52005IP0228

Ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου σχετικά με την προστασία των μειονοτήτων και τις πολιτικές κατά των διακρίσεων σε μια διευρυμένη Ευρώπη (2005/2008(INI))

Επίσημη Εφημερίδα αριθ. 124 E της 15/05/2006 σ. 0405 - 0415


P6_TA(2005)0228

Προστασία των μειονοτήτων και πολιτικές κατά των διακρίσεων σε μια διευρυμένη Ευρώπη

Ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου σχετικά με την προστασία των μειονοτήτων και τις πολιτικές κατά των διακρίσεων σε μια διευρυμένη Ευρώπη (2005/2008(INI))

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο,

- έχοντας υπόψη το στόχο ανάπτυξης της Ένωσης ως χώρου ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης και δίνοντας υπόσταση στις αρχές της ελευθερίας, της δημοκρατίας, της προστασίας των θεμελιωδών δικαιωμάτων και του κράτους δικαίου, όπως διατυπώνονται στα άρθρα 6 και 7 της Συνθήκης ΕΕ,

- έχοντας ειδικότερα υπόψη το άρθρο 13 της Συνθήκης ΕΚ που ορίζει ως καθήκον της Κοινότητας να καταπολεμά τις διακρίσεις με βάση το φύλο, τη φυλετική ή εθνοτική καταγωγή, τη θρησκεία ή τις πεποιθήσεις, την αναπηρία, την ηλικία ή τον γενετήσιο προσανατολισμό, καθώς και το άρθρο 63 της Συνθήκης ΕΚ που καθορίζει το πλαίσιο της πολιτικής ασύλου και μετανάστευσης, εντός του οποίου προωθείται η ενσωμάτωση υπηκόων τρίτων χωρών, και τις λοιπές νομικές βάσεις για τη δράση της Ένωσης στον εν λόγω τομέα,

- έχοντας υπόψη τη Συνθήκη που θεσπίζει ένα Σύνταγμα για την Ευρώπη, που αναπτύσσει περαιτέρω το σημερινό κεκτημένο, ιδιαίτερα μέσω του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων που περιλαμβάνεται στο Σύνταγμα, προσδίδοντας έτσι στην έννοια των θεμελιωδών δικαιωμάτων ακόμη μεγαλύτερη βαρύτητα [1],

- έχοντας υπόψη το άρθρο Ι-14 της Συνταγματικής Συνθήκης που ορίζει τα πεδία κοινής αρμοδιότητας και που εκχωρεί έτσι στην ΕΕ ευθύνες στον τομέα της ελευθερίας, της ασφάλειας και της δικαιοσύνης, συμπεριλαμβανομένων των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, χωρίς να λησμονούμε ότι τα δικαιώματα των μειονοτήτων αποτελούν βασικό στοιχείο των γενικών ανθρωπίνων δικαιωμάτων,

- έχοντας υπόψη την οδηγία 2000/43/ΕΚ του Συμβουλίου, της 29ης Ιουνίου 2000, περί εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχείρισης προσώπων ασχέτως φυλετικής ή εθνοτικής καταγωγής [2], την οδηγία 2000/78/ΕΚ του Συμβουλίου, της 27ης Νοεμβρίου 2000, περί θεσπίσεως γενικού πλαισίου για την ίση μεταχείριση στην απασχόληση και την εργασία [3] καθώς και την οδηγία 2002/73/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Σεπτεμβρίου 2002 με την οποία τροποποιείται η οδηγία 76/207/ΕΟΚ του Συμβουλίου περί της εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχείρισης ανδρών και γυναικών όσον αφορά την πρόσβαση στην απασχόληση, στην επαγγελματική εκπαίδευση και προώθηση και τις συνθήκες εργασίας [4],

- έχοντας υπόψη την Πράσινη Βίβλο της Επιτροπής για ισότητα και μη διακριτική μεταχείριση στη διευρυμένη Ευρωπαϊκή Ένωση (COM(2004)0379) και τις ετήσιες και θεματικές εκθέσεις που ενέκρινε το Ευρωπαϊκό Παρατηρητήριο των φαινομένων Ρατσισμού και Ξενοφοβίας,

- έχοντας υπόψη το άρθρο 45 του Κανονισμού του,

- έχοντας υπόψη την έκθεση της Επιτροπής Πολιτικών Ελευθεριών, Δικαιοσύνης και Εσωτερικών Υποθέσεων και τις γνωμοδοτήσεις της Επιτροπής Απασχόλησης και Κοινωνικών Υποθέσεων, της Επιτροπής Πολιτισμού, Νεότητας, Παιδείας, Μέσων Ενημέρωσης και Αθλητισμού και της Επιτροπής Δικαιωμάτων των Γυναικών και Ισότητας των Φύλων (A6-0140/2005),

Α. εκτιμώντας ότι υπάρχει διαφορά μεταξύ της προστασίας των μειονοτήτων και της πολιτικής κατά των διακρίσεων· ότι η ίση μεταχείριση αποτελεί θεμελιώδες δικαίωμα και όχι προνόμιο, για όλους τους πολίτες, και ότι η ανεκτικότητα θα πρέπει να αποτελεί γενική στάση ζωής και όχι χάρη που κάνουμε σε ορισμένους και σε άλλους όχι· εκτιμώντας συνεπώς ότι οι κάθε μορφής διακρίσεις πρέπει να καταπολεμώνται με την ίδια ένταση και υπενθυμίζοντας ότι οι εθνικές μειονότητες συμβάλλουν στον πλούτο της Ευρώπης,

Β. λαμβάνοντας υπόψη ότι κάθε άτομο στην Ευρωπαϊκή Ένωση έχει ίσο δικαίωμα και υποχρέωση να είναι πλήρες, ενεργό και εντεταγμένο μέλος της κοινωνίας, ίσο ενώπιον του νόμου· λαμβάνοντας υπόψη ότι κάθε πρόσωπο είναι πρώτα και κύρια ένα χωριστό και μοναδικό πρόσωπο, και το γεγονός ότι ανήκει σε μειονότητα ποτέ δεν θα δικαιολογήσει, ούτε θα εξηγήσει είτε τον αποκλεισμό είτε τη δυσμενή διάκριση, είτε την απόφαση απομάκρυνσής του από το κοινωνικό σύνολο·

Η πολιτική διάσταση και η επείγουσα ανάγκη για πολιτικές κατά των διακρίσεων και προστασίας των μειονοτήτων

1. φρονεί ότι είναι πρωταρχικής σημασίας για τη διευρυμένη Ένωση των 25 κρατών μελών και των 450 εκατομμυρίων κατοίκων:

- να ενισχυθούν οι δεσμοί μεταξύ των λαών της Ένωσης και του σχεδίου που η τελευταία εκπροσωπεί ενώ ταυτόχρονα να ενισχυθεί το αίσθημα του ανήκειν στην Ευρωπαϊκή Ένωση και η αναγνώριση της ιστορίας, του πολιτισμού, της ταυτότητας και της διαφορετικότητας κάθε ατόμου,

- να καταστούν συνεκτικότερες η δράση και η άσκηση εξουσίας σε τοπικό, περιφερειακό, εθνικό και κοινοτικό επίπεδο, σύμφωνα με την αρχή της επικουρικότητας, και

- να εφαρμόζεται έγκαιρα η κείμενη νομοθεσία και να μεταφέρονται στο εθνικό δίκαιο οι ισχύουσες οδηγίες στον τομέα αυτό·

- να τηρείται η αρχή της εμπιστοσύνης όπως αναφέρεται στο ψήφισμά του της 20ής Απριλίου 2004 σχετικά με την ανακοίνωση της Επιτροπής για το άρθρο 7 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση: σεβασμός και προώθηση των αξιών επί των οποίων βασίζεται η Ένωση [5]·

