52005PC0603

Εφαρμογή του κοινοτικού προγράμματος της Λισσαβώνας - Πρόταση οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με τις υπηρεσίες πληρωμών στην εσωτερική αγορά και την τροποποίηση των οδηγιών 97/7/ΕΚ και 2002/65/ΕΚ {SEC(2005) 1535} /* COM/2005/0603 τελικό - COD 2005/0245 */


[pic] | ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ |

Βρυξέλλες, 1.12.2005

COM(2005) 603 τελικό

2005/0245 (COD)

Εφαρμογή του κοινοτικού προγράμματος της Λισσαβώνας:Πρόταση

ΟΔΗΓΙΑ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ

σχετικά με τις υπηρεσίες πληρωμών στην εσωτερική αγορά

και την τροποποίηση των οδηγιών 97/7/ΕΚ και 2002/65/ΕΚ

(υποβληθείσα από την Επιτροπή){SEC(2005) 1535}

ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ

Περιεχόμενο της πρότασης |

Αιτιολόγηση και στόχοι της πρότασης Οι σύγχρονες οικονομίες βασίζονται σε αποτελεσματικά και ασφαλή συστήματα πληρωμών. Τα συστήματα αυτά διευκολύνουν την αγορά αγαθών και υπηρεσιών και επιτρέπουν την πραγματοποίηση ετησίως στην Κοινότητα 231 δις συναλλαγών (σε μετρητά και μη), συνολικού ύψους 52 τρις ευρώ. Το ισχύον σύστημα πληρωμών έχει, ωστόσο, υψηλό κόστος. Στόχος της Επιτροπής είναι να δημιουργήσει μια ενιαία αγορά πληρωμών στην οποία η αύξηση των οικονομιών κλίμακας και του ανταγωνισμού θα συμβάλουν στη μείωση του κόστους. Έχοντας ως βάση τα άρθρα 47 παράγραφος 2 και 95 παράγραφος 1 της συνθήκης ΕΚ, η πρόταση της Επιτροπής θα θεσπίσει ένα κοινό πλαίσιο για την αγορά πληρωμών της Κοινότητας, το οποίο θα διαμορφώσει τις κατάλληλες συνθήκες για την ενοποίηση και τον εξορθολογισμό των εθνικών συστημάτων πληρωμών. Το πλαίσιο αυτό συμπληρώνεται με την πρωτοβουλία του κλάδου για έναν ενιαίο χώρο πληρωμών σε ευρώ (Single Euro Payment Area – SEPA), που αποσκοπεί στην ενοποίηση των εθνικών υποδομών και προϊόντων πληρωμών εντός της ευρωζώνης. Μια σύγχρονη οικονομία, η οποία βασίζεται στην τεχνολογία, έχει ανάγκη από ένα εξίσου αποτελεσματικό και σύγχρονο σύστημα πληρωμών, πράγμα που θα έχει άμεσο και θετικό αντίκτυπο στην ανταγωνιστικότητα του χρηματοοικονομικού κλάδου και θα βελτιώσει την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας συνολικά. Η πρωτοβουλία της Επιτροπής εστιάζεται στις ηλεκτρονικές πληρωμές, ως εναλλακτική λύση στα «ακριβά» μετρητά. Αναγνωρίζεται ότι οι σύγχρονες ηλεκτρονικές πληρωμές τονώνουν τις καταναλωτικές δαπάνες και την οικονομική ανάπτυξη[1]. Οι βέλτιστες πρακτικές αποδεικνύουν ότι ο εκσυγχρονισμός των συστημάτων πληρωμών, σε συνδυασμό με την αυξημένη χρήση των αποδοτικότερων από οικονομική άποψη υπηρεσιών, μπορεί να μειώσει κατά το ήμισυ το μέσο κόστος των πληρωμών σε διάστημα μικρότερο της δεκαετίας. Για παράδειγμα, η μείωση της χρήσης μετρητών στο επίπεδο των χωρών με τη λιγότερη χρήση, θα είχε ως αποτέλεσμα την εξοικονόμηση πόρων της τάξης των 5,3 δις ευρώ[2]. Σε όλη την Ευρώπη υπάρχει περιθώριο για περαιτέρω εναρμόνιση των προϊόντων και ενοποίηση των υπηρεσιών πληρωμών. Έχοντας ως βάση ένα εναρμονισμένο νομοθετικό πλαίσιο, οι πάροχοι των σχετικών υπηρεσιών θα μπορούσαν να προχωρήσουν στον εξορθολογισμό των υποδομών και των υπηρεσιών πληρωμών, ενώ οι χρήστες θα μπορούσαν να απολαμβάνουν ευρύτερη επιλογή και υψηλό επίπεδο προστασίας. Το συνολικό αποτέλεσμα θα είναι μεγαλύτερες οικονομίες κλίμακας και μεγαλύτερη αποδοτικότητα των συστημάτων πληρωμών στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα. Εάν, παραδείγματος χάρη, τα επίπεδα κόστους ανά μονάδα μειώνονταν τόσο ώστε να μην υπερβαίνουν πλέον του 20% το επίπεδο των βέλτιστων πρακτικών στην ΕΕ, θα εξοικονομούνταν συνολικά 10 δις ευρώ επιπλέον. Η εναρμόνιση των τεχνικών και νομικών προδιαγραφών για τις πληρωμές θα επιτρέψει στις τράπεζες να παρέχουν ταχύτερες, οικονομικότερες και πλήρως αυτοματοποιημένες πληρωμές και θα καταστήσει ευκολότερη την έκδοση τιμολογίων για τις επιχειρήσεις. Έτσι οι επιχειρήσεις θα έχουν πρόσβαση σε ταχύτερο και πιο αξιόπιστο διακανονισμό, πράγμα που θα βελτίωνε τις ταμειακές τους ροές, εξέλιξη ζωτικής σημασίας για το διασυνοριακό εμπόριο και για την αποκόμιση οφέλους από την αυτοματοποίηση -οι επιχειρήσεις αναφέρουν δυνητικά οφέλη μέχρι 50 – 100 δις ευρώ ετησίως. Το άνοιγμα των εθνικών αγορών πληρωμών σε νέους παρόχους υπηρεσιών και η διασφάλιση ισότιμης μεταχείρισης θα εντείνει τον ανταγωνισμό και θα ενισχύσει τη διασυνοριακή παροχή υπηρεσιών. Οι καταναλωτές χρηματοοικονομικών υπηρεσιών θα ωφεληθούν από την ενίσχυση του ανταγωνισμού, της διαφάνειας και των επιλογών στην αγορά υπηρεσιών πληρωμών. Αυτό με τη σειρά του θα ευνοήσει τη σύγκλιση των τιμών μεταξύ των κρατών μελών και θα οδηγήσει σε μείωση των σημερινών αποκλίσεων κατά ένα παράγοντα 1:8[3]. Εάν, για παράδειγμα, τα επίπεδα των τιμών στις ακριβότερες χώρες σημείωναν πτώση στα επίπεδα του τρέχοντος μέσου όρου, θα υπήρχε τεράστια εξοικονόμηση πόρων για καταναλωτές και επιχειρήσεις, ενώ η διαδικασία πληρωμών θα ήταν αδιάλειπτη· ενδεικτικά, οι Ιταλοί και οι Ισπανοί καταναλωτές θα εξοικονομούσαν 5,4 δις και 1,3 δις αντίστοιχα. Εναλλακτικά, οι έμποροι αναφέρουν ότι εάν είχαν πρόσβαση στις υπηρεσίες των πλέον ανταγωνιστικών παρόχων υπηρεσιών της ΕΕ, σε ορισμένες περιπτώσεις, για τις πληρωμές με κάρτα θα κατέβαλαν ποσό έως και 20 φορές χαμηλότερο. Για να αξιοποιηθεί πλήρως το δυναμικό της ενιαίας αγοράς πληρωμών, κεντρικό ρόλο θα πρέπει να διαδραματίσει ο κλάδος των πληρωμών. Οι πάροχοι υπηρεσιών πληρωμών είναι εκείνοι που θα πρέπει να βρουν τον καλύτερο τρόπο για να ενοποιήσουν τις κατακερματισμένες σήμερα εθνικές υποδομές πληρωμών, ώστε να αντλήσουν όφελος από τη δυνητική εξοικονόμηση πόρων και να προσφέρουν νέες τεχνολογικά προηγμένες και αποδοτικές υπηρεσίες πληρωμών. Ομοίως, οι επιχειρήσεις θα πρέπει να προετοιμαστούν ώστε να είναι ικανές να συνεργάζονται με τα νέα αυτά συστήματα πληρωμών. Τούτο θα απαιτήσει εκατέρωθεν σημαντικές επενδύσεις. Ο κλάδος των πληρωμών έχει αναλάβει, ωστόσο, στο πλαίσιο του προγράμματος SEPA, τη δέσμευση να πραγματοποιήσει τις εν λόγω επενδύσεις και να ολοκληρώσει την υλοποίηση του SEPA έως το 2010. Εκτιμάται ότι τα σημαντικά οφέλη αντισταθμίζουν τις αρχικές επενδυτικές δαπάνες. Η πρόταση της Επιτροπής θα διευκολύνει την πραγματοποίηση των εν λόγω επενδύσεων, καθώς και το έργο του κλάδου των πληρωμών σχετικά με το πρόγραμμα SEPA. |

Γενικό πλαίσιο Το σύστημα πληρωμών δεν είναι επί του παρόντος ικανοποιητικό, ενώ δεν επιτρέπει την αξιοποίηση όλων των πλεονεκτημάτων της εσωτερικής αγοράς. Οι υποδομές πληρωμών στην Κοινότητα παραμένουν εθνικές και δεν έχουν ακόμη προσαρμοστεί στην ενιαία αγορά. Ο τρόπος σχεδιασμού τους δεν επιτρέπει να γίνεται η διαχείριση των διασυνοριακών πληρωμών τόσο αποτελεσματικά όσο στα εθνικά συστήματα, ενώ δεν αναπτύσσουν μεταξύ τους ανταγωνισμό. Τα σπάνια υφιστάμενα διασυνοριακά συστήματα πληρωμών πάσχουν από έλλειψη κρίσιμης μάζας (αντιστοιχούν μόλις στο 3 % των πληρωμών) και λειτουργούν με πολύ υψηλότερο κόστος ανά μονάδα σε σχέση με τα εθνικά συστήματα. Συνέπεια αυτού είναι ότι: Τα υπάρχοντα συστήματα πληρωμών είναι εξαιρετικά ακριβά. Μελέτες[4] δείχνουν ότι το κόστος των σημερινών κατακερματισμένων εθνικών συστημάτων πληρωμών ανέρχεται περίπου σε 2 - 3 % του ΑΕΠ. Οι τράπεζες επωμίζονται από την πλευρά τους μεγάλο μέρος αυτού του κόστους. Σήμερα οι τράπεζες ξοδεύουν το ένα τρίτο των λειτουργικών τους δαπανών στις πληρωμές. Αλλά, σε τελική ανάλυση, εκείνοι που υφίστανται το κόστος του αναποτελεσματικού και μη ανταγωνιστικού συστήματος πληρωμών είναι το σύνολο των χρηστών των χρηματοοικονομικών υπηρεσιών, καθώς και η οικονομία συνολικά. Οι καταναλωτές διαμαρτύρονται για τις επιπτώσεις του κατακερματισμού. Διαθέτουν περιορισμένη πρόσβαση σε προϊόντα που λειτουργούν σε επίπεδο ΕΕ (λ.χ. σε διασυνοριακή βάση δεν διατίθενται αποτελεσματικές υπηρεσίες απευθείας χρέωσης). Το χειρότερο όμως είναι ότι δεν έχουν πρόσβαση σε παρόχους υπηρεσιών από άλλα κράτη μέλη της ΕΚ, που ενδεχομένως θα τους παρείχαν φθηνότερες και ταχύτερες υπηρεσίες. Η έλλειψη ανταγωνισμού στην αγορά βλάπτει τους λιανοπωλητές. Σε ορισμένα κράτη μέλη, όπου οι πάροχοι υπηρεσιών πληρωμών ασκούν ενδεχομένως de facto μονοπώλιο, οι λιανοπωλητές χρεώνονται μέχρι και 5% επί των συνολικών πωλήσεών τους με κάρτα. Οι αρμόδιες για τον ανταγωνισμό υπηρεσίες της Επιτροπής και οι αρμόδιες εθνικές αρχές ερευνούν ήδη την αγορά χρεωστικών και πιστωτικών καρτών στην ΕΕ. Από τον κατακερματισμό πλήττονται και οι επιχειρήσεις, διότι δεν μπορούν να εναρμονίσουν την έκδοση τιμολογίων με τις πληρωμές τους. |

Ισχύουσες διατάξεις στον τομέα που καλύπτει η πρόταση Μάλλον περιορισμένη είναι η πρόοδος που έχει επιτευχθεί όσον αφορά την εναρμόνιση του νομοθετικού πλαισίου για τις πληρωμές. Η Ευρωπαϊκή Κοινότητα έχει εκδώσει τρεις νομικές πράξεις: o Σύσταση (97/489/ΕΚ) σχετικά με την προστασία πελατών που χρησιμοποιούν ηλεκτρονικά μέσα πληρωμής, όπως κάρτες πληρωμής. o Οδηγία (97/5/ΕΚ) για τις διασυνοριακές μεταφορές πιστώσεων κατά τη θέσπιση κοινών προδιαγραφών προστασίας των πελατών. o Κανονισμός (2560/2001/ΕΚ) σχετικά με τις διασυνοριακές πληρωμές σε ευρώ και την εξάλειψη της διαφοράς στην τιμή μεταξύ των διασυνοριακών και των εθνικών πληρωμών. Παρά το γεγονός ότι η κοινοτική νομοθεσία, ιδίως ο κανονισμός για τις διασυνοριακές πληρωμές, κατέστησε ευκολότερες και φθηνότερες για τους πελάτες πολλές μορφές πληρωμών σε ευρώ, και ενώ έδωσε το αναγκαίο έναυσμα για την ανάληψη πρωτοβουλίας από τον κλάδο για τη δημιουργία ενός ενιαίου χώρου πληρωμών σε ευρώ (SEPA), δεν προχώρησε αρκετά ώστε να επιτύχει τη δημιουργία πραγματικά ενιαίας αγοράς. |

Συνοχή με άλλες πολιτικές και στόχους της Κοινότητας Η δημιουργία της ενιαίας αγοράς το 1992 και η εισαγωγή του ευρώ το 1999 έθεσαν τα θεμέλια για την ενοποίηση των χρηματοπιστωτικών αγορών της ΕΚ. Η πρωτοβουλία για τη δημιουργία μιας ολοκληρωμένης και αποτελεσματικής ευρωπαϊκής αγοράς πληρωμών είναι μία από τις βασικές ενέργειες του κοινοτικού προγράμματος της Λισσαβόνας[5], ενώ ουσιαστική είναι η συμβολή της στη συνεργασία της Λισσαβόνας για την ανάπτυξη και την απασχόληση[6]· συνάδει επίσης με τους πρόσφατα διατυπωμένους στόχους για την ευρωπαϊκή πολιτική στον τομέα των χρηματοπιστωτικών αγορών (λ.χ. πρόγραμμα δράσης για τις χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες). Το προτεινόμενο νέο νομοθετικό πλαίσιο για την αγορά πληρωμών στην ΕΚ θα ενισχυθεί και από τις προσπάθειες της Επιτροπής για αύξηση του ανταγωνισμού με την εφαρμογή της ευρωπαϊκής πολιτικής ανταγωνισμού. |

Διαβουλεύσεις με τα ενδιαφερόμενα μέρη και αξιολογηση των επιπτώσεων |

Διαβουλεύσεις με τα ενδιαφερόμενα μέρη |

Μέθοδοι διαβουλεύσεων, οι κυριότεροι εξεταζόμενοι τομείς και τα γενικά χαρακτηριστικά των ερωτώμενων Η Επιτροπή προέβη σε διαβουλεύσεις με τους ενδιαφερόμενους σχετικά με τα περίπλοκα τεχνικά θέματα της παρούσας οδηγίας με δύο μόνιμες ομάδες εμπειρογνωμόνων[7], πολυάριθμες διμερείς συσκέψεις και διάφορους γύρους διαβουλεύσεων. Σημαντικό ήταν το όφελος από τις προτάσεις και τις απόψεις των εμπλεκόμενων και των λοιπών ενδιαφερόμενων. Οι κλάδοι των οποίων ζητήθηκε η γνώμη καλύπτουν όλη την Ευρώπη των 25 και είναι: ο κλάδος πληρωμών (τράπεζες, πάροχοι ηλεκτρονικού χρήματος και κινητών υπηρεσιών πληρωμών, πάροχοι υπηρεσιών εμβασμάτων, πάροχοι υποδομών, εταιρείες καρτών πληρωμής κλπ.), οι ενώσεις λιανικού εμπορίου (Eurocommerce), ο βιομηχανικός κλάδος γενικά, οι ενώσεις διαχειριστών διαθεσίμων επιχειρήσεων (EACT, TWIST), οργανώσεις ΜΜΕ, εθνικές και ευρωπαϊκές ενώσεις καταναλωτών (BEUC, FIN-USE), εμπειρογνώμονες σε θέματα πληρωμών, εταιρείες συμβούλων, κλπ. Ήδη από την περίοδο 2000-2002, η Επιτροπή έχει εκδώσει[8] μία ανακοίνωση, έχει εκπονήσει δύο έγγραφα εργασίας[9] και έχει διενεργήσει επτά μελέτες με σκοπό τη διεξαγωγή δημόσιων διαβουλεύσεων για τη διαμόρφωση ενός νομοθετικού πλαισίου για τις πληρωμές, καθώς και για την αποτίμηση της τρέχουσας κατάστασης της αγοράς στα κράτη μέλη. Το 2003, η Επιτροπή εξέδωσε ανακοίνωση[10] για ευρείες δημόσιες διαβουλεύσεις σχετικά με το πιθανό πεδίο εφαρμογής και το περιεχόμενο ενός νέου νομοθετικού πλαισίου. Η τελική πρόταση καταρτίστηκε το 2004-2005 σε στενή συνεργασία με τις δύο μόνιμες ομάδες εμπειρογνωμόνων και κατόπιν διαβουλεύσεων με τους ενδιαφερόμενους φορείς, και βασίστηκε σε έξι έγγραφα εργασίας που περιλάμβαναν τα πιθανά σχέδια διατάξεων και αξιολόγηση των επιπτώσεων. |

Συνοπτική παρουσίαση των απαντήσεων και πώς αξιοποιήθηκαν Συνοψίζοντας τα αποτελέσματα των διαβουλεύσεων που οργάνωσε η Επιτροπή, όλοι οι ερωτηθέντες διαπίστωσαν την ανάγκη λήψης νομοθετικών μέτρων για τη δημιουργία μιας ενιαίας αγοράς πληρωμών. Οι απόψεις διίστανται, ωστόσο, όσον αφορά το περιεχόμενο και το επίπεδο των απαιτούμενων νομοθετικών μέτρων. Όλοι οι ερωτηθέντες έκριναν, εντούτοις, επιθυμητό τον εξορθολογισμό και την ενοποίηση των υφιστάμενων κοινοτικών μέσων. Ένα μελλοντικό νομοθετικό πλαίσιο θα πρέπει να επικαιροποιήσει και να συγκεντρώσει τα διάφορα στοιχεία της κοινοτικής νομοθεσίας, καθώς και να εναρμονίσει τις σχετικές εθνικές νομοθεσίες. |

Στις 31.1.2000, στις 14.05.2002 και από τις 02/12/2003 έως τις 15/02/2004 διεξήχθησαν στο Διαδίκτυο τρεις ανοικτές διαβουλεύσεις[11], τα αποτελέσματα των οποίων δημοσιεύονται στη διεύθυνση: http://europa.eu.int/comm/internal_market/payments/framework/index_en.htm. |

Συγκέντρωση και χρησιμοποίηση εμπειρογνωμοσύνης |

Κατά την κατάρτιση της παρούσας πρότασης, η Επιτροπή κατέφυγε σε μεγάλο βαθμό σε εξωτερικούς εμπειρογνώμονες, ενώ πολύτιμη υπήρξε, από την άποψη αυτή, και η συμβολή των δημόσιων διαβουλεύσεων, καθώς και η συνεισφορά των δύο ομάδων εμπειρογνωμόνων. |

Αξιολόγηση των επιπτώσεων Για την επίτευξη των δηλωμένων στόχων του νέου νομοθετικού πλαισίου πληρωμών, κατά την αξιολόγηση των επιπτώσεων εξετάσθηκε δεόντως το είδος της απαιτούμενης πολιτικής παρέμβασης (καμία παρέμβαση, κανονιστική παρέμβαση ή συνδυασμός κανονιστικής παρέμβασης και αυτορρύθμισης της αγοράς) και του νομοθετικού μέσου (κανονισμός ή οδηγία). Η Επιτροπή εξέτασε τις παρακάτω εναλλακτικές λύσεις για να ορίσει το πεδίο εφαρμογής της παρούσας οδηγίας: Στόχος 1: ενίσχυση του ανταγωνισμού μεταξύ των εθνικών αγορών και διασφάλιση ισότιμων όρων. Εναλλακτική πρόταση 1: διατήρηση της υφιστάμενης κατάστασης με αυστηρά εθνικές απαιτήσεις πρόσβασης στην αγορά. Εναλλακτική πρόταση 2. εναρμόνιση των απαιτήσεων πρόσβασης στην αγορά για τους παρόχους υπηρεσιών πληρωμών πλην των πιστωτικών ιδρυμάτων, καθώς και καθιέρωση καθεστώτος ειδικής άδειας λειτουργίας για τα ιδρύματα πληρωμών. Η αξιολόγηση των δυνητικών κοινωνικοοικονομικών επιπτώσεων από τις διαφορετικές απαιτήσεις που ισχύουν στα κράτη μέλη για την πρόσβαση στην αγορά επιβεβαίωσε ότι η τρέχουσα κατάσταση αποβαίνει σε βάρος της λειτουργίας της ενιαίας αγοράς και δημιουργεί σημαντικούς φραγμούς εισόδου. Ο κατακερματισμός των απαιτήσεων πρόσβασης στην αγορά νοθεύει τον ανταγωνισμό και οδηγεί σε υψηλότερες τιμές για τους χρήστες και σημαντικά κέρδη για τους παρόχους που κατέχουν δεσπόζουσα θέση στις εθνικές αγορές, ενώ περιορίζει την καινοτομία. Η Επιτροπή προέβη σε αξιολόγηση των κινδύνων όσον αφορά τις επιχειρηματικές δραστηριότητες των παρόχων, πλην των πιστωτικών ιδρυμάτων, και διαπίστωσε ότι οι κίνδυνοι είναι πολύ διαφορετικοί από τους κινδύνους των πιστωτικών ιδρυμάτων. Δεν διαπίστωσε στο συγκεκριμένο τομέα καμία περίπτωση προβλημάτων ή χρεοκοπίας που θα δικαιολογούσε την εφαρμογή απαιτήσεων ανάλογων με εκείνες που εφαρμόζονται στα πιστωτικά ιδρύματα. Δεν υφίσταται ανάγκη ιδιαίτερης προστασίας, όσον αφορά ιδίως την προστασία των καταθετών, τη συστημική σημασία των εξεταζόμενων συστημάτων ή την απειλή για την ακεραιότητα και σταθερότητα του χρηματοπιστωτικού συστήματος. Ένα ισορροπημένο σύνολο ποιοτικών απαιτήσεων προληπτικής εποπτείας φαίνεται ότι είναι η καλύτερη απάντηση στους λειτουργικούς και τους περιορισμένους χρηματοοικονομικούς κινδύνους που αντιμετωπίζουν τα ιδρύματα πληρωμών κατά την επιχειρηματική τους δραστηριότητα. Οι ποσοτικές απαιτήσεις (όπως οι κεφαλαιακές) θεωρούνται δυσανάλογες με τον κίνδυνο και ενδεχομένως θα επιβάρυναν υπερβολικά τους μικρότερους παρόχους υπηρεσιών, καθώς και τους νεοεισερχόμενους στην αγορά. Στόχος 2: μεγαλύτερη διαφάνεια στην αγορά για παρόχους και χρήστες. Εναλλακτική πρόταση 1. αυτορρύθμιση της αγοράς. Εναλλακτική πρόταση 2. διατήρηση των διαφορών μεταξύ των εθνικών καθεστώτων. Εναλλακτική πρόταση 3. εναρμόνιση των απαιτήσεων διαφάνειας και πληροφόρησης σε επίπεδο ΕΕ. Η λύση της αυτορρύθμισης της αγοράς απορρίφθηκε λόγω της περιορισμένης σήμερα τήρησης των απαιτήσεων πληροφόρησης του καταναλωτή και της έλλειψης διαφάνειας. Οι εθνικοί κανόνες έχουν το πλεονέκτημα ότι λαμβάνουν υπόψη τις συγκεκριμένες εθνικές υπηρεσίες πληρωμών, αλλά, σε μια ευρύτερη ευρωπαϊκή αγορά, περιορίζουν την αποτελεσματικότητα, τη διαφάνεια και τη δυνατότητα επιλογής των καταναλωτών. Η λύση της εναρμόνισης ήταν συνεπώς εκείνη που προτίμησαν οι περισσότεροι εκπρόσωποι του κλάδου και των χρηστών. Τα μεγαλύτερα οικονομικά οφέλη από την απλοποίηση και την ασφάλεια δικαίου αναμένονται από μια κοινοτική νομοθεσία που θα κωδικοποιήσει σε μία ενιαία νομική πράξη όλες τις υφιστάμενες κοινοτικές και εθνικές απαιτήσεις πληροφόρησης. Στόχος 3: Δικαιώματα και υποχρεώσεις χρηστών και παρόχων Λύση 1: διατήρηση της υφιστάμενης κατάστασης των διαφορετικών εθνικών κανόνων Λύση 2: δημιουργία ασφάλειας δικαίου όσον αφορά τα βασικά δικαιώματα και υποχρεώσεις χρηστών και παρόχων υπηρεσιών ώστε να διασφαλίζεται η προστασία του καταναλωτή, καθώς και μεγαλύτερη διαφάνεια. Σήμερα υπάρχουν 25 διαφορετικές δέσμες εθνικών κανόνων που εξυπηρετούσαν ικανοποιητικά την αγορά πληρωμών όσο οι διασυνοριακές πληρωμές και η ενιαία αγορά δεν έπαιζαν ακόμη σημαντικό ρόλο. Με τη δημιουργία της ενιαίας αγοράς και, επιπλέον, με την καθιέρωση του ευρώ, η εναρμόνιση προβάλλει ως αναγκαιότητα, ιδίως όταν οι εθνικοί κανόνες, οι οποίοι διατηρούν τις εθνικές διαφορές, δημιουργούν προσκόμματα στις διασυνοριακές πληρωμές και παρεμποδίζουν την καθιέρωση αποτελεσματικότερων πανευρωπαϊκών υπηρεσιών πληρωμών. Μία συνεκτική προσέγγιση όσον αφορά τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις παρόχων και χρηστών θα εξασφαλίσει μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα και πλήρη αυτοματισμό (straight-through processing) σε πανευρωπαϊκή βάση. |

