Πρόταση απόφασης του Συμβουλίου σχετικά με τη σύναψη της συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και του Πριγκιπάτου του Λιχτενστάιν που προβλέπει μέτρα ισοδύναμα με εκείνα που θεσπίζονται στην οδηγία 2003/48/EΚ του Συμβουλίου, της 3ης Ιουνίου 2003, για τη φορολόγηση των υπό μορφή τόκων εισοδημάτων από αποταμιεύσεις /* COM/2004/0569 τελικό - CNS 2004/0191 */
Πρόταση ΑΠΟΦΑΣΗΣ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ σχετικά με τη σύναψη της συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και του Πριγκιπάτου του Λιχτενστάιν που προβλέπει μέτρα ισοδύναμα με εκείνα που θεσπίζονται στην οδηγία 2003/48/EΚ του Συμβουλίου, της 3ης Ιουνίου 2003, για τη φορολόγηση των υπό μορφή τόκων εισοδημάτων από αποταμιεύσεις (υποβληθείς από την Επιτροπή) ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ Με την απόφαση της 16ης Οκτωβρίου 2001, το Συμβούλιο εξουσιοδότησε την Επιτροπή να διαπραγματευτεί κατάλληλες συμφωνίες με την Ελβετία, τις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής, την Ανδόρα, το Λιχτενστάιν, το Μονακό και τον Άγιο Μαρίνο για να διασφαλισθεί η θέσπιση από αυτές τις χώρες μέτρων ισοδύναμων με εκείνα που πρέπει να εφαρμόζονται στην Κοινότητα, τα οποία θα διασφαλίσουν την πραγματική φορολόγηση των υπό μορφή τόκων εισοδημάτων από αποταμιεύσεις. Η Επιτροπή έλαβε εντολή για τη διεξαγωγή των διαπραγματεύσεων αυτών σε στενή συνεργασία με την προεδρία του Συμβουλίου και με στενές και τακτικές διαβουλεύσεις με την ομάδα εργασίας υψηλού επιπέδου που συνεστήθη με απόφαση της επιτροπής των μονίμων αντιπροσώπων της 13ης Ιουνίου 2001 [1] και στην οποία το Συμβούλιο ανέθεσε ως ειδική επιτροπή να βοηθήσει την Επιτροπή στο έργο της. [1] ΕΕ C 183, 29.6.2001, σ.1 Μετά την απόφαση της 16ης Οκτωβρίου 2001, η Επιτροπή απέστειλε επιστολές στις ανωτέρω χώρες εκτός ΕΕ με τις οποίες ζητούσε την έναρξη των διαπραγματεύσεων αν και είχε μόλις προηγηθεί η έγκριση από το Συμβούλιο ECOFIN του κειμένου του σχεδίου οδηγίας στις 13 Δεκεμβρίου 2001, σύμφωνα με το οποίο ήταν όντως δυνατή η έναρξη των διαπραγματεύσεων. Από τότε πραγματοποιήθηκαν πολυάριθμες συνεδριάσεις τόσο σε πολιτικό όσο και σε τεχνικό επίπεδο. Σύμφωνα με την απόφαση του Συμβουλίου της 16ης Οκτωβρίου 2001, η Επιτροπή διεξήγαγε τις διαπραγματεύσεις σε στενή συνεργασία με διαδοχικές προεδρίες του Συμβουλίου. Προέβη τακτικά σε προφορική αναφορά προόδου προς το Συμβούλιο και το Κοινοβούλιο και παρουσίασε στο Συμβούλιο ECOFIN της 3ης Δεκεμβρίου 2002 [2] μία ανακοίνωση σχετικά με τις διαπραγματεύσεις με τρίτες χώρες για τη φορολόγηση των εισοδημάτων από αποταμιεύσεις. [2] SEC (2002) 1287 τελικό, 27.11.2002 Στις 3 Ιουνίου 2003, το Συμβούλιο διευκρίνισε ότι το σχέδιο συμφωνίας με την Ελβετία, που υποβλήθηκε από την Επιτροπή στις 28 Μαΐου 2003, αποτελούσε την τελική προσφορά συμφωνίας μεταξύ της ΕΕ και της Ελβετίας. Στα πρακτικά του Συμβουλίου αναφέρονται επίσης τα εξής: «Τα τέσσερα στοιχεία της συμφωνίας τα σχετικά με τη φορολόγηση των εισοδημάτων από αποταμιεύσεις αποτελούν επίσης τη βάση για την επίτευξη συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του Λιχτενστάιν, της Ανδόρας, του Μονακό και του Αγίου Μαρίνου. ....» Στις 21 Ιανουαρίου 2003, το Συμβούλιο καθόρισε ότι τα τέσσερα αυτά στοιχεία ήσαν τα εξής: - Παρακρατήσεις: η Ελβετία θα εφαρμόζει τα ίδια ποσοστά παρακράτησης φόρου με εκείνα που εφαρμόζει το Βέλγιο, το Λουξεμβούργο και η Αυστρία... - Κατανομή των εσόδων: η Ελβετία κατανέμει το εισόδημα από το φόρο παρακράτησης στην πηγή και αποδέχεται την αναλογία 75/25 που ισχύει στην Κοινότητα... - Εθελοντική γνωστοποίηση πληροφοριών Ρήτρα επανεξέτασης που αναφέρει ότι «Τα συμβαλλόμενα μέρη διεξάγουν διαβουλεύσεις μεταξύ τους τουλάχιστον κάθε τρία έτη ή εφόσον το ζητήσει ένα από τα συμβαλλόμενα μέρη με σκοπό να εξετάσουν και, εφόσον τα συμβαλλόμενα μέρη κρίνουν απαραίτητο, να βελτιώσουν την τεχνική λειτουργία της συμφωνίας. Σε κάθε περίπτωση, όταν το Βέλγιο, το Λουξεμβούργο και η Αυστρία μεταβούν από το καθεστώς παρακράτησης φόρου στην πηγή προς την αυτόματη ανταλλαγή πληροφοριών, σύμφωνα με την οδηγία, τα συμβαλλόμενα μέρη προβαίνουν σε μεταξύ τους διαβουλεύσεις προκειμένου να εξετάσουν κατά πόσον είναι απαραίτητες οι τροποποιήσεις της συμφωνίας λαμβανομένων υπόψη των διεθνών εξελίξεων. Η Ελβετία επιτρέπει την ανταλλαγή πληροφοριών μετά από αίτηση στις ποινικές ή αστικές υποθέσεις φορολογικής απάτης ή παρόμοια απρεπή συμπεριφορά από πλευράς των φορολογουμένων...................» Η συμφωνία με το Λιχτενστάιν, η οποία περιλαμβάνει τα τέσσερα αυτά στοιχεία, βρίσκεται στο στάδιο υποβολής στο Συμβούλιο για υπογραφή και σύναψη. Η συμφωνία συνοδεύεται από μνημόνιο συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και των κρατών μελών της, αφενός, και του Πριγκιπάτου του Λιχτενστάιν, αφετέρου. Σύμφωνα με τα συμπεράσματα του Συμβουλίου ECOFIN, της 21ης Ιανουαρίου 2003, το μνημόνιο συμφωνίας επιβεβαιώνει επίσης ότι, κατά τη μεταβατική περίοδο που προβλέπεται με την οδηγία 2003/48/EΚ του Συμβουλίου, της 3ης Ιουνίου 2003 [3], η Ευρωπαϊκή Κοινότητα θα αρχίσει συζητήσεις με άλλα σημαντικά χρηματοοικονομικά κέντρα με σκοπό την προώθηση της υιοθέτησης από αυτούς τους οργανισμούς μέτρων ισοδύναμων με εκείνα που εφαρμόζει η Κοινότητα. Το μνημόνιο συμφωνίας προβλέπει επίσης ότι τα συμφωνηθέντα μέτρα θα εφαρμοστούν με καλή πίστη και ότι τα συμβαλλόμενα μέρη δεν θα ενεργήσουν μονομερώς για να υπονομεύσουν αδικαιολόγητα την παρούσα ρύθμιση. Εάν διαπιστωθεί σημαντική διαφορά μεταξύ του πεδίου εφαρμογής της οδηγίας 2003/48/ΕΚ και του πεδίου εφαρμογής της συμφωνίας, ιδίως όσον αφορά το άρθρο 6 της συμφωνίας, τα συμβαλλόμενα μέρη θα αρχίσουν αμέσως συνομιλίες, ώστε να διασφαλίσουν τη διατήρηση της ισοδύναμης φύσης των μέτρων που προβλέπονται από τη συμφωνία. Όσον αφορά την ανταλλαγή πληροφοριών, το μνημόνιο συμφωνίας προβλέπει ότι το Πριγκιπάτο του Λιχτενστάιν αναλαμβάνει να καταβάλλει κάθε προσπάθεια προκειμένου να καθορίσει χωρίς καθυστέρηση