Τροποποιημένη πρόταση Οδηγιας του Ευρωπαϊκου Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την τροποποίηση της οδηγίας 2003/88/ΕΚ σχετικά με ορισμένα στοιχεία της οργάνωσης του χρόνου εργασίας /* COM/2005/0246 τελικό - COD 2004/0209 */
[pic] | ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ | Βρυξέλλες, 31.5.2005 COM(2005) 246 τελικό 2004/0209 (COD) Τροποποιημένη πρόταση ΟΔΗΓΙΑΣ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ για την τροποποίηση της οδηγίας 2003/88/ΕΚ σχετικά με ορισμένα στοιχεία της οργάνωσης του χρόνου εργασίας (υποβάλλεται από την Επιτροπή) {SEC(2004) 1154} ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ 1. Εισαγωγη Στις 22 Σεπτεμβρίου 2004 η Επιτροπή ενέκρινε μια πρόταση οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την τροποποίηση της οδηγίας 2003/88/ΕΚ σχετικά με ορισμένα στοιχεία της οργάνωσης του χρόνου εργασίας[1]. Η πρόταση αυτή διαβιβάστηκε στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο στις 22 Σεπτεμβρίου 2004. Στις 11 Μαΐου 2005 η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή γνωμοδότησε σχετικά με την πρόταση της Επιτροπής[2]. Η Επιτροπή των Περιφερειών γνωμοδότησε στις 14 Απριλίου 2005[3]. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο γνωμοδότησε σε πρώτη ανάγνωση στις 11 Μαΐου 2005[4]. 2. ΤΡΟΠΟΛΟΓΙΕΣ Τροπολογίες που πρότεινε το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο Η Επιτροπή μπορεί να αποδεχθεί το σύνολο των παρακάτω τροπολογιών, που θεωρεί ότι συμβάλλουν στη βελτίωση της πρότασής της, διατηρώντας παράλληλα τους στόχους και την πολιτική βιωσιμότητά της, λαμβανομένων υπόψη των θέσεων που διατύπωσαν ήδη τα κράτη μέλη στο Συμβούλιο : - τροπολογία αριθ. 1 (αναφορά των συμπερασμάτων του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου της Λισσαβώνας): βλ. αιτιολογική σκέψη 4· - τροπολογία αριθ. 2 (νέα διατύπωση της αιτιολογικής σκέψης 4): βλ. αιτιολογική σκέψη 4· - τροπολογία αριθ. 3 (αναφορά στην αύξηση του ποσοστού απασχόλησης των γυναικών): βλ. αιτιολογική σκέψη 5· - τροπολογία αριθ. 4 (προσθήκη αναφοράς στο συνδυασμό επαγγελματικής και οικογενειακής ζωής): βλ. αιτιολογική σκέψη 7· - τροπολογία αριθ. 8 (παράθεση της παραγράφου 2 του άρθρου 31 του Χάρτη): βλ. αιτιολογική σκέψη 14· - τροπολογία αριθ. 11 (συνυπολογισμός των περιόδων του χρόνου εργασίας σε περίπτωση περισσότερων της μίας συμβάσεων εργασίας): βλ. αιτιολογική σκέψη 2· - τροπολογία αριθ. 12 (προσθήκη διάταξης σχετικά με το συνδυασμό επαγγελματικής και οικογενειακής ζωής): βλ. άρθρο 2β· - τροπολογία αριθ. 13 (διαγραφή του άρθρου 16 στοιχείο β) δεύτερο εδάφιο: βλ. άρθρο 16· - τροπολογίες αριθ. 16 και 18 (περίοδοι αντισταθμιστικής ανάπαυσης): βλ. άρθρο 17 παράγραφος 2 και άρθρο 18 παράγραφος 3· - τροπολογία αριθ. 17 (διόρθωση σφάλματος): βλ. άρθρο 17 παράγραφος 5 πρώτο εδάφιο· - τροπολογία αριθ. 19 (περίοδος αναφοράς): βλέπε άρθρο 19· - τροπολογία αριθ. 24 (διάταξη σχετικά με την ισχύ των συμφωνιών με ρήτρα opt-out (εθελούσια επιλογή εξαίρεσης) που υπογράφηκαν πριν από την έναρξη ισχύος της παρούσας οδηγίας): βλ. άρθρο 22 παράγραφος 1 γ. Αντιθέτως, η Επιτροπή δεν μπορεί να αποδεχθεί στο στάδιο αυτό τις άλλες τροπολογίες που προτείνει