Ανακοίνωση της Επιτροπής προς το Συµßούλιο, το Ευρωπαϊκό Κοινοßούλιο και την Ευρωπαϊκή Οικονοµική και Κοινωνική Επιτροπή - Εφαρμογή του κοινοτικού προγράμματος της Λισσαβώνας - Επιτελεσθείσα πρόοδος και επόμενα βήματα προς μια κοινή ενοποιημένη φορολογική βάση για τις δραστηριότητες των εταιρειών (ΚΕΦΒΔΕ) /* COM/2006/0157 τελικό */
[pic] | ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ | Βρυξέλλες, 5.4.2006 COM(2006) 157 τελικό ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΣΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ, ΣΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΣΤΗΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ Εφαρμογή του κοινοτικού προγράμματος της Λισσαβώνας: Επιτελεσθείσα πρόοδος και επόμενα βήματα προς μια κοινή ενοποιημένη φορολογική βάση για τις δραστηριότητες των εταιρειών (ΚΕΦΒΔΕ) ΠΙΝΑΚΑΣ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΩΝ ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΣΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ, ΣΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΣΤΗΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ Εφαρμογή του κοινοτικού προγράμματος της Λισσαβώνας: Επιτελεσθείσα πρόοδος και επόμενα βήματα προς μια κοινή ενοποιημένη φορολογική βάση για τις δραστηριότητες των εταιρειών (ΚΕΦΒΔΕ) 1. Ιστορικό 3 2. Επιτελεσθείσα πρόοδος 4 2.1. Στόχοι των εργασιών της Ομάδας Εργασίας 4 2.2. Οργάνωση της Ομάδας Εργασίας 5 2.3. Αποτελέσματα της Ομάδας Εργασίας 6 3. Τα επόμενα βήματα 7 3.1. Γενική προσέγγιση 7 3.2. Η σχέση μεταξύ των διεθνών λογιστικών προτύπων και της φορολογικής βάσης 8 3.3. Ενοποίηση 8 3.4. Προαιρετική έναντι υποχρεωτικής φορολογικής βάσης 9 3.5. Πρόγραμμα εργασίας μετά το 2006 9 4. Συμπεράσματα 9 ΠΑΡΑΡΤΗΜΑΤΑ 13 Παράρτημα 1 Σύνοψη του προγράμματος εργασίας της Ομάδας Εργασίας για την ΚΕΦΒΔΕ 13 Παράρτημα 2 Συνοπτικές πληροφορίες σχετικά με την επιτελεσθείσα τεχνική πρόοδο στηνομάδα εργασίας για την ΚΕΦΒΔΕ 14 1. Ιστορικό Η στρατηγική της Λισσαβώνας προορίζεται να διαδραματίσει βασικό ρόλο στην επίτευξη ανταγωνιστικότητας, οικονομικής μεγέθυνσης και υψηλής απασχόλησης στην ΕΕ. Στην υλοποίηση των στόχων αυτών μπορεί να συντελέσει η άρση των φορολογικών εμποδίων, όπως είναι το υψηλό κόστος συμμόρφωσης για τις διασυνοριακές συναλλαγές και τις τιμές μεταβίβασης, και η έλλειψη διασυνοριακού συμψηφισμού ζημιών στην εσωτερική αγορά. Η κοινή ενοποιημένη φορολογική βάση για τις δραστηριότητες των εταιρειών (Common Consolidated Corporate Tax Base – CCCTB / ΚΕΦΒΔΕ) θα μειώσει σημαντικά το κόστος συμμόρφωσης των εταιρειών που δραστηριοποιούνται σε διάφορα μέρη της εσωτερικής αγοράς, θα επιλύσει τα υφιστάμενα προβλήματα των τιμών μεταβίβασης, θα καταστήσει δυνατή την ενοποίηση των κερδών και ζημιών, θα απλουστεύσει πολλές πράξεις διεθνούς αναδιάρθρωσης, θα περιορίσει ορισμένες περιπλοκές που προκύπτουν από τη συνύπαρξη, στη διεθνή φορολογία, του κλασικού συστήματος και του συστήματος απαλλαγής (χωρίς να επεκτείνεται στη φορολογία εισοδήματος φυσικών προσώπων ), θα αποτρέψει πολλές περιπτώσεις διπλής φορολογίας και θα εξαλείψει πολλές διακρίσεις και περιορισμούς. Η κοινή ενοποιημένη φορολογική βάση αναμένεται να συμβάλει στη μεγαλύτερη επάρκεια, αποτελεσματικότητα, απλούστευση και διαφάνεια των καθεστώτων φορολογίας εταιρειών και να γεφυρώσει τα κενά μεταξύ των εθνικών συστημάτων. Από το 2001, που εκδόθηκε η ανακοίνωση με τίτλο «Προς μια εσωτερική αγορά χωρίς φορολογικά εμπόδια: Στρατηγική για την πρόβλεψη ενοποιημένης φορολογικής βάσης για τις δραστηριότητες των εταιρειών σε επίπεδο ΕΕ» (COM(2001) 582), υπήρξε πάγια πολιτική της Ευρωπαϊκής Επιτροπής να επιδιώξει να προσφέρει στις εταιρείες οι οποίες δραστηριοποιούνται σε περισσότερα από ένα κράτη μέλη της ΕΕ κοινή ενοποιημένη φορολογική βάση. Η πολιτική αυτή επιβεβαιώθηκε το 2003, στην ανακοίνωση με τίτλο «Μια εσωτερική αγορά χωρίς φορολογικά εμπόδια των επιχειρήσεων: επιτεύγματα, τρέχουσες πρωτοβουλίες και εναπομένοντα προβλήματα» (COM(2003) 726). Το 2004, κατόπιν ενθαρρυντικών συζητήσεων στην άτυπη συνεδρίαση του Συμβουλίου ECOFIN, τον Σεπτέμβριο, υπό ολλανδική προεδρία, όπου υποβλήθηκε ανεπίσημο έγγραφο της Επιτροπής, με τίτλο «Μια κοινή ενοποιημένη φορολογική βάση για τις εταιρείες», συστάθηκε η Ομάδα Εργασίας για την κοινή ενοποιημένη φορολογική βάση για τις δραστηριότητες των εταιρειών (Common Consolidated Corporate Tax Base Working Group – CCCTB WG). Τον Οκτώβριο του 2005, στην ανακοίνωση με τίτλο «Εφαρμογή του κοινοτικού προγράμματος της Λισσαβώνας – Η συμβολή των φορολογικών και τελωνειακών πολιτικών στη στρατηγική της Λισσαβώνας» (COM(2005)532), η Επιτροπή επέστησε την προσοχή στη σχέση μεταξύ των εργασιών της με αντικείμενο την ΚΕΦΒΔΕ και του προγράμματος της Λισσαβώνας, έθεσε δε ως στόχο πολιτικής την υποβολή πρότασης νομοθετικών μέτρων το 2008. Τον Δεκέμβριο του 2005, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ενέκρινε ψήφισμα[1] (την «έκθεση Bersani») σχετικά με τη «Φορολογία των επιχειρήσεων στην Ευρωπαϊκή Ένωση: κοινή ενοποιημένη φορολογική βάση για τις εταιρείες» και, τον Φεβρουάριο του 2006, η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή εξέδωσε γνώμη[2] σχετικά με τη «Δημιουργία μιας κοινής, ενοποιημένης βάσης για τη φορολογία επιχειρήσεων στην Ε.Ε.». Και στα δύο έγγραφα εκφράζεται υποστήριξη των εργασιών της Επιτροπής σε αυτόν τον τομέα. Τον Δεκέμβριο του 2005, η Επιτροπή παρουσίασε τις γενικές γραμμές μιας μεθόδου για την αντιμετώπιση ορισμένων από τα ειδικά φορολογικά προβλήματα των μικρομεσαίων επιχειρήσεων βραχυπρόθεσμα. Η ανακοίνωση με τίτλο «Εξάλειψη των εμποδίων όσον αφορά την φορολόγηση των μικρομεσαίων επιχειρήσεων στην εσωτερική αγορά – περιγραφή ενός πιθανού πιλοτικού καθεστώτος φορολόγησης βάσει των κανόνων του κράτους εγκατάστασης» (COM(2005) 702) περιέχει πλήρεις λεπτομέρειες του καθεστώτος και ενθαρρύνει τα κράτη μέλη να εξετάσουν με θετικό και ανοικτό πνεύμα αυτή τη ρεαλιστική και περιορισμένης εμβέλειας πρωτοβουλία. Η παρούσα ανακοίνωση έχει διπλό σκοπό: αφενός, να παρουσιάσει την επιτελεσθείσα πρόοδο και, αφετέρου, να επιστήσει την προσοχή σε εκείνους τους τομείς όπου είναι επιθυμητή η περαιτέρω πολιτική υποστήριξη και χάραξη κατευθύνσεων, χωρίς να ζητεί δεσμεύσεις από τα κράτη μέλη όσον αφορά τη νομοθετική πρόταση. 