το αποδεκτό δεόντως υποβληθείσας αίτησης σύμφωνα με τους διαδικαστικούς κανόνες του. Το μνημόνιο συμφωνίας αναφέρει επίσης ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση και τα κράτη μέλη της θα λάβουν υπόψη την απόφαση του Λιχτενστάιν να προβλέψει μέτρα ισοδύναμα με εκείνα που προβλέπονται στην οδηγία κατά τη συνεργασία τους με το Λιχτενστάιν, περιλαμβανομένης της συνεργασίας σε φορολογικά θέματα. Οι υπογράφοντες συμφωνούν ότι στο πλαίσιο των διαπραγματεύσεων που προβλέπονται για την ανταλλαγή πληροφοριών, όπως καθορίζεται στο άρθρο 10 παράγραφος 4 της συμφωνίας, τα μέρη δύνανται να θέτουν παράλληλα και άλλα φορολογικά θέματα περιλαμβανομένων των θεμάτων που αφορούν την κατάργηση της διπλής φορολογίας εισοδημάτων. [3] ΕΕ L 157, 26.06.2003, σ 38 Η Επιτροπή θεωρεί ότι το κείμενο της συμφωνίας είναι σύμφωνο προς τις οδηγίες διαπραγμάτευσης που εξέδωσε το Συμβούλιο στις 16 Οκτωβρίου 2001. Το Συμβούλιο έδωσε την πολιτική συμφωνία του για το κείμενο στις 2 Ιουνίου τρέχοντος έτους και το Συμβούλιο ομάδας εργασίας υψηλού επιπέδου που προαναφέρθηκε επιβεβαίωσε τη συναίνεσή του για τις λεπτομέρειες της συμφωνίας και για το μνημόνιο συμφωνίας που τη συνοδεύει, στις 9 Ιουνίου. Η Επιτροπή καλεί το Συμβούλιο να εγκρίνει τις συνημμένες προτάσεις: - απόφαση σχετικά με τη σύναψη της συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και του Πριγκιπάτου του Λιχτενστάιν που προβλέπει μέτρα ισοδύναμα με εκείνα που θεσπίζονται στην οδηγία 2003/48/EΚ του Συμβουλίου, της 3ης Ιουνίου 2003, για τη φορολόγηση των υπό μορφή τόκων εισοδημάτων από αποταμιεύσεις και με την έγκριση και υπογραφή του μνημονίου συμφωνίας που τη συνοδεύει, και - απόφαση σχετικά με τη σύναψη της ανωτέρω συμφωνίας βάσει των διαδικασιών που καθορίζονται με το άρθρο 300 της Συνθήκης για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας. Το άρθρο 300 παράγραφος 2 της συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας ορίζει ότι το Συμβούλιο αποφασίζει ομόφωνα όταν η συμφωνία αφορά τομέα στον οποίο απαιτείται ομοφωνία για τη θέσπιση εσωτερικών κανόνων. Δεδομένου ότι οι εσωτερικοί κανόνες στον τομέα που καλύπτει η παρούσα συμφωνία θεσπίσθηκαν βάσει του άρθρου 94 της συνθήκης, η Επιτροπή θεωρεί ότι το Συμβούλιο πρέπει να αποφασίσει ομόφωνα για την έγκριση της πρότασης απόφασης. Σύμφωνα με τα συμπεράσματα του Συμβουλίου ECOFIN, της 21ης Ιανουαρίου 2003, το Συμβούλιο κρίνει ότι η συμφωνία με το Πριγκιπάτο του Λιχτενστάιν πρέπει να εγκριθεί ομόφωνα. 2004/0191(CNS) Πρόταση ΑΠΟΦΑΣΗΣ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ σχετικά με τη σύναψη της συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και του Πριγκιπάτου του Λιχτενστάιν που προβλέπει μέτρα ισοδύναμα με εκείνα που θεσπίζονται στην οδηγία 2003/48/EΚ του Συμβουλίου, της 3ης Ιουνίου 2003, για τη φορολόγηση των υπό μορφή τόκων εισοδημάτων από αποταμιεύσεις ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ, Έχοντας υπόψη: τη συνθήκη περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, και ιδίως το άρθρο 94 σε συνδυασμό με το άρθρο 300, παράγραφος 2 πρώτο εδάφιο, παράγραφος 3 πρώτο εδάφιο και παράγραφος 4, την πρόταση της Επιτροπής, [4] [4] ΕΕ C [...] [...], σ. [...] τη γνώμη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, [5] [5] ΕΕ C [...] [...], σ. [...] Εκτιμώντας τα ακόλουθα: (1) Στις 16 Οκτωβρίου 2001, το Συμβούλιο εξουσιοδότησε την Επιτροπή να διαπραγματευτεί με το Πριγκιπάτο του Λιχτενστάιν κατάλληλη συμφωνία για να διασφαλισθεί η θέσπιση από το Πριγκιπάτο μέτρων ισοδύναμων με εκείνα που πρέπει να εφαρμόζονται στο πλαίσιο της Κοινότητας, τα οποία θα διασφαλίσουν την πραγματική φορολόγηση των υπό μορφή τόκων εισοδημάτων από αποταμιεύσεις. (2) Το κείμενο της συμφωνίας που είναι αποτέλεσμα των διαπραγματεύσεων αντικατοπτρίζει δεόντως τις οδηγίες διαπραγμάτευσης του Συμβουλίου. Συνοδεύεται από μνημόνιο συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και των κρατών μελών της, αφενός, και του Πριγκιπάτου του Λιχτενστάιν, αφετέρου, το κείμενο του οποίου επισυνάπτεται στην απόφαση ..../.../ΕΚ του Συμβουλίου, της.........2004. (3) Η εφαρμογή των διατάξεων της οδηγίας 2003/48/ΕΚ του Συμβουλίου, της 3ης Ιουνίου 2003, για τη φορολόγηση των υπό μορφή τόκων εισοδημάτων από αποταμιεύσεις εξαρτάται από την εφαρμογή από το Πριγκιπάτο του Λιχτενστάιν μέτρων ισοδύναμων με εκείνα που περιλαμβάνονται στην οδηγία, με βάση συμφωνία μεταξύ του Πριγκιπάτου του Λιχτενστάιν και της Ευρωπαϊκής Κοινότητας. (4) Σύμφωνα με την απόφαση ..../..../ΕΚ του Συμβουλίου, της ......2004, και με την επιφύλαξη έκδοσης σε μεταγενέστερη ημερομηνία απόφασης για τη σύναψη της συμφωνίας, η συμφωνία υπεγράφη εξ ονόματος της Ευρωπαϊκής Κοινότητας στις ....2004. (5) Η παρούσα συμφωνία θα πρέπει να εγκριθεί εξ ονόματος της Κοινότητας. (6) Κρίνεται απαραίτητο να προβλεφθεί απλή και ταχεία διαδικασία για πιθανές προσαρμογές των παραρτημάτων Ι και ΙΙ της συμφωνίας, ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ: Άρθρο 1 Η συμφωνία μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και του Πριγκιπάτου του Λιχτενστάιν που προβλέπει μέτρα ισοδύναμα με εκείνα που θεσπίζονται στην οδηγία 2003/48/EΚ για τη φορολόγηση των υπό μορφή τόκων εισοδημάτων από αποταμιεύσεις, εγκρίνεται εξ ονόματος της Ευρωπαϊκής Κοινότητας. Το κείμενο της συμφωνίας επισυνάπτεται στην παρούσα απόφαση. Άρθρο 2 Η Επιτροπή εξουσιοδοτείται να εγκρίνει, εξ ονόματος της Κοινότητας, τις τροποποιήσεις των παραρτημάτων της συμφωνίας έτσι ώστε να διασφαλιστεί ότι αντιστοιχούν στα στοιχεία που αφορούν τις αρμόδιες αρχές, όπως προκύπτουν από τις κοινοποιήσεις που προβλέπονται στο άρθρο 5 στοιχείο α) της οδηγίας 2003/48/ΕΚ και στο παράρτημα αυτής. Άρθρο 3 Ο Πρόεδρος του Συμβουλίου προβαίνει, εξ ονόματος της Κοινότητας, στην κοινοποίηση που προβλέπεται στο άρθρο 16 παράγραφος 1 της συμφωνίας. [6] [6] Η ημερομηνία έναρξης ισχύος της συμφωνίας θα δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τη φροντίδα της Γενικής