52003PC0828

Πρόταση απόφασης του Συμβουλίου για την ίδρυση του δικαστηρίου του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας και για τα ένδικα μέσα ενώπιον του Πρωτοδικείου /* COM/2003/0828 τελικό - CNS 2003/0324 */


Πρόταση ΑΠΟΦΑΣΗΣ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ για την ίδρυση του δικαστηρίου του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας και για τα ένδικα μέσα ενώπιον του Πρωτοδικείου

(υποβληθείσα από την Επιτροπή)

ΠΙΝΑΚΑΣ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΩΝ

ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ

1. Ιστορικό

2. Το κοινοτικό δίπλωμα ευρεσιτεχνίας

3. Το δικαιοδοτικό όργανο για το κοινοτικό δίπλωμα ευρεσιτεχνίας

4. Το δικαστήριο του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας

5. Τα ένδικα μέσα ενώπιον του Πρωτοδικείου

6. Μεταβατική περίοδος

7. Αναγκαιότητα κοινοτικής παρέμβασης

8. Προτεινόμενες διατάξεις

ΠΡΟΤΑΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗΣ του Συμβουλίου για την ίδρυση του δικαστηρίου του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας και για τα ένδικα μέσα ενώπιον του Πρωτοδικείου

Κεφάλαιο I Το δικαστήριο του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας

Άρθρο 1 - Ίδρυση του δικαστηρίου του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας

Άρθρο 2 - Εφαρμογή των διατάξεων της συνθήκης ΕΚ

Άρθρο 3 - Διατάξεις του Οργανισμού για τα δικαιοδοτικά τμήματα

Άρθρο 4 - Παράρτημα στο πρωτόκολλο περί του Οργανισμού του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων

Κεφάλαιο II Η ενώπιον του Πρωτοδικείου διαδικασία επί των ενδίκων μέσων

Άρθρο 5 - Αριθμός δικαστών του Πρωτοδικείου

Άρθρο 6 -Η διαδικασία επί των ενδίκων μέσων σχετικά μετο κοινοτικό δίπλωμα ευρεσιτεχνίας

Κεφάλαιο III Μεταβατικές και τελικές διατάξεις

Άρθρο 7 - Μεταβατικές διατάξεις

Άρθρο 8 - Έναρξη ισχύος

ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΟ ΔΗΜΟΣΙΟΝΟΜΙΚΟ ΔΕΛΤΙΟ

Τίτλος της δράσης: Πρόταση απόφασης του Συμβουλίου για την ίδρυση του δικαστηρίου του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας και για τα ένδικα μέσα ενώπιον του Πρωτοδικείου

1. ΓΡΑΜΜΗ(-ΕΣ) ΤΟΥ ΠΡΟΫΠΟΛΟΓΙΣΜΟΥ + ΤΙΤΛΟΣ(-ΟΙ)

2. ΣΥΝΟΛΙΚΑ ΑΡΙΘΜΗΤΙΚΑ ΔΕΔΟΜΕΝΑ

2.1. Συνολικό κονδύλιο της δράσης (μέρος B): ... εκατομμύρια ευρώ σε πιστώσεις ανάληψης υποχρεώσεων

2.2. Περίοδος υλοποίησης

2.3. Συνολική πολυετής εκτίμηση δαπανών:

2.4. Συμβιβάσιμομε το δημοσιονομικό προγραμματισμό και τις δημοσιονομικές προοπτικές

2.5. Δημοσιονομικές συνέπειες επί των εσόδων:

3. ΔΗΜΟΣΙΟΝΟΜΙΚΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ

4. ΝΟΜΙΚΗ ΒΑΣΗ

5. ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ ΚΑΙ ΑΙΤΙΟΛΟΓΗΣΗ

5.1. Αναγκαιότητα κοινοτικής παρέμβασης

5.1.1. Επιδιωκόμενοι στόχοι

5.1.2. Μέτρα που λαμβάνονται σε σχέση με την εκ των προτέρων αξιολόγηση

5.2. Προβλεπόμενες δράσεις και λεπτομέρειες υλοποίησης της δημοσιονομικής παρέμβασης

5.3. Μέθοδοι υλοποίησης

6. ΔΗΜΟΣΙΟΝΟΜΙΚΕΣ ΕΠΙΠΤΩΣΕΙΣ

6.1. Συνολικές δημοσιονομικές επιπτώσεις στο μέρος Β (για ολόκληρη την περίοδο προγραμματισμού)

6.2. Υπολογισμός του κόστους ανά σχεδιαζόμενο μέτρο στο μέρος Β (για ολόκληρη την περίοδο προγραμματισμού)

7. ΕΠΙΠΤΩΣΕΙΣ ΣΤΟ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟ ΚΑΙ ΣΤΙΣ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΕΣ ΔΑΠΑΝΕΣ

7.1 Το έτος πριν αρχίσει τη λειτουργία του το δικαστήριο του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας (2009)

7.1.1. Επιπτώσεις στους ανθρώπινους πόρους

7.1.2. Συνολικές δημοσιονομικές επιπτώσεις των ανθρώπινων πόρων

7.1.3. Άλλες διοικητικές δαπάνες που απορρέουν από τη δράση το 2009

7.2. Πρώτα δύο έτη λειτουργίας του δικαστηρίου του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας (2010-2011)

7.2.1. Επιπτώσεις στους ανθρώπινους πόρους

7.2.2. Συνολικές δημοσιονομικές επιπτώσεις των ανθρώπινων πόρων

7.2.2.1. Συνολικές δημοσιονομικές επιπτώσεις των ανθρώπινων πόρων το 2010

7.2.2.2. Συνολικές δημοσιονομικές επιπτώσεις των ανθρώπινων πόρων το 2011

7.2.3. Άλλες διοικητικές δαπάνες που απορρέουν από τη δράση

7.2.3.1. Άλλες διοικητικές δαπάνες που απορρέουν από τη δράση το 2010

7.2.3.2. Άλλες διοικητικές δαπάνες που απορρέουν από τη δράση το 2011

7.3. Τρίτο και τέταρτο έτος λειτουργίας του δικαστηρίου του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας (2012-2013)

7.3.1. Επιπτώσεις στους ανθρώπινους πόρους

7.3.2. Συνολικές δημοσιονομικές επιπτώσεις των ανθρώπινων πόρων

7.3.2.1. Συνολικές δημοσιονομικές επιπτώσεις των ανθρώπινων πόρων το 2012

7.3.2.2. Συνολικές δημοσιονομικές επιπτώσεις των ανθρώπινων πόρων το 2013

7.3.3. Άλλες διοικητικές δαπάνες που απορρέουν από τη δράση σε καθένα από τα έτη 2012 και 2013

7.4. Λήξη της αρχικής φάσης (2014)

7.4.1. Επιπτώσεις στους ανθρώπινους πόρους

7.4.2. Συνολικές δημοσιονομικές επιπτώσεις των ανθρώπινων πόρων

7.4.3. Άλλες διοικητικές δαπάνες που απορρέουν από τη δράση

8. ΠΑΡΑΚΟΛΟΥΘΗΣΗ ΚΑΙ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ

8.1. Ρυθμίσεις παρακολούθησης

8.2. Ρυθμίσεις και χρονοδιάγραμμα της προβλεπόμενης αξιολόγησης

9. ΜΕΤΡΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΑΤΑΠΟΛΕΜΗΣΗ ΤΗΣ ΑΠΑΤΗΣ

ΔΕΛΤΙΟ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗΣ ΑΝΤΙΚΤΥΠΟΥ - Ο ΑΝΤΙΚΤΥΠΟΣ ΤΗΣ ΠΡΟΤΑΣΗΣ ΣΤΙΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ, ΚΑΙ ΙΔΙΩΣ ΣΤΙΣ ΜΙΚΡΟΜΕΣΑΙΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ (ΜΜΕ)

Tίτλος της πρότασης

Αριθμός αναφοράς του εγγράφου

Η πρόταση

Ο αντίκτυπος στις επιχειρήσεις

Διαβουλεύσεις

ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ

1. Ιστορικο

Η προστασία των διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας στην Κοινότητα διασφαλίζεται εδώ και πολλά χρόνια με δύο τρόπους, κανείς από τους οποίους δεν βασίζεται σε κοινοτική νομική πράξη. Τα εθνικά διπλώματα ευρεσιτεχνίας εκδίδονται από τα εθνικά γραφεία διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας βάσει της νομοθεσίας του εκάστοτε κράτους μέλους. Η προστασία που παρέχεται περιορίζεται στο έδαφος του εν λόγω κράτους μέλους και, αν υπάρξει διαφορά, το δικαίωμα ευρεσιτεχνίας πρέπει να κατοχυρωθεί ενώπιον των αρμόδιων εθνικών δικαστηρίων. Τα ευρωπαϊκά διπλώματα ευρεσιτεχνίας χορηγούνται από το Ευρωπαϊκό Γραφείο Διπλωμάτων Ευρεσιτεχνίας, που δημιουργήθηκε με τη σύμβαση περί χορηγήσεως ευρωπαϊκών διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας (σύμβαση για το ευρωπαϊκό δίπλωμα ευρεσιτεχνίας), της 5ης Οκτωβρίου 1973, η οποία περιέχει διατάξεις ουσιαστικού δικαίου στον τομέα της ευρεσιτεχνίας και προβλέπει ενιαία διαδικασία για τη χορήγηση των διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας. Εφόσον χορηγηθεί, το ευρωπαϊκό δίπλωμα ευρεσιτεχνίας παρέχει προστασία στο έδαφος των συμβαλλομένων κρατών τα οποία προσδιορίζονται από το δικαιούχο. Ενώ το εναρμονισμένο δίκαιο ευρεσιτεχνίας της σύμβασης για το ευρωπαϊκό δίπλωμα ευρεσιτεχνίας περιορίζεται βασικά στη φάση έως τη χορήγηση του ευρωπαϊκού διπλώματος, οι συνέπειές του εξαρτώνται από το αντίστοιχο εθνικό δίκαιο ευρεσιτεχνίας κάθε συμβαλλόμενου κράτους που έχει προσδιορίσει ο δικαιούχος. Σε περίπτωση που ανακύψει διαφορά, η εκδίκασή της θα πρέπει επίσης να γίνει από τα αρμόδια εθνικά δικαστήρια. Η κατάσταση αυτή, κατά την οποία το δικαίωμα ευρεσιτεχνίας χορηγείται για να ισχύει μόνο σε ορισμένα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης και η οποία ενέχει για το δικαιούχο τον κίνδυνο να αναγκαστεί να εμπλακεί σε πολλαπλές αντιδικίες σε διάφορα κράτη μέλη για το ίδιο δίπλωμα ευρεσιτεχνίας, και μάλιστα με διαφορετικά, ίσως, αποτελέσματα, χαρακτηρίζεται εδώ και πολλά χρόνια αρνητική και ακατάλληλη για τις ανάγκες της ευρωπαϊκής βιομηχανίας, που λειτουργεί εντός της κοινής αγοράς. Τα κράτη μέλη κατέβαλαν ήδη σημαντικές προσπάθειες για την αντιμετώπιση αυτής της κατάστασης στο κοινοτικό πλαίσιο. Στις 15 Δεκεμβρίου 1975 υπογράφηκε στο Λουξεμβούργο η σύμβαση για το κοινοτικό δίπλωμα ευρεσιτεχνίας, η οποία αποσκοπεί στη δημιουργία ενιαίου κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας. Ακολούθησε, στις 15 Δεκεμβρίου 1989, η συμφωνία σχετικά με το κοινοτικό δίπλωμα ευρεσιτεχνίας, η οποία περιλαμβάνει πρωτόκολλο για την επίλυση των διαφορών που αφορούν την προσβολή και το κύρος των κοινοτικών διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας. Ωστόσο, οι συμφωνίες αυτές δεν τέθηκαν ποτέ σε ισχύ.

2. Το Κοινοτικο διπλωμα ευρεσιτεχνιας

Το Μάρτιο του 2000, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο της Λισσαβώνας δρομολόγησε ένα γενικό πρόγραμμα για την αύξηση της ανταγωνιστικότητας της οικονομίας της Ένωσης και εξέτασε εκ νέου το ζήτημα. Ως συγκεκριμένο μέτρο βελτίωσης, το Συμβούλιο ζήτησε να δημιουργηθεί ένα σύστημα κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας για να αντιμετωπιστούν οι υφιστάμενες ελλείψεις στη νομική προστασία των εφευρέσεων, παρέχοντας έτσι ένα κίνητρο για επενδύσεις στην έρευνα και την ανάπτυξη και συμβάλλοντας στην ανταγωνιστικότητα του συνόλου της οικονομίας. Μετά από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο της Λισσαβώνας, η Επιτροπή υπέβαλε, την 1η Αυγούστου 2000, πρόταση κανονισμού του Συμβουλίου για το κοινοτικό δίπλωμα ευρεσιτεχνίας [COM(2000) 412 τελικό], η οποία καθόρισε τις διατάξεις που θα ισχύουν για τα κοινοτικά διπλώματα ευρεσιτεχνίας, και ιδίως τις διατάξεις για τη δημιουργία ενιαίου κοινοτικού τίτλου διπλώματος ευρεσιτεχνίας, περιλαμβανομένων των δικαιωμάτων που παρέχονται δυνάμει αυτού, των ενδεχόμενων αγωγών για την προστασία αυτών των δικαιωμάτων, των λόγων ακυρότητας καθώς και των μηχανισμών διαχείρισης των χορηγούμενων κοινοτικών διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας, όπως η ετήσια ανανέωσή τους. Προβλέπεται ότι η χορήγηση κοινοτικών διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας θα πραγματοποιείται από το Ευρωπαϊκό Γραφείο Διπλωμάτων Ευρεσιτεχνίας. Προς το σκοπό αυτό, η Κοινότητα πρέπει να προσχωρήσει στη σύμβαση για το ευρωπαϊκό δίπλωμα ευρεσιτεχνίας αναθέτοντας, με τον τρόπο αυτό, στο Ευρωπαϊκό Γραφείο Διπλωμάτων Ευρεσιτεχνίας την ευθύνη για τη χορήγηση κοινοτικών διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας. Έτσι, το Ευρωπαϊκό Γραφείο Διπλωμάτων Ευρεσιτεχνίας θα χορηγεί ευρωπαϊκά και κοινοτικά διπλώματα ευρεσιτεχνίας σύμφωνα με τα ίδια πρότυπα της σύμβασης για το ευρωπαϊκό δίπλωμα ευρεσιτεχνίας, ούτως ώστε να εξασφαλισθεί η ομοιομορφία και η ασφάλεια του δικαίου ευρεσιτεχνίας στην Ευρώπη. Συγχρόνως, η σημαντική εμπειρογνωμοσύνη του Ευρωπαϊκού Γραφείου Διπλωμάτων Ευρεσιτεχνίας, ως γραφείου εξέτασης των διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας, μπορεί να αξιοποιηθεί υπέρ του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας.

3. Το δικαιοδοτικο οργανο για το Κοινοτικο διπλωμα ευρεσιτεχνιας

Η θέσπιση δικαιοδοτικού οργάνου για το κοινοτικό δίπλωμα ευρεσιτεχνίας αποτελεί στοιχείο αποφασιστικής σημασίας για το σύστημα του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας. Το κοινοτικό δίπλωμα ευρεσιτεχνίας, που θα καλύπτει την επικράτεια όλων των κρατών μελών, δεν θα διέπεται μόνον από τις ομοιόμορφες διατάξεις του κοινοτικού δικαίου που περιλαμβάνονται στον κανονισμό του Συμβουλίου για το κοινοτικό δίπλωμα ευρεσιτεχνίας. Επιπροσθέτως, το αργότερο έως το 2010, ύστερα από μεταβατική περίοδο κατά τη διάρκεια της οποίας τα εθνικά δικαστήρια θα διατηρήσουν τη δικαιοδοσία τους σχετικά, η έννομη προστασία του θα υπαχθεί στη δικαιοδοσία ενός κοινοτικού δικαιοδοτικού οργάνου, οι αποφάσεις του οποίου θα ισχύουν στο σύνολο της Κοινότητας.

Η νομική βάση που θα χρησιμοποιηθεί για τη θέσπιση δικαιοδοτικού οργάνου για το κοινοτικό δίπλωμα ευρεσιτεχνίας εισήχθη στη συνθήκη ΕΚ με το άρθρο 2 (26 και επόμενα) της συνθήκης της Νίκαιας που τροποποιεί τη συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση, τις συνθήκες για την ίδρυση των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και ορισμένες συναφείς πράξεις. Με το εν λόγω άρθρο της συνθήκης της Νίκαιας, η οποία τέθηκε σε ισχύ την 1η Φεβρουαρίου 2003, προστέθηκαν στη συνθήκη ΕΚ τα άρθρα 229Α και 225Α. Προτείνεται να δημιουργηθεί το δικαιοδοτικό όργανο για το κοινοτικό δίπλωμα ευρεσιτεχνίας με δύο αποφάσεις του Συμβουλίου με βάση τα άρθρα αυτά.

Για να μπορεί το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων να ασκεί δικαιοδοτικά καθήκοντα σχετικά με το κοινοτικό δίπλωμα ευρεσιτεχνίας, πρέπει να του ανατεθεί η σχετική δικαιοδοσία. Το άρθρο 229Α της συνθήκης ΕΚ επιτρέπει στο Συμβούλιο, στην έκταση που αυτό καθορίζει, να θεσπίζει διατάξεις προκειμένου να ανατεθεί στο Δικαστήριο η αρμοδιότητα να αποφαίνεται επί διαφορών σχετικών με την εφαρμογή των πράξεων οι οποίες εκδίδονται βάσει της συνθήκης και δημιουργούν κοινοτικούς τίτλους βιομηχανικής ιδιοκτησίας. Για το σκοπό αυτό, η Επιτροπή υπέβαλε στο Συμβούλιο χωριστή πρόταση για έκδοση απόφασης του Συμβουλίου που προβλέπει την εν λόγω ανάθεση δικαιοδοσίας όσον αφορά το κοινοτικό δίπλωμα ευρεσιτεχνίας. Το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων πρέπει να έχει δικαιοδοσία για την εκδίκαση των διαφορών που αφορούν την προσβολή ή το κύρος ενός κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας και ενός κοινοτικού συμπληρωματικού πιστοποιητικού προστασίας, τη χρήση της εφεύρεσης μετά τη δημοσίευση της αίτησης για το κοινοτικό δίπλωμα ευρεσιτεχνίας, το δικαίωμα που βασίζεται σε προγενέστερη χρήση της εφεύρεσης, τα προσωρινά μέτρα και τα μέτρα προστασίας των αποδεικτικών στοιχείων στον τομέα για τον οποίο ανατίθεται δικαιοδοσία, τις αποζημιώσεις που ζητούνται στις προαναφερόμενες καταστάσεις και τις διαταγές επιβολής χρηματικής ποινής σε περίπτωση μη συμμόρφωσης με απόφαση ή διάταξη που συνιστά υποχρέωση πράξης ή παράλειψης.

Η παρούσα πρόταση της Επιτροπής για έκδοση απόφασης του Συμβουλίου βάσει των άρθρων 225Α και 245 της συνθήκης ΕΚ προτείνει την ίδρυση ενός δικαιοδοτικού τμήματος που θα καλείται "δικαστήριο του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας" και το οποίο, στους κόλπους του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, θα ασκεί σε πρώτο βαθμό την αρμοδιότητα εκδίκασης των διαφορών που σχετίζονται με το κοινοτικό δίπλωμα ευρεσιτεχνίας. Η απόφαση περιλαμβάνει επίσης τις διατάξεις που απαιτούνται για τη ρύθμιση της νέας λειτουργίας του Πρωτοδικείου ως φορέα αρμόδιου να αποφαίνεται, σύμφωνα με το άρθρο 225, παράγραφος 2 της συνθήκης ΕΚ, επί των προσφυγών που ασκούνται κατά των αποφάσεων του δικαστηρίου του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας.

4. Το δικαστήριο του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας

Το άρθρο 225Α της συνθήκης ΕΚ προβλέπει τη δυνατότητα σύστασης δικαιοδοτικών τμημάτων που θα εκδικάζουν σε πρώτο βαθμό ορισμένες κατηγορίες προσφυγών οι οποίες ασκούνται σε συγκεκριμένους τομείς. Προτείνεται το δικαστήριο του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας να συσταθεί ως δικαιοδοτικό τμήμα κατά την έννοια του άρθρου 225Α της συνθήκης ΕΚ. Θα είναι αρμόδιο για την εκδίκαση, σε πρώτο βαθμό, των διαφορών των σχετικών με το κοινοτικό δίπλωμα ευρεσιτεχνίας για τις οποίες ανατίθεται η σχετική δικαιοδοσία στο Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων με την απόφαση του Συμβουλίου που βασίζεται στο άρθρο 229Α της συνθήκης ΕΚ.

Η ίδια η συνθήκη ΕΚ περιλαμβάνει ήδη ορισμένες διατάξεις για τα δικαιοδοτικά τμήματα. Σύμφωνα με το άρθρο 220 δεύτερο εδάφιο της συνθήκης ΕΚ, τα δικαιοδοτικά τμήματα προσαρτώνται στο Πρωτοδικείο. Το άρθρο 225Α τέταρτο εδάφιο της συνθήκης ΕΚ καθορίζει τα προσόντα που πρέπει να έχουν οι δικαστές των δικαιοδοτικών τμημάτων και τη διαδικασία διορισμού. Τα μέλη των δικαιοδοτικών τμημάτων επιλέγονται μεταξύ προσώπων που παρέχουν πλήρη εγγύηση ανεξαρτησίας και έχουν την απαιτούμενη ικανότητα για την άσκηση δικαστικών καθηκόντων. Σε αντίθεση με τους δικαστές του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και του Πρωτοδικείου, οι οποίοι διορίζονται με κοινή συμφωνία των κυβερνήσεων των κρατών μελών, οι δικαστές ενός δικαιοδοτικού τμήματος διορίζονται με ομόφωνη απόφαση του Συμβουλίου. Το άρθρο 225Α πέμπτο εδάφιο της συνθήκης ΕΚ ορίζει ότι ο κανονισμός διαδικασίας ενός δικαιοδοτικού τμήματος καταρτίζεται από το ίδιο το δικαιοδοτικό τμήμα σε συμφωνία με το Δικαστήριο και ότι ο κανονισμός αυτός υπόκειται στην έγκριση του Συμβουλίου, το οποίο αποφασίζει με ειδική πλειοψηφία. Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 225Α έκτο εδάφιο της συνθήκης ΕΚ, οι διατάξεις της συνθήκης ΕΚ σχετικά με το Δικαστήριο και οι διατάξεις του Οργανισμού του Δικαστηρίου εφαρμόζονται και στα δικαιοδοτικά τμήματα, εκτός εάν η απόφαση για τη σύσταση του τμήματος ορίζει άλλως. Σύμφωνα με τα άρθρα 225 παράγραφος 2 και 225Α τρίτο εδάφιο της συνθήκης ΕΚ, οι προσφυγές που ασκούνται κατά των αποφάσεων του δικαστηρίου του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας θα εκδικάζονται από το Πρωτοδικείο. Οι εν λόγω προσφυγές περιορίζονται σε νομικά ζητήματα, εκτός εάν η απόφαση για τη σύσταση του δικαιοδοτικού τμήματος ορίζει άλλως.

Όσον αφορά τη διάρθρωση του δικαστηρίου του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας, η πρόταση προβλέπει την ίδρυση ενός κεντρικού και εξειδικευμένου κοινοτικού δικαιοδοτικού οργάνου, το οποίο θα διασφαλίζει με τον καλύτερο δυνατό τρόπο την ασφάλεια δικαίου όσον αφορά το ενιαίο κοινοτικό δίπλωμα ευρεσιτεχνίας. Ο κοινοτικός τίτλος διπλώματος ευρεσιτεχνίας, που καλύπτει την επικράτεια όλων των κρατών μελών της ΕΕ, δεν πρέπει απλώς και μόνο να χορηγείται σύμφωνα με τα ενιαία πρότυπα της σύμβασης για το ευρωπαϊκό δίπλωμα ευρεσιτεχνίας και, εν συνεχεία, να διέπεται από τις ενιαίες διατάξεις του κοινοτικού δικαίου που περιέχονται στον κανονισμό περί του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας. Πρέπει, επιπλέον, να μπορεί να προστατευθεί αποτελεσματικά ενώπιον μιας κοινοτικής δικαστικής αρχής που θα εγγυάται την έκδοση αποφάσεων υψηλής ποιότητας στο πλαίσιο μιας ταχείας, μη δαπανηρής και ενιαίας διαδικασίας. Το δικαστήριο του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας, απαρτιζόμενο από κοινοτικούς δικαστές με διαφορετικό νομικό υπόβαθρο, αναμένεται να αναπτύξει, ήδη από την ίδρυσή του, μια κοινή νομολογία στον τομέα του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας διασφαλίζοντας την ασφάλεια δικαίου στο σύνολο της Κοινότητας. Τα επιχειρήματα αυτά υπέρ της ίδρυσης ενός πλήρως κεντρικού κοινοτικού δικαιοδοτικού οργάνου συγκέντρωσαν, μετά από μακρές και διεξοδικές συζητήσεις, την ομόφωνη υποστήριξη του Συμβουλίου, όπως αυτή εκφράστηκε στην κοινή πολιτική προσέγγιση της 3ης Μαρτίου 2003. Οι δικαστές του δικαστηρίου του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας ως εξειδικευμένου κοινοτικού δικαιοδοτικού οργάνου πρέπει να διαθέτουν επαρκή πείρα στον τομέα των διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας, πράγμα που αναγνωρίστηκε ρητά από το Συμβούλιο, το οποίο στην κοινή πολιτική του προσέγγιση συμφώνησε ότι οι υποψήφιοι για διορισμό πρέπει να διαθέτουν αποδεδειγμένα υψηλό επίπεδο νομικής πείρας στον τομέα του δικαίου ευρεσιτεχνίας και ότι οι δικαστές θα διοριστούν με βάση την πείρα τους.

Προτείνεται το δικαστήριο του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας να αποτελείται από επτά δικαστές, συμπεριλαμβανομένου του προέδρου. Καθώς η κανονική σύνθεση της έδρας θα απαρτίζεται από τρεις δικαστές, η ύπαρξη έξι δικαστών θα καταστήσει δυνατή τη συγκρότηση δύο τμημάτων στους κόλπους του δικαστηρίου του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας. Το έβδομο μέλος κρίνεται απαραίτητο για την ενίσχυση ενός τμήματος σε περίπτωση ανάγκης, π.χ. λόγω ασθενείας ενός δικαστή ή για το τμήμα που θα προεδρεύεται από τον πρόεδρο του δικαστηρίου του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας, ο οποίος θα πρέπει επίσης να ασκεί και καθήκοντα σχετιζόμενα με τη διοίκηση και την εκπροσώπηση του δικαστηρίου του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας. Σε ειδικές περιπτώσεις, προβλεπόμενες από τον κανονισμό διαδικασίας, το δικαστήριο του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας θα μπορούσε να συνεδριάζει σε διευρυμένη (μείζονα) σύνθεση, π.χ. σε υποθέσεις στις οποίες θίγονται θεμελιώδη ζητήματα του δικαίου ευρεσιτεχνίας, ή σε περιορισμένη σύνθεση, όταν πρόκειται, π.χ., για τη λήψη προσωρινών μέτρων ή για απλές υποθέσεις στο πλαίσιο της κύριας διαδικασίας.

Οι δικαστές, καθ' όλη τη διάρκεια της ενασχόλησής τους με μια υπόθεση, πρέπει να επικουρούνται από τεχνικούς εμπειρογνώμονες (ειδικούς), όπως συμφωνήθηκε από το Συμβούλιο στην κοινή πολιτική του προσέγγιση της 3ης Μαρτίου 2003. Για το σκοπό αυτό, θα γίνεται χρήση "βοηθών εισηγητών", όπως προβλέπεται στο άρθρο 13 του Πρωτοκόλλου περί του Οργανισμού του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων. Οι εν λόγω βοηθοί εισηγητές, που θα είναι εξειδικευμένοι σε διάφορους τεχνικούς τομείς, πρέπει να συμμετέχουν ενεργά στην προετοιμασία των υποθέσεων, στην ακροαματική διαδικασία και στις διασκέψεις. Ωστόσο, δεν θα έχουν δικαίωμα ψήφου σχετικά με την απόφαση που θα ληφθεί. Η συμβολή τους θα είναι ουσιαστική, δεδομένου ότι θα συμβάλλουν από την αρχή της διαδικασίας στην επικέντρωση των δικαστών στα σχετικά ουσιώδη τεχνικά ζητήματα. Ο ρόλος τους δεν θα είναι να καθίσταται η χρήση πραγματογνωμόνων εντελώς περιττή, αλλά, μάλλον, να δίνεται η δυνατότητα στο δικαστήριο ως σύνολο να κατανοεί τα τεχνικά ζητήματα της υπόθεσης με ταχύτητα και με ακρίβεια, πράγμα πολύ σημαντικό για τον αποτελεσματικό χειρισμό μιας υπόθεσης και για την έκδοση νομικά ορθής απόφασης.

Το δικαστήριο του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας, αν και προσαρτημένο στο Πρωτοδικείο, θα πρέπει να έχει το δικό του γραμματέα. Εν όψει του εντελώς διαφορετικού χαρακτήρα των προς εκδίκαση διαφορών και του φόρτου εργασίας του δικαστηρίου του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας, κρίνεται αναγκαία η ύπαρξη χωριστού γραμματέα, ούτως ώστε να διασφαλιστεί η ταχεία και αποτελεσματική προώθηση των διαδικασιών ενώπιον του δικαστηρίου του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας.

Όσον αφορά την πρωτοβάθμια διαδικασία ενώπιον του δικαστηρίου του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας, το άρθρο 4 της απόφασης δημιουργεί το παράρτημα II στο Πρωτόκολλο περί του Οργανισμού του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, το οποίο περιλαμβάνει ορισμένες διατάξεις που προσαρμόζουν τις διατάξεις του Οργανισμού του Δικαστηρίου οι οποίες εφαρμόζονται στα δικαιοδοτικά τμήματα σύμφωνα με το έκτο εδάφιο του άρθρου 225Α της συνθήκης ΕΚ. Λόγω του ιδιαίτερου χαρακτήρα των διαφορών ενώπιον του δικαστηρίου του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας, επειδή δηλαδή πρόκειται για ιδιωτικές διαφορές, ορισμένες διατάξεις του Οργανισμού του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, π.χ. εκείνες που αφορούν την αναθεώρηση της νομιμότητας των κοινοτικών πράξεων, δεν μπορούν να εφαρμοστούν, άλλες, π.χ. εκείνες που αφορούν τη διαδικασία, την προσαγωγή αποδεικτικών στοιχείων ή την αναθεώρηση αποφάσεων, χρειάζονται τροποποιήσεις, ενώ, τέλος, πρέπει να προστεθούν κάποιες διατάξεις, π.χ. εκείνες που αφορούν την εκτέλεση των αποφάσεων του δικαστηρίου του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας ή τα δικαστικά έξοδα.

Κάθε επίσημη γλώσσα της ΕΕ μπορεί, ανάλογα με τις εκάστοτε περιστάσεις, να αποτελέσει τη γλώσσα της διαδικασίας ενώπιον του δικαστηρίου του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας. Το κριτήριο βάσει του οποίου θα καθοριστεί κατ' αρχήν η γλώσσα της διαδικασίας σε μια συγκεκριμένη υπόθεση είναι ο τόπος κατοικίας του εναγομένου στην Κοινότητα. Το δικαστήριο του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας διεξάγει τη διαδικασία στην επίσημη κοινοτική γλώσσα του κράτους μέλους στο οποίο κατοικεί ο εναγόμενος ή, όταν σε ένα κράτος μέλος υπάρχουν δύο ή περισσότερες επίσημες γλώσσες, σε μία απ' αυτές, την οποία επιλέγει ο εναγόμενος. Ωστόσο, αιτήσει των διαδίκων και με τη συγκατάθεση του δικαστηρίου του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας, κάθε επίσημη γλώσσα της ΕΕ μπορεί να επιλεγεί ως γλώσσα διαδικασίας. Εάν ο εναγόμενος δεν κατοικεί σε κράτος μέλος, γλώσσα της διαδικασίας είναι η επίσημη γλώσσα της ΕΕ στην οποία χορηγήθηκε το κοινοτικό δίπλωμα ευρεσιτεχνίας.

Η πρόταση προβλέπει ότι η διαδικασία ενώπιον του δικαστηρίου του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας δεν θα είναι δωρεάν. Το δικαστήριο του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας θα εκδικάζει διαφορές στα πλαίσια των οποίων οι διάδικοι θα επιδιώκουν την προάσπιση των ιδιωτικών τους δικαιωμάτων κατά ανταγωνιστών τους, πράγμα που σημαίνει ότι θα πρέπει να συμβάλλουν και αυτοί δεόντως στα έξοδα στα οποία υποβάλλεται το δικαστήριο. Σχετικά με το θέμα αυτό, η αρχή που θεσπίζεται στο άρθρο 72 του κανονισμού διαδικασίας του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και στο άρθρο 90 του κανονισμού διαδικασίας του Πρωτοδικείου, σύμφωνα με την οποία η διαδικασία χωρεί δωρεάν, δεν υιοθετείται για τις διαφορές που αφορούν το κοινοτικό δίπλωμα ευρεσιτεχνίας. Ωστόσο, πρέπει να προβλεφθούν στον κανονισμό διαδικασίας του δικαστηρίου του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας διατάξεις περί του ευεργετήματος πενίας, όταν ένας διάδικος δεν είναι θέση να αντεπεξέλθει στα έξοδα της δίκης, όπως συμβαίνει στους κανονισμούς διαδικασίας στα άρθρα 76 για το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και 94 και επόμενα για το Πρωτοδικείο.

5. Τα ενδικα μεσα ενώπιον του Πρωτοδικείου

Με την ίδρυση ενός δικαστηρίου για το κοινοτικό δίπλωμα ευρεσιτεχνίας ως δικαιοδοτικού τμήματος κατά την έννοια του άρθρου 225Α της συνθήκης ΕΚ, δικαστηρίου το οποίο θα είναι προσαρτημένο στο Πρωτοδικείο σύμφωνα με το άρθρο 220 δεύτερο εδάφιο της συνθήκης ΕΚ, το Πρωτοδικείο θα έχει, σύμφωνα με το άρθρο 225 παράγραφος 2 της συνθήκης ΕΚ, αρμοδιότητα να αποφαίνεται επί των προσφυγών που ασκούνται κατά των αποφάσεων του δικαστηρίου του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας.

Για το σκοπό αυτό, προτείνεται να δημιουργηθεί, στους κόλπους του Πρωτοδικείου, ένα ειδικό τμήμα ενδίκων μέσων για θέματα διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας, απαρτιζόμενο από τρεις δικαστές που θα διαθέτουν υψηλό επίπεδο νομικής πείρας στον τομέα του δικαίου ευρεσιτεχνίας, ούτως ώστε να διασφαλίζεται η νομική εμπειρογνωμοσύνη που απαιτείται για τον εξαιρετικά εξειδικευμένο τομέα των διαφορών των σχετικών με τα διπλώματα ευρεσιτεχνίας. Η απαίτηση αυτή κρίνεται αναγκαία όχι μόνο σε πρώτο βαθμό, στο επίπεδο του δικαστηρίου του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας, αλλά και στο δεύτερο βαθμό, κατά τρόπον ώστε να διασφαλίζεται η ταχεία και αποτελεσματική προώθηση των υποθέσεων και να εκδίδονται τελικά αποφάσεις υψηλής ποιότητας που να αξίζουν την εμπιστοσύνη των χρηστών ήδη από τα πρώτα στάδια λειτουργίας του συστήματος. Οι δικαστές που θα εκδικάζουν την τα ένδικα μέσα θα επικουρούνται επίσης από τεχνικούς εμπειρογνώμονες καθ' όλη τη διάρκεια της ενασχόλησής τους με την υπόθεση. Αυτοί οι "βοηθοί εισηγητές" πρέπει να συμμετέχουν στην προετοιμασία των υποθέσεων, στην ακροαματική διαδικασία και στις διασκέψεις.