Η Επιτροπή διενήργησε ολοκληρωμένη αξιολόγηση επιπτώσεων, όπως προβλέπεται στο πρόγραμμα εργασίας· η σχετική έκθεση δημοσιεύεται στη διεύθυνση: http://europa.eu.int/comm/secratariat_general/impact/docs/SEC_2005_1535_1_en.pdf |

Νομικά στοιχεία της πρότασησ |

Συνοπτική παρουσίαση των προτεινόμενων μέτρων Τα τρία βασικά στοιχεία που συνθέτουν την πρόταση είναι: Το δικαίωμα παροχής υπηρεσιών πληρωμών στο κοινό (Τίτλος II) Σκοπός της εναρμόνισης των απαιτήσεων πρόσβασης στην αγορά που εφαρμόζονται στους παρόχους υπηρεσιών πληρωμών, πλην των πιστωτικών ιδρυμάτων, είναι να δημιουργηθούν ισότιμοι όροι, να αναπτυχθεί περισσότερος ανταγωνισμός στις εθνικές αγορές και να ληφθούν υπόψη οι εξελίξεις που σημειώθηκαν στην αγορά τα τελευταία χρόνια, παρέχοντας το έναυσμα για την είσοδο στην αγορά μιας νέας γενιάς παρόχων υπηρεσιών. Με το νέο καθεστώς αδειοδότησης των ιδρυμάτων πληρωμών θα εφαρμοσθεί επίσης με ενιαίο τρόπο η ειδική σύσταση VI της ομάδας χρηματοοικονομικής δράσης του ΟΟΣΑ. Η εισαγωγή παρέκκλισης για ορισμένες κατηγορίες εμβασμάτων θα διευκολύνει τη σταδιακή μετάβαση των παρόχων αυτών από την ανεπίσημη οικονομία στον επίσημο κλάδο. Απαιτήσεις διαφάνειας και πληροφόρησης (τίτλος III) Η Επιτροπή εκτιμά ότι ο ανταγωνισμός, οι επιλογές που παρέχονται στους καταναλωτές και η προστασία τους θα ενισχυθούν μόνο με σαφείς και συνεκτικούς κανόνες όσον αφορά τη διαφάνεια στον τομέα των υπηρεσιών πληρωμών. Η οδηγία θα θεσπίσει σαφείς και συνοπτικές απαιτήσεις πληροφόρησης για τις υπηρεσίες πληρωμών αντικαθιστώντας 25 σύνολα εθνικών κανόνων. Δικαιώματα και υποχρεώσεις των χρηστών και των παρόχων υπηρεσιών πληρωμών (Τίτλος IV) Η σαφήνεια και η ασφάλεια του δικαίου όσον αφορά τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των χρηστών και των παρόχων υπηρεσιών πληρωμών έχουν ουσιαστική σημασία για τη δημιουργία σύγχρονων και αποτελεσματικών συστημάτων πληρωμών, για την εμπιστοσύνη των χρηστών και για την αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων σε μία σύγχρονη αγορά πληρωμών. |

Νομική βάση Νομική βάση για την πρόταση είναι το άρθρο 95 παράγραφος 1 της συνθήκης ΕΚ. |

Αρχή της επικουρικότητας Η αρχή της επικουρικότητας εφαρμόζεται στο μέτρο που η πρόταση δεν εμπίπτει στην αποκλειστική αρμοδιότητα της Κοινότητας. |

Οι στόχοι της πρότασης δεν μπορούν να επιτευχθούν επαρκώς από τα κράτη μέλη για τον/τους παρακάτω λόγο(ους). |

Οι κανόνες που διέπουν τις πληρωμές διατυπώνονται σε πολλαπλές εθνικές νομικές πράξεις που συχνά παρεμποδίζουν τη δημιουργία ευρωπαϊκών προδιαγραφών, συμβάσεων και υποδομών όσον αφορά τις πληρωμές. Η έλλειψη ασφάλειας δικαίου για τους παρόχους και τους χρήστες των υπηρεσιών πληρωμών και η απουσία εναρμόνισης των βασικών δικαιωμάτων παρόχων και χρηστών εμποδίζουν τη δημιουργία πανευρωπαϊκών συστημάτων πληρωμών, την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών και τον ανταγωνισμό μεταξύ εθνικών αγορών πληρωμών. |

Η κοινοτική δράση θα συμβάλει στην καλύτερη επίτευξη των στόχων της πρότασης για τον/τους ακόλουθο(ους) λόγο(ους). |

Λόγω του μεγέθους και της πολυπλοκότητάς της, η διεργασία ενοποίησης των αγορών ηλεκτρονικών πληρωμών λιανικής είναι ανάλογη με την εισαγωγή του ευρώ και τα κράτη μέλη δεν μπορούν να υπερβούν μόνα τους τα υπάρχοντα εμπόδια ούτε να συντονίσουν όλους τους εμπλεκόμενους φορείς. |

Η συνύπαρξη τριών κοινοτικών νομικών πράξεων και η ήδη υφιστάμενη ανομοιογένεια των εθνικών κανόνων στα 25 κράτη μέλη δημιουργούν ένα κατακερματισμένο νομοθετικό πλαίσιο, το οποίο ενίοτε συνεπάγεται επικαλύψεις και το οποίο έχει καταστεί εμπόδιο στην ενοποίηση των αγορών πληρωμών. |

Η πρόταση προβλέπει την πλήρη εναρμόνιση που είναι αναγκαία ώστε να παρακαμφθούν τα εμπόδια για τη δημιουργία μιας ενιαίας αγοράς πληρωμών τα οποία εντοπίστηκαν κατά τις ανοικτές διαβουλεύσεις των ενδιαφερόμενων μερών. |

Ως εκ τούτου, η πρόταση είναι σύμφωνη με την αρχή της επικουρικότητας. |

Η αρχή της αναλογικότητας Η πρόταση είναι σύμφωνη με την αρχή της αναλογικότητας για τον/τους εξής λόγο(ους). |

Η προτεινόμενη οδηγία θα αφήσει μεγαλύτερο περιθώριο για την αυτορρύθμιση του κλάδου. Θα εναρμονίσει μόνον ότι είναι αναγκαίο ώστε να παρακαμφθούν οι νομικοί φραγμοί για την υλοποίηση μιας ενιαίας αγοράς, ενώ θα αποφύγει τη νομοθετική ρύθμιση άλλων θεμάτων πέραν αυτού. Τα προτεινόμενα μέτρα είναι επίσης ανάλογα σε σχέση με την ισχύουσα εθνική νομοθεσία επί του θέματος, όπως λ.χ. το αστικό ή το ποινικό δίκαιο. Σε ορισμένους τομείς θα είναι δυνατές οι εθνικές εξαιρέσεις, εφόσον υπάρξει αμοιβαία αναγνώριση. Θα επιτρέπεται, κατά περίπτωση, στα κράτη μέλη, να θέσουν σε ισχύ εθνικές εναλλακτικές λύσεις ή να διατηρήσουν πρακτικές πιο αποτελεσματικές από αυτές που προβλέπονται στην οδηγία. |

΄Ολες οι προτεινόμενες διατάξεις εξετάστηκαν βάσει του κριτηρίου της αναλογικότητας και υπήρξαν αντικείμενο εντατικών διαβουλεύσεων ώστε να διασφαλιστεί η ενδεδειγμένη και ανάλογη νομοθετική ρύθμιση. Αυτό είναι εμφανές στους κανόνες που εφαρμόζονται στα ιδρύματα πληρωμών και την ρήτρα παρέκκλισης, στις απαιτήσεις πληροφόρησης που είναι προσαρμοσμένες σε συνάρτηση με τις επιμέρους υπηρεσίες, καθώς και στη διαφοροποίηση μεταξύ των ομάδων χρηστών. |

Επιλογή μέσων |

Προτεινόμενα μέσα: η δημιουργία ενιαίας αγοράς πληρωμών απαιτεί, αφενός, αυτορρύθμιση του κλάδου ώστε να ενοποιήσει τις κατακερματισμένες εθνικές υποδομές και υπηρεσίες πληρωμών και, αφετέρου, κανονιστικά μέτρα που θα εξασφαλίσουν τις απαραίτητες νομικές βάσεις για τη διαδικασία αυτή. Η Επιτροπή προτείνει μια οδηγία που υποστηρίζει και διευκολύνει την αυτορρύθμιση του τομέα. |

Τα μέσα είναι επαρκή για τον/τους εξής λόγο(ους). Η Επιτροπή προτείνει οδηγία και όχι κανονισμό, δεδομένου ότι λαμβάνει υπόψη τις ανάγκες επικουρικότητας και αναλογικότητας. Μία οδηγία, σε συνδυασμό με την πλήρη εναρμόνιση, θα εξασφαλίσει το αναγκαίο επίπεδο ασφάλειας του δικαίου, ενώ θα αφήσει το αναγκαίο περιθώριο για τη στοχευόμενη εφαρμογή της σε εθνικό επίπεδο. |

Δημοσιονομικές επιπτώσεις |

Η πρόταση δεν έχει επιπτώσεις για τον κοινοτικό προϋπολογισμό. |

Συμπληρωματικές πληροφορίες |

Προσομοίωση, πιλοτικό στάδιο και μεταβατική περίοδος |

Θα υπάρξει μία μεταβατική περίοδος για ορισμένους ήδη εγκατεστημένους παρόχους υπηρεσιών πληρωμών όσον αφορά τη συμμόρφωσή τους με τις διατάξεις του τίτλου II της παρούσας οδηγίας. |

Απλοποίηση |

Η πρόταση προβλέπει απλοποίηση της νομοθεσίας, απλοποίηση των διοικητικών διαδικασιών αφενός για τις δημόσιες αρχές (κοινοτικές η εθνικές), και αφετέρου για τον ιδιωτικό τομέα. |

Η προτεινόμενη οδηγία θα θεσπίσει ένα απλοποιημένο και πλήρως εναρμονισμένο πλαίσιο και θα αντικαταστήσει την οδηγία 97/5/ΕΚ, τις συστάσεις 87/598/ΕΟΚ, 88/590/ΕΟΚ και 97/489/ΕΚ, καθώς και το άρθρο 8 της οδηγίας 97/7/ΕΚ και το άρθρο 8 της οδηγίας 2002/65/ΕΚ. |

Η εποπτεία των παρόχων υπηρεσιών πληρωμών θα ακολουθήσει μια εναρμονισμένη και συνεπή προσέγγιση με την εφαρμογή των ίδιων κανόνων για όλα τα κράτη μέλη, πράγμα που θα συμβάλει στην απλοποίηση των διοικητικών διαδικασιών. |

Τέλος, η πρόταση απλοποιεί τις διαδικασίες που εφαρμόζονται στους ιδιώτες αντικαθιστώντας τα 25 ισχύοντα εθνικά σύνολα κανόνων με ένα ενιαίο σύνολο κανόνων για ολόκληρη την αγορά. |

Κατάργηση υφιστάμενων νομοθετικών διατάξεων Η έγκριση της πρότασης θα οδηγήσει σε κατάργηση της ισχύουσας νομοθεσίας. |

1. 2005/0245 (COD)

Εφαρμογή του κοινοτικού προγράμματος της Λισσαβώνας:Πρόταση

ΟΔΗΓΙΑ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ

σχετικά με τις υπηρεσίες πληρωμών στην εσωτερική αγορά

και την τροποποίηση των οδηγιών 97/7/ΕΚ και 2002/65/ΕΚ (Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης,

Έχοντας υπόψη:

τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, και ιδίως το άρθρο 95,

την πρόταση της Επιτροπής[12],

τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής[13],

τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας[14],

αποφασίζοντας σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 251 της Συνθήκης[15],

Εκτιμώντας τα εξής:

(1) Για την εγκαθίδρυση της εσωτερικής αγοράς, θα πρέπει να καταργηθούν όλα τα εσωτερικά σύνορα της Κοινότητας, ώστε να επιτρέπεται η ελεύθερη διακίνηση αγαθών, προσώπων, υπηρεσιών και κεφαλαίων. Στο πλαίσιο αυτό, ζωτική σημασία έχει η ορθή λειτουργία της ενιαίας αγοράς στον τομέα των υπηρεσιών πληρωμών. Επί του παρόντος, ωστόσο, η έλλειψη εναρμόνισης στον τομέα αυτό παρεμποδίζει τη λειτουργία της ενιαίας αγοράς.

(2) Οι αγορές υπηρεσιών πληρωμών των κρατών μελών είναι σήμερα οργανωμένες χωριστά, σε εθνική βάση, ενώ το ισχύον νομικό πλαίσιο είναι κατακερματισμένο σε 25 εθνικά νομικά συστήματα.

(3) Η κατάσταση δεν έχει αντιμετωπισθεί επαρκώς με τις ήδη εκδοθείσες κοινοτικές πράξεις, δηλαδή, την οδηγία 97/5/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 27ης Ιανουαρίου 1997 για τις διασυνοριακές μεταφορές πιστώσεων[16] και τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 2560/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 19ης Δεκεμβρίου 2001, σχετικά με τις διασυνοριακές πληρωμές σε ευρώ[17], όπως άλλωστε ούτε με τη σύσταση 87/598/ΕΟΚ της Επιτροπής της 8ης Δεκεμβρίου 1987 για ευρωπαϊκό κώδικα δεοντολογίας σε θέματα ηλεκτρονικών πληρωμών (σχέσεις μεταξύ χρηματοπιστωτικών οργανισμών, εμπόρων ή άλλων παρεχόντων υπηρεσίες και καταναλωτών)[18], τη σύσταση 88/590/ΕΟΚ της Επιτροπής της 17ης Νοεμβρίου 1988 που αφορά τα συστήματα πληρωμών και ιδίως τις σχέσεις μεταξύ κατόχου και εκδότη κάρτας[19], ούτε τη σύσταση 97/489/ΕΚ της Επιτροπής, της 30ής Ιουλίου 1997 σχετικά με τις συναλλαγές που γίνονται με μέσα ηλεκτρονικής πληρωμής και ιδίως όσον αφορά τις σχέσεις μεταξύ του εκδότη και του κατόχου[20]. Η συνύπαρξη διαφορετικών εθνικών διατάξεων και το ατελές κοινοτικό πλαίσιο έχουν δημιουργήσει μάλλον σύγχυση και έλλειψη ασφάλειας δικαίου, εξαιτίας των κανονιστικών επικαλύψεων.

(4) Είναι επομένως απαραίτητη η θέσπιση, σε κοινοτικό επίπεδο, ενός σύγχρονου και συνεκτικού νομικού πλαισίου για τις υπηρεσίες πληρωμών.

(5) Το πλαίσιο αυτό θα πρέπει να διασφαλίζει το συντονισμό των εθνικών διατάξεων που διέπουν την προληπτική εποπτεία, την πρόσβαση νέων παρόχων υπηρεσιών πληρωμών στην αγορά, την πληροφόρηση, καθώς και τα δικαιώματα και υποχρεώσεις των χρηστών των υπηρεσιών πληρωμών. Στο πλαίσιο αυτό, θα πρέπει να διατηρηθούν οι διατάξεις του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2560/2001, βάσει του οποίου δημιουργήθηκε, όσον αφορά τις τιμές, μια ενιαία αγορά για τις πληρωμές σε ευρώ, ενώ οι διατάξεις της οδηγίας 97/5/ΕΚ και οι συστάσεις που περιλαμβάνονται στις συστάσεις 87/598/ΕΟΚ, 88/590/ΕΟΚ και 97/489/ΕΚ θα πρέπει να ενσωματωθούν σε ενιαίο νόμο με δεσμευτική ισχύ.

(6) Το νομικό αυτό πλαίσιο, ωστόσο, δεν είναι σκόπιμο να είναι διεξοδικό. Το πεδίο εφαρμογής του θα πρέπει να περιορίζεται στους παρόχους η κύρια δραστηριότητα των οποίων συνίσταται στην παροχή υπηρεσιών πληρωμών στους χρήστες των υπηρεσιών αυτών. Ούτε άλλωστε ενδείκνυται η εφαρμογή του σε υπηρεσίες όπου η μεταφορά χρηματικών ποσών από τον πληρωτή στο δικαιούχο ή η μεταφορά τους εκτελούνται αποκλειστικά με χαρτονομίσματα και κέρματα ή όταν η μεταφορά βασίζεται σε επιταγή, συναλλαγματική, γραμμάτιο ή άλλα μέσα, παραστατικά ή κάρτες με τα οποία χρεώνεται ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών ή άλλο μέρος για να θέσει τα χρήματα στη διάθεση του δικαιούχου. Παρά το γεγονός ότι το νομικό πλαίσιο θα πρέπει να εφαρμόζεται στους χρήστες υπηρεσιών πληρωμών και να διέπει τη σχέση τους με τους παρόχους όποτε χρησιμοποιούν υπηρεσίες πληρωμών, ορισμένες διατάξεις δεν θα πρέπει να εφαρμόζονται σε συναλλαγές που υπερβαίνουν ένα ορισμένο ποσό, διότι ενδέχεται ο χρήστης να είναι σε θέση να διαπραγματευτεί με τον πάροχο υπηρεσιών πληρωμών πιο ειδικούς και κατάλληλους όρους και προϋποθέσεις.

(7) Είναι αναγκαίο να προσδιοριστούν οι κατηγορίες παρόχων υπηρεσιών πληρωμών που δύνανται να παρέχουν νομίμως τις υπηρεσίες αυτές σε ολόκληρη την Κοινότητα, και συγκεκριμένα τα πιστωτικά ιδρύματα που λαμβάνουν καταθέσεις από χρήστες για τη χρηματοδότηση πράξεων πληρωμής και τα οποία θα πρέπει να εξακολουθήσουν να υπόκεινται στις απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας που θεσπίζει η οδηγία 2000/12/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 20ης Μαρτίου 2000 σχετικά με την ανάληψη και την άσκηση δραστηριότητας πιστωτικών ιδρυμάτων[21], τα ιδρύματα ηλεκτρονικού χρήματος τα οποία εκδίδουν ηλεκτρονικό χρήμα για τη χρηματοδότηση πράξεων πληρωμής και τα οποία θα πρέπει να συνεχίσουν να υπόκεινται στις απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας σύμφωνα με την οδηγία 2000/46/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 18ης Σεπτεμβρίου 2000, για την ανάληψη, την άσκηση και την προληπτική εποπτεία της δραστηριότητας ιδρύματος ηλεκτρονικού χρήματος[22], καθώς και γραφεία ταχυδρομικών επιταγών που έχουν αυτό το δικαίωμα βάσει της εθνικής ή της κοινοτικής νομοθεσίας.

(8) Για να αρθούν οι νομικοί φραγμοί εισόδου στην αγορά, επιβάλλεται, ωστόσο, η καθιέρωση ενιαίας άδειας για όλους τους παρόχους υπηρεσιών πληρωμών που δεν έχουν σχέση με την αποδοχή καταθέσεων ή την έκδοση ηλεκτρονικού χρήματος. Ενδείκνυται επομένως η εισαγωγή μιας τέταρτης κατηγορίας παρόχων υπηρεσιών, στο εξής «ιδρύματα πληρωμών», εξουσιοδοτώντας, βάσει μιας σειράς αυστηρών και διεξοδικών προϋποθέσεων, φυσικά ή νομικά πρόσωπα που δεν εμπίπτουν στις ήδη υπάρχουσες κατηγορίες, να παρέχουν υπηρεσίες πληρωμών σε ολόκληρη την Κοινότητα. Έτσι θα ισχύουν σε ολόκληρη την Κοινότητα οι ίδιες προϋποθέσεις για τις υπηρεσίες αυτού του είδους.

(9) Οι προϋποθέσεις για τη χορήγηση και διατήρηση της άδειας λειτουργίας ιδρυμάτων πληρωμών θα πρέπει να περιλαμβάνουν απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας ανάλογες με τους λειτουργικούς και χρηματοοικονομικούς κινδύνους που αντιμετωπίζουν οι οργανισμοί αυτοί κατά τη διεξαγωγή των επιχειρηματικών τους δραστηριοτήτων. Οι απαιτήσεις αυτές θα πρέπει να βασίζονται στο γεγονός ότι οι δραστηριότητες των ιδρυμάτων πληρωμών είναι πιο εξειδικευμένες και περιορισμένες, και κατά συνέπεια γενούν πιο περιορισμένους κινδύνους που είναι πιο εύκολο να ελέγχονται και να παρακολουθούνται σε σχέση με τους κινδύνους που περικλείει το φάσμα δραστηριοτήτων των πιστωτικών ιδρυμάτων. Ειδικότερα, θα πρέπει να απαγορεύεται στα ιδρύματα πληρωμών να δέχονται καταθέσεις από χρήστες, και να μπορούν να χρησιμοποιούν τα κεφάλαια που λαμβάνουν από τους χρήστες μόνο για την παροχή υπηρεσιών πληρωμών. Τα κεφάλαια των πελατών θα πρέπει να διατηρούνται χωριστά από τα κεφάλαια του ιδρύματος πληρωμών που προορίζονται για άλλες επιχειρηματικές δραστηριότητες. Τα ιδρύματα πληρωμών θα πρέπει επίσης να υπόκεινται στις δέουσες απαιτήσεις όσον αφορά τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας.

