52004PC0289

Πρόταση κανονισμού του Συμβουλίου για την ίδρυση Κοινοτικής Υπηρεσίας Ελέγχου της Αλιείας και για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2847/93 για τη θέσπιση συστήματος ελέγχου που εφαρμόζεται στην Κοινή Αλιευτική Πολιτική {SEC(2004) 448} /* COM/2004/0289 τελικό - CNS 2004/0108 */


Πρόταση ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ για την ίδρυση Κοινοτικής Υπηρεσίας Ελέγχου της Αλιείας και για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2847/93 για τη θέσπιση συστήματος ελέγχου που εφαρμόζεται στην Κοινή Αλιευτική Πολιτική {SEC(2004) 448}

(υποβληθείσα από την Επιτροπή)

ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ

1. Περίληψη

Η Πράσινη Βίβλος [1] για το μέλλον της Κοινής Αλιευτικής Πολιτικής (ΚΑλΠ) επισημαίνει, μεταξύ άλλων, τα προβλήματα των δραστηριοτήτων στον τομέα του ελέγχου και της εφαρμογής των κανόνων της ΚΑλΠ που διεξάγονται από τα κράτη μέλη καθώς επίσης και δυνατές λύσεις, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται η ίδρυση Κοινής Δομής Επιθεώρησης (ΚΔΕ). Το σχέδιο δράσης της Επιτροπής για τη μεταρρύθμιση της ΚΑλΠ και την εφαρμογή της παρουσιάστηκαν στην ανακοίνωση για τη μεταρρύθμιση της ΚΑλΠ («Χάρτης Πορείας») [2], στην οποία η Επιτροπή ανήγγειλε ένα σχέδιο δράσης για συνεργασία στον τομέα του ελέγχου της εφαρμογής καθώς επίσης και πρόταση, μετά την εκπόνηση μελέτης σκοπιμότητας, για τη δημιουργία ενός ΚΔΕ σε κοινοτικό επίπεδο.

[1] COM (2001) 135 της 20.3.2001

[2] COM (2002) 181 της 28.5.2002

Η ανακοίνωση «για μία ομοιόμορφη και αποτελεσματική εφαρμογή της ΚΑλΠ» [3] θέτει σε εφαρμογή τις πρωτοβουλίες αυτές που περιλαμβάνονται στον «Χάρτη Πορείας». Η ιδέα της ίδρυσης μιας Κοινοτικής Υπηρεσίας Ελέγχου της Αλιείας (ΚΥΕΑ) προβλήθηκε στην ανακοίνωση αυτή στο πλαίσιο της μελέτης σκοπιμότητας. Το Συμβούλιο όσο και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο υποστήριξαν τόσο την εν λόγω ιδέα όσο και την προαναφερόμενη μελέτη.

[3] COM (2003) 130 της 21.3.2003

Αντιπρόσωποι κρατών μελών, οι οποίοι συναντήθηκαν σε επίπεδο αρχηγών κρατών ή κυβερνήσεων στις 13 Δεκεμβρίου 2003 στις Βρυξέλλες, καλωσόρισαν την πρόθεση της Επιτροπής να παρουσιάσει, πριν το τέλος Μαρτίου 2004, πρόταση για την ίδρυση Κοινοτικής Υπηρεσίας Ελέγχου της Αλιείας και συμφώνησαν για τον επείγοντα χαρακτήρα της ίδρυσης μιας τέτοιας υπηρεσίας καθώς και για τον καθορισμό της έδρας της στην Ισπανία.

Μέσω του παρόντος κανονισμού, η Επιτροπή προτείνει την ίδρυση της ΚΥΕΑ (η οποία στο εξής καλείται «Υπηρεσία»). Κύριο καθήκον της θα είναι ο επιχειρησιακός συντονισμός του ελέγχου και της επιθεώρησης από τα κράτη μέλη. Αναμένεται ότι η Υπηρεσία θα δημιουργήσει στέρεες εταιρικές σχέσεις τόσο με τα κράτη μέλη και την Επιτροπή όσο και μεταξύ τους και ότι θα συμβάλει επιτυχώς στη δημιουργία μιας κοινοτικής παιδείας ελέγχου και εφαρμογής στον τομέα της αλιείας.

2. Εισαγωγή

2.1. Τα κίνητρα της Επιτροπής

Η εφαρμογή των κανόνων της ΚΑλΠ από τα κράτη μέλη απαιτεί μία εύρωστη επιχειρησιακή δομή ελέγχου και επιθεώρησης στο επίπεδο της Κοινότητας, επαρκή μέσα ελέγχου και επιθεώρησης καθώς και κατάλληλη στρατηγική για τη συντονισμένη χρήση των μέσων αυτών.

Οι στόχοι που πρέπει να επιτευχθούν είναι οι εξής:

* αποτελεσματική εφαρμογή της ΚΑλΠ, και

* ομοιόμορφη επιθεώρηση και έλεγχος εφαρμογής σε ολόκληρη την Κοινότητα.

Η επίτευξη των στόχων αυτών είναι ουσιαστικής σημασίας προκειμένου να επιτευχθεί η στήριξη της ΚΑλΠ εκ μέρους του τομέα της αλιείας.

Η εμπειρία που αποκτήθηκε από τις ισχύουσες ρυθμίσεις ελέγχου και επιθεώρησης κάθε κράτους μέλους έδειξε ότι οι νέοι αυτοί στόχοι μπορούν να επιτευχθούν μόνο με την ενίσχυση των εθνικών δομών ελέγχου και επιθεώρησης μέσω της δημιουργίας μιας οργανωτικής δομής σε κοινοτικό επίπεδο.

Σήμερα, οι δραστηριότητες ελέγχου και επιθεώρησης των αρμόδιων αρχών των κρατών μελών δεν συντονίζονται κατά συστηματικό τρόπο. Οι προσπάθειες των κρατών μελών δεν συνδυάζονται με άλλα κράτη μέλη, τα οποία δυνατόν να έχουν άλλες προτεραιότητες και πρακτικές. Ως εκ τούτου, σε κοινοτικό επίπεδο παρατηρούνται κενά και αδυναμίες στον τομέα του ελέγχου και της εφαρμογής. Ο τομέας της αλιείας παραπονείται για τις κατακερματισμένες και ανομοιόμορφες δραστηριότητες ελέγχου και εφαρμογής, οι οποίες ορισμένες φορές, θεωρούνται από τους αλιείς ότι προκαλούν διακρίσεις.

Στο πλαίσιο των νομικών και διοικητικών συστημάτων τους, τα κράτη μέλη έχουν αναθέσει την ευθύνη ελέγχου και εφαρμογής της ΚΑλΠ σε διάφορες αρχές τόσο σε εθνικό όσο και σε περιφερειακό επίπεδο (όπως σε επιθεωρήσεις της αλιείας, ακτοφυλακές, ναυτικό, τελωνείο, αστυνομία, κλπ.). Πολλές από τις αρχές αυτές έχουν αναλάβει καθήκοντα όχι μόνο στον τομέα της αλιείας αλλά επίσης και σε άλλους τομείς, γεγονός που καθιστά δύσκολο τον συντονισμό του ελέγχου της αλιείας.

Έχει παρατηρηθεί, ιδίως σε κράτη μέλη στα οποία εμπλέκονται διάφορες αρχές στον έλεγχο και στην εφαρμογή των κανόνων της Κοινής Αλιευτικής Πολιτικής, ότι ο συντονισμός μεταξύ των αρχών αυτών, ακόμη και στην περίπτωση που στηρίζεται σε σαφείς κανόνες, δεν προσφέρει σε όλες τις περιπτώσεις επαρκή ευελιξία προκειμένου να υπάρχει έγκαιρη ανταπόκριση στις επιχειρησιακές προκλήσεις του ελέγχου και της εφαρμογής στον τομέα της αλιείας.

Η κοινοτική δράση σε διεθνές επίπεδο θεωρείται από τα τρίτα μέρη περίπλοκη στον τομέα της διασφάλισης συνεργασίας όσον αφορά τον έλεγχο και την εφαρμογή των ισχυόντων κανόνων, δεδομένου ότι οι δραστηριότητες αυτές ανήκουν στην αρμοδιότητα των κρατών μελών. Τα κράτη μέλη εφαρμόζουν τους κανόνες της ΚΑλΠ σύμφωνα με τις δικές τους παραδόσεις και πρακτικές. Τα τρίτα μέρη θεωρούν τη συνεργασία με την Κοινότητα στον εν λόγω τομέα περίπλοκη, ιδίως λόγω του μεγάλου αριθμού των εταίρων και των παραδόσεων που υπάρχουν. Τα προβλήματα στους τομείς αυτούς δυνατόν να έχουν επιπτώσεις σε ολόκληρη την Κοινότητα.

Ενόψει των ανωτέρω, και ιδίως προκειμένου να διασφαλιστεί ο αποτελεσματικός έλεγχος και η επιθεώρηση σύμφωνα με τις διεθνείς υποχρεώσεις της Κοινότητας, η Επιτροπή ανέλαβε κατά την τελευταία δεκαετία επιχειρησιακά καθήκοντα στον τομέα της επιθεώρησης και της εποπτείας σε διεθνή ύδατα. Σύμφωνα με τις διεθνείς υποχρεώσεις της Κοινότητας στο πλαίσιο της σύμβασης για τη μελλοντική πολυμερή συνεργασία στην αλιεία ΒΔ Ατλαντικού, η Επιτροπή ναύλωσε από το 1990, ένα περιπολικό σκάφος προκειμένου να επιτελέσει τα καθήκοντα αυτά στον Βόρειο Ατλαντικό, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται, από το 2000, ορισμένα καθήκοντα στον ΒΑ Ατλαντικό στο πλαίσιο της NAFO.Επιπροσθέτως, από το 1995, η Επιτροπή εφαρμόζει ένα σύστημα παρατηρητών που προβλέπει την τοποθέτηση παρατηρητών επί των κοινοτικών αλιευτικών σκαφών που ασκούν δραστηριότητες στην ζώνη διακανονισμού της NAFO.

Η Επιτροπή θα παύσει να ασκεί τα καθήκοντα αυτά, τα οποία έχουν ανατεθεί τώρα στα κράτη μέλη σύμφωνα με τα άρθρα 23, 24, 25 και 28 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2371/2002. Η συμμετοχή της Επιτροπής σε επιχειρησιακά θέματα που αφορούν τον έλεγχο και την επιθεώρηση δεν συμβιβάζεται με την αποστολή της όσον αφορά τον έλεγχο και την αξιολόγηση της εφαρμογής των κανόνων της ΚΑλΠ από τα κράτη μέλη σύμφωνα με το άρθρο 27 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2371/2002. Η Επιτροπή θα επικεντρώσει τη δράση της στα κύρια καθήκοντα που προβλέπονται από τη συνθήκη και την ΚΑλΠ. Δεν θα πρέπει να εμπλέκεται σε δραστηριότητες ελέγχου και επιθεώρησης που διεξάγονται από τα κράτη μέλη και δεν θα πρέπει να ασχολείται με επιχειρησιακά θέματα, όπως είναι η επιθεώρηση και η εποπτεία καθώς και η λειτουργία συστημάτων παρατηρητών.

Η διεξαγωγή των επιχειρησιακών αυτών καθηκόντων από την Επιτροπή έχει εκτιμηθεί από τις τρίτες χώρες, τα ενδιαφερόμενα κράτη μέλη και τον κλάδο της αλιείας. Η άσκηση των δραστηριοτήτων αυτών από την Επιτροπή στη θάλασσα πρέπει να ακολουθείται από επιθεωρήσεις των εκφορτώσεων σκαφών που επιστρέφουν από τα διεθνή ύδατα εκ μέρους των κρατών μελών. Εντούτοις, η ποιότητα των επιθεωρήσεων αυτών δεν είναι πάντοτε εγγυημένη και, ως εκ τούτου, δεν μπορεί πάντοτε να διασφαλιστεί η συμμόρφωση προς τους ισχύοντες κανόνες.

2.2. Επιχειρησιακός συντονισμός

Η Επιτροπή προτείνει:

* τη θέσπιση από την Επιτροπή συνεκτικών προγραμμάτων ελέγχου και επιθεώρησης (προγράμματα MCS [4]).

[4] MCS είναι ο διεθνώς χρησιμοποιούμενος όρος (FAO) για την παρακολούθηση, την επιθεώρηση και την εποπτεία των αλιευτικών δραστηριοτήτων από τις αρχές. Ο όρος αυτός περιλαμβάνει την επιθεώρηση και εποπτεία, αλλά επίσης και τον δορυφορικό εντοπισμό των εμπορικών σκαφών μέσω των Συστημάτων Παρακολούθησης Σκαφών (ΣΠΣ) και των συστημάτων παρατηρητών. Το πρόγραμμα MCS θα χρησιμεύσει ως κοινοτικό πλαίσιο αναφοράς υπό τη μορφή κοινών προτεραιοτήτων και διαδικασιών καθώς επίσης και σημείων αναφοράς.

* τη συγκέντρωση των εθνικών μέσων ελέγχου και επιθεώρησης από τα κράτη μέλη με στόχο τη διοργάνωση κοινής ανάπτυξης των μέσων από κοινοτική υπηρεσία σύμφωνα με τα προαναφερόμενα προγράμματα ελέγχου και επιθεώρησης.

Η εν λόγω Υπηρεσία θα βοηθάει τα κράτη μέλη να συμμορφώνονται προς τις υποχρεώσεις τους που απορρέουν από το κοινοτικό δίκαιο στο πλαίσιο συμφωνιών που συνάπτονται μεταξύ της Κοινότητας και τρίτων μερών. Θα πρέπει να συντονίζει τις δραστηριότητες ελέγχου και επιθεώρησης των κρατών μελών με στόχο ιδίως την εκπλήρωση των διεθνών υποχρεώσεων της Κοινότητας κατά σαφή, διαφανή, και ομοιόμορφο τρόπο.

Η ίδρυση της Υπηρεσίας δεν θα μεταβάλει την ευθύνη των κρατών μελών όσον αφορά τον έλεγχο και την εφαρμογή στο πλαίσιο του πεδίου εφαρμογής της ΚΑλΠ. Επιπλέον, η προτεινόμενη δομή δεν θα τροποποιήσει τις διατάξεις του κεφαλαίου V του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2371/2002 ούτε θα υπερβεί τα όρια που προβλέπονται στο άρθρο 28 του εν λόγω κανονισμού.

Η βασική αποστολή θα είναι η κοινή ανάπτυξη των εθνικών μέσων ελέγχου και επιθεώρησης σύμφωνα με μία κατάλληλη κοινοτική στρατηγική. Η Υπηρεσία θα διασφαλίσει τον επιχειρησιακό συντονισμό του ελέγχου και της επιθεώρησης από τα κράτη μέλη προς το συμφέρον ολόκληρης της Κοινότητας.

Ο επιχειρησιακός συντονισμός θα περιλαμβάνει:

- τη σχεδίαση της ανάπτυξης των συγκεντρωμένων μέσων ελέγχου και επιθεώρησης των κρατών μελών.

- τη διοργάνωση της ανάπτυξης των μέσων ελέγχου και επιθεώρησης από τα κράτη μέλη.

Η σχεδίαση της ανάπτυξης των μέσων ελέγχου και επιθεώρησης θα περιλαμβάνει τη σύσταση πολυεθνικών ομάδων για την επιθεώρηση στη θάλασσα και στην ξηρά με στόχο τη διασφάλιση των συμφερόντων της Κοινότητας. Η διοργάνωση της ανάπτυξης των μέσων θα περιλαμβάνει την έκδοση οδηγιών που θα αφορούν τις γεωγραφικές περιοχές, τα αποθέματα, τους τύπους αλιείας καθώς και τους στόλους που πρέπει να ελέγχονται και να επιθεωρούνται κατά τη διάρκεια μίας συγκεκριμένης περιόδου.

Στην πράξη, πρέπει να αναπτυχθεί μία αποτελεσματική σχέση συνεργασίας μεταξύ της Υπηρεσίας και των εθνικών αρχών. Η Υπηρεσία θα πρέπει να αναλάβει, προς το συμφέρον της Κοινότητας, τη διαχείριση της ανάπτυξης των μέσων ελέγχου και επιθεώρησης σε στενή συνεργασία με τις ενδιαφερόμενες αρμόδιες εθνικές αρχές.

Η Υπηρεσία θα διασφαλίσει τον πλήρη συντονισμό των δραστηριοτήτων ελέγχου και επιθεώρησης από τις εθνικές αρχές. Η κοινή ανάπτυξη των μέσων θα πρέπει να βελτιστοποιήσει τη χρήση των εθνικών μέσων.

Η Υπηρεσία θα έχει στη διάθεσή της ως εργαλείο για τη διοργάνωση της κοινής ανάπτυξης των μέσων ελέγχου και επιθεώρησης, ένα Κοινοτικό Κέντρο Παρακολούθησης των Αλιευτικών Σκαφών, το οποίο θα παρέχει απευθείας πρόσβαση πραγματικού χρόνου σε πληροφορίες σχετικά με τη θέση των αλιευτικών σκαφών που φέρουν τη σημαία των ενδιαφερόμενων κρατών μελών. Η Υπηρεσία θα διαθέτει όλες τις πληροφορίες, ενώ τα κράτη μέλη θα διαθέτουν μόνο τις πληροφορίες σχετικά με τα σκάφη και τα ύδατά τους.

Η ισχύς της προτεινόμενης δομής στηρίζεται στο σαφές πλαίσιο αναφοράς που εγκρίθηκε από την Επιτροπή (προτεραιότητες, σημεία αναφοράς, κλπ.). ενώ η Υπηρεσία διοργανώνει την υλοποίηση των στόχων αυτών με βάση τα εθνικά μέσα ελέγχου και επιθεώρησης. Από την πλευρά τους, τα κράτη μέλη συγκεντρώνουν τα μέσα που διαθέτουν και παραμένουν υπεύθυνα για τις βασικές υποχρεώσεις τους στον τομέα του ελέγχου και της επιθεώρησης.

2.3. Καθήκοντα

Ως ειδικευμένο τεχνικό κοινοτικό όργανο, η Υπηρεσία θα εκτελεί, εκτός από τον επιχειρησιακό συντονισμό, άλλα καθήκοντα στον τομέα του ελέγχου και της επιθεώρησης στο πλαίσιο του πεδίου εφαρμογής της ΚΑλΠ.

Η Υπηρεσία θα εκτελεί καθήκοντα που αφορούν τις υποχρεώσεις της Κοινότητας στο πλαίσιο περιφερειακών οργανώσεων αλιείας καθώς και διμερών αλιευτικών συμφωνιών. Θα βοηθά ιδίως τα κράτη μέλη να τηρούν τις υποχρεώσεις τους στον τομέα του ελέγχου και της επιθεώρησης και δύναται να εκτελεί καθήκοντα για λογαριασμό κρατών μελών.

Για το σκοπό αυτό, η Υπηρεσία δύναται να παρέχει συμβατικές υπηρεσίες σε κράτη μέλη κατόπιν αιτήσεώς τους και δαπάναις τους. Οι υπηρεσίες αυτές μπορούν να περιλαμβάνουν τη ναύλωση και τη λειτουργία περιπολικών σκαφών καθώς και την πρόσληψη παρατηρητών προκειμένου να χρησιμοποιηθούν από κοινού από τα ενδιαφερόμενα κράτη μέλη.

Επιπροσθέτως, η Υπηρεσία θα στηρίζει τα κράτη μέλη στους ακόλουθους τομείς:

* κατάρτιση επιθεωρητών.

* προμήθεια από κοινού μέσων ελέγχου και επιθεώρησης (συσκευών μέτρησης, ημερολογίων πλοίων) και συντονισμός της εφαρμογής κοινών πιλοτικών έργων δοκιμής νέων τεχνολογιών ελέγχου και επιθεώρησης.

* ανάπτυξη κοινών επιχειρησιακών διαδικασιών ελέγχου και επιθεώρησης.

* κατάρτιση κριτηρίων για την παροχή και ανταλλαγή μέσων ελέγχου και επιθεώρησης.

3. Επιλογή κοινοτικής δομής

Η δημιουργία ενός ειδικευμένου τεχνικού οργάνου σε κοινοτικό επίπεδο προκειμένου να χρησιμεύσει ως μόνιμη βάση συνεργασίας μεταξύ των κρατών μελών, αποτελεί μία κατάλληλη λύση για την επίτευξη των ανωτέρω στόχων. Το όργανο αυτό θα πρέπει να λάβει τη μορφή υπηρεσίας.

Στην περίπτωση της προτεινόμενης ΚΥΕΑ [5], ο κοινοτικός νομοθέτης δύναται να συγκεντρώσει την εκτέλεση συγκεκριμένων καθηκόντων τεχνικής φύσεως σε μία υπηρεσία εφόσον τα καθήκοντα αυτά δεν έρχονται σε σύγκρουση με τα καθήκοντα κοινοτικών οργάνων τα οποία προβλέπονται από τη συνθήκη και από το παράγωγο κοινοτικό δίκαιο. Ενόψει των ανωτέρω, τα καθήκοντα της ΚΥΕΑ υπάγονται στον τομέα του επιχειρησιακού συντονισμού και της συνεργασίας μεταξύ των κρατών μελών. Τα καθήκοντα αυτά δεν έρχονται σε σύγκρουση με τα καθήκοντα της Επιτροπής βάσει της συνθήκης και της ΚΑλΠ.

[5] Η ΚΥΕΑ ανήκει στην κατηγορία των αποκαλούμενων «ρυθμιστικών οργανισμών» οι οποίοι είναι διαφορετικοί από έναν εκτελεστικό οργανισμό ο οποίος εκτελεί καθήκοντα της Επιτροπής υπό τον πλήρη έλεγχο της Επιτροπής.

Ο έλεγχος και η εφαρμογή των κανόνων της ΚΑλΠ ανήκει κυρίως στην αρμοδιότητα των δημόσιων αρχών των κρατών μελών. Η Υπηρεσία πρέπει να είναι δημόσια αρχή της Κοινότητας η οποία θα διαθέτει νομική προσωπικότητα. Η παρουσία εκπροσώπων των κρατών μελών και του κλάδου της αλιείας μαζί με εκπροσώπους της Επιτροπής στο Διοικητικό Συμβούλιο της Υπηρεσίας θα αυξήσει την ποιότητα της λήψης αποφάσεων. Ο Διευθυντής θα είναι υπεύθυνος για τη λειτουργία της Υπηρεσίας. Προκειμένου να διασφαλιστεί η αποτελεσματικότητα του επιχειρησιακού συντονισμού από την εν λόγω Υπηρεσία, το Διοικητικό Συμβούλιο δεν θα συμμετέχει στις καθημερινές δραστηριότητες του προσωπικού σχετικά με τη σχεδίαση και τη διοργάνωση της ανάπτυξης των εθνικών μέσων ελέγχου και επιθεώρησης από τα κράτη μέλη.

Όσον αφορά τα πολυετή σχέδια αποκατάστασης ή διαχείρισης που αναφέρονται στα άρθρα 5 και 6 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2371/2002, τα Περιφερειακά Γνωμοδοτικά Συμβούλια δύνανται να ασχολούνται με τον έλεγχο και την εφαρμογή των κανόνων αυτών. Σύμφωνα με το άρθρο 31 παράγραφος 5 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2371/2002, τα Περιφερειακά Γνωμοδοτικά Συμβούλια μπορούν να υποβάλλουν συστάσεις ή υποδείξεις στην Επιτροπή, με βάση τις οποίες η Επιτροπή μπορεί να ενεργεί σύμφωνα με το άρθρο 9 παράγραφος 1 του προτεινόμενου κανονισμού.

