52004AG0006

Κοινή θέση (ΕΚ) αριθ. 6/2004, της 5ης Δεκεμβρίου 2003, που καθορίστηκε από το Συμβούλιο με τη διαδικασία του άρθρου 251 της συνθήκης για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, για την έκδοση οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με το δικαίωμα των πολιτών της Ένωσης και των μελών των οικογενειών τους να κυκλοφορούν και να διαμένουν ελεύθερα στην επικράτεια των κρατών μελών, για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 1612/68 και την κατάργηση των οδηγιών 64/221/ΕΟΚ, 68/360/ΕΟΚ, 72/194/ΕΟΚ, 73/148/ΕΟΚ, 75/34/ΕΟΚ, 75/35/ΕΟΚ, 90/364/ΕΟΚ, 90/365/ΕΟΚ και 93/96/ΕΟΚ (Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)

Επίσημη Εφημερίδα αριθ. C 054 E της 02/03/2004 σ. 0012 - 0032


Κοινή θέση αριθ. 6/2004

που καθορίσθηκε από το Συμβούλιο στις 5 Δεκεμβρίου 2003

για την έκδοση της οδηγίας 2004/.../ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της ..., σχετικά με το δικαίωμα των πολιτών της Ένωσης και των μελών των οικογενειών τους να κυκλοφορούν και να διαμένουν ελεύθερα στην επικράτεια των κρατών μελών, για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 1612/68 και την κατάργηση των οδηγιών 64/221/ΕΟΚ, 68/360/ΕΟΚ, 72/194/ΕΟΚ, 73/148/ΕΟΚ, 75/34/ΕΟΚ, 75/35/ΕΟΚ, 90/364/ΕΟΚ, 90/365/ΕΟΚ και 93/96/ΕΟΚ

(2004/C 54 E/02)

(Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)

ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη:

τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, και ιδίως τα άρθρα 12, 18, 40, 44 και 52,

την πρόταση της Επιτροπής(1),

τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής(2),

τη γνώμη της Επιτροπής των Περιφερειών(3),

Αποφασίζοντας σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 251 της συνθήκης(4),

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1) Η ιθαγένεια της Ένωσης παρέχει σε κάθε πολίτη της Ένωσης το πρωτογενές και ατομικό δικαίωμα να κυκλοφορεί και να διαμένει ελεύθερα στην επικράτεια των κρατών μελών, με την επιφύλαξη των περιορισμών και των όρων που ορίζονται στη συνθήκη και των μέτρων που θεσπίζονται για την εφαρμογή του εν λόγω δικαιώματος.

(2) Η ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων αποτελεί μία από τις θεμελιώδεις ελευθερίες της εσωτερικής αγοράς, η οποία περιλαμβάνει ένα χώρο χωρίς εσωτερικά σύνορα, μέσα στον οποίο εξασφαλίζεται η ελευθερία σύμφωνα με τις διατάξεις της συνθήκης.

(3) Η ιθαγένεια της Ένωσης θα πρέπει να είναι το θεμελιώδες καθεστώς των υπηκόων των κρατών μελών όταν ασκούν το δικαίωμά τους της ελεύθερης κυκλοφορίας και διαμονής. Ωστόσο, είναι αναγκαίο να κωδικοποιηθούν και να επανεξετασθούν οι ισχύουσες κοινοτικές πράξεις που διέπουν χωριστά τους μισθωτούς, τους μη μισθωτούς, καθώς και τους φοιτητές και άλλα πρόσωπα άνευ επαγγέλματος, προκειμένου να απλοποιηθεί και να ενισχυθεί το δικαίωμα της ελεύθερης κυκλοφορίας και διαμονής όλων των πολιτών της Ένωσης.

(4) Στο πλαίσιο αυτό, για να διορθωθεί η τμηματική και αποσπασματική προσέγγιση του δικαιώματος της ελεύθερης κυκλοφορίας και διαμονής και να διευκολυνθεί η άσκησή του απαιτείται ενιαία νομοθετική πράξη η οποία θα τροποποιήσει τον κανονισμό (ΕΟΚ) αριθ. 1612/68 του Συμβουλίου, της 15ης Οκτωβρίου 1968, περί της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων στο εσωτερικό της Κοινότητας(5), και θα καταργήσει τις ακόλουθες πράξεις: την οδηγία 68/360/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 15ης Οκτωβρίου 1968, περί καταργήσεως των περιορισμών στη διακίνηση και στη διαμονή των εργαζομένων των κρατών μελών και των οικογενειών τους στο εσωτερικό της Κοινότητας(6), την οδηγία 73/148/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 21ης Μαΐου 1973, περί καταργήσεως των περιορισμών στη διακίνηση και στη διαμονή των υπηκόων των κρατών μελών στο εσωτερικό της Κοινότητας στον τομέα της εγκαταστάσεως και της παροχής υπηρεσιών(7), την οδηγία 90/364/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 28ης Ιουνίου 1990, σχετικά με το δικαίωμα διαμονής(8), την οδηγία 90/365/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 28ης Ιουνίου 1990, σχετικά με το δικαίωμα διαμονής των μισθωτών και μη μισθωτών εργαζομένων που έχουν παύσει την επαγγελματική τους δραστηριότητα(9) και την οδηγία 93/96/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 29ης Οκτωβρίου 1993, σχετικά με το δικαίωμα διαμονής των σπουδαστών(10).

(5) Το δικαίωμα όλων των πολιτών της Ένωσης να κυκλοφορούν και να διαμένουν ελεύθερα στην επικράτεια των κρατών μελών, προκειμένου να ασκείται υπό αντικειμενικές συνθήκες ελευθερίας και αξιοπρέπειας, θα πρέπει να παρέχεται και στα μέλη της οικογένειάς τους, ανεξαρτήτως της ιθαγένειάς τους. Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας, ο ορισμός του "μέλους της οικογένειας" θα πρέπει να συμπεριλαμβάνει τον καταχωρημένο σύντροφο εάν η νομοθεσία του κράτους μέλους υποδοχής, αναγνωρίζει τη σχέση καταχωρημένης συμβίωσης ως ισοδύναμη προς τον γάμο.

(6) Προκειμένου να διατηρηθεί η ενότητα της οικογένειας με ευρύτερη έννοια και με την επιφύλαξη της απαγόρευσης διακρίσεων λόγω ιθαγένειας, η κατάσταση των προσώπων τα οποία δεν περιλαμβάνονται στον ορισμό του μέλους της οικογένειας δυνάμει της παρούσας οδηγίας και τα οποία, ως εκ τούτου, δεν απολαύουν αυτόματου δικαιώματος εισόδου και διαμονής στο κράτος μέλος υποδοχής, θα πρέπει να εξετάζεται από το κράτος μέλος υποδοχής βάσει της εθνικής του νομοθεσίας, ώστε να αποφασίζεται κατά πόσον μπορεί να επιτραπεί η είσοδος και η διαμονή στα εν λόγω πρόσωπα, λαμβάνοντας υπόψη τη σχέση τους με τον πολίτη της Ένωσης ή οιεσδήποτε άλλες συνθήκες, όπως η οικονομική ή συγγενική εξάρτησή τους από τον πολίτη της Ένωσης.

(7) Θα πρέπει να προσδιορισθούν σαφώς οι διατυπώσεις που σχετίζονται με την ελεύθερη κυκλοφορία των πολιτών της Ένωσης στην επικράτεια των κρατών μελών, υπό την επιφύλαξη των ισχυουσών διατάξεων περί εθνικών συνοριακών ελέγχων.

(8) Προκειμένου να διευκολυνθεί η ελεύθερη κυκλοφορία των μελών της οικογένειας που δεν είναι υπήκοοι κράτους μέλους, τα μέλη τα οποία έχουν ήδη λάβει δελτίο διαμονής θα πρέπει να απαλλάσσονται από την υποχρέωση θεώρησης εισόδου κατά την έννοια του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 539/2001, του Συμβουλίου, της 15ης Μαρτίου 2001, περί του καταλόγου τρίτων χωρών οι υπήκοοι των οποίων υπόκεινται στην υποχρέωση θεώρησης για τη διέλευση των εξωτερικών συνόρων των κρατών μελών, και του καταλόγου των τρίτων χωρών οι υπήκοοι των οποίων απαλλάσσονται από την υποχρέωση αυτή(11), ή, ενδεχομένως, της ισχύουσας εθνικής νομοθεσίας.

(9) Οι πολίτες της Ένωσης θα πρέπει να έχουν το δικαίωμα να διαμένουν στο κράτος μέλος υποδοχής για χρονικό διάστημα το οποίο δεν θα υπερβαίνει τους τρεις μήνες χωρίς να υπόκεινται σε κανένα όρο ή διατύπωση πλην της απαίτησης κατοχής ισχύοντος δελτίου ταυτότητας ή διαβατηρίου, υπό την επιφύλαξη ευνοϊκότερης μεταχείρισης η οποία ισχύει για τα πρόσωπα που αναζητούν εργασία, όπως αναγνωρίζεται από τη νομολογία του Δικαστηρίου.

(10) Οι απολαύοντες του δικαιώματος διαμονής δεν θα πρέπει, ωστόσο, να καθίστανται υπέρμετρο βάρος για το σύστημα κοινωνικής πρόνοιας του κράτους μέλους υποδοχής κατά την αρχική περίοδο διαμονής τους. Για το σκοπό αυτό, το δικαίωμα διαμονής των πολιτών της Ένωσης και των μελών των οικογενειών τους, για χρονικά διαστήματα μεγαλύτερα των τριών μηνών, θα πρέπει να υπόκειται σε όρους.

(11) Το θεμελιώδες και προσωποπαγές δικαίωμα διαμονής σε άλλο κράτος μέλος απονέμεται απευθείας στους πολίτες της Ένωσης από τη συνθήκη και δεν εξαρτάται από την εκπλήρωση διοικητικών διαδικασιών.

(12) Όταν τα διαστήματα παραμονής υπερβαίνουν τους τρεις μήνες, τα κράτη μέλη θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να επιβάλλουν την εγγραφή των πολιτών της Ένωσης από τις αρμόδιες αρχές του τόπου διαμονής, πιστοποιούμενη με βεβαίωση εγγραφής, η οποία χορηγείται για τον σκοπό αυτό.

(13) Η απαίτηση δελτίου διαμονής θα πρέπει να περιορίζεται στα μέλη της οικογενείας πολιτών της Ένωσης που δεν είναι υπήκοοι κράτους μέλους, για διαστήματα παραμονής μεγαλύτερα από τρεις μήνες.

(14) Τα δικαιολογητικά έγγραφα που απαιτούν οι αρμόδιες αρχές για την έκδοση βεβαίωσης εγγραφής ή δελτίου διαμονής θα πρέπει να προσδιορίζονται εξαντλητικά, προκειμένου να αποφεύγονται αποκλίνουσες διοικητικές πρακτικές ή ερμηνείες ικανές να αποτελέσουν άνευ λόγου εμπόδιο στην άσκηση του δικαιώματος διαμονής των πολιτών της Ένωσης και των μελών των οικογενειών τους.

(15) Θα πρέπει να παρέχεται νομική προστασία στα μέλη της οικογένειας σε περίπτωση θανάτου του πολίτη της Ένωσης, διαζυγίου, ακύρωσης του γάμου ή λήξης της καταχωρημένης σχέσης. Ως εκ τούτου, με βάση την αρχή του σεβασμού του οικογενειακού βίου και της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, υπό ορισμένες δε συνθήκες προς αποφυγή καταχρήσεως, θα πρέπει να λαμβάνονται μέτρα τα οποία θα εξασφαλίζουν ότι, στις περιπτώσεις αυτές, τα μέλη της οικογένειας τα οποία διαμένουν ήδη στην επικράτεια του κράτους μέλους υποδοχής διατηρούν το δικαίωμα διαμονής τους αποκλειστικά σε προσωπική βάση.

(16) Ενόσω οι δικαιούχοι του δικαιώματος διαμονής δεν αποτελούν υπέρμετρο βάρος για το σύστημα κοινωνικής πρόνοιας του κράτους μέλους υποδοχής, δεν θα πρέπει να απελαύνονται. Ως εκ τούτου, η προσφυγή στο σύστημα κοινωνικής πρόνοιας δεν θα πρέπει να συνεπάγεται αυτομάτως τη λήψη μέτρου απέλασης. Το κράτος μέλος υποδοχής θα πρέπει να εξετάζει εάν πρόκειται για περίπτωση προσωρινών δυσκολιών και να λαμβάνει υπόψη τη διάρκεια της παραμονής, την προσωπική κατάσταση και το ποσό της ενίσχυσης που χορηγήθηκε, προκειμένου να εκτιμά εάν ο δικαιούχος αποτελεί υπέρμετρο βάρος για το σύστημα κοινωνικής πρόνοιάς του και να προβαίνει στην απέλασή του. Δεν θα πρέπει να λαμβάνεται μέτρο απέλασης επ' ουδενί κατά μισθωτών, μη μισθωτών ή προσώπων που αναζητούν εργασία, όπως ορίζονται από το Δικαστήριο, παρά μόνο για λόγους δημόσιας τάξης ή δημόσιας ασφάλειας.

(17) Το δικαίωμα μόνιμης διαμονής για τους πολίτες της Ένωσης που έχουν επιλέξει να εγκατασταθούν μακροχρόνια στο κράτος μέλος υποδοχής ενισχύει τη συνείδηση της ιθαγένειας της Ένωσης και συμβάλλει καθοριστικά στην προαγωγή της κοινωνικής συνοχής, που αποτελεί έναν από τους θεμελιώδεις στόχους της Ένωσης. Για το λόγο αυτόν, ενδείκνυται να καθιερωθεί δικαίωμα μόνιμης διαμονής για όλους τους πολίτες της Ένωσης και τα μέλη των οικογενειών τους, που έχουν διαμείνει στο κράτος μέλος υποδοχής, τηρουμένων των όρων που ορίζονται στην παρούσα οδηγία, επί ένα συνεχές χρονικό διάστημα πέντε ετών και δεν έχει ληφθεί κατά αυτών μέτρο απέλασης.

(18) Το δικαίωμα μόνιμης διαμονής, άπαξ αποκτηθεί, δεν θα πρέπει να υπόκειται σε όρους, προκειμένου να αποτελεί ένα πραγματικό μέσο ενσωμάτωσης στην κοινωνία του κράτους μέλους υποδοχής στο οποίο διαμένει ο πολίτης της Ένωσης.

(19) Θα πρέπει, ωστόσο, να διατηρηθούν ορισμένα πλεονεκτήματα τα οποία αφορούν ειδικά τους πολίτες της Ένωσης που είναι μισθωτοί ή μη μισθωτοί και τα μέλη των οικογενειών τους, δεδομένου ότι αποτελούν κεκτημένα δικαιώματα, παραχωρηθέντα με τον κανονισμό (ΕΟΚ) αριθ. 1251/70 της Επιτροπής, της 29ης Ιουνίου 1970, περί του δικαιώματος των εργαζομένων να παραμένουν στην επικράτεια κράτους μέλους μετά την άσκηση σ' αυτό ορισμένης εργασίας(12), και με την οδηγία 75/34/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 17ης Δεκεμβρίου 1974, περί του δικαιώματος των υπηκόων ενός κράτους μέλους να παραμένουν στην επικράτεια άλλου κράτους μέλους μετά την άσκηση σε αυτό μη μισθωτής δραστηριότητας(13), που είναι δυνατό να επιτρέπουν στα πρόσωπα αυτά να αποκτούν δικαίωμα μόνιμης διαμονής πριν να διαμείνουν πέντε έτη στο κράτος μέλος υποδοχής.

(20) Σύμφωνα με την απαγόρευση των διακρίσεων λόγω ιθαγένειας, όλοι οι πολίτες της Ένωσης και τα μέλη των οικογενειών τους που διαμένουν σε κράτος μέλος βάσει της παρούσας οδηγίας θα πρέπει να τυγχάνουν ίσης μεταχείρισης, στο εν λόγω κράτος μέλος, σε σύγκριση με τους ημεδαπούς στους τομείς που καλύπτονται από τη συνθήκη, με την επιφύλαξη ειδικών διατάξεων που προβλέπονται ρητά στη συνθήκη και στο παράγωγο δίκαιο.

(21) Πάντως, θα πρέπει να εναπόκειται στο κράτος μέλος υποδοχής να αποφασίζει εάν θα χορηγεί κοινωνικές παροχές κατά τους πρώτους τρεις μήνες διαμονής ή για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα στις περιπτώσεις των προσώπων που αναζητούν εργασία, ή σπουδαστική βοήθεια, συμπεριλαμβανομένης της επαγγελματικής κατάρτισης, πριν από την απόκτηση του δικαιώματος μόνιμης διαμονής σε πολίτες της Ένωσης οι οποίοι δεν είναι μισθωτοί ή μη μισθωτοί ή δεν διατηρούν την ιδιότητα αυτή, καθώς και στα μέλη των οικογενειών τους.

