52004PC0104

Πρόταση κανονισμού του Συμβουλίου για την τροποποίηση του κανονισμού (Ευρατόμ) αριθ. 1074/1999 σχετικά με τις έρευνες που πραγματοποιούνται από την Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Καταπολέμησης της Απάτης (OLAF) /* COM/2004/0104 τελικό - CNS 2004/0038 */


Πρόταση ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΥ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ για την τροποποίηση του κανονισμού (Ευρατόμ) αριθ. 1074/1999 σχετικά με τις έρευνες που πραγματοποιούνται από την Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Καταπολέμησης της Απάτης (OLAF)

(υποβλήθηκε από την Επιτροπή)

ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ

Κίνητρα και στόχοι

Τα διάφορα στοιχεία του νομικού πλαισίου βάσει του οποίου η Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Καταπολέμησης της Απάτης (OLAF) διενεργεί τις έρευνές της εγκρίθηκαν από τη νομοθετική αρχή, το 1999. Ο κανονισμός 1074/1999 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 25ης Μαΐου 1999 σχετικά με τις έρευνες που πραγματοποιούνται από την Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Καταπολέμησης της Απάτης (OLAF) (στο εξής καλούμενος κανονισμός 1074/1999) αποτελεί ουσιαστικό μέσο στο πλαίσιο αυτό γιατί ορίζει τις λεπτομέρειες διεξαγωγής τόσο των εσωτερικών όσο και των εξωτερικών ερευνών της OLAF.

Τον Απρίλιο 2003, η Επιτροπή ενέκρινε την πρώτη αξιολόγηση των δραστηριοτήτων της OLAF [1], η οποία περιείχε επίσης ορισμένες συστάσεις για την περαιτέρω ενίσχυση των ενεργειών της. Ωστόσο, ορισμένες μεταγενέστερες εξελίξεις, ιδίως, τα διδάγματα που αποκομίστηκαν από τη υπόθεση Eurostat, αποκάλυψαν μια σειρά επιπλέον αδυναμιών οι οποίες δεν επισημαίνονται διεξοδικά στην έκθεση αξιολόγησης της Επιτροπής. Ένα ακόμη από τα προβλήματα που επισημάνθηκαν κατ'αυτόν τον τρόπο ήταν η ανάγκη κατάρτισης συστήματος ουσιαστικότερης και ταχύτερης ανταλλαγής πληροφοριών μεταξύ της Επιτροπής και της OLAF. Ως προς αυτό, η Επιτροπή και η OLAF επεξεργάστηκαν, σε ένα πρώτο στάδιο, μνημόνιο συμφωνίας με σκοπό να εξασφαλιστεί η έγκαιρη ανταλλαγή πληροφοριών σχετικά με τις εσωτερικές έρευνες της OLAF στο πλαίσιο της Επιτροπής [2]. Ωστόσο, έγινε σαφές ότι η βελτίωση της ροής πληροφοριών πρέπει να ενταχθεί σε ένα ευρύτερο πλαίσιο, τόσο όσον αφορά τη θεσμική κάλυψη (ώστε να εξασφαλίζεται η συνεκτική επεξεργασία τους από το σύνολο των ευρωπαϊκών θεσμικών οργάνων και οργάνων) όσο και όσον αφορά την ίδια την ουσία των πληροφοριών. Επίσης, μόνο η πρόταση για νομοθετική δράση μπορεί να προσδώσει την απαιτούμενη δημοκρατική νομιμότητα στους κανόνες των οποίων επίκειται η επεξεργασία.

[1] COM(2003) 154 τελικό

[2] SEC(2003) 871 ενοποιημένη εκδοχή.

Έτσι, στο τέλος του 2003, η Επιτροπή ανέλαβε την υποχρέωση να καταρτίσει κατάλληλη νομοθετική πρόταση και να την υποβάλει στον νομοθέτη. Η προσέγγιση αυτή εγκρίθηκε από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο στο ψήφισμά του για την αξιολόγηση των δραστηριοτήτων της Υπηρεσίας για την Καταπολέμηση της Απάτης της 4ης Νοεμβρίου 2003 [3] καθώς και στο ψήφισμά του της 29ης Ιανουαρίου 2004 σχετικά με τα μέτρα που έλαβε η Επιτροπή για να δώσει συνέχεια στις παρατηρήσεις που συνοδεύουν την απαλλαγή για το οικονομικό έτος 2001 [4].

[3] COM(2003) 154 - 2002/2237 (INI).

[4] COM(2003) 651 - C5-0536/2003 2003/2200 (DEC).

Η πρόταση έχει τους εξής βασικούς στόχους:

* Ενίσχυση της λειτουργικής αποτελεσματικότητας της OLAF

Για την επίτευξη αυτού του στόχου, προτείνονται διατάξεις που θα δώσουν τη δυνατότητα στην OLAF να συγκεντρωθεί στις προτεραιότητες που έθεσε στο ετήσιο πρόγραμμα εργασίας της, μετά τη γνωμοδότηση της επιτροπής εποπτείας. Εξυπακούεται ότι το πρόγραμμα εργασίας πρέπει να λαμβάνει επίσης υπόψη τις απόψεις που εκφράζονται από τα κοινοτικά όργανα, ιδίως, από την Επιτροπή σχετικά με τις προτεραιότητες της πολιτικής και των δραστηριοτήτων για την καταπολέμηση της απάτης. Με βάση την αρχή σύμφωνα με την οποία πρέπει να λαμβάνονται τα ενδεδειγμένα μέτρα, έχει σημασία να επισημανθεί ότι η OLAF έχει τη διακριτική ευχέρεια να αποφασίζει κατά πόσο θα αρχίσει ή όχι μια έρευνα και, ενδεχομένως, να ζητεί από τις οικείες αρμόδιες αρχές να αναλάβουν τις υποθέσεις μικρότερης σημασίας ή υποθέσεις που είναι έξω από τις δικές της προτεραιότητες.

Γενικότερα, πρέπει να διευκρινιστούν οι διαδικασίες που αφορούν την έναρξη και το κλείσιμο των ερευνών καθώς και οι ισχύουσες σχέσεις ανάμεσα στις εσωτερικές ενέργειες των ευρωπαϊκών θεσμικών οργάνων και οργάνων, αφενός, και τις έρευνες της OLAF, αφετέρου. Όσο διαρκεί μια εσωτερική έρευνα της OLAF, τα θεσμικά όργανα, όργανα και οργανισμοί δεν μπορούν να αρχίσουν άλλες παράλληλες έρευνες (βλ. τροποποίηση του άρθρου 1 παράγραφος 3). Από την άλλη πλευρά, πρέπει να προβλεφθούν μηχανισμοί που να εξασφαλίζουν ότι τα ενλόγω θεσμικά όργανα, όργανα και οργανισμοί θα μπορούν να ενημερώνονται γρήγορα από την OLAF για το κατά πόσο διενεργεί ή προβλέπει να προβεί σε έρευνα για μια δεδομένη σειρά πράξεων και κατά πόσο τα ίδια τα όργανα είναι σε θέση να αναλάβουν χωρίς καθυστέρηση τις υποθέσεις τις οποίες η OLAF αποφάσισε να μην ερευνήσει (βλ. τροποποιήσεις του άρθρου 5).

Οι προτεινόμενες διατάξεις θα δώσουν επίσης στην επιτροπή εποπτείας τη δυνατότητα να έχει μεγαλύτερο έλεγχο επί των μακροχρόνιων ερευνών: μετά από δώδεκα μήνες έρευνας, η OLAF θα ενημερώνει σχετικά την επιτροπή εποπτείας, ώστε να αιτιολογεί την απόφασή της να συνεχίσει την παρακολούθηση των ενλόγω υποθέσεων. Για να αποφασίσει η OLAF να παρατείνει την διεξαγωγή έρευνας πάνω από δεκαοκτώ μήνες, είναι απαραίτητη η σύμφωνη γνώμη της επιτροπής εποπτείας. Επίσης, απαιτείται η ενημέρωση των «ενδιαφερόμενων» οργάνων για τους λόγους για τους οποίους η OLAF αποφασίζει να παρατείνει μια έρευνα πάνω από δώδεκα μήνες. Όταν η παράταση αυτή ανησυχεί το θεσμικό όργανο, έχει τη δυνατότητα να ζητήσει τη γνώμη της επιτροπής εποπτείας.

Όπως και στο παρελθόν, η απόφαση σχετικά με την έναρξη μιας έρευνας ή όχι παραμένει στην αρμοδιότητα της OLAF, η λειτουργική ανεξαρτησία της οποίας θα συνεχίσει να τηρείται αυστηρά.