το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Ορισμένες από αυτές δεν θεωρεί ότι προσφέρουν προστιθέμενη αξία ή ότι είναι αποδεκτές από αυστηρά νομική άποψη. Άλλες θα μπορούσαν, κατά την άποψη της Επιτροπής, να ανατρέψουν την ισορροπία του αρχικού κειμένου και να καταστήσουν δυσκολότερη την επίτευξη συμφωνίας ή επαρκούς πλειοψηφίας στο Συμβούλιο. Η Επιτροπή έχει επίγνωση του ρόλου του διαμεσολαβητή που της έχει ανατεθεί στο πλαίσιο της διαδικασίας συναπόφασης ανάμεσα στα δύο σκέλη της νομοθετικής εξουσίας της Κοινότητας. Μεταξύ των τροπολογιών που δεν έκανε δεκτές η Επιτροπή πρέπει να σημειωθεί ότι όσον αφορά την τροπολογία αριθ.20 (για την εθελούσια επιλογή εξαίρεσης «opt-out»), η Επιτροπή τόνισε σαφώς ότι παρ’ όλο που δεν μπορούσε να την αποδεχθεί ως έχει, ήταν διατεθειμένη να διερευνήσει δυνατότητες συμβιβασμού σχετικά με το θέμα αυτό για το οποίο διαφωνούν τα θεσμικά όργανα που συννομοθετούν. Επίσης, όσον αφορά την τροπολογία αριθ. 10 (σχετικά με το χρόνο εφημερίας), η Επιτροπή ανέφερε ότι συμμερίζεται τις ανησυχίες του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου σχετικά με την υγεία και την ασφάλεια των εργαζομένων οι οποίοι πραγματοποιούν τακτικά εφημερίες και ότι θα προσθέσει μια διάταξη με σκοπό οι ανενεργές περίοδοι του χρόνου εφημερίας να μη λαμβάνονται υπόψη για τον υπολογισμό των ημερήσιων και εβδομαδιαίων περιόδων ανάπαυσης. 2004/0209 (COD) Τροποποιημένη πρόταση ΟΔΗΓΙΑΣ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ για την τροποποίηση της οδηγίας 2003/88/ΕΚ σχετικά με ορισμένα στοιχεία της οργάνωσης του χρόνου εργασίας ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ, Έχοντας υπόψη: τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, και ιδίως το άρθρο 137 παράγραφος 2, την πρόταση της Επιτροπής[5], τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής[6], τη γνώμη της Επιτροπής των Περιφερειών[7], Αποφασίζοντας σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 251 της Συνθήκης[8], Εκτιμώντας τα ακόλουθα: (1) Το άρθρο 137 της Συνθήκης προβλέπει ότι η Κοινότητα υποστηρίζει και συμπληρώνει τη δράση των κρατών μελών για τη βελτίωση του περιβάλλοντος εργασίας, με σκοπό την προστασία της ασφάλειας και της υγείας των εργαζομένων. Στις οδηγίες που εκδίδονται βάσει του άρθρου αυτού, πρέπει να αποφεύγεται η επιβολή διοικητικών, οικονομικών και νομικών εξαναγκασμών, οι οποίοι θα παρεμπόδιζαν τη δημιουργία και την ανάπτυξη μικρομεσαίων επιχειρήσεων. (2) Η οδηγία 2003/88/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 4ης Νοεμβρίου 2003, σχετικά με ορισμένα στοιχεία της οργάνωσης του χρόνου εργασίας[9]ορίζει τις ελάχιστες απαιτήσεις ασφάλειας και υγείας σχετικά με την οργάνωση του χρόνου εργασίας, όσον αφορά τις περιόδους ημερήσιας ανάπαυσης, τα διαλείμματα, την εβδομαδιαία ανάπαυση, τη μέγιστη εβδομαδιαία διάρκεια εργασίας, την ετήσια άδεια, καθώς και στοιχεία της νυχτερινής εργασίας, της εργασίας κατά βάρδιες και του ρυθμού εργασίας. Αυτές οι ελάχιστες απαιτήσεις εφαρμόζονται για κάθε εργαζόμενο όπως αυτός ορίζεται στο άρθρο 3 στοιχείο α) της οδηγίας 89/391/ΕΟΚ[10]. (3) Δύο διατάξεις της οδηγίας 2003/88/ΕΚ συνοδεύονται από ρήτρα επανεξέτασης πριν από τις 23 Νοεμβρίου 