(22) Η συνθήκη επιτρέπει την επιβολή περιορισμών στο δικαίωμα ελεύθερης κυκλοφορίας και διαμονής, για λόγους δημόσιας τάξης, δημόσιας ασφάλειας ή δημόσιας υγείας. Προκειμένου να εξασφαλισθεί καλύτερος προσδιορισμός των περιστάσεων και των διαδικαστικών εγγυήσεων λόγω των οποίων στους πολίτες της Ένωσης και τα μέλη των οικογενειών τους είναι δυνατό να μην επιτραπεί η είσοδος ή είναι δυνατό να απελαθούν, η παρούσα οδηγία θα πρέπει να αντικαταστήσει την οδηγία 64/221/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 25ης Φεβρουαρίου 1964, περί του συντονισμού των ειδικών μέτρων για τη διακίνηση και τη διαμονή αλλοδαπών, τα οποία δικαιολογούνται για λόγους δημοσίας τάξεως, δημοσίας ασφαλείας ή δημοσίας υγείας(14).

(23) Η απέλαση των πολιτών της Ένωσης και των μελών των οικογενειών τους για λόγους δημόσιας τάξης ή δημόσιας ασφάλειας αποτελεί μέτρο το οποίο ενδέχεται να βλάψει σοβαρά πρόσωπα τα οποία, κάνοντας χρήση των δικαιωμάτων και των ελευθεριών που τους απονέμει η συνθήκη, έχουν ενταχθεί ουσιαστικά στο κράτος μέλος υποδοχής. Για το λόγο αυτό, θα πρέπει να περιορισθεί το πεδίο εφαρμογής των σχετικών μέτρων, σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας, προκειμένου να λαμβάνονται υπόψη ο βαθμός ένταξης των ενδιαφερομένων, η διάρκεια της παραμονής τους στο κράτος μέλος υποδοχής, η ηλικία και η κατάσταση της υγείας τους, η οικογενειακή και η οικονομική τους κατάσταση, καθώς και οι δεσμοί τους με τη χώρα καταγωγής του.

(24) Κατά συνέπεια, όσο μεγαλύτερη είναι η ένταξη των πολιτών της Ένωσης και των μελών των οικογενειών τους στο κράτος μέλος υποδοχής, τόσο μεγαλύτερη προστασία θα πρέπει να παρέχεται έναντι απέλασης. Μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις, όπου συντρέχουν επιτακτικοί λόγοι δημόσιας ασφάλειας, θα πρέπει να λαμβάνεται μέτρο απέλασης κατά πολιτών της Ένωσης οι οποίοι διαμένουν επί μακρόν στην επικράτεια του κράτους μέλους υποδοχής, ιδίως όταν έχουν γεννηθεί και διαμείνει εκεί όλη τους τη ζωή. Επιπλέον, οι εν λόγω εξαιρετικές περιστάσεις θα πρέπει επίσης να ισχύουν και για τα μέτρα απέλασης που λαμβάνονται κατά ανηλίκων, προκειμένου να προστατεύονται οι δεσμοί με την οικογένειά τους, σύμφωνα με τη σύμβαση για τα δικαιώματα του παιδιού των Ηνωμένων Εθνών της 20ής Νοεμβρίου 1989.

(25) Είναι επίσης σκόπιμο να διευκρινίζονται λεπτομερώς οι διαδικαστικές εγγυήσεις, ούτως ώστε να διασφαλίζεται, αφενός, υψηλό επίπεδο προστασίας των δικαιωμάτων των πολιτών της Ένωσης και των μελών των οικογενειών τους σε περίπτωση άρνησης εισόδου ή διαμονής σε άλλο κράτος μέλος και, αφετέρου, η τήρηση της αρχής της δέουσας αιτιολόγησης των πράξεων της διοίκησης.

(26) Σε κάθε περίπτωση, θα πρέπει να παρέχεται στους πολίτες της Ένωσης και στα μέλη των οικογενειών τους, η δυνατότητα προσφυγής στη δικαιοσύνη κατά της άρνησης εισόδου ή διαμονής σε άλλο κράτος μέλος.

(27) Κατά προέκταση της νομολογίας του Δικαστηρίου η οποία εμποδίζει τα κράτη μέλη να εκδίδουν διαταγές οι οποίες απαγορεύουν στα πρόσωπα που καλύπτονται από την παρούσα οδηγία τη διά βίου πρόσβαση στην επικράτειά τους, θα πρέπει να επιβεβαιωθεί το δικαίωμα των πολιτών της Ένωσης και των μελών των οικογενειών τους στους οποίους έχει απαγορευθεί η είσοδος στην επικράτεια κράτους μέλους να υποβάλλουν νέα αίτηση εντός εύλογης προθεσμίας, και σε κάθε περίπτωση κατόπιν τριετίας από την επιβολή της εφαρμογής της οριστικής απόφασης απέλασης.

(28) Τα κράτη μέλη θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να θεσπίζουν τα αναγκαία μέτρα, προκειμένου να προφυλαχθούν από κατάχρηση δικαιώματος ή δόλο, κυρίως εικονικούς γάμους ή άλλης μορφής σχέσεις οι οποίες συνάπτονται για το μόνο λόγο της απόκτησης του δικαιώματος της ελεύθερης κυκλοφορίας και διαμονής.

(29) Η παρούσα οδηγία δεν θα πρέπει να επηρεάσει τυχόν ευνοϊκότερες εθνικές διατάξεις.

(30) Προκειμένου να εξετασθεί πώς μπορεί να διευκολυνθεί περαιτέρω η άσκηση του δικαιώματος ελεύθερης κυκλοφορίας και διαμονής, η Επιτροπή θα πρέπει να προετοιμάσει έκθεση για να εκτιμηθεί η δυνατότητα υποβολής των τυχόν αναγκαίων προτάσεων για το σκοπό αυτό, κυρίως όσον αφορά την παράταση της περιόδου παραμονής άνευ όρων.

(31) Η παρούσα οδηγία σέβεται τα θεμελιώδη δικαιώματα και τις ελευθερίες και τηρεί τις αρχές που αναγνωρίζονται, ιδίως, από το χάρτη των θεμελιωδών δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Σύμφωνα με την απαγόρευση διακρίσεων που περιέχει ο Χάρτης, τα κράτη μέλη θα πρέπει να εφαρμόζουν την παρούσα οδηγία χωρίς να προβαίνουν σε διακρίσεις κατά των δικαιούχων της παρούσας οδηγίας λόγω φύλου, φυλής, χρώματος, εθνοτικής ή κοινωνικής προέλευσης, γενετικών χαρακτηριστικών, γλώσσας, θρησκείας ή πεποιθήσεων, πολιτικών ή άλλου είδους φρονημάτων, ιδιότητας μέλους εθνικής μειονότητας, περιουσίας, γέννησης, ύπαρξης αναπηρίας, ηλικίας ή γενετήσιου προσανατολισμού,

ΕΞΕΔΩΣΑΝ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΟΔΗΓΙΑ:

ΚΕΦΑΛΑΙΟ I

Γενικές διατάξεις

Άρθρο 1

Σκοπός

Η παρούσα οδηγία καθορίζει:

α) τους όρους που διέπουν την άσκηση του δικαιώματος της ελεύθερης κυκλοφορίας και διαμονής στην επικράτεια των κρατών μελών από τους πολίτες της Ένωσης και τα μέλη των οικογενειών τους·

β) το δικαίωμα μόνιμης διαμονής στην επικράτεια των κρατών μελών των πολιτών της Ένωσης και των μελών των οικογενειών τους·

γ) τους περιορισμούς των δικαιωμάτων που αναφέρονται στα στοιχεία α) και β), για λόγους δημόσιας τάξης, δημόσιας ασφάλειας ή δημόσιας υγείας.

Άρθρο 2

Ορισμοί

Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας, νοούνται ως:

1. "πολίτης της Ένωσης": κάθε πρόσωπο το οποίο έχει την ιθαγένεια κράτους μέλους·

2. "μέλος της οικογένειας": α) ο/η σύζυγος·

β) ο/η σύντροφος με τον/την οποίο/α ο πολίτης της Ένωσης έχει σχέση καταχωρημένης συμβίωσης, βάσει της νομοθεσίας κράτους μέλους, εφόσον η νομοθεσία του κράτους μέλους υποδοχής αναγνωρίζει τη σχέση καταχωρημένης συμβίωσης ως ισοδύναμη προς τον γάμο, και σύμφωνα με τους όρους που προβλέπονται στην οικεία νομοθεσία του κράτους μέλους υποδοχής·

γ) οι απευθείας κατιόντες οι οποίοι είναι κάτω της ηλικίας των 21 ετών ή είναι συντηρούμενοι καθώς και εκείνοι του/της συζύγου ή του/της συντρόφου, όπως ορίζεται στο σημείο β)·

δ) οι συντηρούμενοι απευθείας ανιόντες καθώς και εκείνοι του/της συζύγου ή του/της συντρόφου, όπως ορίζεται στο σημείο β).

3. "κράτος μέλος υποδοχής": το κράτος μέλος στο οποίο μεταβαίνει ο πολίτης της Ένωσης προκειμένου να ασκήσει το δικαίωμα ελεύθερης κυκλοφορίας και διαμονής.

Άρθρο 3

Δικαιούχοι

1. Η παρούσα οδηγία ισχύει για όλους τους πολίτες της Ένωσης οι οποίοι μεταβαίνουν ή διαμένουν σε κράτος μέλος της Ένωσης άλλο από εκείνο του οποίου είναι υπήκοοι καθώς και τα μέλη των οικογενειών τους κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 2 σημείο 2, που τους συνοδεύουν ή πηγαίνουν να τους συναντήσουν.

2. Με την επιφύλαξη τυχόν ατομικού δικαιώματος ελεύθερης κυκλοφορίας και διαμονής των ενδιαφερομένων και σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία του, το κράτος μέλος υποδοχής διευκολύνει την είσοδο και τη διαμονή των ακόλουθων προσώπων:

α) κάθε άλλου μέλους της οικογένειας, ανεξαρτήτως της ιθαγένειάς του, που δεν εμπίπτει στον ορισμό του άρθρου 2 σημείο 2, εφόσον συντηρείται από τον πολίτη της Ένωσης που έχει ίδιον δικαίωμα διαμονής ή ζει υπό τη στέγη του στη χώρα προέλευσης, ή εφόσον σοβαροί λόγοι υγείας καθιστούν απολύτως αναγκαία την προσωπική φροντίδα του εν λόγω μέλους της οικογένειας από τον πολίτη της Ένωσης·

β) του/της συντρόφου με τον/την οποίο/α ο πολίτης της Ένωσης έχει σταθερή σχέση, δεόντως αποδεδειγμένη.

Το κράτος μέλος υποδοχής αναλαμβάνει εκτενή εξέταση της προσωπικής κατάστασης και αιτιολογεί κάθε άρνηση εισόδου ή διαμονής των προσώπων αυτών.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ II

Δικαίωμα εξόδου και εισόδου

Άρθρο 4

Δικαίωμα εξόδου

1. Με την επιφύλαξη των διατάξεων επί των ταξιδιωτικών εγγράφων που ισχύουν για τους εθνικούς συνοριακούς ελέγχους, όλοι οι πολίτες της Ένωσης οι οποίοι φέρουν ισχύον δελτίο ταυτότητας ή διαβατήριο καθώς και τα μέλη της οικογενείας τους, που δεν είναι υπήκοοι κράτους μέλους, τα οποία φέρουν ισχύον διαβατήριο, έχουν το δικαίωμα να εγκαταλείπουν το έδαφος κράτους μέλους προκειμένου να μεταβούν σε άλλο κράτος μέλος.

2. Καμία θεώρηση εξόδου ή άλλη ισοδύναμη διατύπωση δεν επιβάλλεται στα πρόσωπα για τα οποία ισχύει η παράγραφος 1.

3. Τα κράτη μέλη, ενεργώντας σύμφωνα με το δίκαιό τους, εκδίδουν ή ανανεώνουν στους υπηκόους τους δελτίο ταυτότητας ή διαβατήριο που αναγράφει την ιθαγένειά τους.

4. Το διαβατήριο πρέπει να ισχύει τουλάχιστον για όλα τα κράτη μέλη της Ένωσης και για τις χώρες διά μέσου των οποίων πρέπει να διέλθει ο κάτοχος όταν ταξιδεύει μεταξύ κρατών μελών. Αν το δίκαιο κράτους μέλους δεν προβλέπει τη χορήγηση δελτίου ταυτότητας, η διάρκεια ισχύος του διαβατηρίου που εκδίδεται ή ανανεώνεται δεν μπορεί να είναι μικρότερη των πέντε ετών.

Άρθρο 5

Δικαίωμα εισόδου

1. Με την επιφύλαξη των διατάξεων επί των ταξιδιωτικών εγγράφων που ισχύουν για τους εθνικούς συνοριακούς ελέγχους, τα κράτη μέλη επιτρέπουν την είσοδο στην επικράτειά τους σε κάθε πολίτη της Ένωσης ο οποίος φέρει ισχύον δελτίο ταυτότητας ή διαβατήριο, καθώς επίσης και στα μέλη της οικογένειας που δεν είναι υπήκοοι κράτους μέλους, εφόσον φέρουν ισχύον διαβατήριο.

Καμία θεώρηση εισόδου ή άλλη ισοδύναμη διατύπωση δεν επιβάλλεται στους πολίτες της Ένωσης.

2. Στα μέλη της οικογένειας που δεν είναι υπήκοοι κράτους μέλους επιβάλλεται μόνο θεώρηση εισόδου σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 539/2001 ή, ενδεχομένως, με το εθνικό δίκαιο. Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας, η κατοχή ισχύοντος δελτίου διαμονής προβλεπομένου στο άρθρο 10, απαλλάσσει τα εν λόγω μέλη της οικογένειας από την απαίτηση θεώρησης.

Τα κράτη μέλη παρέχουν στα εν λόγω πρόσωπα κάθε διευκόλυνση, προκειμένου να αποκτήσουν τις απαιτούμενες θεωρήσεις. Οι θεωρήσεις αυτές εκδίδονται, ατελώς, το συντομότερο δυνατόν, και βάσει ταχείας διαδικασίας.

3. Το κράτος μέλος υποδοχής δεν επιθέτει σφραγίδα εισόδου ή εξόδου στο διαβατήριο των μελών της οικογένειας που δεν είναι υπήκοοι κράτους μέλους, εφόσον προσκομίζουν το δελτίο διαμονής που προβλέπεται στο άρθρο 10.

4. Οσάκις πολίτης της Ένωσης ή μέλος της οικογένειάς του που δεν είναι υπήκοος κράτους μέλους δεν διαθέτει τα απαιτούμενα ταξιδιωτικά έγγραφα ή, ανάλογα με την περίπτωση, την αναγκαία θεώρηση, το οικείο κράτος μέλος, πριν εφαρμόσει το μέτρο της επαναπροώθησης, παρέχει στα πρόσωπα αυτά κάθε εύλογη δυνατότητα για την απόκτηση των αναγκαίων εγγράφων ή την αποστολή τους εντός ευλόγου προθεσμίας ή προκειμένου να επιβεβαιωθεί ή να αποδειχθεί με άλλα μέσα ότι καλύπτονται από το δικαίωμα της ελεύθερης κυκλοφορίας και διαμονής.

5. Το κράτος μέλος μπορεί να απαιτήσει από τον ενδιαφερόμενο να γνωστοποιήσει την παρουσία του στην επικράτειά του εντός εύλογης προθεσμίας η οποία δεν δημιουργεί διακρίσεις. Η μη συμμόρφωση με την απαίτηση αυτή είναι δυνατόν να επισύρει κυρώσεις για τον ενδιαφερόμενο, οι οποίες θα είναι αναλογικές και δεν θα εισάγουν διακρίσεις.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ III

Δικαίωμα διαμονής

Άρθρο 6

Δικαίωμα διαμονής έως τρεις μήνες

1. Οι πολίτες της Ένωσης έχουν δικαίωμα διαμονής στην επικράτεια άλλου κράτους μέλους για χρονικό διάστημα έως τρεις μήνες χωρίς κανένα όρο ή διατύπωση πέραν της απαίτησης κατοχής ισχύοντος δελτίου ταυτότητας ή διαβατηρίου.

2. Οι διατάξεις της παραγράφου 1 εφαρμόζονται και στα μέλη της οικογένειας που είναι κάτοχοι ισχύοντος διαβατηρίου, δεν είναι υπήκοοι κράτους μέλους και συνοδεύουν ή πηγαίνουν να συναντήσουν τον πολίτη της Ένωσης.

Άρθρο 7

Δικαίωμα διαμονής άνω των τριών μηνών

1. Όλοι οι πολίτες της Ένωσης έχουν δικαίωμα διαμονής στην επικράτεια άλλου κράτους μέλους για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τριών μηνών, εφόσον:

α) είναι μισθωτοί ή μη μισθωτοί στο κράτος μέλος υποδοχής ή

β) διαθέτουν επαρκείς πόρους για τον εαυτό τους και τα μέλη των οικογενειών τους, ούτως ώστε να μην επιβαρύνουν κατά τη διάρκεια της περιόδου παραμονής τους το σύστημα κοινωνικής πρόνοιας του κράτους μέλους υποδοχής, καθώς και πλήρη ασφαλιστική κάλυψη ασθενείας στο κράτος μέλος υποδοχής ή

γ) - έχουν εγγραφεί σε ιδιωτικό ή δημόσιο ίδρυμα, εγκεκριμένο ή χρηματοδοτούμενο από το κράτος μέλος υποδοχής βάσει της νομοθεσίας ή της διοικητικής πρακτικής του, για να παρακολουθήσουν κατά κύριο λόγο σπουδές, συμπεριλαμβανομένων μαθημάτων επαγγελματικής κατάρτισης, και

- διαθέτουν πλήρη ασφαλιστική κάλυψη ασθενείας στο κράτος μέλος υποδοχής και βεβαιώνουν την αρμόδια εθνική αρχή, με δήλωση ή με ισοδύναμο μέσο της επιλογής τους, ότι διαθέτουν επαρκείς πόρους για τον εαυτό τους και τα μέλη της οικογένειάς τους, ούτως ώστε να μην επιβαρύνουν το σύστημα κοινωνικής πρόνοιας του κράτους μέλους υποδοχής κατά τη διάρκεια της παραμονής τους ή

δ) είναι μέλη της οικογένειας τα οποία συνοδεύουν ή πηγαίνουν να συναντήσουν πολίτη της Ένωσης που πληροί τους όρους που αναφέρονται στα στοιχεία α), β) ή γ).