2. υπενθυμίζει ότι, σύμφωνα με το άρθρο 191 της Συνθήκης ΕΚ, τα πολιτικά κόμματα σε ευρωπαϊκό επίπεδο είναι σημαντικός παράγοντας ενσωμάτωσης εντός της Ένωσης· ανησυχεί από την αυξανόμενη δημόσια αποδοχή αυτών των φαινομένων και από τις βαθειά ρατσιστικές, αντισημιτικές, ισλαμοφοβικές και ομοφυλοφοβικές δηλώσεις και ενέργειες εξεχόντων πολιτικών και κυβερνητικών στελεχών· καλεί όλα τα πολιτικά κόμματα να ανανεώσουν την προσήλωσή τους στον Καταστατικό Χάρτη των ευρωπαϊκών πολιτικών κομμάτων για μια μη ρατσιστική κοινωνία που εγκρίθηκε στις 5 Δεκεμβρίου 1997· τονίζει ότι οι βασικές προϋποθέσεις για μια συνολική μειονοτική πολιτική είναι οι εξής:

- η ανάγκη επαρκούς εκπροσώπησης σε επίπεδο λήψης πολιτικών αποφάσεων,

- η ανάγκη προάσπισης της ίσης μεταχείρισης των μειονοτήτων στον τομέα της παιδείας, της υγειονομικής περίθαλψης, των κοινωνικών παροχών, της δικαιοσύνης και άλλων κοινωφελών υπηρεσιών,

- η υποχρέωση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου να λαμβάνει υπόψη την πολιτισμική και γλωσσική ποικιλομορφία της ΕΕ και των κρατών μελών της (καθώς οι έδρες κάθε κράτους μέλους θα μειώνονται σε κάθε διαδοχική διεύρυνση)·

3. σημειώνει ότι, γενικώς, τα θέματα των μειονοτήτων στην Ένωση δεν έλαβαν επαρκή προτεραιότητα στην ιεράρχηση της Ένωσης και πρέπει τώρα να τους δοθεί ιδιαίτερη προσοχή προκειμένου να ενισχυθεί η αποτελεσματικότητα των μέτρων που λαμβάνουν οι δημόσιες αρχές στον εν λόγω τομέα· φρονεί ότι, υπό αυτή την έννοια, η μελλοντική Υπηρεσία για τα Θεμελιώδη Δικαιώματα πρέπει να διαδραματίσει πρωταρχικό ρόλο·

4. επισημαίνει ότι η πρόσφατη και οι μελλοντικές διευρύνσεις οδήγησαν και θα οδηγήσουν σε μεγαλύτερο αριθμό κρατών μελών χαρακτηριζόμενων από πολιτισμική και γλωσσική ποικιλομορφία· πιστεύει συνεπώς ότι η ΕΕ έχει ιδιαίτερη ευθύνη να προασπίσει τα δικαιώματα των μειονοτήτων·

5. τονίζει ότι τα δικαιώματα των μειονοτήτων αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα των θεμελιωδών ανθρωπίνων δικαιωμάτων και θεωρεί απαραίτητο τον σαφή διαχωρισμό ανάμεσα στις (εθνικές) μειονότητες, τους μετανάστες και τους αιτούντες άσυλο·

6. προτρέπει την Επιτροπή να θεσπίσει ένα πρότυπο πολιτικής για την προστασία των εθνικών μειονοτήτων λαμβάνοντας δεόντως υπόψη το άρθρο 4, παράγραφος 2 της Σύμβασης-Πλαίσιο για την προστασία των εθνικών μειονοτήτων (ΣΠΠΕΜ): "Οι συμβαλλόμενοι αναλαμβάνουν να εγκρίνουν, όπου χρειαστεί, τα κατάλληλα μέτρα για την προαγωγή, σε όλους τους τομείς της οικονομικής, κοινωνικής, πολιτικής και πολιτιστικής ζωής, μιας πλήρους και πραγματικής ισότητας μεταξύ των προσώπων που ανήκουν σε κάποια εθνική μειονότητα και των προσώπων που ανήκουν στην πλειονότητα· προς το σκοπό αυτό, οι συμβαλλόμενοι λαμβάνουν δεόντως υπόψη τις ειδικές συνθήκες των προσώπων που ανήκουν σε εθνικές μειονότητες"·

7. επισημαίνει την ασυνέπεια της πολιτικής έναντι των μειονοτήτων, διότι ενώ η προστασία των μειονοτήτων είναι μέρος των κριτηρίων της Κοπεγχάγης, δεν υπάρχουν προδιαγραφές για τα μειονοτικά δικαιώματα στην κοινοτική πολιτική, ούτε και υφίσταται συμφωνία σε κοινοτικό επίπεδο ως προς το ποιος μπορεί να θεωρείται μέλος μειονότητας· επισημαίνει επίσης ότι δεν υπάρχει ορισμός περί μειονοτήτων στην Διακήρυξη των Ηνωμένων Εθνών για τα Δικαιώματα των Προσώπων που ανήκουν σε εθνικές ή εθνοτικές, θρησκευτικές και γλωσσικές μειονότητες, ούτε και στην ΣΠΠΕΜ· συνιστά, ο ορισμός αυτός να εδράζεται στον ορισμό που περιέχει η Σύσταση 1201 (1993) του Συμβουλίου της Ευρώπης, περί της "εθνικής μειονότητας" ως ομάδων προσώπων σε ένα κράτος που:

- κατοικούν στην επικράτεια του κράτους,

- διατηρούν μακροχρόνιους, σταθερούς και διαρκείς δεσμούς με αυτό το κράτος,

- παρουσιάζουν διαφορετικά εθνοτικά, πολιτιστικά, θρησκευτικά ή γλωσσικά χαρακτηριστικά,

- είναι επαρκώς αντιπροσωπευτικές, αν και μικρότερες σε πλήθος από ό,τι ο υπόλοιπος πληθυσμός του κράτους ή μιας περιφέρειάς του,

- ωθούνται από τη βούληση να διατηρήσουν από κοινού εκείνο που συνιστά την κοινή ταυτότητά τους, είτε αυτό είναι πολιτισμός ή παραδόσεις, είτε θρησκεία ή γλώσσα·

8. φρονεί ότι, όπως καθίσταται σαφές από τις καταστάσεις που περιγράφηκαν ανωτέρω:

- δεν υπάρχει μία και μοναδική λύση για τη βελτίωση της κατάστασης όλων των μειονοτήτων σε όλα τα κράτη μέλη,

- θα μπορούσαν να τεθούν ορισμένοι κοινοί και ελάχιστοι στόχοι για τις δημόσιες αρχές στην ΕΕ, λαμβάνοντας υπόψη την ήδη συσσωρευμένη πείρα πολλών κρατών μελών, ιδίως τις καλύτερες πρακτικές και τον κοινωνικό διάλογο που διεξάγεται σε πολλά κράτη μέλη, και με βάση την εφαρμογή του Διεθνούς Συμφώνου των Η.Ε. σχετικά με την κατάργηση κάθε μορφής φυλετικών διακρίσεων και των Συμβάσεων του Συμβουλίου της Ευρώπης, όπως η ΣΠΠΕΜ, του Ευρωπαϊκού Χάρτη για τις Περιφερειακές ή Μειονοτικές Γλώσσες και του Πρωτοκόλλου 12 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών· υπενθυμίζει επίσης της εφαρμογή των αρχών που έχουν αναπτυχθεί στο πλαίσιο του ΟΑΣΕ, και ειδικότερα των συστάσεων Lund για την έμπρακτη συμμετοχή των εθνικών μειονοτήτων στο δημόσιο βίο, των συστάσεων της Χάγης σχετικά με τα δικαιώματα των εθνικών μειονοτήτων στην εκπαίδευση, και των συστάσεων του Όσλο σχετικά με τα γλωσσικά δικαιώματα των εθνικών μειονοτήτων·

9. σημειώνει ότι η Επιτροπή έχει ήδη λάβει υπόψη αυτά τα πρότυπα στο πλαίσιο των κριτηρίων της Κοπεγχάγης [6] κατά τη διάρκεια των ενταξιακών διαπραγματεύσεων με τις χώρες της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης, την Κύπρο και τη Μάλτα, καθώς και με τις υποψήφιες σήμερα προς ένταξη χώρες·

10. τονίζει το γεγονός ότι η Ένωση, εφαρμόζοντας πολιτική προστασίας των μειονοτήτων και μη διακρίσεων, δεν πρέπει να επιδιώκει την αμφισβήτηση της νομικής και συνταγματικής δομής των κρατών μελών της ή της αρχής σύμφωνα με την οποία όλοι είναι ίσοι έναντι του νόμου·

