[pic] | ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ | Βρυξέλλες, 7.10.2005 COM(2005) 483 τελικό 2005/0222 (COD) . Τροποποιημένη πρόταση ΟΔΗΓΙΑΣ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΊΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΊΟΥ για την εναρμόνιση των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών που διέπουν τις πιστώσεις συμβάσεις πίστωσης που χορηγούνται στους συνάπτονται με τους καταναλωτές και για την τροποποίηση της οδηγίας 93/13/ΕΚ του Συμβουλίου . (υποβληθείσα από την Επιτροπή σύμφωνα με το άρθρο 250, παράγραφος 2της συνθήκης ΕΚ) ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ Διαδικασια Η Επιτροπή ενέκρινε στις 28 Οκτωβρίου 2004 μια τροποποιημένη πρόταση οδηγίας σχετικά με την καταναλωτική πίστη μετά τη γνώμη που εξέδωσε το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο στις 20 Απριλίου 2004. Μετά τη δημοσίευση της τροποποιημένης πρότασης, η Επιτροπή συνέχισε τις διαβουλεύσεις με τα κράτη μέλη και τους εμπλεκόμενους φορείς. Οι εν λόγω διαβουλεύσεις οδήγησαν την Επιτροπή στο συμπέρασμα ότι θα ήταν χρήσιμη η κατάρτιση ενός ενοποιημένου κειμένου. Επιπλέον, οι διαβουλεύσεις αποκάλυψαν την ανάγκη για περαιτέρω ουσιαστικές τροποποιήσεις, προκειμένου να αποφευχθεί η ακούσια επιβάρυνση των επιχειρήσεων καταναλωτικής πίστης, εξασφαλίζοντας συγχρόνως υψηλό επίπεδο προστασίας των καταναλωτών. Ειδικότερα: - Η ομάδα εμπειρογνωμόνων για θέματα υποθηκών, που συστάθηκε από την Επιτροπή, υπέβαλε την τελική έκθεσή της, η οποία συνέβαλε στην απόφαση να αποκλειστούν όλες οι μορφές ενυπόθηκων πιστώσεων από το πεδίο εφαρμογής της πρότασης. - Το καθήκον παροχής συμβουλών στον καταναλωτή στο στάδιο που προηγείται της σύναψης της σύμβασης αποσαφηνίστηκε και προσαρμόστηκε στις περιστάσεις της προσφοράς πίστωσης. - Η ευελιξία που χαρακτηρίζει ορισμένες από τις διατάξεις συνδυάζεται με μια ρήτρα αμοιβαίας αναγνώρισης, σκοπός της οποίας είναι να εξασφαλίσει ότι οι τυχόν διαφορές στην εν συνεχεία μεταφορά των διατάξεων στο εθνικό δίκαιο των κρατών μελών δεν θα αποτελέσουν εμπόδιο για την εσωτερική αγορά. Στόχοι Η Επιτροπή επιδιώκει τρεις βασικούς στόχους στον τομέα της καταναλωτικής πίστης: - δημιουργία των αναγκαίων συνθηκών για μια γνήσια εσωτερική αγορά, - εξασφάλιση υψηλού επιπέδου προστασίας των καταναλωτών, και - βελτίωση της σαφήνειας του σχετικού νομοθετικού πλαισίου της ΕΚ με την αναδιατύπωση των τριών υφισταμένων οδηγιών για την καταναλωτική πίστη (87/102/ΕΟΚ, 90/88/ΕΟΚ και 98/8/ΕΚ). Αυτοί οι στόχοι συνάδουν με τη στρατηγική της Λισσαβώνας, δεδομένου ότι η ανάπτυξη μιας εσωτερικής αγοράς στον τομέα της χορήγησης πιστώσεων θα αυξήσει την ανταγωνιστικότητα των πιστωτικών φορέων της ΕΕ με την ενίσχυση του ανταγωνισμού και την προώθηση της καινοτομίας των σχετικών προϊόντων. Η εναρμόνιση των διατάξεων περί προστασίας των καταναλωτών στον τομέα των λιανικών χρηματοοικονομικών υπηρεσιών, σε συνδυασμό με τη στοχοθετημένη αμοιβαία αναγνώριση, αποτελεί βασική πτυχή της στρατηγικής που εφαρμόζει η Επιτροπή για την ανάπτυξη της αγοράς των λιανικών χρηματοοικονομικών υπηρεσιών. Η ανάπτυξη μιας τέτοιας αγοράς είναι φυσική συνέχεια της εισαγωγής του ενιαίου νομίσματος, πράγμα που εξαλείφει τους συναλλαγματικούς κινδύνους μεταξύ των χωρών της ευρωζώνης και καθιστά τις συγκρίσεις τιμών διαφανέστερες. Το κόστος των διασυνοριακών μεταφορών πίστωσης μεταξύ των χωρών της ευρωζώνης μειώθηκε σημαντικά μετά την έκδοση του κανονισμού 2560/2001. Το πλαίσιο αυτό θα συμπληρωθεί με την περαιτέρω ολοκλήρωση των συστημάτων πληρωμών της ΕΕ, με αποτέλεσμα η πραγματοποίηση πληρωμών σε όλη την ευρωζώνη να γίνεται εξίσου εύκολα όσο γίνεται σήμερα σε εθνικό επίπεδο. Τα διασυνοριακά δάνεια, που πρέπει να εξοφλούνται μέσω περιοδικών διασυνοριακών πληρωμών, αναμένεται να ωφεληθούν ιδιαίτερα από αυτές τις εξελίξεις. Διαθέσιμες εναλλακτικες επιλογές Η οδηγία για την καταναλωτική πίστη (87/102/ΕΟΚ), που βασίζεται στην ελάχιστη εναρμόνιση, είχε ως αποτέλεσμα να προβούν τα κράτη μέλη σε ρυθμίσεις που υπερακοντίζουν τις διατάξεις της οδηγίας σε διαφορετική το καθένα έκταση. Δεδομένου ότι οι σχετικές διατάξεις έχουν ως επί το πλείστον υποχρεωτικό χαρακτήρα, αυτές οι διαφορές των εθνικών νομοθεσιών αποτελούν εμπόδια για την εσωτερική αγορά και αποτρέπουν τις επιχειρήσεις από την προσφορά “πανευρωπαϊκών” προϊόντων. Συνεπώς, η μόνη διαθέσιμη επιλογή για την επίτευξη των στόχων ήταν μια νομοθετική πρωτοβουλία. Αντίκτυπος της οδηγίας Αντίκτυπος στην ανταγωνιστικότητα - Η πιστωτική αγορά έχει σημαντικές δυνατότητες ανάπτυξης, ενώ μικρό μόνο μέρος της έχει σήμερα διασυνοριακό χαρακτήρα. Το σημαντικό γενικό μέγεθος της πιστωτικής αγοράς υποκρύπτει μια μεγάλη ποικιλομορφία μεταξύ των επιμέρους αγορών, στις οποίες τα επίπεδα καταναλωτικής πίστης ποικίλλουν αρκετά. Παραδείγματος χάριν, ενώ η βρετανική πιστωτική αγορά αντιπροσωπεύει περίπου 230 εκατομμύρια ευρώ, το αντίστοιχο ποσό σε μια χώρα παρόμοιου μεγέθους, όπως η Ιταλία, μόλις φτάνει στα 40 εκατομμύρια ευρώ. Πολύ ποικίλλει επίσης η μέση χρήση πιστώσεων ανά νοικοκυριό[1]. Σε μερικά κράτη μέλη η καταναλωτική πίστη αντιπροσωπεύει μεγάλο ποσοστό του διαθέσιμου εισοδήματος του νοικοκυριού, ενώ σε άλλα το ποσοστό αυτό είναι σχετικά μικρό[2]. Μερικές αγορές έχουν μικρές δυνατότητες περαιτέρω ανάπτυξης, άλλες όμως έχουν πολλά ακόμη περιθώρια να αναπτυχθούν. - Η δυνατότητα προσφοράς συμβάσεων πίστωσης σε όλη την ΕΕ αναμένεται να οδηγήσει, αφενός, σε βελτίωση της αποδοτικότητας και στην πραγματοποίηση οικονομιών κλίμακας για τις τράπεζες και, αφετέρου, στην προσφορά φτηνότερων και περισσότερων προϊόντων για τους πελάτες. Οι πιστωτικοί φορείς θα είναι σε θέση να σχεδιάζουν “πανευρωπαϊκά” προϊόντα καταναλωτικής πίστης, τα οποία δεν θα χρειάζεται απαραιτήτως να συμμορφώνονται με 25 εθνικά νομικά πλαίσια. - Δημιουργούνται νέες επιχειρηματικές ευκαιρίες για την αξιοποίηση του δυναμικού της εσωτερικής αγοράς: η τεχνολογία (και ειδικότερα το Διαδίκτυο) επιτρέπει στους καταναλωτές και στους πιστωτικούς φορείς να συνάπτουν συμβάσεις από απόσταση· η αύξηση των λιανικών πωλήσεων μέσω του Διαδικτύου μπορεί να τονώσει τη ζήτηση για πιστώσεις· η ευρύτερη πρόσβαση στο Διαδίκτυο διευκολύνει και ενισχύει την εξ αποστάσεως διενέργεια τραπεζικών συναλλαγών. A ντίκτυπος στον ανταγωνισμό - Η διευκόλυνση της πρόσβασης στις πιστωτικές αγορές μπορεί να τονώσει τον ανταγωνισμό σε ορισμένες αγορές στις οποίες αυτή τη στιγμή κυριαρχούν λίγοι φορείς και οι καταναλωτές έχουν μειωμένη πρόσβαση σε πιστώσεις. Η τόνωση του ανταγωνισμού αναμένεται να βελτιώσει την αποδοτικότητα των πιστωτικών ιδρυμάτων σε μια ολοένα και πιο παγκοσμιοποιημένη οικονομία. Αντίκτυπος στους καταναλωτές - Η ενίσχυση του ανταγωνισμού και το άνοιγμα των εθνικών αγορών στους ξένους πιστωτικούς φορείς θα οδηγήσουν σε χαμηλότερα επιτόκια για τους καταναλωτές. Το κόστος της καταναλωτικής πίστης ποικίλλει πολύ ανάλογα με τον πιστωτικό φορέα και από κράτος μέλος σε κράτος μέλος, ενώ οι καταναλωτές πρέπει να είναι σε θέση να εκμεταλλεύονται προσφορές που προέρχονται από όλα τα κράτη της ΕΕ. - Η άρση των εμποδίων στα οποία προσκρούει ο ανταγωνισμός θα οδηγήσει σε ευρύτερη γκάμα προσφορών και σε βελτίωση των προσφερομένων προϊόντων. Το επίπεδο καινοτομίας είναι ήδη αρκετά υψηλό σε μερικά κράτη μέλη. Ωστόσο, ορισμένα πιστωτικά προϊόντα που διατίθενται σε ένα συγκεκριμένο κράτος μέλος δεν μπορούν, σε πολλές περιπτώσεις, να πωληθούν αλλού στην ΕΕ. Είναι προς το συμφέρον των καταναλωτών να έχουν πρόσβαση σε όλα τα πιστωτικά προϊόντα που διατίθενται στην ΕΕ, εξασφαλίζοντάς τους συγχρόνως υψηλό επίπεδο πληροφόρησης και προστασίας. - Η εναρμόνιση ορισμένων βασικών στοιχείων της σύμβασης καταναλωτικής πίστης θα βελτιώσει την καταναλωτική εμπιστοσύνη και θα ενθαρρύνει τους καταναλωτές να «αγοράζουν» πιστώσεις και από άλλες χώρες της ΕΕ πέραν της δικής τους. Το σημερινό χαμηλό επίπεδο διασυνοριακών συμβάσεων καταναλωτικής πίστης οφείλεται επίσης σε ανησυχίες σχετικά με το επίπεδο προστασίας των καταναλωτών στα ξένα κράτη μέλη. κύριες αλλαγές σε σχεση με την τροποποιημένη πρόταση της 28ησ Οκτώβριου 200 4 Στόχος Το άρθρο 1 διευκρινίζει ότι η οδηγία αντιμετωπίζει ορισμένες μόνο πτυχές του τομέα. Η επιλογή αυτή συμφωνεί με τις απόψεις που εκφράστηκαν από τους διάφορους ενδιαφερόμενους φορείς κατά τη διαδικασία διαβουλεύσεων. Ορισμοί Υπεραναλήψεις Το θέμα των υπεραναλήψεων έπρεπε να διευκρινιστεί. Ειδικότερα, προκειμένου να δημιουργηθεί ασφάλεια δικαίου, η παρούσα τροποποιημένη πρόταση παρέχει ορισμό ο οποίος αντιστοιχεί στη συνήθη πρακτική που ακολουθείται στα κράτη μέλη. Συνολικό κόστος της πίστωσης Ο ορισμός του συνολικού κόστους της πίστωσης αναδιατυπώνεται σύμφωνα με τις παρατηρήσεις του Eυρωπαϊκού Κοινοβουλίου και της βιομηχανίας. Ο στόχος είναι να περιληφθούν στο εν λόγω κόστος μόνο τα έξοδα που αντιστοιχούν στις υπηρεσίες που συνάπτονται με τον πιστωτικό φορέα ή μέσω αυτού. Αυτός ο ορισμός χρησιμεύει ως βάση για τον υπολογισμό του συνολικού ετήσιου πραγματικού επιτοκίου (ΣΕΠΕ). Το συνολικό χρεωστικό επιτόκιο διαγράφεται, όπως ζήτησαν οι ενδιαφερόμενοι φορείς και το Eυρωπαϊκό Κοινοβούλιο, διότι θα μπορούσε να προκαλέσει σύγχυση στους καταναλωτές. Πεδίο εφαρμογής Συμβάσεις ενυπόθηκης πίστωσης Η πρώτη τροποποιημένη πρόταση κάλυπτε τις λεγόμενες “equity releases” (ενυπόθηκες πιστώσεις), αλλά απέκλειε τις συμβάσεις πίστωσης που συνάπτονταν για στεγαστικούς σκοπούς. Ωστόσο, ο καθορισμός του σκοπού ενός δανείου είναι πολύ δύσκολος, αν όχι αδύνατος, για τον πιστωτικό φορέα, δεδομένου ότι ο πιστωτικός φορέας δεν έχει κανέναν έλεγχο στη χρήση των χρημάτων που δανείζει. Επιπλέον, οι συμβάσεις ενυπόθηκης πίστωσης είναι κατά κανόνα πολύ ειδικά μέσα με ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, που απαιτούν χωριστή αντιμετώπιση, ανεξάρτητα από το σκοπό του δανείου. Επομένως, η Επιτροπή απέκλεισε τις “equity releases” από το πεδίο εφαρμογής της πρότασης, πράγμα που συνάδει με σχετική τροπολογία του Eυρωπαϊκού Κοινοβουλίου, την οποία υποστήριξε ένθερμα η βιομηχανία. Συμβάσεις εγγύησης, εγγυητές Οι συμβάσεις εγγύησης αποκλείονται τώρα από το πεδίο εφαρμογής της πρότασης, διότι το κύριο ζήτημα που αφορά τις εγγυήσεις συνδεόταν με το θέμα της ενυπόθηκης πίστωσης. Από το πεδίο εφαρμογής αποκλείονται επίσης και οι εγγυητές. Η οδηγία ασχολείται μόνο με τις συμβάσεις πίστωσης· είναι ορθότερο να μην ασχοληθεί με ειδικότερες πτυχές του δικαίου περί συμβάσεων που ρυθμίζονται σε ευρύτερο πλαίσιο στα κράτη μέλη. Και οι δύο αυτοί αποκλεισμοί συνάδουν με σχετικές τροπολογίες του Eυρωπαϊκού Κοινοβουλίου και αντιμετωπίζουν ανησυχίες που εξέφρασε ο τραπεζικός τομέας. Υπεραναλήψεις Τόσο το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο όσο και η ευρωπαϊκή τραπεζική βιομηχανία υποστήριξαν ότι οι υπεραναλήψεις εκτιμώνται ιδιαίτερα για την απλότητα και το χαμηλό κόστος τους και ότι, επομένως, δεν χρειάζεται να υποβληθούν στο σύνολο των απαιτήσεων που προβλέπονται για τις συμβάσεις πίστωσης. Ως εκ τούτου, υποβάλλονται απλώς σε ένα απλουστευμένο καθεστώς ρύθμισης. Ωστόσο, είναι απαραίτητη η εξασφάλιση επαρκούς επιπέδου πληροφόρησης. Κατά συνέπεια, οι υπεραναλήψεις υποβάλλονται σε έναν περιορισμένο αριθμό απαιτήσεων πληροφόρησης σχετικά με τη σύμβαση. Συμβάσεις άνω των 50.000 ευρώ Κατόπιν συζητήσεων με τους ενδιαφερόμενους φορείς, οι συμβάσεις άνω των 50.000 ευρώ αποκλείονται, δεδομένου ότι κατά κανόνα δεν συνάπτονται για καταναλωτικούς αλλά για στεγαστικούς σκοπούς και, επομένως, δεν απαιτούν το ίδιο νομοθετικό πλαίσιο με τη μέση καταναλωτική πίστη. Προβλέφθηκε ρήτρα επανεξέτασης των εφαρμοζόμενων κατώτατων ορίων, ούτως ώστε να καθίσταται δυνατή η προσαρμογή των κατώτατων ορίων πίστωσης που προβλέπει η οδηγία στις οικονομικές τάσεις που σημειώνονται στην ΕΕ και στην εξέλιξη της αγοράς. Πληροφορίες πριν από τη σύναψη της σύμβασης Δεδομένου ότι η διαφήμιση καλύπτεται ήδη από την οδηγία για τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές (2005/29/EK), η Επιτροπή προτείνει απλώς έναν κατάλογο υποχρεωτικών πληροφοριακών στοιχείων τα οποία πρέπει να αναφέρονται στις διαφημίσεις που περιέχουν χρηματοοικονομικές πληροφορίες για χορήγηση πίστωσης. Η γενική διαφήμιση μιας συγκεκριμένης πιστωτικής υπηρεσίας δεν θίγεται, πράγμα που αποτρέπει την περιττή και ανώφελη επιβάρυνση των επιχειρήσεων. Οι πληροφορίες πριν από τη σύναψη της σύμβασης επιτρέπουν στους καταναλωτές να συγκρίνουν τις προσφορές. Ωστόσο, κατά τη διαδικασία διαβουλεύσεων διάφοροι ενδιαφερόμενοι φορείς εξέφρασαν την ανησυχία ότι η παροχή υπερβολικά μεγάλου αριθμού πληροφοριών μπορεί να προκαλέσει σύγχυση. Ως εκ τούτου, μερικές απαιτήσεις παροχής πληροφοριών πριν από τη σύναψη της σύμβασης διαγράφηκαν από την παρούσα τροποποιημένη πρόταση. Επιπλέον, κατόπιν σχετικών αιτημάτων του τραπεζικού τομέα, η παρούσα τροποποιημένη πρόταση αποσκοπεί στην εξασφάλιση της συνοχής με τις απαιτήσεις πληροφόρησης που προβλέπονται από το ισχύον κοινοτικό δίκαιο. Ο δανειστής καλείται να αξιολογήσει την πιστοληπτική ικανότητα του καταναλωτή βάσει των πληροφοριών που του παρέχει ο δεύτερος και, όπου χρειάζεται, συμβουλευόμενος βάσεις δεδομένων. Με βάση τις ευρείες διαβουλεύσεις που πραγματοποίησε με τον τραπεζικό τομέα, η Επιτροπή δεν θεωρεί ότι η ρύθμιση αυτή προκαλεί οποιαδήποτε πρόσθετα έξοδα για τις τράπεζες, διότι αποτελεί ορθή τραπεζική πρακτική. Η έννοια του καθήκοντος παροχής συμβουλών τροποποιήθηκε. Σε αντίθεση προς ορισμένα αιτήματα της τραπεζικής βιομηχανίας, η Επιτροπή διατηρεί τη ρύθμιση σύμφωνα με την οποία ο πιστωτικός φορέας δεν υποχρεούται απλώς να εκπληρώσει τις απαιτήσεις παροχής πληροφοριών πριν από τη σύναψη της σύμβασης, αλλά οφείλει να παράσχει και πρόσθετες διευκρινίσεις για να δώσει τη δυνατότητα στον καταναλωτή να λάβει τεκμηριωμένη απόφαση. Ωστόσο, προς ικανοποίηση σχετικού αιτήματος του τραπεζικού τομέα και ορισμένων κρατών μελών, διευκρινίστηκε ότι ο καταναλωτής είναι πάντα υπεύθυνος για την τελική απόφασή του να συνάψει σύμβαση πίστωσης. Επομένως, η αναφορά στην παροχή συμβουλών ορίζεται ως το καθήκον να δίνεται στον καταναλωτή η δυνατότητα να αξιολογήσει τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα του δανείου. Επιπλέον, δόθηκε στα κράτη μέλη μεγαλύτερη ευελιξία για να προσαρμόσουν την εκτελεστική τους νομοθεσία στην κατάσταση των αγορών τους. Πληροφορίες κατά τη σύναψη της σύμβασης Οι διατάξεις για τις εν λόγω πληροφορίες αφορούν κυρίως τις πληροφορίες που παρέχονται ήδη στο στάδιο πριν από τη σύναψη της σύμβασης συν τις πληροφορίες για τον τρόπο άσκησης του δικαιώματος υπαναχώρησης και του δικαιώματος πρόωρης εξόφλησης. Η ρύθμιση αυτή συνάδει με τη συνήθη ορθή επαγγελματική πρακτική και δεν θα δημιουργήσει σημαντικές πρόσθετες δαπάνες για τους πιστωτικούς φορείς. Σε περίπτωση μεταβλητού επιτοκίου, ο καταναλωτής πρέπει να ενημερώνεται για τις σημαντικές αλλαγές του χρεωστικού επιτοκίου. Ωστόσο, στην πράξη είναι αδύνατον να ενημερώνεται για κάθε αλλαγή, δεδομένου ότι σε ορισμένες περιπτώσεις το επιτόκιο μπορεί να αλλάζει ελαφρώς κάθε μέρα. Ως εκ τούτου, η παρούσα τροποποιημένη πρόταση προβλέπει ότι οι καταναλωτές πρέπει να ενημερώνονται περιοδικά και τουλάχιστον αμέσως σε περίπτωση σημαντικής αλλαγής. Πρόσβαση σε βάσεις δεδομένων Η υποχρέωση δημιουργίας εθνικών βάσεων δεδομένων καταργήθηκε, δεδομένου ότι κάτι τέτοιο θα υπερέβαινε το σκοπό της παρούσας οδηγίας. Τα ζητήματα τα σχετικά με την προστασία των δεδομένων καλύπτονται ήδη από την οδηγία 95/46/EK περί προστασίας των δεδομένων. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή προτείνει να εξασφαλιστεί μόνο η αμοιβαία και άνευ διακρίσεων πρόσβαση στις υπάρχουσες ιδιωτικές και δημόσιες βάσεις δεδομένων, πράγμα που δεν συνεπάγεται πρόσθετες δαπάνες για τη βιομηχανία, όπως η προηγούμενη διάταξη, αλλά, αντίθετα, θα βοηθήσει στην άμβλυνση ενός εμποδίου που παρακωλύει τη διασυνοριακή καταναλωτική πίστη. Δικαίωμα υπαναχώρησης Η παρούσα πρόταση προβλέπει τη δυνατότητα των καταναλωτών να υπαναχωρούν από τη σύμβαση πίστωσης εντός 14 ημερών. Αυτή η περίοδος επιτρέπει στους καταναλωτές να διερευνήσουν την αγορά μετά τη σύναψη της σύμβασης και, ενδεχομένως, να βρουν καλύτερη προσφορά. Σκοπός της διάταξης αυτής είναι να ενισχύσει τον ανταγωνισμό. Αποτελεί πρακτική που υφίσταται ήδη στα περισσότερα κράτη μέλη, αν και η έκταση της περιόδου μπορεί να ποικίλλει. Η έκταση της περιόδου υπαναχώρησης αντιστοιχεί στην περίοδο που προβλέπεται από την οδηγία για την εξ αποστάσεως εμπορία χρηματοοικονομικών υπηρεσιών (2002/65/EK). Κατά συνέπεια, τουλάχιστον για τις συμβάσεις καταναλωτικής πίστης που διατίθενται επίσης στην αγορά από απόσταση, δεν θα προκληθούν πρόσθετες δαπάνες για τους πιστωτικούς φορείς. Συνδεδεμένες συναλλαγές Η παρούσα πρόταση προβλέπει ότι, σε περίπτωση συνδεδεμένων συναλλαγών, όταν ο καταναλωτής έχει το δικαίωμα να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση αγοράς, έχει επίσης το δικαίωμα να υπαναχωρήσει από τη συνδεδεμένη σύμβαση πίστωσης. Σκοπός αυτής της διάταξης είναι να αποτραπεί το ενδεχόμενο να πρέπει οι καταναλωτές να λάβουν μια πίστωση ακόμη και όταν έχει εξαλειφθεί ο ίδιος ο σκοπός της. Ωστόσο, το δικαίωμα υπαναχώρησης από τη σύμβαση πίστωσης δεν παρέχει δικαίωμα υπαναχώρησης από τη σύμβαση αγοράς. Πρόωρη εξόφληση Η παρούσα πρόταση παρέχει στον καταναλωτή το δικαίωμα να εξοφλήσει την πίστωσή του νωρίτερα από την ημερομηνία που είχε συμφωνηθεί αρχικά. Ωστόσο, η πρόωρη εξόφληση έχει ένα κόστος για τους πιστωτικούς φορείς. Ως εκ τούτου, κατόπιν διαβουλεύσεων με τους εμπλεκόμενους φορείς και τα κράτη μέλη, η πρόταση προβλέπει ότι οι πιστωτικοί φορείς μπορούν να απαιτήσουν δίκαιη και αντικειμενική αποζημίωση για να αντισταθμίσουν την απώλεια που υφίστανται. Δεδομένου ότι ο υπολογισμός της αποζημίωσης πρέπει να γίνεται αντικειμενικά, αναμένεται ότι αυτή η διάταξη θα έχει ελάχιστο κόστος για τους πιστωτικούς φορείς. Καταχρηστικές ρήτρες Η πρόταση περιέχει δύο παραδείγματα καταχρηστικών ρητρών που αφορούν ειδικά τις συμβάσεις πίστωσης και τροποποιεί το παράρτημα της οδηγίας 93/13/EOK σχετικά με τις καταχρηστικές ρήτρες των συμβάσεων που συνάπτονται με καταναλωτές. Ο αντίκτυπος στη βιομηχανία, αν υπάρξει, θα είναι πολύ μικρός, δεδομένου ότι τα παρεχόμενα παραδείγματα έρχονται σε σαφή αντίθεση με τη συνήθη ορθή επαγγελματική πρακτική. Εναρμόνιση Γενικά, τόσο η εναρμόνιση όσο και η αμοιβαία αναγνώριση έχουν συμβάλει στην ολοκλήρωση της αγοράς στην ΕΕ, εξασφαλίζοντας συγχρόνως τη συνεκτίμηση των συμφερόντων των καταναλωτών. Το «μείγμα» πολιτικής που επιλέγεται σε κάθε επιμέρους τομέα εξαρτάται πάντοτε από τα χαρακτηριστικά του τομέα αυτού και πρέπει να αποφασίζεται κατά περίπτωση. Η εξεύρεση του σωστού «μείγματος» απαιτεί την εφαρμογή της αρχής της αναλογικότητας για την επιλογή της κατάλληλης λύσης, συνδυάζοντας, όπου ενδείκνυται, την εναρμόνιση με την αμοιβαία αναγνώριση. Στο πλαίσιο αυτό, η Επιτροπή συνιστά να διατηρηθεί η προσέγγιση πλήρους εναρμόνισης, με κάποιο βαθμό ευελιξίας για τα κράτη μέλη σε ορισμένους τομείς. Η πλήρης εναρμόνιση παραμένει ο βέλτιστος τρόπος για να δημιουργηθούν οι συνθήκες που απαιτούνται για τη δημιουργία μιας γνήσιας ενιαίας αγοράς καταναλωτικής πίστης, αγοράς που θα δίνει στις επιχειρήσεις τη δυνατότητα να προσφέρουν συμβάσεις πίστωσης σε διασυνοριακό επίπεδο, εξασφαλίζοντας συγχρόνως το ενδεδειγμένο υψηλό επίπεδο προστασίας των καταναλωτών, ανεξάρτητα από τον τόπο στον οποίο συνάπτεται η σύμβαση πίστωσης σε όλη την ΕΕ. Η πρόταση διευκρινίζει τώρα ότι μόνο τα στοιχεία που θίγονται ρητά στο κείμενο εναρμονίζονται πλήρως, ενώ ζητήματα όπως η εις ολόκληρον ευθύνη αφήνονται στα εθνικά νομικά συστήματα. Σε ορισμένες περιπτώσεις η πρόταση αφήνει περιθώρια για λήψη εθνικών εκτελεστικών μέτρων, κυρίως λόγω της ανομοιογένειας που υπάρχει όσον αφορά τις εθνικές αγορές ή την εθνική νομοθεσία. Αυτό συμβαίνει, π.