Έκθεση τησ Επιτροπησ Πέμπτη έκθεση της Επιτροπής σχετικά με τη λειτουργία του συστήματος ελέγχου των παραδοσιακών ιδίων πόρων (2003-2005). (άρθρο 18, παράγραφος 5 του κανονισμού [ΕΚ, ΕΥΡΑΤΟΜ] αριθ. 1150/2000 του Συμβουλίου της 22ας Μαΐου 2000) /* COM/2006/0874 τελικό */
[pic] | ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ | Βρυξέλλες, 9.1.2007 COM(2006) 874 τελικό ΕΚΘΕΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ Πέμπτη έκθεση της Επιτροπής σχετικά με τη λειτουργία του συστήματος ελέγχου των παραδοσιακών ιδίων πόρων (2003-2005). (άρθρο 18, παράγραφος 5 του κανονισμού [ΕΚ, ΕΥΡΑΤΟΜ] αριθ. 1150/2000 του Συμβουλίου της 22ας Μαΐου 2000) 1. Εισαγωγή | Ανά τριετία συντάσσεται έκθεση προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο σχετικά με τη λειτουργία του συστήματος ελέγχου των παραδοσιακών ίδιων πόρων (στο εξής ΠΙΠ)[1]. Τα κανονιστικά κείμενα στα οποία στηρίζεται ο έλεγχος του συστήματος των ΠΙΠ είναι η απόφαση 2000/597/CE, EURATOM του Συμβουλίου της 29ης Σεπτεμβρίου 2000[2], ο κανονισμός αριθ. 1150/2000 του Συμβουλίου της 22ας Μαΐου 2000[3] και ο κανονισμός αριθ. 1026/1999 του Συμβουλίου της 10ης Μαΐου 1999[4]. Η παρούσα έκθεση αποτελεί την πέμπτη έκθεση επί του θέματος[5]. Περιγράφει και αναλύει τη λειτουργία του συστήματος ελέγχου των ΠΙΠ για την περίοδο 2003-2005. Εξετάζει τους ελέγχους που διεξήγαγε η Επιτροπή κατά την περίοδο αναφοράς, αξιολογεί τις σχετικές δράσεις και συνάγει συμπεράσματα[6]. Η έκθεση αναφέρει επίσης τα μέτρα, κυρίως δημοσιονομικά, ένδικης προστασίας και κανονιστικά που λήφθηκαν συνεπεία των ελέγχων. Τέλος, η έκθεση αναφέρεται στα αποτελέσματα άλλων δράσεων της Επιτροπής που αποβλέπουν στη βελτίωση της είσπραξης των πόρων και στην προετοιμασία των προσχωρουσών χωρών κατά την περίοδο αναφοράς. Το παράρτημα της παρούσας έκθεσης περιγράφει τους στόχους των ελέγχων και τον τρόπο λειτουργίας του συστήματος ελέγχου σε κοινοτικό επίπεδο. | Παραδοσιακοί ίδιοι πόροι: Τελωνειακοί δασμοί και γεωργικές εισφορές απαιτητές κατά την εισαγωγή προϊόντων από τρίτες χώρες καθώς και οι εισφορές ζάχαρης. | 2. Δραστηριότητα ελέγχου της Επιτροπής την περιοδο 2003-2005 Οι επιτόπιοι έλεγχοι που ασκεί η Επιτροπή βασίζονται σε λεπτομερή μεθοδολογία στόχος της οποίας είναι ο έλεγχος της συμμόρφωσης των διαδικασιών εν σχέσει προς τα κοινοτικά πρότυπα. Εντάσσονται σε ένα ετήσιο πρόγραμμα που περιλαμβάνει διάφορα είδη ελέγχων προς διεξαγωγή σε ένα ή περισσότερα κράτη μέλη. Η εκτέλεση και η διεκπεραίωση των ελέγχων ακολουθούν διαδικασίες που είναι κοινές για όλους τους ελέγχους και περιλαμβάνουν την προηγούμενη χρήση ερωτηματολογίων απευθυνόμενων στα κράτη μέλη, την επιτόπια χρήση check-list ώστε να εξασφαλιστεί η συνοχή του ελέγχου και η σύνταξη έκθεσης μετά την περάτωση του εκάστοτε ελέγχου. | 2.1. Κυριότερα αποτελέσματα της δραστηριότητας ελέγχου | Κατά την περίοδο 2003-2005, η Επιτροπή πραγματοποίησε 73 ελέγχους (έναντι 65 την περίοδο 2000-2002) βάσει του άρθρου 18, παράγραφος 2 και 3 του κανονισμού αριθ. 1150/2000, οι οποίοι κατανέμονται σε 70 από κοινού και 3 αυτόνομους ελέγχους. Εννέα από τους ελέγχους αυτούς διενεργήθηκαν σύμφωνα με τη μέθοδο του Κοινού Μηχανισμού Ελέγχου (Joint Audit Arrangement)[7]. Διαπιστώθηκαν 297 ανωμαλίες (έναντι 304 κατά την περίοδο 2000-2002) οι οποίες κατανέμονται σε 130 ανωμαλίες με δημοσιονομικό αντίκτυπο (43,80 %), σε 101 με κανονιστικό αντίκτυπο (34 %) και σε 66 άλλες (22,20 %). Η Επιτροπή έλαβε τα ενδεδειγμένα μέτρα όσον αφορά τις δημοσιονομικές συνέπειες των ανωμαλιών που παρατηρήθηκαν. | 73 έλεγχοι που απέδωσαν 297 ανωμαλίες με δημοσιονομικό αντίκτυπο ίσο προς 127 εκατ. ευρώ (άνευ τόκων υπερημερίας). Κοινός μηχανισμός ελέγχου (Joint Audit Arrangement) Ειδικός