(10) Τα κράτη μέλη πρέπει να ορίζουν τις αρχές που θα είναι αρμόδιες να χορηγούν άδειες στα ιδρύματα πληρωμών, να πραγματοποιούν συνεχείς ελέγχους και να αποφασίζουν για ενδεχόμενη ανάκληση της άδειας. Για να εξασφαλίζεται ισότιμη μεταχείριση, τα κράτη μέλη δεν θα πρέπει να επιβάλλουν στα ιδρύματα πληρωμών απαιτήσεις άλλες από εκείνες που προβλέπονται στην παρούσα οδηγία. Θα πρέπει, ωστόσο, να υπάρχει η δυνατότητα προσβολής ενώπιον των δικαστηρίων όλων των αποφάσεων που λαμβάνουν οι αρμόδιες αρχές. Εξάλλου, τα καθήκοντα των αρμοδίων αρχών είναι ανεξάρτητα από την εποπτεία των συστημάτων πληρωμών, η οποία, σύμφωνα με το άρθρο 105 παράγραφος 2 τέταρτο εδάφιο της συνθήκης ΕΚ, είναι καθήκον του Ευρωπαϊκού Συστήματος Κεντρικών Τραπεζών.

(11) Δεδομένου ότι είναι επιθυμητό να καταγραφεί η ταυτότητα και ο τόπος δραστηριοποίησης όλων των προσώπων που παρέχουν υπηρεσίες πληρωμών και να δοθεί σε όλα κάποιος βαθμός αναγνώρισης, ανεξάρτητα από την ικανότητά τους να πληρούν όλες τις προϋποθέσεις έγκρισης ως ιδρύματα πληρωμών, ώστε κανένα εξ αυτών να μην αναγκάζεται να στραφεί στην παραοικονομία, θα πρέπει να προβλέπεται ένας μηχανισμός βάσει του οποίου θα υπάρχει δυνατότητα οι πάροχοι υπηρεσιών πληρωμών που δεν πληρούν όλες τις προϋποθέσεις να αντιμετωπίζονται ως ιδρύματα πληρωμών. Για το σκοπό αυτόν, θα πρέπει να παρέχεται στα κράτη μέλη η δυνατότητα να καταχωρίζουν τα άτομα αυτά στο μητρώο των ιδρυμάτων πληρωμών, παρά το γεγονός ότι δεν πληρούν όλες τις προϋποθέσεις άδειας λειτουργίας. Είναι, ωστόσο, ουσιώδες, σε κάθε περίπτωση, η δυνατότητα παρέκκλισης να υπόκειται σε αυστηρές απαιτήσεις όσον αφορά τον όγκο των συναλλαγών και τη σημασία τους για το δημόσιο συμφέρον. Είναι επίσης σημαντικό να προβλέπεται ότι, σε περιπτώσεις εφαρμογής της παρέκκλισης, οι εντός της Κοινότητας παρεχόμενες υπηρεσίες πληρωμών θα μπορούν να παρέχονται μόνο στο κράτος μέλος καταχώρισης.

(12) Είναι άκρως σημαντικό για τον πάροχο υπηρεσιών πληρωμών να μπορεί να δραστηριοποιείται στο πλαίσιο ενός συστήματος πληρωμών ή να συμμετέχει σε παρόμοιο σύστημα. Για να διασφαλίζεται σε ολόκληρη την Κοινότητα η ισότιμη μεταχείριση των διαφορετικών κατηγοριών παρόχων υπηρεσιών πληρωμών, σύμφωνα με τους όρους της αδειοδότησης από τις εποπτικές αρχές, θα πρέπει να αποσαφηνιστούν οι κανόνες που διέπουν την πρόσβαση στην παροχή υπηρεσιών πληρωμών και τη συμμετοχή στα συστήματα πληρωμών. Θα πρέπει να προβλέπεται η άνευ διακρίσεων μεταχείριση των ιδρυμάτων πληρωμών και των πιστωτικών ιδρυμάτων όσον αφορά τη λειτουργία τους στο πλαίσιο συστημάτων πληρωμών και την πρόσβασή τους σ’ αυτά.

(13) Θα πρέπει να θεσπιστεί ένα σύνολο κανόνων για να διασφαλίζεται η διαφάνεια των προϋποθέσεων που διέπουν τις υπηρεσίες πληρωμών.

(14) Η παρούσα οδηγία δεν θα πρέπει να εφαρμόζεται σε πράξεις πληρωμής που πραγματοποιούνται με μετρητά ή σε εκείνες που βασίζονται σε έντυπες επιταγές δεδομένου ότι, λόγω της φύσης τους, δεν μπορούν να διεκπεραιωθούν το ίδιο αποτελεσματικά με τα άλλα μέσα πληρωμής, ιδίως τις ηλεκτρονικές πληρωμές.

(15) Οι διατάξεις της παρούσας οδηγίας σχετικά με τη διαφάνεια των απαιτήσεων που διέπουν τις υπηρεσίες πληρωμών, καθώς και εκείνες που αναφέρονται στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που συνδέονται με την παροχή και χρήση υπηρεσιών πληρωμών δεν θα πρέπει να εφαρμόζονται, όταν το ποσό της πράξης πληρωμής υπερβαίνει τις 50.000 ευρώ, διότι είναι εν γένει διαφορετικός ο τρόπος επεξεργασίας των πληρωμών που υπερβαίνουν το ποσό αυτό, ενώ συχνά προωθούνται μέσω διαφορετικών δικτύων και υπόκεινται σε διαφορετικές τεχνικές και νομικές διαδικασίες, οι οποίες θα πρέπει να διατηρηθούν.

(16) Η παρούσα οδηγία θα πρέπει να καθορίζει τις υποχρεώσεις που έχουν οι πάροχοι υπηρεσιών πληρωμών όσον αφορά την παροχή πληροφοριών στους χρήστες υπηρεσιών πληρωμών, οι οποίοι, για να προβαίνουν σε ενημερωμένες επιλογές και να αναζητούν τις πιο συμφέρουσες υπηρεσίες στην αγορά της Ένωσης θα πρέπει να λαμβάνουν σαφή πληροφόρηση στο ίδιο υψηλό επίπεδο. Χάριν της διαφάνειας, η παρούσα οδηγία θεσπίζει τις δέουσες απαιτήσεις για την παροχή των αναγκαίων και επαρκών πληροφοριών στους χρήστες υπηρεσιών πληρωμών τόσο σχετικά με τη σύμβαση υπηρεσιών πληρωμών όσο και με την καθαυτό πράξη πληρωμής.

(17) Είναι απαραίτητο να εναρμονιστεί ο βαθμός διαφάνειας των απαιτήσεων που διέπουν τις υπηρεσίες πληρωμών, δεδομένου ότι ο χρήστης των υπηρεσιών αυτών έχει ανάγκη από σαφείς πληροφορίες σχετικά με τις υπηρεσίες πληρωμών ώστε να προβαίνει στην επιλογή του με πλήρη επίγνωση του θέματος. Θα πρέπει επομένως να θεσπιστούν απαιτήσεις ώστε, χωρίς ο χρήστης να κατακλύζεται με λεπτομέρειες, να λαμβάνει τις αναγκαίες και επαρκείς πληροφορίες όσον αφορά τη σύμβαση υπηρεσιών πληρωμών, καθώς και την έγκριση και την εκτέλεση της πράξης πληρωμής.

(18) Οι ζητούμενες πληροφορίες θα πρέπει να είναι ανάλογες με τις ανάγκες των χρηστών και να γνωστοποιούνται με τυποποιημένο τρόπο. Ωστόσο, οι απαιτήσεις πληροφόρησης για μία ενιαία πράξη πληρωμής θα πρέπει να είναι διαφορετικές από τις απαιτήσεις για μια συμφωνία πλαίσιο η οποία προβλέπει σειρά πράξεων πληρωμής.

(19) Για να διευκολύνεται η κινητικότητα των πελατών, θα πρέπει να παρέχεται στους χρήστες υπηρεσιών πληρωμών η δυνατότητα να καταγγέλλουν χωρίς επιβάρυνση μια σύμβαση-πλαίσιο μεγάλης ή αόριστης διαρκείας. Το δικαίωμα καταγγελίας της σύμβασης θα πρέπει να υπόκειται, ωστόσο, σε προθεσμία προειδοποίησης η οποία θα καθορίζεται στη σύμβαση.

(20) Οι μικροπληρωμές θα πρέπει να είναι μια φθηνή και εύχρηστη εναλλακτική λύση στην περίπτωση αγαθών και υπηρεσιών με χαμηλή τιμή και δεν θα πρέπει να βαρύνονται με υπερβολικές απαιτήσεις. Θα πρέπει επομένως να απλοποιηθούν οι σχετικές απαιτήσεις πληροφόρησης, καθώς και οι εφαρμοστέοι κανόνες εκτέλεσης των εν λόγω πληρωμών. Θα πρέπει να θεσπιστούν σαφείς κανόνες όσον αφορά τους τρόπους με τους οποίους πρέπει να εγκρίνει την πράξη πληρωμής ο χρήστης υπηρεσιών πληρωμών. Οι κανόνες αυτοί είναι σημαντικοί, διότι εξασφαλίζουν την εμπιστοσύνη των χρηστών και την ασφάλεια του δικαίου για τους συμβαλλόμενους στην πράξη πληρωμής· απουσία της απαιτούμενης έγκρισης οι συναλλαγές είναι άκυρες και ο πληρωτής δικαιούται άμεση επιστροφή των χρημάτων. Είναι σημαντικό να καθοριστούν οι υποχρεώσεις τόσο του παρόχου όσο και του χρήστη υπηρεσιών πληρωμών, ώστε να μη διακυβεύεται η ασφάλεια των μέσων επαλήθευσης της πληρωμής και να διαπιστώνεται, βάσει της εφαρμοστέας εθνικής νομοθεσίας, εάν υπάρχει αθέτηση της σύμβασης και, στην περίπτωση αυτή, να αξιολογούνται οι συνέπειες.

(21) Για να δοθεί κίνητρο στο χρήστη των υπηρεσιών να γνωστοποιεί πάραυτα στον πάροχο τυχόν κλοπή ή απώλεια του μέσου επαλήθευσης πληρωμών και να περιορίζεται έτσι ο κίνδυνος διενέργειας μη εγκεκριμένων πράξεων, θα πρέπει να φέρει την ευθύνη μόνο ενός περιορισμένου ποσού μέχρι τη στιγμή που θα κοινοποιήσει στον πάροχο την απώλεια ή την κλοπή, εκτός εάν έχει ενεργήσει με δόλο ή βαριά αμέλεια. Εξάλλου, αφότου ο χρήστης ενημερώσει τον πάροχο για τον κίνδυνο δόλιας χρήσης του μέσου επαλήθευσης πληρωμών, δεν θα πρέπει να είναι υπόχρεος να καλύψει περαιτέρω ζημίες που απορρέουν από τη μη εγκεκριμένη χρήση του εν λόγω μέσου. Εφόσον το μέσο επαλήθευσης πληρωμών δεν έχει απολεσθεί η κλαπεί, ο χρήστης υπηρεσιών πληρωμών δεν θα πρέπει να φέρει καμία οικονομική συνέπεια για μη εγκεκριμένη χρήση.

(22) Θα πρέπει να προβλέπεται η κατανομή των ζημιών σε περίπτωση μη εγκεκριμένων πράξεων πληρωμής. Οι διατάξεις αυτές δεν θα πρέπει, ωστόσο, να εφαρμόζονται στους χρήστες υπηρεσιών πληρωμών, όταν πρόκειται για επιχειρήσεις οι οποίες υπερβαίνουν το μέγεθος της πολύ μικρής επιχείρησης, όπως ορίζεται στη σύσταση 2003/361/EΚ της Επιτροπής, της 6ης Μαΐου 2003, σχετικά με τον ορισμό των πολύ μικρών, των μικρών και των μεσαίων επιχειρήσεων, η οποία δημοσιεύτηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 20ής Μαΐου 2003[23], δεδομένου ότι οι επιχειρήσεις αυτές βρίσκονται κατά κανόνα σε θέση να εκτιμήσουν τον κίνδυνο της απάτης και να λάβουν αντισταθμιστικά μέτρα.

(23) Στην περίπτωση που ο χρήστης προβάλει αξίωση για επιστροφή πληρωμής το ύψος της οποίας δεν είχε προσδιοριστεί, το δικαίωμα επιστροφής δεν θα πρέπει να επηρεάζει την ευθύνη του πληρωτή έναντι του δικαιούχου για τα αγαθά ή τις υπηρεσίες που έχουν παραγγελθεί, καταναλωθεί ή νομίμως χρεωθεί, ούτε το δικαίωμα του χρήστη όσον αφορά την ανάκληση της εντολής πληρωμής.

(24) Λόγω της ταχύτητας με την οποία τα σύγχρονα, πλήρως αυτοματοποιημένα, συστήματα διεκπεραιώνουν τις πράξεις πληρωμής, ύστερα από ένα ορισμένο σημείο δεν είναι δυνατό να ανακληθούν οι εντολές πληρωμής χωρίς υψηλό κόστος ανθρώπινης παρέμβασης. Για το λόγο αυτό, είναι αναγκαίος ο καθορισμός σαφούς προθεσμίας ανάκλησης, ώστε να εξασφαλίζεται η αποτελεσματική επεξεργασία, και παράλληλα ασφάλεια του δικαίου για όλα τα εμπλεκόμενα μέρη. Ο χρόνος εκπνοής της προθεσμίας θα πρέπει να καθορίζεται ως η χρονική στιγμή αποδοχής της εντολής από τον πάροχο υπηρεσιών πληρωμών και θα πρέπει να κοινοποιείται, ρητά ή σιωπηρά, στο χρήστη των υπηρεσιών πληρωμής.

(25) Είναι απαραίτητο για την απολύτως ολοκληρωμένη και αυτοματοποιημένη επεξεργασία των πληρωμών, καθώς και για την ασφάλεια του δικαίου όσον αφορά την εκπλήρωση οποιασδήποτε υποχρέωσης μεταξύ χρηστών υπηρεσιών πληρωμών, να πιστώνεται στο λογαριασμό του δικαιούχου ολόκληρο το ποσό που μεταφέρει ο πληρωτής. Έτσι κανείς απ’ όσους μεσολαβούν στην εκτέλεση των πράξεων πληρωμής δεν θα μπορεί να προβαίνει σε κρατήσεις από το μεταφερόμενο ποσό. Ο δικαιούχος θα έχει, ωστόσο, τη δυνατότητα να συνάψει ρητή συμφωνία με τον πάροχο της υπηρεσίας πληρωμών βάσει της οποίας ο τελευταίος θα μπορεί να κρατήσει τα έξοδά του. Τούτο θα πρέπει να ισχύει μόνο στην περίπτωση πληρωμών που πραγματοποιούνται εξ ολοκλήρου στο νόμισμα ενός κράτους μέλους και δεν συνεπάγονται συναλλαγματικές μετατροπές και εφόσον αμφότεροι οι πάροχοι υπηρεσιών πληρωμών είναι εγκατεστημένοι στην Κοινότητα.

(26) Όσον αφορά τα έξοδα, η εμπειρία έχει δείξει ότι ο καταμερισμός των εξόδων μεταξύ πληρωτή και δικαιούχου είναι το πιο αποτελεσματικό σύστημα, δεδομένου ότι διευκολύνει την αυτοματοποιημένη επεξεργασία των πληρωμών. Θα πρέπει συνεπώς να προβλέπεται η άμεση είσπραξη των εξόδων από τον πληρωτή και το δικαιούχο εκ μέρους των αντίστοιχων παρόχων υπηρεσιών πληρωμών. Η διάταξη αυτή θα πρέπει να ισχύει μόνον εφόσον αμφότεροι οι πάροχοι υπηρεσιών πληρωμών του πληρωτή και του δικαιούχου είναι εγκατεστημένοι στην Κοινότητα και εφόσον η συναλλαγή δεν απαιτεί συναλλαγματική μετατροπή.

(27) Για να βελτιωθεί η αποτελεσματικότητα των πληρωμών στην Κοινότητα, θα πρέπει να ορίζεται προθεσμία εκτέλεσης μιας ημέρας για όλες τις πληρωμές τις οποίες πραγματοποιεί ο πληρωτής, οι οποίες δεν απαιτούν μετατροπή συναλλάγματος, όπως οι μεταφορές πίστωσης και τα εμβάσματα. Για όλες τις άλλες πληρωμές, όπως οι πληρωμές που πραγματοποιούνται εκ μέρους ή μέσω του δικαιούχου (μεταξύ άλλων άμεσες χρεώσεις και πληρωμές με κάρτα), εφόσον δεν υπάρχει ρητή συμφωνία μεταξύ του παρόχου και του χρήστη υπηρεσιών πληρωμών που προβλέπει παράταση του χρόνου εκτέλεσης, θα πρέπει να ισχύει η προθεσμία της μιας ημέρας. Σε περίπτωση, ωστόσο, καθαρά εθνικών πληρωμών, δεδομένου ότι οι εθνικές υποδομές πληρωμών είναι συχνά ιδιαίτερα αποτελεσματικές, θα πρέπει να παρέχεται στα κράτη μέλη η δυνατότητα να διατηρήσουν τους κανόνες που προβλέπουν χρόνο εκτέλεσης συντομότερο της μιας ημέρας, ώστε να αποφευχθεί τυχόν επιδείνωση των σημερινών συνθηκών παροχής υπηρεσιών.

(28) Λόγω των αποκλίσεων μεταξύ των κανόνων που διέπουν τη λειτουργία των συστημάτων πληρωμών στην Κοινότητα και εκείνων που διέπουν τα συστήματα πληρωμών σε τρίτες χώρες, ενδείκνυται ο περιορισμός των διατάξεων που αφορούν την εκτέλεση για ολόκληρο το ποσό και την προθεσμία εκτέλεσης στις περιπτώσεις κατά τις οποίες οι πάροχοι υπηρεσιών πληρωμών του πληρωτή και του δικαιούχου είναι αμφότεροι εγκατεστημένοι στην Κοινότητα.

(29) Για να προβεί στην κατάλληλη επιλογή, ο χρήστης υπηρεσιών πληρωμών είναι ανάγκη να γνωρίζει τα πραγματικά έξοδα και επιβαρύνσεις των υπηρεσιών πληρωμών. Κατά συνέπεια, δεν θα πρέπει να επιτρέπεται η χρήση μη διαφανών μεθόδων τιμολόγησης, αφού είναι κοινώς αποδεκτό ότι οι μέθοδοι αυτές καθιστούν εξαιρετικά δυσχερή για το χρήστη τον προσδιορισμό της πραγματικής τιμής της υπηρεσίας πληρωμών. Συγκεκριμένα, δεν θα πρέπει να επιτρέπεται η χρήση ημερομηνιών αξίας που αποβαίνουν σε βάρος του χρήστη.

(30) Η ομαλή και αποτελεσματική λειτουργία του συστήματος πληρωμών εξαρτάται από την εμπιστοσύνη που μπορεί να έχει ο χρήστης υπηρεσιών πληρωμών ότι ο πάροχος θα εκτελέσει την πράξη πληρωμής ορθά και εντός του συμφωνηθέντος χρόνου, πράγμα το οποίο, πάντως, τυπικά ο τελευταίος δεν έχει λόγους να μην κάνει. Πρώτον, ο πάροχος είναι σε θέση να αποτιμήσει τους κινδύνους που συνεπάγεται η πράξη πληρωμής που έχει αποδεχθεί να εκτελέσει. Δεύτερον, ο πάροχος είναι εκείνος που παρέχει το σύστημα πληρωμών, προβαίνει στις απαιτούμενες ρυθμίσεις για την ανάκληση εσφαλμένα μεταφερθέντων ή διατεθέντων χρηματικών ποσών και επιλέγει, στις περισσότερες περιπτώσεις, τους φορείς που μεσολαβούν στην εκτέλεση της συναλλαγής. Τρίτον, ο μεγάλος αριθμός των πραγματοποιούμενων πράξεων πληρωμής καθιστά ευκολότερο για τους παρόχους να κατανέμουν τον κίνδυνο σφαλμάτων ή δυσλειτουργιών του συστήματος πληρωμών και να μετακυλίουν τον κίνδυνο αυτό στα ποσά που χρεώνουν για τις υπηρεσίες τους. Βάσει των παραπάνω εκτιμήσεων, είναι απολύτως δικαιολογημένο να θεωρείται ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών ότι υπέχει την αντικειμενική ευθύνη όσον αφορά την εκτέλεση της πράξης πληρωμής την οποία έχει αποδεχθεί από το χρήστη. Εντούτοις, οι διατάξεις περί αντικειμενικής ευθύνης δεν θα πρέπει να εφαρμόζονται πλήρως όταν ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών του δικαιούχου είναι εγκατεστημένος εκτός της Κοινότητας.

(31) Ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών θα πρέπει αφενός να έχει τη δυνατότητα να προσδιορίζει σαφώς ποιες πληροφορίες σκοπεύει να απαιτήσει για να προβεί στην εκτέλεση της εντολής πληρωμής. Αφετέρου, για να αποφευχθεί ο κατακερματισμός και να μην διακυβεύεται η ενοποίηση των συστημάτων πληρωμών στην Κοινότητα, δεν θα πρέπει να επιτρέπεται στα κράτη μέλη να απαιτούν τη χρησιμοποίηση ειδικού μέσου ταυτοποίησης για τις πράξεις πληρωμής. Η αντικειμενική ευθύνη του παρόχου υπηρεσιών πληρωμών θα πρέπει να περιορίζεται στην ορθή εκτέλεση της πράξης πληρωμής σύμφωνα με την εντολή του χρήστη υπηρεσιών πληρωμών.

(32) Για να διευκολυνθεί η πρόληψη και καταπολέμηση της απάτης στον κλάδο των πληρωμών εντός της Κοινότητας, πρέπει να προβλέπεται η αποτελεσματική ανταλλαγή δεδομένων μεταξύ των παρόχων υπηρεσιών πληρωμών, στους οποίους θα πρέπει να επιτρέπεται να συλλέγουν, να επεξεργάζονται και να ανταλλάσσουν δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που αφορούν πρόσωπα αναμεμειγμένα σε απάτες στον κλάδο των πληρωμών. Όλες αυτές οι δραστηριότητες θα πρέπει να συμμορφώνονται με την οδηγία 95/46/EΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 24ης Οκτωβρίου 1995, για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών[24].

(33) Θα πρέπει να διασφαλιστεί η αποτελεσματική εφαρμογή των διατάξεων της εθνικής νομοθεσίας που θα θεσπιστούν σύμφωνα με την παρούσα οδηγία. Θα πρέπει συνεπώς να θεσπιστούν οι κατάλληλες διαδικασίες για την εξέταση των καταγγελιών κατά των παρόχων υπηρεσιών πληρωμών που δεν συμμορφώνονται με τις εν λόγω διατάξεις και να επιβάλλονται, κατά περίπτωση, κατάλληλες, ανάλογες και αποτρεπτικές κυρώσεις.

(34) Με την επιφύλαξη του δικαιώματος των καταναλωτών για ένδικη προστασία, τα κράτη μέλη θα πρέπει να εξασφαλίσουν ένα προσιτό και οικονομικό μέσο επίλυσης των διαφορών που ανακύπτουν μεταξύ των παρόχων και των χρηστών υπηρεσιών πληρωμών στο πλαίσιο των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων που προβλέπονται στην παρούσα οδηγία.

(35) Η παρούσα οδηγία ισχύει με την επιφύλαξη των διατάξεων της εθνικής νομοθεσίας σχετικά με τις συνέπειες της ευθύνης για τυχόν ανακρίβεια στη διατύπωση ή τη διαβίβαση δήλωσης.

(36) Δεδομένης της ανάγκης να υπάρχει μέριμνα για την αποτελεσματική εφαρμογή της παρούσας οδηγίας και παρακολούθηση της επιτελούμενης προόδου όσον αφορά την εγκαθίδρυση μιας ενιαίας αγοράς πληρωμών, η Επιτροπή θα πρέπει να αναλάβει την υποχρέωση να εκπονήσει έκθεση δύο έτη μετά την εκπνοή της προθεσμίας ενσωμάτωσης της παρούσας οδηγίας.

(37) Η οδηγία 97/5/ΕΚ θα πρέπει να καταργηθεί, δεδομένου ότι οι διατάξεις της έχουν εξ ολοκλήρου τροποποιηθεί.

(38) Επιβάλλεται η θέσπιση λεπτομερέστερων κανόνων όσον αφορά τη δόλια χρήση καρτών πληρωμής, τομέα που σήμερα καλύπτεται από την οδηγία 97/7/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 20ής Μαΐου 1997 για την προστασία των καταναλωτών κατά τις εξ αποστάσεως συμβάσεις[25], καθώς και την οδηγία 2002/65/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 23ης Σεπτεμβρίου 2002 σχετικά με την εξ αποστάσεως εμπορία χρηματοοικονομικών υπηρεσιών, η οποία τροποποιεί την οδηγία 90/619/ΕΟΚ του Συμβουλίου και τις οδηγίες 97/7/ΕΚ και 98/27/ΕΚ[26]. Οι οδηγίες αυτές θα πρέπει επομένως να τροποποιηθούν αναλόγως.