2. Το δικαίωμα διαμονής που προβλέπεται στην παράγραφο 1 εκτείνεται στα μέλη της οικογένειας τα οποία δεν είναι υπήκοοι κράτους μέλους, όταν συνοδεύουν ή πηγαίνουν να συναντήσουν, στο κράτος μέλος υποδοχής, τον πολίτη της Ένωσης και εφόσον ο εν λόγω πολίτης πληροί τους όρους που αναφέρονται στην παράγραφο 1 στοιχεία α), β) ή γ).

3. Για τους σκοπούς της παραγράφου 1 στοιχείο α), η ιδιότητα του μισθωτού ή του μη μισθωτού διατηρείται για τον πολίτη της Ένωσης που δεν είναι πλέον μισθωτός ή μη μισθωτός στις ακόλουθες περιπτώσεις:

α) αν ο ενδιαφερόμενος είναι προσωρινά ανίκανος προς εργασία εξαιτίας ασθενείας ή ατυχήματος·

β) αν ο ενδιαφερόμενος έχει καταγραφεί δεόντως ως ακουσίως άνεργος, έχοντας ασκήσει επαγγελματική δραστηριότητα άνω του ενός έτους, και έχει καταγραφεί ως πρόσωπο το οποίο αναζητεί εργασία στην αρμόδια υπηρεσία απασχόλησης·

γ) αν ο ενδιαφερόμενος έχει καταγραφεί δεόντως ως ακουσίως άνεργος μετά τη λήξη ισχύος της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου με διάρκεια μικρότερη του ενός έτους ή αφού κατέστη ακουσίως άνεργος κατά τη διάρκεια των πρώτων δώδεκα μηνών και έχει καταγραφεί στην αρμόδια υπηρεσία απασχόλησης ως πρόσωπο το οποίο αναζητεί εργασία. Στην περίπτωση αυτή, η ιδιότητα του εργαζομένου διατηρείται επί χρονικό διάστημα που δεν μπορεί να είναι μικρότερο του εξαμήνου·

δ) αν ο ενδιαφερόμενος παρακολουθεί μαθήματα επαγγελματικής κατάρτισης. Εκτός εάν ο ενδιαφερόμενος είναι ακουσίως άνεργος, η διατήρηση της ιδιότητας του εργαζομένου προϋποθέτει την ύπαρξη σχέσης μεταξύ της προηγούμενης επαγγελματικής δραστηριότητας και της κατάρτισης.

4. Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 1 στοιχείο δ) και την παράγραφο 2, μόνο ο/η σύζυγος, ο καταχωρημένος σύντροφος που προβλέπεται στο άρθρο 2 παράγραφος 2 στοιχείο β) και τα συντηρούμενα τέκνα έχουν δικαίωμα διαμονής ως μέλη της οικογένειας πολίτη της Ένωσης, ο οποίος πληροί τους όρους της παραγράφου 1 στοιχείο γ). Το άρθρο 3 παράγραφος 2 ισχύει για τους συντηρούμενους απευθείας ανιόντες, καθώς και εκείνους του/της συζύγου ή του καταχωρημένου συντρόφου.

Άρθρο 8

Διοικητικές διατυπώσεις για τους πολίτες της Ένωσης

1. Με την επιφύλαξη του άρθρου 5 παράγραφος 5, το κράτος μέλος υποδοχής μπορεί να απαιτεί από τους πολίτες της Ένωσης να εγγράφονται από τις αρμόδιες αρχές για τα διαστήματα παραμονής που υπερβαίνουν τους τρεις μήνες.

2. Η προθεσμία που τάσσεται για την εγγραφή δεν μπορεί να είναι βραχύτερη των τριών μηνών από την ημερομηνία άφιξης. Χορηγείται αμέσως βεβαίωση εγγραφής, στην οποία αναγράφονται το ονοματεπώνυμο και η διεύθυνση του εγγραφέντος και η ημερομηνία εγγραφής. Η μη συμμόρφωση με την απαίτηση εγγραφής είναι δυνατόν να επισύρει για τον ενδιαφερόμενο κυρώσεις, οι οποίες θα είναι αναλογικές και δεν θα εισάγουν διακρίσεις.

3. Για να χορηγήσουν βεβαίωση εγγραφής, τα κράτη μέλη μπορούν μόνο να απαιτούν:

- από τους πολίτες της Ένωσης για τους οποίους έχει εφαρμογή το άρθρο 7 παράγραφος 1 στοιχείο α), να προσκομίζουν ισχύον δελτίο ταυτότητας ή διαβατήριο, βεβαίωση πρόσληψης από τον εργοδότη ή πιστοποιητικό απασχόλησης ή απόδειξη ότι είναι μη μισθωτοί,

- από τους πολίτες της Ένωσης για τους οποίους έχει εφαρμογή το άρθρο 7 παράγραφος 1 στοιχείο β), να προσκομίζουν ισχύον δελτίο ταυτότητας ή διαβατήριο και να παρέχουν απόδειξη ότι πληρούν τους όρους που καθορίζονται στο άρθρο 7 παράγραφος 1 στοιχείο β),

- από τους πολίτες της Ένωσης για τους οποίους έχει εφαρμογή το άρθρο 7 παράγραφος 1 στοιχείο γ), να προσκομίζουν ισχύον δελτίο ταυτότητας ή διαβατήριο και να παρέχουν απόδειξη της εγγραφής τους σε εγκεκριμένο ίδρυμα και της πλήρους ασφαλιστικής κάλυψης ασθενείας και τη δήλωση ή το ισοδύναμο μέσο που αναφέρεται στο άρθρο 7 παράγραφος 1 στοιχείο γ). Τα κράτη μέλη δεν μπορούν να απαιτούν η εν λόγω δήλωση να αναφέρει συγκεκριμένο ύψος πόρων.

4. Τα κράτη μέλη δεν δύνανται να προσδιορίζουν το ύψος των πόρων που τα ίδια θεωρούν ως "επαρκείς πόρους", αλλά πρέπει να λαμβάνουν υπόψη την προσωπική κατάσταση του ενδιαφερομένου. Εν πάση περιπτώσει, το εν λόγω ύψος δεν πρέπει να υπερβαίνει το όριο κάτω του οποίου οι υπήκοοι του κράτους μέλους υποδοχής είναι επιλέξιμοι για κοινωνικές παροχές ή, όπου το κριτήριο αυτό δεν εφαρμόζεται, το ύψος της κατώτατης σύνταξης κοινωνικής ασφάλισης που καταβάλλεται από το κράτος μέλος υποδοχής.

5. Για να χορηγήσουν βεβαίωση εγγραφής στα μέλη της οικογένειας ενός πολίτη της Ένωσης, που είναι επίσης πολίτες της Ένωσης, τα κράτη μέλη μπορούν να απαιτήσουν να προσκομίζονται τα ακόλουθα έγγραφα:

α) ισχύον δελτίο ταυτότητας ή διαβατήριο·

β) έγγραφο το οποίο πιστοποιεί την ύπαρξη δεσμού συγγένειας ή καταχωρημένης συμβίωσης·

γ) κατά περίπτωση, τη βεβαίωση εγγραφής του πολίτη της Ένωσης που συνοδεύουν ή πηγαίνουν να συναντήσουν·

δ) στις περιπτώσεις που εμπίπτουν στο άρθρο 2 παράγραφος 2 στοιχεία γ) και δ), δικαιολογητικά ότι πληρούνται οι όροι που καθορίζονται στο άρθρο 2 παράγραφος 2 στοιχεία γ) και δ)·

ε) στις περιπτώσεις που εμπίπτουν στο άρθρο 3 παράγραφος 2 στοιχείο α), έγγραφο χορηγηθέν από την αρμόδια αρχή της χώρας καταγωγής ή προέλευσης το οποίο πιστοποιεί ότι συντηρούνται από τον πολίτη της Ένωσης ή ότι ζούσαν υπό τη στέγη του στην εν λόγω χώρα ή απόδειξη της ύπαρξης σοβαρών λόγων υγείας, οι οποίοι καθιστούν απολύτως αναγκαία την προσωπική φροντίδα του μέλους της οικογένειας από τον πολίτη της Ένωσης·

στ) στις περιπτώσεις που εμπίπτουν στο άρθρο 3 παράγραφος 2 στοιχείο β), απόδειξη της ύπαρξης διαρκούς σχέσης με τον πολίτη της Ένωσης.

Άρθρο 9

Διοικητικές διατυπώσεις για τα μέλη της οικογένειας που δεν είναι υπήκοοι κράτους μέλους

1. Τα κράτη μέλη χορηγούν στα μέλη της οικογένειας πολίτη της Ένωσης τα οποία δεν είναι υπήκοοι κράτους μέλους δελτίο διαμονής, εφόσον η προβλεπόμενη διάρκεια παραμονής τους υπερβαίνει τους τρεις μήνες.

2. Η προθεσμία που τάσσεται για την υποβολή αίτησης για τη χορήγηση δελτίου διαμονής δεν μπορεί να είναι βραχύτερη των τριών μηνών από την ημερομηνία άφιξης.

3. Η μη συμμόρφωση με την απαίτηση υποβολής αίτησης για τη χορήγηση δελτίου διαμονής είναι δυνατόν να επισύρει κυρώσεις για τον ενδιαφερόμενο, οι οποίες θα είναι αναλογικές και δεν θα εισάγουν διακρίσεις.

Άρθρο 10

Χορήγηση του δελτίου διαμονής

1. Το δικαίωμα διαμονής των μελών της οικογένειας πολίτη της Ένωσης τα οποία δεν είναι υπήκοοι κράτους μέλους πιστοποιείται με τη χορήγηση εγγράφου το οποίο καλείται "Δελτίο διαμονής μέλους της οικογένειας ενός πολίτη της Ένωσης", το αργότερο εντός εξαμήνου από την ημερομηνία υποβολής της αίτησης. Η βεβαίωση υποβολής της αίτησης για τη χορήγηση δελτίου διαμονής χορηγείται αμέσως.

2. Προκειμένου να χορηγήσουν δελτίο διαμονής, τα κράτη μέλη απαιτούν την προσκόμιση των εξής εγγράφων:

α) ισχύον διαβατήριο·

β) έγγραφο το οποίο πιστοποιεί την ύπαρξη δεσμού συγγένειας ή καταχωρημένης συμβίωσης·

γ) τη βεβαίωση εγγραφής ή, ελλείψει συστήματος εγγραφής, οιαδήποτε άλλη απόδειξη διαμονής στο κράτος μέλος υποδοχής του πολίτη της Ένωσης που συνοδεύουν ή πηγαίνουν να συναντήσουν·

δ) στις περιπτώσεις που εμπίπτουν στο άρθρο 2 παράγραφος 2 στοιχεία γ) και δ), δικαιολογητικά ότι πληρούνται οι όροι που καθορίζονται στο άρθρο 2 παράγραφος 2 στοιχεία γ) και δ)·

ε) στις περιπτώσεις που εμπίπτουν στο άρθρο 3 παράγραφος 2 στοιχείο α), έγγραφο χορηγηθέν από την αρμόδια αρχή της χώρας καταγωγής ή προέλευσης το οποίο πιστοποιεί ότι συντηρούνται από τον πολίτη της Ένωσης ή ότι ζούσαν υπό τη στέγη του στην εν λόγω χώρα ή απόδειξη της ύπαρξης σοβαρών λόγων υγείας, οι οποίοι καθιστούν απολύτως αναγκαία την προσωπική φροντίδα του μέλους της οικογένειας από τον πολίτη της Ένωσης·

στ) στις περιπτώσεις που εμπίπτουν στο άρθρο 3 παράγραφος 2 στοιχείο β), απόδειξη της ύπαρξης διαρκούς σχέσης με τον πολίτη της Ένωσης.

Άρθρο 11

Ισχύς του δελτίου διαμονής

1. Η διάρκεια ισχύος του δελτίου διαμονής που προβλέπεται στο άρθρο 10 παράγραφος 1 είναι πέντε έτη από την ημερομηνία χορήγησης ή για την προβλεπόμενη περίοδο παραμονής του πολίτη της Ένωσης, εφόσον η εν λόγω περίοδος είναι μικρότερη των πέντε ετών.

2. Η ισχύς του δελτίου διαμονής δεν θίγεται από προσωρινές απουσίες που δεν υπερβαίνουν τους έξι μήνες ετησίως ούτε από απουσίες μεγαλύτερης διάρκειας για την εκπλήρωση υποχρεωτικής στρατιωτικής θητείας ή από μία απουσία δώδεκα συναπτών μηνών κατ' ανώτατο όριο για σοβαρούς λόγους, ιδίως εγκυμοσύνη και μητρότητα, σοβαρή ασθένεια, σπουδές ή επαγγελματική κατάρτιση ή τοποθέτηση σε άλλο κράτος μέλος ή τρίτη χώρα.

Άρθρο 12

Διατήρηση του δικαιώματος διαμονής από τα μέλη της οικογένειας σε περίπτωση θανάτου ή αναχώρησης του πολίτη της Ένωσης

1. Με την επιφύλαξη του δεύτερου εδαφίου, ο θάνατος του πολίτη της Ένωσης ή η αναχώρησή του από το κράτος μέλος υποδοχής δεν θίγει το δικαίωμα διαμονής των μελών της οικογένειάς του τα οποία είναι υπήκοοι κράτους μέλους.

Πριν από την απόκτηση δικαιώματος μόνιμης διαμονής, οι ενδιαφερόμενοι πρέπει να πληρούν τους όρους που καθορίζονται στο άρθρο 7 παράγραφος 1 στοιχεία α), β), γ) ή δ).

2. Με την επιφύλαξη της παραγράφου 1 δεύτερο εδάφιο, ο θάνατος πολίτη της Ένωσης δεν συνεπάγεται απώλεια του δικαιώματος διαμονής των μελών της οικογένειάς του τα οποία δεν είναι υπήκοοι κράτους μέλους και διαμένουν στο κράτος μέλος υποδοχής ως μέλη της οικογένειας επί ένα έτος τουλάχιστον πριν από τον θάνατο του πολίτη της Ένωσης.

Πριν από την απόκτηση του δικαιώματος μόνιμης διαμονής, το δικαίωμα διαμονής των ενδιαφερομένων εξακολουθεί να τελεί υπό την προϋπόθεση ότι μπορούν να αποδείξουν ότι είναι μισθωτοί ή μη μισθωτοί ή ότι διαθέτουν επαρκείς πόρους για τους ίδιους και τα μέλη της οικογένειάς τους, ούτως ώστε να μην επιβαρύνουν κατά τη διάρκεια της παραμονής τους το σύστημα κοινωνικής πρόνοιας του κράτους μέλους υποδοχής, και ότι έχουν πλήρη ασφαλιστική κάλυψη ασθενείας στο κράτος μέλος υποδοχής ή ότι είναι μέλη της ήδη συσταθείσας στο κράτος μέλος υποδοχής οικογένειας ενός προσώπου το οποίο πληροί τις ανωτέρω προϋποθέσεις. Η έννοια των "επαρκών πόρων" ορίζεται στο άρθρο 8 παράγραφος 4.

Τα εν λόγω μέλη της οικογένειας διατηρούν το δικαίωμα διαμονής αποκλειστικά σε προσωπική βάση.

3. Η αναχώρηση του πολίτη της Ένωσης από το κράτος μέλος υποδοχής ή ο θάνατός του δεν συνεπάγεται απώλεια του δικαιώματος διαμονής των τέκνων του ή του γονέα ο οποίος έχει πράγματι την επιμέλεια των τέκνων, ανεξαρτήτως ιθαγένειας, εφόσον τα τέκνα διαμένουν στο κράτος μέλος υποδοχής και είναι εγγεγραμμένα σε εκπαιδευτικό ίδρυμα με σκοπό την πραγματοποίηση σπουδών, έως την ολοκλήρωση των σπουδών τους.

Άρθρο 13

Διατήρηση του δικαιώματος διαμονής από τα μέλη της οικογένειας σε περίπτωση διαζυγίου, ακύρωσης του γάμου ή λήξης της καταχωρημένης συμβίωσης

1. Με την επιφύλαξη του δεύτερου εδαφίου, το διαζύγιο, η ακύρωση του γάμου ή η λήξη της καταχωρημένης συμβίωσης του πολίτη της Ένωσης κατά τα αναφερόμενα στο άρθρο 2 παράγραφος 2 στοιχείο β), δεν θίγει το δικαίωμα διαμονής των μελών της οικογένειάς του, τα οποία είναι υπήκοοι κράτους μέλους.