Το δικαστήριο του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας σε πρώτο βαθμό και το αρμόδιο για θέματα διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας τμήμα ενδίκων μέσων του Πρωτοδικείου στηδευτεροβάθμια δίκη πρέπει, εφόσον αποτελούν τα δύο στάδια μιας ενιαίας διαδικασίας, να ακολουθούν το ίδιο σύνολο δικονομικών κανόνων. Κατά συνέπεια, οι ειδικές διατάξεις του Οργανισμού που πρέπει απαραιτήτως να θεσπιστούν ενόψει του ιδιαίτερου χαρακτήρα των διαφορών των σχετικών με τα διπλώματα ευρεσιτεχνίας και οι οποίες αποκλίνουν από τις διατάξεις του Οργανισμού του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, όπως θα εφαρμόζονται για το δικαστήριο του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας σύμφωνα με το άρθρο 225Α, έκτο εδάφιο της συνθήκης ΕΚ, πρέπει να εφαρμόζονται επίσης και στην διαδικασία επί των ενδίκων μέσων ενώπιον του Πρωτοδικείου.

Κατ' αρχήν, οι διαφορές οι σχετικές με το κοινοτικό δίπλωμα ευρεσιτεχνίας εκδικάζονται σε δεύτερο και τελευταίο βαθμό από το Πρωτοδικείο. Άσκηση περαιτέρω προσφυγής στο Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων δεν προβλέπεται. Ωστόσο, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, η απόφαση του Πρωτοδικείου μπορεί να επανεξεταστεί από το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων αιτήσει του πρώτου γενικού εισαγγελέα, σύμφωνα με το άρθρο 225 παράγραφος 2 της συνθήκης ΕΚ και το άρθρο 62 του Οργανισμού του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, όταν υφίσταται σοβαρός κίνδυνος να θιγεί η ενότητα ή η συνοχή του κοινοτικού δικαίου. Το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων αναμένεται να υποβάλει αίτημα για την τροποποίηση του Οργανισμού του με την πρόβλεψη περαιτέρω λεπτομερειών σχετικά με την εν λόγω διαδικασία επανεξέτασης, όπως προβλέπεται στη δήλωση αριθ. 13 την οποία υιοθέτησε η διάσκεψη της Νίκαιας.

Όσον αφορά τη διάταξη παροχής εξουσιοδοτήσεως του άρθρου 225, παράγραφος 3 της συνθήκης ΕΚ, που προβλέπει τη δυνατότητα, μέσω διατάξεως του Οργανισμού, να ανατίθεται στο Πρωτοδικείο, σε συγκεκριμένους τομείς, η αρμοδιότητα να αποφαίνεται επί προδικαστικών ζητημάτων τα οποία του υποβάλλονται δυνάμει του άρθρου 234 της συνθήκης ΕΚ, η παρούσα πρόταση δεν προβλέπει τέτοια αρμοδιότητα για τις διατάξεις που αφορούν το δίκαιο που διέπει το κοινοτικό δίπλωμα ευρεσιτεχνίας. Παρά το γεγονός ότι το ζήτημα αυτό συζητήθηκε και μολονότι καταδείχθηκαν οι σημαντικές δυνητικές συνέργειες που θα μπορούσαν να προκύψουν από έναν μηχανισμό στα πλαίσια του οποίου το Πρωτοδικείο θα αποφαινόταν συγχρόνως επί θεμάτων ουσιαστικού δικαίου είτε ως εφετείο για τις διαφορές που αφορούν το κοινοτικό δίπλωμα ευρεσιτεχνίας είτε κατόπιν αιτήσεως εθνικού δικαστηρίου για έκδοση προδικαστικής απόφασης, κρίθηκε ότι προς το παρόν η αρμοδιότητα αυτή πρέπει να παραμείνει στο Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων. Η ίδρυση του δικαστηρίου του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας, που θα ασχολείται με ένα νέο είδος διαφορών σε κοινοτικό επίπεδο, αποτελεί ήδη σημαντική καινοτομία για την κοινοτική έννομη τάξη και, επομένως, πριν γίνουν περαιτέρω βήματα, κρίνεται ενδεδειγμένη η συγκέντρωση επαρκούς πρακτικής πείρας από τη λειτουργία των νέων δικαιοδοτικών ρυθμίσεων.

6. Μεταβατικη περιοδος

Όπως συμφωνήθηκε από το Συμβούλιο στην κοινή πολιτική του προσέγγιση της 3ης Μαρτίου 2003, το δικαστήριο του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας θα δημιουργηθεί το αργότερο έως το έτος 2010. Μέχρι τότε, δικαιοδοσία για τα διπλώματα ευρεσιτεχνίας θα έχουν τα εθνικά δικαστήρια των κρατών μελών. Η ρύθμιση αυτή καλύπτει τα κοινοτικά διπλώματα ευρεσιτεχνίας που θα τεθούν σε ισχύ πριν από τη δημιουργία του δικαιοδοτικού οργάνου για το κοινοτικό δίπλωμα ευρεσιτεχνίας. Ο κανονισμός για το κοινοτικό δίπλωμα ευρεσιτεχνίας θα περιέχει ειδικές διατάξεις γι' αυτή τη μεταβατική περίοδο. Προβλέπεται ότι κάθε κράτος μέλος θα διορίσει προς το σκοπό αυτό περιορισμένο αριθμό εθνικών δικαστηρίων που θα ασκούν τη δικαιοδοσία η οποία, στο τέλος της μεταβατικής περιόδου, θα ανατεθεί στο Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων. Όσον αφορά τα ένδικα μέσα κατά αποφάσεως που εκδόθηκε από εθνικό δικαστήριο σε πρώτο βαθμό, θα ισχύουν τα ένδικα μέσα που προβλέπονται στο αντίστοιχο κράτος μέλος. Τα εθνικά δικαστήρια θα έχουν δικαιοδοσία για όλη την Κοινότητα, εκτός εάν η δικαιοδοσία του εθνικού δικαστηρίου βασίζεται στον τόπο τέλεσης της προσβολής, οπότε η δικαιοδοσία θα περιορίζεται στις πράξεις που τελέστηκαν στο εν λόγω κράτος μέλος. Ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων, το κοινοτικό δίπλωμα ευρεσιτεχνίας θα απολαμβάνει γενικού τεκμηρίου εγκυρότητας, που αποκλείει την απλή ένσταση ακυρότητας ως μέσου άμυνας κατά αγωγής για προσβολή. Σύμφωνα με το άρθρο 2 της πρότασης της Επιτροπής για έκδοση απόφασης του Συμβουλίου για την ανάθεση στο Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων δικαιοδοσίας για το κοινοτικό δίπλωμα ευρεσιτεχνίας, οι αγωγές των οποίων έχουν ήδη επιληφθεί τα εθνικά δικαστήρια την ημερομηνία κατά την οποία θα τεθεί σε ισχύ η ανάθεση δικαιοδοσίας στο Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων εκδικάζονται από τα αρμόδια εθνικά δικαστήρια.

7. Αναγκαιοτητα κοινοτικησ παρεμβασης

Η παρούσα απόφαση, που αφορά τις δικαιοδοτικές πτυχές του συστήματος του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας, αποσκοπεί στην αντιμετώπιση των υφισταμένων ελλείψεων στην προστασία που παρέχεται σήμερα στα διπλώματα ευρεσιτεχνίας στην Ένωση. Στόχος είναι να θεσπιστεί η προστασία των διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας στο σύνολο της Κοινότητας, η οποία να μπορεί να επιβληθεί ενώπιον ενιαίου δικαστηρίου που θα λειτουργεί με ομοιόμορφα πρότυπα. Ο στόχος αυτός μπορεί να επιτευχθεί μόνο σε κοινοτικό επίπεδο.

8. Προτεινομενεσ διαταξεισ

Όσον αφορά τη διάρθρωσή της, η παρούσα απόφαση περιλαμβάνει τρία κεφάλαια που αφορούν: το δικαστήριο του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας (Κεφάλαιο I), τη διαδικασία άσκησης ενδίκων μέσων κατά των αποφάσεων του δικαστηρίου του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας ενώπιον του Πρωτοδικείου (Κεφάλαιο II) και τελικές διατάξεις (Κεφάλαιο III).

Κεφάλαιο I - Το δικαστήριο του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας

Το κεφάλαιο I, που αφορά το δικαστήριο του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας, περιέχει δύο κύρια στοιχεία. Τα άρθρα 1 έως 3 της απόφασης περιέχουν διατάξεις για την ίδρυση του δικαστηρίου του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας, καθορίζουν τις διατάξεις της συνθήκης ΕΚ που θα εφαρμόζονται στο δικαστήριο του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας και παρέχουν μια νομική βάση για την προσθήκη ενός παραρτήματος στο Πρωτόκολλο περί του Οργανισμού του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων που θα περιέχει τις διατάξεις του Οργανισμού, όπως θα εφαρμόζονται από το δικαστήριο του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας. Το άρθρο 4 περιέχει τις ειδικές διατάξεις για το δικαστήριο του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας που θα προσαρτηθούν στο Πρωτόκολλο περί του Οργανισμού του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (στο εξής "Οργανισμός").

Άρθρο 1 - Ίδρυση του δικαστηρίου του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας

Το άρθρο 1 ιδρύει ένα δικαιοδοτικό τμήμα, καλούμενο "δικαστήριο του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας", το οποίο θα εκδικάζει σε πρώτο βαθμό τις διαφορές τις σχετικές με το κοινοτικό δίπλωμα ευρεσιτεχνίας. Η ίδρυση του δικαστηρίου του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας βασίζεται στο άρθρο 225Α της συνθήκης ΕΚ, το οποίο προβλέπει τη δυνατότητα σύστασης δικαιοδοτικών τμημάτων για να εκδικάζουν σε πρώτο βαθμό ορισμένες κατηγορίες προσφυγών οι οποίες ασκούνται σε συγκεκριμένους τομείς. Σύμφωνα με το άρθρο 220 δεύτερο εδάφιο της συνθήκης ΕΚ, το δικαστήριο του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας προσαρτάται στο Πρωτοδικείο. Η διάρθρωση του δικαστηρίου του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας αποτέλεσε αντικείμενο διεξοδικών συζητήσεων στο Συμβούλιο για τον καθορισμό του ενδεδειγμένου βαθμού συγκεντρωτικότητας. Το Συμβούλιο, στην κοινή πολιτική του προσέγγιση της 3ης Μαρτίου 2003, τάχθηκε ομόφωνα υπέρ ενός πλήρως "κεντρικοποιημένου" πρωτοβάθμιου δικαιοδοτικού οργάνου. Η πρόταση για την ίδρυση ενός δικαστηρίου για το κοινοτικό δίπλωμα ευρεσιτεχνίας βασίζεται στην προσέγγιση αυτή. Κατά συνέπεια, το δικαστήριο του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας πρέπει να έχει την έδρα του στο Πρωτοδικείο, χωρίς να υπάρχει καμία από τις δυνατότητες που είχαν συζητηθεί στο Συμβούλιο για την ίδρυση μόνιμων περιφερειακών τμημάτων του δικαστηρίου του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας στα κράτη μέλη.

Άρθρο 2 - Εφαρμογή των διατάξεων της συνθήκης ΕΚ

Σύμφωνα με το άρθρο 225Α έκτο εδάφιο της συνθήκης ΕΚ, εάν η απόφαση για τη σύσταση του δικαστηρίου για το κοινοτικό δίπλωμα ευρεσιτεχνίας δεν ορίζει άλλως, οι διατάξεις της συνθήκης ΕΚ σχετικά με το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και οι διατάξεις του Οργανισμού του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων εφαρμόζονται και στο δικαστήριο του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας. Το άρθρο 2 περιέχει έναν κατάλογο άρθρων, που έχουν επιλεγεί από τις διατάξεις της συνθήκης ΕΚ τις σχετικές με το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, τα οποία θα εφαρμόζονται και στο δικαστήριο του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας, με την επιφύλαξη των διατάξεων του κεφαλαίου I της παρούσας απόφασης. Η ίδια προσέγγιση ακολουθήθηκε και από το άρθρο 4 της απόφασης 88/591/ΕΚΑΧ, ΕΟΚ, Eυρατόμ του Συμβουλίου της 24ης Οκτωβρίου 1988 περί ιδρύσεως του Πρωτοδικείου.

Οι διατάξεις της συνθήκης ΕΚ που αφορούν το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων δεν φαίνεται να είναι όλες κατάλληλες για τις ειδικής φύσεως διαφορές που θα εκδικάζονται από το δικαστήριο του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας. Ασφαλώς, δεν είναι δυνατόν να τύχουν εφαρμογής οι διατάξεις οι οποίες αφορούν ειδικά το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και το Πρωτοδικείο ή τις ειδικές διαδικασίες που ακολουθούνται ενώπιόν τους. Από τις διατάξεις γενικότερου χαρακτήρα, ορισμένα άρθρα που αναφέρονται σε πράξεις των Κοινοτήτων, και ιδίως στην κήρυξή τους ως άκυρων, όπως τα άρθρα 231, 233 και 242 της συνθήκης ΕΚ, δεν είναι δυνατόν να εφαρμοσθούν στο δικαστήριο του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας, που εκδικάζει ιδιωτικές διαφορές στις οποίες δεν τίθεται ζήτημα ακύρωσης κοινοτικών πράξεων.

Τα άρθρα 241, 243, 244 και 256 της συνθήκης ΕΚ εφαρμόζονται και στο δικαστήριο του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας. Το άρθρο 241 της συνθήκης ΕΚ επιτρέπει στα φυσικά πρόσωπα να επικαλούνται το ανεφάρμοστο ενός κανονισμού για έναν από τους λόγους που προβλέπονται στο άρθρο 230 δεύτερο εδάφιο της συνθήκης ΕΚ. Η συνθήκη ΕΚ, επιτρέποντας την προβολή αυτής της ένστασης περί ανεφαρμόστου, διασφαλίζει την προστασία κατά της εφαρμογής παράνομων διατάξεων κανονισμών. Πρόκειται για εγγύηση η οποία πρέπει επίσης να υπάρχει και στον τομέα των διαφορών των σχετικών με τα διπλώματα ευρεσιτεχνίας. Οι διάδικοι πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να προσβάλλουν έμμεσα το κύρος συναφών διατάξεων σχετικών με τα διπλώματα ευρεσιτεχνίας. Το άρθρο 243 της συνθήκης ΕΚ θεσπίζει την αρχή ότι το δικαστήριο δύναται να διατάξει τα αναγκαία προσωρινά μέτρα. Η διάταξη αυτή ισχύει επίσης για τις διαφορές μεταξύ ιδιωτών και, ως εκ τούτου, πρέπει να εφαρμόζεται και στο δικαστήριο του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας. Τα άρθρα 244 και 256 της συνθήκης ΕΚ αφορούν την εκτέλεση δικαστικής απόφασης, που διέπεται από τη νομοθεσία του κράτους μέλους στο οποίο ζητείται η εκτέλεση. Η διάταξη αυτή πρέπει επίσης να εφαρμόζεται και στις αποφάσεις του δικαστηρίου του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας.

Όσον αφορά τα προσωρινά μέτρα (άρθρο 14 του παραρτήματος ΙΙ του Οργανισμού) και την εκτέλεση των αποφάσεων του δικαστηρίου του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας (άρθρο 22 του παραρτήματος ΙΙ του Οργανισμού), η απόφαση λαμβάνει ιδιαίτερα υπόψη την ειδική φύση των διαφορών των σχετικών με το κοινοτικό δίπλωμα ευρεσιτεχνίας. Η διαταγή περί λήψεως προσωρινών μέτρων, που προβλέπεται στο άρθρο 243 της συνθήκης ΕΚ, δεν πρέπει να εξαρτάται από το αν έχει ήδη κινηθεί η κύρια διαδικασία ενώπιον του δικαστηρίου του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας. εξάλλου, προσωρινά μέτρα που θα αποδειχθούν εκ των υστέρων αδικαιολόγητα μπορούν να θεμελιώσουν αξίωση για κατάλληλη αποζημίωση για τη ζημία που προκλήθηκε από αυτά. Επιπροσθέτως, ο μηχανισμός εκτέλεσης που προβλέπεται στο άρθρο 256 της συνθήκης ΕΚ δεν κρίνεται απόλυτα ενδεδειγμένος για την εκτέλεση των αποφάσεων του δικαστηρίου του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας, και ιδίως για τα προσωρινά μέτρα, στο βαθμό που απαιτεί την περιαφή του εκτελεστήριου τύπου στην απόφαση από την εθνική αρχή που ορίζεται για το σκοπό αυτό από το κράτος μέλος στο οποίο γίνεται η εκτέλεση. Παρά το γεγονός ότι η εθνική αρχή ελέγχει μόνον τη γνησιότητα της προς εκτέλεση απόφασης, ωστόσο μια τέτοια ρύθμιση κρίνεται ότι θα έχει ως αποτέλεσμα αδικαιολόγητες καθυστερήσεις. Κατά συνέπεια, ο εκτελεστήριος τύπος πρέπει να περιάπτεται στην απόφαση απευθείας από το δικαστήριο του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας. Επιπροσθέτως, οι αποφάσεις του δικαστηρίου του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας πρέπει επίσης να είναι εκτελεστές και κατά των κρατών μελών, διότι τα κράτη μέλη πρέπει να αντιμετωπίζονται ισότιμα με τα άλλα φυσικά ή νομικά πρόσωπα, όταν κατέχουν ή προσβάλλουν κοινοτικό δίπλωμα ευρεσιτεχνίας. Τέλος, το δικαστήριο του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας πρέπει να έχει την εξουσία να εξασφαλίζει την εκτέλεση ορισμένων αποφάσεων με διαταγή επιβολής χρηματικής ποινής.

Άρθρο 3 - Διατάξεις του Οργανισμού για τα δικαιοδοτικά τμήματα

Το άρθρο αυτό περιέχει μια διάταξη η οποία προσθέτει ένα νέο Τίτλο VI "Δικαιοδοτικά τμήματα" στον Οργανισμό του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων με ένα νέο άρθρο 65 που δημιουργεί μια νομική βάση για την προσθήκη στον Οργανισμό του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ενός παραρτήματος σχετικού με τα δικαιοδοτικά τμήματα που συνιστώνται βάσει του άρθρου 225Α της συνθήκης ΕΚ. Η διάταξη αυτή έχει γενικό χαρακτήρα και ισχύει και για οποιοδήποτε δικαιοδοτικό τμήμα συσταθεί στο μέλλον. Σύμφωνα με το άρθρο 225Α έκτο εδάφιο της συνθήκης ΕΚ, εάν οι αποφάσεις για τη σύσταση των δικαιοδοτικών τμημάτων δεν ορίζουν άλλως, οι διατάξεις του Οργανισμού του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων εφαρμόζονται και στα δικαιοδοτικά τμήματα. Αν και οι περισσότερες διατάξεις του Οργανισμού του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων θα είναι επίσης κατάλληλες για εφαρμογή και στα δικαιοδοτικά τμήματα, ωστόσο χρειάζονται ορισμένες ειδικές διατάξεις προκειμένου να ληφθούν υπόψη τα συγκεκριμένα χαρακτηριστικά του εκάστοτε δικαιοδοτικού τμήματος, π.χ. όσον αφορά την οργάνωση και τη σύνθεση του δικαιοδοτικού τμήματος και τα ειδικά δικονομικά στοιχεία. Επομένως, για κάθε δικαιοδοτικό τμήμα που θα συσταθεί ενδεχομένως στο μέλλον, πρέπει να δημιουργηθεί αντίστοιχο παράρτημα στο οποίο θα καθορίζονται οι διατάξεις του Οργανισμού που θα εφαρμόζονται στο εν λόγω δικαιοδοτικό τμήμα. Κατά συνέπεια, το νέο άρθρο 65 του Οργανισμού του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ορίζει ότι οι διατάξεις που αφορούν την αρμοδιότητα, τη σύνθεση και την οργάνωση των δικαιοδοτικών τμημάτων, καθώς και την ενώπιόν τους ακολουθητέα διαδικασία, πρέπει να καθορίζονται σε παράρτημα του Οργανισμού του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.

Άρθρο 4 - Τροποποιήσεις στο πρωτόκολλο περί του Οργανισμού του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων

Βάσει του νέου άρθρου 65 του Οργανισμού του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, το οποίο θα προστεθεί δυνάμει του άρθρου 3 της παρούσας απόφασης, όπως προαναφέρθηκε, το άρθρο 4 δημιουργεί ένα παράρτημα II στον Οργανισμό του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων με τίτλο "το δικαστήριο του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας" και με τα εξής στοιχεία:

Το άρθρο 1 του παραρτήματος II καθορίζει την αρμοδιότητα του δικαστηρίου του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας. Τα άρθρα 2 και 3 του παραρτήματος II αφορούν το διορισμό των δικαστών και το άρθρο 4 την εκλογή του προέδρου του δικαστηρίου του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας.

Το άρθρο 5 του παραρτήματος II προσδιορίζει τις διατάξεις των Τίτλων I και II του Οργανισμού που εφαρμόζονται στο δικαστήριο του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας. Ακολουθούν ειδικές διατάξεις που αφορούν την οργάνωση του δικαστηρίου του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας (άρθρα 6 έως 9 του παραρτήματος II). Το άρθρο 10 του παραρτήματος II ορίζει ότι η διαδικασία ενώπιον του δικαστηρίου του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας διέπεται από τον Τίτλο III του Οργανισμού, ακολουθείται δε από ορισμένες ειδικές διατάξεις που είναι απαραίτητες λόγω των ιδιαίτερων απαιτήσεων που συνεπάγεται ο ειδικός χαρακτήρας των διαφορών που θα άγονται ενώπιον του εν λόγω δικαστηρίου (άρθρα 11 έως 25 του παραρτήματος II). Tα άρθρα 47 και επόμενα και 53 και επόμενα του Τίτλου IV του Οργανισμού του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ακολουθούν ανάλογη διάρθρωση όσον αφορά το Πρωτοδικείο.

Τέλος, το παράρτημα II περιέχει ειδικές διατάξεις για τα ένδικα μέσα ενώπιον του Πρωτοδικείου (άρθρα 26 έως 28) καθώς και μια νομική βάση για τον καθορισμό, στον κανονισμό διαδικασίας, των αναγκαίων διατάξεων για την εφαρμογή και, όταν χρειάζεται, τη συμπλήρωσή τους.

Άρθρο 1 του παραρτήματος ΙΙ του Οργανισμού - Αρμοδιότητα

Σύμφωνα με το άρθρο 229Α της συνθήκης ΕΚ, ανατίθεται στο Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων αποκλειστική δικαιοδοσία για το κοινοτικό δίπλωμα ευρεσιτεχνίας με χωριστή απόφαση του Συμβουλίου που επιτρέπει στο Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων να αναλάβει δικαιοδοτικά καθήκοντα στον τομέα αυτόν.

Το παρόν άρθρο αναθέτει σε πρώτο βαθμό στο δικαστήριο του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας, στα πλαίσια του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, την άσκηση της αποκλειστικής αρμοδιότητας για την εκδίκαση των διαφορών που σχετίζονται με την εφαρμογή του κανονισμού (ΕΚ) αριθ..../... του Συμβουλίου της ... για το κοινοτικό δίπλωμα ευρεσιτεχνίας και του κανονισμού (ΕΚ) αριθ..../... του Συμβουλίου της ... για το κοινοτικό συμπληρωματικό πιστοποιητικό προστασίας. Η αρμοδιότητα του δικαστηρίου του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας καθορίζεται μέσω παραπομπής στην απόφαση του Συμβουλίου για την ανάθεση στο Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων δικαιοδοσίας για το κοινοτικό δίπλωμα ευρεσιτεχνίας, για την οποία η Επιτροπή υπέβαλε χωριστή πρόταση για έκδοση απόφασης του Συμβουλίου. Επομένως, το δικαστήριο του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας θα έχει αρμοδιότητα για τα θέματα που καθορίζονται στο άρθρο 1 της πρότασης της Επιτροπής για την έκδοση της εν λόγω απόφασης του Συμβουλίου, δηλαδή για την εκδίκαση των διαφορών που αφορούν την προσβολή ή το κύρος ενός κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας και ενός κοινοτικού συμπληρωματικού πιστοποιητικού προστασίας, τη χρήση της εφεύρεσης μετά τη δημοσίευση της αίτησης για τη χορήγηση του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας, το δικαίωμα που βασίζεται σε προγενέστερη χρήση της εφεύρεσης, τα προσωρινά μέτρα και τα μέτρα προστασίας των αποδεικτικών στοιχείων στον τομέα για τον οποίο ανατίθεται δικαιοδοσία, τις αποζημιώσεις που ζητούνται στις προαναφερόμενες καταστάσεις και τις διαταγές επιβολής χρηματικής ποινής σε περίπτωση μη συμμόρφωσης με απόφαση ή διάταξη που συνιστά υποχρέωση πράξης ή παράλειψης.

Κατά τη διάρκεια μιας μεταβατικής περιόδου, πριν αρχίσει να ισχύει η ανάθεση της δικαιοδοσίας στο Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, οι διαφορές θα εκδικάζονται από τα εθνικά δικαστήρια σύμφωνα με τις διατάξεις του κανονισμού για το κοινοτικό δίπλωμα ευρεσιτεχνίας. Όπως προβλέπει το άρθρο 2 της προτεινόμενης απόφασης του Συμβουλίου για την ανάθεση στο Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων δικαιοδοσίας για το κοινοτικό δίπλωμα ευρεσιτεχνίας, το δικαστήριο του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας δεν θα είναι αρμόδιο για την εκδίκαση των διαφορών των οποίων έχουν ήδη επιληφθεί τα εθνικά δικαστήρια κατά τη διάρκεια της εν λόγω μεταβατικής περιόδου, διότι η ανάθεση δικαιοδοσίας δεν επεκτείνεται στις διαφορές αυτές.

Άρθρο 2 του παραρτήματος ΙΙ του Οργανισμού - Αριθμός, διορισμός και διάρκεια της θητείας των δικαστών του δικαστηρίου του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας

Το άρθρο 2 περιέχει διατάξεις σχετικά με τους δικαστές του δικαστηρίου του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας.

Το πρώτο εδάφιο καθορίζει τον αριθμό των μελών του δικαστηρίου του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας και τη διάρκεια της θητείας τους. Όσον αφορά το μέγεθος του δικαστηρίου του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας, προτείνεται να αποτελείται το δικαστήριο από επτά δικαστές, συμπεριλαμβανομένου του προέδρου. Σύμφωνα με το άρθρο 8 του παραρτήματος ΙΙ του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, το δικαστήριο του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας θα συνεδριάζει κανονικά κατά τμήματα αποτελούμενα από τρεις δικαστές. Η ύπαρξη έξι δικαστών θα καταστήσει δυνατή τη συγκρότηση δύο τμημάτων. Ο διορισμός και έβδομου μέλους κρίνεται ενδεδειγμένος για την παροχή ειδικής υποστήριξης στο τμήμα που θα προεδρεύεται από τον πρόεδρο του δικαστηρίου του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας, ο οποίος θα πρέπει επίσης να εκτελεί και άλλα καθήκοντα σχετιζόμενα, π.χ., με τη διοίκηση και την εκπροσώπηση του δικαστηρίου του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας. Επιπροσθέτως, η επταμελής σύνθεση θα καθιστά δυνατή την έκδοση αποφάσεων από την ολομέλεια του δικαστηρίου του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας, σύμφωνα με το άρθρο 17 πρώτο εδάφιο του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, που ορίζει ότι το Δικαστήριο συνεδριάζει εγκύρως μόνο με περιττό αριθμό δικαστών. Ο αριθμός των επτά μελών θα διασφαλίσει επίσης την εύρυθμη λειτουργία του δικαιοδοτικού οργάνου σε περίπτωση άδειας ή απουσίας κάποιων δικαστών και γενικά κρίνεται ως ο πλέον κατάλληλος σε σχέση με τα προς εκτέλεση καθήκοντα και το φόρτο εργασίας που αναμένεται να έχει κατά την πρώτη φάση της λειτουργίας του το δικαστήριο του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας. Σύμφωνα με το άρθρο 225Α πέμπτο εδάφιο της συνθήκης ΕΚ, οι δικαστές πρέπει να καταρτίσουν τον κανονισμό διαδικασίας του δικαστηρίου του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας. Στη συνέχεια, με βάση τον κανονισμό διαδικασίας που θα καταρτισθεί, θα πρέπει να αναπτυχθεί μια κοινή πρακτική και να γίνουν οι αναγκαίες προσαρμογές με βάση την πείρα που θα αποκτηθεί. Ο αναμενόμενος κατά την πρώτη φάση φόρτος υποθέσεων μπορεί να υπολογισθεί κατά τα τρία πρώτα διαδοχικά έτη σε περίπου 50, 100 και 150 νέες υποθέσεις, πράγμα που σημαίνει φόρτο υποθέσεων της τάξεως των 25, 50 και 75 νέων υποθέσεων ανά τμήμα ετησίως. Η παραδοχή αυτή βασίζεται στην υπόθεση ότι κάθε χρόνο θα χορηγούνται από το Ευρωπαϊκό Γραφείο Διπλωμάτων Ευρεσιτεχνίας 100.000 διπλώματα ευρεσιτεχνίας, εκ των οποίων τα 50.000 θα προσδιορίζουν την Κοινότητα, καθώς και ότι το ετήσιο ποσοστό των διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας για τα οποία θα ανακύπτουν διαφορές θα είναι της τάξεως του 1 στα 1000 ισχύοντα διπλώματα. Για την εκτίμηση του φόρτου υποθέσεων ο οποίος μπορεί λογικά να αντιμετωπισθεί, πρέπει επίσης να έχει κανείς κατά νουν ότι το δικαστήριο του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας θα πρέπει να αναπτύξει μια κοινή νομολογία, πράγμα που σημαίνει ότι ιδίως κατά την αρχική φάση θα χρειασθεί να εκδοθούν ορισμένες θεμελιώδεις αποφάσεις με τη συνακόλουθη ανάγκη για διεξοδικές συζητήσεις.

Ως προς τη διάρκεια της θητείας των δικαστών, κρίθηκε επίσης ενδεδειγμένη και για το δικαστήριο του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας η πρόβλεψη εξαετούς θητείας με δυνατότητα ανανέωσης, πράγμα που προβλέπεται και για το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων στο άρθρο 223 πρώτο και τέταρτο εδάφιο της συνθήκης ΕΚ, καθώς και για το Πρωτοδικείο στο άρθρο 224 δεύτερο εδάφιο της συνθήκης ΕΚ. Θα γίνεται μερική ανανέωση των μελών ανά τριετία, όπως προβλέπεται και για το Πρωτοδικείο στο άρθρο 224 δεύτερο εδάφιο της συνθήκης ΕΚ. Με την εν λόγω μερική ανανέωση των μελών διασφαλίζεται ότι η εμπειρία που αποκτάται από το δικαστήριο θα μεταδίδεται από τους έμπειρους δικαστές στους νεοδιοριζόμενους, συμβάλλοντας ως εκ τούτου στη συνοχή της νομολογίας και στην ασφάλεια δικαίου. Για να ξεκινήσει αυτός ο κύκλος, στα πλαίσια του οποίου το δικαστήριο του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας θα ανανεώνεται μόνο εν μέρει κάθε φορά, η αρχική θητεία ορισμένων μελών πρέπει να έχει μικρότερη διάρκεια. Για το σκοπό αυτό, το δεύτερο εδάφιο του άρθρου 7 της παρούσας απόφασης περιέχει μια μεταβατική διάταξη που ορίζει ότι ο πρόεδρος του Συμβουλίου επιλέγει με κλήρωση τους δικαστές η θητεία των οποίων λήγει κατά το πέρας της πρώτης τριετίας.

Το δεύτερο εδάφιο ορίζει ότι οι δικαστές επιλέγονται μεταξύ υποψηφίων που προτείνονται από τα κράτη μέλη και καθορίζει τα ιδιαίτερα προσόντα των μελών του δικαστηρίου του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας. Η ίδια η συνθήκη ΕΚ ορίζει, στο άρθρο 225Α τέταρτο εδάφιο, ότι τα μέλη των δικαιοδοτικών τμημάτων πρέπει να είναι πρόσωπα "που παρέχουν πλήρη εγγύηση ανεξαρτησίας και έχουν την απαιτούμενη ικανότητα για την άσκηση δικαστικών καθηκόντων". Το δεύτερο εδάφιο συγκεκριμενοποιεί αυτή τη γενική διάταξη, σκοπός της οποίας είναι να καλύψει όλα τα διάφορα πιθανά είδη δικαιοδοτικών τμημάτων, και καθορίζει ειδικές απαιτήσεις ως προς τα αναγκαία επαγγελματικά προσόντα των πιθανών υποψηφίων δικαστών του δικαστηρίου του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας. Όπως συμφώνησε το Συμβούλιο στην κοινή πολιτική του προσέγγιση της 3ης Μαρτίου 2003, τα μέλη πρέπει να διορισθούν με βάση την πείρα τους μεταξύ υποψηφίων οι οποίοι διαθέτουν αποδεδειγμένα υψηλό επίπεδο νομικής πείρας στον τομέα του δικαίου ευρεσιτεχνίας. Ο όρος αυτός είναι ιδιαίτερα σημαντικός, διότι ο ιδιαίτερος χαρακτήρας του δικαίου ευρεσιτεχνίας απαιτεί μεγάλη εμπειρία. Η πείρα των δικαστών στον τομέα αυτόν θα έχει κρίσιμη σημασία για την αποδοχή του συστήματος από τους χρήστες, διότι θα εγγυάται την αποτελεσματική διεξαγωγή της όλης διαδικασίας και την έκδοση αποφάσεων υψηλής ποιότητας. Οι δικαστές θα διορίζονται αφού προηγουμένως ζητηθεί η γνώμη επιτροπής που θα συσταθεί σύμφωνα με το άρθρο 3.

Άρθρο 3 του παραρτήματος ΙΙ του Οργανισμού - Γνωμοδοτική επιτροπή

Το πρώτο εδάφιο ορίζει ότι οι δικαστές θα διορίζονται αφού προηγουμένως ζητηθεί η γνώμη γνωμοδοτικής επιτροπής που θα συσταθεί για το σκοπό αυτό και η οποία θα γνωμοδοτεί σχετικά με την καταλληλότητα των προσόντων των υποψηφίων μελών του δικαστηρίου του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας. Η γνωμοδότηση της εν λόγω επιτροπής θα βοηθά το Συμβούλιο κατά τη διαδικασία διορισμού, ούτως ώστε να εντοπίζονται οι υποψήφιοι που είναι οι πλέον κατάλληλοι για να αποτελέσουν μέλη του δικαστηρίου του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας. Λαμβανομένων υπόψη των ειδικών απαιτήσεων που πρέπει να τηρηθούν, η γνωμοδοτική επιτροπή θα έχει επίσης τη δυνατότητα να καταρτίσει κατάλογο των υποψηφίων που διαθέτουν το καταλληλότερο υψηλό επίπεδο νομικής πείρας. Στην περίπτωση αυτή, ο αριθμός των υποψηφίων που θα περιληφθούν στον εν λόγω κατάλογο πρέπει να είναι διπλάσιος από τον αριθμό των δικαστών που πρόκειται να διορισθούν, ούτως ώστε να αποφευχθεί κάθε κίνδυνος προκαθορισμού της απόφασης του Συμβουλίου από τη γνώμη της εν λόγω επιτροπής.

Το δεύτερο εδάφιο ορίζει ότι η γνωμοδοτική επιτροπή θα απαρτίζεται από επτά άτομα που επιλέγονται μεταξύ πρώην μελών του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, του Πρωτοδικείου, του δικαστηρίου του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας ή δικηγόρων αναγνωρισμένου κύρους. Ο διορισμός των μελών της εν λόγω επιτροπής και οι κανόνες λειτουργίας της αποφασίζονται από το Συμβούλιο με ειδική πλειοψηφία κατόπιν προτάσεως του προέδρου του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.

