Ανακοίνωση της Επιτροπής προς το Συμβούλιο και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο - Έκθεση σχετικά με τη συντελεσθείσα πρόοδο στη δημιουργία της εσωτερικής αγοράς αερίου και ηλεκτρισμού {SEC(2005) 1448} /* COM/2005/0568 τελικό */
[pic] | ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ | Βρυξέλλες, 15.11.2005 COM(2005) 568 τελικό ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΠΡΟΣ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ Έκθεση σχετικά με τη συντελεσθείσα πρόοδο στη δημιουργία της εσωτερικής αγοράς αερίου και ηλεκτρισμού {SEC(2005) 1448} A. ΠΛΑΙΣΙΟ ΚΑΙ ΚΥΡΙΟΤΕΡΑ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Η Ευρώπη αναζητεί σήμερα μέσα για να δώσει νέα πνοή στις οικονομικές της επιδόσεις ώστε να επιτύχει υψηλότερο επίπεδο ανάπτυξης και ανταγωνιστικότητας. Αξιόπιστες υπηρεσίες παροχής ηλεκτρισμού και αερίου σε αποδεκτές τιμές αποτελούν το κλειδί για το στόχο αυτό, αναμένεται δε ότι οι επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά θα μπορέσουν να ωφεληθούν από την αποτελεσματικότητα στην προμήθεια ενέργειας. Αυτό αποτελεί καίρια συνιστώσα της ευρωπαϊκής στρατηγικής της Λισσαβόνας. Για να επιτευχθεί ο ανωτέρω στόχος, η ΕΕ αποφάσισε να ευθυγραμμίσει τον ενεργειακό τομέα με τα ανταγωνιστικά τμήματα της οικονομίας της, ανοίγοντάς τα σταδιακά στον ανταγωνισμό. Με βάση τη δεύτερη σειρά οδηγιών για την ηλεκτρική ενέργεια και το φυσικό αέριο[1], η ΕΕ έχει πλέον τη μοναδική ευκαιρία να δημιουργήσει την μεγαλύτερη στον κόσμο ενοποιημένη ανταγωνιστική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας και αερίου. Η ΕΕ δεν έχει περιθώρια να χάσει την ευκαιρία επιτυχίας της εν λόγω αγοράς. Αυτό υπογραμμίστηκε πρόσφατα από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο στη διάσκεψη κορυφής του Hampton Court. Ήδη έχει περάσει ένα έτος από τότε που οι νέες οδηγίες θα έπρεπε να είχαν εφαρμοστεί από τα κράτη μέλη, απομένει δε ενάμιση έτος έως ότου οι αγορές ανοίξουν πλήρως στον ανταγωνισμό. Η παρούσα έκθεση καταγράφει την τρέχουσα κατάσταση και εντοπίζει χώρους στους οποίους απαιτούνται περαιτέρω βελτιώσεις. Το κυριότερο συμπέρασμα της έκθεσης είναι ότι, ενώ η αρχική περίοδος ανοίγματος των ενεργειακών αγορών σημείωσε ως επί το πλείστον επιτυχία μέχρι τώρα με τις τιμές ηλεκτρικής ενέργειας, για παράδειγμα, να είναι τώρα χαμηλότερες, σε πραγματικούς όρους, απ’ό,τι το έτος 1997 παρά τις πρόσφατες αυξήσεις της τιμής του πετρελαίου, του αερίου και του άνθρακα, χρειάζεται να καταβληθεί και άλλη προσπάθεια ώστε να διασφαλιστεί ότι ο κλάδος και οι πολίτες αντλούν τα πλήρη οφέλη που προκύπτουν από το άνοιγμα της αγοράς. Την εκτίμηση αυτή τη συμμερίζονται οι ρυθμικές αρχές ενέργειας και τα περισσότερα ενδιαφερόμενα μέρη από τους οποίους ζητήθηκε η γνώμη κατά τη σύνταξη της παρούσας έκθεσης. Η σημαντικότερη παραμένουσα αδυναμία είναι η έλλειψη ενοποίησης μεταξύ εθνικών αγορών. Καίριας σημασίας δείκτες από την άποψη αυτή είναι η απουσία σύγκλισης τιμών ανά την ΕΕ και το χαμηλό επίπεδο διασυνοριακών εμπορικών συναλλαγών. Αυτό οφείλεται εν γένει στην ύπαρξη εμποδίων για την είσοδο στην αγορά, στην ανεπαρκή χρήση υφιστάμενης υποδομής και – στην περίπτωση του ηλεκτρισμού – στην ανεπαρκή διασύνδεση μεταξύ πολλών κρατών μελών, γεγονός που οδηγεί σε συμφόρηση. Επιπλέον, πολλές εθνικές αγορές παρουσιάζουν υψηλό βαθμό συγκέντρωσης του κλάδου, που εμποδίζει την ανάπτυξη ενεργού ανταγωνισμού. Η αγορά αερίου εξακολουθεί να πλήττεται από έλλειψη ρευστότητας τόσο αερίου όσο και μεταφορικής ικανότητας. Στο πλαίσιο αυτό, θα πρέπει να συνεκτιμηθούν οι επιπτώσεις μακροχρόνιων συμβολαίων αερίου, από πλευράς τόσο ανταγωνισμού όσο και του γεγονότος ότι τα συμβόλαια αυτά μπορεί να είναι αναγκαία για να στηρίξουν τη χρηματοδότηση μείζονος νέας υποδομής αερίου[2]. Μια ακόμη ένδειξη της έλλειψης πραγματικού ανταγωνισμού είναι ότι η αλλαγή προμηθευτή εκ μέρους των πελατών παραμένει περιορισμένη στα περισσότερα κράτη μέλη και εξακολουθεί να αποτελεί εξαίρεση η επιλογή νέου προμηθευτή από ένα άλλο κράτος μέλος. Τοιουτοτρόπως, η παρούσα έκθεση δείχνει ότι από οικονομικής σκοπιάς, με ελάχιστες εξαιρέσεις, οι αγορές ηλεκτρισμού και αερίου της ΕΕ παραμένουν σε εθνικό πλαίσιο ως προς το οικονομικό περιεχόμενο. Δεν έχει ακόμη αναπτυχθεί επαρκής διασυνοριακός ανταγωνισμός ώστε να ασκήσει πλήρως αποτελεσματική περιοριστική επίδραση στην οικονομική δύναμη των εταιρειών σε κάθε εθνική αγορά. Το ζήτημα αυτό χρειάζεται να αντιμετωπιστεί με αποφασιστικότητα από την Επιτροπή, τα κράτη μέλη, τις ρυθμιστικές αρχές και τον κλάδο. Η κυριότερη άμεση αναγκαία ενέργεια είναι η πλήρης, ολοκληρωμένη και αποτελεσματική εφαρμογή της δεύτερης σειράς οδηγιών για το αέριο και την ηλεκτρική ενέργεια. Ιδιαίτερα επιζήμιο είναι το γεγονός ότι τα περισσότερα κράτη μέλη μετέφεραν τις νέες οδηγίες στο εσωτερικό δίκαιο μόνο μετά από καθυστέρηση, ενώ ορισμένα δεν το έχουν πράξει ακόμη. Η Επιτροπή θα εξακολουθήσει να επιμένει για τη συμμόρφωση και αν είναι ανάγκη να κινεί διαδικασίες επί παραβάσει. Ειδικότερα, τα κράτη μέλη χρειάζεται να το επιμεληθούν προσεκτικά ώστε να διασφαλίσουν ότι κατά την εφαρμογή, εκ μέρους των, των οδηγιών στην πράξη ακολουθούν το πνεύμα των οδηγιών και όχι μόνο το γράμμα. Οι οδηγίες προσφέρουν μια κοινή ελάχιστη δέσμη αρχών και μέτρων εφαρμοστέων σε όλα τα κράτη μέλη. Ωστόσο, μπορεί βεβαίως να είναι αναγκαία επιπρόσθετα μέτρα σε ορισμένα πεδία, για να ληφθούν υπόψη τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά που υπάρχουν σε ορισμένες