EL

ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ

Βρυξέλλες, 18.11.2003

COM(2003) 721 τελικό

2002/0100(CNS)

Τροποποιημένη πρόταση

ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ

για την τροποποίηση του Κανονισμού Υπηρεσιακής Κατάστασης των υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων καθώς και του καθεστώτος που εφαρμόζεται στο λοιπό προσωπικό των Κοινοτήτων αυτών

(υποβληθείσα από την Επιτροπή
σύμφωνα με το άρθρο 250, παράγραφος 2 της συνθήκης ΕΚ)

ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ

Το Λευκό Βιβλίο της 5ης Απριλίου 2000 για τη μεταρρύθμιση της Επιτροπής έθεσε σε κίνηση ένα εκτεταμένο πρόγραμμα εκσυγχρονισμού του Οργάνου.

Το πρόγραμμα επεδίωκε να εξασφαλίσει ότι η ποιότητα της ευρωπαϊκής δημόσιας διοίκησης θα της επέτρεπε να εξακολουθήσει να ασκεί τα καθήκοντα που της αναθέτουν οι Συνθήκες με τη μέγιστη αποδοτικότητα και αποτελεσματικότητα, καθώς και να αντιμετωπίσει τις επερχόμενες προκλήσεις της παγκοσμιοποίησης και της διεύρυνσης.

Ως εκ τούτου, στις 24 Απριλίου 2002 η Επιτροπή ενέκρινε και υπέβαλε στο Συμβούλιο και στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο μια περιεκτική και φιλόδοξη πρόταση τροποποιητικού κανονισμού, η οποία αποσκοπούσε στην γενική αναμόρφωση του Κανονισμού Υπηρεσιακής Κατάστασης των υπαλλήλων (ΚΥΚ), καθώς και του καθεστώτος που εφαρμόζεται στο λοιπό προσωπικό των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (ΚΛΠ).

Η εν λόγω πρόταση κανονισμού, σχετικά με την οποία η Επιτροπή διαβουλεύθηκε με τα άλλα ενδιαφερόμενα θεσμικά όργανα σύμφωνα με το άρθρο 283 της Συνθήκης ΕΚ και η οποία ενσωματώνει τα αποτελέσματα της συνεννόησης με τους εκπροσώπους του προσωπικού, αποτελεί μία από τις κυριότερες πρωτοβουλίες της Επιτροπής που αποβλέπουν στον εκσυγχρονισμό της ευρωπαϊκής δημόσιας διοίκησης στο σύνολό της.

Στις 5 Δεκεμβρίου 2002 το Ελεγκτικό Συνέδριο διατύπωσε τη γνώμη του σχετικά με την πρόταση, ενώ Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων δεν διατύπωσε σχόλια σε εκείνο το στάδιο.

Στις 19 Μαΐου 2003 επιτεύχθηκε πολιτική συμφωνία στο Συμβούλιο σχετικά με μια συμβιβαστική πρόταση που είχε υποβληθεί από την Προεδρία και αφορούσε την ουσία της δέσμης μέτρων για τη μεταρρύθμιση. Τα συμπεράσματα του Συμβουλίου κάλυπταν επίσης τον εκσυγχρονισμό του συνταξιοδοτικού συστήματος, ο οποίος δεν περιλαμβανόταν στην αρχική πρόταση.

Στις 19 Ιουνίου 2003 το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, συνεδριάζοντας σε ολομέλεια, ενέκρινε επίσημα το νομοθετικό του ψήφισμα επί της προτάσεως.

Στις 26 Ιουνίου 2003 συγκλήθηκε η Επιτροπή Διαβουλεύσεων (COCO), απαρτιζόμενη από εκπροσώπους του προσωπικού, αντιπροσώπους των κρατών μελών και ένα εκπρόσωπο της διοίκησης από κάθε θεσμικό όργανο, για να εξετάσει την πρόταση της Επιτροπής υπό το πρίσμα των συμπερασμάτων του Συμβουλίου. Η γνώμη της εγκρίθηκε από το Συμβούλιο στις 29 Σεπτεμβρίου 2003. Η Επιτροπή έχει λάβει υπόψη την έκθεση της COCO στην αναθεωρημένη πρόταση, η οποία περιλαμβάνει τα ανωτέρω στοιχεία και η οποία επισυνάπτεται.

Στις 27 Οκτωβρίου 2003, η διοργανική επιτροπή του Κανονισμού Υπηρεσιακής Κατάστασης εξέδωσε ευνοϊκή γνώμη.

Οι διαβουλεύσεις με τις συνδικαλιστικές και επαγγελματικές οργανώσεις (ΣΕΟ) σχετικά με μία διοργανική εισφορά οριστικοποιήθηκαν στις 12 Νοεμβρίου 2003, με την υποστήριξη των ΣΕΟ.

2002/0100 (CNS)

Τροποποιημένη πρόταση

ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ

για την τροποποίηση του Κανονισμού Υπηρεσιακής Κατάστασης των υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων καθώς και του καθεστώτος που εφαρμόζεται στο λοιπό προσωπικό των Κοινοτήτων αυτών

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη:

τη Συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, και ιδίως το άρθρο 283,

το πρωτόκολλο περί προνομίων και ασυλιών των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, και ιδίως το άρθρο 13,

την πρόταση της Επιτροπής, που υπεβλήθη μετά τη διατύπωση γνώμης από την επιτροπή του ΚΥΚ 1 ,

τη γνώμη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου 2 ,

τη γνώμη του Δικαστηρίου 3 ,

τη γνώμη του Ελεγκτικού Συνεδρίου 4 ,

Εκτιμώντας τα εξής:

(1)Από την αρχική θέσπιση του Κανονισμού Υπηρεσιακής Κατάστασης (ΚΥΚ) και του καθεστώτος που εφαρμόζεται στο λοιπό προσωπικό (ΚΛΠ) το 1962, έχουν σημειωθεί σημαντικές πρόοδοι και καινοτομίες στην κοινωνία. Αυτές οι πρόοδοι και καινοτομίες πρέπει να αντικατοπτρίζονται στο κανονιστικό πλαίσιο που διέπει την ευρωπαϊκή δημόσια διοίκηση, για να καλύπτονται οι μεταβαλλόμενες ανάγκες των θεσμικών οργάνων και του προσωπικού τους, ενώ παράλληλα τηρείται η κοινοτική διοικητική φιλοσοφία και παράδοση που βασίζεται στην αρχή της παροχής υπηρεσιών στον πολίτη.

(2)Οι Ευρωπαϊκές Κοινότητες πρέπει ως εκ τούτου να διαθέτουν μια υψηλής ποιότητας ευρωπαϊκή δημόσια διοίκηση, η οποία να είναι ικανή να εκτελεί τα καθήκοντά της με βάση τα υψηλότερα δυνατά πρότυπα σύμφωνα με τις Συνθήκες και να ανταποκριθεί στις προκλήσεις, εσωτερικές και εξωτερικές, που θα αντιμετωπίσουμε στο μέλλον.

(3)Συνεπώς, είναι αναγκαίο να προβλεφθεί ένα πλαίσιο για την πρόσληψη από τις Κοινότητες υπαλλήλων με τα πιο υψηλά προσόντα από την άποψη της παραγωγικότητας και της ακεραιότητας, οι οποίοι να επιλέγονται με την ευρύτερη δυνατή γεωγραφική βάση μεταξύ των πολιτών των κρατών μελών, και να τους δοθεί η δυνατότητα να εκτελούν τα καθήκοντά τους υπό συνθήκες που εξασφαλίζουν ότι η υπηρεσία λειτουργεί όσο το δυνατόν ομαλότερα.

(4)Ο ευρύτερος στόχος πρέπει να είναι η επίτευξη του υψηλότερου δυνατού βαθμού αποτελεσματικότητας της διαχείρισης των ανθρώπινων πόρων, στο πλαίσιο μιας ευρωπαϊκής δημόσιας υπηρεσίας που χαρακτηρίζεται από ικανότητα, ανεξαρτησία, πίστη, αμεροληψία και μονιμότητα, καθώς και από πολιτιστική ποικιλομορφία.

(5)Πρέπει να εξασφαλισθεί ότι υπάρχει ενιαία ευρωπαϊκή δημόσια διοίκηση και να εφαρμόζονται κοινοί κανόνες σε όλα τα θεσμικά όργανα και τις αποκεντρωμένες υπηρεσίες. Η ύπαρξη ενιαίου ΚΥΚ θα προσφέρει ένα χρήσιμο εργαλείο για την επαύξηση της συνεργασίας μεταξύ των οργάνων και των αποκεντρωμένων υπηρεσιών στον τομέα της πολιτικής προσωπικού, προς το συμφέρον της εύρυθμης λειτουργίας των Κοινοτήτων και της αποδοτικής χρήσης των ανθρωπίνων πόρων. 

(6)Οι αποκεντρωμένες Υπηρεσίες περιλαμβάνονται στο πεδίο εφαρμογής των κανόνων που αφορούν το προσωπικό, ώστε να διασφαλίζεται η αρμονική εφαρμογή των κανόνων και ιδίως να εξασφαλίζεται η κινητικότητα του προσωπικού.

(7)Πρέπει να τηρείται η αρχή της μη διάκρισης, όπως κατοχυρώνεται στη Συνθήκη, η οποία ως εκ τούτου απαιτεί την περαιτέρω ανάπτυξη μιας πολιτικής προσωπικού που εξασφαλίζει ίσες ευκαιρίες για όλους, ανεξαρτήτως φύλου, σωματικής ικανότητας, ηλικίας, φυλετικής ή εθνοτικής ταυτότητας, σεξουαλικού προσανατολισμού και οικογενειακής κατάστασης.

(8)Οι υπάλληλοι που τελούν σε μη έγγαμη σχέση αναγνωρισμένη από ένα κράτος μέλος ως σταθερή συμβίωση, οι οποίοι έχουν κώλυμα σύναψης γάμου, πρέπει να απολαύουν των ίδιων πλεονεκτημάτων με τα έγγαμα ζεύγη, ενώ τα ζεύγη που τελούν στην ίδια κατάσταση χωρίς κώλυμα γάμου πρέπει να έχουν δικαίωμα σε μικρότερο φάσμα πλεονεκτημάτων.

(9)Πρέπει να γίνει ρητή αναφορά στα μέτρα κοινωνικού χαρακτήρα και στις εργασιακές συνθήκες που πληρούν τα κατάλληλα πρότυπα υγείας και ασφάλειας· τα μέτρα αυτά αποσκοπούν στο συμβιβασμό μεταξύ εργασίας και ιδιωτικής ζωής, στην προώθηση της ισότητας ευκαιριών, καθώς και στην προστασία της υγείας και της ασφάλειας του ατόμου.

(10)Υπάρχει σαφής ανάγκη να ενισχυθεί η αρχή της εξέλιξης της σταδιοδρομίας με βάση την αξία και να καθιερωθεί στενότερος δεσμός μεταξύ της επίδοσης και της αμοιβής με την παροχή μεγαλύτερων κινήτρων για καλή επίδοση μέσω διαρθρωτικών αλλαγών στο σύστημα σταδιοδρομιών, ενώ παράλληλα θα εξασφαλίζεται η ισοδυναμία των μέσων τύπων σταδιοδρομίας στη νέα και στην παλαιά διάρθρωση, τηρώντας τον πίνακα θέσεων και τη δημοσιονομική πειθαρχία.

(11)Ο εκσυγχρονισμός του συστήματος σταδιοδρομιών απαιτεί ευρύτερη αναγνώριση της επαγγελματικής πείρας των υπαλλήλων και της αρχής της διά βίου μάθησης. Ως εκ τούτου είναι επιθυμητό να αντικατασταθούν οι υφιστάμενες κατηγορίες προσωπικού, να ανακαταταχθούν οι υπάλληλοι στις νέες ομάδες καθηκόντων των διοικητικών υπαλλήλων (AD) και των βοηθών (AST) και να διευκολυνθεί η μετάβαση από την χαμηλότερη στην υψηλότερη ομάδα, μέσω ενός νέου μηχανισμού πιστοποίησης.

(12)Έχει προκύψει η ανάγκη να σχεδιαστεί ένα σύστημα που θα εξασφαλίζει την ισοδυναμία των μέσων τύπων σταδιοδρομίας, το οποίο, όταν εξεταστεί ως σύνολο, θα αντισταθμίζει δίκαια και εύλογα, αφενός την αύξηση του συνολικού αριθμού βαθμών και αφετέρου τη μείωση του αριθμού των κλιμακίων σε κάθε βαθμό.

(13)Για να διαφυλαχθεί ο πολυγλωσσικός χαρακτήρας των οργάνων, πρέπει να δοθεί μεγαλύτερη έμφαση, για τους σκοπούς της πρόσληψης και προαγωγής, στην γλωσσική επάρκεια και στην ικανότητα εργασίας σε μια τρίτη κοινοτική γλώσσα.

(14)Η αμεροληψία αποτελεί θεμελιώδη αρχή της δημόσιας υπηρεσίας, αναγνωριζόμενη από το Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Επομένως, είναι ζωτικής σημασίας να αποσαφηνιστούν οι υποχρεώσεις των υπαλλήλων σε καταστάσεις όπου υπάρχει πραγματική ή δυνητική σύγκρουση συμφερόντων, τόσο πριν όσο και μετά την αποχώρηση από την υπηρεσία.

(15)Πρέπει να δημιουργηθεί ένα βελτιωμένο νομικό πλαίσιο, για να αντιμετωπίζονται ζητήματα ηθικής και σεξουαλικής παρενόχλησης, και για το σκοπό αυτό πρέπει να διατυπωθούν ρητοί ορισμοί.

(16)Πρέπει να προβλεφθεί το δικαίωμα της ελευθερίας έκφρασης, δεδομένου ότι κατοχυρώνεται στον Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων και αποτελεί βασικό δικαίωμα των υπαλλήλων, αλλά και να τεθούν εύλογα όρια στην άσκησή του. Ταυτόχρονα απαιτούνται σαφείς κανόνες που να διέπουν τη δημοσίευση θεμάτων συναφών με τις εργασίες της Κοινότητας, οποτεδήποτε ενδέχεται να τεθούν σε κίνδυνο τα θεμιτά συμφέροντά της.

