EL
|
|
ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ |
Βρυξέλλες, 20.10.2005
COM(2005) 507 τελικό
2005/0214 (COD)
Εφαρμογή του κοινοτικού προγράμματος της Λισσαβώνας:
Πρόταση
ΟΔΗΓΙΑΣ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ
σχετικά με τη βελτίωση της δυνατότητας μεταφοράς των δικαιωμάτων συμπληρωματικής συνταξιοδότησης
{SEC(2005)1293}
(υποβάλλεται από την Επιτροπή)
ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ
|
1)ΠΛΑΙΣΙΟ ΤΗΣ ΠΡΟΤΑΣΗΣ |
|
|
·Λόγοι υποβολής και στόχοι της πρότασης Στην αναθεωρημένη στρατηγική της Λισσαβώνας 1 , καθώς και στην ατζέντα κοινωνικής πολιτικής 2 υπογραμμίζεται η σημασία που έχει η κινητικότητα για τη βελτίωση της ικανότητας προσαρμογής των εργαζομένων και των επιχειρήσεων και για την αύξηση της ευελιξίας των αγορών εργασίας. Εάν ληφθεί υπόψη η αυξανόμενη σημασία των συμπληρωματικών συστημάτων συνταξιοδότησης για την κάλυψη των κινδύνων που συνδέονται με τα γηρατειά, αποκτά ιδιαίτερη σημασία η μείωση των εμποδίων που τίθενται από τα εν λόγω συστήματα όσον αφορά την κινητικότητα. Στο σχέδιο δράσης της Λισσαβώνας, η Επιτροπή ανακοίνωσε την πρόθεσή της να υποβάλει νομοθετικές προτάσεις στον τομέα αυτόν. Για τον σκοπό αυτόν, η παρούσα πρόταση αποβλέπει στο να μειώσει τα εμπόδια που αφορούν τόσο την ελεύθερη κυκλοφορία μεταξύ κρατών μελών όσο και την κινητικότητα στο εσωτερικό ενός κράτους μέλους και τα οποία δημιουργούνται από ορισμένες διατάξεις των συστημάτων συμπληρωματικής συνταξιοδότησης. Τα εμπόδια αυτά αφορούν: τους όρους απόκτησης συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων, τους όρους διατήρησης των αδρανοποιημένων συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων, τη δυνατότητα μεταφοράς των θεμελιωμένων δικαιωμάτων. Ακόμα, η πρόταση αποσκοπεί στο να βελτιώσει την ενημέρωση που παρέχεται στους εργαζομένους σχετικά με τις συνέπειες της κινητικότητας στα δικαιώματα συμπληρωματικής συνταξιοδότησης. |
|
|
·Το γενικό πλαίσιο Τα συστήματα κοινωνικής προστασίας των διαφόρων κρατών μελών πρέπει να αντιμετωπίσουν το πρόβλημα της δημογραφικής γήρανσης. Οι μεταρρυθμίσεις που έχουν εφαρμοστεί ή που πρόκειται να εφαρμοστούν στα περισσότερα κράτη μέλη τείνουν προς την αύξηση των συστημάτων συμπληρωματικής συνταξιοδότησης, ενώ ορισμένα κράτη μέλη ενθαρρύνουν ενεργά την ανάπτυξη των συστημάτων αυτών. Είναι συνεπώς επείγουσα ανάγκη να εξασφαλιστεί ότι οι κανόνες που διέπουν την οργάνωση των συστημάτων αυτών δεν παρεμποδίζουν την κινητικότητα των εργαζομένων ελαττώνοντας έτσι τις πιθανότητες απόκτησης επαρκών δικαιωμάτων συνταξιοδότησης για έναν διακινούμενο εργαζόμενο στο τέλος της σταδιοδρομίας του και μειώνοντας την ευελιξία και την αποτελεσματικότητα της αγοράς εργασίας. Ακόμα και εάν πολλοί παράγοντες καθορίζουν την επιλογή ενός ατόμου να αλλάξει εργασία, είναι σαφές ότι η πιθανότητα το εν λόγω άτομο να απολέσει ουσιαστικό μέρος των δικαιωμάτων του για συμπληρωματική συνταξιοδότηση αποτελεί πραγματική τροχοπέδη στη θέλησή του να αλλάξει εργασία. Η παρούσα πρόταση αποτελεί την κατάληξη πολυετών ανταλλαγών σε ευρωπαϊκό επίπεδο όσον αφορά, αφενός, την ανάγκη για βελτίωση της οργάνωσης των συστημάτων συμπληρωματικής συνταξιοδότησης με σκοπό τη διευκόλυνση της κινητικότητας των εργαζομένων και, αφετέρου, τους καταλληλότερους όρους με τους οποίους αυτό θα επιτευχθεί. |
|
|
·Ισχύουσες διατάξεις στον τομέα που αφορά η πρόταση Η απουσία κοινού κανονιστικού πλαισίου σε θέματα δυνατότητας μεταφοράς των δικαιωμάτων συμπληρωματικής συνταξιοδότησης εξακολουθεί να αποτελεί εμπόδιο για την ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων και για την επαγγελματική κινητικότητα γενικότερα, ακόμα και στο εσωτερικό του εκάστοτε κράτους μέλους. Ένα πρώτο βήμα για τη μείωση των εμποδίων αυτών πραγματοποιήθηκε με την οδηγία 1998/49/ΕΚ 3 η οποία αποσκοπεί ιδιαίτερα στο να εξασφαλίσει το δικαίωμα ίσης μεταχείρισης των ατόμων που μετακινούνται από ένα κράτος σε άλλο. |
|
|
·Συνεκτικότητα με τις λοιπές πολιτικές και τους στόχους της Ένωσης Η πρόσφατη ανακοίνωση της Επιτροπής στο εαρινό Συμβούλιο 2005 4 καθώς και οι ενσωματωμένες κατευθυντήριες γραμμές 5 υπογραμμίζουν τη μεγάλη σημασία των πολιτικών που βελτιώνουν την ικανότητα αντίδρασης των αγορών εργασίας, ευνοώντας ιδίως την επαγγελματική και γεωγραφική κινητικότητα. Κατά τα τέλη του 2005, η Επιτροπή θα εγκρίνει σχέδιο δράσης με αντικείμενο τη νόμιμη μετανάστευση, στο πλαίσιο του οποίου θα αναληφθούν επίσης πρωτοβουλίες προς την κατεύθυνση αυτή. |
|
|
2)Διαβουλεύσεις με τα ενδιαφερόμενα μερη και αξιολογησεισ του αντικτυπου |
|
|
·Διαβουλεύσεις με τα ενδιαφερόμενα μέρη |
|
|
Μέθοδοι διαβούλευσης, κύριοι τομείς-στόχοι και γενικά χαρακτηριστικά των συνομιλητών Η Επιτροπή προέβη δύο φορές σε διαβουλεύσεις με τους κοινωνικούς εταίρους. Η πρώτη αφορούσε τη σκοπιμότητα και την πιθανή κατεύθυνση μιας κοινοτικής δράσης στον τομέα της δυνατότητας μεταφοράς των δικαιωμάτων επαγγελματικής συνταξιοδότησης 6 . Οι απαντήσεις των κοινωνικών εταίρων ήταν σε γενικές γραμμές ευνοϊκές όσον αφορά την ανάληψη κοινοτικής δράσης στον τομέα αυτόν. Έτσι η Επιτροπή δρομολόγησε δεύτερο στάδιο διαβουλεύσεων με τους κοινωνικούς εταίρους 7 με θέμα το πιθανό περιεχόμενο της εν λόγω κοινοτικής δράσης. Μέσα από τις διαβουλεύσεις αυτές έγινε σαφές ότι οι κοινωνικοί εταίροι είχαν αποκλίνουσες απόψεις όσον αφορά τους στόχους της δράσης αλλά και τα μέσα υλοποίησής της. Συνεπώς δεν ξεκίνησαν διαπραγματεύσεις με σκοπό μια αυτόνομη συμφωνία. Από τη σύστασή της το 2001, η επιτροπή στον τομέα των επικουρικών συντάξεων 8 (στο εξής καλούμενη «φόρουμ των συντάξεων») συμμετείχε στενά στην εξέταση των εμποδίων που θέτουν στην κινητικότητα οι κανόνες που διέπουν τα συστήματα συμπληρωματικής συνταξιοδότησης. Το φόρουμ των συντάξεων απαρτίζεται από εκπροσώπους των κρατών μελών, των κοινωνικών εταίρων και των συνταξιοδοτικών ταμείων καθώς και από άλλους οργανισμούς που δρουν στον τομέα. |
