορετικά το Δικαστήριο: α. Το υπόμνημα απαίτησης υποβάλλεται εντός 30 ημερών από την ημέρα συγκρότησης του Δικαστηρίου σε σώμα και το υπόμνημα αντίκρουσης υποβάλλεται εντός των επομένων 40 ημερών. Ενδεχόμενη απάντηση του αιτούντος υποβάλλεται εντός 15 ημερών από την υποβολή του υπομνήματος αντίκρουσης. Ενδεχόμενη απάντηση του απαντήσαντος υποβάλλεται εντός των επόμενων 15 ημερών. β. Το Δικαστήριο συνεδριάζει σε ακροαματική διαδικασία με αίτηση ενός των συμβαλλομένων μερών, ή με δική του πρωτοβουλία, εντός 15 ημερών από την ημερομηνία κατάθεσης της τελευταίας απάντησης. 5. Το Δικαστήριο μεριμνά για την έκδοση γραπτής απόφασης εντός 30 ημερών από την ολοκλήρωση της ακρόασης ή, εφόσον δεν υπάρξει ακρόαση, εντός 30 ημερών από την ημερομηνία υποβολής της τελευταίας απάντησης. Υπερισχύει η απόφαση της πλειοψηφίας του Δικαστηρίου. 6. Τα συμβαλλόμενα μέρη δύνανται να υποβάλλουν αιτήσεις αποσαφήνισης της απόφασης εντός διαστήματος 10 ημερών από την ημερομηνία έκδοσής της και κάθε διευκρίνιση διατυπώνεται εντός διαστήματος 15 ημερών από την υποβολή της σχετικής αίτησης. 7. Εάν το Δικαστήριο αποφανθεί ότι υπάρχει παραβίαση της παρούσας συμφωνίας και το υπεύθυνο συμβαλλόμενο μέρος δεν μεριμνήσει να επανορθώσει, ή δεν έλθει σε συμφωνία με το άλλο συμβαλλόμενο μέρος για αμοιβαία ικανοποιητική λύση της διαφοράς εντός 40 ημερών από την κοινοποίηση της απόφασης του Δικαστηρίου, το άλλο συμβαλλόμενο μέρος δύναται να αναστείλει την εφαρμογή των ανάλογων ευεργετημάτων που απορρέουν από την παρούσα συμφωνία, έως ότου τα συμβαλλόμενα μέρη έλθουν σε συμφωνία για επίλυση της διαφοράς. Καμία διάταξη της παρούσας παραγράφου δεν ερμηνεύεται ως περιορισμός του δικαιώματος ενός των συμβαλλομένων μερών να λάβει ανάλογα μέτρα σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο. 8. Οι διατάξεις του Διαιτητικού Δικαστηρίου, συμπεριλαμβανομένων των αμοιβών και των εξόδων των Διαιτητών, βαρύνουν τα συμβαλλόμενα μέρη ισομερώς. Οποιαδήποτε έξοδα του προέδρου του Συμβουλίου της Διεθνούς Οργάνωσης Πολιτικής Αεροπορίας, ή του αντιπροέδρου του Συμβουλίου αυτού, σχετιζόμενα με τις διαδικασίες της παραγράφου 2 στοιχείο β) του παρόντος άρθρου θεωρούνται ότι αποτελούν μέρος των δαπανών του Διαιτητικού Δικαστηρίου. Άρθρο 19 Ανταγωνισμός 1. Τα συμβαλλόμενα μέρη αναγνωρίζουν ότι ο ανταγωνισμός μεταξύ αεροπορικών εταιρειών στην υπερατλαντική αγορά είναι σημαντικός για την προώθηση των στόχων της παρούσας συμφωνίας, και βεβαιώνουν ότι εφαρμόζουν τα αντίστοιχα καθεστώτα ανταγωνισμού για να προστατεύουν και να προάγουν τον ανταγωνισμό εν γένει και όχι αυτόν μεταξύ μεμονωμένων ανταγωνιστών. 2. Τα συμβαλλόμενα μέρη αναγνωρίζουν ότι ενδέχεται να προκύψουν διαφορές όσον αφορά την εφαρμογή των οικείων καθεστώτων τους ανταγωνισμού στη διεθνή αεροπορία, οι οποίες να επηρεάζουν την υπερατλαντική αγορά, και ότι ο ανταγωνισμός μεταξύ αεροπορικών εταιρειών στην αγορά αυτή μπορεί να αναπτύσσεται με την ελαχιστοποίηση των διαφορών αυτών. 3. Τα συμβαλλόμενα μέρη αναγνωρίζουν ότι η συνεργασία μεταξύ των αρχών τους που είναι αρμόδιες σε θέματα ανταγωνισμού ευνοεί την προώθηση του ανταγωνισμού στις αγορές και ότι προσφέρει δυνατότητες προώθησης συμβατών μεταξύ τους ρυθμιστικών αποτελεσμάτων και ελαχιστοποίησης των διαφορών προσέγγισης όσον αφορά τις αντίστοιχες απόψεις τους περί ανταγωνισμού στις συμφωνίες αερομεταφορών. Κατά συνέπεια, τα συμβαλλόμενα μέρη επιζητούν την ευρύτερη εφικτή μεταξύ τους συνεργασία, λαμβάνοντας υπόψη τις διάφορες δικαιοδοσίες, αρμοδιότητες και διαδικασίες των αρχών, σύμφωνα με το Παράρτημα 2. 