χώρες, ώστε να υπάρχει βεβαιότητα ότι οι μεμονωμένες αγορές πραγματικά ενοποιούνται με τις αντίστοιχες των γειτόνων τους. Η ανάπτυξη της περιοχής Nordpool προσφέρει σχετικά παραδείγματα. Ορισμένα κράτη μέλη έχουν ήδη προχωρήσει σε τέτοια επιπρόσθετα βήματα ανάληψης πρωτοβουλιών· για παράδειγμα, ενίσχυση των ελάχιστων μέτρων αποσύνδεσης δραστηριοτήτων που προβλέπονται στις οδηγίες, ενδυνάμωση των εξουσιών και της ανεξαρτησίας των ρυθμιστικών αρχών, ελευθέρωση υφιστάμενης και κατασκευή νέας δυναμικότητας διασύνδεσης και λήψη μέτρων για την προώθηση της ρευστότητας στις αγορές αερίου. Όλα τα κράτη μέλη χρειάζεται επομένως να εξετάσουν προσεκτικά τον τρόπο κατά τον οποίο θα εφαρμόσουν τις οδηγίες, ώστε να φθάσουν ταχέως σε ευρύτερες, πλέον ανοικτές και ανταγωνιστικότερες αγορές. Αυτό σημαίνει ειδικότερα, πέραν της διασφάλισης ότι λειτουργούν στην πράξη οι απαιτήσεις των οδηγιών όσον αφορά την αποτελεσματική και χωρίς διακρίσεις πρόσβαση στο δίκτυο, την αποσύνδεση δραστηριοτήτων και την πραγματική κανονιστική παρέμβαση, τηρώντας ενεργό στάση στη διασφάλιση της ύπαρξης επαρκούς και διαθέσιμης δυναμικότητας διασύνδεσης. Τα κράτη μέλη χρειάζεται επίσης να φροντίσουν να εξασφαλίσουν ότι τυχόν ρύθμιση τιμών δεν λειτουργεί αποκλείοντας τον ανταγωνισμό. Παράλληλα, η Επιτροπή και οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές θα επιταχύνουν τις προσπάθειες τους, με βάση τους κανονισμούς για το αέριο και την ηλεκτρική ενέργεια, ώστε να αντιμετωπίσουν ορισμένα τεχνικά ζητήματα όπως μηχανισμοί διασυνοριακής εμπορίας, εξισορρόπηση κλπ. Είναι επομένως πολύ νωρίς για να αποφασιστεί κατά πόσο είναι αναγκαία επιπρόσθετα νομοθετικά μέτρα σε κοινοτικό επίπεδο, όπως εκείνα τα οποία υπέδειξαν ορισμένοι που απάντησαν στις ερωτήσεις της Επιτροπής κατά τη σύνταξη της παρούσας έκθεσης· για παράδειγμα επιπρόσθετη αποσύνδεση ή η απόδοση περισσότερων εξουσιών στις ρυθμιστικές αρχές. Χρειάζεται να δούμε πρώτα τα αποτελέσματα από την εφαρμογή της δεύτερης σειράς οδηγιών στην πράξη. Η Επιτροπή πέραν επομένως της εκ του σύνεγγυς παρακολούθησης της επίσημης νομικής συμμόρφωσης προς τις οδηγίες θα διενεργήσει αναλυτικές ανασκοπήσεις της αποτελεσματικότητας των νομικών και κανονιστικών μέτρων στην πράξη, χώρα προς χώρα, συμπεριλαμβανομένων ειδικών πρόσθετων εθνικών μέτρων. Αυτό θα οδηγήσει στη σύνταξη και άλλης έκθεσης έως τα τέλη 2006 και, εάν είναι ανάγκη, στη διατύπωση προτάσεων για τυχόν εναπομένουσες απαιτήσεις το 2007. Πέρα από τα ανωτέρω μέτρα, είναι αναγκαίες και ορισμένες άλλες επεμβάσεις στήριξης. Η εισαγωγή του ανταγωνισμού θα τείνει να ασκήσει πίεση μείωσης των τιμών. Από μόνες τους, οι φθίνουσες τιμές ενέργειες δεν ενθαρρύνουν είτε τη συνετή κατανάλωση ή την επένδυση στην ενεργειακή απόδοση, ένα άλλο χώρο όπου η ΕΕ χρειάζεται να πραγματοποιήσει περαιτέρω πρόοδο, όπως τόνισε η Επιτροπή πρόσφατα στην Πράσινη Βίβλο για την ενεργειακή απόδοση[3]. Ανταποκρινόμενη στο δίλημμα αυτό, η Επιτροπή πρότεινε τον Δεκέμβριο του 2003 οδηγία σχετικά με βαθμό απόδοσης και υπηρεσίες κατά την τελική χρήση της ενέργειας, με στόχο να προσφέρει πλαίσιο για την ανάπτυξη μιας πραγματικής αγοράς μέτρων ενεργειακής απόδοσης. Επιπλέον, το αυξανόμενο μερίδιο των ανανεώσιμων πηγών στην ηλεκτροπαραγωγή χρειάζεται να ενταχθεί στην εσωτερική αγορά ηλεκτρισμού τόσο στο τεχνικό επίπεδο, μέσω της παροχής επαρκούς δυναμικότητας δικτύου, όσο και στο εμπορικό. Η Ευρωπαϊκή ΄Ένωση έχει θέσει στόχο ποσοστό 21% για την ηλεκτροπαραγωγή από ανανεώσιμες πηγές το έτος 2010[4]. Τα κράτη μέλη εδώ και καιρό υποστηρίζουν την ανάπτυξη της ηλεκτροπαραγωγής από ανανεώσιμες πηγές, μέσω ειδικών μηχανισμών. Σε μια χωριστή έκθεση της Επιτροπής θα αναλυθεί ο αντίκτυπος των εν λόγω μηχανισμών στην λειτουργία της εσωτερικής αγοράς. Υπάρχει ανάγκη να συνεχιστεί η παρακολούθηση της κατάστασης και να ενθαρρυνθούν οι βέλτιστες πρακτικές, επειδή το μερίδιο της ηλεκτροπαραγωγής από ανανεώσιμες πηγές πρέπει να αυξηθεί περαιτέρω για να επιτευχθεί ο στόχος του 21%. Τέλος, όσον αφορά την πολιτική για την αλλαγή του κλίματος, ένα νέο μέσο – το σύστημα εμπορίας εκπομπών της ΕΕ – άρχισε να εφαρμόζεται τον Ιανουάριο του 2005. Έκτοτε σημειώθηκε μεγάλη αύξηση στην τιμή των δικαιωμάτων, για διάφορους σύνθετους λόγους. Η Επιτροπή θα εξακολουθήσει να παρακολουθεί πολύ στενά τις σημειούμενες εξελίξεις στη νέα και μη ακόμη πλήρως σταθεροποιημένη αγορά δικαιωμάτων, στη δε έκθεση που αναμένεται για τα μέσα του 2006 θα εξετάσει το σύστημα εμπορίας εκπομπών, τη λειτουργία του, συμπεριλαμβανομένης της πιθανής επίδρασης στις τιμές ενέργειας και, αν είναι ανάγκη, θα προτείνει αλλαγές ώστε να υπάρχει βεβαιότητα ότι η αγορά λειτουργεί ορθώς. Η παρούσα έκθεση και οι συνέχειές της αποτελούν μέρος μιας συνεπούς στρατηγικής της Επιτροπής για να διασφαλίσει την αποτελεσματική λειτουργία της εσωτερικής αγοράς ενέργειας. Ειδικότερα, συνδέεται στενά με την έρευνα-δημοσκόπηση για την πολιτική ανταγωνισμού στον τομέα, της οποίας τα τελικά αποτελέσματα αναμένονται επίσης το 2006. B. ΣΗΜΕΡΙΝΗ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ της ΕΣΩΤΕΡΙΚΗΣ ΑΓΟΡΑΣ – ΕΞΕΛΙΞΕΙΣ ΣΕ ΚΑΙΡΙΟΥΣ ΤΟΜΕΙΣ ΚΑΙ ΑΠΟΜΕΝΟΥΣΕΣ ΕΛΛΕΙΨΕΙΣ 1. Εφαρμογή των νέων οδηγιών Τα περισσότερα κράτη μέλη δεν τήρησαν την προθεσμία της 1ης Ιουλίου 2004 για τη μεταφορά στο εθνικό δίκαιο των νέων οδηγιών για την ηλεκτρική ενέργεια και το αέριο. Η νομοθεσία εφαρμογής των οδηγιών έχει αρχίσει να ισχύει στα περισσότερα κράτη μέλη εδώ και λιγότερο από ένα έτος, ορισμένα δε κράτη μέλη δεν έχουν ακόμη ποσώς εφαρμόσει τις οδηγίες[5]. Η καθυστέρηση αυτή αντίκειται στη δέσμευση ταχείας ολοκλήρωσης της εσωτερικής αγοράς ενέργειας, την οποία ανέλαβε το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο. Συνεπεία αυτού, ορισμένα διαρθρωτικά μέτρα θα αρχίσουν να ισχύουν αργότερα απ’ό,τι προβλεπόταν στις οδηγίες. Ιδιαίτερα σημαντικοί σχετικά με αυτό είναι οι κανόνες για τη ρυθμιστική εποπτεία και οι διατάξεις για την αποσύνδεση δραστηριοτήτων. 