Άρθρο 4 του παραρτήματος ΙΙ του Οργανισμού - Πρόεδρος του δικαστηρίου του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας

Το άρθρο αυτό αφορά τον πρόεδρο του δικαστηρίου του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας, ο οποίος θα εκλέγεται από τους δικαστές μεταξύ των μελών του εν λόγω δικαστηρίου για θητεία τριών ετών, με δυνατότητα επανεκλογής. Τις ίδιες αρχές προβλέπει και για το Πρωτοδικείο το άρθρο 224 τρίτο εδάφιο της συνθήκης ΕΚ. Ωστόσο, η μεταβατική διάταξη του πρώτου εδαφίου του άρθρου 7 της παρούσας απόφασης ορίζει ότι ο πρώτος πρόεδρος του δικαστηρίου του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας θα διορισθεί κατ' εξαίρεση με τον ίδιο ακριβώς τρόπο όπως και τα μέλη του εν λόγω δικαστηρίου, εκτός εάν το Συμβούλιο αποφασίσει ότι και ο πρώτος πρόεδρος θα εκλεγεί από τους δικαστές. Η προσέγγιση αυτή ακολουθήθηκε και για το Πρωτοδικείο στο άρθρο 11 πρώτο εδάφιο της απόφασης 88/591/ΕΚΑΧ, ΕΟΚ, Eυρατόμ του Συμβουλίου της 24ης Οκτωβρίου 1988 περί ιδρύσεως του Πρωτοδικείου.

Άρθρο 5 του παραρτήματος ΙΙ του Οργανισμού - Εφαρμογή διατάξεων των Τίτλων I και II του Οργανισμού στο δικαστήριο του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας και τους δικαστές του

Στην πρώτη φράση, το άρθρο αυτό αναφέρει τις διατάξεις των Τίτλων I και II του Οργανισμού που εφαρμόζονται και στο δικαστήριο του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας. Αντίστοιχη διάταξη για το Πρωτοδικείο περιέχεται στο άρθρο 47 πρώτο εδάφιο του Οργανισμού.

Για το δικαστήριο του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας κηρύσσονται εφαρμοστέα από τον Τίτλο I του Οργανισμού: το άρθρο 2 (όρκος), το άρθρο 3 (ετεροδικία), το άρθρο 4 (άλλο λειτούργημα ή επάγγελμα), το άρθρο 5 (παραίτηση), το άρθρο 6 (απαλλαγή από τα καθήκοντα) και το άρθρο 7 (θητεία σε περίπτωση αντικατάστασης). Το παρόν άρθρο δεν περιέχει αναφορά στο άρθρο 8 του Οργανισμού, που αφορά το γενικό εισαγγελέα, διότι η συμμετοχή του γενικού εισαγγελέα σε διαδικασίες ενώπιον του δικαστηρίου του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας δεν προβλέπεται.

Από τον Τίτλο II κηρύσσονται εφαρμοστέα: το άρθρο 13 (βοηθοί εισηγητές), το άρθρο 14 (απαίτηση διαμονής), το άρθρο 15 (δικαστικές διακοπές), το πρώτο, το δεύτερο και το πέμπτο εδάφιο του άρθρου 17 (σύνθεση και απαρτία) και το άρθρο 18 (εξαίρεση δικαστού). Το παρόν άρθρο δεν περιέχει αναφορά στο άρθρο 9 (αριθμός των προς αντικατάσταση δικαστών), στο άρθρο 12 (προσωπικό που διατίθεται στo Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων), στο άρθρο 16 (τμήματα του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων), στο τρίτο και στο τέταρτο εδάφιο του άρθρου 17 (απαρτία για το τμήμα μείζονος συνθέσεως και για την ολομέλεια). Οι διατάξεις αυτές αφορούν ιδιαιτερότητες του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και δεν πρέπει να εφαρμόζονται στο δικαστήριο του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας.

Στη δεύτερη φράση, το παρόν άρθρο διευκρινίζει ότι και για το δικαστήριο του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας ο όρκος των δικαστών δίδεται ενώπιον του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, στο οποίο ανατίθεται επίσης η αρμοδιότητα να λαμβάνει αποφάσεις σχετικά με την ετεροδικία, τα άλλα λειτουργήματα ή επαγγέλματα των δικαστών και την απαλλαγή τους από τα καθήκοντά τους.

Άρθρο 6 του παραρτήματος ΙΙ του Οργανισμού - Γραμματέας

Η πρώτη φράση προβλέπει το διορισμό γραμματέα του δικαστηρίου του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας. Παρά το γεγονός ότι το δικαστήριο του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας προσαρτάται στο Πρωτοδικείο, ωστόσο, η ύπαρξη χωριστού γραμματέα κρίνεται ενδεδειγμένη, διότι το δικαστήριο του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας θα εκδικάζει ένα εντελώς διαφορετικό είδος διαφορών, ενώ, επιπλέον, ο αναμενόμενος φόρτος υποθέσεων δικαιολογεί τη λήψη αυτού του μέτρου. Εντούτοις, απαιτείται μια νομική βάση στον Οργανισμό τόσο για το διορισμό του γραμματέα όσο και για τον καθορισμό των κανόνων που θα διέπουν τα καθήκοντά του. Αντίθετα από την περίπτωση του Δικαστηρίου (άρθρο 223 πέμπτο εδάφιο της συνθήκης ΕΚ) και του Πρωτοδικείου (άρθρο 224 τέταρτο εδάφιο της συνθήκης ΕΚ), στη συνθήκη ΕΚ δεν προβλέπεται παρόμοια διάταξη για τα δικαιοδοτικά τμήματα που ιδρύονται βάσει του άρθρου 225Α.

Η δεύτερη φράση ορίζει ότι οι διατάξεις του Οργανισμού που αφορούν το γραμματέα του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων εφαρμόζονται και στο γραμματέα του δικαστηρίου του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας, όπως προβλέπεται και για το γραμματέα του Πρωτοδικείου στο άρθρο 47 δεύτερο εδάφιο του Οργανισμού. Οι σχετικές διατάξεις είναι το άρθρο 3 τέταρτο εδάφιο (ασυλίες), το άρθρο 10 (όρκος και καθήκοντα του γραμματέα), το άρθρο 11 (αναπλήρωση του γραμματέα) και το άρθρο 14 (απαίτηση διαμονής).

Άρθρο 7 του παραρτήματος ΙΙ του Οργανισμού - Βοηθοί εισηγητές

Το άρθρο αυτό εξετάζει το ζήτημα του τρόπου με τον οποίο είναι δυνατή η αξιοποίηση τεχνικών εμπειρογνωμόνων προς όφελος του δικαστηρίου του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας. Η κατάλληλη αξιοποίηση τεχνικών εμπειρογνωμόνων κρίνεται ιδιαίτερης σημασίας για την αποτελεσματικότητα και την ποιότητα των διαδικασιών ενώπιον του δικαστηρίου του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας. Οι δικαστές του δικαστηρίου του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας θα εκδικάζουν υποθέσεις που θα αφορούν εξαιρετικά περίπλοκες τεχνολογίες και θα καλύπτουν ευρύ φάσμα τεχνικών τομέων. Κατά συνέπεια, η συμβολή των τεχνικών εμπειρογνωμόνων μπορεί να θεωρηθεί ουσιώδους σημασίας, δεδομένου ότι τα άτομα αυτά θα βοηθούν τους δικαστές να επικεντρώνονται από την αρχή της διαδικασίας στα σχετικά ουσιώδη τεχνικά ζητήματα. Ο ρόλος τους δεν θα είναι να καθίσταται η χρήση πραγματογνωμόνων εντελώς περιττή, αλλά, μάλλον, να δίνεται η δυνατότητα στο δικαστήριο ως σύνολο να κατανοεί τα τεχνικά ζητήματα της υπόθεσης με ταχύτητα και με ακρίβεια, πράγμα πολύ σημαντικό για τον αποτελεσματικό χειρισμό μιας υπόθεσης και για την έκδοση νομικά ορθής απόφασης. Το ζήτημα αποτέλεσε αντικείμενο διεξοδικών συζητήσεων στους κόλπους του Συμβουλίου, το οποίο στην κοινή πολιτική του προσέγγιση της 3ης Μαρτίου 2003 συμφώνησε ότι οι δικαστές, καθ' όλη τη διάρκεια της ενασχόλησής τους με την υπόθεση, πρέπει να επικουρούνται από τεχνικούς εμπειρογνώμονες (ειδικούς). Το παρόν άρθρο θεμελιώνεται στην εν λόγω προσέγγιση.

Το πρώτο εδάφιο προβλέπει το διορισμό τεχνικών εμπειρογνωμόνων του δικαστηρίου του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας και διευκρινίζει το πλαίσιο μέσα στο οποίο θα ασκούν τα καθήκοντά τους. Οι τεχνικοί εμπειρογνώμονες θα επικουρούν τους δικαστές καθ' όλη τη διάρκεια του χειρισμού της υπόθεσης ως βοηθοί εισηγητές. Στους βοηθούς εισηγητές του δικαστηρίου του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας εφαρμόζεται το άρθρο 13 του Οργανισμού. Επομένως, οι βοηθοί εισηγητές διορίζονται από το Συμβούλιο, το οποίο αποφασίζει ομόφωνα προτάσει του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων. Οι βοηθοί εισηγητές επιλέγονται μεταξύ προσώπων που παρέχουν πλήρη εγγύηση ανεξαρτησίας και συγκεντρώνουν τα αναγκαία νομικά προσόντα. Στο πλαίσιο αυτό, θεωρείται αναγκαίο να διαθέτουν μεγάλη πείρα στον τομέα του δικαίου ευρεσιτεχνίας, διότι ο βοηθός εισηγητής πρέπει να κατανοεί πλήρως τις τεχνικές πτυχές που είναι σημαντικές για την έκδοση νομικά ορθής απόφασης από το δικαστήριο του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας. Οι βοηθοί εισηγητές ορκίζονται ενώπιον του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ότι θα ασκούν τα καθήκοντά τους με πλήρη αμεροληψία και ευσυνειδήτως και ότι δεν θα αποκαλύπτουν το απόρρητο των διασκέψεων.

Το δεύτερο εδάφιο ενισχύει τα προαναφερόμενα στοιχεία προσθέτοντας ότι οι βοηθοί εισηγητές πρέπει να διαθέτουν υψηλό επίπεδο πείρας στο σχετικό τεχνικό τομέα. Η πρόταση δεν προβλέπει καθορισμένο αριθμό βοηθών εισηγητών, αλλά προτιμά να αφήσει να λυθεί το ζήτημα αυτό με βάση την πείρα που θα αποκτηθεί. Για να επιτευχθεί ο προαναφερόμενος στόχος, που είναι η υποστήριξη του δικαστηρίου με τεχνική εμπειρογνωμοσύνη γενικού χαρακτήρα, κρίνεται ενδεδειγμένος ο διορισμός περιορισμένου αριθμού βοηθών εισηγητών που θα καλύπτουν τους βασικούς τεχνολογικούς τομείς, ήτοι ο διορισμός ενός βοηθού εισηγητή για καθέναν από τους ακόλουθους επτά τομείς: ανόργανη χημεία και επιστήμη υλικών, οργανική χημεία και χημεία πολυμερών, βιοχημεία και βιοτεχνολογία, γενική φυσική, επιστήμη μηχανολόγου μηχανικού, τεχνολογία πληροφοριών και επικοινωνιών, επιστήμη ηλεκτρολόγου μηχανικού. Όπως και οι δικαστές, οι βοηθοί εισηγητές διορίζονται για θητεία έξι ετών με δυνατότητα επαναδιορισμού.

Το τρίτο εδάφιο περιέχει μια διάταξη η οποία διευκρινίζει τα καθήκοντα των βοηθών εισηγητών στα πλαίσια του δικαστηρίου του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας. Δεδομένου ότι οι βοηθοί εισηγητές πρέπει να επικουρούν τους δικαστές καθ' όλη τη διάρκεια διερεύνησης της υπόθεσης, προβλέπεται η συμμετοχή τους στην προετοιμασία των υποθέσεων, στην ακροαματική διαδικασία και στις διασκέψεις. Οι λεπτομέρειες σχετικά με τη συμμετοχή τους θα καθοριστούν στον κανονισμό διαδικασίας. Οι βοηθοί εισηγητές θα έχουν το δικαίωμα να θέτουν ερωτήσεις στους διαδίκους για την αποσαφήνιση σχετικών τεχνικών ζητημάτων. Θα συμμετέχουν στη διάσκεψη των δικαστών, αλλά δεν θα έχουν δικαίωμα ψήφου.

Άρθρο 8 του παραρτήματος ΙΙ του Οργανισμού - Σύνθεση των τμημάτων και ανάθεση υποθέσεων

Το πρώτο εδάφιο ορίζει ότι το δικαστήριο του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας θα συνεδριάζει κατά κανόνα σε τμήματα αποτελούμενα από τρεις δικαστές. Ο αριθμός αυτός, στον οποίο κατέληξε και το Συμβούλιο στην κοινή πολιτική του προσέγγιση της 3ης Μαρτίου 2003, κρίνεται ως ο πλέον ενδεδειγμένος σε σχέση με τις προς εκδίκαση διαφορές, διότι εξασφαλίζει τη σωστή ισορροπία μεταξύ, αφενός, του διεξοδικού, και, αφετέρου, του αποτελεσματικού χειρισμού των υποθέσεων όσον αφορά τις συνήθεις υποθέσεις.

Το δεύτερο εδάφιο αντιμετωπίζει καταστάσεις στις οποίες ενδέχεται να υπάρχει ανάγκη παρέκκλισης από την κανονική τριμελή σύνθεση ενός τμήματος. Η διευρυμένη σύνθεση ενδέχεται να ενδείκνυται, π.χ., σε διαφορές που αφορούν θεμελιώδη νομικά ζητήματα ή στις οποίες η γνώμη ενός τμήματος επί ενός νομικού ζητήματος είναι διαφορετική από τη γνώμη ενός άλλου τμήματος. Η περιορισμένη σύνθεση μπορεί να είναι κατάλληλη για τη λήψη προσωρινών μέτρων ή για απλές υποθέσεις. Οι απαιτήσεις για μια τέτοια ειδική σύνθεση θα καθοριστούν στον κανονισμό διαδικασίας, ούτως ώστε να προβλεφθεί η αναγκαία ευελιξία, περιλαμβανομένης της θέσπισης διατάξεων για την απαρτία, δεδομένου ότι οι γενικές διατάξεις του άρθρου 17 τρίτο εδάφιο (τμήμα μείζονος συνθέσεως) και του άρθρου 17 τέταρτο εδάφιο (ολομέλεια) του Οργανισμού δεν εφαρμόζονται στο δικαστήριο του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας.

Το τρίτο εδάφιο προβλέπει ότι ο πρόεδρος του δικαστηρίου του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας προεδρεύει πάντοτε ex officio ενός των τμημάτων του δικαστηρίου του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας. Προεδρεύει επίσης όταν το δικαστήριο του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας, σύμφωνα με τον κανονισμό διαδικασίας του, συνεδριάζει με διευρυμένη σύνθεση. Οι πρόεδροι των άλλων τμημάτων εκλέγονται από τους δικαστές μεταξύ των μελών των τμημάτων αυτών για θητεία τριών ετών, με δυνατότητα επανεκλογής.

Το τέταρτο εδάφιο διευκρινίζει ότι η σύνθεση των τμημάτων και η ανάθεση των υποθέσεων στα τμήματα καθορίζεται από τον κανονισμό διαδικασίας. Επομένως, η σύνθεση των τμημάτων και η ανάθεση των υποθέσεων γίνεται με τρόπο ο οποίος προκαθορίζεται μεν στον κανονισμό διαδικασίας, συγχρόνως όμως παρέχεται ο κατάλληλος βαθμός ευελιξίας για την προσαρμογή των κανόνων αυτών, ούτως ώστε να διασφαλίζεται ο αποτελεσματικός χειρισμός των υποθέσεων. Προβλέπεται, π.χ., η δυνατότητα να ανατίθενται ως επί το πλείστον οι υποθέσεις στα τμήματα με βάση τον εκάστοτε τεχνολογικό τομέα, ούτως ώστε να αυξάνεται η εμπειρογνωμοσύνη του κάθε τμήματος μέσω της συσσώρευσης πείρας στους σχετικούς τεχνικούς τομείς.

Άρθρο 9 του παραρτήματος ΙΙ του Οργανισμού - Συμφωνία σχετικά με τις υπηρεσίες που παρέχονται από το προσωπικό διοικητικής υποστήριξης

Σύμφωνα με το άρθρο 12 του Οργανισμού, στο Δικαστήριο διατίθενται υπάλληλοι και λοιπό προσωπικό, οι οποίοι υπάγονται στο γραμματέα του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων υπό την εποπτεία του προέδρου του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων. Οι όροι υπό τους οποίους οι εν λόγω υπάλληλοι και τα μέλη του λοιπού προσωπικού παρέχουν τις υπηρεσίες τους στο Πρωτοδικείο καθορίζονται, σύμφωνα με το άρθρο 52 του Οργανισμού, από κοινού από τον πρόεδρο του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και τον πρόεδρο του Πρωτοδικείου.

Το παρόν άρθρο καθορίζει το πλαίσιο εντός του οποίου οι υπάλληλοι και τα μέλη του λοιπού προσωπικού που διατίθενται στο Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων θα παρέχουν τις υπηρεσίες τους στο δικαστήριο του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας για να διασφαλισθεί η λειτουργία του. Το πλαίσιο αυτό θα καθορίζεται από τον πρόεδρο του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ή, όταν ενδείκνυται, από τον πρόεδρο του Πρωτοδικείου από κοινού με τον πρόεδρο του δικαστηρίου του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας. Κατά κανόνα, η εν λόγω συμφωνία θα συνάπτεται μεταξύ του προέδρου του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και του προέδρου του δικαστηρίου του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας. Ωστόσο, ενδέχεται να υπάρξουν και καταστάσεις στις οποίες η κοινή συμφωνία μεταξύ του προέδρου του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και του προέδρου του Πρωτοδικείου έχει ήδη λάβει υπόψη της τις ανάγκες του δικαστηρίου του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας, ούτως ώστε σε μια τέτοια περίπτωση ο πρόεδρος του Πρωτοδικείου και ο πρόεδρος του δικαστηρίου του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας να είναι σε θέση να συμφωνήσουν σχετικά με τους κατάλληλους όρους που θα ισχύουν για το δικαστήριο του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας. Τέλος, ορισμένοι υπάλληλοι και μέλη του λοιπού προσωπικού που υποστηρίζουν άμεσα τον πρόεδρο, τους δικαστές ή το γραμματέα, όπως οι νομικοί βοηθοί ή οι υπάλληλοι της γραμματείας, θα υπάγονται στο γραμματέα του δικαστηρίου του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας υπό την εποπτεία του προέδρου του δικαστηρίου του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας. Αντίστοιχη διάταξη προβλέπεται για το Πρωτοδικείο στο άρθρο 52 του Οργανισμού.

Άρθρο 10 του παραρτήματος ΙΙ του Οργανισμού - Εφαρμογή διατάξεων του Τίτλου III του Οργανισμού στη διαδικασία ενώπιον του δικαστηρίου του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας

Το πρώτο εδάφιο του άρθρου αυτού κηρύσσει τον Τίτλο III του Οργανισμού εφαρμοστέο για τη διαδικασία ενώπιον του δικαστηρίου του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας, όπως κάνει για το Πρωτοδικείο το άρθρο 47 του Οργανισμού. Δεδομένου ότι οι περισσότερες δικονομικές διατάξεις που περιέχονται στον Τίτλο III του Οργανισμού αφορούν βασικές αρχές της διαδικασίας ενώπιον του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, οι διατάξεις αυτές μπορούν επίσης να εφαρμοστούν και στο δικαστήριο του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας. Είναι δυνατόν να θεωρηθούν ως ένα σύνολο κοινών αρχών που διέπουν τη διαδικασία ενώπιον των κοινοτικών δικαστηρίων. Ωστόσο, όπου χρειάζεται, λαμβανομένου υπόψη του ειδικού χαρακτήρα των διαφορών ενώπιον του δικαστηρίου του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας, πρέπει να γίνουν αλλαγές. Το δικαστήριο του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας θα εκδικάζει ιδιωτικές διαφορές που θα αφορούν το κοινοτικό δίπλωμα ευρεσιτεχνίας. Δεν θα ασχολείται με τον έλεγχο της νομιμότητας των κοινοτικών πράξεων, αλλά θα εκδικάζει διαφορές μεταξύ ιδιωτών. Κατά συνέπεια, δεν είναι δυνατόν να εφαρμοστούν, με την παρούσα μορφή τους, όλες οι διατάξεις του Τίτλου III του Οργανισμού. Επομένως, ορισμένες διατάξεις του Τίτλου III του Οργανισμού οι οποίες δεν έχουν σχέση με τη διαδικασία ενώπιον του δικαστηρίου του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας κηρύσσονται μη εφαρμοστέες (άρθρα 21 δεύτερο εδάφιο, 22, 23, 40 πρώτο και τρίτο εδάφιο, 42 και 43 του Οργανισμού). Σε όσες περιπτώσεις η ειδική φύση των διαφορών που άγονται ενώπιον του δικαστηρίου του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας καθιστά αναγκαία την προσαρμογή των υφισταμένων διατάξεων του Τίτλου III του Οργανισμού, η προσαρμογή αυτή έγινε στα άρθρα 11 έως 25 του παραρτήματος ΙΙ του Οργανισμού.

Οι διατάξεις του Τίτλου III του Οργανισμού εφαρμόζονται στο δικαστήριο του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας ως εξής:

Το άρθρο 19 του Οργανισμού, που αφορά τη νομική εκπροσώπηση, εφαρμόζεται στο δικαστήριο του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας με τις τροποποιήσεις που αφορούν το ρόλο των European Patent Attorneys (επιστήμονες - συνήθως του τεχνικού κλάδου - εξειδικευμένοι σε θέματα ευρεσιτεχνίας και περιλαμβανόμενοι στον ειδικό κατάλογο του Ευρωπαϊκού Γραφείου Διπλωμάτων Ευρεσιτεχνίας), που προτείνονται στο άρθρο 11 του παραρτήματος ΙΙ του Οργανισμού και οι οποίοι πρέπει να έχουν το δικαίωμα να λαμβάνουν το λόγο ενώπιον του δικαστηρίου του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας.

Το άρθρο 20 του Οργανισμού, που καθορίζει τη βασική διάρθρωση της διαδικασίας - η οποία περιλαμβάνει δύο στάδια: την έγγραφη και την προφορική διαδικασία -, τις διατάξεις περί των γνωστοποιήσεων στους διαδίκους και το περιεχόμενο της προφορικής διαδικασίας, εφαρμόζονται στο δικαστήριο του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας με τις προτεινόμενες τροποποιήσεις που περιέχονται στο άρθρο 12 του παραρτήματος ΙΙ του Οργανισμού, προβλέποντας, π.χ., κατ' εξαίρεση, την παράλειψη της προφορικής διαδικασίας και τη διεξαγωγή της διαδικασίας σε ηλεκτρονική μορφή.

Το άρθρο 21 πρώτο εδάφιο του Οργανισμού αφορά το αναγκαίο περιεχόμενο του εγγράφου της προσφυγής. Το άρθρο 21 δεύτερο εδάφιο του Οργανισμού αφορά την ακύρωση πράξεων που εκδίδονται από κοινοτικό όργανο. Ωστόσο, το δικαστήριο του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας δεν θα ασχολείται με την εξέταση της νομιμότητας των κοινοτικών πράξεων και, κατά συνέπεια, δεν χρειάζεται να έχει αυτή την εξουσία.

Τα άρθρα 22 και 23 του Οργανισμού αφορούν τις προσφυγές κατά αποφάσεων της διαιτητικής επιτροπής της ΕΚΑΕ και προδικαστικές αποφάσεις. Εφόσον καμία από τις εν λόγω καταστάσεις δεν είναι δυνατόν να προκύψει ενώπιον του δικαστηρίου του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας, οι διατάξεις αυτές δεν πρέπει να ισχύουν για το δικαστήριο του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας.

Το πρώτο εδάφιο του άρθρου 24 του Οργανισμού προβλέπει την υποχρέωση των διαδίκων να προσκομίζουν έγγραφα και να παρέχουν πληροφορίες που ζητά το Δικαστήριο. Η υποχρέωση αυτή κρίνεται υπερβολικά ευρεία για διαφορές μεταξύ ιδιωτών και, κατά συνέπεια, πρέπει να εφαρμόζεται στο δικαστήριο του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας υπό στενότερη έννοια, όπως προτείνεται στο άρθρο 13 του παραρτήματος ΙΙ του Οργανισμού. Το δεύτερο εδάφιο του άρθρου 24 του Οργανισμού προβλέπει τη γενική υποχρέωση των κρατών μελών και των οργάνων να παρέχουν κάποια αναγκαία πληροφορία.

Τα άρθρα 25 έως 30 του Οργανισμού αφορούν τις καταθέσεις των μαρτύρων και των πραγματογνωμόνων και πρέπει να εφαρμόζονται στο δικαστήριο του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας: άρθρο 25 (επιλογή πραγματογνώμονα από το δικαστήριο), άρθρο 26 (εξέταση μαρτύρων), άρθρο 27 (εξουσίες έναντι των μη εμφανιζομένων μαρτύρων), άρθρο 28 (ορκωμοσία των μαρτύρων και των πραγματογνωμόνων), άρθρο 29 (εξέταση μάρτυρα ή πραγματογνώμονα από τη δικαστική αρχή της κατοικίας του), άρθρο 30 (παράβαση όρκου).

Τα στοιχεία της διαδικασίας που περιέχονται στα άρθρα 31 έως 38 του Οργανισμού μπορούν επίσης να τύχουν εφαρμογής στο δικαστήριο του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας: άρθρο 31 (αρχή της δημοσιότητας των συνεδριάσεων), άρθρο 32 (εξέταση πραγματογνωμόνων, μαρτύρων και διαδίκων), άρθρο 33 (πρακτικά συνεδριάσεων), άρθρο 34 (κατάρτιση πινακίου), άρθρο 35 (μυστικότητα των διασκέψεων), άρθρο 36 (περιεχόμενο των αποφάσεων), άρθρο 37 (υπογραφή των αποφάσεων και απαγγελία τους σε δημόσια συνεδρίαση) και άρθρο 38 (απόφαση για τα έξοδα).

Το άρθρο 39 του Οργανισμού αφορά τη λήψη προσωρινών μέτρων με ειδική συνοπτική διαδικασία. Το άρθρο αυτό πρέπει να εφαρμόζεται στο δικαστήριο του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας με τις προσαρμογές που προβλέπονται στο άρθρο 15 του παραρτήματος ΙΙ του Οργανισμού. Προτείνεται ότι το άρθρο 39 θα εφαρμόζεται και στα μέτρα προστασίας των αποδεικτικών στοιχείων και ότι στον κανονισμό διαδικασίας θα καθορισθεί ο αρμόδιος για την έκδοση των σχετικών αποφάσεων.

Το άρθρο 40 του Οργανισμού αφορά την παρέμβαση τρίτων στη διαδικασία προς υποστήριξη των αιτημάτων του ενός των διαδίκων. Η παρέμβαση αυτή πρέπει επίσης να είναι δυνατή και ενώπιον του δικαστηρίου του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας. Ωστόσο, το άρθρο 40 πρώτο και τρίτο εδάφιο του Οργανισμού προβλέπει ειδικό δικαίωμα παρέμβασης για τα όργανα των Κοινοτήτων, τα κράτη μέλη και τα άλλα κράτη τα οποία συμμετέχουν στη συμφωνία για τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο, καθώς και για την εποπτεύουσα αρχή της ΕΖΕΣ, που δύνανται να παρεμβαίνουν στη διαδικασία χωρίς τη γενική απαίτηση να αποδεικνύουν ότι έχουν συμφέρον στην επίλυση της διαφοράς, όπως προβλέπεται στο άρθρο 40 δεύτερο εδάφιο του Οργανισμού. Αυτό το απεριόριστο δικαίωμα παρέμβασης κρίνεται υπερβολικά ευρύ για τις διαφορές ενώπιον του δικαστηρίου του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας, οι οποίες αφορούν δικαιώματα ιδιωτών.

Το άρθρο 41 του Οργανισμού περιέχει διατάξεις για τις αποφάσεις που εκδίδονται ερήμην και πρέπει να εφαρμόζεται και στο δικαστήριο του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας με τις περαιτέρω διευκρινίσεις που προβλέπονται στο άρθρο 16 του παραρτήματος ΙΙ του Οργανισμού.

Στο άρθρο 42 του Οργανισμού προβλέπεται η δυνατότητα τριτανακοπής κατά αποφάσεων που εξεδόθησαν χωρίς οι τρίτοι να έχουν προσεπικληθεί, εάν οι αποφάσεις αυτές θίγουν τα δικαιώματά τους. Μια τέτοια διάταξη είναι ασυμβίβαστη με την αρχή της ασφάλειας δικαίου σε ιδιωτικές διαφορές και, επομένως, δεν πρέπει να ισχύει για το δικαστήριο του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας. Όταν μια απόφαση του δικαστηρίου του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας καταστεί οριστική και δεν υπόκειται πλέον σεένδικα μέσα, δεν πρέπει να υπάρχει καμία άλλη δυνατότητα επανεξέτασης της υπόθεσης, παρά μόνο στην πολύ περιορισμένη περίπτωση της αναθεώρησης, που προβλέπεται στο άρθρο 44 του Οργανισμού και στο άρθρο 17 του παραρτήματος ΙΙ του Οργανισμού, σε περίπτωση ουσιώδους διαδικαστικού σφάλματος ή ποινικού αδικήματος. Σε όλες τις άλλες περιπτώσεις, οι διάδικοι πρέπει να μπορούν να στηρίζονται στην οριστική απόφαση. Επιπροσθέτως, η κατάσταση που περιγράφεται στο άρθρο 42 προκύπτει σπάνια σε ιδιωτικές διαφορές, διότι στις περιπτώσεις αυτές οι αποφάσεις παράγουν τα αποτελέσματά τους μόνο έναντι των διαδίκων, που δεσμεύονται από την απόφαση. Περιπτώσεις στις οποίες τρίτοι είναι δυνατόν να θιγούν έμμεσα προκύπτουν μόνον όταν υπάρχουν δικαιώματα σχετιζόμενα με ένα κοινοτικό δίπλωμα ευρεσιτεχνίας το οποίο κηρύχθηκε άκυρο. Για τις περιπτώσεις αυτές, ο κανονισμός διαδικασίας πρέπει να προβλέψει κατάλληλες διατάξεις που να διασφαλίζουν, όταν χρειάζεται, τη δέουσα συνεκτίμηση των συμφερόντων των τρίτων κατά τη διαδικασία που οδηγεί στην απόφαση. Θα ήταν δυνατόν να προβλεφθεί, π.χ., ότι σε περίπτωση παροχής αποκλειστικής άδειας για την εκμετάλλευση δικαιώματος, τόσο ο κάτοχος του δικαιώματος όσο και ο δικαιοδόχος (αδειούχος) πρέπει να ενάγονται μαζί, ενώ, στην περίπτωση μιας απλής συμβατικής άδειας, οι συνέπειες που θα έχει η τυχόν κήρυξη της ακυρότητας στα πλαίσια διαδικασίας κατά του κατόχου του δικαιώματος θα ήταν δυνατόν να περιορίζονται μόνον στην έννομη σχέση μεταξύ του κατόχου του δικαιώματος και του δικαιοδόχου (αδειούχου).

Το άρθρο 43 του Οργανισμού, που προβλέπει τις ειδικές περιπτώσεις στις οποίες η έννοια και η έκταση των αποτελεσμάτων μιας απόφασης ενδέχεται να πρέπει να αποτελέσουν αντικείμενο ερμηνείας, δεν κρίνεται ενδεδειγμένο για τις διαφορές μεταξύ ιδιωτών και, κατά συνέπεια, δεν πρέπει να εφαρμόζεται στο δικαστήριο του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας. Οι αποφάσεις του δικαστηρίου του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας πρέπει να είναι σαφείς και τέτοιας φύσεως ώστε να είναι άμεσα εκτελεστές, χωρίς να χρειάζεται περαιτέρω ερμηνεία τους από το δικαστήριο του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας. Επιπροσθέτως, η διάταξη θα μπορούσε να παρανοηθεί ως δήθεν επιφυλάσσουσα κάθε είδους ερμηνεία της απόφασης στο δικαστήριο του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας. Ωστόσο, κατά τη φάση της εκτέλεσης, η οποία, σύμφωνα με τα άρθρα 244 και 256 της συνθήκης ΕΚ, διέπεται από το εθνικό δίκαιο, η αρμόδια αρχή πρέπει να εφαρμόσει τις επιταγές της απόφασης και να κρίνει, π.χ., αν για μια συγκεκριμένη μορφή υλοποίησης της επίμαχης εφεύρεσης μπορεί να εκδοθεί διαταγή για παύση της προσβολής. Τέλος, η διάταξη αυτή, εφαρμοζόμενη στο δικαστήριο του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας, αν χρησιμοποιόταν συστηματικά από τον εναγόμενο στα πλαίσια μέτρων εκτέλεσης, θα ενείχε τον κίνδυνο να οδηγήσει σε παράλυση το σύστημα επίλυσης διαφορών σχετικών με το κοινοτικό δίπλωμα ευρεσιτεχνίας.

Το άρθρο 44 του Οργανισμού, που επιτρέπει την αναθεώρηση μιας απόφασης λόγω της αποκάλυψης νέων γεγονότων τα οποία ήταν άγνωστα πριν από την έκδοση της απόφασης, κρίνεται ασυμβίβαστο με την αρχή της ασφάλειας δικαίου σε διαφορές μεταξύ ιδιωτών. Κατά συνέπεια, στο νέο άρθρο 17 του παραρτήματος ΙΙ του Οργανισμού προτείνεται η προσαρμογή της διάταξης αυτής, ούτως ώστε η αναθεώρηση να περιορίζεται μόνο σε περιπτώσεις ουσιώδους διαδικαστικού σφάλματος ή ποινικού αδικήματος στη διαδικασία που οδήγησε στην απόφαση.

Τέλος, το άρθρο 45 του Οργανισμού, που αφορά τις προθεσμίες, και το άρθρο 46 του Οργανισμού, που αφορά την παραγραφή των αξιώσεων κατά των Κοινοτήτων στο πεδίο της εξωσυμβατικής ευθύνης, εφαρμόζονται και ενώπιον του δικαστηρίου του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας.

Το δεύτερο εδάφιο του παρόντος άρθρου προβλέπει, στην πρώτη φράση, ότι η διαδικασία ενώπιον του δικαστηρίου του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας προσδιορίζεται και συμπληρώνεται από τον κανονισμό διαδικασίας του, ο οποίος, σύμφωνα με το άρθρο 225Α πέμπτο εδάφιο της συνθήκης ΕΚ, καταρτίζεται από το δικαστήριο του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας σε συμφωνία με το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και υπόκειται στην έγκριση του Συμβουλίου. Η δεύτερη φράση επιτρέπει στον κανονισμό διαδικασίας να προβλέπει παρεκκλίσεις από το άρθρο 40 του Οργανισμού, το οποίο αφορά την παρέμβαση, προκειμένου να ληφθούν υπόψη οι ιδιαιτερότητες των διαφορών μεταξύ ιδιωτών για το κοινοτικό δίπλωμα ευρεσιτεχνίας. Αντίστοιχη διάταξη προβλέπεται για το Πρωτοδικείο στο δεύτερο εδάφιο του άρθρου 53 του Οργανισμού.

