Ανακοίνωση της Επιτροπής προς το Συμβούλιο και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο - Η κοινοτική στρατηγική για τον υδράργυρο {SEC(2005) 101} /* COM/2005/0020 τελικό */
Βρυξέλλες, 28.01.2005 COM(2005) 20 τελικό ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΠΡΟΣ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ Η κοινοτική στρατηγική για τον υδράργυρο {SEC(2005) 101} 1. Εισαγωγη Το Δεκέμβριο του 2002 η Επιτροπή υπέβαλε έκθεση στο Συμβούλιο όσον αφορά τον υδράργυρο από τη χλωροαλκαλική βιομηχανία[1] (βιομηχανία χλωριούχων αλκαλίων). Στην έκθεση αυτή εξετάστηκε η μοίρα 12-15 εκατομμυρίων τόνων πλεονάζοντος υδραργύρου που προέκυψαν λόγω της απομάκρυνσης του εν λόγω τομέα από τη διεργασία κυψελών υδραργύρου. Το Συμβούλιο αντέδρασε καλώντας την Επιτροπή να υποβάλει «συνεκτική στρατηγική αποτελούμενη από μέτρα που θα αποσκοπούν στην προστασία της ανθρώπινης υγείας και του περιβάλλοντος από την απελευθέρωση υδραργύρου και βασιζόμενη στην προσέγγιση τύπου βιολογικού κύκλου και η οποία θα λαμβάνει υπόψη την παραγωγή, τη χρήση, τη διαχείριση αποβλήτων καθώς και τις εκπομπές». Η στρατηγική διαμόρφωσε τοιουτοτρόπως το υπόβαθρο για τη συμμετοχή της Κοινότητας στο διεθνή διάλογο σχετικά με τον υδράργυρο στο επίπεδο του διοικητικού συμβουλίου του Προγράμματος των ΗΕ για το Περιβάλλον (UNEP) το Φεβρουάριο του 2005. Η ανακοίνωση αυτή συνοδεύεται από εκτεταμένη εκτίμηση επιπτώσεων[2] (ExIA - ΕΕΕ) που εξετάζει το πρόβλημα του υδραργύρου και τις αντίστοιχες εναλλακτικές δυνατότητες σε επίπεδο πολιτικών. Λαμβάνεται επίσης υπόψη ευρύ φάσμα εκφρασμένων απόψεων σχετικά με την ανάγκη ανάληψης δράσης κατά τη διαβούλευση με τους ενδιαφερομένους για την εν λόγω στρατηγική, τις διαδικασίες και τα αποτελέσματα της οποίας περιγράφονται στην ExIA. 2. Το προβλημα του υδραργυρου 2.1. Η απειλή του υδραργύρου Ο υδράργυρος και οι ενώσεις του είναι ιδιαίτερα τοξικές για τους ανθρώπους, τα οικοσυστήματα και την άγρια ζωή. Η ρύπανση από τον υδράργυρο ενώ αρχικά θεωρήθηκε ως οξύ αλλά τοπικό πρόβλημα, γίνεται πλέον αντιληπτή ως παγκόσμιο, διάχυτο και χρόνιο πρόβλημα. Οι υψηλές δόσεις μπορεί να είναι θανατηφόρες για τον άνθρωπο αλλά ακόμη και σχετικά χαμηλές δόσεις μπορεί να έχουν σοβαρές αρνητικές νευροαναπτυξιακές επιπτώσεις, πρόσφατα μάλιστα συνδέθηκαν με πιθανές αρνητικές επιπτώσεις για το καρδιαγγειακό, το ανοσολογικό και το αναπαραγωγικό σύστημα. Ο υδράργυρος καθυστερεί επίσης τη μικροβιολογική δραστηριότητα στο έδαφος και συγκαταλέγεται μεταξύ των επικίνδυνων ουσιών προτεραιότητας δυνάμει της οδηγίας πλαίσιο για το νερό[3]. Ο υδράργυρος είναι δυσαποδόμητος (έμμονος) και στο περιβάλλον συχνά μετατρέπεται σε μεθυλυδράργυρο, που αποτελεί την πλέον τοξική μορφή του. Ο μεθυλυδράργυρος διαπερνά εύκολα τόσο τον πλακούντιο όσο και τον αιματοεγκεφαλικό φραγμό, με αποτέλεσμα την αναστολή της διανοητικής ανάπτυξης και πριν τη γένηση. Ως εκ τούτου η έκθεση γυναικών σε αναπαραγωγική ηλικία και παιδιών σοβαρότατες ανησυχίες. Η μεγαλύτερη πηγή έκθεσης στον υδράργυρο για τους περισσότερους ανθρώπους στις αναπτυγμένες χώρες είναι η εισπνοή ατμών υδραργύρου από οδοντικά αμαλγάματα (κράματα). Η έκθεση στο μεθυλυδράργυρο συνήθως οφείλεται στη δίαιτα. Ο μεθυλυδράργυρος συλλέγεται και συγκεντρώνεται ειδικά στην τροφικά αλυσίδα του νερού, με αποτέλεσμα να καθιστά ιδιαίτερα ευπαθείς τους πληθυσμούς που τρέφονται σε μεγάλο ποσοστό με ψάρια και θαλασσινά. Στους περισσότερους ανθρώπους στην Κεντρική και τη Βόρειο Ευρώπη οι δύο δείκτες έκθεσης για τον μεθυλυδράργυρο είναι χαμηλότεροι από τα επίπεδα που θεωρούνται διεθνώς ως ασφαλή. Ωστόσο οι περισσότεροι άνθρωποι στις παράκτιες περιοχές των μεσογειακών χωρών, και περίπου 1-5% του πληθυσμού στην Κεντρική και τη Βόρειο Ευρώπη, βρίσκονται περίπου στα επίπεδα αυτά, ενώ μεγάλοι αριθμοί των μεσογειακών αλιευτικών κοινοτήτων και ο αρκτικός πληθυσμούς τα υπερβαίνει ουσιαστικά. 