2. Ενοποίηση της αγοράς Υπενθυμίζεται ότι στόχος του ανοίγματος της αγοράς είναι η δημιουργία μιας ενιαίας αγοράς ηλεκτρισμού και αερίου και όχι η παράθεση 25 εθνικών αγορών. Το έργο αυτό αντιπροσωπεύει πρόκληση, η δε ενοποίηση όλων των εθνικών αγορών δεν θα συμβεί από τη μια μέρα στην άλλη. Επί του παρόντος, παραμένει ανεπαρκής ο βαθμός ενοποίησης των αγορών. Δύο είναι οι καίριας σημασίας δείκτες που συντείνουν στο συμπέρασμα αυτό: - οι σοβαρές διαφορές τιμής που επικρατούν στην εσωτερική αγορά - το χαμηλό επίπεδο διασυνοριακού εμπορίου. Όταν είναι εύκολο το εμπόριο σε μια ενοποιημένη αγορά, ο προκύπτων ευρωπαϊκού εύρος ανταγωνισμός διατηρεί τις τιμές παραπλήσιες σε όλο το χώρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ή τουλάχιστον μεταξύ γειτονικών κρατών μελών ή περιφερειών. Αυτό δεν συμβαίνει ακόμη στην περίπτωση της ηλεκτρικής ενέργειας και του αερίου[6]. Για παράδειγμα, οι διαφορές τιμής της ηλεκτρικής ενέργειας για βιομηχανικούς πελάτες στην ΕΕ ανέρχονται σε ορισμένες περιπτώσεις σε πάνω από 100%. Εξάλλου, τα επίπεδα χονδρικής τιμής έχουν αρχίσει να συγκλίνουν σε ορισμένες γειτονικές χώρες. Μολονότι αυτά αποτελούν ελπιδοφόρα πρώτα βήματα, η ανάπτυξη περιφερειακών αγορών ως ενδιάμεσου βήματος πριν από την ύστατη ενοποίηση σε επίπεδο ΕΕ ευρίσκεται ακόμη σε παιδική ηλικία, με εξαίρεση τη σχετικά καλά αναπτυγμένη χονδρική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας των Σκανδιναβικών χωρών. Το διασυνοριακό εμπόριο αυξάνει την ασκούμενη ανταγωνιστική πίεση επί των τιμών. Επί του παρόντος, στην εσωτερική αγορά ενέργειας, υστερεί η ανάπτυξη του εμπορίου. Για παράδειγμα, οι διασυνοριακές ροές ηλεκτρισμού έφθαναν το 2004 σε ποσοστό περίπου 10,7% της συνολικής κατανάλωσης[7], το οποίο αντιπροσωπεύει αύξηση μόλις περίπου 2% σε σύγκριση με το έτος 2000 (8-9%). Μολονότι οι δραστηριότητες εμπορικών συναλλαγών δεν αντανακλώνται κατ΄ανάγκη πλήρως στις ροές, οι τελευταίες αναμένεται ότι αυξάνουν όταν αυξάνεται σοβαρά το εμπόριο. Παρομοίως, στις διαδικασίες συγχώνευσης με βάση το ευρωπαϊκό δίκαιο περί ανταγωνισμού, εν γένει δεν έχει καταστεί δυνατό να οριστεί η “σχετική αγορά” σε τυχόν ευρύτερα πλαίσια απ’ό,τι τα εθνικά. Στην περίπτωση της ηλεκτρικής ενέργειας, η έλλειψη ενοποίησης της αγοράς οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στο γεγονός ότι η δυναμικότητα διασύνδεσης που διατίθεται στην αγορά μεταξύ πολλών κρατών μελών εξακολουθεί να είναι λίγο–πολύ ανεπαρκής για να επιτρέψει ορθή ενοποίηση των εθνικών αγορών και ανταγωνιστική πίεση από τις εισαγωγές. Είναι συχνά τα φαινόμενα συμφόρησης σε πολλά σύνορα της ΕΕ. Υπενθυμίζεται ότι ήδη το 2002 το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο της Βαρκελώνης υιοθέτησε ως στόχο για όλα τα κράτη μέλη να έχουν δυναμικότητα διασύνδεσης ισοδύναμη προς ποσοστό τουλάχιστον 10% της εθνικής τους κατανάλωσης, στόχο που δεν έχει ακόμη επιτευχθεί. Στην παρακάτω γραφική παράσταση απεικονίζεται ο συσχετισμός μεταξύ των ελλειπουσών ηλεκτρικών ζεύξεων και των διαφορών τιμής στην εσωτερική αγορά[8]. [pic] Χρειάζεται να εξαλειφθούν οι παραμένουσες στενώσεις στην υποδομή ηλεκτρικών δικτύων. Πρέπει να λειτουργεί σταθερό κανονιστικό πλαίσιο που ευνοεί τις επενδύσεις. Οι ρυθμιστικές αρχές διαδραματίζουν πρωταγωνιστικό ρόλο στο ζήτημα αυτό. Οι φορείς εκμετάλλευσης συστημάτων μεταφοράς με αποτελεσματική αποσύνδεση οφείλουν να επιδείξουν την ανεξαρτησία τους και να εκπληρώσουν το ρόλο τους ως διευκολυντών λειτουργίας της αγοράς επενδύοντας σε ελλείπουσες ζεύξεις, ακόμη και εάν αυτό αυξάνει τον ανταγωνισμό για το σχετικό κλάδο προσφοράς. Ένα άλλο εξίσου σπουδαίο ζήτημα είναι οι διαδικασίες προγραμματισμού. Σχετικά με αυτό, τα κράτη μέλη οφείλουν να επιτύχουν μια εύλογη ισορροπία προς το γενικό συμφέρον της κατοχύρωσης ανταγωνιστικού και ασφαλούς ενεργειακού εφοδιασμού των ευρωπαίων πολιτών. Υπάρχει επίσης ανάγκη επίδειξης πνεύματος καινοτομίας και ανάπτυξης λύσεων με μικρότερη πιθανότητα να πλήξουν τα συμφέροντα του τοπικού πληθυσμού, όπως η ενσωμάτωση ηλεκτρικών γραμμών σε νέες σιδηροδρομικές σήραγγες. Η κατασκευή κατά προτεραιότητα υποδομής δικτύων ηλεκτρισμού και αερίου έχει λάβει στήριξη στο πλαίσιο του προγράμματος ΔΕΔ - ενέργειας (ΔΕΔ-Ε). Με δεδομένη την παραμένουσα έλλειψη υποδομής, έχει σημασία να ενισχυθεί περαιτέρω το πρόγραμμα ΔΕΔ-Ε. Η Επιτροπή έχει προτείνει σοβαρή αύξηση του προϋπολογισμού του προγράμματος στο πλαίσιο των νέων δημοσιονομικών προοπτικών (2007-2013). Τα πλήρη οφέλη από την ύπαρξη επαρκούς υλικής υποδομής δεν θα γίνουν αισθητά παρά μόνο εάν διατεθεί χωρίς διακρίσεις δυναμικότητα στους παράγοντες της αγοράς. Αυτό όμως συχνά δεν συμβαίνει και χρειάζονται στο θέμα αυτό μείζονες βελτιώσεις[9]. Σημαντικό ζήτημα έχει καταστεί η κράτηση δυναμικότητας για να διατίθεται σε προϋπάρχουσες μακροχρόνιες συμβάσεις. Σε μια πρόσφατη απόφαση[10] σε υπόθεση που αφορούσε την κράτηση δυναμικότητας στον τομέα του ηλεκτρισμού, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο, χωρίς να θέτει υπό αμφισβήτηση τις ίδιες τις μακροχρόνιες συμβάσεις, απεφάνθη ότι ένα σύστημα με βάση το οποίο δίνεται προτεραιότητα αυτομάτως στις προϋπάρχουσες συμβάσεις έναντι άλλων αιτημάτων για δυναμικότητα διασύνδεσης είναι ασυμβίβαστο με την αρχή της μεταχείρισης άνευ διακρίσεων. Με βάση την ανωτέρω δικαστική απόφαση, η νομιμότητα της κράτησης δυναμικότητας, σύμφωνα με την τρέχουσα πρακτική, τόσο ηλεκτρικών δικτύων όσο και δικτύων αερίου, χρειάζεται να επανεξεταστεί από τις ρυθμιστικές αρχές και τους φορείς εκμετάλλευσης συστημάτων μεταφοράς, σε διαβούλευση με τις εταιρείες που επωφελούνται από τέτοιες κρατήσεις. Η Επιτροπή θα επιμείνει στη συμμόρφωση της διάθεσης δυναμικότητας προς το ευρωπαϊκό δίκαιο και θα δημοσιεύσει την άποψή της σχετικά με τις συνέπειες από την απόφαση του Δικαστηρίου. 