52005DC0262




[pic] | ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ |

Βρυξέλλες, 21.6.2005

COM(2005) 262 τελικό

ΕΚΘΕΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ

Ετήσια έκθεση της Επιτροπής για την κατάσταση του Ταμείου Εγγύησης και τη διαχείρισή του το 2004

{SEC(2005) 807}

ΠΙΝΑΚΑΣ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΩΝ

1. Νομικές βάσεις 3

2. Κατάσταση του ταμείου στις 31 Δεκεμβρίου 2004 3

3. Οι πόροι του ταμείου 4

3.1. Καταβολές από το γενικό προϋπολογισμό στη διάρκεια του οικονομικού έτους 4

3.2. Τόκοι από τις επενδύσεις των διαθεσίμων του Ταμείου 5

3.3. Ποσά που ανακτήθηκαν από υπερήμερους οφειλέτες 7

4. Οι υποχρεώσεις του ταμείου 7

4.1. Πληρωμές λόγω αθέτησης υποχρεώσεων οφειλετών 7

4.2. Αμοιβή της ΕΤΕπ 7

4.3. Συναλλαγματικές ζημίες 7

1. Νομικές βασεισ

Με τον κανονισμό (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 2728/94 του Συμβουλίου της 31ης Οκτωβρίου 1994 (εφεξής “ο κανονισμός”) συστάθηκε Ταμείο Εγγύησης για τις εξωτερικές δράσεις που έχει ως σκοπό την εξόφληση των πιστωτών της Κοινότητας σε περίπτωση αθέτησης των υποχρεώσεων των δικαιούχων δανείων που έχει χορηγήσει ή εγγυηθεί η Κοινότητα (ΕΕ L 293 της 12.11.1994, σ. 1). Ο κανονισμός τροποποιήθηκε από τον κανονισμό (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 1149/99 του Συμβουλίου της 25ης Μαΐου 1999 (ΕΕ L 139 της 2.6.1999, σ. 1) και τον κανονισμό (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 2273/2004 της 22ας Δεκεμβρίου 2004 (ΕΕ L 396 της 31.12.2004, σ. 28) (εφεξής “ο τροποποιημένος κανονισμός”).

Σύμφωνα με το άρθρο 6 του κανονισμού, η Επιτροπή ανέθεσε τη χρηματοοικονομική διαχείριση του Ταμείου στην Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων (ΕΤΕπ), βάσει συμφωνίας που υπογράφηκε μεταξύ της Κοινότητας και της ΕΤΕπ στις 23 Νοεμβρίου 1994 στις Βρυξέλλες και στις 25 Νοεμβρίου 1994 στο Λουξεμβούργο (εφεξής “η συμφωνία”).

Σύμφωνα με το άρθρο 8 παράγραφος 2 της συμφωνίας, η Τράπεζα υποβάλλει στην Επιτροπή πριν από την 1η Μαρτίου κάθε έτους έκθεση σχετικά με την κατάσταση και τη διαχείριση του Ταμείου, το λογαριασμό διαχείρισης και τον ισολογισμό του Ταμείου για το προηγούμενο έτος. Απόσπασμα της έκθεσης για το έτος 2004 παρατίθεται στο Τμήμα 2 του εγγράφου εργασίας των υπηρεσιών της Επιτροπής (εφεξής “το παράρτημα”)[1].

Επιπλέον, το άρθρο 7 του τροποποιημένου κανονισμού προβλέπει ότι το αργότερο στις 31 Μαρτίου κάθε οικονομικού έτους, η Επιτροπή υποβάλλει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο και το Ελεγκτικό Συνέδριο έκθεση για την κατάσταση του Ταμείου και τη διαχείρισή του κατά το προηγούμενο οικονομικό έτος.