2. Επιτελεσθείσα πρόοδος 2.1. Στόχοι των εργασιών της Ομάδας Εργασίας Σύμφωνα με τους στόχους της Λισσαβώνας και κατόπιν της σύστασης της Ομάδας Εργασίας για την ΚΕΦΒΔΕ, το 2004, οι κατευθυντήριοι στόχοι των εργασιών είναι οι εξής: - εξεύρεση τρόπων προκειμένου να αρθούν τα εμπόδια που θέτει ο φόρος εταιρειών στην επάρκεια και την ομαλή λειτουργία της εσωτερικής αγοράς, - ελάφρυνση του διοικητικού φόρτου, τόσο των εταιρειών, όσο και των φορολογικών υπηρεσιών, και εισαγωγή απλών και διαφανών κανόνων, - επισήμανση πιθανών στοιχείων μιας κοινής ενοποιημένης φορολογικής βάσης τα οποία να βελτιώνουν τη διεθνή ανταγωνιστικότητα των ευρωπαϊκών εταιρειών και τα οποία να ανταποκρίνονται στις οικονομικές απαιτήσεις του 21ου αιώνα, και - εξασφάλιση ότι τα κράτη μέλη είναι σε θέση να προστατεύσουν τα θεμιτά οικονομικά συμφέροντά τους, κυρίως περιορίζοντας τα περιθώρια για φοροδιαφυγή και απάτη. Η συνολική προσέγγιση των εργασιών, από τότε που συστάθηκε η ομάδα, υπήρξε σύμφωνη με την προσέγγιση που αναπτύχθηκε στο αρχικό ανεπίσημο έγγραφο, το οποίο υποβλήθηκε στην άτυπη συνεδρίαση του Συμβουλίου ECOFIN, τον Σεπτέμβριο του 2004, και το οποίο οδήγησε στη δημιουργία της Ομάδας Εργασίας. Συγκεκριμένα: - σκοπός είναι να μην αλλάξει το σημερινό επίπεδο φορολογίας, - όλα τα κράτη μέλη πρέπει να ενθαρρυνθούν να συμμετάσχουν στη διαδικασία, - πρέπει να χρησιμοποιηθούν τα Διεθνή Λογιστικά Πρότυπα και τα Διεθνή Πρότυπα Χρηματοοικονομικής Πληροφόρησης (ΔΛΠ/ΔΠΧΠ) ως εργαλείο για τον καθορισμό της βάσης, - κατευθυντήριες γραμμές για τις εργασίες πρέπει να αποτελεί μια καθορισμένη δέσμη φορολογικών αρχών, η οποία να αντικατοπτρίζει τους στόχους της Λισσαβώνας. Το επίπεδο φορολογίας δεν έχει συμπεριληφθεί, και δεν θα συμπεριληφθεί, στις συζητήσεις, διότι θα συνεπαγόταν συζητήσεις σχετικά με τον φορολογικό συντελεστή και η Επιτροπή δεν σκοπεύει να επεκτείνει τις εργασίες σχετικά με την βάση ώστε να συμπεριλάβει και τον συντελεστή . Εάν η νέα βάση είναι ευρύτερη ή πιο περιορισμένη από τις υπάρχουσες φορολογικές βάσεις ορισμένων κρατών μελών, τότε θα μπορούσε να διατηρηθεί από τα κράτη μέλη το υφιστάμενο επίπεδο φορολογίας, με τροποποίηση των φορολογικών τους συντελεστών. Παρ’ όλα ταύτα, η Επιτροπή θα μελετήσει, από ποιοτική και ποσοτική άποψη, τον ενδεχόμενο αντίκτυπο της ΚΕΦΒΔΕ στα φορολογικά έσοδα και στην προβλεψιμότητά τους. Η συμμετοχή των κρατών μελών στην Ομάδα Εργασίας ήταν, μέχρι στιγμής, ενθαρρυντική. Όλα τα κράτη μέλη συμμετείχαν στις συνεδριάσεις της Ομάδας Εργασίας, μολονότι αναγνωρίζεται ότι η συμμετοχή δεν συνεπάγεται, κατ’ ανάγκη, υποστήριξη για την ιδέα της ΚΕΦΒΔΕ. Πάντως, εκτιμήθηκε ιδιαίτερα και λήφθηκε υπόψη η τεχνική συνεισφορά από όλους τους εμπειρογνώμονες. 2.2. Οργάνωση της Ομάδας Εργασίας Η Ομάδα Εργασίας για την ΚΕΦΒΔΕ συνεδριάζει ανά τρίμηνο, υπό την προεδρία ενός υπαλλήλου από τη Γενική Διεύθυνση Φορολογίας και Τελωνειακής Ένωσης της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, και απαρτίζεται κυρίως από εμπειρογνώμονες από τις υπηρεσίες των κρατών μελών, αλλά διευρύνεται, κατά περίπτωση, με συμμετοχή εμπειρογνωμόνων από τους επιχειρηματικούς και ακαδημαϊκούς κύκλους. Οι εργασίες της ομάδας είναι απολύτως διαφανείς και είναι δυνατή η παρακολούθησή τους, μέσω μιας σειράς ειδικών ιστοσελίδων[3], οι οποίες περιέχουν λεπτομερείς πληροφορίες σχετικά με τις συνεδριάσεις της Ομάδας Εργασίας και τα έγγραφα εργασίας. Στην πρώτη συνεδρίαση της Ομάδας Εργασίας για την ΚΕΦΒΔΕ, συμφωνήθηκε ένα προσωρινό πρόγραμμα εργασίας. Όπως φαίνεται στον πίνακα στο παράρτημα 1, επισημάνθηκαν τέσσερις κύριες κατηγορίες εργασιών: - Γενικά θέματα, - Διαρθρωτικά τεχνικά στοιχεία της φορολογικής βάσης, - Διαρθρωτικές νομικές πτυχές, και - Ενοποίηση σε επίπεδο ομάδας και κατανομή της φορολογικής βάσης. Οι δύο πρώτες κατηγορίες είναι κοινές σε οποιαδήποτε φορολογική βάση – η (όποια) σχέση με τους χρηματοοικονομικούς λογαριασμούς και τις αρχές, και τα διαρθρωτικά «δομικά στοιχεία» απαντούν σε όλα τα φορολογικά συστήματα. Οι άλλες δύο κατηγορίες αφορούν πτυχές που δεν απαντούν σε όλες τις φορολογικές βάσεις και, ως εκ τούτου, είναι νέες για ορισμένα, αν όχι για όλα τα κράτη μέλη: οι νομικές πτυχές της ενοποιημένης βάσης, και η πραγματική τεχνική ενοποίησης και ο μηχανισμός κατανομής για τον επιμερισμό της βάσης μεταξύ των κρατών μελών. Τα τελικά σημεία του πίνακα είναι αυτονόητα – αυτή καθεαυτήν η νομοθεσία και η σχετική εκτίμηση του αντικτύπου. Στην προσέγγιση που ακολουθήθηκε, το προσωπικό της Επιτροπής εισήγαγε, σε κάθε συνεδρίαση της Ομάδας Εργασίας, τουλάχιστον ένα νέο θέμα προς συζήτηση, έχοντας προετοιμάσει έγγραφο εργασίας. Ανάλογα με το πόσο πολυσύνθετο ήταν το θέμα, μπορεί τότε να αποφασιζόταν η σύσταση υποομάδας εμπειρογνωμόνων από ορισμένα κράτη μέλη, προκειμένου να συνεδριάσει χωριστά για να εμβαθύνει στην ανάλυση, υπό την προεδρία ενός εμπειρογνώμονα από κάποιο κράτος μέλος. Η υποομάδα υποβάλλει περιοδική έκθεση στην Ομάδα Εργασίας, ούτως ώστε όλοι οι εμπειρογνώμονες να είναι ενήμεροι της προόδου. Αυτή η μέθοδος εργασίας προσφέρει τη δυνατότητα να υπάρξει μέγιστη τεχνική συνεισφορά από τους εμπειρογνώμονες των κρατών μελών. Κατά τη διάρκεια του 2004 και του 2005, συστάθηκαν τέσσερις υποομάδες εργασίας. 