52004PC0177

Πρόταση οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για τον υποχρεωτικό έλεγχο των ετήσιων και των ενοποιημένων λογαριασμών και για την τροποποίηση των οδηγιών 78/660/ΕΟΚ και 83/349/ΕΟΚ του Συμβουλίου /* COM/2004/0177 τελικό - COD 2004/0065 */


Πρόταση για ΟΔΗΓΙΑ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ για τον υποχρεωτικό έλεγχο των ετήσιων και των ενοποιημένων λογαριασμών και για την τροποποίηση των οδηγιών 78/660/ΕΟΚ και 83/349/ΕΟΚ του Συμβουλίου

(υποβλήθηκε από την Επιτροπή)

ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ

1. γενικό πλαισιο της προτασης

1.1. Λόγοι υποβολής και στόχοι της πρότασης

Τα πρόσφατα εταιρικά σκάνδαλα στις ΗΠΑ και στην ΕΕ κατέδειξαν σαφώς τον κεντρικό ρόλο του υποχρεωτικού λογιστικού ελέγχου για την εξασφάλιση της αξιοπιστίας και της εγκυρότητας των οικονομικών καταστάσεων των εταιρειών. Οι αρνητικές επιπτώσεις των σκανδάλων αυτών για τις κεφαλαιαγορές και την οικονομία ήταν σημαντικές.

Τα σκάνδαλα αυτά επιβεβαιώνουν επίσης την αναγκαιότητα και τον επείγοντα χαρακτήρα των πρωτοβουλιών που η ΕΕ προτίθεται να λάβει στον τομέα του υποχρεωτικού ελέγχου, τις οποίες η Επιτροπή παρουσίασε στην ανακοίνωσή της του Μαΐου 2003 για την «Ενίσχυση του υποχρεωτικού λογιστικού ελέγχου των επιχειρήσεων στην ΕΕ». Η παρούσα πρόταση είναι μια από τις σημαντικότερες πρωτοβουλίες της ανακοίνωσης αυτής. Διευρύνει σημαντικά το πεδίο εφαρμογής της προηγούμενης όγδοης οδηγίας του Συμβουλίου, αποσαφηνίζει τα καθήκοντα των τακτικών ελεγκτών και την ανεξαρτησία και επαγγελματική δεοντολογία τους, καθιερώνει υποχρέωση εξωτερικού ελέγχου ποιότητας και αυστηρής δημόσιας εποπτείας του επαγγέλματος του ορκωτού ελεγκτή και βελτιώνει τη συνεργασία μεταξύ εποπτικών οργάνων στην ΕΕ.

Η πρόταση δημιουργεί επίσης τη βάση για μια αποτελεσματική και ισόρροπη διεθνή ρυθμιστική συνεργασία με τα εποπτικά όργανα τρίτων χωρών, όπως ιδίως το Public Company Accounting Oversight Board (PCAOB) στις Ηνωμένες Πολιτείες. Η συνεργασία αυτή έχει καθοριστική σημασία στο σημερινό πλαίσιο παγκόσμιας διασύνδεσης των κεφαλαιαγορών.

Η παρούσα πρόταση δεν είναι μια απλή «ανακλαστική» αντίδραση στα πρόσφατα εταιρικά σκάνδαλα. Αποτελεί τη λογική συνέχεια του αναπροσανατολισμού, ήδη από το 1996, της πολιτικής της ΕΕ στον τομέα του υποχρεωτικού λογιστικού ελέγχου. Ωστόσο, η αρχική της φιλοσοφία προσαρμόστηκε προκειμένου να ληφθούν υπόψη τα πρόσφατα σκάνδαλα. Για παράδειγμα, η πρόταση προβλέπει πλέον ότι ο ελεγκτής του ομίλου ευθύνεται πλήρως για την έκθεση ελέγχου των ενοποιημένων λογαριασμών ενός ομίλου επιχειρήσεων και απαιτεί τη σύσταση ανεξάρτητης ελεγκτικής επιτροπής σε όλες τις οντότητες δημοσίου συμφέροντος.

1.2. Γενικό πλαίσιο και ιστορικό

Η «τέταρτη» οδηγία 78/660/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 25ης Ιουλίου 1978 [1]περί των ετησίων λογαριασμών των εταιρειών ορισμένων μορφών, η «έβδομη» οδηγία 83/349/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 13ης Ιουνίου 1983 για τους ενοποιημένους λογαριασμούς [2], η οδηγία 86/635/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 8ης Δεκεμβρίου 1986 για τους ετήσιους και ενοποιημένους λογαριασμούς των τραπεζών και λοιπών χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων [3] και η οδηγία 91/674/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 19ης Δεκεμβρίου 1991 για τους ετήσιους και τους ενοποιημένους λογαριασμούς των ασφαλιστικών επιχειρήσεων [4] απαιτούν τον έλεγχο όλων των ετήσιων ή ενοποιημένων λογαριασμών από ένα ή περισσότερα πρόσωπα που εξουσιοδοτούνται να διενεργούν παρόμοιους ελέγχους.

[1] ΕΕ L 222 της 14.8.1978, σ. 11.

[2] ΕΕ L 193 της 18.7.1983, σ. 1.

[3] ΕΕ L 372 της 31.12.1986, σ. 1.

[4] ΕΕ L 374 της 31.12.1991, σ. 7.

Η «όγδοη» οδηγία 84/253/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 10ης Απριλίου 1984 [5], για τη χορήγηση άδειας στους υπεύθυνους για τον υποχρεωτικό έλεγχο των λογιστικών εγγράφων, ρυθμίζει κυρίως τη χορήγηση άδειας ορκωτών ελεγκτών στα κράτη μέλη. Η οδηγία προβλέπει ορισμένες απαιτήσεις για την καταχώριση σε μητρώο και την επαγγελματική ακεραιότητα των ελεγκτών, αλλά δεν περιέχει καμία διάταξη για τον τρόπο με τον οποίο πρέπει να ασκείται ο τακτικός έλεγχος ή για το βαθμό δημόσιας εποπτείας ή εξωτερικής επιθεώρησης που απαιτείται για να εξασφαλίζεται η υψηλή ποιότητα του ελέγχου.

[5] ΕΕ L 126 της 12.5.1984, σ. 20.

Η έλλειψη εναρμονισμένης προσέγγισης στα θέματα που σχετίζονται με τον υποχρεωτικό έλεγχο των οικονομικών καταστάσεων στην ΕΕ αποτέλεσε τον κυριότερο λόγο που οδήγησε το 1996 την Επιτροπή να αναπτύξει έναν ευρύ προβληματισμό σχετικά με το πεδίο και την ανάγκη νέων μέτρων στο επίπεδο ΕΕ για τον τομέα του υποχρεωτικού ελέγχου. Ο προβληματισμός αυτός άρχισε με το Πράσινο Βιβλίο [6] που εξέδωσε η Επιτροπή το 1996 για το «ρόλο, το καθεστώς και την ευθύνη του νόμιμου ελεγκτή στην ΕΕ». Οι απαντήσεις στο Πράσινο Βιβλίο κατέδειξαν την ανάγκη μέτρων στο επίπεδο της ΕΕ, πέραν εκείνων που προβλέπει η όγδοη οδηγία του Συμβουλίου. Η Επιτροπή παρουσίασε τα συμπεράσματα που άντλησε από τον προβληματισμό αυτό στην ανακοίνωση που εξέδωσε το 1998 με τίτλο «Ο υποχρεωτικός έλεγχος στην Ευρωπαϊκή Ένωση και οι μελλοντικές προοπτικές του» [7].

[6] ΕΕ C 321 της 28.10.1996, σ. 1.

[7] ΕΕ C 143 της 8.5.1998, σ. 12.

Η ανακοίνωση του 1998 πρότεινε τη δημιουργία ευρωπαϊκής επιτροπής λογιστικού ελέγχου, η οποία θα σχεδιάζει τα νέα μέτρα σε στενή συνεργασία με τον κλάδο των ελεγκτών και τα κράτη μέλη. Στόχος της επιτροπής αυτής είναι η εξέταση των δυνατών μέσων και τρόπων βελτίωσης της ποιότητας του ελέγχου, με την επίτευξη ιδίως, όπου είναι δυνατό, συμφωνιών για μη δεσμευτικά μέτρα. Ο εξωτερικός έλεγχος διασφάλισης ποιότητας, οι ελεγκτικοί κανόνες και η ανεξαρτησία του ελεγκτή ήταν μερικά από τα βασικά θέματα που εξετάστηκαν.

Με βάση τις προπαρασκευαστικές εργασίες της ευρωπαϊκής επιτροπής λογιστικού ελέγχου, η Επιτροπή εξέδωσε το Νοέμβριο του 2000 μια σύσταση για τη «Διασφάλιση της ποιότητας του υποχρεωτικού λογιστικού ελέγχου στην ΕΕ» [8] και, το Μάιο του 2002, μια σύσταση για την «Ανεξαρτησία των νόμιμων ελεγκτών στην ΕΕ» [9]. Πραγματοποιήθηκαν επίσης ορισμένες προπαρασκευαστικές εργασίες για την εισαγωγή των διεθνών λογιστικών προτύπων.

[8] ΕΕ L 91 της 31.3.2001, σ. 91.

[9] ΕΕ L 191 της 19.7.2002, σ. 22.

Η παρούσα πρόταση διατηρεί τις βασικές απαιτήσεις της ισχύουσας οδηγίας για την εκπαίδευση και την πρακτική άσκηση. Αυτό σημαίνει ότι οι όροι έγκρισης των ορκωτών ελεγκτών και των ελεγκτικών εταιρειών δεν τροποποιούνται ουσιωδώς. Ωστόσο, η πρόταση διευρύνει το πεδίο εφαρμογής της νομοθεσίας της ΕΕ με την εισαγωγή νέων απαιτήσεων για τον τρόπο με τον οποίο πρέπει να διενεργείται ο έλεγχος και για τις διαρθρώσεις που είναι αναγκαίες για να εξασφαλιστεί η εμπιστοσύνη στην ελεγκτική λειτουργία.

Παρά την πρωταρχική σημασία του για την εξασφάλιση καλής χρηματοοικονομικής πληροφόρησης, ο υποχρεωτικός λογιστικός έλεγχος δεν αποτελεί βέβαια το μόνο παράγοντα που επανεξετάζεται μετά τα πρόσφατα σκάνδαλα. Η ελεγκτική λειτουργία είναι ένα στοιχείο ενός ευρύτερου συστήματος φορέων και εποπτών που ευθύνονται για τη διαφάνεια της χρηματοοικονομικής πληροφόρησης στις κεφαλαιαγορές της ΕΕ, όπως ιδίως η διοίκηση της εταιρείας που δημοσιεύει τις πληροφορίες, οι εποπτικές αρχές κεφαλαιαγορών και άλλα κλαδικά εποπτικά όργανα. Πρέπει συνεπώς να θεωρηθεί ότι η προτεινόμενη οδηγία για τον υποχρεωτικό λογιστικό έλεγχο εντάσσεται στο ευρύτερο πλαίσιο των μέτρων της ΕΕ για την υλοποίηση του προγράμματος δράσης για τις χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες. Μεταξύ των μέτρων αυτών πρέπει ιδίως να αναφερθεί η ανακοίνωση της Επιτροπής της 21ης Μαΐου 2003 σχετικά με τον «εκσυγχρονισμό του εταιρικού δικαίου και την ενίσχυση της εταιρικής διακυβέρνησης στην Ευρωπαϊκή Ένωση - ένα πρόγραμμα για την επίτευξη προόδου» [10], η μετάβαση στα διεθνή λογιστικά πρότυπα από το 2005 και οι οδηγίες για την κατάχρηση αγοράς (οδηγία 2003/6/ΕΚ σχετικά με τις πράξεις κατόχων εμπιστευτικών υπηρεσιών και τη χειραγώγηση της αγοράς) και για το ενημερωτικό δελτίο (2003/71/ΕΚ σχετικά με το ενημερωτικό δελτίο που πρέπει να δημοσιεύεται κατά τη δημόσια προσφορά κινητών αξιών ή την εισαγωγή τους προς διαπραγμάτευση), οι οποίες θεσπίστηκαν πρόσφατα με τη διαδικασία της συναπόφασης.

[10] COM(2003) 284 τελικό.

2. Ανάλυση κατά κεφάλαιο

Κεφάλαιο I Αντικείμενο και πεδίο εφαρμογής (άρθρα 1 και 2)

Σύμφωνα με το άρθρο 1, η παρούσα οδηγία αφορά μόνο τον υποχρεωτικό έλεγχο που απαιτείται από την κοινοτική νομοθεσία (και ιδίως από την τέταρτη και την έβδομη οδηγία).

Ο νόμιμος ελεγκτής και το ελεγκτικό γραφείο ορίζονται χωριστά. Καθίσταται έτσι σαφές το ακριβές πεδίο εφαρμογής της οδηγίας και λαμβάνεται υπόψη το γεγονός ότι σειρά διατάξεων αφορούν ειδικά τα ελεγκτικά γραφεία, αντικατοπτρίζοντας έτσι την αύξηση του μεγέθους και της σημασίας των ελεγκτικών γραφείων από τη θέσπιση της όγδοης οδηγίας του Συμβουλίου το 1984.

Ο υποχρεωτικός έλεγχος ορίζεται ως ο έλεγχος των ετήσιων ή ενοποιημένων λογαριασμών οντοτήτων που καλύπτονται από τις κοινοτικές οδηγίες. Τα κράτη μέλη μπορούν επίσης να προβλέπουν την υποχρεωτική διενέργεια ελέγχων και σε άλλες περιπτώσεις, υποβάλλοντας τους ελέγχους αυτούς στις ίδιες απαιτήσεις.

Η έννοια της οντότητας δημοσίου συμφέροντος συζητήθηκε και αναπτύχθηκε στην ευρωπαϊκή επιτροπή λογιστικού ελέγχου κατά την προετοιμασία των συστάσεων για τη διασφάλιση ποιότητας και για την ανεξαρτησία του ελεγκτή. Τα κριτήρια με τα οποία προσδιορίζεται ο χαρακτήρας δημοσίου συμφέροντος είναι η ύπαρξη εισηγμένων κινητών αξιών, η φύση της δραστηριότητας (για παράδειγμα τράπεζες και ασφαλιστικές εταιρείες) ή το μέγεθος της οικονομικής οντότητας (αριθμός απασχολούμενων). Τα πρόσφατα σκάνδαλα κατέδειξαν την ανάγκη περαιτέρω ενίσχυσης των απαιτήσεων για τον έλεγχο οικονομικών οντοτήτων δημοσίου συμφέροντος. Ωστόσο, η επέκταση αυτών των αυστηρότερων απαιτήσεων στους περισσότερους άλλους υποχρεωτικούς ελέγχους θα προκαλούσε υπερβολικά επαχθείς και δυσανάλογες επιβαρύνσεις. Το κεφάλαιο XI περιέχει τις ειδικές απαιτήσεις για τον υποχρεωτικό έλεγχο των οντοτήτων δημοσίου συμφέροντος. Για παράδειγμα, οι οντότητες δημοσίου συμφέροντος θα υπόκεινται σε πιο αυστηρές απαιτήσεις ανεξαρτησίας και οι ελεγκτές τους θα πρέπει να δημοσιεύουν ετήσια έκθεση διαφάνειας.

Όλες οι εισηγμένες εταιρείες των οποίων οι τίτλοι είναι δεκτοί για διαπραγμάτευση σε ρυθμιζόμενη αγορά, όλες οι τράπεζες και όλες οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις θεωρούνται εξ ορισμού οικονομικές οντότητες δημοσίου συμφέροντος. Τα κράτη μέλη έχουν την ευχέρεια να συμπεριλάβουν, για παράδειγμα, στην κατηγορία αυτή τα νοσοκομεία ή τα συνταξιοδοτικά ταμεία, εάν το επιθυμούν.

Κεφάλαιο II Χορήγηση άδειας, συνεχής εκπαίδευση και αμοιβαία αναγνώριση (άρθρα 3 έως 14)

Το τμήμα αυτό περιέχει βασικά τις σημερινές απαιτήσεις της όγδοης οδηγίας. Για την έγκριση των ελεγκτικών γραφείων, το άρθρο 3 παράγραφος 3 στοιχεία β) και γ) δεν επιτρέπει πλέον σε ένα κράτος μέλος να απαιτεί να κατέχεται η πλειοψηφία των δικαιωμάτων ψήφου και να απαρτίζεται η πλειοψηφία του διοικητικού ή διαχειριστικού οργάνου αποκλειστικά από νόμιμους ελεγκτές ή ελεγκτικά γραφεία που έχουν λάβει άδεια στο κράτος αυτό. Η πρόταση καταργεί τους περιορισμούς που μπορούν σήμερα να επιβληθούν δυνάμει της όγδοης οδηγίας στην ιδιοκτησία και τη διαχείριση των ελεγκτικών γραφείων. Η πρόταση ορίζει σαφώς ότι το κεφάλαιο του ελεγκτικού γραφείου πρέπει να κατέχεται κατά πλειοψηφία από νόμιμους ελεγκτές ή από ελεγκτικά γραφεία που έχουν λάβει άδεια σε οποιοδήποτε κράτος μέλος. Η αλλαγή αυτή αυξάνει την εναρμόνιση με τους κανόνες της εσωτερικής αγοράς και διευκολύνει την ενοποίηση των ελεγκτικών γραφείων στην ΕΕ.

Η οδηγία προβλέπει επίσης στο κεφάλαιο αυτό ότι η χορήγηση άδειας σε νόμιμους ελεγκτές από άλλα κράτη μέλη γίνεται μετά από εξέταση επαγγελματικής ικανότητας. Η απόκλιση αυτή σε σχέση με την πρόσφατη οδηγία για τις υπηρεσίες στην εσωτερική αγορά (COM(2004)2 τελικό της 13.01.2004) δικαιολογείται από το γεγονός ότι οι νόμιμοι ελεγκτές πρέπει να γνωρίζουν πλήρως την εθνική νομοθεσία που σχετίζεται με το αντικείμενο του υποχρεωτικού ελέγχου (εταιρικό δίκαιο, φορολογικό δίκαιο και δίκαιο κοινωνικής ασφάλισης). Η θεωρητική εκπαίδευση καλύπτει πλέον ρητά τα διεθνή λογιστικά (IAS) και ελεγκτικά πρότυπα (ISA).

Κεφάλαιο III Εγγραφή στα μητρώα (άρθρα 15 έως 20)

Τα ενδιαφερόμενα μέρη πρέπει να μπορούν να πληροφορούνται γρήγορα εάν συγκεκριμένος ελεγκτής ή ελεγκτική εταιρεία έχει λάβει άδεια, τον τόπο της επίσημης εγκατάστασής του και τον τρόπο (σε περίπτωση ελεγκτικού γραφείου) με τον οποίο είναι οργανωμένος. Αυτό θα διευκολυνθεί με την εγγραφή των ελεγκτών σε δημόσιο ηλεκτρονικό μητρώο. Οι πληροφορίες που θα περιέχονται στο μητρώο θα περιορίζονται στα ουσιώδη και πρέπει να είναι προσιτές ηλεκτρονικά.

Το δημόσιο μητρώο πρέπει επίσης να περιέχει το όνομα και τη διεύθυνση των αρμόδιων αρχών που είναι επιφορτισμένες με την εποπτεία, τον έλεγχο διασφάλισης ποιότητας και τις έρευνες και κυρώσεις, προκειμένου να παρέχεται στα ενδιαφερόμενα μέρη δυνατότητα να επικοινωνούν με τις αρχές αυτές εάν είναι αναγκαίο.