4. Υποβάλλεται στην Κοινή Επιτροπή ετήσια αναφορά σχετικά με τα αποτελέσματα της συνεργασίας βάσει του Παραρτήματος 2. Άρθρο 20 Διαπραγματεύσεις σε δεύτερο στάδιο Tα συμβαλλόμενα μέρη συμφωνούν στο στόχο να συνεχίσουν το άνοιγμα της πρόσβασης στις αγορές και να μεγιστοποιήσουν τα οφέλη για τους καταναλωτές, τις αεροπορικές εταιρείες, τους εργαζόμενους και τις κοινωνίες εκατέρωθεν του Ατλαντικού. Για να συνεχιστεί η διεργασία αυτή, τα συμβαλλόμενα μέρη καταρτίζουν ημερήσια διάταξη με τα θέματα που ενδιαφέρουν πρωτίστως κάθε πλευρά. Tα συμβαλλόμενα μέρη αρχίζουν διαπραγματεύσεις το αργότερο 60 ημέρες από την προσωρινή εφαρμογή της παρούσας συμφωνίας, με στόχο την απρόσκοπτη προετοιμασία του επομένου σταδίου. Άρθρο 21 Σχέση με άλλες συμφωνίες 1. Κατά τη διάρκεια της προσωρινής εφαρμογής της παρούσας συμφωνίας σύμφωνα με το άρθρο 24, οι διμερείς συμφωνίες που αναγράφονται στο τμήμα 1 του Παραρτήματος 1 αναστέλλονται, εξαιρουμένων των οριζομένων στο τμήμα 2 του Παραρτήματος 1. 2. Από την έναρξη ισχύος της, σύμφωνα με το άρθρο 25, η παρούσα συμφωνία υποκαθίσταται στις διμερείς συμφωνίες που αναγράφονται στο τμήμα 1 του Παραρτήματος 1, εξαιρουμένων οριζομένων στο τμήμα 2 του Παραρτήματος 1. 3. Εάν τα συμβαλλόμενα μέρη προσχωρήσουν σε πολυμερή συμφωνία ή εάν υιοθετήσουν απόφαση εκδοθείσα από τη Διεθνή Οργάνωση Πολιτικής Αεροπορίας ή από άλλο διεθνή οργανισμό, η οποία πραγματεύεται θέματα που καλύπτει η παρούσα συμφωνία, διαβουλεύονται στην κοινή επιτροπή κατά πόσον η παρούσα συμφωνία πρέπει να αναθεωρηθεί προκειμένου να ληφθούν υπόψη οι εν λόγω εξελίξεις. Άρθρο 22 Καταγγελία Το ένα συμβαλλόμενο μέρος δύναται, οποτεδήποτε, να γνωστοποιήσει στο άλλο συμβαλλόμενο μέρος γραπτώς δια διπλωματικής οδού την απόφασή του να καταγγείλει την παρούσα συμφωνία. Η ανωτέρω γνωστοποίηση αποστέλλεται ταυτόχρονα στη Διεθνή Οργάνωση Πολιτικής Αεροπορίας. Η παρούσα συμφωνία λήγει τα μεσάνυχτα, ώρα Γκρήνουιτς, της τελευταίας ημέρας της περιόδου κυκλοφορίας της Διεθνούς Ένωσης Αεροπορικών Μεταφορών (IATA) και ένα έτος από την ημερομηνία της γραπτής γνωστοποίησης της καταγγελίας, εκτός εάν η γνωστοποίηση αποσυρθεί κατόπιν συμφωνίας των συμβαλλομένων μερών πριν τη λήξη της περιόδους αυτής. Άρθρο 23 Καταχώριση στη ΔΟΠΑ Η παρούσα συμφωνία και όλες οι τροποποιήσεις της καταχωρίζονται στη Διεθνή Οργάνωση Πολιτικής Αεροπορίας. Άρθρο 24 Προσωρινή εφαρμογή Ενόσω εκκρεμεί η έναρξη ισχύος σύμφωνα με το άρθρο 25: 1. Tα συμβαλλόμενα μέρη συμφωνούν να εφαρμόζουν την παρούσα συμφωνία από [A]. 2. Το ένα συμβαλλόμενο μέρος δύναται, οποτεδήποτε, να γνωστοποιήσει στο άλλο συμβαλλόμενο μέρος γραπτώς δια της διπλωματικής οδού την απόφασή του να μην εφαρμόζει πλέον την παρούσα συμφωνία. Στην περίπτωση αυτή, η εφαρμογή παύει τα μεσάνυχτα, ώρα Γκρήνουιτς, της τελευταίας ημέρας της περιόδου κυκλοφορίας της Διεθνούς Ένωσης Αεροπορικών Μεταφορών (IATA) και ένα έτος από την ημερομηνία της γραπτής γνωστοποίησης, εκτός εάν η γνωστοποίηση αποσυρθεί κατόπιν συμφωνίας των συμβαλλομένων μερών πριν τη λήξη της περιόδου αυτής. Άρθρο 25 Έναρξη ισχύος Η παρούσα συμφωνία αρχίζει να ισχύει ένα μήνα από την ημερομηνία της τελευταίας στα πλαίσια ανταλλαγής διπλωματικών διακοινώσεων μεταξύ των συμβαλλομένων μερών διακοίνωσης, με την οποία βεβαιώνεται η ολοκλήρωση όλων των διαδικασιών που είναι αναγκαίες για την έναρξη ισχύος της παρούσας συμφωνίας. Για τους σκοπούς της εν λόγω ανταλλαγής, οι Ηνωμένες Πολιτείες παραδίδουν τη διπλωματική διακοίνωση στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα και τα κράτη μέλη της, και η Ευρωπαϊκή Κοινότητα παραδίδει στις Ηνωμένες Πολιτείες τη διπλωματική διακοίνωση ή διακοινώσεις από την Ευρωπαϊκή Κοινότητα και τα κράτη μέλη της. Η διπλωματική διακοίνωση ή διακοινώσεις από την Ευρωπαϊκή Κοινότητα και τα κράτη μέλη της περιέχουν κοινοποίηση από κάθε κράτος μέλος, με την οποία βεβαιώνεται η ολοκλήρωση όλων των διαδικασιών που είναι αναγκαίες για τη θέση σε ισχύ της παρούσας συμφωνίας. ΣΕ ΠΊΣΤΩΣΗ ΤΩΝ ΑΝΩΤΕΡΩ οι υπογράφοντες πληρεξούσιοι έθεσαν την υπογραφή τους κάτω από την παρούσα συμφωνία. ΕΓΙΝΕ στ [_____________] την [_______] ημέρα του ________, 200__, εις διπλούν, στην τσεχική, δανική, ολλανδική, αγγλική, εσθονική, φινλανδική, γαλλική, γερμανική, ελληνική, ουγγρική, ιταλική, λεττονική, λιθουανική, μαλτεζική, πολωνική, πορτογαλική, σλοβακική, σλοβενική, ισπανική και σουηδική γλώσσα. Σε περίπτωση απόκλισης το κείμενο στην αγγλική γλώσσα υπερισχύει των υπολοίπων. ΓΙΑ ΤΙΣ ΗΝΩΜΕΝΕΣ ΠΟΛΙΤΕΙΕΣ ΤΗΣ ΑΜΕΡΙΚΗΣ ΓΙΑ ΤΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΤΗΣ ΑΥΣΤΡΙΑΣ ΓΙΑ ΤΟ ΒΑΣΙΛΕΙΟ ΤΟΥ ΒΕΛΓΙΟΥ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΤΣΕΧΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΓΙΑ ΤΟ ΒΑΣΙΛΕΙΟ ΤΗΣ ΔΑΝΙΑΣ ΓΙΑ ΤΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΤΗΣ ΕΣΘΟΝΙΑΣ ΓΙΑ ΤΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΤΗΣ ΦΙΝΛΑΝΔΙΑΣ ΓΙΑ ΤΗ ΓΑΛΛΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΤΗΣ ΓΕΡΜΑΝΙΑΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΓΙΑ ΤΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΤΗΣ ΟΥΓΓΑΡΙΑΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΙΡΛΑΝΔΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΙΤΑΛΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΓΙΑ ΤΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΤΗΣ ΛΕΤΤΟΝΙΑΣ ΓΙΑ ΤΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΤΗΣ ΛΙΘΟΥΑΝΙΑΣ ΓΙΑ ΤΟ ΜΕΓΑΛΟ ΔΟΥΚΑΤΟ ΤΟΥ ΛΟΥΞΕΜΒΟΥΡΓΟΥ ΓΙΑ ΤΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΤΗΣ ΜΑΛΤΑΣ ΓΙΑ ΤΟ ΒΑΣΙΛΕΙΟ ΤΩΝ ΚΑΤΩ ΧΩΡΩΝ ΓΙΑ ΤΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΤΗΣ ΠΟΛΩΝΙΑΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΟΡΤΟΓΑΛΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΓΙΑ ΤΗ ΣΛΟΒΑΚΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΓΙΑ ΤΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΤΗΣ ΣΛΟΒΕΝΙΑΣ ΓΙΑ ΤΟ ΒΑΣΙΛΕΙΟ ΤΗΣ ΙΣΠΑΝΙΑΣ ΓΙΑ ΤΟ ΒΑΣΙΛΕΙΟ ΤΗΣ ΣΟΥΗΔΙΑΣ ΓΙΑ ΤΟ ΗΝΩΜΕΝΟ ΒΑΣΙΛΕΙΟ ΤΗΣ ΜΕΓΑΛΗΣ ΒΡΕΤΑΝΙΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΒΟΡΕΙΟΥ ΙΡΛΑΝΔΙΑΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΚΟΙΝΟΤΗΤΑ ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ 1 Τμήμα 1 Όπως ορίζεται στο άρθρο 21 της παρούσας συμφωνίας, οι παρακάτω διμερείς συμφωνίες αερομεταφορών μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και των κρατών μελών αναστέλλονται ή αντικαθίσταται από την παρούσα συμφωνία: α. Δημοκρατία της Αυστρίας: η συμφωνία αεροπορικών μεταφορών που υπογράφηκε στη Βιέννη στις 16 Μαρτίου 1989· όπως τροποποιήθηκε στις 14 Ιουνίου 1995. β. Βασίλειο του Βελγίου: η συμφωνία αεροπορικών μεταφορών που τέθηκε σε ισχύ με ανταλλαγή διακοινώσεων στην Ουάσιγκτον στις 23 Οκτωβρίου 1980· όπως τροποποιήθηκε στις 22 Σεπτεμβρίου και στις 12 Νοεμβρίου 1986· όπως τροποποιήθηκε στις 5 Noεμβρίου 1993 και στις 12 Ιανουαρίου 1994. (τροποποίηση συναφθείσα στις 5 Σεπτεμβρίου 1995 (εφαρμοζόμενη προσωρινά). γ. Tσεχική Δημοκρατία: η συμφωνία αεροπορικών μεταφορών που υπογράφηκε στην Πράγα στις 10 Σεπτεμβρίου 