Ανακοίνωση της Επιτροπής σχετικά με τη συνεργασία στο πλαίσιο του δικτύου των αρχών ανταγωνισμού (Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)
Επίσημη Εφημερίδα αριθ. C 101 της 27/04/2004 σ. 0043 - 0053
Ανακοίνωση της Επιτροπής σχετικά με τη συνεργασία στο πλαίσιο του δικτύου των αρχών ανταγωνισμού (2004/C 101/03) (Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ) 1. ΕΙΣΑΓΩΓΗ 1. Με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1/2003 του Συμβουλίου της 16ης Δεκεμβρίου 2002 για την εφαρμογή των κανόνων ανταγωνισμού που προβλέπονται στα άρθρα 81 και 82 της συνθήκης(1) (στο εξής: "ο κανονισμός του Συμβουλίου"), καθιερώθηκε ένα σύστημα παράλληλων αρμοδιοτήτων βάσει του οποίου η Επιτροπή και οι αρχές ανταγωνισμού των κρατών μελών (στο εξής: "εθνικές αρχές ανταγωνισμού" ή "ΕΑΑ")(2) δύνανται να εφαρμόζουν τα άρθρα 81 και 82 της συνθήκης ΕΚ (στο εξής: "η συνθήκη"). Από κοινού, οι ΕΑΑ και η Επιτροπή συναποτελούν ένα δίκτυο δημόσιων αρχών: ενεργούν προς χάριν του δημόσιου συμφέροντος και συνεργάζονται στενά με στόχο την προάσπιση του ανταγωνισμού. Το δίκτυο αυτό αποτελεί έναν μηχανισμό για διαβουλεύσεις και συνεργασία στο πλαίσιο της εφαρμογής και επιβολής της πολιτικής ανταγωνισμού της ΕΚ. Το δίκτυο παρέχει ένα πλαίσιο για τη συνεργασία των ευρωπαϊκών αρχών ανταγωνισμού σε περιπτώσεις εφαρμογής των άρθρων 81 και 82 της συνθήκης και συνιστά τη βάση για τη διαμόρφωση και διατήρηση μιας κοινής αντίληψης περί ανταγωνισμού στην Ευρώπη. Το δίκτυο καλείται Ευρωπαϊκό Δίκτυο Ανταγωνισμού ("ΕΔΑ"). 2. Η δομή των ΕΑΑ ποικίλλει από το ένα κράτος μέλος στο άλλο. Σε μερικά κράτη μέλη υπάρχει ένας ενιαίος φορέας ο οποίος διερευνά τις υποθέσεις και λαμβάνει τις πάσης φύσεως αποφάσεις. Σε άλλα κράτη μέλη, οι σχετικές αρμοδιότητες κατανέμονται μεταξύ δύο φορέων, εκ των οποίων ο ένας φέρει την ευθύνη για τη διερεύνηση των υποθέσεων, ενώ ο άλλος, που συχνά είναι πολυπρόσωπος, είναι επιφορτισμένος με την έκδοση απόφασης για την εκάστοτε υπόθεση. Τέλος, σε ορισμένα κράτη μέλη, οι αποφάσεις με τις οποίες επιβάλλεται απαγόρευση ή/και πρόστιμο είναι δυνατό να εκδοθούν μόνο από δικαστήριο· στην περίπτωση αυτή, κάποια άλλη αρχή ανταγωνισμού ενεργεί ως εισαγγελέας ο οποίος θέτει την υπόθεση ενώπιον του δικαστηρίου. Με την επιφύλαξη της γενικής αρχής της αποτελεσματικότητας, το άρθρο 35 του κανονισμού του Συμβουλίου παρέχει στα κράτη μέλη την ευχέρεια να επιλέξουν τον φορέα ή τους φορείς που θα αναγορευθούν σε εθνικές αρχές ανταγωνισμού και να κατανείμουν τις σχετικές αρμοδιότητες μεταξύ τους. Σύμφωνα με τις γενικές αρχές του κοινοτικού δικαίου, τα κράτη μέλη είναι υποχρεωμένα να συγκροτήσουν ένα σύστημα επιβολής κυρώσεων που να προβλέπει την επιβολή αποτελεσματικών, μη δυσανάλογων και αποτρεπτικών κυρώσεων για παραβιάσεις της κοινοτικής νομοθεσίας(3). Τα συστήματα επιβολής κυρώσεων ποικίλλουν από το ένα κράτος μέλος στο άλλο, αλλά κάθε κράτος μέλος έχει αναγνωρίσει, ως βάση συνεργασίας, τους κανόνες που διέπουν τα συστήματα των άλλων κρατών μελών(4). 3. Το δίκτυο που συγκροτούν οι αρχές ανταγωνισμού καλείται να μεριμνήσει τόσο για τον αποτελεσματικό καταμερισμό εργασίας όσο και για την ουσιαστική και συνεπή εφαρμογή της κοινοτικής νομοθεσίας ανταγωνισμού. Στον κανονισμό του Συμβουλίου καθώς και στην κοινή δήλωση του Συμβουλίου και της Επιτροπής σχετικά με τη λειτουργία του Ευρωπαϊκού Δικτύου Ανταγωνισμού καθορίζονται οι βασικές αρχές που διέπουν τη λειτουργία του Δικτύου. Στην παρούσα ανακοίνωση παρουσιάζονται τα λεπτομερή χαρακτηριστικά του συστήματος. 4. Οι διαβουλεύσεις και ανταλλαγές στο πλαίσιο του Δικτύου πραγματοποιούνται αυστηρά μεταξύ των κρατικών αρχών που φέρουν την ευθύνη για την επιβολή του νόμου και δεν αλλοιώνουν τα τυχόν δικαιώματα ή τις υποχρεώσεις που απορρέουν από το κοινοτικό ή το εθνικό δίκαιο για τις εταιρείες. Κάθε αρχή ανταγωνισμού διατηρεί ακέραια την ευθύνη για τη διασφάλιση της προσήκουσας διεκπεραίωσης των υποθέσεων με τις οποίες ασχολείται. 2. ΚΑΤΑΜΕΡΙΣΜΟΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ 2.1. Αρχές κατανομής 5. Ο κανονισμός του Συμβουλίου στηρίζεται σε ένα σύστημα παράλληλων αρμοδιοτήτων στο πλαίσιο του οποίου όλες οι αρχές ανταγωνισμού έχουν την εξουσία να εφαρμόζουν τα άρθρα 81 και 82 της συνθήκης και φέρουν την ευθύνη για έναν αποτελεσματικό καταμερισμό εργασίας προκειμένου για τις υποθέσεις εκείνες για τις οποίες κρίνεται αναγκαία η διεξαγωγή έρευνας. Συγχρόνως, κάθε μέλος του Δικτύου διατηρεί πλήρη ελευθερία να αποφασίζει κατά τη διακριτική του ευχέρεια κατά πόσον θα διεξαγάγει ή όχι έρευνα για την εκάστοτε υπόθεση. Βάσει αυτού του συστήματος παράλληλων αρμοδιοτήτων, οι υποθέσεις διεκπεραιώνονται: - από μία και μόνο ΕΑΑ, ενδεχομένως με τη συνδρομή των ΕΑΑ άλλων κρατών μελών· ή - από περισσότερες ΕΑΑ οι οποίες δρουν εκ παραλλήλου· ή - από την Επιτροπή. 6. Στις πλείστες περιπτώσεις, η αρχή που λαμβάνει μία καταγγελία ή κινεί αυτεπαγγέλτως διαδικασία(5) παραμένει αρμόδια για τη διεκπεραίωση της υπόθεσης. Η παραπομπή μιας υπόθεσης σε άλλη αρχή είναι δυνατή μόνο στο αρχικό στάδιο της διαδικασίας (βλ. την παράγραφο 18) σε περίπτωση κατά την οποία είτε η πρώτη αρχή θεωρεί ότι είναι ακατάλληλη για να επιληφθεί της υπόθεσης είτε κάποια άλλη αρχή θεωρεί ότι η ίδια είναι ομοίως κατάλληλη για να επιληφθεί της υπόθεσης (βλ. τις παραγράφους 8 έως 15 κατωτέρω). 7. Οσάκις διαπιστώνεται ότι είναι αναγκαία η παραπομπή μιας υπόθεσης σε άλλη αρχή προς χάριν της ουσιαστικής προστασίας του ανταγωνισμού και του συμφέροντος της Κοινότητας, τα μέλη του Δικτύου καταβάλλουν κάθε δυνατή προσπάθεια ούτως ώστε οι υποθέσεις να παραπέμπονται σε μία και μόνο κατάλληλη αρχή ανταγωνισμού όσο το δυνατόν συχνότερα(6). Σε κάθε περίπτωση, η παραπομπή πρέπει να αποτελεί μία σύντομη και αποτελεσματική διαδικασία και να μη δημιουργεί προσκόμματα σε έρευνες που ενδεχομένως βρίσκονται σε εξέλιξη. 8. Μία αρχή μπορεί να θεωρηθεί κατάλληλη για να επιληφθεί δεδομένης υπόθεσης εάν συντρέχουν οι ακόλουθες τρεις σωρευτικές προϋποθέσεις: 1. η συμφωνία ή πρακτική έχει σημαντικές άμεσες, πραγματικές ή προβλέψιμες, συνέπειες για τον ανταγωνισμό εντός των ορίων της επικράτειας της αρχής, εφαρμόζεται στο εσωτερικό της επικράτειας ή προέρχεται από αυτήν· 2. η αρχή είναι ικανή να θέσει τέλος αποτελεσματικά στην όλη παράβαση, δηλαδή, αφενός, μπορεί να εκδώσει διαταγή παύσης και παράλειψης το αποτέλεσμα της οποίας να αρκεί για τον τερματισμό της παράβασης και, αφετέρου, έχει την εξουσία, οσάκις ενδείκνυται, να επιβάλει την κατάλληλη κύρωση έναντι της παράβασης· 3. η αρχή είναι σε θέση να συγκεντρώσει, ενδεχομένως με τη συνδρομή άλλων αρχών, τα αποδεικτικά στοιχεία που χρειάζονται προκειμένου να αποδειχθεί η παράβαση. 9. Από τις παραπάνω προϋποθέσεις συνάγεται ότι πρέπει να υπάρχει ουσιώδης συνάφεια μεταξύ της παράβασης και του εδάφους ενός κράτους μέλους για να είναι δυνατό να θεωρηθεί κατάλληλη να επιληφθεί η αρχή ανταγωνισμού του εν λόγω κράτους μέλους. Είναι λογικό να υποτεθεί ότι, στις περισσότερες περιπτώσεις, οι αρχές εκείνων των κρατών μελών όπου ο ανταγωνισμός επηρεάζεται σημαντικά από μία παράβαση είναι κατάλληλες να επιληφθούν αυτής, υπό τον όρο ότι είναι πράγματι ικανές να θέσουν τέλος αποτελεσματικά στην παράβαση, ενεργώντας είτε μόνες είτε εκ παραλλήλου με άλλες αρχές, εκτός αν η Επιτροπή είναι περισσότερο ενδεδειγμένη για την ανάληψη δράσης (βλ. τις παραγράφους 14 και 15 κατωτέρω). 