|
|
Σύνοψη των απαντήσεων και τρόπος με τον οποίον ελήφθησαν υπόψη Οι απαντήσεις των μελών του φόρουμ των συντάξεων, συμπεριλαμβανομένων των κρατών μελών και των κοινωνικών εταίρων, ενσωματώθηκαν στην αξιολόγηση του αντικτύπου που συνοδεύει την παρούσα πρόταση. |
|
|
·Συγκέντρωση και χρήση εμπειρογνωμοσύνης |
|
|
Δεν ήταν απαραίτητη η προσφυγή σε εξωτερική εμπειρογνωμοσύνη. |
|
|
·Αξιολόγηση του αντικτύπου Ακόμα και αν επίσημα η πρόταση αυτή, εφόσον δεν περιλαμβάνεται στο πρόγραμμα εργασίας της Επιτροπής, δεν θα έπρεπε να αποτελέσει αντικείμενο αξιολόγησης του αντικτύπου, οι υπηρεσίες της Επιτροπής έκριναν ότι, για λόγους βελτίωσης της νομοθεσίας και μεγαλύτερης διαφάνειας, είναι σκόπιμο να εξεταστούν τα διάφορα εναλλακτικά μέτρα που μπορούν να ληφθούν στον τομέα αυτόν καθώς και ο αντίκτυπός τους από άποψη κόστους και οφελών. |
|
|
3)Νομικά στοιχεία της πρότασης |
|
|
·Σύνοψη των προτεινόμενων μέτρων Η παρούσα πρόταση καθιερώνει κοινές αρχές που αποσκοπούν στο να βελτιώσουν, αφενός, την άσκηση του δικαιώματος της ελεύθερης κυκλοφορίας, θεμελιώδους ελευθερίας της Κοινότητας, και, αφετέρου, τη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς· οι αρχές αυτές εντάσσονται στο πλαίσιο της προσαρμογής των συστημάτων συμπληρωματικής συνταξιοδότησης που ήδη λειτουργούν στα κράτη μέλη. Η κινητικότητα των εργαζομένων, τόσο στο εσωτερικό ενός κράτους μέλους όσο και από το ένα κράτος μέλος στο άλλο, είναι ουσιαστικός παράγοντας για την εύρυθμη λειτουργία της ευρωπαϊκής αγοράς εργασίας και αποτελεί αναπόσπαστο μέρος των φιλοδοξιών που διατυπώθηκαν στη στρατηγική της Λισσαβώνας με σκοπό την ενίσχυση της απασχόλησης και της οικονομικής μεγέθυνσης. Συνεπώς είναι σκόπιμο να βελτιωθεί όχι μόνον η κινητικότητα αυτή από το ένα κράτος μέλος στο άλλο, αλλά και η επαγγελματική κινητικότητα στο εσωτερικό μιας χώρας. Ορισμένοι κανόνες που διέπουν τα συστήματα συμπληρωματικής συνταξιοδότησης, και ιδίως αυτοί που αφορούν την απόκτηση δικαιωμάτων, παρεμποδίζουν αυτή την εσωτερική κινητικότητα. Ειδικότερα, δημιουργούνται εμπόδια στην ανάπτυξη των επιχειρήσεων που προέρχονται από άλλο κράτος μέλος λόγω των δυσκολιών πρόσληψης ειδικευμένου προσωπικού (εφόσον το προσωπικό αυτό συγκρατείται στις επιχειρήσεις από τους κανόνες που διέπουν τα συστήματα συμπληρωματικής συνταξιοδότησης). Έτσι, η παρούσα οδηγία αποσκοπεί στο να προσεγγίσει τις νομοθεσίες των κρατών μελών στον τομέα αυτόν ώστε να βελτιώσει τις συνθήκες ανταγωνισμού στην ευρωπαϊκή αγορά εργασίας. |
|
|
·Νομική βάση Τα άρθρα 42 και 94 της συνθήκης ΕΚ αποτελούν τις νομικές βάσεις της πρότασης αυτής. Το άρθρο 42 έχει ήδη χρησιμεύσει ως νομική βάση της οδηγίας 1998/49/ΕΚ. Το άρθρο 94 της συνθήκης ΕΚ αρμόζει ως νομική βάση λόγω του ότι δεν είναι δυνατό να βελτιωθεί πραγματικά η δυνατότητα μεταφοράς των δικαιωμάτων για συμπληρωματική συνταξιοδότηση χωρίς παράλληλα να βελτιωθεί η γενικότερη επαγγελματική κινητικότητα, ακόμα και στο εσωτερικό του εκάστοτε κράτους μέλους. Εξάλλου, μια καλύτερη επαγγελματική κινητικότητα σε γενικό επίπεδο είναι απαραίτητη για την εύρυθμη λειτουργία της κοινής αγοράς με βάση ένα ευέλικτο εργατικό δυναμικό το οποίο δεν παρεμποδίζεται από την εφαρμογή ορισμένων κανόνων που διέπουν τα συστήματα συμπληρωματικής συνταξιοδότησης, όπως εκείνοι που υποχρεώνουν τους εργαζομένους σε μερικές περιπτώσεις να παραμένουν στον ίδιο εργοδότη για σημαντική χρονική περίοδο πριν να αποκτήσουν δικαιώματα. |
|
|
·Αρχή της επικουρικότητας Η αρχή της επικουρικότητας εφαρμόζεται στον βαθμό που η πρόταση δεν αφορά τομέα που εμπίπτει στην αποκλειστική αρμοδιότητα της Κοινότητας. |
|
|
Οι στόχοι της πρότασης δεν είναι δυνατόν να επιτευχθούν σε ικανοποιητικό βαθμό από τη δράση των κρατών μελών για τους ακόλουθους λόγους. |
|
|
Εφόσον οι αγορές εργασίας δεν σταματούν στα σύνορα των κρατών μελών, είναι σκόπιμο να ληφθεί ένα μέτρο σε κοινοτικό επίπεδο ώστε οι αγορές αυτές να καταστούν πιο ευέλικτες και πιο αποτελεσματικές· αυτό θα επιτευχθεί με την εξάλειψη ορισμένων εμποδίων για την κινητικότητα του εργατικού δυναμικού που απορρέουν από τα συστήματα επαγγελματικής συνταξιοδότησης. |
|
|
Οι στόχοι της πρότασης μπορούν να επιτευχθούν καλύτερα από κοινοτική δράση για τους ακόλουθους λόγους. |
|
|
Οι διάφορες κατευθυντήριες γραμμές ή συστάσεις που έχουν διατυπωθεί σε διάφορες περιστάσεις τα τελευταία δέκα έτη από τα ευρωπαϊκά θεσμικά όργανα δεν επέφεραν σημαντική προσέγγιση των εθνικών νομοθεσιών· αντίθετα, υπάρχει κίνδυνος οι διαφορές αυτές να ενταθούν στην Ένωση των 25 κρατών μελών. Το σημερινό και μελλοντικό πλαίσιο της εξέλιξης των συνταξιοδοτικών συστημάτων σε ευρωπαϊκή κλίμακα καθιστά αναγκαία τη θέσπιση, σήμερα, ενός κοινοτικού νομικού μέσου: αφενός, η Ένωση διαθέτει από το 2003 ένα νομικό πλαίσιο που ευνοεί τη διασυνοριακή διαχείριση των συστημάτων συμπληρωματικής συνταξιοδότησης· αφετέρου, όπως καταδεικνύει η μελέτη που διεξήχθη πρόσφατα από την επιτροπή κοινωνικής προστασίας σε συνεργασία με την Επιτροπή, με θέμα το μέλλον των επαγγελματικών συστημάτων συμπληρωματικής συνταξιοδότησης, τα συστήματα αυτά πρόκειται να υποστούν δυναμική εξέλιξη· επομένως αυτή είναι η κατάλληλη στιγμή να διαμορφωθούν κοινά σημεία αναφοράς. |