2.3. Αποτελέσματα της Ομάδας Εργασίας Κατά την πρώτη συνεδρίαση της Ομάδας Εργασίας, συζητήθηκαν οι φορολογικές αρχές που πρέπει να κατευθύνουν τις εργασίες και οι εν λόγω προκαταρτικές συζητήσεις αποτέλεσαν το πλαίσιο για τις διεξαγόμενες εργασίες σχετικά με τα διαρθρωτικά στοιχεία. Δεν κρίθηκε αναγκαία η σύσταση υποομάδας, αλλά οι φορολογικές αρχές επανεξετάστηκαν σε επακόλουθη συνεδρίαση και είναι πιθανόν να ξανασυζητηθούν σε μελλοντικές συνεδριάσεις. Αναφορικά με τα διαρθρωτικά τεχνικά στοιχεία της φορολογικής βάσης, μέχρι στιγμής έχουν συζητηθεί τέσσερις κύριες δέσμες θεμάτων: (1) Πάγια στοιχεία ενεργητικού και η απόσβεσή τους, (2) Αποθεματικά, προβλέψεις και στοιχεία παθητικού, (3) Φορολογητέο εισόδημα και (4) οι Διεθνείς πτυχές της ΚΕΦΒΔΕ. Για έκαστο από τα εν λόγω διαρθρωτικά στοιχεία, συστάθηκε ειδική υποομάδα, και οι περισσότερες έχουν ήδη συνεδριάσει αρκετές φορές. Κάθε υποομάδα μπόρεσε (ή στην περίπτωση των δύο τελευταίων υποομάδων, αναμένεται να μπορέσει) να επισημάνει ορισμένα πεδία των διαρθρωτικών στοιχείων που εξετάζει, στα οποία είναι πιθανόν να υπάρξει ευρεία συμφωνία σχετικά με τον τρόπο που πρέπει να φορολογηθούν ή να απαλλαγούν από τη φορολογία. Κάθε ομάδα έχει επίσης επισημάνει πεδία όπου υπάρχουν σαφώς περισσότερες από μία δυνατότητες, οι δε εμπειρογνώμονες, επί του παρόντος, είναι διχασμένοι ως προς το ποια είναι προτιμότερη. Οι πρώτες ενδείξεις από την τελευταία υποομάδα, που ασχολείται με τις διεθνείς πτυχές, δείχνουν ότι τα θέματα αυτά είναι ιδιαίτερα ευρείας εμβέλειας, καθώς αφορούν σχέσεις με τρίτες χώρες και ενδεχομένως έχουν συνέπειες στις υφιστάμενες διμερείς συμβάσεις περί αποφυγής διπλής φορολογίας. Η Ομάδα Εργασίας δεν έχει ακόμη εγκύψει σε ειδικά ζητήματα της ΚΕΦΒΔΕ, όπως είναι η ενοποίηση και η μέθοδος καταλογισμού των κερδών, αλλά, επειδή τα ζητήματα αυτά συνδέονται στενά με τη βάση, η Επιτροπή κρίνει ότι η Ομάδα Εργασίας πρέπει να αρχίσει τις εργασίες επί των θεμάτων αυτών αργότερα εφέτος. Πρέπει να σημειωθεί ότι, αν και μπορεί να φαίνεται ότι τα θέματα αυτά είναι λιγότερα, είναι ωστόσο εξαιρετικά περίπλοκα, και θα απαιτηθεί σημαντική εργασία, πόσω μάλλον αφού αποτελούν πεδία πέραν των παραδοσιακών στοιχείων της φορολογικής βάσης. Η μορφή της Ομάδας Εργασίας για την ΚΕΦΒΔΕ και το πρόγραμμα εργασίας φαίνεται να έχουν ισχυρή βάση, το δε αποτέλεσμα θα είναι χρήσιμο για την Επιτροπή, όταν αρχίσουν οι εργασίες σχετικά με την εκτίμηση του αντικτύπου και τη νομοθετική πρόταση καθεαυτήν. 3. Τα επόμενα βήματα 3.1. Γενική προσέγγιση Αναφέρεται συχνά ότι οι βάσεις του φόρου εταιρειών στα διάφορα κράτη μέλη της ΕΕ έχουν γίνει ευρύτερες τα τελευταία χρόνια, καθώς έχουν μειωθεί τα ειδικά φορολογικά κίνητρα. Το γεγονός αυτό καθιστά τη φορολογική βάση απλούστερη και περισσότερο διαφανή, και άρα επαρκή και ουδέτερη (κατά την έννοια ότι όσο λιγότερα ειδικά καθεστώτα και κίνητρα υπάρχουν, τόσο πιο ουδέτερη είναι η βάση), και καθιστά επίσης δυνατή την είσπραξη του ιδίου ποσού εσόδων με χαμηλότερο θεσμοθετημένο φορολογικό συντελεστή. Καθώς προχωρούν οι εργασίες σχετικά με την ΚΕΦΒΔΕ , γίνεται εμφανές ότι η νέα βάση θα λειτουργήσει καλύτερα εάν διατηρήσει αυτή την ώθηση, δηλαδή πρέπει να είναι ενιαία και να αποτελεί συνολική απλούστευση και διεύρυνση της βάσης του φόρου εταιρειών. Συνολικά, το αρχικό πρόγραμμα εργασίας, που συμφωνήθηκε προσωρινά στην πρώτη συνεδρίαση της Ομάδας Εργασίας, παραμένει σε ισχύ. Πρόθεση της Επιτροπής είναι να έχουν γενικώς ολοκληρωθεί, έως το τέλος του 2006, οι εργασίες των πρώτων τεσσάρων υποομάδων (για τα πάγια στοιχεία ενεργητικού και την απόσβεση· τις προβλέψεις, τα αποθεματικά και τα στοιχεία παθητικού· το φορολογητέο εισόδημα· και τις διεθνείς πτυχές). Προγραμματίζεται επίσης να αρχίσουν εργασίες, το 2006, σχετικά με τρία περαιτέρω στοιχεία: πρώτον, την ενοποίηση· δεύτερον, τον μηχανισμό για τον επιμερισμό της κοινής ενοποιημένης φορολογικής βάσης· και τρίτον, το διαρθρωτικό και νομικό πλαίσιο, το οποίο καλύπτει το διοικητικό πλαίσιο, τις ρυθμίσεις περί ελέγχου, τη νομική ερμηνεία και τις δικαστικές διαδικασίες. Στις εργασίες θα ληφθεί υπόψη η ειδική κατάσταση των μικρομεσαίων επιχειρήσεων. 3.2. Η σχέση μεταξύ των διεθνών λογιστικών προτύπων και της φορολογικής βάσης Αν και οι εργασίες σχετικά με την ΚΕΦΒΔΕ θα μπορούσαν να είναι ευχερέστερες, εάν σε όλες τις εταιρείες, σε όλα τα κράτη μέλη, επιτρεπόταν να χρησιμοποιήσουν τα ΔΛΠ/ΔΠΧΠ, και άρα θα υπήρχε ενιαίο σημείο εκκίνησης για όλες τις εταιρείες, η Επιτροπή δέχεται ότι επί του παρόντος δεν συμβαίνει αυτό. Δεδομένης της σπουδαιότητας της ΚΕΦΒΔΕ για το πρόγραμμα της Λισσαβώνας, η Επιτροπή δεν μπορεί να καθυστερήσει τις εργασίες για την ΚΕΦΒΔΕ, εν αναμονή τυχόν μελλοντικής εναρμόνισης της λογιστικής των επιχειρήσεων. Συν τοις άλλοις, η Ομάδα Εργασίας για την ΚΕΦΒΔΕ είναι μια τεχνική ομάδα εμπειρογνωμόνων σε θέματα φορολογίας και ο ρόλος της περιορίζεται σε τεχνικά φορολογικά θέματα. Οι κανόνες που διέπουν το περιεχόμενο της ΚΕΦΒΔΕ θα έχουν εφαρμογή είτε, σε εθνικό επίπεδο, το σημείο εκκίνησης για τις εταιρείες που καταρτίζουν τους φορολογικούς λογαριασμούς τους είναι λογαριασμοί που καταρτίζονται σύμφωνα με τα ΔΛΠ/ΔΠΧΠ, είτε είναι τα εθνικά λογιστικά πρότυπα . Επομένως, τα ΔΛΠ/ΔΠΧΠ θα χρησιμοποιηθούν μόνον ως εργαλείο για τη μελέτη της βάσης, διότι προσφέρουν μια κοινή γλώσσα και ορισμένους κοινούς ορισμούς. Ειδικότερα, τα στοιχεία των εν λόγω διεθνών προτύπων τα οποία δεν αρμόζουν στην ΚΕΦΒΔΕ δεν θα συμπεριληφθούν στην ΚΕΦΒΔΕ και δεν θα υπάρχει άμεση επίσημη σύνδεση με τα συνεχώς μεταβαλλόμενα πρότυπα (ΔΛΠ/ΔΠΧΠ). 3.3. Ενοποίηση Η Επιτροπή, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή έχουν την πεποίθηση ότι η βάση πρέπει να εισαχθεί εξ αρχής ως ενοποιημένη φορολογική βάση και, αναλόγως, όπως συνοψίζεται στο αρχικό πρόγραμμα εργασίας της Ομάδας Εργασίας για την ΚΕΦΒΔΕ, οι εργασίες σχετικά με την ενοποίηση θα αρχίσουν κατά τη διάρκεια του 2006. Αν και φιλόδοξη, η προσέγγιση αυτή θα αποφέρει τα μέγιστα οφέλη στην Εσωτερική Αγορά και θα συνεισφέρει κατά το μέγιστο στην επίτευξη των στόχων της Λισσαβώνας. Η εναλλακτική λύση της διαδικασίας δύο σταδίων, πρώτα μια κοινή βάση χωρίς ενοποίηση και κατόπιν ενοποιημένη βάση, δεν αντιμετωπίζει τα προβλήματα που άπτονται της έλλειψης διασυνοριακής αντιστάθμισης ζημιών, ούτε απλουστεύει τις υφιστάμενες δυσκολίες των τιμών μεταβίβασης. Επιπλέον, εκτός εάν οι εργασίες κατευθυνθούν προς ενοποιημένη βάση, υπάρχει κίνδυνος να καταστεί δυσχερέστερη μακροπρόθεσμα η ενοποίηση, εάν, παραδείγματος χάρη, γίνει δεκτό χαμηλότερο επίπεδο κοινής μεταχείρισης ορισμένων διαρθρωτικών στοιχείων ή μεθοδολογιών. Όντως, είναι δύσκολο να επισημανθούν πολλά πλεονεκτήματα στην απλή εισαγωγή μιας «κοινής» βάσης που θα λειτουργεί ανεξάρτητα σε κάθε κράτος μέλος, η οποία ενδέχεται, συν τω χρόνω, να εξελιχθεί πάλι σε είκοσι πέντε διαφορετικές βάσεις, καθώς τα εθνικά συμφέροντα υπερισχύουν των συμφερόντων της εσωτερικής αγοράς στο σύνολό της. Θα χρειαστούν επίσης εργασίες σχετικά με τον μηχανισμό για τον επιμερισμό της ενοποιημένης βάσης μεταξύ των κρατών μελών. Οι εργασίες αυτές μπορεί να διεξαχθούν ταυτοχρόνως, αφού τα τεχνικά ζητήματα είναι σχετικά ανεξάρτητα, ενώ από άποψη πόρων, θα απαιτηθούν διαφορετικές γνώσεις και δεξιότητες. Πράγματι, έχουν ήδη εκτελεστεί εσωτερικά, από προσωπικό της Επιτροπής, ορισμένες προκαταρκτικές εργασίες σχετικά με τους πιθανούς μηχανισμούς, όπως είναι ο τύπος επιμερισμού. 