Η μη επαρκής ανταπόκριση των κρατών μελών στα μέτρα βάσει του άρθρου 13 της Συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας

11. επισημαίνει με ανησυχία το μη ικανοποιητικό επίπεδο εφαρμογής των πολιτικών κατά των διακρίσεων· προτρέπει ειδικότερα όλα τα κράτη μέλη να επισπεύσουν την εφαρμογή αυτών των πολιτικών, ιδίως σε ό,τι αφορά την οδηγία 2000/43/ΕΚ και την οδηγία 2000/78/ΕΚ και προτρέπει την Επιτροπή να περιλάβει στους στόχους του Ευρωπαϊκού Έτους Ίσων Ευκαιριών για Όλους, το 2007, την ανάγκη εξεύρεσης κατάλληλης λύσης προς αποφυγή προβλημάτων όσον αφορά:

- την καθυστερημένη ή ατελή μεταφορά από τα κράτη μέλη [7],

- τη μη σύσταση φορέων για την ισότητα [8],

- την αδυναμία θέσπισης των καταλλήλων διατάξεων για το νομικό καθεστώς των ΜΚΟ,

- την κατάρτιση και την ανάπτυξη ικανοτήτων που είναι υψίστης σημασίας για την αποτελεσματικότητα της νομοθεσίας κατά των διακρίσεων (υπάρχει σαφώς ανάγκη επιμόρφωσης των δικαστών, των δικηγόρων, των νομικών συμβούλων των ΜΚΟ κ.λπ. σε ό,τι αφορά τις βασικές διατάξεις και έννοιες, όπως οι ορισμοί των άμεσων και έμμεσων διακρίσεων, το βάρος της απόδειξης, κ.λπ.),

- τη διάδοση πληροφοριών και τη δρομολόγηση ενημερωτικής εκστρατείας, καθώς η οδηγία απαιτεί από τα κράτη μέλη να ενημερώνουν τον λαό για τις διατάξεις της νομοθεσίας κατά των διακρίσεων (η εμπλοκή των ΜΚΟ και των κοινωνικών εταίρων είναι απαραίτητη για τη μεγαλύτερη συνειδητοποίηση και προκειμένου να διασφαλιστεί ότι παρέχονται στα πιθανά θύματα διακρίσεων οι πληροφορίες για τις προσφερόμενες από τις οδηγίες ευκαιρίες)·

12. επισημαίνει τη σημασία του να αναπτυχθούν μηχανισμοί συλλογής δεδομένων για φυλετικές διακρίσεις σύμφωνα με τη νομοθεσία περί προστασίας των δεδομένων, ως αποτελεσματικός τρόπος χάραξης, επίβλεψης και αναθεώρησης πολιτικών και πρακτικών για την καταπολέμηση των φυλετικών διακρίσεων και για την προαγωγή της φυλετικής ισότητας·

13. σημειώνει ότι, σε πολλές περιπτώσεις, το κοινοτικό δίκαιο εφαρμόζεται σε περιορισμένη κλίμακα, πράγμα που οφείλεται, κυρίως, στην άγνοια των κοινωνικών δομών, στην δυσπιστία και στην αμφισβήτηση των πολιτών· θεωρεί ότι τα κράτη μέλη οφείλουν να ενθαρρύνουν, βάσει της νομοθεσίας, των συλλογικών συμβάσεων ή της πρακτικής, τους εργοδότες του δημοσίου ή του ιδιωτικού τομέα να προάγουν, με τρόπο προγραμματισμένο και συστηματικό, την αρχή της ισότητας και τη μη διακριτική μεταχείριση στους χώρους εργασίας και στις συνθήκες εργασίας, κατά την πρόσβαση στην απασχόληση, την εξέλιξη των σταδιοδρομιών, τους μισθούς και την επαγγελματική κατάρτιση·

14. τάσσεται υπέρ της ολοκληρωμένης προσέγγισης στο θέμα της ισότητας και των μη διακρίσεων, καθώς και της συμπερίληψης αυτών των εννοιών στις σχετικές πολιτικές της ΕΕ· φρονεί ότι ο στόχος έγκειται στο να διασφαλιστεί ότι τα κράτη μέλη αντιμετωπίζουν στην πράξη και με αποτελεσματικό τρόπο την συνεχώς και μεγαλύτερη ποικιλομορφία των κοινωνιών τους·

15. επικροτεί την μελέτη σκοπιμότητας που προτάθηκε στην προαναφερθείσα Πράσινη Βίβλο ως ένα σημαντικό βήμα προς την κατεύθυνση των κοινών προδιαγραφών προστασίας σε όλη την ΕΕ, τάσσεται δε υπέρ της έκδοσης περαιτέρω νομοθετικών κειμένων που να απαγορεύουν τις διακρίσεις και να προάγουν την ισότητα στην παροχή αγαθών και υπηρεσιών, ανεξαρτήτως αναπηρίας, θρησκείας, σεξουαλικού προσανατολισμού και ηλικίας·

16. φρονεί ότι, στα πλαίσια της παγκοσμιοποίησης, όπου η οικονομική δραστηριότητα δεν περιορίζεται γεωγραφικά και οι μετακινήσεις κεφαλαίων και εργασίας έχουν πάρει πρωτόγνωρες διαστάσεις, η ισότητα και η εξάλειψη των διακρίσεων δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται απλώς και μόνον από "ευρωπαϊκή σκοπιά"· επισημαίνει ότι τα προϊόντα που κατακλύζουν τις παγκόσμιες αγορές είναι συχνά αποτέλεσμα υπερεκμετάλλευσης της εργασίας (με προεκτάσεις και στη λαθρομετανάστευση) και ότι οι πιο αναπτυγμένες περιοχές (ΗΠΑ, ΕΕ) κάνουν "εισαγωγές" ανθρώπινου επιστημονικού δυναμικού από τον λιγότερο αναπτυγμένο Νότο, με αποτέλεσμα η "υπανάπτυξη" να μην μπορεί να ανατραπεί·

17. φρονεί ότι η Ένωση θα πρέπει, κατά προτεραιότητα, σε συμφωνία με τα κράτη μέλη της και χρησιμοποιώντας τις ισχύουσες νομικές βάσεις, να ευνοήσει μια συνεκτική πολιτική ενσωμάτωσης μέσω της έγκρισης νομοθετικών μέτρων και της παροχής χρηματοοικονομικής υποστήριξης·

18. επισημαίνει ότι, όπως ορίζεται στο Πρόγραμμα της Χάγης, πρέπει να εξαλειφθούν τα εμπόδια στην ενσωμάτωση των πολιτών τρίτων χωρών και ζητεί έναν μεγαλύτερο συντονισμό των εθνικών πολιτικών ενσωμάτωσης και την ανάληψη ευρωπαϊκών πρωτοβουλιών σε αυτό τον τομέα· οι κοινές βασικές αρχές ενός συνεκτικού ευρωπαϊκού πλαισίου ενσωμάτωσης θα πρέπει να συνυπολογίζουν το γεγονός ότι η ενσωμάτωση:

- συνιστά διαρκή αμφίδρομη διεργασία με τη συμμετοχή τόσο των πολιτών τρίτων χωρών που διαμένουν νομίμως όσο και της κοινωνίας υποδοχής,

- περιλαμβάνει μια πολιτική κατά των διακρίσεων αλλά προχωρεί και πέρα από αυτήν,

- συνεπάγεται σεβασμό των βασικών αξιών της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των θεμελιωδών ανθρωπίνων δικαιωμάτων,

- απαιτεί βασικές γνώσεις για τη συμμετοχή στην κοινωνία,

- στηρίζεται στη συχνή αλληλεπίδραση και στον διαπολιτισμικό διάλογο μεταξύ όλων των μελών της κοινωνίας στο πλαίσιο κοινών φόρουμ και δραστηριοτήτων προκειμένου να βελτιωθεί η αμοιβαία κατανόηση,

- εκτείνεται σε διάφορους τομείς πολιτικής, συμπεριλαμβανομένων των τομέων της απασχόλησης και της παιδείας,

συμφωνεί με το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο ότι πρέπει να προαχθεί η διαρθρωμένη ανταλλαγή εμπειριών και πληροφοριών σχετικά με την ένταξη·