|
|
Κατά συνέπεια, η πρόταση συμβαδίζει με την αρχή της επικουρικότητας. |
|
|
·Αρχή της αναλογικότητας Η πρόταση συμβαδίζει με την αρχή της αναλογικότητας για τους ακόλουθους λόγους. |
|
|
Η επιλογή του νομικού μέσου και οι όροι εφαρμογής του υπακούουν στην αρχή της αναλογικότητας: η μορφή που επιλέγεται είναι η οδηγία και όχι ο κανονισμός, έτσι ώστε να γίνει σεβαστή η ανομοιογένεια της οργάνωσης των συστημάτων συμπληρωματικής συνταξιοδότησης στα κράτη μέλη, ενώ παράλληλα καθιερώνεται ένα σφαιρικό πλαίσιο που καθορίζει τους στόχους που πρέπει να επιτύχουν τα κράτη μέλη χωρίς όμως να αναλύει τα μέτρα που θα επιτρέψουν την επίτευξη αυτή. |
|
|
Τέλος, οι προτεινόμενες διατάξεις διαμορφώθηκαν με βάση τις ελάχιστες απαιτήσεις που είναι απαραίτητες, λαμβανομένων υπόψη, χάρη στην αξιολόγηση του αντικτύπου, των πιθανών συνεπειών στα υπάρχοντα εθνικά συστήματα· εξάλλου, προβλέπονται ουσιαστικά χρονικά περιθώρια για τη μεταφορά ορισμένων διατάξεων της παρούσας οδηγίας. |
|
|
·Επιλογή μέσων |
|
|
Προτεινόμενο νομοθετικό μέσο: οδηγία. |
|
|
Η χρήση άλλων μέσων δεν θα ήταν σκόπιμη για τους ακόλουθους λόγους. Ένα λιγότερο δεσμευτικό μέσο, όπως ένας κώδικας δεοντολογίας, δεν θα είχε πολλές πιθανότητες να παραγάγει το προσδοκώμενο αποτέλεσμα, δεδομένου ότι οι συζητήσεις που διεξάγονται για περισσότερα από δεκαπέντε έτη σε ευρωπαϊκό επίπεδο δεν κατέληξαν σε πρωτοβουλία αυτού του είδους σε εθελοντική βάση. Επιπλέον, πολλά στοιχεία στα οποία στηρίζονται τα συστήματα συμπληρωματικής συνταξιοδότησης ρυθμίζονται από τις νομοθεσίες των κρατών μελών. Ένα πιο δεσμευτικό μέσο, όπως π.χ. ένας κανονισμός, δεν θα επέτρεπε την ευελιξία που είναι αναγκαία για να ληφθεί υπόψη η μεγάλη πολυμορφία των συστημάτων συμπληρωματικής συνταξιοδότησης και ο συχνά εθελοντικός χαρακτήρας τους. |
|
|
4)Δημοσιονομικές επιπτώσεις |
|
|
Η πρόταση αυτή δεν έχει καμία δημοσιονομική επίπτωση στον κοινοτικό προϋπολογισμό. |
|
|
5)Συμπληρωματικές πληροφοριεσ |
|
|
·Πίνακας αντιστοιχίας Τα κράτη μέλη υποχρεούνται να κοινοποιήσουν στην Επιτροπή το κείμενο των εθνικών διατάξεων με τις οποίες μεταφέρεται η οδηγία στο δίκαιό τους, καθώς και πίνακα αντιστοιχίας των εν λόγω διατάξεων και της παρούσας οδηγίας. |
|
|
·Ευρωπαϊκός Οικονομικός Χώρος Το παρόν σχέδιο νομοθετικής πράξης εμπίπτει σε τομέα που καλύπτεται από τη συμφωνία για τον ΕΟΧ και κατά συνέπεια είναι σκόπιμο το πεδίο εφαρμογής του να επεκταθεί και στον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο. |
|
|
·Λεπτομερής επεξήγηση της πρότασης, ανά κεφάλαιο ή ανά άρθρο Αντικείμενο (Άρθρο 1) Το πρώτο άρθρο παραθέτει και συνοψίζει τους στόχους που περιγράφονται στην παράγραφο 1.2. Πεδίο εφαρμογής (άρθρο 2) Για να διατηρηθεί η συνεκτικότητα με την οδηγία 98/49/ΕΚ, το πεδίο εφαρμογής της παρούσας πρότασης είναι το ίδιο με εκείνο της εν λόγω οδηγίας. Επομένως η πρόταση καλύπτει κάθε σύστημα συμπληρωματικής συνταξιοδότησης (όπως ορίζεται στο άρθρο 3) με εξαίρεση τα συστήματα που καλύπτονται από τον κανονισμό (ΕΟΚ) αριθ. 1408/71 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971, όπως αυτός έχει τροποποιηθεί. Ορισμοί (Άρθρο 3) Δεδομένης της μεγάλης ανομοιογένειας των συστημάτων συμπληρωματικής συνταξιοδότησης στα κράτη μέλη, κρίνεται αναγκαίος ο ορισμός ορισμένων όρων που χρησιμοποιούνται στην παρούσα πρόταση. Οι παράγραφοι α) («συμπληρωματική σύνταξη»), β) («σύστημα συμπληρωματικής συνταξιοδότησης») και δ) («συνταξιοδοτικά δικαιώματα») περιέχουν ορισμούς ίδιους με εκείνους που χρησιμοποιούνται για τους σκοπούς της οδηγίας 98/49/ΕΚ ώστε να εξασφαλιστεί η συνεκτικότητα με το πεδίο εφαρμογής της εν λόγω οδηγίας. Πρέπει να σημειωθεί ότι ο όρος «δυνατότητα μεταφοράς» που χρησιμοποιείται στην παρούσα οδηγία αναφέρεται στη δυνατότητα για έναν εργαζόμενο που αποχωρεί από μια επιχείρηση να αποκτήσει και να διατηρήσει δικαιώματα συμπληρωματικής συνταξιοδότησης. Όροι απόκτησης (άρθρο 4) Για να μειωθούν οι αρνητικές συνέπειες των όρων απόκτησης των δικαιωμάτων συμπληρωματικής συνταξιοδότησης στην άσκηση του δικαιώματος της ελεύθερης κυκλοφορίας, η πρόταση οδηγίας προβλέπει τους ακόλουθους χαλαρότερους όρους: - Ένας εργαζόμενος που δεν έχει ακόμα αποκτήσει δικαιώματα στο σύστημα συμπληρωματικής συνταξιοδότησης, αλλά ο οποίος έχει ήδη καταβάλει εισφορές, δεν πρέπει να τις χάσει. Για τον σκοπό αυτόν, το σύνολο των εισφορών πρέπει να επιστραφεί ή να μεταφερθεί. - Η απαίτηση της υψηλής ελάχιστης ηλικίας επιδρά αρνητικά στην κινητικότητα των νέων εργαζομένων εάν η αποχώρηση από μια επιχείρηση πριν την εν λόγω ηλικία επιφέρει την απώλεια των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων για την περίοδο εργασίας που προηγείται της ελάχιστης ηλικίας. Ένας εργαζόμενος πρέπει να αρχίζει να αποκτά δικαιώματα συμπληρωματικής συνταξιοδότησης το αργότερο από την ηλικία των 21 ετών. - Είναι σκόπιμο να μειωθεί η περίοδος αναμονής στη διάρκεια της οποίας ο εργαζόμενος δεν μπορεί ακόμα να γίνει μέλος του ασφαλιστικού συστήματος. Η εν λόγω περίοδος δεν πρέπει να υπερβαίνει το ένα έτος (εκτός εάν δεν έχει ακόμα συμπληρωθεί η ελάχιστη ηλικία). Έτσι, τα συστήματα διατηρούν ιδίως τη δυνατότητα σύνδεσης της περιόδου αναμονής με τη δοκιμαστική περίοδο (η οποία σε γενικές γραμμές δεν υπερβαίνει το