Πριν από την απόκτηση δικαιώματος μόνιμης διαμονής, οι ενδιαφερόμενοι πρέπει να πληρούν τους όρους που καθορίζονται στο άρθρο 7 παράγραφος 1 στοιχεία α), β), γ) ή δ).

2. Με την επιφύλαξη του δεύτερου εδαφίου, το διαζύγιο, η ακύρωση του γάμου ή η λήξη της καταχωρημένης συμβίωσης κατά τα αναφερόμενα στο άρθρο 2 παράγραφος 2 στοιχείο β), δεν συνεπάγεται απώλεια του δικαιώματος διαμονής των μελών της οικογένειας του πολίτη της Ένωσης τα οποία δεν είναι υπήκοοι κράτους μέλους, στις ακόλουθες περιπτώσεις:

α) αν ο γάμος ή η καταχωρημένη συμβίωση διήρκεσε, έως την έναρξη της διαδικασίας έκδοσης διαζυγίου ή ακύρωσης του γάμου ή τη λήξη της καταχωρημένης συμβίωσης κατά τα αναφερόμενα στο άρθρο 2 παράγραφος 2 στοιχείο β), τρία έτη τουλάχιστον, εκ των οποίων το ένα έτος στο κράτος μέλος υποδοχής, ή

β) αν η επιμέλεια των τέκνων του πολίτη της Ένωσης έχει ανατεθεί στο/στη σύζυγο ή στο/στη σύντροφο που δεν είναι υπήκοος κράτους μέλους βάσει συμφωνίας μεταξύ των συζύγων ή των συντρόφων κατά τα αναφερόμενα στο άρθρο 2 παράγραφος 2 στοιχείο β) ή με δικαστική απόφαση ή

γ) αν τούτο υπαγορεύεται από ιδιαιτέρως δυσχερείς καταστάσεις, όπως σε περίπτωση που το μέλος της οικογένειας κατέστη θύμα οικογενειακή βίας ενόσω υφίστατο ο γάμος ή η καταχωρημένη συμβίωση ή

δ) αν ο/η σύζυγος ή ο/η σύντροφος που δεν είναι υπήκοος κράτους μέλους απολαύει, βάσει συμφωνίας μεταξύ των συζύγων ή των συντρόφων κατά τα αναφερόμενα στο άρθρο 2 παράγραφος 2 στοιχείο β), ή με δικαστική απόφαση, του δικαιώματος επικοινωνίας με ανήλικο τέκνο, υπό τον όρο ότι το δικαστήριο έκρινε ότι οι επισκέψεις πρέπει να πραγματοποιούνται στο κράτος μέλος υποδοχής και για όσο διάστημα απαιτείται.

Πριν από την απόκτηση του δικαιώματος μόνιμης διαμονής, το δικαίωμα διαμονής των ενδιαφερομένων εξακολουθεί να τελεί υπό την προϋπόθεση ότι μπορούν να αποδείξουν ότι είναι μισθωτοί ή μη μισθωτοί ή ότι διαθέτουν επαρκείς πόρους για τους ίδιους και τα μέλη της οικογένειάς τους, ούτως ώστε να μην επιβαρύνουν κατά τη διάρκεια της παραμονής τους το σύστημα κοινωνικής πρόνοιας του κράτους μέλους υποδοχής, και ότι έχουν πλήρη ασφαλιστική κάλυψη ασθενείας στο κράτος μέλος υποδοχής, ή ότι είναι μέλη της ήδη συσταθείσας στο κράτος μέλος υποδοχής οικογένειας ενός προσώπου το οποίο πληροί αυτές τις προϋποθέσεις. Η έννοια των "επαρκών πόρων" ορίζεται στο άρθρο 8 παράγραφος 5.

Τα εν λόγω μέλη της οικογένειας διατηρούν το δικαίωμα διαμονής αποκλειστικά σε προσωπική βάση.

Άρθρο 14

Διατήρηση του δικαιώματος διαμονής

1. Οι πολίτες της Ένωσης και τα μέλη της οικογένειάς τους έχουν το δικαίωμα διαμονής που προβλέπεται στο άρθρο 6, ενόσω δεν αποτελούν υπέρμετρο βάρος για το σύστημα κοινωνικής πρόνοιας του κράτους μέλους υποδοχής.

2. Οι πολίτες της Ένωσης και τα μέλη της οικογένειάς τους έχουν το δικαίωμα διαμονής που προβλέπεται στα άρθρα 7, 12 και 13, ενόσω πληρούν τους όρους των άρθρων αυτών.

Σε συγκεκριμένες περιπτώσεις όπου υπάρχει εύλογη αμφιβολία κατά πόσον ο πολίτης της Ένωσης ή τα μέλη της οικογένειάς του πληρούν τους όρους των άρθρων 7, 12 και 13, τα κράτη μέλη δύνανται να ελέγχουν εάν πληρούνται οι όροι αυτοί. Ο έλεγχος αυτός δεν διενεργείται συστηματικά.

3. Η προσφυγή στο σύστημα κοινωνικής πρόνοιας του κράτους μέλους υποδοχής πολίτη της Ένωσης ή ενός μέλους της οικογένειάς του δεν συνεπάγεται αυτομάτως τη λήψη μέτρου απέλασης.

4. Κατά παρέκκλιση από τις παραγράφους 1 και 2 και με την επιφύλαξη των διατάξεων του κεφαλαίου VI, δεν λαμβάνεται επ' ουδενί μέτρο απέλασης κατά πολιτών της Ένωσης ή μελών της οικογένειάς τους, εφόσον:

α) οι πολίτες της Ένωσης είναι μισθωτοί ή μη μισθωτοί ή

β) οι πολίτες της Ένωσης εισήλθαν στην επικράτεια του κράτους μέλους υποδοχής προκειμένου να αναζητήσουν εργασία. Σε αυτή την περίπτωση, οι πολίτες της Ένωσης και τα μέλη των οικογενειών τους, δεν μπορούν να απελαθούν εν όσω οι πολίτες της Ένωσης δύνανται να παρέχουν αποδείξεις ότι συνεχίζουν να αναζητούν εργασία και ότι έχουν πραγματικές πιθανότητες να προσληφθούν.

Άρθρο 15

Διαδικαστικές εγγυήσεις

1. Οι διαδικασίες που προβλέπονται στα άρθρα 30 και 31 εφαρμόζονται κατ' αναλογία για κάθε απόφαση περιοριστική της ελεύθερης κυκλοφορίας των πολιτών της Ένωσης και των μελών των οικογενειών τους, για άλλους λόγους εκτός της δημόσιας τάξης, της δημόσιας ασφάλειας ή της δημόσιας υγείας.

2. Η λήξη ισχύος του δελτίου ταυτότητας ή του διαβατηρίου βάσει του οποίου ο ενδιαφερόμενος εισήλθε στο κράτος μέλος υποδοχής και εξεδόθη η βεβαίωση εγγραφής ή το δελτίο διαμονής δεν αποτελεί λόγο απέλασης από το κράτος μέλος υποδοχής.

3. Το κράτος μέλος υποδοχής δεν δύναται να επιβάλλει απαγόρευση εισόδου σε συνδυασμό με απόφαση απέλασης για την οποία ισχύει η παράγραφος 1.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ IV

Δικαίωμα μόνιμης διαμονής

Τμήμα I

Επιλεξιμότητα

Άρθρο 16

Γενικός κανόνας για τους πολίτες της Ένωσης και τα μέλη των οικογενειών τους

1. Οι πολίτες της Ένωσης οι οποίοι έχουν διαμείνει νομίμως για συνεχές χρονικό διάστημα πέντε ετών στο κράτος μέλος υποδοχής έχουν δικαίωμα μόνιμης διαμονής στην επικράτειά του. Το δικαίωμα αυτό δεν υπόκειται στους όρους που προβλέπονται στο κεφάλαιο III.

2. Η παράγραφος 1 εφαρμόζεται και στα μέλη της οικογένειας που δεν είναι υπήκοοι κράτους μέλους και τα οποία έχουν διαμείνει νομίμως με τον πολίτη της Ένωσης στο κράτος μέλος υποδοχής για συνεχές χρονικό διάστημα πέντε ετών.

3. Το αδιάλειπτο της διαμονής δεν θίγεται από προσωρινές απουσίες που δεν υπερβαίνουν συνολικά τους έξι μήνες ετησίως ούτε από απουσίες μεγαλύτερης διάρκειας για την εκπλήρωση υποχρεωτικής στρατιωτικής θητείας ή από μία απουσία δώδεκα συναπτών μηνών κατ' ανώτατο όριο για σοβαρούς λόγους, ιδίως εγκυμοσύνη και μητρότητα, σοβαρή ασθένεια, σπουδές ή επαγγελματική κατάρτιση ή τοποθέτηση σε άλλο κράτος μέλος ή τρίτη χώρα.

4. Αφ' ης στιγμής αποκτηθεί, απώλεια του δικαιώματος μόνιμης διαμονής επέρχεται μόνο σε περίπτωση απουσίας από το κράτος μέλος υποδοχής για χρονικό διάστημα που υπερβαίνει τα δύο συναπτά έτη.

Άρθρο 17

Παρεκκλίσεις για τα πρόσωπα τα οποία δεν εργάζονται πλέον στο κράτος μέλος υποδοχής και για τα μέλη των οικογενειών τους

1. Κατά παρέκκλιση από το άρθρο 16, το δικαίωμα μόνιμης διαμονής στο κράτος μέλος υποδοχής πριν από τη συμπλήρωση συνεχούς χρονικού διαστήματος πέντε ετών διαμονής απολαύουν:

α) οι μισθωτοί ή οι μη μισθωτοί, οι οποίοι, κατά το χρόνο παύσης της εργασίας τους, έχουν φθάσει στην ηλικία που ορίζεται από το δίκαιο του κράτους μέλους υποδοχής για την απόκτηση δικαιωμάτων σε σύνταξη γήρατος, ή μισθωτοί οι οποίοι έχουν παύσει να ασκούν μισθωτή δραστηριότητα λόγω πρόωρης συνταξιοδότησης, υπό την προϋπόθεση ότι εργάσθηκαν στο εν λόγω κράτος μέλος τουλάχιστον τους προηγούμενους δώδεκα μήνες και ότι έχουν διαμείνει εκεί συνεχώς για περισσότερα από τρία έτη.

Αν το δίκαιο του κράτους μέλους υποδοχής δεν αναγνωρίζει δικαίωμα σε σύνταξη γήρατος σε ορισμένες κατηγορίες μη μισθωτών, λογίζεται ότι η προϋπόθεση ηλικίας πληρούται όταν ο ενδιαφερόμενος συμπληρώσει την ηλικία των 60 ετών·

β) οι μισθωτοί ή μη μισθωτοί, οι οποίοι διέμεναν συνεχώς για περισσότερα από δύο έτη στο κράτος μέλος υποδοχής και έπαυσαν να εργάζονται εκεί εξαιτίας μόνιμης ανικανότητας προς εργασία.

Αν η ανικανότητα αυτή είναι συνέπεια εργατικού ατυχήματος ή επαγγελματικής ασθενείας που παρέχει ευεργέτημα το οποίο καταβάλλεται στον ενδιαφερόμενο εν όλω ή εν μέρει από φορέα του κράτους μέλους υποδοχής, δεν επιβάλλονται όροι στη διάρκεια της παραμονής·

γ) οι μισθωτοί ή μη μισθωτοί, οι οποίοι, μετά τη συμπλήρωση τριών ετών συνεχούς απασχόλησης και διαμονής στο κράτος μέλος υποδοχής, ασκούν μισθωτή ή μη μισθωτή δραστηριότητα σε άλλο κράτος μέλος, διατηρώντας τον τόπο διαμονής τους στο κράτος μέλος υποδοχής, στο οποίο και επιστρέφουν, καταρχήν, καθημερινώς ή τουλάχιστον άπαξ εβδομαδιαίως.

Για τους σκοπούς της απόκτησης των δικαιωμάτων που προβλέπονται στα στοιχεία α) και β), οι περίοδοι απασχόλησης στο κράτος μέλος όπου εργάζεται ο ενδιαφερόμενος λογίζονται ως περίοδοι απασχόλησης οι οποίες πραγματοποιήθηκαν στο κράτος μέλος υποδοχής.

Οι περίοδοι ακουσίας ανεργίας, οι οποίες έχουν καταγραφεί δεόντως από την αρμόδια υπηρεσία απασχόλησης, οι περίοδοι διακοπής δραστηριότητας που δεν οφείλονται στη βούληση του ενδιαφερομένου και οι απουσίες από την εργασία ή η διακοπή δραστηριότητας λόγω ασθενείας ή ατυχήματος λογίζονται ως περίοδοι απασχόλησης.

2. Οι όροι της διάρκειας παραμονής και απασχόλησης που προβλέπονται στην παράγραφο 1 στοιχείο α) και ο όρος της διάρκειας παραμονής που προβλέπεται στην παράγραφο 1 στοιχείο β) δεν ισχύουν αν ο/η σύζυγος ή ο αναφερόμενος στο άρθρο 2 παράγραφος 2 στοιχείο β) σύντροφος του μισθωτού ή του μη μισθωτού, είναι υπήκοος του κράτους μέλους υποδοχής ή απώλεσε την ιθαγένεια του κράτους μέλους αυτού λόγω του γάμου του/της με τον εν λόγω μισθωτό ή μη μισθωτό.

3. Ανεξαρτήτως ιθαγένειας, τα μέλη της οικογένειας μισθωτού ή μη μισθωτού που διαμένουν μαζί του στην επικράτεια του κράτους μέλους υποδοχής έχουν δικαίωμα μόνιμης διαμονής στο εν λόγω κράτος μέλος, εφόσον ο ίδιος ο μισθωτός ή ο μη μισθωτός έχει αποκτήσει δικαίωμα μόνιμης διαμονής στο εν λόγω κράτος μέλος δυνάμει της παραγράφου 1.

4. Ωστόσο, αν ο μισθωτός ή ο μη μισθωτός απεβίωσε ενόσω ακόμη εργαζόταν αλλά πριν αποκτήσει το καθεστώς μόνιμης διαμονής στο κράτος μέλος υποδοχής δυνάμει της παραγράφου 1, τα μέλη της οικογένειάς του που διαμένουν μαζί του στο κράτος μέλος υποδοχής, έχουν δικαίωμα μόνιμης διαμονής εκεί, υπό την προϋπόθεση ότι:

α) ο μισθωτός ή ο μη μισθωτός είχε διαμείνει κατά το χρόνο του θανάτου του, συνεχώς επί δύο έτη στην επικράτεια του εν λόγω κράτους μέλους, ή

β) ο θάνατός του οφείλεται σε εργατικό ατύχημα ή επαγγελματική ασθένεια ή

γ) ο/η επιζών/ώσα σύζυγος έχει απωλέσει την ιθαγένεια του εν λόγω κράτους μέλους λόγω του γάμου του/της με τον μισθωτό ή τον μη μισθωτό.

Άρθρο 18

Απόκτηση δικαιώματος μόνιμης διαμονής από ορισμένα μέλη της οικογένειας που δεν είναι υπήκοοι κράτους μέλους

Με την επιφύλαξη του άρθρου 17, τα μέλη της οικογένειας πολίτη της Ένωσης για τα οποία ισχύει το άρθρο 12 παράγραφος 2 και το άρθρο 13 παράγραφος 2 και τα οποία πληρούν τους εκεί προβλεπόμενους όρους, αποκτούν το δικαίωμα μόνιμης διαμονής εάν διαμείνουν νομίμως για χρονικό διάστημα πέντε συναπτών ετών στο κράτος μέλος υποδοχής.

Τμήμα II

Διοικητικές διατυπώσεις

Άρθρο 19

Έγγραφο πιστοποίησης μόνιμης διαμονής πολίτη της Ένωσης

1. Αφού εξακριβώσουν τη διάρκεια της παραμονής, τα κράτη μέλη χορηγούν στους δικαιούχους μόνιμης διαμονής πολίτες της Ένωσης, κατόπιν αιτήσεώς των, έγγραφο που πιστοποιεί τη μόνιμη διαμονή τους.

2. Το έγγραφο που πιστοποιεί τη μόνιμη διαμονή εκδίδεται το συντομότερο δυνατόν.

Άρθρο 20

Δελτίο μόνιμης διαμονής για μέλη της οικογένειας που δεν είναι υπήκοοι κράτους μέλους

1. Τα κράτη μέλη χορηγούν στα δικαιούχα μόνιμης διαμονής μέλη της οικογένειας που δεν είναι υπήκοοι κράτους μέλους δελτίο μόνιμης διαμονής εντός εξαμήνου από την υποβολή της αίτησης. Το δελτίο μόνιμης διαμονής ανανεώνεται αυτοδικαίως ανά δεκαετία.

2. Η αίτησης χορήγησης δελτίου μόνιμης διαμονής πρέπει να υποβάλλεται πριν από τη λήξη της ισχύος του δελτίου διαμονής. Η μη συμμόρφωση με την απαίτηση υποβολής αίτησης για τη χορήγηση δελτίου διαμονής μπορεί να επισύρει κυρώσεις για τον ενδιαφερόμενο, οι οποίες θα είναι αναλογικές και δεν θα εισάγουν διακρίσεις.