* Βελτίωση της κυκλοφορίας των πληροφοριών μεταξύ της OLAF και των ευρωπαϊκών θεσμικών οργάνων και οργάνων

Οι τρέχουσες διατάξεις του κανονισμού αριθ. 1074/1999 δεν δείχνουν ακριβώς κατά πόσο, και σε πιο βαθμό, η OLAF υποχρεούται να κοινοποιεί πληροφορίες στο οικείο θεσμικό όργανο ή όργανο. Ωστόσο, οι πληροφορίες αυτές είναι απαραίτητες για την άσκηση της πολιτικής αρμοδιότητας των κοινοτικών οργάνων όταν υπάρχουν εικασίες για την διάπραξη αξιόποινων πράξεων από υπαλλήλους ή/και όταν απαιτείται η εφαρμογή διοικητικής πράξης για την προστασία των συμφερόντων της Ένωσης. Στις περιπτώσεις αυτές, η OLAF πρέπει να έχει ρητή υποχρέωση να ενημερώνει το οικείο θεσμικό όργανο ή όργανο (βλ. νέα παράγραφο 5α του άρθρου 6). Επίσης, πρέπει να ενημερώνεται το οικείο θεσμικό όργανο, όργανο ή οργανισμός για τη διαβίβαση πληροφοριών στις δικαστικές αρχές από την OLAF.

Επίσης φαίνεται σκόπιμο όχι μόνο τα κράτη μέλη αλλά και η Επιτροπή ως θεματοφύλακας της συνθήκης να μπορεί να ζητεί την έναρξη εξωτερικών ερευνών και να ενημερώνεται για τα αποτελέσματά τους (βλ. τροποποιήσεις του άρθρου 5 παράγραφος 2 και του άρθρου 9 παράγραφος 3).

* Πλήρης εξασφάλιση των δικαιωμάτων των ενδιαφερόμενων προσώπων

Για λόγους νομικής ασφάλειας, η Επιτροπή προτείνει να περιληφθούν στον κανονισμό λεπτομερείς διατάξεις σχετικά με τις διαδικαστικές εγγυήσεις που πρέπει να τηρούνται κατά τη διεξαγωγή εσωτερικών και εξωτερικών ερευνών (βλ. το νέο άρθρο 7α). Οι εγγυήσεις αυτές βασίζονται και συμπληρώνουν τις διατάξεις που αναφέρονται στη διοργανική συμφωνία σχετικά με τις εσωτερικές έρευνες (και τις διάφορες αποφάσεις εφαρμογή της) καθώς και στον αναθεωρημένο Κανονισμό Υπηρεσιακής Κατάστασης. Μετά την ένταξη των διαδικαστικών εγγυήσεων στον ίδιο τον κανονισμό, θα υπάρξει ένα ενιαίο σύνολο βασικών εγγυήσεων που θα ισχύουν για όλες τις έρευνες, εσωτερικές ή εξωτερικές, που θα διενεργούνται από την OLAF. Όσον αφορά τη διοργανική συμφωνία σχετικά με τις εσωτερικές έρευνες, προστέθηκαν οι εξής εγγυήσεις:

- διατάξεις σχετικά με τις πληροφορίες που πρέπει να παρέχει η OLAF πριν από τη συνέντευξη και σχετικά με τη σύνταξη των πρακτικών της ενλόγω συνέντευξης,

- το δικαίωμα του ενδιαφερόμενου να επικουρείται από πρόσωπο της επιλογής του κατά τη διάρκεια της συνέντευξης,

- το δικαίωμα σιωπής για να μην χειροτερεύσει τη θέση του.

Οι διατάξεις αυτές δεν πρέπει να τηρούνται μόνο πριν από την επεξεργασία της τελικής έκθεσης αλλά και πριν από τη διαβίβαση πληροφοριών στις εθνικές αρχές σύμφωνα με το άρθρο 10 (βλ. τροποποίηση του άρθρου 10 παράγραφος 3).

* Κάλυψη ορισμένων κενών που υπονομεύουν την αποτελεσματικότητα των ερευνών της OLAF

- Σύμφωνα με τις συστάσεις που περιέχει η έκθεση αξιολόγησης, προτείνεται να διευκρινιστούν οι αρμοδιότητες της OLAF στον τομέα των εξωτερικών ερευνών που αφορούν τους οικονομικούς φορείς οι οποίοι δέχονται κοινοτικά κονδύλια στο πλαίσιο συμβάσεων (άμεσες δαπάνες) και να καλυφθεί έτσι το νομικό κενό που κατέστη εμφανές στις παρούσες διατάξεις.

- Πρέπει να βελτιωθεί η πρόσβαση της OLAF στις πληροφορίες που διαθέτουν τα ευρωπαϊκά θεσμικά όργανα και όργανα όσον αφορά τις εξωτερικές έρευνες. Επίσης, πρέπει να διευκολυνθεί η πρόσβαση στις πληροφορίες που κατέχουν οι οικονομικοί φορείς στο πλαίσιο των εσωτερικών ερευνών.

- Τέλος, η πρόταση αποσκοπεί στην ενίσχυση της τρέχουσας αρμονικής συνεργασίας μεταξύ της OLAF και των κρατών μελών στον τομέα των εξωτερικών ερευνών και της ροής σχετικών πληροφοριών.

* Ενίσχυση του ρόλου της επιτροπής εποπτείας της Υπηρεσίας

Η Επιτροπή είναι της γνώμης ότι η OLAF θα μπορούσε να ωφεληθεί περισσότερο με την ενίσχυση του ρόλου της επιτροπής εποπτείας. Κατά συνέπεια προτείνεται να ενισχυθεί ο ρόλος της επιτροπής εποπτείας στον τομέα του ελέγχου της εφαρμογής του κανονισμού αριθ. 1074/1999, κυρίως όσον αφορά τα δικαιώματα των προσώπων, τη διάρκεια των ερευνών και την κυκλοφορία των πληροφοριών μεταξύ της OLAF και των ευρωπαϊκών θεσμικών οργάνων και οργάνων. Όσον αφορά την προστασία των ατομικών δικαιωμάτων, οι ενδιαφερόμενοι θα έχουν στο εξής τη δυνατότητα να ζητήσουν τη γνώμη της επιτροπής εποπτείας. Επίσης, τα οικεία θεσμικά όργανα θα έχουν την ίδια δυνατότητα για τα θέματα σχετικά με τα οποία η OLAF έχει την υποχρέωση να τα ενημερώνει.

Συναφείς νομικές διατάξεις

Πρέπει να σημειωθεί ότι η Επιτροπή προτείνει παράλληλα την τροποποίηση του κανονισμού αριθ. 1073/1999, ο οποίος αποτελεί το νομικό πλαίσιο των ερευνών που διενεργεί η OLAF βάσει του κοινοτικού δικαίου στο πλαίσιο της συνθήκης ΕΚ.

Νομική βάση

Η πρόταση της Επιτροπής αποσκοπεί στην τροποποίηση του ισχύοντος κανονισμού αριθ. 1074/1999 και κατά συνέπεια βασίζεται στο άρθρο 203 της συνθήκης για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Ατομικής Ενέργειας.

Επικουρικότητα και αναλογικότητα

Ο τροποποιητικός κανονισμός είναι απόλυτα συμβατός με την αρχή της επικουρικότητας. Πράγματι, όπως ο αρχικός κανονισμός αριθ. 1074/1999, ο παρών τροποποιητικός κανονισμός ουδόλως περιορίζει τις αρμοδιότητες και τις ευθύνες των κρατών μελών όσον αφορά τη έκδοση μέτρων για την καταπολέμηση της απάτης εις βάρος των οικονομικών συμφερόντων των Κοινοτήτων. Τα μέσα δράσης που διαθέτει η OLAF στο πλαίσιο των εξωτερικών ερευνών διευκρινίζονται και ενισχύονται μόνο ανά περίπτωση, εκεί όπου τα νομικά κενά του ισχύοντος συστήματος αποκαλύπτονται στην πράξη και όπου μόνο με την αποτελεσματικότερη παρέμβαση της OLAF μπορεί να εξασφαλιστεί η διενέργεια αξιόπιστων εξωτερικών ερευνών που να μπορούν να χρησιμοποιηθούν από τις αρχές των κρατών μελών. Επίσης, οι βασικές διαδικαστικές εγγυήσεις πρέπει να επεκταθούν ώστε να συμπεριλάβουν τις εξωτερικές έρευνες (νέο άρθρο 7α) προκειμένου να καταρτιστεί ενιαίο νομικό πλαίσιο για όλες τις έρευνες που διενεργεί η OLAF. Έτσι αίρεται κάθε αβεβαιότητα σχετικά με τη ορθή μεταχείριση των προσώπων τα οποία αφορούν οι έρευνες (για παράδειγμα: υπάλληλοι θεσμικού οργάνου των οποίων η ενδεχόμενη παρέμβαση μπορεί να γίνει εμφανής κατά τη διάρκεια εξωτερικής έρευνας). Δεδομένου ότι, όσον αφορά τα παραπάνω, είναι απαραίτητη η ύπαρξη σαφών κανόνων στην κοινοτική νομοθεσία για την αποτελεσματική δράση της OLAF σε σταθερό νομικό πλαίσιο, οι ενλόγω κανόνες πρέπει να συμμορφώνονται και αυτοί με την αρχή της αναλογικότητας.