Ως κοινοτικός οργανισμός, η Υπηρεσία δεσμεύεται από όλες τις κοινοτικές απαιτήσεις που εφαρμόζονται σε αυτό. Ο προτεινόμενος κανονισμός συντάχθηκε σύμφωνα με το δημοσιονομικό κανονισμό που εφαρμόζεται στον γενικό προϋπολογισμό των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων [6] και τις λεπτομέρειες εφαρμογής του [7], καθώς και, στο μέτρο του δυνατού, σύμφωνα με τους νέους κανόνες υπηρεσιακής κατάστασης του προσωπικού της Κοινότήτας που αρχίζουν να ισχύουν την 1η Μαΐου 2004 καθώς και έναν αριθμό άλλων κανονισμών. Η πρόταση θα πρέπει να αντανακλά την καλύτερη πρακτική και εμπειρία που αποκτήθηκε μέχρι σήμερα στον τομέα της ίδρυσης και λειτουργίας κοινοτικών οργανισμών.

[6] Κανονισμός του Συμβουλίου (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 1605/2002, ΕΕ L 248 της 16.09.2002.

[7] Κανονισμός της Επιτροπής (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 2342/2002, ΕΕ L 357 της 31.12.2002.

4. ΚΑλΠ

4.1. Κοινή Αλιευτική Πολιτική

Στο πλαίσιο της μεταρρύθμισης της Κοινής Αλιευτικής Πολιτικής (ΚΑλΠ), το κεφάλαιο V του κανονισμού του Συμβουλίου (ΕΚ) αριθ. 2371/2002 για τη διατήρηση και βιώσιμη εκμετάλλευση των αλιευτικών πόρων στο πλαίσιο της ΚΑλΠ [8] προβλέπει ένα νέο νομικό πλαίσιο για ένα κοινοτικό σύστημα ελέγχου και εφαρμογής. Με το κεφάλαιο αυτό ενοποιούνται οι βασικές αρχές και απαιτήσεις προηγούμενων κανονισμών.

[8] ΕΕ L 358 της 31.12.2002, σ. 59

Το κοινοτικό σύστημα ελέγχου και εφαρμογής είναι σχεδιασμένο κατά τρόπο ώστε να διασφαλίζει ότι η πρόσβαση στα ιχθυαποθέματα καθώς και η εκμετάλλευσή τους ελέγχονται σε ολόκληρη την αλιευτική αλυσίδα καθώς επίσης και ότι τηρούνται οι κανόνες της ΚΑλΠ και των διαρθρωτικών πολιτικών και πολιτικών αγοράς. Οι ευθύνες των κρατών μελών και της Επιτροπής αποσαφηνίζονται καθώς επίσης και οι όροι διεξαγωγής αλιευτικών και συναφών δραστηριοτήτων. Επιπροσθέτως, το σύστημα καθορίζει τα μέσα ελέγχου και εφαρμογής καθώς και τους όρους συνεργασίας και συντονισμού μεταξύ των κρατών μελών και τρίτων χωρών.

Αναφορικά με τον έλεγχο και την επιθεώρηση των αλιευτικών δραστηριοτήτων εκτός κοινοτικών υδάτων, η Κοινότητα έχει συνάψει διεθνείς υποχρεώσεις σύμφωνα με κοινά διεθνή καθεστώτα ελέγχου και εφαρμογής καθώς και διμερείς αλιευτικές συμφωνίες. Οι υποχρεώσεις αυτές έχουν ενσωματωθεί στο κοινοτικό δίκαιο σε ειδικούς κανονισμούς, όπως είναι ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 2791/1999 για τη θέσπιση ορισμένων μέτρων ελέγχου που εφαρμόζονται στη ζώνη της σύμβασης για τη μελλοντική πολυμερή συνεργασία στον τομέα της αλιείας στον Βορειοανατολικό Ατλαντικό [9]. Σύμφωνα με το άρθρο 11 του εν λόγω κανονισμού, οι υποχρεώσεις της Κοινότητας στον τομέα της επιθεώρησης και εποπτείας εκπληρώνονται από τα ενδιαφερόμενα κράτη μέλη. Παρόμοιες διατάξεις υφίστανται στο πλαίσιο άλλων διεθνών συμφωνιών ή πρόκειται να προταθούν από την Επιτροπή.

[9] ΕΕ L 337 της 30.12.1999, σ. 1

4.2. Ευθύνες των κρατών μελών

Οι βασικές ευθύνες των κρατών μελών στον τομέα του ελέγχου και της εφαρμογής των κανόνων της ΚΑλΠ καθορίζονται στα άρθρα 23, 24, 25 και 28 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2371/2002. Τα κράτη μέλη υποχρεούνται να διασφαλίζουν τον αποτελεσματικό έλεγχο, την επιθεώρηση και την εφαρμογή των κανόνων της Κοινής Αλιευτικής Πολιτικής. Για το σκοπό αυτό, τα κράτη μέλη πρέπει να λάβουν μέτρα, να διαθέσουν δημοσιονομικούς και ανθρώπινους πόρους και να δημιουργήσουν την αναγκαία διοικητική και τεχνική δομή για το σκοπό αυτό. Επιπροσθέτως, τα κράτη μέλη πρέπει να συνεργάζονται μεταξύ τους καθώς και με τρίτες χώρες προκειμένου να διασφαλίσουν τη συμμόρφωση προς τους κανόνες της Κοινής Αλιευτικής Πολιτικής καθώς και τον συντονισμό των δραστηριοτήτων ελέγχου και επιθεώρησης.

4.3. Ευθύνες της Επιτροπής

Οι ευθύνες της Επιτροπής στον τομέα του ελέγχου και της εφαρμογής των κανόνων της ΚΑλΠ καθορίζονται ιδίως στα άρθρα 26 και 27 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2371/2002 καθώς επίσης και στη Συνθήκη. Στο πλαίσιο της ΚΑλΠ, η Επιτροπή αξιολογεί και ελέγχει την εφαρμογή των κανόνων της ΚΑλΠ από τα κράτη μέλη και διευκολύνει τον συντονισμό και τη συνεργασία μεταξύ τους. Για το σκοπό της αξιολόγησης και του ελέγχου της εφαρμογής των κανόνων της ΚΑλΠ από τα κράτη μέλη, η Επιτροπή μπορεί, με δική της πρωτοβουλία και με δικά της μέσα, να προκαλέσει και να διεξαγάγει ελέγχους, έρευνες, επαληθεύσεις και επιθεωρήσεις όσον αφορά την εφαρμογή των κανόνων της ΚΑλΠ από τα κράτη μέλη.

Όσον αφορά τις διεθνείς συμφωνίες, η Επιτροπή διαπραγματεύεται, για λογαριασμό της Κοινότητας, με τρίτα μέρη, μεταξύ των οποίων μπορούν να περιλαμβάνονται κοινά διεθνή καθεστώτα ελέγχου και εφαρμογής. Επίσης, στο πλαίσιο αυτό έχουν ανατεθεί ορισμένα καθήκοντα στην Επιτροπή σύμφωνα με το κοινοτικό δίκαιο, ιδίως προκειμένου να διευκολύνουν το συντονισμό σε κοινοτικό επίπεδο.

Σύμφωνα με το άρθρο 34 στοιχείο γ) του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2847/93, η Επιτροπή πρέπει να καθορίσει τους τύπους αλιείας οι οποίοι πρέπει να αποτελούν αντικείμενο ειδικών προγραμμάτων παρακολούθησης καθώς και τους όρους που θα διέπουν τα προγράμματα αυτά. Τα κράτη μέλη πρέπει να θεσπίσουν τα αναγκαία μέτρα, μεταξύ των οποίων και μέτρα που αφορούν τη διάθεση ανθρώπινων και υλικών πόρων για τη διευκόλυνση της εφαρμογής των προγραμμάτων αυτών. Το άρθρο αυτό πρέπει να προσαρμοστεί προς την προτεινόμενη δομή από τον παρόντα κανονισμό.

Σύμφωνα με το άρθρο 11 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2791/1999, η Επιτροπή μπορεί να καταρτίσει κοινά προγράμματα επιχειρησιακής εποπτείας και επιθεώρησης για το σκοπό της εκπλήρωσης των υποχρεώσεών της στο πλαίσιο του καθεστώτος της NEAFC [10]. Παρόμοιες διατάξεις θα προταθούν για την NAFO [11] και άλλες παρόμοιες διεθνείς συμφωνίες.

[10] Επιτροπή Αλιείας Β.Α. Ατλαντικού

[11] Οργάνωση Αλιείας Β.Δ. Ατλαντικού

5. Η λειτουργία της ΚΥΕΑ

Η Υπηρεσία πρέπει να διαθέτει επαρκή προϋπολογισμό προκειμένου να μπορέσει να προσλάβει το προσωπικό της, όπως περιγράφεται ανωτέρω, να εκτελέσει τα καθήκοντά της και να διασφαλίσει ομαλή και αποτελεσματική λειτουργία. Για το πρώτο έτος (2006), ο ετήσιος προϋπολογισμός της μπορεί να εκτιμηθεί στο ποσό των 4,9 εκατομμυρίων EUR περίπου, το οποίο θα αυξηθεί σε 5,0 εκατομμύρια EUR περίπου όταν η Υπηρεσία τεθεί σε πλήρη λειτουργία (το ίδιο ποσό περίπου εξοικονομείτάι στον προϋπολογισμό της Επιτροπής όσον αφορά τον «διεθνή έλεγχο» (110703) όταν η Επιτροπή παύσει να παρέχει σκάφος επιθεώρησης και παρατηρητές στο πλαίσιο της NAFO).

Ο προϋπολογισμός Υπηρεσίας θα χρηματοδοτείται κυρίως από συνεισφορά της Κοινότητας. Μεταξύ των άλλων πόρων εσόδων θα περιλαμβάνονται οι αμοιβές που θα καταβάλλονται από τα κράτη μέλη για ειδικές υπηρεσίες που τους παρέχονται σε συμβατική βάση. Η Υπηρεσία θα μπορούσε επίσης να εισπράττει ορισμένα τέλη για τις δημοσιεύσεις της καθώς επίσης και για την παροχή κατάρτισης και άλλων υπηρεσιών. Ωστόσο, είναι πιθανόν οι εν λόγω αμοιβές και τέλη να αντιπροσωπεύουν ένα ασήμαντο μέρος του συνολικού προϋπολογισμού της Υπηρεσίας.

Η Υπηρεσία θα έχει το πλεονέκτημα να παρέχει την αναγκαία ανεξάρτητη τεχνική εμπειρογνωμοσύνη, τεχνογνωσία και διαχειριστική ικανότητα για την εφαρμογή τομέων της ΚΑλΠ.

Η συμμετοχή των κρατών μελών στο Διοικητικό Συμβούλιο θα τους επιτρέψει να λαμβάνουν μέρος στην εκτέλεση δραστηριοτήτων οι οποίες αφορούν και ενεργοποιούν, αρμοδιότητες κρατών μελών. Η συμμετοχή εκπροσώπων του τομέα της αλιείας στο Διοικητικό Συμβούλιο θα βελτιώσεις τις σχέσεις με τον τομέα της αλιείας και θα αυξήσει την ποιότητα της λήψης αποφάσεων, αυξάνοντας έτσι τη δυνατότητα αποδοχής των δραστηριοτήτων της Υπηρεσίας εκ μέρους του τομέα της αλιείας.

Η πλήρης βελτιστοποίηση της επιχειρησιακής λειτουργίας της Υπηρεσίας αποτελεί αντικείμενο μελέτης που έχει ανατεθεί από την Επιτροπή. Η έκθεση της μελέτης αυτής θα διατεθεί το φθινόπωρο του 2004.

6. Επιλογή της νομικής βάσης

Η νομική βάση του προτεινόμενου κανονισμού είναι το άρθρο 37, το οποίο συμβαδίζει με το στόχο της πρότασης καθώς και με το σύνολο της νομοθεσίας που έχει θεσπιστεί μέχρι σήμερα όσον αφορά την Κοινή Αλιευτική Πολιτική.

7. Επικουρικός χαρακτήρας και αναλογικότητα

Η ίδρυση της Υπηρεσίας είναι αναγκαία προκειμένου να χρησιμεύσει ως μόνιμη ανεξάρτητη βάση για τη διασφάλιση της επιχειρησιακής συνεργασίας και του συντονισμού μεταξύ των κρατών μελών. Ο επιχειρησιακός συντονισμός θα ενεργοποιείται οποτεδήποτε καθίσταται σκόπιμο για την επίτευξη των στόχων της Κοινότητας.

Άλλες λύσεις που στηρίζονται στην εθελοντική συνεργασία μεταξύ κρατών μελών ή σε ειδικά κοινοτικά προγράμματα χωρίς τη μεσολάβηση μόνιμου κοινοτικού οργανισμού δεν θα μπορούσαν να επιτύχουν τους στόχους ενώ ο επιχειρησιακός συντονισμός δεν συμβιβάζεται με τα καθήκοντα της Επιτροπής βάσει της Συνθήκης και της ΚΑλΠ.

Η ανεξαρτησία της έναντι της Επιτροπής υπό την ιδιότητά της ως «ελεγκτού των ελεγκτών» θα της επιτρέψει να δημιουργήσει ισχυρές σχέσεις με τις εθνικές αρμόδιες αρχές των κρατών μελών όσον αφορά τη διοργάνωση του ελέγχου και της επιθεώρησης από τα κράτη μέλη.

Η Υπηρεσία θα στηρίζει τα κράτη μέλη προκειμένου να τηρούν τις υποχρεώσεις τους στο πλαίσιο της ΚΑλΠ στον τομέα της συνεργασίας και του συντονισμού του ελέγχου και της επιθεώρησης με τη διοργάνωση της ορθολογικής ανάπτυξης των μέσων ελέγχου και επιθεώρησης που τίθενται από κοινού από τα κράτη μέλη σύμφωνα με κοινοτικούς στόχους, σημεία αναφοράς, προτεραιότητες και ομοιόμορφες διαδικασίες επιθεώρησης που θεσπίζονται από την Επιτροπή.

Η ίδρυση της Υπηρεσίας θα βελτιώσει επίσης τις σχέσεις μεταξύ της Κοινότητας και των εταίρων εκτός αυτής με τη συγκέντρωση των σημείων επαφής και την προώθηση ομοιόμορφων παραδόσεων και πρακτικών.

Ο ανωτέρω μηχανισμός χρειάζεται για την εξισορρόπηση των συμφερόντων των διάφορων κρατών μελών έναντι του συλλογικού συμφέροντος της διασφάλισης κατάλληλου ελέγχου και εφαρμογής των κανόνων της ΚΑλΠ σε περιοχές στις οποίες οι αλιευτικοί στόλοι τους αλιεύουν από κοινού ιχθυαποθέματα τα οποία υπόκεινται σε μέτρα διατήρησης και ελέγχου που έχουν θεσπιστεί από την Κοινότητα. Επιπλέον, ο μηχανισμός αυτός θα επιτρέψει τη βελτιστοποίηση της σχέσης κόστους/οφέλους των στρατηγικών ανάπτυξης των εθνικών μέσων επιθεώρησης και εποπτείας.

8. Σχόλια επί των άρθρων

Στόχος (Άρθρο 1)

Το άρθρο αυτό παρουσιάζει τον στόχο του κανονισμού, ο οποίος αφορά την ίδρυση της Υπηρεσίας, η οποία θα είναι επιφορτισμένη με τη διοργάνωση του επιχειρησιακού συντονισμού των δραστηριοτήτων ελέγχου και επιθεώρησης της αλιείας των κρατών μελών, και την παροχή βοήθειας σ'αυτά προκειμένου να συνεργάζονται σύμφωνα με τις απαιτήσεις της ΚΑλΠ.

Πεδίο εφαρμογής του επιχειρησιακού συντονισμού (Άρθρο 2)

Το άρθρο αυτό αποσαφηνίζει το πεδίο εφαρμογής των αρμοδιοτήτων της Υπηρεσίας όσον αφορά τον επιχειρησιακό συντονισμό των δραστηριοτήτων ελέγχου και επιθεώρησης, οι οποίες εκτείνονται από τα διεθνή ύδατα και τα ύδατα τρίτων χωρών, στα κοινοτικά ύδατα στην επικράτεια των κρατών μελών μέχρι το σημείο της πρώτης πώλησης.

Ορισμοί (Άρθρο 3)

Στο άρθρο αυτό παρατίθενται ορισμένοι ορισμοί βασικών όρων που χρησιμοποιούνται στον κανονισμό.

Αποστολή (Άρθρο 4)

Το άρθρο αυτό περιγράφει την αποστολή της Υπηρεσίας, η οποία αφορά τη διασφάλιση του επιχειρησιακού συντονισμού στο πλαίσιο των υποχρεώσεων της Κοινότητας όσον αφορά την επιθεώρηση και εποπτεία αλιευτικών δραστηριοτήτων σε διεθνή και κοινοτικά ύδατα, καθώς και την παροχή βοήθειας στα κράτη μέλη στον τομέα του ελέγχου και της εφαρμογής.

Η αποστολή της Υπηρεσίας πρέπει να διασφαλίζει την προσήκουσα εφαρμογή ιδίως του άρθρου 28 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2371/2002.

Καθήκοντα σχετικά με τις υποχρεώσεις ελέγχου και επιθεώρησης της Κοινότητας (Άρθρο 5)

Το άρθρο αυτό προβλέπει τα καθήκοντα της Υπηρεσίας με τα οποία επιδιώκεται η εκπλήρωση των υποχρεώσεων της Κοινότητας σχετικά με τον έλεγχο και την επιθεώρηση. Οι εν λόγω υποχρεώσεις αναλαμβάνονται από την Κοινότητα βάσει διεθνών συμφωνιών που συνάπτονται στο πλαίσιο Περιφερειακών Οργανώσεων Αλιείας καθώς επίσης και συμφωνιών που έχουν συναφθεί με τρίτες χώρες. Τα κράτη μέλη δεσμεύονται, από την πλευρά τους, να εκπληρώσουν τις υποχρεώσεις αυτές. Ως εκ τούτου, τα καθήκοντα της Υπηρεσίας αφορούν την στήριξη της Κοινότητας και των κρατών μελών στη διαδικασία αυτή, κυρίως μέσω του επιχειρησιακού συντονισμού των δραστηριοτήτων ελέγχου και επιθεώρησης των κρατών μελών. Κατά συνέπεια, το άρθρο αναθέτει τις αναγκαίες εξουσίες στην Υπηρεσία εντός πολύ αυστηρών παραμέτρων.

Οργάνωση του επιχειρησιακού συντονισμού (Άρθρο 6)

Το άρθρο αυτό αφορά τον επιχειρησιακό συντονισμό της επιθεώρησης και του ελέγχου από τα κράτη μέλη εντός των κοινοτικών υδάτων. Ένα βασικό στοιχείο του άρθρου αυτού είναι η αναφορά στο Κοινοτικό Κέντρο Παρακολούθησης της Αλιείας, το οποίο θα χρησιμοποιεί δορυφορική τεχνολογία εντοπισμού των σκαφών προκειμένου να παρέχει μία εικόνα πραγματικού χρόνου των αλιευτικών δραστηριοτήτων και των δυνατοτήτων επιθεώρησης και ελέγχου.

Παροχή συμβατικών υπηρεσιών σε κράτη μέλη (Άρθρο 7)

Το άρθρο αυτό θα επιτρέψει στην Υπηρεσία να παρέχει, σε συμβατική βάση, υπηρεσίες σε κράτη μέλη στον τομέα της επιθεώρησης και του ελέγχου. Μεταξύ των υπηρεσιών αυτών μπορεί να περιλαμβάνεται η ναύλωση και η λειτουργία σκάφους επιθεώρησης το οποίο θα επιτρέπει στα κράτη μέλη να εκπληρώνουν τις υποχρεώσεις τους εντός των κοινοτικών υδάτων ή εκτός αυτών, καθώς επίσης και η παροχή παρατηρητών σε υφιστάμενα συστήματα παρατηρητών, όπως είναι εκείνα που αφορούν την NAFO.

Αρωγή σε κράτη μέλη (Άρθρο 8)

Το άρθρο 8 θα επιτρέψει στην Υπηρεσία να παρέχει αρωγή στα κράτη μέλη όσον αφορά καθήκοντα που έχουν σχέση με την επιθεώρηση και τον έλεγχο.

Υποχρεώσεις ελέγχου και επιθεώρησης της Κοινότητας (Άρθρο 9)

Στο άρθρο αυτό προσδιορίζεται ένας από τους παράγοντες ενεργοποίησης του επιχειρησιακού συντονισμού από την Υπηρεσία, δηλαδή η ανάληψη από την Κοινότητα υποχρεώσεων ελέγχου και επιθεώρησης βάσει συμφωνίας στο πλαίσιο περιφερειακής οργάνωσης αλιείας ή συμφωνίας με τρίτη χώρα. Τέτοιου είδους υποχρεώσεις αφορούν βεβαίως αλιευτικές δραστηριότητες εκτός κοινοτικών υδάτων.

Εφαρμογή προγραμμάτων ελέγχου και επιθεώρησης (Άρθρο 10)

Ο άλλος παράγοντας ενεργοποίησης της δράσης της Υπηρεσίας είναι η θέσπιση από την Επιτροπή ενός ειδικού προγράμματος ελέγχου και επιθεώρησης σύμφωνα με το άρθρο 34 στοιχείο γ) του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 2847/93 (όπως τροποποιείται από τον παρόντα κανονισμό).

Περιεχόμενο των σχεδίων κοινής ανάπτυξης των μέσων (Άρθρο 11)

Ο επιχειρησιακός συντονισμός πρέπει να πραγματοποιείται βάσει κοινών σχεδίων ανάπτυξης μέσων, τα οποία πρέπει να συμμορφούνται προς τις διατάξεις που προσδιορίζονται στο άρθρο αυτό. Πρέπει να ιδίως να σημειωθεί ότι τα εν λόγω σχέδια απευθύνονται σε συγκεκριμένα κράτη μέλη, δηλαδή σε κράτη που έχουν συμφέροντα σε ένα συγκεκριμένο τύπο αλιείας, και ότι η υποχρέωσή τους να παρέχουν μέσα επιθεώρησης και ελέγχου για την εφαρμογή των εν λόγω σχεδίων εξαρτάται από το «σχετικό συμφέρον» τους στον τύπο αλιείας, όπως καθορίζεται στην παράγραφο 2.

Διαδικασία για τη θέσπιση κοινών σχεδίων ανάπτυξης μέσων (Άρθρο 12)

Στο άρθρο αυτό καθορίζεται η διαδικασία με την οποία καταρτίζονται και θεσπίζονται κοινά σχέδια ανάπτυξης των μέσων. Προφανώς, το περιεχόμενο των εν λόγω σχεδίων πρέπει να λάβει υπόψη τις υποχρεώσεις των κρατών μελών που απορρέουν από υφιστάμενα κοινά σχέδια ανάπτυξης των μέσων καθώς και ισχύοντα προγράμματα ελέγχου και επιθεώρησης.

Εφαρμογή κοινών σχεδίων ανάπτυξης μέσων (Άρθρο 13)

Το άρθρο αυτό επιβάλλει το βασικό καθήκον στα κράτη μέλη όσον αφορά την εφαρμογή κοινών σχεδίων ανάπτυξης μέσων.

Αξιολόγηση κοινών σχεδίων ανάπτυξης μέσων (Άρθρο 14)

Η ετήσια αξιολόγηση κάθε κοινού σχεδίου ανάπτυξης μέσων καθώς και η υποβολή των αξιολογήσεων αυτών στην Επιτροπή, αποτελεί αναγκαίο στοιχείο της αξιολόγησης.

Γνωστοποίηση των μέσων ελέγχου και επιθεώρησης (Άρθρο 15)

Η γνωστοποίηση των διαθέσιμων μέσων ελέγχου και επιθεώρησης στην Υπηρεσία, παρέχει ένα απαραίτητο στοιχείο βασικής ενημέρωσης, το οποίο θα χρειαστεί η Υπηρεσία προκειμένου να είναι σε θέση να καταρτίζει κοινά σχέδια ανάπτυξης μέσων.

