52006PC0016




[pic] | ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ |

Βρυξέλλες, 31.1.2006

COM(2006) 16 τελικό

2006/0006 (COD)

Πρόταση

ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΥ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ

για τον καθορισμό της διαδικασίας εφαρμογής του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 883/2004 για το συντονισμό των συστημάτων κοινωνικής ασφάλειας

(υποβληθείσα από την Επιτροπή)

ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ

Πλαισιο της προτασησ |

Σκοπός και αιτιολόγηση της πρότασης Το άρθρο 89 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 883/2004 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 29ης Απριλίου 2004, προβλέπει ότι η διαδικασία εφαρμογής του εν λόγω κανονισμού θα καθοριστεί με περαιτέρω κανονισμό. |

Γενικό πλαίσιο Οι κανόνες συντονισμού των εθνικών συστημάτων κοινωνικής ασφάλισης εντάσσονται στο πλαίσιο της ελεύθερης κυκλοφορίας των προσώπων και θα πρέπει να συμβάλλουν στη βελτίωση του βιοτικού επιπέδου και των συνθηκών απασχόλησης των ευρωπαίων πολιτών που μετακινούνται μέσα στην ΕΕ. Σήμερα, ο συντονισμός εξασφαλίζεται με τον κανονισμό (ΕΟΚ) αριθ. 1408/71 και τον κανονισμό εφαρμογής του (ΕΟΚ) αριθ. 574/72. Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 883/2004 προορίζεται να αντικαταστήσει τον κανονισμό (ΕΟΚ) αριθ. 1408/71. Ωστόσο, η εφαρμογή των νέων κανόνων συντονισμού του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 883/2004 δεν θα καταστεί δυνατή στην πράξη παρά μόνο όταν εκδοθεί ο αντίστοιχος κανονισμός εφαρμογής, που θα αντικαταστήσει τον κανονισμό (ΕΟΚ) αριθ. 574/72. Τυπικά, ο προτεινόμενος νομοθετικός μηχανισμός αντιστοιχεί σ’ αυτόν που υπάρχει σήμερα. Επί της ουσίας, αποσκοπεί στον εκσυγχρονισμό και την απλούστευση των υπαρχόντων κανόνων. |

Διατάξεις που ισχύουν στον τομέα της πρότασης Κανονισμός (ΕΟΚ) αριθ. 574/72 περί του τρόπου εφαρμογής του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 1408/71, όπως τροποποιήθηκε την τελευταία φορά από τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 647/2005 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 13ης Απριλίου 2005, ΕΕ L 117 της 4ης Μαΐου 2005. Ομοιότητα: τόσο ο κανονισμός (ΕΟΚ) αριθ. 574/72 όσο και η παρούσα πρόταση αποσκοπούν στον καθορισμό του τρόπου εφαρμογής του κανονισμού που συντονίζει τα συστήματα κοινωνικής ασφάλισης. Διαφορά: η παρούσα πρόταση αποσκοπεί στην απλούστευση και στον εκσυγχρονισμό των διατάξεων του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 574/72, κυρίως ενισχύοντας τη συνεργασία μεταξύ των φορέων κοινωνικής ασφάλισης και βελτιώνοντας τις μεθόδους ανταλλαγής δεδομένων μεταξύ τους. |

Συνοχή με τις άλλες πολιτικές και τους στόχους της Ένωσης Άνευ αντικειμένου. |

Διαβουλευσεις με τα ενδιαφερομενα μερη και αναλυσεισ αντικτυπου |

Διαβουλεύσεις με τα ενδιαφερόμενα μέρη |

Χρησιμοποιηθείσες μέθοδοι διαβουλεύσεων, κυριότεροι σχετικοί τομείς και γενικά χαρακτηριστικά όσων απάντησαν Η πρόταση κανονισμού εφαρμογής έχει ως κύριο σκοπό να καθορίσει με συγκεκριμένο τρόπο τις διαδικασίες που απαιτούνται για την εφαρμογή των αρχών του βασικού κανονισμού για τους χρήστες του κανονισμού, τους πολίτες και τους φορείς κοινωνικής ασφάλισης των κρατών μελών. Παραδείγματος χάριν, στον τομέα των συντάξεων γήρατος, πρέπει να καθοριστεί ποια είναι η διαδικασία την οποία πρέπει να ακολουθήσει ένας ασφαλισμένος για να ζητήσει τον υπολογισμό της σύνταξής του, σε ποιον φορέα πρέπει να καταθέσει την αίτησή του, αν έχει εργαστεί σε περισσότερα του ενός κράτη μέλη, πώς οι σχετικοί φορείς θα πρέπει να ανταλλάξουν πληροφορίες μεταξύ τους για να ληφθεί υπόψη η πλήρης σταδιοδρομία του ενδιαφερομένου και πώς θα υπολογίσουν, ο καθένας σε ό,τι τον αφορά, την προς καταβολή σύνταξη. Για να διατυπωθούν συγκεκριμένες προτάσεις σχετικά με την όσο το δυνατόν αποτελεσματικότερη οργάνωση της καθημερινής συνεργασίας μεταξύ των φορέων προς όφελος των δικαιούχων του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 883/2004, έγιναν πολλές διαβουλεύσεις με εμπειρογνώμονες, ειδικούς στον τομέα της κοινωνικής ασφάλισης στα κράτη μέλη. Ο στόχος ήταν να αναζητηθεί η υπάρχουσα εμπειρογνωμοσύνη στο πιο κατάλληλο επίπεδο, και κυρίως στο επίπεδο των φορέων κοινωνικής ασφάλισης. Γι’ αυτό το σκοπό, συστάθηκαν πολλές ομάδες εργασίας που αντιστοιχούν στους διάφορους κινδύνους που καλύπτονται από τα συστήματα κοινωνικής ασφάλισης: ασθένεια, εργατικά ατυχήματα, επαγγελματικές ασθένειες, αναπηρία, γήρας, ανεργία, οικογενειακές παροχές. Επιπλέον, οι υπηρεσίες της Επιτροπής, ως γραμματεία της διοικητικής επιτροπής για την κοινωνική ασφάλιση των διακινούμενων εργαζομένων (CASSTM), καθώς επίσης και της τεχνικής επιτροπής και της επιτροπής λογαριασμών της CASSTM, είναι σε στενή και μόνιμη επαφή με τους εμπειρογνώμονες τους οποίους ορίζουν τα κράτη μέλη για την εφαρμογή των κανόνων συντονισμού. |

Συνοπτική παρουσίαση των απαντήσεων που ελήφθησαν και του τρόπου με τον οποίο ελήφθησαν υπόψη Έγιναν συνεδριάσεις ομάδων εργασίας αποτελούμενων από εμπειρογνώμονες. Μια ομάδα οριζόντιου χαρακτήρα, που ανέλαβε ειδικότερα να διατυπώσει προτάσεις για τη διάρθρωση και την εν γένει λειτουργία του κανονισμού εφαρμογής, υπέβαλε μια ανεπίσημη συνοπτική έκθεση που περιλαμβάνει σχετικούς προσανατολισμούς. Η πρόταση ακολουθεί σε μεγάλο βαθμό τους εν λόγω προσανατολισμούς. |

Απόκτηση και χρήση εμπειρογνωμοσύνης |

Σχετικοί επιστημονικοί τομείς / τομείς εμπειρογνωμοσύνης Κοινωνική ασφάλιση. |

Χρησιμοποιηθείσα μεθοδολογία Ομάδες εργασίας αποτελούμενες από εμπειρογνώμονες, ειδικούς σε διάφορους κλάδους της κοινωνικής ασφάλισης: ασθένεια, εργατικά ατυχήματα, επαγγελματικές ασθένειες, αναπηρία, γήρας, ανεργία, οικογενειακές παροχές. |

Κύριες οργανώσεις/εμπειρογνώμονες που κλήθηκαν να συμμετάσχουν στις διαβουλέυσεις Έγιναν πολλές διαβουλεύσεις με εμπειρογνώμονες, ειδικούς στον τομέα της κοινωνικής ασφάλισης στα κράτη μέλη. Σκοπός των διαβουλεύσεων αυτών ήταν να αναζητηθεί η υπάρχουσα εμπειρογνωμοσύνη στο πιο κατάλληλο επίπεδο, και κυρίως στο επίπεδο των φορέων κοινωνικής ασφάλισης. Γι’ αυτό το σκοπό, συστάθηκαν πολλές ομάδες εργασίας που αντιστοιχούν στους διάφορους κινδύνους που καλύπτονται από τα συστήματα κοινωνικής ασφάλισης: ασθένεια, εργατικά ατυχήματα, επαγγελματικές ασθένειες, αναπηρία, γήρας, ανεργία, οικογενειακές παροχές. |

Συνοπτική παρουσίαση των απόψεων που ελήφθησαν και χρησιμοποιήθηκαν Δεν αναφέρθηκε η ύπαρξη κινδύνων δυνητικά σοβαρών και με μη αναστρέψιμες συνέπειες. |

Επισημάνθηκε η ανάγκη να απλουστευθούν οι διαδικασίες για τους χρήστες του κανονισμού, τους φορείς κοινωνικής ασφάλισης, τις αρμόδιες αρχές, τους εργοδότες και τους ασφαλισμένους, μισθωτούς και αυτοαπασχολούμενους, και να αποσαφηνιστούν τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις όλων αυτών των διαφόρων παραγόντων που εμπλέκονται στο συντονισμό των συστημάτων κοινωνικής ασφάλισης. |

Μέσα που χρησιμοποιήθηκαν για να τεθούν τα αποτελέσματα της εμπειρογνωμοσύνης στη διάθεση του κοινού Λόγω της τεχνικής φύσης του θέματος και του άτυπου χαρακτήρα της ληφθείσας εμπειρογνωμοσύνης, οι εκθέσεις δεν θα διατεθούν στο κοινό. |

Ανάλυση αντικτύπου Ο κανονισμός εφαρμογής είναι το μέσο που θα επιτρέψει στους πολίτες να επωφεληθούν από τις βελτιώσεις που επιφέρει ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 883/2004. Για να μπορέσουν οι νέοι κανόνες να αποδώσουν καρπούς από απόψεως εκσυγχρονισμού, απλοποίησης και βελτίωσης των δικαιωμάτων των πολιτών, πρέπει να τεθεί σε εφαρμογή ο νομοθετικός μηχανισμός που αποτελείται από το βασικό κανονισμό και τον κανονισμό εφαρμογής του. Επομένως, οι κανονισμοί (ΕΟΚ) αριθ. 1408/71 και 574/72 που ισχύουν σήμερα θα αντικατασταθούν από τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 883/2004 και τον κανονισμό εφαρμογής του. Αυτές οι νομοθετικές πράξεις δεν αναμένεται να έχουν ιδιαίτερα αρνητικό αντίκτυπο σε σχέση με τη σημερινή κατάσταση από απόψεως φόρτου εργασίας και δαπανών για τους φορείς κοινωνικής ασφάλισης και τις διοικητικές υπηρεσίες, τους εργαζομένους ή τους εργοδότες. Αντίθετα, καθώς ο στόχος αυτών των νέων κανόνων είναι να βελτιωθεί η λειτουργία του συντονισμού των συστημάτων κοινωνικής ασφάλισης και να γίνουν πιο ευέλικτες οι σχετικές διαδικασίες προς όφελος όλων των χρηστών του κανονισμού, η υιοθέτησή τους αποτελεί γι’ αυτούς θετική εξέλιξη σε σχέση με τους κανόνες που εφαρμόζονται σήμερα. Είναι δύσκολο να μετρηθούν στη φάση αυτή τα κέρδη παραγωγικότητας που θα προκύψουν από τους νέους κανόνες για τους φορείς κοινωνικής ασφάλισης, για τους εργοδότες, κυρίως τις ΜΜΕ, και για τους ασφαλισμένους, τους μισθωτούς και τους αυτοαπασχολούμενους. Τα προτεινόμενα μέτρα αποσκοπούν στη βελτίωση των υπηρεσιών που παρέχονται στους πολίτες. Ειδικότερα, προβλέποντας μέτρα για τη μείωση του χρόνου που απαιτείται σήμερα για τον υπολογισμό και την καταβολή των συντάξεων των ατόμων που έχουν εργαστεί σε περισσότερα του ενός κράτη μέλη, η παρούσα πρόταση βελτιώνει τους όρους της ελεύθερης κυκλοφορίας μέσα στην Ένωση. Επιπλέον, αυτές οι προτάσεις εντάσσονται στο πλαίσιο της «ηλεκτρονικής» διοίκησης, διότι η χρήση ηλεκτρονικών μέσων για τις ανταλλαγές πληροφοριών μεταξύ των φορέων κοινωνικής ασφάλισης αποτελεί πτυχή ουσιώδους σημασίας για την επιτάχυνση των διαδικασιών. Εξάλλου, η σπουδαιότητα της χρήσης ηλεκτρονικών μέσων για τις ανταλλαγές δεδομένων μεταξύ των φορέων αναγνωρίζεται από όλα κράτη μέλη στο πλαίσιο του σχεδίου δράσης που εγκρίθηκε πρόσφατα από την CASSTM. |

Νομικα στοιχεια της προτασης |

Περίληψη των προτεινόμενων μέτρων Η πρόταση κανονισμού εφαρμογής του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 883/2004 για το συντονισμό των εθνικών συστημάτων κοινωνικής ασφάλειας αποσκοπεί στην ολοκλήρωση του εκσυγχρονισμού και της απλοποίησης των σημερινών διατάξεων, δηλαδή του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 1408/71 και του κανονισμού εφαρμογής του (ΕΟΚ) αριθ. 574/72. Αυτή η νομοθετική πράξη αποτελεί ουσιαστικό στοιχείο για τη διευκόλυνση της ελεύθερης κυκλοφορίας των προσώπων μέσα στην Ένωση. Σκοπός της είναι να καθορίσει τις διαδικασίες συγκεκριμένης εφαρμογής των κανόνων των διατάξεων του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 883/2004 για το σύνολο των εμπλεκόμενων παραγόντων: τους ασφαλισμένους, τους φορείς κοινωνικής ασφάλισης και τις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών. Η πρόταση συμπληρώνει τις εργασίες εκσυγχρονισμού που πραγματοποιήθηκαν στο πλαίσιο του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 883/2004 και επιδιώκει να βελτιώσει τις σημερινές διαδικασίες απλοποιώντας τες και αποσαφηνίζοντας τις ισχύουσες διατάξεις σε πολλούς τομείς. Από αυτή την άποψη, μέσω των προς υλοποίηση διαδικασιών, η πρόταση αποσκοπεί να αποσαφηνίσει περισσότερο τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των διαφόρων εμπλεκόμενων παραγόντων. Η πρόταση επιδιώκει επίσης να λάβει υπόψη της όλες τις συνέπειες της εμβάθυνσης της συνεργασίας μεταξύ όλων των εμπλεκόμενων μερών που μνημονεύονται στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 883/2004. Το γεγονός ότι ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 883/2004 αφορά εφεξής όλους τους ευρωπαίους πολίτες, εφόσον καλύπτει και τον μη ενεργό πληθυσμό, επιβάλλει τον εκσυγχρονισμό των μεθόδων και των διαδικασιών της συνεργασίας μεταξύ των φορέων κοινωνικής ασφάλισης των κρατών μελών. Επιδιώκεται, ειδικότερα, να διευκολυνθούν οι διαδικασίες για τους ασφαλισμένους και να επιταχυνθεί ο χρόνος απάντησης και η αντιμετώπιση των διασυνοριακών καταστάσεων από τους φορείς στους διάφορους κλάδους της κοινωνικής ασφάλισης: ασθένεια, εργατικά ατυχήματα, επαγγελματικές ασθένειες, αναπηρία, σύνταξη, ανεργία, οικογενειακές παροχές. Η επίτευξη αυτού του στόχου προϋποθέτει ότι πρέπει να δοθεί ιδιαίτερη έμφαση στη χρήση σύγχρονων μεθόδων ανταλλαγής πληροφοριών. Οι ηλεκτρονικές ανταλλαγές δεδομένων μεταξύ των φορέων θεωρούνται απόλυτα αναγκαίες για να διευκολυνθεί η διακίνηση των πληροφοριών που απαιτούνται για τη λειτουργία του συντονισμού και ιδίως για τον προσδιορισμό και τον υπολογισμό των δικαιωμάτων των ασφαλισμένων. |

Νομική βάση Άρθρα 42 και 308 ΕΚ. |

Αρχή της επικουρικότητας Εφόσον η πρόταση δεν αφορά τομέα που υπάγεται στην αποκλειστική αρμοδιότητα της Κοινότητας, εφαρμόζεται η αρχή της επικουρικότητας. |

Οι στόχοι της πρότασης είναι αδύνατον να επιτευχθούν επαρκώς από τα κράτη μέλη για τους ακόλουθους λόγους. |

Ο προβλεπόμενος στόχος, δηλαδή ο καθορισμός των διαδικασιών εφαρμογής που αποσκοπούν στην εγγύηση των μέτρων συντονισμού της κοινωνικής ασφάλισης, δεν μπορεί να επιτευχθεί επαρκώς από τα κράτη μέλη, όπως εξάλλου υπογραμμίστηκε ρητά στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 883/2004 (αιτιολογική σκέψη 45). Πράγματι, το άρθρο 42 ΕΚ προβλέπει ότι το Συμβούλιο λαμβάνει στον τομέα της κοινωνικής ασφάλισης τα αναγκαία μέτρα για την εγκαθίδρυση της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων. Αυτές οι διατάξεις έχουν τη μορφή ενός συντονιστικού κανονισμού το πεδίο εφαρμογής του οποίου επεκτάθηκε βαθμιαία στους αυτοαπασχολούμενους, στους φοιτητές, στους συνταξιούχους, στους δημόσιους υπαλλήλους και εφεξής σε όλους τους ασφαλισμένους. Από τη φύση του, αυτός ο κανονισμός δεν προορίζεται παρά να καθορίσει τα μέτρα που χρειάζονται τα καλυπτόμενα πρόσωπα για να ταξιδέψουν, να διαμείνουν ή να κατοικήσουν σε άλλο κράτος μέλος, χωρίς να χάσουν τα κοινωνικοασφαλιστικά τους δικαιώματα. Για να εξασφαλιστεί η διατήρηση των δικαιωμάτων, ο κανονισμός προβλέπει διάφορες επιμέρους διατάξεις που ανταποκρίνονται στις συγκεκριμένες ανάγκες των διαφόρων κλάδων κοινωνικής ασφάλισης. Ωστόσο, περιλαμβάνει γενικές αρχές που επιτρέπουν στο συντονισμό να λειτουργήσει. Μεταξύ των αρχών αυτών περιλαμβάνονται η μοναδικότητα της εφαρμοστέας νομοθεσίας, η εξομοίωση των γεγονότων και η ίση μεταχείριση. Τα κράτη μέλη υποχρεούνται να τηρούν τις εν λόγω αρχές, αλλά για τον καθορισμό, την οργάνωση και τη χρηματοδότηση των εθνικών τους συστημάτων κοινωνικής ασφάλισης αρμόδια είναι μόνο τα ίδια. |

Όσον αφορά τις διασυνοριακές καταστάσεις, κανένα κράτος δεν μπορεί να ενεργήσει μόνο του. Οι υφιστάμενες διμερείς συμβάσεις αντικαταστάθηκαν από το συντονιστικό κανονισμό, ο οποίος κατέστησε έτσι δυνατή την απλούστευση των διαδικασιών και την ίση μεταχείριση των ασφαλισμένων με σεβασμό κάθε εφαρμοστέας εθνικής νομοθεσίας περί κοινωνικής ασφάλισης. |

Οι στόχοι της πρότασης μπορούν να επιτευχθούν καλύτερα σε κοινοτικό επίπεδο για τους ακόλουθους λόγους. |

Ο συντονισμός των εθνικών συστημάτων κοινωνικής ασφάλισης δεν έχει νόημα παρά μόνο σε κοινοτικό επίπεδο: η θεμελίωση και ο λόγος ύπαρξής του είναι η ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων μέσα στην Ένωση. |

Αυτή η κανονιστική ρύθμιση αφορά κάθε ευρωπαίο πολίτη που μετακινείται μέσα στην Ένωση για οποιονδήποτε λόγο. |

Τα κράτη μέλη είναι τα μόνα αρμόδια για τον καθορισμό, την οργάνωση και τη χρηματοδότηση των εθνικών τους συστημάτων κοινωνικής ασφάλισης. |

Επομένως, η πρόταση συνάδει με την αρχή της επικουρικότητας. |

Αρχή της αναλογικότητας Η πρόταση συνάδει με την αρχή της αναλογικότητας για τους ακόλουθους λόγους. |

Τα κράτη μέλη, οι αρμόδιες αρχές και οι φορείς κοινωνικής ασφάλισης παραμένουν αποκλειστικά υπεύθυνοι για την οργάνωση και τη χρηματοδότηση του εθνικού τους συστήματος κοινωνικής ασφάλισης. |

Η βελτίωση των διαδικασιών και η αποσαφήνιση των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων των διαφόρων εμπλεκομένων παραγόντων αναμένεται να μειώσει το κόστος διοικητικής επεξεργασίας (απόδοση απαιτήσεων μεταξύ των φορέων κοινωνικής ασφάλισης) και να ανταποκριθεί αποτελεσματικά στις ανάγκες των πολιτών (συντόμευση του χρόνου απόδοσης ή καταβολής των παροχών). Η ενίσχυση της συνεργασίας μεταξύ των φορέων αποτελεί σημαντικό παράγοντα στην προσπάθεια καταπολέμησης των απατών και των καταχρήσεων. |

Επιλογή νομοθετικής πράξης |

Προτεινόμενη(ες) νομοθετική(ές) πράξη(εις): κανονισμός. |

Άλλες νομοθετικές πράξεις δεν θα ήταν κατάλληλες για τους ακόλουθους λόγους. Εκσυγχρονισμός της υφιστάμενης νομοθετικής πράξης, δηλαδή του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 574/72, κανονισμού εφαρμογής του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 1408/71, ο οποίος θα αντικατασταθεί από τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 883/2004. Υπενθυμίζεται ότι ο κανονισμός (ΕΟΚ) αριθ. 1408/71 είναι κανονισμός συντονισμού και όχι κανονισμός εναρμόνισης, καθώς τα κράτη μέλη είναι αποκλειστικώς αρμόδια για την οργάνωση και τη χρηματοδότηση του εθνικού τους συστήματος κοινωνικής ασφάλισης. Η επιλογή ενός συντονιστικού κανονισμού για την εξασφάλιση των δικαιωμάτων κοινωνικής ασφάλισης των ασφαλισμένων που ασκούν το δικαίωμα ελεύθερης κυκλοφορίας που τους παρέχει η Συνθήκη είναι ανάλογη προς τον επιδιωκόμενο στόχο, όπως ορίζεται από το νομοθέτη στο άρθρο 42 της Συνθήκης. |

Δημοσιονομικη επιπτωση |

Η πρόταση δεν έχει καμία επίπτωση για τον προϋπολογισμό της Κοινότητας. |

Προσθετεσ πληροφοριεσ |

Προσομοίωση, δοκιμαστική φάση και μεταβατική περίοδος |

Η πρόταση έχει αποτελέσει ή θα αποτελέσει αντικείμενο μιας μεταβατικής περιόδου. |

Απλούστευση |

Η πρόταση απλουστεύει το νομοθετικό πλαίσιο, τις διοικητικές διαδικασίες που ισχύουν για τις δημόσιες αρχές (εθνικές ή ευρωπαϊκές) και τις διοικητικές διαδικασίες που ισχύουν για τα νομικά και φυσικά πρόσωπα. |

Απλούστευση της πρότασης, κατάργηση παραρτημάτων. |

Χρήση ηλεκτρονικών μεθόδων ανταλλαγής πληροφοριών και διεξαγωγή εργασιών για τα ηλεκτρονικά έγγραφα, προκειμένου να διευκολυνθούν αυτές οι ανταλλαγές. |

Ενίσχυση της συνεργασίας μεταξύ των φορέων κοινωνικής ασφάλισης, ούτως ώστε το βάρος των διαδικασιών να μην το επωμίζονται πρωτίστως οι ασφαλισμένοι. Διευκρίνιση των ρόλων των διαφόρων εμπλεκομένων. |

Ευρωπαϊκός Οικονομικός Χώρος Το παρόν σχέδιο πράξης υπάγεται σε τομέα που καλύπτεται από τη συμφωνία ΕΟΧ και, επομένως, πρέπει να επεκταθεί στον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο. |

Λεπτομερής επεξήγηση της πρότασης κατά κεφάλαιο ή κατά άρθρο Η πρόταση κανονισμού εφαρμογής ακολουθεί τη διάρθρωση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 883/2004: τίτλος Ι: «Γενικές διατάξεις»· τίτλος ΙΙ: "Προσδιορισμός της εφαρμοστέας νομοθεσίας»· ακολουθεί ο τίτλος ΙΙΙ που περιλαμβάνει τις ειδικές διατάξεις σχετικά με τις διάφορες κατηγορίες παροχών: παροχές ασθένειας, παροχές μητρότητας και ισοδύναμες παροχές πατρότητας· παροχές για εργατικά ατυχήματα και επαγγελματικές ασθένειες· επιδόματα θανάτου· παροχές αναπηρίας, συντάξεις γήρατος και επιζώντων· παροχές ανεργίας· οικογενειακές παροχές· τίτλος IV «Δημοσιονομικές διατάξεις»· τίτλος V «Διάφορες διατάξεις, μεταβατικές και τελικές διατάξεις». Ο παρών κανονισμός εφαρμογής θα επιτρέψει την έναρξη της εφαρμογής του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 883/2004. Ωστόσο, λαμβάνοντας υπόψη την ανάγκη να ενημερωθούν επαρκώς όλα τα μέρη τα οποία αφορά αυτός ο κανονισμός και να μην προκληθούν δυσκολίες κυρίως για το κλείσιμο των λογαριασμών μεταξύ των φορέων, προβλέπεται μια ελάχιστη περίοδος έξι μηνών για την έναρξη της εφαρμογής των νέων διατάξεων των σχετικών με τον κοινοτικό συντονισμό των συστημάτων κοινωνικής ασφάλισης. |

1. 2006/0006 (COD)

Πρόταση

ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΥ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ

για τον καθορισμό της διαδικασίας εφαρμογής του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 883/2004 για το συντονισμό των συστημάτων κοινωνικής ασφάλειας

(Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ και την Ελβετία)

ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη:

τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, και ιδίως τα άρθρα 42 και 308,

τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 883/2004[1] του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 29ης Απριλίου 2004 για το συντονισμό των συστημάτων κοινωνικής ασφάλειας[2], και ιδίως το άρθρο 89,

την πρόταση της Επιτροπής[3],

τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής[4],

Αποφασίζοντας με τη διαδικασία του άρθρου 251 της Συνθήκης[5],

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1) Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 883/2004 εκσυγχρονίζει τους κανόνες συντονισμού των εθνικών συστημάτων κοινωνικής ασφάλισης των κρατών μελών, αποσαφηνίζοντας τα απαραίτητα μέτρα και τις αναγκαίες διαδικασίες εφαρμογής και μεριμνώντας για την απλούστευσή τους προς όφελος όλων των εμπλεκόμενων παραγόντων. Πρέπει να καθοριστεί η διαδικασία εφαρμογής του κανονισμού αυτού.