Θεμελιώδη δικαιώματα

Όπως επιβεβαιώθηκε από το Δικαστήριο (απόφαση της 10ης Ιουλίου 2003 στην υπόθεση C-11/00, Επιτροπή κατά BCE, σημείο 139), ο κανονισμός αριθ. 1074/99, στην αρχική του μορφή, εκφράζει ήδη την αποφασιστικότητα του νομοθέτη να εντάξει την άσκηση των εξουσιών της OLAF στον πλαίσιο του απόλυτου σεβασμού των ανθρώπινων δικαιωμάτων και των θεμελιωδών ελευθεριών. Λόγω των πολυάριθμων θεμάτων που προέκυψαν στο πλαίσιο των δραστηριοτήτων της OLAF, φαίνεται σκόπιμο να ενισχυθούν ακόμη περισσότερο οι διαδικαστικές εγγυήσεις σε σχέση με τον τρέχοντα μηχανισμό και να καταστούν εφαρμόσιμες σε όλες τις έρευνες που διενεργεί η OLAF, είτε είναι εσωτερικές είτε εξωτερικές. Επίσης, δεδομένου ότι οι έρευνες αυτές έχουν απλώς παρασκευαστικό χαρακτήρα και ότι τα συμπεράσματά τους δεν στοιχειοθετούν κατηγορία αλλά, σε ορισμένες περιπτώσεις, μπορούν να οδηγήσουν σε διοικητική ή ποινική δίωξη, οι εγγυήσεις αυτές σέβονται τα θεμελιώδη δικαιώματα που περιέχει ο Χάρτης των θεμελιωδών δικαιωμάτων της Ένωσης, και μάλιστα ξεπερνούν το επίπεδο της ελάχιστης προστασίας που απαιτείται από τον Χάρτη.

Αντίκτυπος στον προϋπολογισμό

Προτείνεται να αυξηθεί ο αριθμός των μελών της επιτροπής εποπτείας της OLAF από πέντε σε επτά. Ο αντίκτυπος αυτού του μέτρου στον κοινοτικό προϋπολογισμό αναπτύσσεται λεπτομερώς στο δημοσιονομικό δελτίο που επισυνάπτεται στην πρόταση.

2004/0038 (CNS)

Πρόταση ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΥ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ για την τροποποίηση του κανονισμού (Ευρατόμ) αριθ. 1074/1999 σχετικά με τις έρευνες που πραγματοποιούνται από την Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Καταπολέμησης της Απάτης (OLAF)

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη:

τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Ατομικής Ενέργειας, και ιδίως το άρθρο 203,

την πρόταση της Επιτροπής [5],

[5] ΕΕ C [...] της [...], σ. [...].

τη γνώμη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου [6],

[6] ΕΕ C [...] της [...], σ. [...].

Εκτιμώντας τα εξής:

(1) Πρέπει να καταρτιστούν σαφείς κανόνες οι οποίοι, ενώ ταυτόχρονα θα επιβεβαιώνουν την κύρια αρμοδιότητα της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Καταπολέμησης της Απάτης (στο εξής καλούμενης «Υπηρεσία ») για τη διεξαγωγή εσωτερικών ερευνών, καθιερώνουν μηχανισμούς που δίνουν τη δυνατότητα στα θεσμικά όργανα, όργανα και οργανισμούς να αναλάβουν γρήγορα τη διερεύνηση των υποθέσεων σχετικά με τις οποίες η Υπηρεσία αποφασίζει να μην παρέμβει.

(2) Πρέπει να διευκρινιστεί ότι η έναρξη έρευνας από τη Υπηρεσία διέπεται από την αρχή της σκοπιμότητας, πράγμα το οποίο της δίνει τη δυνατότητα, έστω και αν υπάρχουν αρκετά σοβαρές υποψίες, να μην αρχίσει έρευνα για περιπτώσεις δευτερεύουσας σημασίας ή για περιπτώσεις που δεν εντάσσονται στο πλαίσιο των ετήσιων προτεραιοτήτων δράσης της. Όσον αφορά τις εσωτερικές έρευνες, οι περιπτώσεις αυτές πρέπει να αντιμετωπίζονται στο εξής από το οικείο θεσμικό όργανο, όργανο ή οργανισμό ή, όσον αφορά τις εξωτερικές έρευνες, από τις αρχές των κρατών μελών σύμφωνα με τις κοινοτικές τους υποχρεώσεις και με βάση το εθνικό δίκαιο.

(3) Πρέπει να θεσπιστούν με ακρίβεια οι υποχρεώσεις της Υπηρεσίας όσον αφορά το καθήκον της να ενημερώνει, σε εύθετο χρόνο, τα θεσμικά όργανα, όργανα και οργανισμούς για τις τρέχουσες έρευνες σε περίπτωση που ενέχεται προσωπικά κάποιο μέλος, διευθυντικό στέλεχος, υπάλληλος ή μέλος του λοιπού προσωπικού στις πράξεις που αποτελούν αντικείμενο της έρευνας ή όταν πρέπει να επιβληθούν διοικητικά μέτρα για την προστασία των συμφερόντων της Ένωσης.

(4) Για να ενισχυθεί η αποτελεσματικότητα της δράσης της Υπηρεσίας και με βάση την αξιολόγηση των δραστηριοτήτων της κατά τη διάρκεια των πρώτων τριών ετών από την έναρξη ισχύος του κανονισμού αριθ. 1074/99, πρέπει να διευκρινιστούν ορισμένες πλευρές και να καλυφθούν ορισμένα κενά όσον αφορά τα μέτρα έρευνας που μπορεί να λάβει η Υπηρεσία κατά τη διεξαγωγή των ερευνών. Έτσι, η Υπηρεσία πρέπει να μπορεί να προβεί στους ελέγχους και στις εξακριβώσεις που προβλέπονται από τον κανονισμό (Ευρατόμ, ΕΚ) αριθ. 2185/96 του Συμβουλίου της 11ης Νοεμβρίου 1996 σχετικά με τους ελέγχους και εξακριβώσεις που διεξάγει επιτοπίως η Επιτροπή με σκοπό την προστασία των οικονομικών συμφερόντων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων από απάτες και λοιπές παρατυπίες [7] στο πλαίσιο των εσωτερικών ερευνών και στις περιπτώσεις απάτης που συνδέονται με συμβάσεις που αφορούν κοινοτικά κεφάλαια καθώς και την πρόσβαση στις πληροφορίες που κατέχουν τα θεσμικά όργανα, όργανα και οργανισμοί της Ένωσης στο πλαίσιο των εξωτερικών ερευνών. Τα κράτη μέλη πρέπει να θέτουν σε εφαρμογή κατάλληλες διαδικασίες για να υποβάλλουν τους οικονομικούς φορείς σε μέτρα αναγκαστικής εκτέλεσης σε περίπτωση εναντίωσής τους με τα μέτρα ελέγχου που λαμβάνονται βάσει του κανονισμού (Ευρατόμ, ΕΚ) αριθ. 2185/96.

[7] ΕΕ L 292 της 15.11.1996, σ. 2.

(5) Για λόγους νομικής ασφάλειας, αποδείχθηκε απαραίτητο να διευκρινιστούν οι διαδικαστικές εγγυήσεις που εφαρμόζονται στο πλαίσιο των εσωτερικών ή εξωτερικών ερευνών που διενεργεί η Υπηρεσία, με την επιφύλαξη ευρύτερης προστασίας η οποία απορρέει, ενδεχομένως, από τους κανόνες των συνθηκών, τις διατάξεις του Κανονισμού Υπηρεσιακής Κατάστασης καθώς και από τις ισχύουσες εθνικές διατάξεις και συγχρόνως να αναγνωρίζεται ο προπαρασκευαστικός χαρακτήρας των ενλόγω ερευνών τα συμπεράσματα των οποίων δεν στοιχειοθετούν κατηγορία αλλά μπορούν, ενδεχομένως, να οδηγήσουν σε διοικητική ή ποινική δίωξη.

(6) Είναι σκόπιμο να επεκταθεί ο ρόλος της επιτροπής εποπτείας ώστε να βελτιωθεί η διοίκηση της Υπηρεσίας και συγχρόνως να ενισχυθεί η ανεξαρτησία της, να εξασφαλιστεί η ορθή εφαρμογή του κανονισμού (Ευρατόμ) αριθ. 1074/99 από την Υπηρεσία καθώς και ο πλήρης σεβασμός των δικαιωμάτων των προσώπων. Η σύνθεση της επιτροπής εποπτείας πρέπει να προσαρμοστεί σε σχέση με αυτό τον ενισχυμένο ρόλο.

(7) Ο κανονισμός (Ευρατόμ) αριθ. 1074/99 πρέπει να τροποποιηθεί αναλόγως.

(8) Οι τροποποιήσεις που πρέπει να γίνουν στον κανονισμό (Ευρατόμ) αριθ. 1074/1999 ουδόλως περιορίζουν τις αρμοδιότητες και τις ευθύνες των κρατών μελών όσον αφορά τη λήψη μέτρων για την καταπολέμηση της απάτης εις βάρος των οικονομικών συμφερόντων των Κοινοτήτων. Τα μέσα δράσης που διαθέτει η OLAF στο πλαίσιο των εξωτερικών ερευνών διευκρινίζονται και ενισχύονται μόνο ανά περίπτωση, εκεί όπου τα νομικά κενά του ισχύοντος συστήματος αποκαλύπτονται στην πράξη και όπου μόνο με την αποτελεσματικότερη παρέμβαση της OLAF μπορεί να εξασφαλιστεί η διενέργεια αξιόπιστων εξωτερικών ερευνών που να μπορούν να χρησιμοποιηθούν από τις αρχές των κρατών μελών. Επίσης, η επέκταση των διαδικαστικών εγγυήσεων ώστε να περιλάβουν και τις εξωτερικές έρευνες είναι απαραίτητη για τη κατάρτιση ενιαίου νομικού πλαισίου για το σύνολο των ερευνών που διεξάγει η Υπηρεσία. Ο παρών κανονισμός σέβεται στο εξής πλήρως την αρχή της επικουρικότητας που αναφέρεται στο άρθρο 5 της συνθήκης και την αρχή της αναλογικότητας που αναφέρεται στο ίδιο άρθρο.