Τύποι αλιείας οι οποίοι δεν υπόκεινται σε προγράμματα ελέγχου και επιθεώρησης (Άρθρο 16)

Στην περίπτωση που τα κράτη μέλη έχουν συμφωνήσει μεταξύ τους να συντονίσουν τις δραστηριότητές τους στον τομέα της παρακολούθησης, του ελέγχου, της επιθεώρησης και της εποπτείας σε ορισμένες περιοχές ή τύπους αλιείας, η Υπηρεσία μπορεί να παράσχει βοήθεια, εφόσον της ζητηθεί.

Δίκτυο πληροφοριών (Άρθρο 17)

Το άρθρο αυτό προβλέπει τη σύνδεση της Υπηρεσίας προς τα κοινοτικά και τα διεθνή δίκτυα για την ανταλλαγή πληροφοριών σύμφωνα με την κοινοτική νομοθεσία.

Λεπτομερείς κανόνες (Άρθρο 18)

Το άρθρο αυτό επιτρέπει την κατάρτιση λεπτομερών κανόνων από την Επιτροπή όσον αφορά τον επιχειρησιακό συντονισμό.

Νομικό καθεστώς και έδρα της υπηρεσίας (Άρθρο 19)

Το άρθρο αυτό αφορά το νομικό καθεστώς της Υπηρεσίας και την έδρα της.

Προσωπικό (Άρθρο 20)

Το άρθρο αυτό προβλέπει τους γενικούς κανόνες σχετικά με το προσωπικό της Υπηρεσίας. Η Υπηρεσία θα προσλαμβάνει μη μόνιμο προσωπικό (μέρος του οποίου θα προέρχεται από αποσπασμένους από την Επιτροπή) και συμβασιούχους υπαλλήλους μέσω κοινοτικών διαδικασιών (Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Επιλογής Προσωπικού).

Προνόμια και ασυλίες (Άρθρο 21)

Το άρθρο αυτό αφορά τα προνόμια και τις ασυλίες που απολάβει η Υπηρεσία και το προσωπικό της.

Ευθύνη (Άρθρο 22)

Το άρθρο αυτό αφορά την ευθύνη της Υπηρεσίας.

Γλώσσες (Άρθρο 23)

Το άρθρο αυτό ασχολείται με τις γλώσσες που χρησιμοποιούνται στην Υπηρεσία.

Ίδρυση και εξουσίες του Διοικητικού Συμβουλίου (Άρθρο 24)

Το άρθρο αυτό ασχολείται με το Διοικητικό Συμβούλιο της Υπηρεσίας. Το πρόγραμμα εργασίας θα αποτελέσει ένα σημαντικό εργαλείο για τη διαχείριση της Υπηρεσίας. Η Υπηρεσία θα πρέπει να συνδυάζει τις προτεραιότητές της, και ιδίως τις κοινοτικές προτεραιότητες σε διάφορους τομείς, με τους ανθρώπινους πόρους που διαθέτει. Η εσωτερική οργάνωση και η κατανομή του προσωπικού σε καθήκοντα θα πρέπει να πραγματοποιείται κατά διαφανή τρόπο και να διασφαλίζει ιδίως την ισορροπία μεταξύ των σχετικών τομέων.

Σύνθεση του Διοικητικού Συμβουλίου (Άρθρο 25)

Το άρθρο αυτό περιγράφει τη σύνθεση του Διοικητικού Συμβουλίου της Υπηρεσίας. Όσον αφορά τα κράτη μέλη, μόνο εκείνα τα οποία διαθέτουν αλιευτικά σκάφη που ασκούν θαλάσσιες αλιευτικές δραστηριότητες δικαιούνται να διορίσουν αντιπρόσωπο. Δεδομένου ότι η Υπηρεσία συντονίζει τις δραστηριότητες που διεξάγονται από περιπολικά σκάφη τα οποία διαχειρίζονται εθνικές αρμόδιες αρχές οι οποίες ενδεχομένως να έχουν επιφορτιστεί με καθήκοντα εκτός του τομέα της αλιείας, είναι σημαντικό να εκπροσωπούνται στο εν λόγω συμβούλιο όλα τα κράτη μέλη. Η Επιτροπή δικαιούται να διορίσει τέσσερις αντιπροσώπους και να υποδείξει τέσσερις αντιπροσώπους του τομέα της αλιείας.

Προεδρία του Διοικητικού Συμβουλίου (Άρθρο 26)

Το άρθρο αυτό αφορά την προεδρία του Διοικητικού Συμβουλίου της Υπηρεσίας. Δεδομένου ότι η Υπηρεσία θα αναλάβει ευθύνες έναντι περιφερειακών οργανώσεων αλιείας και τρίτων χωρών, είναι σκόπιμο ο Πρόεδρος να εκλέγεται μεταξύ των αντιπροσώπων της Επιτροπής στο Διοικητικό Συμβούλιο. Ειδικότερα, ο πρόεδρος θα πρέπει να αντιπροσωπεύει τα συμφέροντα του συνόλου της Κοινότητας παρά εθνικά συμφέροντα.

Συνεδριάσεις (Άρθρο 27)

Το άρθρο αυτό προβλέπει διατάξεις σχετικά με τις συνεδριάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου της Υπηρεσίας.

Ψηφοφορία (Άρθρο 28)

Το άρθρο αυτό προβλέπει διατάξεις σχετικά με την ψηφοφορία στο Διοικητικό Συμβούλιο της Υπηρεσίας. Οι αντιπρόσωποι των κρατών μελών θα διαθέτουν έκαστος μία ψήφο, ενώ τα μέλη της Επιτροπής θα διαθέτουν από κοινού 10 ψήφους.

Δήλωση συμφερόντων (Άρθρο 29)

Το άρθρο αυτό εφαρμόζεται στους αντιπροσώπους του τομέα της αλιείας στο Διοικητικό Συμβούλιο.

Καθήκοντα και εξουσίες του Διοικητικού Διευθυντή (Άρθρο 30)

Το άρθρο αυτό περιγράφει τα καθήκοντα και τις εξουσίες του Διοικητικού Διευθυντή της Υπηρεσίας.

Διορισμός του Εκτελεστικού Διευθυντή (Άρθρο 31)

Το άρθρο αυτό ασχολείται με το θέμα του διορισμού του Διοικητικού Διευθυντή της Υπηρεσίας. Η Επιτροπή θα καταρτίσει πίνακα κατάλληλων υποψηφίων, από τους οποίους το Διοικητικό Συμβούλιο της Υπηρεσίας θα διορίσει το Διευθυντή.

Διαφάνεια και ενημέρωση (Άρθρο 32)

Το άρθρο αυτό ασχολείται με τη διαφάνεια της Υπηρεσίας και τους κανόνες που εφαρμόζονται στην ενημέρωση.

Τήρηση του απορρήτου (Άρθρο 33)

Το άρθρο αυτό επιβάλλει καθήκοντα τήρησης του απορρήτου στα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου, στον εκτελεστικό διευθυντή και στο προσωπικό της Υπηρεσίας. Η τήρηση του απορρήτου θα εφαρμόζεται σε πληροφορίες που αφορούν αλιευτικές δραστηριότητες μεμονωμένων σκαφών (ΣΠΣ).

Πρόσβαση της Επιτροπής σε πληροφορίες (Άρθρο 34)

Το άρθρο αυτό απαιτεί από την Υπηρεσία να συνεργάζεται πλήρως με την Επιτροπή για την παροχή των πληροφοριών που διαθέτει.

Προϋπολογισμός (Άρθρο 35)

Το άρθρο αυτό αφορά τον προϋπολογισμό της Υπηρεσίας και είναι σύμφωνο με την ισχύουσα νομοθεσία (βλ. υποσημειώσεις 6 και 7).

Εκτέλεση και έλεγχος του προϋπολογισμού (Άρθρο 36)

Το άρθρο αυτό αφορά την εκτέλεση και τον έλεγχο του προϋπολογισμού της Υπηρεσίας και στηρίζεται στο νέο δημοσιονομικό κανονισμό.

Καταπολέμηση της απάτης (Άρθρο 37)

Το άρθρο αυτό προβλέπει διατάξεις για την καταπολέμηση της απάτης.

Δημοσιονομικές διατάξεις (Άρθρο 38)

Το άρθρο αυτό ασχολείται με τη θέσπιση και το περιεχόμενο των δημοσιονομικών κανόνων της Υπηρεσίας.

Αξιολόγηση (Άρθρο 39)

Το άρθρο αυτό προβλέπει ρήτρα αξιολόγησης σύμφωνα με την οποία η Υπηρεσία πρέπει να υποβάλλεται σε ανεξάρτητη εξωτερική αξιολόγηση εντός πενταετίας από την ημερομηνία ανάληψης των καθηκόντων της και κάθε πέντε έτη μετέπειτα.

Έναρξη των δραστηριοτήτων της Υπηρεσίας (Άρθρο 40)

Το άρθρο αυτό προβλέπει την έναρξη της λειτουργίας της Υπηρεσίας εντός δώδεκα μηνών από την έναρξη ισχύος του κανονισμού.

Τροποποίηση (Άρθρο 41)

Με το άρθρο αυτό τροποποιείται το άρθρο 34 στοιχείο γ) του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 2847/93.

Έναρξη ισχύος (Άρθρο 42)

Το άρθρο αυτό προβλέπει την ημερομηνία έναρξης ισχύος του κανονισμού.

2004/0108 (CNS)

Πρόταση ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ για την ίδρυση Κοινοτικής Υπηρεσίας Ελέγχου της Αλιείας και για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2847/93 για τη θέσπιση συστήματος ελέγχου που εφαρμόζεται στην Κοινή Αλιευτική Πολιτική

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΉΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη:

τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και ιδίως το άρθρο 37,

την πρόταση της Επιτροπής [12],

[12] ΕΕ C , , σ. .

τη γνώμη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου [13],

[13] ΕΕ C , , σ. .

Εκτιμώντας τα εξής:

(1) Ο κανονισμός του Συμβουλίου (ΕΚ) αριθ. 2371/2002, της 20ής Δεκεμβρίου 2002, για τη διατήρηση και τη βιώσιμη εκμετάλλευση των αλιευτικών πόρων στο πλαίσιο της Κοινής Αλιευτικής Πολιτικής [14] απαιτεί από τα κράτη μέλη να διασφαλίζουν τον αποτελεσματικό έλεγχο, την επιθεώρηση και την εφαρμογή των κανόνων της Κοινής Αλιευτικής Πολιτικής («ΚΑλΠ») και να συνεργάζονται μεταξύ τους καθώς και με τρίτες χώρες για το σκοπό αυτό.

[14] ΕΕ L 358 της 31.12.2002, σ. 59.

(2) Για την εκπλήρωση των υποχρεώσεων αυτών, τα κράτη μέλη πρέπει να συντονίζουν τις δραστηριότητες ελέγχου και επιθεώρησής τους στα κοινοτικά και διεθνή ύδατα, οι οποίες αφορούν τις δραστηριότητες των κοινοτικών αλιευτικών σκαφών, λαμβάνοντας υπόψη, ιδίως, τις υποχρεώσεις της Κοινότητας στο πλαίσιο περιφερειακών οργανώσεων αλιείας και βάσει συμφωνιών με τρίτες χώρες.

(3) Η εν λόγω συνεργασία, μέσω του επιχειρησιακού συντονισμού των δραστηριοτήτων ελέγχου και επιθεώρησης, θα πρέπει να συμβάλει στη βιώσιμη εκμετάλλευση των έμβιων υδρόβιων πόρων καθώς και στη διασφάλιση, ισότιμης μεταχείρισης για τον τομέα της αλιείας που ασχολείται με τις δραστηριότητες αυτές, μειώνοντας, κατά τον τρόπο αυτό, τη στρέβλωση του ανταγωνισμού.

(4) Με την επιφύλαξη των ευθυνών των κρατών μελών που απορρέουν από τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 2371/2002, υφίσταται ανάγκη ίδρυσης ενός τεχνικού και διοικητικού κοινοτικού οργάνου προκειμένου να διοργανώσει τη συνεργασία και το συντονισμό μεταξύ των κρατών μελών στον τομέα του ελέγχου και της επιθεώρησης εντός των κοινοτικών και διεθνών υδάτων.

(5) Για το σκοπό αυτό, στο πλαίσιο της υφιστάμενης θεσμικής δομής της Κοινότητας και λαμβανομένης υπόψη της κατανομής των αρμοδιοτήτων μεταξύ της Επιτροπής και των κρατών μελών, είναι σκόπιμο να ιδρυθεί μία Κοινοτική Υπηρεσία Ελέγχου της Αλιείας («Υπηρεσία»).

(6) Για την επίτευξη των σκοπών για τους οποίους ιδρύεται η Υπηρεσία, θα πρέπει να καθοριστούν τα καθήκοντά της.

(7) Ιδιαίτερα, είναι αναγκαίο για την Υπηρεσία, εφόσον της ζητηθεί από την Επιτροπή, να δύναται να υποστηρίζει την Κοινότητα και τα κράτη μέλη στις σχέσεις τους με τρίτες χώρες ή/και περιφερειακές οργανώσεις αλιείας και να συνεργάζεται με τις αρμόδιες αρχές τους στο πλαίσιο των διεθνών υποχρεώσεων της Κοινότητας.

(8) Ο συντονισμός της επιχειρησιακής συνεργασίας μεταξύ των κρατών μελών από την Υπηρεσία θα πρέπει να αναλαμβάνεται με βάση σχέδια κοινής ανάπτυξης μέσων τα οποία θα στηρίζονται στα διαθέσιμα μέσα ελέγχου και επιθεώρησης των ενδιαφερομένων κρατών μελών με στόχο την εφαρμογή προγραμμάτων ελέγχου και επιθεώρησης που θεσπίζονται από την Επιτροπή. Οι δραστηριότητες ελέγχου και επιθεώρησης της αλιείας που αναλαμβάνονται από τα κράτη μέλη, θα πρέπει να πραγματοποιούνται σύμφωνα με κοινά κριτήρια, προτεραιότητες, σημεία αναφοράς και διαδικασίες όσον αφορά τις δραστηριότητες ελέγχου και επιθεώρησης οι οποίες προβλέπονται από τα εν λόγω προγράμματα.

(9) Για το σκοπό αυτό, η Υπηρεσία θα πρέπει επίσης να διαθέτει απευθείας ενημέρωση σχετικά με τις αλιευτικές δραστηριότητες μέσω της ίδρυσης Κοινοτικού Κέντρου Παρακολούθησης της Αλιείας το οποίο να συνδέεται με τα ΚΠΑ.

(10) Για την εφαρμογή σχεδίων κοινής ανάπτυξης μέσων, τα ενδιαφερόμενα κράτη μέλη θα πρέπει να θέσουν από κοινού τα μέσα ελέγχου και επιθεώρησης που διαθέτουν. Για το σκοπό αυτό, θα πρέπει να δεσμεύουν και να διαθέτουν τα εν λόγω μέσα και να τα αναπτύσσουν σύμφωνα με το ισχύον σχέδιο. Η Υπηρεσία θα πρέπει να αξιολογεί εάν επαρκούν τα διαθέσιμα μέσα και να ενημερώνει, κατά περίπτωση, τα ενδιαφερόμενα κράτη μέλη και την Επιτροπή ότι τα μέσα δεν επαρκούν για την εκτέλεση των καθηκόντων που απαιτούνται βάσει του προγράμματος ελέγχου και επιθεώρησης.

(11) Η Υπηρεσία θα πρέπει να επανεξετάζει περιοδικά την αποτελεσματικότητα των σχεδίων κοινής ανάπτυξης μέσων.

(12) Η Υπηρεσία μπορεί, εφόσον της ζητηθεί, να διοργανώσει τη συμβατική προμήθεια μέσων ελέγχου και επιθεώρησης προκειμένου να χρησιμοποιηθούν για κοινή ανάπτυξη των μέσων από τα ενδιαφερόμενα κράτη μέλη.

(13) Για τον σκοπό της εκπλήρωσης των καθηκόντων της Υπηρεσίας, η Επιτροπή, τα κράτη μέλη και η Υπηρεσία θα πρέπει να ανταλλάσσουν σχετικές πληροφορίες όσον αφορά τον έλεγχο και την επιθεώρηση με τη χρήση δικτύου πληροφοριών.

(14) Το καθεστώς και η δομή της Υπηρεσίας θα πρέπει να ανταποκρίνονται στον αντικειμενικό χαρακτήρα των επιδιωκόμένων αποτελεσμάτων και να της επιτρέπουν να διεξάγει τα καθήκοντά της σε στενή συνεργασία με τα κράτη μέλη και την Επιτροπή. Κατά συνέπεια, η Υπηρεσία θα πρέπει να διαθέτει νομική, οικονομική και διοικητική αυτονομία, ενώ, ταυτόχρονα, θα πρέπει να διατηρεί στενούς δεσμούς με τα κοινοτικά όργανα και τα κράτη μέλη. Για το σκοπό αυτό, είναι αναγκαίο και σκόπιμο για την εν λόγω Υπηρεσία να είναι κοινοτικό όργανο το οποίο να διαθέτει νομική προσωπικότητα και να ασκεί τις εκτελεστικές αρμοδιότητες οι οποίες της ανατίθενται από τον παρόντα κανονισμό.

(15) Για τη συμβατική ευθύνη της Υπηρεσίας, η οποία διέπεται από το δίκαιο που ισχύει στις συμβάσεις που συνάπτονται από την Υπηρεσία, το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων θα πρέπει να έχει δικαιοδοσία σύμφωνα με οποιαδήποτε ρήτρα διαιτησίας η οποία προβλέπεται στη Σύμβαση. Το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων θα πρέπει επίσης να έχει δικαιοδοσία σε διαφορές που έχουν σχέση με την αποζημίωση οποιαδήποτε βλάβης που προέκυψε από τη μη συμβατική ευθύνη της Υπηρεσίας.

(16) Η Επιτροπή και τα κράτη μέλη θα πρέπει να αντιπροσωπεύονται στο διοικητικό Συμβούλιο, στο οποίο ανατίθεται η διασφάλιση της ορθής και αποτελεσματικής λειτουργίας της Υπηρεσίας.

(17) Δεδομένου ότι η Υπηρεσία πρέπει να εκπληρώσει κοινοτικές υποχρεώσεις και, εφόσον της ζητηθεί από την Επιτροπή, να συνεργάζεται με τρίτες χώρες και περιφερειακές διεθνείς οργανώσεις αλιείας στο πλαίσιο των διεθνών υποχρεώσεων της Κοινότητας είναι σκόπιμο ο πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου να εκλέγεται μεταξύ των αντιπροσώπων της Επιτροπής.

(18) Οι ρυθμίσεις που αφορούν την ψηφοφορία στο Διοικητικό Συμβούλιο θα πρέπει να λαμβάνουν υπόψη τα συμφέροντα των κρατών μελών και της Επιτροπής στον τομέα της αποτελεσματικής λειτουργίας της Υπηρεσίας. Είναι σκόπιμο να υπάρξει πρόβλεψη για τη συμμετοχή στο Διοικητικό Συμβούλιο ενός περιορισμένου αριθμού αντιπροσώπων του τομέα της αλιείας χωρίς δικαίωμα ψήφου.

(19) Είναι αναγκαίο να υπάρξει πρόβλεψη για το διορισμό του Εκτελεστικού Διευθυντή της Υπηρεσίας καθώς επίσης και των κανόνων που διέπουν τα καθήκοντά του.

(20) Για την προαγωγή της διαφανούς λειτουργίας της Υπηρεσίας, ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1049/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την πρόσβαση του κοινού στα έγγραφα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου και της Επιτροπής [15] θα πρέπει να εφαρμόζεται χωρίς περιορισμούς στην Υπηρεσία.

[15] ΕΕ L 145 της 31.5.2001, σ. 43.

(21) Για λόγους προστασίας πληροφοριών προσωπικού χαρακτήρα , ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 45/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 18ης Δεκεμβρίου 2000, για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από τα όργανα και τους οργανισμούς της Κοινότητας και σχετικά με την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών [16] θα πρέπει να εφαρμόζεται στον παρόντα κανονισμό.

[16] ΕΕ L 8 της 12.1.2001, σ. 1.

(22) Για τη διασφάλιση της λειτουργικής αυτονομίας και ανεξαρτησίας της Υπηρεσίας, η Υπηρεσία θα πρέπει να διαθέτει αυτόνομο προϋπολογισμό, του οποίου τα έσοδα προέρχονται από συνεισφορά της Κοινότητας καθώς επίσης και από πληρωμές για συμβατικές υπηρεσίες που παρέχονται από την Υπηρεσία. Η κοινοτική δημοσιονομική διαδικασία θα πρέπει να εφαρμόζεται όσον αφορά την κοινοτική συνεισφορά καθώς και οποιεσδήποτε άλλες επιχορηγήσεις που βαρύνουν τον γενικό προϋπολογισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ο λογιστικός έλεγχος των λογαριασμών θα πρέπει να αναλαμβάνεται από το Ελεγκτικό Συνέδριο.

(23) Για την καταπολέμηση της απάτης, της διαφθοράς και άλλων παράνομων δραστηριοτήτων, οι διατάξεις του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1073/1999 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 25ης Μαΐου 1999, σχετικά με τις έρευνες που πραγματοποιούνται από την Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Καταπολέμησης της Απάτης (OLAF) [17] θα πρέπει να εφαρμόζονται χωρίς περιορισμούς στην Υπηρεσία, η οποία θα πρέπει να προσχωρήσει στη Διοργανική Συμφωνία της 25ης Μαΐου 1999 μεταξύ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου, της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων σχετικά με εσωτερικές έρευνες που αναλαμβάνονται από την Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Καταπολέμησης της Απάτης (OLAF).

[17] ΕΕ L 136 της 31.5.1999, σ. 15.

(24) Για τη διευκόλυνση του επιχειρησιακού συντονισμού από την Υπηρεσία μέσω της κατάρτισης κοινών σχεδίων ανάπτυξης μέσων, θα πρέπει να τροποποιηθεί το άρθρο 34 στοιχείο γ) τ0ου κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 2847/93, της 12ης Οκτωβρίου 1993, για τη θέσπιση συστήματος ελέγχου που εφαρμόζεται στην Κοινή Αλιευτική Πολιτική [18],

[18] ΕΕ L 261 της 20.10.1993, σ. 1.

(25) Τα μέτρα που είναι αναγκαία για την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού, θα πρέπει να θεσπισθούν σύμφωνα με την απόφαση του Συμβουλίου 1999/468/ΕΚ, της 28ης Ιουνίου 1999, για τον καθορισμό των όρων άσκησης των εκτελεστικών αρμοδιοτήτων που ανατίθενται στην Επιτροπή [19].

[19] OJ L 184, 17.7.1999.

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:

ΚΕΦΑΛΑΙΟ I

Στόχος, πεδίο εφαρμογής και ορισμοί

Άρθρο 1

Στόχος

Με τον παρόντα κανονισμό ιδρύεται Κοινοτική Υπηρεσία Ελέγχου της Αλιείας («Υπηρεσία»), στόχος της οποίας είναι η διοργάνωση του επιχειρησιακού συντονισμού των δραστηριοτήτων ελέγχου και επιθεώρησης της αλιείας από τα κράτη μέλη καθώς και η παροχή βοήθειας σε αυτά προκειμένου να συνεργάζονται με στόχο την τήρηση των κανόνων της Κοινής Αλιευτικής Πολιτικής.