ένα έτος). - Για να δοθεί η δυνατότητα στους εργαζομένους που αποχωρούν από μια επιχείρηση να αποκτήσουν επαρκή δικαιώματα συμπληρωματικής συνταξιοδότησης στη διάρκεια της σταδιοδρομίας τους, ιδίως σε όσους έχουν εργαστεί σε διαδοχικές θέσεις εργασίας, είναι σκόπιμο να περιοριστεί η δυνατότητα εφαρμογής των δοκιμαστικών περιόδων, δηλαδή της περιόδου καταβολής εισφορών στο τέλος της οποίας ο εργαζόμενος αποκτά κεκτημένα δικαιώματα. Το χρονικό αυτό διάστημα δεν πρέπει να υπερβαίνει τα δύο έτη. Διατήρηση των αδρανοποιημένων συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων (άρθρο 5) Ένας διακινούμενος εργαζόμενος δεν πρέπει να αντιμετωπίζει σημαντική μείωση των θεμελιωμένων δικαιωμάτων του, τα οποία είχαν παραμείνει στο σύστημα συμπληρωματικής συνταξιοδότησης της προηγούμενης θέσης εργασίας του. Τα κράτη μέλη διαθέτουν διάφορα νομικά μέσα για να εξασφαλίζουν την προσαρμογή, ιδίως ανάλογα με τον τρόπο με τον οποίο εξελίσσονται τα δικαιώματα των ενεργών ασφαλισμένων. Για να αποφευχθούν οι ιδιαίτερα υψηλές διοικητικές δαπάνες που απορρέουν από τη διαχείριση σημαντικού αριθμού αδρανοποιημένων δικαιωμάτων μικρής αξίας, η πρόταση προβλέπει τη δυνατότητα να μην διατηρούνται αυτά τα συνταξιοδοτικά δικαιώματα αλλά να γίνεται μεταφορά ή πληρωμή κεφαλαίου που να αντιπροσωπεύει τα θεμελιωμένα δικαιώματα, εφόσον αυτά δεν υπερβαίνουν ένα όριο καθορισμένο από το εκάστοτε κράτος μέλος. Δυνατότητα μεταφοράς (άρθρο 6) Στην πρόταση οδηγίας προβλέπεται ότι ο εργαζόμενος που αποχωρεί από μια επιχείρηση πρέπει να έχει την επιλογή μεταξύ, αφενός, της διατήρησης των δικαιωμάτων του στο συμπληρωματικό σύστημα της παλαιάς εργασιακής του σχέσης και, αφετέρου, της μεταφοράς των θεμελιωμένων δικαιωμάτων του, εκτός εάν η νέα του απασχόληση καλύπτεται από το ίδιο σύστημα συμπληρωματικής συνταξιοδότησης, ή εάν το σύστημα καταβάλλει το αντίστοιχο κεφάλαιο λόγω της χαμηλής αξίας των θεμελιωμένων δικαιωμάτων. Ο εργαζόμενος που επιλέγει τη μεταφορά των δικαιωμάτων του δεν πρέπει να ζημιώνεται από τους υπολογισμούς της αξίας των μεταφερόμενων δικαιωμάτων στους οποίους προβαίνουν τα δύο εμπλεκόμενα συστήματα, ούτε και από υπερβολικές διοικητικές επιβαρύνσεις. Πληροφορίες που πρέπει να παρέχονται (άρθρο 7) Το άρθρο 7 αποσκοπεί στο να συμπληρώσει τις διατάξεις που υπάρχουν σε ευρωπαϊκό επίπεδο όσον αφορά τις πληροφορίες που πρέπει να παρέχονται στους εργαζομένους, οι οποίες προβλέπονται στην οδηγία 2003/41/ΕΚ. Λόγω του ότι το πεδίο εφαρμογής της παρούσας οδηγίας, το οποίο καλύπτει και τα συστήματα που δεν λειτουργούν με κεφαλαιοποίηση, είναι ευρύτερο από εκείνο της οδηγίας 2003/41/ΕΚ, πρέπει να θεσπιστούν συμπληρωματικές διατάξεις στον τομέα αυτόν. Εξάλλου, η οδηγία 2003/41/ΕΚ δεν προβλέπει παρά μόνον τις πληροφορίες που πρέπει να παρέχονται στους ασφαλισμένους και στους δικαιούχους· είναι επομένως σκόπιμο να συμπληρωθεί αυτό το πεδίο με την παροχή πληροφοριών σε κάθε εργαζόμενο που (δυνητικά) αποχωρεί από μια επιχείρηση, είτε είναι ασφαλισμένος είτε όχι, σχετικά με τις συνέπειες που έχει η παύση της εργασίας για τα δικαιώματα συμπληρωματικής συνταξιοδότησης. Ελάχιστες απαιτήσεις – μη οπισθοδρόμηση (άρθρο 8) Στο πλαίσιο της πραγμάτωσης της εσωτερικής αγοράς και των σχετικών με αυτή κοινωνικών διατάξεων, η παρούσα πρόταση οδηγίας δεν αποτελεί εμπόδιο για τις ευνοϊκότερες διατάξεις που ενδέχεται να θεσπίσουν τα κράτη μέλη σε θέματα δυνατότητας μεταφοράς των δικαιωμάτων· επιπλέον, αποκλείει κάθε πρωτοβουλία που ενδέχεται να αποτελέσει οπισθοδρόμηση σε σχέση με τον υπάρχοντα βαθμό της δυνατότητας μεταφοράς. Εφαρμογή (άρθρο 9) Δεδομένης της πολυμορφίας των συστημάτων συμπληρωματικής συνταξιοδότησης στα κράτη μέλη, η παρούσα πρόταση οδηγίας υιοθετεί μια ευέλικτη προσέγγιση για την εφαρμογή ορισμένων διατάξεων που συνδέονται με τους όρους απόκτησης και μεταφοράς των δικαιωμάτων συμπληρωματικής συνταξιοδότησης. Έτσι, μπορεί να παραχωρηθεί συμπληρωματικό χρονικό περιθώριο στα κράτη μέλη για να μεταφέρουν ορισμένες διατάξεις που ενδεχομένως θα ήταν ιδιαίτερα δεσμευτικές βραχυπρόθεσμα. Δεδομένης της σημαντικής συμμετοχής των κοινωνικών εταίρων στην οργάνωση και τη διαχείριση των επαγγελματικών συστημάτων συμπληρωματικής συνταξιοδότησης, η πρόταση οδηγίας προβλέπει ότι τα κράτη μέλη ενδέχεται να αναθέσουν την εφαρμογή της στους κοινωνικούς εταίρους. |
|
2005/0214 (COD)
Εφαρμογή του κοινοτικού προγράμματος της Λισσαβώνας:
Πρόταση
ΟΔΗΓΙΑΣ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ
σχετικά με τη βελτίωση της δυνατότητας μεταφοράς των δικαιωμάτων συμπληρωματικής συνταξιοδότησης
(Πράξη που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)
ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,
Έχοντας υπόψη:
τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, και ιδίως τα άρθρα 42 και 94,
την πρόταση της Επιτροπής 9 ,
τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής 10 ,
τη γνώμη της Επιτροπής των Περιφερειών 11 ,
Αποφασίζοντας σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 251 της Συνθήκης 12 ,
Εκτιμώντας τα ακόλουθα:
(1)Η ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων αποτελεί μία από τις θεμελιώδεις ελευθερίες της Κοινότητας. Στο άρθρο 42 της Συνθήκης προβλέπεται ότι το Συμβούλιο, αποφασίζοντας με τη διαδικασία του άρθρου 251, λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα στον τομέα της κοινωνικής ασφάλισης για την εγκαθίδρυση της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων.