χ., στην περίπτωση της πρόωρης εξόφλησης ή της υπέρβασης του συνολικού ποσού της πίστωσης. Ωστόσο, είναι επίσης απαραίτητο να εξασφαλιστεί ότι ο παρεχόμενος βαθμός ευελιξίας για λήψη εθνικών εκτελεστικών μέτρων εντός των ορίων της οδηγίας δεν συμβάλλει στη δημιουργία πρόσθετων εμποδίων στην ενιαία αγορά καταναλωτικής πίστης. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή συμπληρώνει την προσέγγιση πλήρους εναρμόνισης την οποία ακολουθεί με την αρχή της αμοιβαίας αναγνώρισης για περιορισμένο αριθμό θεμάτων. Η λύση αυτή διευκολύνει τη μείωση του φόρτου για τις επιχειρήσεις που επιθυμούν να προσφέρουν καταναλωτικές πιστώσεις σε διασυνοριακό επίπεδο. Συνεπεία της προτεινόμενης διάταξης για την αμοιβαία αναγνώριση, ένας πιστωτικός φορέας που θέλει να ασκήσει δραστηριότητα σε κράτος μέλος διαφορετικό από το κράτος μέλος στο οποίο είναι εγκατεστημένος υποχρεούται να συμμορφωθεί μόνο με τις νομικές απαιτήσεις του κράτους μέλους καταγωγής του (ή με ισοδύναμες απαιτήσεις) και όχι με τις νομικές απαιτήσεις του κράτους μέλους υποδοχής. Στον τομέα του δικαίου των συμβάσεων, η ρύθμιση αυτή θα μπορούσε να οδηγήσει σε αποτέλεσμα διαφορετικό από το προβλεπόμενο από το άρθρο 5 της σύμβασης της Ρώμης. Σε μια κατάσταση του άρθρου 5, που θα οδηγούσε στην εφαρμογή του δικαίου της χώρας στην οποία ο καταναλωτής έχει τη συνήθη κατοικία του, το δίκαιο αυτό μπορεί να θεσπίζει πρότυπα τα οποία, σε σχέση με τα ισοδύναμα πρότυπα που ισχύουν στη χώρα καταγωγής εισερχόμενου πιστωτικού φορέα, περιορίζουν τη δραστηριότητα του εν λόγω πιστωτικού φορέα, π.χ. όντας αυστηρότερα (ή διαφορετικά) από τα πρότυπα της χώρας καταγωγής του. Στην περίπτωση αυτή, αν θίγονται τομείς που αναφέρονται στη ρήτρα αμοιβαίας αναγνώρισης, το κράτος μέλος υποδοχής πρέπει να εξασφαλίσει ότι τα εν λόγω πρότυπα δεν θα εφαρμοστούν στη σύμβαση. Θα εξακολουθήσει να ισχύει είτε το δίκαιο που έχουν επιλέξει τα συμβαλλόμενα μέρη είτε, αν δεν έχει γίνει τέτοια επιλογή, το δίκαιο της χώρας καταγωγής του πιστωτικού φορέα. Οι τομείς τους οποίους αφορά η ρήτρα αμοιβαίας αναγνώρισης απαριθμούνται ρητά στην παρούσα πρόταση. Όσον αφορά τα άρθρα 15 και 17 σχετικά με την πρόωρη εξόφληση και την υπέρβαση του συνολικού ποσού της πίστωσης, προβλέπεται περίοδος προοδευτικής ενεργοποίησής τους, για να μπορέσουν τα κράτη μέλη να προσαρμοστούν. Παραδείγματα Τα επεξηγηματικά παραδείγματα υπολογισμού του ΣΕΠΕ, που παρέχονταν στο πρώην παράρτημα ΙΙ της πρότασης, διαγράφηκαν, λαμβανομένου υπόψη του γενικού στόχου της Επιτροπής για βελτίωση της νομοθεσίας και αποφυγή της υπερβολικής επιβάρυνσης της νομοθετικής διαδικασίας. Αν θεωρηθεί ότι τα παραδείγματα αυτά αποτελούν χρήσιμη βοήθεια για τον υπολογισμό του ΣΕΠΕ, είναι δυνατόν να δημοσιευθούν χωριστά μετά την έκδοση της οδηγίας. 2005/0222 (COD) Τροποποιημένη π ρόταση Οδηγιας του Ευρωπαϊκου Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την εναρμόνιση των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών που διέπουν τις πιστώσεις συμβάσεις πίστωσης που χορηγούνται στους συνάπτονται με τους καταναλωτές και για την τροποποίηση της οδηγίας 93/13/ΕΚ του Συμβουλίου ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ, Έχοντας υπόψη: τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, και ιδίως το άρθρο 95, την πρόταση της Επιτροπής[3], τη γνώμη της Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής[4], Αποφασίζοντας σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 251 της Συνθήκης[5], Εκτιμώντας τα ακόλουθα: 1. Η οδηγία 87/102/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 22ας Δεκεμβρίου 1986 για την προσέγγιση των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών που διέπουν την καταναλωτική πίστη[6] ορίζει, σε κοινοτικό επίπεδο, κανόνες για τις συμβάσεις καταναλωτικής πίστης. 2. (1) H Επιτροπή παρουσίασε υπέβαλε το 1995 έκθεση[7] σχετικά με την εφαρμογή της οδηγίας 87/102/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 22ας Δεκεμβρίου 1986 για την προσέγγιση των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών που διέπουν την καταναλωτική πίστη , και στη συνέχεια προέβη σε εκτεταμένες διαβουλεύσεις με τα ενδιαφερόμενα μέρη. Το 1997 η Επιτροπή παρουσίασε υπέβαλε συνοπτική έκθεση των αντιδράσεων για την έκθεση του 1995 [8]. Μια δεύτερη έκθεση εκπονήθηκε το 1996 Το 1996 εκπονήθηκε δεύτερη έκθεση [9] σχετικά με την εφαρμογή της οδηγίας 87/102/ΕΚ, όπως τροποποιήθηκε από την οδηγία 90/88/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 22ας Δεκεμβρίου 1986 για την προσέγγιση των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών που διέπουν την καταναλωτική πίστη. 3. (2) Από τις παραπάνω εκθέσεις και διαβουλεύσεις προκύπτει προέκυψε ότι υπάρχουν σημαντικές διαφορές στις νομοθεσίες των διαφόρων κρατών μελών στον τομέα των πιστώσεων προς φυσικά πρόσωπα γενικότερα και της καταναλωτικής πίστης ειδικότερα. Πράγματι α Α πό την ανάλυση των εθνικών κειμένων για τη μεταφορά της οδηγίας 87/102/ΕΟΚ φαίνεται ότι τα κράτη μέλη θεωρούν ανεπαρκές το επίπεδο προστασίας που προσφέρει η οδηγία. Έχουν λάβει υπόψη στα κείμενά τους μεταφοράς και άλλα είδη πίστωσης ή νέες συμβάσεις πίστωσης που δεν καλύπτονται από την οδηγία . Συνεπώς είναι σκόπιμο να προλάβουμε τις μεταρρυθμίσεις των εθνικών νομοθεσιών που προβλέπουν πολλά κράτη μέλη και να προβλέψουμε ένα εναρμονισμένο κοινοτικό πλαίσιο. χρησιμοποιούν ορισμένους μηχανισμούς προστασίας των καταναλωτών, επιπλέον της οδηγίας 87/102/ΕΟΚ, λόγω των διαφορών που υπάρχουν όσον αφορά τη νομική και οικονομική κατάσταση σε εθνικό επίπεδο. 4. (3) Η πραγματική και νομική κατάσταση που προκύπτει από αυτές τις εθνικές ανισότητες , αφενός, συνεπάγεται δια στρεβλώσεις ανταγωνισμού μεταξύ των πιστωτικών φορέων στην Κοινότητα και δημιουργεί εμπόδια στην εσωτερική αγορά, όπου τα κράτη μέλη έχουν θεσπίσει διάφορες υποχρεωτικές διατάξεις, αυστηρότερες από τις προβλεπόμενες στην οδηγία 87/102/ΕΟΚ. Π π εριορίζει τις δυνατότητες τη δυνατότητα των καταναλωτών για την χορήγηση πίστωσης σε άλλα κράτη μέλη να κάνουν άμεση χρήση της σταδιακά αυξανόμενης διαθεσιμότητας διασυνοριακών πιστώσεων . Αυτές οι δια στρεβλώσεις και οι περιορισμοί επηρεάζουν μπορούν με τη σειρά τους το μέγεθος και το χαρακτήρα της ζήτησης διασυνοριακών πιστώσεων, πράγμα που μπορεί να έχει έχουν επίδραση στη ζήτηση αγαθών και υπηρεσιών. Οι ανισότητες μεταξύ των νομοθεσιών και των πρακτικών έχουν επίσης ως συνέπεια να μην έχει ο καταναλωτής την ίδια προστασία σε όλα τα κράτη μέλη . 5. (4) Κατά τη διάρκεια των τελευταίων ετών, οι μορφές πιστώσεων που προσφέρονται στους καταναλωτές και χρησιμοποιούνται από αυτούς έχουν εξελιχθεί σε μεγάλο βαθμό. Νέα μέσα για τη χορήγηση πίστωσης εμφανίζονται και η χρήση τους εξακολουθεί να αναπτύσσεται. Επομένως, οι υφιστάμενες διατάξεις θα πρέπει να προσαρμοστούν, να τροποποιηθούν και να συμπληρωθούν και το πεδίο τους εφαρμογής τους πρέπει να επεκταθεί , όπου ενδείκνυται . 6. Σύμφωνα με το άρθρο 14 παράγραφος 2 της Συνθήκης, η εσωτερική αγορά αποτελεί ένα χώρο χωρίς εσωτερικά σύνορα, στον οποίο εξασφαλίζονται η ελεύθερη κυκλοφορία αγαθών και υπηρεσιών και η ελευθερία εγκατάστασης. Η ανάπτυξη μιας διαφανέστερης και αποτελεσματικότερης πιστωτικής αγοράς μέσα στο χώρο χωρίς εσωτερικά σύνορα είναι ζωτικής σημασίας για την προώθηση της ανάπτυξης των διασυνοριακών δραστηριοτήτων. 7. Για να διευκολυνθεί η δημιουργία μιας εσωτερικής αγοράς στον τομέα της καταναλωτικής πίστης και η εύρυθμη λειτουργία της αγοράς αυτής, είναι απαραίτητο να προβλεφθεί η θέσπιση ενός εναρμονισμένου κοινοτικού πλαισίου σε ορισμένους βασικούς τομείς. Λαμβάνοντας υπόψη τη συνεχώς αναπτυσσόμενη αγορά καταναλωτικής πίστης και την αυξανόμενη κινητικότητα των ευρωπαίων πολιτών, η θέσπιση μιας διορατικής κοινοτικής νομοθεσίας που είναι σε θέση να προσαρμοστεί στις μελλοντικές μορφές πίστωσης και που παρέχει στα κράτη μέλη τον κατάλληλο βαθμό ευελιξίας όσον αφορά την εφαρμογή της αναμένεται να συμβάλει στη διαμόρφωση ενός σύγχρονου συνόλου κανόνων δικαίου για την καταναλωτική πίστη. 8. (5) Πρέπει επίσης να ευνοηθεί η δημιουργία μιας εσωτερικής αγοράς με μεγαλύτερη διαφάνεια και αποτελεσματικότητα. Είναι σημαντικό η αγορά αυτή να προσφέρει ένα επαρκή βαθμό προστασίας στους καταναλωτές , για να εξασφαλιστεί η καταναλωτική εμπιστοσύνη. Με τον τρόπο αυτό, ώστε η ελεύθερη κυκλοφορία των προσφορών πίστης να θα μπορεί να πραγματοποιείται με τις καλύτερες δυνατές συνθήκες τόσο γι' αυτούς που προσφέρουν όσο και γι' αυτούς που ζητούν πίστωση , λαμβανομένων δεόντως υπόψη των ειδικών καταστάσεων που επικρατούν στα επιμέρους κράτη μέλη . 9. Ο στόχος αυτός προϋποθέτει έναν προσανατολισμό προς τη μέγιστη δυνατή εναρμόνιση, η οποία θα διασφαλίζει Για να εξασφαλιστεί υψηλό και ισοδύναμο βαθμό επίπεδο προστασίας των συμφερόντων όλων των καταναλωτών της Κοινότητας και το ίδιο βαθμό πληροφόρησης και για να δημιουργηθεί μια γνήσια εσωτερική αγορά χρειάζεται πλήρης εναρμόνιση. Επομένως, δεν πρέπει να επιτραπεί στ α κράτη μέλη να διατηρήσουν ή να εισαγάγουν εθνικές διατάξεις διαφορετικές από αυτές που θεσπίζονται στην παρούσα οδηγία. Ωστόσο, ο περιορισμός αυτός πρέπει να ισχύει μόνον όταν υπάρχουν διατάξεις που εναρμονίζονται στην παρούσα οδηγία. Πέραν των διατάξεων που εναρμονίζονται από την παρούσα οδηγία, τα κράτη μέλη πρέπει να παραμείνουν ελεύθερα να διατηρήσουν ή να εισαγάγουν εθνικές νομοθετικές ρυθμίσεις. Συνεπώς, τα κράτη μέλη μπορούν, παραδείγματος χάριν, να διατηρήσουν ή να εισαγάγουν εθνικές διατάξεις για την εις ολόκληρον ευθύνη του πωλητή ή του παρόχου των υπηρεσιών και του πιστωτικού φορέα. Άλλο παράδειγμα αυτής της δυνατότητας των κρατών μελών θα μπορούσαν να είναι οι εθνικές διατάξεις που θεσπίζουν ή διατηρούν δικαίωμα υπαναχώρησης από τη σύμβαση πώλησης αγαθών ή παροχής υπηρεσιών, αν ο καταναλωτής ασκεί το δικαίωμα υπαναχώρησής του από τη σύμβαση πίστωσης. Στην περίπτωση ειδικών συμβάσεων πίστωσης στις οποίες ισχύουν μόνο ορισμένες διατάξεις της παρούσας οδηγίας, π.χ. στην περίπτωση των υπεραναλήψεων και ορισμένων άλλων ειδικών συμβάσεων πίστωσης, τα κράτη μέλη πρέπει να παραμείνουν ελεύθερα να ρυθμίσουν, στην εθνική νομοθεσία τους, τέτοια είδη συμβάσεων πίστωσης όσον αφορά άλλες πτυχές που δεν εναρμονίζονται από την οδηγία . 10. Ακόμη και σε μερικούς τομείς που εναρμονίζονται από την παρούσα οδηγία, οι εθνικοί εκτελεστικοί κανόνες ενδέχεται να διαφέρουν και να καθιστούν δυσχερέστερη για τους πιστωτικούς φορείς τη διασυνοριακή παροχή των υπηρεσιών τους. Στις περιπτώσεις αυτές, λαμβάνοντας υπόψη το επίπεδο εναρμόνισης και προστασίας των καταναλωτών που εξασφαλίζεται με την παρούσα οδηγία, και με στόχο την ομαλή λειτουργία της εσωτερικής αγοράς, πρέπει να αποφεύγεται η επιβολή πρόσθετων επιβαρύνσεων στους πιστωτικούς φορείς, ιδίως όσον αφορά την ανάγκη να συμμορφωθούν με κανόνες αυστηρότερους από εκείνους του κράτους μέλους στο οποίο είναι εγκατεστημένοι. Επομένως, σε ορισμένες περιπτώσεις, που αναφέρονται εξαντλητικά στην παρούσα οδηγία, πρέπει να ισχύσει η αρχή της αμοιβαίας αναγνώρισης. Στις περιπτώσεις αυτές, η αρχή της αμοιβαίας αναγνώρισης σημαίνει ότι οι κανόνες δικαίου του κράτους μέλους στο οποίο ο καταναλωτής έχει τη συνήθη κατοικία του παραμερίζονται, αν η εφαρμογή τους σε μια δεδομένη κατάσταση συνιστά περιορισμό της ελεύθερης κυκλοφορίας των υπηρεσιών . 11. Σε ορισμένες περιπτώσεις στις οποίες ισχύει η αρχή της αμοιβαίας αναγνώρισης, η παρούσα οδηγία προβλέπει μια μεταβατική περίοδο. Η περίοδος αυτή αναμένεται να επιτρέψει στα κράτη μέλη να αποκτήσουν επαρκή πείρα της λειτουργίας της εκτελεστικής νομοθεσίας και αναμένεται επίσης να επιτρέψει στους οικονομικούς φορείς να προσαρμοστούν στο νέο νομικό πλαίσιο που θα προκύψει από την εφαρμογή της παρούσας οδηγίας προτού ισχύσει η αμοιβαία αναγνώριση. (6) Λόγω της αυξανόμενης διαφοροποίησης των ειδών προσφοράς και των φορέων που προσφέρουν πιστώσεις, πρέπει να θεωρηθεί ως μεσίτης πιστώσεων κάθε πρόσωπο που παρέχει σε έναν πιστωτικό φορέα στοιχεία για την εξακρίβωση της ταυτότητας του καταναλωτή και βοηθά στη σύναψη σύμβασης πίστωσης, με αμοιβή, ανεξάρτητα από τη μορφή της αμοιβής αυτής. Ωστόσο οι δικηγόροι και οι συμβολαιογράφοι δεν πρέπει καταρχήν να θεωρούνται ως μεσίτες πιστώσεων ακόμα κι αν ο καταναλωτής ζητήσει από αυτούς συμβουλές σχετικά με τις συνέπειες μιας σύμβασης πίστωσης ή αν προσφέρουν βοήθεια για τη διατύπωση ή την επικύρωση της σύμβασης, υπό τον όρο ότι θα περιορίζονται στο ρόλο του νομικού ή του οικονομικού συμβούλου και δεν θα παραπέμπουν τους πελάτες τους σε συγκεκριμένους πιστωτικούς φορείς. 12. Οι συμβάσεις που αφορούν την παροχή υπηρεσιών σε συνεχή βάση ή την προμήθεια αγαθών του ίδιου είδους και στην ίδια ποσότητα, στα πλαίσια των οποίων ο καταναλωτής καταβάλλει το αντίτιμο με δόσεις όσο διαρκεί η παροχή τους, ενδέχεται να διαφέρουν σημαντικά από τις συμβάσεις πίστωσης που καλύπτονται από την παρούσα οδηγία όσον αφορά τα συμφέροντα των συμβαλλομένων μερών, τους όρους και τον τρόπο υλοποίησης των συναλλαγών. Επομένως, πρέπει να διευκρινιστεί ότι δεν θεωρούνται ως συμβάσεις πίστωσης για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας. Παράδειγμα σύμβασης αυτού του είδους είναι μια ασφαλιστική σύμβαση στην οποία το ασφάλιστρο καταβάλλεται μέσω μηνιαίων δόσεων. 13. (7) Είναι σκόπιμο Πρέπει να εξαιρεθούν από το πεδίο εφαρμογής της παρούσας οδηγίας οι συμβάσεις πίστωσης που αφορούν τη χορήγηση πίστωσης για την απόκτηση ή τη μετατροπή ενός ακινήτου εξασφαλίζονται με ακίνητη περιουσία . Αυτό το είδος πίστωσης έχει ιδιάζοντα χαρακτήρα. και αποτελεί αντικείμενο μιας σύστασης της Επιτροπής, της 1ης Μαρτίου 2001 σχετικά με τις προσυμβατικές πληροφορίες που πρέπει να παρέχονται στους καταναλωτές από πιστωτές που χορηγούν στεγαστικά δάνεια. (8) Λόγω των κινδύνων που συνεπάγεται για τα οικονομικά τους συμφέροντα η κατάσταση των φυσικών προσώπων που εμφανίζονται ως εγγυητές απαιτείται η θέσπιση ειδικών διατάξεων που να εξασφαλίζουν ένα επίπεδο πληροφόρησης και προστασίας αντίστοιχο με αυτό που προβλέπεται για τον καταναλωτή. (9) Η οδηγία 84/450/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 10ης Σεπτεμβρίου 1984 σχετικά με την παραπλανητική και τη συγκριτική διαφήμιση [10] πρέπει να εξασφαλίζει κάποια προστασία όταν αναφέρεται αριθμός, κόστος ή επιτόκιο σε διαφήμιση ή σε διαφημιστική προσφορά σχετική με σύμβαση πιστώσεως. Πρέπει πράγματι ο εν λόγω αριθμός, το κόστος ή το επιτόκιο να συνοδεύονται από στοιχεία υπολογισμού που να επιτρέπουν την εκτίμηση αυτής της πληροφορίας με αριθμούς στο πλαίσιο του συνόλου των υποχρεώσεων του καταναλωτή που απορρέουν από μια σύμβαση πίστωσης. 14. Οι καταναλωτές πρέπει να προστατεύονται από τις αθέμιτες ή παραπλανητικές πρακτικές, ιδίως όσον αφορά τη δημοσιοποίηση πληροφοριών από τον πιστωτικό φορέα, σύμφωνα με την οδηγία 2005/29/EK του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Μαΐου 2005, για τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές των επιχειρήσεων προς τους καταναλωτές στην εσωτερική αγορά και για την τροποποίηση της οδηγίας 84/450/ΕΟΚ του Συμβουλίου, των οδηγιών 97/7/ΕΚ, 98/27/ΕΚ, 2002/65/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2006/2004 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (Οδηγία για τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές [11]). Ωστόσο, πρέπει να προβλεφθούν στην παρούσα οδηγία ειδικές διατάξεις για κάθε διαφήμιση σχετική με συμβάσεις πίστωσης, καθώς και ορισμένα τυποποιημένα πληροφοριακά στοιχεία που πρέπει να παρέχονται στους καταναλωτές ούτως ώστε αυτοί να μπορούν, ειδικότερα, να συγκρίνουν τις διάφορες επιμέρους προσφορές. (10) Για την εξασφάλιση πραγματικής προστασίας του καταναλωτή χρειάζεται να προβλεφθεί μια πιο αυστηρή προσέγγιση όσον αφορά τις πρακτικές της ενεργού προσέγγισης πελατών κατ' οίκον για τη σύναψη συμβάσεων πίστωσης από αυτές που προβλέπονται στην οδηγία 85/577/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 20ής Δεκεμβρίου 1985 για την προστασία των καταναλωτών κατά τη σύναψη συμβάσεων εκτός εμπορικού καταστήματος[12]. (11) Οι διατάξεις της παρούσας οδηγίας πρέπει να εφαρμόζονται με την επιφύλαξη της οδηγίας 95/46/ΕΚ του Συμβουλίου της 24ης Οκτωβρίου 1995 για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών [13] . Ωστόσο, σε ορισμένες περιπτώσεις πρέπει να υπάρχει ένα κατάλληλο πλαίσιο για τη συλλογή και την επεξεργασία των αναγκαίων προσωπικών δεδομένων για την αξιολόγηση του κινδύνου της πίστωσης. 15. (14) Για να εξασφαλιστεί ότι μπορεί ο καταναλωτής θα μπορεί να λαμβάνει την απόφασή του έχοντας πλήρως συνείδηση των πραγμάτων, είναι αναγκαίο πρέπει να του παρέχεται στον καταναλωτή , πριν από τη σύναψη της συμβάσεως σύμβασης πίστωσης, επαρκής ενημέρωση σχετικά με για τους όρους και το κόστος της πίστωσης , καθώς επίσης σχετικά με και για τις υποχρεώσεις που αναλαμβάνει . πριν από τη σύναψη της συμβάσεως πίστωσης, για λόγους τέλειας Για να εξασφαλιστεί η πληρέστερη δυνατή διαφάνεια ς και για να μπορεί να συγκρίνει τις προσφορές συγκρισιμότητα των προσφορών . , Η η πληροφόρηση αυτή πρέπει να περιλαμβάνει ειδικότερα το συνολικό ετήσιο πραγματικό επιτόκιο που ισχύει για τη χορήγηση της πίστωσης συνοδευόμενο από ένα αντιπροσωπευτικό παράδειγμα καθώς και το συνολικό χρεωστικό επιτόκιο , το οποίο πρέπει να καθορίζεται σε όλη την Κοινότητα με τον ίδιο τρόπο. Δεδομένου ότι το συνολικό ετήσιο πραγματικό επιτόκιο μπορεί σ’ αυτή τη φάση να υποδειχθεί μόνο μέσω ενός παραδείγματος, το παράδειγμα αυτό πρέπει να είναι αντιπροσωπευτικό. Επομένως, πρέπει να αντιστοιχεί, παραδείγματος χάριν, στη μέση διάρκεια και στο συνολικό ποσό της πίστωσης που χορηγείται για το υπό εξέταση είδος σύμβασης πίστωσης και, κατά περίπτωση, στα αγαθά που αγοράζονται. Κατά τον καθορισμό του αντιπροσωπευτικού παραδείγματος, πρέπει επίσης να ληφθεί υπόψη η συχνότητα ορισμένων ειδών συμβάσεων πίστωσης σε μια συγκεκριμένη αγορά . 16. Οι καταναλωτές πρέπει να ενημερώνονται για κάθε πρόσθετη δαπάνη που είναι υποχρεωτική για τη λήψη της πίστωσης πριν από τη σύναψη της σύμβασης πίστωσης. Ακόμη και όταν το ποσό των εν λόγω δαπανών δεν μπορεί να καθοριστεί εκ των προτέρων, οι καταναλωτές πρέπει να λαμβάνουν επαρκείς πληροφορίες τόσο στη διαφήμιση όσο και πριν από τη σύναψη της σύμβασης . 17. Ωστόσο, για συγκεκριμένα είδη συμβάσεων πίστωσης, και για να εξασφαλιστεί συγχρόνως επαρκές επίπεδο προστασίας των καταναλωτών χωρίς υπερβολική επιβάρυνση των πιστωτικών φορέων ή, ενδεχομένως, των μεσιτών πιστώσεων, πρέπει να περιορίζονται οι απαιτήσεις της παρούσας οδηγίας όσον αφορά την παροχή πληροφοριών πριν από τη σύναψη της σύμβασης, λαμβάνοντας υπόψη τον ειδικό χαρακτήρα των συμβάσεων αυτού του είδους . 18. Ο καταναλωτής πρέπει να ενημερώνεται πλήρως προτού συνάψει τη σύμβαση πίστωσης ανεξάρτητα από το αν στην εμπορική προώθηση της πίστωσης συμμετέχει μεσίτης πιστώσεων ή όχι. Κατά κανόνα, επομένως, οι απαιτήσεις παροχής πληροφοριών πριν από τη σύναψη της σύμβασης πρέπει επίσης να ισχύουν και όταν μεσολαβεί μεσίτης πιστώσεων. Ωστόσο, αν οι προμηθευτές των αγαθών και οι πάροχοι των υπηρεσιών ενεργούν στο πλαίσιο δευτερεύουσας δραστηριότητας ως μεσίτες πιστώσεων, δεν πρέπει να επιβαρύνονται και με τις απαιτήσεις παροχής πληροφοριών πριν από τη σύναψη της σύμβασης που προβλέπονται στην παρούσα οδηγία. Επομένως, οι απαιτήσεις παροχής πληροφοριών πριν από τη σύναψη της σύμβασης δεν πρέπει να ισχύουν για τους εν λόγω μεσίτες πιστώσεων. Οι προμηθευτές των αγαθών και οι πάροχοι των υπηρεσιών μπορεί, π.χ., να θεωρηθεί ότι ενεργούν στο πλαίσιο δευτερεύουσας δραστηριότητας ως μεσίτες πιστώσεων αν η δραστηριότητά τους ως μεσιτών πιστώσεων δεν αντιπροσωπεύει ουσιαστικό μέρος του κύκλου εργασιών τους. Πάντως, η πλήρης ενημέρωση του καταναλωτή πριν από τη σύναψη της σύμβασης εξασφαλίζεται και στις περιπτώσεις αυτές, διότι τις σχετικές πληροφορίες οφείλει να παράσχει ο πιστωτικός φορέας. 