Οι μεμονωμένοι νόμιμοι ελεγκτές μπορούν να απασχολούνται από ένα ελεγκτικό γραφείο, να αυτοαπασχολούνται ή να είναι με άλλο τρόπο συνδεδεμένοι με ένα ελεγκτικό γραφείο, για παράδειγμα ως εταίροι. Το μητρώο πρέπει να διευκρινίζει το καθεστώς του νόμιμου ελεγκτή από την άποψη αυτή.

Για τα ελεγκτικά γραφεία, το μητρώο πρέπει επίσης να εμφανίζει το μέγεθός τους, με την αναφορά του αριθμού όλων των νόμιμων ελεγκτών που απασχολούνται σε αυτό ή είναι συνδεδεμένοι με αυτό ως εταίροι ή με άλλο τρόπο. Επιπλέον, ο κατάλογος των νόμιμων ελεγκτών πρέπει να διευκρινίζει τις σχέσεις τους με το ελεγκτικό γραφείο, ενώ θα υπάρχει δυνατότητα πρόσβασης σε συμπληρωματικές πληροφορίες μέσω του αριθμού καταχώρισης. Το μητρώο πρέπει επίσης να περιέχει πληροφορίες για τους ιδιοκτήτες και τα μέλη της διοίκησης του ελεγκτικού γραφείου, καθώς και για την ενδεχόμενη συμμετοχή του ελεγκτικού γραφείου σε δίκτυο. Οι πληροφορίες σχετικά με το δίκτυο θα αναφέρουν με ποια άλλα ελεγκτικά γραφεία ή συνδεδεμένες επιχειρήσεις συνεργάζεται το ελεγκτικό γραφείο και, με τον τρόπο αυτό, θα καθιστούν πιο διαφανή τα δίκτυα αυτά για τα ενδιαφερόμενα μέρη.

Οι πληροφορίες που περιέχονται στο μητρώο πρέπει να επικαιροποιούνται χωρίς καθυστέρηση στο γλώσσα την οποία επιτρέπουν οι γλωσσικοί κανόνες του κράτους μέλους στο οποίο είναι εγκατεστημένος ο νόμιμος ελεγκτής ή το ελεγκτικό γραφείο. Οι πληροφορίες αυτές μπορούν επίσης να γνωστοποιούνται σε οικειοθελή βάση σε οποιαδήποτε άλλη επίσημη γλώσσα της Κοινότητας.

Κεφάλαιο IV Επαγγελματική δεοντολογία και επαγγελματικό απόρρητο (άρθρα 21 έως 22)

Οι νόμιμοι ελεγκτές και τα ελεγκτικά γραφεία πρέπει να υπόκεινται σε αυστηρά πρότυπα επαγγελματικής δεοντολογίας. Τα πρότυπα αυτά πρέπει να βασίζονται στον κώδικα δεοντολογίας που ενέκρινε η Ethics Committee of the International Federation of Accountants (IFAC). Ωστόσο, για να ληφθούν υπόψη οι αρχές που διατυπώνονται στο άρθρο 21 ενδέχεται να καταστεί αναγκαία η υιοθέτηση συμπληρωματικών ειδικών κανόνων.

Οι κανόνες εμπιστευτικότητας και επαγγελματικού απορρήτου δεν πρέπει να εμποδίζουν την εφαρμογή των απαιτήσεων χρηματοοικονομικής πληροφόρησης ή την ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ των αρμόδιων αρχών των κρατών μελών.

Κεφάλαιο V Ανεξαρτησία (άρθρα 23 έως 25)

Η βασική αρχή της ανεξαρτησίας του ελεγκτή διακηρύσσεται στη σύσταση της Επιτροπής για την ανεξαρτησία του νόμιμου ελεγκτή και ενσωματώνεται στο άρθρο 23. Η οδηγία ορίζει ότι ο νόμιμος ελεγκτής των λογαριασμών ή το ελεγκτικό γραφείο πρέπει να είναι ανεξάρτητος από την ελεγχόμενη οντότητα και δεν μπορεί με κανένα τρόπο να συμμετέχει στις διαχειριστικές αποφάσεις της. Αυτό σημαίνει ότι ο νόμιμος ελεγκτής δεν πρέπει να έχει τη δυνατότητα να αρνηθεί μια ελεγκτική αποστολή που θα έθετε σε αμφισβήτηση την ανεξαρτησία του. Ο ελεγκτής πρέπει να τεκμηριώνει όλες τις σημαντικές απειλές κατά της ανεξαρτησίας του καθώς και τα μέτρα διασφάλισης που λαμβάνει για να περιορίσει αυτές τις απειλές. Φυσικά, εάν δεν υπάρχει άλλη λύση, ο ελεγκτής μπορεί να χρησιμοποιήσει την τελευταία δυνατή διασφάλιση, δηλαδή την παραίτηση από τον έλεγχο ή την άρνηση παροχής μη ελεγκτικής υπηρεσίας. Όπως ανήγγειλε στην ανακοίνωση του 2003, η Επιτροπή προτίθεται να εκπονήσει μελέτη για να προσδιορίσει εάν είναι αναγκαίο να ληφθούν πρόσθετα μέτρα που θα μπορούν να απαγορεύουν στον ελεγκτή να παρέχει μη ελεγκτικές υπηρεσίες στον ελεγχόμενο πελάτη του.

Ακολουθώντας τη σύσταση του 2003 της Επιτροπής για την ανεξαρτησία του νόμιμου ελεγκτή στην ΕΕ, η οδηγία ορίζει σαφώς ότι η αμοιβή για τον υποχρεωτικό έλεγχο πρέπει να είναι τέτοια ώστε να εγγυάται την ποιοτική επάρκεια του ελέγχου, καθώς και ότι η αμοιβή δεν μπορεί να υπόκεινται σε όρους ή να επηρεάζεται από την παροχή συμπληρωματικών υπηρεσιών στην ελεγχόμενη οντότητα. Η τήρηση αυτών των αρχών, καθώς και της αρχής της ανεξαρτησίας, θα υπόκειται σε έλεγχο διασφάλισης ποιότητας.

Κεφάλαιο VI Ελεγκτικά πρότυπα και έκθεση ελέγχου (άρθρα 26 έως 28)

Όπως ανήγγειλε στην ανακοίνωση του 2003, η Επιτροπή προτείνει να διενεργούνται όλοι οι υποχρεωτικοί έλεγχοι που προβλέπονται από την κοινοτική νομοθεσία σύμφωνα με τα Διεθνή Ελεγκτικά Πρότυπα (International Standards on Auditing ή ISA). Επί του παρόντος, τα ΔΕΠ καταρτίζονται από έναν ιδιωτικό οργανισμό, το International Auditing and Assurance Standards Board (IAASB). Για να μπορεί να υιοθετήσει τα διεθνή λογιστικά πρότυπα, η Επιτροπή πρέπει να εξετάσει εάν αυτά είναι διεθνώς αποδεκτά και εάν αναπτύχθηκαν με κατάλληλη διαδικασία, δημόσια εποπτεία και διαφάνεια. Επιπλέον, τα πρότυπα πρέπει να είναι υψηλής ποιότητας και να συμβάλλουν στην παρουσίαση ακριβοδίκαιης εικόνας των ετήσιων και ενοποιημένων λογαριασμών. Τέλος, τα πρότυπα πρέπει να προάγουν το ευρωπαϊκό δημόσιο συμφέρον. Η Επιτροπή εξετάζει επί του παρόντος εάν και σε ποιο βαθμό είναι σκόπιμο να λάβει τελική απόφαση για την υιοθέτηση των ΔΕΠ. Αυτό θα εξαρτηθεί σε μεγάλο βαθμό από τη δημιουργία ικανοποιητικού πλαισίου διακυβέρνησης του IAASB.

Προκειμένου να αποφευχθεί η εισαγωγή ή επιβολή από τα κράτη μέλη νέων ελεγκτικών απαιτήσεων πέραν των διαδικασιών που προβλέπονται από τα ΔΕΠ, το άρθρο 26 παράγραφος 3 προβλέπει ότι τα κράτη μέλη δεν μπορούν να επιβάλουν συμπληρωματικές ελεγκτικές διαδικασίες παρά μόνο εάν αυτές απορρέουν από ειδικές απαιτήσεις σχετιζόμενες με το αντικείμενο του νόμιμου ελέγχου. Σύμφωνα με το άρθρο 28 παράγραφος 2, η Επιτροπή μπορεί να υιοθετήσει κοινή πρότυπη έκθεση ελέγχου για τους ετήσιους ή τους ενοποιημένους λογαριασμούς που έχουν καταρτιστεί σύμφωνα με τα διεθνή λογιστικά πρότυπα.

Το άρθρο 27 εισάγει την αρχή της πλήρους ευθύνης του ελεγκτή του ομίλου για την έκθεση ελέγχου που αφορά τους ενοποιημένους λογαριασμούς. Η αρχή αυτή συνεπάγεται ότι ο ελεγκτής του ομίλου οφείλει να διατηρεί επαρκή τεκμηρίωση των ελεγκτικών εργασιών που πραγματοποίησαν άλλοι ελεγκτές ή ελεγκτικά γραφεία που ανήκουν στον ίδιο όμιλο και ότι λαμβάνει αντίγραφο των ελεγκτικών εγγράφων εάν αυτοί οι ελεγκτές ή ελεγκτικά γραφεία δεν έχουν λάβει άδεια σε ένα κράτος μέλος.

Κεφάλαιο VII Διασφάλιση ποιότητας (άρθρο 29)

Το άρθρο 29 απαιτεί από όλους τους νόμιμους ελεγκτές και από όλα τα ελεγκτικά γραφεία να υπόκεινται σε σύστημα διασφάλισης ποιότητας. Τα κριτήρια που θα εφαρμόζονται στα συστήματα αυτά είναι εκείνα που αναπτύχθηκαν στην ανακοίνωση της Επιτροπής του Νοεμβρίου 2000 για τη «Διασφάλιση της ποιότητας του υποχρεωτικού ελέγχου στην ΕΕ». Ο έλεγχος της εφαρμογής της σύστασης αυτής στα τέλη του 2003 κατέδειξε ότι όλα τα κράτη μέλη εισήγαγαν ή εισάγουν αυτή τη στιγμή συστήματα διασφάλισης ποιότητας. Η δημιουργία νομικής βάσης για τις αρχές που διατυπώνονται στη σύσταση θα εξασφαλίσει την εφαρμογή τους από τα κράτη μελή. Το άρθρο 29 ενισχύει τις πτυχές που σχετίζονται με τη δημόσια εποπτεία, την ανεξάρτητη χρηματοδότηση και τη συνέχεια που πρέπει να δίνεται στις συστάσεις που απορρέουν από τους ελέγχους ποιότητας.

Κεφάλαιο VIII Έρευνες και κυρώσεις (Άρθρο 30)

Τα εθνικά συστήματα ερευνών και κυρώσεων διαφέρουν ακόμα σημαντικά μεταξύ τους. Το άρθρο 30 ορίζει τη γενική αρχή σύμφωνα με την οποία τα κράτη μέλη πρέπει να δημιουργήσουν αποτελεσματικά συστήματα ερευνών και αποτρεπτικών κυρώσεων, οι οποίες μπορεί να είναι αστικές, διοικητικές ή ποινικές. Τα κράτη μέλη πρέπει να δημοσιοποιούν κατάλληλα αυτές τις έρευνες και κυρώσεις. Οι κυρώσεις πρέπει να περιλαμβάνουν την ανάκληση της άδειας του νόμιμου ελεγκτή ή του ελεγκτικού γραφείου.

Κεφάλαιο IX Δημόσια εποπτεία και ρυθμιστικές συμφωνίες μεταξύ κρατών μελών (άρθρα 31 έως 34)

Η αποτελεσματική δημόσια εποπτεία του κλάδου των ελεγκτών έχει ουσιώδη σημασία για τη διατήρηση και ενίσχυση της εμπιστοσύνης στην ελεγκτική λειτουργία. Η σημερινή έλλειψη εμπιστοσύνης οφείλεται εν μέρει στην αντίληψη του κοινού ότι κάθε επαγγελματικός κλάδος που αυτορυθμίζεται αντιμετωπίζει αναπόφευκτα σοβαρό κίνδυνο σύγκρουσης συμφερόντων όταν επιδιώκει να διορθώσει τις αδυναμίες του. Κατά συνέπεια, η ύπαρξη αξιόπιστης δημόσιας εποπτείας του ελεγκτικού κλάδου έχει καθοριστική σημασία.

Το άρθρο 31 ορίζει τις αρχές της δημόσιας εποπτείας, οι οποίες πρέπει να εξασφαλίζουν την ακεραιότητα και την ανεξαρτησία της. Ωστόσο, το άρθρο αυτό δεν καθορίζει κατευθυντήριες γραμμές για την οργάνωση αποτελεσματικού συστήματος δημόσιας εποπτείας. Οι κοινές αρχές που προτείνονται για την ΕΕ αντιπροσωπεύουν τις ελάχιστες απαιτήσεις που πρέπει να πληρούν τα εθνικά συστήματα δημόσιας εποπτείας.

Η εποπτεία του ελεγκτικού κλάδου δεν μπορεί να είναι αξιόπιστη εάν η πλειοψηφία των προσώπων που είναι επιφορτισμένα με αυτήν είναι επαγγελματίες. Για τις οντότητες δημοσίου συμφέροντος, η εποπτεία των ελεγκτών πρέπει να ανατίθεται αποκλειστικά σε μη επαγγελματίες. Ωστόσο, τα πρόσωπα που συμμετέχουν στη διακυβέρνηση του συστήματος εποπτείας πρέπει να έχουν επαρκείς λογιστικές και ελεγκτικές γνώσεις. Τα πρόσφατα εταιρικά σκάνδαλα κατέδειξαν ότι η εύρυθμη λειτουργία των κεφαλαιαγορών απαιτεί τη διενέργεια άμεσων και αποτελεσματικών ερευνών από ένα σύστημα δημόσιας εποπτείας. Ωστόσο, οι βασικοί κανόνες επάρκειας και διαφάνειας των διαδικασιών πρέπει να τηρούνται πάντα.

Με δεδομένη τη σταδιακή ανάπτυξη ενιαίας κεφαλαιαγοράς στην ΕΕ, είναι πλέον αναγκαίος ένας μηχανισμός συντονισμού στην ΕΕ για τη συνένωση των εθνικών συστημάτων σε ένα συνεκτικό και αποτελεσματικό πανευρωπαϊκό δίκτυο. Αυτό θα διευκολύνει τη σύγκλιση των ελεγκτικών αρχών και πρακτικών. Το άρθρο 33 ορίζει την αρχή της αμοιβαίας αναγνώρισης από τα κράτη μέλη των εποπτικών και ρυθμιστικών συστημάτων τους. Τα κράτη μέλη δεν μπορούν να επιβάλουν καμία συμπληρωματική απαίτηση, πέραν εκείνων που ισχύουν στη χώρα καταγωγής, όσον αφορά τον έλεγχο των ενοποιημένων λογαριασμών και τις διαδικασίες για την εισαγωγή σε χρηματιστήριο άλλου κράτους μέλους.

Το άρθρο 34 ορίζει τους κανόνες για την αποτελεσματική συνεργασία μεταξύ κρατών μελών στις έρευνες που αφορούν ελεγκτικά γραφεία.

Κεφάλαιο X Διορισμός, παύση και επικοινωνία (άρθρα 35 έως 37)

Οι διαδικασίες για το διορισμό του νόμιμου ελεγκτή ή του ελεγκτικού γραφείου πρέπει να εξασφαλίζουν την ανεξαρτησία του από τα πρόσωπα που καταρτίζουν τις οικονομικές καταστάσεις της ελεγχόμενης οντότητας. Ορισμένα κράτη μέλη απαιτούν τη συμμετοχή των εποπτικών αρχών, των δικαστηρίων ή άλλων οργάνων που προβλέπονται από το νόμο (π.χ. στην περίπτωση των συνεταιρισμών) στο διορισμό του νόμιμου ελεγκτή ή του ελεγκτικού γραφείου. Η οδηγία δεν εμποδίζει την επιβολή παρόμοιων απαιτήσεων.

Όσον αφορά την παύση και την παραίτηση των ελεγκτών, η οδηγία προβλέπει ότι η παύση του νόμιμου ελεγκτή ή του ελεγκτικού γραφείου είναι δυνατή μόνο εάν υπάρχουν βάσιμοι λόγοι που εμποδίζουν την ορθή διενέργεια του ελέγχου από το νόμιμο ελεγκτή ή το ελεγκτικό γραφείο. Οι λόγοι της παύσης ή παραίτησης πρέπει να γνωστοποιούνται στις αρχές που είναι υπεύθυνες για την εποπτεία.

Η αποτελεσματική επικοινωνία μεταξύ του νόμιμου ελεγκτή ή του ελεγκτικού γραφείου και της ελεγχόμενης οντότητας έχει ουσιώδη σημασία για την ποιότητα του ελέγχου και πρέπει να επιτρέπει στην ελεγχόμενη οντότητα να αντλεί τα αναγκαία συμπεράσματα. Λαμβανομένων υπόψη των διαφορών στις δομές εταιρικής διακυβέρνησης, τα κράτη μέλη είναι αυτά που ευθύνονται για τον καθορισμό λεπτομερών κανόνων στον τομέα αυτό. Πρέπει πάντως να απαιτούν κατ' ελάχιστον την καταγραφή της επικοινωνίας από την ελεγχόμενη οντότητα προκειμένου να δίνεται στα ανεξάρτητα μέλη του διοικητικού οργάνου δυνατότητα να σχηματίσουν γενική εικόνα για τις σχέσεις με το νόμιμο ελεγκτή ή το ελεγκτικό γραφείο.

Κεφάλαιο XI Ειδικές διατάξεις για τον υποχρεωτικό έλεγχο των οντοτήτων δημοσίου συμφέροντος (άρθρα 38 έως 43)

Ο υποχρεωτικός έλεγχος των οντοτήτων δημοσίου συμφέροντος πρέπει να διέπεται από αυστηρότερες απαιτήσεις. Το άρθρο 38 απαιτεί από το ελεγκτικό γραφείο που διενεργεί υποχρεωτικό έλεγχο οντοτήτων δημοσίου συμφέροντος να δημοσιεύει λεπτομερή έκθεση που επιτρέπει στο κοινό να γνωρίσει το ελεγκτικό γραφείο και το δίκτυο στο οποίο ανήκει. Το ελεγκτικό γραφείο παρέχει δήλωση σχετικά με τη διακυβέρνησή του, περιγραφή του εσωτερικού συστήματος διασφάλισης ποιότητας και δήλωση του διοικητικού ή διαχειριστικού του οργάνου σχετικά με την αποτελεσματικότητα της λειτουργίας του. Η έκθεση πρέπει να αναφέρει την ημερομηνία του τελευταίου ελέγχου διασφάλισης ποιότητας, τις πολιτικές για τη συνεχή εκπαίδευση και την κατανομή των αμοιβών του ελεγκτικού γραφείου.