Άρθρο 11 του παραρτήματος ΙΙ του Οργανισμού - European Patent Attorney (επιστήμων - συνήθως του τεχνικού κλάδου - εξειδικευμένος σε θέματα ευρεσιτεχνίας και περιλαμβανόμενος στον ειδικό κατάλογο του Ευρωπαϊκού Γραφείου Διπλωμάτων Ευρεσιτεχνίας)

Το άρθρο αυτό αναπροσαρμόζει το άρθρο 19 του Οργανισμού, το οποίο αφορά τη νομική εκπροσώπηση ενώπιον του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, για τους σκοπούς των διαδικασιών ενώπιον του δικαστηρίου του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας. Στις διαφορές σχετικά με τα διπλώματα ευρεσιτεχνίας, τα τεχνολογικά ζητήματα έχουν ιδιαίτερη σημασία για την έκδοση μιας νομικώς ορθής απόφασης. Απαιτείται τεχνική εμπειρογνωμοσύνη όχι μόνο από την πλευρά του δικαστηρίου του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας (την εν λόγω εμπειρογνωμοσύνη την εξασφαλίζουν οι βοηθοί εισηγητές), αλλά και από την πλευρά των διαδίκων.

Το πρώτο και δεύτερο εδάφιο αναγνωρίζουν αυτό το σημαντικό ρόλο της τεχνικής εμπειρογνωμοσύνης για τους διαδίκους, παρέχοντας στους European Patent Attorneys το δικαίωμα να λαμβάνουν το λόγο ενώπιον του δικαστηρίου του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας. Η παραπομπή στον κατάλογο που τηρείται από το Ευρωπαϊκό Γραφείο Διπλωμάτων Ευρεσιτεχνίας για τους σκοπούς της ενώπιόν του νομικής εκπροσώπησης θα διασφαλίσει την εφαρμογή κατάλληλων και ομοιόμορφων προτύπων για τα πρόσωπα που έχουν το δικαίωμα να λαμβάνουν το λόγο. Το πρότυπα αυτά πρέπει να τηρούνται, ούτως ώστε να διασφαλίζεται η αποτελεσματικότητα των διαδικασιών.

Το τρίτο εδάφιο εφαρμόζει το άρθρο 19 πέμπτο και έκτο εδάφιο του Οργανισμού στους European Patent Attorneys. Όταν ένας European Patent Attorney παρίσταται ενώπιον του δικαστηρίου του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας, θα απολαύει των αναγκαίων δικαιωμάτων και εγγυήσεων, ενώ το δικαστήριο του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας θα έχει τις εξουσίες που αναγνωρίζονται συνήθως στα δικαστήρια, σύμφωνα με τους όρους που καθορίζονται στον κανονισμό διαδικασίας.

Άρθρο 12 του παραρτήματος ΙΙ του Οργανισμού - Προφορική και έγγραφη διαδικασία

Το άρθρο αυτό προσαρμόζει το άρθρο 20 του Οργανισμού, το οποίο αφορά το έγγραφο και το προφορικό στάδιο της διαδικασίας, στις δίκες ενώπιον του δικαστηρίου του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας.

Προτείνεται η αναδιατύπωση του άρθρου 20 τέταρτο εδάφιο, το οποίο αφορά τη διεξαγωγή της προφορικής διαδικασίας. Η υποχρέωση της "ανάγνωσης εισηγήσεως" από τον εισηγητή δικαστή κρίνεται εξαιρετικά άκαμπτη για την καθημερινή δικαστική διαδικασία και θα έπρεπε να αντικατασταθεί από μια περισσότερο ευέλικτη διατύπωση, η οποία θα αναφέρεται στην "έκθεση των βασικών χαρακτηριστικών της υπόθεσης". Επειδή η διατύπωση του άρθρου 20 τέταρτο εδάφιο του Οργανισμού δεν επιτρέπει την ακρόαση ενός European Patent Attorney από το δικαστήριο του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας, όπως προβλέπεται από το προτεινόμενο άρθρο 11 του παραρτήματος ΙΙ του Οργανισμού, η σχετική διατύπωση πρέπει να αντικατασταθεί από τη γενικότερη έκφραση "ακρόαση των διαδίκων". Το ζήτημα των προσώπων τα οποία έχουν όντως το δικαίωμα να απευθύνονται στο δικαστήριο δεν χρειάζεται να αποτελέσει αντικείμενο απαρίθμησης, όπως γίνεται σήμερα στο άρθρο 20 τέταρτο εδάφιο του Οργανισμού, αλλά θα μπορούσε να τεθεί ως ζήτημα κατάλληλης νομικής εκπροσώπησης. Τέλος, η εξέταση των μαρτύρων και των πραγματογνωμόνων αντικαθίσταται από τη γενικότερη διατύπωση "εξέταση των αποδεικτικών στοιχείων".

Το άρθρο 20 πέμπτο εδάφιο του Οργανισμού, το οποίο ασχολείται με το γενικό εισαγγελέα, δεν έχει εφαρμογή στο δικαστήριο του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας, διότι ο γενικός εισαγγελέας δεν συμμετέχει στη διαδικασία. Αντ' αυτού, προτείνεται μια διάταξη που επιτρέπει, στις ενδεδειγμένες περιπτώσεις, την απευθείας μετάβαση στην έγγραφη διαδικασία. Το άρθρο 20 πρώτο εδάφιο του Οργανισμού θεσπίζει τη σημαντική αρχή ότι οι υποθέσεις εκδικάζονται μόνο μετά από προφορική διαδικασία. Σε ορισμένες περιπτώσεις, η διεξαγωγή προφορικής διαδικασίας ενδέχεται να μην είναι ενδεδειγμένη, όπως π.χ. σε απλές υποθέσεις με μη αμφισβητούμενα πραγματικά περιστατικά ή όταν ο εναγόμενος αποδέχεται τις αξιώσεις του ενάγοντος. Σε υποθέσεις αυτού του είδους, πρέπει να υπάρχει δυνατότητα για παρέκκλιση από την αρχή της προφορικής διαδικασίας και για κατ' εξαίρεση εκδίκαση της υπόθεσης με έγγραφη διαδικασία. Κατά συνέπεια, το δικαστήριο του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας πρέπει να έχει τη δυνατότητα να αποφασίζει χωρίς προφορική διαδικασία, μετά από ακρόαση των διαδίκων και σύμφωνα με τον κανονισμό διαδικασίας.

Τέλος, πρέπει να θεσπισθεί μια ρήτρα εξουσιοδότησης που να επιτρέπει τη χρήση τεχνικών μέσων στην έγγραφη και στην προφορική διαδικασία ενώπιον του δικαστηρίου του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας. Η δυνατότητα αυτή θα μπορούσε, π.χ., να εφαρμοσθεί για την υποβολή εγγράφων κατά την έγγραφη διαδικασία ή τις τηλεδιασκέψεις κατά την προφορική διαδικασία. Τα μέρη της διαδικασίας που μπορούν να διεξαχθούν με ηλεκτρονικά μέσα, καθώς και οι συναφείς προϋποθέσεις, θα καθοριστούν στον κανονισμό διαδικασίας. Στην πράξη θα φανεί σε ποιες περιπτώσεις, σε ποια έκταση και υπό ποιες προϋποθέσεις θα χρησιμοποιούνται τα ηλεκτρονικά μέσα. Εξάλλου, δεδομένης της διαρκούς εξέλιξης της τεχνολογίας, ο κανονισμός διαδικασίας πρέπει να μπορεί να παρακολουθεί τις διευρυνόμενες τεχνολογικές δυνατότητες με την πραγματοποίηση των αναγκαίων τροποποιήσεων στη διαδικασία.

Άρθρο 13 του παραρτήματος ΙΙ του Οργανισμού - Προσαγωγή αποδεικτικών στοιχείων

Το πρώτο εδάφιο του άρθρου 24 του Οργανισμού προβλέπει την υποχρέωση των διαδίκων να προσκομίζουν έγγραφα και να παρέχουν πληροφορίες που ζητά το Δικαστήριο. Η υποχρέωση αυτή κρίνεται εξαιρετικά ευρεία για διαφορές μεταξύ ιδιωτών και, κατά συνέπεια, πρέπει να εφαρμόζεται στο δικαστήριο του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας υπό στενότερη έννοια. Κατ' αρχήν, κάθε διάδικος σε διαφορές μεταξύ ιδιωτών υποχρεούται να προσκομίσει τα αναγκαία αποδεικτικά στοιχεία για να αποδείξει τους αμφισβητούμενους ισχυρισμούς του. Ωστόσο, σε ειδικές περιπτώσεις, θα κρινόταν δικαιολογημένο να υποχρεωθεί ένας διάδικος να προσκομίσει αποδεικτικά στοιχεία που ευνοούν τον αντίδικό του. Όπως αναγνωρίζεται από το άρθρο 43 πρώτο εδάφιο τη συμφωνίας για τις εμπορικές πτυχές των δικαιωμάτων διανοητικής ιδιοκτησίας (συμφωνία TRIPS) της 15ης Απριλίου 1994, φαίνεται ότι επιτυγχάνεται λογική ισορροπία μεταξύ των συμφερόντων των διαδίκων όταν ένας διάδικος έχει παρουσιάσει ευλόγως προσπελάσιμα αποδεικτικά στοιχεία επαρκή για την υποστήριξη των ισχυρισμών του και έχει, για την τεκμηρίωση των ισχυρισμών αυτών, επικαλεσθεί αποδεικτικά στοιχεία που βρίσκονται υπό τον έλεγχο του αντιδίκου. Σε μια τέτοια περίπτωση, το δικαστήριο του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας δύναται να διατάξει τον αντίδικο να προσκομίσει αυτά τα αποδεικτικά στοιχεία, υπό την επιφύλαξη της προστασίας των απόρρητων πληροφοριών.

Άρθρο 14 του παραρτήματος ΙΙ του Οργανισμού - Προσωρινά μέτρα και μέτρα προστασίας αποδεικτικών στοιχείων

Το άρθρο αυτό περιέχει ειδικές διατάξεις για τα προσωρινά μέτρα και τα μέτρα προστασίας των αποδεικτικών στοιχείων.

Το πρώτο εδάφιο αφορά τη διαταγή λήψης προσωρινών μέτρων. Το άρθρο 243 της συνθήκης ΕΚ ορίζει ότι το Δικαστήριο, στις υποθέσεις που εκκρεμούν ενώπιόν του, δύναται να διατάσσει τα αναγκαία προσωρινά μέτρα. Η διάταξη αυτή, η οποία εφαρμόζεται και στο δικαστήριο του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας βάσει του άρθρου 2 της παρούσας απόφασης, δεν προβλέπει τη διαταγή προσωρινών μέτρων πριν αρχίσει η εκκρεμοδικία για την κύρια διαδικασία. Ωστόσο, είναι αναγκαία η πρόβλεψη μιας τέτοιας δυνατότητας στα πλαίσια των διαφορών των σχετικών με τα διπλώματα ευρεσιτεχνίας, όταν π.χ. κρίνεται απαραίτητη η έκδοση προκαταρκτικής διαταγής για παύση μιας προσβολής ακόμη και πριν από την έναρξη της κύριας διαδικασίας. Επίσης, το άρθρο 50 έκτο εδάφιο της συμφωνίας TRIPS προϋποθέτει τη δυνατότητα εφαρμογής προσωρινών μέτρων στις περιπτώσεις στις οποίες η κύρια διαδικασία δεν έχει ακόμη αρχίσει. Κατά συνέπεια, το παρόν άρθρο κάνει χρήση της δυνατότητας που προβλέπεται στο άρθρο 225Α έκτο εδάφιο της συνθήκης ΕΚ για παρέκκλιση, όσον αφορά τα δικαιοδοτικά τμήματα, από τις σχετικές με το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων διατάξεις της συνθήκης ΕΚ. Προτείνεται να προβλεφθεί ότι η δυνατότητα του δικαστηρίου του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας να διατάσσει προσωρινά μέτρα δεν θα εξαρτάται από το εάν έχει ήδη κινηθεί ενώπιόν του η κύρια διαδικασία.

Το δεύτερο εδάφιο προβλέπει μέτρα προστασίας των αποδεικτικών στοιχείων, καθιστώντας δυνατή την έκδοση διαταγής που να επιτρέπει τη λεπτομερή περιγραφή ή την πραγματική κατάσχεση των επίμαχων εμπορευμάτων και των σχετικών εγγράφων, σε περίπτωση συντελεσθείσας ή επικείμενης προσβολής. Το μέτρο αυτό, που είναι επίσης γνωστό στο δίκαιο ευρεσιτεχνίας ως κατάσχεση λόγω παραποιήσεως/απομιμήσεως (saisie-contrefaηon), συμπληρώνει την υποχρέωση των διαδίκων να προσκομίζουν αποδεικτικά στοιχεία, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 13 του παραρτήματος ΙΙ του Οργανισμού, και έχει αποδειχθεί πολύτιμο μέσο για τη διασφάλιση του σεβασμού των δικαιωμάτων διανοητικής ιδιοκτησίας. Ως εκ τούτου, περιελήφθη στο άρθρο 8 της πρότασης της Επιτροπής για έκδοση οδηγίας σχετικά με τα μέτρα και τις διαδικασίες που αποσκοπούν στη διασφάλιση του σεβασμού των δικαιωμάτων διανοητικής ιδιοκτησίας, της 30ής Ιανουαρίου 2003 [COM (2003) 46 τελικό].

Το τρίτο εδάφιο προβλέπει αξίωση για κατάλληλη αποζημίωση σε περίπτωση λήψης προσωρινών μέτρων ή μέτρων προστασίας των αποδεικτικών στοιχείων, αν τα μέτρα ανακληθούν. Τα προσωρινά μέτρα και τα μέτρα προστασίας των αποδεικτικών στοιχείων είναι δυνατόν να έχουν σημαντικές οικονομικές συνέπειες για το διάδικο κατά του οποίου διατάσσονται. Πρέπει επίσης να έχει κανείς κατά νουν ότι η λήψη μέτρων αυτού του είδους διατάσσεται με συνοπτική διαδικασία, βάσει του άρθρου 39 του Οργανισμού και του άρθρου 15 του παραρτήματος ΙΙ του Οργανισμού, σε στάδιο κατά το οποίο ο δικαστής δεν έχει ακόμα στη διάθεσή του όλα τα αναγκαία πραγματικά και αποδεικτικά στοιχεία προκειμένου να εκδώσει την τελική του απόφαση. Κατά συνέπεια, η διασφάλιση της κατάλληλης ισορροπίας μεταξύ των θεμιτών συμφερόντων των διαδίκων επιβάλλει την πρόβλεψη διάταξης που να ορίζει ότι ο αιτών ο οποίος εξασφαλίζει τη λήψη προσωρινού μέτρου ή μέτρου προστασίας των αποδεικτικών στοιχείων πρέπει να είναι υποχρεωμένος να αποζημιώσει τον αντίδικο για κάθε ζημία την οποία αυτός θα υποστεί, αν τελικά ένα μέτρο ανακληθεί. Παρόμοια διάταξη προβλέπεται επίσης στο άρθρο 50 παράγραφος 7 της συμφωνίας TRIPS όσον αφορά τα προσωρινά μέτρα καθώς και στα άρθρα 8 τρίτο εδάφιο και 10 πέμπτο εδάφιο της πρότασης της Επιτροπής για έκδοση οδηγίας σχετικά με τα μέτρα και τις διαδικασίες που αποσκοπούν στη διασφάλιση του σεβασμού των δικαιωμάτων διανοητικής ιδιοκτησίας, της 30ής Ιανουαρίου 2003, όσον αφορά και τα δύο είδη μέτρων.

Άρθρο 15 του παραρτήματος ΙΙ του Οργανισμού - Ειδικές αποφάσεις

Το άρθρο αυτό περιέχει προσαρμογές του άρθρου 39 του Οργανισμού όσον αφορά τα προσωρινά μέτρα και τα μέτρα αναστολής της αναγκαστικής εκτέλεσης. Το άρθρο 39 του Οργανισμού παρέχει τη βάση για την πρόβλεψη μιας συνοπτικής διαδικασίας στις περιπτώσεις αυτές, διαδικασίας που θα καθοριστεί από τον κανονισμό διαδικασίας και η οποία ενδέχεται να διαφέρει από τους κανόνες που περιέχονται στον Οργανισμό. Η διάταξη αυτή λαμβάνει υπόψη της την ειδική κατάσταση και τον επείγοντα χαρακτήρα των σχετικών μέτρων, τα οποία δικαιολογούν, όταν ενδείκνυνται, την παρέκκλιση από τους κανόνες που διέπουν την κύρια διαδικασία. Για τους σκοπούς της διαδικασίας ενώπιον του δικαστηρίου του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας, τα μέτρα προστασίας των αποδεικτικών στοιχείων, που προβλέπονται από το άρθρο 14 του παραρτήματος ΙΙ του Οργανισμού, πρέπει, ενόψει της φύσης τους και ιδίως του επείγοντος χαρακτήρα τους, να μπορούν να υπαχθούν στην κατηγορία αυτών των ειδικών μέτρων, η λήψη των οποίων είναι δυνατόν να διατάσσεται με συνοπτική διαδικασία.

Για τους σκοπούς της διαδικασίας ενώπιον του δικαστηρίου του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας γίνεται και μια δεύτερη τροποποίηση, η οποία αφορά το πρόσωπο που δικαιούται να εκδίδει τις σχετικές αποφάσεις. Το άρθρο 39 του Οργανισμού αναθέτει την αρμοδιότητα αυτή στον πρόεδρο του Δικαστηρίου. Η προσέγγιση αυτή δεν φαίνεται να διασφαλίζει τον ενδεδειγμένο βαθμό ευελιξίας για τις διαφορές ενώπιον του δικαστηρίου του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας. Το ζήτημα του αν πρέπει να ανασταλεί η εκτέλεση μιας απόφασης συνδέεται στενά με τη συγκεκριμένη εκάστοτε υπόθεση και, κατά συνέπεια, θα μπορούσε να το χειριστεί αποτελεσματικότερα το τμήμα που εξέδωσε την απόφαση ή ένας από τους δικαστές του. Εξάλλου, η λήψη προσωρινών μέτρων και μέτρων προστασίας των αποδεικτικών στοιχείων αναμένεται να είναι συνήθης διαδικασία στα πλαίσια των διαφορών των σχετικών με τα διπλώματα ευρεσιτεχνίας και, κατά συνέπεια, θα ήταν δυνατόν να τη χειριστεί καλύτερα το τμήμα που είναι αρμόδιο για την κύρια διαδικασία ή ένας από τους δικαστές του. Η επιλογή να αφεθεί στον κανονισμό διαδικασίας η επίλυση του ζητήματος του ποιος είναι αρμόδιος για την έκδοση αποφάσεων με συνοπτική διαδικασία διασφαλίζει την αναγκαία ευελιξία για την εξεύρεση της καταλληλότερης λύσης.

Άρθρο 16 του παραρτήματος ΙΙ του Οργανισμού - Ερήμην απόφαση

Το άρθρο αυτό τροποποιεί το άρθρο 41 του Οργανισμού, το οποίο αφορά τις αποφάσεις που εκδίδονται ερήμην.

Το άρθρο 41 του Οργανισμού προβλέπει τη δυνατότητα έκδοσης ερήμην αποφάσεως, όταν ο διάδικος κατά του οποίου στρέφεται η προσφυγή, αν και έχει κληθεί κανονικά, δεν καταθέσει έγγραφες προτάσεις. Για τις διαφορές μεταξύ ιδιωτών σχετικά με διπλώματα ευρεσιτεχνίας, η περίπτωση αυτή δεν θα έπρεπε να είναι η μόνη κατά την οποία το δικαστήριο του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας θα μπορούσε να κρίνει μια υπόθεση με ερήμην απόφαση. Η έκδοση ερήμην αποφάσεως θα έπρεπε επίσης να είναι δυνατή και όταν ο εναγόμενος καταθέσει προτάσεις κατά το έγγραφο στάδιο της διαδικασίας, αλλά στη συνέχεια, αν και έχει κληθεί κανονικά, δεν προσέλθει κατά την προφορική διαδικασία για να υπερασπιστεί τον εαυτό του. Στην περίπτωση αυτή, το δικαστήριο του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας πρέπει να έχει τη δυνατότητα να εκδώσει ερήμην απόφαση η οποία θα περατώσει την υπόθεση, εκτός αν ο εναγόμενος, σύμφωνα με τη δεύτερη φράση του άρθρου 41 του Οργανισμού, ασκήσει ανακοπή κατά της αποφάσεως εντός προθεσμίας ενός μηνός από της κοινοποιήσεώς της. Τέλος, η έκδοση ερήμην αποφάσεως πρέπει επίσης να είναι δυνατή και κατά του ενάγοντος ο οποίος, αν και έχει κληθεί κανονικά, δεν προσέρχεται στην προφορική ακρόαση.

Άρθρο 17 του παραρτήματος ΙΙ του Οργανισμού - Αναθεώρηση απόφασης

Το πρώτο εδάφιο του άρθρου 44 του Οργανισμού περιέχει μια διάταξη για την αναθεώρηση μιας απόφασης, διάταξη η οποία δεν συνάδει με τις ιδιωτικές διαφορές που θα άγονται ενώπιον του δικαστηρίου του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας. Το άρθρο 44 επιτρέπει την αναθεώρηση μιας οριστικής απόφασης εφόσον γίνει γνωστό γεγονός αποφασιστικής σημασίας το οποίο ήταν άγνωστο πριν από την έκδοση της απόφασης. Από την άποψη της ασφάλειας δικαίου, ο λόγος αυτός δεν επαρκεί για την επανεξέταση μιας διαφοράς μεταξύ ιδιωτών. Οι διάδικοι πρέπει να είναι σε θέση να βασίζονται σε μια απόφαση του δικαστηρίου του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας, όταν η απόφαση αυτή δεν υπόκειται πλέον σε ένδικα μέσα, ακόμη και στην περίπτωση κατά την οποία ένα γεγονός αποφασιστικής σημασίας ήταν άγνωστο κατά το χρόνο έκδοσης της απόφασης. Η επανεξέταση υποθέσεων πρέπει να παραμείνει άκρως εξαιρετική δυνατότητα και να περιορίζεται στην αποκάλυψη γεγονότος αποφασιστικής σημασίας που ήταν άγνωστο στο διάδικο ο οποίος ζητά την επανεξέταση και μόνο αν υπήρξε ουσιώδες διαδικαστικό σφάλμα ή πράξη που θεωρήθηκε στα πλαίσια οριστικής δικαστικής απόφασης ότι συνιστά ποινικό αδίκημα. Μόνο σ' αυτές τις άκρως εξαιρετικές περιπτώσεις δικαιολογείται η δυνατότητα νόμιμης προσβολής μιας οριστικής απόφασης.

Άρθρο 18 του παραρτήματος ΙΙ του Οργανισμού - Συμβιβασμός

Μια διαφορά μεταξύ των διαδίκων μπορεί να επιλυθεί όχι μόνο με οριστική απόφαση του δικαστηρίου του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας αλλά και με συμβιβασμό μεταξύ των διαδίκων ενώπιον του δικαστηρίου αυτού. Το παρόν άρθρο θεσπίζει τη νομική βάση για το δικαστικό συμβιβασμό που μπορεί να επιτευχθεί μεταξύ των διαδίκων σε κάθε στάδιο της δίκης. Ο συμβιβασμός αυτός, ο οποίος επικυρώνεται από το δικαστήριο του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας, έχει δύο σημαντικές συνέπειες: περατώνει τη διαδικασία ενώπιον του δικαστηρίου του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας και αποτελεί εκτελεστό τίτλο, σύμφωνα με τα άρθρα 244 και 256 της συνθήκης ΕΚ, στην περίπτωση κατά την οποία ένας διάδικος δεν συμμορφώνεται με τους όρους του συμβιβασμού. Η δεύτερη φράση διευκρινίζει ότι ο συμβιβασμός δεν δύναται να επηρεάσει το κύρος ενός κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας, το οποίο διέπεται αποκλειστικά από το νόμο και δεν υπόκειται στην ελεύθερη βούληση των διαδίκων. Βεβαίως, οι διάδικοι παραμένουν ελεύθεροι να συνάπτουν συμβιβασμό, περιλαμβανομένης της σύναψης συμφωνίας για παραίτηση από το δίπλωμα ευρεσιτεχνίας ή εθελοντικό περιορισμό του.

Άρθρο 19 του παραρτήματος ΙΙ του Οργανισμού - Αναρμόδιο κοινοτικό δικαστήριο

Το άρθρο 54 πρώτο εδάφιο του Οργανισμού αφορά την υποχρέωση των γραμματέων του Δικαστηρίου και του Πρωτοδικείου να διαβιβάζουν ο ένας στον άλλον έγγραφα απευθυνόμενα σε έναν εκ των δύο, αλλά τα οποία έχουν κατατεθεί εκ παραδρομής στον έτερο εξ αυτών. Το άρθρο 54 δεύτερο εδάφιο του Οργανισμού διέπει τις περιπτώσεις στις οποίες έχει επιληφθεί είτε το Δικαστήριο είτε το Πρωτοδικείο, ενώ αρμόδιο είναι το έτερο εξ αυτών δικαστήριο. Εν προκειμένω, το δικαστήριο που επιλήφθηκε μπορεί να παραπέμψει τελεσίδικα την προσφυγή. Και οι δύο διατάξεις εφαρμόζονται mutatis mutandis και στο δικαστήριο του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας.

Το άρθρο 54 τρίτο εδάφιο του Οργανισμού, που προβλέπει τη δυνατότητα αναστολής της διαδικασίας μέχρις ότου εκδοθεί η απόφαση του Δικαστηρίου, πρέπει να τροποποιηθεί και εξετάζεται χωριστά στο ακόλουθο άρθρο 20 του παραρτήματος ΙΙ του Οργανισμού.

Άρθρο 20 του παραρτήματος ΙΙ του Οργανισμού - Αναστολή διαδικασίας

Το άρθρο αυτό περιέχει κανόνες σχετικά με την αναστολή διαδικασίας.

Το πρώτο εδάφιο καλύπτει τις καταστάσεις στις οποίες, όπως το άρθρο 54 τρίτο εδάφιο του Οργανισμού για το Πρωτοδικείο, το δικαστήριο του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας μπορεί, μετά από ακρόαση των διαδίκων, να αναστέλλει τη διαδικασία μέχρις ότου εκδοθεί απόφαση άλλου κοινοτικού δικαστηρίου. Το δικαστήριο του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας πρέπει να έχει τη δυνατότητα να αναστέλλει τη διαδικασία, όταν υπάρχει επαρκής σχέση μεταξύ των θεμάτων που εκκρεμούν ενώπιόν του και των θεμάτων που έχουν τεθεί στα πλαίσια υποθέσεως ενώπιον του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ή του Πρωτοδικείου. Αναστολή διαδικασίας μπορεί να υπάρξει όταν το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων έχει επιληφθεί υποθέσεως η οποία θέτει το ίδιο ζήτημα ερμηνείας είτε μέσω προδικαστικού ερωτήματος είτε στο πλαίσιο επανεξέτασης σύμφωνα με το άρθρο 225 παράγραφος 2 της συνθήκης ΕΚ. Αναστολή διαδικασίας μπορεί επίσης να υπάρξει όταν το Πρωτοδικείο καλείται να αποφασίσει για το κύρος του ίδιου κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας το οποίο αποτελεί επίσης αντικείμενο διαδικασίας ενώπιον του δικαστηρίου του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας. Στις περιπτώσεις αυτές, πρέπει να υπάρξει αναστολή διαδικασίας προκειμένου να διασφαλισθεί η ομοιομορφία της νομολογίας και ο αποτελεσματικός χειρισμός των υποθέσεων.

Το δεύτερο εδάφιο προβλέπει τη δυνατότητα του δικαστηρίου του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας να αναστέλλει τη διαδικασία, όταν επιλαμβάνεται αγωγής ακυρώσεως ενώ εκκρεμεί διαδικασία προσφυγής ενώπιον του Ευρωπαϊκού Γραφείου Διπλωμάτων Ευρεσιτεχνίας. Δεν προβλέπεται αυτόματη αναστολή της διαδικασίας. Αφήνεται στο δικαστήριο του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας η ευχέρεια να αποφασίσει για το θέμα αυτό με βάση τα δεδομένα της εκάστοτε υπόθεσης. Το δικαστήριο του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας δύναται, μετά από ακρόαση των διαδίκων, να αναστείλει τη διαδικασία μέχρις ότου εκδοθεί οριστική απόφαση επί της προσφυγής. Μια τέτοια οριστική απόφαση, δηλαδή απόφαση η οποία δεν υπόκειται πλέον σε άλλα ένδικα μέσα ενώπιον του Ευρωπαϊκού Γραφείου Διπλωμάτων Ευρεσιτεχνίας, μπορεί να εκδοθεί από το τμήμα προσφυγών ή, αν ασκηθείένδικο μέσο, από το τμήμα εφέσεων του Ευρωπαϊκού Γραφείου Διπλωμάτων Ευρεσιτεχνίας.

Άρθρο 21 του παραρτήματος ΙΙ του Οργανισμού - Κοινοποίηση αποφάσεων

Το άρθρο αυτό εφαρμόζει, με μικρές τροποποιήσεις, στο δικαστήριο του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας το άρθρο 55 του Οργανισμού, που καθορίζει τις αποφάσεις που πρέπει να κοινοποιούνται και τους αποδέκτες τους. Ο γραμματέας πρέπει να κοινοποιεί σε όλους τους διαδίκους την οριστική απόφαση και τις αποφάσεις που επιλύουν εν μέρει τη διαφορά ως προς την ουσία ή επιλύουν δικονομικό ζήτημα που αφορά ένσταση αναρμοδιότητας ή απαραδέκτου. Στα κράτη μέλη και στα όργανα των Κοινοτήτων τα οποία ούτε παρενέβησαν στη δίκη ούτε υπήρξαν διάδικοι αποστέλλεται μόνο άτυπα η οριστική απόφαση του δικαστηρίου του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας προς ενημέρωσή τους. Επίσημη κοινοποίηση των αποφάσεων όλων των ειδών δεν κρίνεται ενδεδειγμένη.

Άρθρο 22 του παραρτήματος ΙΙ του Οργανισμού - Εκτέλεση των αποφάσεων του δικαστηρίου του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας

Το άρθρο αυτό αφορά την εκτέλεση των αποφάσεων του δικαστηρίου του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας.

Το πρώτο εδάφιο θεσπίζει δύο αρχές που διέπουν την εκτελεστότητα των αποφάσεων του δικαστηρίου του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας. Οι αποφάσεις του δικαστηρίου του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας πρέπει να είναι πάντοτε εκτελεστές, εάν δεν υπόκεινται πλέον σεένδικο μέσο. Η εκτέλεση μπορεί να αρχίσει από τη στιγμή κατά την οποία η απόφαση του δικαστηρίου του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας αποκτήσει ισχύ δεδικασμένου. Κατά συνέπεια, η άσκηση ενδίκου μέσου κατά αποφάσεως του δικαστηρίου του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας, πράγμα που δεν επιτρέπει στην απόφαση να αποκτήσει ισχύ δεδικασμένου, πρέπει να έχει ανασταλτικό αποτέλεσμα όσον αφορά την εκτελεστότητα της απόφασης. Ωστόσο, ο διάδικος ο οποίος κέρδισε την υπόθεση πρωτοδίκως ενδέχεται να έχει έννομο συμφέρον να αρχίσει την εκτέλεση της απόφασης ακόμη και αν ο αντίδικός του την εφεσιβάλει. Τυχόν αναστολή κάθε μορφής εκτέλεσης έως την έκδοση της αποφάσεως σε δεύτερο βαθμό θα ήταν δυνατόν να μειώσει σε πολύ μεγάλο βαθμό την αξία των διαδικασιών ενώπιον του δικαστηρίου του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας, διότι, σε μια τέτοια περίπτωση, η δικαστική προστασία θα γινόταν ίσως αποτελεσματική μόνο σε ένα χρονικό σημείο στο οποίο ο διάδικος δεν μπορεί πλέον να αποκομίσει τα οικονομικά οφέλη τα οποία υποτίθεται ότι πρέπει να διασφαλίσει η διαδικασία. Επιπροσθέτως, πρέπει να έχει κανείς κατά νουν ότι το δικαστήριο του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας θα έχει κρίνει την υπόθεση έπειτα από διεξοδική εξέτασή της. Από την άλλη πλευρά, αν επιτραπεί η εκτέλεση πριν η απόφαση αποκτήσει ισχύ δεδικασμένου, επιβάλλεται η πρόβλεψη εγγυήσεων που θα προστατεύουν επαρκώς από κάθε ζημία ή βλάβη το διάδικο κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση, αν η απόφαση εξαφανισθεί τελικά σε δεύτερο βαθμό. Το παρόν άρθρο διασφαλίζει την ισορροπία μεταξύ των προαναφερομένων συμφερόντων των διαδίκων, παρέχοντας στο δικαστήριο του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας τη δυνατότητα να κηρύσσει τις αποφάσεις του εκτελεστές, εξαρτώντας, ωστόσο, εάν χρειάζεται, την εκτελεστότητα από την παροχή εγγύησης. Εάν το δικαστήριο του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας εξαρτήσει την εκτέλεση της απόφασης από την παροχή εγγύησης, ο εναγόμενος ο οποίος εφεσιβάλλει επιτυχώς την πρωτόδικη απόφαση που εκτελέσθηκε εις βάρος του μπορεί πάντοτε να ζητήσει να του επιστραφεί, π.χ., ένα ποσό που κατέβαλε, εν ανάγκη από την εγγύηση, ακόμα και αν ο αντίδικος έχει εν τω μεταξύ καταστεί αφερέγγυος. Τα είδη των περιπτώσεων στις οποίες δεν θα χρειάζεται η παροχή εγγύησης πρέπει να προσδιοριστούν από το δικαστήριο του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας. Κάτι τέτοιο θα μπορούσε, π.χ., να συμβαίνει στις αποφάσεις που εκδίδονται ερήμην, όταν ο διάδικος κατά του οποίου στρέφεται η απόφαση, αν και έχει κληθεί κανονικά, δεν προσέλθει στη διαδικασία, ή αν ένας διάδικος έχει αποδεχθεί τις αξιώσεις του αντιδίκου του.

Το δεύτερο εδάφιο απλουστεύει το μηχανισμό εκτέλεσης των αποφάσεων του δικαστηρίου του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας. Σύμφωνα με το άρθρο 225Α έκτο εδάφιο της συνθήκης ΕΚ, η εκτέλεση των αποφάσεων του δικαστηρίου του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας διέπεται από τα άρθρα 244 και 256 της συνθήκης ΕΚ, εκτός εάν η απόφαση με την οποία ιδρύεται το δικαστήριο του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας ορίζει άλλως. Σύμφωνα με το άρθρο 256 της συνθήκης ΕΚ, η εκτέλεση διέπεται από τις διατάξεις της πολιτικής δικονομίας που ισχύει στο κράτος στην επικράτεια του οποίου γίνεται. Για να καταστεί δυνατή η έναρξη της διαδικασίας εκτέλεσης, η εθνική αρχή που ορίζεται για το σκοπό αυτό από το κράτος μέλος πρέπει να προβεί στην περιαφή του εκτελεστηρίου τύπου στην απόφαση. Για να προβεί στην ενέργεια αυτή, η εθνική αρχή μπορεί να ελέγξει μόνο τη γνησιότητα της απόφασης. Παρά το γεγονός ότι ο ρόλος της εθνικής αρχής στο πλαίσιο αυτό περιορίζεται ήδη σε έναν τυπικό έλεγχο της γνησιότητας της προς εκτέλεση απόφασης, η διατύπωση αυτή δεν φαίνεται να είναι ούτε αναγκαία ούτε ενδεδειγμένη για την εκτέλεση των αποφάσεων του δικαστηρίου του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας. Το δικαστήριο του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας είναι το πλέον κατάλληλο να πιστοποιήσει τη γνησιότητα της προς εκτέλεση απόφασης. Τυχόν πρόβλεψη ειδικής διαδικασίας για την περιαφή του εκτελεστηρίου τύπου από εθνική αρχή θα παρέτεινε αδικαιολόγητα τη διαδικασία εκτέλεσης και θα δημιουργούσε ιδίως προβλήματα όσον αφορά την εκτέλεση των προσωρινών μέτρων τα οποία, εκ φύσεως, επιβάλλουν ταχεία δράση, ενίοτε εντός ολίγων ωρών. Κατά συνέπεια, προτείνεται το δικαστήριο του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας να προβαίνει το ίδιο στην περιαφή του εκτελεστηρίου τύπου στην απόφαση, την οποία, στη συνέχεια, θα μπορεί να εκτελεί αμέσως ο νικήσας διάδικος σύμφωνα με τις διατάξεις της πολιτικής δικονομίας του οικείου κράτους. Το δεύτερο εδάφιο επιτρέπει επίσης την εκτέλεση αποφάσεων κατά κρατών μελών. Τα κράτη μέλη μπορούν, όπως κάθε άλλο νομικό ή φυσικό πρόσωπο, να είναι διάδικοι σε δίκες ενώπιον του δικαστηρίου του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας. Μπορεί να είναι κάτοχοι κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας ή εναγόμενοι σε διαδικασίες επί προσβολή που κινούνται εναντίον τους από άλλους δικαιούχους. Κατά συνέπεια, οι αποφάσεις του δικαστηρίου του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας πρέπει να είναι εκτελεστές και κατά των κρατών μελών.