Άρθρο 2

Πεδίο εφαρμογής του επιχειρησιακού συντονισμού

Ο επιχειρησιακός συντονισμός από την Υπηρεσία θα καλύπτει τις δραστηριότητες επιθεώρησης και ελέγχου της αλιείας μέχρι το πρώτο σημείο πώλησης των προϊόντων αλιείας, οι οποίες διεξάγονται:

(α) στο έδαφος των κρατών μελών,

(β) σε κοινοτικά ύδατα, ή

(γ) εκτός κοινοτικών υδάτων από κοινοτικά αλιευτικά σκάφη.

Άρθρο 3

Ορισμοί

Για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού, εφαρμόζονται οι εξής ορισμοί;

(α) «έλεγχος και επιθεώρηση» σημαίνει οποιαδήποτε μέτρα που λαμβάνονται από τα κράτη μέλη σύμφωνα με τα άρθρα 23, 24 και 28 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2371/2002 [20] για τον έλεγχο και την επιθεώρηση των αλιευτικών δραστηριοτήτων εντός του πεδίου εφαρμογής της Κοινής Αλιευτικής Πολιτικής, συμπεριλαμβανομένων των δραστηριοτήτων εποπτείας και παρακολούθησης που διεξάγονται, επί παραδείγματι, με τη χρήση δορυφορικών συστημάτων παρακολούθησης σκαφών και συστημάτων παρατηρητών.

[20] ΕΕ L 358 της 31.12.2002, σ. 59.

(β) «μέσα ελέγχου και επιθεώρησης» σημαίνει περιπολικά πλοία, αεροσκάφη, οχήματα και άλλους υλικούς πόρους, καθώς επίσης και επιθεωρητές, παρατηρητές και άλλους ανθρώπινους πόρους που χρησιμοποιούνται από τα κράτη μέλη για τον έλεγχο και την επιθεώρηση.

(γ) «υποχρεώσεις ελέγχου και επιθεώρησης της Κοινότητας» σημαίνει οποιεσδήποτε υποχρεώσεις της Κοινότητας σχετικά με τον έλεγχο και την επιθεώρηση που απορρέουν από τη συμμετοχή της Κοινότητας σε περιφερειακή οργάνωση αλιείας ή από αλιευτική συμφωνία που έχει συναφθεί μεταξύ της Κοινότητας και τρίτης χώρας.

(δ) «κοινό σχέδιο ανάπτυξης μέσων» σημαίνει σχέδιο το οποίο προβλέπει τις επιχειρησιακές ρυθμίσεις για την ανάπτυξη των διαθέσιμων μέσων ελέγχου και επιθεώρησης.

(ε) «διεθνές πρόγραμμα ελέγχου και επιθεώρησης» σημαίνει πρόγραμμα με το οποίο καθορίζονται στόχοι, κοινές προτεραιότητες και διαδικασίες όσον αφορά τις δραστηριότητες ελέγχου και επιθεώρησης, το οποίο θεσπίζεται από την Επιτροπή για την εκπλήρωση υποχρεώσεων ελέγχου και επιθεώρησης.

(στ) «ειδικό πρόγραμμα ελέγχου και επιθεώρησης» σημαίνει πρόγραμμα το οποίο καθορίζει στόχους, κοινές προτεραιότητες και διαδικασίες για τον έλεγχο και την επιθεώρηση δραστηριοτήτων, το οποίο θεσπίζεται σύμφωνα με το άρθρο 34 στοιχείο γ) του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2847/93.

(ζ) «τύπος αλιείας» σημαίνει αλιευτική δραστηριότητα, στο πλαίσιο της οποίας αλιεύονται ορισμένα αποθέματα τα οποία καθορίζονται από το Συμβούλιο σύμφωνα, ιδίως, με τα άρθρα 5 και 6 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2371/2002 [21].

[21] ΕΕ L 358 της 31.12.2002, σ. 59.

(η) «κοινοτικοί επιθεωρητές» σημαίνει τους επιθεωρητές που περιλαμβάνονται στον κατάλογο που αναφέρεται στο άρθρο 28 παράγραφος 4 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2371/2002.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ II

Αποστολή και καθήκοντα της υπηρεσίας

Άρθρο 4

Αποστολή

Αποστολή της υπηρεσίας είναι:

(α) ο συντονισμός του ελέγχου και της επιθεώρησης που πραγματοποιείται από τα κράτη μέλη στο πλαίσιο των υποχρεώσεων ελέγχου και επιθεώρησης της Κοινότητας.

(β) ο συντονισμός της ανάπτυξης των εθνικών μέσων ελέγχου και επιθεώρησης που έχουν τεθεί από κοινού από τα ενδιαφερόμενα κράτη μέλη σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό.

(γ) η παροχή βοήθειας στα κράτη μέλη στον τομέα της διαβίβασης προς την Επιτροπή και τρίτα μέρη πληροφοριών σχετικά με αλιευτικές δραστηριότητες καθώς και δραστηριότητες ελέγχου και επιθεώρησης.

(δ) στον τομέα των αρμοδιοτήτων της, η παροχή βοήθειας σε κράτη μέλη για την εκτέλεση των καθηκόντων και υποχρεώσεών τους, βάσει των κανόνων της Κοινής Αλιευτικής Πολιτικής.

Άρθρο 5

Καθήκοντα σχετικά με τις υποχρεώσεις ελέγχου και επιθεώρησης της Κοινότητας

1. Κατόπιν αιτήσεως της Επιτροπής, η Υπηρεσία:

(α) στηρίζει την Κοινότητα και τα κράτη μέλη στις σχέσεις τους με τρίτες χώρες και περιφερειακές διεθνείς οργανώσεις αλιείας, στις οποίες συμμετέχει ως μέλος η Κοινότητα.

(β) συνεργάζεται με τις αρμόδιες αρχές περιφερειακών διεθνών οργανώσεων αλιείας όσον αφορά τις υποχρεώσεις ελέγχου και επιθεώρησης της Κοινότητας στο πλαίσιο ρυθμίσεων συνεργασίας που έχουν συναφθεί με τους εν λόγω οργανισμούς.

2. Κατόπιν αιτήσεως της Επιτροπής, η Υπηρεσία μπορεί να συνεργάζεται με τις αρμόδιες αρχές τρίτων χωρών για θέματα που έχουν σχέση με τον έλεγχο και την επιθεώρηση στο πλαίσιο συμφωνιών που έχουν συναφθεί μεταξύ της Κοινότητας και των εν λόγω χωρών.

3. Στο πεδίο αρμοδιότητάς της, η Υπηρεσία μπορεί να εκτελέσει για λογαριασμό κρατών μελών καθήκοντα βάσει διεθνών αλιευτικών συμφωνιών στις οποίες συμμετέχει η Κοινότητα.

Άρθρο 6

Διοργάνωση του επιχειρησιακού συντονισμού

Η Υπηρεσία:

(α) καταρτίζει σχέδια κοινής ανάπτυξης των μέσων και οργανώνει τον επιχειρησιακό συντονισμό του ελέγχου και της επιθεώρησης από τα κράτη μέλη σύμφωνα με το κεφάλαιο ΙΙΙ.

(β) ιδρύει Κοινοτικό Κέντρο Παρακολούθησης της Αλιείας για τη διοργάνωση του επιχειρησιακού συντονισμού κοινών δραστηριοτήτων ελέγχου και επιθεώρησης.

Άρθρο 7

Παροχή συμβατικών υπηρεσιών σε κράτη μέλη

Η Υπηρεσία δύναται να παρέχει συμβατικές υπηρεσίες σε κράτη μέλη, κατόπιν αιτήσεώς τους, στον τομέα του ελέγχου και της επιθεώρησης στο πλαίσιο των υποχρεώσεών τους που αφορούν την αλιεία σε κοινοτικά ή/και διεθνή ύδατα, συμπεριλαμβανομένης της ναύλωσης, διαχείρισης και επάνδρωσης μέσων ελέγχου και επιθεώρησης και της παροχής παρατηρητών για κοινές επιχειρήσεις από τα ενδιαφερόμενα κράτη μέλη.

Άρθρο 8

Παροχή βοήθειας σε κράτη μέλη

Προκειμένου να βοηθήσει τα κράτη μέλη να εκπληρώσουν καλύτερα τις υποχρεώσεις τους που απορρέουν από τους κανόνες της Κοινής Αλιευτικής Πολιτικής, η Υπηρεσία:

(α) επεξεργάζεται και αναπτύσσει ένα βασικό πρόγραμμα για την κατάρτιση των εκπαιδευτών των επιθεωρητών αλιείας των κρατών μελών και μπορεί να παρέχει πρόσθετα μαθήματα επιμόρφωσης και σεμινάρια στους εν λόγω παρατηρητές.

(β) κατόπιν αιτήσεως κρατών μελών, αναλαμβάνει την κοινή προκήρυξη διαγωνισμών για την προμήθεια αγαθών και την παροχή υπηρεσιών σχετικά με δραστηριότητες ελέγχου και επιθεώρησης των κρατών μελών καθώς επίσης και την προπαρασκευή και το συντονισμό της εφαρμογής από τα κράτη μέλη κοινών πιλοτικών έργων.

(γ) επεξεργάζεται κοινές επιχειρησιακές διαδικασίες σχετικά με κοινές δραστηριότητες ελέγχου και επιθεωρήσεις που αναλαμβάνονται από δύο ή περισσότερα κράτη μέλη.

(δ) καταρτίζει κριτήρια για την ανταλλαγή μέσων ελέγχου και επιθεώρησης μεταξύ κρατών μελών και μεταξύ κρατών μελών και τρίτων χωρών καθώς και για την παροχή των εν λόγω μέσων από τα κράτη μέλη.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ III

Επιχειρησιακός συντονισμός

Άρθρο 9

Υποχρεώσεις ελέγχου και επιθεώρησης της Κοινότητας

Κατόπιν αιτήσεως της Επιτροπής, η Υπηρεσία συντονίζει τις δραστηριότητες ελέγχου και επιθεώρησης των κρατών μελών με βάση διεθνή προγράμματα ελέγχου και επιθεώρησης μέσω της κατάρτισης κοινών σχεδίων ανάπτυξης μέσων.

Άρθρο 10

Εφαρμογή ειδικών προγραμμάτων ελέγχου και επιθεώρησης

Η Υπηρεσία θέτει σε εφαρμογή, μέσω κοινών σχεδίων ανάπτυξης μέσων, ειδικά προγράμματα ελέγχου και επιθεώρησης που θεσπίζονται σύμφωνα με το άρθρο 34 στοιχείο γ) του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 2847/93.

Άρθρο 11

Περιεχόμενο των κοινών σχεδίων ανάπτυξης μέσων

1. Κάθε κοινό σχέδιο ανάπτυξης μέσων:

(α) θέτει σε εφαρμογή τα κριτήρια, σημεία αναφοράς, προτεραιότητες και κοινές διαδικασίες επιθεώρησης που καθορίζονται από την Επιτροπή στα προγράμματα ελέγχου και επιθεώρησης.

(β) προσδιορίζει τα μέσα ελέγχου και επιθεώρησης που πρέπει να τεθούν από κοινού από τα ενδιαφερόμενα κράτη μέλη βάσει του ενδιαφέροντός τους στο σχετικό τύπο αλιείας, τα οποία απαιτούνται για την εφαρμογή του σχετικού με το σχέδιο προγράμματος ελέγχου και επιθεώρησης.

(γ) επιδιώκει να συνδυάσει και να διοργανώσει την ανάπτυξη των διαθέσιμων εθνικών μέσων ελέγχου και επιθεώρησης, που γνωστοποιούνται σύμφωνα με το άρθρο 14, με μέσα τα οποία προσδιορίζονται σύμφωνα με το στοιχείο β).

(δ) διοργανώνει τη χρήση των ανθρώπινων και υλικών πόρων σε σχέση με τις περιόδους και ζώνες στις οποίες πρέπει να αναπτυχθούν, συμπεριλαμβανομένης της λειτουργίας ομάδων κοινοτικών επιθεωρητών από περισσότερα του ενός κράτη μέλη

(ε) λαμβάνουν υπόψη τις υφιστάμενες υποχρεώσεις των ενδιαφερόμενων κρατών μελών σε σχέση με άλλα κοινά σχέδια ανάπτυξης μέσων ή/και προγράμματα ελέγχου και επιθεώρησης.

2. Το ενδιαφέρον ενός κράτους μέλος σε ένα τύπο αλιείας, σύμφωνα με την παράγραφο 1 στοιχείο β), αξιολογείται ιδίως σε σχέση με:

(α) την ποσότητα αλιευμάτων που εκφορτώθηκαν στο έδαφός του σε σχέση προς τις συνολικές εκφορτώσεις που προέρχονται από τον τύπο αλιείας ο οποίος υπόκειται σε κοινό σχέδιο ανάπτυξης μέσων.

(β) το σχετικό αριθμό των κοινοτικών αλιευτικών σκαφών που φέρουν τη σημαία του (ιπποδύναμη μηχανής και ολική χωρητικότητα) και τα οποία ασχολούνται ενεργά με τον τύπο αλιείας που υπόκειται στο κοινό σχέδιο ανάπτυξης μέσων σε σχέση προς τον συνολικό αριθμό σκαφών τα οποία ασχολούνται ενεργά στον τύπο αυτό αλιείας.

(γ) το σχετικό μέγεθος της ποσόστωσης η οποία του έχει κατανεμηθεί ή, ελλείψει ποσόστωσης, των αλιευμάτων του σε μία δεδομένη περίοδο αναφοράς όσον αφορά τον εν λόγω τύπο αλιείας.

(δ) τη σχετική έκταση, ενδεχομένως, των υδάτων που υπόκεινται στην κυριαρχία ή δικαιοδοσία του, τα οποία καλύπτονται από το κοινό σχέδιο ανάπτυξης μέσων.

Άρθρο 12

Διαδικασία για τη θέσπιση κοινών σχεδίων ανάπτυξης μέσων

1. Η Υπηρεσία θεσπίζει προκαταρκτικό κοινό σχέδιο ανάπτυξης μέσων κατόπιν συμφωνίας με τα κράτη μέλη τα οποία αφορά το σχετικό πρόγραμμα ελέγχου και επιθεώρησης.

2. Εάν, κατά τη διάρκεια της κατάρτισης ενός κοινού σχεδίου ανάπτυξης μέσων, η Υπηρεσία θεωρήσει ότι τα διαθέσιμα μέσα ελέγχου και επιθεώρησης δεν επαρκούν για την τήρηση των απαιτήσεων του σχετικού προγράμματος ελέγχου και επιθεώρησης, η Υπηρεσία ενημερώνει αμελλητί τα ενδιαφερόμενα κράτη μέλη και την Επιτροπή.

3. Η Υπηρεσία θεσπίζει κοινό σχέδιο ανάπτυξης μέσων, το οποίο πληροί τις απαιτήσεις του σχετικού προγράμματος ελέγχου και επιθεώρησης, το αργότερο τρεις μήνες μετά την έναρξη ισχύος ενός προγράμματος ελέγχου και επιθεώρησης.

4. Κάθε κοινό σχέδιο ανάπτυξης μέσων υπόκειται σε ετήσια επανεξέταση από την Υπηρεσία σε διαβούλευση με τα ενδιαφερόμενα κράτη μέλη προκειμένου να ληφθούν υπόψη οποιαδήποτε νέα προγράμματα ελέγχου και επιθεώρησης στα οποία υπόκεινται τα σχετικά κράτη μέλη καθώς και οποιεσδήποτε προτεραιότητες που καθορίζονται από την Επιτροπή στα προγράμματα ελέγχου και επιθεώρησης.

Άρθρο 13

Εφαρμογή κοινών σχεδίων ανάπτυξης μέσων

1. Τα κράτη μέλη αναλαμβάνουν κοινές δραστηριότητες ελέγχου και επιθεώρησης βάσει κοινών σχεδίων ανάπτυξης μέσων. Για το σκοπό αυτό, τα ενδιαφερόμενα κράτη μέλη θεσπίζουν τα αναγκαία μέτρα, ιδίως όσον αφορά τους απαιτούμενους ανθρώπινους και υλικούς πόρους, λαμβάνοντας υπόψη τις περιόδους και ζώνες στις οποίες οι πόροι αυτοί πρέπει να αναπτυχθούν.

2. Κάθε ενδιαφερόμενο κράτος μέλος:

(α) δεσμεύει και διαθέτει τα μέσα ελέγχου και επιθεώρησης τα οποία προσδιορίζονται στο κοινό σχέδιο ανάπτυξης μέσων, τα οποία είναι αναγκαία για την εκτέλεση του εν λόγω σχεδίου.

(β) διορίζει ένα ενιαίο εθνικό σημείο επαφής/συντονιστή, στον οποίο ανατίθεται επαρκής εξουσία προκειμένου να μπορεί να ανταποκρίνεται εγκαίρως σε αιτήσεις πληροφοριών και οδηγιών της Υπηρεσίας οι οποίες έχουν σχέση με την εφαρμογή του κοινού σχεδίου ανάπτυξης μέσων, και ενημερώνει σχετικά την Υπηρεσία.

(γ) αναπτύσσει τα τεθέντα από κοινού μέσα ελέγχου και επιθεώρησης που διαθέτει σύμφωνα με το κοινό σχέδιο ανάπτυξης μέσων και τις οδηγίες της Υπηρεσίας.

(δ) αναφορικά με τις δραστηριότητες ομάδων επιθεωρητών που προέρχονται από περισσότερα του ενός κράτη μέλη, εξουσιοδοτεί τους κοινοτικούς επιθεωρητές, οι οποίοι έχουν ενταχθεί στο κοινό σχέδιο ανάπτυξης μέσων, οι οποίοι προέρχονται από ένα άλλο κράτος μέλος, να βοηθήσουν στη διεξαγωγή δραστηριοτήτων ελέγχου και επιθεώρησης στο έδαφός τους και επί αλιευτικών σκαφών εντός των υδάτων υπό την κυριαρχία τους, οι οποίες απαιτούνται για τη διασφάλιση της συμμόρφωσης προς τους κανόνες της Κοινής Αλιευτικής Πολιτικής.

(ε) παρέχει στην Υπηρεσία απευθείας πρόσβαση σε πληροφορίες που είναι αναγκαίες για την εφαρμογή του κοινού σχεδίου ανάπτυξης μέσων μέσω του Κοινοτικού Κέντρου Παρακολούθησης Σκαφών της Υπηρεσίας.

(στ) συνεργάζεται με την Υπηρεσία για την εφαρμογή του κοινού σχεδίου ανάπτυξης μέσων.

(ζ) διασφαλίζει ότι οποιαδήποτε μέσα ελέγχου και επιθεώρησης, τα οποία έχουν διατεθεί σε κοινό σχέδιο ανάπτυξης μέσων της Κοινότητας, διεξάγουν τις δραστηριότητές τους σύμφωνα με τους κανόνες της Κοινής Αλιευτικής Πολιτικής.

3. Κάθε κράτος μέλος διασφαλίζει ότι οι δραστηριότητες που διεξάγονται βάσει κοινού σχεδίου ανάπτυξης μέσων από τα μέσα ελέγχου και επιθεώρησης που διαθέτει τηρούν τους κανόνες που διέπουν την Κοινή Αλιευτική Πολιτική.

Άρθρο 14

Αξιολόγηση κοινών σχεδίων ανάπτυξης μέσων

Η Υπηρεσία πραγματοποιεί ετήσια αξιολόγηση της αποτελεσματικότητας κάθε κοινού σχεδίου ανάπτυξης μέσων καθώς και ανάλυση, βάσει των διαθέσιμων στοιχείων, με στόχο να καθοριστεί, εάν υπάρχει κίνδυνος μη τήρησης από τις αλιευτικές δραστηριότητες των ισχυόντων μέτρων διατήρησης και ελέγχου. Οι εν λόγω αξιολογήσεις κοινοποιούνται αμελλητί στην Επιτροπή.

Άρθρο 15

Γνωστοποίηση των μέσων ελέγχου και επιθεώρησης

Κάθε κράτος μέλος γνωστοποιεί πριν την 30ή Αυγούστου κάθε έτους στην Υπηρεσία τα μέσα ελέγχου και επιθεώρησης που προτίθεται να διαθέσει για το σκοπό του ελέγχου και της επιθεώρησης για το επόμενο έτος.

Άρθρο 16

Τύποι αλιείας οι οποίοι δεν υπόκεινται σε προγράμματα ελέγχου και επιθεώρησης

Δύο η περισσότερα κράτη μέλη μπορούν να ζητήσουν από την Υπηρεσία να συντονίσει την ανάπτυξη των μέσων ελέγχου και επιθεώρησης που διαθέτουν όσον αφορά έναν τύπο αλιείας ή περιοχή η οποία δεν υπόκειται σε πρόγραμμα ελέγχου και επιθεώρησης. Ο συντονισμός αυτός πραγματοποιείται σύμφωνα με κριτήρια και προτεραιότητες ελέγχου και επιθεώρησης που συμφωνούνται μεταξύ των ενδιαφερομένων κρατών μελών.

Άρθρο 17

Δίκτυο πληροφοριών

1. Η Επιτροπή, η Υπηρεσία και οι αρμόδιες αρχές των κρατών μελών ανταλλάσσουν σχετικές πληροφορίες που διαθέτουν όσον αφορά τις δραστηριότητες ελέγχου και επιθεώρησης εντός των κοινοτικών και διεθνών υδάτων.

2. Κάθε εθνική αρμόδια αρχή λαμβάνει, σύμφωνα με την σχετική κοινοτική νομοθεσία, μέτρα για την κατάλληλη διασφάλιση του απορρήτου των πληροφοριών που λαμβάνει δυνάμει του παρόντος άρθρου σύμφωνα με το άρθρο 29 παράγραφος 5 και το άρθρο 37 του κανονισμού αριθ. (ΕΟΚ) αριθ. 2847/93.

Άρθρο 18

Λεπτομερείς κανόνες

Λεπτομερείς κανόνες για την εφαρμογή του παρόντος κεφαλαίου μπορούν να θεσπιστούν σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 30 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2371/2002.

Οι κανόνες αυτοί μπορούν να καλύπτουν ιδίως τις διαδικασίες για την κατάρτιση και τη θέσπιση προκαταρκτικών σχεδίων κοινής ανάπτυξης μέσων.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ IV

Εσωτερική δομή και λειτουργία

Άρθρο 19

Νομικό καθεστώς και έδρα της Υπηρεσίας

1. Η Υπηρεσία θα είναι οργανισμός της Κοινότητας και θα διαθέτει νομική προσωπικότητα.

2. Σε κάθε ένα από τα κράτη μέλη, η Υπηρεσία θα απολαύει της πλέον ευρείας νομικής ικανότητας που αναγνωρίζεται σε νομικά πρόσωπα από τις εθνικές νομοθεσίες τους. Ιδίως, μπορεί να αποκτά ή να διαθέτει κινητή και ακίνητη περιουσία και να παρίσταται σε δικαστήρια.

3. Η Υπηρεσία αντιπροσωπεύεται από τον εκτελεστικό διευθυντή της.

4. Έδρα της Υπηρεσίας είναι [..........], στην Ισπανία.

Άρθρο 20

Προσωπικό

1. Ο Κανονισμός Υπηρεσιακής Κατάστασης των υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, ο όροι απασχόλησης λοιπών υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και οι κανόνες που θεσπίστηκαν από κοινού από τα όργανα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων για τους σκοπούς της εφαρμογής του εν λόγω Κανονισμού Υπηρεσιακής Κατάστασης και όρων απασχόλησης εφαρμόζεται στο προσωπικό της Υπηρεσίας. Το Διοικητικό Συμβούλιο, κατόπιν συμφωνίας με την Επιτροπή, εκδίδει τους αναγκαίους λεπτομερείς κανόνες εφαρμογής.

2. Με την επιφύλαξη του άρθρου 31, οι εξουσίες που απονέμονται στην αρμόδια για τον διορισμό αρχή από τον Κανονισμό Υπηρεσιακής Κατάστασης και τους όρους απασχόλησης άλλων υπαλλήλων ασκούνται από την Υπηρεσία όσον αφορά το προσωπικό της.