(9) Ο παρών κανονισμός σέβεται τα θεμελιώδη δικαιώματα και τηρεί τις αρχές του Χάρτη των θεμελιωδών δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης,

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:

Άρθρο 1

Ο κανονισμός (Ευρατόμ) αριθ. 1074/1999 τροποποιείται ως εξής:

1) Το άρθρο 4 τροποποιείται ως εξής:

α) Στην παράγραφο 3, προστίθεται το εξής εδάφιο:

«Εφόσον η Υπηρεσία διενεργεί έρευνα κατά την έννοια του παρόντος κανονισμού, τα θεσμικά όργανα, όργανα και οργανισμοί δεν αρχίζουν έρευνα για τις ίδιες πράξεις βάσει της διοικητικής τους αυτονομίας.»

β) Προστίθεται η παράγραφος 4:

« 4. Ο διευθυντής της Υπηρεσίας, μετά τη γνωμοδότηση της επιτροπής εποπτείας, καθορίζει κάθε χρόνο το πρόγραμμα εργασίας και τις προτεραιότητες για την πολιτική ερευνών της Υπηρεσίας. »

2) Το άρθρο 3 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

« Άρθρο 3

Εξωτερικές έρευνες

1. Η Υπηρεσία ασκεί την εξουσία που έχει ανατεθεί στην Επιτροπή από τον κανονισμό (Ευρατόμ, ΕΚ) αριθ. 2185/96, για την πραγματοποίηση επιτόπιων ελέγχων και εξακριβώσεων στα κράτη μέλη και, σύμφωνα με τις ισχύουσες συμφωνίες συνεργασίας, σε τρίτες χώρες.

Στο πλαίσιο των καθηκόντων της για τη διεξαγωγή ερευνών, η Υπηρεσία πραγματοποιεί στα κράτη μέλη τους ελέγχους και τις εξακριβώσεις που προβλέπονται από το άρθρο 9 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 2988/95 καθώς και από τους τομεακούς κανόνες του άρθρου 9 παράγραφος 2 του ιδίου κανονισμού, και σε τρίτες χώρες, σύμφωνα με τις ισχύουσες συμφωνίες συνεργασίας.

2. Για να καταρτιστεί η ύπαρξη απάτης, δωροδοκίας ή άλλης παράνομης δραστηριότητας κατά την έννοια του άρθρου 1, σχετικά με σύμβαση που αφορά κοινοτική χρηματοδότηση ή χρηματοδότηση που διαχειρίζονται οι Ευρωπαϊκές Κοινότητες, η Υπηρεσία, σύμφωνα με τις διατάξεις του κανονισμού (Ευρατόμ, ΕΚ) αριθ. 2185/96, μπορεί να διενεργήσει έρευνα στο πλαίσιο των οικονομικών φορέων που έχουν σχέση με τη χρηματοδότηση αυτή.

3. Κατά τη διάρκεια εξωτερικής έρευνας, και στο βαθμό που αυτό είναι απολύτως απαραίτητο για να αποδειχθεί η ύπαρξη απάτης, δωροδοκίας ή άλλης παράνομης δραστηριότητας κατά την έννοια του άρθρου 1, η Υπηρεσία μπορεί, κατόπιν αιτήσεώς της, να έχει πρόσβαση στις κατάλληλες πληροφορίες που έχουν στην κατοχή τους τα θεσμικά όργανα, όργανα και οργανισμοί σε σχέση με τις πράξεις που αφορά η έρευνα. Για το σκοπό αυτό, ισχύει το άρθρο 4, παράγραφοι 2 και 4.

4. Όταν η Υπηρεσία διαθέτει πληροφορίες που δίνουν τη δυνατότητα να εικασθεί η ύπαρξη απάτης ή οποιασδήποτε άλλης παράνομης δραστηριότητας κατά την έννοια του άρθρου 1, ο διευθυντής της Υπηρεσίας μπορεί να ενημερώσει σχετικά τις αρμόδιες αρχές των οικείων κρατών μελών και, με την επιφύλαξη των τομεακών κανονιστικών ρυθμίσεων που προβλέπονται στην παράγραφο 1, τα κράτη μέλη μπορούν να προβούν στη διενέργεια ερευνών σύμφωνα με το ισχύον εθνικό δίκαιο, στις οποίες μπορούν να συμμετέχουν οι υπάλληλοι της Υπηρεσίας. Οι αρμόδιες αρχές των ενδιαφερόμενων κρατών μελών ενημερώνουν τον διευθυντή της Υπηρεσίας για τα αποτελέσματα που επιτεύχθηκαν μετά από την ενημέρωση αυτή.»

3) Το άρθρο 4 τροποποιείται ως εξής:

α) Η παράγραφος 3 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

« 3. Σύμφωνα με τις διαδικασίες που προβλέπονται στον κανονισμό (Ευρατόμ, ΕΚ) αριθ. 2185/96, η Υπηρεσία μπορεί να πραγματοποιεί επιτόπιους ελέγχους στις εγκαταστάσεις οικονομικών φορέων ώστε να έχει πρόσβαση σε πληροφορίες σχετικά με ενδεχόμενες παρατυπίες που σχετίζονται με τις πράξεις που αποτελούν αντικείμενο εσωτερικής έρευνας. »

β) Η παράγραφος 5 καταργείται.

4) Το άρθρο 5 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

« Άρθρο 5

Έναρξη των ερευνών

1. Η Υπηρεσία μπορεί να αποφασίσει την έναρξη έρευνας όταν υπάρχουν σοβαρές υποψίες που να αφήνουν να υποτεθεί ότι έχουν διαπραχθεί πράξεις απάτης ή δωροδοκίας ή άλλες παράνομες πράξεις κατά την έννοια του άρθρου 1. Στην απόφαση για την έναρξη έρευνας ή όχι λαμβάνονται υπόψη οι προτεραιότητες της πολιτικής ερευνών που ορίζονται σύμφωνα με το άρθρο 1 παράγραφος 4.

2. Η έναρξη των εξωτερικών ερευνών γίνεται με απόφαση του διευθυντή της Υπηρεσίας, ο οποίος ενεργεί ιδία πρωτοβουλία ή μετά από αίτηση ενδιαφερομένου κράτους μέλους ή της Επιτροπής.

Η έναρξη των εσωτερικών ερευνών γίνεται με απόφαση του διευθυντή της Υπηρεσίας, ο οποίος ενεργεί ιδία πρωτοβουλία ή μετά από αίτηση του θεσμικού οργάνου, οργάνου ή οργανισμού στο πλαίσιο του οποίου πρέπει να πραγματοποιηθεί η έρευνα.

3. Όταν ένα θεσμικό όργανο, όργανο ή οργανισμός προβλέπει την έναρξη έρευνας βάσει της διοικητικής του αυτονομίας, ρωτά την Υπηρεσία εάν οι ενλόγω πράξεις αποτελούν ήδη αντικείμενο εσωτερικής έρευνας. Εντός 15 εργάσιμων ημερών από την αίτηση αυτή, η Υπηρεσία δηλώνει εάν έχει αρχίσει έρευνα. Αν δεν συμβαίνει κάτι τέτοιο, εφαρμόζεται η παράγραφος 4. Η έλλειψη απάντηση ισοδυναμεί με απόφαση της Υπηρεσίας να μην αρχίσει εσωτερική έρευνα.

4. Η απόφαση έναρξης έρευνας ή όχι λαμβάνεται εντός δύο μηνών από την παραλαβή από την OLAF της αίτησης που προβλέπεται στις παραγράφους 2 ή 3. Η απόφαση αυτή κοινοποιείται στο θεσμικό όργανο, όργανο, οργανισμό ή στο κράτος μέλος που υπέβαλε την αίτηση.

Όταν ένας υπάλληλος ή μέλος του λοιπού προσωπικού θεσμικού οργάνου, οργάνου ή οργανισμού παρέχει πληροφορίες απευθείας στην Υπηρεσία σύμφωνα με το άρθρο [22α] του Κανονισμού Υπηρεσιακής Κατάστασης, η Υπηρεσία τον ενημερώνει για την απόφαση έναρξης ή όχι εσωτερικής έρευνας σχετικά με τις ενλόγω πράξεις.

Η απόφαση μη έναρξης έρευνας είναι αιτιολογημένη.

5. Εάν, για λόγους σκοπιμότητας, η Υπηρεσία αποφασίσει να μην αρχίσει εσωτερική έρευνα, διαβιβάζει αμέσως, για κάθε νόμιμη χρήση, τα διαθέσιμα στοιχεία στο οικείο θεσμικό όργανο, όργανο ή οργανισμό και συμφωνεί, ενδεχομένως, μαζί του για τη λήψη κατάλληλων μέτρων σχετικά με την προστασία της εμπιστευτικότητας της πηγής των πληροφοριών. Εάν η Υπηρεσία αποφασίσει να μην αρχίσει εξωτερική έρευνα για λόγους σκοπιμότητας, εφαρμόζεται το άρθρο 3, παράγραφος 4.»