(39) Εφόσον, σύμφωνα με την οδηγία 2000/12/ΕΚ, τα χρηματοδοτικά ιδρύματα δεν υπόκεινται στους κανόνες που ισχύουν για τα πιστωτικά ιδρύματα, θα πρέπει να υπόκεινται στις ίδιες απαιτήσεις με τα ιδρύματα πληρωμών ώστε να μπορούν να παρέχουν υπηρεσίες πληρωμών σε ολόκληρη την Κοινότητα. Η οδηγία 2000/12/ΕΚ θα πρέπει επομένως να τροποποιηθεί αναλόγως.

(40) Για λόγους ασφάλειας του δικαίου, θα πρέπει να θεσπιστούν μεταβατικές διατάξεις βάσει των οποίων θα επιτρέπεται στα πρόσωπα που έχουν αρχίσει να ασκούν δραστηριότητα ιδρύματος πληρωμών σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία που ίσχυε πριν από την έναρξη ισχύος της παρούσας οδηγίας, να συνεχίσουν τη δραστηριότητα αυτή στο οικείο κράτος μέλος για ορισμένο χρονικό διάστημα.

(41) Δεδομένου ότι δεν είναι δυνατή η ικανοποιητική επίτευξη από τα κράτη μέλη του στόχου της προβλεπόμενης δράσης, της εγκαθίδρυσης δηλαδή ενιαίας αγοράς στον τομέα των υπηρεσιών πληρωμών, διότι απαιτείται η εναρμόνιση πληθώρας διαφορετικών κανόνων που ισχύουν σήμερα στα νομικά συστήματα των διαφόρων κρατών μελών, και κατά συνέπεια ο στόχος αυτός θα μπορούσε να επιτευχθεί καλύτερα σε κοινοτικό επίπεδο, η Κοινότητα δύναται να θεσπίσει μέτρα, σύμφωνα με την αρχή της επικουρικότητας, όπως ορίζεται στο άρθρο 5 της συνθήκης ΕΚ. Σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας, όπως ορίζεται στο ίδιο άρθρο, η παρούσα οδηγία δεν υπερβαίνει τα αναγκαία όρια για την επίτευξη αυτού του στόχου.

(42) Τα μέτρα εφαρμογής της παρούσας οδηγίας θα πρέπει να θεσπισθούν σύμφωνα με την απόφαση 1999/468/EΚ του Συμβουλίου της 28ης Ιουνίου 1999 για τον καθορισμό των όρων άσκησης των εκτελεστικών αρμοδιοτήτων που ανατίθενται στην Επιτροπή[27],

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΟΔΗΓΙΑ:

ΤΙΤΛΟΣ IΑντικείμενο, πεδίο εφαρμογής και ορισμοί

Άρθρο 1 Αντικείμενο

Η παρούσα οδηγία θεσπίζει τους κανόνες σύμφωνα με τους οποίους τα κράτη μέλη διακρίνουν τις τέσσερις ακόλουθες κατηγορίες παρόχων υπηρεσιών πληρωμών:

(α) πιστωτικά ιδρύματα κατά την έννοια της οδηγίας 2000/12/ΕΚ·

(β) ιδρύματα έκδοσης ηλεκτρονικού χρήματος κατά την έννοια της οδηγίας 2000/46/ΕΚ·

(γ) γραφεία ταχυδρομικών επιταγών, όπως αναφέρονται στο δεύτερο εδάφιο του άρθρου 2 παράγραφος 3 της οδηγίας 2000/12/ΕΚ, τα οποία εξουσιοδοτούνται, βάσει της εθνικής ή της κοινοτικής νομοθεσίας, να παρέχουν υπηρεσίες πληρωμών·

(δ) άλλα φυσικά ή νομικά πρόσωπα στα οποία έχει δοθεί η άδεια, σύμφωνα με το άρθρο 6 της παρούσας οδηγίας, να παρέχουν και να εκτελούν υπηρεσίες πληρωμών σε ολόκληρη την Κοινότητα, (στο εξής «ιδρύματα πληρωμών»).

Η παρούσα οδηγία θεσπίζει επίσης κανόνες διαφάνειας και καθορίζει τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις χρηστών και παρόχων όσον αφορά την παροχή υπηρεσιών πληρωμών ως τακτική απασχόληση ή επιχειρηματική δραστηριότητα.

Οι κεντρικές τράπεζες, με την ιδιότητα των νομισματικών αρχών, και οι δημόσιες αρχές οι οποίες παρέχουν υπηρεσίες πληρωμών δεν θεωρούνται πάροχοι υπηρεσιών πληρωμών.

Άρθρο 2 Πεδίο εφαρμογής

1. Η παρούσα οδηγία εφαρμόζεται αποκλειστικά στις επιχειρηματικές δραστηριότητες, που αναφέρονται στο παράρτημα, οι οποίες συνίστανται στην εκτέλεση πράξεων πληρωμής εξ ονόματος φυσικού ή νομικού προσώπου (στο εξής «υπηρεσίες πληρωμών»), εφόσον ο ένας τουλάχιστον από τους παρόχους υπηρεσιών πληρωμών είναι εγκατεστημένος στην Κοινότητα.

Οι τίτλοι III και IV δεν εφαρμόζονται, ωστόσο, στις υπηρεσίες πληρωμών όπου το ποσό της συναλλαγής υπερβαίνει τις 50.000 ευρώ.

Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας, ως «πράξη πληρωμής» νοείται η ενέργεια, στην οποία προβαίνει ο πληρωτής ή ο δικαιούχος, και συνίσταται στην κατάθεση, ανάληψη ή μεταφορά χρηματικών ποσών από ένα πληρωτή σε ένα δικαιούχο, ανεξάρτητα από οποιαδήποτε υφιστάμενη υποχρέωση μεταξύ των εν λόγω χρηστών υπηρεσιών πληρωμών.

2. Εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά, η παρούσα οδηγία εφαρμόζεται στις υπηρεσίες πληρωμών ανεξάρτητα από το χρησιμοποιούμενο νόμισμα.

Άρθρο 3 Εξαιρέσεις

Η παρούσα οδηγία δεν εφαρμόζεται:

(α) σε πράξεις που συνίστανται αποκλειστικά στη μεταφορά μετρητών από τον πληρωτή στο δικαιούχο·

(β) στην κατ’ επάγγελμα συλλογή και παράδοση μετρητών, περιλαμβανομένης της μεταφοράς, χωρίς μετατροπή των μετρητών σε λογιστικό ή ηλεκτρονικό χρήμα κατά την έννοια της οδηγίας 2000/46/ΕΚ·

(γ) σε πράξεις πληρωμής οι οποίες συνίστανται σε μη επαγγελματική συγκέντρωση και παράδοση χρημάτων στο πλαίσιο μη κερδοσκοπικής ή φιλανθρωπικής δραστηριότητας·

(δ) στις επιστροφές μετρητών από τον δικαιούχο στον πληρωτή ύστερα από πράξη πληρωμής, κατόπιν ρητής αίτησης του χρήστη της υπηρεσίας πληρωμών που διατυπώθηκε αμέσως πριν από την εκτέλεση πράξης πληρωμής μέσω κάρτας πληρωμής, και εντελώς ανεξάρτητα από το κόστος των αγορασθέντων αγαθών ή υπηρεσιών·

(ε) στη μετατροπή συναλλάγματος σε τοπικό νόμισμα και αντιστρόφως, δηλαδή, σε πράξεις «μετρητά αντί μετρητών ( cash to cash) » , όπου τα μετρητά δεν τηρούνται ως κατάθεση σε λογαριασμό πληρωμής·

(στ) στις πράξεις πληρωμής που βασίζονται σε οποιοδήποτε από τα ακόλουθα αξιόγραφα, τα οποία εκδίδονται επί του παρόχου υπηρεσιών πληρωμών για να τεθούν χρηματικά ποσά στη διάθεση του δικαιούχου:

(i) έντυπη επιταγή, σύμφωνα με τις διατάξεις της σύμβασης της Γενεύης της 19ης Μαρτίου 1931, με την οποία θεσπίζεται ενιαίος νόμος για την επιταγή·

(ii) έντυπη επιταγή, ανάλογη με εκείνη που αναφέρεται στο σημείο (i), η οποία διέπεται από τη νομοθεσία των κρατών μελών που δεν έχουν υπογράψει τη σύμβαση της Γενεύης του 1931·

(iii) έντυπα παραστατικά·

(iv) έντυπες ταξιδιωτικές επιταγές·

(v) έντυπα γραμμάτια σε διαταγή ·

(ζ) στις πράξεις πληρωμής που πραγματοποιούνται στο πλαίσιο συστήματος πληρωμών ή εκκαθάρισης και διακανονισμού τίτλων ή μεταξύ αντιπροσώπων εκκαθάρισης ή διακανονισμού, κεντρικών αντισυμβαλλομένων ή/και κεντρικών τραπεζών, και παρόχων υπηρεσιών πληρωμών, καθώς και των συνδεδεμένων αντιπροσώπων τους ή των θυγατρικών τους, με εξαίρεση το άρθρο 23 της παρούσας οδηγίας·

(η) στις υπηρεσίες παρόχων τεχνικών υπηρεσιών, οι οποίοι υποστηρίζουν την παροχή υπηρεσιών πληρωμών χωρίς σε καμία χρονική στιγμή να περιέρχονται στην κατοχή τους τα υπό μεταφορά χρηματικά ποσά· στις υπηρεσίες αυτές περιλαμβάνονται η επεξεργασία και αποθήκευση δεδομένων, οι υπηρεσίες εμπιστοσύνης και προστασίας της ιδιωτικής ζωής, η ταυτοποίηση δεδομένων και οντοτήτων, η παροχή υπηρεσιών πληροφορικής και επικοινωνιών, καθώς και η παροχή και συντήρηση τερματικών και συσκευών που χρησιμοποιούνται για τις υπηρεσίες πληρωμών·

(θ) στις υπηρεσίες που μπορούν να χρησιμοποιηθούν για την απόκτηση αγαθών ή υπηρεσιών μόνον εντός περιορισμένου δικτύου συνδεδεμένων παρόχων υπηρεσιών και οι οποίες βασίζονται σε μέσα όπως παραστατικά και κάρτες, στο μέτρο που τα μέσα αυτά δεν επιτρέπουν την επιστροφή χρημάτων·

(ι) στις πράξεις πληρωμής οι οποίες εκτελούνται μέσω κινητού τηλεφώνου ή μέσω οποιασδήποτε άλλης ψηφιακής ή ηλεκτρονικής συσκευής, εφόσον πληρούνται οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

(i) ο πάροχος υπηρεσιών ο οποίος διαχειρίζεται το σύστημα ή το δίκτυο πληροφορικής ή τηλεπικοινωνιών συνδέεται άμεσα με την ανάπτυξη των παρεχόμενων ψηφιακών αγαθών ή υπηρεσιών ηλεκτρονικής επικοινωνίας·

(ii) τα αγαθά και οι υπηρεσίες δεν μπορούν να παραδοθούν εν τη απουσία του παρόχου·

(iii) δεν υφίσταται εναλλακτική δυνατότητα αμοιβής·

κ) στις πράξεις πληρωμής οι οποίες πραγματοποιούνται μεταξύ παρόχων υπηρεσιών πληρωμών, καθώς και των συνδεδεμένων αντιπροσώπων ή των θυγατρικών τους, με την επιφύλαξη του άρθρου 23, το οποίο εφαρμόζεται σε όλες τις περιπτώσεις.

Άρθρο 4 Ορισμοί

Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας, νοούνται ως:

(1) "κράτος μέλος καταγωγής ":

(i) εάν το ίδρυμα πληρωμών είναι φυσικό πρόσωπο, το κράτος μέλος στο οποίο βρίσκονται τα κεντρικά γραφεία του παρόχου των υπηρεσιών πληρωμών·

(ii) εάν το ίδρυμα πληρωμών είναι νομικό πρόσωπο, το κράτος μέλος στο οποίο βρίσκεται η καταστατική του έδρα·

(iii) εάν, βάσει της εθνικής νομοθεσίας, το ίδρυμα πληρωμών δεν διαθέτει καταστατική έδρα, το κράτος μέλος στο οποίο βρίσκονται τα κεντρικά γραφεία του·

(2) "κράτος μέλος υποδοχής" : το κράτος μέλος, πλην του κράτους μέλους καταγωγής, στο οποίο ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών διαθέτει υποκατάστημα, συνδεδεμένο αντιπρόσωπο ή παρέχει υπηρεσίες πληρωμών·

(3) "σύστημα πληρωμών" : σύστημα μεταφοράς χρηματικών ποσών το οποίο διέπεται από επίσημες τυποποιημένες διαδικασίες και κοινούς κανόνες για την επεξεργασία, το συμψηφισμό ή/και το διακανονισμό πράξεων πληρωμών·

(4) "πληρωτής": το φυσικό ή νομικό πρόσωπο που έχει το δικαίωμα να διαθέτει χρηματικά ποσά και επιτρέπει τη μεταβίβασή τους στο δικαιούχο·

(5) "δικαιούχος": το φυσικό ή νομικό πρόσωπο που είναι ο τελικός αποδέκτης των χρηματικών ποσών που αποτελούν αντικείμενο της πράξης πληρωμής·

(6) "χρήστης υπηρεσιών πληρωμών": το φυσικό ή νομικό πρόσωπο που χρησιμοποιεί μια υπηρεσία πληρωμών ως πληρωτής ή δικαιούχος, η και με τις δύο ιδιότητες·

(7) "λογαριασμός πληρωμής": ο λογαριασμός που τηρείται στον όνομα του χρήστη υπηρεσιών πληρωμών και χρησιμοποιείται αποκλειστικά για πράξεις πληρωμών·

(8) "χρηματικά ποσά" : μετρητά, λογιστικό και ηλεκτρονικό χρήμα κατά την έννοια της οδηγίας 2000/46/EΚ·

(9) “διαθεσιμότητα των χρηματικών ποσών”: το γεγονός ότι τα χρηματικά ποσά που έχουν κατατεθεί σε λογαριασμό πληρωμών μπορούν να χρησιμοποιηθούν από τον χρήστη υπηρεσιών πληρωμών χωρίς επιβάρυνση·

(10) "εντολή πληρωμής": κάθε οδηγία εκ μέρους του πληρωτή ή του δικαιούχου προς τον πάροχο των υπηρεσιών πληρωμών με την οποία του ζητείται να εκτελέσει μια πράξη πληρωμής·

(11) "ημερομηνία αξίας": το χρονικό σημείο αναφοράς που χρησιμοποιεί ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών για τον υπολογισμό των τόκων επί των χρηματικών ποσών που μεταφέρονται από ή προς λογαριασμό πληρωμών·

(12) "συναλλαγματική ισοτιμία αναφοράς": η συναλλαγματική ισοτιμία που χρησιμεύει ως βάση για τον υπολογισμό κάθε ανταλλαγής νομισμάτων. Πρέπει να προέρχεται από πηγή που μπορούν να ελέγξουν αμφότερα τα μέρη της σύμβασης παροχής υπηρεσιών πληρωμών·

(13) "εξακρίβωση γνησιότητας" : η διαδικασία που επιτρέπει στον πάροχο υπηρεσιών πληρωμών να επαληθεύσει εάν ο χρήστης που δίνει την εντολή πληρωμής δικαιούται να το πράξει·

(14) "επιτόκιο αναφοράς": το επιτόκιο που χρησιμεύει ως βάση για τον υπολογισμό των τόκων. Πρέπει να προέρχεται από πηγή που να μπορούν να ελέγξουν αμφότερα τα μέρη της σύμβασης παροχής υπηρεσιών πληρωμών ·

(15) "αποκλειστικό μέσο ταυτοποίησης": οι ειδικές πληροφορίες που ζητεί ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών και πρέπει να διαβιβάσει ο χρήστης για τη βέβαιη ταυτοποίηση του άλλου χρήστη που συμμετέχει στην πράξη πληρωμής, όπως ο κωδικός IBAN (International Bank Account Number), ο κωδικός BIC (Bank Identifier Code), ο αριθμός τραπεζικού λογαριασμού, ο αριθμός κάρτας ή το όνομα·

(16) "συνδεδεμένος αντιπρόσωπος": το φυσικό ή νομικό πρόσωπο που παρέχει υπηρεσίες πληρωμών εξ ονόματος ενός ιδρύματος πληρωμών·

(17) "μέσο επαλήθευσης πληρωμών": κάθε εξατομικευμένος μηχανισμός ή/και σειρά διαδικασιών που χρησιμοποιεί ο χρήστης υπηρεσιών πληρωμών ώστε να επιτρέψει στον πάροχο των υπηρεσιών να εξακριβώσει τη γνησιότητα μιας εντολής πληρωμής. Σε περίπτωση που ο πάροχος δεν παρέχει ανάλογο μέσο, μπορεί να συμφωνήσει με το χρήστη τη χρήση οποιουδήποτε άλλου μέσου εξακρίβωσης της γνησιότητας των εντολών πληρωμής, το οποίο μπορεί ενδεχομένως να χρησιμεύει και για άλλους σκοπούς·

(18) "μέσο επικοινωνίας εξ αποστάσεως" : κάθε μέσο το οποίο μπορεί να χρησιμοποιηθεί για τη σύναψη σύμβασης παροχής υπηρεσιών πληρωμών, χωρίς την ταυτόχρονη φυσική παρουσία του παρόχου και του χρήστη των υπηρεσιών·

(19) "σταθερό μέσο": κάθε μέσο το οποίο επιτρέπει την αποθήκευση των πληροφοριών που απευθύνονται προσωπικά στο χρήστη υπηρεσιών πληρωμών κατά τρόπο που να επιτρέπει τη μελλοντική του πρόσβαση στις πληροφορίες αυτές για το χρονικό διάστημα που απαιτείται, καθώς και την ακριβή αναπαραγωγή τους. Ειδικότερα, η έννοια του «σταθερού μέσου» καλύπτει τις εκτυπώσεις των αποσπασμάτων λογαριασμών από τους ειδικούς εκτυπωτές, τις δισκέτες, τα CD-ROM, τα DVD και τους σκληρούς δίσκους προσωπικών υπολογιστών στους οποίους αποθηκεύεται το ηλεκτρονικό ταχυδρομείο, αλλά δεν περιλαμβάνει τους δικτυακούς τόπους, εκτός εάν πληρούν τα κριτήρια που ορίζονται στο πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου.

ΤΙΤΛΟΣ II Πάροχοι υπηρεσιών πληρωμών

Κεφάλαιο 1Ιδρύματα πληρωμών

Τμήμα 1 Γενικοί κανόνεσ

Άρθρο 5 Αιτήσεις αδειοδότησης

Για να αποκτήσει άδεια λειτουργίας ως ίδρυμα πληρωμών, ο ενδιαφερόμενος υποβάλλει γραπτή αίτηση στις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής, καθώς και τα ακόλουθα στοιχεία:

(α) πρόγραμμα δραστηριοτήτων, στο οποίο αναφέρεται ειδικότερα το είδος των προβλεπόμενων υπηρεσιών πληρωμών·

(β) επιχειρηματικό σχέδιο που περιλαμβάνει προσωρινό προϋπολογισμό για τα τρία πρώτα οικονομικά έτη, βάσει του οποίου τεκμαίρεται η ικανότητα του ιδρύματος πληρωμών να χρησιμοποιεί τα κατάλληλα και ανάλογα συστήματα, πόρους και διαδικασίες που εξασφαλίζουν την εύρυθμή του λειτουργία·

(γ) περιγραφή της διοικητικής και λογιστικής οργάνωσης του αιτούντος, βάσει των οποίων τεκμαίρεται ότι το ίδρυμα πληρωμών προβαίνει στις ορθές και κατάλληλες διαδικασίες και ελέγχους·

(δ) περιγραφή των μηχανισμών εσωτερικού ελέγχου που έχει θεσπίσει ο αιτών ώστε να τηρεί τις υποχρεώσεις σχετικά με τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες που προβλέπει η οδηγία 2000/60/EΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου[28]·

(ε) περιγραφή των διαδικασιών διαχείρισης κινδύνων του αιτούντος·

(στ) περιγραφή της οργανωτικής δομής του αιτούντος και, κατά περίπτωση, της συνεργασίας του με εθνικό ή διεθνές σύστημα πληρωμών·

(ζ) ταυτότητα των προσώπων που κατέχουν, άμεσα ή έμμεσα, ειδικές συμμετοχές στο ίδρυμα πληρωμών, κατά την έννοια του άρθρου 1 παράγραφος 10 της οδηγίας 2000/12/ΕΚ, καθώς και το μέγεθος της πραγματικής τους συμμετοχής·

(η) στην περίπτωση που ο αιτών είναι νομικό πρόσωπο, ταυτότητα των φυσικών προσώπων που τον εκπροσωπούν, των πλειοψηφούντων μετόχων οι οποίοι έχουν επίσης διευθυντικά καθήκοντα, καθώς και αποδείξεις ότι τα άτομα αυτά είναι έντιμα και διαθέτουν τις απαιτούμενες γνώσεις και ικανότητες για την παροχή υπηρεσιών πληρωμών·

(θ) ταυτότητα του ανώτατου διευθυντικού στελέχους και απόδειξη ότι το πρόσωπο το οποίο πράγματι διευθύνει τις επιχειρηματικές δραστηριότητες του ιδρύματος πληρωμών είναι έντιμο και διαθέτει τις κατάλληλες γνώσεις και την ικανότητα να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις της παροχής υπηρεσιών πληρωμών·

(ι) νομική μορφή του αιτούντος·

(κ) διεύθυνση από την οποία μπορούν να παραληφθούν τα σχετικά έγγραφα.

Για τους σκοπούς του σημείου γ), ο αιτών προβαίνει σε περιγραφή των οργανωτικών ρυθμίσεων που έχει θεσπίσει ώστε να λαμβάνονται όλα τα εύλογα μέτρα για την προστασία των συμφερόντων των χρηστών του και να διασφαλίζεται η αδιάλειπτη και αξιόπιστη παροχή των υπηρεσιών πληρωμών.

Άρθρο 6 Αδειοδότηση

Η άδεια χορηγείται εάν οι πληροφορίες και τα δικαιολογητικά που συνοδεύουν την αίτηση πληρούν όλες τις απαιτήσεις που προβλέπονται στο άρθρο 5.

Η αίτηση αδειοδότησης δεν εξετάζεται βάσει άλλων απαιτήσεων πέραν εκείνων που αναφέρονται στο άρθρο 5.

Η άδεια ισχύει σε όλα τα κράτη μέλη και επιτρέπει στο ίδρυμα να παρέχει υπηρεσίες πληρωμών σε ολόκληρη την Κοινότητα, είτε υπό καθεστώς ελεύθερης παροχής υπηρεσιών είτε υπό καθεστώς ελεύθερης εγκατάστασης.

Άρθρο 7Κοινοποίηση της απόφασης

Εντός τριών μηνών από την παραλαβή της αίτησης ή, εφόσον η αίτηση είναι ελλιπής, εντός τριών μηνών από την ημερομηνία παραλαβής των πληροφοριών που απαιτούνται για την έκδοση απόφασης, οι αρμόδιες αρχές ενημερώνουν τον αιτούντα εάν η αίτησή του έγινε δεκτή ή απορρίφθηκε.

Η απόρριψη της αίτησης πρέπει να είναι δεόντως αιτιολογημένη.

Άρθρο 8 Καταχώριση

Τα κράτη μέλη καταρτίζουν μητρώο ιδρυμάτων πληρωμών.

Το μητρώο ενημερώνεται σε τακτική βάση· είναι διαθέσιμο στο κοινό και προσβάσιμο ηλεκτρονικά.

Άρθρο 9 Διατήρηση της άδειας

Εάν επέλθει οποιαδήποτε μεταβολή η οποία επηρεάζει την ακρίβεια των πληροφοριών και των δικαιολογητικών που προβλέπονται στο άρθρο 5, το ίδρυμα πληρωμών ενημερώνει αμέσως σχετικά τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής.