3. Διακοπή της διαμονής η οποία δεν υπερβαίνει τα δύο συναπτά έτη δεν θίγει την ισχύ του δελτίου μόνιμης διαμονής.

Άρθρο 21

Αδιάλειπτο της διαμονής

Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας, το αδιάλειπτο της διαμονής μπορεί να πιστοποιείται με κάθε αποδεικτικό μέσο εν χρήσει στο κράτος μέλος υποδοχής. Το αδιάλειπτο της διαμονής διακόπτεται από κάθε απόφαση απέλασης η οποία εκτελείται νομοτύπως κατά του ενδιαφερομένου.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ V

Διατάξεις κοινές για το δικαίωμα διαμονής και το δικαίωμα μόνιμης διαμονής

Άρθρο 22

Εδαφική εφαρμογή

Το δικαίωμα διαμονής και το δικαίωμα μόνιμης διαμονής καλύπτουν το σύνολο της επικράτειας του κράτους μέλους υποδοχής. Τα κράτη μέλη μπορούν να επιβάλλουν εδαφικούς περιορισμούς στο δικαίωμα διαμονής και στο δικαίωμα μόνιμης διαμονής μόνο στις περιπτώσεις που οι ίδιοι περιορισμοί ισχύουν και για τους ημεδαπούς.

Άρθρο 23

Συναφή δικαιώματα

Ανεξαρτήτως ιθαγένειας, τα μέλη της οικογένειας πολίτη της Ένωσης, τα οποία έχουν το δικαίωμα διαμονής ή το δικαίωμα μόνιμης διαμονής σε κράτος μέλος, δικαιούνται να εργάζονται εκεί ως μισθωτοί ή μη μισθωτοί.

Άρθρο 24

Ίση μεταχείριση

1. Με την επιφύλαξη των ειδικών διατάξεων που προβλέπονται ρητώς στη συνθήκη και στο παράγωγο δίκαιο, όλοι οι πολίτες της Ένωσης που διαμένουν στην επικράτεια του κράτους μέλους υποδοχής βάσει της παρούσας οδηγίας, απολαύουν ίσης μεταχείρισης σε σύγκριση με τους ημεδαπούς του εν λόγω κράτους μέλους εντός του πεδίου εφαρμογής της συνθήκης. Το ευεργέτημα του δικαιώματος αυτού εκτείνεται στα μέλη της οικογένειας που δεν είναι υπήκοοι κράτους μέλους, εφόσον έχουν δικαίωμα διαμονής ή μόνιμης διαμονής.

2. Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 1, το κράτος μέλος υποδοχής δεν είναι υποχρεωμένο να χορηγεί δικαίωμα σε κοινωνικές παροχές κατά τους πρώτους τρεις μήνες της διαμονής ή, κατά περίπτωση, κατά το μακρότερο χρονικό διάστημα που προβλέπεται στο άρθρο 14 παράγραφος 4 στοιχείο β) ούτε να δίνει, πριν από την απόκτηση του δικαιώματος μόνιμης διαμονής, σπουδαστική βοήθεια, συμπεριλαμβανομένης της επαγγελματικής κατάρτισης, αποτελούμενη από σπουδαστικές υποτροφίες ή σπουδαστικά δάνεια σε άλλα πρόσωπα εκτός από μισθωτούς, μη μισθωτούς, σε πρόσωπα που διατηρούν αυτή την ιδιότητα και στα μέλη των οικογενειών τους.

Άρθρο 25

Γενικές διατάξεις περί των εγγράφων διαμονής

1. Η κατοχή της προβλεπόμενης στο άρθρο 8 βεβαίωσης εγγραφής, εγγράφου που πιστοποιεί τη μόνιμη διαμονή, βεβαίωσης που πιστοποιεί την υποβολή αίτησης για χορήγηση δελτίου διαμονής μέλους της οικογένειας, ή δελτίου μόνιμης διαμονής δεν μπορεί, σε καμιά περίπτωση, να επιβάλλεται ως προϋπόθεση της άσκησης δικαιώματος ή της διεκπεραίωσης διοικητικής διατύπωσης, καθόσον η απόκτηση δικαιωμάτων μπορεί να βεβαιώνεται με οιοδήποτε άλλο αποδεικτικό μέσο.

2. Όλα τα έγγραφα που αναφέρονται στην παράγραφο 1 χορηγούνται ατελώς ή έναντι τέλους που δεν υπερβαίνει το επιβαλλόμενο στους ημεδαπούς για τη χορήγηση παρεμφερών εγγράφων.

Άρθρο 26

Έλεγχοι

Τα κράτη μέλη μπορούν να διενεργούν ελέγχους με αντικείμενο την τήρηση της υποχρέωσης που, ενδεχομένως, επιβάλλει στους αλλοδαπούς η εθνική νομοθεσία να φέρουν βεβαίωση εγγραφής ή δελτίο διαμονής, υπό την προϋπόθεση ότι η ίδια υποχρέωση ισχύει για τους ημεδαπούς σε σχέση με το δελτίο ταυτότητάς τους. Σε περίπτωση μη τήρησης της υποχρέωσης αυτής, τα κράτη μέλη μπορούν να επιβάλλουν κυρώσεις ίδιες με εκείνες που επιβάλλουν στους ημεδαπούς διότι δεν φέρουν το δελτίο ταυτότητάς τους.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ VI

Περιορισμοί του δικαιώματος εισόδου και του δικαιώματος διαμονής για λόγους δημόσιας τάξης, δημόσιας ασφάλειας ή δημόσιας υγείας

Άρθρο 27

Γενικές αρχές

1. Με την επιφύλαξη των διατάξεων του παρόντος κεφαλαίου, τα κράτη μέλη μπορούν να επιβάλλουν περιορισμούς στην ελευθερία κυκλοφορίας και διαμονής των πολιτών της Ένωσης και των μελών της οικογένειάς τους, ανεξαρτήτως ιθαγένειας, για λόγους δημόσιας τάξης, δημόσιας ασφάλειας ή δημόσιας υγείας. Δεν μπορεί να γίνεται επίκληση των λόγων αυτών για την εξυπηρέτηση οικονομικών σκοπών.

2. Κάθε μέτρο που λαμβάνεται για λόγους δημόσιας τάξης ή δημόσιας ασφάλειας πρέπει να τηρεί την αρχή της αναλογικότητας και να θεμελιώνεται αποκλειστικά στην προσωπική συμπεριφορά του αφορώμενου ατόμου. Προηγούμενες ποινικές καταδίκες δεν αποτελούν αφ' εαυτών λόγους για τη λήψη τέτοιων μέτρων.

Η προσωπική συμπεριφορά του αφορώμενου ατόμου πρέπει να συνιστά πραγματική, ενεστώσα και αρκούντως σοβαρή απειλή, στρεφόμενη κατά θεμελιώδους συμφέροντος της κοινωνίας. Αιτιολογίες που δεν συνδέονται με τα στοιχεία της υπόθεσης ή στηρίζονται σε εκτιμήσεις γενικής πρόληψης δεν γίνονται αποδεκτές.

3. Για να εξακριβώσει κατά πόσον ο ενδιαφερόμενος συνιστά απειλή για τη δημόσια τάξη ή τη δημόσια ασφάλεια, κατά τη χορήγηση βεβαίωσης εγγραφής ή, αν δεν υπάρχει σύστημα εγγραφής, το αργότερο εντός τριών μηνών από την ημερομηνία άφιξης του ενδιαφερομένου στην επικράτειά του ή από την ημερομηνία γνωστοποίησης της παρουσίας του ενδιαφερόμενου στην επικράτειά του, κατά τα προβλεπόμενα στο άρθρο 5 παράγραφος 5 ή κατά την έκδοση του δελτίου διαμονής, το κράτος μέλος υποδοχής μπορεί, εφόσον το κρίνει απαραίτητο, να ζητεί από το κράτος μέλος καταγωγής και, ενδεχομένως, από άλλα κράτη μέλη, να παρέχουν πληροφορίες για το ποινικό μητρώο του ενδιαφερομένου. Η έρευνα αυτή δεν μπορεί να έχει συστηματικό χαρακτήρα. Το κράτος μέλος από το οποίο ζητούνται τα στοιχεία πρέπει να απαντά εντός διμήνου.

4. Το κράτος μέλος που εξέδωσε το διαβατήριο ή το δελτίο ταυτότητας επιτρέπει στον κάτοχο του εγγράφου ο οποίος έχει απελαθεί από άλλο κράτος μέλος για λόγους δημόσιας τάξης, δημόσιας ασφάλειας ή δημόσιας υγείας να εισέλθει εκ νέου στο έδαφός του, χωρίς διατυπώσεις, έστω και αν η ισχύς του εγγράφου έχει λήξει ή αμφισβητείται η ιθαγένεια του κατόχου.

Άρθρο 28

Προστασία κατά της απέλασης

1. Πριν λάβει απόφαση απέλασης για λόγους δημόσιας τάξης ή δημόσιας ασφάλειας, το κράτος μέλος υποδοχής λαμβάνει υπόψη εκτιμήσεις όπως η διάρκεια παραμονής του αφορώμενου ατόμου στην επικράτειά του, η ηλικία, η κατάσταση της υγείας του, η οικογενειακή και οικονομική του κατάσταση, η κοινωνική και πολιτιστική ενσωμάτωσή του στο κράτος μέλος υποδοχής και το εύρος των δεσμών του με τη χώρα καταγωγής.

2. Το κράτος μέλος υποδοχής δεν μπορεί να λαμβάνει απόφαση απέλασης πολίτη της Ένωσης ή μέλους της οικογένειάς του, ανεξαρτήτως ιθαγένειας, που έχει αποκτήσει δικαίωμα μόνιμης διαμονής στην επικράτειά του, παρά μόνο για σοβαρούς λόγους δημόσιας τάξης ή δημόσιας ασφάλειας.

3. Δεν μπορεί να λαμβάνεται απόφαση απέλασης πολίτη της Ένωσης, εκτός αν η απόφαση απέλασης βασίζεται σε επιτακτικούς λόγους δημόσιας ασφάλειας, κατά τα οριζόμενα από τα κράτη μέλη, εφόσον τα πρόσωπα αυτά:

α) έχουν διαμείνει κατά τα προηγούμενα δέκα έτη στο κράτος μέλος υποδοχής ή

β) είναι ανήλικοι, εκτός εάν η απέλαση είναι απαραίτητη για το βέλτιστο συμφέρον του παιδιού, όπως προβλέπεται στη σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για τα δικαιώματα του παιδιού, της 20ής Νοεμβρίου 1989.

Άρθρο 29

Δημόσια υγεία

1. Οι μόνες ασθένειες που δικαιολογούν μέτρο περιοριστικό της ελευθερίας κυκλοφορίας, είναι οι ασθένειες που εγκλείουν κίνδυνο επιδημίας, όπως ορίζονται στις οικείες πράξεις της Παγκόσμιας Οργάνωσης Υγείας, καθώς και άλλες λοιμώδεις νόσοι ή μεταδοτικές παρασιτικές ασθένειες, εφόσον αποτελούν, στο κράτος μέλος υποδοχής, αντικείμενο διατάξεων προστασίας εφαρμοστέων στους ημεδαπούς.

2. Οι ασθένειες που επέρχονται περισσότερο από τρεις μήνες μετά την ημερομηνία άφιξης, δεν δικαιολογούν την απέλαση από την επικράτεια.

3. Ένα κράτος μέλος μπορεί, αν υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις που το καθιστούν αναγκαίο, να υποβάλει εντός τριών μηνών από την ημερομηνία άφιξης, σε δωρεάν ιατρική εξέταση τους απολαύοντες του δικαιώματος διαμονής, προκειμένου να πιστοποιηθεί ότι δεν πάσχουν από καμία από τις ασθένειες που αναφέρονται στην παράγραφο 1. Αυτές οι ιατρικές εξετάσεις δεν μπορούν να έχουν συστηματικό χαρακτήρα.

Άρθρο 30

Κοινοποίηση των αποφάσεων

1. Κάθε απόφαση που λαμβάνεται δυνάμει του άρθρου 27 παράγραφος 1 πρέπει να κοινοποιείται εγγράφως στους ενδιαφερόμενους κατά τρόπο που να τους επιτρέπει να κατανοήσουν το περιεχόμενο και τις συνέπειες της απόφασης.

2. Οι ενδιαφερόμενοι ενημερώνονται, επακριβώς και πλήρως, για τους λόγους δημόσιας τάξης, δημόσιας ασφάλειας ή δημόσιας υγείας επί των οποίων στηρίζεται η ληφθείσα στην περίπτωσή τους απόφαση, εκτός αν αυτό αντιτίθεται στα συμφέροντα της ασφάλειας του κράτους.

3. Η κοινοποίηση περιέχει μνεία του δικαστηρίου ή της διοικητικής αρχής ενώπιον του οποίου ο ενδιαφερόμενος μπορεί να ασκήσει προσφυγή, την προθεσμία της προσφυγής καθώς και, ενδεχομένως, την προθεσμία που τάσσεται στον ενδιαφερόμενο να εγκαταλείψει την επικράτεια του κράτους μέλους. Με εξαίρεση τις δεόντως αιτιολογημένες περιπτώσεις κατεπείγοντος, η τασσόμενη προθεσμία για την εγκατάλειψη της επικράτειας δεν μπορεί να είναι μικρότερη του ενός μηνός από την ημερομηνία της κοινοποίησης.

Άρθρο 31

Διαδικαστικές εγγυήσεις

1. Οι ενδιαφερόμενοι έχουν πρόσβαση σε δικαστικές και, ενδεχομένως, διοικητικές διαδικασίες προσφυγών στο κράτος μέλος υποδοχής, προκειμένου να προσβάλλουν ή να ζητήσουν την αναθεώρηση απόφασης η οποία έχει ληφθεί εις βάρος τους για λόγους δημόσιας τάξης, δημόσιας ασφάλειας ή δημόσιας υγείας.

2. Όταν η αίτηση προσφυγής ή η αίτηση δικαστικής αναθεώρησης κατά της απόφασης απέλασης συνοδεύεται από αίτηση ασφαλιστικών μέτρων για την αναστολή της εκτέλεσής της, η σωματική απομάκρυνση του ενδιαφερομένου από την επικράτεια δεν μπορεί να διενεργείται προτού ληφθεί απόφαση επί των ασφαλιστικών μέτρων, εκτός εάν:

- η απόφαση απέλασης βασίζεται σε προηγούμενη δικαστική απόφαση ή

- τα ενδιαφερόμενα πρόσωπα είχαν ήδη πρόσβαση σε δικαστική αναθεώρηση ή

- η απόφαση απέλασης βασίζεται σε επιτακτικούς λόγους δημόσιας ασφάλειας σύμφωνα με το άρθρο 28 παράγραφος 3.

3. Οι διαδικασίες προσφυγών επιτρέπουν τον έλεγχο της νομιμότητας της απόφασης καθώς και των γεγονότων και των περιστάσεων επί των οποίων βασίζεται το προτεινόμενο μέτρο. Εξασφαλίζουν επίσης ότι η απόφαση δεν είναι δυσανάλογη, ιδίως σε σχέση με τις απαιτήσεις που καθορίζονται στο άρθρο 28.

4. Τα κράτη μέλη μπορούν να απαγορεύσουν την είσοδο του ενδιαφερομένου στην επικράτειά τους κατά τη διάρκεια της διαδικασίας προσφυγής, αλλά δεν μπορούν να του απαγορεύσουν να υπερασπισθεί τον εαυτό του κατά τη δίκη, αυτοπροσώπως, εκτός αν η εμφάνισή του μπορεί να προκαλέσει σοβαρή διατάραξη της δημόσιας τάξης ή δημόσιας ασφάλειας ή αν η προσφυγή ή δικαστική αναθεώρηση αφορά άρνηση εισόδου στην επικράτεια.

Άρθρο 32

Διάρκεια των διαταγών απαγόρευσης εισόδου

1. Τα πρόσωπα τα οποία αποτέλεσαν αντικείμενο απόφασης απαγόρευσης εισόδου για λόγους δημόσιας τάξης ή δημόσιας ασφάλειας μπορούν να υποβάλλουν αίτηση, για την άρση της απόφασης απαγόρευσης εισόδου μετά από μία εύλογη, ανάλογα με τις περιστάσεις, προθεσμία, και, εν πάση περιπτώσει, μετά την πάροδο τριετίας από την εκτέλεση της οριστικής απόφασης απαγόρευσης εισόδου που έχει ληφθεί νομοτύπως σύμφωνα με το κοινοτικό δίκαιο, επικαλούμενα στοιχεία τα οποία αποδεικνύουν ουσιαστική μεταβολή των περιστάσεων που είχαν δικαιολογήσει την απόφαση απαγόρευσης εισόδου.

Το οικείο κράτος μέλος αποφαίνεται επί της αιτήσεως αυτής εντός έξι μηνών από την υποβολή της.

2. Τα αναφερόμενα στην παράγραφο 1 πρόσωπα δεν έχουν κανένα δικαίωμα εισόδου στην επικράτεια του οικείου κράτους μέλους όσο εξετάζεται η αίτησή τους.