(17)Πρέπει να προβλεφθούν ένα νέο νομικό πλαίσιο και εγγυήσεις για τη νομική προστασία των υπαλλήλων που αναφέρουν αξιόμεμπτες πράξεις και σοβαρές δυσλειτουργίες στο εσωτερικό της υπηρεσίας σε ορισμένα σαφώς καθορισμένα πρόσωπα ή συλλογικά όργανα.

(18)Πρέπει να εκλογικευθεί περισσότερο ο τρόπος με τον οποίο κινούνται και διεξάγονται οι πειθαρχικές διαδικασίες. Πρέπει επίσης να υπάρχει μεγαλύτερη σταθερότητα στη σύνθεση των Πειθαρχικών Συμβουλίων, καθώς και να τροποποιηθούν οι κανόνες που αφορούν τη θέση υπαλλήλων σε αναστολή.

(19)Πρέπει να διασαφηνιστούν οι διαδικασίες για την παρακολούθηση των απουσιών και για την υποβολή ιατρικών πιστοποιητικών.

(20)Είναι αναγκαίο να εισαχθεί μια πλήρης διαδικασία αντιμετώπισης περιπτώσεων επαγγελματικής ανεπάρκειας, η οποία να διασφαλίζει το δικαίωμα υπεράσπισης των ενδιαφερομένων υπαλλήλων. Οι περιπτώσεις υπαλλήλων που δεν είναι ικανοί να φθάσουν το αναμενόμενο επίπεδο επίδοσης σε εύλογο χρονικό διάστημα πρέπει να αντιμετωπίζονται με αυτό το νέο νομικό πλαίσιο. 

(21)Πρέπει να προβλεφθεί η καθιέρωση ευέλικτων εργασιακών ρυθμίσεων, όπως, υπό ορισμένους όρους, το δικαίωμα εργασίας με μειωμένο ωράριο, η αξιοποίηση μορφών επιμερισμένης εργασίας και η λήψη παρατεταμένης αδείας για προσωπικούς λόγους. Ομοίως, ενδείκνυται να εισαχθούν διατάξεις σχετικά με άδεια για οικογενειακούς λόγους, και ειδικότερα το δικαίωμα για πλέον ευέλικτη άδεια μητρότητας, άδεια πατρότητας, άδεια για υιοθεσία και γονική άδεια, καθώς και άδεια σε περίπτωση σοβαρής ασθένειας ενός μέλους της οικογενείας.

(22)Για να εξασφαλιστεί ότι η αγοραστική δύναμη των κοινοτικών υπαλλήλων εξελίσσεται παράλληλα με εκείνη των δημοσίων υπαλλήλων στα κράτη μέλη, είναι ουσιαστικής σημασίας να διατηρηθεί η αρχή ενός πολυετούς μηχανισμού αναπροσαρμογής των αποδοχών. Ο μηχανισμός αυτός, ο οποίος ήταν προηγουμένως γνωστός ως «η Μέθοδος» και εφαρμοζόταν έως τις 30 Ιουνίου 2004, πρέπει πλέον να παραταθεί σε γενικές γραμμές για εννέα έτη και πρέπει να επανεξετασθεί μετά από τέσσερα έτη από την άποψη της τήρησης της δημοσιονομικής πειθαρχίας.

(23)Τα πλεονεκτήματα ενός πολυετούς συστήματος αναπροσαρμογής των αποδοχών για τους υπαλλήλους πρέπει να εξισορροπηθούν με την εισαγωγή μιας ειδικής εισφοράς που να αντανακλά το κόστος της κοινωνικής πολιτικής, των βελτιωμένων συνθηκών εργασίας και των Ευρωπαϊκών Σχολείων και η οποία πρέπει να αυξάνεται σε ετήσια βάση και να ισχύει για όλους τους υπαλλήλους και για την ίδια περίοδο που ισχύει το σύστημα. 

(24)Επειδή το κόστος των διορθωτικών συντελεστών που εφαρμόζονται στη μεταφορά τμημάτων του μισθού σε άλλα κράτη μέλη έχει καταστεί δυσανάλογο, η μεταφορά με διορθωτικό συντελεστή πρέπει να περιοριστεί σε μικρότερο ποσοστό του μισθού και σε περιπτώσεις όπου η μεταφορά είναι αναγκαία, για να μπορεί ο υπάλληλος να καλύψει δαπάνες που απορρέουν από νόμιμες υποχρεώσεις προς μέλη της οικογενείας του σε άλλα κράτη μέλη.

(25)Το κριτήριο για να εξακολουθούν οι πρώην υπάλληλοι να καλύπτονται από το Κοινό Καθεστώς Ασφάλισης Ασθενείας έχει αποδειχθεί αβέβαιο στην εφαρμογή του και πρέπει επομένως να απλουστευθεί. 

(26)Τα διάφορα επιδόματα πρέπει να εκλογικευθούν πλήρως, μέσω της αναμόρφωσης ορισμένων και της κατάργησης άλλων, ώστε να καταστούν οι διοικητικοί κανόνες απλούστεροι και διαφανέστεροι. Η επιστροφή των εξόδων ταξιδίου και αποστολών πρέπει έτσι να προσεγγίσει περισσότερο το πραγματικό κόστος και η διαχείρισή τους πρέπει να απλουστευθεί. Το σχολικό επίδομα πρέπει επίσης να προσεγγίσει περισσότερο, στο μέλλον, το πραγματικό επίπεδο των δαπανών.

(27)Το σύστημα των οικογενειακών επιδομάτων χρειάζεται να μεταρρυθμιστεί, ώστε να επέλθουν βελτιώσεις για τις οικογένειες, και ιδίως να αντιμετωπιστούν τα προβλήματα των γονέων με μικρά παιδιά.

(28)Εφόσον οι συντάξεις αποτελούν ποσοστό του τελευταίου μισθού, πρέπει να εξασφαλιστεί ότι στο μέλλον οι αποδοχές και οι συντάξεις αναπροσαρμόζονται παράλληλα, ενώ θα διασφαλιστεί η αναλογιστική βάση του συστήματος και θα διατηρηθούν τα αντίστοιχα μερίδια των εισφορών που βαρύνουν τον υπάλληλο και τον εργοδότη, καθώς και η αρχή ότι οι συντάξεις αποτελούν ένα βάρος για τον κοινοτικό προϋπολογισμό, την πληρωμή του οποίου εγγυώνται τα κράτη μέλη.

(29)Ο στόχος αυτός απαιτεί τη δημιουργία ενός μηχανισμού που να εξασφαλίζει τη βραχυπρόθεσμη και μακροπρόθεσμη αναλογιστική ισορροπία του συστήματος.

(30)Ωστόσο, οι δημογραφικές αλλαγές και η μεταβαλλόμενη ηλιακή διάρθρωση του σχετικού πληθυσμού επιβάλλουν διαρκώς αυξανόμενα βάρη στο κοινοτικό συνταξιοδοτικό καθεστώς και απαιτούν να αυξηθεί η ηλικία συνταξιοδότησης και να μειωθεί οριακά το ετήσιο ποσοστό προσαύξησης συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων, υπό τον όρο όμως λήψης μεταβατικών μέτρων για τους υπαλλήλους που ήδη υπηρετούν. 

(31)Η βαθύτερη ολοκλήρωση της Ευρωπαϊκής Ένωσης και η ελεύθερη επιλογή των συνταξιούχων όσον αφορά τον τόπο διαμονής τους μέσα στην Ευρωπαϊκή Ένωση έχουν καταστήσει πεπαλαιωμένο το σύστημα των διορθωτικών συντελεστών για τις συντάξεις. Ακόμα, το εν λόγω σύστημα έχει δημιουργήσει προβλήματα εποπτείας όσον αφορά τον τόπο διαμονής των συνταξιούχων, τα οποία πρέπει να υπερνικηθούν. Συνεπώς το σύστημα αυτό πρέπει να καταργηθεί με μια κατάλληλη μετάβαση για τους συνταξιούχους και τους εν ενεργεία υπαλλήλους που προσλήφθηκαν πριν από την έναρξη ισχύος του παρόντος Κανονισμού.

(32)Οι συνθήκες που αποτελούν τη βάση για τις τρέχουσες διατάξεις σχετικά με τις συντάξεις αναπηρίας και επιζώντων έχουν μεταβληθεί στο διάστημα που μεσολάβησε από την έκδοση των εν λόγω διατάξεων και πρέπει επομένως οι εν λόγω διατάξεις να ενημερωθούν και να απλουστευθούν. 

(33)Οι όροι απασχόλησης των υπαλλήλων πρέπει να μεταρρυθμιστούν, ώστε να συμφωνούν περισσότερο με τους κοινοτικούς κανόνες για την ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων και την προστασία των διακινουμένων εργαζομένων: αυτό θα επιτευχθεί με τη διόρθωση ορισμένων αντιφάσεων και την εισαγωγή μεγαλύτερης ευελιξίας.

(34)Οι νέοι κανόνες σχετικά με τις ευέλικτες ρυθμίσεις συνταξιοδότησης πρέπει να λαμβάνουν υπόψη τα συμφέροντα τόσο των υπαλλήλων όσο και των θεσμικών οργάνων. Τα σχετικά μέτρα πρέπει να είναι προαιρετικά και να συνοδεύονται από τους κατάλληλους οικονομικούς όρους. Η ρεαλιστική επιλογή υπέρ της πρόωρης συνταξιοδότησης εξαρτάται από τη διατήρηση της ασφάλισης υγείας και των οικογενειακών επιδομάτων· ωστόσο, τα πλεονεκτήματα αυτά πρέπει να εξισορροπηθούν με την αύξηση της ελάχιστης ηλικίας στα 55 έτη και την εισαγωγή της δυνατότητας εργασίας πέραν της τρέχουσας ηλικίας συνταξιοδότησης.

(35)Το συνολικό επίπεδο αποδοχών και συντάξεων για τους μόνιμους υπαλλήλους και το λοιπό προσωπικό πρέπει να είναι τέτοιο που να εξακολουθεί να προσελκύει και να συγκρατεί τους καλύτερους υποψηφίους από όλα τα κράτη μέλη σε μια ανεξάρτητη και μόνιμη ευρωπαϊκή δημόσια διοίκηση.

(36)Οι διατάξεις που εφαρμόζονται στους υπαλλήλους του επιστημονικού και τεχνικού κλάδου και στους υπαλλήλους που υπηρετούν σε τρίτες χώρες πρέπει να προσαρμοστούν, να διευκρινιστούν και να ευθυγραμμιστούν με τις γενικές διατάξεις. 

(37)Χρειάζεται να καθιερωθεί μια νέα κατηγορία μη μόνιμου προσωπικού, δηλαδή των συμβασιούχων υπαλλήλων. Το προσωπικό αυτό, οι αρμοδιότητες του οποίου είναι πιο περιορισμένες, θα απαιτείται εν γένει να ασχολείται με μη βασικά καθήκοντα υπό την επίβλεψη μονίμων ή εκτάκτων υπαλλήλων. Θα προσλαμβάνεται με σκοπό τελικά να αντικαταστήσει τους επικουρικούς υπαλλήλους και τους υπαλλήλους κατηγορίας D στα θεσμικά όργανα, στα Γραφεία και τις Αντιπροσωπείες της Επιτροπής, στις αποκεντρωμένες Υπηρεσίες καθώς και στους εκτελεστικούς οργανισμούς και άλλους φορείς που ιδρύονται με ειδική νομική πράξη. Τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις των εν λόγω συμβασιούχων υπαλλήλων πρέπει να καθοριστούν κατ’ αναλογία προς των εκτάκτων υπαλλήλων, ιδίως όσον αφορά την κοινωνική ασφάλιση, τα επιδόματα και τις συνθήκες εργασίας.

(38)Πρέπει να προβλεφθούν μεταβατικές ρυθμίσεις, ώστε να καταστεί δυνατή η βαθμιαία εφαρμογή των νέων κανόνων και μέτρων, χωρίς να θίγονται τα κεκτημένα δικαιώματα του προσωπικού και οι θεμιτές προσδοκίες του.

(39)Ως εκ τούτου, πρέπει να τροποποιηθούν ανάλογα ο Κανονισμός Υπηρεσιακής Κατάστασης και το Καθεστώς που εφαρμόζεται στο Λοιπό Προσωπικό.

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:

Άρθρο 1

Ο Κανονισμός Υπηρεσιακής Κατάστασης των υπαλλήλων και το Καθεστώς που εφαρμόζεται στο Λοιπό Προσωπικό των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων τροποποιούνται όπως αναφέρεται στο παράρτημα I (όσον αφορά τον ΚΥΚ) και στο παράρτημα II (όσον αφορά το ΚΛΠ).

Άρθρο 2

Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει στις [...].

Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.

Βρυξέλλες, [...] 2002

   Για το Συμβούλιο

   Ο Πρόεδρος

   

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ I
Τροποποιήσεις του Κανονισμού Υπηρεσιακής Κατάσ
τασης των υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων

Ο Κανονισμός Υπηρεσιακής Κατάστασης των υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων τροποποιείται ως εξής:

1.Το άρθρο 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 1

Ο παρών κανονισμός εφαρμόζεται στους υπαλλήλους των Κοινοτήτων».

Το άρθρο 1α αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 1α

1. Υπάλληλος των Κοινοτήτων κατά την έννοια του παρόντος Κανονισμού είναι κάθε πρόσωπο που έχει διορισθεί, σύμφωνα µε τις προϋποθέσεις που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό, σε μόνιμη θέση ενός από τα όργανα των Κοινοτήτων µε γραπτή πράξη της αρμόδιας για τους διορισμούς αρχής του οργάνου αυτού.