3.4. Προαιρετική έναντι υποχρεωτικής φορολογικής βάσης Η Επιτροπή, μαζί με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, επίσης εξακολουθεί να πιστεύει ότι η ΚΕΦΒΔΕ πρέπει αρχικά να προταθεί ως προαιρετική για τις εταιρείες, δεδομένου ότι ο πρωταρχικός σκοπός είναι να βελτιωθεί η λειτουργία της εσωτερικής αγοράς παρά οι εγχώριες οικονομίες των κρατών μελών. Δεν δραστηριοποιούνται όλες οι εταιρείες σε περισσότερα από ένα κράτη μέλη και δεν υπάρχει ανάγκη να αλλάξουν αυτές οι εταιρείες τη φορολογική τους βάση. Αν και η ταυτόχρονη λειτουργία δύο βάσεων φόρου εταιρειών – της ΚΕΦΒΔΕ και της εθνικής φορολογικής βάσης – ομολογουμένως θα δημιουργήσει ειδικά προβλήματα στις φορολογικές υπηρεσίες, η Επιτροπή έχει επίσης την άποψη ότι η προαιρετική ΚΕΦΒΔΕ είναι πιθανότερο να κερδίσει την υποστήριξη όλων των κρατών μελών και των επιχειρήσεων παρά η υποχρεωτική ΚΕΦΒΔΕ. Για τις επιχειρήσεις, θα είναι πολύ απλούστερο να χρησιμοποιούν μόνον μία φορολογική βάση αντί για μέχρι και είκοσι πέντε. Η μελέτη της ΚΕΦΒΔΕ ως προαιρετικής δημιουργεί επίσης κίνητρο ώστε η μελέτη της να είναι όσον το δυνατόν ανταγωνιστικότερη, απλή και ενιαία σε ολόκληρη την ΕΕ, μολονότι θα χρειαστεί να υπάρξει μέριμνα προκειμένου να μην σημειωθεί παράβαση των κανόνων περί κρατικών ενισχύσεων και να εισαχθούν κατάλληλοι κανόνες για την αντιμετώπιση των καταχρήσεων. 3.5. Πρόγραμμα εργασίας μετά το 2006 Πέραν του 2006, ο προγραμματισμός εξαρτάται από τον ρυθμό της επιτελεσθείσας προόδου στην Ομάδα Εργασίας για την ΚΕΦΒΔΕ. Στις αρχές του 2007, προγραμματίζεται να υποβληθεί περαιτέρω «έκθεση προόδου». Τον ίδιο καιρό, θα μπορούσαν να αρχίσουν εργασίες σχετικά με τα φορολογικά κίνητρα και κατά της φοροαποφυγής, με προοπτική την ολοκλήρωση των εργασιών σε γενικές γραμμές μέχρι το τέλος του 2007. Κατά τη διάρκεια του έτους, θα μπορούσαν γενικώς να ολοκληρωθούν οι εργασίες σχετικά με την ενοποίηση και τον μηχανισμό κατανομής, και θα μπορούσε να αρχίσει η διαδικασία «επανόδου» στα στοιχεία που έχουν ήδη συζητηθεί. Με τον τρόπο αυτόν, η Επιτροπή θα είναι σε θέση να ολοκληρώσει τις εργασίες και να υποβάλει συνολικό κοινοτικό νομοθετικό μέτρο κατά το τέλος του 2008. Πρέπει να σημειωθεί ότι ο όρος «ολοκλήρωση σε γενικές γραμμές" χρησιμοποιείται σκοπίμως: δεν θα επιδιωχθεί τελική συμφωνία μέχρις ότου ολοκληρωθούν οι εργασίες επί όλων των διαρθρωτικών στοιχείων. Ακόμη και τότε, καθώς η Ομάδα Εργασίας για την ΚΕΦΒΔΕ είναι τεχνική ομάδα εμπειρογνωμόνων, δεν θα λάβει επίσημες αποφάσεις. Ωστόσο, θα χρειαστεί να πραγματοποιηθεί «δεύτερος γύρος» συζητήσεων επί των διαρθρωτικών στοιχείων στο πλαίσιο της ομάδας, πριν αρχίσει η σύνταξη της νομοθεσίας, ώστε να εξασφαλιστεί ότι οι εργασίες σχετικά με τα επιμέρους στοιχεία εντάσσονται σε μια συνεκτική και ικανοποιητική συνολική προσέγγιση. 4. Συμπεράσματα Εσωτερικά, η Επιτροπή διαθέτει τους αναγκαίους πόρους προκειμένου να ανταποκριθεί στο φιλόδοξο πρόγραμμα εργασίας που παρουσιάζεται στην παρούσα ανακοίνωση, με προοπτική να είναι σε θέση να υποβάλει νομοθετική πρόταση το 2008. Εξωτερικά, έχει συσταθεί η Ομάδα Εργασίας για την ΚΕΦΒΔΕ και διαθέτει τους αναγκαίους μηχανισμούς για συζητήσεις με εμπειρογνώμονες από τις διοικητικές υπηρεσίες των κρατών μελών, τις επιχειρήσεις και τους ακαδημαϊκούς κύκλους. Παρ’ όλα ταύτα, η διαδικασία αυτή είναι απαιτητική και, προκειμένου να αποδώσει αποτελέσματα, θα χρειαστούν περισσότερες δεσμεύσεις από περισσότερα κράτη μέλη. Μολονότι επετεύχθη καλή αρχική πρόοδος σε αρκετά πεδία, υπάρχουν τρία πιθανά πεδία που δημιουργούν προβληματισμούς. Πρώτον, υπάρχει μια τάση ορισμένων εμπειρογνωμόνων να υποστηρίζουν κυρίως ορισμένες πλευρές του δικού τους ισχύοντος φορολογικού συστήματος, αντί να επιδιώκουν λύση η οποία θα μπορούσε να εφαρμοστεί σε ολόκληρη την ΕΕ. Δεύτερον, υπάρχει μια τάση είτε για αναβολή των συζητήσεων σχετικά με τα «δυσκολότερα» στοιχεία, είτε για προσπάθεια να διατηρηθούν δύο διαφορετικές λύσεις για κάθε θέμα, με την υπόδειξη ότι είναι δυνατόν να διατηρηθεί κάποιο στοιχείο επιλογής. Τρίτον, υπάρχει αυξανόμενη ανακολουθία στο μέγεθος των πόρων που διαθέτουν τα κράτη μέλη για τις εργασίες, γεγονός το οποίο, δεδομένου του φιλόδοξου χρονοδιαγράμματος, ενδέχεται να καταλήξει σε καθυστερήσεις στην εφαρμογή αυτού του θεμελιώδους μέρους της στρατηγικής για την επίτευξη των στόχων της Λισσαβώνας. Αν και είναι κατανοητό να προτιμούν οι εμπειρογνώμονες «αυτό που ήδη ξέρουν», και να υποστηρίζουν ότι, αφού έχει λειτουργήσει στη χώρα τους για πολλά χρόνια, δεν υπάρχει λόγος αλλαγής, αυτό εμποδίζει την πρόοδο της μελέτης για μια κοινή φορολογική βάση. Ακριβώς επειδή υπάρχουν τόσο πολλές διαφορές μεταξύ των υφισταμένων εθνικών κανόνων, υπάρχει και ανάγκη για ενιαία κοινή λύση. Εάν κάθε κράτος μέλος επέμενε να διατηρήσει τους δικούς του ισχύοντες κανόνες, τότε δεν θα υπήρχε καμία κοινή βάση – εν ολίγοις, η υιοθέτηση μιας κοινής βάσης κατ’ ανάγκη συνεπάγεται αλλαγές στους υφιστάμενους εσωτερικούς κανόνες υπολογισμού. Στο πλαίσιο αυτό, είναι βασικό να χρησιμοποιηθεί η κατάρτιση μιας νέας κοινής φορολογικής βάσης ως ευκαιρία για οικονομική μεταρρύθμιση, με επιδίωξη τον εκσυγχρονισμό και την απλούστευση των φορολογικών κανόνων. Ομοίως, η ανάγκη να επιτευχθεί