1996· όπως τροποποιήθηκε στις 4 Ιουνίου 2001 και στις 14 Φεβρουαρίου 2002. δ. Βασίλειο της Δανίας: η συμφωνία αεροπορικών μεταφορών που τέθηκε σε ισχύ με ανταλλαγή διακοινώσεων στην Ουάσιγκτον στις 16 Δεκεμβρίου 1944· όπως τροποποιήθηκε στις 6 Αυγούστου 1954· όπως τροποποιήθηκε στις 16 Ιουνίου 1995. ε. Δημοκρατία της Φινλανδίας: η συμφωνία αεροπορικών μεταφορών που υπογράφηκε στο Ελσίνκι στις 29 Μαρτίου 1949· το σχετικό πρωτόκολλο που υπογράφηκε στις 12 Μαΐου 1980· η συμφωνία για την τροποποίηση της συμφωνίας του 1949 και του πρωτοκόλλου του 1980 που συνήφθη στις 9 Ιουνίου 1995. στ. Γαλλική Δημοκρατία: η συμφωνία αεροπορικών μεταφορών που υπογράφηκε στην Ουάσιγκτον στις 18 Ιουνίου 1998· όπως τροποποιήθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2000· όπως τροποποιήθηκε στις 22 Ιανουαρίου 2002. ζ. Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας: η συμφωνία αεροπορικών μεταφορών και η ανταλλαγή διακοινώσεων που υπογράφηκε στην Ουάσιγκτον στις 7 Ιουλίου 1955· όπως τροποποιήθηκε στις 25 Απριλίου 1989. (το σχετικό πρωτόκολλο που συνήφθη την 1η Νοεμβρίου 1978· η σχετική συμφωνία που συνήφθη στις 24 Μαΐου 1994· το πρωτόκολλο τροποποίησης της συμφωνίας του 1955, που συνήφθη στις 23 Μαΐου 1996· η συμφωνία για την τροποποίηση του πρωτοκόλλου του 1996 που συνήφθη στις 10 Οκτωβρίου 2000 (όλα εφαρμοζόμενα προσωρινά). η. Ελληνική Δημοκρατία: η συμφωνία αεροπορικών μεταφορών που υπογράφηκε στην Αθήνα στις 31 Ιουλίου 1991· παρατάθηκε έως τις 31 Ιουλίου 2006 με ανταλλαγή διακοινώσεων στις 19 και 25 Ιουλίου 2005. θ. Δημοκρατία της Ουγγαρίας: η συμφωνία αεροπορικών μεταφορών και το μνημόνιο συμφωνίας που υπογράφηκε στη Βουδαπέστη στις 12 Ιουλίου 1989· παρατάθηκε έως τις 12 Ιουλίου 2006 με ανταλλαγή διακοινώσεων στις 12 Ιουλίου και στις 7 Νοεμβρίου 2005. ι. Ιρλανδία : η συμφωνία αεροπορικών μεταφορών που τέθηκε σε ισχύ με ανταλλαγή διακοινώσεων στην Ουάσιγκτον στις 3 Φεβρουαρίου 1945· όπως τροποποιήθηκε στις 25 Ιανουαρίου 1988 και στις 29 Σεπτεμβρίου 1989· όπως τροποποιήθηκε στις 25 Ιουλίου και στις 6 Σεπτεμβρίου 1990. (Το μνημόνιο διαβουλεύσεων που υπογράφηκε στην Ουάσιγκτον στις 28 Οκτωβρίου 1993 (εφαρμόζεται προσωρινά). ια. Ιταλική Δημοκρατία: η συμφωνία αεροπορικών μεταφορών, με το μνημόνιο και την ανταλλαγή διακοινώσεων, που υπογράφηκε στη Ρώμη στις 22 Ιουνίου 1970· όπως τροποποιήθηκε στις 25 Οκτωβρίου 1988· σχετικό μνημόνιο συμφωνίας που υπογράφηκε στις 27 Σεπτεμβρίου 1990· η τροποποίηση της συμφωνίας του 1970 και του μνημονίου συμφωνίας του 1990 που συνήφθη στις 22 Νοεμβρίου και στις Δεκεμβρίου 1991· η τροποποίηση της συμφωνίας του 1970 και του μνημονίου συμφωνίας του 1990 που συνήφθη στις 30 Μαΐου και στις 21 Οκτωβρίου 1997· η συμφωνία για τη συμπλήρωση της συμφωνίας του 1970 που συνήφθη στις 30 Δεκεμβρίου 1998 και στις 2 Φεβρουαρίου 1999. (Το πρωτόκολλο τροποποίησης της συμφωνίας του 1970 που συνήφθη στις 6 Δεκεμβρίου, 1999 (εφαρμόζεται προσωρινά)). ιβ. Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου: η συμφωνία αεροπορικών μεταφορών που υπογράφηκε στο Λουξεμβούργο στις 19 Αυγούστου 1986· όπως τροποποιήθηκε στις 6 Ιουνίου 1995· όπως τροποποιήθηκε στις 13 και στις 21 Ιουλίου 1998. ιγ. Δημοκρατία της Μάλτας: η συμφωνία αεροπορικών μεταφορών που υπογράφηκε στην Ουάσιγκτον στις 12 Οκτωβρίου 2000. ιδ. Βασίλειο των Κάτω Χωρών: η συμφωνία αεροπορικών μεταφορών που υπογράφηκε στην Ουάσιγκτον στις 3 Απριλίου 1957· το πρωτόκολλο τροποποίησης της συμφωνίας του 1957 που συνήφθη στις 31 Μαρτίου 1978· η τροποποίηση του