2. Ο ορισμός αυτός εφαρμόζεται επίσης στα πρόσωπα που διορίζονται από κοινοτικούς οργανισμούς στους οποίους εφαρμόζεται ο παρών κανονισμός δυνάμει των ιδρυτικών πράξεων τους (στο εξής καλούμενους «Υπηρεσίες»). Οι αναφορές στα θεσμικά όργανα στον παρόντα Κανονισμό Υπηρεσιακής Κατάστασης ισχύουν και για τις Υπηρεσίες, εκτός εάν ορίζεται διαφορετικά στον παρόντα κανονισμό.» 

2.Παρεμβάλλεται το ακόλουθο άρθρο 1β:

«Άρθρο 1β

Εκτός αντιθέτου διατάξεως στον παρόντα κανονισμό,

- η Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή,

- η Επιτροπή των Περιφερειών,

- ο Διαμεσολαβητής της Ευρωπαϊκής Ένωσης και

- ο Ευρωπαίος Επόπτης Προστασίας Δεδομένων

εξομοιώνονται, για την εφαρμογή του παρόντος Κανονισμού, με τα θεσμικά όργανα των Κοινοτήτων.» 

3.Παρεμβάλλονται τα ακόλουθα άρθρα:

«Άρθρο 1δ

Κάθε αναφορά, στον παρόντα κανονισμό, σε πρόσωπο γένους αρσενικού νοείται ως εξίσου υποδηλώνουσα πρόσωπο γένους θηλυκού και τανάπαλιν, εκτός εάν από τα συμφραζόμενα συνάγεται σαφώς το αντίθετο.»

4.Το άρθρο 1α γίνεται άρθρο 1ε και τροποποιείται ως εξής:

α)Η παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«1. Κατά την εφαρμογή του παρόντος Κανονισμού, απαγορεύεται οποιαδήποτε διάκριση με βάση ιδίως το φύλο, τη φυλή, το χρώμα, την εθνοτική ή κοινωνική καταγωγή, τα γενετικά χαρακτηριστικά, τη γλώσσα, τη θρησκεία ή τις πεποιθήσεις, τις πολιτικές απόψεις ή κάθε άλλη γνώμη, την ιδιότητα μέλους εθνικής μειονότητας, την περιουσία, τη γέννηση, την ηλικία, την αναπηρία ή τον γενετήσιο προσανατολισμό.

Για τους σκοπούς του παρόντος Κανονισμού, οι μη έγγαμες σχέσεις αντιμετωπίζονται όπως και ο γάμος, υπό τον όρο ότι πληρούνται όλες οι απαριθμούμενες στο άρθρο 1 παράγραφος 2, στοιχείο γ), του παραρτήματος VII προϋποθέσεις.»

β)Στην παράγραφο 2, μετά τις λέξεις «γυναικών στην εργασία», παρεμβάλλεται η ακόλουθη φράση:

«, πράγμα που αποτελεί ουσιώδες στοιχείο το οποίο πρέπει να λαμβάνεται υπόψη κατά την εφαρμογή όλων των πτυχών του παρόντος Κανονισμού,».

γ)Προστίθενται οι ακόλουθες παράγραφοι 4, 5 και 6:

«4. Για τους σκοπούς της παραγράφου 1, ένα πρόσωπο θεωρείται ανάπηρο εφόσον παρουσιάζει κάποια διαπιστωμένη ή πιθανολογούμενη μόνιμη σωματική ή πνευματική μειονεξία. Η μειονεξία αυτή πιστοποιείται σύμφωνα με την προβλεπόμενη στο άρθρο 33 διαδικασία.

Κάθε άτομο με αναπηρία πληροί τους όρους του άρθρου 28 στοιχείο ε), εάν είναι σε θέση να αντεπεξέρχεται στις ουσιώδεις απαιτήσεις της θέσης απασχόλησης, αφού γίνουν λογικές διαρρυθμίσεις.

Ως λογικές διαρρυθμίσεις σε σχέση με τις ουσιώδεις απαιτήσεις μιας θέσης απασχόλησης, νοούνται η προμήθεια ή προσαρμογή οργάνων, υπηρεσιών ή χώρων εργασίας, ή η τροποποίηση ορισμένων πρακτικών ή διαδικασιών, με σκοπό να βοηθείται το άτομο με αναπηρία στην αποτελεσματική άσκηση των καθηκόντων του, χωρίς τούτο να συνιστά υπερβολική επιβάρυνση για το όργανο.

5. Εάν πρόσωπα καλυπτόμενα από τον παρόντα κανονισμό, τα οποία θεωρούν ότι βλάπτονται, επειδή η αρχή της ίσης μεταχείρισης, όπως προαναφέρθηκε, δεν εφαρμόσθηκε σε αυτά, αποδεικνύουν γεγονότα, από τα οποία τεκμαίρεται ότι υπήρξε άμεση ή έμμεση διάκριση, το όργανο φέρει το βάρος της απόδειξης ότι δεν υπήρξε παράβαση της αρχής της ίσης μεταχείρισης. Η παρούσα διάταξη δεν εφαρμόζεται στις πειθαρχικές διαδικασίες.

6. Τηρουμένης της αρχής της μη διάκρισης και της αρχής της αναλογικότητας, κάθε περιορισμός στην εφαρμογή των αρχών αυτών πρέπει να είναι εύλογα και αντικειμενικά δικαιολογημένος και πρέπει να ανταποκρίνεται σε νόμιμους στόχους γενικού συμφέροντος στο πλαίσιο της πολιτικής προσωπικού. Οι στόχοι αυτοί μπορεί ιδίως να δικαιολογούν τον καθορισμό ηλικίας υποχρεωτικής συνταξιοδότησης και ελάχιστης ηλικίας για τη λήψη σύνταξης αρχαιότητας (γήρατος).» 

5.Παρεμβάλλεται το ακόλουθο άρθρο 1στ:

«Άρθρο 1στ

1.Οι εν ενεργεία υπάλληλοι έχουν δικαίωμα στα μέτρα κοινωνικής φύσεως που θεσπίζουν τα θεσμικά όργανα και στις υπηρεσίες που παρέχονται από τα όργανα κοινωνικού χαρακτήρα που αναφέρονται στο άρθρο 9. Οι πρώην υπάλληλοι έχουν δικαίωμα σε περιορισμένα ειδικά μέτρα κοινωνικής φύσεως.

2.Οι εν ενεργεία υπάλληλοι δικαιούνται να απολαύουν συνθηκών εργασίας, οι οποίες πληρούν κατάλληλα πρότυπα υγείας και ασφάλειας, ισοδύναμα τουλάχιστον με τις ελάχιστες απαιτήσεις που εφαρμόζονται στο πλαίσιο μέτρων που έχουν θεσπιστεί στους τομείς αυτούς σύμφωνα με τη Συνθήκη.

3.Τα μέτρα κοινωνικής φύσεως που θεσπίζονται σύμφωνα με το παρόν άρθρο υλοποιούνται από κάθε όργανο σε στενή συνεργασία με την επιτροπή προσωπικού, βάσει προτάσεων πολυετών ενεργειών. Οι εν λόγω προτάσεις πολυετών ενεργειών διαβιβάζονται κάθε έτος στην αρμόδια για τον προϋπολογισμό αρχή στο πλαίσιο της διαδικασίας κατάρτισης του προϋπολογισμού.»

6.Το άρθρο 2 τροποποιείται ως εξής:

α)Το κείμενο του ισχύοντος πρώτου εδαφίου γίνεται η παράγραφος 1.

β)Το δεύτερο και τρίτο εδάφιο απαλείφονται.

γ)Προστίθεται η ακόλουθη παράγραφος 2:

«2. Εντούτοις, ένα ή περισσότερα όργανα μπορούν να αναθέτουν σε ένα από αυτά τα ίδια ή σε διοργανικό οργανισμό την άσκηση του συνόλου ή μέρους των εξουσιών που έχουν απονεμηθεί στην αρμόδια για τους διορισμούς αρχή, πλην αποφάσεων που αφορούν διορισμούς, προαγωγές ή μεταθέσεις υπαλλήλων.» 

(7α)    Το άρθρο 4 τροποποιείται ως εξής:

Στο τρίτο εδάφιο, οι όροι «μετάθεση, προαγωγή ή εσωτερικό διαγωνισμό» αντικαθίστανται από τους όρους «μετάθεση, διορισμό σε θέση σύμφωνα με το άρθρο 45α ή προαγωγή» και η φράση «τριών Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων» αντικαθίσταται από τη φράση «άλλων οργάνων ή/και διοργανώνεται εσωτερικός διαγωνισμός».

7.Τα άρθρα 5 και 6 αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 5

1. Οι θέσεις που καλύπτονται από τον ΚΥΚ κατατάσσονται, ανάλογα με τη φύση και τη σημασία των καθηκόντων στα οποία αντιστοιχούν, σε μια ομάδα καθηκόντων των υπαλλήλων διοικήσεως (στο εξής «AD») και σε μια ομάδα καθηκόντων των βοηθών υπαλλήλων (στο εξής «AST»).

2. Η ομάδα καθηκόντων AD περιλαμβάνει δώδεκα βαθμούς που αντιστοιχούν σε διοικητικά, συμβουλευτικά, γλωσσικά και επιστημονικά καθήκοντα. Η ομάδα καθηκόντων AST περιλαμβάνει ένδεκα βαθμούς που αντιστοιχούν σε εκτελεστικά καθήκοντα, καθώς και σε εργασίες γραφείου και τεχνικής φύσεως.

3. Τα ελάχιστα απαιτούμενα για διορισμό σε θέση υπαλλήλου είναι:

α) για την ομάδα καθηκόντων AST,

*ανώτερη εκπαίδευση που πιστοποιείται με δίπλωμα ή

*δευτεροβάθμια εκπαίδευση που πιστοποιείται με δίπλωμα, το οποίο δίνει δικαίωμα εισόδου στην ανώτερη εκπαίδευση, και κατάλληλη επαγγελματική πείρα τουλάχιστον τριών ετών ή

*όταν δικαιολογείται από το συμφέρον της υπηρεσίας, επαγγελματική κατάρτιση ή επαγγελματική πείρα ισοδύναμου επιπέδου.

β) για την ομάδα καθηκόντων AD και για τους βαθμούς 5 και 6,

*εκπαίδευση που αντιστοιχεί σε πλήρεις πανεπιστημιακές σπουδές τουλάχιστον τριών ετών πιστοποιούμενες από δίπλωμα (πτυχίο) ή

*όταν δικαιολογείται από το συμφέρον της υπηρεσίας, επαγγελματική κατάρτιση ισοδύναμου επιπέδου.

γ) για την ομάδα καθηκόντων AD και για τους βαθμούς 7 έως 16,

*εκπαίδευση που αντιστοιχεί σε πλήρεις πανεπιστημιακές σπουδές πιστοποιούμενες από δίπλωμα (πτυχίο), όταν η κανονική διάρκεια της πανεπιστημιακής εκπαίδευσης είναι τέσσερα έτη ή περισσότερα, ή

*εκπαίδευση που αντιστοιχεί σε πλήρεις πανεπιστημιακές σπουδές πιστοποιούμενες από δίπλωμα (πτυχίο) και κατάλληλη επαγγελματική πείρα τουλάχιστον ενός έτους, όταν η κανονική διάρκεια της πανεπιστημιακής εκπαίδευσης είναι κάτω των τεσσάρων ετών, ή

*όταν δικαιολογείται από το συμφέρον της υπηρεσίας, επαγγελματική κατάρτιση ισοδύναμου επιπέδου.

4. Στο παράρτημα I, σημείο Α περιλαμβάνεται πίνακας περιγραφής των διαφόρων θέσεων - τύπων. Με βάση τον πίνακα αυτόν, κάθε όργανο καθορίζει, κατόπιν γνώμης της επιτροπής του ΚΥΚ, την περιγραφή των καθηκόντων και τις συναφείς με κάθε θέση αρμοδιότητες.

5. Οι υπάλληλοι που ανήκουν στην ίδια ομάδα καθηκόντων υπόκεινται σε ταυτόσημους όρους πρόσληψης και εξέλιξης της σταδιοδρομίας.

6. Κατά παρέκκλιση των παραγράφων 1 και 2 και μέχρι τον συνολικό μέγιστο αριθμό των 90 θέσεων εργασίας, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο μπορεί να δημιουργήσει μια ομάδα καθηκόντων για τους κλητήρες του, η οποία περιλαμβάνει τέσσερις βαθμούς που ισοδυναμούν με τους βαθμούς AST 1 έως 4.

Άρθρο 6

1.    Στον πίνακα θέσεων που προσαρτάται στο τμήμα του προϋπολογισμού που αφορά κάθε όργανο ορίζεται ο αριθμός των θέσεων για κάθε βαθμό και ομάδα καθηκόντων. 

2.    Για να εξασφαλιστεί η ισοδυναμία της μέσης σταδιοδρομίας στη διάρθρωση σταδιοδρομιών πριν από την 1η Μαΐου 2004 (παλαιά διάρθρωση σταδιοδρομιών) και μετά την 1η Μαΐου 2004 (νέα διάρθρωση σταδιοδρομιών) και με την επιφύλαξη της αρχής της προαγωγής βάσει της αξίας, όπως προβλέπεται στο άρθρο 45 του ΚΥΚ, ο εν λόγω πίνακας εξασφαλίζει ότι για κάθε όργανο ο αριθμός κενών θέσεων σε κάθε βαθμό του πίνακα θέσεων κατά την 1η Ιανουαρίου αντιστοιχεί στον αριθμό των υπαλλήλων του κατώτερου βαθμού που υπηρετούσαν την 1η Ιανουαρίου του προηγούμενου έτους, πολλαπλασιαζόμενο επί τα ποσοστά που προβλέπονται στο παράρτημα Ι, σημείο Β, για τον βαθμό αυτό. Τα ποσοστά αυτά εφαρμόζονται με βάση μια μέση περίοδο πέντε ετών από την [1η Μαΐου 2004].