2. Κατάσταση του ταμειου στις 31 δεκεμβριου 2004

Στο κλείσιμο του οικονομικού έτους 2004, το συνολικό ποσό των διαθεσίμων του Ταμείου ανερχόταν σε 1.612.856.213,44 ευρώ (βλέπε Τμήμα 3 του Παραρτήματος). Το ποσό αυτό αντιστοιχεί στο άθροισμα, από την ίδρυση του Ταμείου, όλων:

- των ποσών που καταβλήθηκαν στο Ταμείο από τον προϋπολογισμό (2.532.164.500,00 ευρώ)·

- των διαδοχικών καθαρών ετήσιων αποτελεσμάτων (473.032.495,02 ευρώ)·

- των καθυστερημένων εξοφλήσεων οφειλών τρίτων χωρών (575.673.913,77 ευρώ)·

- των οφειλών λόγω μη καταβολής αποπληρωμών στην ΕΤΕπ (765.497,93 ευρώ)·

- των εισπραχθεισών προμηθειών για καθυστερημένες αποπληρωμές το 2002 (5.090.662,91 ευρώ)·

- μείον τις πληρωμές εγγυήσεων (477.860.856,19 ευρώ) και τις διαδοχικές επανακαταβολές των πλεονασμάτων του Ταμείου στον προϋπολογισμό (1.496.010.000,00 ευρώ).

Μετά την αφαίρεση των μεταβατικών λογαριασμών (αμοιβή της ΕΤΕπ), το συνολικό ποσό του Ταμείου ανερχόταν στις 31 Δεκεμβρίου 2004 σε 1.612.090.715,51.

Ο ενοποιημένος ισολογισμός ανήλθε συνολικά σε 1.614.117.863,19 ευρώ. Περιλαμβάνει το συνολικό ποσό του Ταμείου, συν τις καθυστερούμενες οφειλές που καλύφθηκαν από το Ταμείο και τους δεδουλευμένους τόκους υπερημερίας (για περισσότερες λεπτομέρειες, βλέπε το Τμήμα 5 του Παραρτήματος).

Το άρθρο 3 του κανονισμού προβλέπει ότι το ποσό του Ταμείου πρέπει να ανέρχεται σε ένα κατάλληλο επίπεδο ("ποσό-στόχος"), ίσο με το 9% του συνόλου των τρεχουσών υποχρεώσεων από κάθε πράξη, συν τους δεδουλευμένους και μη καταβληθέντες τόκους.

Ο τροποποιημένος κανονισμός ορίζει ότι οι πράξεις υπέρ προσχωρουσών χωρών που καλύπτονται από το Ταμείο Εγγύησης θα εξακολουθήσουν να καλύπτονται από κοινοτική εγγύηση μετά την ημερομηνία προσχώρησης. Ωστόσο, από την ημερομηνία αυτή, παύουν να θεωρούνται εξωτερικές πράξεις της Κοινότητας και καλύπτονται απευθείας από το γενικό προϋπολογισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης και όχι πλέον από το Ταμείο Εγγύησης.

Έτσι, το συνολικό ποσό των τρεχουσών δανειοδοτήσεων και εγγυήσεων δανείων υπέρ τρίτων χωρών και των μη καταβληθέντων τόκων ανερχόταν συνολικά σε 12.068.132.585,66 ευρώ στις 31 Δεκεμβρίου 2004, από τα οποία ποσό 144.107.751,62 ευρώ αντιστοιχούσε στους ληξιπρόθεσμους αλλά μη καταβληθέντες τόκους.

Κατά συνέπεια, στις 10 Ιανουαρίου 2005 καταβλήθηκε στον προϋπολογισμό ποσό 338.831.402,07 ευρώ, το οποίο αντιπροσώπευε το 9% του τρέχοντος ποσού την 1η Μαΐου 2004 των πράξεων υπέρ των νέων κρατών μελών (3.764.793.356,32 ευρώ).

Ο λόγος των πόρων του Ταμείου (1.612.090.715,51 ευρώ – 338.831.402,07 ευρώ) προς τις τρέχουσες υποχρεώσεις σε κεφάλαιο, κατά την έννοια του τροποποιημένου κανονισμού, ανερχόταν σε 10,55%. Εφόσον ο λόγος αυτός υπερβαίνει το ποσοστό-στόχο του 9%, το πλεόνασμα πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 3 παράγραφος 3 του κανονισμού, να επανακαταβληθεί στο γενικό προϋπολογισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το ποσό που πρέπει να επανακαταβληθεί στον προϋπολογισμό το 2005 ανερχόταν σε 187.130.000,00.

3. Οι ποροι του ταμειου

3.1. Καταβολές από το γενικό προϋπολογισμό στη διάρκεια του οικονομικού έτους

Οι νομικές βάσεις για τις καταβολές αυτές αναφέρονται στο Τμήμα 1 του Παραρτήματος.

Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 2040/2000 του Συμβουλίου της 26ης Σεπτεμβρίου 2000 (ΕΕ L 244 της 29.9.2000, σ. 27) σχετικά με τη δημοσιονομική πειθαρχία επέτρεψε την εγγραφή στο γενικό προϋπολογισμό αποθεματικού για δάνεια και εγγυήσεις δανείων. Το αποθεματικό αυτό, στο οποίο το 2004 διατέθηκαν πιστώσεις ύψους 221 εκατ. ευρώ, χρησιμοποιείται για τη τροφοδότηση του Ταμείου με τη μεταφορά πιστώσεων στο κονδύλιο του προϋπολογισμού από το οποίο γίνονται οι καταβολές στο Ταμείο.

Σύμφωνα με αυτές τις νομικές βάσεις, η αρμόδια για τον προϋπολογισμό αρχή ενέκρινε το 2004 δύο μεταφορές συνολικού ποσού 181.875.000,00 ευρώ για την τροφοδότηση του Ταμείου.

- Μεταφορά DEC 34/2004[2]: 161.760.000,00 ευρώ. Η πρώτη αυτή μεταφορά αποσκοπούσε στην τροφοδότηση του Ταμείου κατ’ εφαρμογή των αποφάσεων του Συμβουλίου της 22ας Δεκεμβρίου 1999, της 6ης Νοεμβρίου 2001 και της 29ης Απριλίου 2004, σύμφωνα με τους κανόνες που προβλέπονται στο παράρτημα του κανονισμού.

- Μεταφορά DEC 35/2004[3]: 20.115.000,00 ευρώ. Η δεύτερη αυτή μεταφορά αποσκοπούσε στην τροφοδότηση του Ταμείου στο πλαίσιο ενός δανείου που ενέκρινε η Επιτροπή στις 30 Μαρτίου 2004.

Οι αποφάσεις σχετικά με αυτές τις μεταφορές αναφέρονται στο Τμήμα 1 του Παραρτήματος.

Οι δύο μεταφορές έγιναν μέσω του μηχανισμού αντιστάθμισης της επανακαταβολής του πλεονάσματος του Ταμείου στις 10 Αυγούστου 2004.

Σύμφωνα με τις ανάγκες που εντοπίστηκαν στη γενική έκθεση για τη λειτουργία του Ταμείου Εγγύησης[4], η Επιτροπή τροποποίησε τον κανονισμό του Ταμείου προκειμένου να βελτιώσει τους κανόνες του μηχανισμού τροφοδότησης, δηλαδή τους κανόνες που ορίζουν τον τρόπο με τον οποίο οι πόροι του Ταμείου ευθυγραμμίζονται με το ποσό-στόχο που έχει καθοριστεί[5].