Μειονότητες που υφίστανται διακρίσεις για πολλαπλούς λόγους, συμπεριλαμβανομένων της φυλετικής και της εθνοτικής καταγωγής, του γενετήσιου προσανατολισμού, της θρησκείας, της αναπηρίας και της ηλικίας

19. χαιρετίζει τις δεσμεύσεις που ανέλαβε η Επιτροπή στην ανακοίνωσή της με τίτλο: "ίσες ευκαιρίες για άτομα με αναπηρίες: ευρωπαϊκό σχέδιο δράσης" (COM(2003)0650), η οποία αποτελεί μια συνέχεια στο Ευρωπαϊκό Έτος για τους Αναπήρους, 2003, και ειδικότερα την έγκριση ευρωπαϊκού σχεδίου δράσης για άτομα με ειδικές ανάγκες· ζητεί την ενίσχυση των στόχων και των μέσων του σχεδίου δράσης με σκοπό να συμπεριληφθούν οι αρχές της ενσωμάτωσης της διάστασης της αναπηρίας, της μη διάκρισης και της προσβασιμότητας στις πρωτοβουλίες της ΕΕ, ιδίως δε στις νομοθετικές πρωτοβουλίες·

20. προειδοποιεί για τις διακρίσεις που πιθανόν να προκύψουν ως παρενέργειες των μέτρων κατά του εγκλήματος και της τρομοκρατίας, δεδομένου ότι είναι φανερό ότι οι εθνικές μειονότητες έχουν πέντε με έξη φορές περισσότερες πιθανότητες να αποτελέσουν στόχο αστυνομικών ενεργειών, ελέγχων ταυτότητας κλπ·

21. καλεί τα θεσμικά όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τα κράτη μέλη, όλα τα δημοκρατικά πολιτικά κόμματα της Ευρώπης, την κοινωνία των πολιτών και τις ενώσεις της:

- να καταδικάζουν όλες τις πράξεις και εκφράσεις αντισημιτισμού και ισλαμοφοβικής και αντιχριστιανικής συμπεριφοράς, την αναζωπύρωση των αναθεωρητικών θεωριών του Ολοκαυτώματος, την άρνηση και την αντιμετώπιση των γενοκτονιών, των εγκλημάτων κατά της ανθρωπότητας και των εγκλημάτων πολέμου ως τετριμμένα γεγονότα,

- να καταδικάζουν όλες τις πράξεις μισαλλοδοξίας και υποκίνησης του φυλετικού μίσους, καθώς και όλες τις πράξεις παρενόχλησης ή φυλετικής βίας,

- να καταδικάζουν όλες τις πράξεις βίας που έχουν ως κίνητρο το θρησκευτικό ή το φυλετικό μίσος, συμπεριλαμβανομένων των επιθέσεων σε τόπους, περιοχές και τεμένη θρησκευτικής λατρείας,

- να καταδικάζουν όλες τις πράξεις βίας κατά ομοφυλοφίλων ή τρανσεξουαλικών, συμπεριλαμβανομένης της παρενόχλησης, της ταπείνωσης και της προφορικής ή σωματικής βίας, εκ μέρους τόσο του κράτους όσο και των ιδιωτών [9],

- να καταδικάσουν το γεγονός ότι οι διακρίσεις για θρησκευτικούς ή εθνοτικούς λόγους συνεχίζονται σε ποικίλα επίπεδα, παρά τα σημαντικά μέτρα που ενέκρινε η Ευρωπαϊκή Ένωση κατ' εφαρμογή του άρθρου 13 της Συνθήκης ΕΟΚ· εφιστά ιδίως την προσοχή στις διακρίσεις που υφίστανται στα δικαστήρια τα άτομα που ανήκουν σε μειονότητες·

22. επαναλαμβάνει ότι οι διακρίσεις λόγω θρησκείας απαγορεύονται· καλεί τα κράτη μέλη και τις υποψήφιες προς ένταξη χώρες να διασφαλίσουν πλήρη θρησκευτική ελευθερία και ίσα δικαιώματα σε όλες τις θρησκείες· επαναλαμβάνει πάντως ότι η θρησκευτική ελευθερία δεν δικαιολογεί διακρίσεις, π.χ. στο χώρο της παιδείας·

23. σημειώνει τις προκαταλήψεις και διακρίσεις έναντι των ομοφυλόφιλων που συνεχίζουν να διαποτίζουν το δημόσιο αίσθημα και καλεί την Ένωση να συνεχίσει να ασκεί πίεση σε όλα τα κράτη μέλη ώστε να συμμορφωθούν προς τις διεθνείς και ευρωπαϊκές προδιαγραφές στον τομέα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων·

24. θεωρεί ότι απαιτείται δράση κατά της αυξανόμενης ομοφυλοφοβίας· επισημαίνει με ανησυχία την αυξανόμενη βία εις βάρος ομοφυλοφίλων, όπως για παράδειγμα τις παρενοχλήσεις στα σχολεία και στο χώρο εργασίας, τα κακοπροαίρετα σχόλια εκ μέρους θρησκευτικών και πολιτικών ηγετών, τη μειωμένη πρόσβαση στην ιατρική περίθαλψη (π.χ. αποκλεισμός από ασφαλίσεις, μειωμένη διαθεσιμότητα οργάνων προς μεταμόσχευση) και μειωμένη πρόσβαση στην αγορά εργασίας· καλεί την Επιτροπή να εκπονήσει ανακοίνωση σχετικά με τα εμπόδια που αντιμετωπίζουν ως προς την ελεύθερη κυκλοφορία τους εντός της ΕΕ τα παντρεμένα ή νομίμως ανεγνωρισμένα ζευγάρια ομοφυλοφίλων·

25. υπογραμμίζει ότι η έκρηξη της ανεργίας και της φτώχιας που παρατηρείται τα τελευταία χρόνια στους κόλπους των ευρωπαϊκών κοινωνιών οδήγησε σε ειδικές καταστάσεις αυξημένης ανισότητας και διακρίσεων·

26. επισημαίνει τους υψηλούς δείκτες ανεργίας μεταξύ των εργαζομένων μεγαλύτερης ηλικίας και των ατόμων με αναπηρία, λόγω δυσκολότερης πρόσβασης σε προγράμματα εκπαίδευσης και σε νέες επαγγελματικές ευκαιρίες·

27. καλεί τους κοινωνικούς εταίρους να καταβάλουν ουσιαστική προσπάθεια για την εξάλειψη των διακρίσεων για λόγους αναπηρίας ή ηλικίας και να διασφαλίσουν μια ριζικά βελτιωμένη πρόσβαση στην αγορά εργασίας·

28. είναι πεπεισμένο ότι αυτές οι προσπάθειες θα πρέπει να περιλαμβάνουν και την προώθηση του διαλόγου και της συνεργασίας μεταξύ των διαφόρων τμημάτων της κοινωνίας σε τοπικό και εθνικό επίπεδο, συμπεριλαμβανομένου του διαλόγου και της συνεργασίας μεταξύ διαφορετικών πολιτισμικών, εθνοτικών και θρησκευτικών κοινοτήτων· καλεί τα κράτη μέλη να προωθήσουν τη συμμετοχή και τη διαβούλευση των ενδιαφερομένων όταν καταρτίζουν σχέδια νόμων κατά των διακρίσεων·

29. προτρέπει το Συμβούλιο και την Επιτροπή, καθώς και τα διάφορα επίπεδα τοπικής, περιφερειακής και εθνικής διακυβέρνησης στα κράτη μέλη, να συντονίζουν τα μέτρα που λαμβάνουν για την καταπολέμηση κάθε μορφής διακρίσεων, περιλαμβανομένου του αντισημιτισμού, της απαξιωτικής συμπεριφοράς και της ξενοφοβίας κατά των Μουσουλμάνων και των Ρομά και των επιθέσεων εις βάρος μειονοτικών ομάδων, μεταξύ άλλων των Ρομά και των υπηκόων τρίτων χωρών, προκειμένου να υποστηριχθούν οι αρχές της ανεκτικότητας και των μη διακρίσεων και να προαχθεί η κοινωνική, οικονομική και πολιτική ενσωμάτωση·