Άρθρο 10Δραστηριότητες

1. Τα ιδρύματα πληρωμών έχουν το δικαίωμα να ασκούν τις ακόλουθες δραστηριότητες:

(α) παροχή υπηρεσιών πληρωμών·

(β) παροχή λειτουργικών και συναφών επικουρικών υπηρεσιών, όπως εγγύηση της εκτέλεσης των πράξεων πληρωμής, υπηρεσίες συναλλάγματος, υπηρεσίες φύλαξης, καθώς και αποθήκευση και επεξεργασία δεδομένων·

(γ) πρόσβαση σε συστήματα πληρωμών, καθώς και σε κάθε μέσο και διαδικασία που σχετίζεται με τα συστήματα αυτά, και θέση σε λειτουργία τους με σκοπό τη μεταφορά, το συμψηφισμό και το διακανονισμό χρηματικών ποσών.

Στο πλαίσιο του σημείου α), η παραλαβή εκ μέρους των ιδρυμάτων πληρωμών χρηματικών ποσών από τους χρήστες με σκοπό να τους παρέχουν υπηρεσίες πληρωμών δεν συνιστά αποδοχή καταθέσεων ή άλλων επιστρεπτέων κεφαλαίων κατά την έννοια του άρθρου 3 της οδηγίας 2000/12/EΚ ούτε ηλεκτρονικό χρήμα κατά την έννοια της οδηγίας 2000/46/EΚ.

2. Τα ιδρύματα πληρωμών δεν μπορούν να χρησιμοποιούν τα χρηματικά ποσά τα οποία λαμβάνουν και αποδέχονται ειδικά για την παροχή υπηρεσίας πληρωμών, για να στηρίξουν άλλες επιχειρηματικές δραστηριότητες πλην των υπηρεσιών αυτών. Το ίδρυμα πληρωμών καταχωρεί στα βιβλία του τα χρηματικά ποσά των χρηστών τα οποία έχει αποδεχθεί για την εκτέλεση πράξεων πληρωμής χωριστά από τα άλλα χρηματικά ποσά τα οποία έχει αποδεχθεί για άλλες δραστηριότητες εκτός των πληρωμών.

3. Οι επιχειρηματικές δραστηριότητες των αδειοδοτημένων ιδρυμάτων πληρωμών δεν είναι αποκλειστικές και δεν περιορίζονται στις υπηρεσίες πληρωμών, έχοντας υπόψη τις διατάξεις της εφαρμοστέας εθνικής και κοινοτικής νομοθεσίας.

ΤΜΗΜΑ 2 ΑΛΛΕΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΙΣ

Άρθρο 11 Προσφυγή σε συνδεδεμένους αντιπροσώπους, θυγατρικές ή εξωτερική ανάθεση

1. Εάν το ίδρυμα πληρωμών προτίθεται να παρέχει υπηρεσίες πληρωμών μέσω συνδεδεμένου αντιπροσώπου ή θυγατρικής, κοινοποιεί την επωνυμία και τη διεύθυνση του συνδεδεμένου αντιπροσώπου ή της θυγατρικής στις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής.

2. Εάν το ίδρυμα πληρωμών προτίθεται να αναθέτει σε εξωτερικούς συνεργάτες το σύνολο ή μέρος των δραστηριοτήτων του, ενημερώνει σχετικά τις αρμόδιες αρχές.

3. Το ίδρυμα πληρωμών μεριμνά ώστε οι συνδεδεμένοι αντιπρόσωποι ή οι θυγατρικές που ενεργούν εξ ονόματός του, να ενημερώνουν σχετικά τους χρήστες των υπηρεσιών πληρωμών.

Άρθρο 12 Ευθύνη

1. Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε τα ιδρύματα πληρωμών, τα οποία αναθέτουν σε τρίτα μέρη την άσκηση λειτουργικών καθηκόντων, να λαμβάνουν εύλογα μέτρα για την αποφυγή κάθε αδικαιολόγητου λειτουργικού κινδύνου.

2. Τα κράτη μέλη απαιτούν από τα ιδρύματα πληρωμών να διατηρούν πλήρη ευθύνη για τις πράξεις των διευθυντικών τους στελεχών και των υπαλλήλων τους, καθώς και των συνδεδεμένων αντιπροσώπων ή των θυγατρικών τους, σύμφωνα με την παρούσα οδηγία.

Άρθρο 13Τήρηση αρχείου

Τα κράτη μέλη απαιτούν από τα ιδρύματα πληρωμών να τηρούν αρχείο όλων των παρεχόμενων υπηρεσιών και των εκτελούμενων συναλλαγών επί εύλογο χρονικό διάστημα, το οποίο δεν μπορεί, ωστόσο, να υπερβαίνει τα πέντε έτη.

Άρθρο 14Έδρα της κεντρικής διοίκησης

Τα κράτη μέλη απαιτούν από κάθε ίδρυμα πληρωμών που είναι νομικό πρόσωπο και το οποίο, σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία του κράτους μέλους καταγωγής, διαθέτει καταστατική έδρα, να διατηρεί τα κεντρικά του γραφεία στο ίδιο κράτος μέλος με την καταστατική του έδρα .

Κάθε ίδρυμα πληρωμών το οποίο δεν εμπίπτει στο πρώτο εδάφιο υποχρεούται να διατηρεί τα κεντρικά του γραφεία στο κράτος μέλος στο οποίο ασκεί πραγματικά τις επιχειρηματικές του δραστηριότητες.

ΤΜΗΜΑ 3ΑΡΜΟΔΙΕΣ ΑΡΧΕΣ ΚΑΙ ΕΠΟΠΤΕΙΑ

Άρθρο 15 Ορισμός των αρμόδιων αρχών

1. Τα κράτη μέλη ορίζουν ως αρμόδιες αρχές επιφορτισμένες με την εφαρμογή του παρόντος τίτλου, δημόσιες αρχές ή οργανισμούς αναγνωρισμένους είτε από την εθνική νομοθεσία είτε από δημόσιες αρχές ρητά εξουσιοδοτημένες για το σκοπό αυτό από την εθνική τους νομοθεσία.

Θα πρέπει να είναι εγγυημένη η ανεξαρτησία των αρμόδιων αρχών από οικονομικούς παράγοντες και να αποφεύγονται οι συγκρούσεις συμφερόντων. Οι αρχές αυτές δεν θα πρέπει να είναι ιδρύματα πληρωμών, πιστωτικά ιδρύματα, ιδρύματα ηλεκτρονικού χρήματος ή γραφεία ταχυδρομικών επιταγών.

Τα κράτη μέλη ενημερώνουν την Επιτροπή σχετικά.

2. Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε οι αρμόδιες αρχές που έχουν οριστεί σύμφωνα με την παράγραφο 1 να διαθέτουν όλες τις εξουσίες που είναι αναγκαίες για την εκτέλεση των καθηκόντων τους.

3. Εφόσον υπάρχουν περισσότερες από μία αρμόδιες αρχές για τα θέματα που καλύπτει ο παρών τίτλος στο έδαφος κράτους μέλους, το τελευταίο μεριμνά για τη στενή μεταξύ τους συνεργασία ώστε να εκπληρώνουν αποτελεσματικά τα καθήκοντά τους.

Άρθρο 16 Εποπτεία

Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε οι έλεγχοι που ασκούν οι αρμόδιες αρχές για να διαπιστώνουν τη συνεχή τήρηση των διατάξεων του παρόντος τίτλου να είναι ανάλογοι, επαρκείς και προσαρμοσμένοι στους κινδύνους στους οποίους εκτίθενται τα ιδρύματα πληρωμών.

Για να διαπιστώνουν την τήρηση των διατάξεων του παρόντος τίτλου, οι αρμόδιες αρχές μπορούν να λαμβάνουν μόνο τα ακόλουθα μέτρα:

(α) να απαιτούν από το ίδρυμα πληρωμών να παρέχει κάθε πληροφορία απαραίτητη για το σκοπό αυτόν·

(β) να πραγματοποιούν επιτόπιους ελέγχους στο ίδρυμα πληρωμών, καθώς και σε κάθε εξωτερικό συνεργάτη, συνδεδεμένο αντιπρόσωπο ή θυγατρική για τους οποίους ευθύνεται το ίδρυμα·

(γ) να διατυπώνουν συστάσεις και κατευθυντήριες γραμμές·

(δ) να εκδίδουν προειδοποιήσεις και να επιβάλλουν ανάλογες ποινές σε περιπτώσεις μη συμμόρφωσης·

(ε) να αναστέλλουν ή να ανακαλούν την άδεια, εφόσον δεν πληρούνται πλέον οι όροι χορήγησης που αναφέρονται στο άρθρο 5.

Άρθρο 17 Επαγγελματικό απόρρητο

1. Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε όλα τα πρόσωπα που εργάζονται ή έχουν εργαστεί για τις αρμόδιες αρχές, καθώς και οι εμπειρογνώμονες που ενεργούν εξ ονόματος των αρμόδιων αρχών, να υποχρεούνται να τηρούν το επαγγελματικό απόρρητο, πλην των περιπτώσεων που εμπίπτουν στο ποινικό δίκαιο.

2. Κατά την ανταλλαγή πληροφοριών, σύμφωνα με το άρθρο 19, τηρείται αυστηρά το επαγγελματικό απόρρητο ώστε να διασφαλίζεται η προστασία των δικαιωμάτων των ιδιωτών και των επιχειρήσεων.

Άρθρο 18Δικαστική προσφυγή

Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε να είναι δυνατή η ενώπιον δικαστηρίου προσφυγή κατά των αποφάσεων που λαμβάνουν οι αρμόδιες αρχές για τα ιδρύματα πληρωμών, κατ’εφαρμογή νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων που εκδίδονται σύμφωνα με την παρούσα οδηγία.

Η πρώτη παράγραφος εφαρμόζεται επίσης σε περίπτωση προσφυγής κατά παραλείψεως.

Άρθρο 19Ανταλλαγή πληροφοριών

Οι αρμόδιες αρχές των κρατών μελών συνεργάζονται μεταξύ τους και, ιδίως, ανταλλάσσουν πληροφορίες ώστε να εξασφαλίζουν την ορθή εφαρμογή της παρούσας οδηγίας.

Εξάλλου, κάθε κράτος μέλος επιτρέπει την ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ των αρμοδίων αρχών του και των ακόλουθων φορέων:

(α) των αρμόδιων αρχών του κράτους μέλους υποδοχής που είναι επιφορτισμένες με την αδειοδότηση και την εποπτεία των ιδρυμάτων πληρωμών·

(β) των κεντρικών τραπεζών, του Ευρωπαϊκού Συστήματος Κεντρικών Τραπεζών και της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας υπό την ιδιότητά της ως νομισματικής αρχής, και, κατά περίπτωση, άλλων δημόσιων αρχών αρμόδιων για την εποπτεία συστημάτων πληρωμών και διακανονισμού·

(γ) άλλων αρμόδιων αρχών που έχουν οριστεί βάσει της παρούσας οδηγίας και άλλων κοινοτικών διατάξεων εφαρμοστέων στους παρόχους υπηρεσιών πληρωμών.

Άρθρο 20 Άσκηση του δικαιώματος εγκατάστασης και ελεύθερης παροχής υπηρεσιών

1. Κάθε αδειοδοτημένο ίδρυμα πληρωμών το οποίο επιθυμεί να ασκήσει για πρώτη φορά τις δραστηριότητές του σε κράτος μέλος άλλο από το κράτος μέλος καταγωγής του, είτε υπό καθεστώς εγκατάστασης είτε υπό καθεστώς ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, ενημερώνει σχετικά τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής του.

Εντός μηνός από την παραλαβή των πληροφοριών, οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής κοινοποιούν στις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής την επωνυμία και τη διεύθυνση του ιδρύματος πληρωμών και τις ενημερώνουν για το είδος των υπηρεσιών πληρωμών που προτίθεται να παράσχει το ίδρυμα στο έδαφος του κράτους μέλους υποδοχής.

2. Για τη διενέργεια των ελέγχων και τη λήψη των αναγκαίων μέτρων που προβλέπονται στο άρθρο 16 σε σχέση με τα υποκαταστήματα, τους συνδεδεμένους αντιπροσώπους ή τις θυγατρικές ενός ιδρύματος πληρωμών, τα οποία είναι εγκατεστημένα στο έδαφος άλλου κράτους μέλους, οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής συνεργάζονται με τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής.

3. Στο πλαίσιο της συνεργασίας που προβλέπεται στις παραγράφους 1 και 2, οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής ενημερώνουν τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής, εφόσον επιθυμούν να διενεργήσουν επιτόπιο έλεγχο στο έδαφος του τελευταίου.

Ωστόσο, εφόσον αμφότερες οι αρχές συμφωνούν, οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής μπορούν να αναθέσουν στις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής τη διενέργεια επιτόπιων ελέγχων στο οικείο ίδρυμα.

4. Οι αρμόδιες αρχές κοινοποιούν αμοιβαία όλες τις σχετικές πληροφορίες, ιδίως σε περίπτωση παράβασης ή εικαζόμενης παράβασης εκ μέρους υποκαταστήματος, συνδεδεμένου αντιπροσώπου ή θυγατρικής.

ΤΜΗΜΑ 4 ΠΑΡΕΚΚΛΙΣΗ

Άρθρο 21 Όροι

1. Κατά παρέκκλιση από το άρθρο 1 παράγραφος 1 στοιχείο δ), τα κράτη μέλη μπορούν, κατά περίπτωση, να επιτρέπουν σε φυσικά ή νομικά πρόσωπα να εγγράφονται στο μητρώο που καταρτίζεται βάσει του άρθρου 8, χωρίς να εφαρμόζουν τη διαδικασία που προβλέπεται στο τμήμα 1, εφόσον πληρούνται οι δύο ακόλουθοι όροι:

(α) για το σύνολο των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων του οικείου προσώπου, περιλαμβανομένων των συνδεδεμένων αντιπροσώπων ή θυγατρικών για τους οποίους υπέχει πλήρη ευθύνη, το συνολικό ποσό των αποδεχθέντων χρηματικών ποσών για την παροχή υπηρεσιών πληρωμών δεν υπερβαίνει τα 5 εκατ. ευρώ κατά μέσο μηνιαίο όρο ή τα 6 εκατ. ευρώ σε οποιαδήποτε χρονική στιγμή·

(β) η εν λόγω καταχώριση θεωρείται ότι είναι προς το δημόσιο συμφέρον για κάποιον από τους ακόλουθους λόγους:

(i) το φυσικό ή νομικό πρόσωπο διαδραματίζει ζωτικό ρόλο ως ενδιάμεσος χρηματοπιστωτικός οργανισμός, εξασφαλίζοντας την πρόσβαση μειονεκτουσών κοινωνικών ομάδων σε ορισμένες υπηρεσίες πληρωμών, ιδίως όταν υπάρχει ελάχιστη πιθανότητα παροχής των εν λόγω υπηρεσιών από άλλους παρόχους ή η παροχή τους θα απαιτούσε μεγάλο χρονικό διάστημα·

(ii) είναι αναγκαία για την αποτελεσματική εφαρμογή των κανόνων σχετικά με τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή των μηχανισμών που εμποδίζουν τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας.

2. Τα πρόσωπα που αναφέρονται στην παράγραφο 1 αντιμετωπίζονται ως ιδρύματα πληρωμών.

Τους επιτρέπεται, ωστόσο, να παρέχουν υπηρεσίες πληρωμών εντός της Κοινότητας μόνο στο έδαφος του κράτους μέλους καταχώρισης.

Τα κράτη μέλη δύνανται επίσης να ορίσουν ότι μπορούν να ασκούν μόνο ορισμένες από τις δραστηριότητες που απαριθμούνται στο άρθρο 10.

3. Τα πρόσωπα που αναφέρονται στην παράγραφο 1 ενημερώνουν τις αρμόδιες αρχές για κάθε μεταβολή της κατάστασής τους που έχει επίπτωση στους όρους που προβλέπονται στην παράγραφο 1 στοιχείο α).

Άρθρο 22 Κοινοποίηση και πληροφόρηση

Εφόσον ένα κράτος μέλος εφαρμόζει την παρέκκλιση που προβλέπεται στο άρθρο 21, ενημερώνει σχετικά την Επιτροπή το αργότερο έως την ημερομηνία που ορίζεται στο άρθρο 85 παράγραφος 1 και την ενημερώνει πάραυτα για κάθε επακόλουθη τροποποίηση.

Επίσης, γνωστοποιεί στην Επιτροπή τον αριθμό των ενδιαφερόμενων παρόχων υπηρεσιών πληρωμών και την ενημερώνει σε ετήσια βάση σχετικά με το σύνολο των αποδεχθέντων χρηματικών ποσών, όπως αναφέρεται στο άρθρο 21 στοιχείο α).

Κεφάλαιο 2 Κοινές διατάξεις

Άρθρο 23Πρόσβαση στα συστήματα πληρωμών και λειτουργία τους

1. Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε οι κανόνες που διέπουν την πρόσβαση στα συστήματα πληρωμών και τη λειτουργία των συστημάτων αυτών να είναι αντικειμενικοί και αναλογικοί και να μην κωλύουν την πρόσβαση πέραν του αναγκαίου για την πρόληψη ορισμένων κινδύνων και την προστασία της ασφάλειας του συστήματος πληρωμών από χρηματοοικονομική άποψη.

Τα συστήματα πληρωμών δεν δύνανται να επιβάλουν καμία από τις ακόλουθες απαιτήσεις:

(α) απαγόρευση συμμετοχής σε άλλα συστήματα πληρωμών·

(β) κανόνες που θεσπίζουν διακρίσεις μεταξύ των αδειοδοτημένων παρόχων υπηρεσιών πληρωμών όσον αφορά τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις τους, καθώς και τα παρεχόμενα πλεονεκτήματα·

(γ) περιορισμούς βάσει του νομικού καθεστώτος.

2. Η παράγραφος 1 δεν θίγει τις απαιτήσεις που επιβάλλονται από την κοινοτική νομοθεσία στους συμμετέχοντες σε σύστημα πληρωμών και διακανονισμού τίτλων και ιδίως την οδηγία 98/26/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου[29].

ΤΙΤΛΟΣ IIIΔιαφάνεια των όρων που διέπουν τις υπηρεσίες πληρωμών

Κεφάλαιο 1Μεμονωμένες πράξεις πληρωμής

Άρθρο 24Πεδίο εφαρμογής

Το παρόν κεφάλαιο εφαρμόζεται στις μεμονωμένες πράξεις πληρωμής που δεν καλύπτονται από σύμβαση-πλαίσιο κατά την έννοια του άρθρου 29.

Άρθρο 25 Προηγούμενη γενική πληροφόρηση

1. Τα κράτη μέλη απαιτούν από τον πάροχο υπηρεσιών πληρωμών να ανακοινώνει στο χρήστη τους όρους που αναφέρονται στο άρθρο 26, σε έντυπο ή σε άλλο διαθέσιμο σταθερό μέσο το οποίο είναι προσιτό στο χρήστη.

Ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών εκτελεί την υποχρέωση αυτή εγκαίρως πριν ο χρήστης δεσμευτεί από σύμβαση υπηρεσιών πληρωμών που καλύπτει μεμονωμένη πράξη πληρωμής ή την προσφορά.

2. Εάν, τη αιτήσει του χρήστη υπηρεσιών πληρωμών, η πράξη πληρωμής έχει συναφθεί με μέσο επικοινωνίας εξ αποστάσεως το οποίο δεν επιτρέπει στον πάροχο υπηρεσιών πληρωμών να συμμορφωθεί με την παράγραφο 1, ο πάροχος εκπληρώνει την υποχρέωσή του σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 1 μόλις είναι ευλόγως δυνατό μετά τη σύναψη της σύμβασης.

Άρθρο 26Κοινοποίηση των όρων

1. Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε οι κοινοποιούμενοι όροι να περιλαμβάνουν τα ακόλουθα στοιχεία:

(α) περιγραφή των υποχρεώσεων και ευθυνών του παρόχου και του χρήστη υπηρεσιών πληρωμών όσον αφορά την παροχή και τη χρήση της υπηρεσίας πληρωμών, και ειδικότερα:

(i) καθορισμός των πληροφοριών ή του αποκλειστικού μέσου ταυτοποίησης που πρέπει να παρέχει ο χρήστης υπηρεσιών πληρωμών για την ορθή εκτέλεση της εντολής πληρωμής·

(ii) προθεσμία εκτέλεσης εντός της οποίας πρέπει να παρέχεται η υπηρεσία πληρωμών·

(iii) κατά περίπτωση, όροι που διέπουν την παροχή και χρήση των υπηρεσιών πληρωμών, και ειδικότερα τα μέτρα ασφαλείας που εφαρμόζονται όσον αφορά τα μέσα επαλήθευσης των πληρωμών, κίνδυνοι που συνεπάγεται η μη λήψη των μέτρων αυτών, καθώς και τρόπος ενημέρωσης του παρόχου υπηρεσιών πληρωμών σύμφωνα με το άρθρο 31 παράγραφος 1 στοιχείο β)·

(iv) ευθύνη για την εκτέλεση της πράξης πληρωμής·

(v) πληροφορίες που πρέπει να παρέχονται σύμφωνα με την οδηγία 2005/…/ΕΚ·

(vi) διαθεσιμότητα επαρκών χρηματικών ποσών·

(β) σαφή αναφορά του χρόνου αποδοχής της εντολής πληρωμής όπως ορίζεται στο άρθρο 54 παράγραφος 1·

(γ) όλες τις επιβαρύνσεις που πρέπει να καταβάλει ο χρήστης στον πάροχο υπηρεσιών πληρωμών και, κατά περίπτωση, τη συναλλαγματική ισοτιμία που εφαρμόζεται στην πράξη πληρωμής·

(δ) νομοθεσία που εφαρμόζεται στη σύμβαση, καθώς και το αρμόδιο δικαστήριο·

(ε) διαδικασίες προσφυγής και καταγγελίας που έχει στη διάθεσή του ο χρήστης υπηρεσιών πληρωμών σύμφωνα με το κεφάλαιο 4 του τίτλου IV, καθώς και τρόπους πρόσβασης σε αυτές·

(στ) πού μπορεί να βρει οποιεσδήποτε άλλες πληροφορίες.

Σε περίπτωση πράξεων πληρωμής που εμπίπτουν στο άρθρο 58 παράγραφος 2, ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών παρέχει, σύμφωνα με το στοιχείο γ), μια καλόπιστη εκτίμηση τυχόν κρατήσεων που προβλέπονται για την πράξη πληρωμής.

2. Η διατύπωση των όρων που προβλέπονται στην παράγραφο 1 είναι εύκολα κατανοητή, με σαφή και ευανάγνωστη μορφή και σε επίσημη γλώσσα του κράτους μέλους στο οποίο παρέχεται η υπηρεσία πληρωμών ή σε οποιαδήποτε άλλη γλώσσα συμφωνήσουν τα μέρη.

Άρθρο 27 Πληροφορίες που παρέχονται στον πληρωτή μετά την αποδοχή

Μετά την αποδοχή της εντολής για εκτέλεση της πληρωμής, ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών δίνει στον πληρωτή, με τον τρόπο που προβλέπεται στα άρθρα 25 παράγραφος 1 και 26 παράγραφος 2, τις ακόλουθες κατ’ ελάχιστον πληροφορίες:

(α) στοιχείο αναφοράς που επιτρέπει στο χρήστη των υπηρεσιών πληρωμών να ταυτοποιήσει την πράξη πληρωμής και, κατά περίπτωση, τις πληροφορίες που αφορούν το δικαιούχο·

(β) το ποσό της πράξης πληρωμής και τυχόν έξοδα και επιβαρύνσεις που εφαρμόζονται στην πράξη πληρωμής και τα οποία υποχρεώθηκε να καταβάλει ο πληρωτής στον πάροχο των υπηρεσιών πληρωμών·

(γ) κατά περίπτωση, τη συναλλαγματική ισοτιμία που χρησιμοποιήθηκε στην πράξη πληρωμής, εφόσον εφαρμόστηκε από τον πάροχο των υπηρεσιών πληρωμών του πληρωτή.