3.2. Τόκοι από τις επενδύσεις των διαθεσίμων του Ταμείου

Οι τοποθετήσεις των διαθεσίμων του Ταμείου πραγματοποιούνται σύμφωνα με τις αρχές διαχείρισης που προβλέπονται στο παράρτημα της Συμφωνίας της 23ης/25ης Νοεμβρίου 1994 μεταξύ της Κοινότητας και της ΕΤΕπ, όπως τροποποιήθηκε από την Τροποποιητική Πράξη αριθ. 1 της 17ης/23ης Σεπτεμβρίου 1996 και την Τροποποιητική Πράξη αριθ. 2 της 26ης Απριλίου / 8ης Μαΐου 2002. Η Τροποποιητική Πράξη αριθ. 2 προσάρμοσε τις επενδυτικές αρχές το 2002 προκειμένου να περιοριστεί η πλεονάζουσα ρευστότητα, η οποία υπερέβαινε πλέον το 50% των διαθεσίμων του Ταμείου και μείωνε την απόδοσή του. Ο περιορισμός για την τοποθέτηση του ενός τρίτου τουλάχιστον των διαθεσίμων του Ταμείου σε βραχυπρόθεσμα επενδυτικά μέσα (διάρκειας μέχρις ενός έτους) διατηρήθηκε, αλλά τα επιλέξιμα μέσα για βραχυπρόθεσμες επενδύσεις επεκτάθηκαν. Περιλαμβάνουν πλέον τίτλους μεταβλητού επιτοκίου, ανεξάρτητα από την προθεσμία λήξης τους, και τίτλους σταθερού επιτοκίου με ανώτατη εναπομένουσα διάρκεια ενός έτους, ανεξάρτητα από την αρχική τους προθεσμία λήξης. Πράγματι, οι τίτλοι σταθερού επιτοκίου εξοφλούνται στη λήξη τους (δηλαδή μετά από ένα έτος το πολύ) στο 100% της ονομαστικής τους αξίας, ενώ οι τίτλοι κυμαινόμενου επιτοκίου μπορούν να πωληθούν ανά πάσα στιγμή σε τιμή που πλησιάζει το 100%, ανεξάρτητα από την εναπομένουσα διάρκειά τους. Για να διατηρηθεί η ισορροπία μεταξύ των διαφόρων μέσων των οποίων παρακολουθείται η ρευστότητα, ένα ελάχιστο ποσοστό 18% (που αντιστοιχεί στο διπλάσιο του επιπέδου των πόρων του Ταμείου) τοποθετείται σε μέσα χρηματαγοράς, ιδίως τραπεζικές καταθέσεις. Η νέα αυτή διάρθρωση συνέβαλε στη βελτίωση της απόδοσης του Ταμείου, διατηρώντας παράλληλα ένα συνετό επίπεδο ρευστότητας.

Η νέα διάρθρωση του χαρτοφυλακίου που αποφασίστηκε το 2002 εφαρμόστηκε πλήρως το 2004, ενώ συστάθηκε συμπληρωματικό αποθεματικό διαθεσίμων για την κάλυψη μιας σημαντικής έκτακτης καταβολής στον προϋπολογισμό, η οποία αναμενόταν να πραγματοποιηθεί στο δεύτερο εξάμηνο του 2004 ή στις αρχές του 2005 (338.831.402,07 ευρώ, στο πλαίσιο της προσχώρησης των δέκα νέων κρατών μελών).

Ο κατάλογος των τραπεζών που είναι εξουσιοδοτημένες να δέχονται τις καταθέσεις καταρτίζεται με κοινή συμφωνία μεταξύ της Επιτροπής και της ΕΤΕπ. Ο αρχικός κατάλογος αναθεωρήθηκε τακτικά υπό το φως των τελευταίων μεταβολών στις αξιολογήσεις πιστοληπτικής ικανότητας των τραπεζών. Οι περισσότερες από τις τράπεζες αυτές είναι μέλη του συστήματος εκκαθάρισης των συναλλαγών σε ευρώ. Έχουν όλες αξιολόγηση πιστοληπτικής ικανότητας τουλάχιστον A1 για τους μακροπρόθεσμους τίτλους και P1 για τους βραχυπρόθεσμους, η ισοδύναμη αξιολόγηση της Standard & Poor’s ή της Fitch. Οι τοποθετήσεις που γίνονται σε αυτές διέπονται από κανόνες που αποσκοπούν να εξασφαλίσουν ικανοποιητική διαφοροποίηση και να αποφύγουν τη συγκέντρωση των κινδύνων.

Το 2004, οι τόκοι από τραπεζικές καταθέσεις, από τρεχούμενους λογαριασμούς του Ταμείου Εγγύησης και από επενδύσεις σε τίτλους ανήλθαν συνολικά σε 61.950.402,49 ευρώ, με την ακόλουθη κατανομή:

- καταθέσεις : 10.855.766,08 ευρώ; αυτό αντιπροσωπεύει την κατάσταση στις 31 Δεκεμβρίου 2004, περιλαμβανομένων των τόκων από τραπεζικές καταθέσεις (11.318.130,39 ευρώ) και της μεταβολής (-462.364.31 ευρώ) στους δεδουλευμένους τόκους το 2004. Οι δεδουλευμένοι τόκοι είναι οι τόκοι που δεν εισπράχθηκαν από το Ταμείο στο τέλος του έτους αλλά θα καταβληθούν στις ημερομηνίες λήξης των επενδύσεων. Από τους δεδουλευμένους στις 31 Δεκεμβρίου 2003 τόκους (738.069,03 ευρώ) αφαιρούνται οι δεδουλευμένοι τόκοι που καταχωρήθηκαν στους λογαριασμούς του 2003 αλλά εισπράχθηκαν το 2004 (1.200.433,34 ευρώ)·