3.    Η Επιτροπή, βάσει της μεθόδου που ορίζεται στην παράγραφο 5, υποβάλλει κάθε έτος στην αρμόδια για τον προϋπολογισμό αρχή έκθεση σχετικά με την εξέλιξη των μέσων σταδιοδρομιών στις δύο ομάδες καθηκόντων σε όλα τα όργανα, η οποία αναφέρει κατά πόσον έχει τηρηθεί η αρχή της ισοδυναμίας και εάν όχι, σε ποια έκταση έχει παραβιασθεί. Εάν δεν έχει τηρηθεί, η αρμόδια για τον προϋπολογισμό αρχή μπορεί να λάβει τα διορθωτικά μέτρα διασφάλισης που απαιτούνται για την αποκατάσταση της ισοδυναμίας.

4.    Για να εξασφαλισθεί ότι το σύστημα αυτό παραμένει συνεπές προς τον πίνακα θέσεων, την ισοδυναμία μεταξύ της παλαιάς και της νέας διάρθρωσης σταδιοδρομιών και τη δημοσιονομική πειθαρχία, τα ποσοστά που προβλέπονται στο σημείο Β του παραρτήματος Ι αναθεωρούνται στο τέλος της πενταετούς περιόδου που αρχίζει την 1η Μαΐου 2004, βάσει έκθεσης που υποβάλλεται από την Επιτροπή στο Συμβούλιο και πρότασης της Επιτροπής.

Το Συμβούλιο αποφασίζει σύμφωνα με το άρθρο 283 της Συνθήκης ΕΚ.

5.    Η ισοδυναμία αξιολογείται ως αποτέλεσμα των προαγωγών και της αρχαιότητας στη διάρκεια μιας δεδομένης περιόδου αναφοράς, με την παραδοχή ότι ο αριθμός των μελών του προσωπικού παραμένει αμετάβλητος, μεταξύ της μέσης σταδιοδρομίας πριν από την 1η Μαΐου 2004 και της μέσης σταδιοδρομίας των υπαλλήλων που έχουν προσληφθεί μετά την ημερομηνία αυτή.»

8.Το άρθρο 7 τροποποιείται ως εξής:

α)Στην παράγραφο 1, οι λέξεις «της κατηγορίας ή του κλάδου του» αντικαθίστανται από την φράση «της ομάδας καθηκόντων του». 

β)Στην πρώτη πρόταση της παραγράφου 2, η φράση «θέση σταδιοδρομίας της κατηγορίας ή του κλάδου του, ανώτερη από τη σταδιοδρομία στην οποία ανήκει»

αντικαθίσταται από

«θέση της ομάδας καθηκόντων του που αντιστοιχεί σε βαθμό ανώτερο του δικού του».

γ)Στη δεύτερη πρόταση της παραγράφου 2, οι όροι «στο βασικό βαθμό» απαλείφονται. 

δ)Στη δεύτερη πρόταση της παραγράφου 2, οι λέξεις «στη σταδιοδρομία στην οποία» αντικαθίστανται από τις λέξεις «στο βαθμό που αντιστοιχεί στη θέση στην οποία».

9.Το άρθρο 9 τροποποιείται ως εξής:

α)Στην παράγραφο 1, στοιχείο α), παρεμβάλλεται, μετά την τρίτη παύλα, μια παύλα με το εξής κείμενο:

«- μία συμβουλευτική επιτροπή ίσης εκπροσώπησης για την επαγγελματική ανεπάρκεια ή περισσότερες, εάν ο αριθμός των υπαλλήλων στους τόπους τοποθετήσεως το καθιστά αναγκαίο,».

β)Το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 2 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Ο κατάλογος των μελών που απαρτίζουν τα όργανα αυτά γνωστοποιείται στο προσωπικό του Οργάνου.»

γ)Στην παράγραφο 5, το στοιχείο

β)    «για τα μέτρα απολύσεως λόγω επαγγελματικής ανεπάρκειας»

και η πρόταση

«Μεριμνά για την εναρμόνιση των κριτηρίων της βαθμολογήσεως του προσωπικού εντός του οργάνου.»

απαλείφονται.

Το στοιχείο γ) γίνεται στοιχείο β) και η πρόταση «Δυνατόν να επιφορτισθεί από την αρμόδια για τους διορισμούς αρχή, να μεριμνά για την εναρμόνιση της βαθμολόγησης του προσωπικού εντός του Οργάνου» προστίθεται στο τέλος της παραγράφου 5.

δ)Προστίθεται η ακόλουθη παράγραφος 6:

«6. Η συμβουλευτική επιτροπή ίσης εκπροσώπησης για την επαγγελματική ανεπάρκεια καλείται να διατυπώνει τη γνώμη της ενόψει εφαρμογής του άρθρου 51.»

10.Στο πρώτο εδάφιο του άρθρου 10, μετά την πρώτη πρόταση παρεμβάλλεται η ακόλουθη πρόταση:

«Οι Υπηρεσίες εκπροσωπούνται από κοινού, σύμφωνα με τους κανόνες που καθορίζονται με κοινή συμφωνία μεταξύ αυτών και της Επιτροπής.»

Το δεύτερο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Η επιτροπή διαβουλεύεται με την Επιτροπή για κάθε πρόταση αναθεώρησης του ΚΥΚ· διαβιβάζει τη γνώμη της εντός της προθεσμίας που καθορίζεται από την Επιτροπή. Ανεξάρτητα από τα καθήκοντα τα οποία της ανατίθενται από τον παρόντα κανονισμό, η επιτροπή αυτή δύναται να διατυπώνει οποιαδήποτε πρόταση που αποβλέπει στην αναθεώρηση του ΚΥΚ. Η επιτροπή συνέρχεται κατόπιν αιτήσεως του προέδρου της, ενός οργάνου ή της επιτροπής προσωπικού ενός οργάνου».

(11α) Παρεμβάλλονται τα ακόλουθα άρθρα 10β και 10γ:

«Article10β

Οι συνδικαλιστικές και επαγγελματικές οργανώσεις του άρθρου 24β ενεργούν προς το γενικό συμφέρον του προσωπικού, χωρίς να θίγονται οι κατά τον ΚΥΚ αρμοδιότητες των επιτροπών προσωπικού.

Οι προτάσεις της Επιτροπής που αναφέρονται στο άρθρο 10 μπορούν να αποτελούν αντικείμενο διαβουλεύσεων από τις αντιπροσωπευτικές συνδικαλιστικές και επαγγελματικές οργανώσεις.

Άρθρο 10γ

Κάθε Όργανο μπορεί να συνάπτει συμφωνίες που αφορούν το προσωπικό του με τις οικείες αντιπροσωπευτικές συνδικαλιστικές και επαγγελματικές οργανώσεις. Οι συμφωνίες αυτές δεν μπορούν να επιφέρουν τροποποιήσεις του ΚΥΚ ή των δημοσιονομικών υποχρεώσεων ούτε να επηρεάζουν τη λειτουργία του εν λόγω Οργάνου. Οι αντιπροσωπευτικές συνδικαλιστικές και επαγγελματικές οργανώσεις που τις υπογράφουν δρουν σε κάθε όργανο χωρίς να θίγονται οι κατά τον ΚΥΚ αρμοδιότητες της επιτροπής προσωπικού.»

11.Στο πρώτο εδάφιο του άρθρου 11, προστίθεται η ακόλουθη πρόταση:

«Εκτελεί τις εργασίες που του ανατίθενται κατά τρόπο αντικειμενικό και αμερόληπτο, τηρώντας το καθήκον πίστεως που υπέχει έναντι των Κοινοτήτων.»

12.Μετά το άρθρο 11 παρεμβάλλεται το ακόλουθο άρθρο 11α:

«Άρθρο 11α

1. Κατά την άσκηση των καθηκόντων του και εκτός αντιθέτου διατάξεως, ο υπάλληλος δεν απασχολείται σε καμία υπόθεση στην οποία έχει, άμεσα ή έμμεσα, προσωπικό συμφέρον, ιδίως οικογενειακό ή οικονομικό, φύσεως ικανής να θέσει σε κίνδυνο την ανεξαρτησία του.

2. Ο υπάλληλος ο οποίος, κατά την άσκηση των καθηκόντων του, συμβαίνει να απασχοληθεί με υπόθεση όπως η προαναφερόμενη στην παράγραφο 1, ενημερώνει αμέσως σχετικά την αρμόδια για τους διορισμούς αρχή. Η τελευταία λαμβάνει τα επιβαλλόμενα μέτρα και δύναται, ιδίως, να απαλλάξει τον υπάλληλο από τον χειρισμό της υποθέσεως αυτής.

3. Ο υπάλληλος δεν δύναται να διατηρεί ή να αποκτά, αμέσως ή εμμέσως, στις επιχειρήσεις που υπόκεινται στον έλεγχο του οργάνου στο οποίο ανήκει ή σχετίζονται με το τελευταίο, συμφέροντα τέτοιας φύσεως και σημασίας που θα μπορούσαν να θέσουν σε κίνδυνο την ανεξαρτησία του κατά την άσκηση των καθηκόντων του.»

13.Το άρθρο 12 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 12

«Ο υπάλληλος απέχει από κάθε πράξη ή συμπεριφορά που μπορούν να θίξουν την αξιοπρέπεια του λειτουργήματός του.»

14.Παρεμβάλλονται τα ακόλουθα άρθρα:

«Άρθρο 12α

1. Ο υπάλληλος απέχει από κάθε μορφή ηθικής ή σεξουαλικής παρενόχλησης.

2. Ο υπάλληλος που υπήρξε θύμα ηθικής ή σεξουαλικής παρενόχλησης δεν υφίσταται καμία επιβλαβή συνέπεια εκ μέρους του οργάνου. Ο υπάλληλος που έχει δώσει αποδείξεις για ηθική ή σεξουαλική παρενόχληση δεν υφίσταται καμία επιβλαβή συνέπεια εκ μέρους του οργάνου, υπό τον όρο ότι έχει ενεργήσει εντίμως.

3. Ως ηθική παρενόχληση νοείται η καταχρηστική επί ορισμένο χρονικό διάστημα διαγωγή που εκδηλώνεται κατά τρόπο επαναληπτικό ή συστηματικό με είδη συμπεριφοράς, με προφορικό ή γραπτό λόγο, με χειρονομίες ή πράξεις που γίνονται με πρόθεση και θίγουν την προσωπικότητα, την αξιοπρέπεια ή τη φυσική ή ψυχολογική ακεραιότητα ενός προσώπου.

4. Ως σεξουαλική παρενόχληση νοείται μια συμπεριφορά γενετήσιου περιεχομένου, μη επιθυμητή από το πρόσωπο στο οποίο απευθύνεται και η οποία έχει ως στόχο ή αποτέλεσμα την προσβολή της αξιοπρέπειας του ή τη δημιουργία ενός εκφοβιστικού, εχθρικού, υβριστικού ή ενοχλητικού περιβάλλοντος. Η σεξουαλική παρενόχληση αντιμετωπίζεται ως διάκριση βάσει του φύλου.

Άρθρο 12β

1. Με την επιφύλαξη του άρθρου 15, ο υπάλληλος που προτίθεται να ασκήσει εξωτερική δραστηριότητα, αμειβόμενη ή μη, ή να εκτελέσει υπηρεσία εκτός των Κοινοτήτων, οφείλει προηγουμένως να λάβει σχετική άδεια από την αρμόδια για τους διορισμούς αρχή. Άρνηση χορήγησης της αδείας αυτής χωρεί μόνον εάν η εν λόγω δραστηριότητα ή υπηρεσία είναι ικανή να παρεμποδίσει την άσκηση των καθηκόντων του υπαλλήλου ή είναι ασυμβίβαστη με τα συμφέροντα του οργάνου στο οποίο υπηρετεί.

2. Ο υπάλληλος ενημερώνει την αρμόδια για τους διορισμούς αρχή για οποιαδήποτε μεταβολή της προαναφερόμενης δραστηριότητας ή υπηρεσίας, η οποία μεσολάβησε μετά την αίτηση του προς την αρμόδια για τους διορισμούς αρχή που υποβλήθηκε κατ’ εφαρμογή της παραγράφου 1. Η άδεια μπορεί να ανακληθεί στην περίπτωση που η δραστηριότητα ή η υπηρεσία δεν πληρούν πλέον τις προϋποθέσεις της τελευταίας προτάσεως της παραγράφου 1.»

15.Στο άρθρο 13, οι λέξεις «να παραμείνει στη θέση του, να μετατεθεί ή να παυθεί» αντικαθίστανται από τις λέξεις «να παραμείνει στη θέση του ή να μετατεθεί».

16.Το άρθρο 14 καταργείται.

17.Το άρθρο 15 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 15

1. Ο υπάλληλος ο οποίος προτίθεται να θέσει υποψηφιότητα για δημόσιο λειτούργημα ειδοποιεί σχετικά την αρμόδια για τους διορισμούς αρχή. Αυτή αποφασίζει κατά πόσον, έναντι του συμφέροντος της υπηρεσίας, ο ενδιαφερόμενος:

- οφείλει να υποβάλει αίτηση αδείας για προσωπικούς λόγους, ή

- δικαιούται να του χορηγηθεί ετήσια άδεια, ή

- μπορεί να τύχει αδείας να εργάζεται με μειωμένο ωράριο ή

- μπορεί να συνεχίσει να εκπληρώνει όπως πριν τα καθήκοντά του.

2. Σε περίπτωση εκλογής ή διορισμού του σε δημόσιο λειτούργημα, ο υπάλληλος ενημερώνει αμέσως σχετικά με αυτό την αρμόδια για τους διορισμούς αρχή. Ανάλογα με το συμφέρον της υπηρεσίας, τη σημασία του ανωτέρω λειτουργήματος, τις υποχρεώσεις που αυτό συνεπάγεται για τον υπάλληλο και τις σχετικές με αυτές αμοιβές και αποζημιώσεις, η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή λαμβάνει μια από τις προαναφερόμενες αποφάσεις. Εάν του χορηγηθεί άδεια για προσωπικούς λόγους ή άδεια να εργάζεται με μειωμένο ωράριο, η διάρκειά τους είναι ίση με τη διάρκεια της θητείας που ανέλαβε ο υπάλληλος.» 