10. Από τα παραπάνω προκύπτει ότι μία μόνο ΕΑΑ είναι κατάλληλη για να ασχοληθεί με συμφωνίες ή πρακτικές που έχουν σημαντικές συνέπειες για τον ανταγωνισμό, όταν οι συνέπειες αυτές εκδηλώνονται κυρίως εντός των ορίων της επικράτειάς της. Παράδειγμα 1: Επιχειρήσεις που εδρεύουν στο κράτος μέλος Α εμπλέκονται σε καρτέλ με σκοπό τον καθορισμό των τιμών ορισμένων προϊόντων που πωλούνται κυρίως στο κράτος μέλος Α. Κατάλληλη για να επιληφθεί της υπόθεσης είναι η ΕΑΑ του κράτους μέλους Α. 11. Εξάλλου, η ανάληψη ενιαίας δράσης από μία ΕΑΑ είναι επίσης πιθανό να ενδείκνυται όταν, καίτοι περισσότερες ΕΑΑ μπορούν να θεωρηθούν ως κατάλληλες, η ανάληψη δράσης από μία και μόνο ΕΑΑ αρκεί για τον τερματισμό της παράβασης στο σύνολό της. Παράδειγμα 2: Δύο επιχειρήσεις έχουν συστήσει κοινή επιχείρηση στο κράτος μέλος Α. Η κοινή επιχείρηση παρέχει υπηρεσίες στα κράτη μέλη Α και Β και προκαλεί πρόβλημα από την άποψη του ανταγωνισμού. Κρίνεται ότι μία διαταγή παύσης και παράλειψης είναι αρκετή για την αποτελεσματική αντιμετώπιση της κατάστασης, διότι είναι ικανή να θέσει τέλος στην παράβαση συνολικά. Τα σχετικά αποδεικτικά στοιχεία βρίσκονται κατά κύριο λόγο στα γραφεία της κοινής επιχείρησης στο κράτος μέλος Α. Οι ΕΑΑ των κρατών μελών Α και Β είναι αμφότερες κατάλληλες να επιληφθούν της υπόθεσης, πλην όμως η ανάληψη ενιαίας δράσης από την ΕΑΑ του κράτους μέλους Α θα ήταν αρκετή και πιο αποτελεσματική από την ανάληψη ενιαίας δράσης από την ΕΑΑ του κράτους μέλους Β, αλλά και από την εκ παραλλήλου ανάληψη δράσης από τις ΕΑΑ αμφοτέρων των κρατών μελών. 12. Η εκ παραλλήλου ανάληψη δράσης από δύο ή τρεις ΕΑΑ ενδείκνυται ενδεχομένως όταν μία συμφωνία ή πρακτική παράγει σημαντικές συνέπειες για τον ανταγωνισμό οι οποίες εκδηλώνονται κυρίως στην επικράτεια εκάστης ΕΑΑ, ενώ η ανάληψη δράσης από μία και μόνο ΕΑΑ δεν θα αρκούσε προκειμένου να τεθεί τέλος στην παράβαση συνολικά ή/και για να επιβληθεί η δέουσα κύρωση. Παράδειγμα 3: Δύο επιχειρήσεις συνάπτουν συμφωνία επιμερισμού της αγοράς η οποία προβλέπει ότι η δραστηριότητα της εταιρείας που εδρεύει στο κράτος μέλος Α περιορίζεται υποχρεωτικά στο εν λόγω κράτος μέλος και ότι η δραστηριότητα της εταιρείας που εδρεύει στο κράτος μέλος Β περιορίζεται υποχρεωτικά στο εν λόγω κράτος μέλος. Οι ΕΑΑ των κρατών μελών Α και Β είναι κατάλληλες για να επιληφθούν εκ παραλλήλου με την υπόθεση, έκαστη ενεργούσα για τη δική της επικράτεια. 13. Οι αρχές οι οποίες αναλαμβάνουν δράση εκ παραλλήλου για δεδομένη υπόθεση καταβάλλουν προσπάθεια για το συντονισμό των ενεργειών τους στον μεγαλύτερο δυνατό βαθμό. Για τον σκοπό αυτό, μπορεί να κρίνουν χρήσιμο να ορίσουν μεταξύ τους μία αρχή που θα αναλάβει ηγετικό ρόλο για την υπόθεση και να εκχωρήσουν στην πρωτοστατούσα αυτή αρχή ορισμένα καθήκοντα, όπως είναι, επί παραδείγματι, ο συντονισμός των μέτρων έρευνας, ενώ έκαστη αρχή παραμένει αρμόδια για τη διεξαγωγή των διαδικασιών που έχει κινήσει η ίδια. 14. Η Επιτροπή ενδείκνυται όλως ιδιαιτέρως όταν μία ή περισσότερες συμφωνίες ή πρακτικές, περιλαμβανομένων των δικτύων παρόμοιων συμφωνιών ή πρακτικών, παράγουν συνέπειες για τον ανταγωνισμό σε περισσότερα από τρία κράτη μέλη (διασυνοριακές αγορές οι οποίες εκτείνονται σε περισσότερα από τρία κράτη μέλη ή περισσότερες εθνικές αγορές). Παράδειγμα 4: Δύο επιχειρήσεις συμφωνούν να επιμερίσουν τις αγορές ή να καθορίζουν τις τιμές σε ολόκληρο το έδαφος της Κοινότητας. Κατάλληλη για να επιληφθεί της υπόθεσης είναι η Επιτροπή. Παράδειγμα 5: Μία επιχείρηση η οποία κατέχει δεσπόζουσα θέση σε τέσσερις διαφορετικές εθνικές αγορές κάνει κατάχρηση της θέσης της αυτής μέσω της επιβολής εκπτώσεων πιστής πελατειακής σχέσης στους διανομείς της στο σύνολο των υπόψη αγορών. Κατάλληλη για να επιληφθεί της υπόθεσης είναι η Επιτροπή. Η Επιτροπή θα μπορούσε επίσης να ασχοληθεί με μία εθνική αγορά, ούτως ώστε να δημιουργήσει μία "προεξάρχουσα" υπόθεση, ενώ οι υπόλοιπες εθνικές αγορές θα μπορούσαν να εξετασθούν από τις αντίστοιχες ΕΑΑ, ιδίως εάν κάθε εθνική αγορά απαιτεί αυτοτελή αξιολόγηση. 15. Εξάλλου, η Επιτροπή είναι ιδιαιτέρως κατάλληλη να επιληφθεί δεδομένης υπόθεσης οσάκις η υπόθεση αυτή συνδέεται στενά με άλλες κοινοτικές διατάξεις οι οποίες θα μπορούσαν να εφαρμοσθούν κατ' αποκλειστικότητα ή με μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα από την Επιτροπή, εφόσον το συμφέρον της Κοινότητας επιβάλλει την έκδοση απόφασης της Επιτροπής με στόχο την ανάπτυξη της κοινοτικής πολιτικής ανταγωνισμού, όπου ανακύπτει ένα νέο ζήτημα ανταγωνισμού, ή όταν απαιτείται η διασφάλιση της ουσιαστικής επιβολής της νομοθεσίας. 2.2. Μηχανισμοί συνεργασίας με σκοπό την κατανομή των υποθέσεων και την παροχή συνδρομής 2.2.1. Παροχή πληροφοριών κατά την έναρξη των διαδικασιών (άρθρο 11 παράγραφοι 2 και 3 του κανονισμού του Συμβουλίου) 16. Προκειμένου να ανιχνεύονται οι πολλαπλές διαδικασίες και να διασφαλισθεί ότι οι υποθέσεις θα εξετάζονται από μία κατάλληλη προς τούτο αρχή ανταγωνισμού, τα μέλη του Δικτύου πρέπει να ενημερώνονται σε πρώιμο στάδιο σχετικά με τις υποθέσεις που εκκρεμούν ενώπιον των διαφόρων αρχών ανταγωνισμού(7). Εάν μία υπόθεση πρόκειται να παραπεμφθεί από μία αρχή σε άλλη, τα συμφέροντα τόσο του Δικτύου όσο και των εμπλεκόμενων επιχειρήσεων εξυπηρετούνται όντως καλύτερα με την ταχεία πραγματοποίηση της παραπομπής. 17. Ο κανονισμός του Συμβουλίου προβλέπει τη θέσπιση μηχανισμού για την αλληλοενημέρωση των αρχών ανταγωνισμού, έτσι ώστε να διασφαλίζεται η αποτελεσματική και ταχεία ανακατανομή των υποθέσεων. Στο άρθρο 11 παράγραφος 3 του κανονισμού του Συμβουλίου προβλέπεται υποχρέωση ενημέρωσης της Επιτροπής από τις ΕΑΑ, κάθε φορά που ενεργούν δυνάμει των άρθρων 81 ή 82 της συνθήκης, πριν ή άνευ χρονοτριβής μετά την έναρξη του πρώτου τυπικού μέτρου έρευνας. Ορίζει επίσης ότι η ενημέρωση μπορεί να παρασχεθεί και σε άλλες ΕΑΑ(8). Το σκεπτικό του άρθρου 11 παράγραφος 3 του κανονισμού του Συμβουλίου είναι να μπορεί το Δίκτυο να ανιχνεύει τις πολλαπλές διαδικασίες και να διευθετεί το ζήτημα της τυχόν παραπομπής των υποθέσεων από τη μία αρχή στην άλλη αφ' ης στιγμής μία αρχή αρχίζει να διερευνά την εκάστοτε υπόθεση. Επομένως, είναι σκόπιμη η παροχή πληροφοριών στις ΕΑΑ και στην Επιτροπή πριν ή αμέσως μετά την πραγματοποίηση οποιασδήποτε ενέργειας παρόμοιας με τα μέτρα έρευνας που νομιμοποιείται να λαμβάνει η Επιτροπή βάσει των άρθρων 18 έως 21 του κανονισμού του Συμβουλίου. Η Επιτροπή υπέχει αντίστοιχη υποχρέωση σύμφωνα με το άρθρο 11 παράγραφος 2 του κανονισμού του Συμβουλίου. Τα μέλη του δικτύου αλληλοενημερώνονται για τις εκκρεμούσες υποθέσεις με τη χρήση ομοιόμορφου εντύπου, που περιλαμβάνει συγκεκριμένες λεπτομέρειες για την εκάστοτε υπόθεση, όπως είναι η αρχή που ασχολείται με αυτήν, το προϊόν, τα εδάφη και τα μέρη που εμπλέκονται στην υπόθεση, η εικαζόμενη παράβαση, η εικαζόμενη διάρκεια της παράβασης και η προέλευση της υπόθεσης. Ακόμη, ανταλλάσσουν μεταξύ τους επικαιροποιημένα στοιχεία οσάκις επέρχεται σχετική μεταβολή της κατάστασης. 