2003. Πρόκειται για το άρθρο 19 και για το άρθρο 22 παράγραφος 1. (4) Πάνω από δέκα έτη μετά την έκδοση της οδηγίας 93/104/ΕΚ του Συμβουλίου[11], της αρχικής οδηγίας στον τομέα οργάνωσης του χρόνου εργασίας, κρίνεται απαραίτητο να ληφθούν καλύτερα υπόψη η απαραίτητος ο εκσυγχρονισμός της κοινοτικής νομοθεσίας, έτσι ώστε αυτή να ανταποκριθεί καλύτερα στη νέα πραγματικότητα και στις οι νέες απαιτήσεις τόσο των εργοδοτών όσο και των εργαζομένων, καθώς και να βρεθούν τρόποι επίτευξης των στόχων όσον αφορά την ανάπτυξη και την απασχόληση που όρισε το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο στις 22 και 23 Μαρτίου 2005 στο πλαίσιο της στρατηγικής της Λισσαβώνας. (5) Ο συνδυασμός της εργασίας με την οικογενειακή ζωή αποτελεί επίσης θεμελιώδες στοιχείο για την επίτευξη των στόχων που έθεσε η Ένωση με τη στρατηγική της Λισσαβώνας, ιδίως για την αύξηση του ποσοστού απασχόλησης των γυναικών. Ο συνδυασμός αυτός δύναται όχι μόνο να δημιουργήσει ένα πιο ικανοποιητικό κλίμα εργασίας αλλά και να βελτιώσει την προσαρμογή στις ανάγκες των εργαζομένων, ιδίως όσων βαρύνονται με οικογενειακές ευθύνες. Πολλές από τις τροποποιήσεις που εισάγονται στην οδηγία 2003/88/ΕΚ , ιδίως όσον αφορά το άρθρο 22, επιτρέπουν αποσκοπούν στο να επιτρέψουν τον καλύτερο συνδυασμό μεταξύ της εργασίας και της οικογενειακής ζωής. (6) Στο πλαίσιο αυτό, τα κράτη μέλη έχουν την ευθύνη να ενθαρρύνουν τους κοινωνικούς εταίρους να συνάψουν, στο κατάλληλο επίπεδο, συμφωνίες που εγκαθιδρύουν κανόνες για τον ομαλότερο συνδυασμό μεταξύ της επαγγελματικής και της οικογενειακής ζωής. (7) Γίνεται αισθητή η επιταγή να εξευρεθεί μια νέα ισορροπία μεταξύ , αφενός, να ενισχυθεί η προστασία της προστασίας της υγείας και της ασφάλειας των εργαζομένων και, αφετέρου, της ανάγκης η οργάνωση του χρόνου εργασίας να γίνει περισσότερο ευέλικτη, ιδίως όσον αφορά το χρόνο εφημερίας και πιο συγκεκριμένα τις ανενεργές περιόδους κατά τη διάρκεια των εφημεριών. Πρέπει επίσης να εξευρεθεί μια νέα ισορροπία ανάμεσα, αφενός στο συνδυασμό της επαγγελματικής και της οικογενειακής ζωής και, αφετέρου, στην πιο ευέλικτη οργάνωση του χρόνου εργασίας . (8) Οι διατάξεις σχετικά με την περίοδο αναφοράς πρέπει επίσης να επανεξεταστούν, με στόχο το υπάρχον καθεστώς να απλοποιηθεί και να προσαρμοστεί καλύτερα στις ανάγκες των επιχειρήσεων και των εργαζομένων. (9) Η εμπειρία που έχει αποκτηθεί σχετικά με την εφαρμογή του άρθρου 22 παράγραφος 1 καταδεικνύει ότι η καθαρά προσωπική τελική απόφαση κάποιου να μην υπαχθεί στο άρθρο 6 της οδηγίας μπορεί να δημιουργήσει προβλήματα σχετικά με την προστασία της υγείας και της ασφάλειας του εργαζομένου καθώς επίσης και με τη δυνατότητα ελεύθερης επιλογής του. (10) Βάσει του άρθρου 138 παράγραφος 2 της Συνθήκης η Επιτροπή διαβουλεύθηκε με τους κοινωνικούς εταίρους σε κοινοτικό επίπεδο σχετικά με τους ενδεχόμενους προσανατολισμούς της κοινοτικής δράσης στο θέμα αυτό. (11) Η Επιτροπή, μετά τις διαβουλεύσεις αυτές, έκρινε ότι είναι σκόπιμη η ανάληψη κοινοτικής δράσης στο θέμα αυτό και διαβουλεύθηκε εκ νέου με τους κοινωνικούς εταίρους σε κοινοτικό επίπεδο σχετικά με το περιεχόμενο της μελετώμενης πρότασης, σύμφωνα με το άρθρο 138 παράγραφος 3 της