(2)Η κοινωνική προστασία των εργαζομένων σε θέματα συνταξιοδότησης εξασφαλίζεται από τα νόμιμα συστήματα κοινωνικής ασφάλισης, τα οποία συμπληρώνονται από τα συμπληρωματικά συστήματα κοινωνικής ασφάλισης που συνδέονται με τη σύμβαση εργασίας και κατέχουν όλο και μεγαλύτερη θέση στα κράτη μέλη.
(3)Το Συμβούλιο διαθέτει ευρεία διακριτική ευχέρεια όσον αφορά την επιλογή των καταλληλότερων μέτρων για την επίτευξη του στόχου του άρθρου 42 της Συνθήκης· το σύστημα συντονισμού που προβλέπεται στον κανονισμό (ΕΟΚ) αριθ. 1408/71 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς, στους μη μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας 13 και στον κανονισμό (ΕΟΚ) αριθ. 574/72 του Συμβουλίου, της 21ης Μαρτίου 1972, περί του τρόπου εφαρμογής του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 1408/71 14 και, ειδικότερα, οι κανόνες που ισχύουν σε θέματα συνυπολογισμού των περιόδων ασφάλισης δεν αφορούν τα συστήματα συμπληρωματικής συνταξιοδότησης, με εξαίρεση τα συστήματα που καλύπτονται από τον όρο «νομοθεσία», όπως ορίζεται στο άρθρο 1 στοιχείο ι) πρώτο εδάφιο του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 1408/71 ή που έχουν αποτελέσει αντικείμενο σχετικής δήλωσης από ένα κράτος μέλος δυνάμει του εν λόγω άρθρου. Συνεπώς, τα συστήματα συμπληρωματικής συνταξιοδότησης θα πρέπει να αποτελέσουν αντικείμενο ειδικών μέτρων, ώστε να ληφθεί υπόψη η φύση τους και τα ιδιάζοντα χαρακτηριστικά τους, καθώς και η πολυμορφία των συστημάτων αυτών εντός των κρατών μελών και μεταξύ αυτών, και ιδιαίτερα ο ρόλος των κοινωνικών εταίρων στην εφαρμογή τους.
(4)Η οδηγία 98/49/ΕΚ του Συμβουλίου, της 29ης Ιουνίου 1998, σχετικά με την προστασία των δικαιωμάτων συμπληρωματικής συνταξιοδότησης των μισθωτών και των μη μισθωτών που μετακινούνται εντός της Κοινότητας 15 , αποτελεί ένα πρώτο ειδικό μέτρο που αποσκοπεί στο να βελτιώσει την άσκηση του δικαιώματος της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων στον τομέα των συστημάτων συμπληρωματικής συνταξιοδότησης.
(5)Είναι επίσης σκόπιμο να χρησιμοποιηθεί ως νομική βάση το άρθρο 94 της Συνθήκης, δεδομένου ότι οι αποκλίσεις των εθνικών νομοθεσιών που διέπουν τα συστήματα συμπληρωματικής συνταξιοδότησης παρεμποδίζουν, λόγω της φύσης τους, τόσο την άσκηση του δικαιώματος των εργαζομένων για ελεύθερη κυκλοφορία όσο και τη λειτουργία της κοινής αγοράς. Έτσι, για να βελτιωθεί η δυνατότητα μεταφοράς των δικαιωμάτων συμπληρωματικής συνταξιοδότησης των εργαζομένων που διακινούνται στο εσωτερικό της Κοινότητας και στο εσωτερικό του εκάστοτε κράτους μέλους, πρέπει να υπάρξει, αφενός, εναρμόνιση ορισμένων όρων απόκτησης συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων και, αφετέρου, προσέγγιση των κανόνων που αφορούν τη διατήρηση των αδρανοποιημένων δικαιωμάτων και τη μεταφορά των θεμελιωμένων δικαιωμάτων.
(6)Για να εξασφαλιστεί ότι οι όροι απόκτησης των δικαιωμάτων συμπληρωματικής συνταξιοδότησης δεν ζημιώνουν την άσκηση του δικαιώματος των εργαζομένων για ελεύθερη κυκλοφορία εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης, είναι σκόπιμο να καθοριστούν όρια όσον αφορά τους όρους απόκτησης ώστε ο εργαζόμενος, όταν ασκεί το δικαίωμά του για ελεύθερη κυκλοφορία ή μετακινείται στο εσωτερικό ενός κράτους μέλους, να λαμβάνει στο τέλος της σταδιοδρομίας του σύνταξη ικανοποιητικού επιπέδου.
(7)Είναι επίσης σκόπιμο να δοθεί προσοχή σε μια δίκαιη προσαρμογή των αδρανοποιημένων συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων ώστε να αποφευχθεί η πιθανότητα ζημίωσης του αποχωρόντος εργαζομένου. Ο στόχος αυτός θα μπορούσε να επιτευχθεί με προσαρμογή των αδρανοποιημένων δικαιωμάτων σε συσχετισμό με διάφορα μέτρα αναφοράς, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται ο πληθωρισμός, το επίπεδο των μισθών ή οι καταβαλλόμενες συνταξιοδοτικές παροχές, αλλά και ο συντελεστής απόδοσης των στοιχείων του ενεργητικού του συστήματος συμπληρωματικής συνταξιοδότησής τους.
(8)Για να αποφευχθούν οι ιδιαίτερα υψηλές διοικητικές δαπάνες που απορρέουν από τη διαχείριση σημαντικού αριθμού αδρανοποιημένων δικαιωμάτων μικρής αξίας, είναι σκόπιμο να δοθεί η δυνατότητα στα συστήματα να μην διατηρούν αυτά τα συνταξιοδοτικά δικαιώματα αλλά να προβαίνουν σε μεταφορά ή σε πληρωμή κεφαλαίου που να αντιπροσωπεύει τα θεμελιωμένα δικαιώματα, εφόσον αυτά δεν υπερβαίνουν ένα όριο καθορισμένο από το εκάστοτε κράτος μέλος.
(9)Για τους εργαζομένους που αλλάζουν απασχόληση, είναι σκόπιμο να εξασφαλιστεί η δυνατότητα επιλογής μεταξύ, αφενός, της διατήρησης των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων που απέκτησαν στο αρχικό συμπληρωματικό σύστημα συνταξιοδότησής τους και, αφετέρου, της μεταφοράς του αντίστοιχου κεφαλαίου σε άλλο σύστημα συμπληρωματικής συνταξιοδότησης, ακόμα και σε άλλο κράτος μέλος.