18. Όταν ανακύπτει ζήτημα παραπομπής μιας υπόθεσης από τη μία αρχή στην άλλη, το ζήτημα πρέπει να διευθετείται χωρίς καθυστέρηση, κατά κανόνα εντός δύο μηνών από την ημερομηνία της πρώτης αποστολής πληροφοριών στο Δίκτυο δυνάμει του άρθρου 11 παράγραφος 2 ή 3 του κανονισμού του Συμβουλίου. Κατά το εν λόγω χρονικό διάστημα, οι αρχές ανταγωνισμού καταβάλλουν προσπάθεια για την επίτευξη συμφωνίας σχετικά με την τυχόν παραπομπή, καθώς επίσης, ανάλογα με την περίπτωση, σχετικά με τις ρυθμίσεις που θα διέπουν την εκ παραλλήλου ανάληψη δράσης. 19. Κατά κανόνα, η αρχή ή οι αρχές ανταγωνισμού που ασχολούνται με μία υπόθεση κατά το πέρας της προθεσμίας παραπομπής πρέπει να εξακολουθήσουν να ασχολούνται με αυτήν μέχρι την ολοκλήρωση της διαδικασίας. Η παραπομπή μιας υπόθεσης μετά την αρχική δίμηνη προθεσμία ανάθεσης πρέπει κανονικά να γίνεται μόνον εφόσον έχει υπάρξει κατά τη διάρκεια της διαδικασίας ουσιώδης μεταβολή των πραγματικών περιστατικών που είναι γνωστά για την υπόθεση. 2.2.2. Αναστολή ή περάτωση της διαδικασίας (άρθρο 13 του κανονισμού του Συμβουλίου) 20. Όταν η ίδια συμφωνία ή πρακτική υποβάλλεται σε περισσότερες αρχές ανταγωνισμού, είτε επειδή αυτές έλαβαν καταγγελία είτε επειδή κίνησαν διαδικασία αυτεπαγγέλτως, το άρθρο 13 του κανονισμού του Συμβουλίου προβλέπει τη νομική βάση για την αναστολή της διαδικασίας ή την απόρριψη της καταγγελίας με το σκεπτικό ότι με την υπόθεση ασχολείται ήδη ή έχει ασχοληθεί κατά το παρελθόν κάποια άλλη αρχή. Η φράση "ασχολείται με την υπόθεση", η οποία περιλαμβάνεται στη διατύπωση του άρθρου 13 του κανονισμού του Συμβουλίου, δεν σημαίνει απλώς ότι έχει υποβληθεί καταγγελία σε κάποια άλλη αρχή. Σημαίνει ότι η άλλη αρχή διεξάγει ήδη ή έχει διεξαγάγει κατά το παρελθόν έρευνα σχετικά με την υπόθεση για ίδιον λογαριασμό. 21. Το άρθρο 13 του κανονισμού του Συμβουλίου είναι εφαρμοστέο όταν κάποια άλλη αρχή έχει ασχοληθεί κατά το παρελθόν ή ασχολείται στο παρόν με το ζήτημα ανταγωνισμού το οποίο έχει εγείρει ο καταγγέλλων, έστω και αν η εν λόγω αρχή έχει ενεργήσει ή ενεργεί επί τη βάσει καταγγελίας που έχει υποβληθεί από διαφορετικό καταγγέλλοντα ή συνεπεία αυτεπάγγελτης διαδικασίας. Τούτο σημαίνει ότι είναι δυνατή η επίκληση του άρθρου 13 του κανονισμού του Συμβουλίου όταν η επίμαχη συμφωνία ή πρακτική αφορά την ίδια παράβαση ή τις ίδιες παραβάσεις στις ίδιες γεωγραφικές αγορές αναφοράς και αγορές προϊόντος. 22. Κάθε ΕΑΑ δύναται να αναστείλει ή να περατώσει διαδικασία η οποία εκκρεμεί ενώπιόν της, αλλά δεν είναι υποχρεωμένη να το πράξει. Το άρθρο 13 του κανονισμού του Συμβουλίου αφήνει ορισμένα περιθώρια για την εκτίμηση των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών κάθε ατομικής περίπτωσης. Η ευελιξία αυτή έχει μεγάλη σημασία: εάν δεδομένη καταγγελία απερρίφθη από μια αρχή έπειτα από διερεύνηση της ουσίας της υπόθεσης, τότε μια άλλη αρχή είναι πιθανό να μην επιθυμεί να εξετάσει εκ νέου την υπόθεση. Από την άλλη πλευρά, εάν μια καταγγελία έχει απορριφθεί γι' άλλους λόγους (π.χ. η αρχή δεν μπόρεσε να συλλέξει τα αποδεικτικά στοιχεία που ήταν αναγκαία για να αποδειχθεί η παράβαση), ενδέχεται κάποια άλλη αρχή να επιθυμεί να διεξαγάγει η ίδια έρευνα και να επιληφθεί της υπόθεσης. Η ευελιξία αυτή αντανακλάται επίσης, προκειμένου για τις εκκρεμούσες υποθέσεις, στην ευχέρεια κάθε ΕΑΑ να επιλέξει μεταξύ της περάτωσης και της αναστολής της ενώπιόν της διαδικασίας. Μία αρχή ενδέχεται να είναι απρόθυμη να προβεί στην περάτωση δεδομένης υπόθεσης προτού καταστεί σαφής η έκβαση διαδικασίας που διεξάγεται από άλλη αρχή. Η δυνατότητα αναστολής της διαδικασίας επιτρέπει σε μια αρχή να διατηρήσει τη δυνατότητα λήψης απόφασης σε μεταγενέστερη χρονική στιγμή σχετικά με το κατά πόσον θα προβεί ή όχι στην περάτωση της διαδικασίας. Η ευελιξία αυτή διευκολύνει επιπλέον τη συνεπή εφαρμογή της σχετικής νομοθεσίας. 23. Όταν μια αρχή περατώνει ή αναστέλλει μια διαδικασία επειδή κάποια άλλη αρχή ασχολείται με την ίδια υπόθεση, δύναται να διαβιβάσει, σύμφωνα με το άρθρο 12 του κανονισμού του Συμβουλίου, τα στοιχεία που έχει προσκομίσει ο καταγγέλλων στην αρχή η οποία πρόκειται να επιληφθεί της υπόθεσης. 24. Το άρθρο 13 του κανονισμού του Συμβουλίου είναι επίσης δυνατό να εφαρμοσθεί σε ένα σκέλος δεδομένης καταγγελίας ή σε ένα μέρος της εκάστοτε διαδικασίας. Ειδικότερα, ενίοτε μόνο ένα σκέλος μίας καταγγελίας ή μέρος αυτεπάγγελτης διαδικασίας παρουσιάζει αλληλοεπικάλυψη σε σχέση με υπόθεση που έχει εξετασθεί κατά το παρελθόν ή εξετάζεται ήδη από κάποια άλλη αρχή ανταγωνισμού. Στην περίπτωση αυτή, η αρχή ανταγωνισμού στην οποία υποβάλλεται η καταγγελία δικαιούται να απορρίψει ένα σκέλος της κατ' εφαρμογή του άρθρου 13 του κανονισμού του Συμβουλίου και να εξετάσει τα υπόλοιπα σκέλη της καταγγελίας με τον τρόπο που αρμόζει. Η ίδια αρχή ισχύει και για την περάτωση της διαδικασίας. 25. Το άρθρο 13 του κανονισμού του Συμβουλίου δεν αποτελεί τη μοναδική νομική βάση για την αναστολή ή περάτωση αυτεπάγγελτης διαδικασίας ή για την απόρριψη καταγγελιών. Κάθε ΕΑΑ μπορεί επίσης να προβεί στις εν λόγω ενέργειες με βάση τις δικονομικές διατάξεις της εθνικής της νομοθεσίας. Εξάλλου, η Επιτροπή δύναται και αυτή να απορρίψει μια καταγγελία λόγω ελλείψεως κοινοτικού συμφέροντος ή για άλλους λόγους που σχετίζονται με τη φύση της καταγγελίας(9). 2.2.3. Ανταλλαγή και χρήση πληροφοριών εμπιστευτικού χαρακτήρα (άρθρο 12 του κανονισμού του Συμβουλίου) 26. Ένα καίριο στοιχείο της λειτουργίας του Δικτύου είναι η εξουσία όλων των αρχών ανταγωνισμού να ανταλλάσσουν και να χρησιμοποιούν πληροφορίες (περιλαμβανομένων των εγγράφων, των δηλώσεων και των ψηφιακών πληροφοριών) οι οποίες έχουν συλλεγεί από τις ίδιες ενόψει της εφαρμογής του άρθρου 81 ή του άρθρου 82 της συνθήκης. Η εξουσία αυτή αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για την αποτελεσματική και αποδοτική κατανομή και διεκπεραίωση των υποθέσεων. 27. Το άρθρο 12 του κανονισμού του Συμβουλίου ορίζει ότι, προκειμένου για την εφαρμογή των άρθρων 81 και 82 της συνθήκης, η Επιτροπή και οι αρχές ανταγωνισμού των κρατών μελών έχουν την εξουσία να ανταλλάσσουν μεταξύ τους και να χρησιμοποιούν ως αποδεικτικό μέσο οποιοδήποτε πραγματικό ή νομικό στοιχείο, περιλαμβανομένων των πληροφοριών εμπιστευτικού χαρακτήρα. Τούτο σημαίνει ότι η ανταλλαγή πληροφοριών δεν είναι δυνατή μόνο μεταξύ μιας ΕΑΑ και της Επιτροπής, αλλά και μεταξύ των διαφόρων ΕΑΑ. Το άρθρο 12 του κανονισμού του Συμβουλίου κατισχύει των τυχόν αντίθετων νομοθετικών διατάξεων των κρατών μελών. Το ερώτημα κατά πόσον ορισμένα στοιχεία συγκεντρώθηκαν με νόμιμο τρόπο από τη διαβιβάζουσα αρχή διέπεται από τη νομοθεσία στην οποία υπόκειται η εκάστοτε αρχή. Κατά τη διαβίβαση στοιχείων, η διαβιβάζουσα αρχή δύναται να ενημερώνει την παραλαμβάνουσα αρχή για το κατά πόσον η συγκέντρωση των στοιχείων έχει αποτελέσει ή ενδέχεται να αποτελέσει μελλοντικά αντικείμενο αντιρρήσεων. 