19. Οι καταναλωτές πρέπει επίσης να ενεργούν με σύνεση και να τηρούν τις συμβατικές υποχρεώσεις τους . (15) Λόγω της πολυπλοκότητας, τόσο τεχνικής όσο και νομικής, των μέσων πίστωσης πρέπει να προβλεφθεί μια γενική υποχρέωση παροχής συμβουλών εκ μέρους του μεσίτη πιστώσεων ή του πιστωτικού φορέα, έτσι ώστε ο καταναλωτής να μπορεί, πλήρως ενημερωμένος, να κάνει την καλύτερη επιλογή μεταξύ των μορφών πίστωσης που του προσφέρονται. Επίσης, σύμφωνα με την αρχή του “υπεύθυνου δανεισμού”, εναπόκειται στον πιστωτικό φορέα να εξακριβώσει εάν ένας καταναλωτής, και ενδεχομένως ένας εγγυητής, είναι σε θέση να τηρήσει νέες υποχρεώσεις. 20. Παρά τις πληροφορίες που πρέπει να παρέχονται πριν από τη σύναψη της σύμβασης, ο καταναλωτής ενδέχεται να εξακολουθεί να χρειάζεται πρόσθετη βοήθεια προκειμένου να αποφασίσει ποια σύμβαση πίστωσης, από το σύνολο των προτεινόμενων προϊόντων, είναι η πιο κατάλληλη για τις ανάγκες και την οικονομική κατάστασή του. Επομένως, τα κράτη μέλη πρέπει να εξασφαλίζουν ότι οι πιστωτικοί φορείς, και ενδεχομένως, οι μεσίτες πιστώσεων, παρέχουν τέτοια βοήθεια. Όπου απαιτείται, οι σχετικές πληροφορίες που πρέπει να παρέχονται πριν από τη σύναψη της σύμβασης, καθώς επίσης τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα που παρουσιάζουν τα προτεινόμενα προϊόντα, πρέπει να εξηγούνται στον καταναλωτή με εξατομικευμένο τρόπο, λαμβάνοντας υπόψη την πιθανή πολυπλοκότητα της σχετικής σύμβασης πίστωσης. 21. (12) Για να επιτευχθεί η μείωση του κινδύνου της πίστωσης τόσο για τον πιστωτικό φορέα όσο και για τον καταναλωτή, η πείρα και η πρακτική δείχνουν ότι είναι ενδιαφέρον να υπάρχουν σωστές και αξιόπιστες πληροφορίες σχετικά με πιθανές αθετήσεις υποχρεώσεων πληρωμών. Τα κράτη μέλη πρέπει συνεπώς να εξασφαλίσουν τη χρήση στην επικράτειά τους μιας κεντρικής βάσης δεδομένων, δημόσιας ή ιδιωτικής, ενδεχομένως με τη μορφή ενός δικτύου βάσεων δεδομένων. Σ' αυτή η βάση ή σ' αυτό το δίκτυο πρέπει να καταχωρούνται οι καταναλωτές και οι εγγυητές του κράτους μέλους που δεν είναι συνεπείς στις πληρωμές τους. Με στόχο την αποτελεσματικότητα, οι πιστωτικοί φορείς πρέπει να είναι υποχρεωμένοι να συμβουλεύονται αυτή την κεντρική βάση δεδομένων πριν από την αποδοχή ανάληψης οποιασδήποτε δέσμευσης εκ μέρους του καταναλωτή ή του εγγυητή. Για να μη δημιουργηθούν δια στρεβλώσεις ανταγωνισμού μεταξύ των πιστωτικών φορέων, πρέπει να εξασφαλιστεί η πρόσβαση προσώπων ή επιχειρήσεων των πιστωτικών φορέων στην κεντρική βάση σε ιδιωτικές ή δημόσιες βάσεις δεδομένων που αφορούν καταναλωτές σε ένα άλλο κράτος μέλος στο οποίο δεν είναι εγκατεστημένοι πρέπει να είναι δυνατή υπό τους ίδιους όρους που δεν εισάγουν διακρίσεις σε σύγκριση με τους όρους που ισχύουν για τους πιστωτικούς φορείς σχέση ισχύουν για τα πρόσωπα ή τις επιχειρήσεις αυτού του κράτους μέλους , είτε απευθείας είτε μέσω της κεντρικής βάσης δεδομένων του κράτους μέλους προέλευσης . 22. Για να είναι σε θέση ο καταναλωτής να γνωρίζει τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του στο πλαίσιο της σύμβασης πίστωσης, η σύμβαση πρέπει να περιέχει όλες τις απαραίτητες πληροφορίες με τρόπο σαφή και συνοπτικό . (13) Για την εξασφάλιση του απόρρητου των πληροφοριών και την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, είναι σημαντικό τα λαμβανόμενα δεδομένα να μπορούν να χρησιμοποιηθούν μόνον για την εκτίμηση του κινδύνου μη εκτέλεσης μιας σύμβασης από τον καταναλωτή ή από τον εγγυητή. Επίσης, οποιαδήποτε περαιτέρω επεξεργασία ή χρήση των προσωπικών δεδομένων που λαμβάνονται από αυτή την κεντρική βάση δεδομένων πρέπει να απαγορεύεται. Τέλος, για την αποφυγή κάθε κινδύνου, τα δεδομένα πρέπει να διαγράφονται αμέσως μετά τη σύναψη της σύμβασης πιστώσεως ή την απόρριψη της αίτησης για χορήγηση πίστωσης. (16) Οι όροι που προβλέπονται σε σύμβαση πίστωσης ενδέχεται να είναι δυσμενείς σε ορισμένες περιπτώσεις για τον καταναλωτή. Με τη θέσπιση ορισμένων προϋποθέσεων που θα ισχύουν σε τις τις μορφές πιστώσεων πρέπει να επιτευχθεί η βελτίωση του βαθμού προστασίας των καταναλωτών. Η σύμβαση πίστωσης θα πρέπει να επιβεβαιώνει και να συμπληρώνει τις πληροφορίες που έχουν δοθεί πριν από τη σύναψή τις, ενδεχομένως με τη βοήθεια τις πίνακα χρεολυσίων και με την αναφορά των εξόδων σε περίπτωση μη εκτέλεσης τις σύμβασης. 23. Προκειμένου να διασφαλιστεί πλήρης διαφάνεια, πρέπει να παρέχονται στον καταναλωτή πληροφορίες για το χρεωστικό επιτόκιο τόσο πριν από τη σύναψη τις σύμβασης πίστωσης όσο και κατά τη σύναψή τις. Κατά τη διάρκεια τις συμβατικής σχέσης, ο καταναλωτής πρέπει επιπλέον να ενημερώνεται για τις τυχόν σημαντικές αλλαγές του χρεωστικού επιτοκίου . 24. ( 18) Για την προσέγγιση των διατυπώσεων άσκησης του δικαιώματος υπαναχώρησης σε ορισμένους τομείς, είναι αναγκαίο να προβλεφθεί το δικαίωμα υπαναχώρησης άνευ ποινής και χωρίς υποχρέωση αιτιολόγησης, υπό συνθήκες παρεμφερείς με εκείνες που προβλέπονται από την οδηγία 2002/65/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 23ης Σεπτεμβρίου 2002 {… σχετικά με την εξ αποστάσεως εμπορία χρηματοοικονομικών υπηρεσιών προς τους καταναλωτές και την τροποποίηση των οδηγιών 90/619/ΕΟΚ, 97/7/ΕΚ και 98/27/ΕΚ του Συμβουλίου[14]. Ο καταναλωτής, πριν ασκήσει το δικαίωμα υπαναχώρησης, δύναται να ενημερώσει τον πιστωτικό φορέα για την πρόθεσή του να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση πίστωσης, προκειμένου να καταστεί δυνατή η επαναδιαπραγμάτευση της εν λόγω σύμβασης. 25. Στην περίπτωση των συνδεδεμένων συμβάσεων υπάρχει σχέση αλληλεξάρτησης μεταξύ της αγοράς των αγαθών ή των υπηρεσιών και της σύμβασης πίστωσης που συνάπτεται γι’ αυτό το σκοπό. Επομένως, η άσκηση του δικαιώματος υπαναχώρησης από τη σύμβαση αγοράς πρέπει να δίνει στον καταναλωτή το δικαίωμα να υπαναχωρήσει και από τη σύμβαση πίστωσης. Επιπλέον, οι καταναλωτές πρέπει, υπό ορισμένους όρους, να έχουν το δικαίωμα να χρησιμοποιήσουν μέσα έννομης προστασίας κατά του πιστωτικού φορέα σε περίπτωση δυσκολιών σχετικών με τη σύμβαση αγοράς. Ωστόσο, η μη συμμόρφωση με τους όρους αυτούς δεν πρέπει να στερεί από τους καταναλωτές τα δικαιώματά τους που απορρέουν από εθνικές διατάξεις οι οποίες προβλέπουν την εις ολόκληρον ευθύνη του πωλητή ή του παρόχου των υπηρεσιών και του πιστωτικού φορέα . 26. (21) Ο καταναλωτής θα πρέπει να έχει τη δυνατότητα να εκπληρώνει τις υποχρεώσεις του πριν καταστούν ληξιπρόθεσμες από την ημερομηνία που προβλέπεται στη σύμβαση πίστωσης . Σε περίπτωση μερικής ή ολικής πρόωρης εξόφλησης, ο πιστωτικός φορέας πρέπει να δικαιούται να ζητήσει μόνο δίκαιη και αντικειμενική αποζημίωση. Η αντικειμενική αποζημίωση πρέπει να αποζημιώνει τον πιστωτικό φορέα για τις δαπάνες που συνδέονται άμεσα με την πρόωρη εξόφληση και πρέπει να λαμβάνει υπόψη τα συμφέροντα και των δύο συμβαλλόμενων μερών. εφόσον θεωρείται ότι η εξόφληση αυτή συνεπάγεται οικονομική ζημία για τον πιστωτικό φορέα . 27. (23) Η εκχώρηση των δικαιωμάτων του πιστωτικού φορέα που απορρέουν από μια σύμβαση πίστωσης δεν πρέπει να έχει ως αποτέλεσμα την επιδείνωση της θέσης του καταναλωτή ή του εγγυητή . Για τους ίδιους λόγους ο πιστωτικός φορέας που προσφέρει μια σύμβαση πίστωσης με ανασύσταση κεφαλαίου οφείλει να αναλάβει τον σχετικό κίνδυνο εάν το τρίτο μέρος που προβαίνει στην ανασύσταση αθετήσει τις υποχρεώσεις του. Ο καταναλωτής πρέπει επίσης να ενημερώνεται κατάλληλα όταν η σύμβαση πίστωσης εκχωρείται σε τρίτο. Ωστόσο, όταν η εκχώρηση γίνεται μόνο για σκοπούς τιτλοποίησης και όταν ο αρχικός πιστωτικός φορέας, σε συμφωνία με τον εκδοχέα, ενεργεί ως πιστωτικός φορέας έναντι του καταναλωτή, ο καταναλωτής δεν έχει σημαντικό συμφέρον να ενημερωθεί για την εκχώρηση. Κατά συνέπεια, τυχόν επιβολή απαίτησης σε επίπεδο ΕΕ να ενημερώνεται ο καταναλωτής για την εκχώρηση σε τέτοιες περιπτώσεις θα ήταν υπερβολική, αλλά τα κράτη μέλη πρέπει να παραμείνουν ελεύθερα να διατηρήσουν ή να εισαγάγουν τέτοιες απαιτήσεις στην εθνική τους νομοθεσία . 28. (19) Προκειμένου να προωθηθεί η εδραίωση και η λειτουργία της εσωτερικής αγοράς και να διασφαλιστεί υψηλός βαθμός προστασίας των καταναλωτών στο σύνολο της Κοινότητας, θα πρέπει να βελτιωθεί η μέθοδος υπολογισμού του συνολικού ετήσιου πραγματικού επιτοκίου εξασφαλιστεί η συγκρισιμότητα των πληροφοριών που αφορούν τα συνολικά ετήσια πραγματικά επιτόκια σε όλη την Κοινότητα. Παρά τον ομοιόμορφο μαθηματικό τύπο που προβλέπεται στην οδηγία 87/102/EOK, όπως τροποποιήθηκε από την οδηγία 98/7/EK, για τον υπολογισμό του συνολικού ετήσιου πραγματικού επιτοκίου, το συνολικό ετήσιο πραγματικό επιτόκιο δεν είναι ακόμη πλήρως συγκρίσιμο σε όλη την Κοινότητα. Στα επιμέρους κράτη μέλη λαμβάνονται υπόψη διαφορετικά στοιχεία κόστους για τον υπολογισμό του. Επομένως, η οδηγία πρέπει να ορίζει σαφώς το συνολικό κόστος μιας πίστωσης για τον καταναλωτή . Το κόστος που συνδέεται με μια ασφάλεια πρέπει να περιλαμβάνεται στον υπολογισμό του συνολικού ετήσιου πραγματικού επιτοκίου μόνο αν η ασφάλεια είναι υποχρεωτική για να ληφθεί η πίστωση ή το διαφημιζόμενο επιτόκιο και συνάπτεται με τον πιστωτικό φορέα ή το μεσίτη πιστώσεων ή μέσω αυτών . και να καθοριστούν οι συντελεστές του συνολικού κόστους της πίστωσης που πρέπει να χρησιμοποιούνται κατά τον υπολογισμό. Πράγματι, το συνολικό ετήσιο πραγματικό επιτόκιο αποτελεί ένα μέσο σύγκρισης που δίνει στον καταναλωτή τη δυνατότητα να υπολογίζει στο χρόνο και στο χώρο, τις συνέπειες των υποχρεώσεων που προκύπτουν από τη σύναψη μιας σύμβασης πιστώσεως για τον προϋπολογισμό του. Το συνολικό κόστος της πίστωσης θα πρέπει επομένως να περιλαμβάνει όλα τα στοιχεία κόστους τα οποία καλείται να πληρώσει ο καταναλωτής για την πίστωση που του χορηγείται, είτε είναι καταβλητέα στον πιστωτικό φορέα, είτε στον μεσίτη πιστώσεων, είτε σε οποιοδήποτε τρίτο πρόσωπο. Από την άποψη αυτή, ακόμη και αν μια ασφάλεια συνάπτεται οικειοθελώς από τον καταναλωτή κατά τον χρόνο σύναψης της σύμβασης πίστωσης, το κόστος που συνδέεται με την ασφάλεια αυτή θα πρέπει να συμπεριλαμβάνεται στο συνολικό κόστος της πίστωσης 29. (17) Λόγω της ιδιαιτερότητας των ρητρών που χρησιμοποιούνται στις συμβάσεις πίστωσης και εγγύησης , πρέπει να διευκρινίζονται αυτές που πρέπει να θεωρούνται ως καταχρηστικές, με την επιφύλαξη της εφαρμογής στο σύνολο της σύμβασης στο πλαίσιο της οδηγίας 93/13/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 5ης Απριλίου 1993 σχετικά με τις καταχρηστικές ρήτρες των συμβάσεων που συνάπτονται με καταναλωτές[15]. Επομένως, η εν λόγω οδηγία πρέπει να τροποποιηθεί αναλόγως. (20) Επίσης ο καταναλωτής πρέπει να ενημερώνεται, μέσω του συνολικού χρεωστικού επιτοκίου, σχετικά με τα συνολικά ποσά που αξιώνει ο πιστωτικός φορέας, με εξαίρεση των πληρωτέων σε τρίτους ποσών. Πρόκειται για ένα επιτόκιο βάσει του οποίου ο καταναλωτής μπορεί να συγκρίνει τις αξιώσεις κόστους του ίδιου του πιστωτικού φορέα για τα διάφορα προϊόντα που προσφέρονται από αυτόν καθώς και για τα διάφορα προϊόντα που προσφέρονται στην αγορά. (22) Εάν ο προμηθευτής αγαθών ή υπηρεσιών που αποκτήθηκαν στο πλαίσιο μιας σύμβασης πίστωσης, μπορεί να θεωρηθεί ως μεσίτης πίστωσης, ο καταναλωτής πρέπει να μπορεί να έχει δικαιώματα έναντι του πιστωτικού φορέα πέραν των κανονικών συμβατικών του δικαιωμάτων έναντι του προμηθευτή αγαθών ή υπηρεσιών. (24) Πρέπει να δημιουργηθούν κοινοί κανόνες όσον αφορά τα μέτρα που λαμβάνονται για τη μη εκτέλεση συμβάσεων πίστωσης. Ιδιαίτερα, ορισμένες ενέργειες είσπραξης εμφανώς δυσανάλογες, θα πρέπει να θεωρούνται παράνομες. 30. (25) Για να εξασφαλιστεί η διαφάνεια και η σταθερότητα της αγοράς, και έως ότου υπάρξει περαιτέρω εναρμόνιση, τα κράτη μέλη πρέπει να θεσπίσουν κατάλληλα μέτρα εξασφαλίσουν τη θέσπιση κατάλληλων μέτρων για τη χορήγηση αδειών ρύθμιση ή την εποπτεία των πιστωτικών φορέων και των μεσιτών πιστώσεων σε πρόσωπα που προτείνουν πιστώσεις ή ενεργούν ως μεσίτες πιστώσεων για τη σύναψη συμβάσεων πίστωσης, για τον έλεγχο ή την εποπτεία των προαναφερόμενων πιστωτικών φορέων και μεσιτών, καθώς επίσης για να παράσχουν τη δυνατότητα στους καταναλωτές να υποβάλλουν καταγγελίες σχετικά με συμβάσεις πίστωσης ή πιστωτικούς όρους . (26) Για να εξασφαλιστεί η μόνιμη προστασία των συμφερόντων του καταναλωτή, οι συμβάσεις πίστωσης ή εγγύησης δεν πρέπει να παρεκκλίνουν, εις βάρος του καταναλωτή ή του εγγυητή, από τις διατάξεις της εθνικής νομοθεσίας που θέτουν σε εφαρμογή την παρούσα οδηγία ή αντιστοιχούν σε αυτή. 31. (27) Η παρούσα οδηγία σέβεται τα θεμελιώδη δικαιώματα καθώς και τηρεί τις αρχές που αναγνωρίζονται κυρίως από τον χάρτη θεμελιωδών δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ειδικότερα, η παρούσα οδηγία έχει ως στόχο να εξασφαλίσει την πλήρη τήρηση των κανόνων για την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, για το δικαίωμα ιδιοκτησίας, την απαγόρευση των διακρίσεων, την προστασία της οικογενειακής ζωής και την προστασία των καταναλωτών κατ' εφαρμογή των άρθρων 8, 17, 21, 33 και 38 του χάρτη των θεμελιωδών δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης . 32. (28) Δεδομένου ότι ο στόχος της παρούσας οδηγίας προς ανάληψη δράσης , δηλαδή η θέσπιση κοινών κανόνων για την εναρμόνιση ορισμένες πτυχές των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών για τις πιστώσεις που χορηγούνται στους καταναλωτές, δεν μπορεί να επιτευχθεί επαρκώς από τα κράτη μέλη και μπορεί επομένως να επιτευχθεί καλύτερα σε κοινοτικό επίπεδο, η Κοινότητα μπορεί να λάβει μέτρα, σύμφωνα με την αρχή της επικουρικότητας που αναφέρεται στο άρθρο 5 της συνθήκης. Σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας, όπως που διατυπώνεται στο εν λόγω άρθρο, η παρούσα οδηγία δεν υπερβαίνει τα αναγκαία όρια για την επίτευξη των στόχων αυτών. 33. (29) Τα κράτη μέλη πρέπει να προσδιορίσουν το καθεστώς κυρώσεων καθορίσουν κανόνες για τις κυρώσεις που θα εφαρμόζονται στις παραβιάσεις των διατάξεων της παρούσας οδηγίας και να εξασφαλίσουν την εφαρμογή τους . Αυτές οι κυρώσεις πρέπει να είναι αποτελεσματικές, ανάλογες και αποτρεπτικές . 34. (30) Συνεπώς, λαμβάνοντας υπόψη τον αριθμό των τροποποιήσεων που πρέπει να γίνουν στην οδηγία 87/102/EOK λόγω της εξέλιξης του τομέα της καταναλωτικής πίστης και για να εξασφαλιστεί η σαφήνεια της κοινοτικής νομοθεσίας, η οδηγία 87/102/ΕΟΚ πρέπει να διαγραφεί καταργηθεί και να αντικατασταθεί από την παρούσα οδηγία , ΕΞΕΔΩΣΑΝ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΟΔΗΓΙΑ: Κεφαλαιο 1 Σκοποσ, ορισμοι και πεδιο εφαρμογησ Άρθρο 1 Σκοπός Αντικείμενο Η παρούσα οδηγία έχει ως σκοπό την εναρμόνιση ορισμένων πτυχών των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών που διέπουν τις συμβάσεις πιστώσεων που χορηγούνται σε καταναλωτές καθώς και τις συμβάσεις εγγύησης που συνάπτονται από καταναλωτές . Άρθρο 3 2 Πεδίο εφαρμογής 1. Η παρούσα οδηγία εφαρμόζεται στις συμβάσεις πίστωσης καθώς και στις συμβάσεις εγγύησης . 2. Η παρούσα οδηγία δεν εφαρμόζεται στις ακόλουθες συμβάσεις πίστωσης και, ενδεχομένως, σε οποιαδήποτε σύμβαση εγγύησης που αντιστοιχεί σε : (α) συμβάσεις πίστωσης που έχουν ως αντικείμενο τη χορήγηση πίστωσης για την απόκτηση ή μετατροπή ενός ακινήτου του οποίου ο καταναλωτής έχει ή επιθυμεί να αποκτήσει την κυριότητα, και οι οποίες κατοχυρώνονται εξασφαλίζονται είτε με υποθήκη επί ακινήτου είτε με άλλη παρόμοια εγγύηση που χρησιμοποιείται γενικά για το σκοπό αυτό σε ένα κράτος μέλος· (β) συμβάσεις πίστωσης που αφορούν συνολικό ποσό πίστωσης μεγαλύτερο των 50.000 ευρώ· (γ) συμβάσεις μίσθωσης, με εξαίρεση τις συμβάσεις που προβλέπουν ότι ο τίτλος θα μεταβιβαστεί τελικά στο μισθωτή · συμβάσεις μίσθωσης με εξαίρεση τη μεταβίβαση κυριότητας στο μισθωτή και στους δικαιοδόχους του · (δ) συμβάσεις χρηματοδοτικής μίσθωσης που δεν δημιουργούν οποιαδήποτε υποχρέωση να αγοραστεί το αντικείμενο της σύμβασης· (ε) συμβάσεις πίστωσης δυνάμει των οποίων ο καταναλωτής είναι υποχρεωμένος να εξοφλήσει την πίστωση με δόσεις ή εφάπαξ εντός διαστήματος που δεν υπερβαίνει τους τρεις μήνες χωρίς να καταβάλει τόκους ή άλλες επιβαρύνσεις· (στ) συμβάσεις πίστωσης που πληρούν τους ακόλουθους όρους:i) χορηγούνται άτοκα από εργοδότη στους εργαζομένους του στο πλαίσιο δευτερεύουσας δραστηριότητας ή χορηγούνται στο πλαίσιο δευτερεύουσας δραστηριότητας, δηλαδή δεν ανήκουν στην κύρια εμπορική ή επαγγελματική δραστηριότητα του πιστωτικού φορέα, ii) που χορηγούνται με συνολικά ετήσια ποσοστά επιβάρυνσης πραγματικά επιτόκια χαμηλότερα από εκείνα που επικρατούν στην αγορά iii) και που δεν προσφέρονται γενικά στο κοινό· (ζ) συμβάσεις πίστωσης που συνάπτονται με μια επιχείρηση επενδύσεων, με την έννοια του άρθρου όπως ορίζεται στο άρθρο 1 παράγραφος 2 της οδηγίας 93/22/ΕΕΚ του Συμβουλίου[16], που έχει ως με στόχο να επιτρέψει στον μπορέσει ο επενδυτή ς να πραγματοποιήσει μια δικαιοπραξία σε σχετική με ένα ή περισσότερα επενδυτικά εργαλεία που απαριθμούνται στο τμήμα Β του παραρτήματος της εν λόγω οδηγίας, όταν η επιχείρηση που χορηγεί την πίστωση συμμετέχει στη δικαιοπραξία αυτή· (η) συμβάσεις πίστωσης που απορρέουν από διακανονισμό που επιτεύχθηκε ενώπιον δικαστηρίου ή άλλης επίσημης αρμόδιας αρχής · (θ) συμβάσεις πίστωσης που αφορούν την προθεσμιακή εξόφληση υπάρχουσας οφειλής χωρίς επιβαρύνσεις · (ι) συμβάσεις πίστωσης κατά τη σύναψη των οποίων ο καταναλωτής καλείται να καταθέσει ενέχυρο στον πιστωτικό φορέα ως εγγύηση και στις οποίες η ευθύνη του καταναλωτή περιορίζεται αυστηρά στο εν λόγω ενέχυρο· (ια) συμβάσεις πίστωσης που σχετίζονται με δάνεια τα οποία χορηγούνται σε περιορισμένο κοινό, με επιτόκιο χαμηλότερο από το συνήθως προτεινόμενο στην αγορά ή άτοκα, και με τα οποία ο πιστωτικός φορέας εκπληρώνει νομική υποχρέωση για την επίτευξη σκοπού γενικού συμφέροντος. 