Το τρίτο εδάφιο προβλέπει μια ακόμη ιδιαιτερότητα όσον αφορά την εκτέλεση των αποφάσεων του δικαστηρίου του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας. Η εκτέλεση των αποφάσεων που διατάσσουν τον εναγόμενο να προβεί σε συγκεκριμένη πράξη ή παράλειψη (δηλαδή να ενεργήσει με συγκεκριμένο τρόπο ή να απόσχει από ορισμένες ενέργειες) μπορεί να ενισχυθεί με τη δυνατότητα επιβολής χρηματικής ποινής σε περίπτωση μη συμμόρφωσης με τους όρους της απόφασης. Το ίδιο το δικαστήριο του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας πρέπει να έχει το δικαίωμα να επιβάλλει χρηματική ποινή αυτού του είδους για μη συμμόρφωση με τις αποφάσεις ή διατάξεις του. Αν, π.χ., το δικαστήριο του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας διατάξει τον εναγόμενο να θέσει τέρμα στην προσβολή, θα πρέπει να έχει συγχρόνως το δικαίωμα να εκδώσει διάταξη που να τιμωρεί τη μη συμμόρφωση με την απόφαση με την υποχρέωση καταβολής ενός ορισμένου χρηματικού ποσού. Αν η έκδοση μιας τέτοιας διάταξης προϋπέθετε την υποβολή χωριστής αίτησης στα δικαστήρια των κρατών μελών, θα υπήρχε ο κίνδυνος να χαθεί πολύτιμος χρόνος στην προσπάθεια να εξασφαλιστεί ο σεβασμός της απόφασης του δικαστηρίου του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας. Το δικαστήριο του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας μπορεί να διατάξει την καταβολή ενός κατ' αποκοπήν ποσού σε περίπτωση μη συμμόρφωσης με την απόφασή του. Μπορεί επίσης να διατάξει την πληρωμή ενός περιοδικώς καταβαλλόμενου ποσού (περιοδική χρηματική ποινή) και να προσδιορίσει τους όρους καταβολής του: να ορίσει, π.χ., ότι το εν λόγω ποσό θα καταβάλλεται σε κάθε περίπτωση μη συμμόρφωσης με την απόφαση του δικαστηρίου ή σε περίπτωση μη συμμόρφωσης εντός ορισμένου χρονικού διαστήματος. Η χρηματική ποινή πρέπει να είναι ανάλογη με τη σημασία της προς εκτέλεση απόφασης και, εν πάση περιπτώσει, δεν μπορεί να υπερβαίνει το ποσό των 50.000 ευρώ.

Άρθρο 23 του παραρτήματος ΙΙ του Οργανισμού - Δικαστικά έξοδα

Το άρθρο αυτό προβλέπει την καταβολή δικαστικών εξόδων για τη συμμετοχή σε διαδικασίες ενώπιον του δικαστηρίου του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας.

Το πρώτο εδάφιο θεσπίζει την αρχή ότι η συμμετοχή σε διαδικασίες ενώπιον του δικαστηρίου του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας συνεπάγεται την καταβολή κατάλληλων δικαστικών εξόδων. Ενώ οι διαδικασίες ενώπιον του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και του Πρωτοδικείου είναι δωρεάν, κρίνεται ενδεδειγμένο, για τις διαφορές που αφορούν το κοινοτικό δίπλωμα ευρεσιτεχνίας, να συμβάλλουν καταλλήλως οι διάδικοι στην κάλυψη των εξόδων στα οποία υποβάλλεται το δικαστήριο του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας. Ενώπιον του δικαστηρίου του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας, οι διάδικοι θα αντιδικούν για διαφορές σχετικές με τα υποκειμενικά ιδιωτικά δικαιώματά τους. Τα έξοδα που συνεπάγεται η εκδίκαση μιας τέτοιας διαφοράς μεταξύ ιδιωτών δεν πρέπει να τα επωμίζεται εξ ολοκλήρου το κοινωνικό σύνολο.

Το δεύτερο εδάφιο αφορά τον καθορισμό μιας κλίμακας εξόδων, η οποία θα προβλέπει τα επί μέρους τέλη, καθώς και το προς καταβολή ποσό. Η κλίμακα εξόδων θα καθοριστεί από το Συμβούλιο με ειδική πλειοψηφία κατόπιν προτάσεως της Επιτροπής και μετά από διαβούλευση με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ή κατόπιν αιτήσεως του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και μετά από διαβούλευση με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και την Επιτροπή. Το προς καταβολή ποσό πρέπει να διασφαλίζει τη σωστή ισορροπία μεταξύ της αρχής της ισότιμης πρόσβασης στη δικαιοσύνη και της ενδεδειγμένης συμβολής των διαδίκων στην κάλυψη του κόστους των υπηρεσιών που παρέχονται από το δικαστήριο του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας. Αυτό σημαίνει, από τη μία πλευρά, ότι τα τέλη δεν πρέπει να είναι απαγορευτικού ύψους και να καθιστούν την προστασία των κοινοτικών διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας αδικαιολόγητα δαπανηρή. Επίσης για τους εναγόμενους, και ιδίως για τις ΜΜΕ, ο κίνδυνος να εναχθούν ενώπιον του δικαστηρίου του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας δεν πρέπει να συνιστά οικονομική απειλή που να τους οδηγεί στην απόφαση να παραιτηθούν από τις διεκδικήσεις τους αντί να διεκδικήσουν τα δικαιώματά τους ενώπιον του εν λόγω δικαστηρίου. Από την άλλη πλευρά, οι διάδικοι πρέπει να επωμίζονται ένα δίκαιο μερίδιο των εξόδων τα οποία δημιουργεί η εκδίκαση της διαφοράς τους. Πέραν μιας ισορροπημένης κλίμακας εξόδων, ο κανονισμός διαδικασίας πρέπει επίσης να προβλέπει το ευεργέτημα της πενίας για τους διαδίκους που δεν είναι σε θέση να αντεπεξέλθουν στα έξοδα, όπως γίνεται στο άρθρο 76 του κανονισμού διαδικασίας του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και στα άρθρα 94 και επόμενα του κανονισμού διαδικασίας του Πρωτοδικείου.

Το τρίτο εδάφιο διευκρινίζει ότι τα δικαστικά έξοδα προκαταβάλλονται και ότι ο διάδικος που δεν έχει καταβάλει τα καθορισθέντα δικαστικά έξοδα δύναται να αποκλεισθεί από την περαιτέρω συμμετοχή στη διαδικασία. Οι διάδικοι πρέπει να καταβάλουν το οφειλόμενο ποσό, σύμφωνα με την κλίμακα εξόδων, πριν αρχίσει η διαδικασία ενώπιον του δικαστηρίου του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας. Με τον τρόπο αυτό, διασφαλίζεται ότι το δικαστήριο του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας θα εισπράττει τα δικαστικά έξοδα χωρίς να σπαταλά αδικαιολόγητα πόρους για την είσπραξη των εν λόγω εξόδων, περιλαμβανομένης της, σε παγκόσμιο επίπεδο, αναγκαστικής εκτέλεσης κατά διαδίκων οι οποίοι δεν πληρώνουν τα έξοδά τους. Το δικαστήριο του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας θα αποφασίζει για τα έξοδα σύμφωνα με το άρθρο 38 του Οργανισμού και τις σχετικές διατάξεις του κανονισμού διαδικασίας, ο οποίος πρέπει να θεσπίσει λεπτομερείς ρυθμίσεις σχετικά με το διάδικο ο οποίος θα κληθεί τελικά να καταβάλει τα έξοδα, όπως συμβαίνει για το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων στα άρθρα 69 και επόμενα και για το Πρωτοδικείο στα άρθρα 87 και επόμενα των αντίστοιχων κανονισμών διαδικασίας τους. Έτσι, εάν ο νικήσας διάδικος ήταν εκείνος ο οποίος είχε προκαταβάλει τα έξοδα, θα έχει τη δυνατότητα να τα αναζητήσει από τον ηττηθέντα διάδικο. Τέλος, πρέπει να σημειωθεί ότι το δικαστήριο του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας "δύναται" να αποκλείσει τους διαδίκους από την περαιτέρω συμμετοχή τους στη διαδικασία. Η ρύθμιση αυτή επιτρέπει στο δικαστήριο του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας την ανάπτυξη μιας πρακτικής σύμφωνα με την οποία, σε συγκεκριμένες περιπτώσεις, τα έξοδα κατ' εξαίρεση δεν θα προκαταβάλλονται, πράγμα που θα ήταν ίσως ενδεδειγμένο σε περιπτώσεις επειγόντων προσωρινών μέτρων, που δεν αφήνουν κανένα χρόνο για προκαταβολή των εξόδων.

Άρθρο 24 του παραρτήματος ΙΙ του Οργανισμού - Διεξαγωγή συνεδριάσεων στα κράτη μέλη

Το άρθρο αυτό διευκρινίζει ότι το δικαστήριο του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας δύναται να διεξαγάγει συνεδριάσεις σε κράτη μέλη διαφορετικά από το κράτος μέλος στο οποίο εδρεύει, όπως συμφώνησε το Συμβούλιο στην κοινή πολιτική του προσέγγιση της 3ης Μαρτίου 2003. Απόκειται στο δικαστήριο του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας να αποφασίζει, σε κάθε συγκεκριμένη υπόθεση, σχετικά με το κατά πόσον ενδείκνυται η διεξαγωγή τέτοιων συνεδριάσεων.

Άρθρο 25 του παραρτήματος ΙΙ του Οργανισμού - Γλώσσα της διαδικασίας

Το άρθρο αυτό θεσπίζει τις αρχές που διέπουν τη γλώσσα της διαδικασίας ενώπιον του δικαστηρίου του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας.

Το πρώτο εδάφιο ορίζει ότι το δικαστήριο του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας διεξάγει τη διαδικασία στην επίσημη κοινοτική γλώσσα του κράτους μέλους στο οποίο κατοικεί ο εναγόμενος ή, όταν σε ένα κράτος μέλος υπάρχουν δύο ή περισσότερες επίσημες κοινοτικές γλώσσες, σε μία από αυτές, την οποία επιλέγει ο εναγόμενος. Η αρχή αυτή, η οποία αναγνωρίσθηκε στην κοινή πολιτική προσέγγιση του Συμβουλίου της 3ης Μαρτίου 2003, διασφαλίζει ότι ένας εναγόμενος που κατοικεί στην ΕΕ και ο οποίος αντιμετωπίζει τους ισχυρισμούς και τις αξιώσεις του αντιδίκου του (ενάγοντος) θα έχει τη δυνατότητα να υπερασπισθεί τον εαυτό του σε γλώσσα την οποία γνωρίζει ή μπορεί να αναμένεται ότι γνωρίζει. Δεδομένου ότι η κατοικία του εναγομένου είναι κατά κανόνα δυνατόν να προσδιοριστεί χωρίς ιδιαίτερη δυσκολία, ο κανόνας ο οποίος επελέγη είναι σαφέστατος και συμβάλλει στην ασφάλεια δικαίου για τον ενάγοντα. Ωστόσο, εάν ο εναγόμενος δεν κατοικεί σε κράτος μέλος, το δικαστήριο του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας θα διεξαγάγει τη διαδικασία στην επίσημη κοινοτική γλώσσα στην οποία χορηγήθηκε το δίπλωμα ευρεσιτεχνίας. Η διάταξη αυτή θεσπίζει ένα σαφή κανόνα για όλες τις άλλες πιθανές καταστάσεις στις οποίες ο εναγόμενος έχει την κατοικία του σε τρίτη χώρα.

Το δεύτερο εδάφιο προβλέπει, όπως συμφωνήθηκε από το Συμβούλιο στην κοινή πολιτική του προσέγγιση της 3ης Μαρτίου 2003, ότι, αιτήσει των διαδίκων και με τη συγκατάθεση του δικαστηρίου του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας, κάθε επίσημη γλώσσα της ΕΕ μπορεί να επιλεγεί ως γλώσσα της διαδικασίας, προκειμένου να ληφθούν υπόψη ιδιαίτερες καταστάσεις. Μια τέτοια συμφωνία των διαδίκων θα ήταν ενδεχομένως πιθανή όταν, π.χ., ο εναγόμενος, αν και κατοικεί σε άλλο κράτος μέλος, κατάγεται από το ίδιο κράτος μέλος με τον ενάγοντα ή ιδίως όταν οι αντίδικες επιχειρήσεις επικοινωνούν στην ίδια διεθνή επιχειρηματική γλώσσα την οποία ο εναγόμενος προτιμά να χρησιμοποιήσει αντί για τη γλώσσα της κατοικίας του. Κατά κανόνα, το δικαστήριο του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας θα δέχεται το κοινό αίτημα των διαδίκων να χρησιμοποιήσουν μια άλλη γλώσσα διαδικασίας. Ωστόσο, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, το δικαστήριο του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας πρέπει να έχει την εξουσία να απορρίπτει το αίτημα, όταν, π.χ., το εν λόγω αίτημα υποβάλλεται ακαίρως, δηλαδή σε χρονική στιγμή που δημιουργεί πρόβλημα στο δικαστήριο του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας, π.χ. πολύ κοντά σε μια προφορική ακρόαση ή κατά τη διάρκειά της, με αποτέλεσμα να μην είναι δυνατόν να εξασφαλισθεί η διερμηνεία.

Το τρίτο εδάφιο διευκρινίζει ότι το δικαστήριο του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας δύναται να εξετάσει, σύμφωνα με τον κανονισμό διαδικασίας, τους διαδίκους, τους μάρτυρες και τους πραγματογνώμονες σε οποιαδήποτε γλώσσα. Το δικαστήριο του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας πρέπει να έχει τη δυνατότητα, εάν το κρίνει απαραίτητο, να εξετάσει οποιοδήποτε από τα προαναφερόμενα πρόσωπα, ακόμη και αν το εν λόγω πρόσωπο δεν ομιλεί καμία από τις επίσημες γλώσσες της ΕΕ. Σε μια τέτοια περίπτωση, ο γραμματέας μεριμνά για τη διερμηνεία στη γλώσσα της διαδικασίας και, αιτήσει διαδίκου, στη γλώσσα που χρησιμοποιεί ο διάδικος αυτός κατά την προφορική διαδικασία, σύμφωνα με τον κανονισμό διαδικασίας.

Τέλος, το τέταρτο εδάφιο προβλέπει τη δυνατότητα του δικαστηρίου του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας να επιτρέπει την υποβολή συνοδευτικών εγγράφων σε γλώσσα διαφορετική από τη γλώσσα της διαδικασίας, ούτως ώστε να αποφεύγονται οι μη αναγκαίες και δαπανηρές μεταφράσεις. Ωστόσο, το δικαστήριο του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας μπορεί οποτεδήποτε να απαιτήσει την κατάθεση σχετικής μετάφρασης.

Άρθρο 26 του παραρτήματος ΙΙ του Οργανισμού -´Ενδικα μέσα κατά αποφάσεων του δικαστηρίου του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας

Το άρθρο αυτό περιέχει διατάξεις σχετικά με τη δυνατότητα άσκησης ενδίκου μέσου κατά των αποφάσεων του δικαστηρίου του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας.

Το πρώτο εδάφιο ορίζει ότι κατά των οριστικών αποφάσεων του δικαστηρίου του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας μπορεί να ασκηθεί ένδικο μέσο εντός δύο μηνών από της κοινοποιήσεως της προσβαλλόμενης απόφασης. Η διάταξη αυτή αντιστοιχεί στο άρθρο 56 πρώτο εδάφιο του Οργανισμού, που αφορά την αναίρεση κατά των αποφάσεων του Πρωτοδικείου. Η πρόσθετη διευκρίνιση του άρθρου αυτού στην οποία γίνεται λόγος για αναίρεση κατά των αποφάσεων "που επιλύουν εν μέρει τη διαφορά ως προς την ουσία ή επιλύουν δικονομικό ζήτημα που αφορά ένσταση αναρμοδιότητας ή απαραδέκτου" δεν συμπεριελήφθη. Απόφαση που θα επιλύει εν μέρει τη διαφορά ως προς την ουσία θα είναι απόφαση του δικαστηρίου του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας και συνεπώς θα μπορεί να εφεσιβληθεί. Το ίδιο ισχύει και για τις αποφάσεις με τις οποίες το δικαστήριο του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας αποφαίνεται ότι είναι αναρμόδιο ή κηρύσσει την αγωγή απαράδεκτη.

Το δεύτερο εδάφιο περιέχει μια ειδική διάταξη σχετικά με τη δυνατότητα να ασκηθεί έφεση κατά αποφάσεων λήψεως προσωρινών μέτρων, που εκδόθηκαν σύμφωνα με το άρθρο 243 της συνθήκης ΕΚ, κατά αποφάσεων αναστολής της αναγκαστικής εκτέλεσης, που εκδόθηκαν σύμφωνα με το άρθρο 256 τέταρτο εδάφιο της συνθήκης ΕΚ, και κατά αποφάσεων περί λήψεως μέτρων προστασίας των αποδεικτικών στοιχείων, που προβλέπονται από το άρθρο 14 του παραρτήματος ΙΙ του Οργανισμού. Ένδικο μέσο κατά αποφάσεων αυτού του είδους μπορεί ασκηθεί εντός δύο μηνών από της κοινοποιήσεώς τους. Αντίστοιχη διάταξη για το Πρωτοδικείο περιέχεται στο άρθρο 57 δεύτερο εδάφιο του Οργανισμού. Στις καταστάσεις που μνημονεύονται στο άρθρο 50 παράγραφος 2 της συμφωνίας TRIPS, όταν η επίμαχη απόφαση έχει ληφθεί χωρίς προηγούμενη ακρόαση του διαδίκου που θίγεται από τα μέτρα, το προβλεπόμενο ένδικο μέσο δεν είναι άμεσα η έφεση. Αντ' αυτής, ο θιγόμενος διάδικος μπορεί, εντός δύο μηνών από την κοινοποίηση, να καταθέσει ένσταση ενώπιον του δικαστηρίου του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας, το οποίο στη συνέχεια, αφού λάβει υπόψη του τα επιχειρήματα του θιγομένου διαδίκου, θα επανεξετάσει και θα τροποποιήσει, θα καταργήσει ή θα επικυρώσει τα μέτρα. Αυτή η απόφαση του δικαστηρίου του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας θα υπόκειται εν συνεχεία σε έφεση. Με τη διαδικασία αυτή διασφαλίζεται ότι η έφεση χρησιμεύει ως ένδικο μέσο κατά αποφάσεων του δικαστηρίου του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας που λαμβάνονται αφού διεξαχθεί ενώπιόν του κατ' αντιμωλία διαδικασία μεταξύ των διαδίκων.

Το τρίτο εδάφιο προβλέπει ότι έφεση κατά αποφάσεως με την οποία απορρίφθηκε αίτηση παρέμβασης μπορεί να ασκηθεί εντός δύο εβδομάδων από της κοινοποιήσεως της απορριπτικής αποφάσεως (βλ. επίσης, για το Πρωτοδικείο, το άρθρο 57 πρώτο εδάφιο του Οργανισμού).

Το τέταρτο εδάφιο αφορά τη δυνατότητα να ασκηθεί ένδικο μέσο κατά άλλων αποφάσεων που λαμβάνει το δικαστήριο του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας κατά τη διάρκεια της δίκης. Η δυνατότητα άσκησης ενδίκων μέσων κατά όλων των αποφάσεων που επιλύουν διαδικαστικά θέματα φαίνεται υπερβολικά ευρεία και θα οδηγούσε στην παράλυση της διαδικασίας. Η άσκηση ενδίκων μέσων αυτού του είδους πρέπει να είναι δυνατή μόνον όταν προβλέπεται ρητά στον κανονισμό διαδικασίας. Εάν ο κανονισμός διαδικασίας δεν ορίζει άλλως, οποιαδήποτε δικονομική παράβαση πρέπει να αντιμετωπίζεται στο πλαίσιο της ενδίκου μέσου που ασκείται κατά της ίδιας της απόφασης, πράγμα που διασφαλίζει ταχύτητα στην πρωτόδικη διαδικασία και, συγχρόνως, παρέχει επαρκείς εγγυήσεις στους διαδίκους. Δυνατότητα άσκησης μεμονωμένου ενδίκου μέσου κατά αποφάσεως δικονομικού χαρακτήρα θα μπορούσε να υπάρξει αν η άμεση άσκηση δικαιολογείται από τη σημασία της επίμαχης απόφασης, π.χ. σε περίπτωση απόφασης του δικαστηρίου του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας επί αιτήσεως εξαίρεσης δικαστού.

Το πέμπτο εδάφιο διευκρινίζει ότι το ένδικο μέσο που προβλέπεται στα εδάφια 1 έως 4 του άρθρου αυτού μπορεί να ασκηθεί μόνο από τον εν όλω ή εν μέρει ηττηθέντα διάδικο (βλ. επίσης, για το Πρωτοδικείο, άρθρο 56 δεύτερο εδάφιο του Οργανισμού). Οι περιπτώσεις που προβλέπονται στο δεύτερο και το τρίτο εδάφιο εκδικάζονται με τη διαδικασία του άρθρου 39 του Οργανισμού (βλ. επίσης, για το Πρωτοδικείο, το άρθρο 57 τρίτο εδάφιο του Οργανισμού).

Άρθρο 27 του παραρτήματος ΙΙ του Οργανισμού - Λόγοι ασκήσεως ενδίκων μέσων

Το άρθρο αυτό περιγράφει τους λόγους ασκήσεως ενδίκων μέσων. Το τρίτο εδάφιο του άρθρου 225Α της συνθήκης ΕΚ περιορίζει την αναίρεση κατά των αποφάσεων των δικαιοδοτικών τμημάτων που συνιστώνται σύμφωνα με το εν λόγω άρθρο σε νομικά ζητήματα, εκτός αν η απόφαση για τη σύσταση του τμήματος ορίζει άλλως.

Το πρώτο εδάφιο προβλέπει, για το δικαστήριο του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας, ότι το ένδικο μέσο μπορεί να σορά νομικά ζητήματα καθώς και πραγματικά περιστατικά.

Το δεύτερο εδάφιο διευκρινίζει τους λόγους στους οποίους μπορεί να στηριχθεί η ανίρεση, όταν αφορά νομικά ζητήματα. Οι λόγοι αυτοί είναι οι εξής: αναρμοδιότητα του δικαστηρίου του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας, πλημμέλειες κατά την ενώπιόν του διαδικασία που θίγουν τα συμφέροντα τουαναιρεσείονταο, καθώς και η παραβίαση του κοινοτικού δικαίου από το δικαστήριο του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας. Ο ίδιος κατάλογος περιλαμβάνεται στο πρώτο εδάφιο του άρθρου 58 του Οργανισμού για την άσκηση αναίρεσης για νομικά ζητήματα κατά αποφάσεων του Πρωτοδικείου στο Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.

Το τρίτο εδάφιο διευκρινίζει τους λόγους που μπορούν να προβληθούν όταν η έφεση στηρίζεται σε πραγματικά περιστατικά. Αν και η έφεση σε ιδιωτικές διαφορές δεν πρέπει να περιορίζεται σε νομικά ζητήματα, αλλά να δίνει τη δυνατότητα στους διαδίκους να επικαλεσθούν και πραγματικά περιστατικά, ωστόσο η πλήρης επανεκδίκαση της απόφασης σε δεύτερο βαθμό πρέπει να αποκλεισθεί. Πράγματι, τυχόν πλήρης επανεκδίκαση θα μείωνε την αξία της πρωτόδικης διαδικασίας ενώπιον του δικαστηρίου του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας και θα ενείχε τον κίνδυνο μεταφοράς της δίκης στην κατ' έφεση διαδικασία ενώπιον του Πρωτοδικείου, το οποίο, σε μια τέτοια περίπτωση, θα διέτρεχε τον κίνδυνο να μην είναι σε θέση να εκτελέσει σωστά τα καθήκοντά του ως δευτεροβάθμιου δικαιοδοτικού οργάνου, δηλαδή να επικεντρώσει την προσοχή του στα συγκεκριμένα ζητήματα τα οποία επέλεξαν οι διάδικοι για διεξοδικότερη εξέταση σε υψηλότερο επίπεδο. Για το σκοπό αυτό, ο μοναδικός λόγος που επιτρέπεται να προβληθεί εάν η έφεση στηρίζεται σε πραγματικά περιστατικά είναι η επανεκτίμηση των γεγονότων και των αποδεικτικών στοιχείων που υποβλήθηκαν στο δικαστήριο του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας. Στην κατ' έφεση διαδικασία, το Πρωτοδικείο θα είναι ελεύθερο να προβεί στη δική του εκτίμηση των γεγονότων που παρουσίασαν πρωτοδίκως οι διάδικοι ενώπιον του δικαστηρίου του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας. Επίσης, όταν υπάρχουν αμφισβητούμενα γεγονότα, το Πρωτοδικείο θα έχει τη δυνατότητα να προβεί στη δική του εκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων που προσκομίσθηκαν πρωτοδίκως. Ωστόσο, η δυνατότητα των διαδίκων να επικαλεσθούν νέα πραγματικά περιστατικά και νέα αποδεικτικά στοιχεία για πρώτη φορά κατά την κατ' έφεση διαδικασία θα περιορίζεται μόνο στις περιπτώσεις στις οποίες η επίκλησή τους από τον ενδιαφερόμενο διάδικο δεν ήταν λογικά δυνατόν να γίνει κατά τη διάρκεια της πρωτοβάθμιας διαδικασίας ενώπιον του δικαστηρίου του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας. Κάτι τέτοιο θα μπορούσε, π.χ., να συμβαίνει αν ένα γεγονός δεν ήταν γνωστό στο διάδικο ούτε θα μπορούσε να το γνωρίζει ο εν λόγω διάδικος, ακόμη και αν είχε επιδείξει τη δέουσα επιμέλεια, ή αν το δικαστήριο του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας θεώρησε ότι κάποια πραγματικά περιστατικά που του ήταν γνωστά δεν είχαν σημασία για την κρίση της υπόθεσης. Αφήνεται στο Πρωτοδικείο η ευχέρεια να κρίνει μέσω της νομολογίας του τις περιστάσεις στις οποίες η επίκληση πραγματικών περιστατικών και αποδεικτικών στοιχείων δεν ήταν λογικά δυνατόν να γίνει κατά τη διάρκεια της πρωτοβάθμιας διαδικασίας, παρέχοντάς του την αναγκαία ευελιξία, ούτως ώστε να λάβει υπόψη του όλες τις πιθανές καταστάσεις που θα ήταν δυνατόν να προκύψουν στην πράξη.

Το τέταρτο εδάφιο ορίζει ότι δεν χωρεί έφεση αποκλειστικά για τον καταλογισμό ή το ύψος της δικαστικής δαπάνης, πράγμα που προβλέπεται και από το δεύτερο εδάφιο του άρθρου 58 του Οργανισμού για τις αναιρέσεις κατά των αποφάσεων του Πρωτοδικείου.

Άρθρο 28 του παραρτήματος ΙΙ του Οργανισμού - Αποφάσεις του Πρωτοδικείου και αναπομπή στο δικαστήριο του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας

Το άρθρο αυτό αφορά την απόφαση του Πρωτοδικείου και τη δυνατότητα αναπομπής της υπόθεσης στο δικαστήριο του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας.

Το πρώτο εδάφιο ορίζει ότι, αν το ένδικο μέσο κριθεί βάσιμο, το Πρωτοδικείο εξαφανίζει την απόφαση του δικαστηρίου του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας και αποφαίνεται οριστικά επί της διαφοράς. Μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις μπορεί το Πρωτοδικείο να αναπέμψει την υπόθεση στο δικαστήριο του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας για να την κρίνει. Θεωρείται αναγκαίο για την αποτελεσματική και ταχεία προώθηση των δικών που αφορούν διπλώματα ευρεσιτεχνίας να αποφεύγονται οι άσκοπες αναπομπές μιας υπόθεσης από το ένα δικαιοδοτικό όργανο στο άλλο. Σε αντίθεση με το άρθρο 61 του Οργανισμού, το οποίο αφορά την άσκηση αναίρεσης κατά αποφάσεων του Πρωτοδικείου στο Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων για νομικά ζητήματα και ορίζει ότι το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων μπορεί είτε το ίδιο να αποφανθεί οριστικά επί της διαφοράς, εφόσον είναι ώριμη προς εκδίκαση, είτε να την αναπέμψει στο Πρωτοδικείο για να την κρίνει, το παρόν άρθρο θεσπίζει τον κανόνα ότι, στην διαδικασία επί των ενδίκων μέσων σχετικά με το κοινοτικό δίπλωμα ευρεσιτεχνίας, η υπόθεση εκδικάζεται από το Πρωτοδικείο. Η ρύθμιση αυτή αποτελεί απόρροια της φύσης της διαδικασίας επί των ενδίκων μέσων σχετικά με το κοινοτικό δίπλωμα ευρεσιτεχνίας, στα πλαίσια της οποίας μπορούν να ληφθούν υπόψη και πραγματικά περιστατικά. Το Πρωτοδικείο μπορεί να συμπληρώσει το ίδιο τα, κατά την κρίση του, ελλείποντα πραγματικά περιστατικά και, στη συνέχεια, να εκδώσει οριστική απόφαση, ενώ το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων μπορεί να χρησιμοποιήσει μόνο τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν πρωτοδίκως, πράγμα που καθιστά αναγκαία την αναπομπή της υπόθεσης, αν υπάρχουν και άλλα πραγματικά περιστατικά που πρέπει να διερευνηθούν και να αποδειχθούν.

Ωστόσο, υπάρχουν περιπτώσεις στις οποίες ενδείκνυται η αναπομπή στο δικαστήριο του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας. Η αναπομπή φαίνεται ενδεδειγμένη όταν η υπόθεση δεν έχει εκδικαστεί επί της ουσίας ενώπιον του δικαστηρίου του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας και η έκδοση απόφασης απευθείας από το Πρωτοδικείο θα στερούσε τους διαδίκους από ολόκληρη την πρωτοβάθμια διαδικασία. Η αναπομπή στο δικαστήριο του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας μπορεί να αποφασισθεί, π.χ., όταν έχει ασκηθεί ένδικο μέσο κατά αποφάσεως με την οποία το δικαστήριο του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας κηρύχθηκε αναρμόδιο ή αποφάσισε μόνο για τον καταλογισμό της ευθύνης αλλά όχι και για το ύψος της αποζημίωσης. Μια άλλη κατάσταση στην οποία ενδέχεται να ενδείκνυται η αναπομπή είναι όταν το δικαστήριο του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας έχει υποπέσει σε ουσιώδες διαδικαστικό σφάλμα που επηρέασε την απόφαση, όπως, π.χ., συμβαίνει όταν έχει παραβιασθεί το δικαίωμα ακρόασης. Στην περίπτωση αυτή, μπορεί να θεωρηθεί ότι η πρωτοβάθμια διαδικασία δεν έχει λειτουργήσει ως αποτελεσματικό ένδικο βοήθημα.

Το δεύτερο εδάφιο ορίζει ότι, σε περίπτωση αναπομπής, το δικαστήριο του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας δεσμεύεται ως προς τα νομικά ζητήματα που έχουν επιλυθεί με την απόφαση του Πρωτοδικείου (βλέπε, για το Πρωτοδικείο, το άρθρο 61 δεύτερο εδάφιο του Οργανισμού).

Άρθρο 29 του παραρτήματος ΙΙ του Οργανισμού - Κανονισμός διαδικασίας

Το άρθρο αυτό ορίζει ότι ο κανονισμός διαδικασίας του δικαστηρίου του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας περιέχει όλες τις αναγκαίες διατάξεις για την εφαρμογή και τη συμπλήρωση του παραρτήματος ΙΙ του Οργανισμού, κατά το αναγκαίο μέτρο. Αντίστοιχη διάταξη για το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και για το Πρωτοδικείο προβλέπεται στο άρθρο 63 του Οργανισμού.

Κεφάλαιο II - Η ενώπιον του Πρωτοδικείου διαδικασία επί των ενδίκων μέσων

Το Κεφάλαιο II περιέχει τροποποιήσεις στον Οργανισμό του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων σε σχέση με τη λειτουργία του Πρωτοδικείου ως δευτεροβάθμιου δικαστηρίου για το κοινοτικό δίπλωμα ευρεσιτεχνίας, προβλέποντας ειδικότερα τη σύσταση, στους κόλπους του Πρωτοδικείου, τμήματος ενδίκων μέσων εξειδικευμένου σε θέματα διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας, καθώς και ειδικές διατάξεις που θα διέπουν την ενώπιον του διαδικασία.

Άρθρο 5 - Αριθμός δικαστών του Πρωτοδικείου

Το άρθρο αυτό προτείνει την αύξηση του αριθμού των δικαστών του Πρωτοδικείου κατά τρεις δικαστές από 15 σε 18. Οι υποθέσεις που αφορούν το κοινοτικό δίπλωμα ευρεσιτεχνίας θα εκδικάζονται από εξειδικευμένο τμήμα ενδίκων μέσων, το οποίο θα συσταθεί στους κόλπους του Πρωτοδικείου σύμφωνα με το άρθρο 61α του Οργανισμού, όπως τροποποιείται από το άρθρο 6 της παρούσας απόφασης. Οι τρεις δικαστές που θα συγκροτούν το εξειδικευμένο σε θέματα διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας τμήμα ενδίκων μέσων πρέπει να είναι πρόσθετοι δικαστές, δεδομένων των απαιτούμενων επαγγελματικών προσόντων των υποψηφίων και του αυξημένου φόρτου υποθέσεων που θα προκαλέσουν για το Πρωτοδικείο οι δίκες σε δεύτερο βαθμό επί διαφορών σχετικών με το κοινοτικό δίπλωμα ευρεσιτεχνίας.

Άρθρο 6 - Η διαδικασία επί των ενδίκων μέσων σχετικά με το κοινοτικό δίπλωμα ευρεσιτεχνίας

Το άρθρο αυτό προσθέτει στον Οργανισμό του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων το άρθρο 61α, που περιέχει ειδικές ρυθμίσεις όσον αφορά τη διαδικασία επί των ενδίκων μέσων σχετικά με το κοινοτικό δίπλωμα ευρεσιτεχνίας ενώπιον του Πρωτοδικείου.

Το πρώτο εδάφιο του προτεινόμενου άρθρου 61α του Οργανισμού, όπως τροποποιείται, προβλέπει τη σύσταση ενός εξειδικευμένου τμήματος του Πρωτοδικείου, το οποίο θα απαρτίζεται από τρεις δικαστές και θα εκδικάζει τα ένδικα μέσα κατά των αποφάσεων του δικαστηρίου του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας. Η σύσταση ενός τέτοιου εξειδικευμένου τμήματος κρίνεται ενδεδειγμένη δεδομένου του ειδικού χαρακτήρα των διαφορών που θα άγονται ενώπιόν του. Οι διαφορές που αφορούν το κοινοτικό δίπλωμα ευρεσιτεχνίας είναι ιδιωτικές διαφορές που αναφύονται σε έναν τομέα ο οποίος προϋποθέτει ιδιαίτερη πείρα. Θα ήταν δύσκολο να δημιουργηθεί και να διατηρηθεί η αναγκαία πείρα αν αυτά τα ένδικα μέσα εκδικάζονταν από διαφορετικά τμήματα. Αντίθετα, τα ένδικα μέσα πρέπει να εκδικάζονται από ένα και μόνο τμήμα, το οποίο θα συγκεντρώνει τη σχετική πείρα στους κόλπους του Πρωτοδικείου.