5) Το άρθρο 6 τροποποιείται ως εξής:

α) Προστίθεται η παράγραφος 5α:

«5α. Όταν από τις έρευνες ανακύψει το ενδεχόμενο να ενέχεται προσωπικά κάποιο μέλος, διευθυντικό στέλεχος, υπάλληλος ή μέλος του λοιπού προσωπικού θεσμικού οργάνου, οργάνου ή οργανισμού ή αποδειχθεί ότι είναι σκόπιμο να ληφθούν συντηρητικά ή διοικητικά μέτρα για την προστασία των συμφερόντων της Ένωσης, το οικείο θεσμικό όργανο, όργανο ή οργανισμός ενημερώνεται για την τρέχουσα έρευνα. Οι πληροφορίες που διαβιβάζονται περιέχουν τα εξής στοιχεία:

α) την ταυτότητα του ή των ατόμων που αποτελούν αντικείμενο της έρευνας καθώς και περίληψη των ενλόγω πράξεων,

β) κάθε πληροφορία που μπορεί να βοηθήσει το θεσμικό όργανο, όργανο ή οργανισμό να αποφασίσει εάν είναι σκόπιμο να λάβει συντηρητικά ή διοικητικά μέτρα για την προστασία των συμφερόντων της Ένωσης,

γ) ενδεχομένως, τα ειδικά μέτρα που προβλέπονται για την τήρηση της εμπιστευτικότητας.

Το θεσμικό όργανο, όργανο ή οργανισμός αποφασίζει, ενδεχομένως, για τη σκοπιμότητα λήψης πιθανών συντηρητικών ή διοικητικών μέτρων, λαμβάνοντας δεόντως υπόψη τη σημασία που έχει να εξασφαλιστεί η αποτελεσματική διενέργεια της έρευνας καθώς και η εφαρμογή των ειδικών μέτρων εμπιστευτικότητας που προβλέπει η Υπηρεσία.»

β) Η παράγραφος 6 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

« 6. Τα κράτη μέλη φροντίζουν ώστε οι αρμόδιες αρχές τους να παρέχουν στους υπαλλήλους της Υπηρεσίας, σύμφωνα με τις εθνικές διατάξεις, την αναγκαία συνδρομή για την εκπλήρωση της αποστολής τους. Για το σκοπό αυτό, θέτουν σε εφαρμογή, κατόπιν αιτήσεως της Υπηρεσίας σε περίπτωση ανάγκης, τις κατάλληλες διαδικασίες για την υποβολή των οικονομικών φορέων σε μέτρα αναγκαστικής εκτέλεσης, συμπεριλαμβανομένων των οικονομικών κυρώσεων (χρηματικών ποινών) σε περίπτωση μη τήρησης των διατάξεων του άρθρου 5 δεύτερο και τρίτο εδάφιο του κανονισμού (Ευρατόμ, ΕΚ) αριθ. 2185/96. Τα θεσμικά όργανα και όργανα μεριμνούν ώστε τα μέλη και το προσωπικό τους να παρέχουν στους υπαλλήλους της Υπηρεσίας την αναγκαία συνδρομή για την εκπλήρωση της αποστολής τους. οι οργανισμοί μεριμνούν επίσης ώστε τα διευθυντικά στελέχη και το προσωπικό τους να πράττουν το ίδιο.»

γ) Προστίθεται η παράγραφος 7:

« 7. Όταν αποδειχθεί ότι μια έρευνα δεν μπορεί να κλείσει εντός 12 μηνών από την έναρξή της, ο διευθυντής της Υπηρεσίας μπορεί να αποφασίσει την παράταση της έρευνας μέχρι έξι επιπλέον μήνες. Στην απόφαση αναφέρονται οι λόγοι για τους οποίους απαιτείται η παράταση της έρευνας. Ο διευθυντής διαβιβάζει την απόφαση αυτή στην επιτροπή εποπτείας και ενημερώνει για την απόφασή του καθώς και για τους λόγους που την αιτιολογούν, το οικείο θεσμικό όργανο, όργανο και οργανισμό. Όταν πρόκειται για κατάλληλα αιτιολογημένες περιπτώσεις, ο διευθυντής μπορεί να αποφασίσει, μετά από γνωμοδότηση της επιτροπής εποπτείας, να παρατείνει εκ νέου την προθεσμία για άλλους έξι επιπλέον μήνες. Ο διευθυντής ενημερώνει για την απόφασή του, καθώς και για τους λόγους που την αιτιολογούν, το οικείο θεσμικό όργανο, όργανο ή οργανισμό. Αν χρειάζεται, οι αποφάσεις παράτασης μπορεί να επαναληφθούν αρκετές φορές με βάση τους ίδιους όρους.»

6) Προστίθενται τα άρθρα 7α και 7β:

« Άρθρο 7α

Διαδικαστικές εγγυήσεις

1. Η Υπηρεσία διενεργεί έρευνες για την διαπίστωση της ενοχής και της αθωότητας των ενεχομένων προσώπων.

2. Όταν από μια έρευνα ανακύψει το ενδεχόμενο να ενέχεται προσωπικά κάποιο μέλος, διευθυντικό στέλεχος, υπάλληλος ή μέλος του λοιπού προσωπικού ενός θεσμικού οργάνου, οργάνου ή οργανισμού, ενημερώνεται σχετικά ο ενδιαφερόμενος εφόσον η ενημέρωση αυτή δεν βλάπτει τη διενέργεια της έρευνας.

Εν πάση περιπτώσει, δεν μπορούν να εξαχθούν συμπεράσματα που αφορούν προσωπικά ένα φυσικό ή νομικό πρόσωπο χωρίς να έχει δοθεί προηγουμένως η δυνατότητα στο ενδιαφερόμενο πρόσωπο να εκφράσει τη γνώμη του για το σύνολο των πράξεων που το αφορούν. Στην πρόσκληση για συνέντευξη, πρέπει να παραδίδεται στον ενδιαφερόμενο η περίληψη των πράξεων αυτών. Το ενδιαφερόμενο πρόσωπο μπορεί να επικουρείται από πρόσωπο της επιλογής του, το οποίο σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να έχει σχέση με τις εξεταζόμενες πράξεις. Το ενδιαφερόμενο φυσικό πρόσωπο έχει το δικαίωμα σιωπής για να μη χειροτερεύσει τη θέση του.

Σε περίπτωση που για λόγους της έρευνας απαιτείται η τήρηση απόλυτης μυστικότητας και η προσφυγή σε διαδικασίες ανάκρισης που εμπίπτουν στην αρμοδιότητα εθνικού δικαστηρίου ή σε περίπτωση διεξαγωγής εξωτερικής έρευνας από αρμόδια εθνική αρχή, ο διευθυντής της Υπηρεσίας μπορεί να αποφασίσει να αναβάλει την εκτέλεση της υποχρέωσης να ζητήσει από το ενδιαφερόμενο πρόσωπο να εκφράσει τη γνώμη του. Για το θέμα αυτό, ο διευθυντής ενημερώνει προηγουμένως την επιτροπή εποπτείας, η οποία μπορεί να γνωμοδοτήσει. Σε περίπτωση εσωτερικής έρευνας, ο διευθυντής της Υπηρεσίας λαμβάνει την απόφαση αυτή σε συμφωνία με το οικείο θεσμικό όργανο, όργανο ή οργανισμό στο οποίο ανήκει το ενδιαφερόμενο πρόσωπο.

3. Για κάθε πρόσκληση σε συνέντευξη, είτε με μάρτυρα είτε με το ενδιαφερόμενο πρόσωπο κατά την έννοια της παραγράφου 2, πρέπει να αποστέλλεται προειδοποίηση οκτώ εργάσιμων ημερών. Η προθεσμία αυτή μπορεί να μειωθεί κατόπιν συμφωνίας του ενδιαφερόμενου προσώπου. Η πρόσκληση περιέχει κυρίως τον κατάλογο των δικαιωμάτων των ερωτώμενων. Η Υπηρεσία συντάσσει πρακτικά για κάθε συνέντευξη και δίνει τη δυνατότητα στον ερωτώμενο να έχει πρόσβαση σ'αυτά ώστε να μπορέσει να τα εγκρίνει ή να προσθέσει τις παρατηρήσεις του.

Όταν κατά τη διάρκεια της συνέντευξης προκύψει ότι το ερωτώμενο πρόσωπο μπορεί να ενέχεται στις πράξεις που αποτελούν αντικείμενο της έρευνας, εφαρμόζονται αμέσως οι κανόνες διαδικασίας που προβλέπονται στην παράγραφο 2.

4. Οι διαδικαστικές εγγυήσεις που προβλέπονται στο παρόν άρθρο εφαρμόζονται με την επιφύλαξη:

α) της μεγαλύτερης προστασίας που απορρέει, ενδεχομένως, από τους κανόνες των Συνθηκών καθώς και από τις ισχύουσες εθνικές διατάξεις,

β) των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων δυνάμει του Κανονισμού Υπηρεσιακής Κατάστασης, κυρίως της υποχρέωσης νομιμότητας έναντι των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.