Συνθήκης. (12) Στο πλαίσιο του δεύτερου αυτού σταδίου των διαβουλεύσεων, οι κοινωνικοί εταίροι δεν πληροφόρησαν την Επιτροπή ότι επιθυμούν να κινήσουν τη διαδικασία που θα μπορούσε να καταλήξει στη σύναψη συμφωνίας, όπως ορίζεται στο άρθρο 138 παράγραφος 4 της Συνθήκης. (13) Καθώς οι στόχοι της μελετώμενης δράσης, που συνίσταται στον εκσυγχρονισμό της κοινοτικής νομοθεσίας για την οργάνωση του χρόνου εργασίας, είναι αδύνατον να επιτευχθούν επαρκώς από τα κράτη μέλη και δύνανται, κατά συνέπεια, να επιτευχθούν καλύτερα σε κοινοτικό επίπεδο, η Κοινότητα μπορεί να λάβει μέτρα σύμφωνα με την αρχή της επικουρικότητας, που καθιερώνεται στο άρθρο 5 της Συνθήκης. Με βάση την αρχή της αναλογικότητας, όπως διατυπώνεται στο ίδιο άρθρο, η παρούσα οδηγία δεν υπερβαίνει τα αναγκαία όρια για την επίτευξη των στόχων αυτών. (14) Η παρούσα οδηγία σέβεται τα θεμελιώδη δικαιώματα και τηρεί τις αρχές που αναγνωρίζονται ιδίως στο Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Συγκεκριμένα, η παρούσα οδηγία έχει σκοπό να εξασφαλίσει τον πλήρη σεβασμό του δικαιώματος των εργαζομένων σε υγιεινές, ασφαλείς και αξιοπρεπείς συνθήκες εργασίας όπως αναφέρεται στο ( άρθρο 31 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης ) , και ιδίως στην παράγραφο 2 του εν λόγω άρθρου, το οποίο ορίζει ότι «κάθε εργαζόµενος έχει δικαίωµα σε ένα όριο µέγιστης διάρκειας εργασίας, σε ηµερήσιες και εβδοµαδιαίες περιόδους ανάπαυσης καθώς και σε ετήσια περίοδο αµειβόµενων διακοπών» . (15) Σύμφωνα με την αρχή της επικουρικότητας και την αρχή της αναλογικότητας, που διαλαμβάνονται στο άρθρο 5 της Συνθήκης, οι στόχοι της δράσης που αναλύονται παραπάνω δεν είναι δυνατόν να επιτευχθούν επαρκώς από τα κράτη μέλη, στο μέτρο που πρέπει να τροποποιηθεί ισχύουσα πράξη του κοινοτικού δικαίου, ΕΞΕΔΩΣΑΝ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΟΔΗΓΙΑ: Άρθρο 1 Η οδηγία 2003/88/ΕΚ τροποποιείται ως εξής: 1. Στο άρθρο 2 παρεμβάλλονται τα σημεία 1α, 1αα και 1β: "1α. «χρόνος εφημερίας»: περίοδος κατά την οποία ο εργαζόμενος υποχρεούται να είναι διαθέσιμος στον χώρο εργασίας του, προκειμένου να επέμβει, κατόπιν αιτήματος του εργοδότη, με στόχο να ασκήσει τη δραστηριότητα ή τα καθήκοντά του. 1αα. «χώρος εργασίας»: ο χώρος ή οι χώροι στους οποίους κανονικά ο εργαζόμενος ασκεί τις δραστηριότητες ή τα καθήκοντά του και οι οποίοι καθορίζονται σύμφωνα με ό,τι προβλέπει η σχέση ή η σύμβαση εργασίας που εφαρμόζονται για τον εργαζόμενο. 1β. «ανενεργή περίοδος του χρόνου εφημερίας»: περίοδος κατά την οποία ο εργαζόμενος βρίσκεται σε εφημερία κατά την έννοια του στοιχείου 1α, αλλά δεν καλείται να ασκήσει τη δραστηριότητα ή τα καθήκοντά του από τον εργοδότη του." 2. Παρεμβάλλεται το ακόλουθο άρθρο 2α: "Άρθρο 2α Χρόνος εφημερίας Η ανενεργή περίοδος εφημερίας δεν θεωρείται ως χρόνος εργασίας, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά στην εθνική νομοθεσία ή, σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία ή/και εθνική πρακτική, σε συλλογικές συμβάσεις ή συμφωνίες μεταξύ των κοινωνικών εταίρων. Η ανενεργή περίοδος του χρόνου εφημερίας μπορεί να υπολογιστεί βάσει ενός μέσου όρου αριθμού ωρών ή ποσοστού του χρόνου εφημερίας, λαμβάνοντας υπόψη την εμπειρία στο