3. Συγκέντρωση και παγίωση του κλάδου Λόγω απουσίας καλώς αναπτυγμένου διασυνοριακού ανταγωνισμού, η δομή του κλάδου σε εθνικές αγορές απαιτεί ιδιαίτερη προσοχή. Σε πολλά κράτη μέλη το άνοιγμα της αγοράς άρχισε από δομή μονοπωλιακής ή τουλάχιστον ολιγοπωλιακής αγοράς. Πρόθεση της εισαγωγής του ανταγωνισμού σε ευρωπαϊκό επίπεδο ήταν να τερματιστεί η κατάσταση αυτή εκθέτοντας τις εταιρείες σε ανταγωνισμό απ’όλη την ΕΕ. Αυτό δεν έχει ακόμη επιτευχθεί στις περισσότερες αγορές. Σε ορισμένες αγορές εξακολουθεί να είναι υψηλή η συγκέντρωση, ο δε κλάδος παγιώθηκε περαιτέρω από τότε που ξεκίνησε το άνοιγμα της αγοράς. Στην περίπτωση του αερίου, εξακολουθεί να υπάρχει έλλειψη ρευστότητας στην αγορά, ως επί το πλείστο λόγω της περιορισμένης πρόσβασης σε προμήθειες αερίου για τους νεοεισερχόμενους, όπως και των περιορισμένων περιθωρίων για διακίνηση αερίου στο ευρωπαϊκό δίκτυο. Πρόσφατα μειώθηκε ο αριθμός των γνήσιων νεοεισερχόμενων στην αγορά και, για παράδειγμα, από φορείς χωρίς καθιερωμένα προνόμια εκμετάλλευσης τέθηκε σε λειτουργία μόνο ένα πολύ περιορισμένο ποσοστό των νέων έργων ηλεκτροπαραγωγής. Το συνολικό μερίδιο αγοράς των τριών μεγαλύτερων παραγωγών (ηλεκτρισμού) και προμηθευτών χονδρικής (αερίου) αποτελεί δείκτη του βαθμού ανταγωνισμού στις εθνικές αγορές (βλ. κατωτέρω γραφική παράσταση)[11]. [pic]Η παρακάτω γραφική παράσταση δείχνει τον κύκλο εργασιών των μεγαλύτερων ενεργειακών εταιρειών στην ΕΕ. [pic] Πέραν των υψηλών επιπέδων συγκέντρωσης στις εθνικές αγορές, παρατηρείται αυξανόμενος αριθμός διασυνοριακών εξαγορών. Σε ορισμένες αγορές ηλεκτρισμού φαίνεται επίσης ότι υπάρχει τάση προς αύξηση της κάθετης ολοκλήρωσης μεταξύ δραστηριοτήτων παραγωγής και παροχής, που πιθανώς να οδηγήσει σε μείωση της ρευστότητας στις οικείες αγορές χονδρικής, καθιστώντας σοβαρότερους τους κινδύνους που συνδέονται με τη συγκέντρωση. Επιπλέον, εκδηλώθηκαν απόπειρες συγχώνευσης μεταξύ εταιρειών αερίου και ηλεκτρισμού με καθιερωμένα προνόμια εκμετάλλευσης. Οι συγχωνεύσεις αυτές μπορεί να μειώσουν τα κίνητρα στους ανταγωνιστές για να ανεγείρουν νέους σταθμούς ηλεκτροπαραγωγής με καύση αερίου. Η Επιτροπή παρακολουθεί τις εξελίξεις αυτές προσεκτικά και – στο μέτρο που είναι εφαρμόσιμο—επιβάλλει αυστηρά τους κανόνες της για τις συγχωνεύσεις[12]. Στις υποθέσεις ανταγωνισμού που χειρίζεται, η Επιτροπή αποδίδει ιδιαίτερη προσοχή σε διορθωτικά μέτρα που διευκολύνουν το άνοιγμα και την ενοποίηση της αγοράς. Η Επιτροπή ερευνά τη συγκέντρωση και παγίωση του κλάδου αναλυτικότερα, στο πλαίσιο της υπό διεξαγωγή τομεακής έρευνας την οποία ξεκίνησε τον Ιούνιο 2005. Είναι αναγκαία η αυστηρή εφαρμογή των κανόνων περί ανταγωνισμού, συμπεριλαμβανομένου του ελέγχου των συγχωνεύσεων, τόσο σε εθνικό όσο και σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Επιπλέον, τα κράτη μέλη θα πρέπει να εξετάσουν πολιτικές ανάληψης πρωτοβουλιών με στόχο την τόνωση του ανταγωνισμού, όπως καλά μελετημένα προγράμματα ελευθέρωσης δυναμικότητας ηλεκτρικών δικτύων και αερίου. Χρειάζεται να ενισχυθεί εκ μέρους των κρατών μελών η εποπτεία των πολύπλοκων αγορών ηλεκτρικής ενέργειας, οι οποίες ενέχουν υψηλούς κινδύνους χειραγώγησης λόγω συγκέντρωσης αγοράς. Πρέπει να προβλεφθούν ενδεδειγμένοι κανόνες για τη διαφάνεια, μαζί με υποχρεώσεις αποκάλυψης σημαντικών πληροφοριών, όπως η διαθέσιμη ικανότητα ηλεκτροπαραγωγής. Είναι απαράδεκτη η κατάσταση στην οποία μόνο οι εταιρείες με καθιερωμένα προνόμια εκμετάλλευσης διαθέτουν την αναγκαία πληροφόρηση για να εμπορεύονται πραγματικά στην αγορά. Υπάρχει επίσης ανάγκη να έλθει στην ΕΕ αέριο προερχόμενο από άλλες πηγές, ώστε να τονωθεί ο ανταγωνισμός και να ενισχυθεί η ασφάλεια του εφοδιασμού. Οι πρόσφατες αποφάσεις που λήφθηκαν από επενδυτές, με τη στήριξη των εθνικών ρυθμιστικών αρχών και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, να δρομολογηθούν ορισμένα νέα έργα τερματικών σταθμών υγροποιημένου φυσικού αερίου (LNG) στην ΕΕ αντιπροσωπεύουν μείζονα πρόοδο σχετικά με το ζήτημα αυτό. 4. Ανταπόκριση των πελατών Ο αριθμός των καταναλωτών που αλλάζει προμηθευτή αποτελεί φυσικό δείκτη της αποτελεσματικότητας του ανταγωνισμού. Αν αλλάζουν προμηθευτή λίγοι πελάτες, είναι πιθανό ότι υπάρχει πρόβλημα με την λειτουργία της αγοράς, μολονότι δεν θα πρέπει να αγνοούνται τα οφέλη από τη δυνατότητα επαναδιαπραγμάτευσης με τον προϋπάρχοντα προμηθευτή. Ενώ εξακολουθούν να αυξάνονται τα ποσοστά των μεγάλων πελατών ηλεκτρισμού που αλλάζουν προμηθευτή, οι πελάτες αερίου και οι μικροί επαγγελματικοί πελάτες και τα νοικοκυριά, στα κράτη μέλη όπου έχουν δικαίωμα επιλογής, επιδεικνύουν απροθυμία να ασκήσουν το δικαίωμα επιλογής[13]. Υπάρχουν πολλοί παράγοντες που συμβάλλουν σε αυτό. Συχνά δεν διατίθενται ανταγωνιστικές προσφορές ή αυτές είναι υπέρμετρα παρεμφερείς για να συνιστούν πραγματική επιλογή. Οι δεσπόζουσες θέσεις και η ανεπαρκής αποσύνδεση, ειδικώς στο επίπεδο της διανομής, φαίνεται ότι αποθαρρύνουν την αλλαγή προμηθευτή, η δε αλλαγή αυτή εξακολουθεί να θεωρείται ως επικίνδυνη[14]. Οι κατωτέρω γραφικές παραστάσεις δείχνουν τις αποκλίνουσες επιδόσεις μεταξύ των κρατών μελών σχετικά με τον ανωτέρω δείκτη. Ηλεκτρική ενέργεια [pic] Φυσικό αέριο [pic] Οι πελάτες πρέπει να έχουν πραγματική δυνατότητα επιλογής προμηθευτή. Τα κράτη μέλη και οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές οφείλουν να διασφαλίζουν ότι υπάρχουν ενδεδειγμένοι κανόνες για την πληροφόρηση και διαφάνεια, όπως και απλές διαδικασίες αλλαγής προμηθευτή, ώστε να αποκτήσουν οι πελάτες την αναγκαία εμπιστοσύνη. 