Άρθρο 33

Η απέλαση ως ποινή ή παρεπόμενο μέτρο

1. Το κράτος μέλος υποδοχής δύναται να εκδίδει αποφάσεις απέλασης ως ποινή ή ως παρεπόμενο μέτρο σε σχέση με ποινή κράτησης, μόνον εφόσον πληρούνται οι απαιτήσεις των άρθρων 27, 28 και 29.

2. Αν η απόφαση απέλασης όπως προβλέπεται στην παράγραφο 1, εκτελείται περισσότερο από δύο έτη αφότου εκδοθεί το κράτος μέλος βεβαιώνεται ότι το αφορώμενο άτομο εξακολουθεί να αποτελεί πραγματική απειλή για τη δημόσια τάξη ή τη δημόσια ασφάλεια, και εξετάζει επίσης κατά πόσον έχει, ενδεχομένως, επέλθει ουσιαστική μεταβολή των περιστάσεων αφότου εκδόθηκε η απόφαση απέλασης.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ VII

Τελικές διατάξεις

Άρθρο 34

Δημοσιότητα

Τα κράτη μέλη κοινολογούν πληροφορίες σχετικά με τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των πολιτών της Ένωσης και των μελών των οικογενειών τους σχετικά με τα θέματα που ρυθμίζονται από την παρούσα οδηγία, ιδίως με εκστρατείες συνειδητοποίησης διεξαγόμενες μέσω των εθνικών και τοπικών μέσων μαζικής ενημέρωσης και μέσων επικοινωνίας.

Άρθρο 35

Κατάχρηση δικαιώματος

Τα κράτη μέλη μπορούν να λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να αρνούνται, να τερματίζουν ή να ανακαλούν οποιοδήποτε δικαίωμα αναγνωριζόμενο από την παρούσα οδηγία, σε περίπτωση κατάχρησης δικαιώματος ή απάτης, όπως π.χ. σε περίπτωση εικονικού γάμου. Τα εν λόγω μέτρα πρέπει να είναι αναλογικά και να υπόκεινται στις διαδικαστικές εγγυήσεις που προβλέπονται στα άρθρα 30 και 31.

Άρθρο 36

Κυρώσεις

Τα κράτη μέλη καθορίζουν διατάξεις επί των κυρώσεων που επιβάλλονται στην περίπτωση παράβασης των εθνικών διατάξεων που θεσπίζονται για την υλοποίηση της παρούσας οδηγίας και λαμβάνουν κάθε αναγκαίο μέτρο για την εφαρμογή τους. Οι προβλεπόμενες κυρώσεις πρέπει να είναι αποτελεσματικές και αναλογικές. Τα κράτη μέλη κοινοποιούν τις διατάξεις αυτές στην Επιτροπή το αργότερο στις ...(15), και κάθε μεταγενέστερη τροποποίησή τους, το συντομότερο δυνατόν.

Άρθρο 37

Ευνοϊκότερες εθνικές διατάξεις

Οι διατάξεις της παρούσας οδηγίας δεν επηρεάζουν τις καθοριζόμενες από τα κράτη μέλη νομοθετικές, κανονιστικές ή διοικητικές διατάξεις, οι οποίες είναι, ενδεχομένως, ευνοϊκότερες για τα πρόσωπα που εμπίπτουν στην παρούσα οδηγία.

Άρθρο 38

Κατάργηση

1. Τα άρθρα 10 και 11 του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 1612/68 καταργούνται από τις ...(16).

2. Οι οδηγίες 64/221/ΕΟΚ, 68/360/ΕΟΚ, 72/194/ΕΟΚ, 73/148/ΕΟΚ, 75/34/ΕΟΚ, 75/35/ΕΟΚ, 90/364/ΕΟΚ, 90/365/ΕΟΚ και 93/96/ΕΟΚ καταργούνται από τις ...(17).

3. Οι αναφορές που γίνονται στις καταργούμενες διατάξεις και οδηγίες θεωρούνται ως αναφορές στην παρούσα οδηγία.

Άρθρο 39

Έκθεση

Όχι αργότερα από τις ...(18), η Επιτροπή υποβάλει έκθεση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο σχετικά με την εφαρμογή της παρούσας οδηγίας, συνοδευόμενη από τις, τυχόν, αναγκαίες, προτάσεις, κυρίως όσον αφορά τη δυνατότητα επέκτασης του χρονικού διαστήματος κατά το οποίο οι πολίτες της Ένωσης και τα μέλη των οικογενειών τους μπορούν να διαμένουν στην επικράτεια του κράτους μέλους υποδοχής άνευ όρων. Τα κράτη μέλη παρέχουν στην Επιτροπή τις πληροφορίες που απαιτούνται για την κατάρτιση της έκθεσης.

Άρθρο 40

Μεταφορά στο εθνικό δίκαιο

1. Τα κράτη μέλη θεσπίζουν τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις που είναι αναγκαίες προκειμένου να συμμορφωθούν με την παρούσα οδηγία μέχρι τις ...(19).

Οι διατάξεις αυτές, όταν θεσπίζονται από τα κράτη μέλη, αναφέρονται στην παρούσα οδηγία ή συνοδεύονται από την αναφορά αυτή κατά την επίσημη δημοσίευσή τους. Τα κράτη μέλη καθορίζουν τον τρόπο με τον οποίο γίνεται η αναφορά αυτή.

2. Τα κράτη μέλη ανακοινώνουν στην Επιτροπή το κείμενο των διατάξεων εσωτερικού δικαίου που θεσπίζουν στον τομέα που διέπεται από την παρούσα οδηγία μαζί με πίνακα από τον οποίο εμφαίνεται ο τρόπος αντιστοιχίας των διατάξεων της παρούσας οδηγίας προς τις θεσπισθείσες εθνικές διατάξεις.

Άρθρο 41

Έναρξη ισχύος

Η παρούσα οδηγία αρχίζει να ισχύει την ημέρα της δημοσίευσής της στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Άρθρο 42

Αποδέκτες

Η παρούσα οδηγία απευθύνεται στα κράτη μέλη.

...

Για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο

Ο Πρόεδρος

Για το Συμβούλιο

Ο Πρόεδρος

(1) ΕΕ C 270 Ε της 25.9.2001, σ. 150.

(2) ΕΕ C 149 της 21.6.2002, σ. 46.

(3) ΕΕ C 192 της 12.8.2002, σ. 17.

(4) Γνώμη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 11ης Φεβρουαρίου 2003 (δεν έχει ακόμα δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα), κοινή θέση του Συμβουλίου της 5ης Δεκεμβρίου 2003 και απόφαση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της ... (δεν έχει ακόμα δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα).

(5) ΕΕ L 257 της 19.10.1968, σ. 2· κανονισμός όπως τροποποιήθηκε τελευταία από τον κανονισμό (ΕΟΚ) αριθ. 2434/92 (ΕΕ L 245 της 26.8.1992, σ. 1).

(6) ΕΕ L 257 της 19.10.1968, σ. 13· οδηγία όπως τροποποιήθηκε τελευταία από την πράξη προσχώρησης του 2003.

(7) ΕΕ L 172 της 28.6.1973, σ. 14.

(8) ΕΕ L 180 της 13.7.1990, σ. 26.

(9) ΕΕ L 180 της 13.7.1990, σ. 28.

(10) ΕΕ L 317 της 18.12.1993, σ. 59.

(11) ΕΕ L 81 της 21.3.2001, σ. 1· κανονισμός όπως τροποποιήθηκε τελευταία από τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 453/2003 (ΕΕ L 69 της 13.3.2003, σ. 10).

(12) ΕΕ L 142 της 30.6.1970, σ. 24.

(13) ΕΕ L 14 της 20.1.1975, σ. 10.

(14) ΕΕ 56 της 4.4.1964, σ. 850· οδηγία όπως τροποποιήθηκε τελευταία από την οδηγία 75/35/ΕΟΚ (ΕΕ L 14 της 20.1.1975, σ. 14).

(15) Δύο έτη από την ημερομηνία έναρξης ισχύος της παρούσας οδηγίας.

(16) Δύο έτη από την ημερομηνία έναρξης ισχύος της παρούσας οδηγίας.

(17) Δύο έτη από την ημερομηνία έναρξης ισχύος της παρούσας οδηγίας.

(18) Τέσσερα έτη από την ημερομηνία έναρξης ισχύος της παρούσας οδηγίας.

(19) Δύο έτη από την ημερομηνία έναρξης ισχύος της παρούσας οδηγίας.

ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ

I. ΕΙΣΑΓΩΓΉ

Η Επιτροπή διαβίβασε την προαναφερόμενη πρόταση στο Συμβούλιο στις 2 Ιουλίου 2001(1).

Η Επιτροπή των Περιφερειών εξέδωσε τη γνώμη της στις 13 Μαρτίου 2002(2).

Η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή εξέδωσε τη γνώμη της στις 24 Απριλίου 2002(3).

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο εξέδωσε τη γνώμη του σε πρώτη ανάγνωση στις 11 Φεβρουαρίου 2003, υιοθετώντας 82 τροπολογίες στην αρχική πρόταση.

Με βάση τα αποτελέσματα της πρώτης ανάγνωσης του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, η Επιτροπή ενέκρινε τροποποιημένη πρόταση στις 15 Απριλίου 2003.

Η πρόταση βασίζεται στο άρθρο 12, στο άρθρο 18 παράγραφος 2 και στα άρθρα 40, 44 και 52 της συνθήκης. Πρέπει να εκδοθεί σύμφωνα με τη διαδικασία συναπόφασης με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και με ειδική πλειοψηφία του Συμβουλίου.

Δυνάμει της διαδικασίας συναπόφασης (άρθρο 251 της συνθήκης), στις 5 Δεκεμβρίου 2003 το Συμβούλιο, έχοντας υπόψη την πρώτη ανάγνωση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, καθόρισε την κοινή του θέση όσον αφορά το σχέδιο οδηγίας.

II. ΣΤΌΧΟΣ

Η πρόταση οδηγίας εντάσσεται στο νομικό και πολιτικό περιβάλλον το οποίο δημιουργήθηκε με την καθιέρωση της ιθαγένειας της Ένωσης: οι πολίτες της Ένωσης θα πρέπει, τηρουμένων των αναλογιών, να μπορούν να κυκλοφορούν μεταξύ των κρατών μελών υπό προϋποθέσεις παρόμοιες με εκείνες υπό τις οποίες κυκλοφορούν ή αλλάζουν τόπο διαμονής οι υπήκοοι ενός κράτους μέλους στην ίδια τους τη χώρα.

Η πρόταση εξυπηρετεί διάφορους σκοπούς:

- να συγκεντρωθεί το σύνθετο σώμα της ισχύουσας νομοθεσίας σε μία μόνο νομοθετική πράξη που θα καθιερώνει ενιαίο σύστημα το οποίο θα εφαρμόζεται σε όλες τις κατηγορίες προσώπων (εργαζομένους, σπουδαστές, οικονομικώς ανενεργά πρόσωπα),

- να βελτιωθεί η ισχύουσα νομοθεσία, λαμβανομένων υπόψη της νομολογίας του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και των διατάξεων του χάρτη των θεμελιωδών δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης που αφορούν την ενότητα της οικογένειας και την προστασία της οικογενειακής ζωής,

- να απλουστευθούν οι όροι και οι διοικητικές διατυπώσεις που συνδέονται με την άσκηση του δικαιώματος ελεύθερης κυκλοφορίας και διαμονής στα κράτη μέλη,

- να διευκολυνθεί το δικαίωμα ελεύθερης κυκλοφορίας και διαμονής των μελών της οικογένειας όλων των πολιτών της Ένωσης, ανεξαρτήτως ιθαγένειας.

III. ΑΝΆΛΥΣΗ ΤΗΣ ΚΟΙΝΉΣ ΘΈΣΗΣ Η ΟΠΟΊΑ ΠΕΡΙΛΑΜΒΆΝΕΤΑΙ ΣΤΟ έγγρ. 13263/03

Η κοινή θέση του Συμβουλίου συμφωνεί πλήρως με το βασικό στόχο της πρότασης της Επιτροπής, ήτοι να διευκολυνθεί η άσκηση του δικαιώματος ελεύθερης κυκλοφορίας και διαμονής μειώνοντας τις διοικητικές διατυπώσεις, παρέχοντας σαφέστερο ορισμό του καθεστώτος των μελών της οικογένειας, δημιουργώντας μόνιμο δικαίωμα διαμονής μετά την πάροδο πέντε ετών νόμιμης διαμονής σε κράτος μέλος και περιορίζοντας τη δυνατότητα των κρατών μελών να αρνούνται ή να τερματίζουν το δικαίωμα διαμονής για λόγους δημόσιας τάξης.

Ωστόσο, το Συμβούλιο επέφερε ορισμένες αλλαγές σε σχέση με την αρχική πρόταση της Επιτροπής, οι οποίες έγιναν δεκτές από την Επιτροπή. Πέραν των τροποποιήσεων ουσίας που αναφέρονται κατωτέρω, η κοινή θέση περιλαμβάνει αλλαγές συντακτικής και τεχνικής φύσης, προκειμένου να αποσαφηνιστούν ορισμένες διατάξεις, να διασφαλισθεί η εσωτερική συνοχή και να αναπροσαρμοσθεί η ορολογία.

Α. Τροπολογίες του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου οι οποίες έγιναν δεκτές από το Συμβούλιο στην κοινή του θέση

Οι τροπολογίες 3, 5, 6, 8, 9, 10, 12, 13, 25, 28, 34, 39, 40, 55, 59, 61, 64, 68, 71, 72, 74, 78, 79, 80, 82, 83, 85, 86, 89, 90 και 99 ενσωματώθηκαν πλήρως στην κοινή θέση.

Οι τροπολογίες 7, 11, 20, 24, 30, 33, 41, 47, 49, 50, 51, 52, 54, 55, 64, 68, 74, 77, 78, 79, 82, 83, 86, 108 και 113 ενσωματώθηκαν εν μέρει στην κοινή θέση. Συγκεκριμένα:

Τροπολογία 7 (αιτιολογική σκέψη 9): ορίζει ότι η διαμονή που δεν υπερβαίνει τους έξι μήνες δεν θα πρέπει να υπόκειται σε προϋποθέσεις. Μετά από προσεκτική εξέταση, το Συμβούλιο συμφώνησε να ορίσει την περίοδο σε τρεις μήνες, όπως προβλέπεται στο ισχύον κεκτημένο, σύμφωνα με το νέο άρθρο 6. Ωστόσο, ευνοϊκότερη μεταχείριση επιφυλάσσεται στα πρόσωπα που αναζητούν εργασία, όπως αναγνωρίζονται από τη νομολογία του Δικαστηρίου.

Τροπολογία 11 (αιτιολογική σκέψη 20): ενσωματώθηκε στην κοινή θέση ελαφρώς τροποποιημένη, προκειμένου να συμφωνεί με το νέο κείμενο του άρθρου 21.

Τροπολογία 20 (άρθρο 3 παράγραφος 2): αποσκοπεί στη διευκόλυνση της εισόδου και διαμονής των μελών της οικογένειας τα οποία δεν καλύπτονται από το άρθρο 2, σε περιπτώσεις όπου αυτό επιβάλλεται για σοβαρούς λόγους υγείας ή ανθρωπιστικούς λόγους. Η διατύπωση αυτή περιελήφθη εν μέρει στην κοινή θέση, αφού διεγράφη η μνεία των ανθρωπιστικών λόγων, διότι το Συμβούλιο θεωρεί ότι περιλαμβάνονται ήδη στις δεσμεύσεις που έχουν αναλάβει τα κράτη μέλη στον τομέα των θεμελιωδών δικαιωμάτων.

Τροπολογία 24 (άρθρο 5 παράγραφος 2): το Συμβούλιο την περιέλαβε στην κοινή του θέση αλλά δεν διατήρησε το τμήμα της τροπολογίας το οποίο ορίζει πέντε εργάσιμες ημέρες για τη χορήγηση θεώρησης σε μέλη της οικογένειας που είναι υπήκοοι τρίτης χώρας. Το Συμβούλιο θεωρεί υπερβολικά αυστηρή την προθεσμία αυτή και την αντικατέστησε με τη φράση "το συντομότερο δυνατόν, βάσει ταχείας διαδικασίας", η οποία εγγυάται ευελιξία και ταχεία χορήγηση θεωρήσεων.

Τροπολογία 30 (άρθρο 7 παράγραφος 3): η τροπολογία αυτή η οποία δεν συνεπάγεται αλλαγές στο κείμενο, απλώς μετακίνηση του άρθρου 8 παράγραφος 7, περιελήφθη στην κοινή θέση. Το Συμβούλιο τροποποίησε, όμως, τη διατύπωση του στοιχείου γ), προκειμένου να διευκρινισθεί ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση, το καθεστώς του εργαζομένου διατηρείται για έξι μήνες τουλάχιστον.

Τροπολογία 33 (άρθρο 8 παράγραφος 2): το Συμβούλιο δεν διατήρησε το τμήμα της τροπολογίας όπου αναφέρεται ότι οι κυρώσεις πρέπει να είναι διοικητικές· προτίμησε να αφήσει τα κράτη μέλη να αποφασίσουν το είδος των εφαρμοστέων κυρώσεων, σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία.

Τροπολογία 41 (άρθρο 11 παράγραφος 2): το κείμενο της κοινής θέσης διαφέρει από την τροπολογία απλώς και μόνο διότι επιβάλλει προθεσμία ενός έτους και για τις απουσίες που οφείλονται σε εγκυμοσύνη ή τοκετό.