3. Το προσωπικό της Υπηρεσίας αποτελείται από υπαλλήλους που διορίζονται ή αποσπώνται από την Επιτροπή ή τα κράτη μέλη σε προσωρινή βάση καθώς και άλλους αναγκαίους υπαλλήλους που προσλαμβάνονται από την Υπηρεσία προκειμένου να εκτελέσουν τα καθήκοντά της.

Άρθρο 21

Προνόμια και ασυλίες

Το πρωτόκολλο περί προνομίων και ασυλιών των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων εφαρμόζεται στην Υπηρεσία και στο προσωπικό της.

Άρθρο 22

Ευθύνη

1. Η συμβατική ευθύνη της Υπηρεσίας διέπεται από το δίκαιο που εφαρμόζεται στην σχετική σύμβαση.

2. Το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων έχει δικαιοδοσία να εκδίδει αποφάσεις σύμφωνα με οποιαδήποτε ρήτρα διαιτησίας η οποία προβλέπεται στη Σύμβαση που συνάπτεται από την Υπηρεσία.

3. Στην περίπτωση μη συμβατικής ευθύνης, η Υπηρεσία αποκαθιστά, σύμφωνα με τις γενικές αρχές που διέπουν το δίκαιο των κρατών μελών, οποιαδήποτε ζημία που προκαλείται από αυτήν ή από τους υπαλλήλους της κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους. Το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων έχει δικαιοδοσία σε οποιαδήποτε διαφορά που έχει σχέση με την αποζημίωση της εν λόγω βλάβης.

4. Η προσωπική ευθύνη των υπαλλήλων έναντι της Υπηρεσίας διέπεται από τις διατάξεις που καθορίζονται στον Κανονισμό Υπηρεσιακής Κατάστασης ή τους όρους απασχόλησης που εφαρμόζονται στο εν λόγω προσωπικό.

Άρθρο 23

Γλώσσες

1. Οι διατάξεις που προβλέπονται στον κανονισμό αριθ. 1 της 15ης Απριλίου 1958 περί καθορισμού του γλωσσικού καθεστώτος της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας [22] εφαρμόζονται στην Υπηρεσία.

[22] ΕΕ L 17 της 6.10.1958, σ. 385/58.

2. Οι μεταφραστικές υπηρεσίες που απαιτούνται για τη λειτουργία της Υπηρεσίας παρέχονται από το Κέντρο Μετάφρασης των Οργάνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Άρθρο 24

Ίδρυση και εξουσίες του Διοικητικού Συμβουλίου

1. Η Υπηρεσία διαθέτει Διοικητικό Συμβούλιο.

2. Το Διοικητικό Συμβούλιο:

(α) διορίζει τον Εκτελεστικό Διευθυντή (σύμφωνα με το άρθρο 31).

(β) εγκρίνει, μέχρι την 30ή Απριλίου κάθε έτους, τη γενική έκθεση της Υπηρεσίας για το προηγούμενο έτος και τη διαβιβάζει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο και στην Επιτροπή, στο Ελεγκτικό Συνέδριο και στα κράτη μέλη. Η έκθεση δημοσιεύεται.

(γ) εγκρίνει, μέχρι την 31η Οκτωβρίου κάθε έτους, λαμβάνοντας υπόψη τη γνώμη της Επιτροπής και των κρατών μελών, το πρόγραμμα εργασίας της Υπηρεσίας για το προσεχές έτος και το διαβιβάζει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, στο Συμβούλιο, στην Επιτροπή και στα κράτη μέλη.

Το πρόγραμμα εργασίας, το οποίο δίδει προτεραιότητα στα καθήκοντα της Υπηρεσίας σχετικά με τα προγράμματα ελέγχου και επιθεώρησης, εγκρίνεται με την επιφύλαξη της ετήσιας διαδικασίας του προϋπολογισμού της Κοινότητας. Εάν η Επιτροπή εκφράσει, εντός τριάντα ημερών από την ημερομηνία έγκρισης του προγράμματος εργασίας, τη διαφωνία της σχετικά με το εν λόγω πρόγραμμα, το Διοικητικό Συμβούλιο επανεξετάζει το πρόγραμμα και το εγκρίνει, ενδεχομένως τροποποιημένο, εντός περιόδου δύο μηνών, σε δεύτερη ανάγνωση.

(δ) εγκρίνει τον οριστικό προϋπολογισμό της Υπηρεσίας πριν την έναρξη του οικονομικού έτους, προσαρμόζοντάς τον, εφόσον χρειάζεται, σύμφωνα με την κοινοτική συνεισφορά και οποιαδήποτε άλλα έσοδα της Υπηρεσίας.

(ε) εκτελεί τα καθήκοντά του όσον αφορά τον προϋπολογισμό της Υπηρεσίας σύμφωνα με τα άρθρα 35, 36 και 38

(στ) ασκεί πειθαρχική εξουσία έναντι του εκτελεστικού διευθυντή.

(ζ) καταρτίζει τους κανόνες διαδικασίας του, οι οποίοι μπορούν να προβλέπουν, εφόσον απαιτείται, τη συγκρότηση υποεπιτροπών του Διοικητικού Συμβουλίου .

(η) θεσπίζει τις διαδικασίες που είναι αναγκαίες για την εκτέλεση, από την Υπηρεσία, των καθηκόντων του.

Άρθρο 25

Σύνθεση του Διοικητικού Συμβουλίου

1. Το Διοικητικό Συμβούλιο συνίσταται από έναν αντιπρόσωπο κάθε κράτους μέλους, του οποίου τα σκάφη ασχολούνται με αλιευτικές δραστηριότητες που αφορούν θαλάσσιους έμβιους πόρους καθώς και τέσσερις εκπροσώπους της Επιτροπής, καθώς και τέσσερις εκπροσώπους του τομέα της αλιείας χωρίς δικαίωμα ψήφου που υποδεικνύονται από την Επιτροπή.

Τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου διορίζονται βάσει του βαθμού της σχετικής πείρας και εμπειρίας που διαθέτουν στον τομέα του ελέγχου και της επιθεώρησης της αλιείας.

2. Κάθε κράτος μέλος και η Επιτροπή διορίζουν τα μέλη τους στο Διοικητικό Συμβούλιο καθώς επίσης και έναν αναπληρωτή ο οποίος αντιπροσωπεύει το μέλος σε περίπτωση απουσίας του

3. Η διάρκεια της θητείας ανέρχεται σε πέντε έτη. Η θητεία μπορεί να ανανεώνεται άπαξ.

Άρθρο 26

Προεδρία και Διοικητικό Συμβούλιο

1. Το Διοικητικό Συμβούλιο εκλέγει έναν πρόεδρο μεταξύ των αντιπροσώπων της Επιτροπής. Το Διοικητικό Συμβούλιο εκλέγει έναν αντιπρόεδρο μεταξύ των μελών του. Ο αντιπρόεδρος αναλαμβάνει αυτοδικαίως τη θέση του προέδρου εάν ο πρόεδρος κωλύεται να ασκήσει τα καθήκοντά του.

2. Η θητεία του προέδρου και του αντιπροέδρου ανέρχεται σε τρία έτη και λήγει στην περίπτωση που παύσουν να είναι μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου. Η θητεία μπορεί να ανανεωθεί άπαξ.

Άρθρο 27

Συνεδριάσεις

1. Οι συνεδριάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου συγκαλούνται από τον πρόεδρό του. Η ημερήσια διάταξη καθορίζεται από το πρόεδρο λαμβανομένων υπόψη των προτάσεων των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου και του Εκτελεστικού Διευθυντή της Υπηρεσίας.

2. Ο Εκτελεστικός Διευθυντής λαμβάνει μέρος στις συζητήσεις.

3. Το Διοικητικό Συμβούλιο πραγματοποιεί τακτική συνεδρίαση άπαξ του έτους. Επιπροσθέτως, συνεδριάζει κατόπιν πρωτοβουλίας του προέδρου ή κατόπιν αιτήσεως της Επιτροπής ή του ενός τρίτου των κρατών μελών που αντιπροσωπεύονται στο Διοικητικό Συμβούλιο.

4. Σε περίπτωση ύπαρξης θέματος τήρησης του απορρήτου ή σύγκρουσης συμφερόντων, το Διοικητικό Συμβούλιο μπορεί να αποφασίσει την εξέταση ειδικών θεμάτων της ημερήσιας διάταξής του χωρίς την παρουσία των μελών που έχουν υποδειχθεί από την Επιτροπή ως αντιπρόσωποι του τομέα της αλιείας. Λεπτομερείς κανόνες για την εφαρμογή της διάταξης αυτής μπορούν να καθοριστούν στους κανόνες διαδικασίας.

5. Το Διοικητικό Συμβούλιο έχει τη δυνατότητα να προσκαλεί οποιοδήποτε πρόσωπο, του οποίου η γνώμη μπορεί να παρουσιάζει ενδιαφέρον, να παρίσταται στις συνεδριάσεις του ως παρατηρητής.

6. Βάσει των διατάξεων των κανόνων διαδικασίας του, τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου μπορούν να επικουρούνται από συμβούλους ή εμπειρογνώμονες.

7. Οι υπηρεσίες γραμματείας του Διοικητικού Συμβουλίου παρέχονται από την Υπηρεσία.

Άρθρο 28

Ψηφοφορία

1. Το Διοικητικό Συμβούλιο λαμβάνει τις αποφάσεις του με απόλυτη πλειοψηφία.

2. Κάθε μέλος, το οποίο διορίζεται από ένα κράτος μέλος, διαθέτει μία μόνο ψήφο. Τα μέλη που διορίζονται από την Επιτροπή διαθέτουν από κοινού δέκα ψήφους. Ο Εκτελεστικός Διευθυντής της Υπηρεσίας δεν έχει δικαίωμα ψήφου.

Σε περίπτωση απουσίας ενός μέλους, ο αναπληρωτής του δικαιούται να ασκεί το δικαίωμα ψήφου του.

3. Οι κανόνες διαδικασίας καθορίζουν λεπτομερέστερα τις ρυθμίσεις που αφορούν την ψηφοφορία, ιδίως τους όρους υπό τους οποίους ένα μέλος μπορεί να ενεργεί για λογαριασμό ενός άλλου μέλους καθώς επίσης και οποιεσδήποτε, κατά περίπτωση, απαιτήσεις απαρτίας.

Άρθρο 29

Δήλωση συμφερόντων

1. Τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου, τα οποία υποδεικνύονται από την Επιτροπή ως αντιπρόσωποι του τομέα της αλιείας, υποβάλλουν δήλωση δέσμευσης καθώς και δήλωση συμφερόντων στην οποία αναφέρουν είτε την απουσία οποιωνδήποτε συμφερόντων τα οποία θα μπορούσαν να επηρεάσουν την ανεξαρτησία τους ή την ύπαρξη οποιωνδήποτε άμεσων ή έμμεσων συμφερόντων τα οποία θα μπορούσαν να θεωρηθούν ότι επηρεάζουν την ανεξαρτησία τους. Οι δηλώσεις αυτές υποβάλλονται εγγράφως κάθε έτος.

2. Τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου, τα οποία υποδεικνύονται από την Επιτροπή ως αντιπρόσωποι του τομέα της αλιείας, δηλώνουν σε κάθε συνεδρίαση οποιαδήποτε συμφέροντα τα οποία θα μπορούσαν να θεωρηθούν ότι επηρεάζουν την ανεξαρτησία τους σε σχέση με τα θέματα της ημερήσιας διάταξης.

Άρθρο 30

Καθήκοντα και εξουσίες του Εκτελεστικού Διευθυντή

1. Η Υπηρεσία διοικείται από τον Εκτελεστικό της Διευθυντή. Με την επιφύλαξη των αντίστοιχων αρμοδιοτήτων της Επιτροπής και του Διοικητικού Συμβουλίου, ο Εκτελεστικός Διευθυντής δεν επιζητεί ούτε λαμβάνει οδηγίες από οποιαδήποτε κυβέρνηση ή άλλο οργανισμό.

2. Κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του, ο Εκτελεστικός Διευθυντής εφαρμόζει τις αρχές της Κοινής Αλιευτικής Πολιτικής.

3. Ο Εκτελεστικός Διευθυντής έχει τα εξής καθήκοντα και εξουσίες:

(α) καταρτίζει το σχέδιο προγράμματος εργασίας και το υποβάλλει στο Διοικητικό Συμβούλιο μετά από διαβούλευση με την Επιτροπή και τα κράτη μέλη. Λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα για την εφαρμογή του προγράμματος εργασίας εντός των ορίων που προσδιορίζονται από τον παρόντα κανονισμό, τους κανόνες εφαρμογής του και οποιοδήποτε ισχύον δίκαιο.

(β) προβαίνει σε όλες τις αναγκαίες ενέργειες, συμπεριλαμβανομένης της έκδοσης εσωτερικών διοικητικών οδηγιών και της δημοσίευσης ανακοινώσεων, προκειμένου να διασφαλίσει την οργάνωση και τη λειτουργία της Υπηρεσίας σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος κανονισμού.

(γ) προβαίνει σε όλες τις αναγκαίες ενέργειες, συμπεριλαμβανομένης της έκδοσης αποφάσεων που αφορούν τις αρμοδιότητες της Υπηρεσίας βάσει των κεφαλαίων ΙΙ και ΙΙΙ, συμπεριλαμβανομένης της ναύλωσης και της λειτουργίας μέσων ελέγχου και επιθεώρησης καθώς και της λειτουργίας δικτύου πληροφοριών.

(δ) ανταποκρίνεται σε αιτήματα της Επιτροπής καθώς και σε αιτήματα παροχής βοήθειας κράτους μέλους, σύμφωνα με τα άρθρα 7, 8 και 16.

(ε) θέτεί σε εφαρμογή ένα αποτελεσματικό σύστημα παρακολούθησης προκειμένου να μπορεί να συγκρίνει τα επιτεύγματα της υπηρεσίας με τους επιχειρησιακούς στόχους της. Πάνω στη βάση αυτή, ο Εκτελεστικός Διευθυντής συντάσσει σχέδιο γενικής έκθεσης κάθε έτος και το υποβάλλει στο Διοικητικό Συμβούλιο. Θεσπίζει διαδικασίες τακτικής αξιολόγησης, οι οποίες πληρούν αναγνωρισμένους επαγγελματικούς κανόνες.

(στ) ασκεί, έναντι του προσωπικού, τις εξουσίες που καθορίζονται στο άρθρο 20 παράγραφος 2.

(ζ) καταρτίζει εκτιμήσεις των εσόδων και δαπανών της Υπηρεσίας σύμφωνα με το άρθρο 35 και εφαρμόζει τον προϋπολογισμό σύμφωνα με το άρθρο 36.

4. Ο Εκτελεστικός Διευθυντής είναι υπεύθυνος για τις ενέργειές του έναντι του Διοικητικού Συμβουλίου.

Άρθρο 31

Διορισμός του Εκτελεστικού Διευθυντή

1. Ο Εκτελεστικός Διευθυντής διορίζεται από το Διοικητικό Συμβούλιο με βάση τα προσόντα του και την τεκμηριωμένη σχετική πείρα του στον τομέα της αλιευτικής πολιτικής, από έναν κατάλογο τριών υποψηφίων που προτείνονται από την Επιτροπή μετά από διαδικασία επιλογής και μετά από τη δημοσίευση της θέσεως μέσω πρόσκλησης εκδήλωσης ενδιαφέροντος, στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης και σε άλλα μέσα ενημέρωσης.

2. Το Διοικητικό Συμβούλιο λαμβάνει την απόφασή του με πλειοψηφία δύο τρίτων των μελών του.

3. Το Διοικητικό Συμβούλιο απαλλάσσει τον Εκτελεστικό Διευθυντή από τα καθήκοντά του κατόπιν προτάσεως της Επιτροπής.

4. Η θητεία του Εκτελεστικού Διευθυντή ανέρχεται σε πέντε έτη. Η θητεία αυτή μπορεί να παραταθεί άπαξ.

Άρθρο 32

Διαφάνεια και ενημέρωση

1. Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1049/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 30ής Μαΐου 2001, για την πρόσβαση του κοινού στα έγγραφα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου και της Επιτροπής εφαρμόζεται στα έγγραφα που τηρούνται από την Υπηρεσία.

2. Το Διοικητικό Συμβούλιο εγκρίνει, εντός έξι μηνών από την ημερομηνία της πρώτης συνεδρίασής του, τις πρακτικές ρυθμίσεις για τον κανονισμό εφαρμογής (ΕΚ) αριθ. 1049/2001.

3. Η Υπηρεσία μπορεί να ενημερώνει, κατόπιν δικής της πρωτοβουλίας, στο πλαίσιο των τομέων της αποστολής της. Διασφαλίζει ιδίως την άμεση παροχή στο κοινό και σε οποιοδήποτε ενδιαφερόμενο μέρος αντικειμενικών, αξιόπιστων και ευκολονόητων πληροφοριών σχετικά με το έργο της.

4. Το Διοικητικό Συμβούλιο θεσπίζει τους αναγκαίους εσωτερικούς κανόνες για την εφαρμογή της παραγράφου 3.

5. Οι αποφάσεις που λαμβάνονται από την Υπηρεσία σύμφωνα με το άρθρο 8 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1049/2001 δύνανται να παρέχουν δικαίωμα κατάθεσης καταγγελίας στον Μεσολαβητή ή να αποτελούν αντικείμενο κίνησης διαδικασίας ενώπιον του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου βάσει των άρθρων 175 και 230 της Συνθήκης της ΕΚ.

6. Οι πληροφορίες που συλλέγονται σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό από την Επιτροπή και την Υπηρεσία υπόκεινται στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 45/2001 του Ευρωπαϊκού και του Συμβουλίου της 18ης Δεκεμβρίου 2000, σχετικά με την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από τα όργανα και τους οργανισμούς της Κοινότητας και σχετικά με την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών.

Άρθρο 33

Τήρηση του απορρήτου

1. Ακόμη και μετά την παύση των καθηκόντων τους, τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου, ο Εκτελεστικός Διευθυντής και τα μέλη του προσωπικού της Υπηρεσίας, υπόκεινται στις απαιτήσεις της τήρησης του απορρήτου σύμφωνα με το άρθρο 287 της Συνθήκης.

2. Το Διοικητικό Συμβούλιο θεσπίζει εσωτερικούς κανόνες σχετικά με τις πρακτικές ρυθμίσεις για την εφαρμογή των απαιτήσεων τήρησης του απορρήτου που αναφέρονται στην παράγραφο 1.

Άρθρο 34

Πρόσβαση της Επιτροπής σε πληροφορίες

Η Επιτροπή διαθέτει πλήρη πρόσβαση σε όλες τις πληροφορίες που συλλέγονται από την Υπηρεσία. Η Υπηρεσία παρέχει οποιεσδήποτε πληροφορίες καθώς και αξιολόγηση των εν λόγω πληροφοριών στην Επιτροπή κατόπιν αιτήσεώς της υπό τη μορφή που προσδιορίζεται από αυτήν.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ IV

Δημοσιονομικές διατάξεις

Άρθρο 35

Προϋπολογισμός

1. Τα έσοδα της Υπηρεσίας συνίστανται από:

(α) συνεισφορά της Κοινότητας η οποία εγγράφεται στον γενικό προϋπολογισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης (τμήμα «Επιτροπή»).

(β) αμοιβές για υπηρεσίες που παρέχονται από την Υπηρεσία σε κράτη μέλη σύμφωνα με το άρθρο 7.

(γ) τέλη για εκδόσεις, δραστηριότητες κατάρτισης ή/και οποιαδήποτε άλλη υπηρεσία που παρέχεται από την Υπηρεσία.

2. Οι δαπάνες της Υπηρεσίας καλύπτουν τις δαπάνες προσωπικού, τις διοικητικές δαπάνες καθώς και τις δαπάνες υποδομής και λειτουργίας.

3. Ο Εκτελεστικός Διευθυντής καταρτίζει σχέδιο προβλεπόμενης κατάστασης εσόδων και εξόδων της Υπηρεσίας για το επόμενο οικονομικό έτος συνοδευόμενη από σχέδιο οργανογράμματος και τα διαβιβάζει στο Διοικητικό Συμβούλιο.

4. Τα έσοδα και οι δαπάνες πρέπει να ισοσκελίζονται.

5. Κάθε έτος, το Διοικητικό Συμβούλιο, με βάση το σχέδιο κατάστασης των προβλεπόμενων εσόδων και εξόδων, υποβάλει κατάσταση προβλεπόμενων εσόδων και εξόδων της Υπηρεσίας για το επόμενο οικονομικό έτος.

6. Το Διοικητικό Συμβούλιο υποβάλλει στην Επιτροπή, το αργότερο μέχρι την 31η Μαρτίου την εν λόγω κατάσταση προβλεπόμενων εσόδων και εξόδων η οποία συνοδεύεται από σχέδιο οργανογράμματος καθώς και προσωρινό πρόγραμμα εργασίας.

7. Η κατάσταση προβλεπόμενων εσόδων και εξόδων διαβιβάζεται από την Επιτροπή στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο («αρμόδια για τον προϋπολογισμό αρχή») μαζί με το προσχέδιο του γενικού προϋπολογισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

8. Με βάση την κατάσταση προβλεπόμενων εσόδων και εξόδων, η Επιτροπή εγγράφει στο προσχέδιο του γενικού προϋπολογισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης τις προβλέψεις που θεωρεί αναγκαίες για το οργανόγραμμα καθώς και το ποσό της επιχορήγησης που θα βαρύνει τον γενικό προϋπολογισμό, τον οποίο υποβάλει στην αρμόδια για τον προϋπολογισμό αρχή σύμφωνα με το άρθρο 272 της Συνθήκης.

9. Η αρμόδια για τον προϋπολογισμό αρχή εξουσιοδοτεί τις πιστώσεις για την επιχορήγηση που παρέχεται στην Υπηρεσία. Η αρμόδια για τον προϋπολογισμό αρχή εγκρίνει το οργανόγραμμα της Υπηρεσίας.

10. Ο προϋπολογισμός εγκρίνεται από το Διοικητικό Συμβούλιο. Ο προϋπολογισμός καθίσταται οριστικός μετά την οριστική έγκριση του γενικού προϋπολογισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Εφόσον κριθεί σκόπιμο, ο προϋπολογισμός υφίσταται σχετική προσαρμογή.

11. Το Διοικητικό Συμβούλιο γνωστοποιεί, το συντομότερο δυνατόν, στην αρμόδια για τον προϋπολογισμό αρχή την πρόθεσή της να εκτελέσει οποιοδήποτε σχέδιο το οποίο έχει ενδεχομένως σημαντικές δημοσιονομικές επιπτώσεις για τη χρηματοδότηση του προϋπολογισμού, ιδίως οποιοδήποτε σχέδιο που έχει σχέση με ακίνητη περιουσία, όπως η μίσθωση ή η αγορά κτιρίων. Ενημερώνει την Επιτροπή σχετικά.

12. Στην περίπτωση που ένα τμήμα της αρμόδιας για τον προϋπολογισμό αρχής έχει γνωστοποιήσει την πρόθεσή του να εκδώσει γνώμη, διαβιβάζει τη γνώμη του στο Διοικητικό Συμβούλιο εντός περιόδου έξι εβδομάδων από την ημερομηνία γνωστοποίησης του έργου.

Άρθρο 36

Εκτέλεση και έλεγχος του προϋπολογισμού

1. Ο Εκτελεστικός Διευθυντής εκτελεί τον προϋπολογισμό της Υπηρεσίας.