Άρθρο 28Πληροφορίες που παρέχονται στο δικαιούχο μετά τη λήψη των χρηματικών ποσών

Αφού τεθούν στη διάθεσή του δικαιούχου τα χρηματικά ποσά τα οποία λήφθηκαν για λογαριασμό του, ο πάροχος των υπηρεσιών πληρωμών δίνει στο δικαιούχο, με τον τρόπο που προβλέπεται στα άρθρα 25 παράγραφος 1 και 26 παράγραφος 2, τις ακόλουθες κατ’ ελάχιστον πληροφορίες:

(α) τα στοιχεία του πληρωτή και τις πληροφορίες που διαβιβάζονται κατά την πράξη πληρωμής και επιτρέπουν στο δικαιούχο να ταυτοποιήσει την πράξη πληρωμής·

(β) το συνολικό ποσό που μεταφέρεται από τον πληρωτή κατά την πράξη πληρωμής·

(γ) το ποσό όλων των εξόδων και των προμηθειών που εφαρμόζονται στην πράξη πληρωμής και που οφείλει να καταβάλει ο δικαιούχος στον πάροχο των υπηρεσιών πληρωμών ή σε ενδιάμεσο οργανισμό για τη λήψη της πληρωμής·

(δ) κατά περίπτωση, την ακριβή συναλλαγματική ισοτιμία που χρησιμοποιήθηκε στην πράξη πληρωμής, εφόσον εφαρμόστηκε από τον πάροχο των υπηρεσιών πληρωμών του δικαιούχου.

Κεφάλαιο 2Συμβάσεις– πλαίσια

Άρθρο 29 Πεδίο εφαρμογής

Το παρόν κεφάλαιο εφαρμόζεται στις πράξεις πληρωμής που καλύπτονται από σύμβαση παροχής υπηρεσιών πληρωμών, χαρακτηριστικό της οποίας είναι ότι δεσμεύει τον πάροχο των υπηρεσιών πληρωμών να εκτελέσει, στο μέλλον, διαδοχικές ή μεμονωμένες πράξεις πληρωμής κατ’εντολήν του πληρωτή, εφόσον πληρούνται οι συμφωνηθέντες όροι. Η εν λόγω συμφωνία, η οποία στο εξής αναφέρεται ως «σύμβαση-πλαίσιο», μπορεί να ορίζει τις υποχρεώσεις και τους όρους ανοίγματος λογαριασμού πληρωμών.

Άρθρο 30Προηγούμενη γενική πληροφόρηση

1. Τα κράτη μέλη απαιτούν από τον πάροχο υπηρεσιών πληρωμών να ανακοινώνει εγκαίρως στο χρήστη, πριν αυτός δεσμευτεί από σύμβαση-πλαίσιο ή προσφορά, τους όρους που αναφέρονται στο άρθρο 31, σε έντυπο ή σε άλλο διαθέσιμο σταθερό μέσο το οποίο είναι προσιτό στο χρήστη.

2. Εάν, τη αιτήσει του χρήστη υπηρεσιών πληρωμών, η σύμβαση έχει συναφθεί με μέσο επικοινωνίας εξ αποστάσεως το οποίο δεν επιτρέπει στον πάροχο υπηρεσιών πληρωμών να συμμορφωθεί με την παράγραφο 1, ο πάροχος εκπληρώνει την υποχρέωσή του σύμφωνα με την παράγραφο 1 μόλις είναι ευλόγως δυνατό μετά τη σύναψη της σύμβασης.

Άρθρο 31Κοινοποίηση των όρων

1. Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε οι κοινοποιούμενοι όροι να περιλαμβάνουν τα ακόλουθα στοιχεία:

(α) τις τεχνικές προδιαγραφές του εξοπλισμού επικοινωνίας που έχει αδειοδοτηθεί να χρησιμοποιεί ο χρήστης υπηρεσιών πληρωμών, και τον τρόπο χρησιμοποίησής του, καθώς και τα μέσα επικοινωνίας που έχουν συμφωνήσει τα μέρη για τη διαβίβαση των πληροφοριών, όπως προβλέπεται στην παρούσα οδηγία·

(β) περιγραφή των υποχρεώσεων και ευθυνών του παρόχου και του χρήστη των υπηρεσιών πληρωμών όσον αφορά την παροχή και χρήση της υπηρεσίας πληρωμών, και ειδικότερα:

(i) τις ακριβείς πληροφορίες ή το αποκλειστικό μέσο ταυτοποίησης που πρέπει να παρέχει ο χρήστης υπηρεσιών πληρωμών για την ορθή εκτέλεση της εντολής πληρωμής·

(ii) την προθεσμία εκτέλεσης και την ανώτατη προθεσμία εκτέλεσης για την παροχή της υπηρεσίας πληρωμών·

(iii) το δικαίωμα του χρήστη υπηρεσιών πληρωμών να λύσει την αρχική σύμβαση παροχής υπηρεσιών πληρωμών, καθώς και κάθε συμφωνία που αναφέρεται στο ίδιο δικαίωμα σύμφωνα με το άρθρο 34·

(iv) κατά περίπτωση, περιγραφή των μέτρων που πρέπει να λάβει ο χρήστης υπηρεσιών πληρωμών για την ασφαλή φύλαξη του μέσου επαλήθευσης των πληρωμών, τους κινδύνους που συνεπάγεται η μη λήψη των μέτρων αυτών, καθώς και τους τρόπους ενημέρωσης του παρόχου υπηρεσιών πληρωμών σύμφωνα με το άρθρο 46 στοιχείο β)·

(v) κατά περίπτωση, ρητή αναφορά, σύμφωνα με το άρθρο 43 παράγραφος 2, του γεγονότος ότι ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών διατηρεί το δικαίωμα να αναστείλει ένα μέσο επαλήθευσης πληρωμών, όταν ο τρόπος πραγματοποίησης των δαπανών εγείρει υποψίες δόλιας χρήσης, καθώς και, κατά περίπτωση, το πρόσωπο με το οποίο θα πρέπει να επικοινωνήσει στην περίπτωση αυτή·

(γ) ανώτατα όρια των δαπανών που προβλέπονται για συγκεκριμένες υπηρεσίες πληρωμών σύμφωνα με το άρθρο 43 παράγραφος 1·

(δ) καθορισμό του χρόνου αποδοχής της εντολής πληρωμής, όπως ορίζεται στο άρθρο 54 παράγραφος 1·

(ε) όλες τις επιβαρύνσεις και τους τόκους που πρέπει να καταβάλει ο χρήστης στον πάροχο των υπηρεσιών πληρωμών·

(στ) κατά περίπτωση, το επιτόκιο και τη συναλλαγματική ισοτιμία που εφαρμόζονται στις πράξεις πληρωμών, περιλαμβανομένων, κατά περίπτωση, του επιτοκίου ή της συναλλαγματικής ισοτιμίας αναφοράς, την ημερομηνία που λαμβάνεται υπόψη για τον καθορισμό τους, καθώς και τον τρόπο υπολογισμού του επιτοκίου ή της συναλλαγματικής ισοτιμίας που εφαρμόζεται βάσει του επιτοκίου ή της ισοτιμίας αναφοράς·

(ζ) νομοθεσία που εφαρμόζεται στη σύμβαση, και το αρμόδιο δικαστήριο·

(η) διαδικασίες προσφυγής και καταγγελίας που έχει στη διάθεσή του ο χρήστης υπηρεσιών πληρωμών σύμφωνα με το κεφάλαιο 4 του τίτλου IV, καθώς και τρόπους πρόσβασης σ’ αυτές·

(θ) πώς μπορεί ο χρήστης υπηρεσιών πληρωμών να έχει πρόσβαση στις πληροφορίες που αναφέρονται στο άρθρο 32.

Στις περιπτώσεις που χρεώνονται συνολικά έξοδα, όπως επιβάρυνση εμπόρου για την παρεχόμενη υπηρεσία (merchant service) ή έξοδα διαχείρισης λογαριασμού, οι πληροφορίες που παρέχονται σύμφωνα με το στοιχείο ε) αναφέρουν με διαφάνεια τις τιμές των διαφόρων στοιχείων της υπηρεσίας που καλύπτουν τα συνολικά έξοδα.

2. Η διατύπωση των όρων είναι εύκολα κατανοητή, με σαφή και ευανάγνωστη μορφή, σε επίσημη γλώσσα κράτους μέλους ή σε οποιαδήποτε άλλη γλώσσα συμφωνήσουν τα μέρη.

Άρθρο 32Πληροφορίες που παρέχονται μετά την έναρξη ισχύος

Μετά την έναρξη ισχύος της συμφωνίας-πλαισίου, ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών θέτει στη διάθεση του χρήστη, κατά τρόπο ευπρόσιτο, όλους τους όρους που προβλέπονται στο άρθρο 31 παράγραφος 1.

Επιπλέον, και κατά περίπτωση, ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών δίνει στο χρήστη, με τον ίδιο τρόπο, περαιτέρω πληροφορίες σχετικά με τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που προβλέπονται στην κοινοτική και εθνική νομοθεσία και συνδέονται άμεσα με την εκτέλεση ειδικών πράξεων πληρωμής, όπως για παράδειγμα υποχρεώσεις αναφοράς, δηλώσεις και φορολογικά θέματα. Η διάταξη αυτή ισχύει μόνον εφόσον ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών έχει ενημερωθεί, ή ευλόγως θεωρείται ότι έχει ενημερωθεί, σχετικά με τα εν λόγω δικαιώματα και υποχρεώσεις.

Άρθρο 33Τροποποίηση των συμβατικών όρων

1. Κάθε τροποποίηση των συμβατικών όρων που έχουν κοινοποιηθεί στο χρήστη υπηρεσιών πληρωμών σύμφωνα με το άρθρο 31 παράγραφος 1, προτείνεται από τον πάροχο υπηρεσιών πληρωμών με τον τρόπο που προβλέπεται στο άρθρο 30 παράγραφος 1 και στο άρθρο 31 παράγραφος 2, και τουλάχιστον ένα μήνα πριν από την ημερομηνία της προβλεπόμενης έναρξης ισχύος.

Ο πάροχος και ο χρήστης υπηρεσιών πληρωμών μπορούν να συμφωνήσουν ότι ο χρήστης θεωρείται ότι αποδέχεται τις τροποποιήσεις των όρων εάν, μέχρι την ημερομηνία έναρξης ισχύος τους, δεν γνωστοποιήσει στον πάροχο ότι δεν τις αποδέχεται.

2. Η παράγραφος 1 δεν εφαρμόζεται σε περίπτωση τροποποιήσεων των επιτοκίων οι οποίες σχετίζονται με διακυμάνσεις του επιτοκίου αναφοράς που προβλέπεται για τον υπολογισμό τους στη συμφωνία-πλαίσιο, εφόσον ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών έχει ενημερώσει δεόντως το χρήστη για το συμβατικό του δικαίωμα να τροποποιήσει τα επιτόκια βάσει ενός από κοινού συμφωνηθέντος τύπου.

Στις περιπτώσεις αυτές, κάθε τροποποίηση των επιτοκίων μπορεί να εφαρμόζεται αμέσως, υπό τον όρο ότι ο χρήστης των υπηρεσιών πληρωμών ενημερώνεται το ταχύτερο δυνατόν για την τροποποίηση, όπως προβλέπεται στο άρθρο 30 παράγραφος 1 και στο άρθρο 31 παράγραφος 2.

Άρθρο 34Λύση της σύμβασης

1. Η λύση σύμβασης-πλαισίου η οποία είναι τουλάχιστον δωδεκάμηνης διάρκειας ή αορίστου χρόνου δεν συνεπάγεται επιβαρύνσεις για το χρήστη υπηρεσιών πληρωμών.

Τα έξοδα που χρεώνονται σε τακτική βάση για την παροχή υπηρεσιών πληρωμών υπολογίζονται κατ’αναλογία προς το χρόνο μέχρι τη λύση της σύμβασης. Εάν τα έξοδα καταβληθούν προκαταβολικά, επιστρέφονται κατ’αναλογία.

2. Αν ο πάροχος και ο χρήστης υπηρεσιών πληρωμών δεν έχουν συμφωνήσει ρητά προειδοποιητική προθεσμία για τη λύση της σύμβασης-πλαισίου, οι συμβάσεις-πλαίσια μπορούν να λύονται αμέσως.

Άρθρο 35Πληροφορίες πριν από την εκτέλεση μεμονωμένης πράξης πληρωμής

Για κάθε πράξη πληρωμής που απορρέει από σύμβαση-πλαίσιο, ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών, κατόπιν αιτήματος του χρήστη υπηρεσιών πληρωμών που αφορά τη συγκεκριμένη συναλλαγή, παρέχει σαφείς πληροφορίες σχετικά με την προθεσμία εκτέλεσης και τις προμήθειες, τα έξοδα και τις επιβαρύνσεις που πρέπει να του καταβληθούν.

Στις περιπτώσεις που καλύπτονται από το άρθρο 58 παράγραφος 2, παρέχεται εκ των προτέρων μια καλόπιστη εκτίμηση τυχόν κρατήσεων.

Άρθρο 36Πληροφορίες που παρέχονται στον πληρωτήμετά την εκτέλεση μεμονωμένης πράξης πληρωμής

1. Μετά την εκτέλεση πράξης πληρωμής, ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών παρέχει στον πληρωτή τις ακόλουθες κατ’ ελάχιστον πληροφορίες:

(α) στοιχείο αναφοράς που επιτρέπει στο χρήστη των υπηρεσιών πληρωμών να ταυτοποιήσει κάθε πράξη πληρωμής και, κατά περίπτωση, τις πληροφορίες σχετικά με δικαιούχο·

(β) το συνολικό ποσό που μεταφέρεται από τον πληρωτή κατά την πράξη πληρωμής·

(γ) τυχόν έξοδα ή επιβαρύνσεις για την πράξη πληρωμής τα οποία οφείλει να καταβάλει ο πληρωτής στον πάροχο των υπηρεσιών πληρωμών. Στις περιπτώσεις που χρεώνονται συνολικά έξοδα, όπως π.χ. επιβάρυνση εμπόρου ή έξοδα διαχείρισης λογαριασμού, στις πληροφορίες εμφανίζονται με διαφάνεια τα έξοδα και οι επιβαρύνσεις για τα διάφορα στοιχεία της υπηρεσίας που καλύπτουν τα συνολικά έξοδα·

(δ) κατά περίπτωση, τη συναλλαγματική ισοτιμία που χρησιμοποιήθηκε στην πράξη πληρωμής, εφόσον εφαρμόστηκε από τον πάροχο των υπηρεσιών πληρωμών του πληρωτή.

2. Η σύμβαση-πλαίσιο δύναται να περιλαμβάνει τον όρο ότι οι πληροφορίες που αναφέρονται στην παράγραφο 1 πρέπει να παρέχονται σε τακτική βάση, με καθορισμένη συχνότητα. Σε κάθε περίπτωση, οι εν λόγω πληροφορίες παρέχονται με τον τρόπο που αναφέρεται στα άρθρα 30 παράγραφος 1 και 31 παράγραφος 2.

Άρθρο 37Πληροφορίες που παρέχονται στο δικαιούχο μετά τη λήψη των χρηματικών ποσών

1. Αφού τεθούν στη διάθεση του δικαιούχου τα χρηματικά ποσά τα οποία λήφθηκαν για λογαριασμό του, ο πάροχος των υπηρεσιών πληρωμών δίνει στο δικαιούχο, με τον τρόπο που προβλέπεται στα άρθρα 30 παράγραφος 1 και 31 παράγραφος 2, τις ακόλουθες τουλάχιστον πληροφορίες:

(α) τα στοιχεία του πληρωτή·

(β) τις πληροφορίες που διαβιβάζει ο πληρωτής κατά την πράξη πληρωμής και επιτρέπουν στο δικαιούχο να ταυτοποιήσει την πράξη πληρωμής·

(γ) το συνολικό ποσό που μεταφέρεται από τον πληρωτή κατά την πράξη πληρωμής

(δ) το ποσό όλων των εξόδων και των προμηθειών που εφαρμόζονται στην πράξη πληρωμής και που οφείλει να καταβάλει ο δικαιούχος στον πάροχο των υπηρεσιών πληρωμών για τη λήψη της πληρωμής.

(ε) κατά περίπτωση, τη συναλλαγματική ισοτιμία που χρησιμοποιήθηκε στην πράξη πληρωμής, εφόσον εφαρμόστηκε από τον πάροχο των υπηρεσιών πληρωμών του δικαιούχου.

Στις περιπτώσεις που χρεώνονται συνολικά έξοδα όπως π.χ. επιβάρυνση εμπόρου ή έξοδα διαχείρισης λογαριασμού, οι πληροφορίες που παρέχονται σύμφωνα με το στοιχείο δ) εμφανίζουν με διαφάνεια τα έξοδα και τις προμήθειες που αντιστοιχούν στα διάφορα στοιχεία της υπηρεσίας που καλύπτονται από τα συνολικά έξοδα.

2. Η σύμβαση-πλαίσιο δύναται να περιλαμβάνει τον όρο ότι οι πληροφορίες που αναφέρονται στην παράγραφο 1 πρέπει να παρέχονται σε τακτική βάση, με καθορισμένη συχνότητα. Σε κάθε περίπτωση, οι εν λόγω πληροφορίες παρέχονται με τον τρόπο που αναφέρεται στα άρθρα 30 παράγραφος 1 και 31 παράγραφος 2.

Άρθρο 38 Μικροπληρωμές

1. Κατά παρέκκλιση των άρθρων 29 έως 33, σε περίπτωση σύμβασης που αφορά πληρωμές εκ των οποίων καμία δεν μπορεί να υπερβαίνει τα 50 ευρώ, ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών κοινοποιεί στο χρήστη, με τον τρόπο που προβλέπεται στα άρθρα 30 παράγραφος 1 και 31 παράγραφος 2, μόνο τα κύρια χαρακτηριστικά της υπηρεσίας πληρωμών που πρόκειται να παρασχεθεί, τον τρόπο με τον οποίο μπορεί να χρησιμοποιηθεί και όλες τις επιβαρύνσεις που χρεώνονται.

2. Ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών θέτει στη διάθεση του χρήστη, κατά τρόπο ευπρόσιτο, όλες τις περαιτέρω πληροφορίες που προβλέπονται στα άρθρα 29 έως 33 και έχουν εφαρμογή στην υπηρεσία πληρωμών.

3. Μετά την εκτέλεση μικροπληρωμής και κατά παρέκκλιση των άρθρων 36 και 37, ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών παρέχει στο χρήστη, με τον τρόπο που προβλέπεται στα άρθρα 30 παράγραφος 1 και 31 παράγραφος 2, κατ’ελάχιστον στοιχείο αναφοράς που να του επιτρέπει να ταυτοποιήσει την πράξη πληρωμής, το ποσό της συναλλαγής και τα έξοδα που χρεώνονται.

Κεφάλαιο 3Κοινές διατάξεις

Άρθρο 39 Νόμισμα της πράξης πληρωμής και μετατροπή νομίσματος

1. Οι πληρωμές πραγματοποιούνται στο νόμισμα το οποίο, ρητά ή σιωπηρά, έχουν συμφωνήσει τα μέρη.

2. Όταν πριν από την έναρξη της πράξης πληρωμής προσφέρεται υπηρεσία μετατροπής νομισμάτων στο σημείο πώλησης ή εκ μέρους του δικαιούχου, το μέρος που προσφέρει την υπηρεσία στον πληρωτή υποχρεούται να του γνωστοποιήσει όλα τα έξοδα και τις επιβαρύνσεις που θα χρεωθούν, καθώς και τη συναλλαγματική ισοτιμία αναφοράς που πρόκειται να χρησιμοποιηθεί για τη μετατροπή.

Ο πληρωτής αποδέχεται ρητά την παροχή της υπηρεσίας υπ’ αυτούς τους όρους.

Άρθρο 40 Πρόσθετες επιβαρύνσεις

1. Όταν, για τη χρήση ενός μέσου επαλήθευσης πληρωμών, ο δικαιούχος ζητεί πρόσθετη χρέωση ή παρέχει έκπτωση, συνάπτεται σχετική συμφωνία μεταξύ δικαιούχου και πληρωτή πριν από την έναρξη της πράξης πληρωμής.

2. Όταν, για τη χρήση ενός μέσου επαλήθευσης πληρωμών, ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών ή τρίτο μέρος ζητεί πρόσθετη χρέωση, συνάπτεται σχετική συμφωνία μεταξύ χρήστη και παρόχου υπηρεσιών πληρωμών πριν από την έναρξη της πράξης πληρωμής.

ΤΙΤΛΟΣ IV Δικαιώματα και υποχρεώσεις σχετικά με την παροχή και τη χρήση υπηρεσιών πληρωμών

Κεφάλαιο 1Έγκριση πράξεων πληρωμής

Άρθρο 41Συγκατάθεση

Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε η πράξη πληρωμής να θεωρείται εγκεκριμένη μόνον εάν ο πληρωτής έχει συναινέσει στην αντίστοιχη εντολή πληρωμής η οποία απευθύνεται στον πάροχο υπηρεσιών πληρωμών.

Η συγκατάθεση συνίσταται στη ρητή εξουσιοδότηση του παρόχου υπηρεσιών πληρωμών να πραγματοποιήσει μια πράξη ή σειρά πράξεων πληρωμής.

Ελλείψει συγκατάθεσης, η πράξη πληρωμής δεν θεωρείται εγκεκριμένη.

Η πράξη πληρωμής μπορεί να εγκριθεί από τον πληρωτή πριν ή μετά την εκτέλεση της.

Άρθρο 42 Κοινοποίηση συγκατάθεσης

1. Ο πληρωτής μπορεί να χρησιμοποιήσει μέσο επαλήθευσης πληρωμών για να κοινοποιήσει τη συγκατάθεσή του σύμφωνα με το άρθρο 41.

Η συγκατάθεση μπορεί να γνωστοποιείται άμεσα στον πάροχο υπηρεσιών πληρωμών ή έμμεσα μέσω του δικαιούχου.

2. Η διαδικασία κοινοποίησης της συγκατάθεσης συμφωνείται μεταξύ του παρόχου υπηρεσιών πληρωμών και του πληρωτή όπως ορίζεται στο άρθρο 31 παράγραφος 1 στοιχείο α).

Άρθρο 43Χρήση μέσων επαλήθευσης πληρωμών

1. Στις περιπτώσεις που χρησιμοποιούνται ειδικά μέσα επαλήθευσης πληρωμών για την κοινοποίηση της συγκατάθεσης, ο πάροχος και ο χρήστης υπηρεσιών πληρωμών μπορούν να συμφωνήσουν το κανονικό όριο δαπανών όσον αφορά τις υπηρεσίες πληρωμών.

2. Εάν προβλέπεται στη σύμβαση-πλαίσιο, ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών μπορεί να διατηρήσει το δικαίωμα να αναστείλει τη χρήση του μέσου επαλήθευσης πληρωμών, ακόμη και εντός του συμφωνηθέντος ανωτάτου ορίου δαπανών, υπό τον όρο ότι ο τρόπος πραγματοποίησης των δαπανών εγείρει, κατά την άποψή του, υποψίες δόλιας χρήσης.

Ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών δεν δύναται, ωστόσο, να αναστείλει το μέσο επαλήθευσης πληρωμών παρά μόνον εάν έχει προηγουμένως καταβάλει καλόπιστη προσπάθεια να επικοινωνήσει με τον κάτοχο του μέσου για να εξακριβώσει εάν υπήρξε απάτη.

Άρθρο 44 Τήρηση αρχείου

Ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών τηρεί, κατ’ελάχιστον για ένα έτος, εσωτερικό αρχείο ώστε να είναι δυνατός ο εντοπισμός των πράξεων πληρωμών και η επανόρθωση σφαλμάτων, με την επιφύλαξη των διατάξεων της οδηγίας 2005/…/EΚ ή άλλης συναφούς κοινοτικής νομοθεσίας.

Άρθρο 45 Μη εγκεκριμένες συναλλαγές και ανάκληση της συγκατάθεσης

1. Ο πληρωτής ενημερώνει αμελλητί τον πάροχο των υπηρεσιών πληρωμών, μόλις υποπέσει στην αντίληψή του μη εγκεκριμένη συναλλαγή, σφάλμα ή άλλη παρατυπία στις πληρωμές που πραγματοποιούνται από το λογαριασμό του και περιλαμβάνονται στις πληροφορίες που λαμβάνει σύμφωνα με το άρθρο 36.

2. Σε περίπτωση σειράς συναλλαγών, μπορεί να ανακληθεί η έγκριση και κάθε επακόλουθη πράξη πληρωμής να θεωρηθεί μη εγκεκριμένη, με την επιφύλαξη του άρθρου 56.