18.Στο άρθρο 16, το δεύτερο, τρίτο και τέταρτο εδάφιο αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«Ο υπάλληλος ο οποίος προτίθεται να ασκήσει επαγγελματική δραστηριότητα, αμειβόμενη ή μη, εντός των δύο ετών που έπονται της λήξεως των καθηκόντων του, οφείλει να το δηλώσει στο όργανό του. Εάν η δραστηριότητα αυτή συνδέεται με την πραγματοποιηθείσα από τον ενδιαφερόμενο εργασία κατά τα τρία τελευταία έτη της υπηρεσίας του, και αν ενδέχεται να είναι ασυμβίβαστη με τα νόμιμα συμφέροντα του οργάνου, η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή δύναται, σε συνάρτηση με το συμφέρον της υπηρεσίας, είτε να απαγορεύσει στον υπάλληλο την άσκηση της δραστηριότητας αυτής είτε να την εγκρίνει υπό τους όρους που η ίδια κρίνει ενδεδειγμένους. Το όργανο, μετά από διαβούλευση με την επιτροπή ίσης εκπροσώπησης, κοινοποιεί την απόφασή του εντός προθεσμίας 30 εργάσιμων ημερών από τη λήψη της σχετικής ειδοποίησης. Εάν δεν έχει κοινοποιηθεί απόφαση μέχρι τη λήξη της εν λόγω προθεσμίας, θεωρείται ότι υπάρχει σιωπηρή αποδοχή.»

19.Το άρθρο 17 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 17

1. Ο υπάλληλος απέχει από την χωρίς άδεια αποκάλυψη των πληροφοριών που περιέρχονται στην αντίληψή του κατά την άσκηση ή επ’ ευκαιρία της ασκήσεως των καθηκόντων του, εκτός εάν οι πληροφορίες αυτές έχουν ήδη δημοσιοποιηθεί ή γίνει προσιτές στο κοινό.

2. Ο υπάλληλος υπόκειται στην υποχρέωση αυτή και μετά τη λήξη των καθηκόντων του.»

20.Παρεμβάλλεται το ακόλουθο άρθρο 17α:

«Άρθρο 17a

1.Ο υπάλληλος έχει το δικαίωμα της ελεύθερης έκφρασης, με την επιφύλαξη της υποχρέωσής του να τηρεί τις απαιτήσεις της πίστεως και της αμεροληψίας.

2.Με την επιφύλαξη των άρθρων 12 και 17, ο υπάλληλος ο οποίος προτίθεται να δημοσιεύσει ο ίδιος ή να δώσει προς δημοσίευση, μόνος ή σε συνεργασία με άλλους, οποιοδήποτε κείμενο αναφερόμενο στη δραστηριότητα των Κοινοτήτων ενημερώνει σχετικά εκ των προτέρων την αρμόδια για τους διορισμούς αρχή.

Εάν η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή είναι σε θέση να αποδείξει ότι η σχετική δημοσίευση είναι φύσεως τέτοιας που να θέτει σε σοβαρό κίνδυνο τα νόμιμα συμφέροντα των Κοινοτήτων, ενημερώνει τον υπάλληλο για την απόφασή της εγγράφως εντός 30 εργασίμων ημερών από τη λήψη της πληροφορίας. Εάν καμία απόφαση δεν έχει κοινοποιηθεί εντός της προθεσμίας αυτής, θεωρείται ότι η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή δεν είχε αντιρρήσεις.»

21.Το άρθρο 18 τροποποιείται ως εξής:

α)Το ισχύον κείμενο γίνεται παράγραφος 1. 

β)Στην παράγραφο 1, προστίθεται η ακόλουθη πρόταση:

«Οι Κοινότητες δύνανται να αξιώσουν να τους παραχωρηθούν τα δικαιώματα δημιουργού που απορρέουν από τις εργασίες αυτές.»

γ)Προστίθενται οι ακόλουθες παράγραφοι 2 και 3:

«2. Κάθε εφεύρεση την οποία υπάλληλος επινόησε κατά την άσκηση των καθηκόντων του ή σε σχέση με αυτά, ανήκει αυτοδικαίως στις Κοινότητες. Το όργανο δύναται, με δικά του έξοδα και εξ ονόματος των Κοινοτήτων, να ζητήσει και να κατοχυρώσει σχετικό δίπλωμα ευρεσιτεχνίας σε οποιαδήποτε χώρα. Κάθε εφεύρεση που πραγματοποιείται από υπάλληλο στη διάρκεια του έτους που έπεται της λήξεως των καθηκόντων του θεωρείται, εκτός αποδείξεως του εναντίου, ότι είχε επινοηθεί κατά την άσκηση των καθηκόντων του ή σε σχέση με αυτά, εφόσον το αντικείμενο της εφεύρεσης υπάγεται στο πεδίο των Κοινοτήτων. Στην περίπτωση που εφευρέσεις κατοχυρώνονται με διπλώματα ευρεσιτεχνίας, πρέπει να γίνεται μνεία του ονόματος του εφευρέτη ή των εφευρετών.

3. Το όργανο δύναται να επιβραβεύσει χρηματικά, με το ποσό που το ίδιο καθορίζει, τον υπάλληλο δημιουργό κατοχυρωθείσας εφεύρεσης.»

22.Στο άρθρο 20 προστίθεται η ακόλουθη πρόταση:

«Γνωστοποιεί στην αρμόδια για τους διορισμούς αρχή τη διεύθυνσή του και την ειδοποιεί αμέσως σχετικά με κάθε αλλαγή της.» 

23.Στο άρθρο 21, το τελευταίο εδάφιο απαλείφεται. 

24.Παρεμβάλλεται το ακόλουθο άρθρο 21α:

«Άρθρο 21α

1. Στην περίπτωση που ο υπάλληλος λάβει διαταγή την οποία θεωρεί ως αντικανονική ή εάν εκτιμά ότι από την εκτέλεσή της δυνατόν να προκύψουν σοβαρές δυσχέρειες, ειδοποιεί σχετικά τον ιεραρχικά ανώτερό του ο οποίος, εάν η ειδοποίηση έχει διαβιβασθεί εγγράφως, απαντά επίσης εγγράφως. Με την επιφύλαξη της παραγράφου 2, εάν ο τελευταίος επιβεβαιώσει τη διαταγή, αλλά ο υπάλληλος κρίνει ότι η επιβεβαίωση αυτή είναι ανεπαρκής ενόψει των λόγων του να ανησυχεί, αναφέρεται εγγράφως σχετικά με το θέμα στην αμέσως ανώτερη ιεραρχικά αρχή. Εάν η τελευταία επιβεβαιώσει τη διαταγή εγγράφως, ο υπάλληλος υποχρεούται να την εκτελέσει, εκτός εάν η διαταγή είναι προδήλως παράνομη ή αντιβαίνει στους ισχύοντες κανόνες ασφαλείας.

2. Εάν ο ιεραρχικά ανώτερός του κρίνει ότι η διαταγή πρέπει να εκτελεσθεί αμέσως, ο υπάλληλος οφείλει να την εκτελέσει, εκτός εάν αυτή είναι προδήλως παράνομη ή αντιβαίνει στους ισχύοντες κανόνες ασφαλείας. Ο ιεραρχικά ανώτερός του υποχρεούται, εφόσον το ζητεί ο υπάλληλος, να δώσει οποιαδήποτε τέτοια διαταγή εγγράφως.»

25.Παρεμβάλλονται τα ακόλουθα άρθρα 22α και 22β:

«Άρθρο 22α

1. Ο υπάλληλος ο οποίος, κατά την άσκηση των καθηκόντων του ή σε σχέση με αυτά, λαμβάνει γνώση γεγονότων βάσει των οποίων είναι δυνατόν να τεκμαίρεται η ύπαρξη πιθανής παράνομης δραστηριότητας, και ιδίως η ύπαρξη απάτης ή δωροδοκίας, επιζήμιας για τα συμφέροντα των Κοινοτήτων, ή συμπεριφοράς που αφορά την εκπλήρωση των επαγγελματικών καθηκόντων και που ενδεχομένως συνιστά σοβαρή παράβαση των υποχρεώσεων των υπαλλήλων των Κοινοτήτων, ενημερώνει αμέσως τον ιεραρχικά ανώτερό του ή τον Γενικό Διευθυντή του ή, εφόσον το κρίνει χρήσιμο, τον Γενικό Γραμματέα, ή τα πρόσωπα που κατέχουν ισοδύναμες θέσεις ή απευθείας την Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Καταπολέμησης της Απάτης.

Οι πληροφορίες σχετικά με τις τεκμαιρόμενες πιθανές παράνομες δραστηριότητες πρέπει να δίνονται εγγράφως.

Οι ίδιες διατάξεις ισχύουν και στην περίπτωση σοβαρής παράβασης παρόμοιας υποχρέωσης εκ μέρους ενός Μέλους οργάνου ή οποιουδήποτε άλλου προσώπου υπηρετεί σε ένα όργανο ή παρέχει υπηρεσίες για λογαριασμό ενός οργάνου.

2. Ο υπάλληλος ο οποίος λαμβάνει πληροφορίες του είδους αυτού διαβιβάζει αμελλητί στην Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Καταπολέμησης της Απάτης (OLAF) όλα τα αποδεικτικά στοιχεία τα οποία γνωρίζει και από τα οποία είναι δυνατόν να τεκμαίρεται η ύπαρξη των παρατυπιών που αναφέρονται στην παράγραφο 1.

3. Ο υπάλληλος δεν υφίσταται από το όργανο καμία δυσμενή συνέπεια για το γεγονός ότι κοινοποίησε τις προαναφερόμενες στις παραγράφους 1 και 2 πληροφορίες, υπό τον όρο ότι ενήργησε λογικά και έντιμα.

4. Οι παράγραφοι 1 έως 3 δεν εφαρμόζονται στα επί παντός μέσου (υποθέματος) αποτυπούμενα στοιχεία, έγγραφα, εκθέσεις, σημειώσεις ή πληροφορίες που τηρούνται για σκοπούς διεξαγωγής δικαστικής υποθέσεως, εκκρεμούσας ή περατωθείσας, ή παράγονται ή γνωστοποιούνται στον υπάλληλο στο πλαίσιο μιας τέτοιας διαδικασίας.

Άρθρο 22β

1. Ο υπάλληλος ο οποίος μεταδίδει τις πληροφορίες που ορίζονται στο ανωτέρω άρθρο 22α, στον Πρόεδρο της Επιτροπής, στον Πρόεδρο του Ελεγκτικού Συνεδρίου, στον Πρόεδρο του Συμβουλίου, στον Πρόεδρο του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ή στον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή, δεν υφίσταται καμία δυσμενή συνέπεια από πλευράς του οργάνου στο οποίο ανήκει, υπό τον όρο ότι πληρούνται όλες οι κατωτέρω προϋποθέσεις:

a) ο υπάλληλος έντιμα και εύλογα πιστεύει ότι οι κοινολογηθείσες πληροφορίες, όπως και κάθε ισχυρισμός που περιέχεται σ’ αυτές, είναι ουσιαστικά αληθείς· και

β) ο υπάλληλος έχει προηγουμένως κοινοποιήσει τις ίδιες πληροφορίες στην OLAF ή στο όργανο στο οποίο υπηρετεί και έχει αφήσει να παρέλθει η προθεσμία που καθόρισε η OLAF ή το όργανο αυτό, λαμβανομένης υπόψη της πολυπλοκότητας της υπόθεσης, για την εκ μέρους τους λήψη των επιβαλλόμενων μέτρων. Ο υπάλληλος ενημερώνεται δεόντως για την εν λόγω προθεσμία.

2. Η προθεσμία που αναφέρεται στην ανωτέρω παράγραφο δεν εφαρμόζεται στην περίπτωση που ο υπάλληλος μπορεί να αποδείξει ότι δεν είναι εύλογη, λαμβανομένων υπόψη όλων των περιστάσεων της υπόθεσης.

3. Οι παράγραφοι 1 έως 3 δεν εφαρμόζονται στα επί παντός μέσου (υποθέματος) αποτυπούμενα στοιχεία, έγγραφα, εκθέσεις, σημειώσεις ή πληροφορίες που τηρούνται για σκοπούς διεξαγωγής δικαστικής υποθέσεως, εκκρεμούσας ή περατωθείσας, ή παράγονται ή γνωστοποιούνται στον υπάλληλο στο πλαίσιο μιας τέτοιας διαδικασίας.

26.Στο άρθρο 23, οι λέξεις «βαθμών A 1 έως A 4» αντικαθίστανται από τις λέξεις «βαθμών AD 12 έως AD 16». 

27.Τα άρθρα 24 και 24α τροποποιούνται ως εξής:

α)    Το τρίτο και τέταρτο εδάφιο του άρθρου 24 γίνονται άρθρο 24α.

β)    Στο νέο πρώτο εδάφιο, στην αρχή προστίθενται οι λέξεις «Οι Κοινότητες». 

28.Το παλαιό άρθρο 24α γίνεται άρθρο 24β. 

29.Το άρθρο 25 τροποποιείται ως εξής:

α)    Στο πρώτο εδάφιο, μετά τη λέξη «προσφύγει» παρεμβάλλονται οι λέξεις «για ζητήματα που καλύπτονται από τον παρόντα κανονισμό».

β)    Στο τρίτο εδάφιο, οι όροι «τοιχοκολλούνται αμέσως στα κτίρια του οργάνου στο οποίο ανήκει και δημοσιεύονται στο μηνιαίο Δελτίο του Προσωπικού των Κοινοτήτων» αντικαθίστανται από τους όρους «δημοσιεύονται στο όργανο στο οποίο ανήκει. Στη δημοσίευση έχει πρόσβαση όλο το προσωπικό για το ενδεδειγμένο χρονικό διάστημα.»

30.Το άρθρο 26 τροποποιείται ως εξής:

α)Στο τρίτο εδάφιο, μετά τις λέξεις «συστημένη επιστολή» προστίθεται το ακόλουθο κείμενο:

«στην τελευταία δηλωθείσα από τον υπάλληλο διεύθυνση.»