Το δεύτερο εδάφιο του προτεινόμενου άρθρου 61α του Οργανισμού, όπως τροποποιείται, αναφέρει ότι οι δικαστές του εξειδικευμένου σε θέματα ευρεσιτεχνίας τμήματος ενδίκων μέσων του Πρωτοδικείου πρέπει να διαθέτουν υψηλό επίπεδο νομικής πείρας στον τομέα του δικαίου ευρεσιτεχνίας. Η διάταξη αυτή συνάδει με τη γενική προσέγγιση την οποία ακολουθεί η ίδρυση δικαστηρίου για το κοινοτικό δίπλωμα ευρεσιτεχνίας: δημιουργία ενός εξειδικευμένου δικαστικού συστήματος για την εκδίκαση των διαφορών που αφορούν το κοινοτικό δίπλωμα ευρεσιτεχνίας. Μία από τις βασικές προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται από το σύστημα του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας είναι η κατοχύρωση αυξημένης ασφάλειας δικαίου στην Ένωση μέσω της δημιουργίας ενός κεντρικού και εξειδικευμένου δικαιοδοτικού οργάνου, απαρτιζόμενου από έμπειρους δικαστές. Επειδή η προϋπόθεση αυτή κρίνεται ζωτικής σημασίας για την επιτυχία του όλου συστήματος, οι δικαστές τόσο της πρωτόδικης διαδικασίας όσο και της κατ' έφεση δίκης πρέπει να διαθέτουν πείρα στον τομέα του δικαίου ευρεσιτεχνίας. Η διάταξη αυτή δεν αλλοιώνει με κανένα τρόπο το άρθρο 224 της συνθήκης ΕΚ, που αφορά το διορισμό των δικαστών του Πρωτοδικείου. Βεβαίως, το άρθρο 224 εφαρμόζεται επίσης και για το διορισμό των δικαστών που θα συγκροτήσουν το αρμόδιο για θέματα διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας τμήμα ενδίκων μέσων του Πρωτοδικείου. Με την παρούσα διάταξη, το Συμβούλιο συμφωνεί απλώς να προταθούν υποψήφιοι και να διοριστούν δικαστές με ιδιαίτερα επαγγελματικά προσόντα.

Η παραπομπή στο πέμπτο εδάφιο του άρθρου 17 και στο άρθρο 50 του Οργανισμού αποσαφηνίζει ότι η σύσταση, στους κόλπους του Πρωτοδικείου, τμήματος ενδίκων μέσων αρμόδιου για θέματα διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας δεν σημαίνει διαχωρισμό του τμήματος αυτού από το υπόλοιπο δικαστήριο. Διασφαλίζεται απλώς ότι οι υποθέσεις που αφορούν το κοινοτικό δίπλωμα ευρεσιτεχνίας θα εκδικάζονται, υπό τη συνήθη σύνθεση του δικαστηρίου, από εξειδικευμένους δικαστές που διαθέτουν ιδιαίτερη πείρα στο συγκεκριμένο κλάδο της νομικής επιστήμης. Ωστόσο, οποιοσδήποτε δικαστής του Πρωτοδικείου θα μπορεί να συμμετέχει στο αρμόδιο για θέματα διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας τμήμα ενδίκων μέσων , όταν χρειάζεται η παρουσία ενός επιπλέον δικαστή. Κάτι τέτοιο θα μπορούσε, π.χ., να συμβαίνει όταν το αρμόδιο για θέματα διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας τμήμα ενδίκων μέσων συνεδριάζει, σύμφωνα με το άρθρο 50 του Οργανισμού, με περισσότερους από τρεις δικαστές, πράγμα που θα ενδεικνυόταν, π.χ., για υποθέσεις που υπερβαίνουν τα όρια του δικαίου ευρεσιτεχνίας και αφορούν την ενότητα και τη συνοχή του κοινοτικού δικαίου. Επίσης, σε περίπτωση κωλύματος ενός δικαστή του αρμόδιου για θέματα διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας τμήματος ενδίκων μέσων , θα δύναται να καλείται δικαστής ενός άλλου τμήματος, σύμφωνα με το πέμπτο εδάφιο του άρθρου 17 του Οργανισμού. Τέλος, όταν ο φόρτος υποθέσεων το επιτρέπει, τίποτε δεν πρέπει να εμποδίζει να ανατίθενται στο αρμόδιο για θέματα διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας τμήμα ενδίκων μέσων και υποθέσεις διαφορετικές από εκείνες που αφορούν το κοινοτικό δίπλωμα ευρεσιτεχνίας, όπως υποθέσεις για το κοινοτικό σήμα ή το κοινοτικό σχέδιο, σύμφωνα με το δεύτερο εδάφιο του άρθρου 50 του Οργανισμού.

Το τρίτο εδάφιο του προτεινόμενου άρθρου 61α του Οργανισμού, όπως τροποποιείται, αφορά την διαδικασία επί των ενδίκων μέσων ενώπιον του αρμόδιου για θέματα διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας τμήματος του Πρωτοδικείου. Σκοπός της διάταξης αυτής είναι να διασφαλίσει ότι οι διατάξεις του Οργανισμού που διέπουν τη διαδικασία εκδίκασης των διαφορών των σχετικών με το κοινοτικό δίπλωμα ευρεσιτεχνίας είναι οι ίδιες για όλη τη δίκη, τόσο σε πρώτο όσο και σε δεύτερο βαθμό. Στην περίπτωση κατά την οποία είναι απαραίτητη η εφαρμογή ειδικών δικονομικών διατάξεων ενόψει του ειδικού χαρακτήρα των διαφορών των σχετικών με το κοινοτικό δίπλωμα ευρεσιτεχνίας (ιδιωτικές διαφορές), οι διατάξεις αυτές πρέπει να εφαρμόζονται ομοιόμορφα τόσο για το δικαστήριο του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας όσο και για το Πρωτοδικείο, σε περίπτωση ασκήσεως ενδίκων μέσων. Το άρθρο 53 του Οργανισμού ορίζει ότι η διαδικασία ενώπιον του Πρωτοδικείου διέπεται από τον Τίτλο III του Οργανισμού. Το ίδιο θα ισχύει και για το δικαστήριο του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας σύμφωνα με το άρθρο 10 του παραρτήματος ΙΙ του Οργανισμού. Οι ειδικές διατάξεις που τροποποιούν τον Τίτλο III του Οργανισμού σε σχέση με την πρωτόδικη διαδικασία ενώπιον του δικαστηρίου του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας θα εφαρμόζονται επίσης και στη διαδικασία ενώπιον του αρμόδιου για θέματα διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας τμήματος ενδίκων μέσων του Πρωτοδικείου. Πρόκειται για τις εξής διατάξεις του παραρτήματος ΙΙ του Οργανισμού: βοηθός εισηγητής (άρθρο 7).διατάξεις από τον Τίτλο III του Οργανισμού που δεν εφαρμόζονται στις διαφορές τις σχετικές με τα διπλώματα ευρεσιτεχνίας (άρθρο 10). ο ρόλος των European Patent Attorneys στην εκπροσώπηση των διαδίκων (άρθρο 11). προφορική και έγγραφη διαδικασία (άρθρο 12). προσαγωγή αποδεικτικών στοιχείων (άρθρο 13). προσωρινά μέτρα και μέτρα προστασίας των αποδεικτικών στοιχείων (άρθρο 14). ειδικές αποφάσεις που εκδίδονται με συνοπτική διαδικασία (άρθρο 15). ερήμην απόφαση (άρθρο 16). αναθεώρηση απόφασης (άρθρο 17). συμβιβασμός (άρθρο 18). υποχρέωση όλων των κοινοτικών δικαστηρίων να διαβιβάζουν τα εκ παραδρομής κατατεθέντα έγγραφα και να παραπέμπουν τις προσφυγές στο αρμόδιο δικαστήριο (άρθρο 19). αναστολή διαδικασίας (άρθρο 20). κοινοποίηση αποφάσεων (άρθρο 21). εκτέλεση αποφάσεων (άρθρο 22). και δικαστικά έξοδα (άρθρο 23). Για περισσότερες λεπτομέρειες, βλέπε τις διατάξεις στις οποίες παραπέμπει το παρόν άρθρο.

Η δεύτερη φράση του τρίτου εδαφίου ορίζει ότι τα κράτη μέλη και τα όργανα της Ευρωπαϊκής Κοινότητας θα έχουν το δικαίωμα να παρεμβαίνουν σε υποθέσεις κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας ενώπιον του Πρωτοδικείου σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο του άρθρου 40 του Οργανισμού. Η δυνατότητα αυτή αποκλείεται από το άρθρο 10 του παραρτήματος ΙΙ του Οργανισμού για την πρωτοβάθμια δίκη ενώπιον του δικαστηρίου του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας. Ενώ αυτή η παρέμβαση κρίνεται υπερβολικά ευρεία για το σύνολο των υποθέσεων σε πρώτο βαθμό, ωστόσο ενδείκνυται να προβλεφθεί η εν λόγω δυνατότητα για την δίκη σε δεύτερο βαθμό, ούτως ώστε τα κράτη μέλη και τα όργανα της Ευρωπαϊκής Κοινότητας να μπορούν να συμβάλλουν στη διερεύνηση των νομικών ζητημάτων που θέτει το κοινοτικό δίκαιο ευρεσιτεχνίας.

Το τέταρτο εδάφιο του άρθρου 61α του Οργανισμού, όπως τροποποιείται, αφορά τη γλώσσα της διαδικασίας επί των ενδίκων μέσων, που είναι η γλώσσα στην οποία διεξήχθη η διαδικασία ενώπιον του δικαστηρίου του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας. Η ρύθμιση αυτή διασφαλίζει τον ομοιόμορφο χειρισμό της υπόθεσης τόσο σε πρώτο όσο και σε δεύτερο βαθμό. Οι αιτήσεις, οι αποφάσεις, τα έγγραφα υπομνήματα, οι μαρτυρικές καταθέσεις, οι γνωματεύσεις των πραγματογνωμόνων κ.λπ. μπορούν να εξεταστούν άμεσα από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, χωρίς να υπάρχει ανάγκη και άλλων μεταφράσεων. Εξάλλου, οι διάδικοι ενδέχεται να έχουν επιλέξει το νομικό τους εκπρόσωπο στην πρωτοβάθμια δίκη λαμβάνοντας υπόψη και τη γλώσσα της διαδικασίας και να επιθυμούν ο εκπρόσωπός τους, ο οποίος γνωρίζει την υπόθεση, να τους εκπροσωπήσει και στην διαδικασία σε δεύτερο βαθμό ενώπιον του Πρωτοδικείου. Δεν ήταν δυνατόν να γίνει παραπομπή στη διάταξη του πρώτου εδαφίου του άρθρου 25 του παραρτήματος ΙΙ του Οργανισμού, που ορίζει ως γλώσσα της διαδικασίας ενώπιον του δικαστηρίου του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας τη γλώσσα του κράτους μέλους στο οποίο κατοικεί οκαθ'ού, διότι τα ένδικα μέσα είναι δυνατόν να στρέφονται κατά τουπροσφεύγοντος της πρωτοβάθμιας δίκης. Ωστόσο, οι άλλες αρχές που καθορίζονται στο άρθρο 25 δεύτερο έως τέταρτο εδάφιο του παραρτήματος ΙΙ του Οργανισμού σχετικά με τυχόν συμφωνία των διαδίκων για τη γλώσσα της διαδικασίας, την κατάθεση των ίδιων των διαδίκων, των μαρτύρων και των πραγματογνωμόνων σε γλώσσα διαφορετική από τη γλώσσα της διαδικασίας και τη δυνατότητα υποβολής συνοδευτικών εγγράφων σε γλώσσα διαφορετική από τη γλώσσα της διαδικασίας θα εφαρμόζονται και στην διαδικασία επί των ενδίκων μέσων.

Κεφάλαιο III - Τελικές διατάξεις

Το κεφάλαιο III περιέχει τελικές διατάξεις για τις μεταβατικές ρυθμίσεις και την έναρξη ισχύος της παρούσας απόφασης.

Άρθρο 7 - Μεταβατικές διατάξεις

Το πρώτο εδάφιο του άρθρου αυτού αφορά το διορισμό του προέδρου του δικαστηρίου του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας και ορίζει ότι ο πρώτος πρόεδρος του δικαστηρίου του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας θα διοριστεί με τον ίδιο τρόπο όπως και τα μέλη του εν λόγω δικαστηρίου, εκτός εάν το Συμβούλιο αποφασίσει ότι και ο πρώτος πρόεδρος θα εκλεγεί από τους δικαστές σύμφωνα με το άρθρο 4 του παραρτήματος ΙΙ του Οργανισμού. Ανάλογη προσέγγιση ακολουθήθηκε και για το Πρωτοδικείο στο άρθρο 11 πρώτο εδάφιο της απόφασης 88/591/ΕΚΑΧ, ΕΟΚ, Eυρατόμ του Συμβουλίου της 24ης Οκτωβρίου 1988 περί ιδρύσεως του Πρωτοδικείου.

Το δεύτερο εδάφιο αφορά τους νεοδιοριζόμενους πρώτους δικαστές του δικαστηρίου του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας. Για να ξεκινήσει ένας κύκλος, στα πλαίσια του οποίου το δικαστήριο του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας θα ανανεώνεται μόνο εν μέρει κάθε φορά, όπως προβλέπει το άρθρο 2 του παραρτήματος ΙΙ του Οργανισμού, η αρχική θητεία ορισμένων μελών του δικαστηρίου του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας πρέπει να έχει μικρότερη διάρκεια. Ο πρόεδρος του Συμβουλίου επιλέγει με κλήρωση τους δικαστές η θητεία των οποίων λήγει κατά το πέρας της πρώτης τριετίας, πράγμα που προβλέπεται επίσης και για το Πρωτοδικείο στο άρθρο 12 της απόφασης 88/591/ΕΚΑΧ, ΕΟΚ, Eυρατόμ του Συμβουλίου της 24ης Οκτωβρίου 1988 περί ιδρύσεως Πρωτοδικείου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.

Άρθρο 8 - Έναρξη ισχύος

Το άρθρο αυτό περιέχει διατάξεις για την έναρξη ισχύος της παρούσας απόφασης. Η έναρξη ισχύος πρέπει να εξαρτηθεί από την έκδοση, σύμφωνα με το άρθρο 229Α της συνθήκης ΕΚ, της απόφασης του Συμβουλίου για την ανάθεση δικαιοδοσίας στο Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων όσον αφορά το κοινοτικό δίπλωμα ευρεσιτεχνίας και την υιοθέτησή της από όλα τα κράτη μέλη σύμφωνα με τους συνταγματικούς κανόνες τους. Μετά τη σχετική κοινοποίηση από τα κράτη μέλη, μπορούν να αρχίσουν οι αναγκαίες προετοιμασίες για τη σύσταση του δικαστηρίου του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας και την ίδρυση του αρμόδιου για θέματα διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας τμήματος ενδίκων μέσων του Πρωτοδικείου.

Ωστόσο, το άρθρο 1 του παραρτήματος ΙΙ του Οργανισμού που περιέχει τη διάταξη για την ανάθεση αρμοδιότητας στο δικαστήριο του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας, στα πλαίσια του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, πρέπει να τεθεί σε ισχύ μόνο την ημερομηνία κατά την οποία θα αρχίσει να ισχύει η απόφαση του Συμβουλίου για την ανάθεση δικαιοδοσίας στο Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, η οποία, με τη σειρά της, εξαρτάται από τη δημοσίευση ανακοίνωσης από τον πρόεδρο του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων που να αναφέρει ότι το δικαστήριο του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας και το τμήμα ενδίκων μέσων στους κόλπους του Πρωτοδικείου συστάθηκαν νόμιμα. Με τον τρόπο αυτό διασφαλίζεται ότι η ανάθεση δικαιοδοσίας στο Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και η ανάθεση αρμοδιότητας στο δικαστήριο του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας θα αρχίσουν να ισχύουν την ίδια χρονική στιγμή, η οποία θα σημάνει τη λήξη της μεταβατικής περιόδου και την έναρξη της κοινοτικής δικαιοδοσίας.

2003/0324 (CNS)

Πρόταση ΑΠΟΦΑΣΗΣ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ για την ίδρυση του δικαστηρίου του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας και για τα ένδικα μέσα ενώπιον του Πρωτοδικείου

TΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη:

τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, και ιδίως τα άρθρα 225Α και 245,

την πρόταση της Επιτροπής [1],

[1] EE C [...], [...], σ. [...].

τη γνώμη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου [2],

[2] EE C [...], [...], σ. [...].

τη γνώμη του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων [3],

[3] EE C [...], [...], σ. [...].

τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής [4],

[4] EE C [...], [...], σ. [...].

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1) Στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο που πραγματοποιήθηκε στη Λισσαβώνα το Μάρτιο του 2000, η Ευρωπαϊκή Ένωση ζήτησε να ληφθούν τα αναγκαία μέτρα για την αύξηση της ανταγωνιστικότητας της Ένωσης στη σύγχρονη κοινωνία της γνώσης, υπογραμμίζοντας τη σημασία της αποτελεσματικής προστασίας των διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας στο σύνολο της Κοινότητας.

(2) Το σύστημα προστασίας των διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας χαρακτηρίζεται από την απονομή διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας είτε από εθνικό γραφείο διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας σε ένα κράτος μέλος είτε από το Ευρωπαϊκό Γραφείο Διπλωμάτων Ευρεσιτεχνίας με ισχύ για ένα κράτος μέλος και με δυνατότητα να ζητηθεί η έννομη προστασία αυτών των διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων του οικείου κράτους μέλους.

(3) Η καινοτόμος ευρωπαϊκή βιομηχανία στηρίζεται στην αποτελεσματική έννομη προστασία των εφευρέσεών της στο σύνολο της Κοινότητας. Η δημιουργία ενός συστήματος κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας που θα περιλαμβάνει ενιαίο τίτλο κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας και τη δυνατότητα κατοχύρωσης του εν λόγω δικαιώματος ενώπιον κοινοτικού δικαιοδοτικού οργάνου που θα δημιουργηθεί έως το 2010, μετά από μεταβατική περίοδο κατά τη διάρκεια της οποίας τα εθνικά δικαστήρια θα διατηρήσουν τη δικαιοδοσία τους, θα προσφέρει τα στοιχεία που απουσιάζουν για την ολοκλήρωση του συστήματος προστασίας των διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας στην Ένωση.

(4) Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθμ. ..../2003 του Συμβουλίου της [ημερομηνία]...2003 [5] δημιουργεί έναν τίτλο κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας. Οι κάτοχοι τέτοιου τίτλου απολαύουν προστασίας των εφευρέσεών τους στο σύνολο της Κοινότητας σύμφωνα με τα ενιαία πρότυπα του κανονισμού.

[5] EE L [...], [...], σ. [...].

(5) Με την απόφαση 2003/.../ΕΚ [6] το Συμβούλιο αναθέτει στο Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων δικαιοδοσία για την εκδίκαση ορισμένων διαφορών που αφορούν το κοινοτικό δίπλωμα ευρεσιτεχνίας συνιστώντας στα κράτη μέλη να υιοθετήσουν τις διατάξεις αυτές σύμφωνα με τους αντίστοιχους συνταγματικούς κανόνες τους.

[6] EE L [...], [...], σ. [...].

(6) Το άρθρο 220 δεύτερο εδάφιο της συνθήκης ορίζει ότι είναι δυνατόν να προσαρτώνται στο Πρωτοδικείο δικαιοδοτικά τμήματα υπό τους όρους του άρθρου 225Α της συνθήκης, προκειμένου να ασκούν, σε συγκεκριμένους τομείς δικαιοδοτικές αρμοδιότητες οι οποίες προβλέπονται από τη συνθήκης.

(7) Η αρμοδιότητα που ανατίθεται στο Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, δυνάμει του άρθρου 229Α της συνθήκης , για την εκδίκαση διαφορών που αφορούν το κοινοτικό δίπλωμα ευρεσιτεχνίας θα πρέπει να ασκείται σε πρώτο βαθμό από δικαιοδοτικό τμήμα που ιδρύεται βάσει του άρθρου 225Α της συνθήκης και καλείται "δικαστήριο του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας".

(8) Το άρθρο 225 παράγραφος 2 της συνθήκης προβλέπει ότι το Πρωτοδικείο είναι αρμόδιο να αποφαίνεται επί προσφυγών που ασκούνται κατά των αποφάσεων των δικαιοδοτικών τμημάτων τα οποία συνιστώνται κατ' εφαρμογή του άρθρου 225Α της συνθήκης . Για το σκοπό αυτόπρέπει να ιδρυθεί στο πλαίσιο του Πρωτοδικείου ειδικό τμήμα ενδίκων μέσων αρμόδιο για θέματα διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας, το οποίο θα εκδικάζει τα ένδικα μέσα κατά των αποφάσεων του δικαστηρίου του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας. Οι αποφάσεις που εκδίδει το Πρωτοδικείο επί των ενδίκων μέσων που ασκούνται κατά των αποφάσεων του δικαστηρίου του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίαςυπόκεινται, σύμφωνα με το άρθρο 225, παράγραφος 2 της συνθήκης, κατ' εξαίρεση ΕΚ, σε επανεξέταση από το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εφόσον υπάρχει σοβαρός κίνδυνος να θιγεί η ενότητα ή η συνοχή του κοινοτικού δικαίου.

(9) Για να ληφθεί υπόψη ο ειδικός χαρακτήρας των ιδιωτικής φύσεως διαφορών των σχετικών με το κοινοτικό δίπλωμα ευρεσιτεχνίας και για διασφαλιστεί η εφαρμογή ομοιόμορφης διαδικασίας και στα δύο όργανα, πρέπει να γίνουν τροποποιήσεις στους δικονομικούς κανόνες που περιέχονται στο Πρωτόκολλο περί του Οργανισμού του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων όσον αφορά τόσο τη διαδικασία σε πρώτο βαθμό ενώπιον του δικαστηρίου του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας όσο και την κατ'έφεση διαδικασία ενώπιον του Πρωτοδικείου.

(10) Η δημιουργία ενός κεντρικού και εξειδικευμένου δικαιοδοτικού συστήματος με αποκλειστική αρμοδιότητα για διαφορές που αφορούν το κοινοτικό δίπλωμα ευρεσιτεχνίας, αποτελούμενου, σε πρώτο βαθμό, από το δικαστήριο του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας και, σε δεύτερο βαθμό, από ένα αρμόδιο για ένδικα μέσα τμήμα του Πρωτοδικείου, θα πρέπει να εξασφαλίζει εμπειρογνωμοσύνη και αποφάσεις πολύ υψηλής ποιότητας. Θα εγγυάται την εφαρμογή αποτελεσματικών διαδικασιών για τα διπλώματα ευρεσιτεχνίας στο σύνολο της Κοινότητας, την ανάπτυξη κοινής νομολογίας και την ομοιόμορφη εφαρμογή του δικαίου που διέπει το κοινοτικό δίπλωμα ευρεσιτεχνίας,

ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ:

Κεφάλαιο I

Το δικαστήριο του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας

Άρθρο 1

Ίδρυση

Στο Πρωτοδικείο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων προσαρτάται ένα δικαιοδοτικό τμήμα, καλούμενο "δικαστήριο του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας".

Η έδρα του είναι αυτή του Πρωτοδικείου.

Άρθρο 2

Εφαρμογή των διατάξεων της συνθήκης

Με την επιφύλαξη όσων προβλέπονται στο παρόν κεφάλαιο , τα άρθρα 241, 243, 244 και 256 της συνθήκης εφαρμόζονται και στο δικαστήριο του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας.

Άρθρο 3

Διατάξεις του Οργανισμού για τα δικαιοδοτικά τμήματα

Ο ακόλουθος Τίτλος VI προστίθεται στο Πρωτόκολλο περί του Οργανισμού του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων:

"Τίτλος VI

ΔΙΚΑΙΟΔΟΤΙΚΑ ΤΜΗΜΑΤΑ

Άρθρο 65

Οι διατάξεις που αφορούν την αρμοδιότητα, τη σύνθεση και την οργάνωση των δικαιοδοτικών τμημάτων που συνιστώνται δυνάμει του άρθρου 225Α τη συνθήκης, καθώς και την ενώπιόν τους διαδικασία, καθορίζονται στα παραρτήματα του παρόντος Οργανισμού."

Άρθρο 4

Παράρτημα στο πρωτόκολλο περί του Οργανισμού του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων

Το ακόλουθο παράρτημα [ΙΙ] προστίθεται στο Πρωτόκολλο περί του Οργανισμού του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων:

"Παράρτημα [II]

Το δικαστήριο του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας

Άρθρο 1

Το δικαστήριο του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας έχει αποκλειστική αρμοδιότητα, σε πρώτο βαθμό, επί διαφορών σχετικών με την εφαρμογή του κανονισμού (ΕΚ) αριθ..../... του Συμβουλίου της ... για το κοινοτικό δίπλωμα ευρεσιτεχνίας και του κανονισμού (ΕΚ) αριθ..../... του Συμβουλίου της ... για το κοινοτικό συμπληρωματικό πιστοποιητικό προστασίας, στα πλαίσια της δικαιοδοσίας που ανατίθεται στο Δικαστήριο βάσει του άρθρου 229Α της συνθήκης ΕΚ.

Άρθρο 2

Το δικαστήριο του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας αποτελείται από επτά δικαστές που διορίζονται για διάστημα έξι ετών. Κάθε τρία έτη πραγματοποιείται μερική ανανέωση των μελών, με αντικατάσταση εναλλάξ τεσσάρων και τριών μελών. Η θητεία τους είναι ανανεώσιμη.

Οι δικαστές επιλέγονται μεταξύ υποψηφίων που προτείνονται από τα κράτη μέλη και οι οποίοι διαθέτουν αποδεδειγμένα υψηλό επίπεδο νομικής πείρας στον τομέα του δικαίου ευρεσιτεχνίας. Διορίζονται από το Συμβούλιο με βάση την πείρα τους και αφού ζητηθεί η γνώμη επιτροπής που θα συσταθεί σύμφωνα το άρθρο 3.

Άρθρο 3

Πριν ληφθεί η απόφαση του Συμβουλίου για το διορισμό των δικαστών, γνωμοδοτική επιτροπή που θα συσταθεί για το σκοπό αυτό εκδίδει γνωμοδότηση σχετικά με την καταλληλότητα των προσόντων των υποψηφίων για το λειτούργημα του δικαστή του δικαστηρίου του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας. Η γνωμοδοτική επιτροπή δύναται να επισυνάψει στη γνωμοδότησή της, κατάλογο υποψηφίων που διαθέτουν το καταλληλότερο υψηλό επίπεδο νομικής πείρας. Ο αριθμός των υποψηφίων που θα περιληφθούν στον εν λόγω κατάλογο πρέπει να είναι διπλάσιος από τον αριθμό των δικαστών που πρόκειται να διοριστούν από το Συμβούλιο.

Η γνωμοδοτική επιτροπή απαρτίζεται από επτά μέλη που επιλέγονται μεταξύ πρώην μελών του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, του Πρωτοδικείου, του δικαστηρίου του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας ή δικηγόρων αναγνωρισμένου κύρους. Ο διορισμός των μελών της γνωμοδοτικής επιτροπής και οι κανόνες λειτουργίας της αποφασίζονται από το Συμβούλιο με ειδική πλειοψηφία κατόπιν προτάσεως του προέδρου του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.

Άρθρο 4

Οι δικαστές εκλέγουν τον πρόεδρο του δικαστηρίου του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας μεταξύ των μελών του για θητεία τριών ετών. Είναι δυνατή η επανεκλογή του προέδρου.

Άρθρο 5

Τα άρθρα 2 έως 7, τα άρθρα 13, 14 και 15, το άρθρο 17 πρώτο, δεύτερο και πέμπτο εδάφιο και το άρθρο 18 του Οργανισμού εφαρμόζονται στο δικαστήριο του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας και στα μέλη του.

Ο όρκος που προβλέπεται στο άρθρο 2 του Οργανισμού δίδεται ενώπιον του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, το οποίο λαμβάνει τις αποφάσεις που αναφέρονται στα άρθρα 3, 4 και 6 του Οργανισμού, αφού ζητήσει τη γνώμη του Πρωτοδικείου και του δικαστηρίου του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας.

Άρθρο 6

Το δικαστήριο του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας διορίζει το γραμματέα του και καθορίζει τους κανόνες που διέπουν τα υπηρεσιακά του καθήκοντα. Το άρθρο 3 τέταρτο εδάφιο και τα άρθρα 10, 11 και 14 του Οργανισμού εφαρμόζονται κατ'αναλογία και στον γραμματέα του δικαστηρίου του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας.

Άρθρο 7

Οι δικαστές, καθ' όλη τη διάρκεια της ενασχόλησής τους με μια υπόθεση, επικουρούνται από τεχνικούς εμπειρογνώμονες, οι οποίοι ενεργούν ως βοηθοί εισηγητές. Εφαρμόζεται το άρθρο 3 τέταρτο εδάφιο και το άρθρο 13 του Οργανισμού.

Οι βοηθοί εισηγητές πρέπει να διαθέτουν υψηλό επίπεδο πείρας στο σχετικό τεχνικό τομέα. Διορίζονται για διάστημα έξι ετών κατόπιν προτάσεως του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων. Η θητεία τους είναι ανανεώσιμη.

Οι βοηθοί εισηγητές πρέπει, υπό τους όρους που καθορίζονται στον κανονισμό διαδικασίας, να συμμετέχουν στην προετοιμασία των υποθέσεων, στην ακροαματική διαδικασία και στις διασκέψεις. Δικαιούνται να θέτουν ερωτήσεις στους διαδίκους. Δεν έχουν δικαίωμα ψήφου.

Άρθρο 8

Το δικαστήριο του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας συνεδριάζει κατά τμήματα συγκροτούμενα από τρεις δικαστές.

Σε ορισμένες υποθέσεις, που ορίζονται από τον κανονισμό διαδικασίας, το δικαστήριο του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας δύναται να συνέρχεται εν ολομελεία ή με μονομελή σύνθεση. Ο κανονισμός διαδικασίας περιέχει διατάξεις όσον αφορά την απαρτία.

Ο πρόεδρος του δικαστηρίου του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας προεδρεύει ενός των τριμελών τμημάτων. Επιπροσθέτως, προεδρεύει όταν το δικαστήριο του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας συνεδριάζει με διευρυμένη σύνθεση. Οι πρόεδροι των άλλων τμημάτων εκλέγονται από τους δικαστές μεταξύ των μελών των τμημάτων αυτών για θητεία τριών ετών. Η θητεία τους είναι ανανεώσιμη.

Η σύνθεση των τμημάτων και η ανάθεση των υποθέσεων σ' αυτά καθορίζεται από τον κανονισμό διαδικασίας.

Άρθρο 9

Ο πρόεδρος του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ή, όταν ενδείκνυται, ο πρόεδρος του Πρωτοδικείου καθορίζουν από κοινού με τον πρόεδρο του δικαστηρίου του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες οι υπάλληλοι και το λοιπό προσωπικό του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων παρέχουν τις υπηρεσίες τους στο δικαστήριο του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας για τη διασφάλιση της λειτουργίας του. Ορισμένοι υπάλληλοι ή μέλη του λοιπού προσωπικού υπάγονται στο γραμματέα του δικαστηρίου του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας υπό την εποπτεία του προέδρου του δικαστηρίου του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας.

Άρθρο 10

Με την επιφύλαξη των άρθρων 11 έως 25 του παρόντος παραρτήματος η διαδικασία ενώπιον του δικαστηρίου του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας διέπεται από τον Τίτλο III του Οργανισμού, με εξαίρεση το δεύτερο εδάφιο του άρθρου 21, τα άρθρα 22 και 23, το πρώτο και τρίτο εδάφιο του άρθρου 40, το άρθρο 42 και το άρθρο 43 και.

Η διαδικασία ενώπιον του δικαστηρίου του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας προσδιορίζεται και συμπληρώνεται, εφόσον παρίσταται ανάγκη, από τον κανονισμό διαδικασίας του. Ο κανονισμός διαδικασίας μπορεί να προβλέπει παρεκκλίσεις από το άρθρο 40 του Οργανισμού, προκειμένου να ληφθούν υπόψη οι ιδιαιτερότητες των διαφορών που εμπίπτουν στον τομέα των κοινοτικών διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας.

Άρθρο 11

Ο δικηγόρος που αναφέρεται στο άρθρο 19 του Οργανισμού μπορεί να επικουρείται από έναν European Patent Attorney το όνομα του οποίου περιλαμβάνεται στον κατάλογο που τηρεί το Ευρωπαϊκό Γραφείο Διπλωμάτων Ευρεσιτεχνίας για τους σκοπούς της ενώπιόν του νομικής εκπροσώπησης και ο οποίος είναι υπήκοος κράτους μέλους ή άλλου κράτους που συμμετέχει στη συμφωνία για τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο.

Ο European Patent Attorney μπορεί να λαμβάνει το λόγο κατά την ακροαματική διαδικασία υπό τους όρους που θεσπίζονται στον κανονισμό διαδικασίας.

Το πέμπτο και το έκτο εδάφιο του άρθρου 19 του Οργανισμού εφαρμόζονται κατ'αναλογίαν.

Άρθρο 12

Κατά παρέκκλιση από το τέταρτο, πέμπτο και έκτο εδάφιο του άρθρου 20 του Οργανισμού εφαρμόζονται οι ακόλουθοι κανόνες:

Η προφορική διαδικασία περιλαμβάνει την ανάπτυξη των βασικών χαρακτηριστικών της υπόθεσης από τον εισηγητή δικαστή, την ακρόαση των διαδίκων από το δικαστήριο του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας και την εξέταση των αποδεικτικών στοιχείων.

Το δικαστήριο του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας δύναται, σύμφωνα με τον κανονισμό διαδικασίας και μετά από ακρόαση των διαδίκων, να αποφασίσει χωρίς προφορική διαδικασία.

Στον κανονισμό διαδικασίας δύναται να προβλεφθεί η διεξαγωγή του συνόλου ή μέρους της διαδικασίας σε ηλεκτρονική μορφή καθώς και οι συναφείς όροι.

Άρθρο 13

Κατά παρέκκλιση από την πρώτη πρόταση του πρώτου εδαφίου του άρθρου 24 του Οργανισμού εφαρμόζεται ο ακόλουθος κανόνας:

Όταν ένας διάδικος έχει παρουσιάσει ευλόγως προσπελάσιμα αποδεικτικά στοιχεία επαρκή για την υποστήριξη των ισχυρισμών του και έχει, για την τεκμηρίωση των ισχυρισμών αυτών, επικαλεστεί αποδεικτικά στοιχεία που βρίσκονται υπό τον έλεγχο του αντιδίκου, το δικαστήριο του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας δύναται να διατάξει τον αντίδικο να προσκομίσει αυτά τα αποδεικτικά στοιχεία, με την επιφύλαξη της τήρησης απορρήτου των πληροφοριών.

Άρθρο 14

Η αρμοδιότητα του δικαστηρίου του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας να διατάσσει τα αναγκαία προσωρινά μέτρα δεν εξαρτάται από το αν έχει ήδη κινηθεί ενώπιόν του η κύρια διαδικασία.

Όταν υπάρχει αποδεδειγμένος κίνδυνος καταστροφής αποδεικτικών στοιχείων ακόμη και πριν από την κίνηση διαδικασίας επί της ουσίας, το δικαστήριο του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας δύναται, σε περίπτωση συντελεσθείσας ή επικείμενης προσβολής κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας, να επιτρέπει σε κάθε τόπο είτε τη λεπτομερή περιγραφή, με ή χωρίς λήψη δειγμάτων, είτε την πραγματική κατάσχεση των επίμαχων εμπορευμάτων και, στις ενδεικνυόμενες περιπτώσεις, των σχετικών εγγράφων.