πρωτοκόλλου του 1978 που συνήφθη στις 11 Ιουνίου 1986· η τροποποίηση της συμφωνίας του 1957 που συνήφθη στις 13 Οκτωβρίου και στις 22 Δεκεμβρίου 1987· η τροποποίηση της συμφωνίας του 1957 που συνήφθη στις 29 Ιανουαρίου και στις 13 Μαρτίου 1992· η τροποποίηση της συμφωνίας του 1957 και του πρωτοκόλλου του 1978 που συνήφθη στις 14 Οκτωβρίου 1992. ιε. Δημοκρατία της Πολωνίας: η συμφωνία αεροπορικών μεταφορών που υπογράφηκε στη Βαρσοβία στις 16 Ιουνίου 2001. ιστ. Πορτογαλική Δημοκρατία: η συμφωνία αεροπορικών μεταφορών που υπογράφηκε στη Λισσαβώνα στις 30 Μαΐου 2000. ιζ. Σλοβακική Δημοκρατία: η συμφωνία αεροπορικών μεταφορών που υπογράφηκε στη Μπρατισλάβα στις 22 Ιανουαρίου 2001. ιη. Βασίλειο της Ισπανίας: η συμφωνία αεροπορικών μεταφορών που υπογράφηκε στη Μαδρίτη στις 20 Φεβρουαρίου 1973· η σχετική συμφωνία της 20ής Φεβρουαρίου, της 31ης Μαρτίου και της 7ης Απριλίου 1987· η τροποποίηση της συμφωνίας του 1973 που συνήφθη στις 31 Μαΐου 1989· η τροποποίηση της συμφωνίας του 1973 που συνήφθη στις 27 Νοεμβρίου 1991. ιθ. Βασίλειο της Σουηδίας: η συμφωνία αεροπορικών μεταφορών που τέθηκε σε ισχύ με ανταλλαγή διακοινώσεων στην Ουάσιγκτον στις 16 Δεκεμβρίου 1944· όπως τροποποιήθηκε στις 6 Αυγούστου 1954· όπως τροποποιήθηκε στις 16 Ιουνίου 1995. κ. Ηνωμένο Βασίλειο της Μεγάλης Βρετανίας και της Βορείου Ιρλανδίας: η συμφωνία αεροπορικών μεταφορών, και η ανταλλαγή επιστολών, που υπογράφηκε στη Βερμούδα στις 23 Ιουλίου 1977· η συμφωνία για τους αεροπορικούς ναύλους Βορείου Ατλαντικού που συνήφθη στις 17 Μαρτίου 1978· η συμφωνία τροποποίησης της συμφωνίας του 1977 που συνήφθη στις 25 Απριλίου 1978· η συμφωνία τροποποίησης και παράτασης της συμφωνίας του 1978 για τους αεροπορικούς ναύλους Βορείου Ατλαντικού που συνήφθη στις 2 και στις 9 Νοεμβρίου 1978· η συμφωνία τροποποίησης της συμφωνίας του 1977 που συνήφθη στις 4 Δεκεμβρίου 1980· η συμφωνία τροποποίησης της συμφωνίας του 1977 που συνήφθη στις 20 Φεβρουαρίου 1985· η συμφωνία τροποποίησης του άρθρου 7, του Παραρτήματος 2 και του Παραρτήματος 5 της συμφωνίας του 1977 που συνήφθη στις 25 Μαΐου 1989· η συμφωνία σχετικά με τις τροποποιήσεις της συμφωνίας του 1977, την καταγγελία της Διαιτησίας ΗΠΑ/ΗΒ για τα τέλη χρήσης του αεροδρομίου του Heathrow και την αίτηση διαιτησίας που υπέβαλε το Ηνωμένο Βασίλειο στη διακοίνωση της πρεσβείας αριθ. 87 της 13ης Οκτωβρίου 1993 και η τακτοποίηση των ζητημάτων από τα οποία προέκυψαν οι διαδικασίες αυτές, η οποία έγινε στις 11 Μαρτίου 1994· η συμφωνία τροποποίησης της συμφωνίας του 1977 που συνήφθη στις 27 Μαρτίου 1997. (Οι ρυθμίσεις προσωρινής ισχύος που περιείχε το μνημόνιο διαβουλεύσεων της 11ης Σεπτεμβρίου 1986· οι ρυθμίσεις που περιείχε η ανταλλαγή επιστολών με ημερομηνία 27 Ιουλίου 1990· οι ρυθμίσεις που περιείχε το μνημόνιο διαβουλεύσεων της 11 Μαρτίου 1991· οι ρυθμίσεις που περιείχε η ανταλλαγή επιστολών με ημερομηνία 6 Οκτωβρίου 1994· οι ρυθμίσεις που περιείχε το μνημόνιο διαβουλεύσεων της 5ης Ιουνίου 1995· οι ρυθμίσεις που περιείχε η ανταλλαγή επιστολών με ημερομηνία 31 Μαρτίου και 3 Απριλίου 2000 (όλες προσωρινής εφαρμογής)). Τμήμα 2 Τηρουμένου του τμήματος 1 του παρόντος Παραρτήματος, για τις περιοχές που δεν περιλαμβάνονται στον ορισμό της “επικράτειας” στο άρθρο 1 της παρούσας συμφωνίας, οι συμφωνίες στις παραγράφους (δ) (Δανία-Ηνωμένες Πολιτείες), (στ) (Γαλλία-Ηνωμένες Πολιτείες), και (κ) (Ηνωμένο Βασίλειο-Ηνωμένες Πολιτείες) του εν λόγω τμήματος εξακολουθούν να ισχύουν, σύμφωνα με τους όρους τους. Τμήμα 3 Τηρουμένου του άρθρου 3 της παρούσας συμφωνίας, οι