28. Κάθε τέτοια ανταλλαγή και χρήση πληροφοριών περιλαμβάνει, ιδίως, τις ακόλουθες ασφαλιστικές δικλίδες για τις επιχειρήσεις και τους πολίτες: α) Κατά πρώτον, το άρθρο 28 του κανονισμού του Συμβουλίου ορίζει ότι "η Επιτροπή και οι αρχές ανταγωνισμού των κρατών μελών, οι υπάλληλοί τους και το λοιπό προσωπικό τους [...] οφείλουν να μην δημοσιοποιούν τα στοιχεία που συγκεντρώνουν ή ανταλλάσσουν κατ' εφαρμογή του" κανονισμού του Συμβουλίου και τα οποία, "ως εκ της φύσεώς τους, καλύπτονται από την υποχρέωση του επαγγελματικού απόρρητου". Παρόλα αυτά, το νόμιμο συμφέρον των επιχειρήσεων όσον αφορά την προστασία των επιχειρηματικών τους απορρήτων δεν επιτρέπεται να θίγει την κοινολόγηση πληροφοριών οι οποίες είναι απαραίτητες για την απόδειξη παραβιάσεων των άρθρων 81 και 82 της συνθήκης. Ο όρος "επαγγελματικό απόρρητο", που χρησιμοποιείται στο άρθρο 28 του κανονισμού του Συμβουλίου, είναι έννοια του κοινοτικού δικαίου και σε αυτόν εμπίπτουν, ιδίως, τα επιχειρηματικά απόρρητα και τα λοιπά πληροφοριακά στοιχεία εμπιστευτικού χαρακτήρα. Με τον τρόπο αυτό θα θεσπισθεί ένα κοινό ελάχιστο επίπεδο προστασίας σε ολόκληρη την Κοινότητα. β) Η δεύτερη ασφαλιστική δικλίδα που παρέχεται στις επιχειρήσεις σχετίζεται με τη χρήση πληροφοριών οι οποίες έχουν ανταλλαγεί στα πλαίσια του Δικτύου. Σύμφωνα με το άρθρο 12 παράγραφος 2 του κανονισμού του Συμβουλίου, οι πληροφορίες που ανταλλάσσονται κατ' αυτόν τον τρόπο μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως αποδεικτικά μέσα μόνο προκειμένου για την εφαρμογή των άρθρων 81 και 82 της συνθήκης και για το αντικείμενο για το οποίο συνελέγησαν(10). Σύμφωνα με το άρθρο 12 παράγραφος 2 του κανονισμού του Συμβουλίου, οι πληροφορίες που ανταλλάσσονται είναι επίσης δυνατόν να χρησιμοποιηθούν για την εφαρμογή της εθνικής νομοθεσίας ανταγωνισμού εκ παραλλήλου στην ίδια υπόθεση. Τούτο είναι, ωστόσο, δυνατό μόνον εφόσον η εφαρμογή της εθνικής νομοθεσίας δεν οδηγεί σε διαφορετικό αποτέλεσμα όσον αφορά τη διαπίστωση παράβασης σε σχέση με αυτό που προκύπτει σύμφωνα με τα άρθρα 81 και 82 της συνθήκης ΕΚ. γ) Η τρίτη ασφαλιστική δικλίδα που παρέχεται με τον κανονισμό του Συμβουλίου σχετίζεται με τις κυρώσεις που επιβάλλονται κατά φυσικών προσώπων επί τη βάσει πληροφοριών που ανταλλάσσονται σύμφωνα με το άρθρο 12 παράγραφος 1. Ο κανονισμός του Συμβουλίου προβλέπει μόνο κυρώσεις κατά επιχειρήσεων για παραβιάσεις των άρθρων 81 και 82 της συνθήκης. Ορισμένες εθνικές νομοθεσίες προβλέπουν επίσης την επιβολή κυρώσεων επί φυσικών προσώπων σε συνάφεια με παραβιάσεις των άρθρων 81 και 82 της συνθήκης. Κατά κανόνα, τα δικαιώματα υπεράσπισης των ατόμων παρέχουν πιο εκτεταμένη προστασία [π.χ. ένα άτομο έχει το δικαίωμα να παραμείνει σιωπηλό, ενώ στις επιχειρήσεις μπορεί να αναγνωρίζεται απλώς το δικαίωμα να αρνηθούν να απαντήσουν σε ερωτήσεις που θα ισοδυναμούσαν με την παραδοχή της διάπραξης παραβίασης(11)]. Με το άρθρο 12 παράγραφος 3 του κανονισμού του Συμβουλίου διασφαλίζεται ότι οι πληροφορίες που προέρχονται από επιχειρήσεις δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν κατά τρόπο που να καταστρατηγεί την υψηλότερη προστασία η οποία προβλέπεται για τα άτομα. Η συγκεκριμένη διάταξη ορίζει ότι οι πληροφορίες που ανταλλάσσονται δυνάμει του κανονισμού του Συμβουλίου δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως αποδείξεις για την επιβολή κυρώσεων σε φυσικά πρόσωπα εφόσον η διαβιβάζουσα και η παραλαμβάνουσα αρχή δεν έχουν την εξουσία να επιβάλλουν κυρώσεις αναλόγου είδους σε φυσικά πρόσωπα, εκτός αν τα δικαιώματα του εκάστοτε προσώπου έχουν γίνει σεβαστά από τη διαβιβάζουσα αρχή σε βαθμό ίδιο με τον βαθμό κατοχύρωσής τους από την παραλαμβάνουσα αρχή όσον αφορά τη συλλογή αποδεικτικών στοιχείων. Ο χαρακτηρισμός των κυρώσεων από την εθνική νομοθεσία (κύρωση με "διοικητικό" ή "ποινικό" χαρακτήρα), δεν έχει σημασία στο πλαίσιο της εφαρμογής του άρθρου 12 παράγραφος 3 του κανονισμού του Συμβουλίου. Με τον κανονισμό του Συμβουλίου επιχειρείται να γίνει διάκριση μεταξύ των κυρώσεων που συνεπάγονται στέρηση της ελευθερίας και των άλλων μορφών κυρώσεων, όπως είναι τα πρόστιμα που επιβάλλονται σε φυσικά πρόσωπα και οι λοιπές προσωποπαγείς κυρώσεις. Εάν η έννομη τάξη τόσο της διαβιβάζουσας αρχής όσο και της παραλαμβάνουσας αρχής προβλέπουν κυρώσεις του ίδιου είδους (π.χ. και στα δύο κράτη μέλη είναι δυνατό να επιβληθεί πρόστιμο σε μέλος του προσωπικού επιχείρησης που ενέχεται σε παραβίαση του άρθρου 81 ή του άρθρου 82 της συνθήκης), τα στοιχεία που ανταλλάσσονται δυνάμει του άρθρου 12 του κανονισμού του Συμβουλίου είναι δυνατό να χρησιμοποιηθούν από την παραλαμβάνουσα αρχή. Στην περίπτωση αυτή, οι δικονομικές εγγυήσεις των δύο εννόμων τάξεων θεωρούνται ισοδύναμες. Εάν, αντιθέτως, οι κυρώσεις τις οποίες προβλέπουν οι δύο έννομες τάξεις διαφέρουν ως προς το είδος τους, τότε η χρήση των στοιχείων αυτών επιτρέπεται μόνον εφόσον έχει τηρηθεί ο ίδιος βαθμός προστασίας των δικαιωμάτων του εκάστοτε φυσικού προσώπου στην εν λόγω υπόθεση (βλ. το άρθρο 12 παράγραφος 3 του κανονισμού του Συμβουλίου). Στην τελευταία αυτή περίπτωση, ωστόσο, η επιβολή στερητικών της ελευθερίας κυρώσεων είναι δυνατή μόνον εφόσον τόσο η διαβιβάζουσα όσο και η παραλαμβάνουσα αρχή έχουν την εξουσία να επιβάλλουν κυρώσεις αυτής της μορφής. 2.2.4. Έρευνες (άρθρο 22 του κανονισμού του Συμβουλίου) 29. Στον κανονισμό του Συμβουλίου προβλέπεται η ευχέρεια κάθε ΕΑΑ να ζητά τη συνδρομή κάποιας άλλης ΕΑΑ, προκειμένου να συγκεντρωθούν ορισμένα στοιχεία για λογαριασμό της. Μία ΕΑΑ μπορεί να ζητήσει από κάποια άλλη ΕΑΑ να προβεί για λογαριασμό της στη λήψη μέτρων με σκοπό την εξακρίβωση πραγματικών περιστατικών. Σύμφωνα με το άρθρο 12 του κανονισμού του Συμβουλίου, η συνδράμουσα ΕΑΑ έχει την εξουσία να διαβιβάσει τα στοιχεία που έχει συγκεντρώσει στην ΕΑΑ που τα έχει ζητήσει. Οποιαδήποτε ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ των ΕΑΑ και η χρήση τους ως αποδεικτικών μέσων από την ΕΑΑ που τις έχει ζητήσει πρέπει υποχρεωτικά να γίνεται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 12 του κανονισμού του Συμβουλίου. Όταν μία ΕΑΑ ενεργεί για λογαριασμό κάποιας άλλης ΕΑΑ, εφαρμόζει τους δικούς της διαδικαστικούς κανόνες και κάνει χρήση των εξουσιών έρευνας που αναγνωρίζονται σε αυτήν την ίδια. 30. Βάσει του άρθρου 22 παράγραφος 2 του κανονισμού του Συμβουλίου, η Επιτροπή μπορεί να ζητά από τις ΕΑΑ να διενεργήσουν ελέγχους για λογαριασμό της. Η Επιτροπή έχει την ευχέρεια είτε να εκδώσει απόφαση κατ' εφαρμογή του άρθρου 20 παράγραφος 4 του κανονισμού του Συμβουλίου είτε απλώς να απευθύνει αίτηση στην οικεία ΕΑΑ. Οι υπάλληλοι της οικείας ΕΑΑ ασκούν τις αρμοδιότητές τους σύμφωνα με την εθνική τους νομοθεσία. Το προσωπικό της Επιτροπής δύναται να συνδράμει την ΕΑΑ κατά τη διενέργεια του ελέγχου. 2.3. Θέση των επιχειρήσεων 2.3.1. Γενικές παρατηρήσεις 31. Όλα τα μέλη του Δικτύου καταβάλλουν προσπάθεια έτσι ώστε η διαδικασία ανάθεσης των υποθέσεων να είναι ταχεία και αποτελεσματική. Επειδή ο κανονισμός του Συμβουλίου έχει δημιουργήσει ένα σύστημα παράλληλων αρμοδιοτήτων, η κατανομή των υποθέσεων μεταξύ των μελών του Δικτύου συνιστά απλό καταμερισμό εργασίας βάσει του οποίου ορισμένες αρχές απέχουν από την ανάληψη δράσης. Επομένως, η κατανομή των υποθέσεων δεν συνεπάγεται τη σύσταση ατομικών δικαιωμάτων για τις επιχειρήσεις που εμπλέκονται σε μια παράβαση ή επηρεάζονται από αυτήν, οι οποίες δεν μπορούν συνεπώς να αξιώσουν την εξέταση της εκάστοτε υπόθεσης από μία συγκεκριμένη αρχή. 32. Εάν μία υπόθεση παραπεμφθεί από μία αρχή ανταγωνισμού σε άλλη, τούτο συμβαίνει επειδή η εφαρμογή των κριτηρίων ανάθεσης που περιγράφονται παραπάνω οδήγησε στο συμπέρασμα ότι η δεύτερη αρχή είναι κατάλληλη για να επιληφθεί της υπόθεσης, είτε μόνη της είτε εκ παραλλήλου με άλλη αρχή. Η αρχή ανταγωνισμού προς την οποία παραπέμπεται δεδομένη υπόθεση θα ήταν σε θέση, ούτως ή άλλως, να κινήσει αυτεπάγγελτη διαδικασία σε σχέση με την υποτιθέμενη παράβαση. 