(10)Για λόγους οικονομικής βιωσιμότητας των συστημάτων συμπληρωματικής συνταξιοδότησης, τα κράτη μέλη έχουν τη δυνατότητα να εξαιρούν κατ’ αρχήν τα μη κεφαλαιοποιητικά συστήματα από την υποχρέωση να δίνουν στους εργαζομένους τη δυνατότητα μεταφοράς των θεμελιωμένων δικαιωμάτων τους. Ωστόσο, για να υπάρξει ίση μεταχείριση μεταξύ των εργαζομένων που καλύπτονται από κεφαλαιοποιητικά συστήματα και των εργαζομένων που καλύπτονται από μη κεφαλαιοποιητικά συστήματα, είναι σκόπιμο να προσπαθήσουν τα κράτη μέλη να βελτιώσουν σταδιακά τη δυνατότητα μεταφοράς των δικαιωμάτων που απορρέουν από τα μη κεφαλαιοποιητικά συστήματα.
(11)Με την επιφύλαξη της οδηγίας 2003/41/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 3ης Ιουνίου 2003, για τις δραστηριότητες και την εποπτεία των ιδρυμάτων που προσφέρουν υπηρεσίες επαγγελματικών συνταξιοδοτικών παροχών 16 , οι εργαζόμενοι που ασκούν ή που προτίθενται να ασκήσουν το δικαίωμά τους για ελεύθερη κυκλοφορία πρέπει να είναι κατάλληλα ενημερωμένοι από τους υπευθύνους διαχείρισης των συστημάτων συμπληρωματικής συνταξιοδότησης, ιδίως όσον αφορά τις συνέπειες μιας ενδεχόμενης παύσης της επαγγελματικής τους δραστηριότητας στα δικαιώματά τους για συμπληρωματική συνταξιοδότηση.
(12)Λόγω της πολυμορφίας των συμπληρωματικών συστημάτων κοινωνικής ασφάλισης, η Κοινότητα οφείλει να περιοριστεί στον καθορισμό των στόχων προς επίτευξη σε ένα γενικό πλαίσιο και ως, εκ τούτου, η οδηγία αποτελεί το κατάλληλο νομοθετικό μέσο.
(13)Με δεδομένο ότι οι στόχοι της προς ανάληψη δράσης, δηλαδή η μείωση των εμποδίων στην άσκηση του δικαιώματος των εργαζομένων για ελεύθερη κυκλοφορία και στη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς, δεν είναι δυνατόν να επιτευχθούν σε ικανοποιητικό βαθμό από τα κράτη μέλη και μπορούν, κατά συνέπεια, λόγω της κλίμακας της δράσης, να επιτευχθούν καλύτερα σε κοινοτικό επίπεδο, η Κοινότητα έχει τη δυνατότητα να θεσπίσει μέτρα σύμφωνα με την αρχή της επικουρικότητας, όπως καθορίζεται στο άρθρο 5 της Συνθήκης. Σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας, όπως διατυπώνεται στο εν λόγω άρθρο, η παρούσα οδηγία δεν υπερβαίνει τα αναγκαία όρια για την επίτευξη των στόχων της, βασιζόμενη ιδίως σε ανάλυση αντικτύπου η οποία θα διεξαχθεί με τη συνδρομή της επιτροπής στον τομέα των επικουρικών συντάξεων.
(14)Η παρούσα οδηγία καθορίζει ελάχιστες απαιτήσεις, αφήνοντας στα κράτη μέλη τη δυνατότητα θέσπισης ή διατήρησης ευνοϊκότερων διατάξεων. Η εφαρμογή της παρούσας οδηγίας δεν μπορεί να χρησιμεύσει ως δικαιολογία για ενδεχόμενη οπισθοδρόμηση σε σχέση με την κατάσταση που επικρατεί ήδη σε κάθε κράτος μέλος.
(15)Όσον αφορά την ανάγκη να ληφθούν υπόψη οι συνέπειες της παρούσας οδηγίας ιδίως στην οικονομική βιωσιμότητα των συστημάτων συμπληρωματικής συνταξιοδότησης, τα κράτη μέλη μπορούν να χρησιμοποιήσουν ένα συμπληρωματικό χρονικό περιθώριο για τη σταδιακή εφαρμογή των διατάξεων που ενδέχεται να επιφέρουν τις εν λόγω συνέπειες.
(16)Σύμφωνα με τις εθνικές διατάξεις που διέπουν την οργάνωση των συστημάτων συμπληρωματικής συνταξιοδότησης, τα κράτη μέλη μπορούν να αναθέσουν στους κοινωνικούς εταίρους, εφόσον αυτοί το ζητήσουν από κοινού, την εφαρμογή της παρούσας οδηγίας όσον αφορά τις διατάξεις που αναφέρονται σε συλλογικές συμβάσεις, με την προϋπόθεση ότι τα κράτη μέλη λαμβάνουν κάθε αναγκαίο μέτρο ώστε να είναι ανά πάσα στιγμή σε θέση να εξασφαλίζουν τα αποτελέσματα που απαιτούνται από την παρούσα οδηγία,
ΕΞΕΔΩΣΑΝ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΟΔΗΓΙΑ:
Άρθρο 1
Αντικείμενο
Η παρούσα οδηγία αποσκοπεί στο να διευκολύνει την άσκηση του δικαιώματος των εργαζομένων για ελεύθερη κυκλοφορία και του δικαιώματός τους για επαγγελματική κινητικότητα στο εσωτερικό ενός κράτους μέλους, μειώνοντας τα εμπόδια που δημιουργούνται από ορισμένους κανόνες που διέπουν τα συστήματα συμπληρωματικής συνταξιοδότησης στα κράτη μέλη.
Άρθρο 2
Πεδίο εφαρμογής
Η παρούσα οδηγία εφαρμόζεται στα συστήματα συμπληρωματικής συνταξιοδότησης, εξαιρουμένων των συστημάτων που καλύπτονται από τον κανονισμό (ΕΟΚ) αριθ. 1408/71.