30. παροτρύνει τα κράτη μέλη να καταβάλουν κάθε δυνατή προσπάθεια για να διασφαλίσουν την ουσιαστική ένταξη των παιδιών των προσφύγων, των αιτούντων άσυλο και των μεταναστών στα εκπαιδευτικά συστήματα·

Διακρίσεις λόγω φύλου

31. επισημαίνει το γεγονός ότι οι γυναίκες εξακολουθούν να υφίστανται διακρίσεις σε διάφορους τομείς της καθημερινής ζωής παρά την ισχύουσα νομοθεσία για την καταπολέμηση των διακρίσεων·

32. δηλώνει βαθειά απογοητευμένο από το γεγονός ότι, μετά από ένα τέταρτο του αιώνα πολιτικών ίσης μεταχείρισης, ελάχιστα έχει μειωθεί το χάσμα των αποδοχών μεταξύ των δυο φύλων· καλεί την Επιτροπή να εκπονήσει μέχρι το τέλος του 2005 έκθεση για την κατάσταση της διαφοράς αποδοχών σε κάθε κράτος μέλος·

33. επισημαίνει ότι, αν και έχει σημειωθεί πρόοδος σε ό,τι αφορά τη γυναικεία απασχόληση, οι γυναίκες, παρά το υψηλό μορφωτικό τους επίπεδο, εξακολουθούν να αμείβονται λιγότερο από τους άνδρες για ίδια εργασία και να αντιμετωπίζονται με καχυποψία από τους εργοδότες σε ό,τι αφορά την εγκυμοσύνη και τη μητρότητα· υπογραμμίζει επίσης τις περιπτώσεις σεξουαλικής παρενόχλησης, την οποία δύσκολα καταγγέλλουν οι γυναίκες υπό το φόβο της κοινωνικής διαπόμπευσης ή της απόλυσης·

34. τονίζει πόσο σημαντικό είναι να δοθεί ιδιαίτερη βαρύτητα στη διάσταση του φύλου, όσον αφορά όλες τις ομάδες που υποφέρουν από διακριτική μεταχείριση, καθώς οι γυναίκες που ανήκουν σε αυτές τις ομάδες αντιμετωπίζουν συνήθως ειδικά προβλήματα·

35. ζητεί από την ΕΕ και τα κράτη μέλη να αναπτύξουν μεθοδολογία ώστε να εξετάζεται η αλληλεπίδραση μεταξύ εθνοτικής καταγωγής και φύλου και να αναγνωρίζονται οι πολλαπλές μορφές διακριτικής μεταχείρισης που υφίστανται οι γυναίκες και τα κορίτσια καθώς και οι επιπτώσεις της, ώστε η εν λόγω μεθοδολογία να μπορεί να χρησιμεύσει ως βάση σχεδιασμού και υλοποίησης νομικών μέσων, πολιτικών και προγραμμάτων·

36. εφιστά την προσοχή στο γεγονός ότι οι γυναίκες που ανήκουν σε εθνικές μειονότητες (ειδικά στη μειονότητα των Ρομ/Σίντι) ή οι μετανάστριες, υφίστανται πολλών ειδών διακρίσεις, λόγος για τον οποίο απαιτείται συνεκτική πολιτική προσέγγιση·

37. ζητεί από τα κράτη μέλη και την Επιτροπή να δώσουν ιδιαίτερη βαρύτητα στις γυναίκες που ανήκουν σε εθνικές ή θρησκευτικές μειονότητες, καθώς αποτελούν συχνά θύματα διακρίσεων όχι μόνο εκ μέρους της πλειονότητας του πληθυσμού, αλλά και εκ μέρους μελών της μειονότητας στην οποία ανήκουν· τα κράτη μέλη πρέπει να δραστηριοποιηθούν και να λάβουν μέτρα για τη προστασία των δικαιωμάτων αυτών των γυναικών, τα οποία θα μπορούσαν να περιλαμβάνουν την ενημέρωση, σε μόνιμη βάση, των γυναικών που ανήκουν σε μειονότητες σχετικά με τα δικαιώματα που είναι κατοχυρωμένα για όλους και ιδιαίτερα για τις γυναίκες στην κοινοτική και στην εθνική νομοθεσία·

Η κοινότητα των Ρόμα

38. φρονεί ότι αυτή η κοινότητα έχει ανάγκη ειδικής προστασίας εφόσον, με τη διεύρυνση της Ένωσης, αποτελεί μια από τις μεγαλύτερες μειονότητες στην ΕΕ και, ως κοινότητα, είχε ιστορικά περιθωριοποιηθεί και εμποδισθεί να αναπτυχθεί σε ορισμένους ζωτικούς τομείς· επισημαίνει ότι η κουλτούρα, η ιστορία και οι γλώσσες των Ρόμα συχνά παραμελούνται ή δυσφημούνται·

39. επισημαίνει ότι οι Ρόμα αντιμετωπίζουν φυλετικό διαχωρισμό στην παιδεία και πολύ συχνά τοποθετούνται εσφαλμένως σε σχολεία διανοητικώς αναπήρων, ενώ υφίστανται διακρίσεις στην παροχή στέγης, στην υγεία και στις δημόσιες υπηρεσίες, έχουν υψηλά ποσοστά ανεργίας και, συχνά, οι δημόσιες αρχές δεν αναγνωρίζουν τα δικαιώματά τους· επισημαίνει επιπλέον ότι υποεκπροσωπούνται στην πολιτική ζωή·

40. εκφράζει την ικανοποίησή του για την προαναφερθείσα Πράσινη Βίβλο που αντιμετωπίζει τα προβλήματα των Ρόμα στη διευρυμένη Ένωση, την οργάνωση εργαστηρίου για εθνικές αρχές σχετικά με τον τρόπο χρησιμοποίησης των διαρθρωτικών ταμείων για τη συνδρομή των Ρομά και άλλων μειονεκτουσών ομάδων και την έναρξη ειδικού προγράμματος πρακτικής άσκησης της Επιτροπής για μέλη της κοινότητας των Ρόμα· φρονεί ωστόσο ότι τα πλέον έκδηλα μειονεκτήματα θα μπορούσαν επίσης να αντιμετωπισθούν:

- με την εφαρμογή κοινών σχεδίων ενσωμάτωσης μεταξύ των κρατών μελών όπου διαμένουν τα μέλη αυτής της κοινότητας, προκειμένου να εξευρεθούν λύσεις, εντός δέκα ετών, για τις πλέον προφανείς δυσκολίες που αντιμετωπίζουν οι Ρόμα,

- με την προώθηση κοινών σχεδίων, χρηματοδοτούμενων από το Ευρωπαϊκό Ταμείο Περιφερειακής Ανάπτυξης,

- με την προώθηση της γνώσης της γλώσσας των χωρών όπου διαμένουν μέλη αυτής της κοινότητας και με την υποστήριξη της προστασίας των γλωσσών τους και της πολιτισμικής κληρονομιάς, ως τρόπο ενίσχυσης της κουλτούρας και της εικόνας τους,

- με τη βελτίωση της πρόσβασης στην απασχόληση, τη στέγαση, τις κοινωνικές υπηρεσίες και τα συνταξιοδοτικά προγράμματα·

Νέοι και ήδη εγκατεστημένοι μετανάστες

41. φρονεί ότι όσοι μετανάστευσαν πρόσφατα μπορεί να αντιμετωπίσουν συγκεκριμένες μορφές διακρίσεων οι οποίες θα διαφέρουν από ορισμένες απόψεις από τις διακρίσεις που αντιμετωπίζουν εγκατεστημένοι πολίτες της ΕΕ που ανήκουν σε εθνοτικές μειονότητες, οι οποίοι είναι μετανάστες δεύτερης, τρίτης και τέταρτης γενεάς·

42. κρίνει ότι είναι σημαντική η διάκριση μεταξύ των μειονοτήτων των νεοαφιχθέντων μεταναστών και εκείνων που ανήκουν σε παραδοσιακές εθνικές και εθνοτικές μειονότητες, οι οποίες είναι γηγενείς στην επικράτεια στην οποία διαβιούν·