5. Εκδηλούμενες τάσεις στις τιμές Πρέπει να αποδοθεί ιδιαίτερη προσοχή στις εκδηλούμενες τάσεις των τιμών ηλεκτρισμού και αερίου στην εσωτερική αγορά ενέργειας[15]. Ορισμένες ενεργοβόρες βιομηχανίες εξέφρασαν πρόσφατα ανησυχίες για άνοδο των τιμών, οι οποίες σε ορισμένα κράτη μέλη υπήρξαν ιδιαίτερα απότομες. Αυτός είναι ένας από τους λόγους για τους οποίους η Επιτροπή αποφάσισε τον Ιούνιο 2005 να ξεκινήσει έρευνα στον τομέα του ηλεκτρισμού και του αερίου, για να εξετάσει κατά πόσο περιορίζεται ή στρεβλώνεται ο ανταγωνισμός εντός της κοινής αγοράς. Εφόσον η έρευνα επιβεβαιώσει την απουσία πραγματικού ανταγωνισμού, η Επιτροπή δεν θα διστάσει να λάβει τα ενδεδειγμένα διορθωτικά μέτρα. Θα πρέπει ωστόσο να επισημανθεί ότι παρά τις πρόσφατες αυξήσεις τιμών, οι τιμές της ηλεκτρικής ενέργειας κατά την τελευταία δεκαετία έχουν μειωθεί σε πραγματικούς όρους. Επίσης, οι τιμές άλλων καυσίμων εξίσου σημαντικών για ορισμένες βιομηχανίες, όπως του αερίου και του πετρελαίου, αυξήθηκαν περισσότερο απ΄ό,τι οι τιμές ηλεκτρικής ενέργειας στο διάστημα της τελευταίας τριετίας. Ωστόσο, σαφώς χρειάζεται περαιτέρω δράση για να υπάρχει βεβαιότητα ότι προσφέρονται στους πολίτες όλα τα δυνατά οφέλη από το άνοιγμα της αγοράς. 6. Ανεξαρτησία των φορέων εκμετάλλευσης δικτύων Η αποτελεσματική αποσύνδεση της εκμετάλλευσης των δικτύων από τα ανταγωνιστικά τμήματα της επιχειρηματικής δραστηριότητας είναι ουσιαστικής σημασίας για να διασφαλιστεί ανεξαρτησία εκμετάλλευσης δικτύου και χωρίς διακρίσεις πρόσβαση στα δίκτυα από όλους τους παράγοντες της αγοράς. Προς το παρόν δεν έχουν ακόμη λειτουργήσει πλήρως στην πράξη οι αυστηρότεροι κανόνες αποσύνδεσης που προβλέπονται στις νέες οδηγίες. Σε πολλές περιπτώσεις, δεν έχει ακόμη οριστικοποιηθεί από τους φορείς εκμετάλλευσης δικτύων η διαδικασία αποσύνδεσης[16], εν μέρει συνεπεία της καθυστερημένης εφαρμογής των οδηγιών από τα περισσότερα κράτη μέλη. Αυτό ισχύει ιδιαίτερα για τη μεταφορά αερίου και επίσης εν γένει για τους φορείς εκμετάλλευσης του συστήματος διανομής. Εξάλλου, σχετικά με τους φορείς εκμετάλλευσης συστήματος μεταφοράς (TSO), όλο και περισσότερα κράτη μέλη προχώρησαν πιο πέρα από τις οδηγίες και θέσπισαν αποσύνδεση ιδιοκτησίας. Επί του παρόντος, στα μισά περίπου κράτη μέλη προβλέπεται αποσύνδεση ιδιοκτησίας του δικτύου μεταφοράς ηλεκτρισμού ή/και αερίου, όπως απεικονίζεται στον κατωτέρω πίνακα[17]. [pic] Όσον αφορά τη διανομή, κατά την εφαρμογή των διατάξεων των οδηγιών σχετικά με την αποσύνδεση, τα περισσότερα κράτη μέλη χρησιμοποιούν πλήρως όλες τις δυνατές παρεκκλίσεις, εξαιρώντας τις μικρότερες εταιρείες διανομής τόσο από τη νομική όσο και τη λειτουργική αποσύνδεση δραστηριοτήτων και αναλαμβάνοντας τη νομική αποσύνδεση για τις μεγαλύτερες εταιρείες διανομής έως τον Ιούλιο 2007. Επιπλέον, εν γένει η εθνική νομοθεσία των κρατών μελών με την οποία εφαρμόζονται οι οδηγίες δεν ξεπερνά τις ελάχιστες απαιτήσεις των οδηγιών. Αυτή η μάλλον υποτονική εθνική εφαρμογή των διατάξεων περί αποσύνδεσης που περιέχονται στις οδηγίες δεν έχει ακόμη αποφέρει τις επιθυμητές επιπτώσεις “στον αγωνιστικό στίβο”[18]. Όσον αφορά την πρόσβαση στο δίκτυο, οι παράγοντες της αγοράς εξακολουθούν να παραπονούνται για το υψηλό υπεισερχόμενο κόστος[19]. Στην περίπτωση του αερίου, δεν υπάρχει σαφές πλαίσιο για τις προϋποθέσεις πρόσβασης στο δίκτυο, ειδικώς για πράξεις μεταξύ περιοχών TSO. Η εφαρμογή του νέου κανονισμού σχετικά με την πρόσβαση στα δίκτυα αερίου από τον Ιούλιο 2006 και μετά θα επιφέρει βελτιώσεις προσφέροντας ένα τέτοιο πλαίσιο. 7. Αποτελεσματική ρύθμιση από τις ρυθμιστικές αρχές Μετά την υπόδειξη ρυθμιστικής αρχής στη Γερμανία τον Ιούλιο του 2005, όλα τα κράτη μέλη διαθέτουν πλέον λειτουργούσες ρυθμιστικές αρχές. Η εμπειρία από την εργασία των ρυθμιστικών αρχών είναι εν γένει καλή· με την πάροδο του χρόνου, οι ρυθμιστικές αρχές απέκτησαν πείρα και δύναμη. Με βάση τις νέες οδηγίες για την ηλεκτρική ενέργεια και το φυσικό αέριο, οι ρυθμιστικές αρχές διαθέτουν πλέον ένα ελάχιστο σύνολο εξουσιών σε κάθε κράτος μέλος. Ωστόσο, οι δυνατότητες των ανά συγκεκριμένο τομέα ρυθμιστικών αρχών να λαμβάνουν αποφάσεις και να τις επιβάλλουν διαφέρουν μεταξύ των κρατών μελών[20]. Επιπλέον, ορισμένα κράτη μέλη έχουν δημιουργήσει πολλές ρυθμιστικές αρχές, σε εθνικό και περιφερειακό επίπεδο, σε ορισμένες δε περιπτώσεις οι εξουσίες μοιράζονται μεταξύ της ρυθμιστικής αρχής του συγκεκριμένου τομέα, της αρμόδιας για τον ανταγωνισμό αρχής και του Υπουργείου. Η Επιτροπή θα εξακολουθήσει να αποδίδει ιδιαίτερα στενή προσοχή στα επίπεδα εξουσιών και την ανεξαρτησία των πάσης φύσεως ρυθμιστικών αρχών στο πλαίσιο των αναπτυσσόμενων ανταγωνιστικών αγορών. Οι λαμβανόμενες από τις εθνικές ρυθμιστικές αρχές αποφάσεις έχουν αντίκτυπο στην λειτουργία της