σχετικό κλάδο, μέσω συλλογικών συμβάσεων ή συμφωνίας μεταξύ των κοινωνικών εταίρων ή ύστερα από διαβουλεύσεις με τους κοινωνικούς εταίρους. Η ανενεργή περίοδος του χρόνου εφημερίας δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη για τον υπολογισμό των περιόδων ανάπαυσης που προβλέπονται στα άρθρα 3 (ημερήσια ανάπαυση) και 5 (εβδομαδιαία ανάπαυση). » Η περίοδος κατά την οποία ο εργαζόμενος ασκεί όντως τις δραστηριότητες ή τα καθήκοντά του κατά την εφημερία θεωρείται πάντοτε ως χρόνος εργασίας. 3. Παρεμβάλλεται το ακόλουθο άρθρο 2β: « Άρθρο 2β Συνδυασμός επαγγελματικής και οικογενειακής ζωής Με την επιφύλαξη της αυτονομίας τους, τα κράτη μέλη ενθαρρύνουν τους κοινωνικούς εταίρους σε κατάλληλο επίπεδο να συνάπτουν συμφωνίες με σκοπό τον καλύτερο συνδυασμό της επαγγελματικής και της οικογενειακής ζωής. Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα ώστε να εξασφαλίσουν ότι: – οι εργοδότες ενημερώνουν εγκαίρως τους εργαζομένους σχετικά με οποιαδήποτε μεταβολή του ρυθμού ή της οργάνωσης του χρόνου εργασίας· και – οι εργαζόμενοι δικαιούνται να ζητούν τροποποιήσεις του ωραρίου και του ρυθμού εργασίας τους, ενώ οι εργοδότες υποχρεούνται να εξετάζουν τις αιτήσεις αυτές λαμβάνοντας υπόψη τις ανάγκες ευελιξίας των εργοδοτών και των εργαζομένων.» 4. Στο άρθρο 16, το στοιχείο β) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο διαγράφεται: «β) για την εφαρμογή του άρθρου 6 (ανώτατη εβδομαδιαία διάρκεια εργασίας), περίοδο αναφοράς η οποία δεν υπερβαίνει τους τέσσερις μήνες. Ωστόσο, τα κράτη μέλη, με τη νομοθετική ή την κανονιστική οδό και για αντικειμενικούς ή τεχνικούς λόγους ή για λόγους που σχετίζονται με την οργάνωση της εργασίας, μπορούν να επεκτείνουν αυτή την περίοδο αναφοράς στους δώδεκα μήνες, υπό τον όρο της τήρησης των γενικών αρχών σχετικά με την προστασία της υγείας και της ασφάλειας των εργαζομένων, καθώς και υπό τον όρο της διεξαγωγής διαβουλεύσεων με τους ενδιαφερόμενους κοινωνικούς εταίρους και της καταβολής προσπαθειών για την ενθάρρυνση όλων των σχετικών μορφών κοινωνικού διαλόγου, συμπεριλαμβανομένων των διαπραγματεύσεων, εάν τα μέρη το επιθυμούν. Όταν η διάρκεια της σύμβασης εργασίας δεν υπερβαίνει το ένα έτος, η περίοδος αναφοράς δεν μπορεί να υπερβαίνει τη διάρκεια της σύμβασης εργασίας. Οι περίοδοι ετήσιας άδειας μετ' αποδοχών, που χορηγούνται σύμφωνα με το άρθρο 7, καθώς και οι περίοδοι άδειας ασθενείας δεν συνεκτιμώνται ή είναι ουδέτερες όσον αφορά τον υπολογισμό του μέσου όρου·» 5. Το άρθρο 17 τροποποιείται ως εξής: α) Στην παράγραφο 1, οι λέξεις «στα άρθρα 3, 4, 5, 6, 8 και 16» αντικαθίστανται από τις λέξεις «από τα άρθρα 3 έως 6, 8 και 16 στοιχεία α) και γ)». β) Στην παράγραφο 2 οι λέξεις «υπό τον όρο ότι στους οικείους εργαζομένους χορηγούνται ισοδύναμες περίοδοι αντισταθμιστικής ανάπαυσης» αντικαθίστανται από τις λέξεις «υπό τον όρο ότι στους οικείους εργαζομένους χορηγούνται ισοδύναμες περίοδοι αντισταθμιστικής ανάπαυσης σε εύλογη προθεσμία που δεν μπορεί να υπερβαίνει τις 72 ώρες σύμφωνα με τις ισχύουσες νομοθετικές διατάξεις, τις συλλογικές συμβάσεις ή άλλες συμφωνίες μεταξύ των κοινωνικών εταίρων ». γ) Στην εισαγωγική φράση της παραγράφου 3, οι λέξεις «από τα άρθρα 3, 