Άρθρο 3
Ορισμοί
Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας νοούνται:
(α)ως «συμπληρωματική σύνταξη», η σύνταξη και, όπου αυτό προβλέπεται από τους κανόνες των συστημάτων συμπληρωματικής συνταξιοδότησης που έχουν θεσπιστεί σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία και πρακτική, τα επιδόματα αναπηρίας και επιζώντων που συμπληρώνουν ή αντικαθιστούν τις παροχές που προβλέπονται για τις ίδιες περιπτώσεις στα πλαίσια των κατά νόμο συστημάτων κοινωνικής ασφάλισης·
(β)ως «σύστημα συμπληρωματικής συνταξιοδότησης», κάθε επαγγελματικό σύστημα συνταξιοδότησης, το οποίο είναι σύμφωνο προς την εθνική νομοθεσία και/ή πρακτική, όπως, μεταξύ άλλων, ομαδική σύμβαση ασφάλισης ή στατικά διανεμητικό σύστημα το οποίο έχει συμφωνηθεί με έναν ή περισσοτέρους κλάδους ή τομείς, κεφαλαιοποιητικό σύστημα ή υπόσχεση συνταξιοδότησης που υποστηρίζεται από λογιστικά αποθέματα ή οποιαδήποτε συλλογική ή άλλη παραπλήσια συμφωνία, που προορίζεται για τη χορήγηση συμπληρωματικής σύνταξης σε μισθωτούς και μη μισθωτούς·
(γ)ως «ασφαλισμένοι», τα άτομα στα οποία η επαγγελματική τους δραστηριότητα παρέχει, ή ενδέχεται να παράσχει, δικαίωμα για συμπληρωματική σύνταξη σύμφωνα με τις διατάξεις κάποιου συστήματος συμπληρωματικής συνταξιοδότησης·
(δ)ως «συνταξιοδοτικά δικαιώματα», κάθε παροχή που ενδεχομένως δικαιούται ο ασφαλισμένος και άλλοι δικαιούχοι βάσει των κανόνων ενός συστήματος συμπληρωματικής συνταξιοδότησης και, όπου αυτό ισχύει, σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία·
(ε)ως «παύση της εργασίας», η απόφαση να δοθεί τέλος στην εργασιακή σχέση·
(στ)ως «αποχωρών εργαζόμενος», ο εργαζόμενος που, πριν να γίνει επιλέξιμος για συνταξιοδότηση, εγκαταλείπει μια εργασιακή σχέση στο πλαίσιο της οποίας έχει συγκεντρώσει συνταξιοδοτικά δικαιώματα ή ο οποίος θα μπορούσε να αποκτήσει τα δικαιώματα αυτά εάν παρέμενε στην ίδια αυτή εργασιακή σχέση·
(ζ)ως «δυνατότητα μεταφοράς», η δυνατότητα που διαθέτει ο εργαζόμενος να αποκτήσει και να διατηρήσει συνταξιοδοτικά δικαιώματα κατά την άσκηση του δικαιώματός του για ελεύθερη κυκλοφορία ή επαγγελματική κινητικότητα·
(η)ως «εν αναμονή δικαιούχος», κάθε παλαιός ασφαλισμένος που έχει συνταξιοδοτικά δικαιώματα τα οποία παραμένουν αδρανή στο σύστημα συμπληρωματικής συνταξιοδότησης έως ότου ικανοποιηθούν οι όροι επιλεξιμότητας που απαιτούνται για να του καταβληθεί συμπληρωματική σύνταξη·
(θ)ως «αδρανοποιημένα συνταξιοδοτικά δικαιώματα», τα συνταξιοδοτικά δικαιώματα που διατηρούνται στο σύστημα στο οποίο αποκτήθηκαν από έναν εν αναμονή δικαιούχο, ο οποίος θα λάβει σύνταξη από το εν λόγω σύστημα συμπληρωματικής συνταξιοδότησης όταν ικανοποιηθούν οι σχετικοί όροι επιλεξιμότητας·
(ι)ως «μεταφορά», η καταβολή από ένα σύστημα συμπληρωματικής συνταξιοδότησης ενός κεφαλαίου το οποίο αντιπροσωπεύει το σύνολο ή μέρος των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων που έχουν αποκτηθεί στο πλαίσιο του εν λόγω συστήματος, και το οποίο μπορεί να μεταφερθεί σε νέο σύστημα συμπληρωματικής συνταξιοδότησης ή σε άλλο χρηματοπιστωτικό ίδρυμα που παρέχει συνταξιοδοτικά δικαιώματα.
Άρθρο 4
Όροι απόκτησης
Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα ώστε :
(α)όταν τη στιγμή κατά την οποία παύει η εργασία, δεν έχουν ακόμα αποκτηθεί τα συνταξιοδοτικά δικαιώματα, το σύνολο των εισφορών που έχει καταβάλει ο αποχωρών εργαζόμενος ή που έχουν καταβληθεί για λογαριασμό του, να επιστρέφονται ή να μεταφέρονται·
(β)όταν απαιτείται ελάχιστο όριο ηλικίας για την απόκτηση συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων, το εν λόγω όριο να μην υπερβαίνει τα 21 έτη·
(γ)να μπορεί ένας εργαζόμενος να εγγραφεί σε σύστημα συμπληρωματικής συνταξιοδότησης ύστερα από μέγιστη περίοδο απασχόλησης ενός έτους ή, όπου αυτό αρμόζει, το αργότερο όταν φθάνει την ελάχιστη απαιτούμενη ηλικία·
(δ)ένας εργαζόμενος να αποκτά συνταξιοδοτικά δικαιώματα ύστερα από μέγιστη περίοδο ασφάλισης δύο ετών.
Άρθρο 5
Διατήρηση των αδρανοποιημένων συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων
1.Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα μέτρα που κρίνουν αναγκαία για να εξασφαλίσουν μια δίκαιη προσαρμογή των αδρανοποιημένων συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων ώστε να αποφευχθεί η πιθανότητα ζημίωσης του αποχωρόντος εργαζομένου.
2.Τα κράτη μέλη μπορούν να επιτρέψουν στα συστήματα συμπληρωματικής συνταξιοδότησης να μην διατηρήσουν τα θεμελιωμένα δικαιώματα αλλά να προβούν σε μεταφορά ή σε καταβολή κεφαλαίου το οποίο να αντιπροσωπεύει τα θεμελιωμένα δικαιώματα, εφόσον αυτά δεν υπερβαίνουν ένα όριο καθορισμένο από το εκάστοτε κράτος μέλος. Το εν λόγω κράτος μέλος ενημερώνει την Επιτροπή για το όριο το οποίο εφαρμόζει.
Άρθρο 6
Δυνατότητα μεταφοράς
1.Με την επιφύλαξη της περίπτωσης όπου καταβάλλεται κεφάλαιο σύμφωνα με το άρθρο 5 παράγραφος 2, τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα για να εξασφαλίσουν ότι εάν ένας αποχωρών εργαζόμενος δεν καλύπτεται από το ίδιο σύστημα συμπληρωματικής συνταξιοδότησης στη νέα του θέση εργασίας, μπορεί να μεταφέρει, κατόπιν αιτήματός του και το αργότερο 18 μήνες μετά την παύση της εργασίας, όλα τα θεμελιωμένα συνταξιοδοτικά δικαιώματά του εντός ενός κράτους μέλους ή από ένα κράτος μέλος σε άλλο.
2.Τα κράτη μέλη, σύμφωνα με τις εθνικές πρακτικές τους, πρέπει να εξασφαλίσουν ότι στην περίπτωση που οι αναλογιστικές υποθέσεις και εκείνες που αφορούν το επιτόκιο καθορίζουν την αξία των θεμελιωμένων δικαιωμάτων τα οποία αποτελούν το αντικείμενο μεταφοράς, οι εν λόγω υποθέσεις δεν ζημιώνουν τον εργαζόμενο που αποχωρεί από μια επιχείρηση.
3.Το σύστημα συμπληρωματικής συνταξιοδότησης προς το οποίο γίνεται η μεταφορά δεν υποβάλλει τα μεταφερόμενα δικαιώματα σε όρους απόκτησης και διατηρεί τα δικαιώματα αυτά τουλάχιστον στον ίδιο βαθμό με τα αδρανοποιημένα δικαιώματα σύμφωνα με το άρθρο 5 παράγραφος 1.
4.Όταν, κατά τη διάρκεια μιας μεταφοράς, απαιτούνται διοικητικές δαπάνες, τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα ώστε να αποφύγουν οι δαπάνες αυτές να είναι δυσανάλογες με τη διάρκεια κατά την οποία ο αποχωρών εργαζόμενος ήταν μέλος του προηγούμενου συστήματος συνταξιοδότησης.
Άρθρο 7
Eνημέρωση
1.Με την επιφύλαξη των υποχρεώσεων των ιδρυμάτων επαγγελματικής συνταξιοδότησης που απορρέουν από το άρθρο 11 της οδηγίας 2003/41/ΕΚ και σχετίζονται με τις πληροφορίες που πρέπει να παρέχονται στα ασφαλισμένα μέλη και τους δικαιούχους, τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα μέτρα που είναι αναγκαία για να εξασφαλίσουν ότι οι εργαζόμενοι ενημερώνονται από τον αρμόδιο για τη διαχείριση του συστήματος συμπληρωματικής συνταξιοδότησης σχετικά με τις συνέπειες μιας ενδεχόμενης παύσης της επαγγελματικής τους δραστηριότητας στα δικαιώματά τους για συμπληρωματική συνταξιοδότηση.