μηχανισμός ελέγχου από κοινού όπου οι υπηρεσίες εσωτερικού ελέγχου ενός κράτους μέλους εκτελούν έναν έλεγχο βάσει εγκεκριμένης από την Επιτροπή μεθόδου. | 2.1.1. Έλεγχοι για θέματα συνδεόμενα με τη διαχείριση τελωνειακών διαδικασιών | Οι ακόλουθες τελωνειακές διαδικασίες απετέλεσαν αντικείμενο επιτόπιου ελέγχου:- ηλεκτρονικές τελωνειακές διασαφήσεις,- τελειοποίηση προς επανεξαγωγή,- κοινοτική αεροπορική διαμετακόμιση,- εισαγωγή αλιευτικών προϊόντων,- τελωνειακή αποταμίευση, και- ορισμένα άλλα πολύ ειδικά θέματα. Τελειοποίηση προς επανεξαγωγή: Τελωνειακό καθεστώς που επιτρέπει την εισαγωγή προϊόντων από τρίτες χώρες υπό καθεστώς αναστολής των εισαγωγικών δασμών με σκοπό την επανεξαγωγή τους κατόπιν μεταποίησης. Απλουστευμένη κοινοτική εναέρια διαμετακόμιση: διαμετακόμιση βασιζόμενη στη χρήση δηλωτικών εναέριας μεταφοράς από τις αεροπορικές εταιρείες αντί για δηλώσεις διαμετακόμισης. Τελωνειακή αποταμίευση: τελωνειακό καθεστώς που επιτρέπει την αποθήκευση εμπορευμάτων από τρίτες χώρες που τελούν υπό αναστολή των εισαγωγικών δασμών. | Το 2003 και το 2004 η Επιτροπή άρχισε να ασκεί ελέγχους για το θέμα της διαχείρισης των "τελωνειακών διασαφήσεων που υποβάλλονται ηλεκτρονικά" Οι έλεγχοι αυτοί πραγματοποιήθηκαν σε όλα τα κράτη που ήταν μέλη της ΕΕ το 2003 εκτός από τις Κάτω Χώρες και το Λουξεμβούργο. Διαπιστώθηκαν ορισμένες ανωμαλίες αλλά τα συστήματα που εφάρμοζαν τα κράτη μέλη ήταν ικανοποιητικά στο σύνολό τους. Η Επιτροπή συνέστησε την ανάπτυξη του ηλεκτρονικού αυτού μέσου προκειμένου να βελτιωθεί η διαχείριση του εκτελωνισμού και η είσπραξη των ιδίων πόρων. Εκτός αυτού, ασκήθηκαν έλεγχοι όσον αφορά το καθεστώς της τελειοποίησης προς επανεξαγωγή, το 2003 (NL), το 2004 (FR, IE, IT, AT) και το 2005 (DE, UK) οι οποίοι έφεραν στο φως ορισμένες αδυναμίες στη διαχείριση και τον έλεγχο του τελωνειακού αυτού καθεστώτος, εκ των οποίων ορισμένες είχαν και δημοσιονομικές συνέπειες. Τα ενδιαφερόμενα κράτη μέλη πληροφόρησαν την Επιτροπή ότι έλαβαν τα απαιτούμενα μέτρα. Το 2004 ασκήθηκαν έλεγχοι όσον αφορά τις απλουστευμένες διαδικασίες στον τομέα της κοινοτικής εναέριας διαμετακόμισης στη Γερμανία, το Λουξεμβούργο και το Ηνωμένο Βασίλειο, οι οποίοι αποκάλυψαν σημαντικές αδυναμίες στη διαχείριση και τον έλεγχο των εν λόγω διαδικασιών. Έκτοτε τα εν λόγω τρία κράτη έλαβαν αυστηρά μέτρα για τη βελτίωση της κατάστασης. Αντιθέτως, οι έλεγχοι που ασκήθηκαν το 2004 όσον αφορά την είσοδο και εισαγωγή αλιευτικών προϊόντων στην Κοινότητα[8] και το 2005 όσον αφορά την τελωνειακή αποταμίευση[9], δεν αποκάλυψαν σοβαρά προβλήματα. Καταγράφηκαν μόνον ορισμένες αδυναμίες όσον αφορά, αφενός, την παρακολούθηση ορισμένων ειδικών τελωνειακών καθεστώτων για αλιευτικά προϊόντα (τελειοποίηση προς επανεξαγωγή, θέση σε ελεύθερη κυκλοφορία για συγκεκριμένο προορισμό) και, αφετέρου, τον έλεγχο των τελωνειακών αποθηκών. Τέλος, πρέπει να σημειωθεί η διεξαγωγή (αυτόνομου) ελέγχου στην Ισπανία το 2004 για το θέμα της εξαγωγής ζάχαρης τύπου C από τις Κανάριες Νήσους, ενός ελέγχου στην Αυστρία το 2005 για το θέμα των προτιμησιακών καθεστώτων και ενός ελέγχου στις Κάτω Χώρες το 2004 για το θέμα της θέσης σε ελεύθερη κυκλοφορία. Η Επιτροπή δεν έχει συγκεκριμένες παρατηρήσεις όσον αφορά τη διαχείριση των διαδικασιών στα ελεγχθέντα κράτη μέλη. | 2.1.2. Έλεγχοι για λογιστικά θέματα | Η διαχείριση της χωριστής λογιστικής αποτελεί επανερχόμενο θέμα στους ελέγχους που ασκεί η Επιτροπή στο σύνολο των κρατών μελών[10]. Η χωριστή λογιστική είναι στην πράξη πλούσια πηγή πληροφοριών όσον αφορά τον τρόπο με τον οποίο οι διοικήσεις φέρουν σε πέρας τα καθήκοντά τους όσον αφορά τη διαχείριση των ΠΙΠ (βεβαίωση δασμών, διαχείριση εγγυήσεων, παρακολούθηση της είσπραξης, ακυρώσεις, διαγραφή μη