2.2. Οι παγκόσμιες προοπτικές Μολονότι ο υδράργυρος εκλύεται από φυσικές πηγές όπως τα ηφαίστεια, οι επιπλέον απελευθερώσεις του από ανθρωπογενείς δραστηριότητες, όπως η καύση του άνθρακα και η χρήση σε προϊόντα, οδήγησαν σε ουσιαστική αύξηση της περιβαλλοντικής έκθεσης και εναπόθεσης. Οι εκλύσεις κατά το παρελθόν δημιούργησαν ένα «παγκόσμιο απόθεμα» υδραργύρου στο περιβάλλον, μέρος του οποίου κινητοποιείται, εναποτίθεται και επανακινητοποιείται. Οι περαιτέρω εκπομπές προστίθενται στο παγκόσμιο απόθεμα που κυκλοφορεί μεταξύ αέρα, νερού, ιζημάτων, εδάφους και βιότα. Υψηλές συγκεντρώσεις υδραργύρου παρατηρούνται σε πολλά μέρη του κόσμου. Ορισμένες οφείλονται ως επί το πλείστον σε τοπικές πηγές, ιδίως στη μικρής κλίμακας εξόρυξη χρυσού στη Νότιο Αμερική, την Αφρική και την Ασία. Αλλά ως διαμεθοριακός ρύπος, ο υδράργυρος μπορεί επίσης να μεταφερθεί ανά την υφήλιο μακριά από τις πηγές του. Αυτό σημαίνει ότι ρύπανση η οποία βραχυπρόθεσμα θεωρείται ως τοπικού χαρακτήρα μακροπρόθεσμα προστίθεται στο παγκόσμιο απόθεμα. Η εν λόγω διαδικασία έχει επίσης οδηγήσει στη ρύπανση περιφερειών με ελάχιστες ή ανύπαρκτες πηγές υδραργύρου όπως η Αρκτική. 3. Στόχοι Καθοριστικής σημασίας στόχος είναι να μειωθούν τα επίπεδα του υδραργύρου στο περιβάλλον καθώς και η αντίστοιχη έκθεση του ανθρώπου, ιδίως μάλιστα του μεθυλυδράργυρου στα ψάρια. Η εξάλειψη εντούτοις του προβλήματος του μεθυλυδραργύρου στα ψάρια κατά πάσα πιθανότητα θα απαιτήσει δεκαετίες, δεδομένου ότι τα σημερινά επίπεδα οφείλονται σε παρελθούσες εκπομπές για τη συρρίκνωση των οποίων θα απαιτηθεί χρόνος ακόμη και εάν δε υπάρξουν περαιτέρω εκλύσεις. Η Κοινότητα έχει ήδη αναλάβει σοβαρή δράση για τη μείωση των εκπομπών και των χρήσεων του υδραργύρου. Αυτό δε σημαίνει ότι δεν υπάρχουν περιθώρια να γίνουν ακόμη περισσότερα, αλλά πρέπει να τονισθεί ότι είναι ιδιαίτερα σημαντικό να εφαρμόζονται πλήρως τα ήδη υφιστάμενα μέτρα εκ μέρους των κρατών μελών καθώς και να επιτευχθούν πρόοδοι σε παγκόσμιο επίπεδο. Ως εκ τούτου η στρατηγική έχει τους εξής στόχους: - Τη μείωση των εκπομπών (εκλύσεων) του υδραργύρου. - Τη μείωση της εισόδου υδραργύρου στο αντίστοιχο κύκλωμα κυκλοφορίας σε επίπεδο κοινωνίας μειώνοντας την προσφορά και τη ζήτηση . - Την αντιμετώπιση της μακροπρόθεσμης μοίρας των πλεονασμάτων υδραργύρου και των κοινωνικών αποθεμάτων (προϊόντων τα οποία εξακολουθούν να χρησιμοποιούνται ή είναι αποθηκευμένα). - Την προστασία από την έκθεση στον υδράργυρο. - Τη βελτίωση της κατανόησης του προβλήματος του υδραργύρου και των αντίστοιχων λύσεων. - Την υποστήριξη και την προαγωγή διεθνών δράσεων για τον υδράργυρο. Οι πρόοδοι, τα κενά και οι επιπλέον δράσεις που επιβάλλεται να αναληφθούν περιγράφονται κατωτέρω για έκαστο στόχο. Οι αναφορές στους όρους βραχυ – και μεσοπρόθεσμα αφορούν αντιστοίχως τα επόμενα 3 και 4 με 6 χρόνια. Δράσεις με μεγαλύτερο χρονικό ορίζοντα θα διαμορφωθούν μετά από την επανεξέταση της στρατηγικής. 4. Η μειωση των εκπομπων Οι εκλύσεις του υδραργύρου γενικά αυξήθηκαν με τον εκβιομηχανισμό. Οι παγκόσμιες ατμοσφαιρικές εκπομπές κλιμακώθηκαν περίπου κατά 20% το χρονικό διάστημα 1990-2000. Οι ευρωπαϊκές εκπομπές μειώθηκαν περίπου κατά 60% την ως άνω περίοδο αλλά η Ευρώπη εξακολουθεί να αποτελεί μείζονα πηγή εναπόθεσης υδραργύρου σε άλλες ηπείρους και την Αρκτική. Μία από τις κύριες πηγές έκλυσης υδραργύρου είναι η καύση άνθρακα. Η καύση άνθρακα σε μονάδες ισχύος μεγαλύτερης των 50 MWth καλύπτεται από την οδηγία IPPC[4] (ολοκληρωμένη πρόληψη και έλεγχος της ρύπανσης) – όπως συμβαίνει και με άλλες μείζονες πηγές όπως τα μέταλλα, το τσιμέντο και οι χημικές βιομηχανίες – και από την οδηγία 2001/80/EΚ[5]. Η οδηγία IPPC αποτελεί κατά συνέπεια καθοριστικής σημασίας κοινοτικό μέσο μείωσης των εκπομπών υδραργύρου και άλλων ρύπων. Η έκδοση αδειών για τις εγκαταστάσεις που καλύπτει η IPPC, με περιορισμένες εξαιρέσεις για ορισμένα νέα κράτη μέλη, θα είχε ολοκληρωθεί έως τις 30 Οκτωβρίου 2007. Η Επιτροπή δημοσιεύει σειρά εγγράφων αναφοράς (BREF) για τις βέλτιστες διαθέσιμες (BAT) ώστε να υποστηριχθεί η εφαρμογή της IPPC. Δράση 1. Η Επιτροπή θα αξιολογήσει τις επιπτώσεις της εφαρμογής της IPPC στις εκπομπές του υδραργύρου και θα εξετάσει κατά πόσον απαιτείται να αναληφθεί περαιτέρω δράση όπως η θέσπιση οριακών τιμών εκπομπής σε κοινοτικό επίπεδο, ενώ υποβάλλονται δεδομένα βάσει των απαιτήσεων αναφοράς στο πλαίσιο της IPPC και του EPER (Ευρωπαϊκό μητρώο ρυπογόνων εκπομπών - ΕΜΡΕ)[6] καθώς και στο πλαίσιο της ευρύτερης επανεξέτασης της στρατηγικής έως τα τέλη του 2010. Εν προκειμένω θα περιληφθεί και η εξέταση των συνδυασμένων οφελών από τους ελέγχους που θα εφαρμοστούν έως την 1η Ιανουαρίου 2008 στο πλαίσιο της οδηγίας 2001/80/EΚ για τη μείωση των εκπομπών του διοξειδίου του θείου από τις μεγάλης κλίμακας εγκαταστάσεις καύσης. Δράση 2. Η Επιτροπή θα ενθαρρύνει τα κράτη μέλη και τη βιομηχανία να παρέχουν περισσότερες πληροφορίες σε ό,τι αφορά τις εκπομπές, την πρόληψη