Ευρωπαϊκής αγοράς ως συνόλου. Ως εκ τούτου, οι ρυθμιστικές αρχές χρειάζεται να σκέπτονται σε ευρωπαϊκό επίπεδο, πρέπει δε να ενθαρρύνεται η συνεργασία και ο συντονισμός μεταξύ τους. Το Συμβούλιο Ευρωπαϊκών Ρυθμιστικών Αρχών Ενέργειας (CEER) έχει ήδη επιτελέσει σημαντική πρόοδο στο πεδίο αυτό και εξακολουθεί να βελτιώνει την επικρατούσα κατάσταση. Επιπλέον, τον Δεκέμβριο του 2003, η Επιτροπή συγκρότησε την Ομάδα Ευρωπαϊκών Ρυθμιστικών Αρχών για την Ηλεκτρική Ενέργεια και το Αέριο (ERGEG). Στο διάστημα των δύο πρώτων ετών ύπαρξής της, η ομάδα πραγματοποίησε σημαντικές συμβολές, για παράδειγμα σε ζητήματα διασυνοριακής μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας και αποθήκευσης αερίου. Επιπλέον, τα ευρωπαϊκά βήματα ανάπτυξης ιδεών για τις ρυθμίσεις στο τομέα του ηλεκτρισμού και του αερίου (γνωστά ως “Forum της Φλωρεντίας” και “Forum της Μαδρίτης”), τα οποία προσφέρουν βήμα ανάπτυξης συζητήσεων για όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη, επιτέλεσαν εξαίρετη εργασία στην ανάπτυξη καινοτόμων λύσεων σε καίριας σημασίας ζητήματα, για παράδειγμα πρόσφατα μια αυτοδευσμευτική συμφωνία για τους όρους πρόσβασης στην αποθήκευση αερίου. Κατ΄αυτό τον τρόπο το CEER, η ομάδα ευρωπαϊκών ρυθμιστικών αρχών και τα fora της Φλωρεντίας και της Μαδρίτης συνέβαλαν σημαντικά στην ανάπτυξη της εσωτερικής αγοράς, στον άξονα της πολιτικής της Επιτροπής για την προώθηση των από κοινού και καλύτερων κανονιστικών ρυθμίσεων. Οι ρυθμιστικές αρχές χρειάζεται να αναλάβουν επαρκείς και σαφείς ευθύνες στην εθνική νομοθεσία, καθώς και το σωστό επίπεδο ανεξαρτησίας, ώστε να είναι ικανές να επιτελέσουν το έργο τους. Χρειάζεται να ενισχυθεί περαιτέρω ο συντονισμός και η συνεργασία μεταξύ εθνικών ρυθμιστικών αρχών. 8. Εξυπηρέτηση προς τους χρήστες/καταναλωτές και προβληματισμοί δημόσιας υπηρεσίας Εκπληρώνεται ο στόχος των οδηγιών για την ηλεκτρική ενέργεια και το αέριο – δηλαδή η διατήρηση και βελτίωση της θέσης των καταναλωτών. Από δημοσκοπήσεις της αντίληψης του καταναλωτή συνάχθηκε το συμπέρασμα ότι είναι εν γένει καλό το επίπεδο ικανοποίησης με την ποιότητα των παρεχόμενων υπηρεσιών παροχής ηλεκτρικής ενέργειας και αερίου[21]. Απεδείχθησαν αβάσιμοι οι φόβοι ότι η εισαγωγή ανταγωνισμού θα οδηγούσε σε υποβάθμιση της στάθμης εξυπηρέτησης ή σε προβλήματα στην παροχή καθολικής υπηρεσίας. Η Επιτροπή θα ασχοληθεί επίσης με το θέμα των ευπαθών πελατών. Ειδικότερα, αναμένεται ότι οι ευπαθείς πελάτες θα απολαύουν ειδικού καθεστώτος, αν είναι ανάγκη για τη διασφάλιση της προστασίας του καταναλωτή. Επιπλέον, η Επιτροπή θα εξακολουθήσει να διατελεί σε εγρήγορση, ιδιαίτερα όσον αφορά τις κοινωνικές και απασχολησιακές συνέπειες της αναδιάρθρωσης των ενεργειακών εταιρειών, τις επιπτώσεις των ανταγωνιστικών τιμών ενέργειας στην απασχόληση σε ενεργοβόρες βιομηχανίες και την προστασία των καταναλωτών από αθέμιτες πρακτικές πώλησης. Θα πρέπει να γίνεται κατά τακτά διαστήματα παρακολούθηση της ικανοποίησης του καταναλωτή ώστε να ανιχνευθούν αδυναμίες της αγοράς, ενώ τα κράτη μέλη και οι ρυθμιστικές αρχές χρειάζεται να εξακολουθήσουν να ασχολούνται με ζητήματα που άπτονται των καταναλωτών. Η Επιτροπή έχει την πρόθεση να προτείνει “Χάρτα δικαιωμάτων των πελατών ηλεκτρικής ενέργειας και αερίου”, η οποία αναμένεται να είναι έτοιμη πριν ανοίξει πλήρως η αγορά σε όλο το χώρο της ΕΕ την 1η Ιουλίου 2007. Γ. ΑΣΦΑΛΕΙΑ ΤΟΥ ΕΦΟΔΙΑΣΜΟΥ Μολονότι οι επιχειρήσεις ηλεκτρισμού έχουν μειώσει τη διαθέσιμη επιπλέον δυναμικότητα ανταποκρινόμενες στην εισαγωγή του ανταγωνισμού στον κλάδο, η επάρκεια ηλεκτρικής ενέργειας στην Ευρωπαϊκή Ένωση έχει εξελιχθεί ικανοποιητικά από τότε που άνοιξε η αγορά. Έγιναν μάθημα οι δυσκολίες τις οποίες προκάλεσε το κύμα καύσωνα του καλοκαιριού 2003. Μολονότι δε το καλοκαίρι του 2005 σημειώθηκε ξανά ζήτηση ρεκόρ σε ορισμένες χώρες της Νότιας Ευρώπης, αυτό δεν προκάλεσε σοβαρά προβλήματα στην ηλεκτροδότηση[22]. Το Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο θα εκδώσουν σύντομα οδηγία σχετικά με την ασφάλεια του εφοδιασμού και την ανάπτυξη υποδομής στον τομέα της ηλεκτρικής ενέργειας. Με βάση την οδηγία αυτή, η οποία πρέπει να εφαρμοστεί από τα τέλη του 2007, τα κράτη μέλη θα φροντίζουν για αξιόπιστο ρυθμιστικό πλαίσιο που να οδηγεί σε νέες επενδύσεις τόσο στην ηλεκτροπαραγωγή όσο και στην υποδομή ηλεκτρισμού. Όσον αφορά τις πρωτογενείς ενεργειακές πηγές, η Ευρωπαϊκή Ένωση εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τις εισαγωγές. Στην Πράσινη Βίβλο του 2000 της Επιτροπής σχετικά με την ασφάλεια του εφοδιασμού[23] τονίστηκαν οι διαρθρωτικές αδυναμίες του ενεργειακού εφοδιασμού της ΕΕ και διατυπώθηκε προειδοποίηση για την περαιτέρω αύξηση της εξάρτησης από τις εισαγωγές. Ιδιαίτερη ανησυχία εκφράζεται για το αέριο. Στην περίπτωση του ηλεκτρισμού, η ΕΕ θα μπορέσει να εξακολουθήσει να αξιοποιεί εν μέρει εγχώριες πηγές, συμπεριλαμβανομένων των ανανεώσιμων πηγών, και καύσιμα για τα οποία υπάρχει διαφοροποιημένη παγκόσμια αγορά (άνθρακας και ουράνιο). Για το αέριο, θα είναι δυσκολότερο να επιτευχθούν παγκοσμιοποίηση της αγοράς και κατά συνέπεια διαφοροποίηση των εισαγωγών. Επί του παρόντος, όλες σχεδόν οι εισαγωγές αερίου στην ΕΕ προέρχονται από τρεις μόνο χώρες – Ρωσία, Νορβηγία και Αλγερία. Με φθίνουσα την πορεία των εγχώριων αποθεμάτων αερίου και αναμενόμενη σοβαρή αύξηση της κατανάλωσης αερίου παγκοσμίως, χρειάζεται να αντισταθμιστεί η τρέχουσα μεγάλη εξάρτηση από μικρό αριθμό προμηθευτριών χωρών, ιδίως μεγιστοποιώντας τη χρήση όλων των εγχώριων ενεργειακών πόρων της Ευρώπης, π.