Άρθρο 46 Υποχρεώσεις του χρήστη υπηρεσιών πληρωμών όσον αφορά τα μέσα επαλήθευσης πληρωμών

Ο χρήστης υπηρεσιών πληρωμών οφείλει:

(α) να χρησιμοποιεί το μέσο επαλήθευσης πληρωμών σύμφωνα με τους όρους που διέπουν την έκδοση και χρήση του·

(β) να ενημερώνει αμελλητί τον πάροχο των υπηρεσιών πληρωμών ή τον φορέα που αυτός ορίζει, μόλις υποπέσει στην αντίληψή του απώλεια, κλοπή ή υπεξαίρεση του μέσου επαλήθευσης πληρωμών ή μη εγκεκριμένη χρήση του.

Για του σκοπούς του στοιχείου α), μόλις ο χρήστης υπηρεσιών πληρωμών λάβει το μέσο επαλήθευσης πληρωμών, λαμβάνει κάθε εύλογο μέτρο για την ασφαλή φύλαξη των στοιχείων ασφαλείας του.

Άρθρο 47 Υποχρεώσεις του παρόχου υπηρεσιών πληρωμών σε σχέση με τα μέσα επαλήθευσης πληρωμών

Ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών έχει τις ακόλουθες υποχρεώσεις:

(α) να μην αποκαλύπτει τα προσωπικά στοιχεία ασφαλείας του μέσου επαλήθευσης πληρωμών παρά μόνο στον κάτοχο του μέσου·

(β) να μην αποστέλλει μέσο επαλήθευσης πληρωμών που δεν έχει ζητηθεί, εκτός εάν παραδίδεται σε αντικατάσταση μέσου που ήδη κατέχει ο χρήστης και το οποίο έχει λήξει ή για την προσθήκη ή τροποποίηση χαρακτηριστικών ασφαλείας·

(γ) να εξασφαλίζει ανά πάσα χρονική στιγμή στο χρήστη κατάλληλα μέσα για να προβεί σε γνωστοποίηση σύμφωνα με το άρθρο 46 στοιχείο β).

Σύμφωνα με το στοιχείο γ), ο πάροχος των υπηρεσιών πληρωμών παρέχει στο χρήστη τα μέσα για να αποδείξει ότι προέβη στην εν λόγω γνωστοποίηση.

Άρθρο 48Αμφισβήτηση της έγκρισης

1. Τα κράτη μέλη απαιτούν από τον πάροχο των υπηρεσιών πληρωμών, εφόσον ο χρήστης αρνείται ότι έχει εγκρίνει εκτελεσθείσα πράξη πληρωμής, να προσκομίζει τουλάχιστον στοιχεία που αποδεικνύουν ότι εξακριβώθηκε η γνησιότητα της πράξης πληρωμής, την ακριβή καταγραφή της, την καταχώρισή της στους λογαριασμούς, και ότι δεν επηρεάσθηκε από τεχνική βλάβη ή άλλη δυσλειτουργία.

2. Εάν, μετά την προσκόμιση των αποδεικτικών στοιχείων που απαιτούνται βάσει της παραγράφου 1, εξακολουθεί να αρνείται ότι έχει εγκρίνει την πράξη πληρωμής, ο χρήστης των υπηρεσιών πληρωμών υποβάλλει πραγματικά στοιχεία ή πληροφορίες από τα οποία τεκμαίρεται ότι δεν είναι δυνατόν να έχει εγκρίνει την πράξη πληρωμής και ότι δεν ενήργησε με δόλο ούτε επέδειξε βαριά αμέλεια όσον αφορά τις υποχρεώσεις του σύμφωνα με το άρθρο 46 στοιχείο β).

3. Για να ανασκευαστεί το τεκμήριο που αναφέρεται στην παράγραφο 2, δεν αρκεί αφ’εαυτής η χρήση ενός μέσου επαλήθευσης πληρωμών που έχει καταγραφεί από τον πάροχο υπηρεσιών πληρωμών, για να αποδειχθεί ότι ο χρήστης είχε εγκρίνει την πράξη πληρωμής ή ότι ενήργησε με δόλο ή επέδειξε βαριά αμέλεια όσον αφορά τις υποχρεώσεις του σύμφωνα με το άρθρο 46.

4. Οι παράγραφοι 2 και 3 δεν θίγουν τις νομικές διατάξεις που αφορούν την αποδεικτική αξία των ιδιόχειρων ή των προηγμένων ηλεκτρονικών υπογραφών, όπως ορίζονται στην οδηγία 1999/93/EΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου[30].

Άρθρο 49Ευθύνη του παρόχου για ζημίεςσχετικά με μη εγκεκριμένες πράξεις πληρωμής

Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε σε περίπτωση μη εγκεκριμένης πράξης πληρωμής, ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών να επιστρέφει πάραυτα στο χρήστη το ποσό της μη εγκεκριμένης πράξης ή, κατά περίπτωση, να επαναφέρει το λογαριασμό πληρωμών που είχε χρεωθεί με το ποσό αυτό στην κατάσταση που θα βρισκόταν εάν δεν είχε πραγματοποιηθεί η μη εγκεκριμένη πράξη πληρωμής.

Μπορεί να αποφασισθεί η χορήγηση περαιτέρω οικονομικής αποζημίωσης σύμφωνα με το εφαρμοστέο δίκαιο στη συμφωνία μεταξύ παρόχου και χρήστη υπηρεσιών πληρωμών.

Άρθρο 50 Ευθύνη του χρήστη για ζημίες από μη εγκεκριμένες πράξεις πληρωμής

1. Ο χρήστης υπηρεσιών πληρωμών ευθύνεται, μέχρι ανώτατου ποσού 150 ευρώ, για τις ζημίες που απορρέουν από τη χρήση απολεσθέντος ή κλαπέντος μέσου επαλήθευσης πληρωμών και οι οποίες επήλθαν πριν εκπληρώσει την υποχρέωση ειδοποίησης του παρόχου των υπηρεσιών πληρωμών, σύμφωνα με το άρθρο 46 στοιχείο β).

Τα κράτη μέλη μπορούν να μειώσουν το εν λόγω ανώτατο ποσό υπό τον όρο ότι η σχετική μείωση δεν ισχύει για τους παρόχους υπηρεσιών πληρωμών που έχουν άδεια λειτουργίας σε άλλα κράτη μέλη.

2. Ο χρήστης υπηρεσιών πληρωμών ευθύνεται για όλες τις ζημίες που απορρέουν από μη εγκεκριμένες πράξεις, εφόσον οι ζημίες αυτές οφείλονται στο γεγονός ότι ενήργησε με δόλο ή επέδειξε βαριά αμέλεια όσον αφορά τις υποχρεώσεις του σύμφωνα με το άρθρο 46. Στις περιπτώσεις αυτές δεν ισχύει το ανώτατο ποσό που αναφέρεται στην παράγραφο 1.

3. Ο πληρωτής δεν φέρει τις οικονομικές συνέπειες που απορρέουν από τη χρήση απολεσθέντος, κλαπέντος ή υπεξαιρεθέντος μέσου επαλήθευσης πληρωμών μετά την ενημέρωση του παρόχου υπηρεσιών πληρωμών για την απώλεια ή την κλοπή, εκτός εάν ενήργησε με δόλο.

4. Εάν ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών δεν παρέχει τα κατάλληλα μέσα που επιτρέπουν ανά πάσα στιγμή τη γνωστοποίηση της απώλειας, κλοπής ή υπεξαίρεσης του μέσου επαλήθευσης πληρωμών, όπως ορίζεται στο άρθρο 47 στοιχείο γ), ο χρήστης των υπηρεσιών πληρωμών δεν ευθύνεται για τις οικονομικές συνέπειες που απορρέουν από τη χρήση του εν λόγω μέσου, εκτός εάν ενήργησε με δόλο.

Άρθρο 51 Πολύ μικρές επιχειρήσεις και ηλεκτρονικό χρήμα

1. Τα άρθρα 49 και 50 της παρούσας οδηγίας δεν εφαρμόζονται όταν ο χρήστης υπηρεσιών πληρωμών είναι επιχείρηση που υπερβαίνει το μέγεθος πολύ μικρής επιχείρησης, κατά την έννοια του άρθρου 1 και του άρθρου 2 παράγραφοι 1 και 3 του τίτλου Ι του παραρτήματος της σύστασης 2003/361/EΚ.

2. Τα άρθρα 48, 49, και το άρθρο 50 παράγραφοι 1 και 2 της παρούσας οδηγίας δεν εφαρμόζονται στο ηλεκτρονικό χρήμα, κατά την έννοια του άρθρου 1 παράγραφος 3 στοιχείο β) της οδηγίας 2000/46/ΕΚ. Το άρθρο 50 παράγραφος 3 εφαρμόζεται στο ηλεκτρονικό χρήμα εφόσον ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών είναι από τεχνική άποψη σε θέση να παγώσει ή να εμποδίσει περαιτέρω δαπάνη του ηλεκτρονικού χρήματος που είναι αποθηκευμένο σε ηλεκτρονική συσκευή.

Άρθρο 52 Επιστροφές χρημάτων

Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε ο πληρωτής ο οποίος ενήργησε καλόπιστα να έχει το δικαίωμα επιστροφής των χρημάτων που αντιστοιχούν σε εγκεκριμένη πράξη πληρωμής η οποία έχει ήδη εκτελεστεί, εφόσον πληρούνται οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

(α) κατά την έγκριση δεν προσδιορίστηκε το ακριβές ποσό της πράξης πληρωμής ούτε η ταυτότητα του δικαιούχου·

(β) το ποσό της εκτελεσθείσας πράξης δεν αντιστοιχεί στο ποσό που θα ανέμενε ένας λογικός πληρωτής, εάν ήταν στη θέση του πραγματικού πληρωτή.

Ωστόσο, για τους σκοπούς του στοιχείου β), ο πληρωτής δεν μπορεί να επικαλεσθεί λόγους που συνδέονται με μετατροπή συναλλάγματος, εφόσον εφαρμόσθηκε η ισοτιμία αναφοράς που έχει συμφωνήσει με τον πληρωτή, σύμφωνα με το άρθρο 26 παράγραφος 1 στοιχείο γ) και το άρθρο 31 παράγραφος 1 στοιχείο στ).

Άρθρο 53 Αιτήσεις επιστροφής χρημάτων

1. Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε ο πληρωτής να ζητεί την επιστροφή των χρημάτων το αργότερο εντός τεσσάρων εβδομάδων από τη στιγμή που ενημερώθηκε για την πράξη πληρωμής από τον πάροχο των υπηρεσιών πληρωμών. Η αίτηση θα πρέπει να περιλαμβάνει πραγματικά στοιχεία που σχετίζονται με τους όρους του άρθρου 52.

2. Εντός δέκα εργάσιμων ημερών από την παραλαβή της αίτησης επιστροφής, ο πάροχος των υπηρεσιών πληρωμών είτε επιστρέφει ολόκληρο το ποσό της πράξης πληρωμής είτε αιτιολογεί την άρνηση επιστροφής, υποδεικνύοντας το όργανο στο οποίο μπορεί να προσφύγει ο πληρωτής, εφόσον δεν αποδεχθεί την αιτιολόγηση, σύμφωνα με τα άρθρα 72 έως 75.

Ο πληρωτής δεν επιβαρύνεται με έξοδα σε περίπτωση που ζητήσει επιστροφή.

3. Εφόσον ο χρήστης υπηρεσιών πληρωμών είναι επιχείρηση κατά την έννοια του άρθρου 1 του τίτλου Ι του παραρτήματος της σύστασης 2003/361/ΕΚ, ο πάροχος των υπηρεσιών πληρωμών δύναται να συμφωνήσει άλλες προθεσμίες από εκείνες που προβλέπονται στις παραγράφους 1 και 2.

Κεφάλαιο 2Εκτέλεση πράξης πληρωμής

ΤΜΗΜΑ 1 ΕΝΤΟΛΕΣ ΠΛΗΡΩΜΗΣ, ΕΞΟΔΑ ΚΑΙ ΜΕΤΑΦΕΡΟΜΕΝΑ ΠΟΣΑ

Άρθρο 54 Αποδοχή εντολών πληρωμής

1. Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε, σε περίπτωση εντολής πληρωμής η οποία δόθηκε από τον πληρωτή ή από το δικαιούχο ή μέσω του δικαιούχου και καλύπτεται από την έγκριση του πληρωτή, ως χρόνος αποδοχής ορίζεται ο χρόνος κατά τον οποίο πληρούνται οι ακόλουθοι τρεις όροι:

(i) ο πάροχος των υπηρεσιών πληρωμών έχει λάβει την εντολή πληρωμής·

(ii) ο πάροχος των υπηρεσιών πληρωμών έχει ολοκληρώσει την εξακρίβωση της γνησιότητας της εντολής πληρωμής, και έχει ενδεχομένως ελέγξει εάν υπάρχουν διαθέσιμα τα σχετικά χρηματικά ποσά·

(iii) ο πάροχος των υπηρεσιών πληρωμών έχει, ρητά ή σιωπηρά, αποδεχθεί την υποχρέωση να εκτελέσει την εντελλόμενη πράξη πληρωμής.

Ο χρόνος αποδοχής δεν μπορεί να έπεται του χρονικού σημείου κατά το οποίο ο πάροχος των υπηρεσιών πληρωμών αρχίζει να εκτελεί την πράξη πληρωμής.

2. Σε περίπτωση πράξεων πληρωμής που πραγματοποιούνται ηλεκτρονικά, ο πάροχος των υπηρεσιών πληρωμών ενημερώνει το χρήστη για την αποδοχή της εντολής εκτέλεσης χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση και, σε κάθε περίπτωση, πριν από το τέλος της εργάσιμης ημέρας που έπεται της αποδοχής, όπως ορίζεται στην παράγραφο 1.

Άρθρο 55Άρνηση εντολών πληρωμής

1. Σε περίπτωση άρνησης εκτέλεσης της εντολής πληρωμής, γνωστοποιούνται στο χρήστη των υπηρεσιών πληρωμών με μέσο επικοινωνίας που έχουν συμφωνήσει τα μέρη για το σκοπό αυτό, οι λόγοι της άρνησης και, ει δυνατόν, η διαδικασία επανόρθωσης τυχόν υλικού σφάλματος που οδήγησε στην άρνηση.

Η γνωστοποίηση πραγματοποιείται εγκαίρως και, σε κάθε περίπτωση, εντός τριών εργάσιμων ημερών από το χρόνο αποδοχής, όπως ορίζεται στο άρθρο 54 παράγραφος 1.

2. Εφόσον πληρούνται όλοι οι όροι που προβλέπονται στη σύμβαση υπηρεσιών πληρωμών σύμφωνα με το άρθρο 31, ο πάροχος των υπηρεσιών πληρωμών του πληρωτή δεν αρνείται να εκτελέσει εντολή πληρωμής που έχει δοθεί μέσω παρόχου υπηρεσιών πληρωμών διαφορετικού από τον κάτοχο του λογαριασμού πληρωμών του πληρωτή και η οποία έχει την έγκριση του πληρωτή.

Άρθρο 56Α νέκκλητο εντολής πληρωμής

1. Με την επιφύλαξη του άρθρου 46, τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε ο χρήστης υπηρεσιών πληρωμών να μην μπορεί να ανακαλέσει την εντολή πληρωμής μετά το χρόνο αποδοχής της είτε από τον πάροχο των υπηρεσιών πληρωμών του πληρωτή, για πληρωμές που έχουν ενεργοποιηθεί από τον πληρωτή, είτε από τον πάροχο των υπηρεσιών πληρωμών του δικαιούχου, για πληρωμές που έχουν ενεργοποιηθεί από ή μέσω του δικαιούχου.

2. Σε περίπτωση που η εντολή πληρωμής πρέπει να εκτελεστεί σε καθορισμένη μελλοντική ημερομηνία, ο πάροχος και ο χρήστης των υπηρεσιών πληρωμών μπορούν να συμφωνήσουν ότι το ανέκκλητο αρχίζει να ισχύει εντός των τριών εργάσιμων ημερών που προηγούνται του χρόνου αποδοχής της εντολής.

Άρθρο 57Έξοδα

Όταν μία πράξη πληρωμής πραγματοποιείται αποκλειστικά στο νόμισμα κράτους μέλους και δεν συνεπάγεται καμία μετατροπή, και οι πάροχοι των υπηρεσιών πληρωμών του πληρωτή και του δικαιούχου είναι αμφότεροι εγκατεστημένοι στην Κοινότητα, τα κράτη μέλη απαιτούν από τον πάροχο να χρεώσει τα αντίστοιχα έξοδα απευθείας στον πληρωτή και το δικαιούχο, οι οποίοι έτσι επιβαρύνονται με τα έξοδα που τους αναλογούν.

Σε περίπτωση άλλων πράξεων πληρωμής, ο πληρωτής και ο δικαιούχος δύνανται, κατόπιν αμοιβαίας συμφωνίας, να τροποποιήσουν τις ανωτέρω απαιτήσεις.

Άρθρο 58Μεταφορά και λήψη χρηματικών ποσών

1. Όταν οι πάροχοι των υπηρεσιών πληρωμών του πληρωτή και του δικαιούχου είναι αμφότεροι εγκατεστημένοι στην Κοινότητα και η πράξη πληρωμής πραγματοποιείται αποκλειστικά στο νόμισμα κράτους μέλους, τα κράτη μέλη απαιτούν από τον πάροχο των υπηρεσιών πληρωμών του πληρωτή να μεριμνά ώστε ο δικαιούχος να λαμβάνει ολόκληρο το ποσό της πράξης πληρωμής. Οι ενδιάμεσοι οργανισμοί δεν θα πρέπει να παρακρατούν έξοδα από το μεταφερόμενο ποσό.

Ωστόσο, ο δικαιούχος και ο πάροχος των υπηρεσιών πληρωμών του δύνανται να συμφωνήσουν ρητά ότι ο τελευταίος μπορεί να αφαιρεί τα έξοδά του από το μεταφερόμενο ποσό πριν αυτό πιστωθεί στο δικαιούχο.

2. Στις ακόλουθες περιπτώσεις, τα κράτη μέλη απαιτούν από τον πάροχο υπηρεσιών πληρωμών να προβαίνει σε καλόπιστη εκτίμηση των προβλεπόμενων κρατήσεων για την πράξη πληρωμής:

(α) όταν οι πάροχοι των υπηρεσιών πληρωμών του πληρωτή και του δικαιούχου είναι αμφότεροι εγκατεστημένοι στην Κοινότητα, αλλά η πράξη πληρωμής πραγματοποιείται εν όλω ή εν μέρει σε νόμισμα άλλο από το νόμισμα κράτους μέλους·

(β) όταν ο πάροχος των υπηρεσιών πληρωμών του πληρωτή ή ο πάροχος των υπηρεσιών πληρωμών του δικαιούχου δεν είναι εγκατεστημένος στην Κοινότητα.

ΤΜΗΜΑ 2ΠΡΟΘΕΣΜΙΑ ΕΚΤΕΛΕΣΗΣ

Άρθρο 59 Πεδίο εφαρμογής

Το παρόν τμήμα εφαρμόζεται μόνον εάν οι πάροχοι των υπηρεσιών πληρωμών του πληρωτή και του δικαιούχου είναι αμφότεροι εγκατεστημένοι στην Κοινότητα.

Δεν εφαρμόζεται σε πράξεις πληρωμής που θεωρούνται μικροπληρωμές.

Άρθρο 60Πράξεις πληρωμής τις οποίες ενεργοποιεί ο πληρωτής

1. Τα κράτη μέλη απαιτούν από τον πάροχο των υπηρεσιών πληρωμών του πληρωτή να μεριμνά ώστε, μετά το χρόνο αποδοχής, το εντελλόμενο ποσό να πιστώνεται στο λογαριασμό πληρωμών του δικαιούχου το αργότερο στο τέλος της πρώτης εργάσιμης ημέρας μετά την αποδοχή. Μέχρι την 1η Ιανουαρίου 2010, ο πληρωτής και ο πάροχος των υπηρεσιών πληρωμών δύνανται, ωστόσο, να συμφωνήσουν διαφορετική προθεσμία που δεν μπορεί να υπερβαίνει τις τρεις ημέρες.

2. Όταν η πράξη πληρωμής ενεργοποιείται από τον πληρωτή και περιλαμβάνει μετατροπή συναλλάγματος, ο πληρωτής και ο πάροχος των υπηρεσιών πληρωμών δύνανται να συμφωνήσουν ρητά διαφορετικούς όρους.

Άρθρο 61 Πράξεις πληρωμής τις οποίες ενεργοποιεί ο δικαιούχος

1. Όσον αφορά τις πράξεις πληρωμής οι οποίες ενεργοποιούνται από ή μέσω του δικαιούχου, τα κράτη μέλη απαιτούν από τον πάροχο των υπηρεσιών πληρωμών να μεριμνά ώστε, μετά το χρόνο αποδοχής, το εντελλόμενο ποσό να πιστώνεται στο λογαριασμό πληρωμών του δικαιούχου το αργότερο στο τέλος της πρώτης εργάσιμης ημέρας μετά την ημέρα αποδοχής, εκτός εάν έχει ρητά συμφωνηθεί διαφορετικά μεταξύ του δικαιούχου και του παρόχου των υπηρεσιών πληρωμών.

2. Εάν ο πάροχος των υπηρεσιών πληρωμών του πληρωτή αρνηθεί να αποδεσμεύσει τα χρηματικά ποσά που αποτελούν αντικείμενο της πράξης πληρωμής, ο πάροχος ενημερώνει σχετικά το δικαιούχο εντός της προθεσμίας που ορίζεται στην παράγραφο 1, με τον τρόπο επικοινωνίας που έχουν συμφωνήσει τα μέρη για το σκοπό αυτό.

Ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών θεωρείται τότε ότι έχει εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του σύμφωνα με την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου και το άρθρο 58.

Άρθρο 62Περιπτώσεις κατά τις οποίες ο δικαιούχος δενδιαθέτει λογαριασμό πληρωμών στον πάροχο των υπηρεσιών πληρωμών

Εάν ο δικαιούχος δεν διαθέτει λογαριασμό πληρωμών στον πάροχο των υπηρεσιών πληρωμών, τα χρηματικά ποσά τίθενται στη διάθεσή του εντός της προθεσμίας που ορίζεται στα άρθρα 60 παράγραφος 1 και 61 παράγραφος 1.

Άρθρο 63Καταθέσεις μετρητών

Σε περίπτωση που ο χρήστης υπηρεσιών πληρωμών προβαίνει σε κατάθεση μετρητών στο λογαριασμό του, ο πάροχος των υπηρεσιών πληρωμών μεριμνά ώστε ο λογαριασμός να πιστωθεί το αργότερο την επόμενη εργάσιμη ημέρα μετά τη λήψη του σχετικού χρηματικού ποσού.

Άρθρο 64Εθνικές πράξεις πληρωμής

Για πράξεις πληρωμής καθαρά εθνικού χαρακτήρα, τα κράτη μέλη δύνανται να ορίζουν συντομότερες ανώτατες προθεσμίες εκτέλεσης από εκείνες που προβλέπονται στο παρόν τμήμα.

ΤΜΗΜΑ 3ΔΙΑΘΕΣΙΜΟΤΗΤΑ ΤΩΝ ΧΡΗΜΑΤΙΚΩΝ ΠΟΣΩΝ ΚΑΙ ΕΥΘΥΝΗ

Άρθρο 65 Διαθεσιμότητα των χρηματικών ποσών σε λογαριασμό πληρωμών

1. Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε ο πάροχος των υπηρεσιών πληρωμών να θέτει τα χρηματικά ποσά στη διάθεση του δικαιούχου, μόλις αυτά πιστωθούν στο λογαριασμό πληρωμών του τελευταίου.

Δεν εισπράττονται έξοδα για τη θέση των χρηματικών ποσών στη διάθεση του δικαιούχου.

2. Ο πάροχος των υπηρεσιών πληρωμών του πληρωτή παύει να τηρεί τα χρηματικά ποσά στη διάθεση του πληρωτή αφότου τα ποσά χρεώνονται στο λογαριασμό πληρωμών του τελευταίου.

3. Η ημερομηνία αξίας για την πίστωση του λογαριασμού πληρωμών του δικαιούχου είναι ο χρόνος κατά τον οποίο πιστώνεται ο λογαριασμός.