Η απαίτηση του άρθρου 39 για τη σύσταση ελεγκτικής επιτροπής θα ενισχύσει την εποπτεία της διαδικασίας χρηματοοικονομικής πληροφόρησης και τον υποχρεωτικό έλεγχο και θα συμβάλει στην αποφυγή κάθε αθέμιτης επιρροής της διοίκησης στις χρηματοοικονομικές πληροφορίες που δημοσιεύει η ελεγχόμενη οντότητα. Για να εκπληρώσει αποτελεσματικά την αποστολή της, η ελεγκτική επιτροπή πρέπει να περιλαμβάνει ένα τουλάχιστον ανεξάρτητο μέλος με λογιστικές και/ή ελεγκτικές γνώσεις.

Ένα αποτελεσματικό σύστημα εσωτερικού ελέγχου ελαχιστοποιεί τους χρηματοοικονομικούς και λειτουργικούς κινδύνους και τον κίνδυνο μη συμμόρφωσης, ενώ ενισχύει ταυτόχρονα την ποιότητα της χρηματοοικονομικής πληροφόρησης. Απαιτεί επίσης τη συνεχή εφαρμογή κατάλληλων πολιτικών και διαδικασιών που εξασφαλίζουν την άμεση διάδοση αξιόπιστων πληροφοριών, την τήρηση των εφαρμοστέων νόμων και κανονισμών και την κατάλληλη χρήση των περιουσιακών στοιχείων της εταιρείας. Η αποστολή της ελεγκτικής επιτροπής είναι να παρακολουθεί την εκτέλεση των ελεγκτικών εργασιών και να μεριμνά για την ύπαρξη διαδικασιών επικοινωνίας και αναφοράς των παραβάσεων των πολιτικών εσωτερικού ελέγχου και των εφαρμοστέων νόμων και κανονισμών. Σε όλες όμως τις περιπτώσεις, το διοικητικό συμβούλιο είναι αυτό που ευθύνεται για τη λειτουργία, την εποπτεία και τη δημοσιότητα του συστήματος εσωτερικού ελέγχου.

Για τη βελτίωση της ποιότητας της χρηματοοικονομικής πληροφόρησης, ο νόμιμος ελεγκτής ή το ελεγκτικό γραφείο και η ελεγκτική επιτροπή πρέπει να συνεργάζονται κατά τη διαδικασία υποχρεωτικού ελέγχου και χρηματοοικονομικής πληροφόρησης. Για το σκοπό αυτό, ο νόμιμος ελεγκτής ή το ελεγκτικό γραφείο επικοινωνεί έγκαιρα με την ελεγκτική επιτροπή σχετικά με τα θέματα διακυβέρνησης που ανακύπτουν κατά τον υποχρεωτικό έλεγχο των οικονομικών καταστάσεων. Τα θέματα αυτά αφορούν ιδίως πληροφορίες σχετικά με τον έλεγχο, σημαντικές μεταβολές στις λογιστικές μεθόδους, σημαντικούς κινδύνους στους οποίους είναι εκτεθειμένη η επιχείρηση, ουσιαστικές ελεγκτικές προσαρμογές και αβεβαιότητες, διαφωνίες με τη διοίκηση, θέματα που σχετίζονται με τη συνέχεια της εκμετάλλευσης, αναμενόμενες τροποποιήσεις στην έκθεση ελέγχου, απάτες στις οποίες εμπλέκεται η διοίκηση και, τέλος, ουσιαστικές αδυναμίες του εσωτερικού ελέγχου σε σχέση με τη διαδικασία χρηματοοικονομικής πληροφόρησης. Δεδομένου ότι ο εσωτερικός έλεγχος έχει ουσιώδη σημασία για την ποιότητα των δημοσιευόμενων χρηματοοικονομικών πληροφοριών, πρέπει να υπογραμμιστεί ιδιαίτερα ο ρόλος της επικοινωνίας με την ελεγκτική επιτροπή με την ενσωμάτωση στην οδηγία απαίτησης για την υποβολή έκθεσης σχετικά με αυτές τις ουσιαστικές αδυναμίες.

Το άρθρο 40 αναθέτει στην ελεγκτική επιτροπή κεντρικό ρόλο στη διασφάλιση της ανεξαρτησίας του ελεγκτή. Το άρθρο 43 προβλέπει ότι η ελεγκτική επιτροπή συμμετέχει στη διαδικασία διορισμού του νόμιμου ελεγκτή ή του ελεγκτικού γραφείου, τους οποίους επιλέγει προτού η διοίκηση προτείνει το διορισμό τους στη γενική συνέλευση της ελεγχόμενης οντότητας.

Το άρθρο 41 μειώνει σε τρία χρόνια την περιοδικότητα του ελέγχου ποιότητας.

Το άρθρο 42 καθορίζει αυστηρότερες απαιτήσεις για τη δημόσια εποπτεία, αποκλείοντας τους επαγγελματίες ελεγκτές από τη διακυβέρνηση του συστήματος δημόσιας εποπτείας.

Κεφάλαιο XII Διεθνείς πτυχές (άρθρα 44 έως 47)

Τα μέτρα που προτείνονται στην παρούσα οδηγία θα επιτρέψουν να εξασφαλιστεί η υψηλή ποιότητα του υποχρεωτικού ελέγχου στην ΕΕ και, με τον τρόπο αυτό, θα ενισχύσουν την εμπιστοσύνη στη λειτουργία της ευρωπαϊκής κεφαλαιαγοράς. Ο στόχος αυτός δεν πρέπει να τίθεται σε κίνδυνο από μια ενδεχόμενη χαμηλή ποιότητα του ελέγχου που ασκούν ελεγκτές από τρίτες χώρες οι οποίοι συντάσσουν εκθέσεις ελέγχου σχετιζόμενες με κινητές αξίες που έχουν εισαχθεί σε διαπραγμάτευση στην ΕΕ. Οι νόμιμοι ελεγκτές και/ή τα ελεγκτικά γραφεία από τρίτες χώρες που δημοσιεύουν εκθέσεις σχετιζόμενες με κινητές αξίες που έχουν εισαχθεί σε διαπραγμάτευση στην ΕΕ οφείλουν να είναι εγγεγραμμένοι στην ΕΕ σύμφωνα με το άρθρο 45 και να υπόκεινται σε συστήματα εποπτείας, διασφάλισης ποιότητας, ερευνών και κυρώσεων. Οι απαιτήσεις του άρθρου 45 εγγυώνται ότι μόνον οι ελεγκτές και τα ελεγκτικά γραφεία που πληρούν κριτήρια ποιότητας ισοδύναμα με εκείνα που προβλέπει η παρούσα οδηγία μπορούν να εγγράφονται σε μητρώα της ΕΕ.

Προκειμένου να αποφευχθούν περιττές επικαλύψεις ρυθμίσεων σε διεθνές επίπεδο, το άρθρο 46 επιτρέπει την απαλλαγή από τις υποχρεώσεις εγγραφής στα μητρώα, δημόσιας εποπτείας, διασφάλισης ποιότητας και έρευνας και κυρώσεων των νόμιμων ελεγκτών από τρίτες χώρες που υπόκεινται σε συστήματα ισοδύναμα με εκείνα που προβλέπονται στην οδηγία. Όσον αφορά την εγγραφή στο μητρώο και τη δημόσια εποπτεία, η απαλλαγή δεν είναι δυνατή παρά μόνο εάν το ελεγκτικό γραφείο τρίτης χώρας υπόκειται σε σύστημα εποπτείας ισοδύναμο με εκείνο που περιγράφεται στα άρθρα 29, 30 και 31. Μια άλλη σημαντική υποχρέωση είναι η αμοιβαία μεταχείριση των κρατών μελών από την τρίτη χώρα. Για να υπάρξει κοινή αξιολόγηση στην ΕΕ και, με τον τρόπο αυτό, να εξασφαλιστεί η ίση μεταχείριση των τρίτων χωρών σε όλη την ΕΕ, η Επιτροπή θα αξιολογεί την αμοιβαιότητα στο επίπεδο της ΕΕ σε συνεργασία με τα κράτη μέλη.

Οι κεφαλαιαγορές της ΕΕ και οι παγκόσμιες κεφαλαιαγορές συνδέονται στενά μεταξύ τους. Όπως κατέδειξαν τα πρόσφατα εταιρικά σκάνδαλα, η απώλεια εμπιστοσύνης στη λειτουργία μιας αγοράς επηρεάζει την εμπιστοσύνη στις άλλες αγορές. Για το λόγο αυτό, έχει ιδιαίτερη σημασία να εξασφαλιστεί ότι οι ρυθμιστικές και εποπτικές αρχές συνεργάζονται διεθνώς στη βάση πραγματικής εταιρικής σχέσης και εμπιστοσύνης. Πολλά άρθρα της οδηγίας περιλαμβάνουν κατάλληλες απαιτήσεις εγγραφής στα μητρώα, δημόσιας εποπτείας, διασφάλισης ποιότητας, ερευνών και κυρώσεων για τα ελεγκτικά γραφεία και μπορούν να αποτελέσουν τη βάση συμφωνιών συνεργασίας με τις ρυθμιστικές και εποπτικές αρχές τρίτων χωρών.

Η συνεργασία αυτή θα καλύπτει την αναγκαία πρόσβαση στα φύλλα εργασίας, η οποία στο πλαίσιο αυτό δεν θα είναι δυνατή παρά μόνο εάν τα έγγραφα διαβιβάζονται από τις αρμόδιες εθνικές αρχές. Η διαβίβαση απαιτεί την αμοιβαία συνεργασία της ενδιαφερόμενης τρίτης χώρας. Και στην περίπτωση αυτή, για να υπάρξει κοινή αξιολόγηση της αμοιβαιότητας και, με τον τρόπο αυτό, να εξασφαλιστεί η ίση μεταχείριση των τρίτων χωρών σε όλη την ΕΕ, η Επιτροπή θα προβαίνει στην αξιολόγηση αυτή στο επίπεδο της ΕΕ σε συνεργασία με τα κράτη μέλη. Δεδομένου ότι η ανταλλαγή των ελεγκτικών εγγράφων είναι πάντα ένα ευαίσθητο θέμα για όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη, το άρθρο 47 επιβάλλει συμπληρωματικές απαιτήσεις σε σύγκριση με την προβλεπόμενη στο άρθρο 34 συνεργασία στο εσωτερικό της ΕΕ. Έτσι, η ανταλλαγή πρέπει να αιτιολογείται. Η αίτηση πρέπει να τηρεί τις απαιτήσεις επαγγελματικού απορρήτου και τα φύλλα εργασίας πρέπει να χρησιμοποιούνται μόνο για την εποπτεία των ελεγκτών. Γενικά, οι αιτήσεις αυτές δεν πρέπει να προσβάλλουν την κυριαρχία, την ασφάλεια και τη δημόσια τάξη των κρατών μελών ή τις δικαστικές διαδικασίες τους και πρέπει να είναι σύμφωνες με την κοινοτική νομοθεσία.

Κεφάλαιο XIII Μεταβατικές και τελικές διατάξεις (άρθρα 48 έως 55)

Το άρθρο 49 συστήνει νέα κανονιστική επιτροπή λογιστικού ελέγχου, η οποία απαρτίζεται από εκπροσώπους των κρατών μελών και προεδεύεται από εκπρόσωπο της Επιτροπής. Η επιτροπή αυτή θα επικουρεί την Επιτροπή στην κατάρτιση των εκτελεστικών μέτρων με τις διαδικασίες επιτροπολογίας που προβλέπονται στο άρθρο αυτό. Η τεχνική εμπειρογνωμοσύνη των φορέων του κλάδου θα είναι χωρίς αμφιβολία απαραίτητη για να εξασφαλιστεί η υψηλή ποιότητα των μέτρων που θα ληφθούν. Η νέα επιτροπή λογιστικού ελέγχου θα πρέπει να διερευνήσει τους τρόπους με τους οποίους ο κλάδος των ελεγκτών μπορεί να συνεχίσει να παρέχει πραγματικά και αποτελεσματικά την τεχνική εμπειρογνωμοσύνη του για τη στήριξη των κανονιστικών οργάνων της ΕΕ.

Επιπλέον, το άρθρο 50 επιφέρει στην 4η και στην 7η οδηγία του Συμβουλίου τροποποιήσεις με τις οποίες επιβάλλεται στις ελεγχόμενες οντότητες η απαίτηση να δημοσιοποιούν τις αμοιβές που καταβάλλονται στο νόμιμο ελεγκτή η στο ελεγκτικό γραφείο, κατανεμημένες σε αμοιβές για ελεγκτικές υπηρεσίες, άλλες υπηρεσίες εξακρίβωσης, φορολογικές υπηρεσίες και λοιπές μη ελεγκτικές υπηρεσίες.

Λόγω της κατάργησης της όγδοης οδηγίας του Συμβουλίου από το άρθρο 51, το άρθρο 52 διατηρεί την ισχύ της άδειας που έχουν λάβει νόμιμοι ελεγκτές και ελεγκτικά γραφεία βάσει της καταργούμενης οδηγίας.

2004/0065 (COD)

Πρόταση για ΟΔΗΓΙΑ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ για τον υποχρεωτικό έλεγχο των ετήσιων και των ενοποιημένων λογαριασμών και για την τροποποίηση των οδηγιών 78/660/ΕΟΚ και 83/349/ΕΟΚ του Συμβουλίου (Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)

ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη:

τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, και ιδίως το άρθρο 44 παράγραφος 2 στοιχείο ζ),

την πρόταση της Επιτροπής [11],

[11] ΕΕ C [...], [...], σ. [...].

τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής [12],

[12] ΕΕ C [...], [...], σ. [...].

Αποφασίζοντας σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 251 της συνθήκης [13],

[13] ΕΕ C [...], [...], σ. [...].

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1) Η τετάρτη οδηγία 78/660/EOK του Συμβουλίου της 25ης Ιουλίου 1978 βασιζομένη στο άρθρο 54 παράγραφος 3 στοιχείο ζ) της συνθήκης περί των ετησίων λογαριασμών εταιρειών ορισμένων μορφών [14], η έβδομη οδηγία 83/349/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 13ης Ιουνίου 1983 βασιζόμενη στο άρθρο 54 παράγραφος 3 στοιχείο ζ) της συνθήκης για τους ενοποιημένους λογαριασμούς [15], η Οδηγία 86/635/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 8ης Δεκεμβρίου 1986 για τους ετήσιους και τους ενοποιημένους λογαριασμούς των τραπεζών και λοιπών χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων [16] και η οδηγία 91/674/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 19ης Δεκεμβρίου 1991 για τους ετήσιους και τους ενοποιημένους λογαριασμούς των ασφαλιστικών επιχειρήσεων [17] προβλέπουν επί του παρόντος ότι οι ετήσιοι και οι ενοποιημένοι λογαριασμοί πρέπει να ελέγχονται από ένα ή περισσότερα πρόσωπα που εξουσιοδοτούνται να διενεργούν τον έλεγχο αυτό.

[14] ΕΕ L 222 της 14.8.1978, σ. 11, όπως τροποποιήθηκε τελευταία από την οδηγία 2003/51/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (ΕΕ L 178 της 17.7.2003, σ. 16).

[15] ΕΕ L 193 της 18.7.1983, σ. 1, όπως τροποποιήθηκε τελευταία από την οδηγία 2003/51/ΕΚ.

[16] ΕΕ L 372 της 31.12.1986, σ. 1, όπως τροποποιήθηκε τελευταία από την οδηγία 2003/51/ΕΚ.

[17] ΕΕ L 374 της 31.12.1991, σ. 7, όπως τροποποιήθηκε τελευταία από την οδηγία 2003/51/ΕΚ.

(2) Οι όροι για τη χορήγηση άδειας στα πρόσωπα που είναι υπεύθυνα για τη διενέργεια του υποχρεωτικού αυτού ελέγχου καθορίστηκαν στην όγδοη οδηγία 84/253/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 10ης Απριλίου 1984 βασιζόμενη στο άρθρο 54 παράγραφος 3 στοιχείο ζ) της συνθήκης για τη χορήγηση άδειας στους υπεύθυνους για τον νόμιμο έλεγχο των λογιστικών εγγράφων [18].

[18] ΕΕ L 126 της 12.5.84, σ. 20.

(3) Η έλλειψη εναρμονισμένης προσέγγισης στο θέμα του υποχρεωτικού ελέγχου στην Κοινότητα οδήγησε την Επιτροπή να προτείνει, στην ανακοίνωση που δημοσίευσε το 1998 με τίτλο «Ο υποχρεωτικός έλεγχος στην Ευρωπαϊκή Ένωση και οι μελλοντικές προοπτικές του» [19], τη δημιουργία επιτροπής λογιστικού ελέγχου που θα μπορούσε να προετοιμάσει νέα μέτρα στον τομέα αυτό σε στενή συνεργασία με τον κλάδο των ελεγκτών και τα κράτη μέλη.

[19] ΕΕ C 143 της 8.5.1998, σ. 12.

(4) Με βάση τις εργασίες της επιτροπής αυτής, η Επιτροπή εξέδωσε το Νοέμβριο του 2000 τη σύσταση για τη «Διασφάλιση της ποιότητας του υποχρεωτικού ελέγχου στην ΕΕ» [20] και, το Μάιο του 2002, τη σύσταση για την «Ανεξαρτησία των νόμιμων ελεγκτών στην ΕΕ» [21]. Τα κράτη μέλη θέτουν σε εφαρμογή τις δύο αυτές συστάσεις.

[20] ΕΕ L 91 της 31.3.2001, σ. 91.

[21] ΕΕ L 191 της 19.7.2002, σ. 22.

(5) Τα επαγγελματικά προσόντα που αποκτούν οι νόμιμοι ελεγκτές βάσει της παρούσας οδηγίας θεωρούνται ισοδύναμα. Συνεπώς, ένα κράτος μέλος δεν θα μπορεί πλέον να προβλέπει ότι η πλειοψηφία των δικαιωμάτων ψήφου ενός ελεγκτικού γραφείου πρέπει να κατέχεται από νόμιμους ελεγκτές που έχουν λάβει άδεια στο κράτος αυτό ή ότι η πλειοψηφία των μελών του διοικητικού ή διαχειριστικού οργάνου ενός ελεγκτικού γραφείου πρέπει να έχουν λάβει άδεια στο κράτος αυτό.

(6) Ο υποχρεωτικός έλεγχος απαιτεί επαρκείς γνώσεις σε θέματα όπως το δίκαιο των εταιρειών, το φορολογικό δίκαιο και το κοινωνικό δίκαιο. Οι γνώσεις αυτές πρέπει να αποδεικνύονται με εξετάσεις πριν από τη χορήγηση άδειας σε νόμιμο ελεγκτή από άλλο κράτος μέλος.

(7) Για την προστασία των τρίτων, όλοι οι νόμιμοι ελεγκτές και τα ελεγκτικά γραφεία που έχουν λάβει άδεια πρέπει να εγγράφονται σε μητρώο, το οποίο είναι προσιτό στο κοινό και περιέχει βασικές πληροφορίες για το νόμιμο ελεγκτή ή το ελεγκτικό γραφείο.

(8) Οι νόμιμοι ελεγκτές πρέπει να τηρούν τα υψηλότερα ηθικά πρότυπα. Πρέπει συνεπώς να υπόκεινται σε κανόνες επαγγελματικής δεοντολογίας.