εισπράξιμων οφειλών). Οι έλεγχοι που ασκήθηκαν την περίοδο 2003-2005 για το θέμα αυτό επιβεβαίωσαν την ύπαρξη ως επί το πλείστον περιστασιακών λαθών. Ωστόσο, σε ορισμένα κράτη μέλη διαπράττονται συστηματικά λάθη τα οποία έδωσαν αφορμή για την κίνηση διαδικασιών παράβασης (βλ. σημείο 2.2.2.). Το 2004 και το 2005, ασκήθηκε έλεγχος ως προς ένα συγκεκριμένο θέμα στα κράτη μέλη που προσχώρησαν στην Ένωση το 2004. Συνίστατο στην αξιολόγηση των συστημάτων είσπραξης των ΠΙΠ που εφαρμόζουν. Το συμπέρασμα είναι ότι γενικά τα εν λόγω κράτη μέλη είχαν προετοιμασθεί καλά και ότι εφάρμοζαν κατάλληλα συστήματα είσπραξης, μολονότι διαπιστώθηκαν ορισμένα περιστασιακά και διαρθρωτικά λάθη, ιδίως όσον αφορά τις προθεσμίες καταλογισμού δασμών, τις προθεσμίες εγγραφής τελωνειακών οφειλών στη λογιστική Α και Β ή τις προθεσμίες απόδοσης ορισμένων ποσών στην Επιτροπή. Πάντως, αξίζει να σημειωθεί ότι ως επί το πλείστον τα λάθη αυτά συνέβησαν κατά τους πρώτους μήνες μετά την προσχώρηση και ότι έκτοτε τα υπόψη κράτη μέλη επέφεραν πολυάριθμες προσαρμογές στις διαδικασίες, στα ηλεκτρονικά συστήματα εκτελωνισμού ή στα λογιστικά τους συστήματα προκειμένου να διορθώσουν τα κακώς κείμενα. | Η λογιστική μεταχείριση των ΠΙΠ γίνεται από τα κράτη μέλη με δύο τρόπους:- τη λογιστική A για εισπραχθέντα ή εγγυημένα ποσά (ποσά καταβαλλόμενα στον προϋπολογισμό της Ένωσης) - τη λογιστική B για μη εισπραχθέντα ποσά και για εγγυημένα ποσά που τελούν υπό αμφισβήτηση. Σύστημα είσπραξης ΠΙΠ: το σύνολο των συστημάτων και διαδικασιών με τα οποία τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν την διαπίστωση, την είσπραξη και την καταβολή των ΠΙΠ. Καταλογισμός δασμών: Εγγραφή του ποσού των δασμών στα τελωνειακά λογιστικά αρχεία. | Εκτός αυτού, πρέπει να σημειωθεί η διεξαγωγή αυτόνομου ελέγχου στις Κάτω Χώρες το 2004. Στην περίπτωση εκείνη ελέγχθηκαν επί τόπου τα στοιχεία που διαβίβαζε το εν λόγω κράτος μέλος με βάση τις αιτήσεις απαλλαγής από την υποχρέωση απόδοσης των μη εισπράξιμων και διαγραφεισών οφειλών. Ο έλεγχος επέτρεψε στην Επιτροπή να αρνηθεί, εμπεριστατωμένα, δύο από τις τρεις αιτήσεις απαλλαγής. Τέλος, το 2005 πραγματοποιήθηκε αυτόνομος έλεγχος στη Δανία προκειμένου να επαληθευτούν οι λόγοι και η ορθότητα των συνεχών προσαρμογών που επέφερε το εν λόγω κράτος μέλος στα ποσά των καταβλητέων στην Επιτροπή ΠΙΠ, από τον Δεκέμβριο του 2001. | Αίτηση απαλλαγής από την υποχρέωση απόδοσης των μη εισπράξιμων και διαγραφεισών οφειλών: διαδικασία που επιτρέπει στην Επιτροπή να επαληθεύσει αν ο μη εισπράξιμος χαρακτήρας της οφειλής οφείλεται ή όχι στο κράτος μέλος. Σε περίπτωση άρνησης, το ποσό πρέπει να καταβληθεί στην Επιτροπή. | 2.2. Οι συνέχειες που δόθηκαν στους ελέγχους της Επιτροπής 2.2.1 Κανονιστικά μέτρα Όταν από τους ελέγχους που διενεργούνται στα κράτη μέλη διαπιστώνονται αδυναμίες ανταπόκρισης ή ελλείψεις στις εθνικές κανονιστικές ή διοικητικές διατάξεις, τα κράτη μέλη καλούνται να λάβουν τα αναγκαία μέτρα, ενδεχομένως νομοθετικού ή κανονιστικού χαρακτήρα, προκειμένου να συμμορφωθούν με τις κοινοτικές απαιτήσεις. Οι διορθώσεις αυτές, τόσο στον τελωνειακό όσο και στον δημοσιονομικό τομέα, αποτελούν άμεση και διόλου αμελητέα συνέπεια των ελέγχων της Επιτροπής. Επιπλέον, οι ανωμαλίες που επισημάνθηκαν αποτελούν ουσιαστική πηγή πληροφοριών όσον αφορά τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν τα κράτη μέλη κατά την εφαρμογή της τελωνειακής νομοθεσίας και τον αντίκτυπό τους όσον αφορά τους ιδίους πόρους. | 2.2.2 Μέτρα ένδικης προστασίας | Ορισμένα σημεία της νομοθεσίας συνιστούν πηγή διαφορών μεταξύ κρατών μελών και Επιτροπής. Στην περίπτωση αυτή, η μόνη λύση του διαθέτει η Επιτροπή για τη ρύθμιση ορισμένων εκκρεμών υποθέσεων είναι η προσφυγή