3. Στην περίπτωση των συμβάσεων πίστωσης βάσει των οποίων η πίστωση χορηγείται υπό μορφή δυνατότητας υπερανάληψης, εφαρμόζονται μόνο τα άρθρα 1 έως 4, 6, 7 και 8, το άρθρο 9 παράγραφος 1, το άρθρο 9 παράγραφος 2 στοιχεία (α) έως (δ), (η) και (ξ), το άρθρο 9 παράγραφος 3, τα άρθρα 10 και 11, το άρθρο 17 παράγραφος 1 και τα άρθρα 18 έως 29 . Οι πληροφορίες που πρέπει να παρέχονται σ’ αυτές τις συμβάσεις πίστωσης περιλαμβάνουν επίσης τις πληροφορίες για τα έξοδα που εφαρμόζονται από το χρόνο σύναψης των εν λόγω συμβάσεων πίστωσης, καθώς και για τους όρους υπό τους οποίους μπορούν να τροποποιηθούν τα έξοδα αυτά. 4. Στην περίπτωση των ακόλουθων συμβάσεων πίστωσης, εφαρμόζονται μόνο τα άρθρα 1 έως 4, 6, 7 και 8, το άρθρο 9 παράγραφος 1, το άρθρο 9 παράγραφος 2 στοιχεία (α) έως (ζ) και (ι), το άρθρο 9 παράγραφος 3 και τα άρθρα 10, 12 και 17 έως 29: (α) συμβάσεις πίστωσης που αφορούν συνολικό ποσό πίστωσης το οποίο δεν υπερβαίνει τα 300 ευρώ· (β) συμβάσεις πίστωσης που συνάπτονται από μη κερδοσκοπικές ενώσεις καταναλωτών που διαχειρίζονται τις αποταμιεύσεις των μελών τους και τους παρέχουν πιστώσεις, όταν: (i) η τελ ική ευθύνη βαρύνει τους εθελοντές που παρέχουν πίστωση βάσει συνολικού ετήσιου πραγματικού επιτοκίου που υπόκειται σε ανώτατο όριο το οποίο καθορίζεται από την εθνική νομοθεσία · και (ii) μέλη τέτοιων ενώσεων μπορούν να είναι μόνο τα πρόσωπα που κατοικούν ή εργάζονται σε συγκεκριμένη περιοχή ή οι υπάλληλοι και οι συνταξιούχοι πρώην υπάλληλοι συγκεκριμένου εργοδότη· (γ) συμβάσεις πίστωσης που προβλέπουν ότι ο πιστωτικός φορέας και ο καταναλωτής μπορούν να συνάψουν συμφωνία για προθεσμιακή πληρωμή ή για τις μεθόδους εξόφλησης της πίστωσης, σε περιπτώσεις στις οποίες ο καταναλωτής έχει ήδη καθυστερήσει την εξόφληση της αρχικής σύμβασης πίστωσης, όταν: (i) τέτοιες ρυθμίσεις θα ήταν πιθανό ν να αποτρέψουν τη δυνατότητα κίνησης νομικών διαδικασιών για την καθυστέρηση αυτή· και (ii) o καταναλωτής δεν υπόκειται, με τις ρυθμίσεις αυτές, σε λιγότερο ευνοϊκούς όρους σε σύγκριση με την αρχική σύμβαση πίστωσης . Ωστόσο, αν η σύμβαση πίστωσης εμπίπτει στο πεδίο της παραγράφου 3, εφαρμόζονται μόνο οι διατάξεις της εν λόγω παραγράφου . Άρθρο 2 3 Ορισμοί Κατά την έννοια Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας , ισχύουν οι ακόλουθοι ορισμοί: (α) “καταναλωτής”: είναι κάθε φυσικό πρόσωπο το οποίο, με τις δικαιοπραξίες που καλύπτει η παρούσα οδηγία, επιδιώκει σκοπούς που μπορούν να θεωρηθούν, συνολικά ή εν μέρει, είναι άσχετοι με την εμπορική , επιχειρηματική ή επαγγελματική δραστηριότητά του· (β) “πιστωτικός φορέας”: είναι κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που χορηγεί ή δεσμεύεται να χορηγήσει πίστωση στο πλαίσιο της εμπορικής , επιχειρηματικής ή επαγγελματικής του δραστηριότητας· (γ) “σύμβαση πίστωσης”: είναι η σύμβαση δυνάμει της οποίας πιστωτικός φορέας χορηγεί ή υπόσχεται να χορηγήσει σε καταναλωτή πίστωση με τη μορφή προθεσμίας πληρωμής, δανείου ή οποιασδήποτε άλλης παρόμοιας χρηματοδοτικής διευκόλυνσης, με εξαίρεση τις συμβάσεις που συνάπτονται για τη συνεχή παροχή υπηρεσιών (ιδιωτικών ή δημόσιων) ή για την προμήθεια αγαθών του ίδιου είδους και στην ίδια ποσότητα , σύμφωνα με τις οποίες ο καταναλωτής έχει το δικαίωμα να καταβάλλει με δόσεις το σχετικό τίμημα για τις εν λόγω υπηρεσίες ή αγαθά κατά τη διάρκεια της παροχής τους· (δ) “δυνατότητα υπερανάληψης”: σύμβαση πίστωσης με την οποία ένας πιστωτικός φορέας χορηγεί σε καταναλωτή τη δυνατότητα να διαθέτει στον τρέχοντα λογαριασμό του κεφάλαια που υπερβαίνουν το τρέχον υπόλοιπο του εν λόγω λογαριασμού και στην οποία το ποσό της πίστωσης πρέπει να αποπληρωθεί μέσα σε τρεις μήνες ή μόλις ζητηθεί · (ε) “μεσίτης πιστώσεων”: φυσικό ή νομικό πρόσωπο που το οποίο, εξ ονόματος του πιστωτικού φορέα και έναντι αμοιβής , η οποία μπορεί να είναι χρηματική ή να έχει οποιαδήποτε άλλη συμφωνηθείσα μορφή οικονομικού ανταλλάγματος, συνήθως: (i) ασκεί κανονικά μια δραστηριότητα διαμεσολάβησης στο πλαίσιο της οποίας προβάλλει ή προτείνει ή προσφέρει συμβάσεις πίστωσης· (ii) εκτελεί τις άλλες προπαρασκευαστικές εργασίες για τη σύναψή τους σύναψη συμβάσεων πίστωσης διαφορετικές από αυτές που αναφέρονται στο σημείο (ι)· ή (iii ) ή τις συνάπτει συμβάσεις πίστωσης · η αμοιβή μπορεί να είναι χρηματική, ή να έχει οποιαδήποτε άλλη μορφή συμφωνηθέντος οικονομικού πλεονεκτήματος· (ε) “σύμβαση εγγύησης”: είναι μια επικουρική σύμβαση, η οποία συνάπτεται από έναν εγγυητή και εγγυάται ή υπόσχεται εγγύηση της εκτέλεσης κάθε μορφής πίστωσης που χορηγείται σε φυσικά ή νομικά πρόσωπα· (στ) “εγγυητής”: είναι ο καταναλωτής που συνάπτει μια σύμβαση εγγύησης · (στ) “συνολικό κόστος της πίστωσης για τον καταναλωτή”: είναι το σύνολο των επιβαρύνσεων, συμπεριλαμβανομένων των χρεωστικών τόκων, των προμηθειών και των κάθε είδους τελών αμοιβών , που καλείται να πληρώσει ο καταναλωτής για τη σύμβαση πίστωσης σύμφωνα με τους όρους της και τις οποίες γνωρίζει ο πιστωτικός φορέας. Τα έξοδα που αφορούν συμπληρωματικές υπηρεσίες σχετικές με τη σύμβαση πίστωσης, και ιδίως τα ασφάλιστρα, συμπεριλαμβάνονται εάν η υπηρεσία είναι υποχρεωτική προκειμένου να ληφθεί η πίστωση ή το διαφημιζόμενο επιτόκιο και η σχετική σύμβαση συνάπτεται με τον πιστωτικό φορέα ή με τρίτο, εάν ο πιστωτικός φορέας ή, όπου συντρέχει περίπτωση, ο μεσίτης πιστώσεων την έχουν συνάψει εξ ονόματος αυτού του τρίτου ή έχουν παρουσιάσει την προσφορά ή την υπηρεσία υπό αυτή τη μορφή στον καταναλωτή. Τα ποσά που πρέπει να καταβάλει ο καταναλωτής κατά τη σύναψη της σύμβασης πίστωσης σε άλλα πρόσωπα εκτός του πιστωτικού φορέα ή του μεσίτη πιστώσεων, και ιδίως στο συμβολαιογράφο ή την εφορία, δεν περιλαμβάνονται · (ζ) “συνολικό ετήσιο πραγματικό επιτόκιο”: είναι το συνολικό κόστος της πίστωσης για τον καταναλωτή, εκφραζόμενο ως ετήσιο ποσοστό του συνολικού ποσού της παρεχόμενης πίστωσης· (θ) “ποσά που εισπράττονται από τον πιστωτικό φορέα”: το σύνολο των υποχρεωτικών εξόδων που συνδέονται με τη σύμβαση πίστωσης και πληρώνονται από τον καταναλωτή στον πιστωτικό φορέα · (ι) “συνολικό χρεωστικό επιτόκιο”: τα ποσά που εισπράττονται από τον πιστωτικό φορέα που εκφράζονται σε ετήσιο ποσοστό του συνολικού ποσού της πίστωσης · (η) “χρεωστικό επιτόκιο”: είναι το επιτόκιο, εκφραζόμενο ως σταθερό ή μεταβλητό περιοδικό ποσοστό, το οποίο εφαρμόζεται για μια δεδομένη περίοδο στο ποσό της αναληφθείσας πίστωσης στις αναλήψεις που γίνονται βάσει της σύμβασης πίστωσης · (η) “υπολειμματική αξία” είναι η τιμή αγοράς του χρηματοδοτούμενου αγαθού κατά το χρόνο άρσης του δικαιώματος προαίρεσης αγοράς ή μεταβίβασης της κυριότητας · (θ ) “ανάληψη πίστωσης”: είναι ένα ποσό πίστωσης που τίθεται στη διάθεση του καταναλωτή υπό τη μορφή προθεσμίας πληρωμής, δανείου ή οποιασδήποτε άλλης παρόμοιας χρηματοδοτικής διευκόλυνσης βάσει σύμβασης πίστωσης· (ι) “συνολικό ποσό της πίστωσης”: είναι το ανώτατο όριο ή το συνολικό ποσό όλων των επιτρεπόμενων αναλήψεων πίστωσης που είναι δυνατό να χορηγηθούν · (ια ) “σταθερό μέσο”: είναι κάθε μέσο που επιτρέπει στον καταναλωτή να αποθηκεύει πληροφορίες απευθυνόμενες προσωπικά σε αυτόν, κατά τρόπο προσπελάσιμο για μελλοντική αναφορά επί χρονικό διάστημα επαρκές για τους σκοπούς που εξυπηρετούν οι πληροφορίες και το οποίο επιτρέπει την ακριβή αναπαραγωγή των αποθηκευμένων πληροφοριών· (ιστ) “ανασύσταση κεφαλαίου από τρίτους”: είναι κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, διαφορετικό από τον πιστωτικό φορέα ή τον καταναλωτή που αναλαμβάνει την υποχρέωση απέναντι στον καταναλωτή και, ενδεχομένως, στον πιστωτικό φορέα, με σύμβαση συνημμένη στη σύμβαση πίστωσης, για την ανασύσταση του κεφαλαίου που πρέπει να εξοφληθεί δυνάμει της εν λόγω σύμβασης πίστωσης. (ιβ) “ συνδεδεμένη σύμβαση πίστωσης”: σύμβαση πίστωσης στην οποία (i) η εν λόγω πίστωση χρησιμεύει αποκλειστικά για τη χρηματοδότηση σύμβασης που αφορά την προμήθεια αγαθών ή την παροχή υπηρεσίας και (ii) αυτές οι δύο συμβάσεις συνιστούν αντικειμενικά μία οικονομική ενότητα· υπάρχει οικονομική ενότητα όταν ο προμηθευτής του αγαθού ή ο πάροχος της υπηρεσίας χρηματοδοτεί ο ίδιος την πίστωση του καταναλωτή ή, σε περίπτωση χρηματοδότησης της πίστωσης από τρίτο, αν ο πιστωτικός φορέας χρησιμοποιεί τις υπηρεσίες του προμηθευτή του αγαθού ή του παρόχου της υπηρεσίας για τη σύναψη ή την προετοιμασία της σύμβασης πίστωσης ή αν η σύμβαση πίστωσης κάνει αναφορά στα συγκεκριμένα αγαθά ή υπηρεσίες που θα χρηματοδοτηθούν με την πίστωση. Κεφαλαιο II Πληροφοριεσ και πρακτικεσ που προηγουνται της καταρτισησ συναψησ της συμβασησ πιστωσησ Άρθρο 4 Διαφήμιση Με την επιφύλαξη της οδηγίας 84/450/ΕΟΚ, κάθε διαφήμιση ή προσφορά που διατίθεται σε εμπορικά καταστήματα και η οποία περιλαμβάνει πληροφορίες σχετικά με συμβάσεις πίστωσης, ιδίως όσον αφορά το χρεωστικό επιτόκιο, το συνολικό χρεωστικό επιτόκιο και το συνολικό ετήσιο πραγματικό επιτόκιο, θα πρέπει να διατυπώνεται κατά τρόπο σαφή και κατανοητό, τηρουμένων ιδίως των αρχών της καλής πίστης που πρέπει να διέπει τις εμπορικές συναλλαγές. Ο εμπορικός σκοπός των πληροφοριών αυτών θα πρέπει να διαφαίνεται με σαφήνεια. Άρθρο 4 Τυποποιημένες πληροφορίες για τη διαφήμιση 1. Κάθε διαφήμιση για συμβάσεις πίστωσης που αναφέρει συγκεκριμένο επιτόκιο ή οποιοαδήποτε άλλα αριθμητικά στοιχεία που αφορούν το κόστος της πίστωσης για τον καταναλωτή πρέπει να παρέχει τυποποιημένες πληροφορίες σύμφωνα με το παρόν άρθρο (‘τυποποιημένες πληροφορίες’). 2 . Οι τυποποιημένες πληροφορίες πρέπει να περιλαμβάνουν, με την ακόλουθη σειρά και με σαφή, συνοπτικό και ευδιάκριτο τρόπο, μέσω ενός αντιπροσωπευτικού παραδείγματος: (α) το συνολικό ποσό της πίστωσης· (β) το συνολικό ετήσιο πραγματικό επιτόκιο· (γ) τη διάρκεια της σύμβασης πίστωσης· (δ) το ποσό, τον αριθμό και την περιοδικότητα των πληρωμών που πρέπει να πραγματοποιηθούν· και (ε) τα κάθε είδους τέλη που απορρέουν από τη σύμβαση πίστωσης, σύμφωνα με τους όρους της, και τα οποία είναι γνωστά στον πιστωτικό φορέα. 3. Εάν οι πιστωτικοί όροι δεν είναι διαθέσιμοι για το ευρύ κοινό, πρέπει να αναφέρεται το συνολικό ετήσιο πραγματικό επιτόκιο μέσω τουλάχιστον δύο αντιπροσωπευτικών παραδειγμάτων . 4. Όταν προσφέρεται χαμηλότερο επιτόκιο για περιορισμένη χρονική διάρκεια στην αρχή της σύμβασης πίστωσης, η διαφήμιση πρέπει να αναφέρει το συνολικό ετήσιο πραγματικό επιτόκιο, που υπολογίζεται για όλη τη διάρκεια της σύμβασης πίστωσης. 5. Εάν, για να ληφθεί η πίστωση ή το διαφημιζόμενο επιτόκιο, είναι υποχρεωτική η σύναψη σύμβασης που αφορά μια συμπληρωματική υπηρεσία σχετική με τη σύμβαση πίστωσης, και ιδίως μια ασφάλεια, και το κόστος της σύμβασης αυτής δεν μπορεί να καθοριστεί εκ των προτέρων, η υποχρέωση ανάληψης αυτής της υπηρεσίας πρέπει επίσης να αναφέρεται με σαφή, συνοπτικό και ευδιάκριτο τρόπο, μαζί με το συνολικό ετήσιο πραγματικό επιτόκιο. 6. Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται με την επιφύλαξη της οδηγίας 2005/29/ΕΚ της 11 ης Μαΐου 2005. Άρθρο 5 Απαγόρευση της σύναψης συμβάσεων πίστωσης και εγγύησης εκτός των εμπορικών καταστημάτων Κάθε διαδικασία σύναψης συμβάσεως πίστωσης ή εγγύησης εκτός εμπορικών καταστημάτων απαγορεύεται στις περιστάσεις που προβλέπονται από το άρθρο 1 της οδηγίας 85/577/ΕΟΚ. Άρθρο 6 5 Αμοιβαία και εκ των προτέρων ενημέρωση και υποχρέωση παροχής συμβουλών Παροχή πληροφοριών πριν από τη σύναψη της σύμβασης 1. Με την επιφύλαξη της εφαρμογής της οδηγίας 95/46/ΕΚ και κυρίως του άρθρου της 6, ο πιστωτικός φορέας και, ενδεχομένως, ο μεσίτης πιστώσεων δικαιούνται να ζητήσουν από τον καταναλωτή που επιθυμεί να συνάψει σύμβαση πίστωσης, καθώς και από οποιοδήποτε εγγυητή ακριβείς, σχετικές και στοιχειώδεις πληροφορίες για την εκτίμηση της οικονομικής κατάστασής τους καθώς και της ικανότητάς τους προς εξόφληση της πίστωσης. Ο καταναλωτής και ο εγγυητής είναι υποχρεωμένοι να δώσουν ακριβείς και πλήρεις απαντήσεις στις ερωτήσεις αυτές. Ο πιστωτικός φορέας και, όπου συντρέχει περίπτωση, ο μεσίτης πιστώσεων υποχρεούνται να τηρούν την αρχή της υπεύθυνης χορήγησης πίστωσης. Κατά συνέπεια, ο πιστωτικός φορέας και, όπου συντρέχει περίπτωση, ο μεσίτης πιστώσεων οφείλουν να τηρούν τις υποχρεώσεις τους όσον αφορά την παροχή πληροφοριών πριν από τη σύναψη της σύμβασης, καθώς και την υποχρέωση του πιστωτικού φορέα να αξιολογεί την πιστοληπτική ικανότητα του καταναλωτή με βάση ακριβείς πληροφορίες που παρέχει ο τελευταίος, και, όπου χρειάζεται, με βάση στοιχεία προερχόμενα από σχετικές βάσεις δεδομένων. Αν η σύμβαση πίστωσης επιτρέπει στον πιστωτικό φορέα να τροποποιήσει το συνολικό ποσό της πίστωσης μετά την ημερομηνία σύναψης της σύμβασης πίστωσης, ο πιστωτικός φορέας υποχρεούται να επικαιροποιεί τα χρηματοοικονομικά στοιχεία που έχει στη διάθεσή του σχετικά με τον καταναλωτή και να αξιολογεί την πιστοληπτική ικανότητα του καταναλωτή πριν από οποιαδήποτε σημαντική αύξηση του συνολικού ποσού της πίστωσης. 2. Προτού δεσμευθεί ο καταναλωτής από οποιαδήποτε σύμβαση πίστωσης ή σχετική προσφορά, ο πιστωτικός φορέας και, όπου συντρέχει περίπτωση, ο μεσίτης πιστώσεων παρέχουν έγκαιρα στον καταναλωτή, σε χαρτί ή σε άλλο σταθερό μέσο, τις αναγκαίες και ουσιώδεις πληροφορίες που είναι απαραίτητες για τη σύναψη της εν λόγω σύμβασης πίστωσης. Ο καταναλωτής έχει δικαίωμα να λάβει τις πληροφορίες αυτές σε χαρτί ή άλλο σταθερό μέσο πριν από τη σύναψη της σύμβασης πίστωσης. Με την επιφύλαξη του άρθρου 5 της οδηγίας .../.../ΕΚ [σχετικά με την εξ αποστάσεως εμπορία χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών προς τους καταναλωτές και την τροποποίηση των οδηγιών 90/619/ΕΟΚ, 97/7/ΕΚ και 98/27/ΕΚ του Συμβουλίου] στις Οι πληροφορίες αυτές πρέπει να περιλαμβάνεται περιλαμβάνουν σαφή και μια συνοπτική αλλά σαφής περιγραφή του προϊόντος , των πλεονεκτημάτων του και, ενδεχομένως, των μειονεκτημάτων του . Οι πληροφορίες που παρέχονται πρέπει να αφορούν ιδίως : (α) τη διάρκεια της σύμβασης πίστωσης· (β) το συνολικό ποσό της πίστωσης και τους όρους που διέπουν την ανάληψη πιστώσεων · (γ) όπου συντρέχει περίπτωση, το χρεωστικό επιτόκιο, τους όρους που διέπουν την εφαρμογή αυτού του χρεωστικού επιτοκίου και , εφόσον είναι διαθέσιμα, κάθε δείκτη , εφόσον είναι διαθέσιμος, ή επιτόκιο αναφοράς που εφαρμόζεται στο αρχικό χρεωστικό επιτόκιο, καθώς επίσης και τις περιόδους, τους όρους και τις διαδικασίες τροποποίησης του χρεωστικού επιτοκίου δανεισμού · (δ) το συνολικό ετήσιο πραγματικό επιτόκιο και το συνολικό χρεωστικό επιτόκιο κόστος της πίστωσης για τον καταναλωτή με ένα αντιπροσωπευτικό παράδειγμα που θα πρέπει να αναφέρει όλα τα χρηματοπιστωτικά δεδομένα και τις υποθέσεις που χρησιμοποιούνται για τον υπολογισμό αυτών των ποσοστών του εν λόγω επιτοκίου· (ε) το ποσό, τον αριθμό και την περιοδικότητα των πληρωμών που πρέπει να πραγματοποιηθούν , ει δυνατόν υπό μορφή προγράμματος πληρωμών · (στ) τις περιοδικές και μη περιοδικές δαπάνες, συμπεριλαμβανομένων των μη περιοδικών συμπληρωματικών δαπανών τις οποίες ο καταναλωτής οφείλει να εξοφλήσει όταν συνάπτει μία σύμβαση πίστωσης, ειδικότερα τους φόρους, τα διοικητικά έξοδα, τις δικαστικές αμοιβές και τα έξοδα πραγματογνωμοσύνης για τις ζητούμενες εγγυήσεις όπου συντρέχει περίπτωση, το κόστος τήρησης λογαριασμού στον οποίο να εγγράφονται τόσο οι πληρωμές όσο και οι αναλήψεις πιστώσεων, το κόστος χρήσης ενός μέσου πληρωμής τόσο για τις πληρωμές όσο και για τις αναλήψεις πιστώσεων, καθώς επίσης τα άλλα έξοδα που σχετίζονται με τις πληρωμές· (στ) ενδεχομένως, την τιμή τοις μετρητοίς του χρηματοδοτούμενου αγαθού ή υπηρεσίας, την προκαταβολή που θα πρέπει να καταβληθεί και την υπολειμματική αξία · (ζ) τα έξοδα που πρέπει να καταβάλει ο καταναλωτής κατά τη σύναψη της σύμβασης πίστωσης σε πρόσωπα εκτός του πιστωτικού φορέα ή του μεσίτη πιστώσεων, και ιδίως στο συμβολαιογράφο ή στην εφορία · (η) τ ην υποχρέωση να αναληφθεί μια συμπληρωματική υπηρεσία σχετική με τη σύμβαση πίστωσης, και ιδίως μια ασφάλεια, όταν, για να ληφθεί η πίστωση ή το διαφημιζόμενο επιτόκιο, είναι υποχρεωτική η σύναψη σύμβασης που αφορά την υπηρεσία αυτή και το κόστος της εν λόγω σύμβασης δεν μπορεί να καθοριστεί εκ των προτέρων· (θ) τους τόκους που προβλέπονται σε περίπτωση καθυστέρησης των πληρωμών, όπως ισχύουν κατά τη στιγμή της χορήγησης των πληροφοριών που προβλέπονται από την παρούσα διάταξη, καθώς και τις λεπτομέρειες για την αναπροσαρμογή τους και τα έξοδα σε περίπτωση μη εκτέλεσης· (ι) τις ζητούμενες εγγυήσεις και ασφάλειες · (ια) την ύπαρξη ή την απουσία δικαιώματος υπαναχώρησης και την περίοδο κατά τη διάρκεια της οποίας μπορεί να ασκηθεί αυτό το δικαίωμα υπαναχώρησης · (ιβ) το δικαίωμα πρόωρης εξόφλησης και, όπου συντρέχει περίπτωση, τα έξοδα που συνεπάγεται η άσκηση του δικαιώματος αυτού, με αναφορά του ποσού ή της μεθόδου υπολογισμού · (ιγ) το δικαίωμα ενημέρωσης για το αποτέλεσμα της προσφυγής σε βάση δεδομένων για την αξιολόγηση της πιστοληπτικής ικανότητας, σύμφωνα με το άρθρο 8 παράγραφος 2. Ωστόσο, Σ σ τις περιπτώσεις επικοινωνιών φωνητικής τηλεφωνίας, που προβλέπονται στο άρθρο 3 παράγραφος 3 της οδηγίας 2002/65/ΕΚ, στις οι πληροφορίες που πρέπει να παρέχονται πριν από τη σύναψη της σύμβασης αυτές πρέπει να περιλαμβάνονται, επιπλέον των πληροφοριών περιλαμβάνουν τουλάχιστον τις πληροφορίες που προβλέπει αυτή η διάταξη, και οι πληροφορίες που αναφέρονται προβλέπονται στα στοιχεία β), γ) , και ε) και ζ) της παρούσας παραγράφου, καθώς επίσης το συνολικό ετήσιο πραγματικό επιτόκιο, με τη βοήθεια ενός αντιπροσωπευτικού παραδείγματος, και το συνολικό κόστος της πίστωσης για τον καταναλωτή. Η υποχρέωση παροχής πληροφοριών στον καταναλωτή πριν από τη σύναψη της σύμβασης σύμφωνα με την παρούσα παράγραφο μπορεί να εκπληρωθεί επίσης με την παράδοση αντιγράφου του σχεδίου σύμβασης πίστωσης που περιλαμβάνει τις πληροφορίες σύμφωνα με το άρθρο 9. 3. Οι απαιτήσεις που προβλέπονται στην παράγραφο 2 πρέπει να ικανοποιούνται αμέσως μετά τη σύναψη της σύμβασης πίστωσης, αν η εν λόγω σύμβαση έχει συναφθεί έπειτα από αίτημα του καταναλωτή με χρήση μέσου επικοινωνίας από απόσταση που δεν επιτρέπει την παροχή των πληροφοριών σύμφωνα με την παράγραφο 2. 4. Στην περίπτωση σύμβασης πίστωσης στα πλαίσια της οποίας οι πληρωμές που καταβάλλονται από τον καταναλωτή δεν οδηγούν σε άμεση αντίστοιχη αποπληρωμή του συνολικού ποσού της πίστωσης, αλλά χρησιμοποιούνται για την ανασύσταση του κεφαλαίου κατά τις περιόδους και υπό τους όρους που προβλέπονται στη σύμβαση πίστωσης ή σε συμπληρωματική σύμβαση, οι πληροφορίες που παρέχονται πριν από τη σύναψη της σύμβασης σύμφωνα με την παράγραφο 2 πρέπει να περιλαμβάνουν σαφή και συνοπτική δήλωση ότι αυτές οι συμβάσεις πίστωσης δεν προβλέπουν εγγύηση εξόφλησης του συνολικού ποσού της πίστωσης που αναλαμβάνεται, εκτός αν δοθεί τέτοια εγγύηση. 5. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι οι πιστωτικοί φορείς και, όπου συντρέχει περίπτωση, οι μεσίτες πιστώσεων παρέχουν επαρκείς εξηγήσεις στον καταναλωτή, ούτως ώστε να μπορεί ο καταναλωτής να αξιολογήσει αν η προτεινόμενη σύμβαση πίστωσης προσαρμόζεται στις ανάγκες του και στην οικονομική κατάστασή του, με επεξήγηση, όπου απαιτείται, των πληροφοριών που παρέχονται πριν από τη σύναψη της σύμβασης σύμφωνα με την παράγραφο 2 και με επισήμανση των πλεονεκτημάτων και των μειονεκτημάτων των προτεινόμενων προϊόντων. Τα κράτη μέλη μπορούν να προσαρμόσουν τον τρόπο και την έκταση παροχής αυτής της βοήθειας, καθώς επίσης και το πρόσωπο από το οποίο παρέχεται, στις συγκεκριμένες περιστάσεις της κατάστασης στο πλαίσιο της οποίας προσφέρεται η σύμβαση πίστωσης . Ο πιστωτικός φορέας και, ενδεχομένως, ο μεσίτης πιστώσεων αναζητούν, μεταξύ των συμβάσεων πίστωσης που προσφέρουν ή για τις οποίες συνήθως διαμεσολαβούν, το είδος και το συνολικό ποσό της πίστωσης που ανταποκρίνονται καλύτερα στις ανάγκες του καταναλωτή, λαμβάνοντας υπόψη την οικονομική κατάσταση του καταναλωτή, τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα που συνδέονται με το προτεινόμενο προϊόν και το σκοπό της πίστωσης. 4. Οι παράγραφοι 1, 2 και 3 δεν εφαρμόζονται για τους προμηθευτές αγαθών ή υπηρεσιών που διαμεσολαβούν στο πλαίσιο δευτερεύουσας δραστηριότητας ως μεσίτες πιστώσεων. Άρθρο 6 Απαιτήσεις παροχής πληροφοριών πριν από τη σύναψη της σύμβασης για τις συμβάσεις πίστωσης που έχουν τη μορφή δυνατότητας υπερανάληψης και για ορισμένες ειδικές συμβάσεις πίστωσης 1. Προτού δεσμευθεί ένας καταναλωτής από σύμβαση πίστωσης ή από οποιαδήποτε προσφορά σχετική με σύμβαση πίστωσης κατά την έννοια του άρθρου 2 παράγραφος 3 ή του άρθρου 2 παράγραφος 4, ο πιστωτικός φορέας και, όπου συντρέχει περίπτωση, ο μεσίτης πιστώσεων παρέχουν έγκαιρα, σε χαρτί ή σε άλλο σταθερό μέσο, τις ακόλουθες πληροφορίες: (α) το συνολικό ποσό της πίστωσης· (β) το χρεωστικό επιτόκιο· (γ) το συνολικό ετήσιο πραγματικό επιτόκιο, με τη βοήθεια ενός αντιπροσωπευτικού παραδείγματος που θα αναφέρει όλα τα χρηματοοικονομικά στοιχεία και τις υποθέσεις που χρησιμοποιούνται για τον υπολογισμό του εν λόγω επιτοκίου· (δ) τις επιβαρύνσεις που ισχύουν από τη στιγμή της σύναψης της σύμβασης πίστωσης, καθώς επίσης τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες οι επιβαρύνσεις αυτές μπορούν να μεταβληθούν· και (ε) τους όρους και τη διαδικασία καταγγελίας της σύμβασης πίστωσης. Στην περίπτωση συμβάσεων πίστωσης κατά την έννοια του άρθρου 2 παράγραφος 3, οι πληροφορίες που παρέχονται στον καταναλωτή σύμφωνα με το στοιχείο (ε) της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου πρέπει να περιλαμβάνουν, όπου συντρέχει περίπτωση, μνεία ότι ο καταναλωτής μπορεί να κληθεί να εξοφλήσει πλήρως το ποσό της πίστωσης, αν του ζητηθεί, ανά πάσα στιγμή. 2. Στην περίπτωση συμβάσεων πίστωσης κατά την έννοια του άρθρου 2 παράγραφος 4, οι πληροφορίες που παρέχονται στον καταναλωτή σύμφωνα με την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου πρέπει να περιλαμβάνουν επίσης : (α) τη διάρκεια της σύμβασης πίστωσης· και (β) το ποσό, τον αριθμό και την περιοδικότητα των πληρωμών που πρέπει να πραγματοποιηθούν. Ωστόσο, εάν η σύμβαση πίστωσης εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 2 παράγραφος 3, εφαρμόζονται μόνο οι διατάξεις του άρθρου 2 παράγραφος 3. 