(2) Η οργάνωση μιας πιο αποτελεσματικής και πιο στενής συνεργασίας μεταξύ των φορέων κοινωνικής ασφάλισης αποτελεί παράγοντα ουσιώδους σημασίας για να μπορούν τα πρόσωπα που καλύπτονται από τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 883/2004 να επωφελούνται από τα δικαιώματά τους το συντομότερο δυνατόν και με τους καλύτερους δυνατούς όρους.

(3) Για την ταχεία και αξιόπιστη ανταλλαγή δεδομένων μεταξύ των φορέων των κρατών μελών, ενδείκνυται η χρήση ηλεκτρονικών μέσων. Η ηλεκτρονική επεξεργασία των δεδομένων αυτών αναμένεται να συμβάλει στην επιτάχυνση των διαδικασιών για τους ενδιαφερομένους. Εξάλλου, αυτοί πρέπει να έχουν όλες τις εγγυήσεις που προβλέπονται από τις κοινοτικές διατάξεις τις σχετικές με την προστασία των φυσικών προσώπων από την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών.

(4) Η γνωστοποίηση των στοιχείων επικοινωνίας (συμπεριλαμβανομένων και των ηλεκτρονικών) των φορέων των κρατών μελών οι οποίοι ενδέχεται να συμμετάσχουν στην εφαρμογή του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 883/2004, υπό μορφή που να επιτρέπει την επικαιροποίησή τους σε πραγματικό χρόνο, αναμένεται να διευκολύνει τις ανταλλαγές μεταξύ των φορέων των κρατών μελών. Αυτή η προσέγγιση, που δίνει ιδιαίτερη έμφαση στην ακρίβεια των πληροφοριών που αφορούν τα καθαρώς πραγματικά δεδομένα και διευκολύνει την άμεση διαθεσιμότητά τους για τους πολίτες, αποτελεί σημαντική απλούστευση που αναμένεται να εισαχθεί με τον παρόντα κανονισμό.

(5) Η ενίσχυση ορισμένων διαδικασιών αναμένεται να αυξήσει την ασφάλεια δικαίου και τη διαφάνεια για τους χρήστες του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 883/2004. Ειδικότερα, ο καθορισμός κοινών προθεσμιών για την εκπλήρωση ορισμένων υποχρεώσεων ή για την ολοκλήρωση κάποιων διοικητικών διαδικασιών αναμένεται να συμβάλει στην αποσαφήνιση και στην καλύτερη οργάνωση των σχέσεων μεταξύ των ασφαλισμένων και των φορέων.

(6) Τα κράτη μέλη, οι αρμόδιες αρχές τους ή οι φορείς κοινωνικής ασφάλισης πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να συμφωνήσουν μεταξύ τους ευέλικτες διαδικασίες και διοικητικές ρυθμίσεις που, κατά την κρίση τους, είναι πιο αποτελεσματικές και καλύτερα προσαρμοσμένες στο πλαίσιο των αντίστοιχων συστημάτων τους κοινωνικής ασφάλισης. Ωστόσο, οι συμφωνίες αυτές δεν πρέπει να θίγουν τα δικαιώματα των προσώπων που καλύπτονται από τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 883/2004.

(7) Η εγγενής πολυπλοκότητα του τομέα της κοινωνικής ασφάλισης επιβάλλει σε όλους τους φορείς των κρατών μελών την υποχρέωση να καταβάλλουν ιδιαίτερη προσπάθεια υπέρ των ασφαλισμένων, ούτως ώστε να μην προβλέπουν κυρώσεις για τα πρόσωπα που δεν διαβιβάζουν την αίτησή τους ή κάποιες πληροφορίες στον φορέα που είναι αρμόδιος για την εξέταση της εν λόγω αίτησης σύμφωνα με τους κανόνες και τις διαδικασίες που προβλέπονται από τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 883/2004 και τον παρόντα κανονισμό.

(8) Για τον προσδιορισμό του αρμόδιου φορέα, δηλαδή του φορέα η νομοθεσία του οποίου είναι εφαρμοστέα ή τον οποίο βαρύνει η καταβολή κάποιων παροχών, η αντικειμενική κατάσταση του ασφαλισμένου και των μελών της οικογενείας του πρέπει να εξεταστεί από τους φορείς περισσοτέρων του ενός κρατών μελών. Για να εξασφαλιστεί η προστασία του ενδιαφερομένου κατά τη διάρκεια αυτών των αναγκαίων ανταλλαγών μεταξύ των φορέων, πρέπει να προβλεφθεί η προσωρινή υπαγωγή του σε μια νομοθεσία κοινωνικής ασφάλισης.

(9) Σκοπός πολλών μέτρων και διαδικασιών που προβλέπονται από τον παρόντα κανονισμό είναι να αυξηθεί η διαφάνεια των κριτηρίων που πρέπει να εφαρμόζουν οι φορείς των κρατών μελών στο πλαίσιο του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 883/2004. Αυτές οι αποσαφηνίσεις απορρέουν από τη νομολογία του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, από τις αποφάσεις της διοικητικής επιτροπής, καθώς και από την υπερτριακονταετή πείρα εφαρμογής του συντονισμού των συστημάτων κοινωνικής ασφάλισης στο πλαίσιο των θεμελιωδών ελευθεριών που προβλέπονται από τη Συνθήκη.

(10) Η επέκταση του πεδίου εφαρμογής του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 883/2004 στο σύνολο των ασφαλισμένων, συμπεριλαμβανομένων των μη ενεργών, απαιτεί κάποιους ειδικούς κανόνες και διαδικασίες για τα πρόσωπα αυτά, κυρίως για να καθοριστεί η νομοθεσία που πρέπει να διέπει τη συνεκτίμηση των περιόδων που αφιερώνουν στην εκπαίδευση παιδιών πρόσωπα που δεν άσκησαν ποτέ μισθωτή ή μη μισθωτή δραστηριότητα στα διάφορα κράτη μέλη στα οποία κατοίκησαν.

(11) Εξάλλου, ορισμένες διαδικασίες πρέπει επίσης να αντανακλούν την απαίτηση για ισορροπημένη κατανομή των βαρών μεταξύ των κρατών μελών. Ιδίως στο πλαίσιο του κλάδου υγείας, αυτές οι διαδικασίες πρέπει να λαμβάνουν υπόψη την κατάσταση, αφενός, των κρατών μελών που επωμίζονται το κόστος υποδοχής των ασφαλισμένων, θέτοντας στη διάθεσή τους το σύστημα υγείας τους, και, αφετέρου, των κρατών μελών οι φορείς των οποίων επωμίζονται το οικονομικό κόστος των παροχών σε είδος που λαμβάνουν οι ασφαλισμένοι τους σε κράτος μέλος διαφορετικό από αυτό στο οποίο κατοικούν.

(12) Στο συγκεκριμένο πλαίσιο του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 883/2004, πρέπει να αποσαφηνιστούν οι προϋποθέσεις κάλυψης των δαπανών που συνδέονται με παροχές ασθένειας σε είδος στο πλαίσιο «προγραμματισμένης περίθαλψης», δηλαδή περίθαλψης την οποία ένας ασφαλισμένος μεταβαίνει για να λάβει σε κράτος μέλος διαφορετικό από αυτό στο οποίο είναι ασφαλισμένος ή κατοικεί. Διευκρινίζονται οι υποχρεώσεις του ασφαλισμένου σχετικά με την αίτηση προηγούμενης έγκρισης, καθώς και οι υποχρεώσεις του φορέα έναντι του ασθενούς όσον αφορά τους όρους χορήγησης της έγκρισης. Πρέπει επίσης να διευκρινιστούν οι συνέπειες για τη χρηματοοικονομική κάλυψη της περίθαλψης που λαμβάνεται σε άλλο κράτος μέλος βάσει σχετικής έγκρισης.

(13) Η θέσπιση πιο δεσμευτικών διαδικασιών για τη μείωση των προθεσμιών πληρωμής αυτών των απαιτήσεων μεταξύ των φορέων των κρατών μελών θεωρείται στοιχείο ουσιαστικής σημασίας για να διατηρηθεί η εμπιστοσύνη στις συναλλαγές και για να εκπληρωθεί η υποχρέωση χρηστής διαχείρισης, στοιχεία που πρέπει να χαρακτηρίζουν τα συστήματα κοινωνικής ασφάλισης των κρατών μελών. Επομένως, πρέπει να ενισχυθούν οι διαδικασίες που αφορούν την επεξεργασία των απαιτήσεων στο πλαίσιο των παροχών ασθένειας και ανεργίας.

(14) Επειδή τα συστήματα κοινωνικής ασφάλισης που καλύπτονται από τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 883/2004 στηρίζονται στην αλληλεγγύη όλων των ασφαλισμένων, πρέπει να προβλεφθούν μηχανισμοί για την αποτελεσματικότερη είσπραξη (επιστροφή) των απαιτήσεων που συνδέονται με αχρεωστήτως καταβληθείσες παροχές ή με εισφορές που δεν καταβλήθηκαν απ’ αυτούς. Οι διαδικασίες αμοιβαίας συνδρομής μεταξύ των φορέων πρέπει να διευκρινιστούν με βάση τις διατάξεις τις οποίες προβλέπει η οδηγία 76/308/ΕΟΚ[6] του Συμβουλίου της 15ης Μαρτίου 1976 περί της αμοιβαίας συνδρομής για την είσπραξη των απαιτήσεων που αφορούν ορισμένες εισφορές, δασμούς, φόρους και άλλα μέτρα για την καλύτερη προστασία των οικονομικών συμφερόντων των κρατών μελών, οργανώνοντας τη συνεργασία, κυρίως μεταξύ των φορολογικών υπηρεσιών.

(15) Η ενημέρωση των ασφαλισμένων για τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις τους αποτελεί ουσιώδη συνιστώσα μιας σχέσης εμπιστοσύνης με τις αρμόδιες αρχές και τους φορείς των κρατών μελών.

(16) Δεδομένου ότι ο στόχος της προβλεπόμενης δράσης, δηλαδή η θέσπιση μέτρων συντονισμού που να εγγυώνται την πραγματική άσκηση του δικαιώματος της ελεύθερης κυκλοφορίας των προσώπων, είναι αδύνατον να επιτευχθεί επαρκώς από τα κράτη μέλη και δύναται συνεπώς, λόγω των διαστάσεων και των αποτελεσμάτων αυτής της δράσης, να επιτευχθεί καλύτερα σε κοινοτικό επίπεδο, η Κοινότητα μπορεί να λάβει μέτρα, σύμφωνα με την αρχή της επικουρικότητας που διατυπώνεται στο άρθρο 5 της Συνθήκης. Σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας, όπως προβλέπεται στο εν λόγω άρθρο, ο παρών κανονισμός δεν υπερβαίνει τα αναγκαία για την επίτευξη του στόχου όρια.

(17) Ο παρών κανονισμός πρέπει να αντικαταστήσει τον κανονισμό (ΕΟΚ) αριθ. 574/72 του Συμβουλίου της 21ης Μαρτίου 1972 περί του τρόπου εφαρμογής του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 1408/71 περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφάλισης στους μισθωτούς, στους μη μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους που διακινούνται εντός της Κοινότητος[7],

ΕΞΕΔΩΣΑΝ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:

Τιτλος Ι - γενικες διαταξεις

Κεφάλαιο Ι - Ορισμοί

Άρθρο 1 Ορισμοί

1. Για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού, εφαρμόζονται οι ορισμοί του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 883/2004.

2. Πέραν των ορισμών για τους οποίους γίνεται λόγος στην παράγραφο 1, νοούνται ως:

α) «σημείο πρόσβασης», η υπηρεσία που ορίζεται από την αρμόδια αρχή ενός κράτους μέλους για να αποστέλλει και να παραλαμβάνει ηλεκτρονικά τα δεδομένα που απαιτούνται για την εφαρμογή του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 883/2004 και του παρόντος κανονισμού μέσω του κοινού δικτύου στο πλαίσιο του οποίου αυτά τα δεδομένα ανταλλάσσονται μεταξύ, αφενός, των αρμόδιων φορέων αυτού του κράτους μέλους και, αφετέρου, των αρμόδιων φορέων ή/και του σημείου πρόσβασης άλλων κρατών μελών·

β) «οργανισμός σύνδεσης», η υπηρεσία που ορίζεται από την αρμόδια αρχή ενός κράτους μέλους, για έναν ή περισσότερους από τους κλάδους κοινωνικής ασφάλισης που αναφέρονται στο άρθρο 3 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 883/2004, για να απαντά στα αιτήματα παροχής πληροφοριών και συνδρομής που υποβάλλονται από φορείς των κρατών μελών και στην οποία οι εν λόγω φορείς μπορούν να απευθυνθούν, κυρίως στο πλαίσιο του τίτλου IV του παρόντος κανονισμού·

γ) «έγγραφο», ένα σύνολο δεδομένων, ανεξαρτήτως του μέσου στο οποίο είναι καταγεγραμμένα, τα οποία προσδιορίζονται από τη διοικητική επιτροπή, είναι δυνατόν να ανταλλαγούν ηλεκτρονικά και η κοινοποίηση των οποίων είναι απαραίτητη για τη λειτουργία του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 883/2004 και του παρόντος κανονισμού·

δ) «τυποποιημένο ηλεκτρονικό μήνυμα», κάθε έγγραφο δομημένο σύμφωνα με το μορφότυπο που ορίζεται από τη διοικητική επιτροπή για την ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ των φορέων των κρατών μελών·

ε) «ηλεκτρονική διαβίβαση», η διαβίβαση μέσω ηλεκτρονικών εξοπλισμών επεξεργασίας δεδομένων (συμπεριλαμβανομένης της ψηφιακής συμπίεσης), ενσυρμάτως, με ραδιομετάδοση, με οπτικές μεθόδους ή με κάθε άλλη ηλεκτρομαγνητική μέθοδο·

στ) «τεχνική επιτροπή», η επιτροπή που αναφέρεται στο άρθρο 73 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 883/2004·

ζ) «επιτροπή λογαριασμών», η επιτροπή που αναφέρεται στο άρθρο 74 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 883/2004.

Κεφάλαιο ΙΙ - Διατάξεις σχετικά με τη συνεργασία και τις ανταλλαγές δεδομένων

Άρθρο 2 Έκταση και διαδικασία των ανταλλαγών μεταξύ των φορέων

1. Οι φορείς των κρατών μελών διαβιβάζουν μεταξύ τους όλα τα δεδομένα που χρειάζονται για τη θεμελίωση και τον προσδιορισμό των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων των προσώπων που καλύπτονται από τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 883/2004 και, ιδίως, για τον υπολογισμό του ακριβούς ποσού των παροχών και των εισφορών κοινωνικής ασφάλισης.

2. Αν ένας ασφαλισμένος υποβάλει κατά λάθος πληροφορίες, έγγραφα ή αιτήσεις σε φορέα διαφορετικό από το φορέα που ορίζεται σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό, οι εν λόγω πληροφορίες, έγγραφα ή αιτήσεις πρέπει να διαβιβαστούν αμελλητί από τον πρώτο φορέα στο φορέα που ορίζεται σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό, με αναφορά της ημερομηνίας κατά την οποία υποβλήθηκαν αρχικά. Αυτή η ημερομηνία λαμβάνεται υποχρεωτικά υπόψη από τον τελευταίο φορέα.

3. Η κοινοποίηση των δεδομένων μεταξύ των φορέων των κρατών μελών γίνεται είτε απευθείας μεταξύ τους είτε μέσω του σημείου πρόσβασης ή του οργανισμού σύνδεσης.

4. Αν η κοινοποίηση των δεδομένων γίνεται μέσω του σημείου πρόσβασης ή του οργανισμού σύνδεσης, το εν λόγω σημείο πρόσβασης ή ο εν λόγω οργανισμός σύνδεσης θεωρείται ότι εκπληρώνει το ρόλο και τη λειτουργία του φορέα που προβλέπεται σ’ αυτό το κράτος μέλος όσον αφορά τις προθεσμίες απάντησης στα αιτήματα που του υποβάλλονται.

Άρθρο 3Έκταση και διαδικασία των ανταλλαγών μεταξύ των δικαιούχων και των φορέων

1. Κάθε πρόσωπο που καλύπτεται από τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 883/2004 υποχρεούται να κοινοποιεί στον αρμόδιο φορέα κάθε πληροφορία ή δικαιολογητικό που απαιτείται για τον προσδιορισμό της κατάστασής του ή της κατάστασης της οικογένειάς του και των δικαιωμάτων και υποχρεώσεών του, για τη διατήρηση των δικαιωμάτων αυτών, καθώς και για τον προσδιορισμό της εφαρμοστέας νομοθεσίας και των υποχρεώσεών του βάσει της νομοθεσίας αυτής.

Ειδικότερα, αν κάποια διάταξη μιας νομοθεσίας προβλέπει ότι το ποσό των παροχών υπολογίζεται λαμβάνοντας υπόψη την ύπαρξη μελών της οικογένειας διαφορετικών από τα παιδιά, ο ασφαλισμένος, για να εξασφαλίσει το συνυπολογισμό αυτών των μελών της οικογένειάς του, υποχρεούται να υποβάλει βεβαίωση σχετικά με τα μέλη της οικογένειάς του τα οποία έχουν την κατοικία τους στο έδαφος κράτους μέλους διαφορετικού από αυτό στο οποίο βρίσκεται ο φορέας που είναι επιφορτισμένος με την εκκαθάριση των παροχών.

2. Το κράτος μέλος που συλλέγει δεδομένα βάσει της νομοθεσίας του ή στο πλαίσιο της κατάστασης που προβλέπεται στο άρθρο 52 εγγυάται στα σχετικά πρόσωπα το δικαίωμα πρόσβασης και διόρθωσης αυτών των δεδομένων, τηρουμένων των κοινοτικών διατάξεων που διέπουν την προστασία των φυσικών προσώπων από την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών.

3. Οι φορείς του αρμόδιου κράτους μέλους κοινοποιούν τις πληροφορίες και παραδίδουν τα αναγκαία έγγραφα στους ασφαλισμένους.

4. Ο αρμόδιος φορέας κράτους μέλους που διαβιβάζει απευθείας ένα έγγραφο το οποίο περιλαμβάνει απόφαση σχετική με τα δικαιώματα ενός προσώπου που κατοικεί ή διαμένει στο έδαφος άλλου κράτους μέλους ζητά απόδειξη παραλαβής, ανεξάρτητα από το μέσο και τον τρόπο αποστολής. Η απόδειξη παραλαβής μπορεί να δοθεί σε κάθε μέσο και με κάθε τρόπο.

5. Αν δεν υπάρχει απόδειξη της αποστολής της απόφασης που αναφέρεται στην παράγραφο 4, οι προθεσμίες που αφορούν την απώλεια ή την παραγραφή των δικαιωμάτων που απορρέουν από τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 883/2004 δεν μπορούν να αντιταχθούν στους δικαιούχους.

6. Αν η ημερομηνία αποστολής της απόφασης που αναφέρεται στην παράγραφο 4 αποδεικνύεται δεόντως, η απόφαση του αρμόδιου φορέα θεωρείται ότι μπορεί να αντιταχθεί στον ενδιαφερόμενο εντός προθεσμίας ενός μήνα από την εν λόγω ημερομηνία. Ωστόσο, αν η νομοθεσία του κράτους μέλους που έλαβε την απόφαση προβλέπει μεγαλύτερη προθεσμία, εφαρμόζεται αυτή η μεγαλύτερη προθεσμία.

7. Εν πάση περιπτώσει, ο ενδιαφερόμενος μπορεί να ασκήσει τις προσφυγές και να χρησιμοποιήσει τις διαδικασίες που προβλέπονται από τη νομοθεσία την οποία εφαρμόζει ο φορέας που έλαβε την απόφαση.

8. Η διοικητική επιτροπή καθορίζει τις πρακτικές λεπτομέρειες εφαρμογής αυτής της διάταξης για τις περιπτώσεις στις οποίες η απόφαση απευθύνεται στον ενδιαφερόμενο με ηλεκτρονικά μέσα.

Άρθρο 4Μορφότυπος και τρόπος ανταλλαγής των δεδομένων

1. Η διοικητική επιτροπή καθορίζει το περιεχόμενο των εγγράφων και τη διάρθρωση των τυποποιημένων ηλεκτρονικών μηνυμάτων.

2. Η διαβίβαση των δεδομένων μεταξύ των φορέων, των σημείων πρόσβασης ή των οργανισμών σύνδεσης γίνεται ηλεκτρονικά, σε κοινό ασφαλές πλαίσιο ικανό να εγγυηθεί την εμπιστευτικότητα και την προστασία των ανταλλαγών δεδομένων.

3. Στις επικοινωνίες τους με τους δικαιούχους, οι αρμόδιοι φορείς προτιμούν τη χρήση ηλεκτρονικών τεχνικών.

Άρθρο 5 Νομική αξία των εγγράφων και των δικαιολογητικών που καταρτίζονται σε άλλο κράτος μέλος

1. Τα έγγραφα που εκδίδονται από το φορέα κράτους μέλους και τα οποία βεβαιώνουν την κατάσταση ενός προσώπου για τους σκοπούς της εφαρμογής του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 883/2004 και του παρόντος κανονισμού, καθώς επίσης και τα δικαιολογητικά που εκδίδονται από τις αρχές άλλου κράτους μέλους, συμπεριλαμβανομένων των φορολογικών αρχών, έχουν υποχρεωτική ισχύ για τους φορείς των άλλων κρατών μελών, εφόσον τα εν λόγω έγγραφα ή δικαιολογητικά δεν ανακαλούνται ή δεν κηρύσσονται άκυρα από την αρχή ή από τον αρμόδιο φορέα του κράτους μέλους στο οποίο εκδόθηκαν.

2. Σε περίπτωση αμφιβολίας για το βάσιμο του εγγράφου ή για την ακρίβεια των γεγονότων στα οποία θεμελιώνονται τα στοιχεία που αναφέρονται σ’ αυτό, ο φορέας του κράτους μέλους που λαμβάνει το έγγραφο απευθύνεται στο φορέα που το εξέδωσε για να του ζητήσει τις αναγκαίες διευκρινίσεις και, αν συντρέχει περίπτωση, την ανάκληση του εν λόγω εγγράφου.

3. Αν δεν υπάρξει συμφωνία μεταξύ των σχετικών φορέων μέσα σε ένα μήνα από την ημερομηνία υποβολής του αιτήματος του φορέα που έλαβε το έγγραφο, μπορεί να επιληφθεί του θέματος η διοικητική επιτροπή, σύμφωνα με το άρθρο 76 παράγραφος 6 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 883/2004, για να συμβιβάσει τις διιστάμενες απόψεις μέσα σε έξι μήνες από την ημερομηνία κατά την οποία επελήφθη του θέματος.

Άρθρο 6Προσωρινή εφαρμογή μιας νομοθεσίας και προσωρινή καταβολή των παροχών

1. Αν υπάρχει αβεβαιότητα ως προς τον προσδιορισμό της εφαρμοστέας νομοθεσίας, αβεβαιότητα η οποία επιβάλλει την πραγματοποίηση επαφών μεταξύ των φορέων ή των αρμόδιων αρχών δύο ή περισσότερων κρατών μελών, ο ενδιαφερόμενος υπόκειται προσωρινά στην ακόλουθη νομοθεσία:

α) στη νομοθεσία του κράτους μέλους κατοικίας, αν ασκεί εκεί μέρος της ή των δραστηριοτήτων του ή αν δεν ασκεί μισθωτή ή μη μισθωτή δραστηριότητα·

β) στη νομοθεσία του κράτους μέλους στο οποίο υποβλήθηκε για πρώτη φορά αίτηση υπαγωγής, στις άλλες περιπτώσεις.

2. Σε περίπτωση διάστασης απόψεων μεταξύ των φορέων ή των αρμόδιων αρχών δύο ή περισσότερων κρατών μελών για το θέμα του προσδιορισμού του φορέα που οφείλει να χορηγήσει τις παροχές, ο ενδιαφερόμενος ο οποίος θα μπορούσε να απαιτήσει παροχές, αν δεν υπήρχε αμφισβήτηση, λαμβάνει προσωρινά τις παροχές που προβλέπονται από τη νομοθεσία την οποία εφαρμόζει ο φορέας του τόπου κατοικίας ή, αν ο ενδιαφερόμενος δεν κατοικεί στο έδαφος ενός από τα σχετικά κράτη μέλη, τις παροχές που προβλέπονται από τη νομοθεσία την οποία εφαρμόζει ο φορέας στον οποίο υποβλήθηκε αρχικά η αίτηση.