β)Το τέταρτο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Ο ατομικός φάκελος του υπαλλήλου δεν δύναται να περιέχει καμία αναφορά στις πολιτικές, συνδικαλιστικές, φιλοσοφικές ή θρησκευτικές δραστηριότητες και πεποιθήσεις ή στη φυλετική ή εθνοτική καταγωγή του ή τον σεξουαλικό προσανατολισμό του.

Το τέταρτο εδάφιο ωστόσο δεν απαγορεύει την εισαγωγή στο φάκελο διοικητικών πράξεων και εγγράφων των οποίων έχει γνώση ο υπάλληλος και τα οποία είναι αναγκαία για την εφαρμογή του παρόντος Κανονισμού Υπηρεσιακής Κατάστασης.»

γ)Στο έκτο εδάφιο, μετά τις λέξεις «φάκελό του» προστίθενται οι εξής όροι: «και να λαμβάνει αντίγραφά τους».

δ)Στο έβδομο εδάφιο, μετά τους όρους «γραφεία της διοικήσεως» προστίθενται οι όροι «ή από ασφαλές ηλεκτρονικό μέσο».

Στο τέλος του εβδόμου εδαφίου, απαλείφονται οι όροι «η οποία ασκείται ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου».    

31.Μετά το άρθρο 26 παρεμβάλλεται το ακόλουθο άρθρο 26α:

«Άρθρο 26α

«Κάθε υπάλληλος δικαιούται να λαμβάνει γνώση του ιατρικού φακέλου του σύμφωνα με τις οριζόμενες από τα όργανα λεπτομέρειες.» 

32.Στο άρθρο 27, απαλείφεται το δεύτερο εδάφιο. 

33.Το άρθρο 29 τροποποιείται ως εξής:

α)Στην παράγραφο 1, τα στοιχεία α), β) και γ) αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«a) τις δυνατότητες πλήρωσής τους με

i) μετάθεση ή

ii) διορισμό σύμφωνα με το άρθρο 45α ή

iii) προαγωγή

εντός του οργάνου·

β) τις αιτήσεις μετάταξης υπαλλήλων του ιδίου βαθμού άλλων οργάνων ή/και το ενδεχόμενο διοργάνωσης εσωτερικού διαγωνισμού στο όργανο, με δικαίωμα συμμετοχής μόνον των υπαλλήλων και των εκτάκτων υπαλλήλων που αναφέρονται στο άρθρο 2 του καθεστώτος που εφαρμόζεται στο λοιπό προσωπικό των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων·»

β)Στην παράγραφο 2, η φράση «των υπαλλήλων των βαθμών A1 και A2» αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«του ανώτερου στελεχικού δυναμικού (γενικοί διευθυντές και ισότιμοί τους των βαθμών AD 16 ή AD 15 και διευθυντές και ισότιμοί τους των βαθμών AD 15 ή AD 14)».

(γ)    Προστίθενται οι ακόλουθες παράγραφοι:

«(3) Τα όργανα οργανώνουν εσωτερικούς διαγωνισμούς για κάθε ομάδα καθηκόντων βάσει προσόντων ή εξετάσεων ή ταυτόχρονα βάσει προσόντων και εξετάσεων για το ενδιαφερόμενο όργανο, οι οποίοι αφορούν τουλάχιστον το επίπεδο AST 6 ή υψηλότερο και το επίπεδο AD 9 ή υψηλότερο.

Οι διαγωνισμοί αυτοί είναι ανοικτοί στους έκτακτους υπαλλήλους του εν λόγω οργάνου οι οποίοι έχουν προσληφθεί σύμφωνα με το άρθρο 2 του Καθεστώτος που εφαρμόζεται στο Λοιπό Προσωπικό των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων. Τα όργανα απαιτούν από τους έκτακτους υπαλλήλους ως ελάχιστα προσόντα για τους διαγωνισμούς αυτούς τουλάχιστον δέκα έτη προϋπηρεσίας με την ιδιότητα του έκτακτου υπαλλήλου, και πρόσληψη στη θέση αυτή βάσει διαδικασίας επιλογής που να εξασφαλίζει την εφαρμογή των ίδιων προτύπων με εκείνα που εφαρμόζονται για την επιλογή των μόνιμων υπαλλήλων, σύμφωνα με το άρθρο 12 παράγραφος 3 σημείο α) του παρόντος Καθεστώτος. Κατά παρέκκλιση του άρθρου 29 παράγραφος 1 στοιχείο α), η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή του οργάνου που προσέλαβε τον έκτακτο υπάλληλο, πριν την πλήρωση κενής θέσης εργασίας στο εν λόγω όργανο, εξετάζει τις περιπτώσεις μετάθεσης μόνιμων υπαλλήλων παράλληλα με τους επιτυχείς υποψηφίους αυτών των εσωτερικών διαγωνισμών.

(4) Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο οργανώνει τουλάχιστον δύο εσωτερικούς διαγωνισμούς ανά πενταετία βάσει προσόντων για κάθε ομάδα καθηκόντων, οι οποίοι αφορούν τουλάχιστον το επίπεδο AST 6 ή υψηλότερο και το επίπεδο AD 9 ή υψηλότερο, σύμφωνα με το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 3.»

34.Το άρθρο 31 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 31

1. Οι επιλεγέντες υποψήφιοι διορίζονται στο βαθμό της ομάδας καθηκόντων που αναφέρεται στην προκήρυξη του διαγωνισμού στον οποίο έγιναν δεκτοί.

2. Με την επιφύλαξη του άρθρου 29 παράγραφος 2, οι προσλαμβανόμενοι υπάλληλοι μπορούν να κατατάσσονται μόνο στους βαθμούς AST 1 έως AST 4 ή AD 5 έως AD 8. Ο βαθμός που αναφέρεται στην προκήρυξη του διαγωνισμού καθορίζεται από το όργανο σύμφωνα με τα εξής κριτήρια:

*το στόχο της πρόσληψης υπαλλήλων με τα υψηλότερα προσόντα, όπως ορίζονται στο άρθρο 27·

*την ποιότητα της απαιτούμενης επαγγελματικής πείρας.

Για την κάλυψη ειδικών αναγκών των οργάνων, μπορούν επίσης να ληφθούν υπόψη κατά την πρόσληψη υπαλλήλων οι συνθήκες της αγοράς εργασίας που επικρατούν στην Κοινότητα.

3. Κατά παρέκκλιση της παραγράφου 2, το όργανο μπορεί, ενδεχομένως, να επιτρέψει τη διοργάνωση διαγωνισμού για τους βαθμούς AD9, AD 10, AD 11 ή, κατ’ εξαίρεση, για το βαθμό AD 12. Ο συνολικός αριθμός των υποψηφίων που διορίζονται σε κενές θέσεις των βαθμών αυτών δεν μπορεί να υπερβεί το 20% του συνολικού αριθμού των διορισμών που γίνονται στην ομάδα καθηκόντων AD ανά έτος σύμφωνα με το δεύτερο εδάφιο του άρθρου 30.»

35.Στο άρθρο 32, το δεύτερο εδάφιο αντικαθίσταται από το εξής κείμενο:

«Η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή δύναται, προκειμένου να λάβει υπόψη την επαγγελματική πείρα του ενδιαφερομένου, να του χορηγήσει προσαύξηση αρχαιότητας 24 μηνών κατ’ ανώτατο όριο. Εκδίδονται γενικές εκτελεστικές διατάξεις για την εφαρμογή του παρόντος άρθρου.» 

36.Στο άρθρο 34 παράγραφος 1, το πρώτο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Κάθε υπάλληλος, πριν είναι σε θέση να μονιμοποιηθεί, οφείλει να διανύσει δοκιμαστική περίοδο εννέα μηνών.»

37.Στο άρθρο 35 προστίθεται το ακόλουθο στοιχείο στ):

«στ) γονική άδεια ή άδεια για οικογενειακούς λόγους.» 

38.Το άρθρο 37 τροποποιείται ως εξής:

α)Στην παράγραφο 1, στοιχείο α), δεύτερη περίπτωση, η φράση «ή παρά εκλεγμένω προέδρω οργάνου των Κοινοτήτων ή πολιτικής ομάδας της Συνελεύσεως» αντικαθίσταται από τη φράση «ή παρ’ εκλεγμένω προέδρω οργάνου των Κοινοτήτων ή παρά πολιτική ομάδα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ή της Επιτροπής των Περιφερειών ή παρ’ ομάδα της Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής». 

β)Μετά το τελευταίο εδάφιο προστίθεται το ακόλουθο εδάφιο: «Κάθε εν ενεργεία υπάλληλος ή υπάλληλος ευρισκόμενος σε άδεια για προσωπικούς λόγους δύναται να υποβάλει αίτηση απόσπασης ή να του προταθεί απόσπαση προς το συμφέρον της υπηρεσίας. Μόλις αποσπασθεί ο υπάλληλος, λήγει η άδεια για προσωπικούς λόγους.»

39.Το άρθρο 39 τροποποιείται ως εξής:

α)Στο στοιχείο δ), δεύτερο εδάφιο, οι λέξεις «τη σύνταξη αναπηρίας ή τη σύνταξη επιζώντων» αντικαθίστανται από τις λέξεις «το επίδομα αναπηρίας ή τη σύνταξη επιζώντων».

β)δ) Το στοιχείο ε) γίνεται στοιχείο στ) και οι λέξεις «της κατηγορίας ή του κλάδου του» αντικαθίστανται από τις λέξεις «της ομάδας καθηκόντων που ανήκει». 

γ)Παρεμβάλλεται το ακόλουθο νέο στοιχείο ε):

«ε) Κατά το διάστημα της απόσπασής του, ο υπάλληλος διατηρεί τα δικαιώματα προαγωγής του κατά κλιμάκιο.»

40.Το άρθρο 40 τροποποιείται ως εξής:

α)Στην παράγραφο 2, δεύτερο εδάφιο, η λέξη «δύο» αντικαθίσταται από τη λέξη «περισσότερες».

β)Στην παράγραφο 2, δεύτερο εδάφιο, οι όροι «επί ένα έτος» απαλείφονται. Προστίθεται το ακόλουθο κείμενο:

«Κάθε περίοδος ανανέωσής της δεν δύναται να υπερβαίνει το ένα έτος. Η συνολική διάρκεια της άδειας για προσωπικούς λόγους δεν μπορεί να υπερβεί τα 15 έτη στο σύνολο της σταδιοδρομίας του υπαλλήλου.

Εντούτοις, όταν η άδεια ζητείται για να μπορέσει ο υπάλληλος:

- να αναθρέψει παιδί που θεωρείται συντηρούμενο κατά την έννοια του άρθρου 2 παράγραφος 2 του παραρτήματος VII, και έχει σοβαρό διανοητικό ή σωματικό μειονέκτημα που έχει πιστοποιηθεί από τον ιατρό σύμβουλο του οργάνου και το οποίο απαιτεί διαρκή παρακολούθηση ή φροντίδα· ή

- να ακολουθήσει τη(τον) σύζυγό του(της), επίσης υπάλληλο ή µέλος του λοιπού προσωπικού των Κοινοτήτων, που υποχρεούνται, λόγω των καθηκόντων της(του), να έχει τη συνήθη διαμονή της(του) σε τέτοια απόσταση από τον τόπο υπηρεσίας του ενδιαφερομένου ώστε η εγκατάσταση κοινής συζυγικής στέγης σ’ αυτό το μέρος να δημιουργεί προβλήματα στον ενδιαφερόμενο κατά την άσκηση των καθηκόντων του,

η άδεια μπορεί να ανανεωθεί απεριόριστα, εφόσον κατά τη στιγμή κάθε ανανέωσης εξακολουθούν να πληρούνται οι όροι που δικαιολογούσαν τη χορήγηση της άδειας.»

γ)    Στην παράγραφο 2, απαλείφονται το τρίτο και το τέταρτο εδάφιο.

δ)Στην παράγραφο 3, δεύτερο εδάφιο, η πρώτη πρόταση αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Ωστόσο, ο υπάλληλος ο οποίος δεν ασκεί επικερδή επαγγελματική δραστηριότητα δύναται, με αίτηση που υποβάλλει το αργότερο εντός μηνός από την έναρξη της άδειας για προσωπικούς λόγους, να συνεχίσει να απολαύει της κάλυψης που προβλέπεται σε αυτά τα άρθρα, με την επιφύλαξη καταβολής των εισφορών που είναι αναγκαίες για την κάλυψη των κινδύνων που αναφέρονται στο άρθρο 72 παράγραφος 1 και στο άρθρο 73 παράγραφος 1, κατά το ήμισυ το πρώτο έτος της άδειας για προσωπικούς λόγους και εξ ολοκλήρου κατά την υπόλοιπη διάρκεια της άδειας αυτής. Πάντως, δεν δύναται να απολαύει κάλυψης κατά των κινδύνων που αναφέρονται στο άρθρο 73 εφόσον δεν καλύπτεται επίσης έναντι των κινδύνων που αναφέρονται στο άρθρο 72. Οι εισφορές υπολογίζονται βάσει του τελευταίου βασικού μισθού του υπαλλήλου.» 

ε)Στην παράγραφο 4, στοιχείο δ), οι λέξεις «της κατηγορίας ή του κλάδου του» αντικαθίστανται από τις λέξεις «της ομάδας καθηκόντων στην οποία ανήκει» και στην τελευταία πρόταση, μετά το «πραγματικής επαναφοράς του» προστίθενται οι όροι «ή της απόσπασής του». 

41.Στο άρθρο 41, η παράγραφος 3 τροποποιείται ως εξής:

α)Στο δεύτερο εδάφιο, οι λέξεις «της κατηγορίας ή του κλάδου του» αντικαθίστανται από τις λέξεις «της ομάδας καθηκόντων του».

β)Το έκτο, το έβδομο, το όγδοο και το έννατο εδάφιο αντικαθίστανται από τα ακόλουθα εδάφια: «Στην αποζημίωση δεν εφαρμόζεται κανένας διορθωτικός συντελεστής.