αεροπορικές εταιρείες των ΗΠΑ δεν έχουν το δικαίωμα να εκτελούν δρομολόγια αποκλειστικής μεταφοράς φορτίου, τα οποία δεν αποτελούν μέρος δρομολογίου που εξυπηρετεί τις Ηνωμένες Πολιτείες, από ή προς σημεία εντός των κρατών μελών, εξαιρουμένης της περίπτωσης από ή προς σημεία στην Τσεχική Δημοκρατία, τη Γαλλική Δημοκρατία, την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου, τη Δημοκρατία της Μάλτας, τη Δημοκρατία της Πολωνίας, την Πορτογαλική Δημοκρατία και τη Σλοβακική Δημοκρατία. Τμήμα 4 Με την επιφύλαξη κάθε άλλης διάταξης της παρούσας συμφωνίας, το παρόν τμήμα εφαρμόζεται στο συνδυασμό προγραμματισμένων και ναυλωμένων πτήσεων μεταξύ της Ιρλανδίας και των Ηνωμένων Πολιτειών με έναρξη ισχύος από την αρχή της χειμερινής περιόδου 2006/2007 της IATA και λήξη το τέλος της χειμερινής περιόδου 20076/2008 της IATA. α. (i) Κάθε αεροπορική εταιρεία των ΗΠΑ και της Κοινότητας μπορεί να εκτελεί 3 πτήσεις χωρίς ενδιάμεσο σταθμό μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών και Δουβλίνου για κάθε πτήση χωρίς ενδιάμεσο σταθμό που εκτελεί η αεροπορική εταιρεία μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών και Shannon. Tο εν λόγω δικαίωμα πτήσεων προς το Δουβλίνο χωρίς ενδιάμεσο σταθμό βασίζεται σε μέσο όρο των πτήσεων ολόκληρου του μεταβατικού χρονικού διαστήματος που περιλαμβάνει τρεις περιόδους προγραμματισμού. Μια πτήση θεωρείται ότι είναι χωρίς ενδιάμεσο σταθμό προς το Δουβλίνο, ή χωρίς ενδιάμεσο σταθμό προς το Shannon, ανάλογα με το πρώτο σημείο εισόδου στην Ιρλανδία ή με το τελευταίο σημείο εξόδου από την Ιρλανδία. (ii) Η απαίτηση για εξυπηρέτηση του Shannon στην παράγραφο (α) περίπτωση (i) του παρόντος τμήματος παύει να ισχύει εφόσον κάποια αεροπορική εταιρεία αρχίσει προγραμματισμένων ή συνδυασμό ναυλωμένων πτήσεων μεταξύ Δουβλίνου και Ηνωμένων Πολιτειών, προς οιαδήποτε κατεύθυνση, χωρίς να εκτελεί κατά μέσο όρο στη διάρκεια μεταβατικής περιόδου τουλάχιστον μια πτήση χωρίς ενδιάμεσο σταθμό προς το Shannon ανά τρεις πτήσεις χωρίς ενδιάμεσο σταθμό προς το Δουβλίνο. β. Όσον αφορά τα δρομολόγια μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών και Ιρλανδίας, οι κοινοτικές αεροπορικές εταιρείες επιτρέπεται να εξυπηρετούν μόνον τη Βοστώνη, τη Νέα Υόρκη, το Σικάγο, το Λος Άντζελες και 3 πρόσθετα σημεία στις Ηνωμένες Πολιτείες, τα οποία πρέπει να κοινοποιηθούν στις Ηνωμένες Πολιτείες κατόπιν επιλογής ή αλλαγής. Tα δρομολόγια αυτά επιτρέπεται να εκτελούνται μέσω ενδιάμεσων σημείων σε άλλα κράτη μέλη ή σε τρίτες χώρες. γ. Η κοινή εκμετάλλευση πτήσεων επιτρέπεται μεταξύ Ιρλανδίας και Ηνωμένων Πολιτειών μόνον μέσω άλλων σημείων στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα. Το ενδεχόμενο άλλων συμφωνιών κοινής εκμετάλλευσης πτήσεων θα εξεταστεί με βάση την εθιμοτυπία και την αμοιβαιότητα. ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ 2 Σχετικά με τη συνεργασία σε θέματα ανταγωνισμού στον κλάδο των αερομεταφορών Άρθρο 1 Η συνεργασία, στην οποία αναφέρεται το παρόν Παράρτημα, τίθεται σε εφαρμογή από το Υπουργείο Μεταφορών των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής και από την Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (στο εξής "οι συμμετέχοντες"), εντός του πλαισίου των αντίστοιχων αρμοδιοτήτων τους να επιλαμβάνονται θεμάτων ανταγωνισμού στον κλάδο των αερομεταφορών στα οποία εμπλέκονται οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Ευρωπαϊκή Κοινότητα. Άρθρο 2 Σκοπός Σκοπός της συνεργασίας αυτής είναι: 1. να προωθείται η αμοιβαία κατανόηση από τους