3. Αν αποδειχθεί ότι εφαρμοστέα νομοθεσία δεν είναι εκείνη του κράτους μέλους στο οποίο έγινε η προσωρινή υπαγωγή ή ότι ο φορέας που κατέβαλε προσωρινά τις παροχές δεν ήταν ο αρμόδιος φορέας, ο φορέας που προσδιορίζεται ως αρμόδιος θεωρείται ότι είναι αρμόδιος από την ημερομηνία της προσωρινής υπαγωγής ή της πρώτης προσωρινής καταβολής πληρωμής των εν λόγω παροχών.

4. Εν ανάγκη, ο αρμόδιος φορέας διευθετεί την οικονομική κατάσταση του σχετικού προσώπου όσον αφορά τις εισφορές και τις παροχές σύμφωνα με τις διατάξεις που προβλέπονται από τα άρθρα 71 και 72 και, κατά περίπτωση, από τα άρθρα 73 έως 82.

Άρθρο 7 Υποχρέωση προσωρινής εκκαθάρισης

1. Ο φορέας που δεν διαθέτει όλα τα στοιχεία που επιτρέπουν τον οριστικό υπολογισμό του ποσού μιας παροχής ή μιας εισφοράς προβαίνει στην προσωρινή εκκαθάριση της εν λόγω παροχής ή εισφοράς.

2. Μόλις παρασχεθούν τα δικαιολογητικά στον εν λόγω φορέα, πρέπει να γίνει νέος υπολογισμός της σχετικής παροχής ή εισφοράς.

Κεφάλαιο ΙΙΙ - Άλλες γενικές διατάξεις εφαρμογής του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 883/2004

Άρθρο 8 Διοικητικές συμφωνίες μεταξύ δύο ή περισσότερων κρατών μελών

1. Οι διατάξεις του παρόντος κανονισμού αντικαθιστούν τις διατάξεις των συμφωνιών των σχετικών με την εφαρμογή των συμβάσεων που προβλέπονται στο άρθρο 8 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 883/2004, εκτός από τις διατάξεις των συμφωνιών των σχετικών με συμβάσεις που προβλέπονται στο παράρτημα ΙΙ του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 883/2004, εφόσον οι διατάξεις των εν λόγω συμφωνιών περιλαμβάνονται στο παράρτημα 1 του παρόντος κανονισμού.

2. Τα κράτη μέλη μπορούν να συνάψουν μεταξύ τους, εφόσον παρίσταται ανάγκη, συμφωνίες για την εφαρμογή των συμβάσεων που προβλέπονται στο άρθρο 8 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 883/2004, εφόσον οι συμφωνίες αυτές δεν θίγουν τα δικαιώματα των δικαιούχων.

Άρθρο 9Αλλες διαδικασίες μεταξύ των φορέων

1. Δύο ή περισσότερα κράτη μέλη ή οι αρμόδιες αρχές ή φορείς τους μπορούν να συμφωνήσουν να εφαρμόζουν άλλες διαδικασίες, διαφορετικές από τις διαδικασίες που προβλέπονται από τις διατάξεις των τίτλων ΙΙ έως IV, εφόσον οι διαδικασίες αυτές δεν θίγουν τα δικαιώματα των δικαιούχων.

2. Οι συμφωνίες που συνάπτονται γι’ αυτό το σκοπό ανακοινώνονται στη διοικητική επιτροπή και απαριθμούνται στο παράρτημα 1 του παρόντος κανονισμού.

Άρθρο 10Απαράδεκτο σωρεύσεως των παροχών

Αν παροχές που οφείλονται δυνάμει της νομοθεσίας δύο ή περισσότερων κρατών μελών μειώνονται, αναστέλλονται ή καταργούνται αμοιβαία, τα ποσά τα οποία δεν θα πληρώνονταν σε περίπτωση αυστηρής εφαρμογής των ρητρών μείωσης, αναστολής ή κατάργησης που προβλέπονται από τη νομοθεσία των οικείων κρατών μελών διαιρούνται διά του αριθμού των παροχών οι οποίες υπόκεινται σε μείωση, αναστολή ή κατάργηση.

Άρθρο 11 Στοιχεία για τον προσδιορισμό της κατοικίας

1. Για να αρθούν οι δυσκολίες μεταξύ των φορέων περισσοτέρων του ενός κρατών μελών σχετικά με τον προσδιορισμό της κατοικίας ενός προσώπου που καλύπτεται από τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 883/2004, οι εν λόγω φορείς προσδιορίζουν με αμοιβαία συμφωνία το κέντρο ενδιαφέροντος του εν λόγω προσώπου λαμβάνοντας υπόψη τα ακόλουθα πραγματικά στοιχεία:

α) τη διάρκεια και τη συνέχεια της διαμονής·

β) την οικογενειακή κατάσταση, και ιδίως τον τόπο εκπαίδευσης των παιδιών και τους οικογενειακούς δεσμούς·

γ) αν πρόκειται για εργαζόμενο, το γεγονός ότι έχει σταθερή απασχόληση·

δ) τη βούληση του προσώπου, όπως προκύπτει από το σύνολο των σχετικών περιστάσεων, και ιδίως τους λόγους που το οδήγησαν στην απόφαση να μετακινηθεί·

ε) το κράτος μέλος στο οποίο φορολογείται το πρόσωπο για το σύνολο των εισοδημάτων του, ανεξάρτητα από την πηγή των εισοδημάτων αυτών.

2. Αν η εφαρμογή των διαφόρων κριτηρίων που μνημονεύονται στην παράγραφο 1 δεν επιτρέπει στους φορείς να καταλήξουν σε συμφωνία, η βούληση την οποία εκφράζει το σχετικό πρόσωπο θεωρείται καθοριστική για τον προσδιορισμό του τόπου της κατοικίας του.

Άρθρο 12Συνυπολογισμός των περιόδων

1. Για τους σκοπούς της εφαρμογής του άρθρου 6 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 883/2004, ο αρμόδιος φορέας απευθύνεται στο φορέα του κράτους μέλους στη νομοθεσία του οποίου είχε υπαχθεί προηγουμένως ο ασφαλισμένος, για να ενημερωθεί για τις περιόδους ασφάλισης, απασχόλησης, μη μισθωτής δραστηριότητας ή κατοικίας που πραγματοποιήθηκαν βάσει αυτής της νομοθεσίας.

2. Οι περίοδοι ασφάλισης ή κατοικίας που πραγματοποιήθηκαν βάσει της νομοθεσίας ενός κράτους μέλους προστίθενται στις περιόδους ασφάλισης ή κατοικίας που πραγματοποιήθηκαν βάσει της νομοθεσίας κάθε άλλου κράτους μέλους, στο μέτρο που είναι απαραίτητο να συνυπολογιστούν οι εν λόγω περίοδοι για την απόκτηση, τη διατήρηση ή την άσκηση του δικαιώματος λήψης των παροχών, υπό τον όρο ότι αυτές οι περίοδοι δεν αλληλεπικαλύπτονται.

3. Αν περίοδος ασφάλισης ή κατοικίας που έχει πραγματοποιηθεί κατά τη νομοθεσία ενός κράτους μέλους στο πλαίσιο υποχρεωτικής ασφάλισης συμπίπτει με περίοδο ασφάλισης που έχει πραγματοποιηθεί στο πλαίσιο προαιρετικής ασφάλισης ή προαιρετικής συνέχισης της ασφάλισης κατά τη νομοθεσία άλλου κράτους μέλους, λαμβάνεται υπόψη μόνο η περίοδος που πραγματοποιείται στο πλαίσιο υποχρεωτικής ασφάλισης.

4. Αν περίοδος ασφάλισης ή κατοικίας που έχει πραγματοποιηθεί κατά τη νομοθεσία ενός κράτους μέλους και δεν είναι εξομοιούμενη περίοδος συμπίπτει με εξομοιούμενη περίοδο δυνάμει της νομοθεσίας άλλου κράτους μέλους, λαμβάνεται υπόψη μόνο η μη εξομοιούμενη περίοδος.

5. Κάθε εξομοιούμενη περίοδος, δυνάμει των νομοθεσιών δύο ή περισσότερων κρατών μελών, λαμβάνεται υπόψη μόνο από το φορέα του τελευταίου κράτους μέλους στη νομοθεσία του οποίου είχε υπαχθεί υποχρεωτικά ο ασφαλισμένος πριν από την εν λόγω περίοδο. Σε περίπτωση κατά την οποία ο ασφαλισμένος δεν είχε υπαχθεί υποχρεωτικά στη νομοθεσία ενός κράτους μέλους πριν από την περίοδο αυτή, η εξομοιούμενη περίοδος λαμβάνεται υπόψη από το φορέα του κράτους μέλους στη νομοθεσία του οποίου υπήχθη αυτός υποχρεωτικά για πρώτη φορά μετά την εν λόγω περίοδο.

6. Αν δεν είναι δυνατόν να προσδιοριστεί επακριβώς το χρονικό διάστημα κατά το οποίο ορισμένες περίοδοι ασφάλισης ή κατοικίας πραγματοποιήθηκαν υπό τη νομοθεσία ενός κράτους μέλους, τεκμαίρεται ότι αυτές οι περίοδοι δεν συμπίπτουν με περιόδους ασφάλισης ή κατοικίας που πραγματοποιήθηκαν υπό τη νομοθεσία άλλου κράτους μέλους και υπολογίζονται κατά το μέτρο που δύνανται να ληφθούν υπόψη επωφελώς.

Άρθρο 13 Κανόνες μετατροπής των περιόδων ασφάλισης

Αν οι περίοδοι ασφάλισης που πραγματοποιήθηκαν υπό τη νομοθεσία ενός κράτους μέλους εκφράζονται σε διαφορετικές μονάδες από εκείνες που χρησιμοποιούνται στη νομοθεσία άλλου κράτους μέλους, η αναγκαία μετατροπή για το συνυπολογισμό πραγματοποιείται κατά τους ακόλουθους κανόνες:

α) μία ημέρα ισοδυναμεί με οκτώ ώρες και αντιστρόφως·

β) πέντε ημέρες ισοδυναμούν με μία εβδομάδα και αντιστρόφως·

γ) 22 ημέρες αντιστοιχούν με ένα μήνα και αντιστρόφως·

δ) τρεις μήνες ή 13 εβδομάδες ή 66 ημέρες ισοδυναμούν με ένα τρίμηνο και αντιστρόφως·

ε) για τη μετατροπή των εβδομάδων σε μήνες και αντιστρόφως, οι εβδομάδες και οι μήνες μετατρέπονται σε ημέρες·

στ) η εφαρμογή των κανόνων των στοιχείων α) έως ε) δεν δύναται να έχει ως αποτέλεσμα να ληφθούν υπόψη ως περίοδοι ασφάλισης που πραγματοποιήθηκαν συνολικά κατά τη διάρκεια ενός ημερολογιακού έτους περισσότερες από 264 ημέρες ή 52 εβδομάδες ή δώδεκα μήνες ή τέσσερα τρίμηνα.

Αν οι περίοδοι ασφάλισης που πραγματοποιήθηκαν σύμφωνα με τη νομοθεσία ενός κράτους μέλους εκφράζονται σε μήνες, οι ημέρες που, σύμφωνα με τους κανόνες μετατροπής που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο, αντιστοιχούν σε τμήμα μηνός, θεωρούνται ως ένας πλήρης μήνας.

Τιτλοσ II – Καθορισμοσ της εφαρμοστεασ νομοθεσιασ

Άρθρο 14 Διευκρινίσεις σχετικά με τα άρθρα 12 και 13 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 883/2004

1. Για τους σκοπούς της εφαρμογής του άρθρου 12 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 883/2004, το κριτήριο καθορισμού του αν η δραστηριότητα την οποία μεταβαίνει για να ασκήσει ένας αυτοαπασχολούμενος σε άλλο κράτος μέλος είναι «παρόμοια» με τη μη μισθωτή δραστηριότητα την οποία κανονικά ασκεί είναι η πραγματική φύση της δραστηριότητας και όχι ο χαρακτηρισμός της ως μισθωτής ή μη μισθωτής δραστηριότητας τον οποίο δίνει ενδεχομένως στη δραστηριότητα αυτή το εν λόγω άλλο κράτος μέλος.

2. Για τους σκοπούς της εφαρμογής του άρθρου 13 παράγραφοι 1 και 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 883/2004, ασκείται σε κράτος μέλος ένα «ουσιώδες μέρος μιας μισθωτής ή μη μισθωτής δραστηριότητας», αν ασκείται εκεί ένα ποσοτικά σημαντικό μέρος του συνόλου των δραστηριοτήτων του μισθωτού ή αυτοαπασχολούμενου, χωρίς να πρόκειται απαραιτήτως για το μείζον μέρος αυτών των δραστηριοτήτων. Το μέρος της δραστηριότητας που ασκείται σε ένα κράτος μέλος δεν είναι σε καμία περίπτωση ουσιώδες αν είναι κατώτερο από το 25% του συνόλου των δραστηριοτήτων που ασκούνται από τον εργαζόμενο από πλευράς κύκλου εργασιών, χρόνου εργασίας, αμοιβής ή εισοδημάτων από την εργασία.

3. Για τους σκοπούς της εφαρμογής του άρθρου 13 παράγραφος 2 στοιχείο β) του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 883/2004, το «κέντρο των συμφερόντων» των δραστηριοτήτων ενός αυτοαπασχολούμενου καθορίζεται λαμβάνοντας υπόψη όλα τα στοιχεία τα οποία συνθέτουν τις επαγγελματικές του δραστηριότητες, και ιδίως τον τόπο στον οποίο βρίσκεται η σταθερή και μόνιμη έδρα των δραστηριοτήτων του εν λόγω προσώπου, το συνήθη χαρακτήρα ή τη διάρκεια των ασκουμένων δραστηριοτήτων, το κράτος μέλος στο οποίο το πρόσωπο αυτό φορολογείται για το σύνολο των εισοδημάτων του, ανεξάρτητα από την πηγή τους, καθώς επίσης και τη βούληση του εν λόγω προσώπου, όπως αυτή προκύπτει από τις εν γένει περιστάσεις.

4. Αν ένα πρόσωπο ασκεί τη μισθωτή δραστηριότητά του σε δύο ή περισσότερα κράτη μέλη για λογαριασμό εργοδότη εγκατεστημένου έξω από το έδαφος της Ένωσης και αν αυτό το πρόσωπο κατοικεί σε κράτος μέλος χωρίς να ασκεί εκεί ουσιώδη δραστηριότητα, υπόκειται στη νομοθεσία του κράτους μέλους κατοικίας.

Άρθρο 15Διαδικασία εφαρμογής του άρθρου 11 παράγραφος 3 στοιχείο β) του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 883/2004

Αν ένας δημόσιος υπάλληλος ασκεί τη δραστηριότητά του σε κράτος μέλος διαφορετικό από το αρμόδιο κράτος, ο αρμόδιος φορέας ενημερώνει σχετικά με το θέμα αυτό εκ των προτέρων τον οριζόμενο φορέα αυτού του άλλου κράτους μέλους.

Άρθρο 16 Διαδικασία εφαρμογής του άρθρου 12 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 883/2004

1. Ο εργοδότης ο οποίος, σύμφωνα με το άρθρο 12 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 883/2004, αποσπά έναν εργαζόμενο σε άλλο κράτος μέλος προκειμένου να εκτελέσει εκεί εργασία για λογαριασμό του εργοδότη ενημερώνει εκ των προτέρων, αν αυτό είναι δυνατόν, τον αρμόδιο φορέα του κράτους μέλους η νομοθεσία του οποίου εξακολουθεί να παραμένει εφαρμοστέα. Αυτός ο φορέας ενημερώνει τον οριζόμενο φορέα του κράτους μέλους στο οποίο αποσπάται ο εργαζόμενος.

2. Ο αυτοαπασχολούμενος ο οποίος, σύμφωνα με το άρθρο 12 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 883/2004, μεταβαίνει σε άλλο κράτος μέλος για να ασκήσει μια δραστηριότητα ενημερώνει εκ των προτέρων, αν αυτό είναι δυνατόν, τον αρμόδιο φορέα του κράτους μέλους η νομοθεσία του οποίου εξακολουθεί να παραμένει εφαρμοστέα. Αυτός ο φορέας ενημερώνει τον οριζόμενο φορέα του κράτους μέλους στο οποίο μεταβαίνει ο αυτοαπασχολούμενος για να ασκήσει τη δραστηριότητά του.

Άρθρο 17Διαδικασία εφαρμογής του άρθρου 13 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 883/2004

1. Το πρόσωπο που ασκεί δραστηριότητες σε δύο ή περισσότερα κράτη μέλη ενημερώνει σχετικά τον οριζόμενο φορέα του κράτους μέλους στο οποίο κατοικεί. Αυτός ο φορέας διαβιβάζει αυτήν την πληροφορία στον οριζόμενο φορέα κάθε κράτους μέλους στο οποίο ασκείται μια δραστηριότητα.

2. Στις καταστάσεις που προβλέπονται στο άρθρο 13 παράγραφοι 1 και 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 883/2004, οι οριζόμενοι φορείς των οικείων κρατών μελών καθορίζουν με αμοιβαία συμφωνία τη νομοθεσία που εφαρμόζεται στον ενδιαφερόμενο, λαμβάνοντας υπόψη τις διατάξεις του άρθρου 13 παράγραφοι 1 και 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 883/2004 και του άρθρου 14 παράγραφοι 2 και 3 του παρόντος κανονισμού.

3. Ο προσδιορισμός της εφαρμοστέας νομοθεσίας γίνεται κατά τον αμέσως επόμενο μήνα μετά τη διαβίβαση της πληροφορίας στον οριζόμενο φορέα του τόπου κατοικίας του ασφαλισμένου, σύμφωνα με την παράγραφο 1.Ενόσω δεν έχει καθοριστεί η εφαρμοστέα νομοθεσία, το σχετικό πρόσωπο υπόκειται προσωρινά στη νομοθεσία που καθορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 6 παράγραφος 1.Ο αρμόδιος φορέας του κράτους μέλους η νομοθεσία του οποίου κηρύσσεται εφαρμοστέα έπειτα από τη διαδικασία συνεννόησης μεταξύ των οικείων φορέων στο πλαίσιο της παραγράφου 2 ενημερώνει αμέσως τον ενδιαφερόμενο.

Άρθρο 18Διαδικασία εφαρμογής του άρθρου 15 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 883/2004

Ο επικουρικός υπάλληλος ασκεί το δικαίωμα επιλογής που προβλέπεται στο άρθρο 15 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 883/2004 κατά τη σύναψη της σύμβασης πρόσληψης. Η εξουσιοδοτημένη για τη σύναψη αυτής της σύμβασης αρχή ενημερώνει τον οριζόμενο φορέα του κράτους μέλους τη νομοθεσία του οποίου επέλεξε ο επικουρικός υπάλληλος.

Άρθρο 19 Ενημέρωση των ασφαλισμένων

1. Ο αρμόδιος φορέας του κράτους μέλους η νομοθεσία του οποίου είναι εφαρμοστέα ενημερώνει το ενδιαφερόμενο πρόσωπο καθώς και, αν συντρέχει περίπτωση, τον ή τους εργοδότες του, για τις υποχρεώσεις που απορρέουν από αυτή τη νομοθεσία. Τους παρέχει τη βοήθεια που χρειάζονται για την εκπλήρωση των διατυπώσεων που επιβάλλει αυτή η νομοθεσία.

2. Κατ’ αίτηση του ενδιαφερομένου ή του εργοδότη, ο αρμόδιος φορέας του κράτους μέλους η νομοθεσία του οποίου είναι εφαρμοστέα δυνάμει διατάξεως του τίτλου ΙΙ του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 883/2004 βεβαιώνει ότι αυτή η νομοθεσία είναι εφαρμοστέα και αναφέρει, αν συντρέχει σχετική περίπτωση, μέχρι ποια ημερομηνία και υπό ποιους όρους.

Άρθρο 20Συνεργασία μεταξύ των φορέων

1. Οι φορείς που προβλέπονται στο άρθρο 17 παράγραφος 1 κοινοποιούν στον αρμόδιο φορέα του κράτους μέλους η νομοθεσία του οποίου είναι εφαρμοστέα σε ένα πρόσωπο όλες τις πληροφορίες που χρειάζονται για τον υπολογισμό των εισφορών που βαρύνουν αυτό το πρόσωπο και τον ή τους εργοδότες του δυνάμει αυτής της νομοθεσίας.

2. Ο αρμόδιος φορέας του κράτους μέλους η νομοθεσία του οποίου καθίσταται εφαρμοστέα σε ένα πρόσωπο ενημερώνει το φορέα του τελευταίου κράτους μέλους στη νομοθεσία του οποίου είχε υπαχθεί το εν λόγω πρόσωπο, αναφέροντας την ημερομηνία από την οποία αρχίζει η εφαρμογή αυτής της νομοθεσίας.

Άρθρο 21Υποχρεώσεις του εργοδότη

1. Ο εργοδότης ενός εργαζομένου υποχρεούται να εκπληρώνει τις υποχρεώσεις που προβλέπονται από τη νομοθεσία η οποία εφαρμόζεται σ’ αυτόν τον εργαζόμενο, και ιδίως την υποχρέωση καταβολής των εισφορών που προβλέπονται από την εν λόγω νομοθεσία.

2. Ο εργοδότης που δεν έχει εγκατάσταση στο κράτος μέλος η νομοθεσία του οποίου είναι εφαρμοστέα, αφενός, και ο μισθωτός εργαζόμενος, αφετέρου, μπορούν να συμφωνήσουν ότι ο τελευταίος θα εκπληρώνει, για λογαριασμό του εργοδότη, τις υποχρεώσεις του εργοδότη όσον αφορά την πληρωμή των εισφορών. Ο εργοδότης υποχρεούται να κοινοποιήσει αυτή τη συμφωνία στον αρμόδιο φορέα αυτού του κράτους μέλους.

Τίτλος ΙΙΙ – Ειδικές διατάξεις σχετικά με τις διάφορες κατηγορίες παροχών

Κεφάλαιο Ι - Παροχές ασθένειας, παροχές μητρότητας και ισοδύναμες παροχές πατρότητας

Άρθρο 22 Γενικές διατάξεις εφαρμογής

1. Οι αρμόδιες αρχές μεριμνούν ώστε οι ασφαλισμένοι να ενημερώνονται για τις διαδικασίες και τους όρους κάλυψης των δαπανών που συνδέονται με τις παροχές σε είδος, αν οι παροχές αυτές λαμβάνονται στο έδαφος κράτους μέλους διαφορετικού από το κράτος μέλος του αρμόδιου φορέα ή του τόπου κατοικίας.

2. Τα άρθρα 25 και 26 δεν θίγουν την εφαρμογή των εθνικών διατάξεων κράτους μέλους που επιτρέπουν ευνοϊκότερη χρηματοοικονομική κάλυψη, απ' αυτήν που προκύπτει από τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 883/2004, των δαπανών που συνδέονται με τις παροχές σε είδος στις καταστάσεις που προβλέπονται στην παράγραφο 1.

3. Δύο ή περισσότερα κράτη μέλη, ή οι αρμόδιες αρχές τους, μπορούν να συμφωνήσουν μεταξύ τους άλλες διαδικασίες και ρυθμίσεις για την εφαρμογή των άρθρων 25, 26 και 27. Ωστόσο, οι συμφωνίες που συνάπτονται για το σκοπό αυτό δεν πρέπει να έχουν δυσμενείς συνέπειες στους όρους και στα ποσά χρηματοοικονομικής κάλυψης των παροχών σε είδος των σχετικών προσώπων, όπως θα προέκυπταν από την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού. Αυτές οι συμφωνίες γνωστοποιούνται στη διοικητική επιτροπή.

4. Αν η εθνική νομοθεσία εξαρτά το δικαίωμα λήψης των παροχών που προβλέπονται στο παρόν κεφάλαιο από την ιδιότητα του συνταξιούχου, λαμβάνεται αποκλειστικά υπόψη η σύνταξη που οφείλεται από φορέα αυτού του κράτους μέλους.

Άρθρο 23Εφαρμοστέο σύστημα σε περίπτωση ύπαρξης περισσότερων του ενός συστημάτων στο κράτος μέλος κατοικίας ή διαμονής

Αν η νομοθεσία του τόπου κατοικίας ή διαμονής περιλαμβάνει περισσότερα από ένα συστήματα ασφάλισης ασθένειας, μητρότητας ή πατρότητας, οι εφαρμοστέες διατάξεις δυνάμει του άρθρου 17, του άρθρου 19 παράγραφος 1 και των άρθρων 20, 22, 24, 26 και 27 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 883/2004 είναι οι διατάξεις της νομοθεσίας που διέπει το γενικό σύστημα των μισθωτών εργαζομένων.

Άρθρο 24 Κατοικία σε κράτος μέλος διαφορετικό από το αρμόδιο κράτος μέλος

1. Για τους σκοπούς της εφαρμογής του άρθρου 17 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 883/2004, ο ασφαλισμένος ή τα μέλη της οικογένειάς του υποχρεούνται να εγγραφούν στα μητρώα του φορέα του τόπου κατοικίας τους, διαβιβάζοντας ένα έγγραφο που να πιστοποιεί το δικαίωμά τους να λαμβάνουν παροχές σε είδος εις βάρος του αρμόδιου κράτους μέλους.Αυτό το έγγραφο συντάσσεται από τον αρμόδιο φορέα, ο οποίος λαμβάνει υπόψη, αν συντρέχει περίπτωση, τις πληροφορίες που παρέχει ο εργοδότης. Αν ο ασφαλισμένος ή τα μέλη της οικογένειάς του δεν διαβιβάσουν το προαναφερόμενο έγγραφο, ο φορέας του τόπου κατοικίας απευθύνεται στον αρμόδιο φορέα για να λάβει τις αναγκαίες πληροφορίες.

2. Ο φορέας του τόπου κατοικίας ενημερώνει τον αρμόδιο φορέα για κάθε εγγραφή στην οποία προέβη σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 1.

3. Το παρόν άρθρο εφαρμόζεται mutatis mutandis στα πρόσωπα που αναφέρονται στα άρθρα 22, 24, 25 και 26 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 883/2004.