Εάν τα προσωρινά μέτρα ή τα μέτρα προστασίας των αποδεικτικών στοιχείων ανακληθούν, το δικαστήριο του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας διατάσσει τον αιτούντα, αιτήσει του καθ'ού, να καταβάλει στον καθ'ού κατάλληλη αποζημίωση για κάθε ζημία που αυτός υπέστη συνεπεία των εν λόγω μέτρων.

Άρθρο 15

Το άρθρο 39 του Οργανισμού, το οποίο αφορά τις ειδικές αποφάσεις που λαμβάνονται με συνοπτική διαδικασία, εφαρμόζεται και στα μέτρα προστασίας των αποδεικτικών στοιχείων. Στον κανονισμό διαδικασίας καθορίζεται ο αρμόδιος για την έκδοση αυτών των αποφάσεων.

Άρθρο 16

Με την επιφύλαξη του άρθρου 41 του Οργανισμού, ερήμην απόφαση δύναται να εκδίδεται κατά του διαδίκου ο οποίος, αν και έχει κληθεί νομοτύπως, δεν προσέρχεται στην δημόσια συνεδρίαση.

Άρθρο 17

Κατά παρέκκλιση από το πρώτο εδάφιο του άρθρου 44 του Οργανισμού εφαρμόζεται ο ακόλουθος κανόνας:

Αίτηση αναθεώρησης μιας απόφασης δύναται να υποβληθεί κατ' εξαίρεση στο δικαστήριο του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας, εφόσον γίνει γνωστό γεγονός αποφασιστικής σημασίας το οποίο ήταν άγνωστο στο διάδικο ο οποίος ζητά την αναθεώρηση και μόνο με την επίκληση ουσιώδους διαδικαστικού σφάλματος ή πράξης που θεωρήθηκε στο πλαίσιο οριστικής δικαστικής απόφασης ότι συνιστά ποινικό αδίκημα.

Άρθρο 18

Οι διάδικοι δύνανται, σε κάθε στάδιο της δίκης, να λύσουν τη διαφορά τους με συμβιβασμό που επικυρώνεται με απόφαση του δικαστηρίου του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας. Ο συμβιβασμός δεν δύναται να επηρεάσει το κύρος ενός κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας.

Άρθρο 19

Το πρώτο και το δεύτερο εδάφιο του άρθρου 54 του Οργανισμού εφαρμόζονται κατ'αναλογία στο δικαστήριο του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας.

Άρθρο 20

Εάν ενώπιον του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων εκκρεμεί υπόθεση που θέτει το ίδιο ζήτημα ερμηνείας ή εάν ενώπιον του Πρωτοδικείου εκκρεμεί υπόθεση σχετικά με την αμφισβήτηση του κύρους του ίδιου κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας, το δικαστήριο του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας μπορεί, μετά από ακρόαση των διαδίκων, να αναστείλει τη διαδικασία μέχρις ότου εκδοθεί η απόφαση του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ή του Πρωτοδικείου.

Εάν κατατεθεί προσφυγή στο Ευρωπαϊκό Γραφείο Διπλωμάτων Ευρεσιτεχνίας κατά της χορηγήσεως ευρωπαϊκού διπλώματος ευρεσιτεχνίας που ορίζει την Κοινότητα, το δικαστήριο του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας, το οποίο έχει επιληφθεί αγωγής ακυρώσεως, μπορεί, μετά από ακρόαση των διαδίκων, να αναστείλει τη διαδικασία μέχρις ότου εκδοθεί οριστική απόφαση επί της προσφυγής.

Άρθρο 21

Το άρθρο 55 του Οργανισμού εφαρμόζεται υπό τον όρο ότι στα κράτη μέλη καθώς και στα όργανα των Κοινοτήτων που δεν άσκησαν παρέμβαση ούτε υπήρξαν διάδικοι κοινοποιείται μόνο η οριστική απόφαση του δικαστηρίου του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας.

Άρθρο 22

Οι οριστικές αποφάσεις του δικαστηρίου του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας είναι εκτελεστές, εφόσον δεν υπόκεινται πλέον σε ένδικα μέσα. Η άσκηση ενδίκου μέσου έχει ανασταλτικό αποτέλεσμα. Εντούτοις, το δικαστήριο του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας δύναται να κηρύσσει τις αποφάσεις του εκτελεστές, εξαρτώντας, εάν χρειάζεται, την εκτελεστότητα από την παροχή εγγύησης.

Το δικαστήριο του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας περιάπτει στην απόφαση τον εκτελεστήριο τύπο. Είναι δυνατή η εκτέλεση αποφάσεων κατά κρατών μελών.

Το δικαστήριο του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας δύναται να διατάσσει την επιβολή χρηματικής ποινής για τυχόν μη συμμόρφωση με τις αποφάσεις ή τις διατάξεις του που συνιστούν υποχρέωση πράξης ή παράλειψης. Η χρηματική ποινή μπορεί να συνίσταται σε κατ' αποκοπήν ποσό ή στην περιοδική καταβολή ενός ποσού. Η χρηματική ποινή πρέπει να είναι αναλογική και δεν δύναται να υπερβαίνει τα 50.000 ευρώ.

Άρθρο 23

Η συμμετοχή σε διαδικασίες ενώπιον του δικαστηρίου του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας συνεπάγεται την καταβολή κατάλληλων δικαστικών εξόδων.

Το Συμβούλιο καθορίζει κλίμακα εξόδων, αποφασίζοντας με ειδική πλειοψηφία κατόπιν προτάσεως της Επιτροπής και μετά από διαβούλευση με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ή κατόπιν αιτήσεως του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και μετά από διαβούλευση με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και την Επιτροπή.

Τα δικαστικά έξοδα προκαταβάλλονται. Ο διάδικος που δεν έχει καταβάλει τα καθορισθέντα δικαστικά έξοδα δύναται να αποκλειστεί από την περαιτέρω συμμετοχή στη διαδικασία.

Άρθρο 24

Το δικαστήριο του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας δύναται να διεξαγάγει συνεδριάσεις σε κράτη μέλη διαφορετικά από το κράτος μέλος στο οποίο εδρεύει.

Άρθρο 25

Το δικαστήριο του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας διεξάγει τη διαδικασία στην επίσημη κοινοτική γλώσσα του κράτους μέλους στο οποίο κατοικεί ο καθ'ού ή, όταν σε ένα κράτος μέλος υπάρχουν δύο ή περισσότερες επίσημες κοινοτικές γλώσσες, σε μία απ' αυτές, την οποία επιλέγει ο καθ'ού. Εάν ο καθ'ού δεν κατοικεί σε κράτος μέλος, το δικαστήριο του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας διεξάγει τη διαδικασία στην επίσημη κοινοτική γλώσσα στην οποία χορηγήθηκε το κοινοτικό δίπλωμα ευρεσιτεχνίας.

Αιτήσει των διαδίκων και με τη συγκατάθεση του δικαστηρίου του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας, κάθε επίσημη κοινοτική γλώσσα μπορεί να επιλεγεί ως γλώσσα της διαδικασίας.

Οι διάδικοι, οι μάρτυρες και οι πραγματογνώμονες μπορούν, σύμφωνα με τον κανονισμό διαδικασίας, να καταθέσουν στο δικαστήριο του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας σε γλώσσα διαφορετική από τη γλώσσα διαδικασίας. Στην περίπτωση αυτή, ο γραμματέας μεριμνά για τη μετάφραση, σύμφωνα με τον κανονισμό διαδικασίας, όλων των λεχθέντων κατά την προφορική διαδικασία στη γλώσσα διαδικασίας και, αιτήσει διαδίκου, στη γλώσσα που χρησιμοποιεί ο τελευταίος.

Tο δικαστήριο του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας δύναται, σύμφωνα με τον κανονισμό διαδικασίας, να επιτρέψει την υποβολή συνοδευτικών εγγράφων σε γλώσσα διαφορετική από τη γλώσσα διαδικασίας. Μπορεί οποτεδήποτε να απαιτήσει από αυτό το διάδικο να προσκομίσει μετάφραση των εν λόγω εγγράφων στη γλώσσα διαδικασίας.

Άρθρο 26

Κατά των οριστικών αποφάσεων του δικαστηρίου του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας μπορεί να ασκηθεί ένδικο μέσο ενώπιον του Πρωτοδικείου εντός δύο μηνών από της κοινοποιήσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως.

'Ενδικο μέσο κατά αποφάσεως του δικαστηρίου του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας που εκδόθηκε με βάση το άρθρο 243 ή το άρθρο 256 τέταρτο εδάφιο της συνθήκης ή το άρθρο 14, δεύτερο εδάφιο του παρόντος παραρτήματος μπορεί να ασκηθεί ενώπιον του Πρωτοδικείου εντός δύο μηνών από της κοινοποιήσεώς της. Εντούτοις, αν η απόφαση έχει ληφθεί χωρίς προηγούμενη ακρόαση του θιγόμενου διαδίκου, ο διάδικος αυτός μπορεί, εντός δύο μηνών από της κοινοποιήσεώς της, να καταθέσει ένσταση ενώπιον του δικαστηρίου του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας, η απόφαση του οποίου υπόκειται σε ένδικο μέσο ενώπιον του Πρωτοδικείου.

Έφεση κατά αποφάσεως του δικαστηρίου του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας με την οποία απορρίπτεται αίτηση παρέμβασης μπορεί να ασκηθεί ενώπιον του Πρωτοδικείου εντός δύο εβδομάδων από της κοινοποιήσεως της απορριπτικής αποφάσεως.

Ο κανονισμός διαδικασίας δύναται να καθορίσει τις περιστάσεις και προϋποθέσεις υπό τις οποίες είναι δυνατόν να ασκηθεί έφεση κατά αποφάσεων δικονομικού χαρακτήρα που λαμβάνει το δικαστήριο του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας κατά τη διάρκεια της δίκης.

´Ενδικο μέσο δυνάμει του πρώτου έως τέταρτου εδαφίου μπορεί να ασκηθεί από τον εν όλω ή εν μέρει ηττηθέντα διάδικο. Τα ένδικα μέσα δυνάμει του δεύτερου και τρίτου εδαφίου εκδικάζονται με τη διαδικασία του άρθρου 39 του Οργανισμού.

Άρθρο 27

Το ένδικο μέσο μπορεί να αφορά νομικά ζητήματα καθώς και πραγματικά περιστατικά.

Όταν το ένδικο μέσο αφορά νομικά ζητήματα, οι λόγοι που επιτρέπεται να προβληθούν είναι η αναρμοδιότητα του δικαστηρίου του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας, πλημμέλειες κατά την ενώπιόν του διαδικασία που θίγουν τα συμφέροντα του αναιρεσείοντος ή παραβίαση του κοινοτικού δικαίου από το δικαστήριο του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας.

Όταν η έφεση στηρίζεται σε πραγματικά περιστατικά, ο λόγος εφέσεως που επιτρέπεται να προβληθεί είναι η επανεκτίμηση των γεγονότων και των αποδεικτικών στοιχείων που υποβλήθηκαν στο δικαστήριο του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας. Η επίκληση νέων πραγματικών περιστατικών και νέων αποδεικτικών στοιχείων είναι δυνατή μόνον αν η υποβολή τους από τον ενδιαφερόμενο διάδικο δεν ήταν λογικά δυνατόν να γίνει κατά τη διάρκεια της πρωτοβάθμιας διαδικασίας.

Δεν χωρεί ένδικο μέσο αποκλειστικά για τον καταλογισμό ή το ύψος της δικαστικής δαπάνης.

Άρθρο 28

Εάν το ένδικο μέσο κριθεί βάσιμο, το Πρωτοδικείο εξαφανίζει την απόφαση του δικαστηρίου του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας και εκδίδει τελεσίδικη απόφαση. Το Πρωτοδικείο δύναται σε εξαιρετικές περιστάσεις και σύμφωνα με τον κανονισμό διαδικασίας να αναπέμψει την υπόθεση στο δικαστήριο του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας.

Σε περίπτωση αναπομπής, το δικαστήριο του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας δεσμεύεται ως προς τα νομικά ζητήματα που έχουν κριθεί με την απόφαση του Πρωτοδικείου.

Άρθρο 29

Ο κανονισμός διαδικασίας του δικαστηρίου του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας περιέχει όλες τις αναγκαίες διατάξεις για την εφαρμογή και τη συμπλήρωση, όπου χρειάζεται, του παρόντος παραρτήματος."

Κεφάλαιο II

Η ενώπιον του Πρωτοδικείου διαδικασία επί των ενδίκων μέσων

Άρθρο 5

Αριθμός δικαστών του Πρωτοδικείου

Το άρθρο 48 του Πρωτοκόλλου περί του Οργανισμού του Δικαστηρίου αντικαθίσταται απότο ακόλουθο κείμενο:

"Άρθρο 48

Το Πρωτοδικείο αποτελείται από 18 δικαστές".

Άρθρο 6

Η διαδικασία επί των ενδίκων μέσων σχετικά με το κοινοτικό δίπλωμα ευρεσιτεχνίας

Το ακόλουθο άρθρο παρεμβάλλεται στο Πρωτόκολλο περί του Οργανισμού του Δικαστηρίου, μετά το άρθρο 61:

"Άρθρο 61a

Ένα εξειδικευμένο σε θέματα ευρεσιτεχνίας τμήμα του Πρωτοδικείου, συγκροτούμενο από τρεις δικαστές, εκδικάζει τα ένδικα μέσα κατά των αποφάσεων του δικαστηρίου του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας.

Με την επιφύλαξη των οριζομένων στο άρθρο 17 πέμπτο εδάφιο και στο άρθρο 50, οι δικαστές του εξειδικευμένου σε θέματα ευρεσιτεχνίας τμήματος ενδίκων μέσων επιλέγονται μεταξύ υποψηφίων που διαθέτουν αποδεδειγμένα υψηλό επίπεδο νομικής πείρας στον τομέα του δικαίου ευρεσιτεχνίας και διορίζονται με βάση την πείρα τους.

Το άρθρο 7 και τα άρθρα 10 έως 23 του παραρτήματος [ΙΙ] του Οργανισμού εφαρμόζονται κατ´αναλογίαν στην επί των ενδίκων μέσων διαδικασία ενώπιον του αρμόδιου για θέματα ευρεσιτεχνίας τμήματος του Πρωτοδικείου. Τα κράτη μέλη και τα όργανα της Ευρωπαϊκής Κοινότητας έχουν το δικαίωμα να παρεμβαίνουν σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο του άρθρου 40.

Η διαδικασία επί των ενδίκων μέσων διεξάγεται στη γλώσσα διαδικασίας που χρησιμοποιήθηκε ενώπιον του δικαστηρίου του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας. Εφαρμόζονται το δεύτερο, το τρίτο και το τέταρτο εδάφιο του άρθρου 25 του παραρτήματος [ΙΙ] του Οργανισμού."

Κεφάλαιο III

Τελικές διατάξεις

Άρθρο 7

Μεταβατικές διατάξεις

Ο πρώτος πρόεδρος του δικαστηρίου του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας διορίζεται για τρία έτη με τη διαδικασία που προβλέπεται για τα μέλη του δικαστηρίου του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας. Ωστόσο, το Συμβούλιο δύναται να αποφασίσει την εφαρμογή της διαδικασίας που προβλέπεται στο άρθρο 4 του παραρτήματος [ΙΙ] του Πρωτοκόλλου περί του Οργανισμού του Δικαστηρίου.

Αμέσως μετά την ορκωμοσία όλων των μελών του δικαστηρίου του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας, ο πρόεδρος του Συμβουλίου επιλέγει με κλήρωση τους δικαστές η θητεία των οποίων λήγει κατά το πέρας της πρώτης τριετίας.

Άρθρο 8

Έναρξη ισχύος

Μετά τη δημοσίευσή της στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η παρούσα απόφαση αρχίζει να ισχύει την επομένη της κοινοποίησης της αποδοχής, από το κράτος μέλος που θα προβεί τελευταίο στην αποδοχή των διατάξεων της απόφασης 2003/.../ΕΚ του Συμβουλίου [που εκδόθηκε δυνάμει του άρθρου 229Α της συνθήκης και αναθέτει δικαιοδοσία στο Δικαστήριο όσον αφορά το κοινοτικό δίπλωμα ευρεσιτεχνίας].

Το άρθρο 1 του παραρτήματος [ΙΙ] του Πρωτοκόλλου περί του Οργανισμού του Δικαστηρίου αρχίζει να εφαρμόζεται την ημερομηνία κατά την οποία αρχίζει να ισχύει η απόφαση 2003/.../ΕΚ [περί αναθέσεως δικαιοδοσίας στο Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων σχετικά με το κοινοτικό δίπλωμα ευρεσιτεχνίας].

Βρυξέλλες, [...]

Για το Συμβούλιο

Ο Πρόεδρος

[...]

ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΟ ΔΗΜΟΣΙΟΝΟΜΙΚΟ ΔΕΛΤΙΟ

Τομέας πολιτικής: βιομηχανική ιδιοκτησία

Δραστηριότητα: ίδρυση του δικαστηρίου του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας

Τιτλοσ τησ δρασησ: Προταση αποφασης του Συμβουλιου για την ιδρύση του Δικαστηριου του Κοινοτικου Διπλωματοσ Ευρεσιτεχνιας και για τα ένδικα μέσα ενωπιον του Πρωτοδικειου

1. ΓΡΑΜΜΗ(-ΕΣ) ΤΟΥ ΠΡΟΫΠΟΛΟΓΙΣΜΟΥ + ΤΙΤΛΟΣ(-ΟΙ)

Τμήμα IV - Δικαστήριο

2. ΣΥΝΟΛΙΚΑ ΑΡΙΘΜΗΤΙΚΑ ΔΕΔΟΜΕΝΑ

Η ίδρυση του δικαστηρίου του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας (ΔΚΔΕ) έχει δημοσιονομική επίπτωση στο μέρος Α του προϋπολογισμού (ανθρώπινοι πόροι και άλλες διοικητικές δαπάνες). Oι διαφορές για το κοινοτικό δίπλωμα ευρεσιτεχνίας συνεπάγονται, αφενός, την υπαγωγή ενός νέου είδους διαφορών στη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων αλλά και, αφετέρου, την εμφάνιση ενός σημαντικού αριθμού νέων υποθέσεων σε έναν εξειδικευμένο τομέα, με αποτέλεσμα να χρειάζεται η πρόσληψη νέου προσωπικού για το χειρισμό των υποθέσεων αυτών. Καθώς ο αριθμός των χορηγουμένων κοινοτικών διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας θα αυξάνει, αναμένεται ότι θα αυξηθεί σε πολύ μεγάλο βαθμό και ο αριθμός των νέων υποθέσεων που θα άγονται ενώπιον του δικαστηρίου του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας. Το Ευρωπαϊκό Γραφείο Διπλωμάτων Ευρεσιτεχνίας αναμένεται να χορηγεί κάθε χρόνο 50.000 νέα κοινοτικά διπλώματα ευρεσιτεχνίας, τα οποία, με την παραδοχή ότι το ετήσιο ποσοστό των διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας για τα οποία θα ανακύπτουν διαφορές θα είναι της τάξεως του 1 στα 1000 ισχύοντα διπλώματα, θα αυξήσουν σε πρώτο βαθμό τον αριθμό των νέων δικών κατά σχεδόν 50 δίκες ετησίως. Περίπου στο 25% των υποθέσεων που θα εκδικάζονται από το δικαστήριο του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας είναι πιθανόν να ασκείται ένδικο μέσο στο Πρωτοδικείο. Το ανθρώπινο δυναμικό που θεωρείται απαραίτητο για την αρχική φάση λειτουργίας του δικαστηρίου του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας έως το 2014 μπορεί να προσληφθεί σταδιακά, ανάλογα με το είδος και το μέγεθος των προς εκτέλεση καθηκόντων. Όταν προσλαμβάνεται πρόσθετο προσωπικό, ο υπολογισμός της δημοσιονομικής επίπτωσης των ανθρώπινων πόρων γίνεται σύμφωνα με τη γενική πρακτική που ακολουθείται στο θέμα αυτό, δηλαδή οι νεοδημιουργούμενες θέσεις υπολογίζονται, κατά το έτος της δημιουργίας τους, σε εξαμηνιαία μόνο βάση.

- Αναγκαίοι πόροι για τα πρώτα πέντε έτη λειτουργίας (2010-2014)

Στο επίπεδο του δικαστηρίου του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας κρίθηκε ότι ο αριθμός των επτά δικαστών (περιλαμβανομένου του προέδρου) είναι ο πλέον ενδεδειγμένος για την εκπλήρωση της αποστολής του δικαστηρίου κατά την αρχική φάση της λειτουργίας του. Σύμφωνα με το πέμπτο εδάφιο του άρθρου 225Α της συνθήκης ΕΚ, ακόμη και πριν αρχίσει το νέο δικαστήριο τη λειτουργία του, οι δικαστές πρέπει να προβούν στην πρώτη κωδικοποίηση ενός κοινοτικού δικονομικού δικαίου (κανονισμός διαδικασίας), πράγμα που από μόνο του αποτελεί μείζον εγχείρημα. Στην αρχική φάση θα πρέπει να ληφθούν ορισμένες βασικές αποφάσεις για θεμελιώδη ζητήματα από μια διευρυμένη σύνθεση του δικαστηρίου. Κάθε δικαστής πρέπει να επικουρείται από ένα νομικό βοηθό και ένα γραμματέα.

Ο εξαιρετικά τεχνικός χαρακτήρας των διαφορών των σχετικών με το κοινοτικό δίπλωμα ευρεσιτεχνίας έχει επίσης συνέπειες για το Πρωτοδικείο, το οποίο θα εκδικάζει τις υποθέσεις σε δεύτερο βαθμό. Δεδομένου του εξαιρετικά εξειδικευμένου και τεχνικού χαρακτήρα του αντικειμένου, θα πρέπει να συσταθεί, στα πλαίσια του Πρωτοδικείου, ένα αρμόδιο για θέματα διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας τμήμα ενδίκων μέσων , απαρτιζόμενο από τρεις επιπλέον εξειδικευμένους δικαστές. Κάθε δικαστής θα πρέπει να επικουρείται από τουλάχιστον ένα νομικό βοηθό και από τουλάχιστον ένα γραμματέα.

Επιπροσθέτως, ο ειδικός χαρακτήρας των διαφορών των σχετικών με τα διπλώματα ευρεσιτεχνίας, διαφορών το αντικείμενο των οποίων άπτεται των πλέον πρόσφατων τεχνολογικών εξελίξεων, απαιτεί τη συμβολή όχι μόνον δικηγόρων αλλά και τεχνικών εμπειρογνωμόνων. Το Συμβούλιο, στην κοινή πολιτική του προσέγγιση της 3ης Μαρτίου 2003, αποφάσισε να επικουρούνται οι δικαστές από τεχνικούς εμπειρογνώμονες καθ' όλη τη διάρκεια της εξέτασης μιας υπόθεσης. Για να καλυφθούν οι περισσότεροι από 70 τεχνολογικοί τομείς, προβλέπεται ο διορισμός επτά τέτοιων εμπειρογνωμόνων (βοηθών εισηγητών) για το πρωτοβάθμιο δικαστήριο του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας στους ακόλουθους υποτομείς: (1) ανόργανη χημεία και επιστήμη υλικών. (2) οργανική χημεία και χημεία πολυμερών. (3) βιοχημεία και βιοτεχνολογία. (4) γενική φυσική. (5) επιστήμη μηχανολόγου μηχανικού. (6) τεχνολογία πληροφοριών και επικοινωνιών. και (7) επιστήμη ηλεκτρολόγου μηχανικού. Δεδομένου του γεγονότος ότι τα τεχνικά ζητήματα που θα εγείρονται στα πλαίσια μιας υπόθεσης θα προετοιμάζονται κατά τη διάρκεια της πρωτόδικης διαδικασίας, κρίνεται επαρκής, για την ενώπιον του Πρωτοδικείου διαδικασία επί των ενδίκων μέσων, η υποστήριξη από μειωμένο αριθμό τριών τεχνικών εμπειρογνωμόνων, στους γενικότερους υποτομείς της χημείας, της φυσικής και της μηχανικής.

Το δικαστήριο του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας θα χρειαστεί επίσης ένα γραμματέα, ο οποίος θα επικουρείται από έξι υπαλλήλους. Η Γραμματεία θα είναι υποχρεωμένη να λειτουργεί μέσα σε ένα ιδιαίτερα περίπλοκο περιβάλλον. Η Γραμματεία του δικαστηρίου του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας θα είναι υπεύθυνη όχι μόνο για την τήρηση του μητρώου, αλλά και για την αλληλογραφία με τους διαδίκους και τους νομικούς εκπροσώπους τους σε όλον τον κόσμο, διότι σε κάποιες υποθέσεις θα μπορούσαν να εμπλέκονται, π.χ., ακόμη και δύο διάδικοι από μη κοινοτικές χώρες. Η Γραμματεία πρέπει να είναι σε θέση να χειρίζεται τις αγόμενες ενώπιον του δικαστηρίου ιδιωτικές διαφορές σε όλες τις επίσημες γλώσσες της Κοινότητας. Θα πρέπει να απαντά προφορικά και γραπτά σε αιτήσεις των διαδίκων (π.χ., αίτηση παροχής πληροφοριών για την εξέλιξη μιας υπόθεσης, προγραμματισμός των ακροάσεων κ.λπ.) ή των δικαστών (π.χ., αίτηση παροχής συμπληρωματικών πληροφοριών, αίτηση παροχής ελλειπόντων εγγράφων). Για να διασφαλιστεί η εύρυθμη λειτουργία του δικαστηρίου, αυτή η καθημερινή επαφή μεταξύ των διαδίκων και του δικαστηρίου δεν είναι δυνατόν να βασιστεί στις συνήθεις υπηρεσίες μετάφρασης και διερμηνείας, αλλά πρέπει να εξασφαλίζεται άμεσα από την ίδια τη Γραμματεία. Επιπροσθέτως, η Γραμματεία θα είναι επίσης υπεύθυνη για τη συνεργασία με τις εθνικές αρχές που είναι αρμόδιες για την εκτέλεση των αποφάσεων του δικαστηρίου του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας σύμφωνα με τα άρθρα 244 και 256 της συνθήκης ΕΚ. Το δικαστήριο του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας θα εκδίδει απλώς την απόφαση, η οποία στη συνέχεια πρέπει να εκτελείται από τις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών. Η Γραμματεία πρέπει να εξασφαλίζει την επικοινωνία στην επίσημη γλώσσα του κράτους μέλους στο οποίο εκτελείται η απόφαση του δικαστηρίου του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας.

Κρίνεται επίσης απαραίτητη η πρόσληψη ενός γλωσσικού επιμελητή των αποφάσεων (lecteur d'arrκt), ο οποίος θα ελέγχει αν η απόφαση, η οποία θα συντάσσεται από τους δικαστές σε γλώσσα που δεν είναι απαραίτητα η μητρική τους, είναι γλωσσικά ορθή. Η διασφάλιση των αναγκαίων προτύπων ποιότητας αποτελεί συνήθη πρακτική στο Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και πρέπει να καλύπτει και τις αποφάσεις του νέου δικαστηρίου του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας, καθώς και του αρμόδιου για θέματα διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας τμήματος ενδίκων μέσων του Πρωτοδικείου. Κρίνεται επίσης αναγκαία η πρόσληψη ενός ερευνητή, ο οποίος θα ερευνά τη νομοθεσία και τη νομολογία των κρατών μελών για να παρέχει στο δικαστήριο του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας τα στοιχεία που είναι απαραίτητα για την ανάπτυξη της βασικής νομολογίας στον τομέα αυτόν. Καθώς η ίδρυση ενός δικαστηρίου που θα εκδικάζει ιδιωτικές διαφορές σχετικές με διπλώματα ευρεσιτεχνίας αποτελεί κάτι εντελώς καινούργιο για την κοινοτική έννομη τάξη, κρίνεται απαραίτητη η στελέχωση του δικαστηρίου με ερευνητές, οι οποίοι θα διερευνούν τις νομικές αντιλήψεις που υπάρχουν στα κράτη μέλη για να μπορεί στη συνέχεια το δικαστήριο να τις λαμβάνει επαρκώς υπόψη, όταν εκδικάζει νέες υποθέσεις. Κρίνεται επίσης απαραίτητη η πρόσληψη ενός νομικού βοηθού για το γενικό εισαγγελέα για τις διαδικασίες επανεξέτασης αποφάσεων του Πρωτοδικείου από το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, βάσει του άρθρου 225 παράγραφος 2 της συνθήκης ΕΚ. Όλες οι αποφάσεις του Πρωτοδικείου που αφορούν διπλώματα ευρεσιτεχνίας πρέπει να αξιολογούνται υπό το πρίσμα της ενότητας και της συνοχής τους με το κοινοτικό δίκαιο. Όταν υπάρχει σοβαρός κίνδυνος παράβασης του κοινοτικού δικαίου, αυτός ο νομικός βοηθός θα υποστηρίζει το γενικό εισαγγελέα στις αναγκαίες διαδικασίες ενώπιον του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων. Πέραν του προσωπικού που θα είναι απαραίτητο για τη λειτουργία του ίδιου του δικαστηρίου του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας, οι προτάσεις πρέπει επίσης να προβλέπουν την αναγκαία ενίσχυση της μεταφραστικής υπηρεσίας. Τέλος, θα είναι απολύτως αναγκαία η δημιουργία μιας βιβλιοθήκης ΒΙ (βιομηχανική ιδιοκτησία) για το νέο δικαιοδοτικό όργανο. Πρέπει να εξασφαλιστεί η προμήθεια σχετικών εκδόσεων (από όλα τα κράτη μέλη), όπως νομικών βιβλίων, περιοδικών και συλλογών νομολογίας καθώς και εκδόσεων για όλους τους τεχνολογικούς τομείς, όπως επίσης η πρόσβαση σε νομικές και τεχνικές βάσεις δεδομένων.

- Σταδιακή στελέχωση του δικαστηρίου

Το νέο δικαστήριο θα περάσει αναγκαστικά από μια περίοδο κατά την οποία το προσωπικό θα μπορεί να προσλαμβάνεται σταδιακά, ανάλογα με το είδος και το μέγεθος των προς εκτέλεση καθηκόντων.

Κατά το έτος πριν από την προβλεπόμενη έναρξη λειτουργίας του δικαστηρίου του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας (η οποία αναμένεται να γίνει το 2010), θα αρκεί η ύπαρξη μειωμένου προσωπικού για την αναγκαία προετοιμασία. Θα πρέπει να διοριστούν μόνο οι δικαστές, επικουρούμενοι από το αναγκαίο γραμματειακό προσωπικό. Είναι σημαντικό όλοι οι δικαστές να είναι παρόντες από τη στιγμή αυτή, διότι θα πρέπει να συντάξουν τον κανονισμό διαδικασίας, ο οποίος, σύμφωνα με τα άρθρα 224 πέμπτο εδάφιο και 225Α πέμπτο εδάφιο της συνθήκης ΕΚ, πρέπει να καταρτιστεί από τους ίδιους τους δικαστές. Στη φάση αυτή ένας βιβλιοθηκονόμος πρέπει επίσης να αρχίσει την προετοιμασία για τη δημιουργία μιας βιβλιοθήκης ΒΙ. Ως εκ τούτου, οι πίνακες 2.3.(γ) και 7.1. προβλέπουν για το έτος 2009 μειωμένο προσωπικό (14 άτομα).

Σημαντικό ποσοστό (αλλά όχι ακόμη το σύνολο) του προσωπικού θα είναι απαραίτητο μόνο από τη στιγμή που το δικαστήριο του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας θα αναλάβει τα καθήκοντά του το 2010 [βλ. τις αυξημένες δαπάνες που εμφαίνονται στους πίνακες 2.3.(γ) και 7.2.]. Ένας συνολικός αριθμός 70 ατόμων κρίνεται ενδεδειγμένος για να μπορέσει το νέο δικαστήριο να εκπληρώσει σωστά την αποστολή του κατά τα πρώτα στάδια της λειτουργίας του. Στον αριθμό αυτό περιλαμβάνονται κατ' αρχάς και οι επτά δικαστές του δικαστηρίου του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας. Το δικαστήριο θα πρέπει, ιδίως κατά την αρχική φάση, να λάβει ορισμένες βασικές αποφάσεις σε θεμελιώδη ζητήματα στα οποία πρέπει να υπάρξει σημαντική νομολογία. Οι αποφάσεις αυτές πρέπει να ληφθούν από τη μείζονα σύνθεση του δικαστηρίου και όχι από τμήμα τριών δικαστών. Ο εν λόγω αριθμός δικαστών είναι επίσης απαραίτητος και για να διασφαλισθεί η εύρυθμη λειτουργία του δικαστηρίου σε περίπτωση ασθένειας ή άδειας ενός δικαστή. Όσον αφορά τους τρεις δικαστές του αρμόδιου για θέματα διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας τμήματος ενδίκων μέσων του Πρωτοδικείου, είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι τα ένδικα μέσα θα ασκούνται από τη στιγμή κατά την οποία το σύστημα θα αρχίσει να λειτουργεί, ιδίως όσον αφορά τη λήψη προσωρινών μέτρων ή μέτρων προστασίας των αποδεικτικών στοιχείων. Επιπροσθέτως, όλοι οι τεχνικοί εμπειρογνώμονες - επτά για το δικαστήριο του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας και τρεις για το Πρωτοδικείο - πρέπει να είναι παρόντες από την πρώτη στιγμή λειτουργίας. Οι υποθέσεις μπορεί να προέρχονται από οποιονδήποτε από τους υπάρχοντες τεχνολογικούς τομείς και, κατά συνέπεια, ο αριθμός αυτός δεν μπορεί να μειωθεί στην αρχική φάση. Ο πρόεδρος του δικαστηρίου του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας, ο οποίος, πέραν των δικαιοδοτικών του καθηκόντων, θα είναι επίσης υποχρεωμένος να ασχολείται και με διοικητικά ζητήματα και να εκπροσωπεί το πρώτο κοινοτικό δικαστήριο επίλυσης ιδιωτικών διαφορών, θα πρέπει να επικουρείται στο έργο του, ευθύς εξαρχής, από ένα διευθυντή του ιδιαίτερου γραφείου του. Από το πρώτο έτος λειτουργίας θα χρειαστεί η πρόσληψη ενός γλωσσικού επιμελητή των αποφάσεων (lecteur d'arrκt) για το δικαστήριο του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας και ενός για το Πρωτοδικείο, διότι και τα δύο δικαστήρια θα εκδίδουν αποφάσεις αμέσως μόλις αρχίσουν να λειτουργούν.

Ωστόσο, πέντε νομικοί βοηθοί για το δικαστήριο του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας και δύο για το Πρωτοδικείο, δέκα γραμματείς και ένας ερευνητής θα είναι αρκετοί γι' αυτήν την αρχική περίοδο λειτουργίας του δικαστηρίου του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας. Τέλος, δεδομένου του φόρτου υποθέσεων κατά την εν λόγω αρχική φάση, μια πρώτη (μέτρια) ενίσχυση των υπηρεσιών μετάφρασης και διερμηνείας του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων με δέκα μεταφραστές και δέκα διερμηνείς επιπλέον κρίνεται επαρκής.