33. Εξάλλου, όλες οι αρχές ανταγωνισμού εφαρμόζουν την κοινοτική νομοθεσία ανταγωνισμού, ενώ ο κανονισμός του Συμβουλίου προβλέπει μηχανισμούς για τη διασφάλιση της συνεπούς εφαρμογής των σχετικών κανόνων. 34. Οσάκις μία υπόθεση παραπέμπεται από μία αρχή σε άλλη στα πλαίσια του Δικτύου, οι ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις και ο καταγγέλλων ή οι καταγγέλλοντες ενημερώνονται σχετικά το συντομότερο δυνατό από τις οικείες αρχές ανταγωνισμού. 2.3.2. Θέση των καταγγελλόντων 35. Σε περίπτωση που υποβληθεί στην Επιτροπή καταγγελία δυνάμει του άρθρου 7 του κανονισμού του Συμβουλίου και η Επιτροπή δεν διεξαγάγει έρευνα για την καταγγελία ή δεν απαγορεύσει την καταγγελλόμενη συμφωνία ή πρακτική, ο καταγγέλλων έχει το δικαίωμα να ζητήσει την έκδοση απόφασης με την οποία να απορρίπτεται η καταγγελία του με την επιφύλαξη του άρθρου 7 παράγραφος 3 του κανονισμού εφαρμογής της Επιτροπής(12). Τα δικαιώματα των καταγγελλόντων που υποβάλλουν καταγγελία σε συγκεκριμένη ΕΑΑ διέπονται από την εφαρμοστέα εθνική νομοθεσία. 36. Επιπλέον, το άρθρο 13 του κανονισμού του Συμβουλίου προβλέπει ότι όλες οι ΕΑΑ έχουν τη δυνατότητα να αναστείλουν την εξέταση μιας καταγγελίας ή να την απορρίψουν με το σκεπτικό ότι με την ίδια υπόθεση ασχολείται ήδη ή έχει ασχοληθεί κατά το παρελθόν κάποια άλλη αρχή ανταγωνισμού. Η ίδια διάταξη παρέχει επίσης στην Επιτροπή την εξουσία να απορρίπτει μία καταγγελία για τον λόγο ότι η αρχή ανταγωνισμού ενός κράτους μέλους ασχολείται ήδη ή έχει ασχοληθεί κατά το παρελθόν με την ίδια υπόθεση. Σύμφωνα με το άρθρο 12 του κανονισμού του Συμβουλίου, επιτρέπεται η διαβίβαση πληροφοριών μεταξύ αρχών ανταγωνισμού στα πλαίσια του Δικτύου, υπό τον όρο της τήρησης των εγγυήσεων που προβλέπονται στο ίδιο άρθρο (βλ. την παράγραφο 28). 2.3.3. Θέση των αιτούντων που επικαλούνται το ευεργέτημα καθεστώτος επιεικείας 37. Η Επιτροπή θεωρεί(13) ότι το συμφέρον της Κοινότητας εξυπηρετείται με την παροχή ευνοϊκής μεταχείρισης σε επιχειρήσεις οι οποίες συνεργάζονται μαζί της κατά τις έρευνες με αντικείμενο παραβιάσεις της αντιμονοπωλιακής νομοθεσίας. Αρκετά κράτη μέλη έχουν ομοίως θεσπίσει καθεστώτα επιεικείας(14) τα οποία αφορούν τέτοιου είδους έρευνες. Σκοπός των εν λόγω καθεστώτων επιεικείας είναι η διευκόλυνση της ανίχνευσης από τις αρχές ανταγωνισμού δραστηριοτήτων που κατατείνουν σε παραβίαση της αντιμονοπωλιακής νομοθεσίας, πράγμα που λειτουργεί επιπλέον ως παράγοντας αποτροπής της συμμετοχής σε αθέμιτες συμπράξεις (καρτέλ). 38. Στον βαθμό που δεν υπάρχει κάποιο πλέγμα πλήρως εναρμονισμένων καθεστώτων επιεικείας που να καλύπτει το σύνολο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, μία αίτηση για επιείκεια η οποία έχει υποβληθεί σε συγκεκριμένη αρχή δεν είναι δυνατό να θεωρηθεί ως αίτηση για επιείκεια με αποδέκτη οποιαδήποτε άλλη αρχή. Για τον λόγο αυτό, ο αιτών έχει συμφέρον να υποβάλει αίτηση επιείκειας σε όλες τις αρχές ανταγωνισμού που είναι αρμόδιες να εφαρμόζουν το άρθρο 81 της συνθήκης στο έδαφος όπου εκδηλώνονται οι επιπτώσεις της εκάστοτε παράβασης και οι οποίες είναι πιθανό να θεωρηθούν κατάλληλες να αναλάβουν δράση εναντίον της(15). Λόγω της σπουδαιότητας των χρονικών παραμέτρων στο πλαίσιο των περισσότερων υφιστάμενων καθεστώτων επιείκειας, όσοι ενδιαφέρονται να υπαχθούν στα καθεστώτα αυτά πρέπει επίσης να εξετάζουν κατά πόσον θα ήταν σκόπιμη η ταυτόχρονη υποβολή πολλαπλών αιτήσεων επιείκειας στις αρμόδιες αρχές. Εναπόκειται στον αιτούντα να προβεί στις ενέργειες που θεωρεί απαραίτητες για τη διασφάλιση της θέσης του έναντι των διαδικασιών που θα μπορούσαν να κινήσουν οι εν λόγω αρχές. 39. Όπως συμβαίνει σε όλες τις περιπτώσεις εφαρμογής των άρθρων 81 και 82 της συνθήκης, όταν μια ΕΑΑ ασχολείται με υπόθεση η οποία έχει κινηθεί έπειτα από την υποβολή αίτησης επιείκειας, οφείλει να ενημερώσει σχετικά την Επιτροπή και δύναται να ενημερώσει και τα υπόλοιπα μέλη του Δικτύου κατ' εφαρμογή του άρθρου 11 παράγραφος 3 του κανονισμού του Συμβουλίου (πρβλ. την παράγραφο 16 και επόμ.). Η Επιτροπή έχει ισοδύναμη υποχρέωση δυνάμει του άρθρου 11 παράγραφος 2 του κανονισμού του Συμβουλίου. Στις περιπτώσεις αυτές, ωστόσο, οι πληροφορίες που υποβάλλονται στο Δίκτυο δυνάμει του άρθρου 11 δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν από άλλα μέλη του Δικτύου ως βάση για την έναρξη έρευνας για δικό τους λογαριασμό, ούτε κατ' εφαρμογή των διατάξεων περί ανταγωνισμού της συνθήκης, ούτε, εάν πρόκειται για ΕΑΑ, βάσει της οικείας εθνικής νομοθεσίας ανταγωνισμού ή λοιπής νομοθεσίας(16). Η ρύθμιση αυτή δεν θίγει την τυχόν εξουσία της εκάστοτε αρχής να κινήσει έρευνα με βάση πληροφορίες τις οποίες έχει λάβει από άλλες πηγές, ούτε την εξουσία της, με την επιφύλαξη των κατωτέρω παραγράφων 40 και 41, να ζητήσει, να λάβει και να χρησιμοποιήσει στοιχεία δυνάμει του άρθρου 12 του κανονισμού του Συμβουλίου από οποιοδήποτε μέλος του δικτύου, περιλαμβανομένου του μέλους του δικτύου στο οποίο έχει υποβληθεί η αίτηση επιείκειας. 40. Με την επιφύλαξη όσων ορίζονται στην παράγραφο 41, οι πληροφορίες που έχουν υποβληθεί οικειοθελώς από επιχείρηση η οποία έχει ζητήσει την υπαγωγή της σε καθεστώς επιεικείας επιτρέπεται να διαβιβασθούν σε άλλο μέλος του Δικτύου κατ' εφαρμογή του άρθρου 12 του κανονισμού του Συμβουλίου μόνο με την έγκριση της εν λόγω επιχείρησης. Παρομοίως, άλλες πληροφορίες οι οποίες έχουν συγκεντρωθεί κατά τη διάρκεια ή μετά τη διενέργεια επιτόπιου ελέγχου ή διαμέσου ή κατόπιν άλλων εξακριβωτικών μέτρων που, σε έκαστη περίπτωση, δεν θα ήταν δυνατό να εφαρμοσθούν παρά μόνο συνεπεία της υποβολής αίτησης επιείκειας επιτρέπεται να διαβιβασθούν σε άλλη αρχή κατ' εφαρμογή του άρθρου 12 του κανονισμού του Συμβουλίου μόνον εφόσον ο αιτών έχει συγκατανεύσει στη διαβίβαση στην εν λόγω άλλη αρχή πληροφοριών που ο ίδιος έχει προσκομίσει οικειοθελώς στο πλαίσιο της αίτησης επιεικείας. Τα μέλη του Δικτύου παροτρύνουν τις επιχειρήσεις που υποβάλλουν αίτηση επιείκειας να παρέχουν τέτοια έγκριση, ιδίως σε σχέση με την κοινολόγηση σε αρχές από τις οποίες οι αιτούντες θα μπορούσαν να εξασφαλίσουν επιεική μεταχείριση. Αφ' ης στιγμής ο αιτών έχει δώσει την έγκρισή του για τη διαβίβαση πληροφοριών σε άλλη αρχή, η έγκριση αυτή δεν είναι δυνατό να ανακληθεί. Η παρούσα παράγραφος ισχύει, ωστόσο, με την επιφύλαξη της ευθύνης εκάστου αιτούντος να υποβάλει αιτήσεις επιείκειας σε οποιαδήποτε αρχή την οποία ο ίδιος θεωρεί ενδεχομένως ενδεδειγμένη. 41. Κατά παρέκκλιση των παραπάνω, η έγκριση του αιτούντος για τη διαβίβαση πληροφοριών σε άλλη αρχή κατ' εφαρμογή του άρθρου 12 του κανονισμού του Συμβουλίου δεν απαιτείται σε καμία από τις ακόλουθες περιπτώσεις: 1. Δεν απαιτείται έγκριση όταν η παραλαμβάνουσα αρχή έχει επίσης παραλάβει αίτηση επιείκειας η οποία αφορά την ίδια παράβαση και προέρχεται από τον ίδιο αιτούντα ο οποίος έχει υποβάλει αίτηση και στη διαβιβάζουσα αρχή, υπό την προϋπόθεση ότι, κατά τον χρόνο διαβίβασης των πληροφοριών, ο αιτών δεν έχει το δικαίωμα να ανακαλέσει τις πληροφορίες που έχει υποβάλει στην παραλαμβάνουσα αρχή. 2. Δεν απαιτείται έγκριση όταν η παραλαμβάνουσα αρχή έχει αναλάβει γραπτώς τη δέσμευση ότι ούτε οι πληροφορίες που της διαβιβάζονται ούτε καμία άλλη πληροφορία που μπορεί να λάβει μετά την ημερομηνία και τη χρονική στιγμή της διαβίβασης που έχει καταχωρήσει η διαβιβάζουσα αρχή πρόκειται να χρησιμοποιηθούν από την ίδια ή από οιαδήποτε άλλη αρχή προς την οποία διαβιβάζει τις εκάστοτε πληροφορίες με σκοπό την επιβολή κυρώσεων: α) στην επιχείρηση που έχει υποβάλει αίτηση επιεικείας· β) σε οποιοδήποτε άλλο νομικό ή φυσικό πρόσωπο το οποίο υπάγεται στην ευνοϊκή μεταχείριση που προσφέρει η διαβιβάζουσα αρχή συνεπεία της αίτησης που έχει υποβληθεί για υπαγωγή στο οικείο καθεστώς επιείκειας· γ) σε οποιονδήποτε εργαζόμενο ή πρώην εργαζόμενο οποιουδήποτε από τα πρόσωπα που εμπίπτουν στα στοιχεία α) ή β). Στον αιτούντα διατίθεται αντίγραφο της γραπτής δέσμευσης της παραλαμβάνουσας αρχής. 