στη διαδικασία παράβασης όπως προβλέπεται από το άρθρο 226 της Συνθήκης ΕΚ. Στις 31.12.2005, υπήρχαν 25 ανοικτές υποθέσεις σε διάφορα στάδια της διαδικασίας (προειδοποίηση, αιτιολογημένη γνώμη, προσφυγή στο Δικαστήριο) για 10 κράτη μέλη. Τα συμπεράσματα που θα προκύψουν από την εξέταση των διαδικασιών παράβασης από το Δικαστήριο πρέπει να καταστήσουν δυνατή τη διευκρίνιση των επίμαχων ζητημάτων και να θέσουν οριστικό τέλος στις διαφορές ερμηνείας. | 25 ανοικτές υποθέσεις στις 31.12.2005. | To 2005 το Δικαστήριο των ΕΚ εξέδωσε διάφορες σημαντικές αποφάσεις σε διαδικασίες παράβασης που είχε κινήσει η Επιτροπή. Αφενός, σε δύο αποφάσεις της 14ης Απριλίου 2005[11] κατά της Γερμανίας και των Κάτω Χωρών, επιβεβαίωσε την θέση της Επιτροπής και θεώρησε ότι οι δύο αυτές χώρες είχαν καταλογίσει και αποδώσει οφειλόμενους δασμούς καθυστερημένα εξαιτίας του ότι η εκκαθάριση δραστηριοτήτων διαμετακόμισης δεν έγινε εντός των κανονιστικών προθεσμιών. Το ύψος των οφειλόμενων τόκων υπερημερίας που αξίωσε η Επιτροπή συνεπεία των αποφάσεων αυτών, ανέρχεται σε 2,4 εκατ. ευρώ περίπου για τις Κάτω Χώρες και σε 11,4 εκατ. ευρώ για τη Γερμανία. Αφετέρου, στην απόφαση της 15ης Νοεμβρίου 2005,[12] , το Δικαστήριο επιβεβαίωσε τη θέση της Επιτροπής σύμφωνα με την οποία τα κράτη μέλη πρέπει να θεωρούνται υπεύθυνα έναντι του κοινοτικού προϋπολογισμού για τα λάθη που διαπράττουν κατά τη βεβαίωση δασμών. Τα μη βεβαιωμένα (και, συνεπώς, μη εισπραχθέντα) ποσά εξαιτίας λάθους των εθνικών αρμόδιων αρχών θα καταβάλλονται στο εξής στην Επιτροπή από το κράτος μέλος. | Το 2005 τρεις αποφάσεις του ΔΕΚ όσον αφορά την κοινοτική διαμετακόμιση και τις δημοσιονομικές επιπτώσεις των λαθών των κρατών μελών, επιβεβαίωσαν τη θέση της Επιτροπής. Μη εκκαθαρισθείσα διαμετακόμιση: διαμετακόμιση στην οποία τα εμπορεύματα κυκλοφορούν με αναστολή της δασμολόγησης και οι φόροι δεν καταφθάνουν στον προορισμό. Στην περίπτωση αυτή, δασμοί και φόροι πρέπει να καταλογισθούν και να εισπραχθούν. Το 2006, απόφαση που εκδόθηκε στον τομέα των προθεσμιών καταλογισμού των δασμών, επιβεβαίωσε τη θέση της Επιτροπής. Έλεγχοι εκ των υστέρων: τελωνειακοί έλεγχοι των κρατών μελών που δεν πραγματοποιούνται κατά τον εκτελωνισμό των εμπορευμάτων αλλά σε μεταγενέστερο χρονικό σημείο. Δελτία TIR: επιτρέπουν την κυκλοφορία εμπορευμάτων που τελούν υπό αναστολή των δασμών και φόρων μεταξύ των διαφόρων χωρών που έχουν υπογράψει την Σύμβαση TIR (Διεθνείς Οδικές Μεταφορές Εμπορευμάτων). Στις 5/10/2006, το Δικαστήριο επιβεβαίωσε τη θέση της Επιτροπής σε διάφορες υποθέσεις, όσον αφορά εγγυημένα ή εισπραχθέντα ποσά που δεν είχαν καταβληθεί στον προϋπολογισμό της Ένωσης. | Το 2006, σε απόφαση της 23ης Φεβρουαρίου[13], το ΔΕΚ επιβεβαίωσε εξίσου τη θέση της Επιτροπής όσον αφορά τις προθεσμίες εντός των οποίων πρέπει να καταλογίζονται οι δασμοί τα κράτη μέλη προβαίνουν σε ελέγχους εκ των υστέρων. Έτσι, ο καταλογισμός των δασμών πρέπει να γίνεται εντός το πολύ 14 ημερών από τη στιγμή που οι τελωνειακές αρχές είναι σε θέση να υπολογίσουν το ύψος των δασμών και όχι αργότερα (όπως μετά την ολοκλήρωση διαδικασίας για την εξασφάλιση των δικαιωμάτων υπεράσπισης του οφειλέτη). Ο καταλογισμός σε καμία περίπτωση δεν εμποδίζει την άσκηση των δικαιωμάτων υπεράσπισης. Αξίζει να σημειωθεί ότι στις 5 Οκτωβρίου 2006, το ΔΕΚ επιβεβαίωσε τη θέση της Επιτροπής και έκρινε ότι αδίκως ορισμένα κράτη μέλη αρνούνταν να καταβάλλουν στον κοινοτικό προϋπολογισμό ορισμένες κατηγορίες ποσών, όπως εν μέρει εισπραχθέντες ΠΙΠ στο πλαίσιο συμφωνίας καταβολής σε δόσεις (Βέλγιο[14]) και εγγυημένους και μη αμφισβητούμενους δασμούς στο πλαίσιο μη εκκαθαρισθεισών δραστηριοτήτων διαμετακόμισης που πραγματοποιήθηκαν υπό μορφή κοινοτικής διαμετακόμισης (Βέλγιο[15]) ή υπό την κάλυψη δελτίων TIR (Γερμανία[16] και Βέλγιο[17]) Την ίδια ημέρα, το Δικαστήριο απέρριψε προσφυγή κατά των Κάτω Χωρών για λόγο συνδεόμενο με το βάρος αποδείξεως, αναγνωρίζοντας, ωστόσο, ότι τα κράτη μέλη οφείλουν να κοινοποιούν παραβάσεις ή παρατυπίες αφ' ης στιγμής λάβουν γνώση αυτών και συνεπώς, κατά περίπτωση, πριν την παρέλευση των προθεσμιών (άρθρο 11 παράγραφος 1 της Σύμβασης TIR), ενώ το αυτό ισχύει, mutatis mutandis όσον αφορά την αίτηση πληρωμής (άρθρο 11 παράγραφος 2 της Σύμβασης TIR). Το ΔΕΚ κρίνει ότι η αίτηση αποτελεί "κοινοποίηση" κατά την έννοια του άρθρου 2 του κανονισμού αριθ. 1150/2000[18]. Εκτός αυτού, το ΔΕΚ αναγνωρίζει την υποχρέωση των κρατών μελών να φυλάσσουν τα δικαιολογητικά που αφορούν τη βεβαίωση των οφειλών επί χρονικό διάστημα που επιτρέπει διορθώσεις και τον έλεγχο των διορθώσεων αυτών [19]. | 2.2.3 Δημοσιονομικά μέτρα | Κατά την περίοδο αναφοράς (2003-2005), τα συμπληρωματικά ποσά (άνευ τόκων υπερημερίας) που καταβλήθηκαν στην Επιτροπή μετά από παρατηρήσεις που έγιναν στις εκθέσεις των αυτόνομων ή από κοινού ελέγχων της Επιτροπής, μετά από ελέγχους του Ελεγκτικού Συνεδρίου ή μετά από άλλες δραστηριότητες ελέγχου της Επιτροπής υπερβαίνουν τα 127 εκατ. ευρώ. Επίσης, απαιτήθηκαν τόκοι υπερημερίας βάσει του άρθρου 11 του κανονισμού 1150/2000, για την καθυστερημένη απόδοση ιδίων πόρων που βεβαιώθηκαν κατά τη διάρκεια των ελέγχων της Επιτροπής ή του Ελεγκτικού Συνεδρίου. Για την περίοδο 2003-2005, το συνολικό ποσό των τόκων υπερημερίας που κατέβαλαν τα κράτη μέλη υπερβαίνει τα 77 εκατ. ευρώ[20]. | 2.3. Δράση της Επιτροπής για την ενίσχυση της είσπραξης των ΠΙΠ | Παράλληλα με τους επιτόπιους ελέγχους στα κράτη μέλη, η Επιτροπή διαθέτει πολλά άλλα μέσα επιτήρησης της είσπραξης των ΠΙΠ. Η κατάλληλη χρησιμοποίηση των μέσων αυτών επιτρέπει την αποτελεσματική ενίσχυση της είσπραξης των πόρων αυτών. Προ του 2005, η κοινοτική δράση στον τομέα της επιτήρησης των εισπρακτικών δραστηριοτήτων συνίστατο κυρίως σε διάφορες περιστασιακές αναλύσεις με βάση πληροφορίες που παρείχαν τα κράτη μέλη δυνάμει του άρθρου 6, παράγραφος 5 του κανονισμού αριθ. 1150/2000, δηλαδή για περιπτώσεις απάτης και παρατυπίες που αφορούσαν ποσά άνω των 10 000 ευρώ. Βάσει των πληροφοριών αυτών, η Επιτροπή ασκούσε την επιτήρηση της είσπραξης των ΠΙΠ παρακολουθώντας τις εισπρακτικές ενέργειες για ορισμένες αντιπροσωπευτικές περιπτώσεις (Δείγμα Β) έως το στάδιο της τελικής εκκαθάρισης προς τον σκοπό της σύνταξης σχετικής έκθεσης[21]. Η τελευταία σχετική έκθεση της Επιτροπής υποβλήθηκε στην αρμόδια για τον προϋπολογισμό αρχή στις 7 Ιανουαρίου 2005[22]. Πάντως, όπως προαναφέρθηκε, αυτό το είδος έκθεσης καταργήθηκε. Μετά την τροποποίηση του κανονισμού αριθ. 1150/2000 το 2004, τα κράτη μέλη καλούνται να κοινοποιούν στην Επιτροπή όλα τα μη εισπραχθέντα ποσά άνω του ορίου των 50 000 ευρώ το αργότερο πέντε έτη μετά την ημερομηνία κατά την οποία η οφειλή (κατόπιν αξιολόγησης, επανεξέτασης ή προσφυγής) επιβεβαιώθηκε ως αμετάκλητη. Όλα τα κράτη μέλη οφείλουν, λοιπόν, να καταχωρίζουν λογιστικά τις περιπτώσεις αυτές ούτως ώστε η Επιτροπή να έχει σαφέστερη εικόνα του συνόλου των εισπρακτικών δραστηριοτήτων των κρατών μελών. Κατά την περίοδο 2003-2005, η Επιτροπή κατάφερε να ενισχύσει την επιτήρηση της εισπρακτικής δραστηριότητας στα κράτη μέλη χάρη στην έναρξη λειτουργίας μιας νέας βάσης δεδομένων, της OWNRES, στην τροποποίηση των κανόνων περί διαγραφής μη εισπράξιμων οφειλών, στη νομολογία του ΔΕΚ περί δημοσιονομικών επιπτώσεων των λαθών των κρατών μελών και σε δράσεις παρακολούθησης στις προσχωρούσες χώρες. | 2.3.1 Εξέταση των μη εισπράξιμων οφειλών που διαγράφονται | Τα κράτη μέλη οφείλουν να λαμβάνουν τα απαραίτητα μέτρα προκειμένου