2. Μέχρι την 1η Μαρτίου το αργότερο μετά τη λήψη κάθε οικονομικού έτους, ο υπόλογος της υπηρεσίας κοινοποιεί τους προσωρινούς λογαριασμούς στον υπόλογο της Επιτροπής μαζί με έκθεση σχετικά με τη δημοσιονομική και χρηματοοικονομική διαχείριση για το εν λόγω οικονομικό έτος. Ο υπόλογος της Επιτροπής ενοποιεί τους προσωρινούς λογαριασμούς των οργάνων και των αποκεντρωμένων οργανισμών σύμφωνα με το άρθρο 128 του κανονισμού (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 1605/2002, της 25ης Ιουνίου 2002, για το δημοσιονομικό κανονισμό που εφαρμόζεται στο Γενικό Προϋπολογισμό των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων [23] («Δημοσιονομικός Κανονισμός»).

[23] ΕΕ L 248 της 16.9.2002, σ.1

3. Μέχρι την 31η Μαρτίου το αργότερο μετά τη λήξη κάθε οικονομικού έτους, ο υπόλογος της Επιτροπής διαβιβάζει τους προσωρινούς λογαριασμούς της Υπηρεσίας στο Ελεγκτικό Συνέδριο μαζί με έκθεση σχετικά με τη δημοσιονομική και χρηματοοικονομική διαχείριση για το εν λόγω οικονομικό έτος. Η έκθεση σχετικά με τη δημοσιονομική και χρηματοοικονομική διαχείριση για το εν λόγω οικονομικό έτος διαβιβάζεται επίσης στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο.

4. Μετά την λήψη των παρατηρήσεων του Ελεγκτικού Συνεδρίου σχετικά με τους προσωρινούς λογαριασμούς της Υπηρεσίας σύμφωνα με το άρθρο 129 του Δημοσιονομικού Κανονισμού, ο Εκτελεστικός Διευθυντής καταρτίζει την τελική κατάσταση λογαριασμών με δική του ευθύνη και τη διαβιβάζει στο Διοικητικό Συμβούλιο για την έκδοση γνώμης.

5. Το Διοικητικό Συμβούλιο εκδίδει γνώμη σχετικά με την οριστική κατάσταση λογαριασμών της Υπηρεσίας.

6. Μέχρι την 1η Ιουλίου του επόμενου έτους το αργότερο, ο Εκτελεστικός Διευθυντής διαβιβάζει την οριστική κατάσταση λογαριασμών, μαζί με τη γνώμη του Διοικητικού Συμβουλίου, στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, στο Συμβούλιο, στην Επιτροπή και στο Ελεγκτικό Συνέδριο.

7. Η οριστική κατάσταση λογαριασμών δημοσιεύεται.

8. Ο Εκτελεστικός Διευθυντής διαβιβάζει στο Ελεγκτικό Συνέδριο απάντηση στις παρατηρήσεις του μέχρι την 30ή Σεπτεμβρίου το αργότερο. Κοινοποιεί επίσης την απάντηση αυτή στο Διοικητικό Συμβούλιο.

9. Ο Εκτελεστικός Διευθυντής υποβάλλει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, κατόπιν αιτήσεως του τελευταίου, όλες τις αναγκαίες πληροφορίες για την ομαλή εφαρμογή της διαδικασίας απαλλαγής για το εν λόγω οικονομικό έτος, όπως ορίζεται στο άρθρο 146 παράγραφος 3 του Δημοσιονομικού Κανονισμού.

10. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, ύστερα από σύσταση του Συμβουλίου, απαλλάσσει πριν την 30ή Απριλίου του μεθεπόμενου έτους τον Εκτελεστικό Διευθυντή της Υπηρεσίας για την εκτέλεση του προϋπολογισμού για το σχετικό έτος.

Άρθρο 37

Καταπολέμηση της απάτης

1. Για την καταπολέμηση της απάτης, της διαφθοράς και άλλων παράνομων πράξεων, εφαρμόζονται έναντι της Υπηρεσίας χωρίς κανένα περιορισμό οι διατάξεις του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1073/1999.

2. Η Υπηρεσία προσχωρεί στη διοργανική συμφωνία της 25ης Μαΐου 1999 σχετικά με τις εσωτερικές έρευνες που πραγματοποιούνται από την OLAF και θεσπίζει αμελλητί τις σχετικές διατάξεις οι οποίες ισχύουν για όλο το προσωπικό της.

3. Οι αποφάσεις σχετικά με τη χρηματοδότηση καθώς και οι σχετικές συμφωνίες και μέσα εφαρμογής προβλέπουν ρητά ότι το Ελεγκτικό Συνέδριο και η OLAF μπορούν να διεξαγάγουν, εφόσον είναι αναγκαίο, επιτόπιους ελέγχους μεταξύ των αποδεκτών των πόρων της Υπηρεσίας και των υπαλλήλων που είναι αρμόδιοι για τη διανομή τους.

Άρθρο 38

Δημοσιονομικές διατάξεις

Το Διοικητικό Συμβούλιο, αφού λάβει την έγκριση της Επιτροπής και τη γνώμη του Ελεγκτικού Συνεδρίου, θεσπίζει το δημοσιονομικό κανονισμό της Υπηρεσίας. Ο δημοσιονομικός κανονισμός δεν πρέπει να αποκλίνει από τον κανονισμό της Επιτροπής (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 2343/2002 της 23ης Δεκεμβρίου 2002, για τη θέσπιση δημοσιονομικού κανονισμού πλαισίου για τους κοινοτικούς οργανισμούς του άρθρου 185 του κανονισμού (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 1605/2002 του Συμβουλίου, ο οποίος θεσπίζει το δημοσιονομικό κανονισμό που εφαρμόζεται στο γενικό προϋπολογισμό των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων [24], εκτός εάν απαιτείται ειδικά για τη λειτουργία της Υπηρεσίας και κατόπιν προηγούμενης συναίνεσης της Επιτροπής.

[24] ΕΕ L 357 της 31.12.2002, σ. 72.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ VΙ

Τελικές διατάξεις

Άρθρο 39

Αξιολόγηση

1. Εντός [πέντε] ετών από την ημερομηνία έναρξης λειτουργίας της Υπηρεσίας και κάθε πέντε έτη μετέπειτα, το Διοικητικό Συμβούλιο αναθέτει τη διεξαγωγή ανεξάρτητης εξωτερικής αξιολόγησης της εφαρμογής το παρόντος κανονισμού. Η Επιτροπή παρέχει στην Υπηρεσία οποιεσδήποτε πληροφορίες τις οποίες κρίνει κατάλληλες για την εν λόγω αξιολόγηση.

2. Σε κάθε αξιολόγηση, εκτιμάται η επίπτωση του παρόντος κανονισμού, η χρησιμότητα, η συνάφεια και η αποτελεσματικότητα της Υπηρεσίας καθώς και οι μέθοδοι εργασίας της καθώς και ο βαθμός στον οποίο συμβάλλει στην επίτευξη ενός υψηλού επιπέδου συμμόρφωσης προς τους κανόνες που θεσπίζονται στο πλαίσιο της Κοινής Αλιευτικής Πολιτικής. Το Διοικητικό Συμβούλιο θεσπίζει ειδικούς όρους αναφοράς σε συνεργασία με την Επιτροπή και κατόπιν διαβούλευσης με τα ενδιαφερόμενα μέρη.

3. Το Διοικητικό Συμβούλιο λαμβάνει την εν λόγω αξιολόγηση και διατυπώνει συστάσεις σχετικά με τις τροποποιήσεις του παρόντος κανονισμού, της Υπηρεσίας και των μεθόδων εργασίας της, και τις υποβάλλει στην Επιτροπή. Τόσο τα πορίσματα της αξιολόγησης όσο και οι συστάσεις διαβιβάζονται από την Επιτροπή στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο και δημοσιεύονται.

Άρθρο 40

Έναρξη των δραστηριοτήτων της Υπηρεσίας

Η Υπηρεσία τίθεται σε λειτουργία εντός 12 μηνών από την έναρξη ισχύος του παρόντος κανονισμού.

Άρθρο 41

Τροποποίηση

Το άρθρο 34 παράγραφος γ) του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 2847/93 αντικαθίσταται από τα εξής:

Άρθρο 34γ

1. Η Επιτροπή ορίζει, σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 30 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2371/2002 της 20ής Δεκεμβρίου 2002 για τη διατήρηση και βιώσιμη εκμετάλλευση των αλιευτικών πόρων στο πλαίσιο της Κοινής Αλιευτικής Πολιτικής(*), και σε συνεννόηση με τα ενδιαφερόμενα κράτη μέλη, τους τύπους αλιείας οι οποίοι αφορούν δύο ή περισσότερα κράτη μέλη, οι οποίοι υπόκεινται σε ειδικά προγράμματα ελέγχου και επιθεώρησης, καθώς και τους όρους που διέπουν τα εν λόγω προγράμματα.

Το ειδικό πρόγραμμα ελέγχου και επιθεώρησης καθορίζει τους τύπους αλιείας που αφορούν δύο ή περισσότερα κράτη μέλη τα οποία υπόκεινται στο πρόγραμμα καθώς και τους όρους που διέπουν τους εν λόγω τύπους αλιείας.

Κάθε ειδικό πρόγραμμα ελέγχου και επιθεώρησης καθορίζει τους στόχους του, τις κοινές προτεραιότητες και διαδικασίες καθώς επίσης και τα σημεία αναφοράς για τις δραστηριότητες ελέγχου και επιθεώρησης, τα αναμενόμενα αποτελέσματα των προσδιοριζόμενων μέτρων καθώς και τη στρατηγική που απαιτείται προκειμένου να διασφαλιστεί ότι οι δραστηριότητες ελέγχου και επιθεώρησης είναι όσο το δυνατόν περισσότερο ομοιόμορφες, αποτελεσματικές και οικονομικές. Κάθε πρόγραμμα προσδιορίζει τα ενδιαφερόμενα κράτη μέλη.

Τα ειδικά προγράμματα ελέγχου και επιθεώρησης δεν μπορούν να έχουν διάρκεια μεγαλύτερη των τριών ετών ή οποιαδήποτε χρονική περίοδο, η οποία ορίζεται για το σκοπό αυτό σε σχέδιο αποκατάστασης που θεσπίζεται σύμφωνα με το άρθρο 5 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2371/2002, ή σχέδιο διαχείρισης που θεσπίζεται σύμφωνα με το άρθρο 6 του εν λόγω κανονισμού.

Τα ειδικά προγράμματα ελέγχου και επιθεώρησης εφαρμόζονται από τα ενδιαφερόμενα κράτη μέλη με βάση κοινά σχέδια ανάπτυξης μέσων που θεσπίζονται βάσει του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. XXXX/2004 της ....... για την ίδρυση Κοινοτικής Υπηρεσίας Ελέγχου της Αλιείας και για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2847/93 για τη θέσπιση συστήματος ελέγχου που εφαρμόζεται στην κοινή αλιευτική πολιτική.

2. Η Επιτροπή ελέγχει και αξιολογεί τα αποτελέσματα κάθε ειδικού προγράμματος ελέγχου και επιθεώρησης και υποβάλλει σχετική έκθεση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο σύμφωνα με το άρθρο 27 παράγραφος 4 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2371/2002.

(*) ΕΕ L 358 της 21.12.2002, σ.59.

Άρθρο 42

Έναρξη ισχύος

Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την εικοστή ημέρα από τη δημοσίευσή του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.

Βρυξέλλες,

Για το Συμβούλιο

Ο Πρόεδρος

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΟ ΔΗΜΟΣΙΟΝΟΜΙΚΟ ΔΕΛΤΙΟ

Τομέας(-είς) πολιτικής: ΑΛΙΕΙΑ

Δραστηριότητα(-ες): 1107 - Διατήρηση, έλεγχος και εφαρμογή στον τομέα της αλιείας

Ονομασία της δράσης:

ΙΔΡΥΣΗ ΚΟΙΝΟΤΙΚΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ ΕΛΕΓΧΟΥ ΤΗΣ ΑΛΙΕΙΑΣ (ΚΥΕΑ)

1. ΓΡΑΜΜΗ(-ΕΣ) ΤΟΥ ΠΡΟΫΠΟΛΟΓΙΣΜΟΥ + ΟΝΟΜΑΣΙΑ

Δημιουργία νέας γραμμής του προϋπολογισμού

110704 Κοινοτική Υπηρεσία Ελέγχου της Αλιείας

2. ΣΥΝΟΛΙΚΑ ΑΡΙΘΜΗΤΙΚΑ ΔΕΔΟΜΕΝΑ

2.1 Συνολικό κονδύλιο της δράσης (Μέρος B): 4,9 εκατ. EUR σε ΠΑΥ το 2006

2.2 Περίοδος υλοποίησης:

Από το 2005

2.3 Συνολική πολυετής εκτίμηση των δαπανών:

(α) 11070401 Κοινοτική Υπηρεσία Ελέγχου της Αλιείας (βάσει των τίτλων 1 και 2)

Επιχορήγηση των διοικητικών δαπανών από τον κοινοτικό προϋπολογισμό. Η πίστωση αυτή έχει ως στόχο την κάλυψη των δαπανών του προσωπικού της ΚΥΕΑ και των διοικητικών δαπανών. (πρβλ 6.2 (α)

εκατ. EUR (μέχρι τρίτου δεκαδικού)

>ΘΕΣΗ ΠIΝΑΚΑ>

β) 11070402 Κοινοτική Υπηρεσία Ελέγχου της Αλιείας - Επιχορήγήση βάσει του τίτλου 3

Επιχορήγηση των λειτουργικών δαπανών από τον κοινοτικό προϋπολογισμό. Η πίστωση αυτή έχει ως στόχο την κάλυψη λειτουργικών δαπανών, οι οποίες περιλαμβάνουν την εγκατάσταση εξοπλισμού ηλεκτρονικού υπολογιστή, συνεδριάσεις και αποστολές.

εκατ. EUR (μέχρι τρίτου δεκαδικού))

>ΘΕΣΗ ΠIΝΑΚΑ>

>ΘΕΣΗ ΠIΝΑΚΑ>

2.4 Συμβατότητα με τον δημοσιονομικό προγραμματισμό και με τις Δημοσιονομικές Προοπτικές

[Χ] Πρόταση συμβατή με τον ισχύοντα δημοσιονομικό προγραμματισμό.

[...] Η πρόταση αυτή απαιτεί επαναπρογραμματισμό του αντίστοιχου τομέα των Δημοσιονομικών Προοπτικών.

[...] συμπεριλαμβανόμενης, εφόσον συντρέχει περίπτωση, προσφυγής στις διατάξεις της Διοργανικής Συμφωνίας.

2.5 Δημοσιονομικές επιπτώσεις επί των εσόδων [25]

[25] Για περαιτέρω πληροφορίες, βλέπε χωριστή αιτιολογική έκθεση.

[...] Ουδεμία δημοσιονομική επίπτωση (αφορά τεχνικές πτυχές της εφαρμογής ενός μέτρου)

Ή

[...] Δημοσιονομική επίπτωση - Η επίδραση επί των εσόδων έχει ως εξής:

(Σημείωση: Όλες οι διευκρινίσεις και παρατηρήσεις που αφορούν τον τρόπο υπολογισμού της επίδρασης επί των εσόδων πρέπει να περιλαμβάνονται σε χωριστό φύλλο, επισυναπτόμενο στο παρόν δημοσιονομικό δελτίο ...)

εκατ. EUR (μέχρι πρώτου δεκαδικού)

>ΘΕΣΗ ΠIΝΑΚΑ>

(Να περιγραφεί κάθε εμπλεκόμενη γραμμή του προϋπολογισμού, με προσθήκη του ενδεδειγμένου αριθμού γραμμών στον πίνακα, εφόσον η δράση επιδρά σε πλείονες γραμμές του προϋπολογισμού)

3. ΔΗΜΟΣΙΟΝΟΜΙΚΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ

>ΘΕΣΗ ΠIΝΑΚΑ>

4. ΝΟΜΙΚΗ ΒΑΣΗ

Άρθρο 37 της Συνθήκης.

5. ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ ΚΑΙ ΑΙΤΙΟΛΟΓΗΣΗ

5.1 Αναγκαιότητα κοινοτικής παρέμβασης [26]

[26] Για περισσότερες πληροφορίες, βλ. χωριστή αιτιολογική έκθεση.

5.1.1 Επιδιωκόμενοι στόχοι

Στόχος της πρότασης είναι η προαγωγή της ομοιόμορφης και αποτελεσματικής εφαρμογής των κανόνων της Κοινής Αλιευτικής Πολιτικής από τα κράτη μέλη μέσω της ίδρυσης Κοινοτικής Υπηρεσίας Ελέγχου της Αλιείας (ΚΥΕΑ) και του αναγκαίου πλαισίου για τον επιχειρησιακό συντονισμό. Η ΚΥΕΑ θα χρησιμεύσει ως ανεξάρτητη μόνιμη βάση συνεργασίας μεταξύ των κρατών μελών στον τομέα του ελέγχου και της εφαρμογής σύμφωνα με το άρθρο 28 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2371/2002 [27]. Η ΚΥΕΑ θα διοργανώσει τον επιχειρησιακό συντονισμό των δραστηριοτήτων επιθεώρησης και εποπτείας από τις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών.

[27] Άρθρο 28 του κανονισμού του Συμβουλίου (ΕΚ) αριθ. 2371/2002 της 20ής Δεκεμβρίου 2002 για τη διατήρηση και βιώσιμη εκμετάλλευση των αλιευτικών πόρων στο πλαίσιο της Κοινής αλιευτικής Πολιτικής (ΕΕ L 358 της 31.12.2002).

5.1.2 Μέτρα σχετικά με την εκ των προτέρων (ex ante) αξιολόγηση

Η δυνατότητα δημιουργίας μιας Κοινής Δομής Επιθεώρησης απορρέει από την Πράσινη Βίβλο για το μέλλον της Κοινής Αλιευτικής Πολιτικής (COM(2001) 135 τελικό της 20.3.2001) καθώς και τις ανακοινώσεις της Επιτροπής για την «Μεταρρύθμιση της Κοινής Αλιευτικής Πολιτικής» («Χάρτης Πορείας») (COM(2002) 181 τελικό της 28.5.2002) και «προς μία ομοιόμορφη και αποτελεσματική εφαρμογή τής Κοινής Αλιευτικής Πολιτικής» (COM(2003) 130 τελικό της 21.3.2003).

Στην τελευταία ανακοίνωση, δηλώθηκε ότι θα αναλαμβανόταν μία μελέτη σκοπιμότητας από την Επιτροπή πριν την υποβολή της πρότασης για την ίδρυση της ΚΥΕΑ. Μετά τα συμπεράσματα των αντιπροσώπων των κρατών μελών οι οποίοι συνεδρίασαν σε επίπεδο αρχηγών κρατών ή κυβερνήσεων στις 13 Δεκεμβρίου 2003, είναι αναγκαίο να υποβληθεί η πρόταση χωρίς το όφελος που προκύπτει από τη μελέτη σκοπιμότητας. Η μελέτη πρέπει ωστόσο να πραγματοποιηθεί προκειμένου να καθορισθεί η βέλτιστη οργάνωση για τα επιχειρησιακά καθήκοντα και τη δομή της ΚΥΕΑ. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή επιφυλάσσεται του δικαιώματος να τροποποιήσει το δημοσιονομικό δελτίο υπό το φως των συμπερασμάτων της μελέτης.

Με την επιφύλαξη των ανωτέρω, έχει αναληφθεί η εκπόνηση αξιολόγησης των επιπτώσεων που καλύπτει επίσης ειδικές απαιτήσεις αξιολόγησης εκ των προτέρων (ex ante) του δημοσιονομικού κανονισμού και των κανόνων εφαρμογής του, η οποία επισυνάπτεται στην πρόταση. Η προαναφερόμενη μελέτη σκοπιμότητας θα χρησιμοποιηθεί για τον προσδιορισμό των συγκεκριμένων αποτελεσμάτων τα οποία αναμένονται και για τον προσδιορισμό κατάλληλων δεικτών που απαιτούνται για τη μέτρησή τους καθώς και για την εξέταση των πτυχών της πρότασης που αφορούν τη σχέση κόστους-αποτελεσματικότητας.

5.1.3 Μέτρα μετά την εκ των υστέρων (ex post) αξιολόγηση

Τα μέτρα επεξηγούνται λεπτομερώς στην αξιολόγηση επιπτώσεων και στην αξιολόγηση εκ των προτέρων (ex ante) που επισυνάπτονται στην πρόταση. Ιδιαίτερα, μπορούν να αναφερθούν οι αξιολογήσεις του συστήματος παρατηρητών NAFO (FISH/2002/03) καθώς και του συστήματος χρηματοδοτικής συμμετοχής σε δαπάνες ελέγχου που αναλαμβάνονται από κράτη μέλη ((FISH 2002/10 and 2002/12).

5.2 Σχεδιαζόμενες δράσεις και λεπτομέρειες υλοποίησης της δημοσιονομικής παρέμβασης

5.2.1. Γενικός συντονισμός και ενημέρωση

Η οργάνωση του επιχειρησιακού συντονισμού θα απαιτήσει την ίδρυση ενός Κέντρου Παρακολούθησης της Αλιείας (ΚΠΑ) για την εφαρμογή ενός ολοκληρωμένου συστήματος ενημέρωσης στον τομέα της παρακολούθησης, της επιθεώρησης και της εποπτείας. Ορισμένα από τα καθήκοντα τα οποία θα εκτελεστούν από το εν λόγω ΚΠΑ τα έχει αναλάβει επί του παρόντος η Επιτροπή.

5.2.2 Επιχειρησιακός συντονισμός

Βασικό καθήκον της ΚΥΕΑ θα είναι η διευκόλυνση της συνεργασίας και του συντονισμού μεταξύ των κρατών μελών όσον αφορά την επιθεώρηση και εποπτεία μέσω της δημιουργίας μιας Κοινής Δομής Επιθεώρησης. Αυτό αποτελεί βασικά ένα νέο καθήκον παρά το γεγονός ότι περιλαμβάνει ορισμένα καθήκοντα τα οποία εκτελούνται επί του παρόντος από την Επιτροπή.

Οι πληθυσμοί που αποτελούν αντικείμενο της Κοινής Δομής Επιθεώρησης είναι τα κράτη μέλη και οι αλιείς. Ο ιδιαίτερος στόχος της δημιουργίας μιας Κοινής Δομής Επιθεώρησης είναι η ομοιόμορφη και αποτελεσματική εφαρμογή των μέτρων διατήρησης μέσω της διοργάνωσης μιας κοινής ανάπτυξης των εθνικών μέσων επιθεώρησης και εποπτείας που έχουν τεθεί από κοινού από τα κράτη μέλη.

Η Κοινή Δομή Επιθεώρησης θα αφορά κοινές δραστηριότητες επιθεώρησης και εποπτείας, οι οποίες θα αναλαμβάνονται με βάση κοινά σχέδια ανάπτυξης μέσων στο πλαίσιο εφαρμογής ειδικών προγραμμάτων παρακολούθησης, σκοπός των οποίων είναι η αποτελεσματική εφαρμογή σχεδίων αποκατάστασης για ορισμένα αποθέματα τα οποία έχουν θεσπιστεί από το Συμβούλιο. Ένα ειδικό πρόγραμμα Παρακολούθησης, Ελέγχου και Εποπτείας (ΠΕΕ) θα υποβληθεί από την Επιτροπή κατόπιν αιτήσεως δύο ή περισσοτέρων κρατών μελών ή κατόπιν δικής της πρωτοβουλίας. Τα κοινά σχέδια ανάπτυξης μέσων που καταρτίζονται από την ΚΥΕΑ θα εφαρμόζονται σε τύπους αλιείας στους οποίους συμμετέχουν στόλοι που ανήκουν σε διάφορα κράτη μέλη.