και τις τεχνικές ελέγχου του υδραργύρου, ώστε να καταστεί δυνατή η εξαγωγή συμπερασμάτων με τη μορφή BREF τα οποία να συμβάλλουν στην περαιτέρω μείωση των εκπομπών. Η δεύτερη έκδοση του BREF για τα χλωριούχα αλκάλια θα περιλαμβάνει πληροφορίες σχετικά με την αντιμετώπιση των κινδύνων που συνεπάγονται οι εκλύσεις από την απόσυρση και τον παροπλισμό κυψελών υδραργύρου. Οι μικρής κλίμακας μονάδες καύσης καθώς και η καύση άνθρακα από τον οικιακό τομέα είναι επίσης σημαντικές πηγές εκπομπών υδραργύρου. Ο έλεγχος των εν λόγω εγκαταστάσεων κατά πάσα πιθανότητα θα είναι αποτελεσματικότερος ως προς το κόστος εάν εφαρμοστεί για δέσμη ρύπων αντί για μία μόνο ουσία. Η προσέγγιση αυτή εξετάζεται στο πρόγραμμα «καθαρός αέρας για την Ευρώπη» (CAFE) για τους “παραδοσιακούς” ατμοσφαιρικούς ρύπους όπως η αμμωνία και το διοξείδιο του θείου. Δράση 3. Η Επιτροπή θα πραγματοποιήσει μελέτη το 2005 σχετικά με τις εναλλακτικές δυνατότητες στον τομέα της καταπολέμησης των εκπομπών του υδραργύρου από μικρής κλίμακας μονάδες καύσης άνθρακα, παράλληλα με την ευρύτερη αξιολόγηση στο πλαίσιο του προγράμματος CAFE. Ορισμένα κράτη μέλη θεωρούν τα οδοντιατρικά αμαλγάματα ως καθοριστικής σημασίας πηγή εκπομπών υδραργύρου, μεταξύ άλλων λόγω των οδοντιατρικών εγχειρήσεων και των αποτεφρώσεων. Η επεξεργασία αποβλήτων οδοντιατρικών αμαλγάματα καλύπτεται από την κοινοτική νομοθεσία για τα απόβλητα[7]. Δράση 4. Η Επιτροπή θα επανεξετάσει κατά το 2005 τον τρόπο με τον οποίο τα κράτη μέλη εφαρμόζουν τις κοινοτικές απαιτήσεις για την επεξεργασία των αποβλήτων οδοντιατρικών αμαλγαμάτων και εν συνεχεία θα λάβει τα απαραίτητα μέτρα ώστε να εξασφαλιστεί η ορθή εφαρμογή τους. Οι εκπομπές από τα κρεματόρια δεν καλύπτονται από την κοινοτική νομοθεσία αλλά ρυθμίζονται κανονιστικά από πολλά κράτη μέλη και αποτελούν επίσης το αντικείμενο μιας σύστασης OSPAR (Κοινή Συνεδρίαση των Επιτροπών του Όσλο και των Παρισίων). Οι εκθέσεις σχετικά με τις εκπομπές από τα μέρη που καλύπτει η ως άνω σύσταση, αναμένεται κατά πρώτον να υποβληθούν ως τις 30 Σεπτεμβρίου 2005 και θα επιτρέψουν τη γενικότερη εκτίμηση της αποτελεσματικότητας καθώς και κατά πόσον απαιτείται ανάληψη περαιτέρω δράσης. Ανάλογοι έλεγχοι ενθαρρύνονται και στα υπόλοιπα κράτη μέλη στα οποία πραγματοποιούνται αποτεφρώσεις. Γενικότερα η πρόταση οδηγίας σχετικά με τις ουσίες στις οποίες επιβάλλεται να αποδοθεί προτεραιότητα βάσει της οδηγίας πλαίσιο για το νερό, περιλαμβάνει ποιοτικά πρότυπα για τον υδράργυρο προς τα οποία θα πρέπει να επιτευχθεί συμμόρφωση ως το 2015, και τα οποία θα είναι ιδιαίτερης σημασίας π.χ. για την έκδοση αδειών βάσει της IPPC. Με την έγκριση των ως άνω μέτρων θα αρχίσει η 20ετής περίοδος που προβλέπει η οδηγία πλαίσιο για την παύση ή τη σταδιακή εξάλειψη εκπομπών, εναποθέσεων και απωλειών. 5. Η μείωση της προσφορασ Ο υδράργυρος διακινείται εμπορικά ελεύθερα στην παγκόσμια αγορά. Σήμερα η παγκόσμια προσφορά ανέρχεται περίπου σε 3.600 τόνους ετησίως. Η ΕΕ αποτελεί σημαντικό εξαγωγέα, με καθαρές ετήσιες εξαγωγές περίπου 1.000 τόνων. Η τιμή του υδραργύρου έχει μειωθεί δραματικά ως προς τις μέγιστες τιμές που είχαν επιτευχθεί κατά τη δεκαετία του 1960 και κατά το μεγαλύτερο μέρος της προηγούμενης δεκαετίας ανήλθε με πολύ μικρές διακυμάνσεις περίπου σε 5 ευρώ ανά χιλιόγραμμο. Οι οικονομικές επιπτώσεις του εμπορίου του υδραργύρου είναι κατά συνέπεια ιδιαίτερα περιορισμένες. Η χαμηλή τιμή και η άμεση προσφορά ενθαρρύνουν επίσης τη χρήση του υδραργύρου εκτός Ευρώπης σε δραστηριότητες όπως εξόρυξη του χρυσού. Οι ενώσεις του υδραργύρου που χρησιμοποιούνται ως εντομοκτόνα διέπονται από τη σύμβαση του Ρόττερνταμ σχετικά με τη διαδικασία συναίνεσης μετά από ενημέρωση όσον αφορά ορισμένα επικίνδυνα χημικά προϊόντα και τα φυτοφάρμακα στο διεθνές εμπόριο. Στην Κοινότητα η σύμβαση αυτή εφαρμόζεται με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 304/2003[8], ο οποίος απαγορεύει και την εξαγωγή καλλυντικών σαπουνιών που περιέχουν υδράργυρο επιβάλλοντας παράλληλα την κοινοποίηση των εξαγωγών κάθε ενώσεως υδραργύρου για όλες τις άλλες χρήσεις. Δεν υφίστανται κοινοτικοί ή διεθνοί περιορισμοί για το εμπόριο του μεταλλικού υδραργύρου. Ωστόσο, από την ανάλυση στο πλαίσιο της ExIA προκύπτει ότι επιβάλλεται να σταματήσει σταδιακά η εξαγωγή υδραργύρου από την Κοινότητα. Δράση 5. Ως προκαταληπτική συμβολή υπέρ της πρότασης σχετικά με μια οργανωμένη σε παγκόσμιο επίπεδο προσπάθεια για το