4, 5, 8 και 16» αντικαθίστανται από τις λέξεις «από τα άρθρα 3, 4, 5, 8 και 16 στοιχεία α) και γ)». δ) Η παράγραφος 5 τροποποιείται ως εξής: i) Το πρώτο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: «Σύμφωνα με την παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου, παρεκκλίσεις από το άρθρο 6 είναι δυνατόν να επιτρέπονται στην περίπτωση ασκούμενων γιατρών σύμφωνα με τις διατάξεις του δεύτερου έως και έβδομου έκτου εδαφίου της παρούσας παραγράφου.» ii) Καταργείται το τελευταίο εδάφιο. 6. Στο τρίτο εδάφιο του άρθρου 18, οι λέξεις «εφόσον χορηγούνται στους οικείους εργαζομένους ισοδύναμες περίοδοι αντισταθμιστικής ανάπαυσης» αντικαθίστανται από τις λέξεις «υπό τον όρο ότι στους οικείους εργαζομένους χορηγούνται ισοδύναμες περίοδοι αντισταθμιστικής ανάπαυσης σε εύλογη προθεσμία που δεν μπορεί να υπερβαίνει τις 72 ώρες σύμφωνα με τις ισχύουσες νομοθετικές διατάξεις, τις συλλογικές συμβάσεις ή άλλες συμφωνίες μεταξύ των κοινωνικών εταίρων ». 7. Το άρθρο 19 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: «Τα κράτη μέλη, τηρώντας πάντα τις γενικές αρχές προστασίας της ασφάλειας και της υγείας των εργαζομένων, δύνανται να επιτρέπουν, για αντικειμενικούς ή τεχνικούς λόγους ή για λόγους οργάνωσης της εργασίας, να καθορίζονται από τις συλλογικές συμβάσεις ή συμφωνίες μεταξύ κοινωνικών εταίρων περίοδοι αναφοράς σχετικά με τη μέγιστη εβδομαδιαία διάρκεια εργασίας που να μην υπερβαίνουν σε καμία περίπτωση τους δώδεκα μήνες.» «Τα κράτη μέλη, τηρώντας πάντα τις γενικές αρχές της προστασίας της ασφάλειας και της υγείας των εργαζομένων, δύνανται να επιτρέπουν, για αντικειμενικούς ή τεχνικούς λόγους ή για λόγους οργάνωσης της εργασίας, η διάρκεια της περιόδου αναφοράς να μην υπερβαίνει τους 12 μήνες: α) μέσω συλλογικών συμβάσεων ή συμφωνιών μεταξύ των κοινωνικών εταίρων όπως προβλέπεται στο άρθρο 18· β) μέσω νομοθετικών ή κανονιστικών ρυθμίσεων, υπό τον όρο ότι τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα απαιτούμενα μέτρα για να εξασφαλίσουν ότι: – ο εργοδότης ενημερώνει και διαβουλεύεται με τους εργαζομένους ή/και τους εκπροσώπους τους για την εισαγωγή μιας τέτοιας περιόδου αναφοράς· – ο εργοδότης λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα για να προλάβει ή/και να αντιμετωπίσει τους κινδύνους για την υγεία και την ασφάλεια που μπορεί να προκύψουν από την εισαγωγή μιας τέτοιας περιόδου αναφοράς. » 8. Στο άρθρο 20, η παράγραφος 2 διαγράφεται. 9. Το άρθρο 22 τροποποιείται ως εξής: α) Η παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: «1. Κατά τη διάρκεια μιας περιόδου που δεν υπερβαίνει τα τρία έτη μετά την ημερομηνία που ορίζεται στο άρθρο 3 της οδηγίας [2005/--/ΕΚ], τα κράτη μέλη δύναται να μην εφαρμόζουν το άρθρο 6, τηρώντας πάντα τις γενικές αρχές προστασίας της ασφάλειας και της υγείας των εργαζομένων. Η χρήση της δυνατότητας αυτής πρέπει ωστόσο να ορίζεται ρητά σε συλλογική σύμβαση ή σε συμφωνία που συνάπτεται μεταξύ των κοινωνικών εταίρων στο κατάλληλο επίπεδο ή σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία. » Η χρήση της δυνατότητας αυτής μπορεί επίσης να γίνει μέσω συμφωνίας μεταξύ του εργοδότη και του εργαζομένου, όταν δεν ισχύει καμία συλλογική σύμβαση και