3. Οσάκις πρόκειται για πληροφορίες που έχουν συλλεγεί από μέλος του Δικτύου βάσει του άρθρου 22 παράγραφος 1 του κανονισμού του Συμβουλίου εξ ονόματος και για λογαριασμό του μέλους του Δικτύου στο οποίο έχει υποβληθεί αίτηση επιεικείας, δεν απαιτείται έγκριση για τη διαβίβαση των πληροφοριών στο μέλος του Δικτύου που έχει παραλάβει την αίτηση, ούτε για τη χρήση τους από αυτό. 42. Πληροφορίες που συσχετίζονται με περίπτωση κίνησης διαδικασίας έπειτα από την υποβολή αίτησης για επιεική μεταχείριση και που έχουν υποβληθεί στην Επιτροπή σύμφωνα με το άρθρο 11 παράγραφος 3 του κανονισμού του Συμβουλίου(17) θα διατίθενται μόνο σε όποιες ΕΑΑ έχουν δεσμευτεί να σέβονται τις αρχές που περιγράφονται παραπάνω (βλ. παράγραφο 72). Η ίδια αρχή θα ισχύει και για περιπτώσεις όπου η Επιτροπή κίνησε διαδικασίες έπειτα από υποβολή αίτησης για επιεική μεταχείριση στην ίδια. Αυτό δεν επηρεάζει την εξουσία κάθε Αρχής να λαμβάνει στοιχεία δυνάμει του άρθρου 12 του κανονισμού του Συμβουλίου, υπό την προϋπόθεση ότι θα γίνονται σεβαστές οι διατάξεις των παραγράφων 40 και 41. 3. ΣΥΝΕΠΗΣ ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΤΗΣ ΚΟΙΝΟΤΙΚΗΣ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑΣ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΟΥ(18) 3.1. Μηχανισμός συνεργασίας (άρθρο 11 παράγραφοι 4 και 5 του κανονισμού του Συμβουλίου) 43. Με τον κανονισμό του Συμβουλίου επιδιώκεται η συνεπής εφαρμογή στο σύνολο της Κοινότητας των άρθρων 81 και 82 της συνθήκης. Στο πλαίσιο αυτό, οι ΕΑΑ οφείλουν να σέβονται τον κανόνα περί σύγκλισης που περιέχεται στο άρθρο 3 παράγραφος 2 του κανονισμού του Συμβουλίου. Σύμφωνα με όσα ορίζονται στο άρθρο 16 παράγραφος 2, οι ΕΑΑ δεν δύνανται, κατά την έκδοση αποφάσεων κατ' εφαρμογή του άρθρου 81 ή του άρθρου 82 της συνθήκης σχετικά με συμφωνίες, αποφάσεις και πρακτικές που αποτελούν ήδη αντικείμενο απόφασης της Επιτροπής, να εκδίδουν αποφάσεις αντιφάσκουσες προς τις αποφάσεις της Επιτροπής. Στο πλαίσιο του Δικτύου των αρχών ανταγωνισμού, η Επιτροπή, ως θεματοφύλακας της συνθήκης, είναι σε τελική ανάλυση, αλλά όχι αποκλειστικά, υπεύθυνη για την κατάστρωση πολιτικής και για τη διασφάλιση της συνεπούς εφαρμογής της κοινοτικής νομοθεσίας ανταγωνισμού. 44. Σύμφωνα με το άρθρο 11 παράγραφος 4 του κανονισμού του Συμβουλίου, το αργότερο 30 ημέρες πριν από την έκδοση απόφασης για την εφαρμογή του άρθρου 81 ή 82 της συνθήκης με την οποία διατάσσεται η παύση μιας παράβασης, γίνονται δεκτές αναλήψεις υποχρεώσεων ή ανακαλείται το ευεργέτημα ενός κανονισμού περί απαλλαγής κατά κατηγορία, οι ΕΑΑ ενημερώνουν την Επιτροπή σχετικά και πρέπει να της αποστείλουν, το αργότερο 30 ημέρες πριν από την έκδοση απόφασης, περίληψη της υποθέσεως, την προβλεπόμενη απόφαση ή, εάν δεν πρόκειται να ληφθεί απόφαση, κάθε άλλο έγγραφο που επισημαίνει τον προτεινόμενο τρόπο δράσης. 45. Όπως και στην περίπτωση του άρθρου 11 παράγραφος 3 του κανονισμού του Συμβουλίου, η υποχρέωση αφορά μεν την ενημέρωση της Επιτροπής, αλλά οι πληροφορίες μπορεί να κοινοποιούνται, από την ΕΑΑ η οποία ενημερώνει την Επιτροπή, και στα άλλα μέλη του Δικτύου. 46. Όταν μία ΕΑΑ έχει ενημερώσει την Επιτροπή κατ' εφαρμογή του άρθρου 11 παράγραφος 4 του κανονισμού του Συμβουλίου κι έχει εκπνεύσει η προθεσμία των 30 ημερών, επιτρέπεται η έκδοση απόφασης, υπό την προϋπόθεση όμως ότι δεν έχει κινηθεί διαδικασία από την Επιτροπή. Η Επιτροπή δύναται να υποβάλει γραπτές παρατηρήσεις επί της υπόθεσης πριν από την έκδοση απόφασης από την ΕΑΑ. Η ΕΑΑ και η Επιτροπή καταβάλλουν κατάλληλες προσπάθειες για τη διασφάλιση της συνεπούς εφαρμογής της κοινοτικής νομοθεσίας (βλ. την παράγραφο 3). 47. Εάν εξαιτίας ειδικών περιστάσεων επιβάλλεται η έκδοση απόφασης σε επίπεδο κράτους μέλους σε λιγότερες από 30 ημέρες από τη διαβίβαση των πληροφοριών κατ' εφαρμογή του άρθρου 11 παράγραφος 4 του κανονισμού του Συμβουλίου, η οικεία ΕΑΑ μπορεί να ζητήσει από την Επιτροπή να ενεργήσει σε συντομότερο χρονικό διάστημα. Η Επιτροπή καταβάλλει κάθε προσπάθεια προκειμένου να προβεί στις απαραίτητες ενέργειες το ταχύτερο δυνατό. 48. Ορισμένα άλλα είδη αποφάσεων, όπως είναι οι αποφάσεις για την απόρριψη καταγγελιών, οι αποφάσεις για την περάτωση αυτεπάγγελτων διαδικασιών και οι αποφάσεις με τις οποίες διατάσσονται ασφαλιστικά μέτρα, ενδέχονται επίσης να έχουν σημασία από την άποψη της πολιτικής ανταγωνισμού, εγύροντας έτσι το ενδιαφέρον των μελών του Δικτύου και την επιθυμία τους για σχετική ενημέρωση, και ενδεχομένως για συζήτηση. Για τον λόγο αυτό, οι ΕΑΑ μπορούν, με βάση το άρθρο 11 παράγραφος 5 του κανονισμού του Συμβουλίου, να ενημερώνουν την Επιτροπή και, κατ' επέκταση, το Δίκτυο σχετικά με οποιαδήποτε άλλη περίπτωση εφαρμογής της κοινοτικής νομοθεσίας ανταγωνισμού. 49. Όλα τα μέλη του Δικτύου ωφείλουν να αλληλοενημερώνονται μέσω κοινού ενδοδικτύου σχετικά με την περάτωση διαδικασιών που έχουν διεξαχθεί ενώπιόν τους και έχουν κοινοποιηθεί στο Δίκτυο κατ' εφαρμογή του άρθρου 11 παράγραφοι 2 και 3 του κανονισμού του Συμβουλίου(19). 3.2. Κίνηση διαδικασίας από την Επιτροπή δυνάμει του άρθρου 11 παράγραφος 6 του κανονισμού του Συμβουλίου 50. Σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου, η Επιτροπή, η οποία σύμφωνα με το άρθρο 85 παράγραφος 1 της συνθήκης ΕΚ είναι επιφορτισμένη με τη διασφάλιση της τήρησης των αρχών που προβλέπονται στα άρθρα 81 και 82 της συνθήκης, είναι υπεύθυνη για την χάραξη και την υλοποίηση των προσανατολισμών της κοινοτικής πολιτικής ανταγωνισμού(20). Δύναται να εκδίδει ανά πάσα στιγμή ατομικές αποφάσεις δυνάμει των άρθρων 81 και 82 της συνθήκης. 51. Το άρθρο 11 παράγραφος 6 του κανονισμού του Συμβουλίου προνοεί ότι η κίνηση διαδικασίας από την Επιτροπή με σκοπό την έκδοση απόφασης κατ' εφαρμογή του κανονισμού του Συμβουλίου συνεπάγεται την απώλεια από τις όλες τις ΕΑΑ της αρμοδιότητάς τους να εφαρμόζουν τα άρθρα 81 και 82 της συνθήκης. Τούτο σημαίνει ότι, αφ' ης στιγμής η Επιτροπή έχει κινήσει διαδικασία, οι ΕΑΑ δεν μπορούν να ενεργήσουν στηριζόμενες στην ίδια νομική βάση κατά της ίδιας συμφωνίας (ή των ίδιων συμφωνιών) ή πρακτικής (ή πρακτικών) από μέρους της ίδιας επιχείρησης ή των ίδιων επιχειρήσεων και στην ίδια σχετική γεωγραφική αγορά και αγορά προϊόντος. 52. Η κίνηση διαδικασίας από την Επιτροπή είναι τυπική πράξη(21) με την οποία η Επιτροπή εκδηλώνει την πρόθεσή της να εκδώσει απόφαση δυνάμει του κεφαλαίου III του κανονισμού του Συμβουλίου. Είναι δυνατό να πραγματοποιηθεί σε οποιοδήποτε στάδιο της έρευνας που η Επιτροπή διεξάγει για την υπόθεση. Το γεγονός και μόνο ότι η Επιτροπή έχει λάβει καταγγελία δεν αρκεί καθ' εαυτό για να θεωρηθεί ότι οι οικείες ΕΑΑ έχουν παύσει να είναι αρμόδιες για την υπόθεση. 