να αποδοθούν οι ΠΙΠ στην Ένωση, εκτός από τις περιπτώσεις όπου η είσπραξή τους είναι αδύνατη (οριστικώς μη εισπράξιμα ποσά) για λόγους ανώτερης βίας ή για λόγους για τους οποίους αυτά δεν ευθύνονται. Για την περίοδο 2003-2005, κοινοποιήθηκαν στην Επιτροπή 176 υποθέσεις από 13 κράτη μέλη συνολικού ύψους 39 εκατ. ευρώ περίπου. Όσον αφορά τη διεκπεραίωση των αιτήσεων, η Επιτροπή εξέτασε, την ίδια περίοδο, 309 υποθέσεις (παλαιές υπό εξέλιξη και νέες υποθέσεις) συνολικής αξίας άνω των 166 εκατ. ευρώ. Απορρίφθηκαν 62 υποθέσεις (και τα σχετικά ποσά πρέπει να αποδοθούν στον προϋπολογισμό της Ένωσης) συνολικής αξίας άνω των 41 εκατ. ευρώ. Η έκδοση του κανονισμού αριθ. 2028/2004 της 16ης Νοεμβρίου 2004 απέβλεπε κυρίως στο να κατανοήσουν τα κράτη μέλη καλύτερα την έννοια των οριστικά μη εισπράξιμων πόρων. | Η εξέταση από την Επιτροπή των κοινοποιούμενων υποθέσεων αποβλέπει στην αξιολόγηση των προσπαθειών που κατέβαλαν τα κράτη μέλη για την εκτέλεση της είσπραξης των ΠΙΠ. Αυτό τους προσφέρει κίνητρο ώστε να ενεργήσουν σωστά. Σε περίπτωση απόρριψης από την Επιτροπή, το σχετικό ποσό πρέπει να καταβληθεί στον προϋπολογισμό της ΕΕ. Αρχικά η εξέταση αφορούσε μόνον τις περιπτώσεις που το ποσό υπερέβαινε τα 10 000 ευρώ. Το όριο αυτό αυξήθηκε σε 50 000 ευρώ με την έκδοση του κανονισμού αριθ. 2028/2004 της 16ης Νοεμβρίου 2004. | 2.3.2 Αντιμετώπιση των λαθών βεβαίωσης που συνεπάγονται απώλειες ΠΙΠ. | Δεδομένου ότι αποστολή των κρατών μελών είναι να εξασφαλίσουν την είσπραξη των ΠΙΠ υπό τις καλύτερες δυνατές συνθήκες, η Επιτροπή θεωρούσε ότι τα κράτη μέλη όφειλαν να αναλαμβάνουν την κάλυψη των απωλειών σε ΠΙΠ που απορρέουν από δικά τους λάθη και να εισφέρουν τα σχετικά ποσά στον προϋπολογισμό της Ένωσης. Η προσέγγιση αυτή επιβεβαιώθηκε από το ΔΕΚ στην προαναφερόμενη απόφαση της 15ης Νοεμβρίου 2005 «Επιτροπή κατά Δανίας». Σε αυτήν αναγνωρίζει ρητά ότι η υποχρέωση των κρατών μελών να βεβαιώνουν μια απαίτηση των Κοινοτήτων επί των ΠΙΠ (και στη συνέχεια να αποδίδουν το σχετικό ποσό στον προϋπολογισμό της Ένωσης) γεννάται αφ' ης στιγμής πληρούνται οι όροι που προβλέπει η τελωνειακή νομοθεσία. Συνεπώς δεν είναι απαραίτητο να έχει όντως γίνει η βεβαίωση. Μόνον όταν πληρούνται οι όροι που προβλέπει το άρθρο 17 παράγραφος 2 του κανονισμού 1150/2000 (δηλαδή σε περίπτωση ανώτερης βίας ή όταν το κράτος μέλος μπορεί να αποδείξει ότι του είναι αδύνατο να ανακτήσει το ποσό για λόγους για τους οποίους δεν ευθύνεται το ίδιο) απαλλάσσεται το κράτος μέλος από την υποχρέωσή του να αποδώσει τους υπόψη ίδιους πόρους στην Ένωση. Προκύπτει, λοιπόν, σαφώς από τη νομολογία αυτή ότι τα κράτη μέλη πρέπει να αναλαμβάνουν τα ίδια τις δημοσιονομικές συνέπειες που έχουν τα λάθη τους. Χάρη στη νομολογία αυτή, τα κράτη μέλη δεν θα είναι πλέον σε θέση να αρνηθούν όπως συχνά στο παρελθόν, να αποδώσουν στον προϋπολογισμό της Ένωσης τα ποσά τα οποία δεν βεβαίωσαν εξαιτίας δικού τους λάθους. | Το ΔΕΚ επιβεβαίωσε ότι τα κράτη μέλη πρέπει να αναλαμβάνουν την ευθύνη για τις δημοσιονομικές συνέπειες των λαθών που διαπράττουν όσον αφορά τη βεβαίωση δασμών. | 2.3.3. Η νέα βάση δεδομένων OWNRES | Σύμφωνα με τον κανονισμό αριθ. 1150/2000, τα κράτη μέλη πρέπει να διαβιβάζουν στην Επιτροπή πληροφορίες σχετικά με τις περιπτώσεις απάτης και παρατυπιών όταν το ποσό υπερβαίνει τα 10 000 ευρώ. Οι πληροφορίες αυτές διαβιβάζονται μέσω της OWNRES. Λαμβάνοντας υπόψη τα εμφανισθέντα προβλήματα κατά την κοινοποίηση περιπτώσεων απάτης και παρατυπίας, η Επιτροπή δημιούργησε μια νέα βάση δεδομένων (OWNRES) που βασίζεται στο Διαδίκτυο. Τα κράτη μέλη θα έχουν έτσι στη διάθεσή τους ένα λειτουργικότερο εργαλείο που θα τους επιτρέπει να κοινοποιούν στην Επιτροπή και να ενημερώνουν - σε πραγματικό χρόνο - τα