Γραμματείας του Συμβουλίου. Άρθρο 4 Η παρούσα απόφαση δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Βρυξέλλες [...], Για το Συμβούλιο Ο Πρόεδρος ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Συμφωνία μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και του Πριγκιπάτου του Λιχτενστάιν που προβλέπει μέτρα ισοδύναμα με εκείνα που θεσπίζονται στην οδηγία 2003/48/ΕΚ του Συμβουλίου της 3ης Ιουνίου 2003 για τη φορολόγηση των υπό μορφή τόκων εισοδημάτων από αποταμιεύσεις [7] [7] Εφεξής «η οδηγία» Η Ευρωπαϊκή Κοινότητα, εφεξής «Κοινότητα», και το Πριγκιπάτο του Λιχτενστάιν, εφεξής «Λιχτενστάιν», ή το «συμβαλλόμενο μέρος» ή τα «συμβαλλόμενα μέρη» ανάλογα με τα συμφραζόμενα, αφού επαναβεβαίωσαν το κοινό συμφέρον που παρουσιάζει η περαιτέρω ανάπτυξη των προτιμησιακών σχέσεων μεταξύ της Κοινότητας και του Λιχτενστάιν, συμφώνησαν να συνάψουν την ακόλουθη συμφωνία: Άρθρο 1 Παρακράτηση από φορείς πληρωμής του Λιχτενστάιν (1) Οι πληρωμές τόκων προς τους πραγματικούς δικαιούχους κατά την έννοια του άρθρου 4 οι οποίοι είναι κάτοικοι κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εφεξής «κράτος μέλος», από φορέα πληρωμής εγκατεστημένο στο έδαφος του Λιχτενστάιν υπόκεινται με την επιφύλαξη του άρθρου 2 σε παρακράτηση από το ποσό του καταβαλλόμενου τόκου. Το ποσοστό της παρακράτησης ανέρχεται σε 15% κατά τα τρία πρώτα έτη από την ημερομηνία εφαρμογής της παρούσας συμφωνίας, σε 20% για τα επόμενα τρία έτη και σε 35% στη συνέχεια. (2) Το Λιχτενστάιν θεσπίζει τα απαραίτητα μέτρα ώστε να διασφαλίσει ότι τα καθήκοντα που απαιτούνται για την εφαρμογή της παρούσας συμφωνίας αναλαμβάνονται από τους φορείς πληρωμής που είναι εγκατεστημένοι στο έδαφος του Λιχτενστάιν και προβλέπει ειδικές διατάξεις για τις διαδικασίες και τις κυρώσεις. Άρθρο 2 Εθελοντική γνωστοποίηση (1) Το Λιχτενστάιν προβλέπει διαδικασία η οποία επιτρέπει στον πραγματικό δικαιούχο, όπως ορίζεται στο άρθρο 4, να αποφύγει την παρακράτηση που διευκρινίζεται στο άρθρο 1 εξουσιοδοτώντας ρητά τον φορέα πληρωμής του στο Λιχτενστάιν να υποβάλει τις πληρωμές τόκων στην αρμόδια αρχή αυτού του κράτους μέλους. Αυτή η εξουσιοδότηση θα καλύπτει όλες τις πληρωμές τόκων προς τον πραγματικό δικαιούχο από τον εν λόγω φορέα πληρωμής. (2) Το ελάχιστο επίπεδο πληροφοριών που πρέπει να υποβάλλεται από τον φορέα πληρωμής σε περίπτωση ρητής εξουσιοδότησης από τον πραγματικό δικαιούχο περιλαμβάνει: α) τα στοιχεία ταυτότητας και την κατοικία του πραγματικού δικαιούχου που προσδιορίζονται σύμφωνα με το άρθρο 5. β) το όνομα και τη διεύθυνση του φορέα πληρωμής. γ) τον αριθμό λογαριασμού του πραγματικού δικαιούχου ή, ελλείψει αυτού, τα στοιχεία της απαίτησης που αποτελεί γενεσιουργό αιτία των καταβαλλόμενων τόκων, και δ) το ποσό της πληρωμής των τόκων που υπολογίζεται σύμφωνα με το άρθρο 3. (3) Η αρμόδια αρχή του Λιχτενστάιν κοινοποιεί τις πληροφορίες που αναφέρονται στην παράγραφο 2 στην αρμόδια αρχή του κράτους μέλους κατοικίας του πραγματικού δικαιούχου. Αυτές οι κοινοποιήσεις διεξάγονται αυτομάτως τουλάχιστον μία φορά το έτος, εντός εξαμήνου μετά το τέλος του φορολογικού έτους του Λιχτενστάιν, όσον αφορά το σύνολο των τόκων που καταβλήθηκαν κατά τη διάρκεια του συγκεκριμένου έτους. (4) Εάν ο πραγματικός δικαιούχος επιλέξει την παρούσα διαδικασία εθελοντικής κοινοποίησης ή δηλώσει με άλλο τρόπο στις φορολογικές αρχές του κράτους μέλους κατοικίας του το εισόδημα από τόκους που απέκτησε από φορέα πληρωμής του Λιχτενστάιν, το εν λόγω εισόδημα από τόκους υπόκειται σε φορολογία σ'αυτό το κράτος μέλος με τους ίδιους συντελεστές που εφαρμόζονται για το ίδιο εισόδημα σ'αυτό το κράτος. Άρθρο 3 Βάση αξιολόγησης για την παρακράτηση (1) Ο φορέας πληρωμής παρακρατεί τον φόρο στην πηγή σύμφωνα με το άρθρο 1 παράγραφος 1 ως εξής: α) σε περίπτωση καταβολής τόκων κατά την έννοια του άρθρο 7 παράγραφος 1 στοιχείο α): επί του ακαθάριστου ποσού των καταβληθέντων ή πιστωθέντων τόκων. β) σε περίπτωση καταβολής τόκων κατά την έννοια του άρθρου 7 παράγραφος 1 στοιχείο β) ή δ): επί του ποσού των τόκων ή του εισοδήματος που αναφέρεται στα στοιχεία αυτά. γ) σε περίπτωση καταβολής τόκων κατά την έννοια του άρθρου 7 παράγραφος 1 στοιχείο γ): επί του ποσού των τόκων που αναφέρεται σε αυτή την παράγραφο. (2) Για τους σκοπούς της παραγράφου 1, η παρακράτηση εκπίπτει κατ'αναλογία για την περίοδο κατά την οποία ο πραγματικός δικαιούχος κατέχει χρεωστικό τίτλο. Εάν ο φορέας πληρωμής αδυνατεί να προσδιορίσει την περίοδο με βάση τις πληροφορίες που διαθέτει, τότε θεωρεί ότι ο πραγματικός δικαιούχος είχε στην κατοχή του τον χρεωστικό τίτλο από την αρχή της ύπαρξής του, εκτός εάν αυτός αποδείξει την ημερομηνία αγοράς. (3) Οι φόροι και οι παρακρατήσεις εκτός από την παρακράτηση που προβλέπεται στην παρούσα συμφωνία για την ίδια πληρωμή τόκων πιστώνονται έναντι του ποσού της παρακράτησης που υπολογίζεται σύμφωνα με το παρόν άρθρο. Αυτό ειδικότερα περιλαμβάνει το Couponsteuer του Λιχτενστάιν με ποσοστό 4%. Άρθρο 4 Ορισμός του πραγματικού δικαιούχου (1) Για τους σκοπούς της παρούσας συμφωνίας, ως «πραγματικός δικαιούχος» νοείται το φυσικό πρόσωπο που εισπράττει τόκους για ίδιο σκοπό ή οποιοδήποτε φυσικό πρόσωπο προς όφελος του οποίου εξασφαλίζεται πληρωμή τόκων, εκτός εάν το εν λόγω φυσικό πρόσωπο μπορεί να παράσχει αποδεικτικά στοιχεία ότι δεν έχει εισπράξει ή εξασφαλίσει την πληρωμή τόκων για δικό του λογαριασμό. Ένα φυσικό πρόσωπο δεν θεωρείται πραγματικός δικαιούχος όταν: α) ενεργεί ως φορέας πληρωμής κατά την έννοια του άρθρου 6, ή β) ενεργεί εξ ονόματος νομικού προσώπου, εταιρείας επενδύσεων ή συγκρίσιμου ή ισοδύναμου οργανισμού για κοινές επενδύσεις σε τίτλους ή γ) ενεργεί εξ ονόματος άλλου φυσικού προσώπου που είναι ο πραγματικός δικαιούχος και αποκαλύπτει στο φορέα πληρωμής τα στοιχεία ταυτότητάς του και το κράτος κατοικίας. (2) Στην περίπτωση που ο φορέας πληρωμής έχει στη διάθεσή του στοιχεία που οδηγούν στο συμπέρασμα ότι το φυσικό πρόσωπο στο οποίο καταβάλλονται τόκοι ή για το οποίο