Άρθρο 25Διαμονή σε κράτος μέλος διαφορετικό από το αρμόδιο κράτος μέλος

Α) Διαδικασία και έκταση του δικαιώματος

1. Για τους σκοπούς της εφαρμογής του άρθρου 19 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 883/2004, ο ασφαλισμένος, πριν εγκαταλείψει το έδαφος του κράτους μέλους στο οποίο κατοικεί, ζητά από τον αρμόδιο φορέα του να του διαβιβάσει το έγγραφο που πιστοποιεί το δικαίωμά του να λαμβάνει παροχές σε είδος.Οι συνταξιούχοι ή τα μέλη της οικογένειάς τους που αναφέρονται στο άρθρο 27 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 883/2004 απευθύνουν το αίτημά τους στο φορέα του τόπου κατοικίας τους, ο οποίος το διαβιβάζει, αν συντρέχει περίπτωση, στο φορέα ο οποίος υποχρεούται να καλύψει τις δαπάνες που συνδέονται με τις παροχές σε είδος που χορηγούνται στο συνταξιούχο στο κράτος μέλος της κατοικίας του.

2. Σύμφωνα με το άρθρο 19 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 883/2004, αν ο ασφαλισμένος, κατά τη διάρκεια της διαμονής του, καταστεί ιατρικά αναγκαίο να λάβει παροχές σε είδος, υποβάλλει το έγγραφο που αναφέρεται στην παράγραφο 1 στον πάροχο των υπηρεσιών περίθαλψης του κράτους μέλους διαμονής, ο οποίος εφαρμόζει στον ασφαλισμένο τις διατάξεις της νομοθεσίας που θα εφαρμόζονταν σ’ αυτόν, αν υπαγόταν στο σύστημα που αναφέρεται στο άρθρο 23 του παρόντος κανονισμού στο κράτος μέλος διαμονής.Αν ο ασφαλισμένος δεν έχει το εν λόγω έγγραφο, ο φορέας του τόπου διαμονής απευθύνεται στον αρμόδιο φορέα για να λάβει τις αναγκαίες πληροφορίες.

3. Οι παροχές σε είδος που αναφέρονται στο άρθρο 19 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 883/2004 συνίστανται στις παροχές σε είδος που πρέπει να χορηγηθούν στο κράτος μέλος διαμονής, σύμφωνα με τη νομοθεσία του τελευταίου, για να μην αναγκαστεί ο ασφαλισμένος να επιστρέψει στον τόπο κατοικίας του, πριν από προβλεπόμενη λήξη της διαμονής του, για να υποβληθεί εκεί στη θεραπεία την οποία επιβάλλει η κατάσταση της υγείας του.

4. Οι παράγραφοι 1 έως 3 εφαρμόζονται mutatis mutandis στα μέλη της οικογένειας του ασφαλισμένου.

Β) Διαδικασία και ρυθμίσεις κάλυψης ή/και απόδοσης των δαπανών των παροχών σε είδος

5. Αν ο ασφαλισμένος έχει αναλάβει όντως ο ίδιος το σύνολο ή μέρος του κόστους των παροχών σε είδος που χορηγήθηκαν στο πλαίσιο του άρθρου 19 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 883/2004, υποβάλλει αίτηση απόδοσης των σχετικών δαπανών στο φορέα του τόπου διαμονής. Αυτός του επιστρέφει απευθείας το ποσό των δαπανών που αντιστοιχούν στις εν λόγω παροχές εντός των ορίων και υπό τους όρους των κλιμάκων απόδοσης δαπανών που προβλέπονται από τη νομοθεσία του.

6. Αν η απόδοση αυτών των δαπανών δεν ζητηθεί απευθείας από το φορέα του τόπου διαμονής, τα πραγματοποιηθέντα έξοδα αποδίδονται στον ασφαλισμένο από τον αρμόδιο φορέα βάσει των κλιμάκων απόδοσης δαπανών που εφαρμόζει ο φορέας του τόπου διαμονής.Ο φορέας του τόπου διαμονής υποχρεούται να παράσχει στον αρμόδιο φορέα, εφόσον τα ζητήσει, τα απαραίτητα στοιχεία για τις κλίμακες αυτές.Αν η νομοθεσία του κράτους μέλους διαμονής δεν προβλέπει κλίμακες για την απόδοση δαπανών, ο αρμόδιος φορέας μπορεί να προβεί στην απόδοση των δαπανών σύμφωνα με τις δικές του κλίμακες, χωρίς να απαιτείται η σύμφωνη γνώμη του ασφαλισμένου.

7. Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 6 πρώτο εδάφιο, ο αρμόδιος φορέας μπορεί να προβεί στην απόδοση των πραγματοποιηθέντων εξόδων με τις κλίμακες απόδοσης δαπανών που εφαρμόζει, αν ο ασφαλισμένος έχει εκφράσει τη συμφωνία του για την εφαρμογή αυτής της διάταξης και αν η νομοθεσία επιτρέπει την απόδοση τέτοιων εξόδων.

8. Αν πρόκειται για σημαντικά έξοδα, ο αρμόδιος φορέας μπορεί να καταβάλει στον ασφαλισμένο κατάλληλη προκαταβολή, μόλις αυτός υποβάλει στο φορέα αίτηση απόδοσης εξόδων.

Άρθρο 26 Προγραμματισμένη περίθαλψη

Α) Διαδικασία έγκρισης

1. Για τους συνταξιούχους και τα μέλη της οικογένειάς τους πλην εκείνων που αναφέρονται στο άρθρο 27 παράγραφος 5 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 883/2004, ο φορέας του κράτους μέλους που υποχρεούται να αναλάβει την κάλυψη των δαπανών που συνδέονται με παροχές σε είδος οι οποίες χορηγούνται στο κράτος μέλος κατοικίας θεωρείται ότι είναι ο φορέας που είναι αρμόδιος για τη χορήγηση της έγκρισης που αναφέρεται στο άρθρο 20 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 883/2004.

2. Για τους σκοπούς της εφαρμογής του άρθρου 20 παράγραφος 1 και του άρθρου 27 παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 883/2004, αν το πρόσωπο δεν κατοικεί στο έδαφος του αρμόδιου κράτους μέλους, την έγκριση που προβλέπεται στο άρθρο 20 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 883/2004 ζητά ο φορέας του τόπου κατοικίας από τον αρμόδιο φορέα. Ο φορέας του τόπου κατοικίας αναφέρει τους λόγους για τους οποίους ζητά αυτή την έγκριση για το εν λόγω πρόσωπο, και ιδίως εκείνους που μνημονεύονται στο άρθρο 20 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 883/2004.

Αν δεν ληφθεί απάντηση μέσα σε δεκαπέντε ημερολογιακές ημέρες από την ημερομηνία αποστολής, θεωρείται ότι η έγκριση έχει χορηγηθεί από τον αρμόδιο φορέα.

Ο φορέας του τόπου κατοικίας παρέχει στον ενδιαφερόμενο την έγκριση για λογαριασμό του αρμόδιου φορέα.Κατά τη διάρκεια της διαδικασίας χορήγησης της έγκρισης, ο αρμόδιος φορέας διατηρεί ανά πάσα στιγμή το δικαίωμα να ζητήσει να ελεγχθεί ο ενδιαφερόμενος από γιατρό της επιλογής του αρμόδιου φορέα στο κράτος μέλος διαμονής ή κατοικίας.

3. Η διαδικασία που αναφέρεται στην παράγραφο 2 δεν εφαρμόζεται, αν οι σχετικές παροχές σε είδος συνιστούν περίθαλψη ζωτικού χαρακτήρα. Στην περίπτωση αυτή, η προέγκριση που προβλέπεται στο άρθρο 20 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 883/2004 χορηγείται από το φορέα του τόπου κατοικίας για λογαριασμό του αρμόδιου φορέα, ο οποίος ενημερώνεται αμέσως από το φορέα του κράτους του τόπου κατοικίας.Ο αρμόδιος φορέας υποχρεούται να δεχτεί τις διαπιστώσεις και τις θεραπευτικές επιλογές στις οποίες προβαίνουν γιατροί εγκεκριμένοι από το φορέα του τόπου κατοικίας που χορηγεί την έγκριση όσον αφορά την ανάγκη παροχής περίθαλψης ζωτικού χαρακτήρα.

4. Ο ενδιαφερόμενος διαβιβάζει την έγκριση στο φορέα του τόπου διαμονής. Αυτός υποχρεούται να ενημερώσει το φορέα του τόπου κατοικίας του ασφαλισμένου για την εξέλιξη της κατάστασης της υγείας του, αν κριθεί ιατρικά αναγκαίο να ολοκληρωθεί η θεραπεία. Ο φορέα του τόπου κατοικίας διαβιβάζει αμέσως αυτές τις πληροφορίες στον αρμόδιο φορέα.

Β) Ανάληψη της χρηματοοικονομικής κάλυψης των παροχών σε είδος στο πλαίσιο προγραμματισμένης περίθαλψης.

5. Όταν χορηγείται έγκριση, ο αρμόδιος φορέας αναλαμβάνει την κάλυψη των δαπανών σύμφωνα με την υψηλότερη κλίμακα. Συνεπώς, αν για τις σχετικές παροχές σε είδος, οι κλίμακες του φορέα του τόπου διαμονής είναι χαμηλότερες από τις κλίμακες του αρμόδιου φορέα, ο ασφαλισμένος μπορεί να ζητήσει από τον αρμόδιο φορέα να του καταβάλει το συμπληρωματικό ποσό, εντός των ορίων των κλιμάκων που εφαρμόζει.

Γ) Κάλυψη των εξόδων ταξιδιού και διαμονής στο πλαίσιο προγραμματισμένης περίθαλψης.

6. Αν ο αρμόδιος φορέας χορηγήσει έγκριση, τα έξοδα ταξιδιού και διαμονής που δεν μπορούν να διαχωριστούν από τη θεραπεία του ενδιαφερομένου καλύπτονται, σύμφωνα με τη νομοθεσία που εφαρμόζεται από τον αρμόδιο φορέα, για τον ενδιαφερόμενο και, αν χρειάζεται, και για ένα ακόμη πρόσωπο που πρέπει να τον συνοδεύσει.

Δ) Μέλη της οικογένειας

7. Οι διατάξεις των παραγράφων 1 έως 6 εφαρμόζονται mutatis mutandis στα μέλη της οικογένειας του ασφαλισμένου.

Άρθρο 27 Παροχές σε χρήμα σχετικές με ανικανότητα προς εργασία σε περίπτωση διαμονής ή κατοικίας σε κράτος μέλος διαφορετικό από το αρμόδιο κράτος μέλος

Α) Διαδικασία που πρέπει να ακολουθεί ο ασφαλισμένος

1. Για να λάβει παροχές σε χρήμα σχετικές με ανικανότητα προς εργασία βάσει του άρθρου 21 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 883/2004, ο ασφαλισμένος μεριμνά ώστε ο γιατρός του κράτους μέλους κατοικίας του ο οποίος διαπίστωσε την κατάσταση της υγείας του να συμπληρώσει το έγγραφο που προορίζεται να βεβαιώσει την ανικανότητά του προς εργασία.

2. Ο ασφαλισμένος διαβιβάζει το συμπληρωμένο έγγραφο μέσα σε τρεις εργάσιμες ημέρες από την ιατρική γνωμάτευση:

α) στο φορέα του τόπου κατοικίας, αν ο ασφαλισμένος ασκεί εκεί επαγγελματική δραστηριότητα·

β) στον αρμόδιο φορέα στις άλλες περιπτώσεις.

3. Η διαβίβαση του εγγράφου που προβλέπεται στις παραγράφους 1 και 2 δεν απαλλάσσει τον ασφαλισμένο από την υποχρέωση να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις που προβλέπονται από την εφαρμοστέα νομοθεσία, ιδίως έναντι του εργοδότη του.

4. Όταν ο ασφαλισμένος επανέρχεται στην εργασία, ενημερώνει τον αρμόδιο φορέα, ο οποίος ενημερώνει, εφόσον συντρέχει περίπτωση, το φορέα του τόπου κατοικίας.

Β) Διαδικασία που πρέπει να ακολουθεί ο φορέας του κράτους μέλους κατοικίας

5. Κατόπιν αιτήσεως του αρμόδιου φορέα ή στις περιπτώσεις που προβλέπονται στην παράγραφο 2 στοιχείο α), ο φορέας του τόπου της κατοικίας προβαίνει, αν τούτο είναι αναγκαίο, σε ιατρικό έλεγχο του ασφαλισμένου σαν να πρόκειται για δικό του ασφαλισμένο. Το περιεχόμενο της έκθεσης του ιατρού που διενήργησε τον έλεγχο, όπου αναφέρεται ειδικότερα η πιθανή διάρκεια της ανικανότητας προς εργασία, διαβιβάζεται από το φορέα του τόπου κατοικίας στον αρμόδιο φορέα εντός προθεσμίας τριών εργάσιμων ημερών από τον έλεγχο.

6. Ο φορέας του τόπου κατοικίας προβαίνει αργότερα, αν τούτο είναι αναγκαίο, σε διοικητικό ή ιατρικό έλεγχο του ασφαλισμένου σαν να πρόκειται για δικό του ασφαλισμένο. Μόλις διαπιστώσει ότι είναι ικανός να αναλάβει εκ νέου εργασία, τον ειδοποιεί αμελλητί περί αυτού και ενημερώνει σχετικά τον αρμόδιο φορέα, υποδεικνύοντας την ημερομηνία κατά την οποία λήγει η ανικανότητα προς εργασία. Με την επιφύλαξη των διατάξεων της παραγράφου 10, η κοινοποίηση στον ενδιαφερόμενο θεωρείται ως απόφαση που έχει ληφθεί για λογαριασμό του αρμόδιου φορέα.

7. Κατόπιν αιτήσεως του αρμόδιου φορέα, ο φορέας του τόπου κατοικίας υποχρεούται να ελέγξει τον ασφαλισμένο με γιατρό που επιλέγεται από τον αρμόδιο φορέα.

Γ) Διαδικασία που πρέπει να ακολουθεί ο αρμόδιος φορέας

8. Ο αρμόδιος φορέας καταβάλλει τις παροχές σε χρήμα απευθείας στον ασφαλισμένο και ενημερώνει σχετικά το φορέα του τόπου κατοικίας. Ωστόσο, αν οι παροχές σε χρήμα καταβάλλονται από το φορέα του τόπου κατοικίας για λογαριασμό του αρμόδιου φορέα, ο φορέας αυτός πληροφορεί τον ενδιαφερόμενο για τα δικαιώματά του και γνωστοποιεί στο φορέα του τόπου κατοικίας το ποσό των παροχών σε χρήμα, τις ημερομηνίες στις οποίες πρέπει να καταβληθούν και την ανώτατη διάρκεια της χορήγησής τους που προβλέπεται από τη νομοθεσία του αρμόδιου κράτους.

9. Για τους σκοπούς της εφαρμογής του άρθρου 21 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 883/2004, τα στοιχεία που αναφέρονται στο πιστοποιητικό ανικανότητας προς εργασία ενός ασφαλισμένου εγκατεστημένου σε άλλο κράτος μέλος βάσει των ιατρικών διαπιστώσεων του θεράποντος ιατρού ισχύουν υποχρεωτικά για τον αρμόδιο φορέα, με την επιφύλαξη της ύπαρξης καταχρηστικής συμπεριφοράς.

10. Αν ο αρμόδιος φορέας αποφασίσει να αρνηθεί τις παροχές σε χρήμα, επειδή ο ασφαλισμένος δεν τήρησε τις διατυπώσεις που προβλέπονται από τη νομοθεσία του κράτους μέλους κατοικίας, ή αν διαπιστώσει με γιατρό της επιλογής του ότι ο ασφαλισμένος είναι ικανός να αναλάβει εκ νέου εργασία, του κοινοποιεί την απόφασή του και ενημερώνει συγχρόνως το φορέα του τόπου κατοικίας.

Δ) Διαδικασία σε περίπτωση διαμονής σε κράτος μέλος διαφορετικό από το αρμόδιο κράτος μέλος.

11. Αν ο ασφαλισμένος διαμένει σε κράτος μέλος διαφορετικό από το αρμόδιο κράτος μέλος, εφαρμόζονται mutatis mutandis οι διατάξεις των παραγράφων 1 έως 10.

Άρθρο 28 Εφαρμογή του άρθρου 28 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 883/2004

1. Το άρθρο 28 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 883/2004 εφαρμόζεται και στους δικαιούχους αναπηρικής σύνταξης. Ως «συνέχιση της θεραπείας» νοείται η παρακολούθηση της ασθένειας έως το τέλος της.

2. Ο όρος «θεραπεία» καλύπτει κάθε ιατρική παροχή που πραγματοποιείται με στόχο την προστασία, τη διατήρηση ή την αποκατάσταση της υγείας των προσώπων.

3. Το άρθρο 28 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 883/2004 εφαρμόζεται mutatis mutandis στον μεθοριακό εργαζόμενο που βρίσκεται σε πλήρη ανεργία, καθώς επίσης και στα μέλη της οικογένειάς του, αν το αρμόδιο κράτος μέλος δεν περιλαμβάνεται στον κατάλογο του παραρτήματος ΙΙΙ του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 883/2004.

Άρθρο 29Εισφορές από συνταξιούχους

1. Αν ο φορέας που προβλέπεται στο άρθρο 30 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 883/2004 λαμβάνει υπόψη, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 5 του εν λόγω κανονισμού, συντάξεις ή παρεμφερείς παροχές που αποκτήθηκαν βάσει της νομοθεσίας ενός ή περισσότερων άλλων κρατών μελών, συνεκτιμά, για να καθορίσει τη βάση υπολογισμού των εισφορών, μόνο τα ποσά των συντάξεων ή των παρεμφερών παροχών που καταβάλλονται πράγματι στο σχετικό πρόσωπο.

2. Το ποσό των εισφορών που παρακρατούνται επί των εν λόγω συντάξεων ή παρεμφερών παροχών δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να υπερβαίνει το ποσό που θα οφειλόταν από πρόσωπο που έχει τα ίδια εισοδήματα, τα οποία απέκτησε στο κράτος μέλος που αναφέρεται στο άρθρο 30 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 883/2004.

Άρθρο 30Εφαρμογή του άρθρου 34 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 883/2004

1. Για τους σκοπούς της εφαρμογής του άρθρου 34 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 883/2004, οι παροχές μακροχρόνιας φροντίδας δεν είναι θεραπείες, όπως ορίζονται στο άρθρο 28 παράγραφος 2 του παρόντος κανονισμού, αλλά φροντίδες περιποίησης ή βοήθειας στη καθημερινή ζωή του σχετικού προσώπου ανάλογα με το βαθμό αυτονομίας του.

2. Ο φορέας του τόπου κατοικίας ενημερώνει το σχετικό πρόσωπο για την ύπαρξη κανόνα που απαγορεύει τη σώρευση παροχών και για τους όρους εφαρμογής του κανόνα αυτού στις σχετικές παροχές μακροχρόνιας φροντίδας. Ωστόσο, η εφαρμογή κανόνων αυτού του είδους πρέπει να εξασφαλίζει στο πρόσωπο που δεν κατοικεί στο έδαφος του αρμόδιου κράτους μέλους δικαίωμα σε ποσό παροχής τουλάχιστον ίσο μ’ αυτό που θα μπορούσε να απαιτήσει αν κατοικούσε σ’ αυτό το κράτος μέλος.

3. Η διοικητική επιτροπή λαμβάνει, αν συντρέχει περίπτωση, τα μέτρα εφαρμογής του παρόντος άρθρου.

Άρθρο 31Ειδικά μέτρα εφαρμογής

1. Οι διατάξεις του τίτλου ΙΙΙ κεφάλαιο 1 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 883/2004 που αφορούν παροχές σε είδος δεν εφαρμόζονται στα πρόσωπα που δικαιούνται παροχές σε είδος αποκλειστικά βάσει ειδικού συστήματος που εφαρμόζεται στους δημόσιους υπαλλήλους κράτους μέλους και αναφέρεται στο παράρτημα 2 του παρόντος κανονισμού.

2. Παρά τις διατάξεις της παραγράφου 1, το άρθρο 23 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 883/2004 εφαρμόζεται σε όλα τα πρόσωπα που λαμβάνουν συγχρόνως σύνταξη βάσει συστήματος που εφαρμόζεται στους δημόσιους υπαλλήλους κράτους μέλους και αναφέρεται στο παράρτημα 2 και σύνταξη βάσει της νομοθεσίας άλλου κράτους μέλους.

3. Τα μέτρα πρακτικής εφαρμογής των παραγράφων 1 και 2 λαμβάνονται από τη διοικητική επιτροπή.

Κεφάλαιο ΙΙ - Παροχές για εργατικά ατυχήματα και επαγγελματικές ασθένειες

Άρθρο 32 Δικαίωμα λήψης παροχών σε είδος και σε χρήμα σε περίπτωση κατοικίας ή διαμονής σε κράτος μέλος διαφορετικό από το αρμόδιο κράτος μέλος

Για τους σκοπούς της εφαρμογής του άρθρου 36 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 883/2004, εφαρμόζονται mutatis mutandis οι διαδικασίες που καθορίζονται στα άρθρα 24 έως 27 του παρόντος κανονισμού.

Άρθρο 33 Προγραμματισμένη περίθαλψη

Ο αρμόδιος φορέας δεν μπορεί να αρνηθεί να παράσχει την έγκριση που προβλέπεται από το άρθρο 20 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 883/2004 σε μισθωτό ή αυτοαπασχολούμενος που είναι θύμα εργατικού ατυχήματος ή επαγγελματικής ασθένειας και που δικαιούται να λαμβάνει παροχές από τον εν λόγω φορέα, αν η ενδεικνυόμενη για την κατάστασή του θεραπεία δεν μπορεί να του παρασχεθεί στο έδαφος του κράτους μέλους στο οποίο κατοικεί μέσα σε αποδεκτό από ιατρικής απόψεως χρονικό διάστημα, λαμβάνοντας υπόψη την τρέχουσα κατάσταση της υγείας του και την πιθανή εξέλιξη της ασθένειας.

Άρθρο 34 Συνεργασία μεταξύ φορέων σε περίπτωση εργατικού ατυχήματος ή επαγγελματικής ασθένειας που επέρχεται ή εκδηλώνεται σε κράτος μέλος διαφορετικό από το αρμόδιο κράτος μέλος

1. Αν το εργατικό ατύχημα επέρχεται ή αν η επαγγελματική ασθένεια διαπιστώνεται ιατρικά για πρώτη φορά στο έδαφος κράτους μέλους διαφορετικού από το αρμόδιο κράτος μέλος, η δήλωση εργατικού ατυχήματος ή επαγγελματικής ασθένειας πρέπει να γίνεται σύμφωνα με τις διατάξεις της νομοθεσίας του αρμόδιου κράτους, με την επιφύλαξη, ενδεχομένως, όλων των εκ του νόμου διατάξεων που ισχύουν στο έδαφος του κράτους μέλους όπου συνέβη το εργατικό ατύχημα ή στο οποίο έλαβε χώρα η πρώτη ιατρική διαπίστωση της επαγγελματικής ασθένειας και οι οποίες εξακολουθούν να εφαρμόζονται σε μια τέτοια περίπτωση. Η δήλωση αυτή απευθύνεται στον αρμόδιο φορέα και αντίγραφό της αποστέλλεται στο φορέα του τόπου κατοικίας ή διαμονής .

2. Ο φορέας του κράτους μέλους στο έδαφος του οποίου συνέβη το εργατικό ατύχημα ή στο οποίο έλαβε χώρα η πρώτη ιατρική διαπίστωση της επαγγελματικής ασθένειας αποστέλλει στον αρμόδιο φορέα τα ιατρικά πιστοποιητικά που εκδόθηκαν στο έδαφός του και, κατόπιν αιτήσεως του εν λόγω φορέα, κάθε κατάλληλη πληροφορία.

3. Αν, σε περίπτωση ατυχήματος διαδρομής που συνέβη στο έδαφος κράτους μέλους διαφορετικού από το αρμόδιο κράτος, είναι σκόπιμη η διενέργεια έρευνας στο έδαφος του πρώτου κράτους μέλους, δύναται να ορισθεί προς τούτο ανακριτής από τον αρμόδιο φορέα, ο οποίος ενημερώνει σχετικά τις αρχές του εν λόγω κράτους μέλους. Οι αρχές αυτές παρέχουν τη συνδρομή τους στον ανακριτή, ορίζοντας κυρίως ένα πρόσωπο επιφορτισμένο να τον βοηθήσει στη μελέτη των εκθέσεων και όλων των λοιπών εγγράφων των σχετικών με το ατύχημα.

4. Μετά το πέρας της θεραπείας διαβιβάζεται στον αρμόδιο φορέα λεπτομερής έκθεση συνοδευόμενη από ιατρικά πιστοποιητικά τα οποία αφορούν τις μόνιμες συνέπειες του ατυχήματος ή της ασθένειας, και ιδίως την παρούσα κατάσταση του θύματος καθώς και την αποθεραπεία ή την παγίωση των βλαβών. Οι σχετικές ιατρικές αμοιβές καταβάλλονται από το φορέα του τόπου κατοικίας ή από το φορέα του τόπου διαμονής, ανάλογα με την περίπτωση, βάσει του τιμολογίου που εφαρμόζεται από το φορέα αυτόν εις βάρος του αρμόδιου φορέα.

5. Ο αρμόδιος φορέας κοινοποιεί, κατόπιν αιτήσεως, στο φορέα του τόπου κατοικίας ή στο φορέα του τόπου διαμονής, ανάλογα με την περίπτωση, την απόφαση που ορίζει την ημερομηνία της αποθεραπείας ή της παγίωσης των βλαβών, καθώς επίσης, ενδεχομένως, την απόφαση για χορήγηση σύνταξης.