Ωστόσο, στην αποζημίωση και τις τελευταίες συνολικές αποδοχές, όπως αναφέρεται στο τέταρτο εδάφιο, εφαρμόζεται ο διορθωτικός συντελεστής που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο του άρθρου 3 παράγραφος 5 του παραρτήματος XI, βάσει της ισοτιμίας που έχει καθοριστεί για την χώρα εντός των Κοινοτήτων όπου ο δικαιούχος αποδεικνύει ότι διαμένει, με την προϋπόθεση ότι η χώρα αυτή ήταν ο τελευταίος τόπος απασχόλησης του δικαιούχου. Σε τέτοιες περιπτώσεις, εάν το νόμισμα της χώρας δεν είναι το ευρώ, η αποζημίωση αυτή υπολογίζεται βάσει των συναλλαγματικών ισοτιμιών που προβλέπονται στο άρθρο 63 του παρόντος Κανονισμού Υπηρεσιακής Κατάστασης.»

42.Μετά το άρθρο 42, δημιουργείται ένα Τμήμα 6 με τίτλο «Γονική άδεια και άδεια για οικογενειακούς λόγους» και παρεμβάλλονται τα ακόλουθα άρθρα 42α και 42β:

«Άρθρο 42a

Κάθε υπάλληλος δικαιούται να λάβει, για κάθε παιδί, γονική άδεια ανώτατης διάρκειας έξι μηνών, χωρίς καταβολή του βασικού μισθού του, την οποία οφείλει να λάβει στο διάστημα των δώδεκα ετών μετά τη γέννηση ή την υιοθεσία του παιδιού. Η διάρκεια της άδειας αυτής μπορεί να διπλασιασθεί για τους μόνους γονείς, τους αναγνωρισμένους ως τέτοιους δυνάμει των γενικών εκτελεστικών διατάξεων που εκδίδουν τα όργανα. Η άδεια αυτή μπορεί να ληφθεί σε τμήματα διάρκειας τουλάχιστον ενός μηνός.

Στη διάρκεια της γονικής άδειάς του, ο υπάλληλος εξακολουθεί να συμμετέχει στο καθεστώς κοινωνικής ασφάλισης· εξακολουθεί επίσης να αποκτά συνταξιοδοτικά δικαιώματα και διατηρεί το δικαίωμα του επιδόματος για συντηρούμενο τέκνο καθώς και του σχολικού επιδόματος. Επίσης, διατηρεί τη θέση του, το δικαίωμά του προαγωγής κατά κλιμάκιο και τη δυνατότητα βαθμολογικής εξέλιξής του. Η άδεια μπορεί να ληφθεί υπό τη μορφή είτε πλήρους παύσης της υπηρεσίας είτε εργασίας με μειωμένο ωράριο. Στην περίπτωση γονικής άδειας λαμβανομένης υπό τη μορφή εργασίας με μειωμένο ωράριο, η αναφερόμενη στο πρώτο εδάφιο ανώτατη διάρκεια διπλασιάζεται. Στη διάρκεια της γονικής άδειάς του, ο υπάλληλος δικαιούται μηνιαίου επιδόματος [750 ευρώ]  5 , μειωμένου κατά το ήμισυ στην περίπτωση εργασίας με μειωμένο ωράριο, αλλά δεν δύναται να ασκεί καμία άλλη αμειβόμενη δραστηριότητα. Το όργανο καταβάλλει ολόκληρη την εισφορά στο καθεστώς κοινωνικής ασφάλισης που προβλέπεται στα άρθρα 72 και 73, υπολογιζόμενη βάσει του βασικού μισθού του υπαλλήλου. Ωστόσο, στην περίπτωση αδείας που λαμβάνεται υπό τη μορφή εργασίας με μειωμένο ωράριο, η διάταξη αυτή εφαρμόζεται μόνο στη διαφορά μεταξύ του πλήρους βασικού μισθού και του κατ’ αναλογία μειωμένου βασικού μισθού. Για το μέρος του βασικού μισθού που πράγματι καταβάλλεται, η εισφορά του υπαλλήλου υπολογίζεται με εφαρμογή των ίδιων εκατοστιαίων ποσοστών που θα εφαρμόζοντο στην περίπτωση πλήρους απασχόλησής του.

Το επίδομα αυξάνεται σε [1 000 ευρώ]  6 κατά μήνα ή σε ποσοστό 50% του ποσού αυτού στην περίπτωση εργασίας με μειωμένο ωράριο, για τους αναφερόμενους στο πρώτο εδάφιο μόνους γονείς και στη διάρκεια των τριών πρώτων μηνών της γονικής άδειας, όταν την άδεια αυτή λαμβάνει ο πατέρας στη διάρκεια της άδειας μητρότητας ή οποιοσδήποτε από τους γονείς αμέσως μετά την άδεια μητρότητας, στη διάρκεια της άδειας λόγω υιοθεσίας ή αμέσως μετά την άδεια λόγω υιοθεσίας. Η αναπροσαρμογή των ανωτέρω ποσών γίνεται υπό τους ίδιους όρους που ισχύουν για την αναπροσαρμογή των αποδοχών.

Άρθρο 42β

Ο υπάλληλος δικαιούται να λάβει άδεια για οικογενειακούς λόγους, χωρίς καταβολή του βασικού μισθού του, στην περίπτωση που ο/η σύζυγός του, κάποιος ανιών ή κατιών του, αδελφός ή αδελφή του πάσχει από ιατρικά πιστοποιημένη σοβαρή ασθένεια ή βαριά αναπηρία. Η συνολική διάρκεια της άδειας αυτής περιορίζεται σε εννέα μήνες για ολόκληρη τη σταδιοδρομία του υπαλλήλου.

Εφαρμόζονται εν προκειμένω οι διατάξεις του δευτέρου εδαφίου του άρθρου 42α.»

43.Το άρθρο 43 τροποποιείται ως εξής:

α)Στο πρώτο εδάφιο, οι λέξεις «με εξαίρεση τους υπαλλήλους των βαθμών A1 και A2» απαλείφονται και μετά την πρώτη πρόταση προστίθεται το ακόλουθο κείμενο: «Τα όργανα θεσπίζουν διατάξεις με τις οποίες παρέχεται το δικαίωμα προσφυγής στο πλαίσιο της διαδικασίας σύνταξης των εκθέσεων, η οποία πρέπει να ασκηθεί πριν από την υποβολή αιτήματος όπως αναφέρεται στο άρθρο 90 παράγραφος 2.».

β)Παρεμβάλλεται ένα δεύτερο εδάφιο με την εξής διατύπωση:

«Η έκθεση των υπαλλήλων που ανήκουν στην ομάδα καθηκόντων AST και από τον τέταρτο βαθμό της ομάδας αυτής, μπορεί επίσης να περιλαμβάνει γνώμη για το κατά πόσο, βάσει της επίδοσής του, ο ενδιαφερόμενος διαθέτει το απαιτούμενο δυναμικό για την ανάληψη καθηκόντων υπαλλήλου διοικήσεως.» 

44.Στο άρθρο 44 προστίθεται το ακόλουθο εδάφιο:

«Σε περίπτωση διορισμού υπαλλήλου σε θέση προϊσταμένου διοικητικής μονάδας, διευθυντή ή γενικού διευθυντή, ενώ παραμένει στον ίδιο βαθμό και εφόσον έχει ασκήσει ικανοποιητικά τα νέα καθήκοντά του κατά τους πρώτους εννέα μήνες, αυτός απολαύει, κατά το χρόνο ενάρξεως ισχύος του διορισμού, προαγωγής κατά κλιμάκιο στο βαθμό αυτό. Η προαγωγή αυτή συνεπάγεται αύξηση του μηνιαίου βασικού μισθού του αντίστοιχη προς την εκατοστιαία μισθολογική διαφορά μεταξύ του πρώτου και του δευτέρου κλιμακίου κάθε βαθμού. Αν το ποσό της αύξησης είναι κατώτερο της διαφοράς αυτής ή αν ο υπάλληλος κατέχει τότε ήδη το τελευταίο κλιμάκιο του βαθμού του, λαμβάνει προσαύξηση του βασικού μισθού ίση με την αύξηση μεταξύ πρώτου και δευτέρου κλιμακίου μέχρι ενάρξεως ισχύος της επόμενης προαγωγής του.» 

45.Τα άρθρα 45 και 46 αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 45

1. Η προαγωγή απονέμεται με απόφαση της αρμόδιας για τους διορισμούς αρχής λαμβανομένου υπόψη του άρθρου 6 παράγραφος 2. Συνεπάγεται για τον υπάλληλο το διορισμό του στο αμέσως ανώτερο βαθμό της ομάδας καθηκόντων στην οποία ανήκει. Γίνεται αποκλειστικά με επιλογή μεταξύ των υπαλλήλων που έχουν διανύσει ελάχιστο διάστημα δύο ετών στο βαθμό τους, μετά από συγκριτική εξέταση των προσόντων των προαγώγιμων υπαλλήλων. Για την συγκριτική εξέταση των προσόντων, η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή λαμβάνει ιδίως υπόψη τις εκθέσεις των υπαλλήλων, τη χρήση άλλων γλωσσών εκτός από τη γλώσσα για την οποία έχουν αποδείξει ότι διαθέτουν εις βάθος γνώση σύμφωνα με το άρθρο 28 στοιχείο στ) και, ενδεχομένως, το επίπεδο των αρμοδιοτήτων που ασκούν.

2. Οι υπάλληλοι υποχρεούνται να αποδείξουν πριν από την πρώτη προαγωγή τους μετά την πρόσληψη την ικανότητά τους να εργάζονται σε μια τρίτη γλώσσα μεταξύ εκείνων που αναφέρονται στο άρθρο 314 της συνθήκης ΕΚ. Κάθε όργανο εκδίδει γενικές διατάξεις για την εφαρμογή της παρούσας παραγράφου σύμφωνα με το άρθρο 110, οι οποίες προβλέπουν την πρόσβαση των υπαλλήλων στην κατάρτιση στην τρίτη γλώσσα και καθορίζουν τις διαδικασίες για την επαλήθευση της ικανότητάς τους να εργάζονται στην τρίτη γλώσσα.

«Άρθρο 45α

«(1)    Κατά παρέκκλιση του άρθρου 5 παράγραφος 3 στοιχεία β) και γ), υπάλληλος της ομάδας καθηκόντων AST και από τον 5ο βαθμό μπορεί να διοριστεί σε θέση της ομάδας καθηκόντων AD, υπό την προϋπόθεση ότι

α)    έχει επιλεγεί σύμφωνα με τη διαδικασία της παραγράφου 3 για να συμμετάσχει στο πρόγραμμα υποχρεωτικής κατάρτισης που αναφέρεται στο κατωτέρω στοιχείο β),

β)    έχει παρακολουθήσει πρόγραμμα κατάρτισης που καθορίστηκε από την αρμόδια για τους διορισμούς αρχή και περιλαμβάνει μια σειρά υποχρεωτικών ενοτήτων, και

γ)    περιλαμβάνεται σε πίνακα, καταρτισμένο από την αρμόδια για τους διορισμούς αρχή, κατάλληλων υποψηφίων οι οποίοι έχουν επιτύχει σε προφορική και γραπτή εξέταση που πιστοποιεί ότι παρακολούθησε επιτυχώς το πρόγραμμα κατάρτισης που αναφέρεται στο ανωτέρω στοιχείο β). Το περιεχόμενο των εξετάσεων αυτών καθορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 7 παράγραφος 2 στοιχείο γ) του παραρτήματος III.

(2)    Η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή συντάσσει σχέδιο καταλόγου των υπαλλήλων της ομάδας AST που επιλέγονται για να συμμετάσχουν στο ανωτέρω πρόγραμμα κατάρτισης, βάσει των οικείων περιοδικών εκθέσεων που αναφέρονται στο άρθρο 43 και του επιπέδου εκπαίδευσης και κατάρτισής τους, λαμβάνοντας παράλληλα υπόψη τις ανάγκες των υπηρεσιών. Το εν λόγω σχέδιο υποβάλλεται σε επιτροπή ίσης εκπροσώπησης προς γνωμοδότηση. 

Η εν λόγω επιτροπή μπορεί να ακούσει τους υπαλλήλους που έχουν υποβάλει αίτηση συμμετοχής στο ως άνω πρόγραμμα κατάρτισης, καθώς και εκπροσώπους της αρμόδιας για τους διορισμούς αρχής. Εκδίδει, κατά πλειοψηφία, αιτιολογημένη γνώμη για το σχέδιο καταλόγου που προτείνεται από την αρμόδια για τους διορισμούς αρχή. Η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή εγκρίνει τον κατάλογο των υπαλλήλων που έχουν δικαίωμα να συμμετάσχουν στο ως άνω πρόγραμμα κατάρτισης.

(3)    Ο διορισμός σε θέση της ομάδας καθηκόντων AD δεν έχει επίπτωση στο βαθμό και στο κλιμάκιο που κατέχει ο υπάλληλος τη στιγμή του διορισμού.

(4)    Ο αριθμός των διορισμών σε θέσεις της ομάδας καθηκόντων AD σύμφωνα με τις παραγράφους 1 έως 4 δεν μπορεί να υπερβαίνει το 20% του συνολικού αριθμού διορισμών που γίνονται κατ’ έτος σύμφωνα με το δεύτερο εδάφιο του άρθρου 30.

(5)    Τα όργανα θεσπίζουν τις γενικές διατάξεις για την εφαρμογή του παρόντος άρθρου σύμφωνα με το άρθρο 110.

Άρθρο 46

Ο υπάλληλος που διορίζεται σε ανώτερο βαθμό, σύμφωνα με το άρθρο 45 παράγραφος 1, κατατάσσεται στο πρώτο κλιμάκιο του βαθμού αυτού. Ωστόσο, όταν διορίζονται σε ανώτερο βαθμό σύμφωνα με το άρθρο 45, οι υπάλληλοι των βαθμών AD 9 έως AD 13 οι οποίοι ασκούν τα καθήκοντα προϊσταμένων διοικητικής μονάδας κατατάσσονται στο δεύτερο κλιμάκιο του νέου βαθμού τους. Η ίδια διάταξη εφαρμόζεται στον υπάλληλο ο οποίος:

- προαγόμενος διορίζεται διευθυντής ή γενικός διευθυντής ή

- κατέχει θέση διευθυντή ή γενικού διευθυντή και στον οποίο εφαρμόζεται η τελευταία πρόταση του άρθρου 44, δεύτερο εδάφιο.» 