εξασφαλίζεται η πληρωμή τόκων ενδεχομένως να μην είναι ο πραγματικός δικαιούχος, ο εν λόγω φορέας λαμβάνει τα κατάλληλα μέτρα για να προσδιορίσει την ταυτότητα του πραγματικού δικαιούχου. Αν ο φορέας πληρωμής αδυνατεί να προσδιορίσει τον πραγματικό δικαιούχο, το εν λόγω φυσικό πρόσωπο θεωρείται ως πραγματικός δικαιούχος. Άρθρο 5 Στοιχεία ταυτότητας και κατοικία του πραγματικού δικαιούχου Για να προσδιοριστεί η ταυτότητα και η κατοικία του πραγματικού δικαιούχου όπως ορίζονται στο άρθρο 4, ο φορέας πληρωμής τηρεί βιβλίο με το ονοματεπώνυμο, τη διεύθυνση και την κατοικία λεπτομερώς σύμφωνα με τις νομικές διατάξεις του Λιχτενστάιν για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες. Όσον αφορά τις συμβατικές σχέσεις που έχουν συναφθεί, ή τις συναλλαγές που έχουν πραγματοποιηθεί χωρίς συμβατικές σχέσεις, την 1η Ιανουαρίου 2004 ή μετά, για τα φυσικά πρόσωπα που προσκομίζουν διαβατήριο ή επίσημη ταυτότητα που έχει εκδώσει κράτος μέλος, τα οποία δηλώνουν ότι είναι κάτοικοι κράτους εκτός από τα κράτη μέλη και το Λιχτενστάιν, η κατοικία προσδιορίζεται με βάση το πιστοποιητικό φορολογικής κατοικίας που έχει εκδώσει η αρμόδια αρχή του κράτους της οποίας το φυσικό πρόσωπο διατείνεται ότι είναι κάτοικος. Εάν δεν προσκομιστεί αυτό το πιστοποιητικό, ως κράτος κατοικίας θεωρείται το κράτος μέλος που εξέδωσε το διαβατήριο ή άλλη επίσημη ταυτότητα. Άρθρο 6 Ορισμός του φορέα πληρωμής Για τους σκοπούς της παρούσας συμφωνίας, ως «φορέας πληρωμής» στο Λιχτενστάιν νοούνται οι τράπεζες βάσει του τραπεζικού νόμου του Λιχτενστάιν, οι έμποροι χρεογράφων, φυσικά ή νομικά πρόσωπα που κατοικούν ή έχουν την έδρα τους στο Λιχτενστάιν καθώς και οικονομικοί φορείς που διέπονται από το νόμο του Λιχτενστάιν περί φυσικών και νομικών προσώπων (PGR), οι εταιρικές σχέσεις και οι μόνιμες εγκαταστάσεις ξένων εταιρειών, οι οποίες έστω και περιστασιακά, αποδέχονται, κατέχουν, επενδύουν ή μεταβιβάζουν περιουσιακά στοιχεία τρίτων μερών ή απλώς καταβάλλουν ή εξασφαλίζουν την καταβολή τόκων κατά την άσκηση των δραστηριοτήτων τους. Άρθρο 7 Ορισμός των τόκων (1) Για τους σκοπούς της παρούσας συμφωνίας, ως «τόκοι» νοούνται: α) οι καταβληθέντες ή εγγεγραμμένοι σε λογαριασμό τόκοι από πάσης φύσεως απαιτήσεις, συμπεριλαμβανομένων των τόκων που καταβάλλονται επί καταθέσεων σε καταπιστευματική βάση από φορείς πληρωμής του Λιχτενστάιν υπέρ των πραγματικών δικαιούχων όπως ορίζονται στο άρθρο 4, που συνοδεύονται ή όχι από ενυπόθηκες εγγυήσεις ή από ρήτρα συμμετοχής στα κέρδη του οφειλέτη, ιδίως δε τα εισοδήματα από τίτλους του δημοσίου και ομολογιακά δάνεια, συμπεριλαμβανομένων των πριμοδοτήσεων και δώρων που συνδέονται με αυτά, αλλά με εξαίρεση τους τόκους από δάνεια μεταξύ ιδιωτικών φυσικών προσώπων που δεν ενεργούν στα πλαίσια των δραστηριοτήτων τους. Οι τόκοι υπερημερίας δεν θεωρούνται ως τόκοι. β) οι δεδουλευμένοι ή κεφαλαιοποιημένοι τόκοι κατά την πώληση, την εξαγορά ή την εξόφληση των απαιτήσεων που αναφέρονται στο στοιχείο α). γ) το εισόδημα που προκύπτει από τόκους είτε άμεσα είτε μέσω φορέα που αναφέρεται στο άρθρο 4 παράγραφος 2 της οδηγίας 2003/48/ΕΚ του Συμβουλίου, της 3ης Ιουνίου 2003, για τη φορολόγηση των υπό μορφή τόκων εισοδημάτων από αποταμιεύσεις, εφεξής η "οδηγία", που διανέμεται από: i) οργανισμούς συλλογικών επενδύσεων με έδρα σε κράτος μέλος ή στο Λιχτενστάιν, ii) οντότητες με έδρα σε κράτος μέλος, που ασκεί το δικαίωμα επιλογής βάσει του άρθρου 4 παράγραφος 3 της οδηγίας και ενημερώνουν σχετικά τον φορέα πληρωμής, iii) οργανισμούς συλλογικών επενδύσεων που είναι εγκατεστημένοι εκτός του εδάφους των συμβαλλόμενων μερών, δ) το εισόδημα που προκύπτει από την πώληση, την εξαγορά ή την εξόφληση μετοχών ή μεριδίων στους ακόλουθους οργανισμούς και φορείς, αν επενδύουν άμεσα ή έμμεσα μέσω άλλων οργανισμών συλλογικών επενδύσεων ή φορέων που αναφέρονται παρακάτω, ποσοστό ανώτερο του 40% του ενεργητικού τους σε χρεωστικούς τίτλους που αναφέρονται στο στοιχείο α): i) οργανισμούς συλλογικών επενδύσεων με έδρα σε κράτος μέλος ή στο Λιχτενστάιν, ii) οργανισμούς με έδρα σε κράτος μέλος, που ασκούν το δικαίωμα επιλογής βάσει του άρθρου 4 παράγραφος 3 της οδηγίας και που ενημερώνουν σχετικά τον φορέα πληρωμής, iii) οργανισμούς συλλογικών επενδύσεων που είναι εγκατεστημένοι εκτός του εδάφους των συμβαλλόμενων μερών, (2) Όσον αφορά την παράγραφο 1 στοιχείο γ), σε περίπτωση που ο φορέας πληρωμής δεν έχει στη διάθεσή του στοιχεία σχετικά με το μέρος του εισοδήματος που προέρχεται από πληρωμή τόκων, το συνολικό ποσό του εισοδήματος θεωρείται ως πληρωμή τόκων. (3) Όσον αφορά την παράγραφο 1 στοιχείο δ), σε περίπτωση που ο φορέας πληρωμής δεν έχει στη διάθεσή του στοιχεία σχετικά με το ποσοστό του ενεργητικού που επενδύεται σε χρεωστικούς τίτλους ή σε μετοχές ή μερίδια που προβλέπονται στη συγκεκριμένη παράγραφο, το ποσοστό αυτό θεωρείται ότι υπερβαίνει το 40%. Εάν ο φορέας πληρωμής δεν μπορεί να προσδιορίσει το ποσό του εισοδήματος που συγκεντρώνει ο πραγματικός δικαιούχος, το εισόδημα θεωρείται ότι αντιστοιχεί στο προϊόν της πώλησης, της εξαγοράς ή της εξόφλησης των μετοχών ή μεριδίων. (4) Το εισόδημα των επιχειρήσεων ή φορέων που έχουν επενδύσει έως το 15% του ενεργητικού τους σε χρεωστικούς τίτλους κατά την έννοια της παραγράφου 1 στοιχείο α) δεν θεωρείται τόκος σύμφωνα με την παράγραφο 1 στοιχεία γ) και δ). (5) Το ποσοστό που αναφέρεται στην παράγραφο 1 στοιχείο δ) και στην παράγραφο 3 θα είναι, από την 1η Ιανουαρίου 2011, 25%. (6) Τα ποσοστά που αναφέρονται στην παράγραφο 1 στοιχείο δ) και στην παράγραφο 4 καθορίζονται βάσει της επενδυτικής πολιτικής όπως ορίζεται στον κανονισμό ή στα καταστατικά έγγραφα των εν λόγω επιχειρήσεων ή φορέων και, ελλείψει αυτών, βάσει της πραγματικής σύνθεσης των στοιχείων του ενεργητικού των εν λόγω επιχειρήσεων ή φορέων. Άρθρο 8 Κατανομή των εσόδων (1) Το Λιχτενστάιν διατηρεί το 25% των εσόδων από την παρακράτηση βάσει της παρούσας συμφωνίας και μεταβιβάζει το 75% των εσόδων στο κράτος μέλος κατοικίας του πραγματικού