συμμετέχοντες της εφαρμογής των ουσιαστικών διατάξεων, των διαδικασιών και των πρακτικών με βάση τα αντίστοιχα τους καθεστώτα ανταγωνισμού, προκειμένου να ενθαρρύνεται ο ανταγωνισμός στον κλάδο των αερομεταφορών· 2. να διευκολύνεται η κατανόηση από τους συμμετέχοντες των επιπτώσεων που έχουν οι εξελίξεις στον κλάδο των αερομεταφορών επί του ανταγωνισμού στη διεθνή αγορά αερομεταφορών· και 3. να μειωθούν οι πιθανότητες δημιουργίας συγκρούσεων μεταξύ των συμμετεχόντων στην εφαρμογή των αντίστοιχων καθεστώτων τους ανταγωνισμού σε συμφωνίες και άλλες ρυθμίσεις συνεργασίας που επηρεάζουν την υπερατλαντική αγορά· 4. να προωθούνται συμβιβάσιμες μεταξύ τους κανονιστικές προσεγγίσεις σε συμφωνίες και άλλες ρυθμίσεις συνεργασίας με την καλύτερη κατανόηση των μεθοδολογιών, των τεχνικών ανάλυσης συμπεριλαμβανομένου του προσδιορισμού της ή των σχετικών αγορών και της ανάλυσης των αποτελεσμάτων του ανταγωνισμού, και οι επανορθωτικές ενέργειες στις οποίες προβαίνουν οι συμμετέχοντες κατά την ανεξάρτητη από πλευράς τους εξέταση των θεμάτων ανταγωνισμού. Άρθρο 3 Ορισμοί Για τους σκοπούς του παρόντος Παραρτήματος, ο όρος “καθεστώς ανταγωνισμού” σημαίνει τις ουσιαστικές διατάξεις, τις διαδικασίες και τις πρακτικές που διέπουν την άσκηση αντίστοιχα των καθηκόντων των συμμετεχόντων κατά την εξέταση των συμφωνιών και άλλων μηχανισμών συνεργασίας μεταξύ αεροπορικών εταιρειών στη διεθνή αγορά. Για την Ευρωπαϊκή Κοινότητα, ο όρος περιλαμβάνει, ιδίως τα άρθρα 81, 82, και 85 της συνθήκης για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και τους κανονισμούς εφαρμογής τους σύμφωνα με συνθήκη αυτή, καθώς και τις τροποποιήσεις τους. Για το Υπουργείο Μεταφορών των Ηνωμένων Πολιτειών, ο όρος περιλαμβάνει, ιδίως τα άρθρα 41308, 41309 και 41720 του Τίτλου 49 του Κώδικα των Ηνωμένων Πολιτειών, και τους κανονισμούς εφαρμογής τους, όπως και τη συναφή δεσμευτική νομολογία. Άρθρο 4 Πεδία συνεργασίας Τηρουμένων των προβλεπομένων στις περιπτώσεις α και β του άρθρου 5 παράγραφος 1 η συνεργασία μεταξύ των συμμετεχόντων περιλαμβάνει τα εξής: (1) Συσκέψεις μεταξύ αντιπροσώπων των συμμετεχόντων, και των εμπειρογνωμόνων τους σε θέματα ανταγωνισμού, καταρχήν σε εξαμηνιαία βάση, με σκοπό τη συζήτηση των εξελίξεων στον κλάδο των αερομεταφορών, θεμάτων κοινού ενδιαφέροντος όσον αφορά την πολιτική ανταγωνισμού, και λεπτομερών προσεγγίσεων σχετικά με την εφαρμογή της διεθνούς νομοθεσίας ανταγωνισμού στη διεθνή αεροπορία, και ιδίως στην υπερατλαντική αγορά. Οι ανωτέρω συζητήσεις ενδέχεται να οδηγήσουν σε καλύτερη κατανόηση των προσεγγίσεων που ακολουθούν αντίστοιχα οι συμμετέχοντες σε θέματα ανταγωνισμού, συμπεριλαμβανομένων των υπαρχόντων κοινών σημείων, και την περαιτέρω συμβατότητα στις προσεγγίσεις αυτές, ιδίως όσον αφορά τις συμφωνίες μεταξύ αεροπορικών εταιρειών. (2) Διαβουλεύσεις, σε οιονδήποτε χρόνο, μεταξύ των συμμετεχόντων, κατόπιν συμφωνίας μεταξύ τους ή μετά αίτηση ενός εξ αυτών, προκειμένου να συζητηθεί οποιοδήποτε θέμα συναφές προς το παρόν Παράρτημα, καθώς και ειδικές περιπτώσεις. (3) Κάθε συμμετέχων, διαθέτει την ευχέρεια, να καλέσει εκπροσώπους άλλων κυβερνητικών αρχών για να συμμετάσχουν, εφόσον χρειάζεται, σε συνεδριάσεις ή διαβουλεύσεις πραγματοποιούμενες με βάση τις ανωτέρω παραγράφους 1 και 2. (4) Έγκαιρες κοινοποιήσεις των κάτωθι διαδικασιών ή θεμάτων που κατά την κρίση του κοινοποιούντος συμμετέχοντος ενδέχεται να έχουν σημαντικές επιπτώσεις στα ανταγωνιστικά συμφέροντα του άλλου συμμετέχοντος : α. Όσον αφορά το Υπουργείο Μεταφορών, (i) διαδικασίες