Άρθρο 35 Αμφισβήτηση του επαγγελματικού χαρακτήρα του ατυχήματος ή της ασθένειας

1. Όταν ο αρμόδιος φορέας αμφισβητεί ότι στις περιπτώσεις που προβλέπονται στο άρθρο 36 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 883/2004 πρέπει να εφαρμοστεί η νομοθεσία περί εργατικών ατυχημάτων ή επαγγελματικών ασθενειών, ειδοποιεί περί αυτού αμέσως το φορέα του τόπου κατοικίας ή διαμονής που έχει καταβάλει παροχές σε είδος, οι οποίες θεωρούνται τότε ότι προέρχονται από την ασφάλιση ασθένειας.

2. Εφόσον ληφθεί οριστική απόφαση επί του θέματος αυτού, ο αρμόδιος φορέας ειδοποιεί αμέσως το φορέα του τόπου κατοικίας ή το φορέα του τόπου διαμονής που έχει χορηγήσει τις παροχές σε είδος. Ο φορέας αυτός συνεχίζει να χορηγεί αυτές τις παροχές σε είδος, στο πλαίσιο της ασφάλισης ασθένειας, εφόσον ο μισθωτός ή αυτοαπασχολούμενος τις δικαιούται, στην περίπτωση που δεν πρόκειται για εργατικό ατύχημα ή επαγγελματική ασθένεια. Σε αντίθετη περίπτωση, οι παροχές σε είδος τις οποίες έχει λάβει ο εργαζόμενος δυνάμει της ασφάλισης ασθένειας θεωρούνται από τη στιγμή της πρώτης ιατρικής διαπίστωσης του ατυχήματος ή της ασθένειας ως παροχές εργατικού ατυχήματος ή επαγγελματικής ασθένειας.

Άρθρο 36 Διαδικασία σε περίπτωση έκθεσης σε κίνδυνο επαγγελματικής ασθένειας σε περισσότερα κράτη μέλη

1. Στην περίπτωση που προβλέπεται στο άρθρο 38 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 883/2004, η δήλωση της επαγγελματικής ασθένειας διαβιβάζεται είτε στον αρμόδιο για τις επαγγελματικές ασθένειες φορέα του τελευταίου κράτους μέλους δυνάμει της νομοθεσίας του οποίου το θύμα άσκησε δραστηριότητα ικανή να προκαλέσει τη συγκεκριμένη ασθένεια, είτε στο φορέα του τόπου κατοικίας, ο οποίος διαβιβάζει τη δήλωση στον προαναφερθέντα αρμόδιο φορέα.

Εάν ο φορέας αυτός διαπιστώσει ότι μια δραστηριότητα δυνάμενη να προκαλέσει τη συγκεκριμένη επαγγελματική ασθένεια έχει ασκηθεί την τελευταία φορά υπό τη νομοθεσία άλλου κράτους μέλους, διαβιβάζει τη δήλωση και τα σχετικά δικαιολογητικά στον αντίστοιχο φορέα του κράτους μέλους αυτού.

2. Όταν ο φορέας του κράτους μέλους δυνάμει της νομοθεσίας του οποίου το θύμα άσκησε την τελευταία του δραστηριότητα που είναι ικανή να προκαλέσει τη συγκεκριμένη επαγγελματική ασθένεια διαπιστώνει ότι ο πάσχων ή οι επιζώντες του δεν πληρούν τις προϋποθέσεις της νομοθεσίας αυτής, ο εν λόγω φορέας διαβιβάζει αμέσως στο φορέα του κράτους μέλους δυνάμει της νομοθεσίας του οποίου το θύμα άσκησε την τελευταία του δραστηριότητα που είναι ικανή να προκαλέσει τη συγκεκριμένη επαγγελματική ασθένεια τη δήλωση και τα σχετικά δικαιολογητικά, συμπεριλαμβανομένων των ιατρικών διαπιστώσεων και των αποτελεσμάτων των ιατρικών εξετάσεων που πραγματοποίησε ο πρώτος φορέας, καθώς και ένα αντίγραφο της απόφασης που αναφέρεται στο δεύτερο εδάφιο.

Ο εν λόγω φορέας κοινοποιεί ταυτόχρονα την απόφασή του στον ασφαλισμένο, επισημαίνοντας κυρίως τους λόγους στους οποίους βασίζεται η απόρριψη της χορήγησης των παροχών, τα ένδικα βοηθήματα και τις προθεσμίες προσφυγής, όπως και την ημερομηνία διαβίβασης του φακέλου στο φορέα του κράτους μέλους δυνάμει της νομοθεσίας του οποίου ο ασφαλισμένος άσκησε προηγούμενη δραστηριότητά του ικανή να προκαλέσει τη συγκεκριμένη επαγγελματική ασθένεια.

3. Είναι αναγκαία, κατά περίπτωση, η αναδρομή, σύμφωνα με την ίδια διαδικασία, έως τον αντίστοιχο φορέα του κράτους μέλους υπό τη νομοθεσία του οποίου το θύμα άσκησε την αρχική του δραστηριότητα που ήταν δυνατόν να προκαλέσει τη συγκεκριμένη επαγγελματική ασθένεια.

Άρθρο 37 Ανταλλαγές πληροφοριών μεταξύ φορέων και πληρωμή προκαταβολών σε περίπτωση προσφυγής κατά απορριπτικής απόφασης

1. Σε περίπτωση άσκησης προσφυγής κατά απορριπτικής απόφασης που ελήφθη από το φορέα ενός από τα κράτη μέλη υπό τη νομοθεσία των οποίων το θύμα άσκησε δραστηριότητα ικανή να προκαλέσει τη συγκεκριμένη επαγγελματική ασθένεια, ο φορέας αυτός υποχρεούται να πληροφορήσει σχετικά το φορέα στον οποίο έχει διαβιβαστεί η δήλωση, σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 36 παράγραφος 2, και να του γνωστοποιήσει μετέπειτα την οριστική απόφαση που εκδόθηκε.

2. Εάν το δικαίωμα παροχών αποκτήθηκε δυνάμει της νομοθεσίας που εφαρμόζει ο φορέας στον οποίο διαβιβάστηκε η δήλωση, ο φορέας αυτός πληρώνει προκαταβολές των οποίων το ύψος καθορίζεται, κατά περίπτωση, ύστερα από διαβούλευση με τον φορέα κατά της απόφασης του οποίου ασκήθηκε η προσφυγή. Ο τελευταίος αυτός φορέας αποδίδει το ποσό των προκαταβολών που έχουν καταβληθεί εάν, κατόπιν της προσφυγής, υποχεωθεί να χορηγήσει τις παροχές. Στην περίπτωση αυτή, το ποσό αυτό παρακρατείται από το ποσό των οφειλόμενων στον ενδιαφερόμενο παροχών, σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 71.

Άρθρο 38 Επιδείνωση επαγγελματικής ασθένειας

Στις περιπτώσεις που προβλέπονται στο άρθρο 39 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 883/2004, ο αιτών υποχρεούται να παρέχει στο φορέα του κράτους μέλους από τον οποίο διεκδικεί δικαιώματα παροχών όλες τις πληροφορίες που αφορούν τις παροχές που του έχουν χορηγηθεί προηγουμένως για τη συγκεκριμένη επαγγελματική ασθένεια. Ο φορέας αυτός δύναται να απευθυνθεί σε κάθε άλλο προηγούμενο αρμόδιο φορέα για να λάβει τις πληροφορίες που θεωρεί αναγκαίες.

Άρθρο 39 Εκτίμηση του βαθμού ανικανότητας στην περίπτωση εργατικού ατυχήματος ή επαγγελματικής ασθένειας που συνέβη σε προγενέστερο ή μεταγενέστερο στάδιο

1. Για τους σκοπούς της εφαρμογής του άρθρου 40 παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 883/2004, όταν η ανικανότητα προς εργασία που επήλθε σε προγενέστερο ή μεταγενέστερο στάδιο προκλήθηκε από ατύχημα που συνέβη ενώ ο ενδιαφερόμενος υπαγόταν στη νομοθεσία κράτους μέλους που δεν κάνει διάκριση ανάλογα με την προέλευση της ανικανότητας προς εργασία, ο αρμόδιος φορέας για την προγενέστερη ή μεταγενέστερη ανικανότητα προς εργασία ή ο οργανισμός που ορίζεται από την αρμόδια αρχή του εν λόγω κράτους μέλους υποχρεούται να παρέχει, ύστερα από αίτηση του αρμόδιου φορέα άλλου κράτους μέλους, στοιχεία για το βαθμό της προγενέστερης ή μεταγενέστερης ανικανότητας προς εργασία και, κατά το δυνατόν, πληροφορίες που επιτρέπουν να διαπιστωθεί εάν η ανικανότητα ήταν αποτέλεσμα εργατικού ατυχήματος κατά την έννοια της νομοθεσίας που εφαρμόζει ο φορέας του δεύτερου κράτους μέλους.

Στην περίπτωση αυτή, για τη θεμελίωση του δικαιώματος παροχών και τον καθορισμό του ποσού των παροχών, ο αρμόδιος φορέας λαμβάνει υπόψη, σύμφωνα με τη νομοθεσία την οποία εφαρμόζει, το βαθμό ανικανότητας που έχει προκληθεί από αυτές τις προγενέστερες ή μεταγενέστερες περιπτώσεις.

Άρθρο 40 Υποβολή και εξέταση των αιτήσεων συντάξεων ή συμπληρωματικών επιδομάτων

1. Για να λάβουν σύνταξη ή συμπληρωματικό επίδομα σύμφωνα με τη νομοθεσία ενός κράτους μέλους, ο μισθωτός, ο αυτοαπασχολούμενος ή οι επιζώντες του που κατοικούν στο έδαφος άλλου κράτους μέλους υποχρεούνται να υποβάλουν αίτηση στον αρμόδιο φορέα ή στο φορέα του τόπου κατοικίας, ο οποίος τη διαβιβάζει στον αρμόδιο φορέα. Η αίτηση πρέπει να συνοδεύεται από τα απαιτούμενα δικαιολογητικά έγγραφα και να συντάσσεται σύμφωνα με τη νομοθεσία που εφαρμόζεται από τον αρμόδιο φορέα.

2. Ο αρμόδιος φορέας κοινοποιεί την απόφασή του στον αιτούντα απευθείας ή μέσω του οργανισμού σύνδεσης του αρμόδιου κράτους· διαβιβάζει αντίγραφο της απόφασης αυτής στον οργανισμό σύνδεσης του κράτους μέλους στο έδαφος του οποίου κατοικεί ο αιτών.

Άρθρο 41 Ειδικές διατάξεις εφαρμογής

Οι διατάξεις του τίτλου ΙΙΙ κεφάλαιο 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 883/2004 που αφορούν τις παροχές σε είδος δεν εφαρμόζονται στα άτομα που δικαιούνται παροχές σε είδος αποκλειστικά δυνάμει ειδικού συστήματος που εφαρμόζεται στους δημοσίους υπαλλήλους ενός κράτους μέλους αναφερόμενου στο παράρτημα 2 του παρόντος κανονισμού.

Κεφάλαιο ΙΙΙ – Επίδομα θανάτου

Άρθρο 42 Αίτηση επιδόματος θανάτου

Για την εφαρμογή των άρθρων 42 και 43 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 883/2004, η αίτηση επιδόματος θανάτου πρέπει να υποβληθεί στο φορέα του τόπου κατοικίας του αιτούντος.

Κεφάλαιο IV – Παροχές αναπηρίας και συντάξεις γήρατος και επιζώντος

Άρθρο 43 Υπολογισμός της παροχής

1. Για τον υπολογισμό του θεωρητικού ποσού και του πραγματικού ποσού της παροχής σύμφωνα με το άρθρο 52 παράγραφος 1 στοιχείο β) του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 883/2004, εφαρμόζονται οι κανόνες του άρθρου 12 παράγραφοι 3, 4 και 5 του παρόντος κανονισμού.

2. Στην περίπτωση που οι περίοδοι προαιρετικής υπαγωγής ή συνέχισης της ασφάλισης δεν συνυπολογίστηκαν δυνάμει του άρθρου 12 παράγραφος 3 του παρόντος κανονισμού, ο φορέας του κράτους μέλους υπό τη νομοθεσία του οποίου πραγματοποιήθηκαν οι περίοδοι αυτές υπολογίζει το ποσό που αντιστοιχεί στις περιόδους αυτές σύμφωνα με τη νομοθεσία που εφαρμόζει. Το πραγματικό ποσό της παροχής, που υπολογίζεται σύμφωνα με το άρθρο 52 παράγραφος 1 στοιχείο β) του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 883/2004, προσαυξάνεται κατά το ποσό που αντιστοιχεί στις περιόδους προαιρετικής υπαγωγής ή συνέχισης της ασφάλισης.

3. Ο φορέας κάθε κράτους μέλους υπολογίζει, σύμφωνα με τη νομοθεσία που εφαρμόζει, το οφειλόμενο ποσό που αντιστοιχεί στις περιόδους προαιρετικής υπαγωγής ή συνέχισης της ασφάλισης, το οποίο, δυνάμει του άρθρου 53 παράγραφος 3 στοιχείο γ) του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 883/2004, δεν υπόκειται στις ρήτρες άλλου κράτους μέλους για κατάργηση, μείωση ή αναστολή.

Άρθρο 44Συνυπολογισμός των περιόδων για την ανατροφή τέκνων

Με την επιφύλαξη της αρμοδιότητας του κράτους μέλους, η οποία καθορίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις του τίτλου ΙΙ του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 883/2004, ο φορέας του κράτους μέλους στο οποίο ο δικαιούχος της σύνταξης είχε την κατοικία του κατά το μεγαλύτερο χρονικό διάστημα τους δώδεκα μήνες μετά τη γέννηση του τέκνου, πρέπει να λάβει υπόψη τις περιόδους ανατροφής του τέκνου σε ένα άλλο κράτος μέλος, υπό την προϋπόθεση ότι η νομοθεσία ενός άλλου κράτους μέλους δεν καθίσταται εφαρμοστέα στον ενδιαφερόμενο λόγω της άσκησης μισθωτής ή μη μισθωτής απασχόλησης ή δραστηριότητας.

Άρθρο 45 Αίτηση παροχών

Α) Υποβολή της αίτησης για παροχές δυνάμει του άρθρου 44 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 883/2004

1. Για να λάβει παροχές σύμφωνα με το άρθρο 44 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 883/2004, ο αιτών υποβάλλει αίτηση στο φορέα του κράτους μέλους στη νομοθεσία του οποίου υπαγόταν κατά τη στιγμή της επέλευσης της ανικανότητας προς εργασία, με επακόλουθο την αναπηρία, ή της επιδείνωσης της αναπηρίας αυτής.

2. Εάν χορηγήθηκαν παροχές ασθένειας σε χρήμα, η ημερομηνία λήξης της περιόδου χορήγησης των παροχών αυτών πρέπει, ενδεχομένως, να θεωρείται ως ημερομηνία υποβολής της αίτησης συνταξιοδότησης.

3. Στην περίπτωση που αναφέρεται στο άρθρο 47 παράγραφος 1 στοιχείο β) του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 883/2004, ο φορέας στον οποίο ήταν ασφαλισμένος ο ενδιαφερόμενος την τελευταία φορά γνωστοποιεί στο προηγούμενο φορέα οφειλέτη των παροχών το ποσό και την ημερομηνία από την οποία οφείλονται οι παροχές αυτές σύμφωνα με τη νομοθεσία που εφαρμόζει. Από την ημερομηνία αυτή, οι παροχές που οφείλονται πριν από την επιδείνωση της αναπηρίας καταργούνται ή μειώνονται έως το ύψος του ποσού του συμπληρώματος που προβλέπεται στο άρθρο 47 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 883/2004.

Β) Υποβολή άλλων αιτήσεων παροχών

4. Στις περιπτώσεις εκτός εκείνων που αναφέρονται στο άρθρο 44 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 883/2004, ο αιτών υποβάλλει αίτηση στο φορέα του τόπου κατοικίας του, εάν ο ενδιαφερόμενος είχε υπαχθεί ένα χρονικό διάστημα στη νομοθεσία που εφαρμόζει ο φορέας αυτός, ή στο φορέα του κράτους μέλους στη νομοθεσία του οποίου είχε υπαχθεί την τελευταία φορά ο ενδιαφερόμενος, στις άλλες περιπτώσεις.

5. Η ημερομηνία υποβολής της αίτησης ισχύει έναντι όλων των ενδιαφερόμενων φορέων.

6. Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 5, εάν ο αιτών δεν ανέφερε στην αίτηση όλες τις περιόδους ασφάλισης ή κατοικίας που πραγματοποίησε υπό τη νομοθεσία άλλων κρατών μελών, παρ’ όλο που του ζητήθηκε ρητά, η ημερομηνία κατά την οποία ο αιτών συμπληρώνει την αρχική του αίτηση ή υποβάλλει νέα αίτηση σχετικά με τις ελλείπουσες περιόδους θεωρείται ως η ημερομηνία υποβολής της αίτησης για το φορέα ο οποίος εφαρμόζει την εν λόγω νομοθεσία, με την επιφύλαξη ευνοϊκότερων διατάξεων της νομοθεσίας αυτής.

7. Μια αίτηση για παροχές που υποβάλλεται στο φορέα ενός κράτους μέλους συνεπάγεται αυτομάτως την ταυτόχρονη εκκαθάριση των παροχών δυνάμει των νομοθεσιών όλων των εμπλεκομένων κρατών μελών, των οποίων τις προϋποθέσεις πληροί ο αιτών.Εντούτοις, αυτή η ταυτόχρονη εκκαθάριση δεν πραγματοποιείται στην περίπτωση κατά την οποία, σύμφωνα με το άρθρο 50 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 883/2004, ο αιτών ζήτησε την αναβολή της εκκαθάρισης των παροχών που θα ελάμβανε δυνάμει της νομοθεσίας ενός ή περισσότερων κρατών μελών.

Άρθρο 46 Έγγραφα και στοιχεία που πρέπει να επισυνάπτονται στην αίτηση από τον αιτούντα

1. Η αίτηση υποβάλλεται από τον αιτούντα σύμφωνα με τις διατάξεις της νομοθεσίας την οποία εφαρμόζει ο φορέας που αναφέρεται στο άρθρο 45 παράγραφοι 1 και 4 και συνοδεύεται από τα απαιτούμενα δικαιολογητικά. Ο αιτών αναφέρει είτε το φορέα ή τους φορείς ασφάλισης αναπηρίας, ασθένειας ή θανάτου (συντάξεις) κάθε κράτους μέλους στους οποίους ήταν ασφαλισμένος ο ενδιαφερόμενος είτε, εάν πρόκειται για μισθωτό, τον ή τους εργοδότες που τον απασχόλησαν στο έδαφος κάθε κράτους μέλους και προσκομίζει τα σχετικά πιστοποιητικά που έχει στην κατοχή του.

2. Εάν, σύμφωνα με το άρθρο 50 παράγραφος 1 του κανονισμού, ο αιτών επιθυμεί την αναστολή της εκκαθαρίσεως των παροχών γήρατος που θα ελάμβανε κατά τη νομοθεσία ενός ή περισσοτέρων κρατών μελών, οφείλει να προσδιορίσει επακριβώς βάσει ποιας νομοθεσίας ζητεί την αναστολή της εκκαθάρισης των παροχών.

Άρθρο 47Εξέταση των αιτήσεων από τους φορείς

Α) Φορέας εξέτασης

1. Η αίτηση παροχών εξετάζεται από το φορέα στον οποίο υποβλήθηκε ή διαβιβάστηκε σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 45 παράγραφος 1 ή 4. Ο φορέας αυτός ονομάζεται στο εξής «φορέας εξέτασης».

Β) Εξέταση των αιτήσεων για παροχές δυνάμει του άρθρου 44 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 883/2004

2. Στην περίπτωση που αναφέρεται στο άρθρο 44 παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 883/2004, ο φορέας εξέτασης διαβιβάζει το σύνολο των δεδομένων του ενδιαφερομένου στο φορέα στον οποίο ήταν αυτός ασφαλισμένος προηγουμένως και ο οποίος εξετάζει με τη σειρά του το φάκελο.

3. Τα άρθρα 48 έως 52 δεν εφαρμόζονται στην εξέταση των αιτήσεων οι οποίες αναφέρονται στο άρθρο 44 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 883/2004.

Γ) Εξέταση των άλλων αιτήσεων παροχών

4. Στις άλλες περιπτώσεις εκτός από εκείνες που αναφέρονται στο άρθρο 44 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 883/2004, ο φορέας εξέτασης διαβιβάζει αμέσως τις αιτήσεις παροχών σε όλους τους εμπλεκόμενους φορείς ούτως ώστε να είναι δυνατή η ταυτόχρονη και χωρίς καθυστέρηση εξέτασή τους από όλους αυτούς τους φορείς. Ο φορέας εξέτασης κοινοποιεί στους φορείς αυτούς τις περιόδους ασφάλισης ή κατοικίας που συμπληρώθηκαν υπό τη νομοθεσία που εφαρμόζει, συνοδευόμενες, εφόσον είναι αναγκαίο, από πιστοποιητικά που προσκομίζει ο αιτών.

5. Καθένας από τους άλλους αυτούς φορείς κοινοποιεί στο φορέα εξέτασης τις περιόδους ασφάλισης ή κατοικίας που έχουν πραγματοποιηθεί υπό τη νομοθεσία που εφαρμόζει. Εκτός από την περίπτωση που προβλέπεται στο άρθρο 46 παράγραφος 2 του παρόντος κανονισμού, κάθε φορέας γνωστοποιεί επίσης στο φορέα εξέτασης το ποσό της αυτοτελούς παροχής που αναφέρεται στο άρθρο 52 παράγραφος 1 στοιχείο α) του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 883/2004 εάν γεννάται το δικαίωμα στις παροχές λαμβάνοντας υπόψη μόνο το εθνικό δίκαιο.

6. Ο φορέας εξέτασης διαβιβάζει σε όλους τους εμπλεκόμενους φορείς το σύνολο των πληροφοριών που συγκεντρώθηκαν. Βάσει αυτών κάθε φορέας υπολογίζει το θεωρητικό και το πραγματικό ποσό των παροχών σύμφωνα με το άρθρο 52 παράγραφος 1 στοιχείο β) του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 883/2004 και κοινοποιεί τα ποσά αυτά στο φορέα εξέτασης.

7. Μόλις ο φορέας εξέτασης διαπιστώσει, με βάση τις πληροφορίες που αναφέρονται στην παράγραφο 5, ότι πρέπει να εφαρμοστούν οι διατάξεις του άρθρου 46 παράγραφος 2 ή του άρθρου 57 παράγραφοι 2 ή 3 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 883/2004, ειδοποιεί περί αυτού τους υπόλοιπους φορείς.

8. Για να επιτραπεί στον αιτούντα να ασκήσει το δικαίωμα αναστολής της εκκαθάρισης των παροχών που προβλέπεται στο άρθρο 50 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 883/2004, ο φορέας εξέτασης κοινοποιεί σε αυτόν το σύνολο των πληροφοριών που έχει στη διάθεσή του, ώστε να γνωρίζει τις συνέπειες της ταυτόχρονης εκκαθάρισης των παροχών τις οποίες μπορεί να διεκδικήσει. Ο αιτών υποβάλλει οποιαδήποτε αίτηση αναστολής της εκκαθάρισης των παροχών στο φορέα εξέτασης, ο οποίος τη διαβιβάζει αμέσως στο σχετικό φορέα.

Άρθρο 48 Κοινοποίηση των αποφάσεων στον αιτούντα

1. Κάθε φορέας κοινοποιεί στον αιτούντα τις αποφάσεις εκκαθάρισης που έχει λάβει, σύμφωνα με τις διατάξεις που εφαρμόζει. Κάθε απόφαση προσδιορίζει τα ένδικα βοηθήματα και τις προθεσμίες προσφυγής που ισχύουν για αυτήν. Στο φορέα εξέτασης διαβιβάζεται ένα αντίγραφο κάθε απόφασης. Αφού λάβει αντίγραφο όλων των αποφάσεων, ο φορέας εξέτασης διαβιβάζει στον αιτούντα ανακεφαλαιωτικό σημείωμα στη γλώσσα του και σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 3 παράγραφος 4. Διαβιβάζει επίσης το εν λόγω ανακεφαλαιωτικό σημείωμα στους άλλους ενδιαφερόμενους φορείς.

2. Το ανακεφαλαιωτικό σημείωμα που κοινοποιείται στον αιτούντα σύμφωνα με το άρθρο 3 παράγραφος 4 πρέπει να θεωρείται ως νέα απόφαση που υπόκειται σε προσφυγή.

Άρθρο 49Καθορισμός του βαθμού αναπηρίας

1. Στην περίπτωση που εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 46 παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 883/2004, ο φορέας εξέτασης είναι ο μόνος αρμόδιος για τη λήψη της απόφασης σχετικά με βαθμό αναπηρίας του αιτούντος. Λαμβάνει την απόφαση αυτή μόλις είναι σε θέση να καθορίσει αν πληρούνται οι όροι για την απόκτηση του δικαιώματος, οι οποίοι ορίζονται από τη νομοθεσία την οποία εφαρμόζει, λαμβανομένων υπόψη, ενδεχομένως, των διατάξεων των άρθρων 6 και 51 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 883/2004. Κοινοποιεί αμέσως την απόφαση αυτή στους υπόλοιπους σχετικούς φορείς.

Εάν δεν πληρούνται οι όροι για την απόκτηση του δικαιώματος, εκτός εκείνων που αφορούν το βαθμό αναπηρίας, που καθορίζονται από την νομοθεσία που εφαρμόζει, λαμβανομένων υπόψη των διατάξεων των άρθρων 6 και 51 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 883/2004, ο φορέας εξέτασης ενημερώνει αμέσως τον αρμόδιο φορέα του κράτους μέλους στη νομοθεσία στην οποία υπαγόταν την τελευταία φορά ο αιτών. Ο φορέας αυτός είναι αρμόδιος να λάβει την απόφαση για το βαθμό αναπηρίας του αιτούντος εφόσον πληρούνται οι όροι απόκτησης του δικαιώματος που ορίζει η νομοθεσία την οποία εφαρμόζει· κοινοποιεί αμέσως την απόφαση αυτή στους υπόλοιπους σχετικούς φορείς.