δικαιούχου. (2) Η μεταβίβαση αυτή πραγματοποιείται για κάθε έτος σε μία δόση ανά κράτος μέλος το αργότερο εντός εξαμήνου μετά το τέλος του φορολογικού έτους στο Λιχτενστάιν. Άρθρο 9 Εξάλειψη της διπλής φορολογίας (1) Όταν επί των τόκων που εισπράττει ο πραγματικός δικαιούχος έχει παρακρατηθεί φόρος από τον φορέα πληρωμής στο Λιχτενστάιν, το κράτος μέλος φορολογικής κατοικίας του πραγματικού δικαιούχου του χορηγεί πίστωση φόρου ίση με το παρακρατηθέν ποσό. Αν το ποσό αυτό υπερβαίνει το ποσό του οφειλόμενου φόρου επί του συνολικού ποσού των τόκων που υπόκεινται σε παρακράτηση σύμφωνα με την εθνική του νομοθεσία, το κράτος μέλος φορολογικής κατοικίας επιστρέφει το επιπλέον ποσό του παρακρατηθέντος φόρου στον πραγματικό δικαιούχο. (2) Όταν επί των τόκων που εισπράττει ο πραγματικός δικαιούχος έχουν παρακρατηθεί φόροι και ποσά άλλα από αυτά που προβλέπονται στην παρούσα συμφωνία και το κράτος μέλος φορολογικής κατοικίας χορηγεί, σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία ή τις συμβάσεις περί διπλής φορολογίας, πίστωση φόρου γι' αυτούς τους φόρους και τα άλλα ποσά, τότε οι φόροι αυτοί και τα ποσά πιστώνονται πριν από την εφαρμογή της διαδικασίας που προβλέπεται στην παράγραφο 1. Το κράτος μέλος φορολογικής κατοικίας αποδέχεται τα πιστοποιητικά που εκδίδουν οι φορείς πληρωμής του Λιχτενστάιν ως ακριβές αποδεικτικό στοιχείο του φόρου ή της παρακράτησης εφόσον εξυπακούεται ότι η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους φορολογικής κατοικίας μπορεί να ζητήσει από την αρμόδια αρχή του Λιχτενστάιν να ελέγξει τις πληροφορίες που αναφέρονται στα πιστοποιητικά που έχουν εκδώσει οι φορείς πληρωμής του Λιχτενστάιν. (3) Το κράτος μέλος φορολογικής κατοικίας του πραγματικού δικαιούχου μπορεί να αντικαταστήσει τον μηχανισμό της πίστωσης φόρου που αναφέρεται στις παραγράφους 1 και 2 με την επιστροφή της παρακράτησης που αναφέρεται στο άρθρο 1. Άρθρο 10 Ανταλλαγή πληροφοριών (1) Οι αρμόδιες αρχές του Λιχτενστάιν και κάθε κράτους μέλους ανταλλάσσουν πληροφορίες σχετικά με συμπεριφορά που συνιστά φορολογική απάτη βάσει των νόμων του κράτους στο οποίο υποβάλλεται η αίτηση, ή παρόμοιες περιπτώσεις για εισόδημα που διέπει η παρούσα συμφωνία. Στις "παρόμοιες περιπτώσεις" περιλαμβάνονται μόνο αδικήματα με το ίδιο επίπεδο σφάλματος όπως στην περίπτωση της φορολογικής απάτης δυνάμει των νόμων του κράτους στο οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Σε απάντηση προς δεόντως αιτιολογημένη αίτηση, το κράτος στο οποίο υποβάλλεται η αίτηση παρέχει, σύμφωνα με τους διαδικαστικούς κανόνες του, πληροφορίες σχετικά με τα θέματα του αστικού ή ποινικού δικαίου που ερευνά, ή ενδέχεται να ερευνήσει το αιτούν κράτος. Όλες οι πληροφορίες που υποβάλλονται από το Λιχτενστάιν ή από κράτος μέλος αντιμετωπίζονται ως απόρρητες κατά τον ίδιο τρόπο με εκείνες που λαμβάνονται δυνάμει του εσωτερικού δικαίου του εν λόγω κράτους και αποκαλύπτονται μόνο στα πρόσωπα ή στις αρχές (περιλαμβανομένων των δικαστηρίων και των διοικητικών οργάνων) που είναι επιφορτισμένα με την αξιολόγηση ή τη συλλογή τους, την εφαρμογή ή την άσκηση δίωξης σε σχέση με αυτές ή την υποβολή προσφυγών σε σχέση με τη φορολογία εισοδήματος που καλύπτει η συμφωνία. Τα εν λόγω άτομα και αρχές χρησιμοποιούν τις πληροφορίες μόνο για τους σκοπούς αυτούς. Έχουν τη δυνατότητα να γνωστοποιούν τις πληροφορίες σε δημόσιες διαδικασίες ενώπιον δικαστηρίου ή σε δικαστικές αποφάσεις. (2) Για να καθορίσει εάν μπορεί να παράσχει τις πληροφορίες που ζητά μια αίτηση, το κράτος στο οποίο υποβάλλεται η αίτηση εφαρμόζει τις διατάξεις περί παραγραφής που ισχύουν δυνάμει της νομοθεσίας του αιτούντος κράτους και όχι τις διατάξεις περί παραγραφής του κράτους στο οποίο υποβάλλεται η αίτηση. (3) Το κράτος στο οποίο υποβάλλεται η αίτηση παρέχει πληροφορίες εφόσον το αιτούν κράτος έχει εύλογες υπόνοιες ότι η συμπεριφορά αποτελεί φορολογική απάτη ή παρόμοια περίπτωση. Η υπόνοια φορολογικής απάτης ή παρόμοιας περίπτωσης του αιτούντος κράτους μπορεί να βασίζεται σε: α) έγγραφα, επικυρωμένα ή μη, που περιλαμβάνουν αλλά δεν περιορίζονται σε επαγγελματικά έγγραφα, λογιστικά βιβλία ή πληροφορίες για τραπεζικό λογαριασμό. β) πληροφορίες από μαρτυρία του φορολογουμένου. γ) πληροφορίες που προέρχονται από πληροφοριοδότη ή άλλο τρίτο πρόσωπο που επιβεβαιώθηκαν ανεξάρτητα ή μπορεί να είναι αξιόπιστες. ή δ) έμμεσες αποδείξεις. (4) Εφόσον ζητηθεί από οιοδήποτε κράτος μέλος, το Λιχτενστάιν θα αρχίσει διμερείς διαπραγματεύσεις με αυτό το κράτος για να καθορίσει τις διάφορες κατηγορίες περιπτώσεων που εξομοιώνονται με τις "παρόμοιες περιπτώσεις" σύμφωνα με τη διαδικασία φορολόγησης που εφαρμόζει αυτό το κράτος. Άρθρο 11 Αρμόδιες αρχές Για τους σκοπούς της παρούσας συμφωνίας ως αρμόδιες αρχές νοούνται οι αρχές που αναφέρονται στο παράρτημα Ι. Άρθρο 12 Διαβουλεύσεις Εάν προκύψει διαφωνία μεταξύ της αρμόδιας αρχής του Λιχτενστάιν και μιας ή περισσοτέρων από τις άλλες αρμόδιες αρχές που αναφέρονται στο άρθρο 11 όσον αφορά την ερμηνεία ή την εφαρμογή της παρούσας συμφωνίας, καταβάλλουν προσπάθεια να την επιλύσουν με αμοιβαία συμφωνία. Κοινοποιούν αμέσως στην Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και στις αρμόδιες αρχές των άλλων κρατών μελών τα αποτελέσματα των διαβουλεύσεών τους. Όσον αφορά τα προβλήματα ερμηνείας, η Επιτροπή δύναται να λαμβάνει μέρος στις διαβουλεύσεις εφόσον το ζητήσει μία από τις αρμόδιες αρχές. Άρθρο 13 Επανεξέταση (1) Τα συμβαλλόμενα μέρη διεξάγουν διαβουλεύσεις μεταξύ τους τουλάχιστον κάθε τρία έτη ή εφόσον το ζητήσει ένα από τα συμβαλλόμενα μέρη με σκοπό να εξετάσουν και, εφόσον τα συμβαλλόμενα μέρη κρίνουν απαραίτητο, να βελτιώσουν την τεχνική λειτουργία της παρούσας συμφωνίας και να αξιολογήσουν τις διεθνείς εξελίξεις. Οι διαβουλεύσεις πραγματοποιούνται εντός μηνός από την αίτηση ή το ταχύτερο δυνατόν σε επείγουσες περιπτώσεις. (2) Με βάση αυτή την αξιολόγηση, τα συμβαλλόμενα μέρη δύνανται να προβούν σε διαβουλεύσεις για να εξετάσουν κατά πόσο είναι απαραίτητες