Άρθρο 7β

Ενημέρωση σχετικά με το κλείσιμο έρευνας χωρίς να δίδεται συνέχεια

Εάν, μετά τη διεξαγωγή έρευνας, δεν υπάρξουν αποδεικτικά στοιχεία κατά μέλους, διευθυντικού στελέχους, υπαλλήλου ή μέλους του λοιπού προσωπικού θεσμικού οργάνου, οργάνου ή οργανισμού κατά του οποίου στρέφεται η καταγγελία ή κατά οικονομικού φορέα , η έρευνα που αφορά το ενλόγω πρόσωπο κλείνει χωρίς να δοθεί καμία συνέχεια με βάση την απόφαση του διευθυντή της Υπηρεσίας, ο οποίος ενημερώνει σχετικά τον ενδιαφερόμενο και, ενδεχομένως, το οικείο θεσμικό όργανο, όργανο ή οργανισμό.»

7) Η παράγραφος 3 του άρθρου 8 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

« 3. Ο διευθυντής φροντίζει ώστε οι υπάλληλοι της Υπηρεσίας και τα άλλα πρόσωπα που ενεργούν υπό την εξουσία του να τηρούν τις κοινοτικές και εθνικές διατάξεις σχετικά με την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, και ιδίως τις προβλεπόμενες από τον κανονισμό αριθ. 45/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 18ης Δεκεμβρίου 2000.» (*)

(*) ΕΕ L 8 της 12.1.2001, σ. 1.

8) Το άρθρο 9 τροποποιείται ως εξής:

α) Η παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

« 1. Μετά την ολοκλήρωση της έρευνάς της, η Υπηρεσία, υπό την εποπτεία του διευθυντή, συντάσσει έκθεση η οποία περιγράφει κυρίως τη διεξαγωγή της διαδικασίας και περιέχει τη νομική βάση, τα διαπιστωθέντα περιστατικά και τον νομικό τους χαρακτηρισμό, την ενδεχόμενη οικονομική ζημία και τα συμπεράσματα της έρευνας καθώς και τις συστάσεις του διευθυντή της Υπηρεσίας για τη συνέχεια που θα πρέπει να δοθεί.»

β) Η παράγραφος 3 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

« 3. Οι εκθέσεις που καταρτίζονται μετά από εξωτερική έρευνα καθώς και κάθε συναφές χρήσιμο έγγραφο διαβιβάζονται στις αρμόδιες αρχές των οικείων κρατών μελών σύμφωνα με τις κανονιστικές ρυθμίσεις σχετικά με τις εξωτερικές έρευνες και, ενδεχομένως, στην Επιτροπή. Οι αρμόδιες αρχές των ενδιαφερόμενων κρατών μελών, σε περίπτωση που δεν αντίκειται στο εθνικό δίκαιο, ενημερώνουν τον διευθυντή της Υπηρεσίας για τη συνέχεια που δόθηκε στις εκθέσεις των ερευνών που τους διαβιβάστηκαν.»

9) Το άρθρο 10 τροποποιείται ως εξής:

α) Η παράγραφος 2 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

« 2. Με την επιφύλαξη των άρθρων 8, 9 και 11 του παρόντος κανονισμού, ο διευθυντής της Υπηρεσίας διαβιβάζει στις δικαστικές αρχές του οικείου κράτους μέλους τις πληροφορίες που συνέλεξε η Υπηρεσία κατά τη διάρκεια των εσωτερικών ερευνών σχετικά με πράξεις που μπορούν να επισύρουν ποινική δίωξη. Ο διευθυντής ενημερώνει προηγουμένως το οικείο θεσμικό, όργανο ή οργανισμό για το θέμα αυτό. Οι πληροφορίες αυτές περιέχουν κυρίως την ταυτότητα του προσώπου το οποίο αφορά η έρευνα, την περίληψη των διαπιστωθέντων περιστατικών, τον προκαταρκτικό νομικό χαρακτηρισμό και την ενδεχόμενη οικονομική ζημία.

Πριν από τη διαβίβαση των πληροφοριών που προβλέπονται στο πρώτο εδάφιο, η Υπηρεσία υποχρεώνει το πρόσωπο το οποίο αφορά η έρευνα να εκφράσει τη γνώμη του για τις πράξεις που το αφορούν με βάση τους όρους και τις λεπτομέρειες που προβλέπονται στο άρθρο 7α, παράγραφος 2, δεύτερο και τρίτο εδάφιο. »

β) Η παράγραφος 3 καταργείται.

10) Το άρθρο 11 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

« Άρθρο 11

Επιτροπή εποπτείας

1. Η επιτροπή εποπτείας, με τον τακτικό έλεγχο που ασκεί όσον αφορά την εκτέλεση των καθηκόντων διεξαγωγής ερευνών, ενισχύει την ανεξαρτησία της Υπηρεσίας. Η επιτροπή εποπτείας μεριμνά για τον σεβασμό των δικαιωμάτων των προσώπων και λαμβάνει υπόψη την ανάγκη προστασίας των συμφερόντων της Ένωσης.

Η επιτροπή εποπτείας γνωμοδοτεί σχετικά με τις αποφάσεις του διευθυντή της Υπηρεσίας στις περιπτώσεις που προβλέπονται από τον παρόντα κανονισμό. Κατόπιν αιτήσεως του διευθυντή ή με δική της πρωτοβουλία, η επιτροπή εποπτείας γνωμοδοτεί στον διευθυντή σχετικά με τις δραστηριότητες της Υπηρεσίας, χωρίς πάντως να αναμιγνύεται στη διεξαγωγή των τρεχουσών ερευνών. Επίσης, γνωμοδοτεί σχετικά με τις διαδικαστικές εγγυήσεις, κατόπιν αιτήσεως του ενδιαφερόμενου προσώπου καθώς και σχετικά με την ενημέρωση των οικείων θεσμικών οργάνων, οργάνων ή οργανισμών, κατόπιν αιτήσεώς τους. Κάθε γνωμοδότηση διαβιβάζεται στον διευθυντή της Υπηρεσίας και στον αιτούντα της γνωμοδότησης αυτής. Το οικείο θεσμικό όργανο, όργανο ή οργανισμός λαμβάνει αντίγραφο. Η επιτροπή εποπτείας αναφέρει, ενδεχομένως, τα στοιχεία της γνωμοδότησης που απαιτούν εμπιστευτική μεταχείριση.

2. Η επιτροπή εποπτείας αποτελείται από επτά ανεξάρτητες εξωτερικές προσωπικότητες, οι οποίες πληρούν τους όρους άσκησης, στις αντίστοιχες χώρες τους, ανωτέρων καθηκόντων σχετικών με τους τομείς δραστηριότητας της Υπηρεσίας. Οι προσωπικότητες αυτές διορίζονται από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο και την Επιτροπή με κοινή συμφωνία Η επιτροπή εποπτείας αναθέτει σε ένα από τα μέλη της να προετοιμάσει τις εργασίες σχετικά με τον σεβασμό των δικαιωμάτων των προσώπων από την Υπηρεσία.

3. Η διάρκεια της θητείας των μελών είναι τριετής. Η θητεία αυτή μπορεί να ανανεωθεί μία φορά.

4. Μετά τη λήξη της θητείας τους, τα μέλη παραμένουν εν υπηρεσία έως ότου ανανεωθεί η θητεία τους ή αντικατασταθούν.

5. Κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, τα μέλη της επιτροπής εποπτείας δεν ζητούν ούτε δέχονται εντολές από καμία κυβέρνηση ούτε από κανένα θεσμικό όργανο, όργανο ή οργανισμό. Σέβονται το απόλυτο απόρρητο των φακέλων που τους έχουν υποβληθεί και των συζητήσεών τους.

6. Η επιτροπή εποπτείας ορίζει τον πρόεδρό της. Θεσπίζει τον εσωτερικό της κανονισμό. Διεξάγει τουλάχιστον δέκα συνεδριάσεις το χρόνο. Λαμβάνει τις αποφάσεις της με την πλειοψηφία των μελών της. Η γραμματεία της συνδέεται διοικητικά με την Επιτροπή.

7. Ο διευθυντής ενημερώνει τακτικά την επιτροπή εποπτείας σχετικά με τις δραστηριότητες της Υπηρεσίας, τις έρευνές της, τα αποτελέσματά τους και τη συνέχεια που δόθηκε. Ο διευθυντής ενημερώνει την επιτροπή εποπτείας για τις περιπτώσεις κατά τις οποίες, το οικείο θεσμικό όργανο, όργανο ή οργανισμός δεν έδωσε συνέχεια στις συστάσεις που του έγιναν από το διευθυντή. Ο διευθυντής ενημερώνει την επιτροπή εποπτείας σχετικά με τις περιπτώσεις στις οποίες απαιτείται η διαβίβαση πληροφοριών στις δικαστικές αρχές κράτους μέλους.