Η ημερομηνία αξίας για τη χρέωση του λογαριασμού πληρωμών του πληρωτή είναι ο χρόνος κατά τον οποίο χρεώνεται ο λογαριασμός.

4. Oι παράγραφοι 1, 2 και 3 δεν αφορούν τις χρεώσεις σε λογαριασμούς ταμιευτηρίου που καλύπτονται από ρητές συμφωνίες όσον αφορά τη χρήση χρηματικών ποσών στο πλαίσιο συστήματος αποταμίευσης.

Άρθρο 66Εσφαλμένα αποκλειστικά μέσα ταυτοποίησης

1. Εάν η πράξη πληρωμής εκτελεστεί σύμφωνα με το αποκλειστικό μέσο ταυτοποίησης που παρέχει ο χρήστης, θεωρείται ότι εκτελέστηκε ορθά όσον αφορά τον υποδειχθέντα δικαιούχο. Εφόσον έχει καθοριστεί ως το αποκλειστικό μέσο ταυτοποίησης, ο κωδικός ΙΒΑΝ υπερισχύει έναντι του ονόματος του δικαιούχου, εφόσον παρέχεται και αυτό συμπληρωματικά. Ο πάροχος των υπηρεσιών πληρωμών θα πρέπει, ωστόσο, να επαληθεύει, ει δυνατόν, αν το πρώτο συμφωνεί με το δεύτερο.

2. Εάν το αποκλειστικό μέσο ταυτοποίησης που παρέχει ο χρήστης υπηρεσιών πληρωμών είναι εσφαλμένο, ο πάροχος των υπηρεσιών πληρωμών δεν φέρει ευθύνη για τη μη εκτέλεση ή την εσφαλμένη εκτέλεση της πράξης.

Ο πάροχος των υπηρεσιών πληρωμών καταβάλλει, ωστόσο, καλόπιστη προσπάθεια για την ανάκτηση των χρηματικών ποσών που αφορά η πράξη πληρωμής.

3. Εάν ο χρήστης των υπηρεσιών πληρωμών προσκομίσει πρόσθετες πληροφορίες πέραν εκείνων που απαιτούνται βάσει του άρθρου 26 παράγραφος 1 στοιχείο α) πρώτη περίπτωση ή του άρθρου 31 παράγραφος 1 στοιχείο β) πρώτη περίπτωση, ο πάροχος των υπηρεσιών πληρωμών ευθύνεται μόνο για την εκτέλεση πράξεων πληρωμής σύμφωνα με το καθορισθέν από το χρήστη αποκλειστικό μέσο ταυτοποίησης.

Άρθρο 67 Μη εκτέλεση ή εσφαλμένη εκτέλεση

1. Μετά το χρόνο αποδοχής σύμφωνα με το άρθρο 54 παράγραφος 1, ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών υπέχει αντικειμενική ευθύνη για τη μη εκτέλεση ή την εσφαλμένη εκτέλεση πράξης πληρωμής που πραγματοποιήθηκε σύμφωνα με το τμήμα 1.

Επιπλέον, ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών υπέχει αντικειμενική ευθύνη για τυχόν επιβαρύνσεις και τόκους που χρεώνονται στο χρήστη των υπηρεσιών πληρωμών συνεπεία μη εκτέλεσης ή εσφαλμένης εκτέλεσης της πράξης πληρωμής.

2. Εάν ο χρήστης υπηρεσιών πληρωμών ισχυρίζεται ότι η εντολή πληρωμής δεν εκτελέστηκε ορθά, ο πάροχος των υπηρεσιών πληρωμών αποδεικνύει, με την επιφύλαξη των πραγματικών στοιχείων που προσκομίζει ο χρήστης, ότι η εντολή πληρωμής έχει ορθά καταγραφεί, εκτελεστεί και καταχωρισθεί στους λογαριασμούς.

Άρθρο 68 Μεταφορές σε τρίτες χώρες

Εφόσον ο πάροχος των υπηρεσιών πληρωμών του δικαιούχου δεν είναι εγκατεστημένος σε κράτος μέλος, ο πάροχος των υπηρεσιών πληρωμών του πληρωτή δεν ευθύνεται για την εκτέλεση των πράξεων πληρωμής παρά μόνο μέχρις ότου τα χρηματικά ποσά περιέλθουν στον πάροχο των υπηρεσιών πληρωμών του δικαιούχου.

Άρθρο 69Πρόσθετη οικονομική αποζημίωση

Κάθε πρόσθετη οικονομική αποζημίωση σε σχέση με αυτή που προβλέπεται στο παρόν τμήμα καθορίζεται σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία που είναι εφαρμοστέα στη συναφθείσα μεταξύ παρόχου και χρήστη υπηρεσιών πληρωμών σύμβαση.

Άρθρο 70 Απουσία ευθύνης

Η ευθύνη που προβλέπεται στο πρώτο εδάφιο των άρθρων 66 παράγραφος 2, 67 παράγραφος 1 και 68 δεν ισχύει σε περιπτώσεις ανωτέρας βίας ούτε όταν ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών δεσμεύεται από άλλες νομικές υποχρεώσεις που προβλέπονται ρητά στην εθνική ή την κοινοτική νομοθεσία, όπως οι διατάξεις για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας.

Κεφάλαιο 3 Προστασία δεδομένων

Άρθρο 71Παρέκκλιση από τους κανόνες που διέπουν την προστασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και σχετικοί περιορισμοί

Τα κράτη μέλη επιτρέπουν την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από τα συστήματα πληρωμών και τους παρόχους υπηρεσιών πληρωμών, όταν αυτό καθίσταται αναγκαίο για την πρόληψη, τη διερεύνηση, τον εντοπισμό και τη δίωξη της απάτης στον τομέα των πληρωμών. Η επεξεργασία των εν λόγω δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα πραγματοποιείται σύμφωνα με την οδηγία 95/46/ΕΟΚ.

Κεφάλαιο 4Ποινές και διαδικασίες επίλυσης διαφορών

Άρθρο 72Καταγγελίες

1. Τα κράτη μέλη μεριμνούν για τη θέσπιση διαδικασιών που επιτρέπουν στους χρήστες υπηρεσιών πληρωμών και στα άλλα ενδιαφερόμενα μέρη, περιλαμβανομένων των ενώσεων καταναλωτών, να υποβάλλουν καταγγελίες σχετικά με διαφορές που ανακύπτουν από τις εθνικές διατάξεις εφαρμογής των διατάξεων της οδηγίας.

2. Οι καταγγελίες διαβιβάζονται, κατά περίπτωση, στις αρμόδιες αρχές που έχουν την ευθύνη επιβολής των ποινών που προβλέπονται στο άρθρο 73. Κατά την απάντηση στον καταγγέλλλοντα γίνεται παραπομπή, κατά περίπτωση, στο εξωδικαστικό όργανο που έχει συσταθεί σύμφωνα με το άρθρο 75.

Άρθρο 73Ποινές

Τα κράτη μέλη θεσπίζουν τους κανόνες όσον αφορά τις ποινές που επιβάλλονται για παραβάσεις των εθνικών διατάξεων εφαρμογής της παρούσας οδηγίας και λαμβάνουν όλα τα αναγκαία μέτρα για τη διασφάλιση της εφαρμογής τους. Οι προβλεπόμενες ποινές πρέπει να είναι αποτελεσματικές, αναλογικές και αποτρεπτικές.

Τα κράτη μέλη κοινοποιούν τις διατάξεις αυτές στην Επιτροπή το αργότερο μέχρι την ημερομηνία που ορίζεται στο άρθρο 85 παράγραφος 1 και της κοινοποιούν αμελλητί κάθε μεταγενέστερη τροποποίησή τους.

Άρθρο 74Αρμόδιες αρχές

Τα κράτη μέλη λαμβάνουν όλα τα αναγκαία μέτρα ώστε να διασφαλίσουν την υπαγωγή των διαδικασιών προσφυγής που προβλέπονται στο άρθρο 72 παράγραφος 1 και των ποινών που προβλέπονται στο άρθρο 73 πρώτο εδάφιο, στην αρμοδιότητα των αρχών που είναι εξουσιοδοτημένες για την τήρηση των διατάξεων της εθνικής νομοθεσίας κατ’εφαρμογή της παρούσας οδηγίας.

Άρθρο 75Εξωδικαστική επίλυση διαφορών

1. Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα για τη θέσπιση και την προώθηση, κατά περίπτωση, μέσω των υφιστάμενων φορέων, πρόσφορων και αποτελεσματικών εξωδικαστικών διαδικασιών υποβολής καταγγελιών και προσφυγής για την εξωδικαστική επίλυση διαφορών που ανακύπτουν μεταξύ των χρηστών και των παρόχων των υπηρεσιών πληρωμών και αφορούν τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τις διατάξεις της παρούσας οδηγίας.

2. Σε περίπτωση διασυνοριακών διαφορών, τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε οι ανωτέρω φορείς να συνεργάζονται στενά για την επίλυσή τους.

ΤΙΤΛΟΣ VΤροποποιήσεις και επιτροπή πληρωμών

Άρθρο 76Τροποποιήσεις και ενημέρωση

Λαμβάνοντας υπόψη τις τεχνολογικές εξελίξεις και τις εξελίξεις της αγοράς στον τομέα της παροχής υπηρεσιών πληρωμών, και για να διασφαλίσει την ενιαία εφαρμογή της παρούσας οδηγίας, η Επιτροπή δύναται, με τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 77 παράγραφος 2, να τροποποιήσει τον κατάλογο των δραστηριοτήτων που απαριθμούνται στο παράρτημα της παρούσας οδηγίας σύμφωνα με τα άρθρα 2 έως 4.

Δύναται επίσης, λαμβάνοντας υπόψη τον πληθωρισμό και τυχόν σημαντικές εξελίξεις στην αγορά, να αναπροσαρμόσει σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 77 παράγραφος 2, τα χρηματικά ποσά που προβλέπονται στα άρθρα 2 παράγραφος 1, 21 παράγραφος 1 στοιχείο α), 38 και στο άρθρο 50 παράγραφος 1.

Άρθρο 77 Επιτροπή

1. Η Επιτροπή επικουρείται από μια επιτροπή πληρωμών (στο εξής «η επιτροπή»), η οποία απαρτίζεται από εκπροσώπους των κρατών μελών και της οποίας προΐσταται εκπρόσωπος της Επιτροπής.

2. Όταν γίνεται αναφορά στην παρούσα παράγραφο, εφαρμόζονται τα άρθρα 5 και 7 της απόφασης 1999/468/EΚ, έχοντας υπόψη τις διατάξεις του άρθρου 8 της απόφασης αυτής.

Η προθεσμία που προβλέπεται στο άρθρο 5 παράγραφος 6 της απόφασης 1999/468/EΚ ορίζεται σε τρεις μήνες.

3. Η επιτροπή θεσπίζει τον εσωτερικό της κανονισμό.

ΤΙΤΛΟΣ VIΤελικές διατάξεις

Άρθρο 78 Πλήρης εναρμόνιση, αμοιβαία αναγνώριση και υποχρεωτικός χαρακτήρας της οδηγίας

1. Με την επιφύλαξη των άρθρων 50 παράγραφος 1, 64 και 80, εφόσον η παρούσα οδηγία περιλαμβάνει εναρμονισμένες διατάξεις, τα κράτη μέλη δεν δύνανται να διατηρήσουν ούτε να θεσπίσουν διαφορετικές διατάξεις.

2. Κατά την άσκηση της ευχέρειας που τους παρέχει το άρθρο 50 παράγραφος 1 δεύτερο εδάφιο και το άρθρο 64 της παρούσας οδηγίας, τα κράτη μέλη δεν δύνανται να περιορίσουν τις δραστηριότητες των παρόχων υπηρεσιών πληρωμών που έχουν αδειοδοτηθεί σε άλλο κράτος μέλος και δραστηριοποιούνται στο έδαφός τους, σύμφωνα με τις διατάξεις της παρούσας οδηγίας, είτε υπό καθεστώς ελεύθερης εγκατάστασης είτε υπό καθεστώς ελεύθερης παροχής υπηρεσιών.

3. Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε οι πάροχοι υπηρεσιών πληρωμών να μην παρεκκλίνουν, σε βάρος των χρηστών, από τις διατάξεις της εθνικής νομοθεσίας που έχει θεσπισθεί κατ’εφαρμογή ή κατ’ αντιστοιχία προς τις διατάξεις της παρούσας οδηγίας, εκτός εάν η παρέκκλιση προβλέπεται ρητά από την οδηγία.

Οι πάροχοι υπηρεσιών πληρωμών μπορούν, εντούτοις, να αποφασίσουν να προσφέρουν στους χρήστες ευνοϊκότερους όρους.

Άρθρο 79 Έκθεση

Το αργότερο δύο έτη μετά την ημερομηνία που ορίζεται στο άρθρο 85 παράγραφος 1, η Επιτροπή υποβάλλει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο, την Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή και την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα έκθεση σχετικά με την εφαρμογή της παρούσας οδηγίας.

Άρθρο 80Μεταβατική διάταξη

Με την επιφύλαξη της οδηγίας 2005/60/ΕΚ ή άλλης εφαρμοστέας κοινοτικής νομοθεσίας, τα κράτη μέλη επιτρέπουν στα πρόσωπα, περιλαμβανομένων των χρηματοδοτικών ιδρυμάτων κατά την έννοια της οδηγίας 2000/12/ΕΚ, τα οποία έχουν αρχίσει να ασκούν δραστηριότητες ιδρύματος πληρωμών, όπως προβλέπεται στην παρούσα οδηγία, σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο που ίσχυε πριν από την [ημερομηνία έναρξης ισχύος της παρούσας οδηγίας], να συνεχίσουν τις εν λόγω δραστηριότητες εντός του οικείου κράτους μέλους επί 18 μήνες κατ’ανώτατο όριο από την ημερομηνία που ορίζεται στο άρθρο 85 παράγραφος 1 πρώτο εδάφιο.

Άρθρο 81 Τροποποίηση της οδηγίας 97/7/ΕΚ

Το άρθρο 8 της οδηγίας 97/7/ΕΚ καταργείται.

Άρθρο 82 Τροποποίηση της οδηγίας 2002/12/ΕΚ

Στο άρθρο 19 της οδηγίας 2002/12/ΕΚ, προστίθεται η ακόλουθη παράγραφος:

«Με την επιφύλαξη της πρώτης παραγράφου πέμπτη περίπτωση, τα χρηματοδοτικά ιδρύματα, εφόσον παρέχουν υπηρεσίες πληρωμών κατά την έννοια της οδηγίας […/…] του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου(*), οφείλουν να τηρούν τις διατάξεις του τίτλου ΙΙ της παρούσας οδηγίας.

(*) ΕΕ L […]…..σ.[…].»

Άρθρο 83 Τροποποίηση της οδηγίας 2002/65/ΕΚ

Το άρθρο 8 της οδηγίας 2002/65/ΕΚ καταργείται.

Άρθρο 84 Κατάργηση

Η οδηγία 97/5/EΚ καταργείται από την ημερομηνία που ορίζεται στο άρθρο 85 παράγραφος 1.

Άρθρο 85 Μεταφορά στο εθνικό δίκαιο

1. Τα κράτη μέλη θέτουν σε ισχύ τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις για να συμμορφωθούν προς την παρούσα οδηγία το αργότερο 12 μήνες από την ημερομηνία έκδοσης. Ανακοινώνουν αμέσως στην Επιτροπή το κείμενο των εν λόγω διατάξεων καθώς και τον πίνακα αντιστοιχίας μεταξύ αυτών των διατάξεων και της παρούσας οδηγίας.

Όταν τα κράτη μέλη θεσπίζουν τις εν λόγω διατάξεις, οι τελευταίες αυτές περιέχουν αναφορά στην παρούσα οδηγία ή συνοδεύονται από την αναφορά αυτή κατά την επίσημη δημοσίευσή τους. Ο τρόπος αυτής της αναφοράς καθορίζεται από τα κράτη μέλη.

2 Τα κράτη μέλη ανακοινώνουν στην Επιτροπή το κείμενο των ουσιωδών διατάξεων εσωτερικού δικαίου τις οποίες θεσπίζουν στον τομέα που διέπεται από την παρούσα οδηγία.

Άρθρο 86 Έναρξη ισχύος

Η παρούσα οδηγία αρχίζει να ισχύει την εικοστή ημέρα από τη δημοσίευσή της στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης .

Άρθρο 87Αποδέκτες

Η παρούσα οδηγία απευθύνεται στα κράτη μέλη.

Βρυξέλλες, […]

Για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο Για το Συμβούλιο

Ο πρόεδρος Ο πρόεδρος

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ «ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΠΛΗΡΩΜΩΝ" ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 2 ΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ 1

2. Καταθέσεις μετρητών σε λογαριασμό πληρωμών τηρούμενο είτε από τον πάροχο των υπηρεσιών πληρωμών του χρήστη είτε από άλλο πάροχο υπηρεσιών πληρωμών, καθώς και όλες οι δραστηριότητες που απαιτούνται για την τήρηση λογαριασμού πληρωμών.

3. Αναλήψεις μετρητών από λογαριασμό πληρωμών τηρούμενο είτε από τον πάροχο των υπηρεσιών πληρωμών του χρήστη είτε από άλλο πάροχο υπηρεσιών πληρωμών, καθώς και όλες οι δραστηριότητες που απαιτούνται για την τήρηση λογαριασμού πληρωμών.

4. Εκτέλεση πράξεων πληρωμής, περιλαμβανομένης της μεταφοράς κεφαλαίων, εφόσον τα κεφάλαια είναι κατατεθειμένα σε λογαριασμό πληρωμών στον πάροχο υπηρεσιών πληρωμών του χρήστη ή σε άλλο πάροχο υπηρεσιών πληρωμών.

5. εκτέλεση εντολών άμεσης χρέωσης, περιλαμβανομένης της εφάπαξ άμεσης χρέωσης·

6. εκτέλεση πράξεων πληρωμής με κάρτα πληρωμής ή ανάλογο μέσο·

7. εκτέλεση μεταφορών πίστωσης, περιλαμβανομένων των πάγιων εντολών.

8. Εκτέλεση πράξεων πληρωμής στο πλαίσιο των οποίων τα χρηματικά ποσά καλύπτονται από πιστωτικό όριο χορηγούμενο στο χρήστη υπηρεσιών πληρωμών σύμφωνα με την οδηγία 98/7/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου η οποία τροποποιεί την οδηγία 87/102/EΚ για την προσέγγιση των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών που διέπουν την καταναλωτική πίστη, καθώς και άλλη εφαρμοστέα κοινοτική νομοθεσία:

9. εκτέλεση εντολών άμεσης χρέωσης, περιλαμβανομένης της εφάπαξ άμεσης χρέωσης·

10. εκτέλεση πράξεων πληρωμής με κάρτα πληρωμής ή ανάλογο μέσο·

11. εκτέλεση μεταφορών πιστώσεων, περιλαμβανομένων των πάγιων εντολών.

12. Έκδοση καρτών πληρωμής που επιτρέπουν στο χρήστη υπηρεσιών πληρωμών να μεταφέρει χρηματικά ποσά.

13. Εκτέλεση πράξεων πληρωμής, περιλαμβανομένης της μεταφοράς χρηματικών ποσών, εφόσον το ηλεκτρονικό χρήμα, κατά την έννοια της οδηγίας 2000/46/EΚ, εκδίδεται από τον πάροχο υπηρεσιών πληρωμών.

14. Υπηρεσίες εμβασμάτων, στο πλαίσιο των οποίων ο πάροχος των υπηρεσιών πληρωμών αποδέχεται τα μετρητά, το λογιστικό χρήμα ή το ηλεκτρονικό χρήμα που καταθέτει ο χρήστης με αποκλειστικό σκοπό την εκτέλεση πράξης πληρωμής και τη μεταφορά των χρηματικών ποσών στο δικαιούχο.

15. Εκτέλεση πράξεων πληρωμής με οποιοδήποτε μέσο επικοινωνίας εξ αποστάσεως, όπως κινητά τηλέφωνα ή άλλες ψηφιακές ή ηλεκτρονικές συσκευές, εφόσον ο πάροχος των υπηρεσιών ο οποίος εκμεταλλεύεται το σύστημα ή δίκτυο πληροφορικής ή τηλεπικοινωνιών διευκολύνει την πληρωμή αγαθών ή υπηρεσιών που δεν είναι ψηφιακά αγαθά ή υπηρεσίες ηλεκτρονικής επικοινωνίας και επομένως δεν παρέχονται μέσω του ίδιου του μέσου εξ αποστάσεως επικοινωνίας.

16. Εκτέλεση πράξεων πληρωμής με οποιοδήποτε μέσο επικοινωνίας εξ αποστάσεως, όπως κινητά τηλέφωνα ή άλλες ψηφιακές ή ηλεκτρονικές συσκευές, εφόσον ο πάροχος των υπηρεσιών ο οποίος διαχειρίζεται το σύστημα ή δίκτυο πληροφορικής ή τηλεπικοινωνιών απλώς ρυθμίζει τη μεταφορά χρηματικών ποσών για την πληρωμή ψηφιακών αγαθών ή υπηρεσιών ηλεκτρονικής επικοινωνίας που παρέχονται μέσω του ίδιου του μέσου εξ αποστάσεως επικοινωνίας, χωρίς καμία άλλη παρέμβαση στην παρεχόμενη υπηρεσία.

[1] Σύμφωνα με ορισμένες μελέτες (λ.χ. η μελέτη που πραγματοποίησαν οι VISA International και το Commonwealth Business Council το 2004), κάθε αύξηση της τάξης του 10% του μεριδίου ηλεκτρονικών πληρωμών σε μια οικονομία οδηγεί σε αύξηση της κατανάλωσης μέχρι 0,5%.

[2] Οι εκτιμήσεις σχετικά με την ενδεχόμενη εξοικονόμηση βασίζονται σε μελέτη της εταιρείας McKinsey, 2005.

[3] CapGemini, 2005.

[4] McKinsey, 2005 και άλλοι, π.χ. Van Hove, De Grauwe, T. ten Raa, EPC, Dutch National Bank, Sveriges Riskbank.

[5] COM (2005) 330 και SEC (2005) 981 της 20.7.2005.

[6] COM (2005) 24 της 2.2.2005.

[7] Κυβερνητική ομάδα εμπειρογνωμόνων για το σύστημα πληρωμών και ομάδα της αγοράς για το σύστημα πληρωμών.

[8] Τα περισσότερα έγγραφα έχουν δημοσιευθεί στην ιστοσελίδαhttp://europa.eu.int/comm/internal_market/payments/.

[9] MARKT/208/2001 και MARKT/4007/2002.

[10] COM (2003) 718 τελικό.

[11] COM (2000) 36 τελικό, δημόσιο έγγραφο εργασίας σχετικά με ένα νέο νομοθετικό πλαίσιο (2002), COM (2003) 718 τελικό.

[12] ΕΕ C […], […], σ. […].

[13] ΕΕ C […], […], σ. […].

[14] ΕΕ C […], […], σ. […].

[15] ΕΕ C […], […], σ. […].

[16] ΕΕ L 43, 14.2.1997. σ. 25.

[17] ΕΕ L 344, 28.12.2001. σ. 13.

[18] ΕΕ L 365, 24.12.1987. σ. 72.

[19] ΕΕ L 317, 24.11.1988. σ. 55.

[20] ΕΕ L 208, 2.8.1997. σ. 52.

[21] ΕΕ L 126, 26.5.2000. σ. 1.

[22] ΕΕ L 275, 27.10.2000. σ. 39.

[23] ΕΕ L 124, 20.5.2003, σ. 36.

[24] ΕΕ L 281, 23.11.1995, σ. 31.

[25] ΕΕ L 144, 4.6.1997, σ. 19· η οδηγία όπως τροποποιήθηκε για τελευταία φορά με την οδηγία 2005/29/ΕΚ (ΕΕ L 149, 11.6.2005, σ. 22).

[26] ΕΕ L 271, 9.10.2002, σ. 16· η οδηγία όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 2005/29/ΕΚ.

[27] ΕΕ L 184, 17.7.1999, σ. 23.

[28] ΕΕ L 309, 25.11.2005, σ.15.

[29] ΕΕ L 166, 11.6.1998, σ. 45.

[30] Οδηγία 1999/93/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Δεκεμβρίου 1999, σχετικά με το κοινοτικό πλαίσιο για ηλεκτρονικές υπογραφές (ΕΕ L 13, 19.1.2000, σ.12).