δεδομένα σχετικά με τις περιπτώσεις απάτης και παρατυπίας. Η νέα εφαρμογή τέθηκε σε λειτουργία τον Ιούλιο του 2003. Με αυτήν τα κράτη μέλη, ως κύριοι διαχειριστές αυτού του εργαλείου, έχουν την απόλυτη ευθύνη της ορθής διαχείρισης των δεδομένων. Με την εν λόγω βάση δεδομένων η Επιτροπή διαθέτει τις πληροφορίες που είναι αναγκαίες για την παρακολούθηση της είσπραξης των πόρων και την προπαρασκευή των επιτόπιων ελέγχων της. Τα διαβιβαζόμενα δεδομένα αποτελούν, επίσης, αντικείμενο ανάλυσης και από την Υπηρεσία καταπολέμησης της απάτης (OLAF). Στο μέτρο που η Επιτροπή αμφέβαλε τα τελευταία χρόνια ως προς την αξιοπιστία των διαβιβαζόμενων από τα κράτη μέλη στοιχείων, αποφάσισε να συγκρίνει τα ποσά που υπερβαίνουν τα 10 000 ευρώ τα εγγραφέντα στη λογιστική Β των κρατών μελών (EUR15) με τα αντίστοιχα ποσά στην OWNRES. Τα αποτελέσματα δεν ήταν ικανοποιητικά. Λαμβάνοντας υπόψη ως ημερομηνίες αναφοράς τις 31/12/2001 και τις 31/12/2003, το ποσοστό αντιστοιχίας ήταν μόνον 32% και 50%, αντίστοιχα. Αφού πρώτα επέμεινε να βελτιώσουν τα κράτη μέλη την ποιότητα των πληροφοριών που παρέχουν στην OWNRES, η Επιτροπή προέβη σε νέα σύγκριση το 2005 (EUR25). Αυτή τη φορά, τα αποτελέσματα ήταν σαφώς καλύτερα και το ποσοστό αντιστοιχίας 90% κατά μέσο όρο, ενώ πάνω από τα μισά κράτη μέλη είχαν ποσοστό αντιστοιχίας 100%. | Βάση δεδομένων OWNRES : βάση δεδομένων τροφοδοτούμενη από τα κράτη μέλη, η οποία περιλαμβάνει όλες τις περιπτώσεις απάτης και παρατυπιών που διαπιστώνουν τα κράτη μέλη και αφορούν ποσά άνω των 10 000 ευρώ. | 2.4. Δράσεις παρακολούθησης στα προσχωρούντα κράτη | Στο πλαίσιο της προπαρασκευής της ένταξης των δέκα νέων κρατών μελών, η Επιτροπή πραγματοποίησε το 2003, σε καθένα από τα κράτη αυτά, επισκέψεις παρακολούθησης ειδικά για τον τομέα των ΠΙΠ. Με τις επισκέψεις αυτές καθώς και τις λογιστικές προσομοιώσεις που έκαναν τα κράτη αυτά η Επιτροπή διαβεβαιώθηκε ότι από διοικητική άποψη είναι σε θέση να εφαρμόσουν το κοινοτικό κεκτημένο στον τομέα των ΠΙΠ. Το συμπέρασμα με βάση τα αποτελέσματα των επιτόπιων ελέγχων που πραγματοποιήθηκαν το 2004 και το 2005 είναι ότι, γενικά, τα εν λόγω κράτη μέλη ήταν καλά προετοιμασμένα και ότι τα συστήματα είσπραξης που εφαρμόζουν λειτουργούν ορθά. Τα διάφορα είδη τεχνικής υποστήριξης καθώς και οι επισκέψεις παρακολούθησης από μέρους των υπηρεσιών της Επιτροπής είχαν συμβάλλει αναμφισβήτητα στην επίτευξη των ικανοποιητικών αυτών αποτελεσμάτων. Όσον αφορά τη Ρουμανία και την Βουλγαρία, εφαρμόσθηκε το 2004 και το 2005 ένα παρόμοιο πρόγραμμα τεχνικής υποστήριξης και παρακολούθησης με εκείνο που εφαρμόσθηκε για τα κράτη που εντάχθηκαν στην Ένωση το 2004, ούτως ώστε να ετοιμασθεί η ένταξη των δύο αυτών χωρών υπό τους καλύτερους δυνατούς όρους. Το πρόγραμμα αυτό συνεχίζεται και το 2006. | 3. Αξιολόγηση του συστήματος ελέγχου | Οι ανωμαλίες που παρατηρήθηκαν στη λειτουργία του συστήματος ελέγχου των παραδοσιακών ιδίων πόρων κατά τη διάρκεια της περιόδου 2003-2005 επιβεβαιώνουν, όπως και τις προηγούμενες φορές, τα οφέλη που αποκομίζει η Επιτροπή από τους ελέγχους που πραγματοποιεί. Τα παραδοσιακά εργαλεία που χρησιμοποιεί η Επιτροπή για να δώσει συνέχεια στους ελέγχους της είναι η διόρθωση από τα κράτη μέλη των μη συμβατών εθνικών διαδικασιών, η λογιστική τακτοποίηση φακέλων (εντός της ταχθείσας προθεσμίας), οι διορθώσεις των περιστασιακών ανωμαλιών που παρατηρούνται, η επεξήγηση των κοινοτικών κειμένων και η συντονισμένη βελτίωση της κοινοτικής νομοθεσίας σε περίπτωση συνεχιζόμενων δυσλειτουργιών. Οι δημοσιονομικές επιπτώσεις αποτελούν τις ορατές επιπτώσεις των επιτόπιων ελέγχων αλλά δεν είναι ο μοναδικός λόγος διεξαγωγής τους. Πράγματι, οι ειδικοί έλεγχοι που διενεργεί ο διατάκτης, βάσει του συνόλου των