8. Η επιτροπή εποπτείας εκδίδει κάθε χρόνο τουλάχιστον μία έκθεση δραστηριοτήτων, την οποία απευθύνει στα θεσμικά όργανα. Η επιτροπή εποπτείας μπορεί να υποβάλλει εκθέσεις στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο, την Επιτροπή και το Ελεγκτικό Συνέδριο σχετικά με τα αποτελέσματα των ερευνών που διεξήγαγε η Υπηρεσία και τη συνέχεια που δόθηκε σ' αυτές. »

11) Το άρθρο 13 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

« Άρθρο 13

Χρηματοδότηση

Οι πιστώσεις της Υπηρεσίας, το συνολικό ποσό των οποίων εγγράφεται σε ειδικό κονδύλιο του προϋπολογισμού, στο τμήμα «Επιτροπή» του γενικού προϋπολογισμού των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, αναγράφονται λεπτομερώς σε παράρτημα του εν λόγω τμήματος.

Οι θέσεις εργασίας που διατίθενται στην Υπηρεσία, απαριθμούνται σε παράρτημα του πίνακα προσωπικού της Επιτροπής.»

12) Το άρθρο 14 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

« Άρθρο 14

Έλεγχος της νομιμότητας

Η επιτροπή εποπτείας λαμβάνει αντίγραφο κάθε καταγγελίας που υποβάλλεται βάσει του άρθρου [90α] του Κανονισμού Υπηρεσιακής Κατάστασης και γνωμοδοτεί στον διευθυντή της Υπηρεσίας σχετικά με αυτήν.

Οι διατάξεις του πρώτου εδαφίου καθώς και των άρθρων [90α, 91] του Κανονισμού Υπηρεσιακής Κατάστασης εφαρμόζονται στο προσωπικό των θεσμικών οργάνων, οργάνων και οργανισμών που δεν υπάγονται στον Κανονισμό Υπηρεσιακής Κατάστασης.

Άρθρο 2

Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την επομένη ημέρα από τη δημοσίευσή του στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.

Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.

Βρυξέλλες [...]

Για το Συμβούλιο

Ο Πρόεδρος

ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΟ ΔΗΜΟΣΙΟΝΟΜΙΚΟ ΔΕΛΤΙΟ

Τομέας (-εις) πολιτική: Καταπολέμηση της απάτης

Δραστηριότητες: Εποπτεία της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Καταπολέμησης της Απάτης

Ονομασία της δρασης: Τροποποίηση των κανονισμών (ΕΚ) αριθ. 1073/1999 και (Ευρατόμ) αριθ. 1074/1999

1. ΚΟΝΔΥΛΙΟ (ΚΟΝΔΥΛΙΑ) ΤΟΥ ΠΡΟΫΠΟΛΟΓΙΣΜΟΥ + ΟΝΟΜΑΣΙΑ (-ΕΣ)

Προϋπολογισμός της OLAF

24.010600.03.0100 - Δαπάνες που προκύπτουν από τη θητεία των μελών της επιτροπής εποπτείας

2. ΣΥΝΟΛΙΚΑ ΑΡΙΘΜΗΤΙΚΑ ΔΕΔΟΜΕΝΑ

2.1 Συνολικό κονδύλιο της δράσης (πιστώσεις λειτουργίας): εκατ. ευρώ σε ΠΑΥ

2.2 Περίοδος υλοποίησης:

Από το 2004 και για περίοδο αορίστου διάρκειας (τριετής θητεία η οποία μπορεί να ανανεωθεί)

2.3 Συνολική πολυετής εκτίμηση των δαπανών:

α) Χρονοδιάγραμμα των πιστώσεων ανάληψης υποχρεώσεων /πιστώσεων πληρωμών (δημοσιονομική παρέμβαση) (βλ. σημείο 6.1.1)

Χωρίς επιπτώσεις

εκατ. ευρώ (μέχρι 3ου δεκαδικού)

>ΘΕΣΗ ΠIΝΑΚΑ>

β) Τεχνική και Διοικητική Βοήθεια (ΤΔΒ) και Δαπάνες Στήριξης (ΔΣ) (βλ. σημείο 6.1.2)

Χωρίς επιπτώσεις

>ΘΕΣΗ ΠIΝΑΚΑ>

>ΘΕΣΗ ΠIΝΑΚΑ>

γ) Συνολικές δημοσιονομικές επιπτώσεις των ανθρώπινων πόρων και των άλλων δαπανών διοικητικής λειτουργίας (βλ. σημεία 7.2 και 7.3)

>ΘΕΣΗ ΠIΝΑΚΑ>

>ΘΕΣΗ ΠIΝΑΚΑ>

Αυτό αντιστοιχεί σε ανάγκη συμπληρωματικών πιστώσεων 100.000 ευρώ.

2.4 Συμβατότητα με τον δημοσιονομικό προγραμματισμό και τις δημοσιονομικές προοπτικές

X Πρόταση συμβατή με τον υφιστάμενο δημοσιονομικό προγραμματισμό

|| Η πρόταση αυτή απαιτεί τον επαναπρογραμματισμό του αντίστοιχου τομέα των δημοσιονομικών προοπτικών,

|| συμπεριλαμβάνεται, εφόσον συντρέχει λόγος, προσφυγή στις διατάξεις της διοργανικής συμφωνίας.

2.5 Δημοσιονομικές επιπτώσεις επί των εσόδων

X Ουδεμία δημοσιονομική επίπτωση (αφορά τεχνικές πτυχές εφαρμογής ενός μέτρου)

Ή

|| Δημοσιονομική επίπτωση - Η επίπτωση επί των εσόδων έχει ως εξής:

εκατ. ευρώ (μέχρι 3ου δεκαδικού)

>ΘΕΣΗ ΠIΝΑΚΑ>

3. ΔΗΜΟΣΙΟΝΟΜΙΚΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ

>ΘΕΣΗ ΠIΝΑΚΑ>

4. ΝΟΜΙΚΗ ΒΑΣΗ

Απόφαση 1999/352/ΕΚ, ΕΚΑΧ, Ευρατόμ της Επιτροπής της 28ης Απριλίου 1999 για τη θέσπιση της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Καταπολέμηση της Απάτης (OLAF), άρθρο 4.

Κανονισμοί (ΕΚ) αριθ. 1073/1999 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και (Ευρατόμ) αριθ. 1074/1999 του Συμβουλίου της 25ης Μαΐου 1999, σχετικά με τις έρευνες που πραγματοποιεί η Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Καταπολέμηση της Απάτης (OLAF), άρθρο 11.

Τροποποίηση των κανονισμών αυτών: άρθρο 280 ΕΚ και άρθρο 203 Ευρατόμ.

5. ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ ΚΑΙ ΑΙΤΙΟΛΟΓΗΣΗ

5.1 Αναγκαιότητα κοινοτικής παρέμβασης

Η Επιτροπή ενέκρινε την έκθεση αξιολόγησης των δραστηριοτήτων της Υπηρεσίας, στις 2 Απριλίου 2003, την οποία διαβίβασε στη συνέχεια, μαζί με τη γνωμοδότηση της επιτροπής εποπτείας, στα θεσμικά όργανα, όργανα και οργανισμούς. Οι προτάσεις τροποποίησης των κανονισμών (ΕΚ) αριθ. 1073/1999 και (Ευρατόμ) αριθ. 1074/1999 που προβλέπουν ιδίως την ενίσχυση της επιτροπής εποπτείας έχουν στόχο να δώσουν συνέχεια στην έκθεση αυτή καθώς και στην παρέμβαση του Προέδρου Romano Prodi ενώπιον του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου στις 18 Νοεμβρίου 2003 (σχετικά με την κατάσταση της Ένωσης καθώς και το νομοθετικό πρόγραμμα και το πρόγραμμα εργασίας της Επιτροπής για το 2004) η οποία αποτελεί συνέχεια της ομιλίας του της 25ης Σεπτεμβρίου 2003.

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο (στο ψήφισμα της 4ης Δεκεμβρίου 2003 σχετικά με την προαναφερθείσα έκθεση της Επιτροπής) αποφάνθηκε επίσης υπέρ της ενίσχυσης της επιτροπής εποπτείας.

Το Συμβούλιο, στα συμπεράσματά του της 22ας Δεκεμβρίου 2003 σχετικά με την προαναφερθείσα έκθεση της Επιτροπής, δέχθηκε από την πλευρά του με ενδιαφέρον τη γνωμοδότηση της επιτροπής εποπτείας και της ζήτησε να συνεχίσει το έργο της με σκοπό την εξασφάλιση της ανεξαρτησίας της OLAF υπογραμμίζοντας, επίσης, τη σημασία που έχει η τήρηση των κανόνων που αφορούν την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων.

Η επιτροπή εποπτείας, με βάση τις προτάσεις τροποποίησης των κανονισμών (ΕΚ) αριθ. 1073/1999 και (Ευρατόμ) αριθ. 1074/1999, καλείται να γνωμοδοτεί για έναν μεγαλύτερο αριθμό περιπτώσεων υπό κρίση (σχετικά με τις αποφάσεις του διευθυντή της Υπηρεσίας και, κυρίως, για την παράταση των προθεσμιών των ερευνών, για τις καταγγελίες που υποβάλλονται από τους ενδιαφερόμενους, για τις διαδικαστικές εγγυήσεις κατόπιν αιτήσεως του ενδιαφερομένου προσώπου ή ακόμη για την ενημέρωση των οικείων θεσμικών οργάνων, οργάνων και οργανισμών, κατόπιν αιτήσεώς τους).