43. είναι της γνώμης ότι η πλέον επείγουσα ανάγκη αυτών των μειονοτήτων μεταναστών είναι η ένταξη στο κοινωνικό σύνολο το ταχύτερο δυνατόν, μέσω της απλοποίησης, εκ μέρους των κρατών μελών, της διαδικασίας πολιτογράφησης, εξασφαλίζοντας συγχρόνως ότι η ένταξη δεν ισοδυναμεί με ακούσια αφομοίωση ούτε υποσκάπτει τη συλλογική ταυτότητα των ατόμων που διαβιούν στην επικράτειά τους· πιστεύει ότι είναι εξίσου σημαντικό να αναγνωρισθεί το δικαίωμα κάθε προσώπου που γεννήθηκε και κατοικεί σε κράτος μέλος να έχει πρόσβαση στην υπηκοότητα·

Γλωσσικές μειονότητες

44. θεωρεί ότι ιδιαίτερη μέριμνα πρέπει να δοθεί στις ομάδες ατόμων που ανήκουν σε γλωσσικές μειονότητες και καλεί την Επιτροπή και τα κράτη μέλη να τις αντιμετωπίζουν με σεβασμό των αρχών που ορίζουν ο Ευρωπαϊκός Χάρτης Περιφερειακών ή Μειονοτικών Γλωσσών, η ΣΠΠΕΜ και οι προαναφερθείσες Συστάσεις της Χάγης και του Lund·

Παραδοσιακές εθνικές ή εθνοτικές μειονότητες που διαβιούν στην επικράτεια ενός κράτους μέλους

45. θεωρεί ότι η πραγματική συμμετοχή στη διεργασία λήψης αποφάσεων βάσει των αρχών της επικουρικότητας και της αυτοδιοίκησης είναι ένας από τους αποτελεσματικότερους τρόπους αντιμετώπισης των προβλημάτων των παραδοσιακών μειονοτικών κοινοτήτων βάσει των καλύτερων πρακτικών που υπάρχουν μέσα στην Ένωση· ενθαρρύνει τα κράτη μέλη, που δεν το έχουν ακόμη πράξει, να κυρώσουν τη ΣΠΠΕΜ χωρίς περαιτέρω χρονοτριβή·

46. θεωρεί ότι οι παραδοσιακές εθνικές μειονοτικές κοινότητες έχουν ειδικές ανάγκες που διαφέρουν από εκείνες άλλων μειονοτικών ομάδων, ότι οι δημόσιες πολιτικές πρέπει να είναι πιο στοχοθετημένες και ότι η ίδια η Ένωση οφείλει να ικανοποιήσει αυτές τις ανάγκες με τον πλέον ενδεδειγμένο τρόπο, δεδομένου ότι, με τη διεύρυνση, ο αριθμός τους είναι πλέον σημαντικός·

Απάτριδες που διαμένουν μόνιμα στα κράτη μέλη

47. θεωρεί ότι άτομα που δεν διαθέτουν την υπηκοότητα κανενός κράτους και που διαμένουν μόνιμα στα κράτη μέλη, αντιμετωπίζουν μια μοναδική κατάσταση στην ΕΕ, και ζητεί από τα ενδιαφερόμενα κράτη μέλη να καταβάλλουν κάθε προσπάθεια για να ενθαρρύνουν τα άτομα αυτά να λάβουν την υπηκοότητα της χώρας τους ώστε να μπορέσουν να απολαύουν πλήρως των δικαιωμάτων της ιθαγένειας της ΕΕ·

48. καλεί τα κράτη μέλη να εφαρμόσουν την αρχή της πραγματικής συμμετοχής των εθνικών μειονοτήτων στο δημόσιο βίο, όπως ορίζεται στο άρθρο 15 της σύμβασης-πλαισίου περί των εθνικών μειονοτήτων καθώς και στις Συστάσεις Lund σε σχέση με τις κοινότητες απατρίδων που διαμένουν στην επικράτειά τους, ως κεντρικό στοιχείο της ένταξή τους, και να απλοποιήσουν και να επιταχύνουν τις διαδικασίες πολιτογράφησης ώστε να επεκταθεί, το συντομότερο δυνατόν, η ιδιότητα του πολίτη της ΕΕ στους περισσότερους από αυτούς που δεν την έχουν ακόμη·

Νομοθετικά μέτρα που πρέπει να ληφθούν πριν τεθεί σε ισχύ η Συνταγματική Συνθήκη

49. συγχαίρει την Επιτροπή για το έργο της όσον αφορά το άρθρο 13 και την προτρέπει να συνεχίσει να εφαρμόζει συνεκτική γενική πολιτική σχετικά με τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι μειονότητες στην Ένωση, εξακολουθώντας να επιβάλλει την ισχύουσα νομοθεσία κατά των διακρίσεων και εξετάζοντας τη δυνατότητα περαιτέρω δράσης, με βάση τα ακόλουθα άρθρα της Συνθήκης:

α) το άρθρο 13 για την πολιτική κατά των διακρίσεων· χρησιμοποιώντας αυτή τη νομική βάση, που είναι η πλέον μεγαλεπήβολη ως προς την προστασία των μειονοτήτων, η Ένωση θα μπορούσε να αναπτύξει, με βάση την εμπειρία της, τις ακόλουθες πρωτοβουλίες που έχουν ήδη εφαρμοσθεί και να ενισχύσει διάφορα άρθρα της ΣΠΠΕΜ, όπως το άρθρο 3, παράγραφος 1, το άρθρο 4, παράγραφοι 2 και 3 και τα άρθρα 6 και 8,

β) το άρθρο 18 της Συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, που πραγματεύεται την ελεύθερη κυκλοφορία και το δικαίωμα διαμονής, θα μπορούσε να χρησιμεύσει ως ισχυρή βάση για τη διευκόλυνση της κυκλοφορίας ανθρώπων που ανήκουν σε μειονότητες, αποφεύγοντας έτσι την απομόνωσή τους ή τη δημιουργία νέων "γκέτο",

γ) τα άρθρα 49, 95 και 151 της Συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας θα μπορούσαν να αποτελέσουν ισχυρό θεμέλιο στην Ένωση για την προστασία των αρχών που προβάλλονται στο άρθρο 9 της ΣΠΠΕΜ, όπως η ελευθερία της έκφρασης ή το δικαίωμα να μην υφίσταται κάποιος διακρίσεις όσον αφορά την πρόσβαση στα μέσα ενημέρωσης,

δ) τα άρθρα 65 της Συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και 31 της ΣΕΕ, που πραγματεύονται τη δικαστική συνεργασία και συνδρομή και καλύπτουν παρεμφερή θέματα με το άρθρο 10, παράγραφος 3, της ΣΠΠΕΜ, είναι πρωτίστης σημασίας για μέλος μειονότητας που έχει ανάγκη συνδρομής σε αστική ή ποινική δίκη,

ε) το άρθρο 62 της Συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, που πραγματεύεται τη μεταναστευτική πολιτική η οποία παραμένει ατελής έξι χρόνια μετά από την έναρξη ισχύος της συνθήκης του Άμστερνταμ (πρέπει να αντιμετωπισθεί η ανάγκη των νομίμων μεταναστών να ενταχθούν στην κοινωνία),

στ) το άρθρο 137, παράγραφος 1, εδάφια (ζ), (η), (θ) και (ι), που πραγματεύεται την απασχόληση υπηκόων τρίτων χωρών, την ένταξη προσώπων αποκλεισμένων από την αγορά εργασίας και την καταπολέμηση του κοινωνικού αποκλεισμού, θα αποτελούσε ισχυρή βάση για νέες πρωτοβουλίες επικεντρωμένες στις μειονότητες,

ζ) το άρθρο 149 της Συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας για τη βελτίωση της πρόσβασης στην εκπαίδευση θα μπορούσε να συμβάλει, μέσω της εκπαίδευσης, στην προώθηση της ένταξης των μειονοτήτων στην κοινωνία, όπως ορίζεται στα άρθρα 12 και 14 της ΣΠΠΕΜ,

η) τα άρθρα 151 και 163 της Συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, που αναφέρονται στον πολιτισμό και την έρευνα, θα μπορούσαν να συμβάλουν στη χάραξη κοινών προγραμμάτων για τις μειονότητες στους εν λόγω τομείς (όπως ορίζεται στο άρθρο 12 της ΣΠΠΕΜ·