Τροπολογίες 47, 49, 50 και 51 [άρθρο 13 παράγραφος 1 και παράγραφος 2 στοιχεία α) και β)]: οι τροπολογίες αυτές οι οποίες προσθέτουν μνεία της λήξης των σχέσεων συμβίωσης που καλύπτονται από το άρθρο 2 παράγραφος 2 στοιχείο β), ενσωματώθηκαν στην κοινή θέση αλλά περιορίσθηκαν στην καταχωρημένη συμβίωση, σύμφωνα με το νέο κείμενο του άρθρου 2. Επιπλέον, στο στοιχείο α) η διάρκεια του γάμου ή της συμβίωσης πριν από τη λήξη παρατάθηκε σε τρία έτη, διάρκεια την οποία το Συμβούλιο θεωρεί δίκαιη, προκειμένου να περιορίζονται οι καταχρήσεις.

Τροπολογία 52 [άρθρο 13 παράγραφος 2 στοιχείο γ)]: περιγράφει λεπτομερώς ορισμένες δυσχερείς καταστάσεις, οι οποίες θα δικαιολογούσαν διατήρηση του δικαιώματος διαμονής μετά το διαζύγιο, την ακύρωση του γάμου ή τη λήξη της συμβίωσης. Η τροπολογία περιελήφθη στην κοινή θέση χωρίς όμως τη μνεία των ανθρωπιστικών λόγων.

Τροπολογία 54 (άρθρο 15): το νέο αυτό άρθρο αντικαθιστά το κείμενο του προηγούμενου άρθρου 24 (το οποίο διεγράφη)· θεωρήθηκε λογικότερο να τοποθετηθεί στο τέλος του κεφαλαίου III, δεδομένου ότι δεν μπορεί να απομακρυνθεί ένα πρόσωπο αφού έχει αποκτήσει μόνιμο δικαίωμα διαμονής, παρά μόνον για λόγους δημόσιας τάξης ή δημόσιας ασφάλειας. Μια πρώτη παράγραφος η οποία είχε προστεθεί προκειμένου να διευκρινισθεί ότι το δικαίωμα διαμονής διατηρείται ενόσω πληρούνται οι προϋποθέσεις διαμονής, μεταφέρθηκε στο προηγούμενο άρθρο.

Τροπολογία 55 (άρθρο 16 παράγραφος 3): η τροπολογία περιελήφθη στην κοινή θέση, αλλά η διατύπωση τροποποιήθηκε ώστε να μην επιβάλλεται προθεσμία όσον αφορά τις απουσίες λόγω υποχρεωτικής στρατιωτικής θητείας.

Τροπολογία 64 (άρθρο 20 παράγραφος 3): η τροπολογία αυτή η οποία διευκρινίζει ότι οι διακοπές της διαμονής που δεν υπερβαίνουν τα δύο έτη κάθε φορά δεν επηρεάζουν την ισχύ του δελτίου μόνιμης διαμονής, ενσωματώθηκε στην κοινή θέση.

Τροπολογία 108 (άρθρο 24 παράγραφος 2): το Συμβούλιο την έκανε δεκτή, προσθέτοντας ότι το κράτος μέλος υποδοχής δεν υποχρεούται να παρέχει δικαίωμα σε κοινωνικές παροχές κατά τους πρώτους τρεις μήνες της διαμονής, σύμφωνα με το νέο άρθρο 6α.

Τροπολογία 68 (άρθρο 25 παράγραφος 1): καθιστά το κείμενο σαφέστερο και διευκρινίζει ότι ο ενδιαφερόμενος μπορεί να αποδεικνύει ότι είναι δικαιούχος των δικαιωμάτων που απορρέουν από την οδηγία με οιοδήποτε άλλο μέσο.

Τροπολογία 74 (άρθρο 27 παράγραφος 3): προσετέθη μνεία της περιόδου τριών μηνών, προκειμένου να καλύπτεται η περίπτωση κατά την οποία τα κράτη μέλη δεν θεσπίζουν απαίτηση εγγραφής.

Τροπολογία 77 (άρθρο 29 παράγραφος 1): η κοινή θέση περιέλαβε ορισμένες τροποποιήσεις που προτάθηκαν για την παράγραφο αυτή. Το Συμβούλιο αντικατέστησε τη μνεία του διεθνούς υγειονομικού κανονισμού του 1951 από μια γενικότερη αναφορά στις οικείες πράξεις της ΠΟΥ.

Τροπολογία 78 (άρθρο 29 παράγραφος 2): η μνεία της περιόδου τριών μηνών αντί της ημερομηνίας εγγραφής ή της ημερομηνίας χορήγησης του δελτίου διαμονής είναι καταλληλότερη για τη διάρθρωση της οδηγίας, θα καλύπτει δε και την περίπτωση κατά την οποία τα κράτη μέλη δεν θεσπίζουν απαίτηση εγγραφής. Η μνεία της άρνησης χορήγησης του δελτίου μόνιμης διαμονής διεγράφη, διότι η άρνηση δεν δικαιολογείται για λόγους δημόσιας υγείας.

Τροπολογία 79 (άρθρο 29 παράγραφος 3): η μνεία της περιόδου τριών μηνών έχει ως στόχο να περιορισθεί η περίοδος κατά την οποία τα κράτη μέλη δύνανται να απαιτούν από τα πρόσωπα να υποβληθούν σε ιατρική εξέταση· αυτό συμφωνεί με το κείμενο της προηγούμενης παραγράφου.

Τροπολογία 82 (άρθρο 30 παράγραφος 3): υπάρχει πλέον μία ενιαία προθεσμία για την εγκατάλειψη της επικράτειας, ήτοι ένας μήνας από την ημερομηνία της κοινοποίησης.

Τροπολογία 83 (άρθρο 31 παράγραφος 1): η τροπολογία διευκρινίζει ότι πρέπει πάντοτε να υπάρχει δυνατότητα δικαστικής προσφυγής και ότι υπάρχει δυνατότητα διοικητικής προσφυγής, εφόσον προβλέπεται από το κράτος μέλος υποδοχής.

Τροπολογία 113 (άρθρο 31 παράγραφος 2): περιελήφθη στην κοινή θέση, όπως διατυπώθηκε εκ νέου στην τροποποιημένη πρόταση της Επιτροπής. Προβλέπει αναστολή της εκτέλεσης μιας απόφασης απέλασης, εφόσον δεν έχει ληφθεί απόφαση επί των ασφαλιστικών μέτρων σχετικά με την αναστολή της απέλασης. Ωστόσο, το Συμβούλιο εισήγαγε ορισμένες εξαιρέσεις, οι οποίες κατά τη γνώμη του δεν θίγουν τον κύριο στόχο της διάταξης. Οι εν λόγω εξαιρέσεις έχουν ως στόχο να αποκλεισθεί η περίπτωση κατά την οποία μια απόφαση απέλασης βασίζεται σε προηγούμενη δικαστική απόφαση ή τα ενδιαφερόμενα πρόσωπα είχαν ήδη πρόσβαση σε δικαστικό έλεγχο ή η απόφαση βασίζεται σε επιτακτικούς λόγους δημόσιας ασφάλειας.

Τροπολογία 86 (άρθρο 32 παράγραφος 1): οι τροποποιήσεις του πρώτου εδαφίου αποσαφηνίζουν το κείμενο. Η προθεσμία των έξι μηνών η οποία αντικαθιστά την προθεσμία των τριών μηνών στο δεύτερο εδάφιο ανταποκρίνεται περισσότερο στην πραγματικότητα και ενσωματώθηκε στην κοινή θέση.

Β. Τροπολογίες του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου τις οποίες απέρριψε το Συμβούλιο

Τροπολογία 2 (πρώην αιτιολογική σκέψη 4): τονίζει ότι η κινητικότητα των μισθωτών και των αυτοαπασχολούμενων εργαζόμενων αποτελεί επίσης μία από τις προτεραιότητες της πολιτικής της Ένωσης: δεν περιελήφθη στην κοινή θέση, σύμφωνα με μια γενική προσέγγιση απλούστευσης του κειμένου.

Τροπολογία 11: η τροπολογία αυτή που προτάθηκε για την πρώην αιτιολογική σκέψη 19 δεν γίνεται αποδεκτή διότι δεν συμφωνεί με τη νέα διατύπωση του άρθρου 24.

Τροπολογίες 4, 14, 15 και 16: το κείμενο των εν λόγω τροπολογιών αναγνωρίζει ως μέλη της οικογένειας τον/τη σύζυγο και τον/την καταχωρημένο/η σύντροφο, ανεξαρτήτως φύλου, με βάση τη σχετική εθνική νομοθεσία και τον/την μη έγγαμο/η σύντροφο ανεξαρτήτως φύλου, με τον/την οποίο/α ο πολίτης της Ένωσης διατηρεί σταθερή σχέση, εφόσον η νομοθεσία ή η πρακτική του κράτους μέλους υποδοχής και/ή καταγωγής αντιμετωπίζει την κατάσταση των μη έγγαμων ζευγαριών κατά τρόπο αντίστοιχο με εκείνη των έγγαμων ζευγαριών, τηρουμένων των προϋποθέσεων που προβλέπονται στη συγκεκριμένη νομοθεσία. Οι εν λόγω τροπολογίες δεν γίνονται δεκτές για τους ακόλουθους λόγους:

Όσον αφορά το γάμο, το Συμβούλιο είχε ενδοιασμούς ως προς έναν ορισμό του όρου "σύζυγος" που να περιέχει ρητή μνεία συζύγων του ιδίου φύλου. Επί του παρόντος, δύο μόνο κράτη μέλη προβλέπουν στη νομοθεσία τους τη δυνατότητα γάμου μεταξύ συντρόφων του ιδίου φύλου. Επιπλέον, το Δικαστήριο όρισε στη νομολογία του ότι, σύμφωνα με τον γενικά αποδεκτό από τα κράτη μέλη ορισμό, ο όρος "γάμος" περιγράφει την ένωση μεταξύ δύο προσώπων διαφορετικού φύλου.

Όσον αφορά τους συντρόφους, είτε πρόκειται για καταχωρημένους ή για μη έγγαμους συντρόφους, το Συμβούλιο θεωρεί ότι η αναγνώριση αυτών των καταστάσεων πρέπει να βασίζεται αποκλειστικά στη νομοθεσία του κράτους μέλους υποδοχής. Η αναγνώριση, για λόγους διαμονής, των μη έγγαμων ζευγαριών σύμφωνα με τη νομοθεσία άλλων κρατών μελών θα μπορούσε να δημιουργήσει προβλήματα στο κράτος μέλος υποδοχής του οποίου το οικογενειακό δίκαιο δεν αναγνωρίζει αυτή τη δυνατότητα. Η αναγνώριση δικαιωμάτων που δεν αναγνωρίζονται σε ημεδαπούς, σε ζευγάρια από άλλο κράτος μέλος θα μπορούσε πράγματι να δημιουργήσει αντίστροφη διάκριση, η οποία πρέπει να αποφεύγεται.

Τροπολογίες 17 και 18: αυτές οι τροπολογίες, των οποίων στόχος είναι η προσθήκη στο άρθρο 2 παράγραφος 2 στοιχεία γ) και δ) ειδικής αναφοράς στους ανιόντες και κατιόντες των καταχωρημένων συντρόφων δεν μπορούν να γίνουν δεκτές.

Τροπολογία 19: στόχος αυτής της τροπολογίας είναι να προστεθεί στο άρθρο 2 παράγραφος 3 ορισμός του κράτους μέλους καταγωγής και των κριτηρίων που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη για τον προσδιορισμό του τι συνιστά σταθερή σχέση. Η αναφορά στη νομοθεσία του κράτους μέλους καταγωγής δεν γίνεται δεκτή για τον ορισμό του συζύγου ή του συντρόφου.

Τροπολογία 21 (πρώην άρθρο 4): δεν έγινε δεκτή η εν λόγω τροπολογία η οποία καθιστά πιο συγκεκριμένη την απαγόρευση διακρίσεων προσθέτοντας τον προσδιορισμό του φύλου στον ορισμό. Το κείμενο το οποίο περιελήφθη στην αιτιολογική σκέψη 31, που αντικαθιστά το πρώην άρθρο 4, ακολουθεί ακριβώς την ίδια διατύπωση με το άρθρο 21 του χάρτη θεμελιωδών δικαιωμάτων.

Τροπολογίες 26, 32 (εν μέρει), 42, 43 και 44: αυτές οι τροπολογίες δεν μπορούν να γίνουν δεκτές επειδή θα τροποποιούσαν κατά τρόπο ουσιαστικό τη διάρθρωση της οδηγίας και θα υπονόμευαν την προσέγγιση που ακολούθησαν η Επιτροπή και το Συμβούλιο.

Τροπολογία 27 [άρθρο 7 παράγραφος 1 στοιχείο α)]: η τροπολογία περιέχει άμεση αναφορά στους αποδέκτες υπηρεσιών, αλλά το Συμβούλιο θεωρεί ότι δεν πρέπει να επιφυλάσσεται στους αποδέκτες υπηρεσιών ίση μεταχείριση προς εκείνη των μισθωτών ή των αυτοαπασχολούμενων εργαζόμενων.

Τροπολογία 32 (άρθρο 8 παράγραφος 1): δεν ενσωματώθηκε στην κοινή θέση, διότι το Συμβούλιο θεωρεί ότι τα κράτη μέλη δεν θα πρέπει να υποχρεούνται να χορηγούν βεβαίωση εγγραφής εάν δεν έχουν θεσπίσει σύστημα εγγραφής.

Τροπολογία 35 [άρθρο 8 παράγραφος 5 στοιχείο β)]: δεν ενσωματώθηκε στην κοινή θέση, διότι το Συμβούλιο θεωρεί ότι μια απλή δήλωση που βεβαιώνει την ύπαρξη δεσμού συγγένειας δεν αποτελεί επαρκή απόδειξη του δεσμού συγγένειας. Η συγκεκριμένη προσέγγιση συνάδει προς εκείνη που ακολουθείται όσον αφορά το σύστημα εγγραφής (άρθρο 8).

Τροπολογία 38 (άρθρο 9): η τροπολογία αυτή αντικατοπτρίζει τα σημεία τα οποία αναφέρονται στην απόφαση του Δικαστηρίου της 25ης Ιουλίου 2002 (υπόθεση C-459/99, MRAX). Δεν ενσωματώθηκε στην κοινή θέση, διότι το Συμβούλιο θεωρεί ότι αντιβαίνει προς το άρθρο 10, το οποίο περιέχει εξαντλητικό κατάλογο των εγγράφων που απαιτούνται για την απόκτηση δελτίου διαμονής και η θεώρηση δεν συγκαταλέγεται μεταξύ αυτών.

Τροπολογία 62 (άρθρο 20 παράγραφος 1): η πρόταση που προβλέπει ότι το δελτίο διαμονής έχει απεριόριστη διάρκεια ισχύος και επίσης ανανεώνεται ανά δεκαετία φαίνεται αντιφατική. Ως εκ τούτου, η τελευταία φράση της παραγράφου σχετικά με την ανανέωση διεγράφη από το κείμενο το οποίο περιελήφθη στην κοινή θέση και το Συμβούλιο προτίμησε να ανανεώνεται το δελτίο ανά δεκαετία.

Τροπολογία 76 [πρώην άρθρο 25 παράγραφος 5α)]: η τροπολογία επιβάλλει στα κράτη μέλη την απαίτηση να κοινοποιούν στην Επιτροπή οιαδήποτε απόφαση απέλασης πολιτών της Ένωσης ή μελών της οικογένειάς τους. Δεν περιελήφθη στην κοινή θέση, διότι το Συμβούλιο θεωρεί ότι η συγκεκριμένη διαδικασία είναι υπερβολικά επαχθής για τα κράτη μέλη και δεν παρέχει πλεονεκτήματα στους πολίτες της Ένωσης.

Τροπολογία 84 (άρθρο 31 παράγραφος 2): στόχος της τροπολογίας η οποία προβλέπει τη διαγραφή της πρώτης φράσης είναι να διασφαλίζεται ότι όλες οι αποφάσεις υπόκεινται σε προηγούμενο έλεγχο από ανεξάρτητη αρχή και όχι μόνον όπου προβλέπεται διοικητική προσφυγή. Δεν περιελήφθη στην κοινή θέση διότι διεγράφη ολόκληρη η παράγραφος.

Τροπολογία 88 (πρώην άρθρο 31α): η τροπολογία προβλέπει νέο άρθρο, το οποίο επαναλαμβάνει τις διατάξεις του πρώην άρθρου 31 παράγραφος 2. Το Συμβούλιο προτίμησε να διατηρήσει ένα μόνο άρθρο, θεωρώντας ότι η παράγραφος 2 αναφέρεται μόνο σε διαταγές που προβλέπονται στην παράγραφο 1.

Τροπολογίες 91, 92 και 93 (άρθρα 38, 39 και 40): αφορούν μέτρα τα οποία θα ληφθούν μετά την ημερομηνία έναρξης ισχύος της οδηγίας. Το Κοινοβούλιο πρότεινε τον Ιούλιο του 2004 αλλά αυτό δεν φαίνεται εφικτό λαμβανομένης υπόψη της κατάστασης των εργασιών. Για το λόγο αυτό, το Συμβούλιο επέλεξε δύο έτη από την ημερομηνία έναρξης ισχύος της οδηγίας.