Η ενίσχυση αυτή θα έχει ως αποτέλεσμα αντίστοιχη αύξηση των απαιτούμενων πιστώσεων.

Οι πιστώσεις αυτές προορίζονται να καλύψουν την εκτέλεση της νέας θητείας των μελών της επιτροπής εποπτείας.

5.2 Προβλεπόμενες ενέργειες και ρυθμίσεις για τη δημοσιονομική παρέμβαση

Για την άσκηση των νέων αποστολών της επιτροπής εποπτείας που προβλέπονται στον τομέα 5.1, προβλέπεται αύξηση του αριθμού των μελών της (από 5 σε 7). Η συχνότητα των συνεδριάσεων (οι κανονισμοί επιβάλλουν την πραγματοποίηση τουλάχιστον 10 συνεδριάσεων το χρόνο) πρέπει να αυξηθεί λόγω της προβλεπόμενης εντατικοποίησης των δραστηριοτήτων /σχέσεων που συνεπάγονται οι νέες αρμοδιότητες της επιτροπής εποπτείας.

Ένα μέλος της πρέπει να είναι ιδιαίτερα επιφορτισμένο με εργασίες σχετικά με την τήρηση των δικαιωμάτων των προσώπων από την OLAF.

Από την πλευρά του προϋπολογισμού, αυτό θα οδηγήσει σε:

- αύξηση του συνολικού ετήσιου ποσού της κατ'αποκοπήν διοικητικής αποζημίωσης για την παρουσία σε συνεδριάσεις (βάση υπολογισμού: 420 ευρώ ανά μέλος και ανά ημέρα, μια διήμερη συνεδρίαση το μήνα, 12 συνεδριάσεις το χρόνο + ίδια ποσά για την προετοιμασία των συνεδριάσεων),

- αύξηση του συνολικού ετήσιου ποσού της ημερήσιας κατ'αποκοπήν αποζημίωσης (βάση υπολογισμού: 84,06 ευρώ ανά συνεδρίαση και ανά ημέρα),

- αύξηση του συνολικού ετήσιου ποσού των δαπανών μεταφοράς (σιδηροδρομικό εισιτήριο 1ης θέσης ή αεροπορικό εισιτήριο επαγγελματικής θέσης, διαδρομή από τον τόπο κατοικίας μέχρι τον τόπο συνεδρίασης στις Βρυξέλλες ή το Λουξεμβούργο, μέσο κόστος 1000 ευρώ ανά μέλος και ανά συνεδρίαση) και έξοδα ξενοδοχείου (βάση υπολογισμού: 120,54 ευρώ ανά ημέρα και ανά μέλος),

- αύξηση, πιο αισθητή κατά το πρώτο έτος, ορισμένων δαπανών (εξοπλισμού, κυρίως πληροφορικής, επικοινωνίας/τηλεπικοινωνίας, δευτερευουσών δαπανών, κυρίως σε σχέση με ειδικές αποστολές) συνολικού προϋπολογισμού περίπου 40.000 ευρώ.

Εκτίμηση της συνολικής αύξησης στη βάση αυτή (βλ. Σημείο 7.3): 100.000 ευρώ (τα οποία προστίθενται στα 200.000 ευρώ που είναι εγγεγραμμένα στον προϋπολογισμό 2004).

Ορισμένες δαπάνες (ιδίως μεταφοράς) θα καθοριστούν επακριβώς μόνο όταν γίνει γνωστή η καταγωγή όλων των μελών.

5.3 Λεπτομέρειες εφαρμογής

Άμεση διαχείριση από την Επιτροπή

Το καθεστώς των μελών της επιτροπής εποπτείας δεν αλλάζει.

6. ΔΗΜΟΣΙΟΝΟΜΙΚΕΣ ΕΠΙΠΤΩΣΕΙΣ

6.1 Συνολικές δημοσιονομικές επιπτώσεις στο μέρος Β (για όλη την περίοδο προγραμματισμού):

Χωρίς επιπτώσεις

6.1.1. Δημοσιονομική παρέμβαση

εκατ. ευρώ σε ΠΑΥ (μέχρι 3ου δεκαδικού)

>ΘΕΣΗ ΠIΝΑΚΑ>

6.1.2. Τεχνική και Διοικητική Βοήθεια (ΤΔΒ), Δαπάνες Στήριξης (ΔΣ) και Δαπάνες για τις Τεχνολογίες της Πληροφορίας (ΤΠ) (πιστώσεις ανάληψης υποχρεώσεων)

>ΘΕΣΗ ΠIΝΑΚΑ>

6.2. Υπολογισμός των δαπανών ανά προβλεπόμενο μέτρο στο μέρος Β (για όλη την περίοδο προγραμματισμού):

Χωρίς επιπτώσεις

ΠΑΥ σε εκατ. ευρώ (μέχρι 3ου δεκαδικού)

>ΘΕΣΗ ΠIΝΑΚΑ>

7. ΕΠΙΠΤΩΣΕΙΣ ΣΤΟ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟ ΚΑΙ ΣΤΙΣ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΕΣ ΔΑΠΑΝΕΣ

Όταν εγκριθούν οι προτάσεις τροποποίησης των κανονισμών, θα πρέπει να γίνουν οι απαιτούμενες προσαρμογές για τη μεταφορά των θέσεων απασχόλησης, των προσώπων και των αντίστοιχων πιστώσεων από την OLAF στην Επιτροπή (διορθωτικός προϋπολογισμός 2004 ή προσχέδιο προϋπολογισμού 2005).

7.1. Επίπτωση στους ανθρώπινους πόρους

Στο στάδιο αυτό, δεν υπάρχει πρόβλεψη συμπληρωματικών πόρων για τα νέα διοικητικά καθήκοντα της γραμματείας. Επί του παρόντος έχουν διατεθεί 8 θέσεις στην επιτροπή εποπτείας (1 A.2, 1 A.5, 1 B.3, 1 C.3, 1A.5T και 3A.7T) + 1 θέση επικουρικού υπαλλήλου. Η θεωρητική επίπτωση της αύξησης του όγκου εργασίας που ανταποκρίνεται στις νέες αποστολές της επιτροπής εποπτείας εκτιμάται σε 3 θέσεις απασχόλησης στο πλαίσιο των ήδη υφιστάμενων πόρων.

>ΘΕΣΗ ΠIΝΑΚΑ>

Σύμφωνα με τις προτάσεις τροποποίησης των κανονισμών (ΕΚ) αριθ. 1073/1999 και (Ευρατόμ) αριθ. 1074/1999 (βλ. άρθρο 11 παράγραφος 6), η γραμματεία της επιτροπής εποπτείας προβλέπεται να συνδεθεί διοικητικά με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Αυτό απαιτεί την αντίστοιχη τροποποίηση των πινάκων προσωπικού της OLAF και της Επιτροπής.

7.2 Συνολικές δημοσιονομικές επιπτώσεις των ανθρώπινων πόρων

Βλ. σημείο 7.1

Ουδεμία αύξηση του προσωπικού, αλλά μεταφορά στον προϋπολογισμό της Επιτροπής των θέσεων απασχόλησης και των πιστώσεων της γραμματείας της επιτροπής εποπτείας.

>ΘΕΣΗ ΠIΝΑΚΑ>

Τα ποσά αντιστοιχούν σε συνολικές δαπάνες 12 μηνών.

7.3 Άλλες δαπάνες λειτουργίας που απορρέουν από τη δράση

>ΘΕΣΗ ΠIΝΑΚΑ>

Τα ποσά αντιστοιχούν σε συνολικές δαπάνες 12 μηνών.

I. Ετήσιο σύνολο (7.2 + 7.3) // 1 331 000 EUR

II. Ονομασία της δράσης: // Έτη

III. Συνολικό κόστος της δράσης (I x II) //

Αυτό αντιστοιχεί σε ανάγκη συμπληρωματικών πιστώσεων 100.000 ευρώ.

8. ΠΑΡΑΚΟΛΟΥΘΗΣΗ ΚΑΙ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ

8.1 Σύστημα παρακολούθησης

Το Συμβούλιο, στα συμπεράσματά του της 22ας Δεκεμβρίου 2003, ζήτησε από την Επιτροπή να συμπληρώσει την έκθεση αξιολόγησης των δραστηριοτήτων της OLAF, το αργότερο μέχρι το τέλος του 2004. Το Συμβούλιο επισημαίνει ότι θα αξιολογήσει την κατάσταση της OLAF κυρίως με βάση τις μελλοντικές εκθέσεις.

8.2 Λεπτομέρειες και περιοδικότητα της προβλεπόμενης αξιολόγησης

Προβλέπεται η διενέργεια εξωτερικού λογιστικού ελέγχου της διαχείρισης της Υπηρεσίας (τα προαναφερθέντα συμπεράσματα του Συμβουλίου στα σημεία 5.1 και 8.1 αναφέρουν προθεσμία δύο ετών, το αργότερο).

Η επιτροπή εποπτείας υποβάλλει κάθε χρόνο έκθεση δραστηριοτήτων.

9. μετρα για την καταπολεμηση της απατησ

Εφαρμογή σύμφωνα με τον νέο Δημοσιονομικό Κανονισμό.

Εφαρμογή του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1073/1999.