Ορισμένες θέσεις θα καλυφθούν σταδιακά σε μεταγενέστερη φάση, καθώς ο φόρτος υποθέσεων θα αυξάνει [βλ. αύξηση των δαπανών στους πίνακες 2.3.(γ). 7.3. και 7.4. παρακάτω). Η ρύθμιση αυτή αφορά τη γραμματειακή υποστήριξη, όπου προβλέπονται έντεκα επιπλέον άτομα για το 2012. Για το 2014, προβλέπονται τρεις ακόμη νομικοί βοηθοί για τους δικαστές του δικαστηρίου του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας και του Πρωτοδικείου, ούτως ώστε κάθε δικαστής να επικουρείται τελικά από ένα νομικό βοηθό. Το ίδιο έτος, κρίνεται απαραίτητη η πρόσληψη ενός επιπλέον νομικού βοηθού για το γενικό εισαγγελέα, για τις διαδικασίες επανεξέτασης, διότι οι αποφάσεις που θα εκδίδει το Πρωτοδικείο επί ενδίκων μέσων κατά αποφάσεων του δικαστηρίου του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας θα έχουν φθάσει σε αριθμό που ο έλεγχός τους ενόψει πιθανών διαδικασιών επανεξέτασης θα δικαιολογεί μία επιπλέον θέση. Επίσης, ένας δεύτερος ερευνητής θα είναι απαραίτητος μόνο το 2014, καθώς ο φόρτος υποθέσεων θα αυξάνει. Τέλος, οι δυνατότητες μετάφρασης και διερμηνείας του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων μπορούν να ενισχυθούν σε συνάρτηση με την αύξηση του φόρτου υποθέσεων κατά στάδια, δηλαδή κατά δέκα επιπλέον άτομα το 2012 και κατά δεκαοκτώ το 2014. Έτσι, το συνολικό προσωπικό του Δικαστηρίου του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας θα ανέλθει έως το 2014 στα 114 άτομα.

2.1. Συνολικό κονδύλιο της δράσης (μέρος B): ... εκατομμύρια ευρώ σε πιστώσεις ανάληψης υποχρεώσεων

Ουδέν

2.2. Περίοδος υλοποίησης

Έναρξη: 2009

Λήξη: αόριστη

2.3. Συνολική πολυετής εκτίμηση δαπανών:

(α) Χρονοδιάγραμμα πιστώσεων ανάληψης υποχρεώσεων/πιστώσεων πληρωμών (δημοσιονομική παρέμβαση) (βλ. σημείο 6.1.1)

Δεν έχει εφαρμογή

(β) Τεχνική και διοικητική συνδρομή και δαπάνες στήριξης (βλ. σημείο 6.1.2)

Δεν έχει εφαρμογή

(γ) Συνολικές δημοσιονομικές επιπτώσεις των ανθρώπινων πόρων και των άλλων δαπανών διοικητικής λειτουργίας (βλ. σημείο 7)

>ΘΕΣΗ ΠIΝΑΚΑ>

>ΘΕΣΗ ΠIΝΑΚΑ>

2.4. Συμβατότητα με το δημοσιονομικό προγραμματισμό και τις δημοσιονομικές προοπτικές

Δεν έχει εφαρμογή

2.5. Δημοσιονομικές συνέπειες επί των εσόδων:

[...] Η πρόταση δεν έχει δημοσιονομικές συνέπειες (αφορά τις τεχνικές πτυχές που σχετίζονται με την εφαρμογή ενός μέτρου)

Ή

[X] Η πρόταση έχει δημοσιονομικές συνέπειες - Οι επιπτώσεις επί των εσόδων είναι οι ακόλουθες:

Η πρόταση προβλέπει ότι οι διάδικοι θα καταβάλλουν κατάλληλα ποσά για την κάλυψη των δικαστικών εξόδων που συνεπάγεται η εκδίκαση των διαφορών των σχετικών με το κοινοτικό δίπλωμα ευρεσιτεχνίας σε πρώτο και δεύτερο βαθμό (βλέπε άρθρο 23 του παραρτήματος ΙΙ του Οργανισμού). Ωστόσο, το ποσό των εσόδων δεν είναι επί του παρόντος δυνατόν να εκτιμηθεί. Το ποσό που θα χρεώνεται πρέπει να εξασφαλίζει τη σωστή ισορροπία μεταξύ, αφενός, της αρχής της ισότιμης πρόσβασης στη δικαιοσύνη και, αφετέρου, της κατάλληλης συνεισφοράς των διαδίκων στην κάλυψη του κόστους των υπηρεσιών που τους παρέχει το δικαστήριο του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας για την εκδίκαση των ιδιωτικών διαφορών τους. Εν πάση περιπτώσει, τα έσοδα από τα δικαστικά έξοδα θα έχουν πολύ μικρή συμβολή στην κάλυψη των συνολικών εξόδων και δεν μπορούν σε καμία περίπτωση να οδηγήσουν σε ένα αυτοχρηματοδοτούμενο σύστημα. Το Συμβούλιο θα καθορίσει κλίμακα εξόδων, που θα προσδιορίζει τα ακριβή ποσά που θα καταβάλλονται, αποφασίζοντας με ειδική πλειοψηφία κατόπιν προτάσεως της Επιτροπής και μετά από διαβούλευση με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ή κατόπιν αιτήσεως του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και μετά από διαβούλευση με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και την Επιτροπή.

3. ΔΗΜΟΣΙΟΝΟΜΙΚΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ

>ΘΕΣΗ ΠIΝΑΚΑ>

4. ΝΟΜΙΚΗ ΒΑΣΗ

Άρθρα 225Α και 245 της συνθήκης ΕΚ.

5. ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ ΚΑΙ ΑΙΤΙΟΛΟΓΗΣΗ

5.1. Αναγκαιότητα κοινοτικής παρέμβασης

5.1.1. Επιδιωκόμενοι στόχοι

Η προτεινόμενη απόφαση του Συμβουλίου αποτελεί μέρος του συνολικού σχεδίου για τη δημιουργία του συστήματος του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας. Μέσω της αναθεώρησης της σύμβασης για το ευρωπαϊκό δίπλωμα ευρεσιτεχνίας και της προσχώρησης της Κοινότητας σ' αυτήν, το Ευρωπαϊκό Γραφείο Διπλωμάτων Ευρεσιτεχνίας θα μπορεί να χορηγεί κοινοτικά διπλώματα ευρεσιτεχνίας τα οποία θα απονέμουν δικαιώματα στους κατόχους τους. Σύμφωνα με τον κανονισμό του Συμβουλίου για το κοινοτικό δίπλωμα ευρεσιτεχνίας, οι διαφορές που αφορούν ειδικότερα την προσβολή και το κύρος αυτών των δικαιωμάτων θα εξετάζονται, μετά από μεταβατική περίοδο, από κοινοτικό δικαιοδοτικό όργανο. Τα μέτρα αυτά μεταρρυθμίζουν το σύστημα προστασίας των διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας στην Ευρώπη, το οποίο χαρακτηρίζεται μέχρι τώρα από εθνικούς τίτλους διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας η έννομη προστασία των οποίων υπάγεται στη δικαιοδοσία των εθνικών δικαστηρίων, και πραγματοποιούν τις αναγκαίες προσαρμογές για τις ανάγκες της ευρωπαϊκής βιομηχανίας, η οποία ολοένα και περισσότερο λειτουργεί διακρατικά εντός της εσωτερικής αγοράς. Τα μέτρα έχουν σχεδιαστεί για να αυξήσουν την ανταγωνιστικότητα των καινοτόμων βιομηχανιών της Ένωσης εξασφαλίζοντας ομοιόμορφη προστασία των διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας στο σύνολο της Κοινότητας, προστασία που να μπορεί να κατοχυρωθεί ενώπιον ενιαίου κοινοτικού δικαιοδοτικού οργάνου το οποίο θα λαμβάνει αποφάσεις που θα ισχύουν για το σύνολο της Κοινότητας.

Στο πλαίσιο του συνολικού αυτού σχεδίου, στόχος της παρούσας πρότασης είναι, αφενός, η ίδρυση ενός δικαστηρίου για το κοινοτικό δίπλωμα ευρεσιτεχνίας για την εκδίκαση, σε πρώτο βαθμό, των διαφορών των σχετικών με το κοινοτικό δίπλωμα ευρεσιτεχνίας και, αφετέρου, η πρόβλεψη των αναγκαίων διατάξεων για τη ρύθμιση της νέας λειτουργίας του Πρωτοδικείου ως φορέα αρμόδιου να αποφαίνεται επί των ενδίκων μέσων που θα ασκούνται κατά των αποφάσεων του δικαστηρίου του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας.

5.1.2. Μέτρα που λαμβάνονται σε σχέση με την εκ των προτέρων αξιολόγηση

Εδώ και δεκαετίες έχει αναγνωρισθεί η ανάγκη δημιουργίας ενός συστήματος διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας για το σύνολο της Κοινότητας. Η πρώτη πρωτοβουλία για τη δημιουργία ενός τέτοιου συστήματος κατέληξε στη σύμβαση για το ευρωπαϊκό δίπλωμα ευρεσιτεχνίας της 5ης Οκτωβρίου 1973, η οποία εναρμόνισε τη χορήγηση του ευρωπαϊκού διπλώματος ευρεσιτεχνίας από το Ευρωπαϊκό Γραφείο Διπλωμάτων Ευρεσιτεχνίας, δεν περιελάμβανε όμως διατάξεις για τα δικαιώματα που παρέχει ένα τέτοιο δίπλωμα ευρεσιτεχνίας ούτε δημιούργησε ενιαίο δικαιοδοτικό όργανο για την εκδίκαση των τυχόν διαφορών. Το θέμα αυτό εξακολουθούσε να ρυθμίζεται από την εθνική νομοθεσία και τα δικαιοδοτικά όργανα των συμβαλλομένων κρατών. Τα κράτη μέλη της ΕΚ, με μια δεύτερη πρωτοβουλία που ανέλαβαν, προσπάθησαν να δημιουργήσουν κοινοτικό δίπλωμα ευρεσιτεχνίας στη βάση διεθνούς συμφωνίας που προέβλεπε και την ίδρυση σχετικού δικαιοδοτικού οργάνου. Στις 15 Δεκεμβρίου 1975 υπογράφηκε στο Λουξεμβούργο η σύμβαση για το κοινοτικό δίπλωμα ευρεσιτεχνίας. Στις 15 Δεκεμβρίου 1989 ακολούθησε η συμφωνία για το κοινοτικό δίπλωμα ευρεσιτεχνίας, η οποία περιλάμβανε πρωτόκολλο για την επίλυση των διαφορών που αφορούν την προσβολή και το κύρος των κοινοτικών διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας. Η σύμβαση, ωστόσο, δεν τέθηκε ποτέ σε ισχύ. Στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου του Άμστερνταμ, τον Ιούνιο του 1997 (πρόγραμμα δράσης για την ενιαία αγορά), η Επιτροπή εξέδωσε Πράσινο Βιβλίο για την προώθηση της καινοτομίας μέσω των διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας. Οι διαβουλεύσεις για το Πράσινο Βιβλίο, περιλαμβανομένων των παρατηρήσεων που έγιναν κατά την ακρόαση που πραγματοποιήθηκε στις 25 και 26 Νοεμβρίου 1997, έδειξαν ότι υπάρχει σαφής υποστήριξη στην ιδέα της δημιουργίας ενός συστήματος κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας. Τέλος, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο της Λισσαβώνας, το Μάρτιο του 2000, εξέτασε το ζήτημα και ζήτησε να δημιουργηθεί ένα σύστημα κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας. Στην κοινή πολιτική προσέγγισή του της 3ης Μαρτίου 2003 το Συμβούλιο κατέληξε σε συμφωνία για διάφορα θέματα αποφασιστικής σημασίας σχετικά με το σύστημα του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας, περιλαμβανομένων των δικαιοδοτικών πτυχών, και ζήτησε να δημιουργηθεί το δικαστήριο του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας βάσει του άρθρου 225Α της συνθήκης ΕΚ.

5.2. Προβλεπόμενες δράσεις και λεπτομέρειες υλοποίησης της δημοσιονομικής παρέμβασης

Η πρόταση αποτελεί βασικό στοιχείο του προβλεπόμενου συστήματος για το κοινοτικό δίπλωμα ευρεσιτεχνίας. Περιέχει τις νομικές διατάξεις που απαιτούνται για την ίδρυση ενός δικαστηρίου για το κοινοτικό δίπλωμα ευρεσιτεχνίας, που θα εκδικάζει τις διαφορές τις σχετικές με το κοινοτικό δίπλωμα ευρεσιτεχνίας, για τις οποίες ανατίθεται δικαιοδοσία στο Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων. Περιέχει επίσης τις αναγκαίες διατάξεις για τη ρύθμιση της νέας λειτουργίας του Πρωτοδικείου ως φορέα αρμόδιου να αποφαίνεται επί των ενδίκων μέσων που θα ασκούνται κατά των αποφάσεων του δικαστηρίου του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας. Το δικαστήριο του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας, για να λειτουργήσει αποτελεσματικά, χρειάζεται κατάλληλους πόρους. Πρέπει να υπάρχει προσωπικό (δικαστές, γραμματέας, βοηθοί εισηγητές, νομικοί βοηθοί, γλωσσικοί επιμελητές των αποφάσεων, ερευνητές, γραμματείς, μεταφραστές, διερμηνείς, βιβλιοθηκονόμος) και να διατεθούν δικαστικές αίθουσες και εξοπλισμός (εξοπλισμός γραφείου, εξοπλισμός ΤΠΕ, βιβλιοθήκη).

5.3. Μέθοδοι υλοποίησης

Το αναγκαίο προσωπικό, που καθορίζεται στο σημείο 5.2., θα είναι τακτικό προσωπικό του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.

6. ΔΗΜΟΣΙΟΝΟΜΙΚΕΣ ΕΠΙΠΤΩΣΕΙΣ

6.1. Συνολικές δημοσιονομικές επιπτώσεις στο μέρος Β (για ολόκληρη την περίοδο προγραμματισμού)

Δεν έχει εφαρμογή

6.2. Υπολογισμός του κόστους ανά σχεδιαζόμενο μέτρο στο μέρος Β (για ολόκληρη την περίοδο προγραμματισμού)

Δεν έχει εφαρμογή

7. ΕΠΙΠΤΩΣΕΙΣ ΣΤΟΥΣ ΑΝΘΡΩΠΙΝΟΥΣ ΠΟΡΟΥΣ ΚΑΙ ΣΤΙΣ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΕΣ ΔΑΠΑΝΕΣ

7.1 Το έτος πριν αρχίσει τη λειτουργία του το δικαστήριο του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας (2009)

Οι παρακάτω πίνακες παρουσιάζουν τις επιπτώσεις στους ανθρώπινους πόρους και στις διοικητικές δαπάνες κατά το 2009, δηλαδή το έτος πριν αρχίσει τη λειτουργία του το δικαστήριο του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας.

7.1.1. Επιπτώσεις στους ανθρώπινους πόρους

>ΘΕΣΗ ΠIΝΑΚΑ>

7.1.2. Συνολικές δημοσιονομικές επιπτώσεις των ανθρώπινων πόρων

>ΘΕΣΗ ΠIΝΑΚΑ>

Τα ποσά αντιστοιχούν σε συνολικές δαπάνες δώδεκα μηνών.

7.1.3. Άλλες διοικητικές δαπάνες που απορρέουν από τη δράση το 2009

>ΘΕΣΗ ΠIΝΑΚΑ>

Τα ποσά αντιστοιχούν σε συνολικές δαπάνες δώδεκα μηνών.

1 Να προσδιοριστεί το είδος της επιτροπής, καθώς και η ομάδα στην οποία ανήκει.

>ΘΕΣΗ ΠIΝΑΚΑ>

7.2. Πρώτα δύο έτη λειτουργίας του δικαστηρίου του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας (2010-2011)

Οι παρακάτω πίνακες παρουσιάζουν τις επιπτώσεις στους ανθρώπινους πόρους και στις διοικητικές δαπάνες κατά την περίοδο 2010-2011, δηλαδή κατά τα δύο πρώτα έτη λειτουργίας του δικαστηρίου του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας.

7.2.1. Επιπτώσεις στους ανθρώπινους πόρους

>ΘΕΣΗ ΠIΝΑΚΑ>

7.2.2. Συνολικές δημοσιονομικές επιπτώσεις των ανθρώπινων πόρων

7.2.2.1. Συνολικές δημοσιονομικές επιπτώσεις των ανθρώπινων πόρων το 2010

>ΘΕΣΗ ΠIΝΑΚΑ>

Τα ποσά αντιστοιχούν σε συνολικές δαπάνες δώδεκα μηνών. Οι νεοδημιουργούμενες θέσεις το 2010 υπολογίζονται για έξι μήνες.

7.2.2.2. Συνολικές δημοσιονομικές επιπτώσεις των ανθρώπινων πόρων το 2011

>ΘΕΣΗ ΠIΝΑΚΑ>

Τα ποσά αντιστοιχούν σε συνολικές δαπάνες δώδεκα μηνών.

7.2.3. Άλλες διοικητικές δαπάνες που απορρέουν από τη δράση

7.2.3.1. Άλλες διοικητικές δαπάνες που απορρέουν από τη δράση το 2010

>ΘΕΣΗ ΠIΝΑΚΑ>

Τα ποσά αντιστοιχούν σε συνολικές δαπάνες δώδεκα μηνών.

1 Να προσδιοριστεί το είδος της επιτροπής, καθώς και η ομάδα στην οποία ανήκει.

7.2.3.2. Άλλες διοικητικές δαπάνες που απορρέουν από τη δράση το 2011

>ΘΕΣΗ ΠIΝΑΚΑ>

Τα ποσά αντιστοιχούν σε συνολικές δαπάνες δώδεκα μηνών.

(1) Να προσδιοριστεί το είδος της επιτροπής, καθώς και η ομάδα στην οποία ανήκει.

>ΘΕΣΗ ΠIΝΑΚΑ>

7.3. Τρίτο και τέταρτο έτος λειτουργίας του δικαστηρίου του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας (2012-2013)

Οι παρακάτω πίνακες παρουσιάζουν τις επιπτώσεις στους ανθρώπινους πόρους και στις διοικητικές δαπάνες κατά την περίοδο 2012-2013, δηλαδή κατά το τρίτο και το τέταρτο έτος λειτουργίας του δικαστηρίου του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας.

7.3.1. Επιπτώσεις στους ανθρώπινους πόρους

>ΘΕΣΗ ΠIΝΑΚΑ>

7.3.2. Συνολικές δημοσιονομικές επιπτώσεις των ανθρώπινων πόρων

7.3.2.1. Συνολικές δημοσιονομικές επιπτώσεις των ανθρώπινων πόρων το 2012

>ΘΕΣΗ ΠIΝΑΚΑ>

Τα ποσά αντιστοιχούν σε συνολικές δαπάνες δώδεκα μηνών. Οι νεοδημιουργούμενες θέσεις το 2012 υπολογίζονται για έξι μήνες.

7.3.2.2. Συνολικές δημοσιονομικές επιπτώσεις των ανθρώπινων πόρων το 2013

>ΘΕΣΗ ΠIΝΑΚΑ>

Τα ποσά αντιστοιχούν σε συνολικές δαπάνες δώδεκα μηνών.

7.3.3. Άλλες διοικητικές δαπάνες που απορρέουν από τη δράση σε καθένα από τα έτη 2012 και 2013

>ΘΕΣΗ ΠIΝΑΚΑ>

Τα ποσά αντιστοιχούν σε συνολικές δαπάνες δώδεκα μηνών.

(1) Να προσδιοριστεί το είδος της επιτροπής, καθώς και η ομάδα στην οποία ανήκει.

>ΘΕΣΗ ΠIΝΑΚΑ>

7.4. Λήξη της αρχικής φάσης (2014)

Οι παρακάτω πίνακες παρουσιάζουν τις επιπτώσεις στους ανθρώπινους πόρους και στις διοικητικές δαπάνες το 2014, όταν θα έχει λήξει η αρχική φάση και η στελέχωση του δικαστηρίου του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας θα έχει ολοκληρωθεί.

7.4.1. Επιπτώσεις στους ανθρώπινους πόρους

>ΘΕΣΗ ΠIΝΑΚΑ>

7.4.2. Συνολικές δημοσιονομικές επιπτώσεις των ανθρώπινων πόρων

>ΘΕΣΗ ΠIΝΑΚΑ>

Τα ποσά αντιστοιχούν σε συνολικές δαπάνες δώδεκα μηνών. Οι νεοδημιουργούμενες θέσεις το 2014 υπολογίζονται για έξι μήνες.

7.4.3. Άλλες διοικητικές δαπάνες που απορρέουν από τη δράση

>ΘΕΣΗ ΠIΝΑΚΑ>

Τα ποσά αντιστοιχούν σε συνολικές δαπάνες δώδεκα μηνών.

(1) Να προσδιοριστεί το είδος της επιτροπής, καθώς και η ομάδα στην οποία ανήκει.

>ΘΕΣΗ ΠIΝΑΚΑ>

8. ΠΑΡΑΚΟΛΟΥΘΗΣΗ ΚΑΙ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ

8.1. Ρυθμίσεις παρακολούθησης

Στην κοινή πολιτική προσέγγισή του της 3ης Μαρτίου 2003 (σημείο 5), το Συμβούλιο προβλέπει τη δημιουργία μηχανισμού αναθεώρησης του συστήματος του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας, περιλαμβανομένων των δικαιοδοτικών ρυθμίσεων. Σχετικά με το περιεχόμενο της παρούσας απόφασης, η οργάνωση του δικαστηρίου του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας και οι διατάξεις του Οργανισμού του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων που αφορούν τις εργασίες του δικαστηρίου του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας σε πρώτο βαθμό και του Πρωτοδικείου σε δεύτερο βαθμό θα πρέπει να αναθεωρηθούν με βάση την εμπειρία που θα αποκτηθεί. Η Επιτροπή θα χρειαστεί να διαβουλευθεί με το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και τους ενδιαφερόμενους κύκλους για να συλλέξει δεδομένα σχετικά με τη λειτουργία του δικαιοδοτικού οργάνου για το κοινοτικό δίπλωμα ευρεσιτεχνίας και θα πρέπει να αξιολογήσει τα δεδομένα που θα συλλέξει και, όπου χρειάζεται, να προτείνει αλλαγές στην παρούσα απόφαση.

8.2. Ρυθμίσεις και χρονοδιάγραμμα της προβλεπόμενης αξιολόγησης

Βάσει της κοινής πολιτικής προσέγγισης που ενέκρινε το Συμβούλιο στις 3 Μαρτίου 2003, η Επιτροπή θα υποβάλει έκθεση για τη λειτουργία όλων των πτυχών του συστήματος του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας, περιλαμβανομένων των δικαιοδοτικών ρυθμίσεων, πέντε έτη μετά από τη χορήγηση του πρώτου κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας. Περαιτέρω αναθεωρήσεις θα πραγματοποιούνται περιοδικά.

9. ΜΕΤΡΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΑΤΑΠΟΛΕΜΗΣΗ ΤΗΣ ΑΠΑΤΗΣ

Δεν έχει εφαρμογή. Η πρόταση αφορά την ίδρυση ενός δικαστηρίου για το κοινοτικό δίπλωμα ευρεσιτεχνίας και τη διαδικασία ενδίκων μέσων ενώπιον του Πρωτοδικείου και δεν καλύπτει τομέα πολιτικής όπου ενυπάρχει κίνδυνος απάτης.

ΔΕΛΤΙΟ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗΣ ΑΝΤΙΚΤΥΠΟΥ Ο ΑΝΤΙΚΤΥΠΟΣ ΤΗΣ ΠΡΟΤΑΣΗΣ ΣΤΙΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ, ΚΑΙ ΙΔΙΩΣ ΣΤΙΣ ΜΙΚΡΟΜΕΣΑΙΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ (ΜΜΕ)

Tίτλος της πρότασης

Πρόταση απόφασης του Συμβουλίου για την ίδρυση του δικαστηρίου του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας και για τα ένδικα μέσα ενώπιον του Πρωτοδικείου.

Αριθμός αναφοράς του εγγράφου

Η προταση

1. Λαμβανομένης υπόψη της αρχής της επικουρικότητας, γιατί κρίνεται απαραίτητη η ύπαρξη κοινοτικής νομοθεσίας στον εν λόγω τομέα και ποιοι είναι οι κυριότεροι στόχοι της;

Στόχος του συστήματος του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας είναι να εξασφαλιστεί στο σύνολο της Κοινότητας η προστασία των διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας η οποία να μπορεί να κατοχυρωθεί ενώπιον ενιαίου δικαστηρίου, που θα λειτουργεί με ομοιόμορφα πρότυπα και οι αποφάσεις του οποίου θα ισχύουν στο σύνολο της Κοινότητας. Ο στόχος αυτός μπορεί να επιτευχθεί μόνο σε κοινοτικό επίπεδο.

Ο αντικτυποσ στισ επιχειρησεισ

2. Ποιοι επηρεάζονται από την πρόταση;

- ποιοι τομείς επιχειρηματικών δραστηριοτήτων;

Το σύστημα του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας αφορά όλους τους τομείς επιχειρήσεων που ασχολούνται με τεχνικές εφευρέσεις οι οποίες μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο προστασίας διπλώματος ευρεσιτεχνίας. Σε περίπτωση διαφοράς, μπορούν να αποτελέσουν αντιδίκους ενώπιον του δικαστηρίου του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας.

- ποια μεγέθη επιχειρήσεων (ποιο είναι το ποσοστό των μικρομεσαίων επιχειρήσεων);

Επιχειρήσεις οποιουδήποτε μεγέθους μπορούν δυνητικά να είναι αντίδικοι σε διαφορά σχετικά με το κοινοτικό δίπλωμα ευρεσιτεχνίας στο δικαιοδοτικό όργανο για το κοινοτικό δίπλωμα ευρεσιτεχνίας. Για παράδειγμα, ο κάτοχος κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας μπορεί ως ενάγων να θελήσει να επιβάλει τα δικαιώματά του που απορρέουν από τον τίτλο του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας ενώπιον του δικαστηρίου του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας. Τρίτο πρόσωπο μπορεί ως ενάγων να θελήσει να αμφισβητήσει το κύρος τέτοιου κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας που παρέχει αποκλειστικά δικαιώματα στον κάτοχό του, τα οποία το άτομο αυτό θεωρεί άκυρα. Ως εναγόμενος, ο δικαιούχος μπορεί να θελήσει να υπεραμυνθεί του κύρους του διπλώματος ευρεσιτεχνίας του ή, ως τρίτο πρόσωπο, να υπερασπίσει τον εαυτό του κατά υποτιθέμενης προσβολής κοινοτικού διπλώματος.

Το σύστημα του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας αποσκοπεί στο να καταστήσει περισσότερο ελκυστική την κατοχύρωση εφευρέσεων, ιδίως για τις ΜΜΕ, κάτι που θα αυξήσει σημαντικά τη σημασία των εφευρέσεων για την ομάδα αυτή. Μέχρι σήμερα η κατοχύρωση των εφευρέσεων γίνεται στα επί μέρους κράτη μέλη ή έχει ισχύ μόνο σ' αυτά, ενώ η έννομη προστασία τους υπάγεται υποχρεωτικά στη δικαιοδοσία των εθνικών δικαστηρίων των σχετικών κρατών μελών, το εθνικό δίκαιο ευρεσιτεχνίας των οποίων, όπως και η εθνική νομοθεσία τους περί των δικαστικών διαδικασιών, είναι ιδιαίτερα γραφειοκρατικά για τις ΜΜΕ. Το δικαιοδοτικό όργανο για το κοινοτικό δίπλωμα ευρεσιτεχνίας θα επιτρέψει την επιβολή ενιαίου δικαιώματος ευρεσιτεχνίας με ισχύ στο σύνολο της Κοινότητας και με ενιαία δικαστική διαδικασία που θα τηρεί κοινά πρότυπα.

3. Τι μέτρα πρέπει να λάβουν οι επιχειρήσεις για να συμμορφωθούν με την πρόταση;

Οι επιπτώσεις για τις επιχειρήσεις θα γίνουν αισθητές μόνον σε περιπτώσεις διαφοράς σχετικά με κοινοτικό δίπλωμα ευρεσιτεχνίας. Στην περίπτωση αυτή, οι επιχειρήσεις πρέπει να εξοικειωθούν με τις διαδικασίες που ακολουθούνται στο δικαστήριο του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας.

4. Ποιες είναι οι ενδεχόμενες οικονομικές επιπτώσεις της πρότασης;

Η πρόταση θα έχει οικονομικές επιπτώσεις μόνο σε συνδυασμό με τις άλλες νομοθετικές πράξεις που θεσπίζουν το σύστημα του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας. Το σύστημα του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας ως σύνολο θα έχει θετικές οικονομικές συνέπειες. Συγκεκριμένα:

- στις επενδύσεις και στη δημιουργία νέων επιχειρήσεων

Το σύστημα του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας θα έχει θετικές συνέπειες στις επενδύσεις λόγω της βελτίωσης της έννομης προστασίας των εφευρέσεων στο σύνολο της Κοινότητας. Οι αποδόσεις των επενδύσεων σε καινοτόμες τεχνολογίες θα καταστούν ασφαλέστερες, κάτι που θα αποτελέσει κίνητρο για αύξηση των επενδύσεων. Επιπλέον, καθώς η βελτίωση της έννομης προστασίας θα καταστεί λιγότερο δαπανηρή, οι επιχειρήσεις θα είναι σε θέση να χρησιμοποιούν αποτελεσματικότερα το διαθέσιμο προϋπολογισμό τους για την έρευνα και την ανάπτυξη, γεγονός που θα έχει ως αποτέλεσμα την αύξηση του αριθμού των εφευρέσεων, κάτι που με τη σειρά του θα δώσει ώθηση στις επενδύσεις για την οικονομική εκμετάλλευση αυτών των εφευρέσεων. Καθώς η αποτελεσματική προστασία των διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας αποτελεί συχνά τη νομική βάση για μια οικονομικά επιτυχή επιχείρηση, μια συνεκτικότερη, ευκολότερη και λιγότερο δαπανηρή προστασία των διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας θα προωθήσει τη δημιουργία νέων επιχειρήσεων.

- στην ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων

Το σύστημα του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας θα καταστήσει την προστασία των διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας αποτελεσματικότερη, ευκολότερη και λιγότερο δαπανηρή όχι μόνο για τις επιχειρήσεις οι οποίες ήδη κάνουν χρήση της προστασίας των διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας, αλλά θα καταστήσει την κατοχύρωση των εφευρέσεων ευκολότερη και για άλλες επιχειρήσεις, και ιδίως τις ΜΜΕ. Η δυνατότητα προστασίας μιας εφεύρεσης, επομένως και της επένδυσης που απαιτείται γι' αυτήν, στο σύνολο της Κοινότητας θα αυξήσει την ικανότητα όλων των επιχειρήσεων να κάνουν χρήση της δυνατότητας αυτής, ώστε να ανταγωνίζονται στην κοινή αγορά. Επιπλέον, η ανταγωνιστικότητα της ευρωπαϊκής βιομηχανίας θα αυξηθεί σε παγκόσμια κλίμακα σε σχέση με τους κύριους εμπορικούς εταίρους και ανταγωνιστές της. Σήμερα η προστασία των επενδύσεων, για παράδειγμα στις Ηνωμένες Πολιτείες ή την Ιαπωνία, είναι σημαντικά λιγότερο δαπανηρή από ό,τι στην Ευρώπη με τα παρόντα εθνικά συστήματα διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας αλλά και με το σύστημα του ευρωπαϊκού διπλώματος ευρεσιτεχνίας. Κατά συνέπεια, επιχειρήσεις με έδρα στις ΗΠΑ και την Ιαπωνία μπορούν να αναπτύσσουν κατοχυρωμένα προϊόντα με σημαντικά χαμηλότερο κόστος και να διαθέτουν στη συνέχεια τα προϊόντα αυτά στις παγκόσμιες αγορές. Το σύστημα του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας αποσκοπεί στην εξάλειψη αυτού του εμποδίου για την ανταγωνιστικότητα της ευρωπαϊκής βιομηχανίας.

- στην απασχόληση

Η αύξηση των επενδύσεων στις καινοτόμες τεχνολογίες και η ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας της ευρωπαϊκής βιομηχανίας θα έχει ως αποτέλεσμα τη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας. Η δημιουργία νέων θέσεων εργασίας μπορεί να αναμένεται στο σύνολο των τεχνικών τομέων και των βιομηχανιών που σχετίζονται μ' αυτούς. Αναμένεται να ωφεληθούν ιδίως οι σύγχρονες, καινοτόμες τεχνολογίες, οι οποίες διαδραματίζουν έναν ολοένα και σημαντικότερο ρόλο στην παγκόσμια οικονομία της γνώσης.

5. Περιλαμβάνονται στην πρόταση μέτρα με τα οποία λαμβάνονται υπόψη οι ιδιαιτερότητες των μικρομεσαίων επιχειρήσεων (λιγότερες ή διαφορετικές απαιτήσεις κ.λπ.);

Δεν έχει εφαρμογή. Δεν μπορεί να γίνει διάκριση ανάλογα με το μέγεθος των επιχειρήσεων όσον αφορά την ίδρυση, την οργάνωση και τη διαδικασία ενώπιον του δικαστηρίου για το κοινοτικό δίπλωμα ευρεσιτεχνίας και του Πρωτοδικείου σε δεύτερο βαθμό.

Διαβουλεύσεις

6. Φορείς των οποίων ζητήθηκε η γνώμη σχετικά με την πρόταση και συνοπτική παρουσίαση των βασικών τους απόψεων:

Εδώ και δεκαετίες έχει αναγνωρισθεί η ανάγκη δημιουργίας ενός συστήματος διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας για το σύνολο της Κοινότητας. Η πρώτη πρωτοβουλία για τη δημιουργία ενός τέτοιου συστήματος κατέληξε στη σύμβαση για το ευρωπαϊκό δίπλωμα ευρεσιτεχνίας της 5ης Οκτωβρίου 1973, η οποία εναρμόνισε τη χορήγηση του ευρωπαϊκού διπλώματος ευρεσιτεχνίας από το Ευρωπαϊκό Γραφείο Διπλωμάτων Ευρεσιτεχνίας, δεν περιελάμβανε όμως διατάξεις για τα δικαιώματα που παρέχει ένα τέτοιο δίπλωμα ευρεσιτεχνίας ούτε δημιούργησε ενιαίο δικαιοδοτικό όργανο για την εκδίκαση των τυχόν διαφορών. Το θέμα αυτό εξακολουθούσε να ρυθμίζεται από την εθνική νομοθεσία και τα δικαιοδοτικά όργανα των συμβαλλομένων κρατών. Τα κράτη μέλη της ΕΚ, με μια δεύτερη πρωτοβουλία που ανέλαβαν, προσπάθησαν να δημιουργήσουν κοινοτικό δίπλωμα ευρεσιτεχνίας στη βάση διεθνούς συμφωνίας που προέβλεπε και την ίδρυση σχετικού δικαιοδοτικού οργάνου. Στις 15 Δεκεμβρίου 1975 υπογράφηκε στο Λουξεμβούργο η σύμβαση για το κοινοτικό δίπλωμα ευρεσιτεχνίας. Στις 15 Δεκεμβρίου 1989 ακολούθησε η συμφωνία για το κοινοτικό δίπλωμα ευρεσιτεχνίας, η οποία περιλάμβανε πρωτόκολλο για την επίλυση των διαφορών που αφορούν την προσβολή και το κύρος των κοινοτικών διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας. Η σύμβαση, ωστόσο, δεν τέθηκε ποτέ σε ισχύ. Στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου του Άμστερνταμ, τον Ιούνιο του 1997 (πρόγραμμα δράσης για την ενιαία αγορά), η Επιτροπή εξέδωσε Πράσινο Βιβλίο για την προώθηση της καινοτομίας μέσω των διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας. Οι διαβουλεύσεις για το Πράσινο Βιβλίο, περιλαμβανομένων των παρατηρήσεων που έγιναν κατά την ακρόαση που πραγματοποιήθηκε στις 25 και 26 Νοεμβρίου 1997, έδειξαν ότι υπάρχει σαφής υποστήριξη στην ιδέα της δημιουργίας ενός συστήματος κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας. Τέλος, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο της Λισσαβώνας, το Μάρτιο του 2000, εξέτασε το ζήτημα και ζήτησε να δημιουργηθεί ένα σύστημα κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας. Στην κοινή πολιτική προσέγγισή του της 3ης Μαρτίου 2003 το Συμβούλιο κατέληξε σε συμφωνία για διάφορα θέματα αποφασιστικής σημασίας σχετικά με το σύστημα του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας, περιλαμβανομένων των δικαιοδοτικών πτυχών, και ζήτησε να δημιουργηθεί το δικαστήριο του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας βάσει του άρθρου 225Α της συνθήκης ΕΚ.