- τρεχούμενοι λογαριασμοί : 53.933,68 ευρώ· το ποσό αυτό αντιστοιχεί στους τόκους που λογίστηκαν στον τρεχούμενο λογαριασμό·

- χαρτοφυλάκιο τίτλων : 51.040.702,73 ευρώ· το ποσό αυτό περιλαμβάνει τόκους ύψους 50.411.967,55 ευρώ από τίτλους, τόκους ύψους 628.735,18 ευρώ από εμπορικά γραμμάτια και δεδουλευμένους τόκους στις 31 Δεκεμβρίου 2004 ύψους 26.102.214,88 ευρώ. Οι τόκοι από τίτλους προέρχονται από επενδύσεις σε τίτλους που πραγματοποιούνται σύμφωνα με τις επενδυτικές αρχές της συμφωνίας με την οποία ανατέθηκε στην ΕΤΕπ η διαχείριση των διαθεσίμων του Ταμείου. Ωστόσο, από το ποσό αυτό πρέπει να αφαιρεθούν 2.845.532,15 ευρώ που αντιπροσωπεύουν τη διαφορά μεταξύ της τιμής εισόδου στο χαρτοφυλάκιο και της αξίας εξόφλησης· η διαφορά αυτή κατανέμεται pro rata temporis στην εναπομένουσα διάρκεια των διακρατούμενων τίτλων (και αντιστοιχεί στη χρονική κατανομή των διαφορών υπέρ ή υπό το άρτιο στο λογαριασμό κερδών και ζημιών).

Οι τόκοι αυτοί περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα του οικονομικού έτους.

3.3. Ποσά που ανακτήθηκαν από υπερήμερους οφειλέτες

Οι καθυστερημένες αποπληρωμές, από χώρες σε υπερημερία, δανείων των οποίων οι εγγυήσεις καλύφθηκαν από το Ταμείο, καταβλήθηκαν στο Ταμείο. Στις 31 Δεκεμβρίου 2004, το τρέχον υπόλοιπο ανερχόταν σε 575.673.913,77 ευρώ, μετά την είσπραξη μιας καθαρής αποπληρωμής 7.456.334,33 ευρώ στη διάρκεια του έτους.

4. Οι υποχρεωσεις του ταμειου

4.1. Πληρωμές λόγω αθέτησης υποχρεώσεων οφειλετών

Το Ταμείο παρενέβη δύο φορές το 2004, για συνολικό ποσό 4.370.582,17 ευρώ (βλέπε Τμήμα 2.2.1 του Παραρτήματος).

4.2. Αμοιβή της ΕΤΕπ

Η δεύτερη τροποποιητική πράξη, η οποία υπογράφηκε στις 26 Απριλίου και στις 8 Μαΐου 2002, προβλέπει ότι η αμοιβή της Τράπεζας προσδιορίζεται εφαρμόζοντας σε κάθε διαδοχικό τμήμα περιουσιακών στοιχείων του Ταμείου την φθίνουσα ετήσια προμήθεια που αντιστοιχεί σε καθένα από αυτά. Η αμοιβή υπολογίζεται με βάση τα μέσα διαθέσιμα του Ταμείου.

Η αμοιβή της Τράπεζας για το 2004 ορίστηκε σε 765.497,93 ευρώ και εγγράφηκε στην κατάσταση αποτελεσμάτων χρήσης και στους μεταβατικούς λογαριασμούς (παθητικού) του ισολογισμού. Η αμοιβή θα καταβληθεί στην ΕΤΕπ στο πρώτο τρίμηνο του 2005.

4.3. Συναλλαγματικές ζημίες

Το Ταμείο Εγγύησης πραγματοποίησε ζημία 1.260.433,70 ευρώ από πράξη σε συνάλλαγμα ύψους 10.117.515,47 USD (βλέπε τμήμα 3.3) στο πλαίσιο της ανάκτησης ενός μη αποπληρωθέντος δανείου.

[1] SEC(2005) 807

[2] SEC(2004) 716 τελικό.

[3] SEC(2004) 717 τελικό.

[4] COM(2003) 604 τελικό.

[5] COM(2005) 130 τελικό.