κάποια αρχική πρόοδος ευλόγως οδήγησε στην αναβολή των συζητήσεων επί ορισμένων θεμάτων, ούτως ώστε να μην υπάρξει καθυστέρηση. Αυτό, όμως, δεν μπορεί να συνεχίσει επ’ άπειρον. Ακόμη περισσότερο, δεν είναι επιθυμητό να «υπάρξει συμβιβασμός», επιτρέποντας για κάθε θέμα τη συνύπαρξη δύο τελείως διαφορετικών τεχνικών λύσεων ως εθνικών επιλογών, διότι το γεγονός αυτό δεν θα προσφέρει όλα τα οφέλη της απλούστευσης. Όταν μια ομάδα εταιρειών δραστηριοποιείται σε διάφορα κράτη μέλη, είναι σημαντικό να είναι σε θέση να ακολουθήσει κοινή προσέγγιση όσον αφορά τη συμμόρφωση με τις φορολογικές απαιτήσεις – δεν θα είναι πολύ χρήσιμο εάν κάθε μια πρέπει ακόμη να συμμορφώνεται με διαφορετικές απαιτήσεις, ανάλογα με το που δραστηριοποιείται. Σε περίπτωση που οι εν λόγω «εναλλακτικές λύσεις» επεκταθούν πέραν των μεθοδολογιών υπολογισμού στην πραγματική φορολογική μεταχείριση ορισμένων πράξεων, τότε όχι μόνον θυσιάζεται η απλούστευση, αλλά επιπλέον θα προκύψουν δυσκολίες στη διαδικασία ενοποίησης, όπως προαναφέρθηκε. Καθώς επιταχύνονται οι εργασίες για την ΚΕΦΒΔΕ, αυξάνονται οι ανάγκες σε ανθρώπινους πόρους. Η πολιτική προτεραιότητα που δόθηκε στην επίτευξη των στόχων της Λισσαβώνας, στην οποία θα συμβάλει σημαντικά η ΚΕΦΒΔΕ, πρέπει να αντικατοπτρίζεται στην κατανομή των ανθρώπινων πόρων. Η Επιτροπή έχει ανταποκριθεί, διαθέτοντας επιπλέον προσωπικό στο έργο και ορισμένα κράτη μέλη έχουν πράξει το ίδιο. Είναι σαφή τα πλεονεκτήματα μιας ειδικευμένης ομάδας και η διάθεση επαρκών πόρων θα καταστήσει δυνατή την πλήρη συμμετοχή όλων στο έργο. Οι αρχικές εργασίες για κάθε διαρθρωτικό στοιχείο της φορολογικής βάσης συνεπάγονται κατ’ ανάγκη έναν βαθμό «συλλογής πληροφοριών», αλλά υπάρχει κίνδυνος εκείνοι που αφιερώνουν ανεπαρκείς πόρους στο έργο να είναι λιγότερο ικανοποιημένοι με την ενδεχόμενη πρόταση της Επιτροπής από εκείνους που έχουν συμμετάσχει περισσότερο ενεργά. Η επιλογή των συγκεκριμένων εμπειρογνωμόνων, οι οποίοι παρίστανται σε κάθε συνεδρίαση της Ομάδας Εργασίας και κάθε υποομάδας, σκοπίμως αφέθηκε στα κράτη μέλη, ώστε να τους επιτρέψει να προσφύγουν σε ένα φάσμα εμπειρογνωμόνων με γνώσεις της συγκεκριμένης πτυχής της φορολογικής βάσης που είναι υπό συζήτηση σε εκάστη συνεδρίαση. Η Επιτροπή αναγνωρίζει ότι, σε ορισμένα θέματα, οι τεχνικοί εμπειρογνώμονες δεν είναι σε θέση να υποστηρίξουν τις εργασίες για ένα συγκεκριμένο στοιχείο, χωρίς περαιτέρω πολιτική ή ανωτέρου επιπέδου υποστήριξη. Ως εκ τούτου, η παρούσα ανακοίνωση έχει διπλό σκοπό: αφενός, να παρουσιάσει την επιτελεσθείσα πρόοδο και, αφετέρου, να επιστήσει την προσοχή σε εκείνους τους τομείς όπου είναι επιθυμητή η περαιτέρω πολιτική υποστήριξη και χάραξη κατευθύνσεων. Αναγνωρίζεται ότι τα κράτη μέλη δεν θα μπορέσουν να λάβουν τελική απόφαση σχετικά με την υποστήριξη ή μη της ΚΕΦΒΔΕ μέχρις ότου υποβληθεί επίσημη πρόταση από την Επιτροπή, αλλά για να συνεχιστεί η πρόοδος, είναι απαραίτητο να υπάρξει σαφής υποστήριξη για τη γενική ιδέα και το πρόγραμμα εργασίας. Εν συμπεράσματι: - Μολονότι ο ορισμός της ΚΕΦΒΔΕ μπορεί να εμπνέεται ως ιδέα από τα αντίστοιχα διεθνή λογιστικά πρότυπα (ΔΛΠ/ΔΠΧΠ), δεν πρέπει να καθοριστεί τυπική σύνδεση μεταξύ των δύο, διότι δεν είναι σε θέση να χρησιμοποιήσουν όλες οι εταιρείες τα ΔΛΠ/ΔΠΧΠ, και διότι τα πρότυπα αλλάζουν συχνά. Επομένως, η νομοθεσία για την ΚΕΦΒΔΕ πρέπει να είναι αυτοτελές έγγραφο, που να περιέχει όλους τους αναγκαίους ορισμούς για τον καθορισμό των φορολογητέων κερδών. - Το αρχικό πρόγραμμα για την ΚΕΦΒΔΕ, το οποίο προβλέπει προαιρετική φορολογική βάση για τις εταιρείες, με ενοποίηση, και κατανομή μεταξύ των κρατών μελών, παραμένει η καλύτερη προσέγγιση προκειμένου να επιτευχθεί η εφαρμογή της ΚΕΦΒΔΕ και η επακόλουθη συμβολή στην επίτευξη των στόχων της Λισσαβώνας. Χωρίς να προδικάζονται οι μελλοντικές πολιτικές αποφάσεις, οι τεχνικές εργασίες πρέπει, άρα, να προχωρήσουν προς αυτή την κατεύθυνση. - Η παρούσα προσέγγιση της στενής συνεργασίας με τους εμπειρογνώμονες των κρατών είναι ο καλύτερος τρόπος για να εξασφαλιστεί η αποδοχή της ενδεχόμενης νομοθετικής πρότασης της Επιτροπής από τα κράτη μέλη. Με τον τρόπο αυτόν, τα κράτη μέλη μπορούν να συμμετάσχουν στις εργασίες, χωρίς να αναλάβουν πρόωρες ή τελικές δεσμεύσεις σχετικά με την ΚΕΦΒΔΕ. Είναι επίσης χρήσιμη η συνεργασία με τους επιχειρηματικούς και πανεπιστημιακούς κύκλους, όπως φάνηκε στη συνεδρίαση «διευρυμένης σύνθεσης» της Ομάδας Εργασίας για την ΚΕΦΒΔΕ, τον Δεκέμβριο. - Έχει επιτελεστεί εύλογη πρόοδος για τον καθορισμό της ΚΕΦΒΔΕ, με καλή συνεισφορά από τους εμπειρογνώμονες των κρατών μελών στην Ομάδα Εργασίας για την ΚΕΦΒΔΕ. Η ποιότητα των περαιτέρω εργασιών θα εξαρτηθεί από την ενεργό συμμετοχή τόσο των κρατών μελών, όσο και της Επιτροπής. - Η εισαγωγή μιας απλής, σύγχρονης και διαφανούς κοινής ενοποιημένης φορολογικής βάσης συνεπάγεται κατ’ ανάγκη ορισμένες αλλαγές από πλευράς κρατών μελών, ειδάλλως δεν θα επιτευχθούν τα οφέλη που αναμένονται από την κοινή βάση· επομένως, είναι σημαντικό να επιδείξουν ανοικτό πνεύμα και ευελιξία όλοι οι συμμετέχοντες στη διαδικασία. Η Επιτροπή θεωρεί ευπρόσδεκτη την πολιτική υποστήριξη και τη χάραξη κατευθύνσεων από τα κράτη μέλη βάσει των ανωτέρω συμπερασμάτων. ΠΑΡΑΡΤΗΜΑΤΑ Παράρτημα 1 Σύνοψη του προγράμματος εργασίας της Ομάδας Εργασίας για την ΚΕΦΒΔΕ ΚΕΦΒΔΕ – σύνοψη του προγράμματος εργασίας και της επιτελεσθείσας προόδου Γενικά | Επιπτώσεις και χρήση των ΔΛΠ/ΔΠΧΠ(1) Φορολογικός ισολογισμός/Εξάρτηση Φορολογικές αρχές | → | Αρχικές συζητήσεις στην Ομάδα Εργασίας | Διαρθρωτικά, τεχνικά στοιχεία της φορολογικής βάσης | Πάγια στοιχεία ενεργητικού και φορολογική απόσβεση – υλικά και άυλα περιουσιακά στοιχεία Υπεραξίες – υλικά και άυλα περιουσιακά στοιχεία Χρηματοδοτική μίσθωση/οικονομική ιδιοκτησία | → | Αρχικές συζητήσεις στην Ομάδα Εργασίας Περαιτέρω συζητήσεις στην υποομάδα | Αποθεματικά/Προβλέψεις/Στοιχεία παθητικού | → | Αρχικές συζητήσεις στην Ομάδα Εργασίας Περαιτέρω συζητήσεις στην υποομάδα | Φορολογητέο εισόδημα Εκπτώσεις Μεταφορά ζημιών στην προηγούμενη/επόμενη χρήση | → | Αρχικές συζητήσεις στην Ομάδα Εργασίας Περαιτέρω συζητήσεις στην υποομάδα | Χρηματοοικονομικά στοιχεία ενεργητικού Χρηματοοικονομικές δραστηριότητες | → | Αρχικές συζητήσεις στην Ομάδα Εργασίας | Διεθνείς πτυχές Οριοθέτηση – ΕΕ/εκτός ΕΕ Αποφυγή διπλής φορολογίας | → | Αρχικές συζητήσεις στην Ομάδα Εργασίας Περαιτέρω συζητήσεις στην υποομάδα | Συνδέσεις/συγχωνεύσεις επιχειρήσεων Μερίσματα/Διανομές κερδών | → | Δεν έχουν ακόμη αρχίσει | Κίνητρα, συμπεριλαμβανομένης της Ε&Α | → | Δεν έχουν ακόμη αρχίσει | Διαρθρωτικά – νομικά | Διοικητικό πλαίσιο Λογιστικός έλεγχος Ερμηνεία/δικαστήρια κ.