οι τροποποιήσεις της παρούσας συμφωνίας λαμβάνοντας υπόψη τις διεθνείς εξελίξεις. (3) Μόλις υπάρξει επαρκής εμπειρία από την πλήρη εφαρμογή του άρθρου 1 παράγραφος 1, τα συμβαλλόμενα μέρη προβαίνουν σε διαβουλεύσεις για να εξετάσουν κατά πόσο είναι απαραίτητες οι τροποποιήσεις της συμφωνίας λαμβανομένων υπόψη των διεθνών εξελίξεων. (4) Για τους σκοπούς των διαβουλεύσεων που αναφέρονται στις παραγράφους 1, 2 και 3, κάθε συμβαλλόμενο μέρος ενημερώνει το άλλο συμβαλλόμενο μέρος για τις πιθανές εξελίξεις που είναι δυνατόν να επηρεάσουν την ομαλή λειτουργία της συμφωνίας. Σ' αυτές περιλαμβάνεται η σύναψη οιασδήποτε σχετικής συμφωνίας μεταξύ ενός συμβαλλόμενου μέρους και τρίτου κράτους. Άρθρο 14 Σχέσεις με τις διμερείς συμβάσεις περί διπλής φορολογίας Οι διατάξεις των συμβάσεων περί διπλής φορολογίας μεταξύ του Λιχτενστάιν και των κρατών μελών δεν εμποδίζουν την επιβολή της παρακράτησης που προβλέπει η παρούσα συμφωνία. Άρθρο 15 Μεταβατικές διατάξεις για τους διαπραγματεύσιμους χρεωστικούς τίτλους [8] [8] Όπως στην οδηγία, οι μεταβατικές αυτές διατάξεις εφαρμόζονται επίσης στους διαπραγματεύσιμους χρεωστικούς τίτλους που κατέχουν εταιρείες επενδύσεων (1) Από την ημερομηνία εφαρμογής της παρούσας συμφωνίας μέχρις ότου τουλάχιστον ένα κράτος μέλος εφαρμόσει επίσης παρόμοιες διατάξεις, και έως τις 31 Δεκεμβρίου 2010 το αργότερο, οι εγχώριες και διεθνείς ομολογίες και άλλοι διαπραγματεύσιμοι χρεωστικοί τίτλοι που έχουν εκδοθεί για πρώτη φορά πριν από την 1η Μαρτίου 2001 ή που τα ενημερωτικά φυλλάδια για την εισαγωγή τους στο χρηματιστήριο έχουν εγκριθεί πριν από αυτή την ημερομηνία από τις αρμόδιες αρχές του κράτους έκδοσης, δεν θεωρούνται απαιτήσεις κατά την έννοια του άρθρου 7 παράγραφος 1 στοιχείο α) της παρούσας συμφωνίας, υπό την προϋπόθεση ότι δεν πραγματοποιούνται επιπλέον εκδόσεις των εν λόγω διαπραγματεύσιμων χρεωστικών τίτλων από την 1η Μαρτίου 2002 και εξής. Ωστόσο, επί όσο χρονικό διάστημα τουλάχιστον ένα κράτος μέλος εφαρμόζει επίσης παρόμοιες διατάξεις, οι διατάξεις του παρόντος άρθρου εξακολουθούν να ισχύουν πέραν της 31ης Δεκεμβρίου 2010 για διαπραγματεύσιμους χρεωστικούς τίτλους: - για τους οποίους προβλέπονται ρήτρες αντιστάθμισης φόρου και πρόωρης εξόφλησης, και - εφόσον ο φορέας πληρωμής, όπως ορίζεται στο άρθρο 6, είναι εγκατεστημένος στο Λιχτενστάιν, και - ο εν λόγω φορέας πληρωμής καταβάλλει απευθείας τόκους στον πραγματικό δικαιούχο εγκατεστημένο σε κράτος μέλος, ή εξασφαλίζει την καταβολή τόκων προς άμεσο όφελος αυτού. Εάν και εφόσον όλα τα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Κοινότητας παύσουν να εφαρμόζουν παρόμοιες διατάξεις, οι διατάξεις του παρόντος άρθρου εξακολουθούν να εφαρμόζονται μόνο για τους διαπραγματεύσιμους τίτλους: - που προβλέπουν ρήτρες αντιστάθμισης φόρου και πρόωρης εξόφλησης, και - εφόσον ο φορέας πληρωμής του εκδότη είναι εγκατεστημένος στο Λιχτενστάιν και - ο εν λόγω φορέας πληρωμής καταβάλλει απευθείας τόκους στον πραγματικό δικαιούχο εγκατεστημένο σε κράτος μέλος, ή εξασφαλίζει την καταβολή τόκων προς άμεσο όφελος αυτού. Σε περίπτωση που πραγματοποιηθούν επιπλέον εκδόσεις των προαναφερόμενων διαπραγματεύσιμων χρεωστικών τίτλων από την 1η Μαρτίου 2002 και εξής, από κυβερνήσεις ή εξομοιούμενους οργανισμούς που ενεργούν ως δημόσια αρχή ή των οποίων ο ρόλος αναγνωρίζεται από διεθνή συμφωνία (που περιλαμβάνεται στον κατάλογο του παραρτήματος ΙΙ της παρούσας συμφωνίας), η συνολική έκδοση αυτών των τίτλων, αποτελούμενη από την αρχική έκδοση και τις νέες εκδόσεις, θεωρείται απαίτηση κατά την έννοια του άρθρου 7 παράγραφος 1 στοιχείο α). Σε περίπτωση που πραγματοποιηθεί περαιτέρω έκδοση των προαναφερόμενων διαπραγματεύσιμων χρεωστικών τίτλων από την 1η Μαρτίου 2002 και εξής από άλλο εκδότη που δεν καλύπτεται από το τέταρτο εδάφιο, η περαιτέρω αυτή έκδοση θεωρείται απαίτηση κατά την έννοια του άρθρου 7 παράγραφος 1 στοιχείο α). (2) Το παρόν άρθρο δεν εμποδίζει το Λιχτενστάιν και τα κράτη μέλη να συνεχίσουν να επιβάλλουν φόρο στα εισοδήματα που απορρέουν από τους διαπραγματεύσιμους χρεωστικούς τίτλους που αναφέρονται παραπάνω στην παράγραφο 1, σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία τους. Άρθρο 16 Υπογραφή, έναρξη ισχύος και διάρκεια ισχύος (1) Η παρούσα συμφωνία πρέπει να κυρωθεί ή να εγκριθεί από τα συμβαλλόμενα μέρη σύμφωνα με τις οικείες διαδικασίες. Τα συμβαλλόμενα μέρη γνωστοποιούν αμοιβαία την ολοκλήρωση των διαδικασιών αυτών. Η συμφωνία τίθεται σε ισχύ την πρώτη ημέρα του δεύτερου μήνα μετά την τελευταία γνωστοποίηση. (2) Με την επιφύλαξη της εκπλήρωσης των συνταγματικών απαιτήσεων του Λιχτενστάιν και των απαιτήσεων του κοινοτικού δικαίου όσον αφορά τη σύναψη διεθνών συμφωνιών και με την επιφύλαξη του άρθρου 17, το Λιχτενστάιν και ενδεχομένως η Κοινότητα θέτουν σε εφαρμογή την παρούσα συμφωνία μέχρι την 1η Ιουλίου 2005 και προβαίνουν σε αμοιβαία κοινοποίηση της εν λόγω εφαρμογής. (3) Η παρούσα συμφωνία παραμένει σε ισχύ εφόσον δεν την καταγγείλει ένα από τα συμβαλλόμενα μέρη. (4) Έκαστο συμβαλλόμενο μέρος δύναται να καταγγείλει την παρούσα συμφωνία με γραπτή γνωστοποίηση προς το άλλο συμβαλλόμενο μέρος. Στην περίπτωση αυτή, η συμφωνία παύει να ισχύει δώδεκα μήνες μετά την ημερομηνία γνωστοποίησης. Άρθρο 17 Εφαρμογή και αναστολή της εφαρμογής (1) Η εφαρμογή της παρούσας συμφωνίας εξαρτάται από την έγκριση και εφαρμογή από τα εξαρτημένα ή συνδεδεμένα εδάφη των κρατών μελών που αναφέρονται στην έκθεση του Συμβουλίου (Οικονομικά και δημοσιονομικά θέματα) στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο της Φέιρα, της 19ης και 20ής Ιουνίου 2000, καθώς και από τις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής, την Ελβετία, την Ανδόρα, το Μονακό και το Σαν Μαρίνο, αντίστοιχα, μέτρων που είναι σύμφωνα ή ισοδύναμα με τα προβλεπόμενα στην οδηγία ή στην παρούσα συμφωνία, και τον καθορισμό των ίδιων ημερομηνιών εφαρμογής. (2) Τα συμβαλλόμενα μέρη αποφασίζουν, με κοινή συμφωνία, τουλάχιστον έξι μήνες πριν από την ημερομηνία