σταδιακό τερματισμό της πρωτογενούς παραγωγής του υδραργύρου και με παράλληλο στόχο να σταματήσει η είσοδος των πλεονασμάτων στην αγορά, η Επιτροπή σκοπεύει να προτείνει τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 304/2003 για το σταδιακό τερματισμό των εξαγωγών υδραργύρου από την Κοινότητα το αργότερο έως το 2011. Ο κύριος παραγωγός υδραργύρου σε παγκόσμιο επίπεδο είναι η κρατικής ιδιοκτησίας ισπανική εταιρεία MAYASA. Βάσει συμφωνίας του 2001, η MAYASA αγοράζει τα πλεονάσματα της Ευρωπαϊκής Ένωσης από τον τομέα των χλωριούχων αλκαλίων. Η MAYASA πωλεί επίσης υδράργυρο από τα μεταλλεύματα του Almadén, στην Ισπανία. Η παραγωγή υδράργυρου στο Almadén κορυφώθηκε περίπου σε 2.800 τόνους το 1941, και έκτοτε βαίνει μειούμενη καθώς η αγορά φθείνει και πρόσφατα η βιομηχανία χλωριούχων αλκαλίων προσέφερε μία εναλλακτική πηγή. Η πρόσφατη συνολική προσφορά υδραργύρου εκ μέρους της MAYASA ανέρχεται περίπου σε 1.000 τόνους ετησίως. Στην ExIA διαπιστώνεται ότι, ακόμη και χωρίς απαγόρευση των εξαγωγών, οι αρνητικές περιβαλλοντικές επιπτώσεις της πρωτογενούς εξόρυξης και παραγωγής υδραργύρου, και η συζητήσιμη οικονομική τους βιωσιμότητα, συνηγορούν υπέρ του τερματισμού των εν λόγω δραστηριοτήτων. Η Ισπανία δήλωσε ότι η εξόρυξη και η παραγωγή στο Almadén έχει προσωρινά σταματήσει ήδη και πριν από την έγκριση της εν λόγω στρατηγικής δίχως να προβλέπεται επανάληψή της. Η Επιτροπή αναγνωρίζει την οικονομική και κοινωνική σημασία που είχει η χρονολογούμενη από τη ρωμαϊκή περίοδο παραγωγή και το εμπόριο του υδραργύρου στο Almadén. Η Επιτροπή υποστηρίζει επίσης έντονα την παροχή αρωγής για την ανάπτυξη νέων επιχειρηματικών και απασχολησιακών τομέων. Η περιοχή είναι ήδη επιλέξιμη για κοινοτική στήριξη ως περιοχή του στόχου 1 (Castile-la-Mancha), και αναμένεται να εξακολουθήσει να είναι χαρακτηρισμένη τοιουτοτρόπως και κατά την επόμενη περίοδο προγραμματισμού των διαρθρωτικών ταμείων. 6. Μειωση της ζητησης Η παγκόσμια ζήτηση του υδραργύρου ανέρχεται περίπου σε 3.600 τόνους ετησίως και το 2003 έφθασε τους 300 τόνους στα τότε 15 κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η χρήση του υδραργύρου μειώνεται τόσο σε παγκόσμιο επίπεδο όσο και σε επίπεδο Κοινότητας, εντούτοις εξακολουθούν να υφίστανται ακόμη ορισμένες σημαντικές χρήσεις. Οι κύριες παγκόσμιες χρήσεις αφορούν τους τομείς της εξόρυξης του χρυσού, των ηλεκτρικών στοιχείων και της βιομηχανίας χλωριούχων αλκαλίων που από κοινού αντιπροσωπεύουν ποσοστό το οποίο υπερβαίνει το 75% της κατανάλωση. Εξ αυτών μόνο η χρήση στη βιομηχανία των χλωριούχων αλκαλίων είναι σημαντική για την Ευρωπαϊκή Ένωση αλλά οι διαδικασίες κυψελών υδραργύρου δεν θεωρούνται ως βέλτιστες τεχνικές (BAT)[9] βάσει της οδηγίας IPPC και τελούν υπό σταδιακή εξάλειψη. Η χρήση του υδραργύρου στην εξόρυξη του χρυσού είναι γνωστό ότι έχει ιδιαίτερη σημασία στη Γαλλική Γουϊάνα (όπου οι γαλλικές αρχές εξετάζουν το ενδεχόμενο να καθιερώσουν απαγόρευση) αλλά όχι στα ευρωπαϊκά εδάφη της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η οδηγία 91/157/EΟΚ[10] περιορίζει τη χρήση του υδραργύρου στις μπαταρίες. Όσο προχωρεί η σταδιακή εξάλειψη των κυψελών υδραργύρου στη βιομηχανία χλωριούχων αλκαλίων, τα οδοντιατρικά αμαλγάματα θα καταστούν οι σημαντικότερες χρήσεις του υδραργύρου στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Κατά συνέπεια είναι σκόπιμο να επανεξεταστούν οι δυνατότητες υποκατάστασής τους. Αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό δεδομένου ότι τα κράτη μέλη μπορούν να ενθαρρύνουν την υποκατάσταση αλλά η κάλυψη των οδοντιατρικών αμαλγαμάτων στο πλαίσιο της οδηγίας για τα ιατροτεχνολογικά προϊόντα[11] δεν αφήνει μεγάλα περιθώρια λήψης εθνικών περιοριστικών μέτρων. Δράση 6. Βραχυπρόθεσμα η Επιτροπή θα ζητήσει από την Ομάδα Εμπειρογνωμόνων για τα Ιατροτεχνολογικά Προϊόντα να εξετάσει τη χρήση του υδραργύρου στα οδοντιατρικά αμαλγάματα και θα ζητήσει τη γνώμη της Επιστημονικής Επιτροπής για την Υγεία και τους Περιβαλλοντικούς Κινδύνους, ώστε να εκτιμήσει κατά πόσον επιβάλλεται να ληφθούν επιπλέον κανονιστικά μέτρα. Η κύρια κατηγορία προϊόντων υδραργύρου που δεν καλύπτεται από την κοινοτική νομοθεσία αφορά τον εξοπλισμό μετρήσεων και ελέγχων. Η Επιτροπή προβλέπεται ότι θα υποβάλει προτάσεις ώστε να καλυφθούν τα όργανα και οι συσκευές μετρήσεων και ελέγχων από την οδηγία 2002/95/EΚ[12], η οποία ήδη καλύπτει τα είδη φωτισμού καθώς και τα υπόλοιπα είδη