Τροπολογίες 22, 23, 31, 45, 53, 56, 57, 58, 60, 63, 66 και 69: αυτές οι τροπολογίες δεν μπορούν να γίνουν δεκτές, διότι θεωρήθηκε ότι δεν συνάδουν προς την πρόταση της Επιτροπής.

Γ. Νέα στοιχεία τα οποία εισήγαγε το Συμβούλιο

Τα κυριότερα στοιχεία της κοινής θέσης τα οποία διαφέρουν από την πρόταση της Επιτροπής είναι τα ακόλουθα:

- Αιτιολογικές σκέψεις

Οι αιτιολογικές σκέψεις αναπροσαρμόσθηκαν προκειμένου να διασφαλισθεί η συνοχή με τις τροποποιήσεις που επήλθαν στο κείμενο των άρθρων. Οι παραπομπές στα άρθρα της συνθήκης διεγράφησαν, διότι θα καταστούν άνευ ουσίας μετά την έναρξη ισχύος του μελλοντικού Συντάγματος.

Τρεις αιτιολογικές σκέψεις αποτελούν νέο στοιχείο σε σχέση με την τροποποιημένη πρόταση της Επιτροπής· συγκεκριμένα:

Αιτιολογική σκέψη 6: προσετέθη με στόχο να διευκρινισθεί η έννοια της διευκόλυνσης που προβλέπεται στο άρθρο 3.

Αιτιολογική σκέψη 16: αναφέρει τα στοιχεία και τα κριτήρια τα οποία πρέπει να λαμβάνονται υπόψη προκειμένου να καθορίζεται αν ένα πρόσωπο κατέστη υπέρμετρο βάρος και το κράτος μέλος υποδοχής μπορεί να διατάξει την απέλασή του. Το Συμβούλιο φρονεί ότι η συγκεκριμένη αιτιολογική σκέψη θα παράσχει χρήσιμες ενδείξεις για τα κριτήρια που πρέπει να πληρούνται προκειμένου να καθορίζεται αν ένα πρόσωπο κατέστη υπέρμετρο βάρος.

Αιτιολογική σκέψη 31: το πρώην άρθρο 4 σχετικά με την απαγόρευση διακρίσεων διεγράφη και το περιεχόμενό του προσετέθη στην εν λόγω αιτιολογική σκέψη που αφορά τα θεμελιώδη δικαιώματα. Δεδομένου ότι η απαγόρευση διακρίσεων συγκαταλέγεται μεταξύ των γενικών αρχών του κοινοτικού δικαίου, το Συμβούλιο προτιμά να την συμπεριλάβει στο προοίμιο.

- Άρθρα

Άρθρα 2 και 3: τα άρθρα αυτά τα οποία αφορούν τον ορισμό των μελών της οικογένειας και των δικαιούχων αποτελούν ένα από τα βασικά θέματα της πρότασης· η κοινή θέση τροποποίησε ορισμένα στοιχεία τους, και συγκεκριμένα:

- Έννοια της καταχωρημένης συμβίωσης και της σταθερής σχέσης

Η κοινή θέση περιόρισε τον εν λόγω ορισμό μόνο στους καταχωρημένους συντρόφους, εφόσον η νομοθεσία του κράτους μέλους υποδοχής αναγνωρίζει τη σχέση καταχωρημένης συμβίωσης ως ισοδύναμη προς τις έγγαμες σχέσεις, αποκλείοντας, κατά συνέπεια, τις σταθερές σχέσεις από το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 2. Παράλληλα, το άρθρο 3 τροποποιήθηκε ώστε να διευκολύνεται ο σύντροφος με τον οποίον ο πολίτης της Ένωσης έχει σταθερή σχέση, δεόντως αποδεδειγμένη. Η έννοια της διευκόλυνσης διευκρινίζεται στην αιτιολογική σκέψη 6α.

- Άλλα μέλη της οικογένειας

Όσον αφορά τους απευθείας κατιόντες και ανιόντες του πολίτη της Ένωσης, το Συμβούλιο αποφάσισε να διατηρήσει το ισχύον κεκτημένο, επαναφέροντας ως προϋποθέσεις την ηλικία και την οικονομική εξάρτηση.

Άρθρο 6 (νέο): οι πρώην παράγραφοι 5 και 6 του άρθρου 6 μεταφέρθηκαν σε νέο άρθρο για λόγους ευκρίνειας. Δεν έγινε δεκτή στην κοινή θέση η παράταση της περιόδου διαμονής χωρίς προϋποθέσεις σε έξι μήνες· προτιμήθηκε να διατηρηθεί το ισχύον κεκτημένο των τριών μηνών. Ωστόσο, εισήχθη ρήτρα επανεξέτασης στο άρθρο 39, σύμφωνα με την οποία η Επιτροπή δεσμεύεται να εξετάσει κατά πόσον πρέπει να παραταθεί η εν λόγω περίοδος στην έκθεση για την εφαρμογή της οδηγίας, την οποία θα υποβάλει δύο έτη μετά τη μεταφορά της οδηγίας στο εθνικό δίκαιο.

Άρθρο 7 παράγραφος 4: το δικαίωμα επανένωσης οικογενειών για τους σπουδαστές περιορίσθηκε στον οικογενειακό πυρήνα, όπως προβλέπεται στο ισχύον κεκτημένο. Ωστόσο, η είσοδος και η διαμονή των συντηρούμενων ανιόντων διευκολύνεται βάσει του άρθρου 3.

Άρθρο 8: όσον αφορά τις διοικητικές διατυπώσεις για τους πολίτες της Ένωσης και προκειμένου να αποφεύγονται οι καταχρήσεις, στην κοινή θέση θεσπίζεται σύστημα σύμφωνα με το οποίο τα κράτη μέλη δύνανται να απαιτούν από τους πολίτες να αποδεικνύουν ότι πληρούν τις προϋποθέσεις του άρθρου 7. Ωστόσο, το σύστημα αυτό παραμένει ευέλικτο, διότι η βεβαίωση εγγραφής χορηγείται επιτόπου και η εκπλήρωση των προϋποθέσεων ελέγχεται μόνο σε συγκεκριμένες περιπτώσεις, όπου υπάρχει εύλογη αμφιβολία, όπως προβλέπεται στο άρθρο 14 παράγραφος 2. Στην παράγραφο 4, προβλέπεται η δυνατότητα των κρατών μελών να προσδιορίζουν το ύψος των επαρκών πόρων, λαμβάνοντας όμως υπόψη την προσωπική κατάσταση του ενδιαφερομένου.

Άρθρο 11 παράγραφος 1: η κοινή θέση προσθέτει ότι το δελτίο διαμονής το οποίο χορηγείται στα μέλη της οικογένειας πολίτη της Ένωσης που δεν είναι υπήκοοι κράτους μέλους μπορεί να ισχύει λιγότερο από πέντε έτη, προκειμένου να αντιστοιχεί στην προβλεπόμενη περίοδο διαμονής του πολίτη της Ένωσης, εφόσον η εν λόγω περίοδος είναι μικρότερη των πέντε ετών.

Άρθρο 12 παράγραφος 2: η κοινή θέση εισάγει ως προϋπόθεση ότι τα μέλη της οικογένειας που δεν είναι υπήκοοι κράτους μέλους πρέπει να διαμένουν στο κράτος μέλος υποδοχής τουλάχιστον ένα έτος πριν από το θάνατο του πολίτη της Ένωσης προκειμένου να διατηρήσουν το δικαίωμα διαμονής. Μια άλλη προϋπόθεση που περιέχεται στην κοινή θέση προβλέπει ότι τα μέλη της οικογένειας διατηρούν το δικαίωμα διαμονής αποκλειστικά σε προσωπική βάση. Οι προϋποθέσεις αυτές εκφράζουν τις δικαιολογημένες ανησυχίες των αντιπροσωπιών για την αποφυγή καταχρήσεων, συγχρόνως, όμως, καθιερώνουν αναλογικό δεσμό με το κράτος μέλος υποδοχής.

Άρθρο 13 παράγραφος 2 στοιχείο δ): η κοινή θέση προσθέτει ότι το διαζύγιο, η ακύρωση γάμου ή η λήξη της καταχωρημένης σχέσης δεν συνεπάγεται απώλεια του δικαιώματος διαμονής για τον/τη σύζυγο ή σύντροφο πολίτη της Ένωσης που δεν είναι υπήκοος κράτους μέλους, υπό την προϋπόθεση ότι αυτός/ή απολαύει με δικαστική απόφαση δικαιώματος επικοινωνίας με ανήλικο τέκνο στο κράτος μέλος υποδοχής.

Άρθρα 14 και 15: το πρώην άρθρο 13 χωρίσθηκε σε δύο άρθρα και αποσαφηνίσθηκε το περιεχόμενό του. Το άρθρο 14 διευκρινίζει τις περιστάσεις υπό τις οποίες ένα κράτος μέλος δύναται να απελάσει πολίτες της Ένωσης, εφόσον παύσουν να πληρούν τις προϋποθέσεις του δικαιώματος διαμονής.

Προβλέπεται ότι η προσφυγή στο σύστημα κοινωνικής πρόνοιας δεν μπορεί να συνεπάγεται αυτομάτως μέτρο απέλασης· με τον τρόπο αυτό, ενσωματώνεται στο κείμενο η νομολογία του Δικαστηρίου στην υπόθεση C-184/99, Grzelczyk. Επίσης, η νέα αιτιολογική σκέψη 16 διευκρινίζει περαιτέρω την έννοια του υπέρμετρου βάρους που μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα τη λήψη μέτρου απέλασης.

Οι κανόνες σχετικά με τις διαδικαστικές εγγυήσεις περιλαμβάνονται στο νέο άρθρο 15, χωρίς τροποποιήσεις.

Άρθρο 16: Η περίοδος αδιάλειπτης νόμιμης διαμονής στο κράτος μέλος υποδοχής που απαιτείται για την απόκτηση του δικαιώματος μόνιμης διαμονής ορίζεται σε πέντε έτη αντί της προταθείσας περιόδου τεσσάρων ετών. Χάρη στην αλλαγή αυτή, οι σπουδαστές συμπεριελήφθησαν στους δικαιούχους του δικαιώματος μόνιμης διαμονής.

Στην παράγραφο 3, η κοινή θέση μειώνει την περίοδο απουσίας η οποία συνεπάγεται απώλεια του δικαιώματος μόνιμης διαμονής σε δύο έτη αντί της προταθείσας περιόδου τεσσάρων ετών. Η αλλαγή αυτή προκάλεσε αλλαγή και στο άρθρο 20 παράγραφος 3 όσον αφορά την ισχύ του δελτίου μόνιμης διαμονής· αυτό δικαιολογείται διότι μετά από διετή απουσία θεωρείται ότι χαλαρώνει ο δεσμός με το κράτος μέλος υποδοχής.

Άρθρο 17 παράγραφος 4 στοιχείο α): η περίοδος διαμονής στο κράτος μέλος υποδοχής πριν από την απόκτηση του δικαιώματος μόνιμης διαμονής ορίζεται σε δύο έτη, όπως προβλέπεται στο ισχύον κεκτημένο· και σε αυτή την περίπτωση, η αλλαγή εγγυάται ισχυρό δεσμό με το κράτος μέλος υποδοχής.

Άρθρα 19 και 20: οι πολίτες της Ένωσης δεν υποχρεούνται πλέον να έχουν δελτίο μόνιμης διαμονής. Τα κράτη μέλη τους χορηγούν έγγραφο με το οποίο βεβαιούται ότι έχουν αποκτήσει δικαίωμα μόνιμης διαμονής. Το εν λόγω έγγραφο χορηγείται κατόπιν αιτήσεως, μετά από έλεγχο της διάρκειας διαμονής. Η προσέγγιση αυτή επιτυγχάνει το στόχο της μείωσης των διοικητικών διατυπώσεων για τους πολίτες της Ένωσης.

Τα μέλη της οικογένειας τα οποία δεν είναι υπήκοοι κράτους μέλους πρέπει να διαθέτουν δελτίο μόνιμης διαμονής, το οποίο ανανεώνεται αυτομάτως ανά δεκαετία. Η προθεσμία που εισάγεται με την κοινή θέση επιτρέπει την ενημέρωση των δεδομένων.

Άρθρο 24: στην παράγραφο 1 προσετέθη ότι η ίση μεταχείριση υπόκειται στις ειδικές διατάξεις που προβλέπονται ρητώς στη συνθήκη και στο παράγωγο δίκαιο. Στην παράγραφο 2, η κοινή θέση διευκρινίζει ότι τα κράτη μέλη δε υποχρεούνται να δίνουν σπουδαστική βοήθεια αποτελούμενη από σπουδαστικές υποτροφίες ή σπουδαστικά δάνεια παρά μόνο σε μισθωτούς ή αυτοαπασχολούμενους εργαζόμενους.

Άρθρο 27: το πρώην τρίτο εδάφιο της παραγράφου 2 διεγράφη, διότι η ερμηνεία του θα μπορούσε να έχει ως αποτέλεσμα κάθε συμπεριφορά η οποία τιμωρείται σε εθνικό επίπεδο να θεωρείται απειλή για τη δημόσια τάξη. Η παράγραφος 3 μεταφέρθηκε στο άρθρο 15, δεδομένου ότι η λήξη ισχύος ενός εγγράφου ταυτότητας δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι αντίκειται στη δημόσια τάξη.

Άρθρο 28: το Συμβούλιο αντιτίθεται σχεδόν ομόφωνα στην πλήρη προστασία έναντι της απέλασης, έκανε όμως δεκτή την αυξημένη προστασία για τους πολίτες της Ένωσης που διαμένουν επί μακρόν στο κράτος μέλος υποδοχής. Μετά την απόκτηση του δικαιώματος μόνιμης διαμονής, οι πολίτες της Ένωσης μπορούν να απελαθούν μόνο για σοβαρούς λόγους δημόσιας τάξης ή δημόσιας ασφάλειας.

Οι πολίτες της Ένωσης οι οποίοι είναι ανήλικοι ή διαμένουν στο κράτος μέλος υποδοχής επί δέκα έτη μπορούν να απελαθούν μόνο για επιτακτικούς λόγους δημόσιας ασφάλειας.

Άρθρο 31: η πρώην παράγραφος 2 διεγράφη, διότι η κοινή θέση ήδη επιβεβαιώνει την υποχρέωση των κρατών μελών να προβλέπουν διαδικασίες προσφυγής οι οποίες επιτρέπουν την εξέταση των στοιχείων και των περιστάσεων, και υπάρχει η δυνατότητα αναστολής του μέτρου απέλασης, πράγμα που καθιστά περιττή την παράγραφο 2.

Στην παράγραφο 4, η κοινή θέση εισάγει εξαίρεση της αρχής να υπερασπίζεται κάποιος τον εαυτό του, εάν η εμφάνισή του μπορεί να προκαλέσει σοβαρή διατάραξη της δημόσιας τάξης ή δημόσιας ασφάλειας ή εάν η προσφυγή ή η δικαστική αναθεώρηση αφορούν άρνηση εισόδου στην επικράτεια.

Άρθρο 32: η παράγραφος 1 διεγράφη και το περιεχόμενό της περιελήφθη στην αιτιολογική σκέψη 25. Στην πρώην παράγραφο 2, η περίοδος μετά το πέρας της οποίας μπορεί να υποβληθεί αίτηση άρσης της απαγόρευσης εισόδου ορίζεται σε τρία έτη αντί της προταθείσας περιόδου δύο ετών.

Άρθρο 33: η παράγραφος 2 διευκρινίζει ότι το κατά πόσον έχει επέλθει μεταβολή των περιστάσεων μετά τη λήψη της απόφασης περί απέλασης εξετάζεται μόνον εφόσον η διαταγή απέλασης εκτελείται περισσότερο από δύο έτη μετά την έκδοσή της.

Άρθρο 35: το νέο αυτό άρθρο προσετέθη προκειμένου να διευκρινισθεί ότι τα κράτη μέλη δύνανται να αρνούνται, να τερματίζουν ή να ανακαλούν οιοδήποτε δικαίωμα παρέχεται από την οδηγία σε περίπτωση κατάχρησης δικαιωμάτων ή απάτης.

IV. ΣΥΜΠΈΡΑΣΜΑ

Η κοινή θέση συνιστά μια δίκαιη και ισόρροπη λύση των ζητημάτων που θίγει η προτεινόμενη οδηγία και έχει ως στόχο να δώσει ουσία στην έννοια της ιθαγένειας της Ένωσης καθώς και να ενισχύσει τα δικαιώματα των πολιτών της Ένωσης στον τομέα της ελεύθερης κυκλοφορίας και διαμονής. Πολλές από τις τροπολογίες του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ενσωματώθηκαν εν όλω, ενώ άλλες συμπεριελήφθησαν τουλάχιστον εν μέρει ή ελήφθησαν υπόψη σε μια προσπάθεια κατάρτισης ενός ισόρροπου κειμένου.

(1) ΕΕ C 270 Ε της 25.9.2001, σ. 150.

(2) ΕΕ C 192 της 12.8.2002, σ. 17.

(3) ΕΕ C 149 της 21.6.2002, σ. 46.