χ. μέσω της ενισχυμένης ανάκτησης πετρελαίου στη Βόρεια Θάλασσα, κυρίως με τη δέσμευση του άνθρακα. Ενώ η Ευρώπη ευρίσκεται υπό πολλές επόψεις σε ευνοϊκή θέση, με ποσοστό σχεδόν 80% των παγκόσμιων αποθεμάτων φυσικού αερίου σε απόσταση οικονομικώς συμφέρουσα για τη μεταφορά στην ΕΕ, η πρόσβαση σε νέες πηγές αερίου συνήθως απαιτεί την κατασκευή νέας μεταφορικής υποδομής, σωληναγωγών ή μονάδων υγροποιημένου φυσικού αερίου (LNG). Από την άποψη αυτή, η ΕΕ θα χρειαστεί να εστιάζεται όλο και περισσότερο στη στρατηγική διάσταση των ενεργειακών της σχέσεων με τρίτες χώρες, ιδιαίτερα τις προμηθεύτριες, και στον τρόπο κατά τον οποίο η εμβάνθυση των σχέσεων αυτών μπορεί να συμβάλει στη λειτουργία των ευρωπαϊκών ενεργειακών αγορών. Οι πρόσφατες αποφάσεις εκ μέρους των επενδυτών για τη δρομολόγηση ορισμένων έργων τερματικών σταθμών LNG στην ΕΕ συνιστά πρόοδο από την άποψη αυτή. Χρειάζεται να επακολουθήσουν και άλλα έργα σωληναγωγών και LNG, πρέπει δε να ενταθεί ο διάλογος με τις χώρες παραγωγούς αερίου. Οι εισαγωγές LNG από νέες περιοχές παραγωγής καθίστανται ήδη ανταγωνιστική εναλλακτική λύση σε ορισμένες περιπτώσεις. Με δεδομένη την πρόβλεψη υψηλής ζήτησης αερίου και του προκύπτοντος αυξημένου ανταγωνισμού για πόρους αερίου παγκοσμίως, ιδιαίτερα στην εξελισσόμενη παγκόσμια αγορά για LNG, πρέπει να παραμείνει ελκυστική η αγορά αερίου της ΕΕ. Αυτή οφείλει να λειτουργεί σωστά, να διαθέτει σταθερό και αξιόπιστο ρυθμιστικό πλαίσιο και να επιτρέπει τη ροή του αερίου ελεύθερα σε όλη την έκταση της ΕΕ, επιτρέποντας στους προμηθευτές και επενδυτές να εκμεταλλεύονται επαγγελματικές ευκαιρίες που προσφέρει μια ανοικτή αγορά. Η οδηγία για την ασφάλεια του εφοδιασμού με αέριο[24] προβλέπει τη συγκρότηση ομάδας συντονισμού στον τομέα του αερίου, στην οποία εκπροσωπούνται όλα τα κράτη μέλη, και δεσμευτικά πρότυπα για την ασφάλεια του εφοδιασμού, με σκοπό την κατοχύρωση της ασφάλειας εφοδιασμού σε μια ανταγωνιστική αγορά. Η ηλεκτροπαραγωγή από πυρηνικούς σταθμούς αντιπροσωπεύει περισσότερο από το ένα τρίτο της παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας στην ΕΕ. Το συνολικό ύψος παραχθείσας ισχύος σε πυρηνικούς σταθμούς έφθασε στο υψηλότερο παρά ποτέ επίπεδο το 2004. Ορισμένα κράτη μέλη (π.χ. η Γαλλία και η Φινλανδία) αποφάσισαν να πραγματοποιήσουν περαιτέρω επενδύσεις στον τομέα της πυρηνικής ενέργειας η οποία, επιπλέον, δεν εκπέμπει CO2 και διαδραματίζει σοβαρό ρόλο στην ασφάλεια του εφοδιασμού στις ΕΕ. Η Επιτροπή έχει προτείνει πλαίσιο για την Ευρωπαϊκή Ένωση των 25 μελών σχετικά με το ζήτημα της πυρηνικής ασφάλειας και της διαχείρισης των πυρηνικών αποβλήτων. Έχει μεγάλη σημασία να υιοθετήσουν τα κράτη μέλη το πλαίσιο αυτό, είτε έχουν είτε δεν έχουν την πρόθεση να χρησιμοποιήσουν την πυρηνική ενέργεια. δ. συμπερασματα Με την έκδοση της δεύτερης σειράς οδηγιών για την ηλεκτρική ενέργεια και το αέριο έχει τεθεί το βασικό πλαίσιο για την ανάπτυξη μιας πραγματικής εσωτερικής αγοράς. Εναπόκειται πλέον στα κράτη μέλη να εφαρμόσουν τις οδηγίες αποτελεσματικά και να επιτρέψουν στην αγορά να λειτουργήσει στην πράξη. Αυτό χρειάζεται να γίνει υπό την καθοδήγηση του στόχου των οδηγιών, δηλαδή τη δημιουργία μιας λειτουργικής εσωτερικής ενεργειακής αγοράς προς όφελος των πολιτών της ΕΕ. Στην παρούσα έκθεση εκτίθενται οι λόγοι για τους οποίους ο ανωτέρω στόχος πόρρω απέχει από του να έχει επιτευχθεί. Ορισμένα κράτη μέλη έχουν λάβει επιπρόσθετα μέτρα, λόγω εθνικών ή περιφερειακών περιστάσεων, για να βελτιώσουν τη λειτουργία της αγοράς, όπως την αποσύνδεση ιδιοκτησίας των δικτύων μεταφοράς[25], προγράμματα για την έκλυση αερίων[26], κατάτμηση δεσποζουσών εταιρειών[27] ή την καθιέρωση περιφερειακής αγοράς χονδρικής[28]. Ωστόσο, εν γένει τα κράτη μέλη τείνουν να υιοθετούν στάση τήρησης των ελάχιστων απαιτήσεων κατά την εφαρμογή των οδηγιών[29]. Μια τέτοια απροθυμία είναι επιζήμια. Τα κράτη μέλη χρειάζεται να αναλάβουν από μόνα τους την πρωτοβουλία εντοπισμού και επίλυσης των προβλημάτων σχετικά με τις αγορές ηλεκτρικής ενέργειας και αερίου, εντός του πλαισίου των οδηγιών. Συνεκτιμώντας ότι σε πολλά κράτη μέλη μόλις πρόσφατα εκδόθηκε η νομοθεσία με την οποία μεταφέρονται οι οδηγίες στο εσωτερικό δίκαιο και ότι δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμα τα αποτελέσματα από την έρευνα-δημοσκόπηση στους κόλπους του κλάδου, η Επιτροπή δεν συνάγει ακόμη, στην παρούσα έκθεση, οριστικά συμπεράσματα σχετικά με την ανάγκη θέσπισης επιπρόσθετων μέτρων σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Εναπόκειται πλέον στα κράτη μέλη και στις εθνικές ρυθμιστικές αρχές να διαδραματίσουν ζωτικό ρόλο διευκολύνοντας τη λειτουργία της αγοράς στην πράξη. Με το ανωτέρω σκηνικό, η Επιτροπή: - θα παρακολουθεί στενά την εφαρμογή των νέων κανόνων στα κράτη μέλη, θα επιμένει στη συμμόρφωση και, τους επόμενους μήνες, θα κινήσει σχετικές διαδικασίες επί παραβάσει σε τυχόν περιπτώσεις μη συμμόρφωσης· - θα διενεργήσει αναλυτικές, χώρα προς χώρα, ανασκοπήσεις της αποτελεσματικότητας των νομοθετικών και κανονιστικών μέτρων στην πράξη, συμπεριλαμβανομένων επιπρόσθετων εθνικών μέτρων, στο διάστημα των επόμενων μηνών. Η Επιτροπή θα διασφαλίσει τα μέσα που είναι αναγκαία για την επιτέλεση της ανωτέρω εργασίας κατά τρόπο περιεκτικό και αποδοτικό. Η ανασκόπηση αυτή θα επιτρέψει στην Επιτροπή να συναγάγει συμπεράσματα σχετικά με το ποια τυχόν πρόσθετα μέτρα χρειάζονται τόσο σε επίπεδο κρατών μελών όσο και Κοινότητας. Έως τα τέλη του έτους 2006 θα παρουσιαστεί τελική έκθεση