λπ. | → | Δεν έχουν ακόμη αρχίσει | Μέτρα κατά της φοροαποφυγής | → | Δεν έχουν ακόμη αρχίσει | Υποχρεωτική/προαιρετική εφαρμογή από τις εταιρείες Περιορισμός – μέγεθος/τομέας | → | Θα συζητηθεί εκτός του πλαισίου της τεχνικής Ομάδας Εργασίας | Ενοποίηση και καταλογισμός | Μέθοδος ενοποίησης, κανόνες κ.λπ. Μέθοδος καταλογισμού | → | Έχουν αρχίσει εσωτερικές εργασίες στην Επιτροπή Δεν έχουν ακόμη αρχίσει στην Ομάδα Εργασίας | Συνολικές συζητήσεις για τη σύνδεση των διαρθρωτικών στοιχείων Επιπρόσθετα θέματα που επισημάνθηκαν κατά τις εργασίες | → | Δεν έχουν ακόμη αρχίσει | Αξιολόγηση των επιπτώσεων της ΚΕΦΒΔΕ Σύνταξη νομοθετικής πρότασης | → | Δεν έχουν ακόμη αρχίσει | (1) Διεθνή Λογιστικά Πρότυπα / Διεθνή Πρότυπα Χρηματοοικονομικής Πληροφόρησης Παράρτημα 2 Συνοπτικές πληροφορίες σχετικά με την επιτελεσθείσα τεχνική πρόοδο στην ομάδα εργασίας για την ΚΕΦΒΔΕ Λογιστικά πρότυπα και εξάρτηση της χρηματοοικονομικής και φορολογικής λογιστικής Ο βαθμός σύνδεσης μεταξύ χρηματοοικονομικών λογαριασμών και φορολογικών λογαριασμών ή της φορολογικής βάσης είναι χρόνιο πρόβλημα. Μολονότι πολλές εταιρείες τώρα καταρτίζουν τους χρηματοοικονομικούς λογαριασμούς τους σύμφωνα με τα Διεθνή Λογιστικά Πρότυπα και τα Διεθνή Πρότυπα Χρηματοοικονομικής Πληροφόρησης (ΔΛΠ/ΔΠΧΠ)[4], πολλές είναι ακόμη υποχρεωμένες να χρησιμοποιούν εθνικά λογιστικά πρότυπα αντί για τα ΔΛΠ/ΔΠΧΠ. Καθώς δεν χρησιμοποιούν όλες οι εταιρείες τους ίδιους λογιστικούς κανόνες, είναι θεωρητικώς αδύνατη η συνέχιση της «εξάρτησης» των φορολογικών λογαριασμών από τους χρηματοοικονομικούς λογαριασμούς και/ή της «αντίστροφης εξάρτησης». Επί του παρόντος, υπάρχουν 25 διαφορετικές δέσμες εθνικών κανόνων χρηματοοικονομικής λογιστικής. Αναλόγως, οι χρηματοοικονομικοί λογαριασμοί, που καταρτίζονται σύμφωνα με τις εν λόγω 25 διαφορετικές δέσμες κανόνων, δεν μπορούν να συνδέονται άμεσα με μια ενιαία, ταυτόσημη κοινή φορολογική βάση. Θα χρειαστεί κάποια μορφή συνδιαλλαγής σε εθνικό επίπεδο. Έπεται ότι η νομοθεσία για την ΚΕΦΒΔΕ θα πρέπει ρητώς να περιλαμβάνει ορισμούς, οι οποίοι σε πολλά κράτη μέλη επί του παρόντος απλώς επαναλαμβάνονται από τους εθνικούς τους λογιστικούς κανόνες και κανονισμούς για τους σκοπούς της εθνικής τους φορολογικής βάσης. Φορολογικές αρχές Οποιαδήποτε νέα φορολογική βάση καταρτιστεί θα πρέπει να βασίζεται σταθερά σε καθιερωμένες φορολογικές αρχές και, στην πρώτη συνεδρίαση της Ομάδας Εργασίας, συζητήθηκε μια σειρά πιθανών αρχών. Οι εν λόγω αρχές πρέπει να αποτελέσουν χρήσιμο «κατάλογο», με βάση τον οποίο να αξιολογούνται οι ενδεχόμενες λύσεις που προκύπτουν κατά τη διάρκεια των συζητήσεων σχετικά με τα επιμέρους στοιχεία. Ωστόσο δεν θεωρήθηκε επιθυμητό ή αναγκαίο στην αρχή της διαδικασίας, ούτε να υπάρξει επίσημη συμφωνία επί μιας τελικής δέσμης αρχών, ούτε να τεθούν οι επιμέρους αρχές σε σειρά προτεραιότητας, διότι ενδέχεται να έλθουν σε σύγκρουση σε ορισμένες περιπτώσεις. Ούτε λήφθηκε απόφαση σχετικά με το κατά πόσον θα πρέπει να εγκριθεί ή όχι επίσημη δήλωση αρχών ως μέρος της ΚΕΦΒΔΕ, αν και σημειώθηκε ότι κανένα κράτος μέλος δεν έχει επί του παρόντος τέτοιου είδους δήλωση στη νομοθεσία του. Φαίνεται ότι υπάρχει ευρεία συναίνεση ότι η παρούσα ευέλικτη προσέγγιση είναι η καταλληλότερη και δεν υπάρχουν σχέδια με σκοπό να προταθεί επίσημη διατύπωση δήλωσης επί των φορολογικών αρχών, στο παρόν στάδιο. Κατά τη διάρκεια των συζητήσεων σχετικά με τις αρχές, σημειώθηκε ότι συζητούνται εν γένει στο πλαίσιο του συνολικού φορολογικού συστήματος, δηλαδή συμπεριλαμβανομένης της βάσης και του συντελεστή· της εταιρείας και του μεμονωμένου μετόχου. Επομένως, δεν εφαρμόζονται αυτομάτως στην παρούσα διαδικασία, η οποία αφορά τη φορολογική βάση των εταιρειών. Παρ’ όλα ταύτα, ορισμένα στοιχεία είναι σαφώς σχετικά, κυρίως οι αρχές της επάρκειας (που περιγράφεται επίσης ως ουδετερότητα, ιδίως σε σχέση με διάφορους τύπους επενδύσεων), της απλούστευσης, της διαφάνειας και της βεβαιότητας. Η μελέτη μιας νέας φορολογικής βάσης δημιουργεί μια «χρυσή» ευκαιρία να τηρηθούν αυτές οι αρχές και η Επιτροπή επιθυμεί να τονίσει ιδιαίτερα τη σπουδαιότητα της απλούστευσης. Διαρθρωτικά στοιχεία της φορολογικής βάσης Όπως αναφέρεται στο βασικό κείμενο, έχουν ήδη αρχίσει εργασίες σχετικά με τέσσερα κύρια διαρθρωτικά στοιχεία: (i) πάγια στοιχεία ενεργητικού και απόσβεση (περιλαμβάνονται οι υπεραξίες), (ii) αποθεματικά, προβλέψεις και στοιχεία παθητικού, (iii) καθαρό φορολογητέο εισόδημα και (iv) διεθνείς πτυχές. Πάγια στοιχεία ενεργητικού και απόσβεση (συμπεριλαμβανομένων των υπεραξιών) Εν γένει, οι συζητήσεις σχετικά με τα πάγια στοιχεία ενεργητικού και τη φορολογική απόσβεση, όπως και σχετικά με τις υπεραξίες και ζημίες, υπήρξαν καρποφόρες και η υποομάδα που ασχολήθηκε με αυτό το θέμα επεσήμανε κοινές προσεγγίσεις σε διάφορα πεδία. Μεταξύ αυτών, περιλαμβάνεται ο ορισμός των αποσβέσιμων στοιχείων ενεργητικού, η ανάγκη για ενιαίο ορισμό του πότε αναγνωρίζεται ένα στοιχείο ενεργητικού και η προσέγγιση των άυλων στοιχείων του ενεργητικού, και ιδιαίτερα η διάκριση μεταξύ αποκτηθέντων και αυτοδημιούργητων άυλων στοιχείων. Έχουν επίσης καλυφθεί ορισμένα σχετικά λεπτομερέστερα ζητήματα, όπως τα στοιχεία ενεργητικού πολύ χαμηλής αξίας, και η προσέγγιση της νομικής, σε αντίθεση με την οικονομική ιδιοκτησία. Παραμένουν διιστάμενες απόψεις σε άλλα πεδία, όπως είναι ο τρόπος αντιμετώπισης σοβαρών επισκευών σε στοιχεία ενεργητικού που έχουν υποστεί ζημίες. Η συζήτηση και η ανάλυση, που διεξήχθησαν