53. Είναι πιθανές δύο περιπτώσεις. Πρώτον, εάν η Επιτροπή είναι η πρώτη αρχή ανταγωνισμού που κινεί διαδικασία σε μία υπόθεση η οποία αφορά την έκδοση απόφασης βάσει του κανονισμού του Συμβουλίου, οι εθνικές αρχές ανταγωνισμού δεν έχουν πλέον την εξουσία να επιληφθούν της υπόθεσης. Το άρθρο 11 παράγραφος 6 του κανονισμού του Συμβουλίου προνοεί ότι, αφ' ης στιγμής έχει κινηθεί διαδικασία από την Επιτροπή, οι ΕΑΑ δεν δύνανται πλέον να κινήσουν αυτοτελή διαδικασία με σκοπό την εφαρμογή των άρθρων 81 και 82 της συνθήκης ως προς την ίδια συμφωνία (ή συμφωνίες) ή πρακτική (ή πρακτικές) από μέρους της ίδιας επιχείρησης ή των ίδιων επιχειρήσεων και στην ίδια σχετική γεωγραφική αγορά και αγορά προϊόντος. 54. Η δεύτερη περίπτωση ανακύπτει όταν μία η περισσότερες ΕΑΑ έχουν ενημερώσει το Δίκτυο κατ' εφαρμογή του άρθρου 11 παράγραφος 3 του κανονισμού του Συμβουλίου ότι έχουν ήδη επιληφθεί συγκεκριμένης υπόθεσης. Κατά τη διάρκεια της αρχικής περιόδου ανάθεσης (ενδεικτική δίμηνη προθεσμία - βλ. την ανωτέρω παράγραφο 18), η Επιτροπή δύναται να κινήσει διαδικασία σύμφωνα με το άρθρο 11 παράγραφος 6 του κανονισμού του Συμβουλίου αφού διεξαγάγει πρώτα διαβουλεύσεις με τις οικείες αρχές. Μετά τη φάση της ανάθεσης, η Επιτροπή εφαρμόζει καταρχήν το άρθρο 11 παράγραφος 6 του κανονισμού του Συμβουλίου μόνον εφόσον συντρέχει μία από τις ακόλουθες περιπτώσεις: α) Τα μέλη του Δικτύου σκοπεύουν να εκδώσουν αντικρουόμενες αποφάσεις για την ίδια υπόθεση. β) Τα μέλη του Δικτύου σκοπεύουν να εκδώσουν απόφαση η οποία έρχεται σε πρόδηλη αντίθεση με πάγια νομολογία· στο πλαίσιο αυτό είναι σκόπιμο να χρησιμοποιούνται ως γνώμονας οι προϋποθέσεις που καθορίζονται σε αποφάσεις των κοινοτικών δικαστηρίων και σε παλαιότερες αποφάσεις και κανονισμούς της Επιτροπής· σε ό,τι αφορά την αξιολόγηση των πραγματικών περιστατικών (π.χ. καθορισμός της σχετικής αγοράς), η Επιτροπή παρεμβαίνει μόνο σε περίπτωση που διαπιστωθεί σημαντική απόκλιση. γ) Ένα ή περισσότερα μέλη του Δικτύου παρελκύουν αδικαιολόγητα τη διαδικασία στη συγκεκριμένη υπόθεση. δ) Είναι απαραίτητη η έκδοση απόφασης από την Επιτροπή προς χάριν της περαιτέρω ανάπτυξης της κοινοτικής πολιτικής ανταγωνισμού, ιδίως αν έχει ανακύψει σε περισσότερα κράτη μέλη παρόμοιο ζήτημα ανταγωνισμού ή για να διασφαλισθεί η αποτελεσματική επιβολή της σχετικής νομοθεσίας. ε) Η οικεία ΕΑΑ ή οι οικείες ΕΑΑ δεν προβάλλουν αντίρρηση. 55. Εάν μία ΕΑΑ προβαίνει ήδη σε ενέργειες για δεδομένη υπόθεση, η Επιτροπή εξηγεί γραπτώς τους λόγους που υπαγορεύουν την εφαρμογή του άρθρου 11 παράγραφος 6 του κανονισμού του Συμβουλίου στην οικεία ΕΑΑ και στα υπόλοιπα μέλη του Δικτύου(22). 56. Η Επιτροπή αναγγέλλει εγκαίρως στο Δίκτυο την πρόθεσή της να εφαρμόσει το άρθρο 11 παράγραφος 6 του κανονισμού του Συμβουλίου, ούτως ώστε τα μέλη του Δικτύου να έχουν τη δυνατότητα να ζητήσουν τη σύγκληση της συμβουλευτικής επιτροπής σχετικά με το συγκεκριμένο θέμα πριν από την κίνηση διαδικασίας από μέρους της Επιτροπής. 57. Υπό κανονικές συνθήκες και στον βαθμό που δεν διακυβεύεται το συμφέρον της Κοινότητας, η Επιτροπή δεν εκδίδει απόφαση αντιβαίνουσα σε απόφαση μιας ΕΑΑ εφόσον έχουν τηρηθεί δεόντως οι περί ενημέρωσης διατάξεις του άρθρου 11 παράγραφοι 3 και 4 του κανονισμού του Συμβουλίου και η Επιτροπή δεν έχει κάνει χρήση του άρθρου 11 παράγραφος 6 του κανονισμού του Συμβουλίου. 4. ΡΟΛΟΣ ΚΑΙ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΤΗΣ ΣΥΜΒΟΥΛΕΥΤΙΚΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΣΤΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ 58. Η συμβουλευτική επιτροπή είναι το όργανο στο οποίο εμπειρογνώμονες από τις διάφορες αρχές ανταγωνισμού συζητούν επιμέρους υποθέσεις και γενικά ζητήματα κοινοτικής νομοθεσίας ανταγωνισμού(23). 4.1. Αντικείμενο των διαβουλεύσεων 4.1.1. Αποφάσεις της Επιτροπής 59. Διαβουλεύσεις με τη συμβουλευτική επιτροπή πραγματοποιούνται πριν από την έκδοση οιασδήποτε απόφασης από την Επιτροπή κατ' εφαρμογή των άρθρων 7, 8, 9, 10, 23, 24 παράγραφος 2 ή 29 παράγραφος 1 του κανονισμού του Συμβουλίου. Η Επιτροπή οφείλει να λαμβάνει υπόψη στον μεγαλύτερο δυνατό βαθμό τη γνώμη της συμβουλευτικής επιτροπής και να την ενημερώνει για τον τρόπο κατά τον οποίο ελήφθη υπόψη η γνώμη της. 60. Για τις αποφάσεις που αφορούν τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων, οι διαβουλεύσεις με τη συμβουλευτική επιτροπή διεξάγονται σύμφωνα με ταχύτερη και λιγότερο επαχθή διαδικασία, επί τη βάσει σύντομου επεξηγηματικού υπομνήματος και του διατακτικού της απόφασης. 4.1.2. Αποφάσεις των ΕΑΑ 61. Για το Δίκτυο είναι επωφελές να μπορούν να συζητούνται στο πλαίσιο της συμβουλευτικής επιτροπής οι βαρύνουσας σημασίας υποθέσεις οι οποίες απασχολούν τις ΕΑΑ βάσει των άρθρων 81 και 82 της συνθήκης. Ο κανονισμός του Συμβουλίου παρέχει στην Επιτροπή τη δυνατότητα να εγγράφει στην ημερήσια διάταξη της συμβουλευτικής επιτροπής μία συγκεκριμένη υπόθεση με την οποία ασχολείται κάποια ΕΑΑ. Την πραγματοποίηση διαβουλεύσεων μπορεί να ζητήσει η Επιτροπή ή οποιοδήποτε κράτος μέλος. Και στις δύο περιπτώσεις, η Επιτροπή εγγράφει την υπόθεση στην ημερήσια διάταξη αφού πρώτα ενημερώσει την οικεία ή τις οικείες ΕΑΑ. Η συζήτηση αυτή στο πλαίσιο της συμβουλευτικής επιτροπής δεν οδηγεί στην έκδοση επίσημης γνωμοδότησης. 62. Για τις υποθέσεις μεγάλης σημασίας, η συμβουλευτική επιτροπή μπορεί επίσης να χρησιμεύσει ως πλαίσιο για τη συζήτηση του θέματος της ανάθεσης της εκάστοτε υπόθεσης. Ειδικότερα, εάν η Επιτροπή προτίθεται να εφαρμόσει το άρθρο 11 παράγραφος 6 του κανονισμού του Συμβουλίου μετά την αρχική περίοδο ανάθεσης, η υπόθεση μπορεί να συζητηθεί στη συμβουλευτική επιτροπή πριν από την κίνηση διαδικασίας από μέρους της Επιτροπής. Η συμβουλευτική επιτροπή δύναται να εκδώσει ανεπίσημη δήλωση επί του θέματος. 4.1.3. Μέτρα εφαρμογής, κανονισμοί περί απαλλαγής κατά κατηγορία, κατευθυντήριες γραμμές και λοιπές ανακοινώσεις (άρθρο 33 του κανονισμού του Συμβουλίου) 63. Διεξαγωγή διαβουλεύσεων με τη συμβουλευτική επιτροπή προβλέπεται προκειμένου για τα σχέδια κανονισμών της Επιτροπής, κατά τα προβλεπόμενα στους συναφείς κανονισμούς του Συμβουλίου. 64. Πέραν των κανονισμών, η Επιτροπή μπορεί ακόμη να εκδίδει ανακοινώσεις και κατευθυντήριες γραμμές. Πρόκειται για πιο ευέλικτα εργαλεία, τα οποία είναι ιδιαίτερα χρήσιμα στην επεξήγηση και αναγγελία της πολιτικής της Επιτροπής, καθώς και για στην επεξήγηση του τρόπου ερμηνείας της νομοθεσίας ανταγωνισμού από την Επιτροπή. Διαβουλεύσεις με τη συμβουλευτική επιτροπή πραγματοποιούνται επίσης για τις εν λόγω ανακοινώσεις και κατευθυντήριες γραμμές. 4.2. Διαδικασία 4.2.1. Τακτική διαδικασία 65. Όταν οι διαβουλεύσεις αφορούν σχέδιο απόφασης της Επιτροπής, η συνεδρίαση της συμβουλευτικής επιτροπής πραγματοποιείται το ενωρίτερο 14 ημέρες μετά την αποστολή των προσκλήσεων συμμετοχής από την Επιτροπή. Η Επιτροπή επισυνάπτει στην πρόσκληση περίληψη της υπόθεσης, κατάλογο των σημαντικότερων συναφών εγγράφων (πρόκειται για τα έγγραφα που χρειάζονται για την αξιολόγηση της υπόθεσης) και σχέδιο της απόφασης. Η συμβουλευτική επιτροπή γνωμοδοτεί επί του σχεδίου απόφασης της Επιτροπής. Κατόπιν αιτήσεως ενός ή περισσοτέρων μελών, η γνωμοδότηση πρέπει να είναι αιτιολογημένη. 