Εφόσον είναι αναγκαίο, μπορεί, για τη θεμελίωση του δικαιώματος, να γίνει αναδρομή, με τους ίδιους όρους, μέχρι τον αρμόδιο επί θεμάτων αναπηρίας φορέα του κράτους μέλους στη νομοθεσία του οποίου είχε υπαχθεί αρχικά ο αιτών.

2. Στην περίπτωση που δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 46 παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 883/2004 για τον καθορισμό του βαθμού αναπηρίας, κάθε φορέας έχει το δικαίωμα να ζητήσει την εξέταση του αιτούντος από γιατρό της επιλογής του. Εντούτοις, ο φορέας ενός κράτους μέλους λαμβάνει υπόψη τα ιατρικά έγγραφα και εκθέσεις καθώς και τις πληροφορίες διοικητικής φύσης που έχουν συγκεντρωθεί από το φορέα κάθε άλλου κράτος μέλους σαν να είχαν καταρτιστεί από το κράτος μέλος όπου έχει την έδρα του.

3. Όταν η ιατρική εξέταση πραγματοποιείται σε κράτος μέλος διαφορετικό από το κράτος μέλος κατοικίας του ενδιαφερομένου, τα σχετικά έξοδα ταξιδιού και διαμονής πρέπει να αναλαμβάνονται από το φορέα ο οποίος ζήτησε την εξέταση αυτή.

Άρθρο 50Προσωρινές προκαταβολές και προκαταβολές παροχών

1. Κατά παρέκκλιση από το άρθρο 7 του παρόντος κανονισμού, κάθε φορέας ο οποίος κατά την εξέταση μιας αίτησης παροχών διαπιστώνει ότι ο αιτών δικαιούται μια αυτοτελή παροχή σύμφωνα με τη νομοθεσία που εφαρμόζει, δυνάμει του άρθρου 52 παράγραφος 1 στοιχείο α) του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 883/2004, καταβάλλει αμέσως την παροχή αυτή. Η πληρωμή αυτή θεωρείται προσωρινή εάν το ποσό που χορηγείται μπορεί να επηρεαστεί από το αποτέλεσμα της διαδικασίας εξέτασης της αίτησης.

2. Εάν καμία προσωρινή παροχή δεν δύναται να καταβληθεί στον αιτούντα δυνάμει της παραγράφου 1, αλλά προκύπτει από τις πληροφορίες που έχουν ληφθεί ότι θεμελιώνεται δικαίωμα σύμφωνα με το άρθρο 52 παράγραφος 1 στοιχείο β) του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 883/2004, ο φορέας εξέτασης καταβάλλει σε αυτόν επιστρεπτέα προκαταβολή, το ύψος της οποίας είναι όσο το δυνατό πλησιέστερο προς εκείνο το οποίο πιθανώς θα εκκαθαριστεί, κατ' εφαρμογή του άρθρου 52 παράγραφος 1 στοιχείο β) του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 883/2004.

3. Ο φορέας που οφείλει να καταβάλει προσωρινές παροχές δυνάμει των παραγράφων 1 ή 2 ενημερώνει αμέσως τον αιτούντα, εφιστώντας κατηγορηματικά την προσοχή του στο ότι το μέτρο που λαμβάνεται έχει προσωρινό χαρακτήρα και ότι μόνο κατά της μελλοντικής απόφασης εκκαθάρισης μπορεί να ασκηθεί προσφυγή.

,Άρθρο 51 Νέος υπολογισμός των παροχών

1. Σε περίπτωση νέου υπολογισμού των παροχών σύμφωνα με το άρθρο 48 παράγραφοι 3 και 4, το άρθρο 50 παράγραφος 4 και το άρθρο 59 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 883/2004, το άρθρο 50 του παρόντος κανονισμού εφαρμόζεται mutatis mutandis.

2. Σε περίπτωση νέου υπολογισμού, κατάργησης ή αναστολής των παροχών, ο φορέας που έλαβε την απόφαση αυτή την κοινοποιεί αμέσως στον ενδιαφερόμενο σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 3 παράγραφοι 4 έως 7, και ενημερώνει κάθε φορέα έναντι του οποίου ο ενδιαφερόμενος έχει δικαίωμα.

Άρθρο 52Μέτρα με σκοπό την επιτάχυνση της εκκαθάρισης των παροχών

1. Όταν η νομοθεσία ενός κράτους μέλους καθίσταται εφαρμοστέα σε ένα πρόσωπο, ο οργανισμός που έχει οριστεί από την αρμόδια αρχή αυτού του κράτους μέλους διαβιβάζει στον οργανισμό που έχει οριστεί από το κράτος μέλος του οποίου την ιθαγένεια έχει το πρόσωπο αυτό όλες τις πληροφορίες σχετικά με την εξακρίβωση της ταυτότητας του ενδιαφερομένου, συμπεριλαμβανομένου του αριθμού ταυτοποίησης που έχει δοθεί σε αυτόν από τον αρμόδιο φορέα συνταξιοδότησης του πρώτου κράτους μέλους, καθώς και της επωνυμίας του εν λόγω αρμόδιου φορέα. Ανακοινώνει επίσης στον οργανισμό αυτό όλες τις άλλες πληροφορίες που μπορούν να διευκολύνουν και να επιταχύνουν τη μεταγενέστερη εκκαθάριση των συντάξεων.

2. Για την εφαρμογή της παραγράφου 1, οι ανιθαγενείς και οι πρόσφυγες καθώς και όσοι δεν υπήχθησαν ποτέ στη νομοθεσία του κράτους μέλους του οποίου είναι υπήκοοι θεωρούνται ως υπήκοοι του κράτους μέλους στη νομοθεσία του οποίου είχαν υπαχθεί αρχικά.

3. Οι σχετικοί φορείς προβαίνουν, κατόπιν αίτησης του ενδιαφερομένου ή του φορέα στον οποίο υπάγεται τη στιγμή εκείνη, στην ανακεφαλαίωση της ασφαλιστικής του προϊστορίας, με αφετηρία το αργότερο ένα χρόνο πριν από την ημερομηνία συμπλήρωσης της ηλικίας συνταξιοδότησης.

4. Η διοικητική επιτροπή καθορίζει τις λεπτομέρειες εφαρμογής των διατάξεων των προηγούμενων παραγράφων.

Άρθρο 53Μέτρα συντονισμού σε ένα κράτος μέλος

1. Εάν η εθνική νομοθεσία περιλαμβάνει κανόνες για τον καθορισμό του αρμόδιου φορέα για την εκκαθάριση της σύνταξης, οι κανόνες αυτοί εφαρμόζονται λαμβάνοντας υπόψη αποκλειστικά τις ασφαλιστικές περιόδους που πραγματοποιήθηκαν υπό τη νομοθεσία αυτού του κράτους μέλους.

2. Εάν η εθνική νομοθεσία περιλαμβάνει κανόνες συντονισμού των ειδικών συστημάτων που εφαρμόζονται στους δημοσίους υπαλλήλους και του γενικού συστήματος των μισθωτών, οι κανόνες αυτοί δεν μεταβάλλονται από τις διατάξεις του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 883/2004 και από τις διατάξεις του παρόντος κανονισμού.

Κεφάλαιο V – Παροχές ανεργίας

Άρθρο 54 Υπολογισμός των παροχών

1. Για την εφαρμογή του άρθρου 62 παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 883/2004, ο αρμόδιος φορέας του κράτους μέλους στη νομοθεσία του οποίου είχε υπαχθεί ο ενδιαφερόμενος κατά την τελευταία μισθωτή ή μη μισθωτή δραστηριότητά του κοινοποιεί στο φορέα του τόπου κατοικίας και ύστερα από αίτηση αυτού όλα τα απαιτούμενα στοιχεία για τον υπολογισμό των παροχών ανεργίας, και ιδίως το ποσό του μισθού ή του επαγγελματικού εισοδήματος που εισέπραξε ο ενδιαφερόμενος.

2. Για την εφαρμογή του άρθρου 62 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 883/2004, όταν ο εργαζόμενος που αναφέρεται στο άρθρο 65 παράγραφος 5 του ίδιου κανονισμού, ο οποίος δεν είναι μεθοριακός εργαζόμενος, δεν είχε υπαχθεί ποτέ ως μισθωτός στη νομοθεσία του κράτους μέλους κατοικίας, οι παροχές ανεργίας υπολογίζονται με βάση το συνήθη μισθό, ο οποίος αντιστοιχεί, σε αυτό το κράτος μέλος, σε απασχόληση ισότιμη ή ανάλογη προς εκείνη που ασκήθηκε την τελευταία φορά σε άλλο κράτος μέλος.

3. Για την εφαρμογή του άρθρου 62 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 883/2004 και κατά παρέκκλιση από το άρθρου 63 του ίδιου κανονισμού, ο αρμόδιος φορέας ενός κράτους μέλους του οποίου η νομοθεσία προβλέπει ότι ο υπολογισμός των παροχών ποικίλλει ανάλογα με τον αριθμό των μελών της οικογένειας, λαμβάνει επίσης υπόψη τα μέλη της οικογένειας του ενδιαφερομένου που κατοικούν σε άλλο κράτος μέλος, σαν να κατοικούσαν στο αρμόδιο κράτος μέλος. Η διάταξη αυτή δεν εφαρμόζεται στην περίπτωση που στο κράτος μέλος κατοικίας των μελών της οικογένειας ένα άλλο πρόσωπο δικαιούται παροχές ανεργίας για τον υπολογισμό των οποίων λαμβάνονται υπόψη αυτά τα μέλη τα οικογένειας.

Άρθρο 55Προϋποθέσεις και όρια της διατήρησης του δικαιώματος επί των παροχών όταν ο άνεργος μεταβαίνει σε άλλο κράτος μέλος

1. Για να επωφεληθεί των διατάξεων του άρθρου 64 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 883/2004, ο άνεργος ο οποίος μεταβαίνει σε ένα άλλο κράτος μέλος ενημερώνει τον αρμόδιο φορέα πριν από την αναχώρησή του και ζητεί από αυτόν έγγραφο που πιστοποιεί ότι συνεχίζει να δικαιούται παροχές υπό τις προϋποθέσεις που ορίζονται στο άρθρο 64 παράγραφος 1 στοιχείο β) του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 883/2004.

Ο φορέας τον ενημερώνει σχετικά με τις υποχρεώσεις του και διαβιβάζει σε αυτόν το εν λόγω έγγραφο, το οποίο αναφέρει κυρίως τα ακόλουθα:

α) την ημερομηνία κατά την οποία ο άνεργος έπαυσε να είναι στη διάθεση των υπηρεσιών απασχόλησης του αρμόδιου κράτους·

β) την προθεσμία που ορίστηκε σύμφωνα με το άρθρο 64 παράγραφος 1 στοιχείο β) του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 883/2004 για να εγγραφεί ο άνεργος ως αιτών εργασία στο κράτος μέλος στο οποίο μετέβη·

γ) την ανώτατη περίοδο κατά τη διάρκεια της οποίας δύναται να διατηρηθεί το δικαίωμα παροχών σύμφωνα με το άρθρο 64 παράγραφος 1 στοιχείο γ) του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 883/2004·

δ) τα γεγονότα που δύνανται να διαφοροποιήσουν το δικαίωμα παροχών.

2. Ο άνεργος εγγράφεται ως αιτών εργασία στις υπηρεσίες απασχόλησης του κράτους μέλους στο οποίο μεταβαίνει σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 64 παράγραφος 1 στοιχείο β) του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 883/2004 και διαβιβάζει στο φορέα αυτού του κράτους μέλους το έγγραφο που αναφέρεται στην παράγραφο 1. Σε περίπτωση που δεν το πράξει, ο φορέας του τόπου στον οποίο μετέβη ο άνεργος απευθύνεται στον αρμόδιο φορέα προκειμένου να λάβει τις απαραίτητες πληροφορίες.

3. Οι υπηρεσίες απασχόλησης του κράτους μέλους στο οποίο μετέβη ο άνεργος για να αναζητήσει απασχόληση ενημερώνουν τον άνεργο σχετικά με τις υποχρεώσεις του.

4. Ο φορέας του τόπου στον οποίο μετέβη ο άνεργος γνωστοποιεί αμέσως στον αρμόδιο φορέα την ημερομηνία εγγραφής του ανέργου στις υπηρεσίες απασχόλησης και τη νέα του διεύθυνση.

Κατά την περίοδο κατά την οποία ο άνεργος έχει το δικαίωμα να διατηρήσει τις παροχές ανεργίας, ο φορέας του τόπου στον οποίο μετέβη διαβιβάζει κάθε μήνα στον αρμόδιο φορέα τις απαιτούμενες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση της κατάστασης του ανέργου και κυρίως εάν αυτός συνεχίζει να είναι εγγεγραμμένος στις υπηρεσίες απασχόλησης και εάν τηρεί τις διαδικασίες ελέγχου που προβλέπονται εκεί.

5. Ο φορέας του τόπου στον οποίο μετέβη ο άνεργος διενεργεί έλεγχο ή αναθέτει τη διενέργειά του, σαν να επρόκειτο για άνεργο που λαμβάνει παροχές δυνάμει της νομοθεσίας την οποία ο φορέας αυτός εφαρμόζει. Ενημερώνει αμέσως τον αρμόδιο φορέα για την επέλευση κάθε γεγονότος που προβλέπεται στην παράγραφο 1 στοιχείο δ).

6. Οι αρμόδιες αρχές ή οι αρμόδιοι φορείς δύο ή περισσότερων κρατών μελών μπορούν να ορίσουν από κοινού ένα σύνολο μέτρων για τη διευκόλυνση της αναζήτησης απασχόλησης από τους ανέργους οι οποίοι μεταβαίνουν σε ένα από αυτά τα κράτη μέλη δυνάμει του άρθρου 64 του κανονισμού (ΕΚ)αριθ. 883/2004.

Άρθρο 56Άνεργοι οι οποίοι κατοικούν σε κράτος μέλος άλλο από το αρμόδιο κράτος μέλος

1. Όταν ο άνεργος αποφασίζει, σύμφωνα με το άρθρο 65 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 883/2004, να εγγραφεί ως αιτών απασχόληση στο κράτος μέλος κατοικίας και στο κράτος μέλος στο οποίο άσκησε την τελευταία του μισθωτή ή μη μισθωτή δραστηριότητα, ενημερώνει σχετικά κατά προτεραιότητα το φορέα και τις υπηρεσίες απασχόλησης του τόπου κατοικίας του.

Με αίτηση των υπηρεσιών απασχόλησης του κράτους μέλους στο οποίο άσκησε την τελευταία του μισθωτή ή μη μισθωτή δραστηριότητα, οι υπηρεσίες απασχόλησης του τόπου κατοικίας διαβιβάζουν τις απαιτούμενες πληροφορίες σχετικά με την εγγραφή και την αναζήτηση απασχόλησης του ανέργου.

2. Όταν το δικαίωμα παροχών συνδέεται με την εκπλήρωση ορισμένων υποχρεώσεων από τον άνεργο δυνάμει της νομοθεσίας του κράτους μέλους κατοικίας, λαμβάνονται υπόψη οι ενδεχόμενες δεσμεύσεις του ανέργου έναντι των υπηρεσιών απασχόλησης του άλλου κράτους μέλους. Είναι καθήκον του ανέργου να ενημερώσει το φορέα του τόπου κατοικίας του σχετικά με το χρονοδιάγραμμα και τη φύση αυτών των υποχρεώσεών του.

3. Για την εφαρμογή του άρθρου 65 παράγραφος 5 στοιχείο β) του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 883/2004, ο φορέας του κράτους μέλους στη νομοθεσία του οποίου είχε υπαχθεί την τελευταία φορά ο εργαζόμενος πληροφορεί το φορέα του τόπου κατοικίας, ύστερα από αίτησή του, εάν ο εργαζόμενος έχει δικαίωμα παροχών δυνάμει του άρθρου 64 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 883/2004.

Κεφάλαιο VI – Οικογενειακές παροχές

Άρθρο 57 Κανόνες προτεραιότητας στην περίπτωση σώρευσης δικαιωμάτων

Για την εφαρμογή του άρθρου 68 παράγραφος 1 στοιχείο β) σημείο i) του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 883/2004, όταν ο τόπος κατοικίας των τέκνων δεν επιτρέπει τον καθορισμό της σειράς προτεραιότητας, κάθε ενδιαφερόμενο κράτος μέλος υπολογίζει το ποσό των παροχών συμπεριλαμβάνοντας τα τέκνα που δεν κατοικούν στο έδαφός του. Ο αρμόδιος φορέας του κράτους μέλους του οποίου η νομοθεσία προβλέπει το υψηλότερο ποσό παροχών χορηγεί το πλήρες ποσό. Ο αρμόδιος φορέας του άλλου κράτους μέλους αποδίδει σε αυτόν το ήμισυ του εν λόγω ποσού, εντός του ορίου του ποσού που προβλέπεται από τη νομοθεσία του τελευταίου κράτους μέλους.

Άρθρο 58 Κανόνες που εφαρμόζονται όταν το πρόσωπο έχει υπαχθεί διαδοχικά κατά τη διάρκεια περιόδου ή τμήματος περιόδου στη νομοθεσία δύο ή περισσοτέρων κρατών μελών

1 Εάν ένα πρόσωπο έχει υπαχθεί διαδοχικά στη νομοθεσία δύο κρατών μελών κατά τη διάρκεια ενός ημερολογιακού μηνός, ανεξάρτητα από τις προθεσμίες για την καταβολή των οικογενειακών παροχών που προβλέπονται από τη νομοθεσία αυτών των κρατών μελών, ο φορέας ο οποίος κατέβαλε τις οικογενειακές παροχές σύμφωνα με την πρώτη νομοθεσία που εφαρμόζεται κατά τη διάρκεια της σχετικής περιόδου επιβαρύνεται με τις δαπάνες αυτές έως το τέλος του τρέχοντος μήνα.

2 Ενημερώνει το φορέα του άλλου κράτους μέλους σχετικά με την ημερομηνία διακοπής της καταβολής των σχετικών οικογενειακών παροχών.

Άρθρο 59Διαδικασία εφαρμογής των άρθρων 67 και 68 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 883/2004

1. Η αίτηση χορήγησης οικογενειακών παροχών υποβάλλεται κατά προτεραιότητα:

α) στο φορέα του κράτους μέλους απασχόλησης όταν υπάρχει δικαίωμα παροχών λόγω μισθωτής ή μη μισθωτής δραστηριότητας, και ο/η σύζυγος του αιτούντος δεν έχει δικαίωμα παροχών λόγω μισθωτής ή μη μισθωτής δραστηριότητας σε ένα άλλο κράτος μέλος·

β) στις άλλες περιπτώσεις, στο φορέα του τόπου κατοικίας των τέκνων ή σε έναν από τους φορείς αυτούς, εφόσον τα τέκνα κατοικούν σε διαφορετικά κράτη μέλη.

2. Ο επιληφθείς σύμφωνα με την παράγραφο 1 φορέας εξετάζει την αίτηση με βάση τις λεπτομερείς πληροφορίες που υπέβαλε ο αιτών και λαμβάνει, όποτε είναι αναγκαίο, προσωρινή απόφαση όσον αφορά τους κανόνες προτεραιότητας που εφαρμόζονται, λαμβάνοντας υπόψη το σύνολο των νομικών και πραγματικών στοιχείων που χαρακτηρίζουν την κατάσταση της οικογένειας του αιτούντος. Ενημερώνει σχετικά τον αιτούντα και καταβάλλει σε αυτόν προσωρινά τις παροχές που προβλέπονται από τη νομοθεσία που εφαρμόζει.

3. Η προσωρινή απόφαση σχετικά με τους κανόνες προτεραιότητας που εφαρμόζονται στην προκειμένη περίπτωση απευθύνεται σε καθέναν από τους φορείς του κράτους μέλους ή των άλλων κρατών μελών των οποίων η νομοθεσία θεμελιώνει ενδεχομένως δικαιώματα παροχών. Οι φορείς αυτοί έχουν στη διάθεσή τους ένα μήνα από την ημερομηνία αποστολής της προσωρινής απόφασης για να την προσβάλουν ή να ζητήσουν συμπληρωματικές πληροφορίες.

Μετά τη λήξη της προθεσμίας αυτής, η απόφαση του επιληφθέντος φορέα σύμφωνα με την παράγραφο 1 αντιτάσσεται στους σχετικούς φορείς. Βάσει αυτής, καθένας από τους φορείς καταρτίζει λογαριασμό του ποσού των παροχών που οφείλονται στον δικαιούχο και τον διαβιβάζει το ταχύτερο δυνατό στον επιληφθέντα φορέα.

4. Ο επιληφθείς σύμφωνα με την παράγραφο 1 φορέας απευθύνει στον αιτούντα την απόφαση σχετικά με τη σειρά προτεραιότητας για τη χορήγηση των παροχών, η οποία συνοδεύεται από τους σχετικούς λογαριασμούς που κατάρτισαν οι σχετικοί φορείς.

5. Ο φορέας που κατέβαλε προσωρινά τις παροχές οι οποίες υπερβαίνουν τις παροχές οι οποίες τον βαρύνουν τελικά, απευθύνεται στο φορέα προτεραιότητας για την είσπραξη του αχρεωστήτως καταβληθέντος ποσού σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 71.

Άρθρο 60 Διαδικασία εφαρμογής του άρθρου 69 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 883/2004

Για την εφαρμογή του άρθρου 69 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 883/2004 , αν ο αρμόδιος φορέας διαπιστώσει ότι το δικαίωμα δεν θεμελιώνεται δυνάμει των διατάξεων της νομοθεσίας που εφαρμόζει, διαβιβάζει αμέσως την αίτηση αυτή συνοδευόμενη από όλα τα απαιτούμενα έγγραφα και πληροφορίες στο φορέα του κράτους μέλους στη νομοθεσία του οποίου είχε υπαχθεί για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα ο ενδιαφερόμενος. Εφόσον είναι αναγκαίο, μπορεί να γίνει αναδρομή, με τους ίδιους όρους, μέχρι τον φορέα του κράτους μέλους υπό τη νομοθεσία του οποίου ο ενδιαφερόμενος πραγματοποίησε την πιο σύντομη από τις περιόδους ασφάλισης ή κατοικίας του.

Τίτλος IV: Δημοσιονομικές διατάξεις

Κεφάλαιο I – Απόδοση των παροχών σύμφωνα με το άρθρο 35 παράγραφος 1 και το άρθρο 41 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 883/2004

Τμήμα 1 – Απόδοση των παροχών βάσει των πραγματικών δαπανών

Άρθρο 61 Αρχές

1. Για την εφαρμογή του άρθρου 35 παράγραφος 1 και του άρθρου 41 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 883/2004, το πραγματικό ποσό των χορηγούμενων παροχών σε είδος αποδίδεται από τον αρμόδιο φορέα στο φορέα που τις χορήγησε, όπως αυτό προκύπτει από τα λογιστικά στοιχεία του τελευταίου, εκτός από την περίπτωση εφαρμογής του άρθρου 62 του παρόντος κανονισμού.

2. Για την εφαρμογή της παραγράφου 1, ως αρμόδιος φορέας θεωρείται ο φορέας του τόπου κατοικίας των μελών της οικογένειας που κατοικούν σε άλλο κράτος μέλος από εκείνο στο οποίο κατοικεί ο ασφαλισμένος, στις περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 20 παράγραφος 4 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 883/2004, και ο φορέας του τόπου κατοικίας του συνταξιούχου και των μελών της οικογένειάς του, στις περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 27 παράγραφος 5 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 883/2004.

3. Αν το σύνολο ή τμήμα του πραγματικού ποσού των παροχών που αναφέρονται στην παράγραφο 1 δεν προκύπτει από τα λογιστικά στοιχεία του φορέα που τις χορήγησε, το ποσό που θα αποδοθεί ορίζεται με βάση κατ' αποκοπή ποσό που προκύπτει από όλα τα κατάλληλα στοιχεία αναφοράς που εξάγονται από τα διαθέσιμα δεδομένα. Η διοικητική επιτροπή εκτιμά τις βάσεις οι οποίες χρησιμεύουν για τον υπολογισμό των κατ' αποκοπή ποσών και καθορίζει το ύψος αυτών.

4. Τιμολόγια ανώτερα από αυτά που εφαρμόζονται για τις παροχές σε είδος που χορηγούνται στους ασφαλισμένους οι οποίοι υπάγονται στη νομοθεσία που εφαρμόζεται από το φορέα ο οποίος χορήγησε τις προβλεπόμενες στην παράγραφο 1 παροχές δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη για την απόδοση των δαπανών.

5. Οι διατάξεις της παραγράφου 1 εφαρμόζονται mutatis mutandis στην απόδοση των παροχών σε είδος οι οποίες καταβάλλονται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 27 παράγραφος 8 δεύτερη φράση.

Τμήμα 2 – Απόδοση των παροχών βάσει των κατ’ αποκοπή ποσών

Άρθρο 62 Καθορισμός των σχετικών κρατών μελών

1. Τα κράτη μέλη που αναφέρονται στο άρθρο 35 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 883/2004 και των οποίων οι νομοθετικές ή διοικητικές δομές δεν επιτρέπουν την απόδοση βάσει των πραγματικών δαπανών περιλαμβάνονται στο παράρτημα 3 του παρόντος κανονισμού.

2. Ένα κράτος μέλος μπορεί να παραιτηθεί από τη χρησιμοποίηση της μεθόδου της κατ’ αποκοπή απόδοσης υπό τον όρο ότι η παραίτηση αυτή θα αρχίσει να ισχύει στην αρχή ενός ημερολογιακού έτους. Στην περίπτωση αυτή, αυτό το κράτος μέλος υποχρεούται να ενημερώσει τη διοικητική επιτροπή για την αλλαγή το αργότερο στο τέλος του Ιουνίου του έτους που προηγείται εκείνου κατά τη διάρκεια του οποίου θα αρχίσει να ισχύει η αλλαγή.