2.Παρέχονται εντός εύλογης προθεσμίας επαρκείς πληροφορίες στους εργαζομένους που υποβάλλουν σχετικό αίτημα, ιδίως σχετικά με τα εξής:
(α)τους όρους απόκτησης δικαιωμάτων συμπληρωματικής συνταξιοδότησης και τις συνέπειες της εφαρμογής των όρων αυτών σε περίπτωση παύσης της εργασίας·
(β)τις προβλεπόμενες συνταξιοδοτικές παροχές σε περίπτωση παύσης της εργασίας·
(γ)τους όρους διατήρησης των αδρανοποιημένων συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων·
(δ)τους όρους μεταφοράς των θεμελιωμένων δικαιωμάτων.
3.Ένας εν αναμονή δικαιούχος λαμβάνει πληροφορίες, κατόπιν αιτήματός του, από τον υπεύθυνο διαχείρισης του συστήματος συμπληρωματικής συνταξιοδότησης, σχετικά με τα αδρανοποιημένα του συνταξιοδοτικά δικαιώματα και με κάθε αλλαγή των κανόνων που διέπουν το σύστημα συμπληρωματικής συνταξιοδότησης που τον αφορά.
4.Η ενημέρωση που αναφέρεται στο παρόν άρθρο παρέχεται γραπτώς και με τρόπο κατανοητό.
Άρθρο 8
Ελάχιστες απαιτήσεις – μη οπισθοδρόμηση
1.Τα κράτη μέλη μπορούν να θεσπίσουν ή να διατηρήσουν διατάξεις ευνοϊκότερες όσον αφορά τη δυνατότητα μεταφοράς των δικαιωμάτων συμπληρωματικής συνταξιοδότησης από εκείνες που προβλέπονται στην παρούσα οδηγία.
2.Η εφαρμογή της παρούσας οδηγίας δεν μπορεί με κανέναν τρόπο να αποτελέσει λόγο μείωσης σε σχέση με τον υπάρχοντα βαθμό της δυνατότητας μεταφοράς των δικαιωμάτων συμπληρωματικής συνταξιοδότησης που ισχύει στα κράτη μέλη.
Άρθρο 9
Μέτρα εφαρμογής
1.Τα κράτη μέλη θεσπίζουν τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις που είναι αναγκαίες για τη συμμόρφωση προς την παρούσα οδηγία το αργότερο έως την 1η Ιουλίου 2008 ή μπορούν να αναθέσουν στους κοινωνικούς εταίρους, εφόσον αυτοί το ζητήσουν από κοινού, την εφαρμογή της παρούσας οδηγίας όσον αφορά τις διατάξεις περί συλλογικών συμβάσεων εργασίας. Στην περίπτωση αυτή, τα κράτη μέλη πρέπει να εξασφαλίσουν ότι, το αργότερο έως την 1η Ιουλίου 2008 οι κοινωνικοί εταίροι θα έχουν λάβει τα απαραίτητα μέτρα μέσω συμφωνιών, ενώ παράλληλα τα κράτη μέλη πρέπει να έχουν λάβει όλα τα αναγκαία μέτρα ώστε να είναι ανά πάσα στιγμή σε θέση να εγγυώνται τα αποτελέσματα που επιβάλλονται από την παρούσα οδηγία. Ενημερώνουν αμέσως την Επιτροπή σχετικά.
2.Παρά την πρώτη παράγραφο, τα κράτη μέλη μπορούν να χρησιμοποιήσουν, εφόσον αυτό είναι αναγκαίο, συμπληρωματικό χρονικό περιθώριο 60 μηνών από την 1η Ιουλίου 2008, ώστε να επιτύχουν τον στόχο που τίθεται στο άρθρο 4 στοιχείο δ). Κάθε κράτος μέλος που επιθυμεί να χρησιμοποιήσει αυτό το συμπληρωματικό χρονικό περιθώριο ενημερώνει την Επιτροπή σχετικά, αναφέροντας τις διατάξεις και τα συστήματα στα οποία επιθυμεί να το εφαρμόσει καθώς και τους συγκεκριμένους λόγους που δικαιολογούν την καθυστέρηση αυτή.
3.Παρά την πρώτη παράγραφο, και για να ληφθούν υπόψη οι ενδεχόμενες ιδιαίτερες συνθήκες που αιτιολογούνται και απορρέουν από την οικονομική βιωσιμότητα των συστημάτων συμπληρωματικής συνταξιοδότησης, τα κράτη μέλη μπορούν να εξαιρέσουν από την εφαρμογή του άρθρου 6 παράγραφος 1 τα συστήματα που λειτουργούν κατά τρόπο διανεμητικό, τα γερμανικά ταμεία υποστήριξης (Unterstützungskassen) και τις επιχειρήσεις που συγκεντρώνουν λογιστικά αποθέματα με σκοπό την καταβολή σύνταξης στους εργαζόμενους τους. Κάθε κράτος μέλος που επιθυμεί να κάνει χρήση αυτής της δυνατότητας ενημερώνει αμελητί την Επιτροπή αναφέροντας τα εμπλεκόμενα συστήματα και τα συγκεκριμένα κίνητρα που αιτιολογούν την εξαίρεση αυτή, καθώς και τα μέτρα που έχουν ληφθεί ή που πρόκειται να ληφθούν για να βελτιωθεί η δυνατότητα μεταφοράς των δικαιωμάτων που απορρέουν από τα εν λόγω συστήματα.
4.Οι διατάξεις αυτές, όταν θεσπίζονται από τα κράτη μέλη, αναφέρονται στην παρούσα οδηγία ή συνοδεύονται από τέτοια αναφορά κατά την επίσημη δημοσίευσή τους. Οι λεπτομέρειες της αναφοράς αυτής αποφασίζονται από τα κράτη μέλη.
5.Τα κράτη μέλη ενημερώνουν την Επιτροπή σχετικά με τα μέτρα που λαμβάνουν για την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 5.
Άρθρο 10
Έκθεση
1.Ύστερα από την 1η Ιουλίου 2008 και κάθε πέντε έτη, η Επιτροπή εκπονεί έκθεση την οποία υποβάλλει στο Συμβούλιο, στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, στην Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή και στην Επιτροπή των Περιφερειών, βάσει των πληροφοριών που της παρείχαν τα κράτη μέλη.
2.Το αργότερο 10 έτη ύστερα από την 1η Ιουλίου 2008, η Επιτροπή εκπονεί ειδική έκθεση σχετικά με την εφαρμογή του άρθρου 9 παράγραφος 3. Σε αυτή τη βάση και εάν υφίσταται λόγος, η Επιτροπή υποβάλλει πρόταση στην οποία περιλαμβάνεται κάθε τροποποίηση της παρούσας οδηγίας η οποία είναι αναγκαία για να εξασφαλιστεί η ίση μεταχείριση όσον αφορά τη δυνατότητα μεταφοράς των θεμελιωμένων δικαιωμάτων μεταξύ των εργαζομένων που καλύπτονται από κεφαλαιοποιητικά συστήματα και των εργαζομένων που καλύπτονται από τα συστήματα που αναφέρονται στο άρθρο παράγραφος 3.
Άρθρο 11
Έναρξη ισχύος
Η παρούσα οδηγία αρχίζει να ισχύει την εικοστή ημέρα από τη δημοσίευσή της στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Άρθρο 12
Αποδέκτες
Η παρούσα οδηγία απευθύνεται στα κράτη μέλη.
Βρυξέλλες,
Για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο Για το Συμβούλιο
Ο Πρόεδρος Ο Πρόεδρος