πληροφοριών που συλλέγονται από τα κράτη μέλη και βάσει της ανάλυσής τους, μπορούν να επηρεάσουν τη διαδικασία βελτίωσης της νομοθεσίας κατά τέτοιο τρόπο ώστε τα οικονομικά συμφέροντα της Ένωσης να λαμβάνονται δεόντως υπόψη. | 4. Συμπεράσματα | Τα αποτελέσματα για τα έτη 2003 - 2005 επιβεβαιώνουν την ανάγκη διεξαγωγής ελέγχων επί των ΠΙΠ από την Επιτροπή. Οι έλεγχοι αυτοί δίνουν πράγματι τη δυνατότητα να εξασφαλίζεται η ίση μεταχείριση μεταξύ των κρατών μελών τόσο στο επίπεδο της εφαρμογής των κανονιστικών διατάξεων τελωνειακού και λογιστικού χαρακτήρα όσο και στο επίπεδο της προστασίας των οικονομικών συμφερόντων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Στο μέλλον, η Επιτροπή προτίθεται: να διατηρήσει τον κλασσικό της ρόλο σε θέματα επιτόπιων ελέγχων, βελτιώνοντας παράλληλα τις τεχνικές ελέγχου (εργαλεία ελέγχου κλπ), να συνεχίσει να ενισχύει την από μέρους της επιτήρηση των δραστηριοτήτων είσπραξης πόρων στα κράτη μέλη, θέτοντας σε λειτουργία ένα ηλεκτρονικό μέσο το οποίο θα επιτρέψει την εύκολη διεκπεραίωση των κοινοποιούμενων υποθέσεων στην Επιτροπή και θα αφορά τις διαγραφόμενες μη εισπράξιμες οφειλές. να συνεχίσει την παρακολούθηση στις προσχωρούσες χώρες, με σκοπό να διασφαλιστεί σε αποδεκτό βαθμό ότι τα συστήματα είσπραξης των παραδοσιακών ιδίων πόρων των χωρών αυτών ανταποκρίνονται στις κοινοτικές απαιτήσεις, το αργότερο τη στιγμή της προσχώρησής τους. | Πρέπει να συνεχισθούν οι κλασσικές δραστηριότητες ελέγχου, καθώς και η ενίσχυση της επιτήρησης των δραστηριοτήτων είσπραξης ίδιων πόρων στα κράτη μέλη. | [1] Άρθρο 18 παράγραφος 5 του κανονισμού αριθ. 1150/2000. [2] ΕΕ L 253 της 7.10.2000, σ. 0042-0046. [3] ΕΕ L 130 της 31.5.2000 σ. 1-9, όπως τροποποιήθηκε από τον κανονισμό (ΕΚ, ΕURATOM) αριθ. 2028/2004 του Συμβουλίου της 16ης Νοεμβρίου 2004 (Ε L 352 της 27.11.2004, σ.1). [4] ΕΕ L 126 της 20.5.1999, σ. 1. [5] COM (93) 691 της 4.1.1994 (Πρώτη έκθεση για τα έτη 1989-1992), COM (97) 673 της 1.12.1997 (δεύτερη έκθεση για τα έτη 1993-1996), COM (01) 32 της 5.2.2001 (τρίτη έκθεση για τα έτη 1997-1999), COM(03) 345 της 11.6.2003 (τέταρτη έκθεση για τα έτη 2000-2002). [6] Η έκθεση αφορά τους ελέγχους που πραγματοποιούνται από τα κοινοτικά όργανα (Επιτροπή και Ελεγκτικό Συνέδριο). Δεν καλύπτει τους ελέγχους που πραγματοποιούνται από τα κράτη μέλη τα αποτελέσματα των οποίων αναφέρονται στην ετήσια έκθεση που καταρτίζεται βάσει του άρθρου 280 της Συνθήκης. [7] Πρόκειται για ελέγχους που πραγματοποιήθηκαν στη Δανία, στις Κάτω Χώρες και στην Αυστρία. [8] BE, DE, GR, ES, FR, IT, PT, UK, FI, SE. [9] BE, DK, DE, GR, ES, FR, IE, IT, PT, NL, UK, FI, SE [10] Κάθε αποστολή ελέγχου περιλαμβάνει το θέμα αυτό ως συμπληρωματικό του κυρίως θέματος το οποίο αφορά ο έλεγχος. [11] Υπόθεση C-460/01 - Επιτροπή κατά Κάτω Χωρών και υπόθεση C-104/02 - Επιτροπή κατά Γερμανίας. [12] Υπόθεση C- 392/02 - Επιτροπή κατά Δανίας. [13] Υπόθεση C-546/03 - Επιτροπή κατά Ισπανίας. [14] Υπόθεση C-378/03 - Επιτροπή κατά Βελγίου. [15] Υπόθεση C-275/04 - Επιτροπή κατά Βελγίου. [16] Υπόθεση C-105/02 - Επιτροπή κατά Γερμανίας. [17] Υπόθεση C-377/03 - Επιτροπή κατά Βελγίου. [18] Υπόθεση C-312/04 - Επιτροπή κατά Κάτω Χωρών. [19] Υπόθεση C-275/04 – Επιτροπή κατά Βελγίου. [20] Τα εν λόγω αριθμητικά στοιχεία εξακολουθούν να μην είναι πλήρη κυρίως το 2005, καθώς η είσπραξη των απαιτήσεων μετά τους ελέγχους της Επιτροπής είναι συνάρτηση των εθνικών διαδικασιών συλλογής των λογιστικών πληροφοριών που απαιτούνται για την κατάρτιση των εντολών είσπραξης. [21] Ορισμένες συγκεκριμένες περιπτώσεις είσπραξης (οι λεγόμενες "εκτός δείγματος") αποτελούν εξίσου αντικείμενο ειδικής παρακολούθησης, πέραν του αντιπροσωπευτικού δείγματος Β. [22] COM(2004) 850 της 7.1.2005.