ηλεκτρικού και ηλεκτρονικού εξοπλισμού. Ωστόσο, ορισμένες από τις σημαντικότερες χρήσεις του υδραργύρου στη συγκεκριμένη κατηγορία προϊόντων (θερμόμετρα, πιεσόμετρα και βαρόμετρα) δεν είναι είδη ηλεκτρικού ή ηλεκτρονικού εξοπλισμού και ως εκ τούτου είναι αδύνατον να καλυφθούν. Η ExIA διαπιστώνει ότι θα ήταν σκόπιμο να αναληφθεί επιπλέον δράση στον εν λόγω τομέα. Δράση 7. Η Επιτροπή προτίθεται να προτείνει το 2005 την τροποποίηση της οδηγίας 76/769/EΟΚ[13] ώστε να περιοριστεί η διάθεση στην αγορά για καταναλωτική χρήση και υγειονομική φροντίδα των μη ηλεκτρικών ή ηλεκρονικών ειδών εξοπλισμού μετρήσεων και ελέγχων που περιέχουν υδράργυρο. Δράση 8. Βραχυπρόθεσμα η Επιτροπή θα εξετάσει περαιτέρω βραχυπρόθεσμα τα ελάχιστα εναπομένοντα προϊόντα και εφαρμογές στην Ευρωπαϊκή Ένωση που χρησιμοποιούν μικρές ποσότητες υδραργύρου. Μέσο και μακροπρόθεσμα, όλες οι άλλες εναπομένουσες χρήσεις ενδέχεται να επιτρέπονται μόνον κατόπιν άδειας και αφού εξετασθεί το ενδεχόμενο υποκατάστασης βάσει του κανονισμού REACH[14], μετά από την έγκρισή του. 7. Η αντιμετωπιση των πλεονασματων και των αποθεματων Η βιομηχανία παραγωγής χλωριούχων αλκαλίων διαθέτει τα μεγαλύτερα αποθέματα υδραργύρου στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Δεδομένου ότι υπάρχει πρόθεση να εξαλειφθούν σταδιακά οι εξαγωγές, το μεγαλύτερο μέρος του εν λόγω υδραργύρου θα πρέπει να αποθηκευθεί ή να εναποτεθεί. Ορισμένα κράτη μέλη διαμορφώνουν ήδη πολιτικές στον ως άνω τομέα[15]. Η ExIA διαπιστώνει ότι η μόνιμη εναπόθεση θα αποτελούσε τη βέλτιστη δυνατή λύση από περιβαλλοντική σκοπιά αλλά είναι επί του παρόντος υπέρμετρα ακριβή και τεχνικά δύσκολο να επιτευχθεί σε επίπεδο Κοινότητας. Ως εκ τούτου η ανάγκη ανεύρεσης οικονομικών λύσεων στον τομέα της αποθήκευσης αποτελεί θέμα που χρήζει περαιτέρω διερεύνησης. Δράση 9. Η Επιτροπή θα αναλάβει δράση ώστε να επιτευχθεί η προσωρινή αποθήκευση υδραργύρου από τη βιομηχανία παραγωγής χλωριούχων αλκαλίων, σύμφωνα με χρονοδιάγραμμα το οποίο να εναρμονίζεται προς τον προβλεπόμενο σταδιακό τερματισμό των εξαγωγών του υδραργύρου έως το 2011. Κατ’ αρχήν η Επιτροπή θα εξετάσει τις δυνατότητες συμφωνίας με τη βιομηχανία. Μεγάλες ποσότητες υδραργύρου περιέχονται σε ήδη διακινούμενα προϊόντα. Αφ’ής στιγμής ένα προϊόν καταστεί “απόβλητο”, κατά κανόνα η εφαρμοζόμενη κοινοτική πολιτική ενθαρρύνει την ανάκτηση έναντι της εναπόθεσης. Θα μπορούσε να εξεταστεί το ενδεχόμενο της ενεργότερης συλλογής και ανακύκλωσης του υδραργύρου. Ωστόσο ορισμένα από τα κράτη μέλη υποστηρίζουν ότι ο υδράργυρος δεν θα πρέπει να ανακτάται για επαναχρησιμοποίηση αλλά θα πρέπει να αποσύρεται από την κυκλοφορία αποθηκευόμενος ή εναποτιθέμενος. Δράση 10. Βραχυ – και μακρυπρόθεσμα η Επιτροπή θα εκτελέσει περαιτέρω μελέτη σχετικά με τη μοίρα του υδραργύρου που περιέχουν τα ήδη διακινούμενα προϊόντα. 8. Η προστασια από την εκθεση Σε πρόσφατη γνώμη της Ευρωπαϊκής Αρχής για την Ασφάλεια των Τροφίμων (ΕΑΑΤ - EFSA) σχετικά με τους κινδύνους από τον υδράργυρο στα είδη διατροφής[16] διαπιστώθηκε ότι τα άτομα που καταναλώνουν μεγάλες ποσότητες ψαριών και άλλων αλιευτικών προϊόντων, ιδιαίτερα μάλιστα εφόσον καταναλώνουν μεγάλα ψάρια θηρευτές, μπορούν να φθάσουν ή και να υπερβούν τα καθιερωμένα επίπεδα ασφαλείας. Η Επιτροπή επανεξετάζει τις δυνατότητες αντιμετώπισης των εν λόγω κινδύνων με γνώμονα την άποψη της ΕΑΑΤ και συνυπολογίζοντας τα μέγιστα όρια του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 466/2001[17] σχετικά με τη συγκέντρωση του υδραργύρου στα αλιευτικά προϊόντα. Ωστόσο τα περιθώρια μείωσης των εν λόγω επιπέδων είναι περιορισμένα. Ως εκ τούτου ενδεχομένως να είναι αναγκαίες άλλες λύσεις όπως η στοχοθετημένη ενημέρωση των καταναλωτών εκ μέρους της Επιτροπής[18] και των κρατών μελών. Δράση 11. Βραχυπρόθεσμα η ΕΤΑ θα εξετάσει περαιτέρω τις προσλήψεις υδραργύρου λόγω της συμμετοχής των επιμέρους τύπων ψαριών και θαλασσινών στη διαίτα ευπαθών πληθυσμών (π.