(9) Οι νόμιμοι ελεγκτές και τα ελεγκτικά γραφεία πρέπει να σέβονται την ιδιωτική ζωή των πελατών τους. Πρέπει συνεπώς να δεσμεύονται από αυστηρούς κανόνες εμπιστευτικότητας και επαγγελματικού απορρήτου, χωρίς όμως οι κανόνες αυτοί να εμποδίζουν την ορθή εφαρμογή των ελεγκτικών προτύπων.

(10) Οι νόμιμοι ελεγκτές και τα ελεγκτικά γραφεία πρέπει να είναι ανεξάρτητοι κατά την εκτέλεση του υποχρεωτικού ελέγχου. Πρέπει να παραιτούνται από μια ελεγκτική αποστολή εάν βρίσκονται σε κατάσταση που μπορεί να θέσει σε κίνδυνο την ανεξαρτησία τους. Πρέπει επίσης να αρνούνται να αναλάβουν την παροχή οποιασδήποτε μη ελεγκτικής υπηρεσίας που μπορεί να αποτελέσει απειλή για την ανεξαρτησία τους.

(11) Πρέπει να εξασφαλιστεί ότι η ποιότητα όλων των ελέγχων που επιβάλλει η κοινοτική νομοθεσία είναι σταθερή και υψηλή. Όλοι οι υποχρεωτικοί έλεγχοι πρέπει συνεπώς να διενεργούνται βάσει των διεθνών ελεγκτικών προτύπων. Δεν πρέπει να επιτρέπεται στα κράτη μέλη να επιβάλλουν συμπληρωματικές ελεγκτικές διαδικασίες παρά μόνο εάν αυτές απορρέουν από ειδικές απαιτήσεις σχετιζόμενες με το αντικείμενο του υποχρεωτικού ελέγχου.

(12) Για να υιοθετηθεί και να εφαρμοστεί στην Κοινότητα, ένα διεθνές ελεγκτικό πρότυπο πρέπει να είναι γενικά αποδεκτό σε διεθνές επίπεδο, να έχει αναπτυχθεί με πλήρη συμμετοχή όλων των ενδιαφερομένων μερών με ανοικτή και διαφανή διαδικασία, να ενισχύει την αξιοπιστία των ετήσιων και των ενοποιημένων λογαριασμών και να προάγει το ευρωπαϊκό δημόσιο συμφέρον.

(13) Στην περίπτωση των ενοποιημένων λογαριασμών, πρέπει να επιμερίζονται σαφώς οι ευθύνες των νόμιμων ελεγκτών που διενεργούν τον έλεγχο των συνιστωσών του ομίλου. Αυτό επιτυγχάνεται καλύτερα όταν ο ελεγκτής του ομίλου φέρει την πλήρη ευθύνη για την έκθεση ελέγχου.

(14) Για να αυξήσει τη συγκρισιμότητα μεταξύ εταιρειών που εφαρμόζουν τα ίδια λογιστικά πρότυπα, η Επιτροπή πρέπει να έχει τη δυνατότητα να υιοθετήσει κοινή έκθεση για τον υποχρεωτικό έλεγχο των ετήσιων ή ενοποιημένων λογαριασμών που καταρτίζονται βάσει των εγκεκριμένων διεθνών λογιστικών προτύπων.

(15) Η διενέργεια τακτικών ελέγχων ποιότητας αποτελεί πρόσφορο μέσο για τη διασφάλιση σταθερά υψηλής ποιότητας του υποχρεωτικού ελέγχου. Οι νόμιμοι ελεγκτές και τα ελεγκτικά γραφεία πρέπει συνεπώς να υπόκεινται σε σύστημα διασφάλισης ποιότητας οργανωμένο κατά τρόπο ανεξάρτητο από τους νόμιμους ελεγκτές και τα ελεγκτικά γραφεία που αποτελούν αντικείμενο του ελέγχου ποιοτικής επάρκειας.

(16) Η διενέργεια ερευνών και η επιβολή κατάλληλων κυρώσεων συμβάλλουν στην πρόληψη και διόρθωση ενδεχόμενων σφαλμάτων κατά τη διενέργεια του υποχρεωτικού ελέγχου.

(17) Τα κράτη μέλη πρέπει να δημιουργήσουν αποτελεσματικό σύστημα δημόσιας εποπτείας των νόμιμων ελεγκτών και των ελεγκτικών γραφείων, ο οποίος πρέπει να βασίζεται στον έλεγχο της χώρας καταγωγής. Οι κανονιστικές ρυθμίσεις που διέπουν τον έλεγχο αυτό πρέπει να επιτρέπουν τον αποτελεσματικό συντονισμό σε κοινοτικό επίπεδο των εποπτικών δραστηριοτήτων των κρατών μελών. Οι αρμόδιες αρχές των κρατών μελών πρέπει να συνεργάζονται μεταξύ τους εάν αυτό είναι αναγκαίο για την άσκηση των καθηκόντων τους για την εποπτεία των νόμιμων ελεγκτών και των ελεγκτικών γραφείων στα οποία έχουν χορηγήσει άδεια. Η συνεργασία αυτή μπορεί να συμβάλει σημαντικά στην εξασφάλιση σταθερά υψηλής ποιότητας του υποχρεωτικού ελέγχου στην Κοινότητα.

(18) Ο νόμιμος ελεγκτής ή το ελεγκτικό γραφείο πρέπει να διορίζεται από τη γενική συνέλευση των μετόχων της ελεγχόμενης οντότητας. Για να προστατεύεται η ανεξαρτησία του ελεγκτή, η παύση του δεν πρέπει να είναι δυνατή παρά μόνο για βάσιμους λόγους και εφόσον οι λόγοι αυτοί ανακοινώνονται στην αρχή ή τις αρχές που είναι αρμόδιες για τη δημόσια εποπτεία.

(19) Οι οντότητες δημοσίου συμφέροντος έχουν μεγαλύτερη ορατότητα και οικονομική σημασία και συνεπώς ο υποχρεωτικός έλεγχος των ετήσιων ή ενοποιημένων λογαριασμών τους πρέπει να υπόκειται σε αυστηρότερες απαιτήσεις.

(20) Η ύπαρξη ελεγκτικών επιτροπών και αποτελεσματικών συστημάτων εσωτερικού ελέγχου συμβάλει στην ελαχιστοποίηση των χρηματοοικονομικών κινδύνων, των λειτουργικών κινδύνων και των κινδύνων μη συμμόρφωσης και ενισχύει την ποιότητα της χρηματοοικονομικής πληροφόρησης.

(21) Οι αλληλεπιδράσεις μεταξύ κεφαλαιαγορών καθιστούν ακόμα πιο επιτακτική την ανάγκη να εξασφαλιστεί ότι η ποιότητα των εργασιών ελεγκτών από τρίτες χώρες σε σχέση με την κοινοτική κεφαλαιαγορά είναι επίσης υψηλή. Οι ελεγκτές αυτοί πρέπει συνεπώς να εγγράφονται στα μητρώα για να μπορούν να υπαχθούν στους ελέγχους διασφάλισης ποιότητας και στο σύστημα ερευνών και κυρώσεων. Θα επιτρέπονται παρεκκλίσεις σε αμοιβαία βάση και με την επιφύλαξη της επιτυχίας σε εξέταση ισοδυναμίας, την οποία θα πραγματοποιεί η Επιτροπή σε συνεργασία με τα κράτη μέλη.

(22) Η πολυπλοκότητα του υποχρεωτικού ελέγχου των διεθνών ομίλων απαιτεί μια αποτελεσματική συνεργασία μεταξύ των αρμόδιων αρχών των κρατών μελών και εκείνων των τρίτων χωρών. Τα κράτη μέλη πρέπει συνεπώς να εξασφαλίσουν ότι οι αρμόδιες αρχές τους παρέχουν στις αρμόδιες αρχές τρίτων χωρών πρόσβαση στα φύλλα εργασίας και σε άλλα έγγραφα. Για να προστατεύσουν τα δικαιώματα των ενδιαφερόμενων μερών και να διευκολύνουν ταυτόχρονα την πρόσβαση σε αυτά τα στοιχεία και έγγραφα, τα κράτη μέλη πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να παρέχουν στις αρμόδιες αρχές τρίτων χωρών απευθείας πρόσβαση, με την επιφύλαξη της έγκρισης της αρμόδιας εθνικής αρχής.

(23) Τα αναγκαία μέτρα για την εφαρμογή της παρούσας οδηγίας πρέπει να θεσπισθούν σύμφωνα με την απόφαση 1999/468/ΕΚ του Συμβουλίου, της 28ης Ιουνίου 1999, για τον καθορισμό των όρων άσκησης των εκτελεστικών αρμοδιοτήτων που ανατίθενται στην Επιτροπή, και λαμβάνοντας υπόψη τη δήλωση στην οποία προέβη η Επιτροπή ενώπιον του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου στις 5 Φεβρουαρίου 2002 σχετικά με την εφαρμογή της νομοθεσίας για τις χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες. Για το σκοπό αυτό συστήνεται επιτροπή που θα επικουρεί την Επιτροπή.

(24) Τα μέτρα που είναι αναγκαία για την εφαρμογή της παρούσας οδηγίας είναι γενικά μέτρα κατά την έννοια του άρθρου 2 της απόφασης 1999/468/ΕΚ του Συμβουλίου και συνεπώς πρέπει να θεσπιστούν με την κανονιστική διαδικασία του άρθρου 5 της απόφασης αυτής.

(25) Σύμφωνα με τις αρχές της επικουρικότητας και της αναλογικότητας του άρθρου 5 της συνθήκης, τα μέτρα που προβλέπει η παρούσα οδηγία, τα οποία απαιτούν την εφαρμογή ενιαίου συνόλου διεθνών ελεγκτικών προτύπων, την προσαρμογή των απαιτήσεων εκπαίδευσης, τον ορισμό επαγγελματικής δεοντολογίας και την τεχνική εφαρμογή της συνεργασίας μεταξύ των αρμόδιων αρχών των κρατών μελών και μεταξύ των αρχών αυτών και των αρχών τρίτων χωρών, είναι αναγκαία για να επιτευχθούν οι στόχοι για την ενίσχυση και περαιτέρω εναρμόνιση της ποιότητας του υποχρεωτικού ελέγχου στην Κοινότητα και για να διευκολυνθεί η συνεργασία μεταξύ κρατών μελών και με τις τρίτες χώρες, προκειμένου να αυξηθεί η εμπιστοσύνη στον υποχρεωτικό έλεγχο των λογαριασμών.

(26) Για να καταστούν πιο διαφανείς οι σχέσεις μεταξύ νόμιμου ελεγκτή ή ελεγκτικού γραφείου και ελεγχόμενης οντότητας, οι οδηγίες 78/660/ΕΟΚ και 83/349/ΕΟΚ πρέπει να τροποποιηθούν κατά τρόπο ώστε να απαιτείται η γνωστοποίηση στο προσάρτημα των ετήσιων και των ενοποιημένων λογαριασμών των αμοιβών που καταβάλλονται για ελεγκτικές υπηρεσίες και των αμοιβών που καταβάλλονται για μη ελεγκτικές υπηρεσίες.

(27) Η οδηγία 84/253/ΕΟΚ του Συμβουλίου πρέπει να καταργηθεί διότι δεν περιέχει όλα τα στοιχεία που θα επέτρεπαν τη δημιουργία κατάλληλου καθεστώτος υποχρεωτικού ελέγχου, όπως ιδίως δημόσιας εποπτείας και συστημάτων κυρώσεων και διασφάλισης ποιότητας, και διότι δεν καθορίζει ειδικούς κανόνες για τη ρυθμιστική συνεργασία μεταξύ κρατών μελών και τρίτων χωρών. Ωστόσο, για να υπάρξει ασφάλεια δικαίου, είναι αναγκαίο να ορισθεί σαφώς ότι οι νόμιμοι ελεγκτές και τα ελεγκτικά γραφεία που έχουν λάβει άδεια βάσει της οδηγίας 84/253/ΕΟΚ θεωρούνται ότι έχουν λάβει άδεια βάσει της παρούσας οδηγίας.

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΟΔΗΓΙΑ:

Κεφάλαιο I Αντικείμενο και ορισμοί

Άρθρο 1 Αντικείμενο

Η παρούσα οδηγία καθορίζει τους κανόνες σχετικά με τον υποχρεωτικό έλεγχο των ετήσιων και των ενοποιημένων λογαριασμών, εφόσον ο έλεγχος αυτός απαιτείται από την κοινοτική νομοθεσία.

Άρθρο 2 Ορισμοί

Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας ισχύουν οι ακόλουθοι ορισμοί:

(1) «υποχρεωτικός έλεγχος»: έλεγχος των ετήσιων ή ενοποιημένων λογαριασμών, εφόσον ο έλεγχος αυτός απαιτείται από την κοινοτική νομοθεσία και διενεργείται σύμφωνα με τις διατάξεις της παρούσας οδηγίας.

(2) «νόμιμος ελεγκτής»: φυσικό πρόσωπο που έχει λάβει, σύμφωνα με τις διατάξεις της παρούσας οδηγίας, άδεια από τις αρμόδιες αρχές κράτους μέλους να διενεργεί υποχρεωτικούς ελέγχους.

(3) «ελεγκτικό γραφείο»: οντότητα που έχει λάβει, σύμφωνα με τις διατάξεις της παρούσας οδηγίας, άδεια από τις αρμόδιες αρχές κράτους μέλους να διενεργεί υποχρεωτικούς ελέγχους, ανεξάρτητα από τη νομική της μορφή.

(4) «ελεγκτής ομίλου»: νόμιμος ελεγκτής ή ελεγκτικό γραφείο που διενεργεί τον υποχρεωτικό έλεγχο των ενοποιημένων λογαριασμών.

(5) «δίκτυο»: ευρύτερη διάρθρωση στην οποία ανήκει ο νόμιμος ελεγκτής ή το ελεγκτικό γραφείο και η οποία χρησιμοποιεί κοινό διακριτικό τίτλο ή επιτρέπει την από κοινού εκμετάλλευση επαγγελματικών πόρων.

(6) «συνδεδεμένη επιχείρηση ελεγκτικού γραφείου»: κάθε επιχείρηση, ανεξάρτητα από τη νομική της μορφή, η οποία συνδέεται με το ελεγκτικό γραφείο μέσω κοινής ιδιοκτησίας, κοινού ελέγχου ή κοινής διοίκησης.

(7) «έκθεση ελέγχου»: η έκθεση που αναφέρεται στο άρθρο 51α της οδηγίας 78/660/ΕΟΚ και στο άρθρο 37 της οδηγίας 83/349/ΕΟΚ, την οποία εκδίδει ο νόμιμος ελεγκτής ή το ελεγκτικό γραφείο.

(8) «αρμόδιες αρχές»: αρχές ή φορείς που είναι εκ του νόμου υπεύθυνοι για τη ρύθμιση και την εποπτεία των νόμιμων ελεγκτών και των ελεγκτικών γραφείων.

(9) «διεθνή ελεγκτικά πρότυπα»: τα διεθνή ελεγκτικά πρότυπα (International Standards on Auditing (ISA)) και οι συναφείς διεθνείς λογιστικές πρακτικές (International Audit Practice Statements), στο μέτρο που αφορούν τον υποχρεωτικό έλεγχο.

(10) «διεθνή λογιστικά πρότυπα»: τα διεθνή λογιστικά πρότυπα (International Accounting Standards (IAS)), τα διεθνή πρότυπα χρηματοοικονομικής πληροφόρησης (International Financial Reporting Standards (IFRS)) και οι διερμηνείες τους (SIC-IFRIC interpretations), οι μεταγενέστερες τροποποιήσεις αυτών των προτύπων και των διερμηνειών τους και τα μελλοντικά πρότυπα και οι διερμηνείες τους, που εκδίδονται ή εγκρίνονται το Συμβούλιο Διεθνών Λογιστικών Προτύπων (International Accounting Standards Board (IASB)).

(11) «οντότητες δημοσίου συμφέροντος»: οντότητες που έχουν ουσιαστικό χαρακτήρα δημοσίου συμφέροντος λόγω της φύσης των δραστηριοτήτων τους, του μεγέθους τους ή του αριθμού των απασχολουμένων τους, ιδίως οι διεπόμενες από τη νομοθεσία κράτους μέλους εταιρείες των οποίων οι τίτλοι έχουν εισαχθεί για διαπραγμάτευση σε οργανωμένη αγορά οποιουδήποτε κράτους μέλους κατά την έννοια του άρθρου 1 σημείο 13) της οδηγίας 93/22/ΕΟΚ [22] του Συμβουλίου, καθώς και οι τράπεζες και τα λοιπά χρηματοπιστωτικά ιδρύματα και ασφαλιστικές επιχειρήσεις.

[22] ΕΕ L 141 της 11.6.1993, σ. 27.

Κεφάλαιο II Χορήγηση άδειας, συνεχής εκπαίδευση και αμοιβαία αναγνώριση

Άρθρο 3 Χορήγηση άδειας στους νόμιμους ελεγκτές και στα ελεγκτικά γραφεία

1. Κάθε κράτος μέλος ορίζει τις αρμόδιες αρχές που είναι υπεύθυνες για τη χορήγηση άδειας στους νόμιμους ελεγκτές και στα ελεγκτικά γραφεία.

Οι αρμόδιες αρχές μπορούν να είναι επαγγελματικές ενώσεις, υπό τον όρο ότι υπόκεινται στο δημόσιο έλεγχο που αναφέρεται στα άρθρα 31 και 42.

2. Ο υποχρεωτικός έλεγχος διενεργείται μόνον από νόμιμους ελεγκτές ή ελεγκτικά γραφεία που έχουν λάβει άδεια από το κράτος μέλος στο οποίο διενεργείται ο έλεγχος.

3. Οι αρμόδιες αρχές των κρατών μελών χορηγούν άδεια νόμιμου ελεγκτή στα φυσικά πρόσωπα που πληρούν τουλάχιστον τις προϋποθέσεις που ορίζονται στα άρθρα 4 έως 10.

Χορηγούν άδεια ελεγκτικού γραφείου μόνον σε οντότητες που πληρούν τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

(α) τα φυσικά πρόσωπα που διενεργούν υποχρεωτικούς ελέγχους για λογαριασμό του ελεγκτικού γραφείου πρέπει να πληρούν τουλάχιστον τις προϋποθέσεις που προβλέπονται στα άρθρα 4 έως 10 και να έχουν λάβει άδεια νόμιμου ελεγκτή στο κράτος μέλος του ελεγκτικού γραφείου.

(β) η πλειοψηφία των δικαιωμάτων ψήφου πρέπει να κατέχεται από νόμιμους ελεγκτές ή από ελεγκτικά γραφεία που έχουν λάβει άδεια σε ένα κράτος μέλος.

(γ) η πλειοψηφία των μελών του διοικητικού ή διαχειριστικού οργάνου του ελεγκτικού γραφείου πρέπει να είναι νόμιμοι ελεγκτές ή ελεγκτικά γραφεία που έχουν λάβει άδεια σε οποιοδήποτε κράτος μέλος. Εάν το όργανο αυτό δεν περιλαμβάνει περισσότερα από δύο μέλη, ένα από αυτά πρέπει να είναι νόμιμος ελεγκτής ή ελεγκτικό γραφείο που έχει λάβει άδεια σε οποιοδήποτε κράτος μέλος.

Άρθρο 4 Καλή φήμη

Οι αρμόδιες αρχές ενός κράτους μέλους χορηγούν άδεια μόνο σε φυσικά πρόσωπα ή ελεγκτικά γραφεία που έχουν τα απαιτούμενα εχέγγυα εντιμότητας και δεν ασκούν καμία δραστηριότητα ασυμβίβαστη με τη λειτουργία του νόμιμου ελεγκτή.