50. καλεί το Συμβούλιο να καταλήξει σε συμφωνία επί της πρότασης της Επιτροπής περί απόφασης-πλαισίου του Συμβουλίου για την καταπολέμηση του ρατσισμού και της ξενοφοβίας [10]· θεωρεί ότι η απόφαση-πλαίσιο είναι ένα σημαντικό βήμα προόδου διότι θέτει ένα πλαίσιο για τον κολασμό της ρατσιστικής/ξενοφοβικής βίας ως ποινικό αδίκημα σε όλη την ΕΕ και για την αναγνώριση των ρατσιστικών/ξενοφοβικών κινήτρων ως επιβαρυντικό στοιχείο που οδηγεί σε πιο μακρόχρονες ποινές· υπενθυμίζει τη θέση του στις 4 Ιουλίου 2002 [11] υπέρ της πρότασης αυτής και επικροτεί την απόφαση του Συμβουλίου Δικαιοσύνης και Εσωτερικών Υποθέσεων της 24ης Φεβρουαρίου 2005 να επανεξετάσει την "παγωμένη" απόφαση-πλαίσιο·

Μελλοντικά οικονομικά και δημοσιονομικά μέτρα

51. φρονεί ότι η Ένωση θα πρέπει να συμπληρώσει τη δράση των κρατών μελών σε τοπικό, περιφερειακό και εθνικό επίπεδο με κατάλληλη χρηματοδότηση:

- επεξεργαζόμενη μια συνολική στρατηγική για την καταπολέμηση των διακρίσεων σε βάρος των μειονοτήτων χάρη στη βοήθεια από τα Διαρθρωτικά Ταμεία, το Ταμείο Συνοχής, το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο και την κοινοτική πρωτοβουλία EQUAL ειδικότερα,

- με τη θέσπιση νέων προτύπων προγραμμάτων και δικτύων αλληλεγγύης με βάση τα άρθρα της Συνθήκης που αναφέρονται στην παράγραφο 50 και προσήκουσες πρωτοβουλίες με τις τρίτες χώρες από τις οποίες προήλθαν οι μειονότητες·

- ενσωματώνοντας ρήτρες κατά των διακρίσεων στα ευρωπαϊκά διαρθρωτικά ταμεία και ειδικότερα στο Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο και προωθώντας ενεργά αυτό το τελευταίο ως μηχανισμό εφαρμογής των οδηγιών 2000/78/EΚ και 2000/43/EΚ,

- ενσωματώνοντας εκ νέου τη χρηματοδότηση των διασυνοριακών πρωτοβουλιών στο πεδίο των μη διακρίσεων και της κοινωνικής ενσωμάτωσης στην πρόταση σχετικά με το πρόγραμμα PROGRESS (COM(2004)0488),

- καθιστώντας ευκολότερο για τις μη κυβερνητικές οργανώσεις που εκπροσωπούν άτομα που δικαιούνται ενίσχυσης βάσει του άρθρου 13 ΣΕΚ από τα ευρωπαϊκά διαρθρωτικά ταμεία και ειδικότερα από το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο,

προτρέπει, σε αυτό το πλαίσιο, τα κράτη μέλη να εκχωρήσουν ορισμένες από τις αρμοδιότητές τους όσον αφορά τη λήψη αποφάσεων επί των διαρθρωτικών ταμείων στις αρχές τοπικής αυτοδιοίκησης, σύμφωνα με την πολιτική αποκέντρωσης της Ένωσης·

Εκτελεστικά μέτρα και μηχανισμός ανάδρασης

52. εκφράζει την ικανοποίησή του για τις πρόσφατες πρωτοβουλίες που έλαβε η Επιτροπή στον εν λόγω τομέα, και συγκεκριμένα:

- τη σύσταση από τον Πρόεδρο της Επιτροπής μιας Ομάδας Επιτρόπων για τα Θεμελιώδη Δικαιώματα, που αναμένεται ότι θα διαδραματίσει ζωτικό ρόλο συμβάλλοντας στην προστασία των μειονοτήτων και την πάταξη των διακρίσεων,

- τη σύσταση διϋπηρεσιακής ομάδας που θα συγκεντρώνει εκπροσώπους των 14 διαφορετικών υπηρεσιών της Επιτροπής·

53. ζητεί να συλλεγούν στοιχεία σχετικά με τις άμεσες και έμμεσες διακρίσεις (π.χ. το ποσοστό των προσώπων/γυναικών από μειονότητες μεταξύ αυτών που ζουν με τον κίνδυνο της φτώχειας, μεταξύ των εργαζομένων και των ανέργων και το ποσοστό τους στην εκπαίδευση κλπ) για να διασφαλιστεί ότι υπάρχει η κατάλληλη ανατροφοδότηση σχετικά με την αποτελεσματικότητα των πολιτικών κατά των διακρίσεων και των πολιτικών προστασίας των μειονοτήτων που εφαρμόζουν τα κράτη μέλη·

54. ζητεί από τα κράτη μέλη να συμπεριλάβουν τη διάσταση του φύλου στο σχέδιο δράσης τους για την εξάλειψη του ρατσισμού, των φυλετικών διακρίσεων, της ξενοφοβίας και ανάλογων μορφών δυσανεξίας, και συγκεκριμένα να αναπτύξουν κατευθυντήριες οδηγίες και δείκτες που να είναι ευαισθητοποιημένοι και ειδικοί ως προς τη διάσταση του φύλου, και να χρησιμοποιούν στοιχεία χωριστά για κάθε φύλο σε όλα τα επίπεδα·

55. ζητεί να συγκροτηθούν ειδικές μονάδες στο πλαίσιο των αρχών επιβολής του νόμου των κρατών μελών και των υποψηφίων για προσχώρηση χωρών με σκοπό την αντιμετώπιση περιστατικών φυλετικής βίας και την αντιμετώπιση των δραστηριοτήτων των ρατσιστικών οργανώσεων· οι μονάδες αυτές θα πρέπει να θεσπίσουν συστήματα επίβλεψης, ταξινόμησης, καταχώρησης και παρακολούθησης όσων ρατσιστικών περιστατικών φέρονται υπόψη τους· συνιστά την περαιτέρω ανάπτυξη κατευθυντηρίων οδηγιών για τη συλλογή δεδομένων σχετικά με ρατσιστικά περιστατικά από το Ευρωπαϊκό Παρατηρητήριο Φαινομένων Ρατσισμού και Ξενοφοβίας σύμφωνα με τις διατάξεις περί προστασίας των δεδομένων και σε συνεργασία με τις επιφορτισμένες με την επιβολή του νόμου αρχές, όπως η αστυνομία και η εισαγγελία· ενθαρρύνει την ανάπτυξη εναλλακτικών μηχανισμών για τη συλλογή δεδομένων, όπως π.χ. μελέτες για ρατσιστικά εγκλήματα·

56. ζητεί από τα κράτη μέλη να εξασφαλίσουν ότι το προσωπικό, που παρέχει δημόσιες υπηρεσίες και συμβουλές, γνωρίζει τα ειδικά ζητήματα που αντιμετωπίζουν οι εθνοτικές μειονότητες και οι μετανάστριες και ότι στο εν λόγω προσωπικό παρέχεται αντιρατσιστική εκπαίδευση η οποία περιλαμβάνει ευαισθησία σχετικά με τη διάσταση του φύλου·

57. επιβεβαιώνει την πεποίθησή του ότι η μνήμη και η εκπαίδευση είναι ζωτικής σημασίας συνιστώσες της προσπάθειας να καταστούν η αδιαλλαξία, οι διακρίσεις και ο ρατσισμός κατάλοιπα του παρελθόντος, και προτρέπει το Συμβούλιο, την Επιτροπή και τα κράτη μέλη να εντείνουν την καταπολέμηση των διακρίσεων κάθε είδους:

- με την ανάπτυξη της ικανότητας αποτελεσματικής πρόληψης και αντιμετώπισης των διακρίσεων, ιδιαίτερα με την ενίσχυση των μέσων δράσης των οργανώσεων και μέσω της στήριξης για ανταλλαγή πληροφοριών και χρήσιμων πρακτικών και καθιέρωσης δικτύων σε ευρωπαϊκό επίπεδο, λαμβάνοντας ταυτόχρονα υπόψη τα συγκεκριμένα χαρακτηριστικά των διαφόρων μορφών διακρίσεων·