χ. εγκύων και παιδιών). Δράση 12. Η Επιτροπή θα παράσχει συμπληρωματικές πληροφορίες όσον αφορά τον υδράργυρο στα είδη διατροφής μόλις καταστούν διαθέσιμα νέα δεδομένα. Οι εθνικές αρχές θα ενθαρρυνθούν να προσφέρουν τις συμβουλές τους λαμβάνοντας δεόντως υπόψη τις τοπικές ιδιομορφίες. Η κοινοτική νομοθεσία περιορίζει επίσης την περιεκτικότητα του υδραργύρου στο πόσιμο νερό[19]. Η προσφάτως εκδοθείσα 4η παράγωγη οδηγία για την ποιότητα του αέρα[20] δεν καθορίζει ενδεικτική τιμή (τιμή στόχο) ή ποιοτικό πρότυπο για τον υδράργυρο – δεδομένου ότι τα παρατηρούμενα επίπεδα στον περιβάλλοντα αέρα είναι χαμηλότερα των επιπέδων που θεωρητικά συνεπάγονται αρνητικές επιπτώσεις για την υγεία - αλλά οι συγκεντρώσεις και οι εναποθέσεις θα πρέπει να αποτελούν αντικείμενο μετρήσεων ώστε να διαπιστώνονται οι γεωγραφικές και χρόνιες τάσεις. Η υφιστάμενη κοινοτική νομοθεσία για την υγεία και την ασφάλεια κατά την εργασία έχει καθιερώσει κατάλληλο πλαίσιο το οποίο προστατεύει τους εργαζόμενους από τους κινδύνους που αντιμετωπίζει η υγεία και η ασφάλειά τους λόγω της έκθεσης στον υδράργυρο. Εντός του εν λόγω πλαισίου, η Επιτροπή διαμορφώνει οριακή τιμή επαγγελματικής έκθεσης για τον υδράργυρο. Γενικότερα, θα πρέπει να αναληφθεί δράση στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Προγράμματος Δράσης για το Περιβάλλον και την Υγεία 2004-2010[21] ώστε να καταστεί ακριβέστερος ο υπολογισμός της έκθεσης του ανθρώπου, αναπτύσσοντας ολοκληρωμένα συστήματα παρακολούθησης του περιβάλλοντος και των τροφίμων και εξετάζοντας τις εναλλακτικές δυνατότητες ώστε να επιτευχθεί μια συνεπής προσέγγιση σε ό,τι αφορά την βιοπαρακολούθηση. Εν προκειμένω θα καλυφθούν σειρά παραγόντων που ασκούν πίεση στο περιβάλλον, συμπεριλαμβανομένου του υδραργύρου. 9. Βελτίωση της κατανοησης Τα γνωστικά κενά σχετικά με τα προβλήματα του υδραργύρου και τις πιθανές αντίστοιχες λύσεις μπορούν να καλυφθούν με έργα έρευνας, ανάπτυξης και πρότυπα πειραματικά έργα. Οι τομείς που προσφέρονται για ανάλογες δραστηριότητες περιλαμβάνουν τις επιπτώσεις στην υγεία του ανθρώπου, τον τρόπο με τον οποίο ο υδράργυρος κινείται ή κατακρατείται στο περιβάλλον και θέματα ευπάθειας και τοξικότητας των οικοσυστημάτων. Επιβάλλεται επίσης να καταβληθούν προσπάθειες ώστε να αντιμετωπιστούν τα θέματα που σχετίζονται με τον υδράργυρο στα προϊόντα, τις εκπομπές και τα απόβλητα, ιδίως μάλιστα όσον αφορά τις τεχνικές για τη μείωση της έκλυσης υδραργύργου κατά την καύση του άνθρακα και άλλες μείζονες πηγές καθώς και προσπάθειες για την επεξεργασία, τη σταθεροποίηση και τη μόνιμη διάθεση του πλεονάζοντος υδραργύρου και των αποβλήτων που περιέχουν υδράργυρο. Δράση 13. Οι προτεραιότητες για τις έρευνες στον τομέα του υδραργύρου θα αντιμετωπισθούν στο 7ο Πρόγραμμα πλαίσιο έρευνας και τεχνολογικής ανάπτυξης καθώς και με άλλους κατάλληλους χρηματοδοτικούς μηχανισμούς. 10. Η υποστήριξη και η προαγωγή των διαφόρων δράσεων Είναι σημαντικό να επιτευχθούν πρόοδοι όσον αφορά την αντιμετώπιση των προβλημάτων που προκαλεί ο υδράργυρος παγκοσμίως, μειώνοντας πρωτίστως τις εκπομπές και την προσφορά και τη ζήτηση. Υπάρχουν μεγάλες δυνατότητες για μείωση των εκπομπών του υδραργύργου και τη μεγαλύτερη διάδοση των ΒΑΤ, ιδίως στους τομείς της ηλεκτρικής ενέργειας, των μετάλλων, του τσιμέντου, των χλωριούχων αλκαλίων και των αποβλήτων. Η δράση που έχει αναληφθεί σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης έχει ήδη μειώσει ουσιαστικά τις εκπομπές και θα μπορούσε να παρατεθεί ως χαρακτηριστικό παράδειγμα στα διεθνή, περιφερειακά και διμερή φόρα. Η μεταφορά τεχνολογίας θα είναι επίσης σημαντική. Η παγκόσμια ζήτηση του υδραργύρου ήδη μειώνεται, αλλά η φύση του προβλήματος του υδραργύρου καθιστά απαραίτητη τη λήψη μέτρων για την περαιτέρω διαχείριση της ζήτησης με στόχο τη μείωσή της. Επιβάλλεται να ληφθούν μέτρα ώστε σταδιακά να σταματήσει η χρήση του υδραργύργου, ειδικά στις περιπτώσεις όπου ήδη διατίθενται κατάλληλες εναλλακτικές δυνατότητες, και να τεθεί υπό αυστηρό έλεγχο στις περιπτώσεις που δεν υφίστανται ανάλογες εναλλακτικές λύσεις. Η Επιτροπή θεωρεί ότι οι εύστοχες προσπάθειες μείωσης της ζήτησης του υδραργύρου θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε ουσιαστική συρρίκνωση της χρήσης του παγκοσμίως περίπου σε 1.000 τόνους ή και ακόμη λιγότερο έως το 2020. Η επίτευξη ανάλογων αποτελεσμάτων θα εξαρτηθεί ιδίως από τη μείωση της χρήσης στον τομέα των χλωριούχων αλκαλίων και των μπαταριών, όπου διαπιστώθηκε ότι υφίστανται σοβαρότατες δυνατότητες στην Ευρωπαϊκή Ένωση, και στην εξόρυξη του χρυσού. Ωστόσο, η περιστολή της παγκόσμιας ζήτησης δεν θα επιτύχει όλα τα δυνατά αποτελέσματα εάν εξακολουθήσει να υφίσταται υψηλή και προσιτή προσφορά υδραργύρου η οποία θα τονώνει τη συνέχιση των παλαιών και την εξεύρεση νέων χρήσεων. Επιβάλλεται να ληφθεί παράλληλη δράση για να μειωθεί η προσφορά. Εν προκειμένω θεωρείται ιδιαίτερα θετική η απόφαση των