Η Κοινή Δομή Επιθεώρησης θα καλύπτει ορισμένα καθήκοντα συντονισμού που εκτελούνται από την Επιτροπή, όπως είναι στο πλαίσιο της NAFO [28]/NEAFC [29] σε διεθνές επίπεδο. Ωστόσο, λόγω του ό,τι τα καθήκοντα αυτά δεν έχουν θεωρηθεί ως καθήκοντα προτεραιότητας, καλύπτονται ανεπαρκώς, από τις Υπηρεσίες της Επιτροπής. Τα καθήκοντα αυτά θα εκτελεσθούν καλύτερα και αποτελεσματικότερα από την ΚΥΕΑ, η οποία θα είναι επίσης σε θέση να αντιμετωπίσει τις μελλοντικές απαιτήσεις συντονισμού σε διεθνή ύδατα (ICCAT [30], IOTC [31], κλπ.) ή συγκεκριμένα προγράμματα ΠΕΕ για αποθέματα σε κοινοτικά ύδατα τα οποία διατρέχουν κίνδυνο. Η Κοινή Δομή Επιθεώρησης θα συμβάλει στο συντονισμό και στην οργάνωση επιχειρησιακών δραστηριοτήτων που αναλαμβάνονται από τις αρμόδιες εθνικές αρχές.

[28] Οργάνωση Αλιείας ΒΔ Ατλαντικού (NAFO).

[29] Επιτροπή Αλιείας ΒΑ Ατλαντικού (NEAFC).

[30] Διεθνής Επιτροπή για τη Διατήρηση του Τόνου του Ατλαντικού, ICCAT.

[31] Επιτροπή Τόνου Ινδικού Ωκεανού, IOTC.

5.2.3 Άλλα καθήκοντα υποστήριξης του συντονισμού

Η ΚΥΕΑ θα εκτελεί επίσης καθήκοντα υποστήριξης με στόχο την περαιτέρω συνεργασία και τον συντονισμό μεταξύ των κρατών μελών στον τομέα της επιθεώρησης και εποπτείας. Στα καθήκοντα αυτά περιλαμβάνονται:

(1) η κατάρτιση εθνικών εκπαιδευτών

(2) οι κοινές προμήθειες όσον αφορά τις δραστηριότητες παρακολούθησης, ελέγχου και εποπτείας. Ανάπτυξη επιχειρησιακών διαδικασιών, τεχνικές εργασίες και συμβουλές καθώς και συντονισμός πιλοτικών έργων (ΣΠΣ [32], ηλεκτρονικά ημερολόγια, κλπ.).

[32] Σύστημα Παρακολούθησης Σκαφών.

Επιπροσθέτως, η ΚΥΕΑ είναι δυνατόν να παρέχει συμβατικές υπηρεσίες σε κράτη μέλη στον τομέα της επιθεώρησης και εποπτείας, συμπεριλαμβανομένης της παροχής παρατηρητών.

Η Επιτροπή διεξάγει επί του παρόντος ορισμένα από τα καθήκοντα αυτά (τεχνική υποστήριξη, ναύλωση σκαφών). Η μεταφορά των καθηκόντων αυτών στην ΚΥΕΑ θα συνεπάγεται κατά περίπτωση μεταφορά θέσεων απασχόλησης.

5.3 Λεπτομέρειες υλοποίησης

Οι στόχοι και η αποστολή της ΚΥΕΑ ως ανεξάρτητου οργανισμού για τη στήριξη της συνεργασίας μεταξύ των κρατών μελών και η ικανότητά της να διαθέτει άμεσα την αναγκαία εμπειρογνωμοσύνη στους τομείς αρμοδιότητάς της, την καθιστά το κατάλληλο κοινοτικό όργανο για την εκτέλεση των βασικών και συναφών καθηκόντων που απορρέουν από τον προτεινόμενο κανονισμό.

Η ΚΥΕΑ θα διασφαλίζει την άμεση διαχείριση των προβλεπόμενων ενεργειών χρησιμοποιώντας τακτικό ή εξωτερικό προσωπικό. Η λεπτομερής δραστηριότητα στους τομείς που αναφέρονται ανωτέρω θα καθορισθεί στο πρόγραμμα εργασίας της ΚΥΕΑ το οποίο θα καταρτίζεται κάθε χρόνο από το Διοικητικό Συμβούλιο σε στενή συνεργασία με την Επιτροπή.

6. ΔΗΜΟΣΙΟΝΟΜΙΚΕΣ ΕΠΙΠΤΩΣΕΙΣ

6.1 Συνολικές δημοσιονομικές επιπτώσεις στο Μέρος Β (για ολόκληρη την περίοδο προγραμματισμού)

Το κόστος της παρέμβασης αυτής από την Υπηρεσία υπολογίζεται με την άθροιση των μεμονωμένων δαπανών σε ετήσια βάση, αρχής γενομένης από το 2006, όταν η Υπηρεσία τεθεί σε λειτουργία.

Οι δαπάνες υπολογίζονται με βάση συνολικό προσωπικό 38 ατόμων κατά το πρώτο έτος το οποίο θα ανέλθει σε 49 το δεύτερο έτος. Οι δαπάνες είναι υψηλότερες κατά το πρώτο έτος κυρίως λόγω των δαπανών που αφορούν την ίδρυση του ΚΠΑ.

Η μεταβίβαση του καθήκοντος που έχει αναληφθεί από την Επιτροπή για τη ναύλωση σκάφους επιθεώρησης για περιπολίες στην περιοχή διακανονισμού της NAFO και της NEAFC θα έχει ως αποτέλεσμα την εξοικονόμηση 2,5 εκατ. ευρώ. Η μεταβίβαση της ευθύνης στα κράτη μέλη για την τοποθέτηση παρατηρητών επί των σκαφών που ασκούν δραστηριότητες στη ζώνη διακανονισμού της NAFO, η οποία προβλέπεται για το 2004, θα έχει ήδη ως αποτέλεσμα την εξοικονόμηση 3,0 εκατ. EUR.

Τα ποσά αυτά δεν θα μεταφερθούν στον προϋπολογισμό της ΚΥΕΑ δεδομένου ότι τα εν λόγω καθήκοντα θα τεθούν υπό την αρμοδιότητα των κρατών μελών. Ωστόσο, δείχνουν ότι η συνολική διαδικασία που προβλέπεται στη μεταρρύθμιση της ΚΑλΠ, η οποία αφορά τον επανακαθορισμό των αρμοδιοτήτων, των οποίων η Κοινή Δομή Επιθεώρησης και η ΚΥΕΑ θα αποτελέσουν αναπόσπαστο μέρος, δεν θα έχει ως αποτέλεσμα την αύξηση του κοινοτικού προϋπολογισμού.

Επιπροσθέτως, 3 θέσεις απασχόλησης θα μεταφερθούν από την Επιτροπή για καθήκοντα τα οποία επί του παρόντος εκτελούνται από την Επιτροπή, αλλά τα οποία θα αναληφθούν στο μέλλον από την ΚΥΕΑ (βλ. 6.2 (α)). Κατά συνέπεια, θα υπάρξει μείωση των διοικητικών δαπανών της Επιτροπής.

6.1.1 Δημοσιονομική παρέμβαση

ΠΑΥ σε εκατ. EUR (μέχρι τρίτου δεκαδικού)

>ΘΕΣΗ ΠIΝΑΚΑ>

6.2. Υπολογισμός του κόστους ανά σχεδιαζόμενο μέτρο στο Μέρος B (για ολόκληρη την περίοδο προγραμματισμού) [33]

[33] Για περισσότερες πληροφορίες, βλέπε τη χωριστή αιτιολογική έκθεση.

(α) Ανθρώπινοι πόροι

Ο αριθμός του προσωπικού εκτιμάται σε 49. Η εκτίμηση αυτή στηρίζεται στην εμπειρία που αποκτήθηκε όσον αφορά το έργο που πραγματοποιήθηκε μέχρι σήμερα στον τομέα της επιθεώρησης και εποπτείας της αλιείας και στη σύγκριση με άλλους οργανισμούς (όπως είναι ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Ασφάλειας της Αεροπορίας, ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Ασφάλειας της Ναυσιπλοΐας και ο Ευρωπαϊκός Σιδηροδρομικός Οργανισμός για την Ασφάλεια και στη Διαλειτουργικότητα).

Ο προσωπικό θα αποτελείται από 9 αποσπασμένους υπαλλήλους της Επιτροπής, 6 από τους οποίους θα εκτελούν βασικά διαχειριστικά και διοικητικά καθήκοντα καθώς και 3 υπαλλήλους (1 Α και 2 Β) σε θέσεις που έχουν μεταφερθεί από την Επιτροπή και οι οποίοι θα ασκούν καθήκοντα τα οποία στο μέλλον να αναληφθούν από την ΚΥΕΑ.

Θα προσληφθούν συμβασιούχοι υπάλληλοι προκειμένου να πληρώσουν τις υπόλοιπες θέσεις (40). Κατά τη διαδικασία πρόσληψης των υπαλλήλων αυτών, θα πρέπει να ληφθεί υπόψη η ανάγκη εξεύρεσης προσωπικού για την εκτέλεση διαχειριστικών και διοικητικών καθηκόντων καθώς επίσης και εμπειρογνωμόνων, οι οποίοι θα διαθέτουν αποδεδειγμένη εμπειρία στον τομέα και οι οποίοι θα γνωρίζουν άριστα τις τελευταίες τεχνικές εξελίξεις.

Οι συνολικές ετήσιες δαπάνες για ανθρώπινους πόρους θα ανέλθουν σε 3,8 εκατ. EUR περίπου κατά το πρώτο έτος και σε 4,1 εκατ. EUR κατά τα επόμενα έτη. Η εκτίμηση αυτή στηρίζεται σε μέσο όρο δαπάνης προσωπικού της Επιτροπής ανά έτος 0,108 εκατ. EUR για αποσπασθέντες/μετατιθέμενους υπαλλήλους και 0,096 εκατ. EUR για το επί συμβάσει προσωπικό. Οι δαπάνες αυτές περιλαμβάνουν δαπάνες κτιρίων καθώς και συναφείς διοικητικές δαπάνες, ταχυδρομικά έξοδα, έξοδα τηλεπικοινωνιών, δαπάνες πληροφορικής, κλπ.) και καλύπτουν δύο συνεδριάσεις ανά έτος του Διοικητικού Συμβουλίου 25 μελών (40 000 EUR ετησίως).

Ανάλυση του προσωπικού ανά τομείς δραστηριότητας και κατηγορία παρέχονται στον κατωτέρω πίνακα.

ΕΚΤΙΜΗΣΗ ΑΝΘΡΩΠΙΝΩΝ ΠΟΡΩΝ - ΑΝΑΛΥΣΗ ΑΝΑ ΤΟΜΕΙΣ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΑΣ ΚΑΙ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ

2006

>ΘΕΣΗ ΠIΝΑΚΑ>

* θέση που πληρούται από επί συμβάσει υπαλλήλους

** περιλαμβάνει μία θέση η οποία πληρούται από επί συμβάσει υπάλληλο

2007 ΚΑΙ ΕΠΟΜΕΝΑ ΕΤΗ

>ΘΕΣΗ ΠIΝΑΚΑ>

(β) Δαπάνες εξοπλισμού

Οι βασικές δαπάνες από απόψεως εξοπλισμού θα αφορούν υλικό ηλεκτρονικών υπολογιστών που είναι αναγκαίο για την ίδρυση του ΚΠΑ. Εκτιμάται ότι το υλικό αυτό, μαζί με τις δαπάνες εγκατάστασης, προγραμματισμού του, κλπ. θα ανέλθει σε 1 εκατ. EUR κατά το πρώτο έτος.

(γ) Λειτουργικές δαπάνες

- Δημοσιεύσεις: Για τη δημοσίευση των εκθέσεων της Υπηρεσίας έχει προγραμματισθεί ποσό 20 000 EUR από το δεύτερο έτος και μετέπειτα.

- Μετάφραση: Για την περικοπή των δαπανών και του χρόνου που απαιτείται για τη μετάφραση, η εσωτερική εργασία της Υπηρεσίας και τα έγγραφα για την Επιτροπή θα διατίθενται μόνο σε μία από τις γλώσσες εργασίας. Ωστόσο, τα έγγραφα προς και από τα κράτη μέλη θα πρέπει να μεταφράζονται. Το κόστος των μεταφράσεων αυτών θα πρέπει να προσαρμόζεται υπό το φως της εμπειρίας. Έχει προγραμματισθεί ποσό 40 000 EUR από το δεύτερο έτος και μετέπειτα (20 000 EUR για το πρώτο έτος).

- Συνεδριάσεις: Εκτιμάται ότι θα διεξάγονται 6 περίπου συνεδριάσεις εμπειρογνωμόνων των κρατών μελών (10 άτομα) προκειμένου να βοηθήσουν στην κατάρτιση και στην παρακολούθηση σχεδίων ανάπτυξης μέσων. Ποσό 60 000 EUR έχει προγραμματισθεί για το πρώτο έτος, το οποίο θα αυξηθεί σε 120 000 EUR για τα επόμενα έτη.

- Ορισμένα από τα καθήκοντα που θα εκτελούνται από την Υπηρεσία θα απαιτούν επισκέψεις στα κράτη μέλη ή στην Επιτροπή. Επιπροσθέτως, είναι αναγκαίο να υπάρξει πρόβλεψη για αποστολές εκτός της Κοινότητας για την παρακολούθηση, επί παραδείγματι, συνεδριάσεων, περιφερειακών οργανώσεων διαχείρισης της αλιείας (NAFO, ICCAT κλπ.). Το κόστος των αποστολών αυτών εκτιμάται σε 30 000 EUR κατά το πρώτο έτος και θα αυξηθεί σε 40 000 EUR κατά τα επόμενα έτη.

Εκτιμάται ότι οι λειτουργικές δαπάνες θα ανέλθουν σε 110 000 EUR κατά το πρώτο έτος και θα αυξηθούν σε 220 000 EUR κατά τα επόμενα έτη.

7. ΕΠΙΠΤΩΣΕΙΣ ΣΤΟ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟ ΚΑΙ ΣΤΙΣ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΕΣ ΔΑΠΑΝΕΣ

7.1. Επιπτώσεις στους ανθρώπινους πόρους

>ΘΕΣΗ ΠIΝΑΚΑ>

Θα υπάρξει εξοικονόμηση για τον διοικητικό προϋπολογισμό της Επιτροπής σε σχέση με τις μεταφερόμενες θέσεις και τους αποασμένους υπαλλήλους 0,9 εκατ. EUR περίπου.

7.2 Συνολικές δημοσιονομικές επιπτώσεις των ανθρώπινων πόρων

(α) 2006

>ΘΕΣΗ ΠIΝΑΚΑ>

(α) 2007 και επόμενα έτη

>ΘΕΣΗ ΠIΝΑΚΑ>

7.3 Άλλες δαπάνες διοικητικής λειτουργίας που απορρέουν από τη δράση

>ΘΕΣΗ ΠIΝΑΚΑ>

Τα ποσά αντιστοιχούν στις συνολικές δαπάνες για 12 μήνες.

(1) Να προσδιορισθεί το είδος κάθε επιτροπής καθώς και η ομάδα στην οποία ανήκει.

>ΘΕΣΗ ΠIΝΑΚΑ>

8. ΕΠΑΚΟΛΟΥΘΑ ΜΕΤΡΑ ΚΑΙ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ

Η ΚΥΕΑ, σύμφωνα με τον ιδρυτικό κανονισμό της, θα πρέπει να συντάσσει κάθε έτος γενική έκθεση σχετικά με τις δραστηριότητές της του προηγούμενου έτους η οποία διαβιβάζεται στα κράτη μέλη, στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, στο Συμβούλιο και στην Επιτροπή. Η έκθεση αυτή θα παρουσιάζει όλες τις εγκεκριμένες δράσεις που αναλήφθηκαν από την ΚΥΕΑ και θα παρέχει στοιχεία για την αξιολόγηση δράσεων που αναλήφθηκαν στο πλαίσιο της προτεινόμενης αναθεώρησης του κανονισμού της Υπηρεσίας.

Αναφορικά με την εφαρμογή της Κοινής Δομής Επιθεώρησης καθώς και τα άλλα λειτουργικά καθήκοντα της ΚΥΕΑ, εκπονείται μελέτη προκειμένου να καθορισθεί ο βέλτιστος ρόλος της ΚΥΕΑ.

Μια ανεξάρτητη εξωτερική αξιολόγηση σχετικά με την εφαρμογή του προτεινόμενου κανονισμού πρόκειται να εκπονηθεί εντός τριών ετών από την ημερομηνία ανάληψης των καθηκόντων της ΚΥΕΑ. Μετά την αρχική αυτή αξιολόγηση της εναρκτήριας φάσεως, οι δραστηριότητες της ΚΥΕΑ θα αξιολογούνται κάθε πέντε έτη τουλάχιστον.

9. ΜΕΤΡΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΑΤΑΠΟΛΕΜΗΣΗ ΤΗΣ ΑΠΑΤΗΣ

Για την καταπολέμηση της απάτης, της διαφθοράς και άλλων παράνομων δραστηριοτήτων, οι διατάξεις του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1073/1999 εφαρμόζονται χωρίς περιορισμούς στην Υπηρεσία, η οποία επίσης θα πρέπει να προσχωρήσει στη διοργανική συμφωνία της 25ης Μαΐου 1999 σχετικά με τις εσωτερικές έρευνες εκ μέρους της OLAF και να εκδώσει αμελλητί τις κατάλληλες διατάξεις προς το προσωπικό της.

COMMISSION STAFF WORKING PAPER - PROPOSAL FOR A COUNCIL REGULATION ESTABLISHING A COMMUNITY FISHERIES CONTROL AGENCY - IMPACT ASSESSMENT AND EX ANTE EVALUATION {COM(2004)289 final}

COMMISSION STAFF WORKING PAPER - PROPOSAL FOR A COUNCIL REGULATION ESTABLISHING A COMMUNITY FISHERIES CONTROL AGENCY - IMPACT ASSESSMENT AND EX ANTE EVALUATION

Title of proposal

Proposal for a Regulation of the Council establishing a Community Fisheries Control Agency.

Document reference number

COM(2004)289 final

1. the problem of weak control and enforcement in fisheries

1.1. Identifying the problem

The Green Paper on the reform of the Common Fisheries Policy (CFP) sets out inter alia problems in the area of control and enforcement of the rules of the Common Fisheries Policy (CFP) by Member States.

The Commission launched, on the basis of the Green Paper, a wide consultation with all interested parties. A public hearing was held by the Commission in Brussels in June 2001. Over 300 comments on the Green Paper were submitted to the Commission, from Member States, regional and local authorities, government agencies, the fishing, processing and aquaculture industries, recreational fishermen, non-governmental organisations dealing with environment and development policies and other interested parties [34].

[34] The consultation revealed a widespread support for the need for a substantial reform of existing policy instruments in order to improve conservation of resources, for greater stakeholder involvement and for a more level-playing field with respect to control and enforcement.

Several debates took place in the Fisheries Council during 2001 on the basis of the Green Paper. The European Parliament adopted in January 2002 a resolution calling for "a fisheries policy based on rational and responsible management of resources which has as its rationale the preservation of fish stocks and the maintenance of the way of life of those traditionally dependent on the sea and preserves the fundamental principle which derives from these objectives, namely relative stability; a policy which facilitates a fair and equitable regime for distributing fisheries resources tailored to the specific needs of fisheries dependent regions and which is impartial, stable, enforceable and under Community control". The Economic and Social Committee and the Committee of Regions also issued opinions following the publication of the Green Paper.

The debate on the future of the CFP not only revealed more clearly the shortcomings and internal systemic weaknesses of the Common Fisheries Policy, such as poor enforcement, the lack of a multi-annual management perspective, fleet over-capacity and insufficient stakeholder involvement, but also the external challenges that the Community will need to address over the coming years resulting from new trends in world fisheries.

1.2. Causes of the weaknesses

Major causes for the weaknesses in control and enforcement are the different practices, priorities, inspection procedures and inspection strategies between Member States. The use of means of inspection and surveillance is optimised on national level sometimes between fisheries duties and non-fishery duties. As a consequence gaps occur at Community level from which fishing vessels may profit. In certain cases, these problems are compounded by a lack of means of inspection and surveillance and/or poor enforcement action as follow-up of infringements.

Control and enforcement under the CFP appears disjointed on the level of the Community. The fishermen regard fragmented control and enforcement as unfair competition between fleets of different nationality and as a lack of equal treatment between Community fishing vessels.

1.3. Detrimental effect on fish stocks

The debate on the future of the CFP also showed a broad consensus that the current policy is incapable of reversing the increasing threats to important fish stocks and of providing economic sustainability to the fisheries sector.

Deficiencies in the implementation of the rules of the CFP undermine the conservation of fish stocks. The Commission has tabled reports [35] describing the effects of weaknesses in control and enforcement under the CFP. Scientific reports mention for example that less than half of the catches of species from certain stocks is officially recorded and reported. Ineffective implementation of the rules of the CFP jeopardises the sustainability of several stocks.

[35] COM(96) 100 final. Premier rapport de la Commission sur le contrτle de la pκche COM(96) 363 final. Rapport sur l'application du rιgime communautaire de la Pκche et de l'Aquaculture COM(97)226 final. Monitoring the CFP 1995 ISBN 92-894-0915-0. Report on the implementation of the Community system for fisheries and aquaculture 1993-2000

1.4. Past experiences of co-operation and co-ordination

There have been examples of joint action by Member States in respect of inspection and surveillance of cod fisheries in the North Sea and the Baltic. Ad hoc arrangements have existed for the deployment of inspection vessels in NEAFC [36]. These initiatives have demonstrated that joint efforts can work. However, in practice the operational effectiveness is undermined because of the lack of structure at Community level. Experiences in NEAFC have shown that there needs to be an objective basis upon which Member States should provide inspection means to the common pool [37].

[36] North East Atlantic Fisheries Commission

[37] Commission working paper of 23.01.2003 on the implementation of Ad Hoc Arrangements for the operation of the NEAFC Control Scheme 2001

The organisation of the NAFO [38] observer scheme as well as the chartering of an inspection vessel by the Commission have clearly demonstrated the efficiency and cost effectiveness of undertaking such tasks at a Community level. [39] By having one 'Community' observer provider it is possible to switch observers between vessels of different Member States as the need arises. This flexibility would be lost if each Member State were to have its own observer provider. The deployment of a single inspection vessel reduces the steaming time lost in reaching the fishing grounds from Europe and ensures a continual presence in the area. Furthermore it plays an important role for the deployment and retrieval of observers.

[38] Northwest Atlantic Fisheries Organisation

[39] Report FISH/2002/03 by Poseidon Aquatic Resource Management on 'Evaluation of the NAFO Observer Scheme'.

In the framework of the reform of the CFP in Article 23, 24, 25 and 28 of Council Regulation (EC) No 2371/2002 of 20 December 2002 on conservation and sustainable exploitation of fisheries resources under the Common Fisheries Policy [40] ('framework regulation) the respective roles of the Commission and Member States have been clearly defined. As a consequence the responsibility for undertaking tasks such as those outlined above, which are not core tasks of the Commission, is being handed to Member States. Although the Commission will no longer be involved the co-ordination of these activities they would be carried out more effectively at a Community level.

[40] (O.J. L 358 of 31.12.2003

1.5. Summary of the weaknesses to be addressed

The increasingly poor state of certain fish stocks is not only a matter of concern from an environmental or ecological perspective. The resulting decline in fishing possibilities is also undermining the economic sustainability of the fisheries sector. This in turn will have an adverse social impact in regions of the Community where alternative possibilities for economic activity are limited.