Άρθρο 5 Ανάκληση της άδειας

1. Η άδεια του νόμιμου ελεγκτή ή του ελεγκτικού γραφείου ανακαλείται εάν αμφισβητείται σοβαρά η εντιμότητά του.

2. Η άδεια ελεγκτικού γραφείου ανακαλείται εάν παύει να πληρούται μια από τις προϋποθέσεις του άρθρου 3. Ωστόσο, τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν περίοδο χάριτος όχι μεγαλύτερη των έξι μηνών για να πληρωθούν οι προϋποθέσεις αυτές.

Άρθρο 6 Απαιτούμενοι τίτλοι σπουδών

Φυσικό πρόσωπο μπορεί να λάβει άδεια να διενεργεί νόμιμους ελέγχους μόνον εάν, αφού φθάσει στο επίπεδο εισαγωγής στο πανεπιστήμιο, ακολουθήσει πρόγραμμα θεωρητικής διδασκαλίας, πραγματοποιήσει πρακτική άσκηση και επιτύχει σε εξετάσεις επαγγελματικής ικανότητας επιπέδου τέλους πανεπιστημιακών σπουδών, τις οποίες διοργανώνει ή αναγνωρίζει το κράτος.

Άρθρο 7 Εξετάσεις επαγγελματικής ικανότητας

Οι εξετάσεις επαγγελματικής ικανότητας που αναφέρονται στο άρθρο 6 πρέπει να εγγυώνται το επίπεδο των απαραίτητων θεωρητικών γνώσεων σε θέματα που σχετίζονται με το νόμιμο έλεγχο και την ικανότητα εφαρμογής αυτών των γνώσεων στην πράξη. Μέρος τουλάχιστον αυτών των εξετάσεων πρέπει να γίνεται γραπτώς.

Άρθρο 8 Έλεγχος θεωρητικών γνώσεων

1. Ο έλεγχος θεωρητικών γνώσεων που περιλαμβάνεται στις εξετάσεις θα καλύπτει ιδίως τους ακόλουθους τομείς:

(α) θεωρία και αρχές γενικής λογιστικής.

(β) νομικές απαιτήσεις και πρότυπα για την κατάρτιση των ετήσιων και των ενοποιημένων λογαριασμών.

(γ) διεθνή λογιστικά πρότυπα.

(δ) χρηματοοικονομική ανάλυση.

(ε) αναλυτική λογιστική εκμετάλλευσης.

(στ) διαχείριση κινδύνων και εσωτερικός έλεγχος.

(ζ) ελεγκτική,

(η) νομικές απαιτήσεις και επαγγελματικά πρότυπα που αφορούν τον υποχρεωτικό έλεγχο και τους νόμιμους ελεγκτές.

(θ) διεθνή ελεγκτικά πρότυπα.

(ι) επαγγελματικά προσόντα.

(κ) επαγγελματική δεοντολογία και ανεξαρτησία.

2. Θα καλύπτει επίσης τα ακόλουθα θέματα, εφόσον σχετίζονται με τον υποχρεωτικό έλεγχο:

(α) εταιρικό δίκαιο και εταιρική διακυβέρνηση.

(β) πτωχευτικό δίκαιο και παρεμφερείς διαδικασίες.

(γ) φορολογικό δίκαιο.

(δ) αστικό και εμπορικό δίκαιο.

(ε) δίκαιο κοινωνικής ασφάλισης και εργατικό δίκαιο.

(στ) τεχνολογία της πληροφορίας και συστήματα πληροφορικής.

(ζ) οικονομική επιχειρήσεων, γενικά οικονομικά και χρηματοοικονομική.

(η) μαθηματικά και στατιστική.

(θ) βασικές αρχές χρηματοοικονομικής διοίκησης επιχειρήσεων.

3. Η Επιτροπή δύναται, σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 49 παράγραφος 2, να προσαρμόσει τον κατάλογο θεμάτων που πρέπει να καλύπτει ο έλεγχος θεωρητικών γνώσεων που αναφέρεται στην παράγραφο 1.

Άρθρο 9 Απαλλαγές

1. Κατά παρέκκλιση από τα άρθρα 7 και 8, τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέψουν ότι τα πρόσωπα που έχουν επιτύχει σε πανεπιστημιακές ή ισότιμες εξετάσεις ή κατέχουν πανεπιστημιακό πτυχίο ή ισότιμο δίπλωμα σε έναν ή περισσότερους από τους τομείς που αναφέρονται στο άρθρο 8, απαλλάσσονται από τον έλεγχο θεωρητικών γνώσεων στους τομείς που καλύπτονται από αυτές τις εξετάσεις ή διπλώματα.

2. Κατά παρέκκλιση από το άρθρο 7, τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέψουν ότι οι κάτοχοι πανεπιστημιακών πτυχίων ή ισότιμων διπλωμάτων σε έναν ή περισσότερους από τους τομείς που αναφέρονται στο άρθρο 8 μπορούν να απαλλαγούν από τον έλεγχο ικανότητας πρακτικής εφαρμογής των θεωρητικών τους γνώσεων σε αυτούς τους τομείς εάν οι γνώσεις αυτές έχουν αποτελέσει αντικείμενο πρακτικής άσκησης που κυρώνεται με εξέταση ή δίπλωμα που αναγνωρίζει το κράτος.

Άρθρο 10 Πρακτική άσκηση

1. Για να εξασφαλίζεται η ικανότητα πρακτικής εφαρμογής των θεωρητικών γνώσεων που αποτελούν αντικείμενο εξετάσεων, οι ασκούμενοι πρέπει να πραγματοποιούν πρακτική άσκηση διάρκειας τριών ετών τουλάχιστον, η οποία θα καλύπτει μεταξύ άλλων τον έλεγχο των ετήσιων λογαριασμών, των ενοποιημένων λογαριασμών ή παρόμοιων οικονομικών καταστάσεων. Η πρακτική άσκηση πρέπει να γίνεται τουλάχιστον κατά τα δύο τρίτα σε νόμιμο ελεγκτή ή ελεγκτικό γραφείο που έχει λάβει άδεια σε οποιοδήποτε κράτος μέλος.

2. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι όλη η πρακτική άσκηση γίνεται σε πρόσωπο που παρέχει επαρκείς εγγυήσεις για την κατάρτιση του ασκούμενου.

Άρθρο 11 Απόκτηση προσόντων λόγω μακροχρόνιας πρακτικής πείρας

Τα κράτη μέλη μπορούν να χορηγήσουν άδεια νόμιμου ελεγκτή σε πρόσωπα που δεν πληρούν τις προϋποθέσεις του άρθρου 6, εάν τα πρόσωπα αυτά μπορούν να αποδείξουν:

(α) είτε ότι έχουν ασκήσει επί δεκαπενταετία επαγγελματικές δραστηριότητες που τους επέτρεψαν να αποκτήσουν επαρκή πείρα στο χρηματοοικονομικό, νομικό και λογιστικό τομέα και ότι επέτυχαν στις εξετάσεις επαγγελματικής ικανότητας που αναφέρονται στο άρθρο 6,

(β) είτε ότι έχουν ασκήσει επί επταετία επαγγελματικές δραστηριότητες σ' αυτούς τους τομείς, και επιπλέον πραγματοποίησαν την πρακτική άσκηση που αναφέρεται στο άρθρο 10 και επέτυχαν στις εξετάσεις επαγγελματικής ικανότητας που αναφέρονται στο άρθρο 6.

Άρθρο 12 Συνδυασμός πρακτικής άσκησης και θεωρητικής διδασκαλίας

1. Τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέψουν ότι περίοδοι θεωρητικής διδασκαλίας στους τομείς που αναφέρονται στο άρθρο 8 συνυπολογίζονται στην περίοδο επαγγελματικής δραστηριότητας που αναφέρεται στο άρθρο 11, υπό τον όρο ότι η διδασκαλία αυτή έχει κυρωθεί με εξετάσεις που αναγνωρίζονται από το κράτος. Η διδασκαλία αυτή πρέπει να διαρκεί ένα έτος τουλάχιστον και δεν μπορεί να μειώσει την περίοδο επαγγελματικής δραστηριότητας κατά περισσότερο από τέσσερα έτη.

2. Η περίοδος επαγγελματικής δραστηριότητας και η πρακτική άσκηση δεν μπορούν να είναι μικρότερες από τη διάρκεια του προγράμματος θεωρητικής διδασκαλίας και της πρακτικής άσκησης που προβλέπονται στο άρθρο 6.

Άρθρο 13 Συνεχής εκπαίδευση

Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι οι νόμιμοι ελεγκτές υπόκεινται σε κατάλληλα προγράμματα συνεχούς εκπαίδευσης για τη διατήρηση επαρκών θεωρητικών γνώσεων, επαγγελματικών προσόντων και αρχών, και ότι σε περίπτωση μη συμμόρφωσης με την απαίτηση συνεχούς εκπαίδευσης επιβάλλονται κατάλληλες κυρώσεις σύμφωνα με το άρθρο 30.

Άρθρο 14 Χορήγηση άδειας σε νόμιμους ελεγκτές από άλλα κράτη μέλη

Οι αρμόδιες αρχές των κρατών μελών θεσπίζουν διαδικασίες για την αδειοδότηση των νόμιμων ελεγκτών που έχουν ήδη λάβει άδεια σε άλλα κράτη μέλη. Οι διαδικασίες αυτές πρέπει να απαιτούν το πολύ την υποβολή σε δοκιμασία επάρκειας σύμφωνα με το άρθρο 4 της οδηγίας 89/48/ΕΟΚ [23] του Συμβουλίου. Η δοκιμασία αυτή καλύπτει μόνο την επάρκεια των γνώσεων που νόμιμου ελεγκτή σχετικά με τις νομοθετικές και κανονιστικές ρυθμίσεις του ενδιαφερόμενου κράτους μέλους, εφόσον οι γνώσεις αυτές είναι χρήσιμες για τον υποχρεωτικό έλεγχο.

[23] ΕΕ L 19 της 24.1.1989, σ. 16.

Κεφάλαιο III Εγγραφή σε μητρώο

Άρθρο 15 Δημόσιο μητρώο

1. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι οι νόμιμοι ελεγκτές και τα ελεγκτικά γραφεία που έχουν λάβει άδεια εγγράφονται σε δημόσιο μητρώο σύμφωνα με τα άρθρα 16 και 17.

2. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι σε κάθε νόμιμο ελεγκτή και ελεγκτικό γραφείο αντιστοιχεί στο δημόσιο μητρώο ένας ατομικός αριθμός. Οι απαιτούμενες για την εγγραφή στο μητρώο πληροφορίες καταχωρίζονται και τηρούνται στο μητρώο με ηλεκτρονική μορφή και είναι ηλεκτρονικά προσιτές στο κοινό.

3. Το δημόσιο μητρώο περιέχει επίσης το όνομα και τη διεύθυνση των αρμόδιων αρχών που είναι υπεύθυνες για τη διασφάλιση ποιότητας που αναφέρεται στο άρθρο 29, τις έρευνες και κυρώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 30 και τη δημόσια εποπτεία που αναφέρεται στο άρθρο 31.

4. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι το δημόσιο μητρώο που αναφέρεται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου είναι πλήρως λειτουργικό το αργότερο ένα έτος από την ημερομηνία που αναφέρεται στο άρθρο 53 παράγραφος 1.

Άρθρο 16 Εγγραφή των νόμιμων ελεγκτών στο μητρώο

Όσον αφορά τους νόμιμους ελεγκτές, το δημόσιο μητρώο περιέχει τουλάχιστον τις ακόλουθες πληροφορίες:

(α) όνομα, διεύθυνση και αριθμός καταχώρισης.

(β) κατά περίπτωση, όνομα και διεύθυνση του ελεγκτικού γραφείου στο οποίο απασχολείται ο νόμιμος ελεγκτής ή με το οποίο είναι συνδεδεμένος ως εταίρος ή με άλλο τρόπο.

Άρθρο 17 Εγγραφή των ελεγκτικών γραφείων στο μητρώο

Όσον αφορά τα ελεγκτικά γραφεία, το δημόσιο μητρώο πρέπει να περιέχει τουλάχιστον τις ακόλουθες πληροφορίες:

(α) όνομα, διεύθυνση και αριθμός καταχώρισης.

(β) νομική μορφή.

(γ) διεύθυνση κέντρου παροχής πληροφοριών, κύριος υπεύθυνος πληροφόρησης και, κατά περίπτωση, διεύθυνση δικτυακού τόπου.

(δ) διεύθυνση όλων των σημείων εγκατάστασης του ελεγκτικού γραφείου στο κράτος μέλος.

(ε) όνομα και αριθμός καταχώρισης όλων των νόμιμων ελεγκτών που απασχολούνται στο ελεγκτικό γραφείο ή είναι συνδεδεμένοι με αυτό ως εταίροι ή με άλλο τρόπο.

(στ) όνομα και εμπορική διεύθυνση όλων των ιδιοκτητών και μετόχων.

(η) όνομα και εμπορική διεύθυνση όλων των μελών του διοικητικού ή διαχειριστικού οργάνου.

(θ) κατά περίπτωση, συμμετοχή σε δίκτυο και κατάλογος ονομάτων και διευθύνσεων των ελεγκτικών γραφείων που είναι μέλη του δικτύου ή συνδέονται με αυτό, ή ένδειξη του τόπου στον οποίο οι πληροφορίες αυτές είναι διαθέσιμες στο κοινό.

Άρθρο 18 Ενημέρωση των πληροφοριών που περιέχονται στο δημόσιο αρχείο

Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι οι νόμιμοι ελεγκτές και τα ελεγκτικά γραφεία γνωστοποιούν χωρίς καθυστέρηση στις αρμόδιες αρχές που είναι υπεύθυνες για το δημόσιο μητρώο κάθε μεταβολή των στοιχείων που περιέχονται στο δημόσιο μητρώο. Το μητρώο ενημερώνεται αμέσως μετά τη γνωστοποίηση αυτή.

Άρθρο 19 Ευθύνη για τις πληροφορίες που περιέχονται στο μητρώο

Οι πληροφορίες που καταχωρίζονται στο δημόσιο αρχείο σύμφωνα με τα άρθρα 16 και 17 υπογράφονται από το νόμιμο ελεγκτή ή το ελεγκτικό γραφείο. Αυτό μπορεί να γίνει με ηλεκτρονική υπογραφή κατά την έννοια του άρθρου 2 παράγραφος 2 της οδηγίας 1999/93/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου [24].

[24] ΕΕ L 13 της 19.1.2000, σ. 12.

Άρθρο 20 Γλώσσα

1. Οι πληροφορίες που καταχωρίζονται στο δημόσιο μητρώο καταρτίζονται σε μια από τις γλώσσες που είναι εγκεκριμένες σύμφωνα με τους γλωσσικούς κανόνες που ισχύουν στο οικείο κράτος μέλος.

2. Τα κράτη μέλη μπορούν να επιτρέψουν επιπλέον την καταχώριση των πληροφοριών σε οποιαδήποτε άλλη επίσημη γλώσσα της Κοινότητα. Τα κράτη μέλη μπορούν να απαιτούν την επικύρωση της μετάφρασης των πληροφοριών.

Σε όλες τις περιπτώσείς, τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι στο μητρώο αναφέρεται εάν η μετάφραση είναι ή όχι επικυρωμένη.

Κεφάλαιο IV Επαγγελματική δεοντολογία και επαγγελματικό απόρρητο

Άρθρο 21 Επαγγελματική δεοντολογία

1. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι όλοι οι νόμιμοι ελεγκτές και όλα τα ελεγκτικά γραφεία υπόκεινται σε αρχές επαγγελματικής δεοντολογίας που καλύπτουν τουλάχιστον τη συνολική ευθύνη του νόμιμου ελεγκτή ή του ελεγκτικού γραφείου έναντι του κοινού, την ακεραιότητα και την αντικειμενικότητά τους, καθώς και την επαγγελματική τους ικανότητα και επιμέλεια.

2. Η Επιτροπή μπορεί να θεσπίζει μέτρα εφαρμογής σε θέματα επαγγελματικής δεοντολογίας, σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 49 παράγραφος 2.

Άρθρο 22 Εμπιστευτικότητα και επαγγελματικό απόρρητο

1. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι όλες οι πληροφορίες και όλα τα έγγραφα στα οποία έχει πρόσβαση ο νόμιμος ελεγκτής ή το ελεγκτικό γραφείο προστατεύονται από κατάλληλους κανόνες εμπιστευτικότητας και επαγγελματικού απορρήτου.

2. Οι κανόνες εμπιστευτικότητας και επαγγελματικού απορρήτου που εφαρμόζονται στους νόμιμους ελεγκτές ή στα ελεγκτικά γραφεία δεν εμποδίζουν την επιβολή από τις αρμόδιες εθνικές αρχές της εφαρμογής λογιστικών προτύπων ή την ανταλλαγή κατάλληλων πληροφοριών με άλλους νόμιμους ελεγκτές ή με τις αρμόδιες αρχές άλλων κρατών μελών σύμφωνα με το άρθρο 34, σε περίπτωση ελέγχου που αφορά διεθνή όμιλο επιχειρήσεων.

Κεφάλαιο V Ανεξαρτησία

Άρθρο 23 Ανεξαρτησία και αντικειμενικότητα

1. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι κατά τη διενέργεια του υποχρεωτικού ελέγχου, ο νόμιμος ελεγκτής ή το ελεγκτικό γραφείο είναι ανεξάρτητο από την ελεγχόμενη οντότητα και δεν συμμετέχει με κανένα τρόπο στις αποφάσεις που λαμβάνει η διοίκησή της. Ο νόμιμος ελεγκτής ή το ελεγκτικό γραφείο δεν διενεργεί υποχρεωτικό έλεγχο εάν έχει με την ελεγχόμενη οντότητα χρηματοοικονομική, επιχειρηματική, εργασιακή ή άλλη σχέση, περιλαμβανομένης της παροχής συμπληρωματικών υπηρεσιών, που μπορεί να θέσει σε κίνδυνο την ανεξαρτησία του νόμιμου ελεγκτή ή του ελεγκτικού γραφείου.

2. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι ο νόμιμος ελεγκτής ή το ελεγκτικό γραφείο καταγράφουν στα φύλλα εργασίας όλους τους κινδύνους στην ανεξαρτησία τους, καθώς και τις διασφαλίσεις που εφαρμόστηκαν για τον περιορισμό αυτών των κινδύνων.

Άρθρο 24 Ανεξαρτησία και αντικειμενικότητα των νόμιμων ελεγκτών που διενεργούν τον υποχρεωτικό έλεγχο για λογαριασμό των ελεγκτικών γραφείων

Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι ούτε οι ιδιοκτήτες ή οι μέτοχοι του ελεγκτικού γραφείου, ούτε τα μέλη των διοικητικών, διαχειριστικών και εποπτικών οργάνων του ελεγκτικού γραφείου ή συνδεδεμένης με αυτό επιχείρησης δεν παρεμβαίνουν κατά την εκτέλεση του υποχρεωτικού ελέγχου με τρόπο που θέτει σε κίνδυνο την ανεξαρτησία και την αντικειμενικότητα του νόμιμου ελεγκτή που διενεργεί τον υποχρεωτικό έλεγχο για λογαριασμό του ελεγκτικού γραφείου.