που αναφέρεται στο άρθρο 16 παράγραφος 2, κατά πόσον ο όρος που τίθεται στην παράγραφο 1 πληρούται όσον αφορά τις ημερομηνίες έναρξης ισχύος των σχετικών μέτρων στις τρίτες χώρες και στα εξαρτημένα ή συνδεδεμένα εδάφη. Εάν τα συμβαλλόμενα μέρη αποφασίσουν ότι δεν πληρούται ο όρος, εγκρίνουν, με κοινή συμφωνία, νέα ημερομηνία για τους σκοπούς του άρθρου 16 παράγραφος 2. (3) Η εφαρμογή της παρούσας συμφωνίας ή μερών αυτής δύναται να ανασταλεί με άμεση ισχύ από έκαστο συμβαλλόμενο μέρος μέσω κοινοποίησης στο άλλο μέρος εφόσον η οδηγία ή μέρος της οδηγίας παύει να ισχύει είτε προσωρινά είτε μόνιμα σύμφωνα με το ευρωπαϊκό κοινοτικό δίκαιο ή σε περίπτωση που κράτος μέλος αναστείλει την εφαρμογή των οικείων διατάξεων εφαρμογής. (4) Οποιοδήποτε συμβαλλόμενο μέρος δύναται να αναστείλει την εφαρμογή της παρούσας συμφωνίας μέσω κοινοποίησης στο άλλο μέρος σε περίπτωση που ένα από τα τρίτα κράτη ή τα εδάφη που αναφέρονται στην παράγραφο 1 παύσουν στη συνέχεια να εφαρμόζουν τα μέτρα που αναφέρονται στην εν λόγω παράγραφο. Η αναστολή της εφαρμογής πραγματοποιείται το νωρίτερο δύο μήνες μετά τη γνωστοποίηση. Η εφαρμογή της συμφωνίας αποκαθίσταται μόλις αποκατασταθούν και τα μέτρα. Άρθρο 18 Απαιτήσεις και τελική ρύθμιση (1) Σε περίπτωση καταγγελίας της παρούσας συμφωνίας ή αναστολής της εφαρμογής της είτε πλήρως είτε εν μέρει, οι απαιτήσεις των φυσικών προσώπων σύμφωνα με το άρθρο 9 δεν επηρεάζονται. (2) Σ'αυτή την περίπτωση, το Λιχτενστάιν καταρτίζει λογαριασμό κλεισίματος έως το τέλος της ισχύος της συμφωνίας και πραγματοποιεί τελική πληρωμή στα κράτη μέλη. Άρθρο 19 Εδαφικό πεδίο εφαρμογής Η παρούσα συμφωνία εφαρμόζεται, αφενός, στα εδάφη στα οποία εφαρμόζεται η συνθήκη περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, υπό τους όρους που προβλέπει η συνθήκη αυτή και, αφετέρου, στο έδαφος του Λιχτενστάιν. Άρθρο 20 Παραρτήματα (1) Τα παραρτήματα αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα της παρούσας συμφωνίας. (2) Ο κατάλογος των αρμοδίων αρχών που περιλαμβάνεται στο παράρτημα Ι δύναται να τροποποιηθεί με απλή κοινοποίηση στο άλλο συμβαλλόμενο μέρος από το Πριγκιπάτο του Λιχτενστάιν, όσον αφορά την αρχή που αναφέρεται στο σημείο α) του παραρτήματος, και από την Ευρωπαϊκή Κοινότητα, όσον αφορά τις άλλες αρχές. Ο κατάλογος των εξομοιούμενων οργανισμών που περιλαμβάνεται στο παράρτημα ΙΙ δύναται να τροποποιηθεί με αμοιβαία συμφωνία. Άρθρο 21 Γλώσσες (1) Η παρούσα συμφωνία συντάσσεται σε δύο αντίτυπα στην αγγλική, γαλλική, γερμανική, δανική, ελληνική, ισπανική, ιταλική, ολλανδική, πορτογαλική, σουηδική και φινλανδική γλώσσα, και τα κείμενα σε όλες αυτές τις γλώσσες είναι εξίσου αυθεντικά. (2) Τα κείμενα στην εσθονική, λετονική, λιθουανική, μαλτεζική, ουγγρική, πολωνική, σλοβακική, σλοβενική και τσεχική γλώσσα θα επικυρωθούν από τα συμβαλλόμενα μέρη βάσει ανταλλαγής επιστολών. Θα είναι και αυτά αυθεντικά, όπως και τα κείμενα στις γλώσσες που αναφέρονται στην παράγραφο 1. ΣΕ ΠΙΣΤΩΣΗ ΤΩΝ ΑΝΩΤΕΡΩ οι υπογράφοντες πληρεξούσιοι έθεσαν την υπογραφή τους κάτω από την παρούσα συμφωνία (τόπος).......................... (ημερομηνία) ............................ για για ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ I Κατάλογος των αρμόδιων αρχών Για τους σκοπούς της παρούσας συμφωνίας "αρμόδιες αρχές" είναι: α) στο Πριγκιπάτο του Λιχτενστάιν: Die Regierung des Fόrstentums Liechtenstein ή εξουσιοδοτημένος εκπρόσωπος, β) στο Βασίλειο του Βελγίου: De Minister van Financiλn/Le Ministre des Finances ή εξουσιοδοτημένος εκπρόσωπος, γ) στην Τσεχική Δημοκρατία: Ministr financν ή εξουσιοδοτημένος εκπρόσωπος, δ) στο Βασίλειο της Δανίας: Skatteministeren ή εξουσιοδοτημένος εκπρόσωπος, ε) στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας: Der Bundesminister der Finanzen ή εξουσιοδοτημένος εκπρόσωπος, στ) στη Δημοκρατία της Εσθονίας: Rahandusminister ή εξουσιοδοτημένος εκπρόσωπος, ζ) στην Ελληνική Δημοκρατία: Ο Υπουργός Οικονομίας και Οικονομικών ή εξουσιοδοτημένος εκπρόσωπος, η) στο Βασίλειο της Ισπανίας: El Ministro de Economνa y Hacienda ή εξουσιοδοτημένος εκπρόσωπος, θ) στη Γαλλική Δημοκρατία: Le Ministre chargι du budget ή εξουσιοδοτημένος εκπρόσωπος, ι) στην Ιρλανδία: The Revenue Commissioners ή εξουσιοδοτημένοι εκπρόσωποί τους, ια) στην Ιταλική Δημοκρατία: Il Capo del Dipartimento per le Politiche Fiscali ή εξουσιοδοτημένος εκπρόσωπος, ιβ) στην Κυπριακή Δημοκρατία: Υπουργός Οικονομικών ή εξουσιοδοτημένος εκπρόσωπος, ιγ) στη Δημοκρατία της Λετονίας: Finansu ministrs ή εξουσιοδοτημένος εκπρόσωπος, ιδ) στη Δημοκρατία της Λιθουανίας: Finans? ministras ή εξουσιοδοτημένος εκπρόσωπος, ιε) στο Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου: Le Ministre des Finances ή εξουσιοδοτημένος εκπρόσωπος, ωστόσο, για τους σκοπούς του άρθρου 10 η αρμόδια αρχή θα είναι «le Procureur Gιnιral d'Etat luxembοurgeois», ιστ) στη Δημοκρατία της Ουγγαρίας: A pιnzόgyminiszter ή εξουσιοδοτημένος εκπρόσωπος, ιζ) στη Δημοκρατία της Μάλτας: Il-Ministru responsabbli g?all-Finanzi ή εξουσιοδοτημένος εκπρόσωπος, ιη) στο Βασίλειο των Κάτω Χωρών: De Minister van Financiλn, ή εξουσιοδοτημένος εκπρόσωπος, ιθ) στη Δημοκρατία της Αυστρίας: Der Bundesminister fόr Finanzen ή εξουσιοδοτημένος εκπρόσωπος, κ) στη Δημοκρατία της Πολωνίας: Minister Finansσw ή εξουσιοδοτημένος εκπρόσωπος, κα) στην Πορτογαλική Δημοκρατία: O Ministro das Finanηas ή εξουσιοδοτημένος εκπρόσωπος, κβ) στη Δημοκρατία της Σλοβενίας: Minister za finance ή εξουσιοδοτημένος εκπρόσωπος, κγ) στη Σλοβακική Δημοκρατία: Minister financiν ή εξουσιοδοτημένος εκπρόσωπος, κδ) στη Δημοκρατία της Φινλανδίας: Valtiovarainministeriφ/Finansministeriet ή εξουσιοδοτημένος εκπρόσωπος, κε) στο Βασίλειο της Σουηδίας: Finansdepartementet ή εξουσιοδοτημένος εκπρόσωπος, κστ) στο Ηνωμένο Βασίλειο της Μεγάλης Βρετανίας και της Βορείου Ιρλανδίας και στα ευρωπαϊκά εδάφη για τις εξωτερικές σχέσεις των οποίων είναι υπεύθυνο το Ηνωμένο Βασίλειο: the Commissioners of Inland Revenue ή οι εξουσιοδοτημένοι εκπρόσωποί τους και η αρμόδια αρχή του Γιβραλτάρ, την οποία θα ορίσει το Ηνωμένο Βασίλειο με βάση τις συμφωνηθείσες ρυθμίσεις σχετικά με τις αρχές του Γιβραλτάρ στο πλαίσιο των μέσων της ΕΕ και της ΕΚ και των σχετικών συμφωνιών που γνωστοποιήθηκαν στα κράτη μέλη και στα όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης στις 19 Απριλίου 2000, αντίγραφο των οποίων θα κοινοποιήσει στο Λιχτενστάιν ο Γενικός Γραμματέας του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και που θα ισχύουν για την παρούσα συμφωνία. ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ II Κατάλογος των "εξομοιούμενων οργανισμών" Για τους σκοπούς του άρθρου 15 της παρούσας συμφωνίας, οι ακόλουθοι οργανισμοί θεωρούνται ως «εξομοιούμενοι προς δημόσια αρχή ή των οποίων ο ρόλος αναγνωρίζεται από διεθνή συνθήκη»: οργανισμοί εντός της Ευρωπαϊκής Ενωσης: Βέλγιο - Vlaams Gewest (φλαμανδική περιοχή) - Rιgion wallonne (περιοχή της Βαλλονίας) - Rιgion bruxelloise/Brussels Gewest (περιοχή των Βρυξελλών) - Communautι franηaise (γαλλική κοινότητα) - Vlaamse Gemeenschap (φλαμανδική κοινότητα) - Deutschsprachige Gemeinschaft (γερμανόφωνη κοινότητα) Ισπανία - Xunta de Galicia (κυβέρνηση της αυτόνομης περιφέρειας της Γαλικίας) - Junta de Andalucνa (κυβέρνηση της αυτόνομης κοινότητας της Ανδαλουσίας) - Junta de Extremadura (κυβέρνηση της αυτόνομης κοινότητας της Εξτρεμαδούρας) - Junta de Castilla- La Mancha (κυβέρνηση της αυτόνομης κοινότητας της Καστίλης-Λαμάντσα) - Junta de Castilla- Leσn (κυβέρνηση της αυτόνομης κοινότητας της Καστίλης-Λεόν) - Gobierno Foral de Navarra (κυβέρνηση ειδικού νομικού καθεστώτος της Ναβάρας) - Govern de les Illes Balears (κυβέρνηση των Βαλεαρίδων Νήσων) - Generalitat de Catalunya (κυβέρνηση της Καταλονίας) - Generalitat de Valencia (κυβέρνηση της Βαλένσιας) - Diputaciσn General de Aragσn (Γενικό Συμβούλιο της Αραγωνίας) - Gobierno de las Islas Canarias (κυβέρνηση των Καναρίων Νήσων) - Gobierno de Murcia (κυβέρνηση της Μουρθίας) - Gobierno de Madrid (κυβέρνηση της Μαδρίτης) - Gobierno de la Comunidad Autσnoma del Paνs Vasco/Euzkadi (Κυβέρνηση της αυτόνομης κοινότητας της χώρας των Βάσκων) - Diputaciσn Foral de Guipϊzcoa (Συμβούλιο ειδικού ιστορικού καθεστώτος της Γκουϊπούσκοα) - Diputaciσn Foral de Vizcaya/Bizkaia (Συμβούλιο ειδικού ιστορικού καθεστώτος της Βισκαϊκής) - Diputaciσn Foral de Alava (Συμβούλιο ειδικού ιστορικού καθεστώτος της Άλαβα) - Ayuntamiento de Madrid (δήμος της Μαδρίτης) - Ayuntamiento de Barcelona (δήμος της Βαρκελώνης) - Cabildo Insular de Gran Canaria (Συμβούλιο της Νήσου Γκραν Κανάρια) - Cabildo Insular de Tenerife (Συμβούλιο της Νήσου Τενερίφης) - Instituto de Crιdito Oficial (πιστωτικό δημόσιο Ίδρυμα) - Instituto Catalαn de Finanzas (χρηματοπιστωτικό ίδρυμα της Καταλονίας) - Instituto Valenciano de Finanzas (χρηματοπιστωτικό ίδρυμα της Βαλένσιας) Ελλάδα - ?ργανισμός ?ηλεπικοινωνιών Ελλάδος - ?ργανισμός Σιδηροδρόμων Ελλάδος - Δημόσια Επιχείρηση Ηλεκτρισμού Γαλλία - La Caisse d'amortissement de la dette sociale (CADES) (ταμείο απόσβεσης κοινωνικού χρέους) - L'Agence franηaise de dιveloppement (AFD) (γαλλικός οργανισμός ανάπτυξης) - Rιseau Ferrι de France (RFF) (δίκτυο σιδηροδρόμων της Γαλλίας) - Caisse Nationale des Autoroutes (CNA) (εθνικό ταμείο αυτοκινητοδρόμων) - Assistance publique Hτpitaux de Paris (APHP) (κρατική περίθαλψη, νοσοκομεία των Παρισίων) - Charbonnages de France (CDF) (ανθρακωρυχεία της Γαλλίας) - Entreprise miniθre et chimique (EMC) (μεταλλευτική και χημική επιχείρηση) Ιταλία - Περιφέρειες - Επαρχίες - Δήμοι - Cassa Depositi e Prestiti (Ταμείο παρακαταθηκών και δανείων) Λετονία - Pasvald?bas (τοπικές αρχές) Πολωνία - gminy (κοινότητες) - powiaty (περιφέρειες) - wojewσdztwa (επαρχίες) - zwi?zki gmin (ενώσεις κοινοτήτων) - zwi?zki powiatσw (ενώσεις περιφερειών) - zwi?zki wojewσdztw (ένωση επαρχιών) - miasto sto?eczne Warszawa (πρωτεύουσα - Βαρσοβία) - Agencja Restrukturyzacji i Modernizacji Rolnictwa (Οργανισμός για την αναδιάρθρωση και τον εκσυγχρονισμό της γεωργίας) - Agencja Nieruchomo?ci Rolnych (Γραφείο Γεωργικής Ιδιοκτησίας) Πορτογαλία - Regiγo Autσnoma da Madeira (αυτόνομη περιοχή της Μαδέρας) - Regiγo Autσnoma dos Aηores (αυτόνομη περιοχή των Αζορών) - Δήμοι Σλοβακία - mestα a obce (δήμοι) - eleznice Slovenskej republiky (Σλοβακική εταιρεία σιδηροδρόμων) - ?tαtny fond cestnιho hospodαrstva (Κρατικό ταμείο διαχείρισης οδικού δικτύου) - Slovenskι elektrαrne (Σλοβακικοί σταθμοί ηλεκτροπαραγωγής) - Vodohospodαrska vύstavba (Water Economy Building Company) Διεθνείς οργανισμοί: - Ευρωπαϊκή Τράπεζα Ανασυγκρότησης και Ανάπτυξης - Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων - Ασιατική Τράπεζα Ανάπτυξης - Αφρικανική Τράπεζα Ανάπτυξης - Παγκόσμια Τράπεζα / ΔΤΑΑ / ΔΝΤ - Διεθνής Οργανισμός Χρηματοδότησης - Διαμερικανική Τράπεζα Ανάπτυξης - Ταμείο Κοινωνικής Ανάπτυξης του Συμβουλίου της Ευρώπης - EΥΡATOM - Ευρωπαϊκή Κοινότητα - Χρηματοδοτική Συνεργασία για την Ανάπτυξη των Άνδεων (CAF) - Ευρωπαϊκή Εταιρεία για τη Χρηματοδότηση σιδηροδρομικού υλικού - Ευρωπαϊκή Κοινότητα Άνθρακα & Χάλυβα - Επενδυτική Τράπεζα των Βορειοευρωπαϊκών χωρών - Αναπτυξιακή Τράπεζα της Καραϊβικής Οι διατάξεις του άρθρου 15 δεν θίγουν τυχόν διεθνείς υποχρεώσεις που τα συμβαλλόμενα μέρη έχουν αναλάβει έναντι των προαναφερόμενων διεθνών οργανισμών. οργανισμοί τρίτων χωρών: Οι εν λόγω οργανισμοί πληρούν τα εξής κριτήρια: 1) Ο οργανισμός θεωρείται σαφώς ως δημόσιος σύμφωνα με τα εθνικά κριτήρια. 2) Ο δημόσιος αυτός οργανισμός δραστηριοποιείται εκτός του εμπορικού τομέα, διαχειρίζεται και χρηματοδοτεί σύνολο κοινωφελών δραστηριοτήτων παρέχοντας αγαθά και υπηρεσίες εκτός του εμπορικού τομέα και ελέγχεται όντως από τη γενική κυβέρνηση. 3) Ο δημόσιος αυτός οργανισμός εκδίδει τακτικά και μεγάλα ομολογιακά δάνεια. 4) Το συγκεκριμένο κράτος είναι σε θέση να εγγυηθεί ότι ο δημόσιος αυτός οργανισμός δεν θα προβεί σε πρόωρη εξόφληση σε περίπτωση ρήτρας αντιστάθμισης φόρου (gross-up clauses).