3. Οι πληροφορίες που πρέπει να παρέχονται στον καταναλωτή πριν από τη σύναψη της σύμβασης σύμφωνα με το παρόν άρθρο μπορούν να παρασχεθούν επίσης με την παράδοση αντιγράφου του σχεδίου σύμβασης πίστωσης που περιλαμβάνει τις πληροφορίες σύμφωνα με το άρθρο 9, στο μέτρο που εφαρμόζεται το άρθρο αυτό. 4. Οι απαιτήσεις που προβλέπονται στο παρόν άρθρο πρέπει να ικανοποιούνται αμέσως μετά τη σύναψη της σύμβασης πίστωσης, αν η εν λόγω σύμβαση έχει συναφθεί έπειτα από αίτημα του καταναλωτή με χρήση μέσου επικοινωνίας από απόσταση που δεν επιτρέπει την παροχή των πληροφοριών σύμφωνα με το παρόν άρθρο. Άρθρο 7 Εξαιρέσεις Οι παράγραφοι 1, 2 και 3 Τα άρθρα 5 και 6 της παρούσας οδηγίας δεν εφαρμόζονται για τους προμηθευτές αγαθών ή υπηρεσιών που διαμεσολαβούν στο πλαίσιο δευτερεύουσας δραστηριότητας ως μεσίτες πιστώσεων. Κεφαλαιο III Προστασια της προσωπικησ ζωησ Προσβαση σε βασεισ δεδομενων Άρθρο 7 Συγκέντρωση και επεξεργασία δεδομένων Τα προσωπικά δεδομένα που συγκεντρώνονται για τους καταναλωτές και τους εγγυητές ή για κάθε άλλο πρόσωπο στο πλαίσιο της σύναψης ή της διαχείρισης των συμβάσεων που προβλέπονται από την παρούσα οδηγία και, ιδίως, δυνάμει του άρθρου 6, παράγραφος 1, δεν μπορούν να υποβάλλονται σε επεξεργασία για άλλο σκοπό εκτός της εκτίμησης του κινδύνου μη εκτέλεσης της σύμβασης από αυτούς και της ικανότητάς τους προς εξόφληση της πίστωσης. Άρθρο 8 Κεντρική βάση Πρόσβαση σε βάσεις δεδομένων 1. Με την επιφύλαξη της εφαρμογής της οδηγίας 95/46/ΕΚ, τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν στο έδαφός τους την εκμετάλλευση μιας κεντρικής βάσης δεδομένων με στόχο την καταχώρηση των καταναλωτών και των εγγυητών του κράτους μέλους που έχουν αθετήσει υποχρεώσεις καταβολής πληρωμής. Αυτή η βάση δεδομένων μπορεί να λάβει τη μορφή ενός δικτύου βάσεων δεδομένων. Οι πιστωτικοί φορείς πρέπει να συμβουλεύονται την κεντρική βάση δεδομένων πριν από οποιαδήποτε δέσμευση του καταναλωτή ή του εγγυητή, εντός των ορίων που προβλέπονται στο άρθρο 9. Ο καταναλωτής και, ενδεχομένως ο εγγυητής πρέπει να ενημερώνονται, εφόσον το ζητήσουν, χωρίς καθυστέρηση και δωρεάν, σχετικά με το αποτέλεσμα οποιασδήποτε αναζήτησης στοιχείων. Σε περίπτωση διασυνοριακής πίστωσης, κάθε κράτος μέλος εξασφαλίζει την πρόσβαση των πιστωτικών φορέων των άλλων κρατών μελών στις βάσεις δεδομένων αυτού του κράτους μέλους υπό όρους που δεν εισάγουν διακρίσεις . 2. Η πρόσβαση στην κεντρική βάση δεδομένων ενός άλλου κράτους μέλους θα πρέπει να διασφαλίζεται υπό τους ίδιους όρους με αυτούς που προβλέπονται για τις επιχειρήσεις και τα πρόσωπα του εν λόγω κράτους μέλους, είτε απευθείας είτε μέσω της κεντρικής βάσης δεδομένων του κράτους μέλους προέλευσης. Ο καταναλωτής , αν υποβάλει σχετικό αίτημα, ενημερώνεται αμέσως και δωρεάν σχετικά με το αποτέλεσμα οποιασδήποτε αναζήτησης στοιχείων στις βάσεις δεδομένων . 3. Η επεξεργασία των προσωπικών δεδομένων που λαμβάνονται σύμφωνα με την παράγραφο 1 επιτρέπεται μόνον με στόχο την εκτίμηση της οικονομικής κατάστασης του καταναλωτή ή του εγγυητή και της ικανότητάς τους εξόφλησης της πίστωσης. Τα εν λόγω δεδομένα πρέπει να διαγράφονται αμέσως μετά τη σύναψη της σύμβασης πίστωσης ή εγγύησης ή την απόρριψη από τον πιστωτικό φορέα της αίτησης πίστωσης ή της προτεινόμενης εγγύησης. 4. Η κεντρική βάση δεδομένων που αναφέρεται στην παράγραφο 1 μπορεί να περιλαμβάνει την καταχώρηση των συμβάσεων πίστωσης και εγγύησης. Κεφαλαιο IV Καταρτιση συμβασεων Πληροφορηση και δικαιωματα σχετικα με τις συμβασεις πιστωσης Άρθρο 9 Υπεύθυνος δανεισμός Όταν ο πιστωτικός φορέας συνάψει σύμβαση πίστωσης ή εγγύησης ή αυξήσει το συνολικό ποσό της πίστωσης ή το εγγυημένο ποσό, προϋποτίθεται ότι έχει εκτιμήσει εκ των προτέρων, με κάθε μέσο που έχει στη διάθεσή του, ότι ο καταναλωτής και, ενδεχομένως, ο εγγυητής θα τηρήσουν λογικά τις υποχρεώσεις τους που απορρέουν από τη σύμβαση. Άρθρο 10 9 Πληροφορίες που πρέπει να αναφέρονται στη σύμβαση πίστωσης ή εγγύησης 1. Οι συμβάσεις πίστωσης καθώς και οι συμβάσεις εγγύησης καταρτίζονται σε χαρτί ή σε άλλο σταθερό μέσο. Όλα τα συμβαλλόμενα μέρη , συμπεριλαμβανομένου του εγγυητή και του μεσίτη πιστώσεων, λαμβάνουν ένα αντίτυπο της σύμβασης πίστωσης. Ο εγγυητής λαμβάνει ένα αντίτυπο της σύμβασης εγγύησης. Στις Οι συμβάσεις πίστωσης περιέχουν πληροφορίες σχετικά με την πρόσβαση σε αναφέρεται εάν υπάρχουν ή δεν υπάρχουν εξώδικες διαδικασίες καταγγελίας και προσφυγής επίλυσης διαφορών και προσδιορίζουν τις διατυπώσεις που πρέπει να ακολουθηθούν αν ο πιστωτικός φορέας ή ο μεσίτης πιστώσεων προσφύγει προσιτές στον καταναλωτή που αποτελούν τμήμα της σύμβασης και, εάν αυτές οι διαδικασίες υπάρχουν, οι διατυπώσεις πρόσβασης στις διαδικασίες αυτές. 2. Η σύμβαση πίστωσης αναφέρει , με σαφή και συνοπτικό τρόπο : (α) τα στοιχεία ταυτότητας και τη διεύθυνση των συμβαλλομένων μερών καθώς και , εάν συντρέχει περίπτωση, τα στοιχεία και τη διεύθυνση του διαμεσολαβούντος μεσίτη πιστώσεων· (β) τη διάρκεια της σύμβασης πίστωσης· (γ) το συνολικό ποσό της πίστωσης και τους όρους που διέπουν την ανάληψη πιστώσεων· (δ) το χρεωστικό επιτόκιο, τους όρους που διέπουν την εφαρμογή αυτού του επιτοκίου και, εφόσον είναι διαθέσιμα, κάθε δείκτη ή επιτόκιο αναφοράς που εφαρμόζεται στο αρχικό χρεωστικό επιτόκιο, καθώς επίσης και τις περιόδους, τους όρους και τις διαδικασίες τροποποίησης του χρεωστικού επιτοκίου· (ε) το συνολικό ετήσιο πραγματικό επιτόκιο και το συνολικό κόστος της πίστωσης για τον καταναλωτή, υπολογιζόμενα κατά το χρόνο σύναψης της σύμβασης πίστωσης· πρέπει να αναφέρονται όλα τα χρηματοοικονομικά στοιχεία και οι υποθέσεις που χρησιμοποιούνται για τον υπολογισμό του εν λόγω επιτοκίου· (στ) το ποσό, τον αριθμό και την περιοδικότητα των πληρωμών που πρέπει να πραγματοποιηθούν, ει δυνατόν υπό μορφή προγράμματος πληρωμών· (ζ) σε περίπτωση αποπληρωμής του κεφαλαίου μιας σύμβασης πίστωσης που έχει σταθερή διάρκεια και σταθερό επιτόκιο , μια κατάσταση των απαιτούμενων πληρωμών, με τη μορφή ενός πίνακα χρεωλυσίων, καθώς και τις περιόδους και τους όρους βάσει των οποίων πρέπει να καταβληθούν τα ποσά αυτά· ο πίνακας που αναφέρεται στο στοιχείο γ) περιλαμβάνει τη σύνθεση ανάλυση κάθε περιοδικής εξόφλησης πληρωμής, ούτως ώστε να εμφαίνονται: όσον αφορά το αποπληρωθέν κεφάλαιο, τους τόκους οι τόκοι που υπολογίζονται βάσει του χρεωστικού επιτοκίου και, όπου συντρέχει περίπτωση ενδεχομένως , τις οι συμπληρωματικές επιβαρύνσεις · (η) εάν υπάρχει πληρωμή εξόδων και τόκων χωρίς αποπληρωμή κεφαλαίου, μια κατάσταση των περιόδων και των όρων πληρωμής των χρεωστικών τόκων και των σχετικών περιοδικών και μη περιοδικών δαπανών · (θ) όπου συντρέχει περίπτωση, το κόστος της τήρησης ενός λογαριασμού στον οποίο να εγγράφονται τόσο οι πληρωμές όσο και οι αναλήψεις πιστώσεων, το κόστος της χρήσης ενός μέσου πληρωμής τόσο για τις πληρωμές όσο και για τις αναλήψεις πιστώσεων, καθώς και τα άλλα έξοδα που συνδέονται με τις πληρωμές· (ι) μια κατάσταση των εξόδων στοιχείων κόστους που δεν περιλαμβάνονται στον υπολογισμό του συνολικού ετήσιου πραγματικού επιτοκίου, αλλά τα οποία είναι γνωστά στον πιστωτικό φορέα ή στο μεσίτη πιστώσεων και πρέπει να καταβληθούν από τον καταναλωτή σε ορισμένες περιπτώσεις (με αναφορά του σκοπού και του ύψους τους) , και συγκεκριμένα το επιτόκιο υπερημερίας, όπως ισχύει τη στιγμή της σύναψης της σύμβασης, και τις ρυθμίσεις για την αναπροσαρμογή του, τις προμήθειες δέσμευσης κεφαλαίου, τις ποινές, τις επιβαρύνσεις ή τους τόκους που επιβάλλονται σε περίπτωση υπέρβασης του μη επιτρεπόμενων αναλήψεων καθ’ υπέρβαση συνολικού ποσού της πίστωσης και τα έξοδα μη εκτέλεσης , καθώς και κατάλογο που να περιγράφει τις σχετικές περιστάσεις · (ια) τις ζητούμενες εγγυήσεις και ασφάλειες· (ιβ) την ύπαρξη ή την απουσία δικαιώματος υπαναχώρησης, την περίοδο κατά τη διάρκεια της οποίας μπορεί να ασκηθεί αυτό το δικαίωμα και τη διαδικασία άσκησής του · (ιγ) πληροφορίες για τα δικαιώματα που απορρέουν από το άρθρο 14 καθώς και για τους όρους άσκησης των δικαιωμάτων αυτών· (ιδ) το δικαίωμα πρόωρης εξόφλησης, καθώς και τη διαδικασία που θα πρέπει να ακολουθήσει ο καταναλωτής για την άσκηση του δικαιώματος αυτού τη διαδικασία πρόωρης εξόφλησης και, όπου συντρέχει περίπτωση, τα έξοδα που συνεπάγεται η άσκηση του δικαιώματος αυτού, με αναφορά του ποσού ή της μεθόδου υπολογισμού· (ιε) τη διαδικασία που πρέπει να ακολουθηθεί για την άσκηση του δικαιώματος καταγγελίας της σύμβασης πίστωσης. (β) τα στοιχεία που απαριθμούνται στο άρθρο 6, παράγραφος 2, το συνολικό ετήσιο πραγματικό επιτόκιο και το χρεωστικό επιτόκιο που υπολογίζεται κατά το χρόνο σύναψης της σύμβασης πίστωσης και με βάση όλα τα χρηματοπιστωτικά δεδομένα και τις υποθέσεις που ισχύουν για τη σύμβαση· (ιστ) εάν συντρέχει περίπτωση, τα χρηματοδοτούμενα αγαθά ή υπηρεσίες· (ζ) το δικαίωμα πρόωρης εξόφλησης καθώς και τη διαδικασία που θα πρέπει να ακολουθήσει ο καταναλωτής για την άσκηση του δικαιώματος αυτού · η) η διαδικασία που θα πρέπει να ακολουθείται για την άσκηση του δικαιώματος υπαναχώρησης. Ο πίνακας που αναφέρεται στο στοιχείο γ) περιλαμβάνει ανάλυση κάθε περιοδικής πληρωμής, ούτως ώστε να εμφαίνονται: το αποπληρωθέν κεφάλαιο, οι τόκοι που υπολογίζονται βάσει του χρεωστικού επιτοκίου και, όπου συντρέχει περίπτωση, οι συμπληρωματικές επιβαρύνσεις Εάν, στην περίπτωση που αναφέρεται στο στοιχείο γ) μια νέα ανάληψη πίστωσης δεν είναι δυνατή παρά μόνο κατόπιν συγκατάθεσης του πιστωτικού φορέα, η απόφαση του πιστωτικού φορέα θα πρέπει να κοινοποιείται σε χαρτί ή σε άλλο σταθερό μέσο, το οποίο τίθεται στη διάθεση του καταναλωτή και περιέχει τις τροποποιημένες πληροφορίες που προβλέπονται στην παρούσα παράγραφο Εάν το ακριβές ποσό των στοιχείων που αναφέρονται στο στοιχείο γ) είναι γνωστό, πρέπει να επισημαίνεται. Διαφορετικά, αυτά τα στοιχεία κόστους θα πρέπει τουλάχιστον να είναι δυνατό να προσδιοριστούν στη σύμβαση πίστωσης, ιδίως με την ένδειξη ενός ποσοστού συνδεόμενου με ένα δείκτη αναφοράς, μιας μεθόδου υπολογισμού και μιας όσο το δυνατόν πιο ρεαλιστικής εκτίμησης. Στις περιπτώσεις αυτές, ο πιστωτικός φορέας κοινοποιεί στον καταναλωτή σε χαρτί ή σε άλλο σταθερό μέσο τις λεπτομέρειες αυτών των στοιχείων κόστους άμεσα και το αργότερο τη στιγμή της εφαρμογής τους. 3. Η σύμβαση εγγύησης αναφέρει το μέγιστο εγγυημένο ποσό καθώς και τις επιβαρύνσεις σε περίπτωση μη εκτέλεσης σύμφωνα με τις ρυθμίσεις που προβλέπονται στην παράγραφο 2, στοιχείο ε). 3. Στην περίπτωση σύμβασης πίστωσης στα πλαίσια της οποίας οι πληρωμές που καταβάλλονται από τον καταναλωτή δεν οδηγούν σε άμεση αντίστοιχη αποπληρωμή του συνολικού ποσού της πίστωσης, αλλά χρησιμοποιούνται για την ανασύσταση του κεφαλαίου κατά τις περιόδους και υπό τους όρους που προβλέπονται στη σύμβαση πίστωσης ή σε συμπληρωματική σύμβαση, οι πληροφορίες που παρέχονται πριν από τη σύναψη της σύμβασης σύμφωνα με την παράγραφο 2 πρέπει να περιλαμβάνουν σαφή και συνοπτική δήλωση ότι αυτές οι συμβάσεις πίστωσης δεν προβλέπουν εγγύηση εξόφλησης του συνολικού ποσού της πίστωσης που αναλαμβάνεται, εκτός αν δοθεί τέτοια εγγύηση. Άρθρο 14 10 Πληροφορίες για το χρεωστικό επιτόκιο 1. Το χρεωστικό επιτόκιο είναι σταθερό ή μεταβλητό. 2. Εάν καθοριστούν ένα ή περισσότερα σταθερά χρεωστικά επιτόκια, αυτά εφαρμόζονται κατά τη διάρκεια της περιόδου που ορίζεται στη σύμβαση πίστωσης. 3. Το μεταβλητό χρεωστικό επιτόκιο μπορεί να μεταβληθεί μόνο μετά τη λήξη των περιόδων που έχουν συμφωνηθεί και προβλέπονται στη σύμβαση πίστωσης και στην ίδια αναλογία με τον δείκτη ή το επιτόκιο αναφοράς που έχει συμφωνηθεί. 4. Ο καταναλωτής ενημερώνεται περιοδικά για τις τροποποιήσεις σχετικά με οποιαδήποτε τροποποίηση του χρεωστικού επιτοκίου σε χαρτί ή σε άλλο σταθερό μέσο . Στις σχετικές πληροφορίες πρέπει να περιλαμβάνεται η ένδειξη του νέου συνολικού ετήσιου πραγματικού επιτοκίου, του νέου συνολικού χρεωστικού επιτοκίου και, ενδεχομένως, ένας νέος πίνακας χρεολυσίων. Ο υπολογισμός του συνολικού ετήσιου πραγματικού επιτοκίου και του νέου συνολικού χρεωστικού επιτοκίου πραγματοποιείται σύμφωνα με το άρθρο 12, παράγραφος 3. Όταν η τροποποίηση αυτού του επιτοκίου είναι σημαντική, ο καταναλωτής ενημερώνεται αμέσως μετά την εν λόγω τροποποίηση. Άρθρο 21 11 Σύμβαση πίστωσης υπό μορφή προκαταβολής σε τρεχούμενο λογαριασμό ή υπό μορφή χρεωστικού λογαριασμού δυνατότητας υπερανάληψης Όταν μια σύμβαση πίστωσης συνάπτεται υπό τη μορφή προκαταβολής σε τρεχούμενο λογαριασμό ή χρεωστικού λογαριασμού δυνατότητας υπερανάληψης , ο καταναλωτής ενημερώνεται περιοδικά σχετικά με τη χρεωστική του κατάσταση με τη βοήθεια μιας ανάλυσης λογαριασμού σε χαρτί ή σε άλλο σταθερό μέσο, η το οποία οποίο περιλαμβάνει τις ακόλουθες πληροφορίες: (α) την ακριβή περίοδο την οποία αφορά η ανάλυση λογαριασμού· (β) τα αναληφθέντα ποσά και την ημερομηνία των αναλήψεων· (γ) ενδεχομένως, το οφειλόμενο υπόλοιπο από την προηγούμενη ανάλυση λογαριασμού και την ημερομηνία αυτής · (δ) ενδεχομένως, το νέο υπόλοιπο που παραμένει σε οφειλή · ( δ) την ημερομηνία και το ποσό των οφειλόμενων εξόδων· (ε) την ημερομηνία και το ποσό των πληρωμών που πραγματοποιήθηκαν από τον καταναλωτή · (στ) το τελευταίο συμφωνηθέν χρεωστικό επιτόκιο · (ζ) το συνολικό ποσό των οφειλόμενων τόκων · (ζ) ενδεχομένως, όπου συντρέχει περίπτωση, το ελάχιστο καταβλητέο ποσό · (η) ενδεχομένως, το νέο υπόλοιπο που παραμένει σε οφειλή· (ι) το νέο συνολικό οφειλόμενο ποσό, στο οποίο συμπεριλαμβάνονται συνεπώς οι τόκοι καθυστέρησης και τυχόν πρόστιμα. Επιπλέον, ο καταναλωτής πρέπει να ενημερώνεται σε χαρτί ή σε οποιοδήποτε σταθερό μέσο κατά τη διάρκεια της σύμβασης για τις τροποποιήσεις του χρεωστικού επιτοκίου ή των πληρωτέων εξόδων αμέσως μετά την τροποποίηση . Άρθρο 22 12 Συμβάσεις πίστωσης αόριστης και μακράς διάρκειας 1. Καθένα από τα συμβαλλόμενα μέρη μπορεί να λύσει καταγγείλει τη μια σύμβαση πίστωσης αόριστης διάρκειας εφόσον τηρήσει με τρίμηνη προθεσμία προειδοποίησης καθορισμένη και προβεί σε σχετική δήλωση σε χαρτί ή σε άλλο σταθερό μέσο σύμφωνα με τις ρυθμίσεις που αναφέρονται σ τη σύμβαση πίστωσης και σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία σχετικά με την απόδειξη . 2. Ο πιστωτικός φορέας μπορεί να καταγγείλει χωρίς προειδοποίηση το δικαίωμα του καταναλωτή να προβαίνει σε αναλήψεις πιστώσεων στο πλαίσιο μιας σύμβασης πίστωσης αόριστης διάρκειας. Ο πιστωτικός φορέας ενημερώνει τον καταναλωτή για την απόφαση αυτή σε χαρτί ή σε άλλο σταθερό μέσο χωρίς καθυστέρηση . 3. Οι συμβάσεις ορισμένου χρόνου διάρκειας άνω των τριών ετών δεν μπορούν να ανανεωθούν χωρίς τη ρητή προηγούμενη έγκριση του καταναλωτή. Άρθρο 11 13 Δικαίωμα υπαναχώρησης 1. Ο καταναλωτής διαθέτει μια προθεσμία δεκατεσσάρων ημερολογιακών ημερών για να υπαναχωρήσει από την αποδοχή της τη σύμβαση πίστωσης χωρίς να αναφέρει τους λόγους. Η Αυτή η προθεσμία υπαναχώρησης αρχίζει : (α) είτε από την ημέρα σύναψης της σύμβασης πίστωσης, είτε (β) από την ημέρα κατά την οποία ο καταναλωτής λαμβάνει τους όρους της σύμβασης και τις πληροφορίες που προβλέπονται στο άρθρο 9 παράγραφος 2, αν η ημέρα αυτή είναι μεταγενέστερη από την ημερομηνία που αναφέρεται στο στοιχείο (α). από την ημέρα κατά την οποία διαβιβάζεται στον καταναλωτή αντίγραφο της συναφθείσας σύμβασης πίστωσης. 2. Ο καταναλωτής, πριν ασκήσει το δικαίωμα υπαναχώρησης, δύναται να ενημερώσει τον πιστωτικό φορέα για την πρόθεσή του να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση πίστωσης . Η πληροφορία αυτή πρέπει να δοθεί εντός επτά περιόδου ημερολογιακών ημερών από την έναρξη της περιόδου υπαναχώρησης σύμφωνα με την παράγραφο 1. 3. Αν ο καταναλωτής ασκήσει το δικαίωμα υπαναχώρησης, όπως προβλέπεται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, πρέπει, πριν από τη λήξη της προθεσμίας που αναφέρεται στην παράγραφο 1, να ενημερώσει σχετικά τον πιστωτικό φορέα, μετά τις πληροφορίες που παρέχει ο πιστωτικός φορέας σύμφωνα με το άρθρο 9 παράγραφος 2 στοιχείο (ιβ) με μέσο που μπορεί να αποδειχθεί σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία. Ο καταναλωτής πρέπει να κοινοποιήσει την υπαναχώρηση στον πιστωτικό φορέα πριν από τη λήξη της προθεσμίας που ορίζεται στην παράγραφο 1 και σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία σχετικά με την απόδειξη. Η προθεσμία θεωρείται ότι έχει τηρηθεί εάν η ειδοποίηση, εφόσον υπό την προϋπόθεση ότι έχει υποβληθεί σε χαρτί ή σε άλλο σταθερό μέσο που τίθεται στη διάθεση του πιστωτικού φορέα και στο οποίο ο τελευταίος έχει πρόσβαση, αποσταλεί πριν από τη λήξη της προθεσμίας. 4. Μετά την άσκηση του δικαιώματος υπαναχώρησης σύμφωνα με την παράγραφο 2 , ο πιστωτικός φορέας ενημερώνει τον καταναλωτή, σε χαρτί ή σε άλλο σταθερό μέσο, για το χρηματικό ποσό που πρέπει να επιστραφεί, συμπεριλαμβανομένων υποχρεώνει τον καταναλωτή να επιστρέψει ταυτόχρονα στον πιστωτικό φορέα τα ποσά ή τα αγαθά τα οποία έχει λάβει δυνάμει της σύμβασης πίστωσης στο βαθμό που η διάθεσή τους έχει ρυθμιστεί στη σύμβαση πίστωσης. Ο καταναλωτής πρέπει να καταβάλει τους οφειλόμενους τόκους του τόκου των τόκων που οφείλονται για την περίοδο κατά την οποία έγιναν αναλήψεις ανάληψης πίστωσης. Οι οφειλόμενοι τόκοι υπολογίζονται βάσει του συμφωνηθέντος συνολικού ετήσιου πραγματικού χρεωστικού επιτοκίου. Καμία άλλη αποζημίωση δεν μπορεί να απαιτηθεί λόγω της άσκησης του δικαιώματος υπαναχώρησης. Ο καταναλωτής καταβάλλει στον πιστωτικό φορέα το χρηματικό ποσό που του ζητήθηκε σύμφωνα με την παρούσα παράγραφο . Οποιαδήποτε προκαταβολή έχει καταβληθεί από τον καταναλωτή δυνάμει της σύμβασης πίστωσης πρέπει να επιστρέφεται ανυπερθέτως στον καταναλωτή. 5. Οι παράγραφοι 1 , 2 και 3 έως 4 του παρόντος άρθρου δεν εφαρμόζονται σε συμβάσεις πίστωσης: (α) που συνάπτονται μέσω των υπηρεσιών ενός υπαλλήλου, με την προϋπόθεση ότι ο υπάλληλος επισημαίνει ότι ο καταναλωτής έχει τα δικαιώματα που προβλέπονται από το άρθρο 5 παράγραφος 2 και το άρθρο 9 παράγραφος 2. σε συμβάσεις πίστωσης που καλύπτονται από υποθήκη ή παρόμοια εγγύηση ούτε σε συμβάσεις στεγαστικής πίστωσης ή (β) συμβάσεις πίστωσης που καταγγέλλονται δυνάμει: ( i) του άρθρου 6 της οδηγίας 2002/65/ΕΚ [σχετικά με την εξ αποστάσεως εμπορία χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών προς τους καταναλωτές και την τροποποίηση των οδηγιών 97/7/ΕΚ και 98/27/ΕΚ ] · (ii) του άρθρου 6 παράγραφος 4 της οδηγίας 97/7/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου[17] · (iii) του άρθρου 7 της οδηγίας 94/47/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου[18] . Άρθρο 14 Συνδεδεμένες συναλλαγές 1. Αν ο καταναλωτής έχει ασκήσει δικαίωμα υπαναχώρησης από σύμβαση παροχής αγαθών ή υπηρεσιών από εμπορική επιχείρηση, δεν δεσμεύεται πλέον ούτε από συνδεδεμένη σύμβαση πίστωσης. 2. Όταν: (α) ο καταναλωτής συνάπτει σύμβαση πίστωσης για την αγορά αγαθών ή την παροχή υπηρεσιών με πρόσωπο διαφορετικό από αυτό που παρέχει τα αγαθά ή τις υπηρεσίες· (β) ο πιστωτικός φορέας και ο προμηθευτής των αγαθών ή των υπηρεσιών συνδέονται με προϋπάρχουσα σύμβαση βάσει της οποίας η παροχή πίστωσης στους καταναλωτές γίνεται αποκλειστικά από αυτόν τον πιστωτικό φορέα με σκοπό την απόκτηση αγαθών ή την παροχή υπηρεσιών από τον εν λόγω προμηθευτή· (γ) ο καταναλωτής που αναφέρεται στο στοιχείο (α) λαμβάνει την πίστωση βάσει αυτής της προϋπάρχουσας σύμβασης· (δ) τα αγαθά ή οι υπηρεσίες που καλύπτονται από τη σύμβαση πίστωσης δεν παρασχεθούν ή παρασχεθούν μόνον εν μέρει ή δεν ανταποκρίνονται στους όρους της σύμβασης παροχής τους· (ε) ο καταναλωτής έχει στραφεί κατά του προμηθευτή, αλλά χωρίς να ικανοποιηθούν οι βάσιμες απαιτήσεις του, ο καταναλωτής δικαιούται να στραφεί κατά του πιστωτικού φορέα. Τα κράτη μέλη καθορίζουν την έκταση και τους όρους άσκησης αυτού του δικαιώματος. 