3. Για τα κράτη μέλη που αναφέρονται στο παράρτημα 3 του παρόντος κανονισμού το ποσό των παροχών σε είδος που χορηγούνται στα μέλη της οικογένειας τα οποία δεν κατοικούν στο ίδιο κράτος μέλος με τον ασφαλισμένο δυνάμει του άρθρου 17 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 883/2004, και στους συνταξιούχους και στα μέλη της οικογένειάς τους δυνάμει των άρθρων 22, 24 παράγραφος 1, 25 και 26 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 883/2004, αποδίδεται από τους αρμόδιους φορείς στους φορείς οι οποίοι χορήγησαν τις παροχές αυτές, με βάση κατ’ αποκοπή ποσό που καθορίζεται για κάθε ημερολογιακό έτος. Το ύψος του κατ’ αποκοπή ποσού πρέπει να είναι όσο το δυνατόν πλησιέστερο προς τις πραγματικές δαπάνες.

Άρθρο 63Μέθοδος υπολογισμού των κατ’ αποκοπή ποσών

1. Για κάθε κράτος μέλος που είναι υπεύθυνο για τη χορήγηση παροχών, το κατ’ αποκοπή ποσό ενός ημερολογιακού έτους υπολογίζεται με τον πολλαπλασιασμό του μέσου ετησίου κόστους ανά άτομο ανάλογα με τις διάφορες ηλικιακές ομάδες, με τον αριθμό των ατόμων που πρέπει να ληφθούν υπόψη σε κάθε ηλικιακή ομάδα, και με την εφαρμογή μείωσης στο αποτέλεσμα.

ΚΑΤ’ ΑΠΟΚΟΠΗΝ ΠΟΣΟ = | [pic] |

Στο τύπο αυτό η σημασία των συμβόλων είναι η εξής:

- Ο δείκτης i (τιμές i = 1, 2 και 3) αποτελεί τις τρεις ηλικιακές ομάδες που επελέγησαν για τον υπολογισμό του κατ’ αποκοπή ποσού:

i = 1: άτομα ηλικίας κάτω των 20 ετών

i = 2: άτομα ηλικίας από 20 έως 64 ετών

i = 3: άτομα ηλικίας από 65 ετών και άνω.

- Ο συντελεστής X (αριθμός μεταξύ 0 και 1) είναι η μείωση, όπως ορίζεται στην παράγραφο 4.

- Yi είναι το μέσο ετήσιο κόστος για τα άτομα της ηλικιακής ομάδας i, όπως ορίζεται στην παράγραφο 2.

- Zi είναι ο μέσος αριθμός ατόμων της ηλικιακής ομάδας i που πρέπει να ληφθούν υπόψη, όπως ορίζεται στην παράγραφο 3.

2. Το μέσο ετήσιο κόστος ανά άτομο (Yi) της ηλικιακής ομάδας i υπολογίζεται διαιρώντας τις ετήσιες δαπάνες που αναλογούν στο σύνολο των παροχών σε είδος οι οποίες έχουν χορηγηθεί από τους φορείς του κράτους μέλους πιστωτή σε όλα τα άτομα της σχετικής ηλικιακής ομάδας που υπάγονται στη νομοθεσία του και κατοικούν σε αυτό διά του μέσου ετήσιου αριθμού των ατόμων αυτής της ηλικιακής ομάδας. Στον υπολογισμό αυτό λαμβάνονται υπόψη οι δαπάνες στο πλαίσιο του συστήματος που αναφέρεται στο άρθρο 23.

3. Για κάθε κράτος μέλος που είναι υπεύθυνο για τη χορήγηση παροχών ο μέσος αριθμός ατόμων (Zi) της ηλικιακής ομάδας i είναι ίσος με τον αριθμό των ατόμων που υπάγονται στη νομοθεσία αυτού του κράτους μέλους και δικαιούνται για λογαριασμό του παροχές σε είδος από το κράτος μέλος πιστωτή.

Ο αριθμός των προσώπων που πρέπει να ληφθούν υπόψη καθορίζεται με τη βοήθεια μιας κατάστασης που τηρείται για το σκοπό αυτό από το φορέα του τόπου κατοικίας, βάσει των δικαιολογητικών περί των δικαιωμάτων των ενδιαφερομένων τα οποία παρέχονται από τον αρμόδιο φορέα.

4. Η μείωση που εφαρμόζεται στο κατ’ αποκοπή ποσό είναι κατ’ αρχήν 15% (X = 0,15). Η μείωση αυτή είναι 20% (X = 0,20) όταν το αρμόδιο κράτος μέλος αναφέρεται στο παράρτημα IV του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 883/2004 .

5. Η διοικητική επιτροπή καθορίζει τις μεθόδους και τις λεπτομέρειες προσδιορισμού των στοιχείων υπολογισμού του κατ’ αποκοπή ποσού που αναφέρονται στις προηγούμενες παραγράφους.

Άρθρο 64Κοινοποίηση του μέσου ετήσιου κόστους

Το ποσό του μέσου ετήσιου κόστους ανά άτομο σε κάθε ηλικιακή ομάδα σχετικά με ένα συγκεκριμένο έτος διαβιβάζεται στην επιτροπή λογαριασμών το αργότερο στις 30 Ιουνίου του δεύτερου έτους που ακολουθεί το εν λόγω έτος. Εάν δεν γίνει η διαβίβαση εντός της προθεσμίας, λαμβάνεται υπόψη το ποσό του μέσου ετήσιου κόστους ανά άτομο του προηγούμενου έτους.

Το μέσο ετήσιο κόστος δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης .

Τμήμα 3 – Κοινές διατάξεις

Άρθρο 65 Διαδικασία απόδοσης μεταξύ φορέων

Οι αποδόσεις μεταξύ των φορέων των κρατών μελών που προβλέπονται στα άρθρα 35 και 41 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 883/2004 πραγματοποιούνται μέσω του οργανισμού σύνδεσης.

Άρθρο 66 Προθεσμίες υποβολής και πληρωμής των απαιτήσεων

1. Οι απαιτήσεις βάσει των πραγματικών δαπανών πρέπει να υποβάλλονται το αργότερο έξι μήνες μετά τη λήξη του ημερολογιακού εξαμήνου κατά τη διάρκεια του οποίου χορηγήθηκαν οι παροχές.

2. Οι απαιτήσεις βάσει των κατ’ αποκοπή ποσών για ένα ημερολογιακό έτος πρέπει να υποβάλλονται εντός των έξι μηνών που ακολουθούν το μήνα κατά τη διάρκεια του οποίου δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης το μέσο κόστος για το σχετικό έτος.

3. Οι απαιτήσεις που υποβάλλονται μετά τις αναφερόμενες στις παραγράφους 1 και 2 προθεσμίες δεν λαμβάνονται υπόψη.

4. Οι απαιτήσεις επαληθεύονται και καταβάλλονται από το φορέα που οφείλει τις παροχές πριν από τη λήξη περιόδου έξι μηνών μετά τη λήξη του ημερολογιακού εξαμήνου κατά τη διάρκεια του οποίου υποβλήθηκαν. Εφόσον συντρέχει περίπτωση, ο φορέας που οφείλει τις παροχές ανακοινώνει στο φορέα πιστωτή, πριν από τη λήξη αυτής της περιόδου των έξι μηνών, την απόφασή του να απορρίψει ορισμένες δαπάνες.

5. Οι διαφορές σχετικά με τη φύση και το ποσό μιας απαίτησης πρέπει να ρυθμίζονται το αργότερο ένα έτος μετά τη λήξη του ημερολογιακού εξαμήνου κατά τη διάρκεια του οποίου υποβλήθηκε η απαίτηση. Μετά την προθεσμία αυτή, η σχετική απαίτηση θεωρείται πληρωτέα.

Άρθρο 67Τόκοι υπερημερίας

1. Μετά τη λήξη της περιόδου των έξι μηνών που αναφέρεται στο άρθρο 66 παράγραφος 4, οι απαιτήσεις που δεν πληρώθηκαν αυξάνονται με την προσθήκη του σχετικού τόκου. Ο τόκος αυτός υπολογίζεται με βάση το επιτόκιο αναφοράς που εφαρμόζεται από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα στις κύριες πράξεις αναχρηματοδότησης. Εφαρμόζεται το επιτόκιο αναφοράς που ισχύει την πρώτη ημέρα του μηνός κατά τον οποίο η πληρωμή καθίσταται ληξιπρόθεσμη. Το επιτόκιο αυτό προσαυξάνεται κατά δύο εκατοστιαίες μονάδες από την ημερομηνία της λήξης της περιόδου του ενός έτους που αναφέρεται στο άρθρο 66 παράγραφος 5.

2. Η διοικητική επιτροπή καθορίζει τη μέθοδο και τη βάση υπολογισμού των τόκων.

Άρθρο 68Κατάρτιση ετήσιων λογαριασμών

1. Η διοικητική επιτροπή καταρτίζει την κατάσταση των απαιτήσεων για κάθε ημερολογιακό έτος σύμφωνα με το άρθρο 72 στοιχείο ζ) του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 883/2004, με βάση την έκθεση της επιτροπής λογαριασμών. Για το σκοπό αυτό, οι οργανισμοί σύνδεσης κοινοποιούν στην επιτροπή λογαριασμών, εντός των καθορισμένων προθεσμιών και σύμφωνα με τον τρόπο που καθορίζει η ίδια, αφενός, το ποσό των απαιτήσεων που έχουν υποβληθεί, εξοφληθεί ή για τις οποίες υπάρχουν διαφορές (πιστωτική θέση) και, αφετέρου, το ποσό των απαιτήσεων που έχουν ληφθεί, εξοφληθεί ή για τις οποίες υπάρχουν διαφορές (χρεωστική θέση).

2. Η διοικητική επιτροπή δύναται να προβεί σε κάθε εξακρίβωση χρήσιμη για τον έλεγχο των στατιστικών και λογιστικών δεδομένων τα οποία χρησιμοποιούνται για την κατάρτιση της ετήσιας κατάστασης των απαιτήσεων που προβλέπεται στην παράγραφο 1, κυρίως για να βεβαιωθεί ότι είναι σύμφωνα με τους κανόνες που καθορίζονται στον παρόντα τίτλο.

Κεφάλαιο II – Απόδοση των παροχών ανεργίας δυνάμει του άρθρου 65 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 883/2004

Άρθρο 69 Απόδοση παροχών ανεργίας

Σε περίπτωση που δεν υπάρχει η συμφωνία που αναφέρεται στο άρθρο 65 παράγραφος 8 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 883/2004, ο φορέας του τόπου κατοικίας απευθύνει στο φορέα του κράτους μέλους στη νομοθεσία του οποίου έχει υπαχθεί για τελευταία φορά ο δικαιούχος την αίτηση απόδοσης των παροχών ανεργίας σύμφωνα με το άρθρο 65 παράγραφοι 6 και 7 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 883/2004, εντός προθεσμίας έξι μηνών από την ημερομηνία της τελευταίας πληρωμής των παροχών ανεργίας των οποίων η απόδοση ζητείται. Η αίτηση αναφέρει το ποσό των παροχών που καταβλήθηκαν κατά τη διάρκεια των περιόδων των τριών ή πέντε μηνών οι οποίες αναφέρονται στις παραγράφους 6 ή 7 του άρθρου 65 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 883/2004, την περίοδο για την οποία χορηγήθηκαν οι παροχές αυτές και τα στοιχεία ταυτοποίησης του ανέργου.

Όταν τα εν λόγω ποσά αποτελούν αντικείμενο συζήτησης μεταξύ των σχετικών φορέων, οι διατάξεις του άρθρου 66 παράγραφοι 4 και 5 του παρόντος κανονισμού εφαρμόζονται mutatis mutandis.

Κεφάλαιο III - Ανάκτηση παροχών που έχουν εισπραχθεί αχρεωστήτως, ανάκτηση των προσωρινών πληρωμών, συμψηφισμό, βοήθεια στον τομέα της είσπραξης.

Τμήμα 1 - Αρχές

Άρθρο 70

1. Για την εφαρμογή του άρθρου 84 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 883/2004 και στο πλαίσιο που ορίζει αυτό, κάθε φορά που αυτό είναι δυνατό, η είσπραξη των απαιτήσεων πραγματοποιείται κατά προτεραιότητα μέσω συμψηφισμού τόσο ανάμεσα στους φορείς πιστωτές, που καλούνται στο εξής «αιτούσες αρχές», και τους οφειλέτες φορείς, που καλούνται στο εξής «αρχές στις οποίες υποβάλλεται η αίτηση», όσο και έναντι του ασφαλισμένου σύμφωνα με τα άρθρα 71 και 72 του παρόντος κανονισμού.

Στην περίπτωση κατά την οποία όλες ή μέρος των απαιτήσεων δεν καταστεί δυνατόν να εισπραχθούν μέσω του συμψηφισμού που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο, τα ποσά που εξακολουθεί να οφείλει ο δικαιούχος εισπράττονται δυνάμει των άρθρων 73 έως 82.

2. Για όλες τις αιτήσεις προς τον οργανισμό σύνδεσης θεωρείται αυτός ως η αρχή στην οποία υποβάλλεται η αίτηση.

Τμήμα 2 - Συμψηφισμός

Άρθρο 71 Παροχές σε χρήμα που έχουν χορηγηθεί αχρεωστήτως ή εισπραχθεί αχρεωστήτως

1. Εάν ο φορέας ενός κράτους μέλους κατέβαλε σε δικαιούχο παροχών ποσό που υπερβαίνει το ποσό που δικαιούται, ο φορέας αυτός ζητεί, με τις προϋποθέσεις και τους περιορισμούς που προβλέπονται από τη νομοθεσία την οποία εφαρμόζει, από το φορέα κάθε άλλου κράτους μέλους ο οποίος οφείλει παροχές στον δικαιούχο αυτόν, να παρακρατήσει το ποσό που έχει πληρωθεί αχρεωστήτως από τα ποσά τα οποία αυτός οφείλει στον εν λόγω δικαιούχο. Ο τελευταίος αυτός φορέας προβαίνει στην παρακράτηση με τις προϋποθέσεις και τους περιορισμούς που προβλέπονται για τέτοιου είδους συμψηφισμό από τη νομοθεσία που εφαρμόζει σαν να επρόκειτο για ποσά αχρεωστήτως καταβληθέντα από τον ίδιο και μεταβιβάζει το παρακρατηθέν ποσό στο φορέα πιστωτή.

2. Σύμφωνα με το άρθρο 6, το αργότερο δύο μήνες μετά τον καθορισμό της εφαρμοστέας νομοθεσίας ή του αρμόδιου φορέα για την καταβολή των παροχών, ο φορέας ο οποίος κατέβαλε προσωρινά παροχές σε χρήμα καταρτίζει λογαριασμό του ποσού που οφείλει σε αυτόν ο αρμόδιος φορέας. Όταν έχουν καταβληθεί προσωρινές εισφορές από τον δικαιούχο και/ή τον εργοδότη του, τα ποσά αυτά λαμβάνονται υπόψη για τον καθορισμό του εν λόγω ποσού.

Ο αρμόδιος φορέας που οφείλει τις παροχές στον δικαιούχο παρακρατεί το ποσό που οφείλεται ως προσωρινή πληρωμή από τα ποσά που οφείλει στον ενδιαφερόμενο. Ο φορέας οφειλέτης προβαίνει στην παρακράτηση με τις προϋποθέσεις και τους περιορισμούς που προβλέπονται για τέτοιου είδους συμψηφισμό από τη νομοθεσία που εφαρμόζει και μεταβιβάζει αμέσως το παρακρατηθέν ποσό στον οργανισμό πιστωτή.

3. Όταν ένας ασφαλισμένος έλαβε παροχές κοινωνικής πρόνοιας κατά τη διάρκεια περιόδου κατά την οποία είχε δικαίωμα παροχών σύμφωνα με τη νομοθεσία ενός άλλου κράτους μέλους, ο οργανισμός ο οποίος κατέβαλε τις παροχές κοινωνικής πρόνοιας δύναται, αν διαθέτει παραδεκτό από το νόμο δικαίωμα αναγωγής ως προς τις παροχές που οφείλονται στο πρόσωπο αυτό, να ζητήσει από το φορέα κάθε άλλου κράτους μέλους ο οποίος οφείλει παροχές στο πρόσωπο αυτό να παρακρατήσει το ποσό που έχει δαπανηθεί για τις παροχές κοινωνικής πρόνοιας από τα ποσά τα οποία ο φορέας αυτός καταβάλλει στο εν λόγω πρόσωπο.

Η διάταξη αυτή εφαρμόζεται mutatis mutandis στο μέλος της οικογένειας ενός ασφαλισμένου το οποίο έλαβε παροχές κοινωνικής πρόνοιας στο έδαφος ενός κράτους μέλους κατά τη διάρκεια περιόδου κατά την οποία το εν λόγω πρόσωπο είχε δικαίωμα σε παροχές για το σχετικό μέλος της οικογένειας, δυνάμει της νομοθεσίας ενός άλλου κράτους μέλους.Ο φορέας πιστωτής διαβιβάζει το λογαριασμό του ποσού που οφείλεται σε αυτόν στο φορέα οφειλέτη. Ο φορέας οφειλέτης προβαίνει στην παρακράτηση με τις προϋποθέσεις και τους περιορισμούς που προβλέπονται για τέτοιου είδους συμψηφισμό από τη νομοθεσία που εφαρμόζει και μεταβιβάζει αμέσως το παρακρατηθέν ποσό στον οργανισμό πιστωτή.

4. Στις περιπτώσεις που αναφέρονται στις παραγράφους 2 και 3 ο αρμόδιος φορέας απευθύνει στον ενδιαφερόμενο κατάσταση των ποσών που εξακολουθούν να οφείλονται ή εισπράχθηκαν αχρεωστήτως σύμφωνα με τη νομοθεσία που εφαρμόζει.

Άρθρο 72Αχρεωστήτως καταβληθείσες ή εισπραχθείσες εισφορές

Σύμφωνα με το άρθρο 6, ο φορέας που εισέπραξε προσωρινές εισφορές από έναν ασφαλισμένο και/ή τον εργοδότη του επιστρέφει τα εν λόγω ποσά στα πρόσωπα που τα κατέβαλαν μόνο αφού ζητήσει πληροφορίες από τον αρμόδιο φορέα σχετικά με τα ποσά που οφείλονται σε αυτόν σύμφωνα με το άρθρο 6 παράγραφος 3.

Τμήμα 3 - Είσπραξη

Άρθρο 73 Αιτήσεις πληροφοριών

1. Ύστερα από αίτηση της αιτούσας αρχής, η αρχή στην οποία υποβάλλεται η αίτηση παρέχει τις πληροφορίες που είναι χρήσιμες στην αιτούσα αρχή για την είσπραξη μιας απαίτησης.

Για να αποκτήσει τις πληροφορίες αυτές, η αρχή στην οποία υποβάλλεται η αίτηση ασκεί τις εξουσίες που προβλέπονται από τις νομοθετικές, κανονιστικές ή διοικητικές διατάξεις που διέπουν την είσπραξη παρόμοιων απαιτήσεων οι οποίες γεννώνται στο κράτος μέλος όπου έχει την έδρα της.

2. Η αίτηση πληροφοριών αναφέρει το ονοματεπώνυμο, τη διεύθυνση και κάθε άλλη πληροφορία στην οποία έχει κανονικά πρόσβαση η αιτούσα αρχή σχετικά με το πρόσωπο για το οποίο ζητούνται πληροφορίες καθώς και η φύση και το ποσό της απαίτησης την οποία αφορά η αίτηση.

3. Η αρχή στην οποία υποβάλλεται η αίτηση δεν υποχρεούται να διαβιβάσει πληροφορίες που δεν είναι σε θέση να αποκτήσει για την είσπραξη παρόμοιων απαιτήσεων που γεννώνται στο κράτος μέλος όπου έχει την έδρα της.

4. Η αρχή στην οποία υποβάλλεται η αίτηση ενημερώνει την αιτούσα αρχή για τους λόγους στους οποίους οφείλεται η άρνησή της για παροχή πληροφοριών.

Άρθρο 74Κοινοποίηση

1. Ύστερα από αίτηση της αιτούσας αρχής, η αρχή στην οποία υποβάλλεται η αίτηση κοινοποιεί στον παραλήπτη, σύμφωνα με τους ισχύοντες κανόνες δικαίου για την κοινοποίηση αντίστοιχων πράξεων στο κράτος μέλος όπου έχει την έδρα της, όλες τις πράξεις και αποφάσεις που έχουν ληφθεί, συμπεριλαμβανομένων των δικαστικών αποφάσεων, σχετικά με μια απαίτηση ή την είσπραξή της, η οποία προέρχεται από το κράτος μέλος της αιτούσας αρχής.

2. Η αίτηση κοινοποίησης αναφέρει το ονοματεπώνυμο, τη διεύθυνση και κάθε άλλη πληροφορία στην οποία έχει κανονικά πρόσβαση η αιτούσα αρχή σχετικά με τον παραλήπτη, τη φύση και το αντικείμενο της πράξης ή της απόφασης που θα κοινοποιηθεί και, όταν συντρέχει περίπτωση, το ονοματεπώνυμο, τη διεύθυνση και κάθε άλλη πληροφορία στην οποία έχει κανονικά πρόσβαση η αιτούσα αρχή σχετικά με τον οφειλέτη και την απαίτηση που αναφέρεται στην πράξη ή την απόφαση, καθώς και κάθε άλλη χρήσιμη πληροφορία.

3. Η αρχή στην οποία υποβάλλεται η αίτηση ενημερώνει αμέσως την αιτούσα αρχή για τη συνέχεια που δίνεται στην αίτηση κοινοποίησης και ειδικότερα για την ημερομηνία κατά την οποία η απόφαση ή η πράξη διαβιβάστηκαν στον παραλήπτη.

Άρθρο 75Αίτηση είσπραξης

1. Η αίτηση είσπραξης εισφορών ή η αίτηση ανάκτησης παροχών που έχουν χορηγηθεί αχρεωστήτως ή εισπραχθεί αχρεωστήτως, την οποία η αιτούσα αρχή υποβάλλει στην αρχή στην οποία απευθύνεται η αίτηση, πρέπει να συνοδεύεται από επίσημο ή επικυρωμένο αντίγραφο του τίτλου που επιτρέπει την εκτέλεσή της, ο οποίος εκδόθηκε στο κράτος μέλος στο οποίο η αιτούσα αρχή έχει την έδρα της, και, ενδεχομένως, από το πρωτότυπο ή από επικυρωμένο αντίγραφο άλλων εγγράφων που είναι αναγκαία για την είσπραξη.

2. Η αιτούσα αρχή δύναται να υποβάλει αίτηση είσπραξης μόνον:

α) εάν η απαίτηση ή ο τίτλος που επιτρέπει την εκτέλεσή της δεν αμφισβητείται στο κράτος μέλος όπου έχει την έδρα της, εκτός από την περίπτωση που εφαρμόζεται το άρθρο 78 παράγραφος 2 δεύτερο εδάφιο·

β) αν έχει κινήσει, στο κράτος μέλος όπου έχει την έδρα της, τις δέουσες διαδικασίες είσπραξης, οι οποίες μπορούν να εφαρμοστούν βάσει του τίτλου ο οποίος αναφέρεται στην παράγραφο 1, τα δε ληφθέντα μέτρα δεν καταλήξουν στην ολική πληρωμή της απαίτησης.

3. Η αίτηση είσπραξης αναφέρει:

α) το όνομα, τη διεύθυνση και κάθε άλλο στοιχείο χρήσιμο για τον προσδιορισμό της ταυτότητας του προσώπου που αφορά ή/και του τρίτου κατόχου των περιουσιακών στοιχείων του·

β) κάθε στοιχείο χρήσιμο για τον προσδιορισμό της αιτούσας αρχής·

γ) τον τίτλο που επιτρέπει την εκτέλεση της απαίτησης και ο οποίος έχει εκδοθεί στο κράτος μέλος όπου έχει την έδρα της η αιτούσα αρχή·

δ) τη φύση και το ποσό της απαίτησης, συμπεριλαμβανομένων του κεφαλαίου και των τόκων, καθώς και κάθε άλλων οφειλομένων κυρώσεων, προστίμων και εξόδων, εκφρασμένο στο νόμισμα των κρατών μελών όπου έχουν την έδρα τους οι δύο αρχές·

ε) την ημερομηνία κοινοποίησης του τίτλου στον αποδέκτη από την αιτούσα αρχή ή/και από την αρχή στην οποία υποβάλλεται η αίτηση·

στ) την ημερομηνία από την οποία και την περίοδο κατά την οποία είναι δυνατή η εκτέλεση βάσει της νομοθεσίας που ισχύει στο κράτος μέλος όπου έχει την έδρα της η αιτούσα αρχή·

ζ) κάθε άλλη χρήσιμη πληροφορία.

4. Η αίτηση είσπραξης περιέχει επιπλέον δήλωση της αιτούσας αρχής που βεβαιώνει ότι πληρούνται οι όροι που προβλέπονται στην παράγραφο 2.

5. Η αιτούσα αρχή γνωστοποιεί στην αρχή στην οποία υποβάλλεται η αίτηση, μόλις περιέλθουν εις γνώση της, κάθε χρήσιμη πληροφορία για την υπόθεση που ήταν η βάση της αίτησης είσπραξης.

Άρθρο 76Ο εκτελεστός τίτλος που επιτρέπει την είσπραξη της απαίτησης

1. Ο εκτελεστός τίτλος που επιτρέπει την είσπραξη της απαίτησης αναγνωρίζεται αμέσως και αντιμετωπίζεται αυτομάτως ως πράξη που επιτρέπει την εκτέλεση απαίτησης της αρχής στην οποία υποβάλλεται η αίτηση.

2. Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 1, ο εκτελεστός τίτλος που επιτρέπει την είσπραξη της απαίτησης μπορεί, κατά περίπτωση και σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν στο κράτος μέλος που έχει την έδρα της η αρχή στην οποία υποβάλλεται η αίτηση, να γίνει δεκτός ως τίτλος εκτελεστός, να αναγνωριστεί ως τίτλος εκτελεστός, να συμπληρωθεί με τίτλο εκτελεστό ή να αντικατασταθεί από τίτλο εκτελεστό στο έδαφος του εν λόγω κράτους μέλους.

Εντός τριών μηνών από την ημερομηνία παραλαβής της αίτησης προς είσπραξη, οι αρμόδιες αρχές προσπαθούν να ολοκληρώσουν την αποδοχή, αναγνώριση, συμπλήρωση ή αντικατάσταση, εκτός των περιπτώσεων κατά τις οποίες εφαρμόζονται οι διατάξεις του τρίτου εδαφίου. Η αποδοχή, αναγνώριση, συμπλήρωση ή αντικατάσταση δεν είναι δυνατόν να τύχουν αρνητικής αντιμετώπισης εάν ο τίτλος έχει καταρτιστεί ορθά. Η αρχή στην οποία υποβάλλεται η αίτηση ενημερώνει την αιτούσα αρχή για τους λόγους που δικαιολογούν την ενδεχόμενη υπέρβαση του τριμήνου.

Εάν οποιαδήποτε από αυτές τις διατυπώσεις προκαλέσει αμφισβήτηση της απαίτησης ή/και του εκτελεστού τίτλου που επιτρέπει την είσπραξη και τον οποίο εξέδωσε η αιτούσα αρχή, εφαρμόζεται το άρθρο 78.

Άρθρο 77 Λεπτομέρειες και προθεσμίες πληρωμής

1. Η είσπραξη των απαιτήσεων πραγματοποιείται στο νόμισμα του κράτους μέλους όπου έχει την έδρα της η αρχή στην οποία υποβάλλεται η αίτηση. Η αρχή στην οποία υποβάλλεται η αίτηση μεταβιβάζει στην αιτούσα αρχή το πλήρες ποσό της απαίτησης που εισέπραξε.

2. Η αρχή στην οποία υποβάλλεται η αίτηση δύναται, εάν οι νόμοι, οι κανονισμοί και οι διοικητικές πρακτικές που ισχύουν στο κράτος μέλος όπου έχει την έδρα της το επιτρέπουν, και κατόπιν διαβούλευσης με την αιτούσα αρχή, να παρέχει στον οφειλέτη προθεσμία πληρωμής ή να επιτρέπει πληρωμή σε δόσεις. Οι τόκοι που εισπράττονται από την αρχή στην οποία υποβάλλεται η αίτηση, λόγω αυτής της προθεσμίας πληρωμής, μεταβιβάζει επίσης στο κράτος μέλος όπου η αιτούσα αρχή έχει την έδρα της.

Από την ημερομηνία κατά την οποία ο τίτλος που επιτρέπει την εκτέλεση της είσπραξης της απαίτησης αναγνωρίστηκε αμέσως ή έγινε αποδεκτός, αναγνωρίστηκε, συμπληρώθηκε ή αντικαταστάθηκε σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 76, εισπράττονται τόκοι για εκπρόθεσμη καταβολή δυνάμει των νόμων, των κανονισμών και των διοικητικών πρακτικών που ισχύουν στο κράτος μέλος όπου έχει την έδρα της η αρχή στην οποία υποβάλλεται η αίτηση οι οποίοι επίσης μεταβιβάζονται στην αιτούσα αρχή.

Άρθρο 78 Αμφισβήτηση της απαίτησης ή του τίτλου που επιτρέπει την εκτέλεση της είσπραξης

1. Εάν κατά τη διάρκεια της διαδικασίας είσπραξης η απαίτηση ή/και ο τίτλος που επιτρέπει την εκτέλεσή της και που εκδόθηκε στη χώρα όπου η αιτούσα αρχή έχει την έδρα της αμφισβητούνται από τον ενδιαφερόμενο, η αγωγή ασκείται από αυτόν ενώπιον του αρμόδιου οργάνου του κράτους μέλους όπου η αιτούσα αρχή έχει την έδρα της, σύμφωνα με τη νομοθεσία που ισχύει σε αυτό. Η αγωγή αυτή πρέπει να κοινοποιηθεί στην αιτούσα αρχή από την αρχή στην οποία υποβάλλεται η αίτηση. Η αγωγή αυτή μπορεί επίσης να κοινοποιηθεί από τον ενδιαφερόμενο στην αρχή στην οποία υποβάλλεται η αίτηση.

2. Μόλις γίνει στην αρχή στην οποία υποβάλλεται η αίτηση η κοινοποίηση που προβλέπεται στην παράγραφο 1, είτε από την αιτούσα αρχή είτε από τον ενδιαφερόμενο, αυτή αναστέλλει τη διαδικασία εκτέλεσης έως ότου εκδοθεί η απόφαση του αρμόδιου καθ' ύλη οργάνου, εκτός εάν η αιτούσα αρχή ζητήσει το αντίθετο, σύμφωνα με το δεύτερο εδάφιο. Εάν το κρίνει αναγκαίο, δύναται να λάβει συντηρητικά μέτρα για να εγγυηθεί την είσπραξη εφόσον οι νομοθετικές ή κανονιστικές διατάξεις που ισχύουν στο κράτος μέλος όπου έχει την έδρα της το επιτρέπουν για παρόμοιες απαιτήσεις.

Κατά παρέκκλιση από το πρώτο εδάφιο, η αιτούσα αρχή δύναται, δυνάμει των νόμων, των κανονισμών και των διοικητικών πρακτικών του κράτους μέλους όπου έχει την έδρα της, να ζητήσει από την αρχή στην οποία υποβάλλεται η αίτηση να εισπράξει αμφισβητούμενη απαίτηση, εφόσον οι νόμοι, οι κανονισμοί και οι διοικητικές πρακτικές που ισχύουν στο κράτος μέλος όπου έχει την έδρα της η αρχή στην οποία υποβάλλεται η αίτηση το επιτρέπουν. Εάν η έκβαση της αμφισβήτησης αποβεί ευνοϊκή για τον οφειλέτη, η αιτούσα αρχή υποχρεούται να επιστρέψει κάθε εισπραχθέν ποσό, προσαυξημένο κατά την τυχόν οφειλόμενη αποζημίωση, σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία του κράτους μέλους όπου έχει την έδρα της η αρχή στην οποία υποβάλλεται η αίτηση.

3. Όταν η αμφισβήτηση αφορά μέτρα εκτέλεσης που ελήφθησαν στο κράτος μέλος όπου έχει την έδρα της η αρχή στην οποία υποβάλλεται η αίτηση, η αγωγή ασκείται ενώπιον του αρμόδιου οργάνου αυτού του κράτους μέλους, σύμφωνα με τις νομοθετικές και κανονιστικές διατάξεις που ισχύουν σε αυτό.

4. Όταν το αρμόδιο όργανο ενώπιον του οποίου ασκείται η αγωγή, σύμφωνα με την παράγραφο 1, είναι πολιτικό ή διοικητικό δικαστήριο, η απόφαση του δικαστηρίου αυτού, εφόσον είναι ευνοϊκή για την αιτούσα αρχή και επιτρέπει την είσπραξη της απαίτησης στο κράτος μέλος όπου η αιτούσα αρχή έχει την έδρα της, αποτελεί τον «τίτλο που επιτρέπει την εκτέλεση» και η είσπραξη της απαίτησης διενεργείται με βάση αυτή την απόφαση.

Άρθρο 79Περιορισμοί όσον αφορά τη συνδρομή

1. Η αρμόδια αρχή δεν υποχρεούται:

α) να παρέχει τη συνδρομή που προβλέπεται στα άρθρα 73 έως 78 εάν η είσπραξη της απαίτησης μπορεί, λόγω της κατάστασης του οφειλέτη, να προκαλέσει σοβαρές οικονομικές ή κοινωνικές δυσκολίες στο κράτος μέλος όπου έχει την έδρα της, εφόσον οι νόμοι ή κανονισμοί και οι διοικητικές πρακτικές που ισχύουν στο κράτος μέλος όπου έχει την έδρα της η αρχή στην οποία υποβάλλεται η αίτηση επιτρέπουν ένα τέτοιο μέτρο στην περίπτωση ανάλογων εγχώριων απαιτήσεων·

β) να παρέχει τη συνδρομή που προβλέπεται στα άρθρα 73 έως 78, όταν η αρχική αίτηση σύμφωνα με τα άρθρα 73 έως 75 αφορά απαιτήσεις άνω των πέντε ετών, από την κατάρτιση του εκτελεστού τίτλου που επιτρέπει την είσπραξη σύμφωνα με τις νομοθετικές και τις κανονιστικές διατάξεις ή τις διοικητικές πρακτικές που ισχύουν στο κράτος μέλος όπου έχει την έδρα της η αιτούσα αρχή, έως την ημερομηνία της αίτησης. Ωστόσο, εάν αμφισβητηθεί η απαίτηση ή ο τίτλος, η προθεσμία αρχίζει από τη στιγμή κατά την οποία η αιτούσα χώρα αποδεικνύει ότι η απαίτηση ή ο εκτελεστός τίτλος που επιτρέπει την είσπραξη δεν μπορεί πλέον να αμφισβητηθεί.

Άρθρο 80 Συντηρητικά μέτρα

Ύστερα από αιτιολογημένη αίτηση της αιτούσας αρχής, η αρχή στην οποία υποβάλλεται η αίτηση δύναται να λάβει συντηρητικά μέτρα για να εγγυηθεί την είσπραξη μιας απαίτησης, εφόσον οι νομοθετικές ή κανονιστικές διατάξεις που ισχύουν στο κράτος μέλος όπου έχει την έδρα της το επιτρέπουν.

Για την εφαρμογή του πρώτου εδαφίου, οι διατάξεις και διαδικασίες που αναφέρονται στα άρθρα 73 έως 75 και 77 εφαρμόζονται mutatis mutandis.

Άρθρο 81 Έξοδα

1. Δεν απαιτούνται έξοδα εκτέλεσης όταν η απαίτηση εισπράττεται με τη μέθοδο του συμψηφισμού που αναφέρεται στα άρθρα 71 και 72.

2. Η αρχή στην οποία υποβάλλεται η αίτηση εισπράττει επίσης από τον ενδιαφερόμενο όλα τα έξοδα που συνδέονται με την είσπραξη σύμφωνα με τα άρθρα 73 έως 77 και 81 και διατηρεί το αντίστοιχο ποσό, σύμφωνα με τις νομοθετικές και κανονιστικές διατάξεις του κράτους μέλους στο οποίο έχει την έδρα της, οι οποίες εφαρμόζονται σε ανάλογες απαιτήσεις.

3. Τα κράτη μέλη παραιτούνται αμοιβαία από οποιαδήποτε επιστροφή εξόδων που προκύπτουν από την αμοιβαία συνδρομή κατ’ εφαρμογή των κανόνων του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 883/2004 ή του παρόντος κανονισμού.

4. Κατά τις εισπράξεις που παρουσιάζουν ιδιαίτερη δυσκολία και συνεπάγονται πολύ υψηλό ποσό εξόδων, οι αιτούσες αρχές και οι αρχές στις οποίες υποβάλλεται η αίτηση μπορούν να συμφωνήσουν ειδικές λεπτομέρειες επιστροφής για τις συγκεκριμένες περιπτώσεις.

5. Η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους της αιτούσας αρχής παραμένει υπεύθυνη, έναντι της αρμόδιας αρχής του κράτους μέλους όπου έχει την έδρα της η αρχή στην οποία υποβάλλεται η αίτηση, για τα έξοδα και τις ζημίες που ενδεχομένως υφίσταται κατόπιν αγωγών που κρίθηκαν αβάσιμες είτε ως προς την ύπαρξη της απαίτησης είτε ως προς το κύρος του τίτλου που εκδόθηκε από την αιτούσα αρχή.

Τίτλος V – Διάφορες διατάξεις, μεταβατικές και τελικές διατάξεις

Άρθρο 82 Διοικητικός και ιατρικός έλεγχος

1. Με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 27, όταν ένας δικαιούχος παροχών που αναφέρονται στα κεφάλαια I, II και IV του τίτλου III διαμένει ή κατοικεί στο έδαφος κράτους μέλους άλλου από εκείνο στο οποίο ευρίσκεται ο φορέας οφειλέτης, ο ιατρικός έλεγχος πραγματοποιείται, ύστερα από αίτηση του φορέα αυτού, από το φορέα του τόπου διαμονής ή κατοικίας του δικαιούχου με τον τρόπο που προβλέπεται από τη νομοθεσία που εφαρμόζει ο τελευταίος αυτός φορέας. Στην περίπτωση αυτή, ο φορέας οφειλέτης δεσμεύεται από τις διαπιστώσεις του φορέα του τόπου διαμονής ή κατοικίας. Εάν ο φορέας του τόπου διαμονής ή κατοικίας καλείται, δυνάμει του άρθρου 82 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 883/2004, να προβεί σε ιατρική γνωμάτευση, ενεργεί σύμφωνα με τις διατυπώσεις που προβλέπονται από τη νομοθεσία την οποία εφαρμόζει. Ελλείψει τέτοιων διατυπώσεων, ο εν λόγω φορέας απευθύνεται στο φορέα οφειλέτη για να πληροφορηθεί τις διατυπώσεις που πρέπει να τηρήσει.Ο φορέας οφειλέτης διατηρεί επίσης το δικαίωμα να προβεί σε εξέταση του δικαιούχου από ιατρό της επιλογής του. Εντούτοις, ο δικαιούχος μπορεί να κληθεί να μεταβεί στο κράτος μέλος όπου έχει την έδρα του ο φορέας οφειλέτης μόνον εφόσον είναι σε θέση να μετακινηθεί χωρίς αυτό να βλάψει την υγεία του και τα έξοδα ταξιδιού και διαμονής αναληφθούν από τον φορέα οφειλέτη.

2. Όταν ένας δικαιούχος παροχών που αναφέρονται στα κεφάλαια I, II και IV του τίτλου III διαμένει ή κατοικεί στο έδαφος κράτους μέλους άλλου από εκείνο στο οποίο ευρίσκεται ο φορέας οφειλέτης, ο διοικητικός έλεγχος διενεργείται, ύστερα από αίτηση του φορέα αυτού, από το φορέα του τόπου διαμονής ή κατοικίας του δικαιούχου. Ο φορέας οφειλέτης ανακοινώνει στο φορέα του τόπου διαμονής ή κατοικίας τα σημεία τα οποία πρέπει να αφορά ο διοικητικός έλεγχος. Σε διαφορετική περίπτωση, ο φορέας του τόπου διαμονής ή κατοικίας προβαίνει στον έλεγχο με τον τρόπο που προβλέπεται στη νομοθεσία του.Ο φορέας του τόπου διαμονής ή κατοικίας υποχρεούται να υποβάλει έκθεση στο φορέα οφειλέτη που ζήτησε τον έλεγχο.

Άρθρο 83Κοινοποιήσεις

1. Τα κράτη μέλη κοινοποιούν στην Επιτροπή τα στοιχεία των αρχών οι οποίες αναφέρονται στο άρθρο 1 στοιχεία ιβ), ιστ) και ιζ) του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 883/2004 και στο άρθρο 1 στοιχεία α) και β) του παρόντος κανονισμού, καθώς και των αρχών που έχουν οριστεί και αναφέρονται στον τίτλο II του παρόντος κανονισμού.

2. Οι αρχές οι οποίες αναφέρονται στην παράγραφο 1 πρέπει να διαθέτουν ηλεκτρονική ταυτότητα με τη μορφή κωδικού ταυτοποίησης και ηλεκτρονικής διεύθυνσης.

3. Η διοικητική επιτροπή ορίζει τον τρόπο, καθώς και τον κοινό μορφότυπο και το υπόδειγμα, των κοινοποιήσεων των στοιχείων που αναφέρονται στην παράγραφο 1.

4. Το παράρτημα 4 του παρόντος κανονισμού ορίζει τη βάση δεδομένων στην οποία έχει πρόσβαση το κοινό και η οποία συγκεντρώνει τις πληροφορίες που αναφέρονται στην παράγραφο 1.

5. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν τη συνεχή επικαιροποίηση των πληροφοριών που αναφέρονται στην παράγραφο 1.

Άρθρο 84Έγγραφα

1. Τα υποδείγματα, οι μορφές και τα μορφότυπα των εγγράφων που απαιτούνται για την εφαρμογή του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 883/2004 και του παρόντος κανονισμού καθορίζονται από τη διοικητική επιτροπή σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 4.Οι αρμόδιες αρχές τα θέτουν στη διάθεση των προσώπων που καλύπτει ο παρών κανονισμός.

2. Στις μεταξύ τους σχέσεις οι αρμόδιες αρχές ή οι φορείς δύο ή περισσότερων κρατών μελών μπορούν να συμφωνήσουν απλοποιημένα έγγραφα ή ανταλλαγές συνοπτικών δεδομένων. Οι συμφωνίες αυτές γνωστοποιούνται στη διοικητική επιτροπή.

Άρθρο 85Πληροφόρηση

1. Η διοικητική επιτροπή προετοιμάζει τις απαιτούμενες πληροφορίες για να πληροφορήσει τους ενδιαφερομένους για τα δικαιώματά τους καθώς και για τις διοικητικές διατυπώσεις που πρέπει να τηρούνται για τη διεκδίκηση των δικαιωμάτων αυτών. Η διάδοση των πληροφοριών εξασφαλίζεται κατά προτίμηση μέσω του Διαδικτύου από δικτυακούς τόπους στους οποίους έχει πρόσβαση το κοινό. Η διοικητική επιτροπή ελέγχει την τακτική επικαιροποίησή τους.

2. Η συμβουλευτική επιτροπή που αναφέρεται στο άρθρο 75 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 883/2004 μπορεί να διατυπώνει γνώμες και συστάσεις για τη βελτίωση των πληροφοριών και της διάδοσής τους.

3. Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε να τίθενται στη διάθεση των προσώπων που καλύπτει ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 883/2004 οι απαιτούμενες πληροφορίες για να επισημανθούν σε αυτούς οι αλλαγές που επέφεραν ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 883/2004 και ο παρών κανονισμός και, συνεπώς, να μπορούν να ασκήσουν τα δικαιώματά τους.

4. Οι αρμόδιες αρχές μεριμνούν ώστε οι φορείς τους να είναι ενημερωμένοι και να εφαρμόζουν το σύνολο των κοινοτικών νομοθετικών και μη νομοθετικών διατάξεων, συμπεριλαμβανομένων των αποφάσεων της διοικητικής επιτροπής, στους τομείς του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 883/2004 και σύμφωνα με τους όρους που προβλέπει.

Άρθρο 86Μετατροπή νομισμάτων

Για την εφαρμογή των διατάξεων του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 883/2004 και του παρόντος κανονισμού, η ισοτιμία ανάμεσα σε δύο νομίσματα είναι η ισοτιμία αναφοράς που δημοσιεύεται από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα.

Άρθρο 87 Στατιστικές

Οι αρμόδιες αρχές καταρτίζουν και διαβιβάζουν τις στατιστικές για την εφαρμογή του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 883/2004 και του παρόντος κανονισμού στη Γραμματεία της διοικητικής επιτροπής. Τα δεδομένα αυτά συλλέγονται και οργανώνονται με βάση το σχέδιο και τη μέθοδο που ορίζονται από τη διοικητική επιτροπή. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εξασφαλίζει τη διάδοση των πληροφοριών αυτών.

Άρθρο 88Τροποποίηση παραρτημάτων

Τα παραρτήματα 1, 2, 3 και 4 του παρόντος κανονισμού καθώς και τα παραρτήματα I, VI, VII, VIII και IX, του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 883/2004 μπορούν να τροποποιηθούν με κανονισμό της Επιτροπής ύστερα από αίτηση του ή των ενδιαφερόμενων κρατών μελών ή των αρμόδιων αρχών τους και κατόπιν ομόφωνης συμφωνίας της διοικητικής επιτροπής.

Άρθρο 89 Μεταβατικές διατάξεις

Οι διατάξεις του άρθρου 87 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 883/2004 εφαρμόζονται στις καταστάσεις που καλύπτει ο παρών κανονισμός.

Άρθρο 90 Κατάργηση

1. Ο κανονισμός (ΕΟΚ) αριθ. 574/72 του Συμβουλίου καταργείται από την ημερομηνία εφαρμογής του παρόντος κανονισμού.Ωστόσο, ο κανονισμός (ΕΟΚ) αριθ. 574/72 παραμένει σε ισχύ και συνεχίζει να παράγει έννομα αποτελέσματα για τους σκοπούς:

α) του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 859/2003 του Συμβουλίου, της 14ης Μαΐου 2003, για την επέκταση των διατάξεων του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 1408/71 και του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 574/72 στους υπηκόους τρίτων χωρών οι οποίοι δεν καλύπτονται ήδη από τις διατάξεις αυτές μόνο λόγω της ιθαγένειάς τους[8], έως ότου καταργηθεί ή τροποποιηθεί ο εν λόγω κανονισμός·

β) του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 1661/85 του Συμβουλίου, της 13ης Ιουνίου 1985, για τις τεχνικές προσαρμογές της κοινοτικής νομοθεσίας σε θέματα κοινωνικής ασφάλισης των διακινούμενων εργαζομένων όσον αφορά τη Γροιλανδία[9], έως ότου καταργηθεί ή τροποποιηθεί ο εν λόγω κανονισμός·

γ) της συμφωνίας για τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο[10], της συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και των κρατών μελών της, αφενός, και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας, αφετέρου, για την ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων[11], καθώς και άλλων συμφωνιών που περιέχουν παραπομπή στον κανονισμό (ΕΟΚ) αριθ. 574/72, έως ότου οι εν λόγω συμφωνίες τροποποιηθούν, υπό το πρίσμα του παρόντος κανονισμού.

2. Στην οδηγία 98/49/ΕΚ του Συμβουλίου, της 29ης Ιουνίου 1998, σχετικά με την προστασία των δικαιωμάτων συμπληρωματικής συνταξιοδότησης των μισθωτών και των μη μισθωτών που μετακινούνται εντός της Κοινότητας[12] οι παραπομπές στον κανονισμό (ΕΟΚ) αριθ. 574/72 θεωρούνται ως παραπομπές στον παρόντα κανονισμό.

Άρθρο 91Τελικές διατάξεις

Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει έξι μήνες από την επομένη της δημοσίευσής του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης .

Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.

Βρυξέλλες, […]

Για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο Για το Συμβούλιο

Ο Πρόεδρος Ο Πρόεδρος

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ 1

Διατάξεις εφαρμογής διμερών συμβάσεων που παραμένουν σε ισχύ και νέες διατάξεις εφαρμογής διμερών συμβάσεων

(άρθρο 8 παράγραφος 1 και άρθρο 9 παράγραφος 2)

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ 2

Ειδικά συστήματα για δημοσίους υπαλλήλους

(άρθρα 31 και 41)

Α. Ειδικά συστήματα για δημοσίους υπαλλήλους στους οποίους δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις του τίτλου III κεφάλαιο 1 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 883/2004 που αφορούν παροχές σε είδος

1. Γερμανία

Versorgungssystem für Beamte (σύστημα ασφάλισης ασθένειας για δημοσίους υπαλλήλους)

2. Ισπανία

Mutualismo administrativo (ειδικό σύστημα για τους δημοσίους υπαλλήλους, τις ένοπλες δυνάμεις και τη δικαιοσύνη)

Β. Ειδικά συστήματα για δημοσίους υπαλλήλους στους οποίους δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις του τίτλου III κεφάλαιο 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 883/2004 που αφορούν παροχές σε είδος

1. Γερμανία

Unfallfürsorge für Beamte (σύστημα ασφάλισης ατυχημάτων για δημοσίους υπαλλήλους)

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ 3

Κράτη μέλη που επιστρέφουν τις δαπάνες των παροχών με βάση κατ’ αποκοπή ποσά

(άρθρο 62 παράγραφος 1)

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ 4

Αρμόδιες αρχές και φορείς, φορείς του τόπου κατοικίας και διαμονής, σημεία πρόσβασης, φορείς και οργανισμοί που έχουν οριστεί από τις αρμόδιες αρχές.

(άρθρο 84 παράγραφος 4)

[1] Κανονισμός του Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 29ης Απριλίου 2004 για το συντονισμό των συστημάτων κοινωνικής ασφάλειας, ΕΕ L 166 της 30.4.2004, διορθωτικό στηνΕΕ L 200 της 7.6.2004.

[2] ΕΕ L 166 της 30.4.2004, σ. 1, διορθωτικό στην ΕΕ L 200 της 7.6.2004, σ. 1.

[3] ΕΕ C [ ... ] της [ ... ], σ. [ ... ].

[4] ΕΕ C [ ... ] της [ ... ], σ. [ ... ].

[5] ΕΕ C [ ... ] της [ ... ], σ. [ ... ].

[6] ΕΕ L 73 της 19.3.1976, σ. 18. Οδηγία όπως τροποποιήθηκε την τελευταία φορά από την οδηγία 2001/44/ΕΚ του Συμβουλίου της 15ης Ιουνίου 2001, ΕΕ L 175 της 28.6.2001 σ. 7.

[7] ΕΕ L 74 της 27.3.1972, σ. 1. Κανονισμός όπως τροποποιήθηκε την τελευταία φορά από τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 647/2005, ΕΕ L 28 της 30.1.1997 .

[8] ΕΕ L 124 της 20.5.2003, σ. 1.

[9] ΕΕ L 160 της 20.6.1985, σ. 7.

[10] ΕΕ L 1 της 31.1.1994, σ. 1.

[11] ΕΕ L 114 της 30.4.2002, σ. 6. Συμφωνία που τροποποιήθηκε την τελευταία φορά με την απόφαση αριθ. 2 της Μικτής Επιτροπής ΕΕ-Ελβετίας (ΕΕ L 187 της 26.7.2003, σ. 55).

[12] ΕΕ L 209 της 25.7.1998, σ. 46.