από την υποομάδα και τη βασική Ομάδα Εργασίας, θα αποτελέσουν πολύτιμη συνεισφορά και σημείο εκκίνησης για την ενδεχόμενη πρόταση της Επιτροπής, αλλά θα πρέπει επίσης να ληφθούν υπόψη και συνεισφορές εκτός της Ομάδας Εργασίας. Το κύριο ζήτημα επί του οποίου διίστανται οι απόψεις αφορά την επιλογή μεταξύ μεμονωμένης απόσβεσης στοιχειών ενεργητικού και συγκεντρωτική απόσβεση. Για τη μεμονωμένη απόσβεση στοιχείων ενεργητικού απαιτείται να εκτιμάται η χρήσιμη διάρκεια ζωής κάθε στοιχείου ενεργητικού κατά την απόκτησή του και να γίνεται απόσβεσή του μεμονωμένα κατά τη διάρκεια της χρήσιμης ζωής του. Στην πράξη τηρούνται από τις φορολογικές υπηρεσίες που ακολουθούν αυτή την πρακτική λεπτομερείς πίνακες των στοιχείων ενεργητικού και της χρήσιμης ζωής τους. Για τη συγκεντρωτική απόσβεση υποτίθεται ότι όλα τα στοιχεία ενεργητικού σε μια ομάδα έχουν μια κοινή «ζωή» και πραγματοποιείται απόσβεση της ομάδας αντί για τα επιμέρους στοιχεία ενεργητικού. Αυτό είναι πολύ απλούστερο, εφόσον οι υπηρεσίες δεν χρειάζεται να διατηρούν λεπτομερείς καταλόγους των επιμέρους στοιχείων ενεργητικού και της υπολογιζόμενης χρήσιμης ζωής τους, αν και η μέθοδος αυτή πιθανώς είναι λιγότερο ακριβής. Κατά την άποψη της Επιτροπής, αξίζει να εξεταστεί περαιτέρω η δυνατότητα μιας σειράς ομαδοποιήσεων, ως πιθανή συμβιβαστική λύση. Η Επιτροπή είναι πεπεισμένη ότι η συγκεντρωτική απόσβεση είναι προτιμότερη για την ΚΕΦΒΔΕ, καθώς είναι απλή και αποδοτική, πιστεύει δε ότι πρέπει να είναι δυνατή μια συμβιβαστική λύση με βάση έναν μικρό αριθμό ομαδοποιήσεων. Η απλούστευση και η αποδοτικότητα συνιστούν βασικούς σκοπούς της ΚΕΦΒΔΕ και η αναγκαία εναρμόνιση των διαφόρων υφισταμένων εθνικών πινάκων, στους οποίους αναγράφεται η χρήσιμη ζωή πολλών χιλιάδων μεμονωμένων αποσβέσιμων στοιχείων ενεργητικού, αποτελεί πολύ απαιτητικό και χρονοβόρο έργο, το οποίο, ακόμη και αν ήταν δυνατόν να επιτευχθεί εγκαίρως, δεν θα συνέβαλλε ούτε στην απλούστευση, ούτε στην επάρκεια. Συν τοις άλλοις, η συγκεντρωτική απόσβεση προσφέρει το επιπρόσθετο πλεονέκτημα ότι ρυθμίζει επίσης ορισμένα συναφή ζητήματα, όπως την πρόβλεψη φορολογικής ελάφρυνσης για την πώληση ορισμένων στοιχείων του ενεργητικού («rollover relief»), ζήτημα το οποίο παραμένει ανεπίλυτο στο πλαίσιο της προσέγγισης των στοιχείων του ενεργητικού μεμονωμένα. Αποθεματικά, προβλέψεις και στοιχεία παθητικού Η χορήγηση φορολογικής έκπτωσης όταν δημιουργείται πρόβλεψη, αντί να υπάρχει αναμονή μέχρι να πραγματοποιηθεί όντως η δαπάνη, απλώς επισπεύδει την έκπτωση, και άρα η ενδεχόμενη απώλεια εσόδων για τις φορολογικές αρχές αφορά απλώς το χρονικό διάστημα της αναγνώρισης της έκπτωσης νωρίτερα. Ωστόσο, υπάρχει σήμερα ευρύ φάσμα πρακτικών στα κράτη μέλη, και ορισμένες από τις ενδεχόμενες προβλέψεις, π.χ. εκείνες που αφορούν το κόστος καθαρισμού του περιβάλλοντος, μπορεί να είναι υψηλές σε σχέση με τη φορολογική βάση μιας συγκεκριμένης οντότητας. Όσον αφορά τους ορισμούς, έχει σημειωθεί σημαντική πρόοδος, με βάση κυρίως τους υπάρχοντες ορισμούς που υπάρχουν στα ΔΛΠ/ΔΠΧΠ, όπως είναι οι ορισμοί ότι οι «προβλέψεις είναι υποχρεώσεις αβέβαιου χρόνου ή ποσού» και οι «υποχρεώσεις είναι παρούσες δεσμεύσεις των επιχειρήσεων, ως αποτέλεσμα ενός γεγονότος του παρελθόντος». Παρ’ όλα ταύτα, αποδείχτηκε δύσκολο να συμβιβαστούν οι διάφορες μεθοδολογίες χορήγησης φορολογικών εκπτώσεων, που χρησιμοποιούνται επί του παρόντος από τα κράτη μέλη. Η Επιτροπή πιστεύει ότι οι δύο βασικές προσεγγίσεις που συζητήθηκαν (προβλέψεις εν γένει μη εκπιπτόμενες φορολογικά, με κατάλογο εκπιπτομένων εξαιρέσεων, ή προβλέψεις εν γένει εκπιπτόμενες φορολογικά, με κατάλογο μη εκπιπτομένων εξαιρέσεων) δεν είναι τόσο αντιφατικές όσο φαίνεται. Και οι δύο τεχνικές αναμένεται να καταλήξουν στα ίδια αποτελέσματα, και να προβλέπουν τις βασικές καθορισμένες αρχές του τι πρέπει να είναι εκπεστέο φορολογικά. Η Επιτροπή προτιμά την ιδέα να καταρτιστεί γενικός ορισμός των εκπιπτομένων φορολογικά προβλέψεων, συνοδευόμενο από κατάλογο μη εκπιπτομένων εξαιρέσεων, καθώς αυτός φαίνεται να είναι ο αποδοτικότερος τρόπος ρύθμισης του θέματος. Ειδικότερα, οι συζητήσεις σχετικά με τις προβλέψεις για τις δαπάνες καθαρισμού του περιβάλλοντος έφεραν στο προσκήνιο μια από τις περιπτώσεις όπου η εταιρεία ενδέχεται να είναι υποχρεωμένη εκ του νόμου – βάσει της εθνικής «μη φορολογικής» νομοθεσίας – να δημιουργήσει ορισμένες προβλέψεις. Φαίνεται τώρα να υπάρχει γενική παραδοχή, σε τεχνικό επίπεδο, ότι θα χρειαστεί κάποιος βαθμός αμοιβαίας αναγνώρισης των εθνικών νομικών απαιτήσεων, πράγμα το οποίο έχει σημαντικές συνέπειες πέραν της περιβαλλοντικής πολιτικής, π.χ., σε περίπτωση που πραγματοποιούνται ορισμένες δαπάνες ως αποτέλεσμα της εθνικής νομοθεσίας. Όσον αφορά τις προβλέψεις, η ρύθμιση αυτή φαίνεται επίσης να ανταποκρίνεται στην αρχή της «δυνατότητας πληρωμής», κατά την έννοια ότι, εάν αναβληθεί η αναγνώριση της πρόβλεψης για δαπάνες καθαρισμού του περιβάλλοντος μέχρις ότου πραγματοποιηθούν – το οποίο μπορεί να είναι όταν έχουν παύσει οι δραστηριότητες – η εταιρεία ενδέχεται να μείνει χωρίς κέρδη για να «πληρώσει» τον καθαρισμό. Οι συζητήσεις επ’ αυτού του θέματος επηρεάστηκαν και από άλλους μη φορολογικούς προβληματισμούς. Για παράδειγμα, σε περίπτωση που συνδέονται στενά οι χρηματοοικονομικοί λογαριασμοί και οι φορολογικοί λογαριασμοί, και αυτοί οι λογαριασμοί «διπλού σκοπού» χρησιμοποιούνται επίσης και για άλλους σκοπούς, όπως τον καθορισμό των ποσών που μπορούν να διανεμηθούν ως μέρισμα στους μετόχους, οι αλλαγές στις υπάρχουσες πρακτικές μάλλον φαίνεται ότι δημιουργούν προβλήματα σε ορισμένα κράτη μέλη. Παρ’ όλα ταύτα, η ΚΕΦΒΔΕ δεν αποσκοπεί στην εναρμόνιση της νομοθεσίας πέραν εκείνης που αφορά τον υπολογισμό της φορολογικής βάσης. Χρειάζεται, επομένως, να υπάρξει μέριμνα προκειμένου αυτοί οι «φορολογικοί» προβληματισμοί να μην αποκτήσουν υπέρμετρη βαρύτητα. Παραδείγματος χάριν, πρέπει να είναι δυνατόν να καθορίζονται τα διανεμητέα αποθεματικά σε εθνικό επίπεδο κατά τέτοιο τρόπο ώστε η φορολογική μεταχείριση στην ΚΕΦΒΔΕ είτε να αναγνωρίζεται, είτε