Άρθρο 25 Αμοιβή του νόμιμου ελεγκτή

Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι υπάρχουν κατάλληλοι κανόνες που εγγυώνται ότι η αμοιβή των νόμιμων ελεγκτών:

(α) είναι επαρκής για να επιτρέψει τη διενέργεια ελέγχου καλής ποιότητας.

(β) δεν επηρεάζεται ούτε προσδιορίζεται από την παροχή συμπληρωματικών υπηρεσιών στην ελεγχόμενη οντότητα.

(γ) δεν μπορεί να βασίζεται σε κανενός είδους αίρεση.

Κεφάλαιο VI Ελεγκτικά πρότυπα και ελεγκτικές εκθέσεις

Άρθρο 26 Λογιστικά πρότυπα

1. Τα κράτη μέλη απαιτούν από τους νόμιμους ελεγκτές και τα ελεγκτικά γραφεία να διενεργούν τον υποχρεωτικό έλεγχο σύμφωνα με τα διεθνή ελεγκτικά πρότυπα που υιοθετεί η Επιτροπή με τη διαδικασία του άρθρου 49 παράγραφος 2.

2. Η Επιτροπή υιοθετεί διεθνή ελεγκτικά πρότυπα για την εφαρμογή τους στην Κοινότητα μόνον εάν τα πρότυπα αυτά:

(α) είναι γενικά δεκτά διεθνώς και καταρτίζονται με κατάλληλες διαδικασίες, με δημόσια εποπτεία και με διαφάνεια.

(β) προσδίδουν υψηλό βαθμό αξιοπιστίας στους ετήσιους και τους ενοποιημένους λογαριασμούς, σύμφωνα με τις αρχές του άρθρου 2 παράγραφος 3 της οδηγίας 78/660/ΕΟΚ και του άρθρου 16 παράγραφος 3 της οδηγίας 83/349/ΕΟΚ.

(γ) προάγουν το ευρωπαϊκό δημόσιο συμφέρον.

3. Τα κράτη μέλη μπορούν να επιβάλλουν συμπληρωματικές διαδικασίες ελέγχου μόνο εάν αυτές απορρέουν από ειδικές απαιτήσεις που σχετίζονται με το αντικείμενο του υποχρεωτικού ελέγχου. Τα κράτη μέλη γνωστοποιούν τις συμπληρωματικές αυτές διαδικασίες στην Επιτροπή.

Άρθρο 27 Υποχρεωτικός έλεγχος ενοποιημένων λογαριασμών

Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι κατά τον υποχρεωτικό έλεγχο των ενοποιημένων λογαριασμών ομίλου επιχειρήσεων:

(α) ο ελεγκτής του ομίλου ευθύνεται πλήρως για την έκθεση ελέγχου όσον αφορά τους ενοποιημένους λογαριασμούς.

(β) εάν οντότητα που ανήκει στον όμιλο επιχειρήσεων ελέγχεται από νόμιμο ελεγκτή ή ελεγκτικό γραφείο που έχει λάβει άδεια σε κράτος μέλος άλλο από το κράτος μέλος του ελεγκτή του ομίλου, ο ελεγκτής του ομίλου εξετάζει και τεκμηριώνει τον έλεγχο που διενήργησε ο άλλος νόμιμος ελεγκτής ή το άλλο ελεγκτικό γραφείο.

(γ) εάν οντότητα που ανήκει στον όμιλο επιχειρήσεων ελέγχεται από νόμιμο ελεγκτή ή ελεγκτικό γραφείο που δεν έχει λάβει άδεια σε κράτος μέλος, ο ελεγκτής του ομίλου εξετάζει και τεκμηριώνει τον έλεγχο που διενήργησε ο άλλος ελεγκτής ή το άλλο ελεγκτικό γραφείο, διατηρώντας ιδίως αντίγραφο των φύλλων εργασίας, αποκλειστικά για τις ανάγκες του ελέγχου του ομίλου.

Άρθρο 28 Έκθεση ελέγχου

1. Εάν ο νόμιμος έλεγχος διενεργείται από ελεγκτικό γραφείο, η έκθεση ελέγχου πρέπει να υπογράφεται από το νόμιμο ελεγκτή ή τους νόμιμους ελεγκτές που διενεργούν το νόμιμο έλεγχο για λογαριασμό του ελεγκτικού γραφείου.

2. Η Επιτροπή μπορεί, με τη διαδικασία του άρθρου 49 παράγραφος 2, να υιοθετήσει κοινό πρότυπο για την έκθεση ελέγχου των ετήσιων ή των ενοποιημένων λογαριασμών που καταρτίσθηκαν σύμφωνα με τα εγκεκριμένα διεθνή λογιστικά πρότυπα.

Κεφάλαιο VII Διασφάλιση ποιότητας

Άρθρο 29 Συστήματα διασφάλισης ποιότητας

1. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι όλοι οι νόμιμοι ελεγκτές και όλα τα ελεγκτικά γραφεία υπόκεινται σε σύστημα διασφάλισης ποιότητας που πληροί τουλάχιστον τα ακόλουθα κριτήρια:

(α) το σύστημα διασφάλισης ποιότητας πρέπει να είναι οργανωμένο κατά τρόπο ώστε να είναι ανεξάρτητο από τους νόμιμους ελεγκτές και τα ελεγκτικά γραφεία που αποτελούν αντικείμενο ελέγχου ποιοτικής επάρκειας, και να υπόκειται στη δημόσια εποπτεία που περιγράφεται στο κεφάλαιο IX.

(β) η χρηματοδότηση του συστήματος διασφάλισης ποιότητας πρέπει να είναι εξασφαλισμένη και να μην δύναται να επηρεαστεί με αθέμιτο τρόπο από νόμιμους ελεγκτές ή ελεγκτικά γραφεία.

(γ) το σύστημα διασφάλισης ποιότητας πρέπει να διαθέτει επαρκείς πόρους.

(δ) τα πρόσωπα που είναι επιφορτισμένα με τους ελέγχους διασφάλισης ποιότητας πρέπει να έχουν κατάλληλη επαγγελματική εκπαίδευση και πείρα στον τομέα του υποχρεωτικού ελέγχου και της χρηματοοικονομικής πληροφόρησης, καθώς και ειδική κατάρτιση στον τομέα του ελέγχου διασφάλισης ποιότητας.

(ε) η επιλογή των προσώπων στα οποία θα ανατεθεί συγκεκριμένη αποστολή ελέγχου διασφάλισης ποιότητας πρέπει να γίνεται με αντικειμενική διαδικασία προκειμένου να αποφεύγεται κάθε σύγκρουση συμφερόντων μεταξύ των προσώπων αυτών και του νόμιμου ελεγκτή ή του ελεγκτικού γραφείου που αποτελεί αντικείμενο του ελέγχου ποιοτικής επάρκειας.

(στ) ο έλεγχος διασφάλισης ποιότητας πρέπει να περιλαμβάνει εκτίμηση του εσωτερικού συστήματος διασφάλισης ποιότητας του ελεγκτικού γραφείου, η οποία πρέπει να βασίζεται σε κατάλληλο έλεγχο της συμφωνίας επιλεγμένων φακέλων ελέγχου με τα εφαρμοστέα πρότυπα ελέγχου και τις απαιτήσεις κανόνες ανεξαρτησίας.

(η) ο έλεγχος διασφάλισης ποιότητας πρέπει να οδηγεί στη σύνταξη έκθεσης με τα κυριότερα συμπεράσματα του ελέγχου διασφάλισης ποιότητας.

(θ) ο έλεγχος διασφάλισης ποιότητας πρέπει να διενεργείται τουλάχιστον κάθε έξι χρόνια.

(ι) τα συνολικά αποτελέσματα του συστήματος διασφάλισης ποιότητας πρέπει να δημοσιεύονται σε ετήσια βάση.

(κ) ο νόμιμος ελεγκτής ή το ελεγκτικό γραφείο δίνει εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος συνέχεια στις συστάσεις που διατυπώνονται κατά τον έλεγχο ποιότητας.

Εάν δεν δοθεί συνέχεια στις συστάσεις που αναφέρονται στο σημείο (κ) του πρώτου εδαφίου, ο νόμιμος ελεγκτής ή το ελεγκτικό γραφείο υπόκεινται σε πειθαρχικά μέτρα ή κυρώσεις σύμφωνα με το άρθρο 30.

2 Η Επιτροπή μπορεί να θεσπίσει, με τη διαδικασία του άρθρου 49 παράγραφος 2, εκτελεστικά μέτρα για τα συστήματα διασφάλισης ποιότητας.

Κεφάλαιο VIII Έρευνες και κυρώσεις

Άρθρο 30 Συστήματα ερευνών και κυρώσεων

1. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι υπάρχουν αποτελεσματικά συστήματα ερευνών και κυρώσεων για τον εντοπισμό, τη διόρθωση και την πρόληψη της μη ορθής εκτέλεσης του υποχρεωτικού ελέγχου.

2. Με την επιφύλαξη των εθνικών καθεστώτων αστικής ευθύνης, τα κράτη μέλη επιβάλλουν αποτελεσματικές, αναλογικές και αποτρεπτικές αστικές, διοικητικές ή ποινικές κυρώσεις κατά των νόμιμων ελεγκτών και των ελεγκτικών γραφείων εάν ο υποχρεωτικός έλεγχος δεν διενεργείται σύμφωνα με τις διατάξεις της παρούσας οδηγίας.

3. Τα κράτη μέλη προβλέπουν ότι κάθε μέτρο που λαμβάνεται και κάθε κύρωση που επιβάλλεται σε νόμιμο ελεγκτή ή σε ελεγκτικό γραφείο ανακοινώνεται με κατάλληλο τρόπο στο κοινό. Οι κυρώσεις πρέπει να περιλαμβάνουν τη δυνατότητα ανάκλησης της άδειας του νόμιμου ελεγκτή ή του ελεγκτικού γραφείου.

Κεφάλαιο IX Δημόσια εποπτεία και ρυθμιστική συνεργασία μεταξύ κρατών μελών

Άρθρο 31 Αρχές δημόσιας εποπτείας

1. Τα κράτη μέλη οργανώνουν αποτελεσματικό σύστημα δημόσιας εποπτείας των νόμιμων ελεγκτών και των ελεγκτικών γραφείων, το οποίο βασίζεται στις αρχές που διατυπώνονται στις παραγράφους 2 έως 7.

2. Όλοι οι νόμιμοι ελεγκτές και όλα τα ελεγκτικά γραφεία υπόκεινται σε δημόσια εποπτεία.

3. Η διακυβέρνηση του συστήματος δημόσιας εποπτείας πρέπει να ανατίθεται σε μη επαγγελματίες που γνωρίζουν καλά τα θέματα που σχετίζονται με τον υποχρεωτικό έλεγχο. Τα κράτη μέλη μπορούν ωστόσο να επιτρέπουν τη συμμετοχή μειοψηφίας επαγγελματιών στη διακυβέρνηση του συστήματος δημόσιας εποπτείας. Τα πρόσωπα που συμμετέχουν στη δημόσια εποπτεία πρέπει να επιλέγονται με ανεξάρτητη και διαφανή διαδικασία διορισμού.

4. Το σύστημα δημόσιας εποπτείας πρέπει να έχει την τελική ευθύνη για την εποπτεία:

(α) της έγκρισης και εγγραφής στα μητρώα των νόμιμων ελεγκτών και των ελεγκτικών γραφείων, και

(β) της υιοθέτησης προτύπων δεοντολογίας και εσωτερικού ελέγχου ποιότητας των ελεγκτικών γραφείων, καθώς και ελεγκτικών προτύπων.

(γ) της συνεχούς εκπαίδευσης, της διασφάλισης ποιότητας και των συστημάτων ερευνών και πειθαρχικών κυρώσεων.

5. Το σύστημα δημόσιας εποπτείας πρέπει να εξουσιοδοτείται, εάν είναι αναγκαίο, να διεξάγει έρευνες για νόμιμους ελεγκτές και ελεγκτικά γραφεία και να έχει το δικαίωμα να λαμβάνει κατάλληλα μέτρα.

6. Το σύστημα δημόσιας εποπτείας πρέπει να είναι διαφανές. Η απαίτηση διαφάνειας περιλαμβάνει τη δημοσίευση ετήσιων προγραμμάτων εργασίας και εκθέσεων δραστηριότητας.

7. Το σύστημα δημόσιας εποπτείας πρέπει να διαθέτει επαρκείς πόρους. Η χρηματοδότησή του πρέπει να είναι εξασφαλισμένη και να μην υπάρχει δυνατότητα επηρεασμού της με αθέμιτο τρόπο από νόμιμους ελεγκτές ή ελεγκτικά γραφεία.

Άρθρο 32 Συνεργασία μεταξύ των συστημάτων δημόσιας εποπτείας σε κοινοτικό επίπεδο

Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι οι ρυθμιστικές συμφωνίες για τα συστήματα δημόσιας εποπτείας επιτρέπουν την αποτελεσματική συνεργασία σε κοινοτικό επίπεδο μεταξύ των εποπτικών δραστηριοτήτων των κρατών μελών. Για το σκοπό αυτό, τα κράτη μέλη αναθέτουν ρητά σε συγκεκριμένη οντότητα την ευθύνη της συνεργασίας αυτής. Η συνεργασία περιλαμβάνει τη δυνατότητα εξέτασης από κάθε κράτος μέλος του συστήματος δημόσιας εποπτείας οποιουδήποτε άλλου κράτους μέλους.

Άρθρο 33 Αμοιβαία αναγνώριση των ρυθμιστικών διατάξεων των κρατών μελών

1. Οι ρυθμιστικές διατάξεις των κρατών μελών πρέπει να είναι σύμφωνες με την αρχή της κανονιστικής και εποπτικής αρμοδιότητας του κράτους μέλους στο οποίο έλαβε άδεια ο νόμιμος ελεγκτής ή το ελεγκτικό γραφείο και στο οποίο βρίσκεται η καταστατική έδρα της ελεγχόμενης οντότητας.

2. Σε περίπτωση υποχρεωτικού ελέγχου ενοποιημένων λογαριασμών, το κράτος μέλος που απαιτεί τον υποχρεωτικό έλεγχο των ενοποιημένων λογαριασμών δεν δύναται να επιβάλει, για τους σκοπούς του υποχρεωτικού ελέγχου, συμπληρωματικές απαιτήσεις για την εγγραφή στα μητρώα, τον έλεγχο διασφάλισης ποιότητας, τα ελεγκτικά πρότυπα, τα πρότυπα δεοντολογίας και την ανεξαρτησία, στο νόμιμο ελεγκτή ή στο ελεγκτικό γραφείο που διενεργεί τον υποχρεωτικό έλεγχο θυγατρικής εγκατεστημένης σε άλλο κράτος μέλος.

3. Σε περίπτωση εταιρείας της οποίας οι τίτλοι είναι εισηγμένοι για διαπραγμάτευση σε οργανωμένη αγορά σε άλλο κράτος μέλος από εκείνο στο οποίο η εταιρεία έχει την καταστατική της έδρα, το κράτος μέλος στο οποίο οι τίτλοι είναι εισηγμένοι για διαπραγμάτευση δεν δύναται να επιβάλει, για τους σκοπούς του υποχρεωτικού ελέγχου, συμπληρωματικές απαιτήσεις για την εγγραφή στα μητρώα, τον έλεγχο της διασφάλισης ποιότητας, τα ελεγκτικά πρότυπα, τα πρότυπα δεοντολογίας και την ανεξαρτησία, στον νόμιμο ελεγκτή ή στο ελεγκτικό γραφείο που διενεργεί τον υποχρεωτικό έλεγχο των ετήσιων ή των ενοποιημένων λογαριασμών της εταιρείας.

Άρθρο 34 Ρυθμιστική συνεργασία μεταξύ των κρατών μελών σε έρευνες

1. Οι αρμόδιες αρχές των κρατών μελών συνεργάζονται εφόσον αυτό είναι αναγκαίο για την εκπλήρωση των καθηκόντων τους για την εποπτεία των νόμιμων ελεγκτών ή των ελεγκτικών γραφείων στα οποία έχουν χορηγήσει άδεια. Παρέχουν συνδρομή στις αρμόδιες αρχές των άλλων κρατών μελών, ιδίως με την ανταλλαγή πληροφοριών και τη συνεργασία στο πλαίσιο ερευνών που αφορούν υποχρεωτικούς ελέγχους.

2. Οι αρμόδιες αρχές διαβιβάζουν αμέσως, κατόπιν αιτήσεως, όλες τις πληροφορίες που είναι αναγκαίες για τους σκοπούς που αναφέρονται στην παράγραφο 1. Εφόσον είναι αναγκαίο, η αρμόδια αρχή στην οποία υποβάλλεται αίτηση παροχής πληροφοριών λαμβάνει αμέσως όλα τα αναγκαία μέτρα για να συλλέξει τις ζητούμενες πληροφορίες. Εάν η αρχή αυτή δεν μπορεί να παράσχει αμέσως τις ζητούμενες πληροφορίες, γνωστοποιεί τους σχετικούς λόγους στην αιτούσα αρμόδια αρχή. Οι πληροφορίες που διαβιβάζονται με τον τρόπο αυτό καλύπτονται από το επαγγελματικό απόρρητο από το οποίο δεσμεύονται τα πρόσωπα που απασχολούνται ή έχουν απασχοληθεί στην αρμόδια αρχή που λαμβάνει τις πληροφορίες.

Οι αρμόδιες αρχές μπορούν να αρνηθούν να απαντήσουν σε αίτηση παροχής πληροφοριών εάν:

(α) η γνωστοποίηση των πληροφοριών ενδέχεται να προσβάλει την κυριαρχία, την ασφάλεια ή τη δημόσια τάξη του κράτους μέλους στο οποίο υποβάλλεται η αίτηση παροχής πληροφοριών.

(β) έχει ήδη κινηθεί δικαστική διαδικασία για τα ίδια πραγματικά περιστατικά και κατά των ιδίων νόμιμων ελεγκτών και ελεγκτικών γραφείων ενώπιον των αρχών του κράτους μέλους στο οποίο υποβάλλεται η αίτηση παροχής πληροφοριών. ή

(γ) τα πρόσωπα αυτά έχουν ήδη κριθεί τελεσίδικα για τα ίδια πραγματικά περιστατικά από τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους στο οποίο υποβάλλεται η αίτηση παροχής πληροφοριών.

Με την επιφύλαξη των εκ της ποινικής δικονομίας υποχρεώσεών τους, οι αρμόδιες αρχές που λαμβάνουν πληροφορίες σύμφωνα με την παράγραφο 1 τις χρησιμοποιούν αποκλειστικά για την άσκηση των προβλεπομένων από την παρούσα οδηγία καθηκόντων τους, καθώς και στο πλαίσιο διοικητικών ή δικαστικών διαδικασιών που σχετίζονται ειδικά με την άσκηση αυτών των καθηκόντων.

3. Εάν μια αρμόδια αρχή έχει πεισθεί ότι πράξεις αντίθετες προς την παρούσα οδηγία διαπράττονται ή έχουν διαπραχθεί στο έδαφος άλλου κράτους μέλους, το ανακοινώνει και το γνωστοποιεί με το λεπτομερέστερο δυνατό τρόπο στην αρμόδια αρχή του άλλου κράτους μέλους. Η αρμόδια αρχή του άλλου κράτους μέλους υποχρεούται να λάβει κατάλληλα μέτρα. Ενημερώνει την αρμόδια αρχή που την πληροφόρησε για τα αποτελέσματα της παρέμβασής της και, στο μέτρο του δυνατού, για τις κυριότερες ενδιάμεσες εξελίξεις.