ΗΠΑ να αποθηκεύσει οριστικά τα αποθέματα υδραργύρου που διατηρούσε στο παρελθόν για λόγους στρατηγικής. Δράση 14. Η Κοινότητα, τα κράτη μέλη και οι υπόλοιποι εμπλεκόμενοι θα πρέπει να εξακολουθούν να ενημερώνουν τα παγκόσμια φόρα και τις δραστηριότητες αναλαμβάνοντας διμερείς δεσμεύσεις και υλοποιώντας διμερή έργα με τρίτες χώρες, ενδεχομένως και με τη μεταφορά τεχνολογίας, ώστε να αντιμετωπιστεί το πρόβλημα του υδραργύρου. Δράση 15. Η Επιτροπή θα εξετάσει κατά πόσον είναι σκόπιμο να θεσπιστεί συγκεκριμένο σύστημα χρηματοδότησης για ερευνητικά και πρότυπα πειραματικά έργα με στόχο τη μείωση των εκπομπών υδραργύρου από την καύση του άνθρακα σε χώρες με υψηλή εξάρτηση από τα στερεά καύσιμα όπως η Κίνα, η Ινδία, η Ρωσία κ.λπ. κατά το πρότυπο του προγράμματος CARNOT με το οποίο καθιερώνεται η καθαρή και αποτελεσματική χρήση των στερεών καυσίμων. Δράση 16. Η Κοινότητα επιβάλλεται να προάγει την πρωτοβουλία υπαγωγής του υδραργύρου στη διαδικασία PIC (χορήγηση άδειας κατόπιν ενημέρωσης-συναίνεση εν επιγνώσει) σύμφωνα με τη Σύμβαση του Ρόττερνταμ. Δράση 17. Η Κοινότητα και τα κράτη μέλη επιβάλλεται να συνεχίσουν να υποστηρίζουν τις εργασίες που αναπτύσσονται στο πλαίσιο του πρωτοκόλλου για τα βαρέα μέταλλα της σύμβασης της UNECE (Οικονομική Επιτροπή των Ηνωμένων Εθνών για την Ευρώπη) σχετικά με τη διασυνοριακή ρύπανση της ατμόσφαιρας σε μεγάλη απόσταση. Δράση 18. Η Κοινότητα, τα κράτη μέλη και οι λοιποί εμπλεκόμενοι θα έπρεπε επίσης να υποστηρίξουν το παγκόσμιο πρόγραμμα για τον υδράργυρο του UNEP (Πρόγραμμα των Ηνωμένων Εθνών για το Περιβάλλον), μέσω της εξέτασης υλικών καθώς και της παροχής τεχνογνωσίας, ανθρώπινων και οικονομικών πόρων. Δράση 19. Η Κοινότητα και τα κράτη μέλη θα πρέπει να υποστηρίξουν κάθε παγκόσμια προσπάθεια που συμβάλλει στη μείωση της χρήσης του υδραργύρου στον τομέα της εξόρυξης χρυσού, π.χ. μέσω του Παγκόσμιου Έργου για τον Υδράργυρο των UNDP (Πρόγραμμα των ΗΕ για την Ανάπτυξη)/GEF (Ταμείο Προστασίας του Περιβάλλοντος)/UNIDO (Οργανισμός Βιομηχανικής Ανάπτυξης των ΗΕ). Θα εξετάσουν επίσης τις δυνατότητες να υποστηριχθούν επιμέρους αναπτυσσόμενες χώρες με διάφορα μέσα σχετικά με την ενίσχυση της αναπτυξιακής συνεργασίας, λαμβάνοντας υπόψη τις εθνικές στρατηγικές για την ανάπτυξη. Δράση 20. Για να μειωθεί η προσφορά υδραργύρου διεθνώς η Κοινότητα θα πρέπει να συνηγορήσει υπέρ του σταδιακού τερματισμού της πρωτογενούς του παραγωγής σε παγκόσμιο επίπεδο και να ενθαρρύνει τις υπόλοιπες χώρες να απαγορεύσουν την επανεισαγωγή των ήδη υφιστάμενων πλεονασμάτων στην αγορά, στο πλαίσιο πρωτοβουλίας ανάλογης με την αναληφθείσα βάσει του πρωτοκόλλου του Μόντρεαλ για τις ουσίες που καταστρέφουν την οζονόσφαιρα. Για να επιτευχθεί ο ως άνω στόχος, η εξεταζόμενη τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ.304/2003 θα επιβάλει το σταδιακό τερματισμό των εξαγωγών υδραργύρου από την Κοινότητα έως το 2011. 11. Σύνοψη Η ExIA επισημαίνει σειρά σημαντικών οροσήμων βραχυπρόθεσμα και μεσοπρόθεσμα στο πλαίσιο των ήδη υφιστάμενων κοινοτικών και διεθνών μέτρων που θα επιτρέψουν την περαιτέρω επαναξιολόγηση του προβλήματος του υδραργύρου, την επιτυχία των επιμέρους πολιτικών και τυχόν επιπλέον δράσεων. Γενικότερα, η Επιτροπή προτίθεται να επανεξετάσει τη στρατηγική για τον υδράργυρο συνολικά έως τα τέλη του 2010. Η επανεξέταση αυτή θα επιτρέψει επίσης τη συμμόρφωση μέχρι τότε προς την απαίτηση περί υποβολής εκθέσεων βάσει της 4ης παραγώγου οδηγίας για την ποιότητα του αέρα σχετικά με την ανάγκη ανάληψης περαιτέρω δράσης για τον υδράργυρο, λαμβάνοντας υπόψη τα εγκριθέντα μέτρα σύμφωνα με την παρούσα στρατηγική. Η Επιτροπή προτίθεται να ολοκληρώσει την εν λόγω επανεξέταση χρησιμοποιώντας δεδομένα από διάφορες πηγές και καλύπτοντας όλα τα μέσα και όχι μόνον την ποιότητα του αέρα. 12. Συμπεράσματα Ο υδράργυρος αποτελεί απειλή για την Κοινότητα και παγκοσμίως. Η παρούσα ανακοίνωση συνιστά το πρώτο βήμα για την εφαρμογή συνεπούς στρατηγικής σε ό,τι αφορά το εν λόγω θέμα. Η παρούσα ανακοίνωση υποβάλλεται πριν από τις νομοθετικές προτάσεις που ανακοινώνει ώστε να καταστεί δυνατή η διαμόρφωση κοινοτικής θέσης για τον υδράργυρο έγκαιρα πριν από τη σύγκληση του διοικητικού συμβουλίου του Προγράμματος των ΗΕ για το περιβάλλον (UNEP) τον Φεβρουάριο του 2005. Η Επιτροπή καλεί το Συμβούλιο, ανταποκρινόμενη στην πρόσκλησή του να υποβάλει στρατηγική για τον υδράργυρο, και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, να