66. Ο κανονισμός του Συμβουλίου καθιερώνει τη δυνατότητα των κρατών μελών να συμφωνούν βραχύτερο χρονικό διάστημα μεταξύ της αποστολής της πρόσκλησης και της συνεδρίασης. 4.2.2. Έγγραφη διαδικασία 67. Ο κανονισμός του Συμβουλίου καθιερώνει τη δυνατότητα διεξαγωγής έγγραφης διαδικασίας διαβουλεύσεων. Εάν κανένα κράτος μέλος δεν έχει αντίρρηση, η Επιτροπή μπορεί να συμβουλευθεί τα κράτη μέλη με την αποστολή σε αυτά των συναφών εγγράφων και με τον προσδιορισμό προθεσμίας εντός της οποίας τα κράτη μέλη μπορούν να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους επί του σχεδίου. Η προθεσμία αυτή, υπό κανονικές συνθήκες, δεν μπορεί να είναι συντομότερη από 14 ημέρες, με εξαίρεση τις αποφάσεις περί ασφαλιστικών μέτρων κατ' εφαρμογή του άρθρου 8 του κανονισμού του Συμβουλίου. Εάν ένα κράτος μέλος ζητήσει την πραγματοποίηση συνεδρίασης, η Επιτροπή οφείλει να φροντίσει για την πραγματοποίησή της. 4.3. Δημοσίευση της γνωμοδότησης της συμβουλευτικής επιτροπής 68. Η συμβουλευτική επιτροπή μπορεί να εισηγηθεί τη δημοσίευση της γνωμοδότησης της. Στην περίπτωση αυτή, η Επιτροπή πραγματοποιεί αυτή τη δημοσίευση ταυτόχρονα με την έκδοση της απόφασης, λαμβάνοντας υπόψη το νόμιμο συμφέρον των επιχειρήσεων όσον αφορά την ανάγκη προστασίας των επιχειρηματικών απορρήτων τους. 5. ΤΕΛΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ 69. Η παρούσα ανακοίνωση δεν θίγει την τυχόν ερμηνεία των εφαρμοστέων διατάξεων της συνθήκης και των κανονιστικών διατάξεων από το Πρωτοδικείο και το Δικαστήριο. 70. Η παρούσα ανακοίνωση υπόκειται σε περιοδική αναθεώρηση, η οποία πραγματοποιείται από κοινού από τις ΕΑΑ και από την Επιτροπή. Με βάση την κτηθείσα πείρα, θα αναθεωρηθεί το αργότερο στα τέλη του τρίτου έτους από την υιοθέτηση της. 71. Η παρούσα ανακοίνωση αντικαθιστά την ανακοίνωση της Επιτροπής σχετικά με τη συνεργασία μεταξύ της Επιτροπής και των αρχών ανταγωνισμού των κρατών μελών για την εξέταση των υποθέσεων που εμπίπτουν στα άρθρα 81 και 82 της συνθήκης, η οποία δημοσιεύτηκε το 1997(24). 6. ΔΗΛΩΣΗ ΑΛΛΩΝ ΜΕΛΩΝ ΤΟΥ ΔΙΚΤΥΟΥ 72. Όλες οι αρχές ανταγωνισμού κρατών μελών που μετέχουν στη λειτουργία του Δικτύου(25) υπέγραψαν δήλωση υπό μορφή παραρτήματος της παρούσας ανακοίνωσης. Στη δήλωση αυτή δηλώνουν ότι αποδέχονται τις αρχές που διέπουν την παρούσα ανακοίνωση, περιλαμβανομένων των αρχών που αφορούν την προστασία όσων ζητούν να υπαχθούν στο ευεργέτημα καθεστώτος επιεικείας(26), καθώς επίσης ότι θα τις τηρούν. Κατάλογος των εν λόγω αρχών δημοσιεύεται στον δικτυακό τόπο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και επικαιροποιείται οσάκις κρίνεται αναγκαίο. (1) ΕΕ L 1 της 4.1.2003, σ. 1. (2) Στην παρούσα ανακοίνωση, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή και οι ΕΑΑ καλούνται από κοινού "οι αρχές ανταγωνισμού". (3) Πρβλ. ΔΕΚ υπόθεση 68/88 - Επιτροπή κατά Ελλάδας [1989] Συλλογή 2965 (αιτιολογικές σκέψεις 23 έως 25). (4) Βλ. παράγραφο 8 της κοινής δήλωσης του Συμβουλίου και της Επιτροπής σχετικά με τη λειτουργία του Δικτύου· η δήλωση διατίθεται από το μητρώο των εγγράφων του Συμβουλίου, στην ηλεκτρονική διεύθυνση http://register.consilium.eu.int (έγγραφο υπ' αριθ. 15435/02 ADD 1). (5) Στην παρούσα ανακοίνωση, ο όρος "διαδικασία" καλύπτει τις έρευνες ή/και τις επίσημες διαδικασίες που διεξάγει μια ΕΑΑ ή η Επιτροπή, ανάλογα με την περίπτωση, ενόψει της έκδοσης απόφασης δυνάμει του κανονισμού του Συμβουλίου. (6) Βλ. την 18η αιτιολογική σκέψη του κανονισμού του Συμβουλίου. (7) Για την περίπτωση της κίνησης διαδικασίας έπειτα από την υποβολή αίτησης για επιεική μεταχείριση, βλ. τις παραγράφους 37 και επόμ. (8) Η πρόθεση να είναι διαθέσιμη και ευπρόσιτη για όλα τα μέλη του δικτύου κάθε πληροφορία που ανταλλάσσεται δυνάμει του άρθρου 11, εκφράζεται εντούτοις στην κοινή δήλωση του Συμβουλίου και της Επιτροπής σχετικά με τη λειτουργία του δικτύου, η οποία αναφέρεται στην ως άνω υποσημείωση 5. (9) Βλ. την ανακοίνωση της Επιτροπής σχετικά με τις καταγγελίες. (10) Βλ. ΔΕΚ, υπόθεση 85/87 - Dow Benelux, [1989] Συλλογή 3137 (αιτιολογικές σκέψεις 17-20). (11) Βλ. ΔΕΚ, υπόθεση 374/87 - Orkem, [1989] Συλλογή 3283, και Πρωτοδικείο, υπόθεση T-112/98 - Mannesmannröhren-Werke AG, [2001] Συλλογή II-729. (12) Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 773/2004 της Επιτροπής (ΕΕ L 123 της 27.4.2004). (13) ΕΕ C 45 της 19.2.2002, σ. 3, στην παράγραφο 3. (14) Στην παρούσα ανακοίνωση, με τον όρο "καθεστώς επιείκειας" νοείται κάθε καθεστώς (περιλαμβανομένου του καθεστώτος της Επιτροπής) το οποίο προσφέρει είτε πλήρη ασυλία είτε σημαντική μείωση της ποινής που θα επιβαλλόταν σε διαφορετική περίπτωση σε μία επιχείρηση λόγω της συμμετοχής της σε αθέμιτη σύμπραξη, με αντάλλαγμα την εξ ελεύθερης βουλήσεως παροχή πληροφοριακών στοιχείων από την επιχείρηση αυτή σχετικά με τη αθέμιτη σύμπραξη· τα πληροφοριακά στοιχεία πρέπει να πληρούν συγκεκριμένες προϋποθέσεις και να παρέχονται προ ή κατά τη διάρκεια του σταδίου διερεύνησης της υπόθεσης. Ο όρος δεν καλύπτει μειώσεις της ποινής που γίνονται δεκτές γι' άλλους λόγους. Η Επιτροπή θα δημοσιεύσει στον δικτυακό της τόπο κατάλογο των αρχών που εφαρμόζουν καθεστώς επιείκειας. (15) Βλ. τις ανωτέρω παραγράφους 8 έως 15. (16) Παρομοίως, οι πληροφορίες που διαβιβάζονται με σκοπό την εξασφάλιση της συνδρομής της παραλαμβάνουσας αρχής σύμφωνα με το άρθρο 20 ή 21 του κανονισμού του Συμβουλίου ή τη διεξαγωγή έρευνας ή τη λήψη άλλου μέτρου για την εξακρίβωση πραγματικών περιστατικών δυνάμει του άρθρου 22 του κανονισμού του Συμβουλίου μπορούν να χρησιμοποιηθούν μόνο για τους σκοπούς της εφαρμογής των προαναφερθέντων άρθρων. (17) Βλ. παράγραφο 17. (18) Το άρθρο 15 του κανονισμού του Συμβουλίου ορίζει ότι οι ΕΑΑ και η Επιτροπή έχουν την εξουσία να υποβάλλουν γραπτές, καθώς επίσης, με την άδεια του Δικαστηρίου, προφορικές παρατηρήσεις στο πλαίσιο δικαστικών διαδικασιών για την εφαρμογή των άρθρων 81 και 82 της συνθήκης. Πρόκειται για ένα σημαντικότατο εργαλείο για τη διασφάλιση της συνεπούς εφαρμογής της κοινοτικής νομοθεσίας. Κατά την άσκηση αυτής της εξουσίας, οι ΕΑΑ και η Επιτροπή αναπτύσσουν στενή συνεργασία. (19) Βλ. την παράγραφο 24 της κοινής δήλωσης σχετικά με τη λειτουργία του Δικτύου, η οποία αναφέρεται στην ως άνω υποσημείωση 5. (20) Βλ. ΔΕΚ, υπόθεση C-344/98 - Masterfoods Ltd, [2000] Συλλογή I-11369. (21) Το ΔΕΚ έχει αποσαφηνίσει την εν λόγω έννοια στην απόφασή του επί της υπόθεσης 48/72 - SA Brasserie de Haecht, [1973] Συλλογή 77: "η κίνηση διαδικασίας κατά την έννοια του άρθρου 9 του κανονισμού αριθ. 17 ισοδυναμεί με πράξη άσκησης εξουσίας από μέρους της Επιτροπής, η οποία πιστοποιεί την πρόθεσή της να προβεί στην έκδοση απόφασης". (22) Βλ. την παράγραφο 22 της κοινής δήλωσης που μνημονεύεται στην ανωτέρω υποσημείωση 5. (23) Σύμφωνα με το άρθρο 14 παράγραφος 2 του κανονισμού του Συμβουλίου, όταν συζητούνται οριζόντια ζητήματα (π.χ. κανονισμοί περί απαλλαγής κατά κατηγορία και κατευθυντήριες γραμμές), τα κράτη μέλη δύνανται να διορίζουν πρόσθετο αντιπρόσωπο αρμόδιο σε θέματα ανταγωνισμού, ο οποίος δεν πρέπει κατ' ανάγκη να ανήκει στην οικεία αρχή ανταγωνισμού. (24) ΕΕ C 313 της 15.10.1997, σ. 3. (25) Βλ. την παράγραφο 2 και την υποσημείωση αριθ. 3. (26) Βλ. τις παραγράφους 37 και επόμ. ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ >PIC FILE= "C_2004101EL.005302.TIF">