4. Αρμόδια αρχή κράτους μέλους μπορεί να ζητήσει τη διενέργεια έρευνας από την αρμόδια αρχή άλλου κράτους μέλους στο έδαφος του τελευταίου.

Μπορεί επίσης να ζητήσει να επιτραπεί σε μέλη του προσωπικού της να συνοδεύσουν το προσωπικό της αρμόδιας αρχής του άλλου κράτους μέλους κατά τη διενέργεια της έρευνας.

Η έρευνα υπόκειται στον πλήρη έλεγχο του κράτους μέλους στο έδαφος του οποίου διενεργείται.

Οι αρμόδιες αρχές μπορούν να αρνηθούν να διενεργήσουν έρευνα που ζητείται σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο ή να μην επιτρέψουν στο προσωπικό της αρμόδιας αρχής άλλου κράτους μέλους να συνοδεύσει το δικό τους προσωπικό μετά από αίτηση που υποβάλλεται σύμφωνα με το δεύτερο εδάφιο, εάν η έρευνα αυτή ενδέχεται να προσβάλει την κυριαρχία, την ασφάλεια ή τη δημόσια τάξη του κράτους από το οποίο ζητήθηκε να την διενεργήσει, ή εάν έχει ήδη κινηθεί δικαστική διαδικασία για τα ίδια πραγματικά περιστατικά και κατά των ιδίων προσώπων ενώπιον των αρχών του κράτους αυτού, ή εάν τα πρόσωπα αυτά έχουν ήδη κριθεί τελεσίδικα για τις ίδιες πράξεις στο κράτος μέλος στο οποίο υποβάλλεται η σχετική αίτηση.

5. Η Επιτροπή μπορεί να θεσπίσει, με τη διαδικασία του άρθρου 49 παράγραφος 2, εκτελεστικά μέτρα για τις διαδικασίες ανταλλαγής πληροφοριών ή διασυνοριακών ερευνών που προβλέπονται στις παραγράφους 2 έως 4.

Κεφάλαιο X Διορισμός, παύση και επικοινωνία

Άρθρο 35 Διορισμός του νόμιμου ελεγκτή ή του ελεγκτικού γραφείου

Ο νόμιμος ελεγκτής ή η ελεγκτική εταιρεία διορίζεται από τη γενική συνέλευση των μετόχων της ελεγχόμενης οντότητας. Σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία, τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέψουν ότι ο διορισμός υπόκειται σε προηγούμενη έγκριση αρμόδιας εποπτικής αρχής ή ότι γίνεται από δικαστήριο ή άλλο όργανο που ορίζεται από την εθνική νομοθεσία.

Άρθρο 36 Παύση και παραίτηση του νόμιμου ελεγκτή ή του ελεγκτικού γραφείου

1. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι οι νόμιμοι ελεγκτές ή τα ελεγκτικά γραφεία δεν μπορούν να παυτούν παρά μόνο για βάσιμους λόγους. η διάσταση απόψεων σχετικά με λογιστικούς χειρισμούς ή με ελεγκτικές διαδικασίες δεν αποτελεί βάσιμο λόγο παύσης.

2. Τόσο η ελεγχόμενη οντότητα όσο και ο νόμιμος ελεγκτής ή το ελεγκτικό γραφείο ενημερώνουν την αρχή ή τις αρχές που είναι αρμόδιες για τη δημόσια εποπτεία σχετικά με την παύση ή την παραίτηση και την αιτιολογούν δεόντως.

Άρθρο 37 Επικοινωνία μεταξύ της ελεγχόμενης οντότητας και του νόμιμου ελεγκτή ή του ελεγκτικού γραφείου

Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι υπάρχουν κατάλληλοι κανόνες που επιτρέπουν την αποτελεσματική επικοινωνία μεταξύ του νόμιμου ελεγκτή ή του ελεγκτικού γραφείου και της ελεγχόμενης οντότητας και ότι η επικοινωνία αυτή καταγράφεται με κατάλληλο τρόπο από την ελεγχόμενη οντότητα.

Κεφάλαιο XI Ειδικές διατάξεις σχετικά με τον υποχρεωτικό έλεγχο των οντοτήτων δημοσίου συμφέροντος

Άρθρο 38 Έκθεση διαφάνειας

1. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι τα ελεγκτικά γραφεία που διενεργούν τον υποχρεωτικό έλεγχο οντοτήτων δημοσίου συμφέροντος δημοσιεύουν στο δικτυακό τους τόπο ετήσια έκθεση διαφάνειας που περιλαμβάνει τουλάχιστον τα ακόλουθα:

(α) περιγραφή της νομικής μορφής και του ιδιοκτησιακού καθεστώτος.

(β) εάν το ελεγκτικό γραφείο ανήκει σε δίκτυο, περιγραφή του δικτύου και των νομικών και διαρθρωτικών σχέσεων στο δίκτυο.

(γ) δήλωση σχετικά με τη δομή της διακυβέρνησης του ελεγκτικού γραφείου.

(δ) περιγραφή του εσωτερικού συστήματος διασφάλισης ποιότητας του ελεγκτικού γραφείου και δήλωση του διοικητικού ή διαχειριστικού οργάνου σχετικά με την αποτελεσματικότητα της λειτουργίας του.

(ε) ημερομηνία του τελευταίου ελέγχου διασφάλισης ποιότητας.

(στ) κατάλογο οντοτήτων δημοσίου συμφέροντος για τις οποίες το ελεγκτικό γραφείο διενήργησε υποχρεωτικό έλεγχο κατά το προηγούμενο έτος.

(ζ) δήλωση σχετικά με τις πρακτικές ανεξαρτησίας που εφαρμόζει το ελεγκτικό γραφείο, η οποία πρέπει επίσης να επιβεβαιώνει ότι διενεργήθηκε εσωτερικός έλεγχος ανεξαρτησίας.

(η) δήλωση σχετικά με την πολιτική που ακολουθεί το ελεγκτικό γραφείο όσον αφορά την συνεχή εκπαίδευση των νόμιμων ελεγκτών που αναφέρεται στο άρθρο 13.

(θ) χρηματοοικονομικές πληροφορίες που καταδεικνύουν τη σημασία του ελεγκτικού γραφείου, όπως ο συνολικός κύκλος εργασιών, κατανεμημένος σε αμοιβές για υποχρεωτικούς ελέγχους ετήσιων και ενοποιημένων λογαριασμών και σε αμοιβές για άλλες υπηρεσίες εξακρίβωσης, υπηρεσίες φορολογικών συμβουλών και άλλες μη ελεγκτικές υπηρεσίες.

(ι) πληροφορίες σχετικά με τη βάση αμοιβής των εταίρων.

2. Η έκθεση διαφάνειας υπογράφεται από το ελεγκτικό γραφείο. Αυτό μπορεί να γίνει με ηλεκτρονική υπογραφή κατά την έννοια του άρθρου 2 παράγραφος 2 της οδηγίας 1993/93.ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου.

Άρθρο 39 Ελεγκτική επιτροπή

1. Οι οντότητες δημοσίου συμφέροντος έχουν ελεγκτική επιτροπή, αποτελούμενη από μη εκτελεστικά μέλη του διοικητικού ή του εποπτικού οργάνου της ελεγχόμενης οντότητας και από ένα τουλάχιστον ανεξάρτητο μέλος με αρμοδιότητα σε λογιστικά και/ή ελεγκτικά θέματα.

2. Η ελεγκτική επιτροπή είναι μεταξύ άλλων επιφορτισμένη με:

(α) την παρακολούθηση της διαδικασίας χρηματοοικονομικής πληροφόρησης.

(β) την παρακολούθηση της αποτελεσματικότητας των συστημάτων εσωτερικού ελέγχου, εσωτερικού λογιστικού ελέγχου, κατά περίπτωση, και διαχείρισης κινδύνων.

(γ) επιβλέπει τον υποχρεωτικό έλεγχο των ετήσιων και των ενοποιημένων λογαριασμών.

(δ) ελέγχει και παρακολουθεί την ανεξαρτησία του νόμιμου ελεγκτή ή του ελεγκτικού γραφείου, και ιδίως την παροχή συμπληρωματικών υπηρεσιών στην ελεγχόμενη οντότητα.

(ε) ασκεί τη λειτουργία που αναφέρεται στο άρθρο 43.

3. Ο νόμιμος ελεγκτής ή το ελεγκτικό γραφείο υποβάλλουν έκθεση στην ελεγκτική επιτροπή σχετικά με τα βασικά ζητήματα που ανακύπτουν κατά τον υποχρεωτικό έλεγχο, και ιδίως σχετικά με κάθε ουσιαστική αδυναμία του εσωτερικού ελέγχου σε σχέση με τη διαδικασία χρηματοοικονομικής πληροφόρησης, και βοηθάει την ελεγκτική επιτροπή στην εκτέλεση των καθηκόντων της.

Άρθρο 40 Ανεξαρτησία

Επιπλέον των διατάξεων των άρθρων 23 και 24, τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι:

(α) κάθε χρόνο, ο νόμιμος ελεγκτής ή το ελεγκτικό γραφείο γνωστοποιεί στην ελεγκτική επιτροπή της ελεγχόμενης οντότητας και εξετάζει από κοινού με την επιτροπή αυτή τις απειλές στην ανεξαρτησία του και τις διασφαλίσεις που εφαρμόζονται για τον περιορισμό αυτών των απειλών, καθώς και τις συμπληρωματικές υπηρεσίες που παρείχε.

(β) ο νόμιμος ελεγκτής ή το ελεγκτικό γραφείο επιβεβαιώνει επίσης κάθε χρόνο γραπτώς την ανεξαρτησία του στην ελεγκτική επιτροπή της ελεγχόμενης οντότητας.

(γ) ο νόμιμος ελεγκτής ή ο κύριος εταίρος ελεγκτής που είναι υπεύθυνος για τη διενέργεια του υποχρεωτικού ελέγχου για λογαριασμό του ελεγκτικού γραφείου, αντικαθίσταται στα καθήκοντα υποχρεωτικού ελέγχου που ασκεί το αργότερο μετά από πέντε έτη, ή εναλλακτικά, το ελεγκτικό γραφείο αντικαθίσταται το αργότερο μετά από επτά έτη.

(δ) δεν επιτρέπεται η ανάληψη από το νόμιμο ελεγκτή ή τον κύριο εταίρο ελεγκτή που διενεργεί υποχρεωτικό έλεγχο για λογαριασμό του ελεγκτικού γραφείου σημαντικής διοικητικής θέσης στην ελεγχόμενη οντότητα πριν από την πάροδο δύο ετών τουλάχιστον από την παραίτησή του νόμιμου ελεγκτή ή του κύριου εταίρου ελεγκτή από τη σχετική αποστολή υποχρεωτικού ελέγχου.

Άρθρο 41 Διασφάλιση ποιότητας

Ο έλεγχος διασφάλισης ποιότητας του άρθρου 29 πρέπει να διενεργείται τουλάχιστον κάθε τρία χρόνια για τους νόμιμους ελεγκτές ή τα ελεγκτικά γραφεία που διενεργούν τον υποχρεωτικό έλεγχο οντοτήτων δημοσίου συμφέροντος.

Άρθρο 42 Δημόσια εποπτεία

Η προβλεπόμενη στο άρθρο 31 παράγραφος 3 δυνατότητα συμμετοχής μειοψηφίας επαγγελματιών στη διακυβέρνηση του συστήματος δημόσιας εποπτείας δεν εφαρμόζεται στη διακυβέρνηση του συστήματος δημόσιας εποπτείας των νόμιμων ελεγκτών και των ελεγκτικών γραφείων που διενεργούν υποχρεωτικούς ελέγχους οντοτήτων δημοσίου συμφέροντος.

Άρθρο 43 Διορισμός του νόμιμου ελεγκτή ή του ελεγκτικού γραφείου

Στις οντότητες δημοσίου συμφέροντος, το διοικητικό ή εποπτικό όργανο προτείνει για διορισμό νόμιμο ελεγκτή ή ελεγκτικό γραφείο που περιλαμβάνεται σε επιλογή που πραγματοποιεί η ελεγκτική επιτροπή.

Κεφάλαιο XII Διεθνείς πτυχές

Άρθρο 44 Χορήγηση άδειας σε νόμιμους ελεγκτές από τρίτες χώρες

Οι αρμόδιες αρχές κράτους μέλους μπορούν να χορηγήσουν, υπό τον όρο της αμοιβαιότητας, άδεια νόμιμου ελεγκτή σε ελεγκτή από τρίτη χώρα, εάν το πρόσωπο αυτό αποδείξει ότι:

(α) έχει λάβει άδεια ελεγκτή.

(β) έχει θεωρητικές γνώσεις, ικανότητα πρακτικής εφαρμογής τους και ακεραιότητα ισοδύναμες με εκείνες που απαιτούν οι διατάξεις της παρούσας οδηγίας.

(γ) έχει τις νομικές γνώσεις που είναι αναγκαίες για τη διενέργεια του υποχρεωτικού ελέγχου σε αυτό το κράτος μέλος.

Άρθρο 45 Εγγραφή στα μητρώα των ελεγκτών και των ελεγκτικών γραφείων από τρίτες χώρες

1. Οι αρμόδιες αρχές κράτους μέλους εγγράφουν, σύμφωνα με τα άρθρα 15 έως 17, στο μητρώο τους όλους τους ελεγκτές και τα ελεγκτικά γραφεία από τρίτες χώρες που υποβάλλουν έκθεση ελέγχου σχετικά με:

(α) ετήσιους ή ενοποιημένους λογαριασμούς εταιρείας εγκατεστημένης εκτός της Κοινότητας, της οποίας οι τίτλοι είναι εισηγμένοι για διαπραγμάτευση σε οργανωμένη αγορά αυτού του κράτους μέλους κατά την έννοια του σημείου 13 του άρθρου 1 της οδηγίας 93/22/ΕΟΚ.

(β) ενοποιημένους λογαριασμούς που καταρτίζει μητρική εταιρεία μη διεπόμενη από τη νομοθεσία κράτους μέλους και οι οποίοι αφορούν ευρύτερο σύνολο επιχειρήσεων στο οποίο ανήκει μητρική επιχείρηση διεπόμενη από τη νομοθεσία αυτού του κράτους μέλους, εφόσον αυτή η μητρική απαλλάσσεται από την υποχρέωση κατάρτισης ενοποιημένων λογαριασμών βάσει του άρθρου 11 της οδηγίας 83/349/ΕΟΚ.

2. Το άρθρο 18 εφαρμόζεται.

3. Τα κράτη μέλη υποβάλλουν τα εγγεγραμμένα στο μητρώο τους ελεγκτικά γραφεία από τρίτες χώρες στα εθνικά συστήματα εποπτείας, διασφάλισης ποιότητας και ερευνών και κυρώσεων.

4. Με την επιφύλαξη του άρθρου 46, οι εκθέσεις ελέγχου που αφορούν τους ετήσιους ή τους ενοποιημένους λογαριασμούς που αναφέρονται στην παράγραφο 1, οι οποίες δημοσιεύονται από ελεγκτικά γραφεία από τρίτες χώρες τα οποία δεν είναι εγγεγραμμένα στο μητρώο του κράτους μέλους δεν παράγουν έννομα αποτελέσματα σε αυτό το κράτος μέλος.

5. Τα κράτη μέλη μπορούν να εγγράψουν στο μητρώα τους ένα ελεγκτικό γραφείο από τρίτη χώρα μόνον εάν:

(α) το ελεγκτικό γραφείο πληροί απαιτήσεις ισοδύναμες με εκείνες του πρώτου εδαφίου του άρθρου 3 παράγραφος 3.

(β) η πλειοψηφία των μελών του διοικητικού ή διαχειριστικού οργάνου του ελεγκτικού γραφείου πληροί απαιτήσεις ισοδύναμες με εκείνες των άρθρων 4 έως 10.

(γ) ο ελεγκτής που διενεργεί τον έλεγχο για λογαριασμό του ελεγκτικού γραφείου πληροί απαιτήσεις ισοδύναμες με εκείνες των άρθρων 4 έως 10.

(δ) οι έλεγχοι των ετήσιων ή ενοποιημένων λογαριασμών της παραγράφου 1 διενεργούνται σύμφωνα με τα διεθνή ελεγκτικά πρότυπα που αναφέρονται στο άρθρο 26 και με τις απαιτήσεις που προβλέπονται στο Κεφάλαιο V.

(ε) το ελεγκτικό γραφείο δημοσιεύει στο δικτυακό του τόπο ετήσια έκθεση διαφάνειας που περιλαμβάνει τις πληροφορίες που αναφέρονται στο άρθρο 38.

Άρθρο 46 Παρέκκλιση σε περίπτωση ισοδυναμίας

Τα κράτη μέλη μπορούν, υπό τον όρο της αμοιβαιότητας, να μην εφαρμόσουν ή να τροποποιήσουν τις απαιτήσεις του άρθρου 45 παράγραφοι 1 και 3, μόνον εάν το ελεγκτικό γραφείο υπόκειται, στην οικεία τρίτη χώρα, σε συστήματα δημόσιας εποπτείας, διασφάλισης ποιότητας, ερευνών και κυρώσεων που πληρούν απαιτήσεις ισοδύναμες με εκείνες των άρθρων 29, 30 και 31. Η ισοδυναμία αυτή αξιολογείται από την Επιτροπή σε συνεργασία με τα κράτη μέλη και αποφασίζεται από την Επιτροπή με τη διαδικασία του άρθρου 49 παράγραφος 2.

Άρθρο 47 Συνεργασία με τις αρμόδιες αρχές τρίτων χωρών

1. Τα κράτη μέλη επιτρέπουν τη διαβίβαση στις αρμόδιες αρχές τρίτης χώρας των φύλλων εργασίας ή άλλων εγγράφων που βρίσκονται στην κατοχή νόμιμων ελεγκτών ή ελεγκτικών γραφείων στους οποίους έχουν χορηγήσει άδεια, υπό τους ακόλουθους όρους:

(α) τα φύλλα εργασίας ή τα άλλα έγγραφα αφορούν ελέγχους εταιρειών που έχουν εκδώσει κινητές αξίες σε αυτή την τρίτη χώρα.

(β) η διαβίβαση γίνεται μέσω των αρμόδιων αρχών της χώρας καταγωγής στις αρμόδιες αρχές αυτής της τρίτης χώρας μετά από αίτησή τους.

(γ) οι αρμόδιες αρχές αυτής της τρίτης χώρας πληρούν απαιτήσεις που έχουν αναγνωριστεί κατάλληλες σύμφωνα με την παράγραφο 3.

(δ) οι ενδιαφερόμενες αρμόδιες αρχές έχουν συνάψει συμφωνίες αμοιβαίας συνεργασίας.

2. Οι συμφωνίες συνεργασίας που αναφέρονται στην παράγραφο 1 εξασφαλίζουν ότι:

(α) οι αρμόδιες αρχές αιτιολογούν την αίτηση διαβίβασης των φύλλων εργασίας και των άλλων εγγράφων.