επανεξέτασης των αιτημάτων έγκρισης συμφωνιών και άλλων μηχανισμών συνεργασίας μεταξύ αεροπορικών εταιρειών που δραστηριοποιούνται στις διεθνείς αερομεταφορές, ιδίως σε σχέση με την αντιμονοπωλιακή ασυλία αεροπορικών εταιρειών δικαίου των Ηνωμένων Πολιτειών ή της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, και (ii) παραλαβής από το Υπουργείο Μεταφορών συμφωνίας για κοινής επιχείρησης σύμφωνα με το άρθρο 41720 του Τίτλου 49 του Κώδικα των Ηνωμένων Πολιτειών· και β. Όσον αφορά την Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, (i) διαδικασίες επανεξέτασης των αιτημάτων έγκρισης συμφωνιών και άλλων μηχανισμών συνεργασίας μεταξύ αεροπορικών εταιρειών που δραστηριοποιούνται στις διεθνείς αερομεταφορές, ιδίως σε σχέση με συμμαχίες και άλλους μηχανισμούς συνεργασίας μεταξύ αεροπορικών εταιρειών δικαίου των Ηνωμένων Πολιτειών ή της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, και (ii) εξέταση ατομικών ή κατά κατηγορίες απαλλαγών από τους κανόνες περί ανταγωνισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης. (5) Κοινοποιήσεις σχετικά με τη δυνατότητα λήψης, και τους όρους που διέπουν αυτή τη δυνατότητα λήψης πληροφοριών και δεδομένων κατατεθειμένων από έναν συμμετέχοντα, σε ηλεκτρονική ή άλλη μορφή, οι οποίες, κατά την κρίση του εν λόγω συμμετέχοντος, ενδέχεται να έχουν σημαντικές επιπτώσεις στα ανταγωνιστικά συμφέροντα του άλλου συμμετέχοντος· και (6) Κοινοποιήσεις άλλων δραστηριοτήτων σχετικών με την πολιτική ανταγωνισμού στις αερομεταφορές, όπως κρίνει ενδεδειγμένο ο συμμετέχων. Άρθρο 5 Χρήση και κοινολόγηση πληροφοριών (1) Με την επιφύλαξη κάθε άλλης διάταξης του παρόντος Παραρτήματος, κανένας συμμετέχων δεν παρέχει πληροφορίες στον άλλο συμμετέχοντα, εφόσον η κοινοποίηση των πληροφοριών στον συμμετέχοντα που τις ζητεί: α. απαγορεύεται από νόμους, κανονισμούς ή πρακτικές του συμμετέχοντος που είναι κάτοχος πληροφοριών· ή β. Δεν είναι συμβιβάσιμη με σημαντικά συμφέροντα του συμμετέχοντος που είναι κάτοχος πληροφοριών. (2) Κάθε συμμετέχων τηρεί στο μέτρο του δυνατού τον εμπιστευτικό χαρακτήρα κάθε πληροφορίας που του παρέχεται εμπιστευτικά από τον άλλο συμμετέχοντα με βάση το παρόν Παράρτημα και αντιτίθεται σε οποιαδήποτε αίτηση παροχής των πληροφοριών αυτών σε τρίτο μέρος, το οποίο δεν έχει εξουσιοδοτηθεί από τον συμμετέχοντα που παρέχει τις πληροφορίες να λάβει τις πληροφορίες αυτές. Κάθε συμμετέχων ειδοποιεί τον άλλο συμμετέχοντα, όποτε προτείνεται ανταλλαγή πληροφοριών σε συζητήσεις ή απαιτείται με κάποιο άλλο τρόπο κοινολόγησή τους στα πλαίσια διαδικασίας ενώπιον δημόσιας αρχής. (3) Όταν σύμφωνα με το παρόν Παράρτημα ένας συμμετέχων παρέχει στον άλλον πληροφορίες σε εμπιστευτική βάση για τους σκοπούς που εξειδικεύονται στο άρθρο 2, οι πληροφορίες αυτές χρησιμοποιούνται από τον συμμετέχοντα που τις λαμβάνει αποκλειστικά προς το σκοπό αυτό. Άρθρο 6 Εφαρμογή (1) Κάθε συμμετέχων διορίζει έναν εκπρόσωπο αρμόδιο για το συντονισμό των δραστηριοτήτων που βασίζονται στο παρόν Παράρτημα. (2) Tο παρόν Παράρτημα, και όλες οι δραστηριότητες που αναλαμβάνει ένας συμμετέχων βάσει αυτού, νοούνται ότι α. εφαρμόζονται μόνον κατά το μέτρο που συμβιβάζονται με όλες τις νομοθετικές και κανονιστικές ρυθμίσεις και τις πρακτικές που ισχύουν για τον εν λόγω συμμετέχοντα· και β. εφαρμόζονται τηρουμένης της συμφωνίας μεταξύ των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και της Κυβέρνησης των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής σχετικά με την εφαρμογή των νομοθεσιών τους περί ανταγωνισμού. [1] ΕΕ C …