- με την προώθηση και τη διάδοση των αξιών και των πρακτικών που τονίζουν την καταπολέμηση των διακρίσεων, μέσω και εκστρατειών συνειδητοποίησης, εφόσον θεωρεί ότι η πρόληψη των διακρίσεων είναι εξίσου σημαντική με την καταπολέμησή της·

- με την ενθάρρυνση της κατάρτισης των εκπαιδευτικών κατά τρόπο που να τους παρέχονται καλύτερες δυνατότητες για να διδάσκουν στα σχολεία αφενός την ανάγκη καταπολέμησης του ρατσισμού, του αντισημιτισμού και της αδιαλλαξίας και αφετέρου τα οφέλη της πολιτιστικής ποικιλομορφίας που προκύπτει κυρίως χάρη στους μετανάστες·

58. καλεί τα κράτη μέλη να εισαγάγουν νομοθεσία κατά των διακρίσεων, περιλαμβάνοντας θετικά μέτρα και τη διάσταση του φύλου, βάσει του άρθρου 13 της Συνθήκης ΕΚ σύμφωνα με το άρθρο 13 της Συνθήκης ΕΚ·

59. είναι πεπεισμένο ότι, σύμφωνα με την αρχή της επικουρικότητας, θα πρέπει να υπάρξει στενή συνεργασία μεταξύ αφενός εκπροσώπων των μειονοτήτων και αφετέρου τοπικών, περιφερειακών και εθνικών ιδρυμάτων καθώς και ευρωπαϊκών θεσμικών οργάνων· φρονεί ότι μια τέτοια συνεργασία θα πρέπει να βασίζεται:

- σε ευκρινή σημεία αναφοράς, ώστε να καθίσταται δυνατός ο έλεγχος του κατά πόσο η αναληφθείσα δράση είναι σύμφωνη με τα πρότυπα που είχαν προηγουμένως ορισθεί,

- στην ανοικτή μέθοδο συντονισμού, που συγκεντρώνει αρχές διαφορετικών κρατών μελών και εκπροσώπους από τα ευρωπαϊκά θεσμικά όργανα·

60. ζητεί από την Επιτροπή των Περιφερειών και από την Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή, δυνάμει των άρθρων 262 και 265 ΣΕΚ, να γνωμοδοτήσουν επί των ζητημάτων της προστασίας των μειονοτήτων και της πολιτικής κατά των διακρίσεων που αποτελούν θέμα του παρόντος ψηφίσματος· προτρέπει τις δύο ως άνω επιτροπές να έχουν γνωμοδοτήσει μέχρι τα μέσα του 2006, και να εστιάσουν την προσοχή τους στον ειδικό ρόλο τον οποίο θα μπορούσαν να διαδραματίσουν οι περιφερειακές ή τοπικές αρχές και στα διάφορα οικονομικά και κοινωνικά στοιχεία που συνθέτουν την οργανωμένη κοινωνία των πολιτών·

61. φρονεί ότι είναι πρωτίστης σημασίας να καταστεί ο Οργανισμός Θεμελιωδών Δικαιωμάτων χρήσιμο εργαλείο συνεργασίας με τα ευρωπαϊκά θεσμικά όργανα, σε στενή συνεργασία με τους εθνικούς φορείς που ασχολούνται με τα θεμελιώδη δικαιώματα· έχει την πεποίθηση ότι ο Οργανισμός θα πρέπει επίσης να ελέγχει τον αντίκτυπο των πολιτικών που αναφέρθηκαν στο παρόν ψήφισμα και ότι θα πρέπει να αναφέρεται τακτικά στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στα εθνικά κοινοβούλια·

62. καλεί την Επιτροπή να αρχίσει να αναθεωρεί την εφαρμογή των οδηγιών 2000/43/EΚ και 2000/78/ΕΚ, με σκοπό την ενίσχυση των μέτρων της Ευρωπαϊκής Ένωσης κατά των διακρίσεων, και να διοργανώσει μείζονα διάσκεψη με τη συμμετοχή όλων των ενδιαφερομένων πρωταγωνιστών, ιδιαίτερα δε των πολιτικών εκπροσώπων και εκπροσώπων δημοσίων φορέων σε εθνικό, περιφερειακό και τοπικό επίπεδο καθώς και ΜΚΟ και σωματείων που δραστηριοποιούνται στον εν λόγω τομέα·

*

* *

63. αναθέτει στον Πρόεδρό του να διαβιβάσει το παρόν ψήφισμα στο Συμβούλιο, την Επιτροπή, καθώς και στις κυβερνήσεις και τα κοινοβούλια των κρατών μελών και των υποψήφιων προς ένταξη χωρών, στην Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή και στην Επιτροπή Περιφερειών.

[1] Όταν τεθεί σε ισχύ η Συνθήκη για τη θέσπιση του Συντάγματος, ο όρος "μειονότητες" θα εμφανιστεί για πρώτη φορά σε πρωτογενές νομοθέτημα, σε δύο διατάξεις: στο άρθρο 21 του Χάρτη (Άρθρα ΙΙ-81 του Συντάγματος) που απαγορεύει κάθε διάκριση που βασίζεται στη "ιδιότητα μέλους εθνικής μειονότητας"· στο άρθρο Ι-2 του Συντάγματος, που αναφέρεται στα "ανθρώπινα δικαιώματα, συμπεριλαμβανομένων των δικαιωμάτων των προσώπων που ανήκουν σε μειονότητες" ως μια από τις αξίες στις οποίες "βασίζεται η Ένωση". Το Σύνταγμα επίσης ορίζει ότι η Ένωση πρέπει να "καταπολεμά τον κοινωνικό αποκλεισμό και τις διακρίσεις και να προωθεί την κοινωνική δικαιοσύνη και προστασία, την ισότητα μεταξύ γυναικών και ανδρών, την αλληλεγγύη μεταξύ των γενεών και την προστασία των δικαιωμάτων του παιδιού" (Άρθρο Ι-3, παράγραφος 3, εδάφιο 2).

[2] ΕΕ L 180 της 19.7.2000, σ. 22.

[3] ΕΕ L 303 της 2.12.2000, σ. 16.

[4] ΕΕ L 269 της 5.10.2002, σ. 15.

[5] ΕΕ C 104 Ε της 30.4.2004, σ. 408.

[6] Το ένα από τα τρία κριτήρια της Κοπεγχάγης αφορά τη σταθερότητα του δημοκρατικού καθεστώτος, το κράτος δικαίου, τα ανθρώπινα δικαιώματα και ο σεβασμός και η προστασία των μειονοτήτων.

[7] Η Επιτροπή έχει ήδη κινήσει διαδικαίες επί παραβάσει κατά ορισμένων κρατών μελών λόγω μη κοινοποίησης εθνικών μέτρων με τα οποία μεταφέρονται οι οδηγίες 2000/43/ΕΚ και 2000/78/ΕΚ. Αναμένονται σύντομα και άλλες διαδικασίες επί παραβάσει για μη συμμόρφωση (ατελή ή μη σωστή μεταφορά νομοθεσίας).

[8] Η Επιτροπή ανησυχεί για τη μη ίδρυση λειτουργικών φορέων για τα θέματα ισότητας, όπως απαιτείται από την οδηγία 2000/43/ΕΚ, σε ορισμένα κράτη μέλη. Όπου δε υπάρχουν τέτοιοι φορείς, υπάρχουν σε ορισμένες περιπτώσεις αμφιβολίες σχετικά με την ανεξαρτησία τους και την αποτελεσματική τους λειτουργία.

[9] Παραδείγματα εγκλημάτων από μίσος κατά των ομοφυλοφίλων είναι: η βόμβα από διασκορπούμενα καρφιά στο Λονδίνο (1999), οι επιθέσεις κατά των διαδηλώσεων λεσβιών και ομοφυλοφίλων στην Πολωνία και στη Βοσνία (2004), η κτηνώδης επίθεση κατά του Sebastien Nouchet που κάηκε ζωντανός στο χωριό όπου γεννήθηκε στη Γαλλία (2004).

[10] ΕΕ C 75 Ε της 26.3.2002, σ. 269.

[11] ΕΕ C 271 Ε της 12.11.2003, σ. 558.

--------------------------------------------------