It is necessary to develop a longer term perspective through multi-annual management measures, which can lead to a greater equilibrium between fishing capacity and the stocks available. It is essential that stakeholders are fully implicated in the overall process as they will contribute their expertise to the debate and through a closer involvement in the problem-solving process will have a greater commitment to the solutions proposed.

The measures will need to be underpinned by improvements in enforcement and the uniform application of control measures. The achievement of a 'level playing field' will be an important element as far as establishing the legitimacy of the measures is concerned. Co-operation between Member States and the co-ordination of their inspection and control activities will therefore be a necessity.

2. Identifying Solutions

2.1. Implementation of the Action Plan for the reform of the CFP

The Commission's action plan for the reform of the CFP and its implementation was presented in the Communication on the reform of the Common Fisheries Policy ("Roadmap") [41].

[41] COM(2002) 181 final of 28.5.2002

This Communication proposed, in addition to a new regulatory framework for control and enforcement, the following initiatives:

* An Action plan for co-operation in enforcement listing actions to be implemented jointly by the competent authorities in the Member States and the Commission; and

* In addition, following a feasibility study to be carried out in co-ordination with the Member States, a proposal from the Commission for a Joint Inspection Structure at Community level.

The Communication from the Commission to the Council and the Parliament "towards uniform and effective implementation of the Common Fisheries Policy" [42] gives effect to the above initiatives listed in the "Road map". The concept of a Joint Inspection Structure based on a Community Fisheries Control Agency was set out in this Communication as well as a proposal to carry out a study on the feasibility of the implementation of this concept.

[42] COM (2003) 130 final of 21.3.2003

This Communication has been discussed in the Council and the European Parliament. It has also been discussed with the industry in the Consultative Committee (ACFA). The concept of a Joint Inspection Structure based on a Community Fisheries Control Agency received wide support not only from the Council and the Parliament but also from the fishing industry.

2.2. Sustainable fisheries

In Article 2 of Regulation (EC) No 2371/2002 the objectives for the CFP are set down, which include the provision of sustainable exploitation of fisheries. In this regard a number of possible measures are identified in Article 4 such as recovery plans, to be adopted for fisheries exploiting stocks outside safe biological limits (Article 5) and management plans to be adopted in order to maintain stocks within safe biological limits (Article 6).

A number of stocks are outside safe biological limits. Recovery measures have been adopted for cod and hake and the Commission has proposed recovery measures for a number of other stocks. Weaknesses in control and enforcement of the rules of the CFP are one of the causes for the depletion of these stocks. It is imperative for the sustainable exploitation of these stocks that they are brought back within safe biological limits.

In order to effectively implement recovery or management plans it is necessary to develop common strategies for fisheries involving two or more Member States, in order to ensure that there is an equitable allocation and rational organisation of resources.

2.3. Feasibility Study

At the time of the adoption of the Decision (2004/97/EC, Euratom) taken by common agreement between the representatives of the Member States, meeting at Head of State or Government level on 13 December 2003 on the location of the seats of certain offices and agencies of the European Union [43], the representatives welcomed the intention of the Commission to submit before the end of March 2004, a proposal on the establishment of a Community Fisheries Control Agency (CFCA).

[43] OJ L 29 of 3.2.2004, p. 15

Consequently it is necessary to make the proposal on the establishment of the CFCA without the benefit of the feasibility study that was foreseen in accordance with the above Communication described in paragraph 2.1.

The study must still take place in order to determine the optimal organisation for the operational functions and structure of the CFCA. The final report will be available in September 2004. Therefore the Commission reserves the right to modify the financial perspectives in the light of the conclusions of the study.

3. Available Policy Options

3.1. Organisation of co-operation through an Agency

In accordance with Regulation (EC) N° 2371/2002 Member States are responsible for control and enforcement. Member States have to cooperate with each other and to coordinate their inspection and surveillance activities.

It has been observed by the Commission's inspectors that in particular in Member States where several authorities are involved in control and enforcement of the rules of the CFP coordination between these authorities is often a difficult issue in practice. Even where coordination is based on clear rules the arrangements agreed do not offer in all cases sufficient flexibility to respond to the operational challenges of fisheries enforcement. Moreover, efforts made by Member States are not always matched by other Member States having different priorities and practices.

Therefore, the organisation of operational coordination of inspection and surveillance activities and cooperation carried out by Member States requires a Community mechanism based on an Agency which functions as a permanent platform ensuring operational cooperation and coordination between Member States. This mechanism will be activated in all cases where it is opportune for the achievement of Community objectives.

Since the Commission is responsible for control of the application of the rules of the CFP by Member States (control of control), it should not get involved in operational coordination of national means of inspection and surveillance. An Agency, as an independent Community body, is therefore the appropriate solution for assisting Member States to comply with their obligations under the CFP in the area of control and enforcement notably the obligations to cooperate between them and to coordinate the inspection and surveillance activities. The CFCA will assist national authorities in organising a rational deployment of pooled national means of inspection and surveillance in accordance with Community objectives, benchmarks, priorities and uniform inspection procedures.

The direct involvement of the Commission is not compatible with the CFP and informal, ad hoc arrangements between Member States do not provide a sufficiently effective alternative. The preferred solution of an Agency ensures that Member States fulfil their responsibilities whilst providing a coherent Community framework to facilitate cooperation and coordination between them.

The CFCA Staff will dispose of a unique expertise in the field of the implementation of the CFP. These skills should be exploited to the benefit of the Commission and the Member States.

Member States should also review their tasks concerning the implementation of the CFP. It may be beneficial if the CFCA were to carry out certain of these tasks. For example, training manuals concerning enforcement of the rules of the CFP may be drawn up by the CFCA and the organisation of inspection and surveillance activities in international waters may be better performed jointly by the CFCA than individually by each of the flag Member States concerned.

3.2. Alternative options

Alternative solutions based on voluntary cooperation between Member States and mutual cooperation between Member States without the support of an Agency do not offer sufficient guarantees for consistent and lasting results in terms of effective operational coordination of rational deployment of national means of inspection and surveillance.

For Member States to operate individually is costly and wasteful of resources. Sometimes there may be duplication of effort and on other occasions an absence of inspection and surveillance means. By organising deployment at a Community level a better spread of deployment will be achieved, thus creating a wider coverage. Value can also be added through the joint procurement and chartering of vessels. In this regard the experience of NAFO has been very positive where the selection of an inspection vessel through an open call for tender offers a value-for-money solution.

Moreover, options for control and enforcement undertaken by the Commission directly are not compatible with its role laid down in the reformed CFP. The Commission has assumed in the last decade tasks in the area of operational inspection and surveillance activities in international waters in order to ensure compliance with the Community's international obligations. These tasks do not correspond with its core tasks as defined under the reform of the CFP. Accordingly, the Commission is withdrawing from these activities which should be taken over by the flag Member States concerned. The CFCA may assist the Member States in undertaking such activities.

Apart from contradicting the aim of the CFP reform which assigns the responsibility for control clearly to Member States, a direct involvement by the Commission would imply a significant increase in the number of Commission inspectors as well as the acquisition of independent means (ships, aircraft etc.).

However, the setting up of the CFCA cannot be regarded as the solution to all problems. Its effectiveness will depend on the willingness of Member States to provide means for the common pool. By optimisation of the use of existing control means, shortages in means may not be resolved in all areas. Such shortages will, however, be identified by the CFCA when organising the joint deployment of national means. The problem of shortages of means will be compounded by the absence of deterrent sanctions. Member States must ensure that national sanction systems deter recidivism. The lack of deterrence in national sanctions systems must be addressed as a separate issue [44].

[44] Sanctions catalogue provided for in Article 25 (4) of Regulation (EC) No 2371/2003.

With regard to the lack of means available for inspection and surveillance it will be necessary to examine the possibilities for providing assistance to Member States once the current funding scheme for monitoring and control has expired at the end of 2005. The Commission will address this question at a later stage [45].

[45] The Commission has proposed to prolong for two years 2004-2005 the current scheme for financial contribution to control expenditure incurred by Member States

4. Objectives of the Proposal

4.1. Uniform and effective implementation of the CFP

The objective of this proposal is to ensure uniform and effective application of the rules of the CFP. This objective is achieved through the creation of a joint inspection framework and the establishment of the CFCA. Through these measures, the use of existing means of inspection and surveillance may be optimised as to provide the greatest possible contribution to the achievement of uniform and effective application of the rules of the CFP by Member States.

The measures proposed should also match the challenges of the Community lying ahead in the international field. The 'New York' agreement has entered into force and authorises under certain conditions international inspections to which flag States must respond in an efficient manner. The Community has proposed the adoption of international control schemes of mutual inspection in ICCAT [46] and the IOTC [47]. Once adopted the Community has to respond to its obligations. Moreover, a coordinated systematic approach needs to be taken in respect of illegal, unreported and unregulated (IUU) fishing activities.

[46] International Commission for the Conservation of Atlantic Tuna

[47] Indian Ocean Tuna Commission

From the point of view of the fishing industry an important objective is the establishment of a level playing field. This will restore the confidence of the industry in the inspection structures generally and prevent unfair competition.

4.2. Joint Inspection Framework

The objective of the Joint Inspection Framework (JIF) is to establish rules for operational cooperation and coordination between Member States in the area of inspection and surveillance.

Member States are responsible for inspection and enforcement under the CFP. In the exercise of these duties, they have to cooperate with each other and with third countries and to coordinate their control and enforcement activities. The Commission is responsible for evaluation and control of the application of the rules of the CFP by Member States.

The JIF mechanism will not change the basic responsibilities of Member States and the Commission under the CFP. It will be activated on request of two Member States concerned or by the Commission on its own initiative in cases where the implementation of these rules is considered opportune at Community level.

5. Description of the proposal

5.1. Specific Monitoring, Control and Surveillance (MCS) Programmes

The basis for the application of the JIF will be the Specific Monitoring, Control and Surveillance (MCS) Programme. Such programmes are provided for at present in Article 34c of Council Regulation (EEC) No 2847/93 establishing a control system applicable to the common fisheries policy [48] ('control regulation'). On the occasion of the reform of the CFP the main provisions governing control, inspection and enforcement were inserted in Council Regulation (EC) No 2371/2002 ('framework regulation). It was decided that the control regulation should remain in force until all the necessary implementing provisions have been adopted. It is appropriate to insert the provisions on Specific MCS Programmes in the proposal as they will be the cornerstones for the main activity of the CFCA.

[48] OJ L 261, 20.10.1993, p.1

Through the adoption of Specific MCS Programmes the Commission may fix benchmarks for the intensity of inspections, common inspection priorities and uniform inspection procedures. These programmes set the Community reference basis for the rational organisation by the Agency of the deployment of pooled national means by the national competent authorities

5.2. Establishment of a Community Fisheries Control Agency (CFCA)

The implementation of the JIF rules will be ensured by the establishment of the CFCA charged with the organisation of operational coordination of inspection and surveillance activities by Member States The CFCA has to optimise the deployment of pooled national means of inspection and surveillance in the interest of the Community.

The above mechanism is needed to balance interests of individual Member States against the collective interest to ensure proper control and enforcement of the rules of the CFP in areas where their fishing fleets exploit jointly fish stocks subject to conservation and control measures adopted by the Community. Moreover, this mechanism will allow the cost/benefit ratio of deployment strategies for national means of inspection and surveillance to be optimised at Community level.

The CFCA will be a new body performing tasks that hitherto not been undertaken except on an occasional ad hoc basis. None of the tasks currently undertaken by the Commission will be transferred to the CFCA, with the exception of certain limited non-core tasks, such as the co-ordination of deployment of Member States' inspection vessels in NEAFC or the chartering of an inspection vessel for NAFO patrols. The aim of setting up the CFCA is not to externalise Commission tasks but to establish a structure for co-operation between Member States and the co-ordination of the deployment of their inspection and surveillance means.

5.3. Proposed structure of the CFCA

5.3.1. Outline of tasks

The structure and function of the CFCA is defined by the tasks that are designated to it and the need to carry out these tasks with optimal effectiveness and efficiency. The tasks can be summarised as follows:

* organise operational cooperation between Member States in connection with inspection and surveillance activities through proposed, prepared and implemented Joint Deployment Plans together with the establishment of a Fisheries Monitoring Centre (FMC) and the annual evaluation of JDP effectiveness.

* provision of assistance to Member States through training programmes, joint procurement of goods and services and assistance with joint operational procedures

* provision of contractual services to Member States including chartering and staffing of surveillance platforms for which repayment will be levied on the Member State.

5.3.2. Joint Deployment Plans

The central concept is that of the joint deployment plan (JDP) as the primary mechanism for pooling the means of inspection for more uniform and effective deployment. The JDP must relate to the priorities of the Community, rather than the priorities of each Member State which is the current situation. As such, each JDP, which can involve two or more Member States, will be centred on a stock for which specific monitoring programmes have been adopted by the Commission, such as cod or hake for example.

The fact that each JDP is centred on a specific fishery means that there are very particular questions and information requirements to be referred to the participating Member States and also to the CFCA. These questions and needs will have great implications for the structure and formation of the Agency. The basis for the establishment of the JDP is a specific monitoring programme, in which the Commission sets benchmarks and priorities.

The Agency needs, therefore, to be defined both from the top, in terms of what it is required in order to serve the policy objectives, and also from the bottom up, in terms of how it will need to function to operate a new, fishery-centred mechanism in relation to the larger, triangular, institutional structure with the Commission and the Member States.

An overview of the structure of the JIF is shown in the chart below.

>ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΕ ΓΡΑΦΗΚΟ>

Indicative Structure and relationships of the Joint Inspection Framework

5.3.3. Other co-ordination tasks

In addition to the development of a JDP in respect of the specific MCS programme for cod and hake a first priority of the CFCA will be to organise joint deployment of inspection means in NEAFC and NAFO. For the latter task the CFCA would provide support through the chartering of a patrol vessel on behalf of the Member States which are concerned with the fisheries in question.

Subsequently the CFCA will need to broaden its tasks to cover joint inspection and surveillance in other fisheries in international waters (ICCAT and IOTC).

In order to co-ordinate effectively the means of Member States and direct such means to priority areas it will be necessary to develop a Fisheries Monitoring Centre (FMC) within the CFCA, to implement an integrated monitoring, inspection and surveillance communication system.

In addition, the CFCA would need to develop common operational procedures, training courses for national trainers, joint procurement and co-ordination of pilot projects for VMS, electronic logbooks etc.

5.4. Consultation with stakeholders

A certain degree of stakeholder consultation has taken place, firstly in 2001 on the basis of the Green Paper. In addition to debates in Council and Parliament a public hearing was also held, which allowed regional and local authorities, government agencies, the fishing, processing and aquaculture industries, recreational fishermen, non-governmental organisations to express their views.

More specifically, the Communication from the Commission to the Council and the Parliament "towards uniform and effective implementation of the Common Fisheries Policy", which gives effect to the initiatives listed in the "Road map" was discussed in the Council and the European Parliament as well as with the industry in the Consultative Committee (ACFA). The concept of a Joint Inspection Structure based on a Community Fisheries Control Agency, which was explained in this Communication, received wide support not only from the Council and the Parliament but also from the fishing industry.

It was intended that the feasibility study would permit a wide stakeholder consultation prior to the proposal being drawn up. The study will still take place however, in order to determine the optimal organisation for the operational functions and structure of the CFCA. As originally foreseen, the consultants undertaking the study will conduct a wide consultation of the various parties involved. These will include representatives of local and national administrations or agencies involved in control and enforcement, as well as of fishermen and other interested parties.

6. Impact of the proposed measures

6.1. Sustainable exploitation

A strengthening of control and enforcement through the optimisation at the level of the Community of the use of the existing means of inspection and surveillance contributes to the achievement of conservation objectives by uniform and effective implementation of the conservation and control measures applicable to stocks outside safe biological limits. The proposal will, therefore, positively contribute to sustainable exploitation of depleted stocks.

Sustainable exploitation of fish stocks is crucial for the medium and long term future for fishermen and the fish processing industry as a whole. Ineffective control and enforcement contributes to investments based on undeclared catches and results in distortions in the industry. Indeed, investments in the fishing industry as a whole must be based on legitimate future fishing opportunities.

6.2. Level playing field for the industry

The efforts to achieve a proper implementation of the rules of the CFP are compounded by the perception by fishermen that the rules are not equally enforced on all fleets participating in the fishery. This perception impedes on the support of the industry for proper control and enforcement by the national competent authorities.

The fishing industry demands a genuine level playing field in the Community. The creation of a JIF and the establishment of a CFCA will contribute to the establishment of such a level playing field as well as a truly European culture of control and enforcement.

6.3. Subsidiarity and proportionality

Its independence from the Commission in its capacity as "controller of the controllers" will permit the CFCA to establish a sound relationship with the national competent authorities in Member States regarding the organisation of control and inspection by Member States.

The Agency will support Member States in complying with their obligations under the CFP in the area of cooperation and coordination of control and inspection by organising a rational deployment by Member States of pooled means of control and inspection in accordance with Community objectives, benchmarks, priorities and uniform inspection procedures adopted by the Commission

The establishment of the CFCA will also improve the relations between the Community and outside partners by centralising contact points and promoting uniform traditions and practices.

This mechanism is needed to balance interests of individual Member States against the collective interest of ensuring proper control and enforcement of the rules of the CFP in areas where their fishing fleets jointly exploit fish stocks subject to conservation and control measures adopted by the Community. Moreover, this will allow the optimisation of the cost/benefit ratio of deployment strategies for national means of inspection and surveillance.

6.4. Assessing the results

The impact of the proposed measures is to be assessed in terms of a more effective implementation of the rules of the CFP (higher compliance levels, improved reliability of catch data, etc). Moreover, the proposed measures will improve the transparency of the implementation of the rules of the CFP and, in particular, inspection and surveillance activities (availability of sufficient means, qualitative and quantitative results of inspections, etc).

A direct effect will be felt in terms of the application of the Recovery and Management Plans described under paragraph 2.2. The Specific MCS Programmes described in paragraph 5.1 will underpin these plans through the development of coherent strategies, which ensure that inspections are as effective and economical as possible.

The main tangible results as far as the CFCA is concerned will be the adoption of JDP's. The indicators that can be used in order to assess the results of these plans will be the bench marks set by the Commission in the appropriate specific MCS programmes. Furthermore, each JDP shall be subject to an annual review by the CFCA.

The results of other tasks specified in paragraph 5.3 will be measured by the success in implementing training programmes, joint procurement procedures and provision of contractual services to Member States, as well as the establishment of an FMC.

Other risks such as the divulging of sensitive information to outside interests will be mitigated by the application of the staff regulations of officials of the European Communities. The members of the Administrative Board will be subject to the requirements of confidentiality pursuant to Article 287 of the Treaty.

6.5. Effect on the environment and socio-economic impact

The impact of the proposed measures will be felt firstly from an environmental or ecological perspective through the improvement in the state of certain important fish stocks.

By bringing fishing capacity into balance with the fishing possibilities will create a more stable setting for the fisheries sector to achieve the economic sustainability. The beneficial social impact will be reinforced through closer stakeholder involvement and encourage a greater commitment from fishermen to the development of the policy and its implementation.

6.6. Budgetary appropriations and human resources

Apart from salaries the costs of the CFCA will be limited to operating expenditure. Other items of expenditure, such as the chartering of inspection vessels or joint procurement of equipment, logbooks etc, will be organised by the CFCA but paid for by Member States.

It is estimated that the budget of the CFCA will be around 5, 5 MIO EUR. The expenditure will be divided between human resources and operational costs.

It should be noted that the transfer of the tasks undertaken by the Commission for chartering an inspection vessel for patrols in NAFO and NEAFC will result in a saving of 2,5 MIO EUR. The transfer of responsibility to Member States for placing observers on board vessels operating in the NAFO Regulatory Area foreseen for 2004 will already result in a saving of 3,0 MIO EUR. These amounts will not be transferred to the budget of the CFCA as the tasks in question will become the responsibility of Member States. However, they show that the overall exercise foreseen in the CFP reform of re-defining responsibilities, of which the JIF and CFCA play an integral part, will not result in an increase in the Community budget.

As has been stated above, the financial estimates may need to be revised in the light of the conclusions of the feasibility study into the operational functioning of the CFCA.

(a) Human Resources

The number of staff is estimated at 49. This estimate is based on the experience acquired with regard to the work carried out to date in the field of inspection and surveillance of fisheries and by comparison with other bodies (such as the European Aviation Safety Agency [49], European Maritime Safety Agency [50] and European Railway Agency for Safety and Interoperability [51]).

[49] Regulation (EC) No 1592/2002, OJ L 240 of 7.9.2002, p. 1

[50] Regulation (EC) No 1406/2002, OJ L 208 of 5.8.2002, p. 1

[51] COM (2003) 23 final of 23.1.2002

The staff will consist of 9 Commission officials on secondment, 6 of whom will perform core managerial and administrative tasks. In addition, it will be necessary to transfer from the Commission 3 posts (1 A and 2 B's) filled by staff which are currently performing tasks in the Commission that in the future will be undertaken by the CFCA.

Contract agents will be recruited to fill the remaining posts (40). In recruiting such agents it will be necessary to obtain staff to perform managerial and administrative tasks as well as experts who have proven experience in the sector and are abreast of the latest technical developments.

The total annual expenditure for human resources will amount to around 4,1 MIO EUR in year 1, rising to 5,3 MIO EUR in subsequent years. This estimate is based on an average Commission staff cost of EUR 0,108 MIO per year, including buildings and related administrative expenditure (postal charges, telecommunications, IT, etc.)

(b) Equipment and operational costs

The principal cost in terms of equipment will be computer hardware necessary for the establishment of the FMC. It is estimated that this hardware, together with costs related to its installation, programming etc. will amount to EUR 1 MIO in the first year.

With regard to operational costs, from the second year on a sum of EUR 20,000 is planned for publication, EUR 40,000 for translation, EUR 100,000 for meetings and EUR 40,000 for missions.

It is estimated that the equipment and operational costs would amount to 1,1 MIO EUR in the first year, mainly due to the installation of the FMC, falling to EUR 200,000 in subsequent years.

6.7. Monitoring and evaluation of the CFCA

The activities of the CFCA will be set out in detail in its Work Programme to be established every year by the Administrative Board in close co-operation with the Commission and Member States. The Executive Director will be responsible for organising an effective monitoring system in order to compare the CFCA's achievements with its operational objectives.

The CFCA, in line with its founding regulation will have to produce every year a general report on its activities for the previous year which will be forwarded to the Member States, the European Parliament, the Council and the Commission. This report will present all specific actions undertaken by the CFCA and will provide elements for the evaluation of the actions undertaken under the proposed revision of the CFCA Regulation.

Within three years from the date of the CFCA having taken up its responsibilities, the Administrative Board shall commission an independent external evaluation. Thereafter, the activities of the CFCA will be evaluated on a regular basis, but at least every six years.

The evaluations shall assess the impact of the regulation, the utility and relevance as well as the effectiveness and efficiency of the CFCA and its working practices compared to its objectives, taking into account the high level of compliance with rules made under the Common Fisheries Policy that is required.

On the basis of the evaluations the Administrative Board shall make recommendations to the Commission regarding changes to the Regulation establishing the CFCA, the CFCA itself and its working practices. Both the evaluation findings and recommendations shall be forwarded by the Commission to the European Parliament and the Council and shall be made public.

The Executive Director shall submit the detailed accounts of all revenues and expenditures from the previous financial year to the Commission, the Administrative Board and the Court of Auditors, which shall examine them in accordance with Article 248 of the Treaty. The Court of Auditors shall publish a report on the Agency's activities each year.

In order to combat fraud, corruption and other unlawful activities, the provisions of Regulation (EC) No 1073/1999 shall apply without restriction to the Agency, which shall also accede to the Inter-Institutional Agreement of 25 May 1999 concerning internal investigations by OLAF and shall issue, without delay, the appropriate provisions to its staff.