3. Οι παράγραφοι 1 και 2 εφαρμόζονται με την επιφύλαξη των τυχόν εθνικών κανόνων σύμφωνα με τους οποίους ένας πιστωτικός φορέας είναι εις ολόκληρον υπεύθυνος για οποιαδήποτε αξίωση του καταναλωτή κατά του προμηθευτή, αν η αγορά των αγαθών ή των υπηρεσιών από τον προμηθευτή έχει χρηματοδοτηθεί με σύμβαση πίστωσης . Άρθρο 16 15 Πρόωρη εξόφληση 1. Ο καταναλωτής δικαιούται να εκπληρώσει ανά πάσα στιγμή το σύνολο ή μέρος των υποχρεώσεών του που απορρέουν από τη σύμβαση πίστωσης πριν να καταστούν ληξιπρόθεσμες . Στις περιπτώσεις αυτές, δικαιούται δίκαιη μείωση του συνολικού κόστους της πίστωσης. 2. Οποιαδήποτε αποζημίωση απαιτείται από τον Ο πιστωτικό ς φορέας πρέπει να είναι έχει το δικαίωμα να αξιώσει δίκαιη και αντικειμενική αποζημίωση σε περίπτωση πρόωρης εξόφλησης σύμφωνα με το ποσό ή τη μέθοδο υπολογισμού υπολογιζόμενη βάσει των μαθηματικών αρχών αποζημίωση που ορίζεται στη σύμβαση πίστωσης . Ωστόσο, Κ κ αμία αποζημίωση δεν μπορεί να απαιτηθεί από τον πιστωτικό φορέα: (α) για τις συμβάσεις πίστωσης για τις οποίες η περίοδος που λαμβάνεται υπόψη για τον καθορισμό του χρεωστικού επιτοκίου είναι κατώτερη του ενός έτους· (β) εάν η εξόφληση πραγματοποιήθηκε με την εκτέλεση σύμβασης ασφάλειας που αποσκοπεί στη συμβατική εγγύηση της εξόφλησης της πίστωσης. (γ) για τις συμβάσεις πίστωσης που προβλέπουν πληρωμές εξόδων και τόκων χωρίς απόσβεση του κεφαλαίου, με εξαίρεση των συμβάσεων πίστωσης που προβλέπονται στο άρθρο 20 . Άρθρο 17 16 Εκχώρηση δικαιωμάτων Όταν τα δικαιώματα του πιστωτικού φορέα από μία σύμβαση πίστωσης ή η ίδια ή μία σύμβαση εγγύησης εκχωρούνται σε τρίτον, ο καταναλωτής και, ενδεχομένως, ο εγγυητής δικαιούνται δικαιούται να αντιτάξουν αντιτάξει έναντι κατά του εκδοχέα νέου δικαιούχου των απαιτήσεων που προκύπτουν από την εν λόγω σύμβαση τις ίδιες εξαιρέσεις και ενστάσεις τα ίδια μέσα άμυνας που είχαν είχε κατά του αρχικού πιστωτή, συμπεριλαμβανομένου του συμψηφισμού, εφόσον αυτός επιτρέπεται από τη νομοθεσία του οικείου κράτους μέλους . Ο καταναλωτής ενημερώνεται για την εκχώρηση της σύμβασης πίστωσης σε τρίτον, εκτός αν η εκχώρηση γίνεται μόνο για λόγους τιτλοποίησης και αν ο αρχικός πιστωτικός φορέας, σε συμφωνία με τον εκδοχέα, εξακολουθεί να ενεργεί εξ ονόματος του εκδοχέα ως πιστωτικός φορέας έναντι του καταναλωτή . Άρθρο 18 Απαγόρευση της χρήσης συναλλαγματικών και άλλων τίτλων Απαγορεύεται στον πιστωτικό φορέα ή στο νέο δικαιούχο των απαιτήσεων που προκύπτουν από μία σύμβαση πίστωσης ή μία σύμβαση εγγύησης να απαιτούν από τον καταναλωτή ή τον εγγυητή ή να τους προτείνουν να εγγυηθούν μέσω μίας συναλλαγματικής ή ενός γραμματίου την εξόφληση των υποχρεώσεων που έχουν αναλάβει δυνάμει της εν λόγω σύμβασης . Επίσης, απαγορεύεται να τους υποχρεώνουν να υπογράψουν επιταγή που να εγγυάται την ολική ή μερική εξόφληση του οφειλόμενου ποσού . Άρθρο 25 17 Υπέρβαση του συνολικού ποσού της πίστωσης και σιωπηρές υπεραναλήψεις 1. Σε περίπτωση προσωρινής επιτρεπόμενης υπέρβασης του συνολικού ποσού της πίστωσης ή σε περίπτωση σιωπηρής υπερανάληψης, ο πιστωτικός φορέας κοινοποιεί άμεσα στον καταναλωτή γραπτώς ή με άλλο σταθερό μέσο το ποσό της υπέρβασης ή της υπερανάληψης, καθώς και το εφαρμοζόμενο χρεωστικό επιτόκιο. Η εφαρμογή τυχόν ποινής ή τυχόν επιβάρυνσης ή τόκου υπερημερίας αποκλείεται. 1. Σε περίπτωση σημαντικής υπέρβασης του συνολικού ποσού της πίστωσης η οποία υπερβαίνει τον ένα μήνα, ο πιστωτικός φορέας ενημερώνει τον καταναλωτή άμεσα , σε χαρτί ή ένα άλλο σταθερό μέσο (α) για την υπέρβαση του συνολικού ποσού της πίστωσης· (β) ή για τη μη εγκεκριμένη υπερανάληψη και του γνωστοποιεί για το σχετικό ποσό· (γ) για το χρεωστικό επιτόκιο· και (δ) για τις εφαρμοζόμενες ποινές , επιβαρύνσεις ή τόκους υπερημερίας . 2. Οποιαδήποτε σημαντική υπέρβαση του συνολικού ποσού της πίστωσης ή υπερανάληψη που προβλέπεται από το παρόν άρθρο η οποία υπερβαίνει τους τρεις μήνες πρέπει να ρυθμίζεται, εφόσον είναι αναγκαίο μέσω νέας σύμβασης πίστωσης που προβλέπει υψηλότερο συνολικό ποσό πίστωσης. Κεφαλαιο V Συνολικο ετησιο πραγματικο επιτοκιο και χρεωστικο επιτοκιο Άρθρο 12 18 Υπολογισμός του συνολικού ετήσιου πραγματικού επιτοκίου Συνολικό ετήσιο πραγματικό επιτόκιο 1. Το συνολικό ετήσιο πραγματικό επιτόκιο, που εξισώνει, σε ετήσια βάση, την πραγματική αξία του συνόλου των τρεχουσών ή μελλοντικών υποχρεώσεων (αναλήψεων πιστώσεων, εξοφλήσεων και επιβαρύνσεων) που έχουν συμφωνηθεί από τον πιστωτικό φορέα και τον καταναλωτή, υπολογίζεται σύμφωνα με τον μαθηματικό τύπο που παρουσιάζεται στο παράρτημα I . Στο παράρτημα II παρατίθενται ενδεικτικώς διάφορα παραδείγματα της μεθόδου υπολογισμού. 2. Κατά τον υπολογισμό του συνολικού ετήσιου πραγματικού επιτοκίου, προσδιορίζεται το συνολικό κόστος της πίστωσης για τον καταναλωτή, χωρίς να συνυπολογίζονται τα έξοδα με τα οποία επιβαρύνεται ο καταναλωτής σε περίπτωση που παραβεί οποιαδήποτε από τις υποχρεώσεις που τον βαρύνουν βάσει της σύμβασης πίστωσης και τα επιπλέον της τιμής αγοράς έξοδα που οφείλει να πληρώσει κατά την αγορά αγαθών ή υπηρεσιών, ανεξάρτητα από το αν αγοράζει επί πιστώσει ή τοις μετρητοίς. Τα έξοδα τα σχετικά με την τήρηση λογαριασμού στον οποίο εγγράφονται ταυτόχρονα πράξεις πληρωμής και αναλήψεις πίστωσης, τα έξοδα τα σχετικά με τη χρήση ή τη λειτουργία μιας κάρτας ή άλλου μέσου πληρωμής που επιτρέπει ταυτόχρονα τη διενέργεια πράξεων πληρωμής και αναλήψεων πιστώσεων, καθώς και τα λοιπά έξοδα τα σχετικά με πράξεις πληρωμών εν γένει θα θεωρούνται ως συμπεριλαμβάνονται στο συνολικό κόστος της πίστωσης για τον καταναλωτή έξοδα που απορρέουν από την πίστωση , εκτός εάν τα έξοδα αυτά είναι προαιρετικά και έχουν προσδιοριστεί σαφώς και ξεχωριστά στη σύμβαση πίστωσης ή οποιαδήποτε άλλη σύμβαση η οποία συνάπτεται με τον καταναλωτή. Οι δαπάνες που αφορούν ασφάλιστρα πρέπει να συμπεριλαμβάνονται στο συνολικό κόστος της πίστωσης εάν η ασφάλεια συνάπτεται κατά τη σύναψη της σύμβασης πίστωσης. 3. Ο υπολογισμός του συνολικού ετήσιου πραγματικού επιτοκίου γίνεται βάσει της προϋπόθεσης ότι η σύμβαση πίστωσης εξακολουθεί να ισχύει για όλη τη συμφωνηθείσα διάρκειά της και ότι ο πιστωτικός φορέας και ο καταναλωτής εκπληρώνουν τις υποχρεώσεις τους εντός των προθεσμιών σύμφωνα με τους όρους και κατά τις ημερομηνίες που έχουν συμφωνηθεί στη σύμβαση πίστωσης . 4. Για τις συμβάσεις πίστωσης οι οποίες περιέχουν ρήτρες δυνάμει των οποίων είναι δυνατόν να μεταβληθεί το χρεωστικό επιτόκιο που συμπεριλαμβάνεται στο συνολικό ετήσιο πραγματικό επιτόκιο, αλλά δεν μπορεί να προσδιοριστεί επακριβώς τη στιγμή του υπολογισμού του, το συνολικό ετήσιο πραγματικό επιτόκιο υπολογίζεται με βάση την υπόθεση ότι το χρεωστικό επιτόκιο και τα λοιπά έξοδα παραμένουν σταθερά ως προς το αρχικό τους επίπεδο και ισχύουν καθ' όλη τη διάρκεια της πιστωτικής σύμβασης πίστωσης . 5. Όποτε είναι απαραίτητο, το συνολικό ετήσιο πραγματικό επιτόκιο μπορεί να υπολογίζεται βάσει των ακόλουθων υποθέσεων: (α) εάν μια σύμβαση πίστωσης δίνει στον καταναλωτή τη δυνατότητα ελεύθερης επιλογής όσον αφορά την ανάληψη πίστωσης, θεωρείται ότι πραγματοποιείται πλήρης και άμεση ανάληψη του συνολικού ποσού της πίστωσης· (β) εάν δεν καθορίζεται πίνακας προθεσμιών εξοφλήσεως ούτε συνάγεται από τις ρήτρες της σύμβασης πίστωσης ή από τον τρόπο εξόφλησης της χορηγούμενης πίστωσης, η διάρκεια της πίστωσης θεωρείται ενός έτους· (γ) εφόσον η σύμβαση πίστωσης προβλέπει περισσότερες από μία ημερομηνίες εξόφλησης, εάν δεν ορίζεται άλλως, θεωρείται ότι η χορήγηση του δανείου της πίστωσης και οι εξοφλητικές πληρωμές θα διενεργηθούν κατά την εγγύτερη ημερομηνία από εκείνες που προβλέπονται στη ν σύμβαση πίστωσης πίστωσης . 6. Όταν μία σύμβαση πίστωσης έχει τη μορφή σύμβασης μίσθωσης με δικαίωμα προαίρεσης αγοράς και η σύμβαση προβλέπει περισσότερες από μία χρονικές στιγμές κατά τις οποίες μπορεί να πραγματοποιηθεί άρση του δικαιώματος προαίρεσης αγοράς, το συνολικό ετήσιο πραγματικό επιτόκιο υπολογίζεται για κάθε μία από αυτές τις χρονικές στιγμές. Εάν δεν είναι δυνατός ο προσδιορισμός της υπολειμματικής αξίας, το αγαθό που μισθώνεται αποτελεί αντικείμενο γραμμικής απόσβεσης, βάσει της οποίας η αξία του ισούται με μηδέν κατά το πέρας της κανονικής διάρκειας μίσθωσης, που ορίζεται στη σύμβαση πίστωσης. 7. Όταν μία σύμβαση πίστωσης προβλέπει εκ των προτέρων ή συγχρόνως με τη σύναψή της, το σχηματισμό λογαριασμού αποταμίευσης και όταν το χρεωστικό επιτόκιο καθορίζεται σε συνάρτηση με αυτόν τον αποταμιευτικό λογαριασμό, το συνολικό ετήσιο πραγματικό επιτόκιο υπολογίζεται με τους τρόπους που ορίζονται στο παράρτημα III. Άρθρο 13 Συνολικό χρεωστικό επιτόκιο 1. Για τον υπολογισμό του συνολικού χρεωστικού επιτοκίου, καθορίζονται τα ποσά που εισπράττονται από τον πιστωτικό φορέα, εξαιρουμένων των πληρωτέων από τον καταναλωτή εξόδων λόγω της μη τήρησης οποιασδήποτε από τις υποχρεώσεις του που αναφέρονται στη σύμβαση πίστωσης και τα έξοδα, εκτός από την τιμή αγοράς, που είναι υποχρεωμένος να πληρώσει για την αγορά αγαθών ή υπηρεσιών, ανεξάρτητα εάν η συνδιαλλαγή πληρώνεται σε μετρητά ή με πίστωση. 2. Τα έξοδα σχετικά με την τήρηση λογαριασμού στον οποίο εγγράφονται ταυτόχρονα πράξεις πληρωμής και πίστωσης, τα έξοδα σχετικά με τη χρήση ή τη λειτουργία μιας κάρτας ή άλλου μέσου πληρωμής που επιτρέπει ταυτόχρονα τη διενέργεια πράξεων πληρωμής και αναλήψεων πιστώσεων καθώς και τα έξοδα σχετικά με πράξεiς πληρωμών εν γένει θα θεωρούνται ως ποσά που εισπράττονται από τον πιστωτικό φορέα, εκτός εάν τα έξοδα αυτά έχουν προσδιοριστεί σαφώς και ξεχωριστά στη σύμβαση πίστωσης ή οποιαδήποτε άλλη σύμβαση η οποία συνάπτεται με τον καταναλωτή. 3. Για τον υπολογισμό του συνολικού χρεωστικού επιτοκίου, εξαιρούνται τα ποσά που εισπράττονται από τον πιστωτικό φορέα: α) τα έξοδα που συνδέονται με παρεμφερείς υπηρεσίες, για τις οποίες ο καταναλωτ ής είναι ελεύθερος να επιλέξει εάν θα ζητήσει την παροχής τους από τον πιστωτικό φορέα ή από άλλο παροχέα υπηρεσιών· β) τα έξοδα που απαιτούνται από τον καταναλωτή κατά τη σύναψη σύμβασης πίστωσης από άλλα πρόσωπα εκτός του πιστωτικού φορέα, κυρίως από τον συμβολαιογράφο, την εφορεία, το μεσίτη πιστώσεων, ο υποθηκοφύλακας και εν γένει τα έξοδα που επιβάλλονται από τις αρμόδιες για την καταχώρηση και τα ενέχυρα αρχές. 4. Το συνολικό χρεωστικό επιτόκιο υπολογίζεται σύμφωνα με τους τρόπους και τις υποθέσεις που προβλέπονται στο άρθρο 12, παραγράφους 3 έως 7 και στα παραρτήματα I και II. ΚΕΦΑΛΑΙΟ VI Καταχρηστικεσ ρητρεσ Άρθρο 15 Καταχρηστικές ρήτρες Με την επιφύλαξη της εφαρμογής της οδηγίας 93/13/ΕΟΚ στο σύνολο της σύμβασης, θεωρούνται καταχρηστικές υπό την έννοια της εν λόγω οδηγίας οι ρήτρες που περιλαμβάνονται στη σύμβαση πίστωσης ή εγγύησης που έχουν ως σκοπό ή ως αποτέλεσμα: α) να επιβάλλεται στον καταναλωτή, ως όρος για την ανάληψη πίστωσης, να υποθηκεύσει το σύνολο ή μέρος των δανειζόμενων ή χορηγούμενων ποσών ή να διαθέσει το σύνολο ή μέρος των ποσών αυτών για την κατάθεση προκαταβολής ή για την αγορά κινητών αξιών ή άλλων χρηματοοικονομικών μέσων, εκτός εάν ο καταναλωτής εξασφαλίσει για τη συγκεκριμένη κατάθεση, αγορά ή υποθήκη το ίδιο ποσοστό επιβάρυνσης με το συμφωνηθέν συνολικό ετήσιο πραγματικό επιτόκιο· β) να υποχρεώνεται ο καταναλωτής, κατά τη σύναψη μίας σύμβασης πίστωσης, να συνάψει και μία άλλη σύμβαση με τον πιστωτικό φορέα, τον μεσίτη πιστώσεων ή τρίτο πρόσωπο ορισμένο από αυτούς, εκτός εάν τα σχετικά έξοδα συμπεριλαμβάνονται στο συνολικό κόστος της πίστωσης· γ) να μεταβάλλονται τα έξοδα, οι αποζημιώσεις ή όλες οι επιβαρύνσεις απορρέουν από τη σύμβαση εκτός του χρεωστικού επιτοκίου· δ) να εισάγονται κανόνες σχετικά με τη μεταβλητότητα του χρεωστικού επιτοκίου, οι οποίοι εισάγουν διακρίσεις έναντι του καταναλωτή· ε) να εισάγεται ένα σύστημα μεταβλητότητας του χρεωστικού επιτοκίου, το οποίο δεν βασίζεται στο καθαρό αρχικό χρεωστικό επιτόκιο που προτάθηκε κατά τη σύναψη της σύμβασης πίστωσης, και το οποίο αφαιρεί οποιοδήποτε είδος έκπτωσης, μείωσης ή άλλων πλεονεκτημάτων· στ) να υποχρεώνεται ο καταναλωτής να αναχρηματοδοτήσει μέσω του ίδιου πιστωτικού φορέα την υπολειμματική αξία και, γενικά, οποιαδήποτε τελευταία δόση μιας σύμβασης πίστωσης που συνάπτεται για τη χρηματοδότηση της αγοράς ενός κινητού αγαθού ή μιας υπηρεσίας. Κεφαλαιο VII Εκτελεση της συμβασησ πιστωσησ Άρθρο 18 Απαγόρευση της χρήσης συναλλαγματικών και άλλων τίτλων Απαγορεύεται στον πιστωτικό φορέα ή στο νέο δικαιούχο των απαιτήσεων που προκύπτουν από μία σύμβαση πίστωσης ή μία σύμβαση εγγύησης να απαιτούν από τον καταναλωτή ή τον εγγυητή ή να τους προτείνουν να εγγυηθούν μέσω μίας συναλλαγματικής ή ενός γραμματίου την εξόφληση των υποχρεώσεων που έχουν αναλάβει δυνάμει της εν λόγω σύμβασης. Επίσης, απαγορεύεται να τους υποχρεώνουν να υπογράψουν επιταγή που να εγγυάται την ολική ή μερική εξόφληση του οφειλόμενου ποσού. Άρθρο 19 Αλληλέγγυα ευθύνη 1. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι η ύπαρξη σύμβασης πίστωσης δεν επηρεάζει κατά κανένα τρόπο τα δικαιώματα του καταναλωτή έναντι του προμηθευτή των αγαθών ή υπηρεσιών που αγοράζονται μέσω παρόμοιας σύμβασης στις περιπτώσεις όπου τα αγαθά ή οι υπηρεσίες δεν παρασχεθούν ή, κατά οποιονδήποτε τρόπο, δεν ανταποκρίνονται στους όρους της σύμβασης παροχής τους. 2. Εάν ο προμηθευτής αγαθών και υπηρεσιών έχει διαμεσολαβήσει ως μεσίτης πιστώσεων, ο πιστωτικός φορέας και ο προμηθευτής αγαθών και υπηρεσιών υποχρεούνται αλληλέγγυα να αποζημιώνουν τον καταναλωτή, σε περίπτωση που τα αγαθά ή οι υπηρεσίες των οποίων η αγορά χρηματοδοτήθηκε με τη σύμβαση πίστωσης δεν παραδοθούν ή παρασχεθούν καθόλου, μόνον εν μέρει ή δεν ανταποκρίνονται στη σύμβαση παροχής τους. Κεφαλαιο VIII Ειδικεσ συμβασεισ πιστωσησ Άρθρο 20 Σύμβαση πίστωσης που προβλέπει την ανασύσταση του κεφαλαίου 1. Εάν οι πληρωμές που καταβάλλονται από τον καταναλωτή δεν οδηγούν σε αντίστοιχη αποπληρωμή του συνολικού ποσού της πίστωσης αλλά χρησιμοποιούνται για την ανασύσταση του κεφαλαίου κατά τις περιόδους και υπό τους όρους που προβλέπονται από τη σύμβαση πίστωσης, η ανασύσταση θα πρέπει να πραγματοποιείται βάσει συμπληρωματικού συμφωνητικού επί της σύμβασης πίστωσης. 2. Το συμπληρωματικό συμφωνητικό που αναφέρεται στην παράγραφο 1 πρέπει να εγγυάται χωρίς επιφυλάξεις την εξόφληση του συνολικού ποσού της αναληφθείσας πίστωσης. Εάν το τρίτο μέρος που αναλαμβάνει την ανασύσταση του κεφαλαίου δεν εκτελέσει τις υποχρεώσεις του, ο πιστωτικός φορέας αναλαμβάνει το σχετικό κίνδυνο. 3. Οι πληρωμές, τα ασφάλιστρα, οι περιοδικές και μη περιοδικές δαπάνες που οφείλει ο καταναλωτής δυνάμει αυτού του συμπληρωματικού συμφωνητικού που αναφέρεται στην παράγραφο 1 συνιστούν μαζί με τους τόκους και τα έξοδα της σύμβασης πίστωσης το συνολικό κόστος της πίστωσης. Το συνολικό ετήσιο πραγματικό επιτόκιο και το συνολικό χρεωστικό επιτόκιο υπολογίζονται με βάση το σύνολο των υποχρεώσεων που έχει αναλάβει ο καταναλωτής. Κεφαλαιο VII Εκτέλεση τησ συμβασησ εγγυησησ Άρθρο 23 Εκτέλεση της σύμβασης εγγύησης 1. Ένας εγγυητής μπορεί να συνάψει μία σύμβαση εγγύησης για την εξόφληση μίας σύμβασης αορίστου διάρκειας μόνο για περίοδο τριών ετών. Η εγγύηση αυτή μπορεί να ανανεωθεί μόνο μέσω ρητής σύμβασης του εγγυητή μετά το πέρας αυτής της περιόδου. 2. Ο πιστωτικός φορέας μπορεί να προσφύγει κατά του εγγυητή μόνον εάν ο καταναλωτής, έχοντας αθετήσει την υποχρέωση εξόφλησης της πίστωσής του, δεν συμμορφωθεί εντός προθεσμίας τριών μηνών μετά τη σχετική όχληση. 3. Το καλυπτόμενο από την εγγύηση ποσό αφορά μόνον το οφειλόμενο υπόλοιπο του συνολικού ποσού της πίστωσης, καθώς και τυχόν καθυστερούμενη οφειλή δυνάμει της σύμβασης πίστωσης, με εξαίρεση οποιαδήποτε άλλη αποζημίωση ή ποινή προβλέπεται από τη σύμβαση πίστωσης. Κεφαλαιο X Μη εκτελεση της συμβασης πιστωσης Άρθρο 24 Όχληση και απαίτηση οφειλών 1. Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα κατάλληλα μέτρα ώστε: (α) οι πιστωτικοί φορείς, οι εντολοδόχοι τους καθώς και οποιοδήποτε πρόσωπο το οποίο θα μπορούσε να αποτελέσει το νέο δικαιούχο των απαιτήσεων που απορρέουν από μια σύμβαση πίστωσης ή μια σύμβαση εγγύησης να μην λαμβάνουν δυσανάλογα μέτρα για την είσπραξη των απαιτήσεων σε περίπτωση μη εκτέλεσης των εν λόγω συμβάσεων· (β) ο πιστωτικός φορέας να μην δικαιούται να απαιτήσει άμεση πληρωμή των δόσεων που καθίστανται ληξιπρόθεσμες ή να επικαλεσθεί ρητή διαλυτική αίρεση παρά μόνο μέσω προηγούμενης όχλησης, με την οποία θα καλεί τον καταναλωτή ή, ενδεχομένως τον εγγυητή, να τηρήσει τις συμβατικές του υποχρεώσεις εντός εύλογης προθεσμίας ή να ζητήσει αναδιάρθρωση του χρέους του· (γ) ο πιστωτικός φορέας να μην δικαιούται να αναστείλει τις αναλήψεις πιστώσεων παρά μόνο μετά από αιτιολόγηση της απόφασής του, την οποία θα υποχρεούται να γνωστοποιήσει ανυπερθέτως στον καταναλωτή· δ) ο καταναλωτής και ο εγγυητής δικαιούνται, αμέσως μόλις το ζητήσουν και χωρίς καθυστέρηση, να λάβουν σε περίπτωση μη εκτέλεσης των υποχρεώσεών τους και σε περίπτωση πρόωρης εξόφλησης δωρεάν μία αναλυτική εκκαθάριση που θα τους δίνει τη δυνατότητα να επαληθεύσουν τα έξοδα και τους τόκους που έχουν απαιτηθεί. 2 . Η όχληση που προβλέπεται στην παράγραφο 1, σημείο β, δεν είναι απαραίτητη α) σε περίπτωση προφανούς απάτης που θα πρέπει να αποδειχθεί από τον πιστωτικό φορέα ή το νέο δικαιούχο της απαίτησης· β) σε περίπτωση όπου ο καταναλωτής εκποιήσει το χρηματοδοτούμενο αγαθό πριν από την εξόφληση του συνολικού ποσού της πίστωσης ή κάνει χρήση του αγαθού αντίθετα προς τις διατάξεις της σύμβασης πίστωσης που ορίζουν ότι ο πιστωτικός φορέας ή ο νέος δικαιούχος της απαίτησης διαθέτει προνόμιο, δικαίωμα κυριότητας ή επιφύλαξη κυριότητας επί του χρηματοδοτούμενου αγαθού και παρόλο που ο καταναλωτής έχει ενημερωθεί σχετικά πριν από τη σύναψη της σύμβασης. Άρθρο 26 Ανάκτηση των αγαθών Τα κράτη μέλη θεσπίζουν τους όρους υπό τους οποίους μπορούν να ανακτηθούν τα αγαθά για τις συμβάσεις πίστωσης που συνάφθηκαν για την αγορά αγαθών. Εάν ο καταναλωτής δεν συγκατατεθεί ρητώς κατά το χρόνο όπου ο πιστωτικός φορέας προβαίνει στην ανάκτηση των αγαθών και έχει ήδη καταβάλει πληρωμές που αντιστοιχούν στο ένα τρίτο του συνολικού ποσού της πίστωσης, το χρηματοδοτούμενο αγαθό μπορεί να ανακτηθεί μόνον μέσω της δικαστικής οδού. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν περαιτέρω ότι, όταν ο πιστωτικός φορέας ανακτά τα αγαθά, η εκκαθάριση μεταξύ των συμβαλλομένων μερών γίνεται έτσι ώστε η ανάκτηση να μην συνεπάγεται αδικαιολόγητο πλουτισμό. Άρθρο 27 Είσπραξη οφειλών 1. Τα φυσικά ή νομικά πρόσωπα που ασχολούνται συνήθως, κατά κύριο λόγο ή επικουρικά και εκτός δικαστικής διαδικασίας, με την είσπραξη απαιτήσεων που απορρέουν από μία σύμβαση πίστωσης ή εγγύησης και διαμεσολαβούν σε αυτή, δεν δικαιούνται να απαιτήσουν υπό οποιαδήποτε μορφή, άμεσα ή έμμεσα, οποιαδήποτε αμοιβή ή αποζημίωση από τον καταναλωτή ή τον εγγυητή για την παρέμβασή τους, παρά μόνον εάν αυτές οι αμοιβές ή αποζημιώσεις έχουν συμφωνηθεί ρητώς στη σύμβαση πίστωσης ή εγγύησης. 2. Όσον αφορά την είσπραξη απαιτήσεων που απορρέουν από μία σύμβαση πίστωσης ή μία σύμβαση εγγύησης, απαγορεύεται: α) η χρήση εγγράφων που δημιουργούν εσφαλμένα την εντύπωση, λόγω της εμφάνισής τους, ότι πρόκειται για έγγραφα δικαστικής αρχής ή αρχής διαμεσολάβησης για την είσπραξη οφειλών· β) οποιαδήποτε γραπτή επικοινωνία που περιλαμβάνει λανθασμένες πληροφορίες σχετικά με τις συνέπειες της αθέτησης πληρωμών· γ) η μη εγκεκριμένη ανάκτηση του αγαθού, χωρίς σχετική δικαστική διαδικασία ή χωρίς ρητή συγκατάθεση, που προβλέπεται στο άρθρο 26· δ) οποιαδήποτε αναφορά σε φάκελο από την οποία να προκύπτει ότι η αλληλογραφία αφορά την είσπραξη οφειλής· ε) η είσπραξη εξόδων που δεν προβλέπονται από τη σύμβαση πίστωσης ή εγγύησης· στ) τυχόν προσέγγιση γειτόνων, της οικογένειας ή του εργοδότη του καταναλωτή ή του εγγυητή, ειδικότερα οποιαδήποτε γνωστοποίηση πληροφοριών ή οποιαδήποτε αίτηση πληροφοριών σχετικά με τη φερεγγυότητα του καταναλωτή ή του εγγυητή, με την επιφύλαξη των ενεργειών που πραγματοποιούνται στο πλαίσιο των νομικών διαδικασιών κατάσχεσης, όπως θεσπίζονται από τα κράτη μέλη· ζ) η φυσική ή ηθική παρενόχληση του καταναλωτή ή του εγγυητή ιδίως αυτή που γνωστοποιεί ρητώς ότι αμφισβητεί το χρέος· η) η είσπραξη μιας παραγεγραμμένης οφειλής. Κεφαλαιο VI Καταχωρηση , καθεστως και ελεγχος των πιστωτικων φορεων και των μεσιτων πιστωσεων Μεσιτεσ πιστωσεων Άρθρο 28 19 Καταχώρηση Ρύθμιση των δραστηριοτήτων των πιστωτικών φορέων και των μεσιτών πιστώσεων 1. Τα κράτη μέλη πρέπει να φροντίζουν ώστε οι πιστωτικοί φορείς και μεσίτες πιστώσεων να καταχωρούνται. Η υποχρέωση καταχώρησης δεν ισχύει για τους μεσίτες πιστώσεων των οποίων την ευθύνη αναλαμβάνει ένας πιστωτικός φορέας ή ένας μεσίτης πιστώσεων βάσει ιδίας καταχώρησης. Αυτή η ανάληψη ευθύνης θα πρέπει να εκτίθεται εμφανώς στο εμπορικό κατάστημα του μεσίτη πιστώσεων που απαλλάσσεται της καταχώρησης. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι οι δραστηριότητες των πιστωτικών φορέων και των μεσιτών πιστώσεων εποπτεύονται από οργανισμό ή αρχή ανεξάρτητη από χρηματοπιστωτικό ίδρυμα ή ρυθμίζονται . 2. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι οι δραστηριότητες των πιστωτικών φορέων και των μεσιτών πιστώσεων εποπτεύονται από οργανισμό ή αρχή ανεξάρτητη από χρηματοπιστωτικό ίδρυμα ή ρυθμίζονται. α) εξασφαλίζουν ότι οι δραστηριότητες των πιστωτικών φορέων και των μεσιτών πιστώσεων ελέγχονται ή εποπτεύονται από επίσημο ίδρυμα ή οργανισμό· β) συστήνουν κατάλληλους οργανισμούς όπου μπορούν να κατατίθενται καταγγελίες όσον αφορά τις συμβάσεις πίστωσης και τις συμβάσεις εγγύησης, τους όρους πίστωσης και εγγύησης και όπου παρέχονται στους καταναλωτές και στους εγγυητές σχετικές πληροφορίες ή υποδείξεις που τους αφορούν . 3. Τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν ότι η καταχώρηση που αναφέρεται στην παράγραφο 1, εδάφιο α) του παρόντος άρθρου δεν είναι απαραίτητη όταν ο πιστωτικός φορέας ή ο μεσίτης πιστώσεων είναι πιστωτικό ίδρυμα με την έννοια του άρθρου 1, σημείο 1) της οδηγίας 2000/12/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου[19] και διαθέτουν σχετική άδεια σύμφωνα με τις διατάξεις της εν λόγω οδηγίας. Όταν ένας πιστωτικός φορέας ή ένας μεσίτης πιστώσεων έχει καταχωρηθεί σύμφωνα με την παράγραφο 1, εδάφιο 1 του παρόντος άρθρου και ταυτόχρονα διαθέτει για το σκοπό αυτό μια ειδική άδεια σύμφωνα με την οδηγία 2000/12/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και αυτή η άδεια του αφαιρεθεί στη συνέχεια, ενημερώνεται η αρχή που είναι αρμόδια για την καταχώρηση του πιστωτικού φορέα ή του μεσίτη πίστωσης. Αυτή η αρχή αποφασίζει αν ο πιστωτικός φορέας ή ο μεσίτης πιστώσεων συνεχίζει να χορηγεί πιστώσεις ή να μεσολαβεί για τη χορήγηση πιστώσεων, ή αν πρέπει να διαγραφεί η καταχώρησή του. Άρθρο 29 20 Υποχρεώσεις των μεσιτών πιστώσεων Τα κράτη μέλη φροντίζουν ώστε εξασφαλίζουν ότι ο μεσίτης πιστώσεων : (α ) αναφέρει τόσο στη διαφήμισή του όσο και στα έγγραφα που προορίζονται για την πελατεία του την έκταση των αρμοδιοτήτων του, ειδικότερα και ιδίως το γεγονός ότι αν συνεργάζεται αποκλειστικά με έναν ή περισσότερους πιστωτικούς φορείς ή αν εργάζεται ως ανεξάρτητος πράκτορας· (β) γνωστοποιεί σε όλους τους πιστωτικούς φορείς στους οποίους απευθύνεται το συνολικό ποσό της πίστωσης σε άλλες προσφορές πίστωσης που έχει ζητήσει ή λάβει προς όφελος του ίδιου καταναλωτή ή εγγυητή, κατά το διάστημα των τελευταίων δύο μηνών πριν από τη σύναψη της σύμβασης πίστωσης· (β) δεν λαμβάνει, άμεσα ή έμμεσα, καμία αμοιβή, υπό οποιαδήποτε μορφή, από τον καταναλωτή που ζήτησε τη διαμεσολάβησή του παρά μόνον εάν πληρούνται οι ακόλουθοι όροι: ( i) το ποσό της αμοιβής να αναφέρεται στη σύμβαση πίστωσης έχει συμφωνηθεί μεταξύ του καταναλωτή και του μεσίτη πιστώσεων σε χαρτί ή σε άλλο σταθερό μέσο· ( ii) ο μεσίτης πιστώσεων να μην αμείβεται από τον πιστωτικό φορέα · (i ii) η σύμβαση πίστωσης για την οποία μεσολάβησε να έχει συναφθεί έγκυρα· (i v) ο μεσίτης πιστώσεων να κοινοποιεί το ποσό της αμοιβής στον πιστωτικό φορέα για τον υπολογισμό του συνολικού ετήσιου πραγματικού επιτοκίου. Κεφαλαιο VII Εκτελεστικα μετρα Άρθρο 30 21 Εναρμόνιση, αμοιβαία αναγνώριση και επιτακτικός χαρακτήρας της οδηγίας Μέγιστη εναρμόνιση και επιτακτικός χαρακτήρας των διατάξεων της οδηγίας 1. Στο βαθμό που η παρούσα οδηγία περιέχει εναρμονισμένες διατάξεις, Τ τ α κράτη μέλη δεν μπορούν να διατηρήσουν ή να ορίσουν άλλες διατάξεις από αυτές που καθορίζονται από την παρούσα οδηγία. , εκτός και αν πρόκειται : (α) για την καταχώρηση συμβάσεων πίστωσης και εγγύησης που προβλέπεται στο άρθρο 8, παράγραφος 4· (β) για διατάξεις σχετικά με το βάρος της απόδειξης που προβλέπεται στο άρθρο 33. 2. Κατά τη μεταφορά και την εφαρμογή του άρθρου 5 παράγραφοι 1, 2 και 5, του άρθρου 13, του άρθρου 14 παράγραφοι 1 και 2 και των άρθρων 15, 17, 19 και 20, και με την επιφύλαξη των αναγκαίων και αναλογικών μέτρων τα οποία ενδέχεται να λάβουν τα κράτη μέλη για λόγους δημόσιας τάξης, τα κράτη μέλη δεν περιορίζουν τις δραστηριότητες των πιστωτικών φορέων που είναι εγκατεστημένοι σε άλλο κράτος μέλος και λειτουργούν στην επικράτειά τους σύμφωνα με την παρούσα οδηγία είτε βάσει της ελευθερίας εγκαταστάσεως είτε βάσει της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών. 3. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι οι συμβάσεις πίστωσης και εγγύησης δεν θα παρεκκλίνουν, εις βάρος του καταναλωτή και του εγγυητή , από τις διατάξεις της εθνικής νομοθεσίας που θέτουν σε εφαρμογή μεταφέρουν στο εθνικό δίκαιο την παρούσα οδηγία ή ανταποκρίνονται αντιστοιχούν σ’ αυτήν. 4. Τα κράτη μέλη φροντίζουν επίσης ώστε οι διατάξεις που θεσπίζουν κατ' εφαρμογή της παρούσας οδηγίας να μην καταστρατηγούνται μέσω του τρόπου διατύπωσης των συμβάσεων , ιδίως με την ενσωμάτωση αναλήψεων ή συμβάσεων πίστωσης υποκείμενων που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της παρούσας οδηγίας σε συμβάσεις πίστωσης των οποίων ο χαρακτήρας ή ο σκοπός θα επέτρεπε την αποφυγή της εφαρμογής της παρούσας οδηγίας αυτής . 5. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι ο καταναλωτής και ο εγγυητής δεν μπορούν μπορεί να αποποιηθούν αποποιηθεί τα δικαιώματα που τους του παρέχονται δυνάμει της παρούσας οδηγίας . 6. Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα για να φροντίσουν ώστε εξασφαλίσουν ότι ο οι καταναλωτής καταναλωτές και ο εγγυητής να μην δεν στερούνται την προστασία που τους παρέχει η παρούσα οδηγία εξαιτίας του γεγονότος ότι το δίκαιο που επιλέγεται να διέπει τη σύμβαση πίστωσης μπορεί να είναι το δίκαιο τρίτου κράτους, εάν η σύμβαση πίστωσης συνδέεται στενά με το έδαφος ενός ή περισσοτέρων κρατών μελών. Άρθρο 31 22 Κυρώσεις Τα κράτη μέλη καθορίζουν το καθεστώς κυρώσεων τους κανόνες για τις κυρώσεις που εφαρμόζονται για τις παραβιάσεις των εθνικών διατάξεων που θεσπίζονται κατ’ εφαρμογή της παρούσας οδηγίας σύμφωνα με την παρούσα οδηγία και λαμβάνουν όλα τα απαραίτητα μέτρα για να εξασφαλίσουν την εφαρμογή των διατάξεων αυτών. Οι κυρώσεις που προβλέπονται στο πλαίσιο αυτό θα πρέπει να είναι αποτελεσματικές, αναλογικές και αποτρεπτικές. Μπορούν ειδικότερα να προβλέπουν την απώλεια τόκων και εξόδων για τον πιστωτικό φορέα και τη διατήρηση του δικαιώματος της καταβολής του συνολικού ποσού της πίστωσης με δόσεις από τον καταναλωτή εάν ο πιστωτικός φορέας δεν τηρήσει τις διατάξεις που αφορούν τον υπεύθυνο δανεισμό . Τα κράτη μέλη κοινοποιούν αυτές τις διατάξεις στην Επιτροπή το αργότερο στις [...][εντός 2 ετών από την έναρξη ισχύος της παρούσας οδηγίας] έως την ημερομηνία που ορίζεται στο άρθρο 24 και την ενημερώνουν χωρίς καθυστέρηση για κάθε τυχόν μεταγενέστερη τροποποίησή ς τους εμπρόθεσμα . Άρθρο 32 23 Εξωδικαστική επίλυση διαφορών προσφυγή Τα κράτη μέλη φροντί σ ζ ουν για τη θέσπιση των δεόντων κατάλληλων και αποτελεσματικών διαδικασιών εξωδικαστικής επίλυσης διαφορών καταγγελίας και προσφυγής για τη ν εξωδικαστική ρύθμιση των καταναλωτικών διαφορών που αφορούν τις συμβάσεις πίστωσης, και εγγύησης ζητώντας, ενδεχομένως, βοήθεια από υφιστάμενα όργανα. Τα κράτη μέλη παροτρύνουν τα όργανα που είναι αρμόδια για την εξωδικαστική ρύθμιση των διαφορών κατανάλωσης αυτά να συνεργάζονται μεταξύ τους και για την επίλυση των διασυνοριακών διαφορών σχετικά με τις συμβάσεις πίστωσης και εγγύησης . Άρθρο 33 Το βάρος απόδειξης Τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν ότι το βάρος απόδειξης για την τήρηση των υποχρεώσεων ενημέρωσης του καταναλωτή που επιβάλλονται στον πιστωτικό φορέα και στο μεσίτη πίστωσης, καθώς της συγκατάθεσης του καταναλωτή για τη σύναψη της σύμβασης και, ενδεχομένως, για την εκτέλεσή της, καθώς και το βάρος της απόδειξης του αμειβόμενου χαρακτήρα των δραστηριοτήτων του μεσίτη πιστώσεων, μπορεί να φέρει ο πιστωτικός φορέας ή ο μεσίτης πιστώσεων. Τυχόν συμβατική ρήτρα, που ορίζει ότι ο καταναλωτής φέρει το βάρος απόδειξης για την τήρηση από τον πιστωτικό φορέα και, ενδεχομένως, από το μεσίτη πίστωσης, του συνόλου ή μέρους των υποχρεώσεων που επιβάλλονται από την παρούσα οδηγία και, ενδεχομένως, ο εγγυητής, είναι καταχρηστική ρήτρα με την έννοια της οδηγίας 93/13/ΕΟΚ. Άρθρο 3 4 Οι τρέχουσες συμβάσεις 1. Η παρούσα οδηγία δεν εφαρμόζεται σε συμβάσεις πίστωσης που ίσχυαν κατά την ημερομηνία έναρξης ισχύος των εθνικών μέτρων μεταφοράς, με εξαίρεση τις διατάξεις των άρθρων 1, 2, 3 και 22, του άρθρου 23 παράγραφοι 1 και 2, των άρθρων 24 έως 27 και των άρθρων 30 έως 35. Το άρθρο 9 εφαρμόζεται στις εν λόγω συμβάσεις εφόσον υπάρξει αύξηση του συνολικού ποσού της πίστωσης ή του εγγυημένου ποσού μετά την έναρξη ισχύος των εθνικών μέτρων μεταφοράς της παρούσας οδηγίας . 2. Για τις συμβάσεις πίστωσης που ίσχυαν κατά την ημερομηνία έναρξης ισχύος των εθνικών μέτρων μεταφοράς, ο πίνακας χρεολυσίων που προβλέπεται στο άρθρο 10 θα πρέπει να διαβιβάζεται δωρεάν και άμεσα στον καταναλωτή εφόσον συντρέχει ένας από τους ακόλουθους όρους: (α) καταγγελία της σύμβασης πίστωσης ή λήξη της περιόδου ισχύος της, (β) καθυστέρηση πληρωμής . 3. Τα κράτη μέλη φροντίζουν ώστε οι συμβάσεις πίστωσης αόριστης διάρκειας που ίσχυαν κατά την ημερομηνία έναρξης ισχύος των εθνικών μέτρων μεταφοράς να αντικατασταθούν με νέες συμβάσεις που ανταποκρίνονται στις διατάξεις της παρούσας οδηγίας μέσω προσθήκης στη σύμβαση πίστωσης που πρέπει να αποστέλλεται από τον πιστωτικό φορέα στον καταναλωτή, το αργότερο στις [...] [εντός δύο ετών από τη λήξη της περιόδου μεταφοράς]. Άρθρο 35 24 Μεταφορά 1. Τα κράτη μέλη εγκρίνουν και δημοσιεύουν το αργότερο στις [...] [εντός 2 ετών μετά την έναρξη ισχύος της παρούσας οδηγίας] έως τις [ημερομηνία] [2 έτη από την έναρξη ισχύος της παρούσας οδηγίας] τις απαιτούμενες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις που απαιτούνται για να συμμορφωθούν με την παρούσα οδηγία. Ενημερώνουν σχετικά αμέσως την Επιτροπή. Κοινοποιούν αμέσως στην Επιτροπή το κείμενο των διατάξεων αυτών καθώς και πίνακα αντιστοιχίας μεταξύ των εν λόγω διατάξεων και των διατάξεων της παρούσας οδηγίας. Οι Εφαρμόζουν τις διατάξεις αυτές ισχύουν από τις [...] [εντός 2 ετών μετά την έναρξη ισχύος της παρούσας οδηγίας] [ημερομηνία] [2 έτη από την έναρξη ισχύος της παρούσας οδηγίας] . Οι εν λόγω διατάξεις, όταν θεσπίζονται από τα κράτη μέλη, αναφέρονται στην παρούσα οδηγία ή συνοδεύονται από παρόμοια αναφορά κατά την επίσημη δημοσίευσή τους. Οι διατυπώσεις για την αναφορά αυτή καθορίζονται από τα κράτη μέλη. Όταν τα κράτη μέλη θεσπίζουν τις εν λόγω διατάξεις, αυτές περιέχουν αναφορά στην παρούσα οδηγία ή συνοδεύονται από την αναφορά αυτή κατά την επίσημη έκδοσή τους. Ο τρόπος της αναφοράς αποφασίζεται από τα κράτη μέλη . 2. Τα κράτη μέλη ανακοινώνουν στην Επιτροπή το κείμενο των ουσιωδών διατάξεων εσωτερικού δικαίου τις οποίες θεσπίζουν στον τομέα που διέπεται από την παρούσα οδηγία. 3. Η Επιτροπή προβαίνει κάθε πέντε έτη, και για πρώτη φορά στις [πέντε έτη από την έναρξη ισχύος της παρούσας οδηγίας], σε επανεξέταση των κατώτατων ορίων που προβλέπονται στην παρούσα οδηγία προκειμένου να τα αξιολογήσει υπό το πρίσμα των οικονομικών τάσεων στην Κοινότητα και της κατάστασης στη σχετική αγορά. Τα αποτελέσματα της εν λόγω επανεξέτασης γνωστοποιούνται στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο, συνοδευόμενα, αν χρειάζεται, από πρόταση για ανάλογη τροποποίηση των κατώτατων ορίων. Κεφαλαιο VIII Μεταβατικεσ και τελικεσ διαταξεισ Άρθρο 36 25 Κατάργηση Η οδηγία 87/102/ΕΟΚ καταργείται με ισχύ από την ημερομηνία λήξης της προθεσμίας μεταφοράς της παρούσας οδηγίας [ ημερομηνία ] . Άρθρο 34 26 Μεταβατικά μέτρα 1. Η παρούσα οδηγία δεν εφαρμόζεται σε συμβάσεις πίστωσης που ίσχυαν κατά την ημερομηνία έναρξης ισχύος των εθνικών μέτρων μεταφοράς, με εξαίρεση τις διατάξεις των άρθρων 1, 2, 3 και 22, του άρθρου 23 παράγραφοι 1 και 2, των άρθρων 24 έως 27 και των άρθρων 30 έως 35 συμβάσεις πίστωσης αόριστης διάρκειας. 2. Τα κράτη μέλη φροντίζουν ώστε οι συμβάσεις πίστωσης αόριστης διάρκειας που ίσχυαν κατά την ημερομηνία έναρξης ισχύος των εθνικών μέτρων μεταφοράς να αντικατασταθούν με νέες συμβάσεις που ανταποκρίνονται στις διατάξεις της παρούσας οδηγίας προσαρμοστούν στις απαιτήσεις της παρούσας οδηγίας μέσω προσθήκης στη σύμβαση πίστωσης που πρέπει να αποστέλλεται από τον πιστωτικό φορέα στον καταναλωτή , το αργότερο στις [ ημερομηνία ] [δύο έτη από την ημερομηνία λήξης της προθεσμίας μεταφοράς της οδηγίας]. Άρθρο 15 27 Τροποποίηση στην οδηγία 93/13/ΕΟΚ Στο παράρτημα της οδηγίας 93/13/ΕΟΚ προστίθεται το ακόλουθο σημείο 3: ‘3. Ρήτρες συμβάσεων πίστωσης με καταναλωτές (όπως ορίζονται στο άρθρο 2 στοιχείο γ) της οδηγίας…/…/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου [για την εναρμόνιση των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών που διέπουν την καταναλωτική πίστη] ( που έχουν ως αντικείμενο ή αποτέλεσμα: (α ) να επιβάλλεται στον καταναλωτή, ως όρος για την ανάληψη πίστωσης, η υποχρέωση να καταθέσει ως εγγύηση το σύνολο ή μέρος των δανειζόμενων ή χορηγούμενων ποσών ή να διαθέσει το σύνολο ή μέρος των ποσών αυτών για κατάθεση ή για την αγορά κινητών αξιών ή άλλων χρηματοοικονομικών μέσων, εκτός εάν ο καταναλωτής εξασφαλίσει για τη συγκεκριμένη κατάθεση, αγορά ή εγγύηση τουλάχιστον το ίδιο ποσοστό επιβάρυνσης με το συμφωνηθέν συνολικό ετήσιο πραγματικό επιτόκιο· (β) να υποχρεώνεται ο καταναλωτής, κατά τη σύναψη μιας σύμβασης πίστωσης, να συνάψει και μια άλλη σύμβαση με τον πιστωτικό φορέα, το μεσίτη πιστώσεων ή τρίτο πρόσωπο ορισμένο από αυτούς, εκτός εάν τα σχετικά έξοδα συμπεριλαμβάνονται στο συνολικό κόστος της πίστωσης για τον καταναλωτή · (γ) να υποχρεώνεται ο καταναλωτής να αναχρηματοδοτήσει μέσω του ίδιου πιστωτικού φορέα την υπολειμματική αξία και, γενικά, οποιαδήποτε τελευταία δόση μιας σύμβασης πίστωσης που συνάπτεται για τη χρηματοδότηση της αγοράς ενός κινητού αγαθού ή μιας υπηρεσίας. Άρθρο 37 28 Έναρξη ισχύος και εφαρμογής Η παρούσα οδηγία τίθεται σε ισχύ την εικοστή ημέρα που ακολουθεί από τη δημοσίευσή της στην Επίσημη Εφημερίδα των της Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων Ευρωπαϊκής Ένωσης . Ωστόσο, όσον αφορά τα άρθρα 15 και 17, το άρθρο 21 παράγραφος 2 εφαρμόζεται από [ημερομηνία] [έξι έτη από την ημερομηνία που αναφέρεται στο άρθρο 24]. Άρθρο 38 29 Αποδέκτες Η παρούσα οδηγία απευθύνεται στα κράτη μέλη. Βρυξέλλες, Για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο Για το Συμβούλιο Ο Πρόεδρος Ο Πρόεδρος ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Βασική εξίσωση που εκφράζει την ισοδυναμία των αναλήψεων πιστώσεων αφενός και των εξοφλητικών δόσεων και πληρωμών αφετέρου Η βασική εξίσωση, με την οποία προσδιορίζεται το συνολικό ετήσιο πραγματικό επιτόκιο (ΣΕΠΕ), εκφράζει σε ετήσια βάση την ισοδυναμία μεταξύ του αθροίσματος της παρούσας αξίας των αναλήψεων πιστώσεων αφενός και του αθροίσματος της παρούσας αξίας των ποσών των εξοφλητικών δόσεων και των πληρωμών αφετέρου, ήτοι: [pic] όπου: - X είναι το ΣΕΠΕ - m είναι ο αύξων αριθμός της τελευταίας ανάληψης πίστωσης, - k είναι ο αύξων αριθμός μιας ανάληψης πίστωσης, με 1 ( k ( m , - C k είναι το ποσό της υπ' αριθμόν k ανάληψης πίστωσης, - t k είναι το χρονικό διάστημα, που εκφράζεται σε έτη και κλάσματα έτους, μεταξύ της ημερομηνίας της πρώτης ανάληψης πίστωσης και της ημερομηνίας κάθε ανάληψης πίστωσης, με t 1 = 0 , - m’ είναι ο αύξων αριθμός της τελευταίας εξοφλητικής δόσης ή πληρωμής, - l είναι ο αύξων αριθμός μιας εξοφλητικής δόσης ή πληρωμής, - D l είναι το ποσό μιας εξοφλητικής δόσης ή πληρωμής, - s l είναι το χρονικό διάστημα, που εκφράζεται σε έτη και κλάσματα έτους, μεταξύ της ημερομηνίας της πρώτης ανάληψης πίστωσης και της ημερομηνίας κάθε εξοφλητικής δόσης ή πληρωμής. Παρατηρήσεις: (α) Τα ποσά που καταβάλλονται και από τις δύο πλευρές σε διαφορετικές χρονικές στιγμές δεν είναι κατ' ανάγκη ίσα ούτε καταβάλλονται κατ' ανάγκη ανά ίσα διαστήματα. (β) Εναρκτήρια ημερομηνία είναι η ημερομηνία της πρώτης ανάληψης πίστωσης. (γ) Ο χρόνος που μεσολαβεί μεταξύ των ημερομηνιών που λαμβάνονται υπόψη κατά τον υπολογισμό εκφράζεται σε έτη ή κλάσματα έτους. Το έτος θεωρείται ότι έχει 365 ημέρες (για τα δίσεκτα έτη 366 ημέρες), 52 εβδομάδες ή 12 ίσους μήνες. Ένας ίσος μήνας έχει 30,41666 ημέρες (δηλαδή 365/12), είτε ανήκει σε δίσεκτο έτος είτε όχι. (δ) Το αποτέλεσμα του υπολογισμού εκφράζεται με ακρίβεια ενός δεκαδικού ψηφίου. Εάν το επόμενο δεκαδικό ψηφίο είναι μεγαλύτερο ή ίσο του 5, το πρώτο δεκαδικό ψηφίο αυξάνεται κατά ένα. (ε) Η εξίσωση μπορεί να ξαναγραφεί με τη χρήση ενός μόνο αθροιστικού συμβόλου και με την εισαγωγή της έννοιας των χρηματικών ροών ( A k ), που θα έχουν είτε θετικό είτε αρνητικό πρόσημο, είτε δηλαδή θα καταβάλλονται είτε θα εισπράττονται κατά τις χρονικές περιόδους 1 έως k , αντίστοιχα, και εκφράζονται σε έτη, ήτοι: [pic] όπου S είναι το υπόλοιπο της παρούσας αξίας των ροών. Η τιμή του πρέπει να είναι μηδενική, εάν ο σκοπός είναι να διατηρηθεί η ισοδυναμία των ροών. στ) Τα κράτη μέλη φροντίζουν ώστε οι εφαρμοζόμενες μέθοδοι επίλυσης να δίνουν τα ίδια αποτελέσματα με τα παραδείγματα των Παραρτημάτων II και III. ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ II – Παραδείγματα υπολογισμού του συνολικού ετήσιου πραγματικού επιτοκίου Προκαταρκτικές παρατηρήσεις Εκτός εάν αναφέρεται διαφορετικά, σε όλα τα παραδείγματα εξυπακούεται ότι υφίσταται μία μόνο ανάληψη πίστωσης, ίση με το συνολικό ποσό της πίστωσης, που τίθεται στη διάθεση του καταναλωτή τη στιγμή που ο τελευταίος συνάπτει τη σύμβαση πίστωσης. Υπενθυμίζουμε σχετικά ότι, εάν η σύμβαση παρέχει στον καταναλωτή την ελευθερία επιλογής ως προς την ανάληψη της πίστωσης, τότε υποτίθεται ότι πραγματοποιείται άμεση και εξ ολοκλήρου ανάληψη του συνολικού ποσού της πίστωσης. Προκειμένου να καθορίσουν ένα χρεωστικό επιτόκιο, ορισμένα κράτη μέλη επέλεξαν την εφαρμογή ενός πραγματικού επιτοκίου και τη μέθοδο της ισοδύναμης μετατροπής, αποφεύγοντας την προσφυγή σε άπειρες μεθόδους υπολογισμού του περιοδικού τόκου με την εφαρμογή διαφόρων κανόνων pro rata temporis που ελάχιστη σχέση έχουν με το γραμμικό χαρακτήρα του χρόνου. Κάποια άλλα κράτη μέλη αποδέχονται ένα περιοδικό ονομαστικό επιτόκιο το οποίο υπολογίζεται με μία μέθοδο αναλογικής μετατροπής. Σκοπός της παρούσας οδηγίας είναι να αποδεσμεύσει μία ενδεχόμενη μεταγενέστερη ρύθμιση του ύψους των χρεωστικών επιτοκίων από τη διαδικασία καθορισμού των πραγματικών επιτοκίων και να περιοριστεί στην αναφορά του επιτοκίου που εφαρμόζεται. Τα παραδείγματα που παρατίθενται σε αυτό το παράρτημα δείχνουν τη μέθοδο που χρησιμοποιείται. Πρώτο παράδειγμα Έστω ένα συνολικό ποσό πίστωσης (κεφάλαιο) 6000,00 € το οποίο εξοφλείται σε 4 ισόποσες ετήσιες δόσεις των 1852,00 €. Θέτουμε: [pic] Είτε θέτουμε: [pic] και βρίσκουμε X = 9,00000 %, ήτοι ένα ΣΕΠΕ ίσο με 9,0 %. Δεύτερο παράδειγμα Έστω ένα συνολικό ποσό πίστωσης (κεφάλαιο) 6000,00 € το οποίο εξοφλείται σε 48 ισόποσες μηνιαίες δόσεις των 149,31 €. Θέτουμε: [pic] Είτε θέτουμε: [pic] και βρίσκουμε X = 9,380593 %, ήτοι ένα ΣΕΠΕ ίσο με 9,4 %. Τρίτο παράδειγμα Έστω ένα συνολικό ποσό πίστωσης (κεφάλαιο) 6000,00 € το οποίο εξοφλείται σε 48 ισόποσες μηνιαίες δόσεις των 149,31 € και έξοδα κατάρτισης φακέλου κατά τη σύναψη της σύμβασης ανερχόμενα σε 60,00 €. Θέτουμε: [pic] Είτε θέτουμε: [pic] και βρίσκουμε Χ = 9,954966 %, ήτοι ένα ΣΕΠΕ ίσο με 10 %. Τέταρτο παράδειγμα Έστω ένα συνολικό ποσό πίστωσης (κεφάλαιο) 6000,00 € το οποίο εξοφλείται σε 48 ισόποσες μηνιαίες δόσεις των 149,31 €, με έξοδα κατάρτισης φακέλου ύψους 60,00 € τα οποία κατανέμονται στα χρεολύσια. Στην προκειμένη περίπτωση η μηνιαία δόση ανέρχεται σε (149,31 € + (60 € /48)) = 150,56 €. Θέτουμε: [pic] Είτε θέτουμε: [pic] και βρίσκουμε Χ = 9,856689 % ήτοι ένα ΣΕΠΕ ίσο με 9,9 %. Πέμπτο παράδειγμα Έστω ένα συνολικό ποσό πίστωσης (κεφάλαιο) 6000,00 € που εξοφλείται σε 48 ισόποσες μηνιαίες δόσεις των 149,31 €, έξοδα κατάρτισης φακέλου κατά τη σύναψη της σύμβασης ανερχόμενα σε 60,00 € και, επιπλέον, μία ασφάλεια με μηνιαίο κόστος 3 €. Υπενθυμίζουμε ότι τα στοιχεία κόστους που συνδέονται με τα ασφάλιστρα πρέπει να περιλαμβάνονται στο συνολικό κόστος της πίστωσης, εφόσον η ασφάλεια συνάπτεται τη στιγμή της σύναψης της σύμβασης πίστωσης. Το χρεολύσιο ανέρχεται επομένως σε 152,31 €. Θέτουμε: [pic] Είτε θέτουμε: [pic] και βρίσκουμε Χ = 11,1070115 %, ήτοι ένα ΣΕΠΕ ίσο με 11,1 %. Έκτο παράδειγμα Έστω μία σύμβαση πίστωσης τύπου “balloon” συνολικού ποσού πίστωσης (τιμή αγοράς ενός αυτοκινήτου προς χρηματοδότηση) 6000,00 € το οποίο εξοφλείται σε 47 ισόποσες μηνιαίες δόσεις των 115,02 €, με τελευταία πληρωμή ύψους 1915,02 €, που αντιπροσωπεύει την υπολειμματική αξία του 30% του κεφαλαίου (σύμβαση “balloon”) και, επιπλέον, με μία ασφάλιση μηνιαίου κόστους 3 €. Υπενθυμίζουμε γι' άλλη μία φορά ότι τα στοιχεία κόστους που συνδέονται με τα ασφάλιστρα πρέπει να περιλαμβάνονται στο συνολικό ποσό της πίστωσης εφόσον η ασφάλεια συνάπτεται τη στιγμή της σύναψης της σύμβασης πίστωσης. Συνεπώς, το ύψος του χρεολυσίου είναι 118,02 € και η τελευταία πληρωμή ανέρχεται σε 1918,02 €. Θέτουμε: [pic] Είτε θέτουμε: [pic]και βρίσκουμε X = 9,381567 %, ήτοι ένα ΣΕΠΕ ίσο με 9,4 %. Έβδομο παράδειγμα Έστω μία σύμβαση πίστωσης συνολικού ποσού πίστωσης (κεφάλαιο) 6000,00 €, έξοδα κατάρτισης φακέλου κατά τη σύναψη της σύμβασης ανερχόμενα σε 60,00 €, με δύο ομάδες χρεολυσίων, διάρκειας 22 και 26 μηνών, αντίστοιχα, εκ των οποίων η δεύτερη αντιστοιχεί στο 60% του ποσού της πρώτης. Οι αντίστοιχες μηνιαίες δόσεις ανέρχονται σε 186,36 € και 111,82 €. Θέτουμε: [pic] Είτε θέτουμε: [pic] και βρίσκουμε X = 10,04089 %, ήτοι ένα ΣΕΠΕ ίσο με 10,0 %. Όγδοο παράδειγμα Έστω μία σύμβαση πίστωσης συνολικού ποσού πίστωσης (κεφάλαιο) 6000,00 €, έξοδα κατάρτισης φακέλου κατά τη σύναψη της σύμβασης ανερχόμενα σε 60,00 €, με δύο ομάδες χρεολυσίων, διάρκειας 22 και 26 μηνών, αντίστοιχα, εκ των οποίων η πρώτη αντιστοιχεί στο 60% του ποσού της δεύτερης. Οι αντίστοιχες μηνιαίες δόσεις ανέρχονται σε 112,15 € και 186,91 €. Θέτουμε: [pic] Είτε θέτουμε: [pic] και βρίσκουμε X= 9,888383 %, ήτοι ένα ΣΕΠΕ ίσο με 9,9 %. Ένατο παράδειγμα Έστω μία σύμβαση πίστωσης συνολικού ποσού πίστωσης (τιμή ενός αγαθού) 500,00 € που εξοφλείται σε 3 ισόποσες μηνιαίες δόσεις υπολογιζόμενες με βάση το χρεωστικό επιτόκιο Τ (ονομαστικό) 18%, οι οποίες επιβαρύνονται με έξοδα κατάρτισης φακέλου ύψους 30,00 € που κατανέμονται στα χρεολύσια. Το ποσό της μηνιαίας δόσης ανέρχεται επομένως σε 171,69 € + έξοδα 10,00 €, ήτοι 181,69 €. Θέτουμε: [pic] Είτε θέτουμε: [pic] και βρίσκουμε X = 68,474596 %, ήτοι ένα ΣΕΠΕ ίσο με 68,5 %. Το παράδειγμα αυτό είναι ενδεικτικό των πρακτικών που εξακολουθούν να εφαρμόζονται από ορισμένα καταστήματα τα οποία εξειδικεύονται στις πωλήσεις με πίστωση. Δέκατο παράδειγμα Έστω μία σύμβαση πίστωσης συνολικού ποσού πίστωσης (κεφάλαιο) 1000 €, το οποίο εξοφλείται κατ' επιλογή είτε με την καταβολή 700,00 € μετά από ένα χρόνο και 500,00 € μετά από δύο χρόνια είτε με την καταβολή 500,00 € μετά από ένα χρόνο και 700,00 € μετά από δύο χρόνια. Θέτουμε: [pic] και βρίσκουμε Χ = 13,898663 %, ήτοι ένα ΣΕΠΕ ίσο με 13,9 %. Είτε θέτουμε: [pic] και βρίσκουμε X = 12,321446 %, ήτοι ένα ΣΕΠΕ ίσο με 12,3 %. Το παράδειγμα αυτό δείχνει ότι ο υπολογισμός του συνολικού ετήσιου πραγματικού επιτοκίου εξαρτάται μόνο από τα χρεολύσια και ότι η αναφορά του συνολικού κόστους της πίστωσης στο πλαίσιο της εκ των προτέρων ενημέρωσης ή στη σύμβαση πίστωσης δεν συνεπάγεται καμία προστιθέμενη αξία για τον καταναλωτή. Ξεκινώντας από το ίδιο συνολικό κόστος πίστωσης 200 €, λαμβάνουμε δύο διαφορετικά ΣΕΠΕ (αναλόγως εάν η αποπληρωμή γίνεται με ταχύτερο ή βραδύτερο ρυθμό). Ενδέκατο παράδειγμα Έστω μία σύμβαση πίστωσης συνολικού ποσού πίστωσης 6000 € και χρεωστικό επιτόκιο 9%, που εξοφλείται σε 4 ισόποσες ετήσιες δόσεις των 1852,01 €, και με έξοδα κατάρτισης φακέλου ύψους 60,00 €, τα οποία καταβάλλονται κατά τη σύναψη της σύμβασης. Θέτουμε: [pic] Είτε θέτουμε: [pic] και βρίσκουμε X = 9,459052 %, ήτοι ένα ΣΕΠΕ ίσο με 9,5 %. Σε περίπτωση πρόωρης εξόφλησης, έχουμε αντίστοιχα: Μετά από ένα χρόνο: [pic] όπου 6540 είναι το οφειλόμενο ποσό, συμπεριλαμβανομένων των τόκων, πριν από την καταβολή της πρώτης περιοδικής δόσης, σύμφωνα με τον πίνακα χρεολυσίων, και βρίσκουμε X = 10,101010 %, ήτοι ένα ΣΕΠΕ ίσο με 10,1%. Μετά από δύο χρόνια: [pic] όπου 5109,91 είναι το οφειλόμενο ποσό, συμπεριλαμβανομένων των τόκων, πριν από την καταβολή της δεύτερης περιοδικής δόσης, σύμφωνα με τον πίνακα χρεολυσίων, και βρίσκουμε X = 9,640069 %, ήτοι ένα ΣΕΠΕ ίσο με 9,6 %. Μετά από τρία χρόνια: [pic] όπου 3551,11 είναι το οφειλόμενο ποσό, συμπεριλαμβανομένων των τόκων, πριν από την καταβολή της τρίτης περιοδικής δόσης, σύμφωνα με τον πίνακα χρεολυσίων, και βρίσκουμε X = 9,505315 %, ήτοι ένα ΣΕΠΕ ίσο με 9,5 %. Το παραπάνω παράδειγμα δείχνει τη μείωση του προβλεπόμενου ΣΕΠΕ με την πάροδο του χρόνου, ιδίως σε περιπτώσεις όπου οι επιβαρύνσεις είναι καταβλητέες τη στιγμή της σύναψης της σύμβασης. Το παράδειγμα αυτό είναι επίσης ενδεικτικό της περίπτωσης σύναψης ενυπόθηκου δανείου με σκοπό την αναχρηματοδότηση τρεχουσών συμβάσεων πίστωσης των οποίων τα έξοδα (συμβολαιογραφικά, καταχώριση, φόροι, εγγραφή της υποθήκης) πρέπει να καταβληθούν τη στιγμή της σύναψης του δημόσιου εγγράφου και τα κεφάλαια τίθενται στη διάθεση του καταναλωτή από την ημερομηνία σύναψης αυτού του εγγράφου. Δωδέκατο παράδειγμα Έστω μία σύμβαση πίστωσης συνολικού ποσού πίστωσης 6000 € και χρεωστικό επιτόκιο Τ (ονομαστικό) 9 %, που εξοφλείται σε 48 μηνιαίες δόσεις των 149,31 € (υπολογιζόμενες κατ' αναλογία), και έξοδα κατάρτισης φακέλου ύψους 60,00 €, τα οποία καταβάλλονται κατά τη σύναψη της σύμβασης. Θέτουμε: [pic] Είτε θέτουμε: [pic] και βρίσκουμε X = 9,9954957 %, ήτοι ένα ΣΕΠΕ ίσο με 10 %. Όμως, σε περίπτωση πρόωρης εξόφλησης, έχουμε αντίστοιχα: Μετά από ένα χρόνο: [pic] όπου 4844,64 είναι το οφειλόμενο ποσό, συμπεριλαμβανομένων των τόκων, πριν από την καταβολή της δωδέκατης περιοδικής δόσης, σύμφωνα με τον πίνακα χρεολυσίων, και βρίσκουμε X = 10,655907 %, ήτοι ένα ΣΕΠΕ ίσο με 10,7 %. Μετά από δύο χρόνια: [pic] όπου 3417,58 είναι το οφειλόμενο ποσό, συμπεριλαμβανομένων των τόκων, πριν από την καταβολή της 24 ης μηνιαίας δόσης, σύμφωνα με τον πίνακα χρεολυσίων, και βρίσκουμε X = 10,136089 %, ήτοι ένα ΣΕΠΕ ίσο με 10,1 %. Μετά από τρία χρόνια: [pic] όπου 1856,66 είναι το οφειλόμενο ποσό, συμπεριλαμβανομένων των τόκων, πριν από την καταβολή της 36 ης μηνιαίας δόσης, σύμφωνα με τον πίνακα χρεολυσίων, και βρίσκουμε X = 9,991921 %, ήτοι ένα ΣΕΠΕ ίσο με 10 %. Δέκατο τρίτο παράδειγμα Έστω ένα συνολικό ποσό πίστωσης (κεφάλαιο) 6000,00 € το οποίο εξοφλείται σε 4 ισόποσες ετήσιες δόσεις των 1852,00 €. Ας υποθέσουμε ότι η πίστωση χορηγείται με μεταβλητό επιτόκιο και ότι μετά την καταβολή της δεύτερης ετήσιας δόσης το (ονομαστικό) χρεωστικό επιτόκιο αυξάνεται από 9,00 % σε 10,00 %. Προκύπτει μία νέα ετήσια δόση ύψους 1877,17 €. Υπενθυμίζουμε ότι για τον υπολογισμό του ΣΕΠΕ υποθέτουμε ότι το χρεωστικό επιτόκιο και οι υπόλοιπες επιβαρύνσεις παραμένουν σταθερά σε σχέση με τις αρχικές τιμές τους και εφαρμόζονται μέχρι τη λήξη της σύμβασης πίστωσης. Σύμφωνα με το πρώτο παράδειγμα, το ΣΕΠΕ θα είναι 9%. Σε περίπτωση μεταβολής, ένα νέο ΣΕΠΕ θα πρέπει να ανακοινωθεί και να υπολογισθεί βάσει της υπόθεσης ότι η σύμβαση πίστωσης παραμένει σε ισχύ κατά τη συμφωνηθείσα εναπομένουσα διάρκειά της και ότι ο δανειστής και ο καταναλωτής εκπληρώνουν τις υποχρεώσεις τους σύμφωνα με τους όρους και στις προθεσμίες που έχουν συμφωνηθεί. Θέτουμε: [pic] Είτε θέτουμε: [pic] και βρίσκουμε X = 9,741569, ήτοι ένα ΣΕΠΕ ίσο με 9,7%. Δέκατο τέταρτο παράδειγμα Έστω ένα συνολικό ποσό πίστωσης (κεφάλαιο) 6000,00 € που εξοφλείται σε 48 ισόποσες μηνιαίες δόσεις των 149,31 €, έξοδα κατάρτισης φακέλου κατά τη σύναψη της σύμβασης ανερχόμενα σε 60,00 € και, επιπλέον, μία ασφάλεια με μηνιαίο κόστος 3 €. Υπενθυμίζουμε ότι τα στοιχεία κόστους που συνδέονται με τα ασφάλιστρα πρέπει να περιλαμβάνονται στο συνολικό ποσό της πίστωσης εφόσον η ασφάλεια συνάπτεται τη στιγμή της σύναψης της σύμβασης πίστωσης. Το χρεολύσιο ανέρχεται επομένως σε 152,31 €, και στο πέμπτο παράδειγμα είχαμε βρει το X = 11,107112, ήτοι ένα ΣΕΠΕ το οποίο ανέρχεται σε 11,1%. Ας υποθέσουμε τώρα ότι το (ονομαστικό) χρεωστικό επιτόκιο είναι μεταβλητό και ότι αυξάνεται σε 10% μετά την εξόφληση της δέκατης έβδομης δόσης. Σε περίπτωση μεταβολής, ένα νέο ΣΕΠΕ πρέπει να ανακοινωθεί και να υπολογισθεί βάσει της υπόθεσης ότι η σύμβαση πίστωσης παραμένει σε ισχύ κατά τη συμφωνηθείσα εναπομένουσα διάρκειά της και ότι ο δανειστής και ο καταναλωτής εκπληρώνουν τις υποχρεώσεις τους σύμφωνα με τους όρους και στις προθεσμίες που έχουν συμφωνηθεί. Θέτουμε: [pic] Είτε θέτουμε: [pic] και βρίσκουμε X = 11,542740 %, ήτοι ένα ΣΕΠΕ ίσο με 11,5 %. Δέκατο πέμπτο παράδειγμα Έστω μία σύμβαση πίστωσης τύπου “λήζινγκ” ή “χρηματοδοτικής μίσθωσης” που αφορά ένα αυτοκίνητο αξίας 15.000,00 €. Η σύμβαση ορίζει την καταβολή 48 μηνιαίων δόσεων των 350 €. Η πρώτη δόση είναι καταβλητέα τη στιγμή της διάθεσης του αγαθού. Μετά την πάροδο των 48 μηνών το δικαίωμα προαίρεσης αγοράς μπορεί να αρθεί με την εξόφληση της υπολειμματικής αξίας των 1250 €. Θέτουμε: [pic] Είτε θέτουμε: [pic] και βρίσκουμε X = 9,541856 %, ήτοι ένα ΣΕΠΕ ίσο με 9,5 %. Δέκατο έκτο παράδειγμα Έστω μία σύμβαση πίστωσης τύπου “χρηματοδότηση”, “πώληση με πίστωση” ή “πώληση με δόσεις” η οποία αφορά ένα αγαθό αξίας 2500 €. Η σύμβαση πίστωσης ορίζει μία προκαταβολή ύψους 500 € και την καταβολή 24 μηνιαίων δόσεων των 100 €, εκ των οποίων η πρώτη πρέπει να εξοφληθεί εντός 20 ημερών μετά τη διάθεση του αγαθού. Στις περιπτώσεις αυτές η προκαταβολή δεν συνυπολογίζεται ποτέ στη χρηματοδοτική πράξη. Θέτουμε: [pic] Είτε θέτουμε: [pic] και βρίσκουμε X = 20,395287, ήτοι ένα ΣΕΠΕ ίσο με 20,4 %. Δέκατο έβδομο παράδειγμα Έστω μία σύμβαση πίστωσης τύπου “άνοιγμα πίστωσης” καθορισμένης διάρκειας 6 μηνών και συνολικού ποσού πίστωσης 2500 €. Η σύμβαση πίστωσης ορίζει την καταβολή του συνολικού κόστους της πίστωσης κάθε μήνα και την αποπληρωμή του συνολικού ποσού της πίστωσης κατά τη λήξη της σύμβασης. Το (πραγματικό) ετήσιο χρεωστικό επιτόκιο είναι 8% και οι επιβαρύνσεις ανέρχονται σε 0,25% μηνιαίως. Υπενθυμίζουμε ότι στην προκειμένη περίπτωση λαμβάνεται ως υπόθεση μία άμεση και ολοκληρωτική ανάληψη του ποσού της πίστωσης. Βρίσκουμε το ποσό που αντιστοιχεί στο περιοδικό χρεολύσιο των μηνιαίων χρεωστικών τόκων, που υπολογίζονται βάσει ενός ισοδύναμου μηνιαίου επιτοκίου, με τον ακόλουθο τύπο: [pic] Ήτοι: [pic] Θέτουμε επομένως: [pic] Είτε θέτουμε: [pic] και βρίσκουμε X = 11,263633, ήτοι ένα ΣΕΠΕ ίσο με 11,3 %. Δέκατο όγδοο παράδειγμα Έστω μία σύμβαση πίστωσης τύπου “άνοιγμα πίστωσης” αόριστης διάρκειας και ύψους 2500 €. Η σύμβαση προβλέπει εξαμηνιαία καταβολή ίση τουλάχιστον με το 25% του εναπομείναντος υπολοίπου της οφειλής σε κεφάλαιο και χρεωστικούς τόκους, με ελάχιστη πληρωμή 25 €. Το (πραγματικό) ετήσιο χρεωστικό επιτόκιο ανέρχεται σε 12% και τα έξοδα κατάρτισης φακέλου, καταβλητέα κατά τη σύναψη της σύμβασης, σε 50 €. (Βρίσκουμε το ισοδύναμο μηνιαίο επιτόκιο με τον ακόλουθο τύπο: [pic] ήτοι 5,83 %). Τα ποσά των 19 εξαμηνιαίων δόσεων που πρέπει να εξοφληθούν (D l) μπορούν να ληφθούν από έναν πίνακα χρεολυσίων όπου D 1 = 661,44· D 2 = 525· D 3 = 416,71· D 4 = 330,75· D 5 = 262,52· D 6 = · ·D 7 = 165,39· D 8 = 208,37· D 9 = 104,20· D 10 = 82,70· D 11 = 65,64· D 12 = 52,1· D 13 = 41,36· D 14 = 32,82· D 15 = 25· D 16 = 25· D 17 = 25· D 18 = 25· D 19 = 15,28. Θέτουμε: [pic]και βρίσκουμε X = 13,151744 %, ήτοι ένα ΣΕΠΕ ίσο με 13,2 %. Δέκατο ένατο παράδειγμα Έστω μία σύμβαση πίστωσης τύπου “άνοιγμα πίστωσης” αόριστης διάρκειας μέσω κάρτας, με την οποία μπορούν να πραγματοποιούνται αναλήψεις πίστωσης συνολικού ύψους 700 €. Η σύμβαση προβλέπει μηνιαία καταβολή ίση τουλάχιστον με το 5% του εναπομείναντος υπολοίπου της οφειλής σε κεφάλαιο και χρεωστικούς τόκους, με περιοδικό χρεολύσιο (α) τουλάχιστον 25 €. Τα ετήσια έξοδα για την κάρτα ανέρχονται σε 20 €. Το (πραγματικό) ετήσιο χρεωστικό επιτόκιο είναι 0 % για το πρώτο χρεολύσιο και 12% για τα επόμενα χρεολύσια. Τα ποσά των 31 εξαμηνιαίων δόσεων που πρέπει να εξοφληθούν (D l) μπορούν να ληφθούν από έναν πίνακα χρεολυσίων όπου D 1 = 55,00· D 2 = 33,57· D 3 = 32,19· D 4 = 30,87· D 5 = 29,61· D 6 = 28,39· D 7 = 27,23· D 8 = 26,11· D 9 = 25,04· D 10 έως D 12 = 25,00· D 13 = 45· D 26 έως D 30 = 25,00·D 31 = 2,25. Θέτουμε: [pic] και βρίσκουμε X = 18,470574, ήτοι ένα ΣΕΠΕ ίσο με 18,5 %. Εικοστό παράδειγμα Έστω ένα άνοιγμα πίστωσης υπό μορφή προκαταβολής σε τρεχούμενο λογαριασμό με αόριστη διάρκεια και συνολικό ποσό πίστωσης 2500 €. Η σύμβαση πίστωσης δεν επιβάλλει πληρωμές σε κεφάλαιο, αλλά προβλέπει τη μηνιαία καταβολή του συνολικού κόστους της σύμβασης. Το (πραγματικό) ετήσιο χρεωστικό επιτόκιο είναι 8%. Οι μηνιαίες επιβαρύνσεις ανέρχονται σε 2,50 €. Εκτός από την υπόθεση της ολοκληρωτικής ανάληψης του ποσού της πίστωσης, θα χρησιμοποιήσουμε επίσης την υπόθεση της θεωρητικής εξόφλησης μετά από ένα χρόνο. Υπολογίζουμε κατ’ αρχάς το θεωρητικό περιοδικό χρεολύσιο των τόκων και των επιβαρύνσεων (α): [pic], και στη συνέχεια [pic] ήτοι: [pic] και βρίσκουμε X = 9,295804, ήτοι ένα ΣΕΠΕ ίσο με 9,3 %. ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ III - Υπολογισμός του συνολικού ετήσιου πραγματικού επιτοκίου σε περιπτώσεις όπου μία σύμβαση πίστωσης προβλέπει προηγούμενη ή σύγχρονη κατάθεση ταμιευτηρίου και το χρεωστικό επιτόκιο καθορίζεται σε συνάρτηση με την εν λόγω κατάθεση Χρησιμοποιούνται τα ακόλουθα σύμβολα: - C = κεφάλαιο - N = διάρκεια σε έτη - T = ετήσιο χρεωστικό επιτόκιο - A = ετήσια δόση - F = περιοδικότητα - n = διάρκεια σε περιόδους - t = περιοδικό χρεωστικό επιτόκιο - a = περιοδικό χρεολύσιο. 1. Μεικτεσ συμβασεισ πιστωσης στις οποίεσ η υποχρεωτικη καταθεση ταμιευτηριου προηγειται της χορηγησησ τησ πιστωσησ Πρώτο παράδειγμα Η χορήγηση μίας πίστωσης C ύψους 6000 € για διάρκεια N = 4 έτη προϋποθέτει ύπαρξη κατάθεσης ταμιευτηρίου M για χρονική περίοδο δύο ετών ύψους ίσου με το ήμισυ του παραπάνω ποσού, δηλαδή 3000 € συνολικά, και με τελευταία κατάθεση ποσού 125 € ένα μήνα πριν από την ανάληψη πίστωσης. Η συγκεκριμένη κατάθεση ταμιευτηρίου δεν τοκίζεται, αλλά το χρεωστικό επιτόκιο της πίστωσης θα είναι μόνον T = 6 %, τη στιγμή που τα επιτόκια της αγοράς τείνουν μάλλον στο 9%. Το ποσό κατάθεσης κάθε μήνα είναι e = 125,00 €, το περιοδικό χρεολύσιο είναι a = 140,91 € και το ΣΕΠΕ εκτός ταμιευτηρίου είναι 6,17 %, ήτοι 6,2 %. Για να βρούμε το πραγματικό επιτόκιο του συνόλου της πράξεως, θέτουμε: [pic] Είτε θέτουμε: [pic] Για την επίλυση της εξίσωσης - με χρήση επαναληπτικής μεθόδου - θέτουμε X 1 = 0,062 και υπολογίζουμε την τιμή του πρώτου μέλους: 170,5, έπειτα X 2 = 0,063 και υπολογίζουμε την τιμή του πρώτου μέλους: 163,3 κ.λπ. έπειτα X 26 = 0,087 και υπολογίζουμε την τιμή του πρώτου μέλους: 6,0 έπειτα X 27 = 0,088 και υπολογίζουμε την τιμή του πρώτου μέλους: 0,1 έπειτα X 28 = 0,089 και υπολογίζουμε την τιμή του πρώτου μέλους: -5,7 Η ορθή λύση είναι X = 8,802245 %, ήτοι 8,8 %, και αυτό είναι το ΣΕΠΕ που πρέπει να ανακοινωθεί στον καταναλωτή ως το ΣΕΠΕ της σύμβασης πίστωσης με όρο να προϋπάρχει κατάθεση ταμιευτηρίου. Δεύτερο παράδειγμα Η χορήγηση μίας πίστωσης C ύψους 6000 € για διάρκεια N = 4 έτη προϋποθέτει ύπαρξη κατάθεσης ταμιευτηρίου ( M) για χρονική περίοδο δύο ετών ύψους ίσου με το ήμισυ του παραπάνω ποσού, δηλαδή 3000 €, και με τελευταία κατάθεση ποσού 125 € ένα μήνα πριν από την ανάληψη πίστωσης. Η συγκεκριμένη κατάθεση ταμιευτηρίου τοκίζεται με πιστωτικό επιτόκιο S = 3 %. Το χρεωστικό επιτόκιο θα είναι μόνο T = 6 %, τη στιγμή που τα επιτόκια της αγοράς τείνουν μάλλον στο 9%. Το ποσό κατάθεσης κάθε μήνα είναι e = 125,00 €, το περιοδικό χρεολύσιο είναι a = 140,91 €, και το ΣΕΠΕ εκτός ταμιευτηρίου είναι 6,17 %, ήτοι 6,2 %. Η μελλοντική πραγματική αξία του M θα είναι M’ και υπολογίζεται με τον ακόλουθο τύπο: [pic], όπου [pic] και n = 24 μήνες Ήτοι [pic] και [pic] όπου t 0 είναι η στιγμή της ανάληψης πίστωσης. Για να βρούμε το πραγματικό επιτόκιο του συνόλου της πράξεως, θέτουμε: [pic] Είτε θέτουμε: [pic] Για την επίλυση της εξίσωσης χρησιμοποιούμε πάλι επαναληπτική μέθοδο και βρίσκουμε X = 7,484710, ήτοι ένα ΣΕΠΕ ίσο με 7,5 %. 2. Μεικτη συμβαση με συγχρονο σχηματισμο καταθεσησ ταμιευτηριου 2.1. Μεικτή σύμβαση πίστωσης χωρίς υποχρεωτική κατάθεση ταμιευτηρίου (προκαταβολές σε τρεχούμενο λογαριασμό) Βλ. Παράρτημα II, παράδειγμα 20. Η κατάθεση ταμιευτηρίου δεν λαμβάνεται υπόψη κατά τον υπολογισμό του ΣΕΠΕ. 2. 2. Μεικτή σύμβαση πίστωσης με ασφάλεια ζωής Πρόκειται για πιστώσεις τύπου “endowment”, όπως αυτές που αναφέρονται στο άρθρο 19 της παρούσας οδηγίας, με την κατάθεση ταμιευτηρίου να αποτελεί συμβατικό στοιχείο. Έστω ένα συνολικό ποσό πίστωσης 6000,00 € που εξοφλείται σε τέσσερις ετήσιες δόσεις με χρεωστικό επιτόκιο 9%, αλλά με ληξιπρόθεσμες πληρωμές για ολόκληρο το ποσό. Ας υποθέσουμε ότι ο διαχειριστής του κεφαλαίου κατέβαλε από 1200,00 € στο τέλος του καθενός από τα 3 πρώτα έτη και ότι η συγκεκριμένη κατάθεση ταμιευτηρίου τοκίζεται με 4,00 %. Το υπόλοιπο αυτού του λογαριασμού πριν από το τελικό χρεολύσιο θα είναι 3895,76 €. Θα χρειαστεί λοιπόν να καταθέσει ένα συμπληρωματικό ποσό 2104,24 €. Ο πίνακας των χρεολυσίων του συνοψίζεται σε τρεις ετήσιες δόσεις των 1740,00 € και μία των 2644,24 € για ένα κεφάλαιο 6000,00 €. Θέτουμε: [pic] Είτε θέτουμε: [pic] και βρίσκουμε X = 10,955466, ήτοι ένα ΣΕΠΕ ίσο με 10,96 %. [1] Από 942 ευρώ στην Ισπανία, 3.000 έως 3.500 ευρώ στο Βέλγιο, τη Γερμανία ή τη Γαλλία, έως 9.408 ευρώ στη Σουηδία και σχεδόν 18.000 ευρώ στο ΗΒ (στοιχεία 2002). [2] Από 7% στην Ελλάδα, 10% στην Ισπανία ή τη Γαλλία, 16% στη Γερμανία και την Πορτογαλία, έως αντίστοιχα 26% και 28% στη Σουηδία και στο ΗΒ (στοιχεία 2002). [3] ΕΕ C της , σ. . [4] ΕΕ C της , σ. . [5] Γνώμη. [6] ΕΕ L 42 της 12.2.1987, σ. 48. Οδηγία όπως τροποποιήθηκε την τελευταία φορά από την οδηγία 98/7/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (ΕΕ L 101 της 1.4.1998, σ. 17). [7] COM(95) 117 τελικό. [8] COM(97) 465 τελικό. [9] COM(96) 79 τελικό. [10] ΕΕ L 250 της 19.9.1984, σ. 17. Οδηγία όπως τροποποιήθηκε από την οδηγία 97/55/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (ΕΕ L 290 της 23.10.1997, σ. 18). [11] ΕΕ L 149 της 11.6.2005, σ. 22. [12] ΕΕ L 372 της 31.12.1985, σ. 31. [13] ΕΕ L 281 της 23.11.1995, σ. 31. [14] ΕΕ L 271 της 9.10.2002, σ. 16. [15] ΕΕ L 95 της 21.4.1993, σ. 29. [16] ΕΕ L 141 της 11.6.1993, σ. 27. [17] ΕΕ L 144 της 4.6.1997, σ. 19. [18] ΕΕ L 280 της 29.10.1994, σ. 83. [19] ΕΕ L 126 της 26.5.2000, σ. 1. ( *ΕΕ L […] της ηη/μμ/εεεε, σ. […].