(β) τα πρόσωπα που απασχολούνται ή απασχολήθηκαν από τις αρμόδιες αρχές της τρίτης χώρας που έλαβε τις πληροφορίες υπόκεινται σε υποχρέωση επαγγελματικού απορρήτου.

(γ) οι αρμόδιες αρχές της τρίτης χώρας μπορούν να χρησιμοποιήσουν τα φύλλα εργασίας και τα άλλα έγγραφα μόνο για την άσκηση καθηκόντων δημόσιας εποπτείας, διασφάλισης ποιότητας και ερευνών που πληρούν απαιτήσεις ισοδύναμες με εκείνες των άρθρων 29, 30 και 31.

(δ) η αίτηση αρμόδιας αρχής τρίτης χώρας για διαβίβαση φύλλων εργασίας ή άλλων εγγράφων που βρίσκονται στην κατοχή νόμιμου ελεγκτή ή ελεγκτικού γραφείου μπορεί να απορριφθεί εάν η διαβίβαση των φύλλων εργασίας ή των άλλων εγγράφων ενδέχεται να προσβάλει την κυριαρχία, την ασφάλεια ή τη δημόσια τάξη της Κοινότητας ή του ενδιαφερόμενου κράτους μέλους, ή εάν έχει ήδη κινηθεί δικαστική διαδικασία για τα ίδια πραγματικά περιστατικά και κατά των ιδίων προσώπων ενώπιον των αρχών του ενδιαφερόμενου κράτους μέλους.

3. Η καταλληλότητα που αναφέρεται στην παράγραφο 1 στοιχείο (γ) αποφασίζεται από την Επιτροπή με τη διαδικασία του άρθρου 49 παράγραφος 2. Η αξιολόγηση της καταλληλότητας γίνεται σε συνεργασία με τα κράτη μέλη και βασίζεται στις απαιτήσεις του άρθρου 34 ή σε απαιτήσεις ουσιωδώς ισοδύναμων λειτουργικών αποτελεσμάτων. Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα για να συμμορφωθούν με την απόφαση της Επιτροπής.

4. Σε εξαιρετικές περιπτώσεις και κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 1, τα κράτη μέλη μπορούν να επιτρέψουν στους νόμιμους ελεγκτές και στα ελεγκτικά γραφεία στα οποία έχουν χορηγήσει άδεια να διαβιβάσουν φύλλα εργασίας και άλλα έγγραφα απευθείας στις αρμόδιες αρχές τρίτης χώρας, υπό τον όρο ότι:

(α) οι έρευνες κινήθηκαν από τις αρμόδιες αρχές αυτής της τρίτης χώρας.

(β) η διαβίβαση αυτή δεν αντιβαίνει προς τις υποχρεώσεις τις οποίες πρέπει να τηρούν οι νόμιμοι ελεγκτές και τα ελεγκτικά γραφεία ως προς τη διαβίβαση φύλλων εργασίας ή άλλων εγγράφων στις αρμόδιες αρχές της χώρας καταγωγής τους.

(γ) υπάρχουν συμφωνίες συνεργασίας με τις αρμόδιες αρχές αυτής της τρίτης χώρας οι οποίες παρέχουν στις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους αμοιβαία απευθείας πρόσβαση στα φύλλα εργασίας και σε άλλα έγγραφα των ελεγκτικών γραφείων.

(δ) η αιτούσα αρμόδια αρχή της τρίτης χώρας πληροφορεί εκ των προτέρων την αρμόδια αρχή της χώρας καταγωγής του νόμιμου ελεγκτή ή του ελεγκτικού γραφείου για κάθε αίτηση παροχής πληροφοριών που υποβάλλεται απευθείας και αναφέρει τους σχετικούς λόγους.

(ε) πληρούνται οι όροι της παραγράφου 2.

5. Η Επιτροπή μπορεί, σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 49 παράγραφος 2 να ορίσει τις εξαιρετικές περιπτώσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 4.

6. Τα κράτη μέλη ανακοινώνουν στην Επιτροπή τις συμφωνίες συνεργασίας που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 4.

Κεφάλαιο XIII Μεταβατικές και τελικές διατάξεις

Άρθρο 48 Εκτελεστικά μέτρα

Επιπλέον των άλλων εκτελεστικών μέτρων που προβλέπονται στην παρούσα οδηγία, η Επιτροπή μπορεί να λάβει, με τη διαδικασία του άρθρου 49 παράγραφος 2, εκτελεστικά μέτρα προκειμένου να ληφθούν υπόψη οι εξελίξεις στον τομέα του υποχρεωτικού ελέγχου και να εξασφαλιστεί η ομοιόμορφη εφαρμογή της παρούσας οδηγίας στην Κοινότητα.

Άρθρο 49 Κανονιστική επιτροπή

1. Η Επιτροπή επικουρείται από κανονιστική επιτροπή υποχρεωτικού λογιστικού ελέγχου (εφεξής «η επιτροπή»), η οποία απαρτίζεται από εκπροσώπους των κρατών μελών και προεδρεύεται από εκπρόσωπο της Επιτροπής.

2. Όταν γίνεται αναφορά στην παρούσα παράγραφο, εφαρμόζεται η κανονιστική διαδικασία των άρθρων 5 και 7 της απόφασης 1999/468/ΕΚ, σύμφωνα με το άρθρο 8 της απόφασης αυτής.

Η περίοδος που προβλέπεται στο άρθρο 5 παράγραφος 6 της απόφασης 1999/468/ΕΚ ορίζεται σε τρεις μήνες.

3. Η επιτροπή θεσπίζει τον εσωτερικό κανονισμό της.

Άρθρο 50 Τροποποίηση της οδηγίας 78/660/ΕΟΚ και της οδηγίας 83/349/ΕΟΚ

1. Η οδηγία 78/660/ΕΟΚ τροποποιείται ως εξής:

(α) Στο άρθρο 43 προστίθεται το ακόλουθο σημείο:

«(15) αμοιβές που καταβλήθηκαν κατά τη διαχειριστική χρήση στο νόμιμο ελεγκτή ή στο ελεγκτικό γραφείο για τον υποχρεωτικό έλεγχο των ετήσιων λογαριασμών και αμοιβές που καταβλήθηκαν για άλλες υπηρεσίες εξακρίβωσης, υπηρεσίες φορολογικών συμβουλών και λοιπές μη ελεγκτικές υπηρεσίες.»

(β) Το άρθρο 44 παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

"1. Τα Κράτη μέλη μπορούν να επιτρέψουν στις εταιρείες που αναφέρονται στο άρθρο 11 να καταρτίσουν συνοπτικό προσάρτημα χωρίς τις πληροφορίες που απαιτούνται από το άρθρο 43 παράγραφος 1 σημεία (5) έως (12), (14α) και (15). Ωστόσο, το προσάρτημα πρέπει να περιλαμβάνει τις πληροφορίες που προβλέπονται στο άρθρο 43 παράγραφος 1 σημείο (6) συνολικά, για όλα τα σχετικά στοιχεία.»

2. Στο άρθρο 34 της οδηγίας 83/349/ΕΟΚ προστίθεται το ακόλουθο σημείο:

«(16) αμοιβές που καταβλήθηκαν κατά τη διαχειριστική χρήση στο νόμιμο ελεγκτή ή στο ελεγκτικό γραφείο για τον υποχρεωτικό έλεγχο των ενοποιημένων λογαριασμών και αμοιβές που καταβλήθηκαν για άλλες υπηρεσίες εξακρίβωσης, υπηρεσίες φορολογικών συμβουλών και λοιπές μη ελεγκτικές υπηρεσίες.»

Άρθρο 51 Κατάργηση της οδηγίας 84/253/ΕΟΚ

Η οδηγία 84/253/ΕΟΚ καταργείται με ισχύ από την ημερομηνία που ορίζεται στο άρθρο 54 παράγραφος 1. Οι αναφορές στην καταργούμενη οδηγία θεωρούνται αναφορές στην παρούσα οδηγία.

Άρθρο 52 Μεταβατική διάταξη

Οι νόμιμοι ελεγκτές ή τα ελεγκτικά γραφεία που έχουν λάβει άδεια από τις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών σύμφωνα με τις διατάξεις της οδηγίας 84/253/ΕΟΚ πριν από την έναρξη ισχύος των διατάξεων του άρθρου 53 παράγραφος 1 θεωρούνται ότι έχουν λάβει άδεια σύμφωνα με τις διατάξεις της παρούσας οδηγίας.

Άρθρο 53 Μεταφορά

1. Τα κράτη μέλη θεσπίζουν και δημοσιεύουν πριν από την 1η Ιανουαρίου 2006 τις αναγκαίες διατάξεις για να συμμορφωθούν με την παρούσα οδηγία. Πληροφορούν αμέσως την Επιτροπή σχετικά.

2. Οι διατάξεις αυτές, όταν θεσπίζονται από τα κράτη μέλη, αναφέρονται στην παρούσα οδηγία ή συνοδεύονται από την αναφορά αυτή κατά την επίσημη δημοσίευσή τους. Ο τρόπος της αναφοράς καθορίζεται από τα κράτη μέλη.

3. Τα κράτη μέλη ανακοινώνουν στην Επιτροπή τα κείμενα των ουσιωδών διατάξεων που θεσπίζουν στον τομέα που διέπεται από την παρούσα οδηγία.

Άρθρο 54 Έναρξη ισχύος

Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την εικοστή ημέρα από τη δημοσίευσή του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Άρθρο 55

Η παρούσα οδηγία απευθύνεται στα κράτη μέλη.

Βρυξέλλες, [...]

Για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο Για το Συμβούλιο

Ο Πρόεδρος Ο Πρόεδρος

[...] [...]

ΔΗΜΟΣΙΟΝΟΜΙΚΟ ΔΕΛΤΙΟ

Τομέας πολιτικής: ΕΣΩΤΕΡΙΚΗ ΑΓΟΡΑ

Δραστηριότητα: ΕΛΕΓΧΟΣ ΚΑΙ ΛΟΓΙΣΤΙΚΗ

Ονομασία της δράσης: «Πρόταση για οδηγία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για τον υποχρεωτικό έλεγχο των ετήσιων και των ενοποιημένων λογαριασμών και για την τροποποίηση των οδηγιών 78/660/ΕΟΚ και 83/349/ΕΟΚ του Συμβουλίου»

1. ΚΟΝΔΥΛΙΟ (Α) ΤΟΥ ΠΡΟΫΠΟΛΟΓΙΣΜΟΥ + ΤΙΤΛΟΣ (ΟΙ)

A0-7031, ABB 12.010211.01.03, "Έξοδα συνεδριάσεων επιτροπών" (Επιτροπές υποχρεωτικής γνωμοδότησης).

2. ΣΥΝΟΛΙΚΑ ΑΡΙΘΜΗΤΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ

2.1. Συνολικό κονδύλιο της δράσης (Μέρος B): εκατ. EUR σε ΠΑΥ

EUR 0

2.2. Περίοδος υλοποίησης:

Δ.Ι.

2.3. Συνολική πολυετής εκτίμηση δαπανών:

(α) Χρονοδιάγραμμα των πιστώσεων αναλήψεων υποχρεώσεων / των πιστώσεων πληρωμών (δημοσιονομική παρέμβαση) (βλ. σημείο 6.1.1)

εκατ. EUR (μέχρι τρίτου δεκαδικού)

>ΘΕΣΗ ΠIΝΑΚΑ>

(β) Τεχνική και διοικητική συνδρομή (TΔΣ) και δαπάνες στήριξης (ΔΣ) (βλ. σημείο 6.1.2)

>ΘΕΣΗ ΠIΝΑΚΑ>

>ΘΕΣΗ ΠIΝΑΚΑ>

(γ) Συνολικές δημοσιονομικές επιπτώσεις των ανθρώπινων πόρων και των άλλων δαπανών διοικητικής λειτουργίας (πρβλ. σημεία 7.2 και 7.3)

>ΘΕΣΗ ΠIΝΑΚΑ>

>ΘΕΣΗ ΠIΝΑΚΑ>

2.4. Συμβατότητα με τον δημοσιονομικό προγραμματισμό και με τις Δημοσιονομικές Προοπτικές

[X] Πρόταση συμβατή με τον ισχύοντα δημοσιονομικό προγραμματισμό.

2.5. Δημοσιονομικές επιπτώσεις επί των εσόδων

[X] Ουδεμία δημοσιονομική επίπτωση (αφορά τεχνικές πτυχές της εφαρμογής ενός μέτρου)

εκατ. EUR (μέχρι πρώτου δεκαδικού)

>ΘΕΣΗ ΠIΝΑΚΑ>

3. ΔΗΜΟΣΙΟΝΟΜΙΚΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ

>ΘΕΣΗ ΠIΝΑΚΑ>

4. ΝΟΜΙΚΗ ΒΑΣΗ

Τα μέτρα υπάγονται στο θεσμικό αποκλειστικό δικαίωμα της Επιτροπής.

5. ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ ΚΑΙ ΑΙΤΙΟΛΟΓΗΣΗ

5.1. Αναγκαιότητα κοινοτικής παρέμβασης [25]

[25] Για περισσότερες πληροφορίες, βλέπε το χωριστό επεξηγηματικό έγγραφο.

Πρόσφατα σκάνδαλα όπως αυτό της Parmalat επιβεβαιώνουν την αναγκαιότητα και τον επείγοντα χαρακτήρα των πρωτοβουλιών που η ΕΕ προτίθεται να λάβει στον τομέα του υποχρεωτικού ελέγχου, τις οποίες η Επιτροπή παρουσίασε στην ανακοίνωσή της του Μαΐου 2003 για την «Ενίσχυση του υποχρεωτικού λογιστικού ελέγχου των επιχειρήσεων στην ΕΕ». Η πρόταση νέας οδηγίας σχετικά με τον υποχρεωτικό έλεγχο είναι μια από τις σημαντικότερες πρωτοβουλίες της ανακοίνωσης αυτής. Η προτεινόμενη οδηγία διευρύνει σημαντικά το πεδίο εφαρμογής της προηγούμενης όγδοης οδηγίας του Συμβουλίου, αποσαφηνίζει τα καθήκοντα των τακτικών ελεγκτών και την ανεξαρτησία και επαγγελματική δεοντολογία τους, καθιερώνει υποχρέωση εξωτερικού ελέγχου ποιότητας και αυστηρής δημόσιας εποπτείας του επαγγέλματος του ορκωτού ελεγκτή και βελτιώνει τη συνεργασία μεταξύ εποπτικών οργάνων στην ΕΕ.

Η νέα οδηγία δεν είναι μια απλή «ανακλαστική» αντίδραση στα πρόσφατα εταιρικά σκάνδαλα. Αποτελεί τη λογική συνέχεια του αναπροσανατολισμού, ήδη από το 1996, της πολιτικής της ΕΕ στον τομέα του υποχρεωτικού λογιστικού ελέγχου. Ωστόσο, η αρχική της φιλοσοφία προσαρμόστηκε προκειμένου να ληφθούν υπόψη τα πρόσφατα σκάνδαλα.

5.2. Σχεδιαζόμενες δράσεις και λεπτομέρειες υλοποίησης της δημοσιονομικής παρέμβασης

5.3. Λεπτομέρειες υλοποίησης

Η πρόταση ενισχύει τη λειτουργία του υποχρεωτικού ελέγχου στην ΕΕ. Η οδηγία παρέχει ένα πλήρες νομικό υπόβαθρο για τον τρόπο με τον οποίο πρέπει να διεξάγονται οι υποχρεωτικοί έλεγχοι και την ελεγκτική υποδομή που πρέπει να δημιουργήσουν τα κράτη μέλη προκειμένου να εξασφαλίσουν την ποιότητα του ελέγχου. Η έκδοση απόφασης για τη σύσταση κανονιστικής επιτροπής λογιστικού ελέγχου θα καταστήσει δυνατή την ταχεία λήψη λεπτομερών μέτρων εφαρμογής οριμένων διατάξεων της οδηγίας. Προβλέπεται ότι η κανονιστική επιτροπή λογιστικού ελέγχου υπό την προεδρία της Επιτροπής θα συνέρχεται τρεις φορές το χρόνο.

6. ΔΗΜΟΣΙΟΝΟΜΙΚΕΣ ΣΥΝΕΠΕΙΕΣ

6.1. Συνολικές δημοσιονομικές επιπτώσεις στο μέρος B (για ολόκληρη την περίοδο προγραμματισμού)

(Ο υπολογισμός των συνολικών ποσών εξηγείται με την κατανομή στον πίνακα 6.2) )

6.1.1. Δημοσιονομική παρέμβαση

ΠΑΥ σε εκατ. EUR (μέχρι τρίτου δεκαδικού)

>ΘΕΣΗ ΠIΝΑΚΑ>

6.1.2 Τεχνική και Διοικητική Βοήθεια (ΤΔΒ), Δαπάνες Στήριξης (ΔΣ) και δαπάνες για τις Τεχνολογίες της Πληροφορίας (ΤΠ) (πιστώσεις αναλήψεων υποχρεώσεων)

>ΘΕΣΗ ΠIΝΑΚΑ>

6.2. Υπολογισμός του κόστους ανά σχεδιαζόμενο μέτρο στο Μέρος B (για ολόκληρη την περίοδο προγραμματισμού) [26]

[26] Για περισσότερες πληροφορίες, βλέπε το χωριστό επεξηγηματικό έγγραφο.

ΠΑΥ σε εκατ. EUR (μέχρι τρίτου δεκαδικού)

>ΘΕΣΗ ΠIΝΑΚΑ>

7. ΕΠΙΠΤΩΣΕΙΣ ΣΤΟ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟ ΚΑΙ ΣΤΙΣ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΕΣ ΔΑΠΑΝΕΣ

7.1. Επιπτώσεις στους ανθρώπινους πόρους

>ΘΕΣΗ ΠIΝΑΚΑ>

Οι ανάγκες σε ανθρώπινους και διοικητικούς πόρους θα καλυφθούν στο πλαίσιο της κατανομής που έχει προβλεφθεί για τη ΓΔ που διαχειρίζεται τη δράση στο πλαίσιο της ετήσιας διαδικασίας κατανομής.

7.2. Συνολική οικονομική επίπτωση των ανθρώπινων πόρων

>ΘΕΣΗ ΠIΝΑΚΑ>

Τα ποσά αντιστοιχούν στις συνολικές δαπάνες για 12 μήνες.

7.3. Λοιπές διοικητικές δαπάνες που προκύπτουν από τη δράση

>ΘΕΣΗ ΠIΝΑΚΑ>

Τα ποσά αντιστοιχούν στις συνολικές δαπάνες για 12 μήνες.

1 Να προσδιορισθεί το είδος κάθε επιτροπής καθώς και η ομάδα στην οποία ανήκει.

I. Ετήσιο σύνολο (7.2+7.3) // EUR 46.800

II. Διάρκεια της δράσης // 6 έτη

III . Συνολικό κόστος της δράσης (I x II) // EUR 280.800

8. ΠΑΡΑΚΟΛΟΥΘΗΣΗ ΚΑΙ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ

8.1. Ρυθμίσεις παρακολούθησης

Δεν ισχύει

8.2. Λεπτομέρειες πραγματοποίησης και χρονοδιάγραμμα της προβλεπόμενης αξιολόγησης

Δεν ισχύει

9. ΜΕΤΡΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΑΤΑΠΟΛΕΜΗΣΗ ΤΗΣ ΑΠΑΤΗΣ

Δεν ισχύει