εγκρίνουν την προσέγγιση που περιγράφει η παρούσα ανακοίνωση. [1] COM(2002) 489 τελικό, 6.9.2002. [2] SEC(2005)101. [3] Οδηγία 2000/60/EΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 23ης Οκτωβρίου 2000 για τη θέσπιση πλαισίου κοινοτικής δράσης στον τομέα της πολιτικής των υδάτων, ΕΕ L 327, 22.12.2000, όπως τροποποιήθηκε από την απόφαση 2001/2455/EΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 20ης Νοεμβρίου 2001 για τη θέσπιση του καταλόγου ουσιών προτεραιότητας στον τομέα της πολιτικής των υδάτων, ΕΕ L 331, 15.12.2001. [4] Οδηγία 96/61/EΚ του Συμβουλίου της 24ης Σεπτεμβρίου 1996 σχετικά με την ολοκληρωμένη πρόληψη και τον έλεγχο της ρύπανσης, ΕΕ L 257, 10.10.96. [5] Οδηγία 2001/80/EΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 23ης Οκτωβρίου 2001 για τον περιορισμό των εκπομπών στην ατμόσφαιρα ορισμένων ρύπων από μεγάλης κλίμακας μονάδες καύσης, ΕΕ L 309, 27.11.2001. [6] Απόφαση 2000/479/ΕΚ της Επιτροπής της 17ης Ιουλίου 2000 περί υιοθέτησης ενός ευρωπαϊκού μητρώου ρυπογόνων εκπομπών (EPER) σύμφωνα με το άρθρο 15 της οδηγίας 96/61/ΕΚ του Συμβουλίου σχετικά με την ολοκληρωμένη πρόληψη και έλεγχο της ρύπανσης, ΕΕ L192, 28.7.2000. [7] Απόφαση της Επιτροπής (2000/532/EΚ) της 3ης Μαίου 2000, για αντικατάσταση της απόφασης 94/3/EΚ για τη θέσπιση καταλόγου αποβλήτων σύμφωνα με το άρθρο 1 στοιχείο α) της οδηγίας 75/442/ΕΟΚ του Συμβουλίου για τα απόβλητα και της απόφασης 94/904/ΕΚ του Συμβουλίου για την κατάρτηση καταλόγου επικίνδυνων αποβλήτων κατ’ εφαρμογή του άρθρου 1 παράγραφος 4) της οδηγίας 91/689EΟΚ του Συμβουλίου για τα επικίνδυνα απόβλητα, ΕΕ L 226/3, 6.9.2000 (όπως τροποποιήθηκε). [8] Κανονισμός (EΚ) αριθ. 304/2003 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 28ης Ιανουαρίου 2003 για τις εισαγωγές και εξαγωγές επικίνδυνων χημικών προϊόντων, ΕΕ L 63, 6.3.2003. [9] Έγγραφο αναφοράς για τις βέλτιστες διαθέσιμες τεχνικές (BAT) στη βιομηχανία παραγωγής χλωρίου αλκαλίων που εγκρίθηκε από την Επιτροπή τον Δεκέμβριο του 2001, http://eippcb.jrc.es. [10] Οδηγία 91/157/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 18ης Μαρτίου 1991 για τις ηλεκτρικές στήλες και του συσσωρευτές που περιέχουν ορισμένες επικίνδυνες ουσίες, ΕΕ L 078, 26.3.91. [11] Οδηγία 93/42/EΟΚ του Συμβουλίου της 14ης Ιουνίου 1993 περί των ιατροτεχνολογικών προϊόντων, ΕΕ L 169, 12.7.93. [12] Οδηγία 2002/95/EΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 27ης Ιανουαρίου 2003 σχετικά με τον περιορισμό της χρήσης ορισμένων επικίνδυνων ουσιών σε είδη ηλεκτρικού και ηλεκτρονικού εξοπλισμού, (RoHS), ΕΕ L 37, 13.2.2003. [13] Οδηγία 76/769/EΟΚ του Συμβουλίου της 27ης Ιουλίου 1976 περί προσεγγίσεως των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών που αφορούν περιορισμούς κυκλοφορίας στην αγορά και χρήσεως μερικών επικίνδυνων ουσιών και παρασκευασμάτων, ΕΕ L 262, 27.9.76. [14] Πρόταση κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την καταχώριση, την αξιολόγηση και την αδειοδότηση των χημικών προϊόντων και για τους περιορισμούς που επιβάλλονται σε αυτά (REACH), για τη σύσταση ενός Ευρωπαϊκού Οργανισμού Χημικών Προϊόντων και για την τροποποίηση της οδηγίας 1999/45/EΚ και του κανονισμού (EΚ) {σχετικά με τους ανθεκτικούς οργανικούς ρύπους}, COM(2003) 644 τελικό, 29.10.2003. [15] Για παράδειγμα η Σουηδίια έχει καθιερώσει απαίτηση για σταθεροποίηση και αποθήκευση του υδραργύρου σε μεγάλο βάθος στεγανών πετρωμάτων ενώ η Γερμανία εξετάζει το ενδεχόμενο να αποθηκεύει τον μεταλλικό υδράργυρο σε παροπλισμένα αλατορυχεία. [16] http://www.efsa.eu.int/science/contam/contam_opinions/259_en.html. [17] Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 466/2001 της Επιτροπής, της 8ης Μαρτίου 2001 για τον καθορισμό μέγιστων τιμών ανοχής για ορισμένες προσμείξεις στα τρόφιμα, ΕΕ L 77, 16.3.2001. [18] http://europa.eu.int/comm/food/food/chemicalsafety/contaminants/information_note_mercury-fish_12-05-04.pdf. [19] Οδηγία 98/83/EΟΚ του Συμβουλίου της 3ης Νοεμβρίου 1998 σχετικά με την ποιότητα του νερού ανθρώπινης κατανάλωσης, ΕΕ L 330, 5.12.98. [20] Πρόταση οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με το αρσενικό, το κάδμιο, τον υδράργυρο, το νικέλιο και τους πολυκυκλικούς αρωματικούς υδρογονάνθρακες στον ατμοσφαιρικό αέρα, COM (2003) 423 τελικό, 16.7.2003. Το τελικό κείμενο δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. [21] COM(2004) 416 τελικό, 9.6.2004.