στη σχετική επιχείρηση ή οργανισμό δεν υπάρχουν εξουσιοδοτημένοι εκπρόσωποι του προσωπικού για τη σύναψη συλλογικής σύμβασης ή συμφωνίας μεταξύ των κοινωνικών εταίρων στον τομέα αυτό, σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία ή/και πρακτική. β) Παρεμβάλλεται η ακόλουθη παράγραφος 1α: "1α. Σε κάθε περίπτωση, τα κράτη μέλη που επιθυμούν να κάνουν χρήση της δυνατότητας που προβλέπεται στην παράγραφο 1 οφείλουν να λαμβάνουν τα απαραίτητα μέτρα έτσι ώστε να εξασφαλίζουν ότι: α) ο εργοδότης δεν ζητά από τον εργαζόμενο να εργασθεί περισσότερες από σαράντα οχτώ ώρες ανά επταήμερο, περίοδος που υπολογίζεται ως ο μέσος όρος της κατά το άρθρο 16 στοιχείο β) περιόδου αναφοράς, εκτός αν ο εργαζόμενος συναινεί εγγράφως για την παροχή της εργασίας αυτής. Η ισχύς της συμφωνίας αυτής δεν μπορεί να υπερβαίνει το ένα έτος, με δυνατότητα ανανέωσης. Η συναίνεση που χορηγείται κατά την υπογραφή της ατομικής σύμβασης εργασίας ή κατά τη διάρκεια της δοκιμαστικής περιόδου θεωρείται άκυρη· β) ο εργαζόμενος δεν υφίσταται καμία ζημία αν δεν δεχθεί να εκτελέσει την εργασία αυτή· γ) κανένας εργαζόμενος δεν απασχολείται πάνω από εξήντα πενήντα πέντε ώρες μια οποιαδήποτε εβδομάδα, εκτός αν προβλέπει διαφορετικά η συλλογική σύμβαση ή η συμφωνία που συνάπτεται μεταξύ των κοινωνικών εταίρων· δ) ο εργοδότης τηρεί και ενημερώνει αρχείο για όλους τους εργαζομένους που παρέχουν τέτοια εργασία , καθώς και για τον αριθμό των ωρών κατά τις οποίες όντως απασχολήθηκαν οι τελευταίοι , βάσει του οποίου μπορεί να διαπιστωθεί εάν τηρούνται οι διατάξεις της παρούσας οδηγίας· ε) το αρχείο είναι στη διάθεση των αρμόδιων αρχών, οι οποίες δικαιούνται να απαγορεύουν ή να περιορίζουν τη δυνατότητα υπέρβασης της ανώτατης εβδομαδιαίας διάρκειας εργασίας, για λόγους ασφάλειας ή/και υγείας των εργαζομένων· στ) ύστερα από αίτηση των αρμόδιων αρχών, ο εργοδότης παρέχει πληροφορίες σχετικά με τη συναίνεση των εργαζομένων για την παροχή εργασίας που υπερβαίνει τις 48 ώρες ανά επταήμερο, που υπολογίζεται ως ο μέσος όρος της κατά το άρθρο 16 στοιχείο β) περιόδου αναφοράς, καθώς και για τις ώρες κατά τις οποίες όντως απασχολήθηκαν οι εργαζόμενοι αυτοί καθώς και τα κατάλληλα αρχεία βάσει των οποίων μπορεί να διαπιστωθεί εάν τηρούνται οι διατάξεις της παρούσας οδηγίας .» γ) Παρεμβάλλεται η ακόλουθη παράγραφος 1β: « 1β. Τα κράτη μέλη που κάνουν χρήση της δυνατότητας που προβλέπεται στο παρόν άρθρο πριν από την ημερομηνία που ορίζεται στο άρθρο 3 της οδηγίας [2005/--/ΕΚ], μπορούν, για λόγους που σχετίζονται με την οργάνωση της αγοράς εργασίας τους, να ζητήσουν να παραταθεί η δυνατότητα αυτή μετά την περίοδο που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου. Η Επιτροπή θα αποφασίσει για τη συνέχεια που θα δοθεί στο αίτημα αυτό, αιτιολογώντας δεόντως την απόφασή της.» δ) Παρεμβάλλεται η ακόλουθη παράγραφος 1γ: « 1γ : Τα κράτη μέλη δύνανται να προβλέψουν ότι οι συμφωνίες που έχουν συναφθεί από εργαζομένους πριν από την ημερομηνία που ορίζεται στο άρθρο 3 της οδηγίας [2005/--/ΕΚ] και οι οποίες εξακολουθούν να είναι σε ισχύ κατά την ημερομηνία αυτή, θα εξακολουθήσουν να ισχύουν για περίοδο που δεν θα υπερβαίνει το ένα έτος μετά την εν λόγω ημερομηνία. » 