όχι, ανάλογα με την προσέγγιση εκάστου κράτους μέλους σχετικά με το ποια αποθεματικά δύνανται να διανεμηθούν. Φορολογητέο εισόδημα Οι εργασίες για τον προσδιορισμό του διαρθρωτικού στοιχείου «φορολογητέο εισόδημα» άρχισαν τον Σεπτέμβριο του 2005. Επισημάνθηκαν τρεις βασικοί παράγοντες : ο προσδιορισμός των εσόδων, ο προσδιορισμός των δαπανών και το μεθοδολογικό ζήτημα του πώς θα πρέπει να διενεργηθούν οι υπολογισμοί. Όσον αφορά τα έσοδα, ένα από τα αρχικά ερωτήματα αφορούσε το κατά πόσον πρέπει να γίνει διαχωρισμός ή όχι μεταξύ επιχειρηματικών και μη επιχειρηματικών εσόδων. Μολονότι δεν συνήχθησαν τελικά συμπεράσματα, υπήρξε σχετικά μικρή υποστήριξη στην Ομάδα Εργασίας όσον αφορά τη δημιουργία διάκρισης τέτοιου είδους. Σε γενικούς όρους, υπάρχουν σαφείς ομοιότητες μεταξύ των εθνικών φορολογικών βάσεων, αλλά, όταν εξετάζονται οι λεπτομερείς πράξεις, το θέμα γίνεται περισσότερο πολύπλοκο. Παραδείγματος χάριν, το ζήτημα του χρονοδιαγράμματος, όσον αφορά το χρονικό σημείο από το οποίο πρέπει να αναγνωριστεί ότι έλαβε χώρα μια πράξη, είναι ιδιαίτερα περίπλοκο. Επί του παρόντος, το εθνικό αστικό δίκαιο γενικώς προβλέπει τη λύση, αλλά στο πλαίσιο της ΚΕΦΒΔΕ δεν θα είναι κατ’ ανάγκη δυνατόν να ληφθεί ως βάση το εθνικό αστικό δίκαιο, διότι αυτό θα μπορούσε να καταλήξει σε διαφορές: οι λεπτομερείς διατάξεις του αστικού δικαίου δεν είναι εναρμονισμένες εντός της ΕΕ. Οι εργασίες που έχουν εκτελεστεί σχετικά με τις κεφαλαιουχικές δαπάνες και την απόσβεση θα αποτελέσουν χρήσιμο σημείο αναφοράς για την προώθηση των συζητήσεων. Παρόμοια ζητήματα ανακύπτουν και σχετικά με τις δαπάνες και θα είναι σημαντικό να εξασφαλιστεί λογική συνέπεια μεταξύ των ορισμών των εσόδων και των δαπανών, καθώς είναι σαφές ότι οι δαπάνες της μιας εταιρείας γενικώς αντιπροσωπεύουν έσοδα άλλης εταιρείας. Στο πλαίσιο αυτό, η μεταχείριση των μακροπρόθεσμων συμβάσεων χρήζει ιδιαίτερης προσοχής. Η παροχή και η χρήση υπηρεσιών, σε αντίθεση με τα εμπορεύματα, αποτελεί μια άλλη «υπο-δέσμη» πράξεων για τις οποίες χρειάζεται να διατυπωθούν τελικά κατάλληλοι ορισμοί. Τέλος, θα πρέπει να επιλυθεί το μεθοδολογικό ζήτημα του πώς πρέπει να διενεργηθούν οι υπολογισμοί. Εδώ το ζήτημα είναι μέχρι ποίου σημείου πρέπει να γίνεται επίσημη αναφορά στο άνοιγμα και το κλείσιμο των ισολογισμών και κατά πόσον ο υπολογισμός των εσόδων πρέπει να εστιαστεί κυρίως σε αυτό ή μήπως στον λογαριασμό αποτελεσμάτων χρήσεως, που είναι η βασική πηγή πληροφοριών. Επ’ αυτού, θα εξεταστεί η ιδέα του φορολογικού ισολογισμού και το κατά πόσον πρέπει να αποτελεί μέρος της ΚΕΦΒΔΕ. Το θέμα αυτό άπτεται μέχρις ενός σημείου του ζητήματος της εξάρτησης μεταξύ φορολογίας και λογιστικής. Χωρίς κοινή δέσμη κανόνων για την κατάρτιση των χρηματοοικονομικών λογαριασμών, εάν ο ισολογισμός αποτελεί το βασικό μέρος του υπολογισμού του φόρου, η ΚΕΦΒΔΕ ίσως πρέπει να συμπεριλαμβάνει ειδικούς κανόνες για τον προσδιορισμό των στοιχείων του «φορολογικού» ισολογισμού. Διεθνείς πτυχές Τα εθνικά φορολογικά συστήματα περιλαμβάνουν κανόνες για τη φορολογική μεταχείριση των εσόδων που αποκομίζουν οι κάτοικοι της χώρας τους σε τρίτες χώρες, και επίσης για τη φορολογική μεταχείριση των εσόδων που αποκομίζουν οι μη κάτοικοι (εταιρείες εγκατεστημένες σε τρίτες χώρες), το οποίο πηγάζει στο έδαφός τους. Προκειμένου να αποφευχθεί η διπλή φορολόγηση, τα κράτη μέλη παραδοσιακά συνάπτουν διμερείς συμβάσεις περί αποφυγής διπλής φορολογίας με τρίτες χώρες, οι οποίες προβλέπουν δέσμη κανόνων για τον καθορισμό των δικαιωμάτων φορολόγησης. Σήμερα, υπάρχουν τέτοιους είδους συμβάσεις και μεταξύ κρατών μελών της ΕΕ. Οι συμβάσεις αυτές θα γίνουν λιγότερο σημαντικές, όταν εφαρμοστεί η ΚΕΦΒΔΕ, αλλά, εάν δεν εφαρμόσουν όλα τα κράτη μέλη την ΚΕΦΒΔΕ, θα προκύψουν ορισμένα ζητήματα μεταξύ των εν λόγω κρατών μελών και των κρατών μελών που εφαρμόζουν την ΚΕΦΒΔΕ. Ωστόσο, στο παρόν στάδιο, οι εργασίες επικεντρώνονται στα θέματα βάσει της υπόθεσης ότι όλα τα κράτη μέλη εφαρμόζουν την ΚΕΦΒΔΕ. Εξετάζεται επισταμένως η εδαφική κάλυψη του πεδίου εφαρμογής της ΚΕΦΒΔΕ αφού η ενοποιημένη βάση θα «επιμεριστεί» μεταξύ των κρατών μελών. Είναι ιδιαίτερα σημαντικό να εξασφαλιστεί σταθερός ορισμός των ορίων της ΚΕΦΒΔΕ, ο οποίος να μπορεί να ισχύει σε ολόκληρη την ΕΕ, και να μπορέσει να εγκριθεί με ελάχιστο αντίκτυπο στις υφιστάμενες συμβάσεις περί αποφυγής διπλής φορολογίας με τρίτες χώρες. Μακροπρόθεσμα, ίσως είναι επιθυμητές ορισμένες βελτιώσεις των συμβάσεων, αλλά η Επιτροπή ενδιαφέρεται να εξασφαλίσει τη λειτουργία της ΚΕΦΒΔΕ κατά το δυνατόν στο πλαίσιο των υφισταμένων συμβάσεων. Οι εργασίες βρίσκονται ακόμη στο στάδιο της επισήμανσης των κυριοτέρων ζητημάτων, αλλά είναι σαφές ότι ο εν λόγω τομέας έχει θεμελιώδη σημασία για την επιτυχία της ΚΕΦΒΔΕ. Παραδείγματος χάριν, είναι ιδιαίτερα σημαντικό να εξασφαλιστεί ότι τα κράτη μέλη μπορούν να συνεχίσουν να προστατεύουν το μερίδιο που τους αναλογεί στη φορολογική βάση από ενδεχόμενη διάβρωση και να αποφευχθεί η κατάσταση να μπορούν να εισαχθούν στην ΚΕΦΒΔΕ ζημίες τρίτων χωρών, αλλά τα κέρδη να παραμένουν εκτός. Ταυτοχρόνως, αν η ΚΕΦΒΔΕ πρόκειται να αποφέρει τα αναμενόμενα οφέλη, θα απαιτηθούν ορισμένες προσαρμογές των υφισταμένων εθνικών προσεγγίσεων, προκειμένου να προβλεφθεί ενιαία βάση για τον «επιμερισμό» μεταξύ των κρατών μελών. [1] Ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου σχετικά με τη φορολογία των επιχειρήσεων στην Ευρωπαϊκή Ένωση: κοινή ενοποιημένη φορολογική βάση για τις εταιρείες (2005/2121(INI)), 13 Δεκεμβρίου 2005. [2] Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής σχετικά με τη Δημιουργία μιας κοινής, ενοποιημένης βάσης για τη φορολογία επιχειρήσεων στην Ε.Ε. (Επεξηγηματική γνώμη) ECO/165, 14 Φεβρουαρίου 2006. [3] Διατίθενται στην ακόλουθη ιστοσελίδα: http://europa.eu.int/comm/taxation_customs/taxation/company_tax/common_tax_base/index_en.htm. [4] ΔΛΠ – Διεθνή Λογιστικά Πρότυπα: λογιστικά πρότυπα που εκδόθηκαν από το Συμβούλιο Διεθνών Λογιστικών Προτύπων, και τώρα έχουν εκδοθεί ως ΔΠΧΠ – Διεθνή Πρότυπα Χρηματοοικονομικής Πληροφόρησης.