σχετικά με το αποτέλεσμα της ανωτέρω εργασίας και, ενδεχομένως και εάν παρίσταται ανάγκη, το 2007 θα υποβληθούν προτάσεις· - θα χρησιμοποιήσει τα μέσα που προβλέπονται στους κανονισμούς για την ηλεκτρική ενέργεια και το αέριο ώστε να θεσπιστούν εκτελεστικά μέτρα σε τομείς καίριας σημασίας, με σκοπό να ενθαρρυνθεί περαιτέρω ενοποίηση της αγοράς. Η Επιτροπή θα θεσπίσει, για παράδειγμα, σύντομα, νέες κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με τη διαχείριση της συμφόρησης στην ηλεκτρική ενέργεια, με τις οποίες θα διευκολυνθεί το διασυνοριακό εμπόριο μέσω αποδοτικότερων μεθόδων διαχείρισης των συμφορήσεων. Σε πεδία στα οποία τα υφιστάμενα μέτρα δεν επιτρέπουν τη θέσπιση δεσμευτικών εναρμονισμένων κανόνων σε επίπεδο ΕΕ, η Επιτροπή θα ζητήσει από τις εθνικές ρυθμιστικές αρχές να αναπτύξουν, στην Ομάδα Ευρωπαϊκών Ρυθμιστικών Αρχών για την Ηλεκτρική Ενέργεια και το Αέριο, εναρμονισμένες προσεγγίσεις για κανονιστικά ζητήματα καίριας σημασίας, όπως η εξισορρόπηση· - θα εξακολουθήσει να ασκεί πίεση στα κράτη μέλη και τις ρυθμιστικές αρχές, ώστε να ενισχυθούν οι επενδύσεις σε υποδομή μεταφοράς με σκοπό να επιλυθεί η διασυνοριακή συμφόρηση των ηλεκτρικών δικτύων· - θα ολοκληρώσει την έρευνα για τον ανταγωνισμό του τομέα και θα συναγάγει από αυτήν επιχειρησιακά συμπεράσματα. [1] Οδηγίες 2003/54/ΕΚ και 2003/55/ΕΚ σχετικά με τους κοινούς κανόνες για την εσωτερική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας και φυσικού αερίου, αντίστοιχα (LS). [2] Για λεπτομέρειες βλέπε το έγγραφο εργασίας των υπηρεσιών της Επιτροπής, τεχνικά παραρτήματα (TA) της παρούσας ανακοίνωσης, σημείο 5. [3] “Περισσότερα αποτελέσματα με λιγότερα μέσα” – Πράσινη Βίβλος για την ενεργειακή απόδοση, COM(2005) 265. [4] Βλέπε στόχο που περιέχεται στην οδηγία 2001/77/ΕΚ για την προαγωγή της ηλεκτρικής ενέργειας που παράγεται από ανανεώσιμες πηγές στην εσωτερική αγορά και στις πράξεις προσχώρησης των νέων κρατών μελών. [5] TA, σημείο 1. [6] TA, σημείο 4. [7] Ροές μεταξύ χωρών μελών της Ένωσης για το Συντονισμό της Μεταφοράς Ηλεκτρισμού (UCTE). [8] TA, σημείο 5. [9] TA, σημείο 6 [10] Υπόθεση C-17/03 [11] TA, σημεία 4 και 5. [12] Βλ. υποθέσεις συγχώνευσης 3440 EDP/ENI/GDP. Η απόφαση απαγόρευσης επιβεβαιώθηκε από το πρωτοδικείο στην υπόθεση T-87/05 της 21ης Σεπτεμβρίου 2005 [13] TA, σημείο 3. [14] TA, σημεία 3 και 7. [15] TA, σημεία 4 και 5. [16] TA, σημείο 7. [17] Οι διατάξεις της οδηγίας απαιτούν για τους TSO να έχουν νομική και λειτουργική αποσύνδεση δραστηριοτήτων. Όσα κράτη μέλη έχουν φορείς εκμετάλλευσης συστημάτων μεταφοράς με αποσύνδεση ιδιοκτησίας αποφάσισαν να θεσπίσουν μέτρα αυστηρότερα από τις απαιτήσεις της οδηγίας ώστε να διασφαλιστεί πρόσβαση σε τρίτα μέρη χωρίς διακρίσεις. Τα κράτη μέλη με αναστολή υποχρεώσεων για το αέριο έχουν παρέκκλιση από τις διατάξεις περί αποσύνδεσης. [18] TA, σημείο 7. [19] TA, σημείο 7. [20] TA, σημείο 8. [21] EUROBAROMETER, Τιμές και ποιότητα υπηρεσιών γενικού συμφέροντος, Σεπτέμβριος 2005. [22] TA, σημείο 10. [23] Πράσινη Βίβλος “ Προς μία ευρωπαϊκή στρατηγική για την ασφάλεια του ενεργειακού εφοδιασμού”, COM (2000) 769 [24] Οδηγία 2004/67/ΕΚ σχετικά με τα μέτρα διασφάλισης του εφοδιασμού με φυσικό αέριο. [25] Βλέπε πίνακα στη σελίδα 11 [26] Π.χ. στις Γερμανία , Ιταλία, Γαλλία, Αυστρία και Ισπανία. [27] Π.χ. στην Ιταλία. [28] Π.χ. Nordpool. [29] TA, Εκτενής περίληψη. Πάνω από €60 € 50 - €60 € 40 - €50 € 30 - €40 Λιγότερα από 30€ Ελλείπουσες ζεύξεις υποδομής Υπό κατασκευή/πλήρης Υπό μελέτη Καμία πρόοδος σε νέα σύνδεση Καμία ένδειξη τιμής Μέση τιμή spot (ή ισοδύναμη) Ιούλ 2004 – Ιούν 2005 AT DE IT NL ES SE UK LT AT BE NORDIC DE LU IE IT NL ES UK EE LT PL CZ SK HU SI DK FR IE EE LV PL CZ SK HU SI FR LV 100 90 80 70 60 50 40 30 Μερίδιο δυναμικότητας των 3 μεγαλύτερων εκπροσώπων της αγοράς χονδρικής % Ηλεκτρισμός Gas Αέριο ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΤΙΚΟΤΕΡΕΣ ΑΓΟΡΕΣ Scottish Power Centrica Electrabel Endesa EDF GDF EON Vattenfall 10.07 49.13 42.14 46.93 18.06 18.47 36.49 12.15 12.59 26.90 RWE Enel Ηλεκτρισμός Φυσικό αέριο Λοιπά Κύκλος εργασιών σε δις € 12.59 0% 10% 20% 30% 40% 50% 60% 70% 80% 90% FI SE UK IT IE DK DE NL HU AT ES LU BE PO PT FR LT LV SI CZ GR EE CY MA SK % αλλαγής προμηθευτή Μεγάλες και πολύ μεγάλες βιομηχανίες Μικρομεσαίες βιομηχανίες και επιχειρήσεις Πολύ μικρές επιχειρήσεις και νοικοκυριά 0% 10% 20% 30% 40% 50% 60% 70% 80% 90% 100% IE UK ES DK BE IT NL FR HU AT LU SE SK SI PO LV LT EE DE CZ % αλλαγής προμηθευτή Μεγάλες και πολύ μεγάλες βιομηχανίες, συμπεριλαμβανομένων των σταθμών ηλεκτροπαραγωγής Μικρομεσαίες βιομηχανίες και επιχειρήσεις Πολύ μικρές επιχειρήσεις και νοικοκυριά Μεταφορά ηλεκτρισμού Μεταφορά αερίου Αυστρία νομική νομική Βέλγιο νομική l νομική Δανία ιδιοκτησίας ιδιοκτησία Φινλανδία ιδιοκτησίας Γαλλία νομική νομική Γερμανία νομική Εν μέρει νομική Ελλάδα νομική Ιρλανδία νομική Δεν εφαρμόζεται αποσύνδεση Ιταλία ιδιοκτησίας νομική Λουξεμβούργο νομική Δεν εφαρμόζεται αποσύνδεση Κάτω Χώρες ιδιοκτησίας ιδιοκτησίας Πορτογαλία νομική Ισπανία ιδιοκτησίας νομική Σουηδία ιδιοκτησίας ιδιοκτησίας ΗΒ ιδιοκτησίας ιδιοκτησίας Νορβηγία ιδιοκτησία Εσθονία νομική l Δεν εφαρμόζεται αποσύνδεση Λεττονία νομική Δεν εφαρμόζεται αποσύνδεση Λιθουανία ιδιοκτησίας Δεν εφαρμόζεται αποσύνδεση Πολωνία νομική Δεν εφαρμόζεται αποσύνδεση Τσεχική Δημοκρ. ιδιοκτησίας Δεν εφαρμόζεται αποσύνδεση Σλοβακία νομική Δεν εφαρμόζεται αποσύνδεση Ουγγαρία ιδιοκτησίας νομική Σλοβενία ιδιοκτησίας Δεν εφαρμόζεται αποσύνδεση Κύπρος Μάλτα