10. Παρεμβάλλεται το ακόλουθο άρθρο 24α: «Άρθρο 24α Έκθεση εφαρμογής αξιολόγησης Το αργότερο πέντε τρία έτη μετά την ημερομηνία που ορίζεται στο άρθρο 3 της οδηγίας [2005/--/ΕΚ] , η Επιτροπή υποβάλλει έκθεση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο και την Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή σχετικά με την εφαρμογή των διατάξεων της παρούσας οδηγίας, ιδίως τ ου ων άρθρ ου ων 19 και 22 καθώς και σχετικά με όλες τις αιτήσεις σύμφωνα με το άρθρο 22 1β, ,παράγραφοι 1 και 2 . Η έκθεση αυτή συνοδεύεται, αν παραστεί ανάγκη, από τις κατάλληλες προτάσεις που έχουν σκοπό ιδίως, εάν αυτό κρίνεται σκόπιμο, την προοδευτική κατάργηση της παραπάνω διάταξης . Άρθρο 2 Τα κράτη μέλη προσδιορίζουν το καθεστώς κυρώσεων που ισχύουν για παραβάσεις των εθνικών διατάξεων που λαμβάνονται κατ' εφαρμογήν της παρούσας οδηγίας και λαμβάνουν κάθε απαραίτητο μέτρο για να εξασφαλίσουν την εφαρμογή των κυρώσεων αυτών. Οι κυρώσεις που προβλέπονται πρέπει να είναι αποτελεσματικές, ανάλογες των παραβάσεων και αποτρεπτικές. Τα κράτη μέλη κοινοποιούν αυτές τις διατάξεις στην Επιτροπή το αργότερο κατά την ημερομηνία που αναφέρεται στο άρθρο 3, καθώς και κάθε μεταγενέστερη τροποποίηση το συντομότερο δυνατό. Λαμβάνουν ιδίως μέριμνα ώστε οι εργαζόμενοι ή/και οι εκπρόσωποί τους να διαθέτουν κατάλληλες διαδικασίες με σκοπό την εκπλήρωση των υποχρεώσεων που προβλέπονται στην παρούσα οδηγία. Άρθρο 3 Τα κράτη μέλη θέτουν σε ισχύ τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις για να συμμορφωθούν με την παρούσα οδηγία το αργότερο έως τις [-] ή εξασφαλίζουν ότι οι κοινωνικοί εταίροι έχουν λάβει τα απαραίτητα μέτρα μέσω συμφωνίας το αργότερο κατά την ίδια ημερομηνία. Ανακοινώνουν αμέσως στην Επιτροπή το κείμενο των διατάξεων αυτών καθώς και πίνακα αντιστοιχίας μεταξύ των εν λόγω διατάξεων και των διατάξεων της παρούσας οδηγίας. Όταν τα κράτη μέλη θεσπίζουν τις ανωτέρω διατάξεις, αυτές περιέχουν αναφορά στην παρούσα οδηγία ή συνοδεύονται από την αναφορά αυτή κατά την επίσημη έκδοσή τους. Ο τρόπος της αναφοράς αποφασίζεται από τα κράτη μέλη. Άρθρο 4 Η παρούσα οδηγία τίθεται σε ισχύ την επόμενη ημέρα από τη δημοσίευσή της στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης . Άρθρο 5 Η παρούσα οδηγία απευθύνεται στα κράτη μέλη. Βρυξέλλες, Για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο Για το Συμβούλιο Ο Πρόεδρος Ο Πρόεδρος […] […] [1] COM(2004) 607 τελικό. [2] ΕΕ C της , σ.. [3] ΕΕ C της , σ.. [4] ΕΕ C της , σ.. [5] ΕΕ C […] της […], σ. […]. [6] ΕΕ C […] της […], σ. […]. [7] ΕΕ C […] της […], σ. […]. [8] ΕΕ C […] της […], σ. […]. [9] Οδηγία 2003/88/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 4ης Νοεμβρίου 2003, σχετικά με ορισμένα στοιχεία της οργάνωσης του χρόνου εργασίας, ΕΕ L 299 της 18.11.2003, σ. 9. [10] Οδηγία 89/391/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 12ης Ιουνίου 1989 σχετικά με την εφαρμογή μέτρων για την προώθηση της βελτίωσης της ασφάλειας και της υγείας των εργαζομένων κατά την εργασία, ΕΕ L 183 της 29.6.1989, σ. 1. [11] Οδηγία 93/104/ΕΚ του Συμβουλίου, της 23ης Νοεμβρίου 1993, σχετικά με ορισμένα στοιχεία της οργάνωσης του χρόνου εργασίας, ΕΕ L 307, της 13.12.1993, σ. 18.