46.Το άρθρο 48 τροποποιείται ως εξής:

α)Στο τρίτο εδάφιο, οι όροι «της κατηγορίας A και του γλωσσικού κλάδου» αντικαθίστανται από τους όρους «της ομάδας καθηκόντων AD».

β)Στο τρίτο εδάφιο, οι όροι «των άλλων κατηγοριών» αντικαθίστανται από τους όρους «της ομάδας καθηκόντων AST».

47.Στο άρθρο 49, πρώτο εδάφιο, απαλείφεται ο αριθμός «13». 

48.Το άρθρο 50 τροποποιείται ως εξής:

α)Στο πρώτο εδάφιο, οι όροι «Κάθε υπάλληλος που κατέχει θέση των βαθμών A 1 και A 2» αντικαθίστανται από τους όρους «Κάθε μέλος του ανώτερου στελεχικού δυναμικού κατά την έννοια του άρθρου 29 παράγραφος 2».

β)Στο τρίτο εδάφιο, οι όροι «της κατηγορίας ή του κλάδου του» απαλείφονται.

γ)    Η πέμπτη παράγραφος αντικαθίσταται από τις ακόλουθες παραγράφους:

"Ο ενδιαφερόμενος οφείλει να παράσχει, όταν αυτό του ζητηθεί, γραπτές αποδείξεις και να κοινοποιήσει στο όργανο όπου εργάζεται οποιονδήποτε παράγοντα που ενδέχεται να επηρεάσει το δικαίωμά του για αποζημίωση.

Η αποζημίωση δεν υπόκειται σε διορθωτικό συντελεστή.

Το άρθρο 45 παράγραφοι τρία έως πέντε του παραρτήματος VIII εφαρμόζεται κατ’ αναλογία."

49.Ο τίτλος του τμήματος 4, «Απόλυση λόγω επαγγελματικής ανεπάρκειας» αντικαθίσταται από «Διαδικασίες για επαγγελματική ανεπάρκεια». 

50.Το άρθρο 51 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 51

1. Κάθε όργανο καθορίζει τις διαδικασίες εκείνες που επιτρέπουν την ανίχνευση, διαχείριση και επίλυση των περιπτώσεων επαγγελματικής ανεπάρκειας κατά τρόπο προληπτικό και θετικό. Όταν εξαντληθούν οι διαδικασίες αυτές, ο υπάλληλος ο οποίος, με βάση διαδοχικές εκθέσεις για την εξέλιξη της σταδιοδρομίας του, επιδεικνύει επαγγελματική ανεπάρκεια κατά την άσκηση των καθηκόντων του, μπορεί να απολυθεί, να υποβιβαστεί ή να καταταγεί σε κατώτερη ομάδα καθηκόντων στον ίδιο βαθμό ή σε κατώτερο.

2. Κάθε πρόταση περί απολύσεως, υποβιβασμού κατά βαθμό ή ομάδα καθηκόντων ενός υπαλλήλου οφείλει να εκθέτει τους λόγους που την αιτιολογούν και να κοινοποιείται στον ενδιαφερόμενο. Η πρόταση της αρμόδιας για τους διορισμούς αρχής παραπέμπεται στη συμβουλευτική επιτροπή ίσης εκπροσώπησης που αναφέρεται στο άρθρο 9 παράγραφος 6.

3. Ο υπάλληλος έχει το δικαίωμα να του κοινοποιηθεί ο πλήρης ατομικός του φάκελος και να λάβει αντίγραφο όλων των εγγράφων της διαδικασίας. Διαθέτει, για την προετοιμασία της υπεράσπισής του, προθεσμία τουλάχιστον δεκαπέντε ημερών από την ημερομηνία παραλαβής της προτάσεως. Δύναται να ζητήσει τη συνδρομή προσώπου της επιλογής του. Ο υπάλληλος δύναται να υποβάλει γραπτές παρατηρήσεις. Τυγχάνει ακροάσεως από τη συμβουλευτική επιτροπή ίσης εκπροσώπησης. Ο υπάλληλος δύναται επίσης να καλέσει μάρτυρες.

4. Ενώπιον της συμβουλευτικής επιτροπής ίσης εκπροσώπησης, το όργανο εκπροσωπείται από ειδικά προς τούτο εντεταλμένο από την αρμόδια για τους διορισμούς αρχή υπάλληλο και απολαύει των ίδιων δικαιωμάτων όπως ο ενδιαφερόμενος.

5. Βασιζόμενη στην ανωτέρω πρόταση και λαμβάνοντας υπόψη, ενδεχομένως, τις γραπτές και προφορικές δηλώσεις του ενδιαφερομένου και των μαρτύρων, η συμβουλευτική επιτροπή ίσης εκπροσώπησης διατυπώνει με πλειοψηφία αιτιολογημένη γνώμη που αναφέρει το κατά την κρίση της ληπτέο ενδεχομένως μέτρο, ενόψει των γεγονότων που αποδείχθηκαν βάσει αιτήσεώς της. Διαβιβάζει τη γνώμη αυτή στην αρμόδια για τους διορισμούς αρχή και στον ενδιαφερόμενο εντός προθεσμίας δύο μηνών από την ημέρα που επελήφθη της υποθέσεως. Ο πρόεδρος συμμετέχει στις αποφάσεις της συμβουλευτικής επιτροπής ίσης εκπροσώπησης μόνον όταν πρόκειται για διαδικαστικά ζητήματα ή σε περίπτωση ισοψηφίας των μελών.

Η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή εκδίδει την απόφασή της εντός προθεσμίας δύο μηνών αφότου λάβει τη γνώμη της επιτροπής, και αφού προηγουμένως ακούσει τον ενδιαφερόμενο. Η απόφαση πρέπει να αιτιολογείται. Αναφέρει την ημερομηνία κατά την οποία παράγει αποτελέσματα.

6. Ο απολυθείς για λόγους επαγγελματικής ανεπάρκειας υπάλληλος δικαιούται κατά μήνα αποζημίωση απόλυσης ίση προς το μηνιαίο βασικό μισθό υπαλλήλου πρώτου κλιμακίου του βαθμού 1 και επί το καθοριζόμενο στην παράγραφο 7 διάστημα. Ο υπάλληλος δικαιούται επίσης να λαμβάνει, κατά το ίδιο διάστημα, τα προβλεπόμενα στο άρθρο 67 του ΚΥΚ οικογενειακά επιδόματα. Το επίδομα στέγης υπολογίζεται βάσει του μηνιαίου βασικού μισθού υπαλλήλου βαθμού 1 σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 1 του παραρτήματος VII.

Η αποζημίωση αυτή δεν καταβάλλεται στην περίπτωση που ο υπάλληλος παραιτείται μετά την κίνηση της διαδικασίας που αναφέρεται στις παραγράφους 1 έως 3, ή που ήδη δικαιούται άμεση καταβολή πλήρους συντάξεως. Εάν δικαιούται επίδομα ανεργίας στο πλαίσιο εθνικού συστήματος προστασίας κατά της ανεργίας, το ποσό του εν λόγω επιδόματος αφαιρείται από την ανωτέρω αποζημίωση.

7. Το διάστημα κατά το οποίο διενεργούνται οι προαναφερόμενες στην παράγραφο 6 πληρωμές υπολογίζεται ως εξής:

- αν, κατά την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης για απόλυση, ο ενδιαφερόμενος δεν έχει συμπληρώσει πέντε έτη υπηρεσίας, το διάστημα είναι τριών μηνών·

- αν ο ενδιαφερόμενος έχει συμπληρώσει πέντε ή περισσότερα έτη, αλλά όχι δέκα έτη υπηρεσίας, το διάστημα είναι έξι μηνών·

- αν ο ενδιαφερόμενος έχει συμπληρώσει δέκα ή περισσότερα έτη, αλλά όχι είκοσι έτη υπηρεσίας, είναι εννέα μηνών·

- αν ο ενδιαφερόμενος έχει συμπληρώσει πάνω από είκοσι έτη υπηρεσίας, το διάστημα είναι δώδεκα μηνών.

8. Στην περίπτωση υποβιβασμού ή κατάταξής του σε κατώτερη ομάδα καθηκόντων για λόγους επαγγελματικής ανεπάρκειας, ο υπάλληλος δύναται, μετά πάροδο έξι ετών, να ζητήσει την απάλειψη από τον ατομικό του φάκελο κάθε μνείας του μέτρου αυτού.

9. Ο ενδιαφερόμενος υπάλληλος δικαιούται επιστροφή των εύλογων εξόδων με τα οποία επιβαρύνθηκε κατά τη διάρκεια της διαδικασίας, και ιδίως της αμοιβής συνηγόρου υπερασπίσεώς του που δεν ανήκει στο όργανο, στην περίπτωση που η προβλεπόμενη στο παρόν άρθρο διαδικασία τερματίζεται χωρίς να ληφθεί απόφαση για απόλυση, υποβιβασμό ή κατάταξη του υπαλλήλου σε κατώτερη ομάδα καθηκόντων.» 

51.Στο άρθρο 52, το πρώτο εδάφιο τροποποιείται ως εξής:

α)    Στη δεύτερη περίπτωση, μετά τις λέξεις «υποβλήθηκε η αίτηση,» παρεμβάλλονται οι λέξεις «εάν είναι τουλάχιστον 63 ετών ή,» και οι λέξεις «μεταξύ 50 και 60 ετών» αντικαθίστανται από τις λέξεις «μεταξύ 55 και 63 ετών».

β)    Το δεύτερο εδάφιο προστίθεται ως τελευταία πρόταση στη δεύτερη περίπτωση του πρώτου εδαφίου. 

γ)    Προστίθεται το ακόλουθο νέο δεύτερο εδάφιο:

«Ωστόσο, ο υπάλληλος μπορεί, κατόπιν αιτήσεώς του και υπό τον όρο ότι η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή κρίνει την αίτηση σύμφωνη προς το συμφέρον της υπηρεσίας, να εξακολουθήσει να εργάζεται μέχρι την ηλικία των 67 ετών, οπότε συνταξιοδοτείται αυτοδικαίως την τελευταία ημέρα του μήνα, κατά τον οποίο συμπληρώνει την ηλικία αυτή.».

52.Στο άρθρο 54, οι όροι «είτε στη σταδιοδρομία στην οποία ευρίσκεται είτε στην αμέσως ανώτερη σταδιοδρομία» αντικαθίστανται από τους όρους

«είτε στον βαθμό στο οποίο ευρίσκεται είτε στον αμέσως ανώτερο βαθμό».

53.Το άρθρο 55α αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 55α

1. Ο υπάλληλος δύναται να ζητήσει την άδεια να εργάζεται με μειωμένο ωράριο.

Η σχετική έγκριση μπορεί να παρέχεται από την αρμόδια για τους διορισμούς αρχή, εφόσον το μέτρο αυτό συμβιβάζεται με το συμφέρον της υπηρεσίας.

2. Η έγκριση αυτή παρέχεται αυτοδικαίως στον υπάλληλο, στις εξής περιπτώσεις:

- για να παρέχει φροντίδα σε τέκνο ηλικίας κάτω των 9 ετών,

- για να παρέχει φροντίδα σε τέκνο ηλικίας 9 έως 12 ετών, εφόσον η μείωση του χρόνου εργασίας δεν υπερβαίνει το 20 % της κανονικής διάρκειας,

- για να παρέχει φροντίδα στο/στη σύζυγο, σε ανιόντα, κατιόντα, αδελφό, αδελφή με σοβαρή ασθένεια ή βαριά αναπηρία,

- για την παρακολούθηση συμπληρωματικής επιμόρφωσης ή

- από το 55ο έτος της ηλικίας.

Όταν η εργασία με μειωμένο ωράριο ζητείται για την παρακολούθηση συμπληρωματικής επιμόρφωσης ή από το 55ο έτος της ηλικίας, η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή δύναται να απορρίπτει το αίτημα ή να μεταθέτει την ημερομηνία έναρξης ισχύος της εγκρίσεως, μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις και για λόγους επιτακτικού συμφέροντος της υπηρεσίας.

Όταν ένα τέτοιο δικαίωμα για χορήγηση έγκρισης ασκείται για την παροχή φροντίδας στο/στη σύζυγο, σε ανιόντα, κατιόντα, αδελφό, αδελφή με σοβαρή ασθένεια ή για την παρακολούθηση συμπληρωματικής επιμόρφωσης, η σωρευτική διάρκεια των διαστημάτων εργασίας με μειωμένο ωράριο περιορίζεται σε πέντε έτη για όλη τη σταδιοδρομία του υπαλλήλου.

3. Η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή απαντά στο αίτημα του υπαλλήλου εντός προθεσμίας 60 ημερών.

4. Οι λεπτομέρειες της εργασίας με μειωμένο ωράριο και η διαδικασία χορήγησης της σχετικής αδείας καθορίζονται στο παράρτημα IVα.» 

54.Μετά το άρθρο 55α παρεμβάλλεται το ακόλουθο άρθρο 55β:

«Άρθρο 55β

Ο υπάλληλος δύναται να ζητήσει την άδεια να εργάζεται με μειωμένο ωράριο (ημιαπασχόληση) υπό τη μορφή της επιμερισμένης απασχόλησης σε θέση την οποία η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή έχει προσδιορίσει ως επιδεχόμενη αυτή τη ρύθμιση εργασίας. Η άδεια ημιαπασχόλησης υπό τη μορφή επιμερισμένης απασχόλησης δεν περιορίζεται χρονικά, αλλά η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή δύναται να την ανακαλέσει προς το συμφέρον της υπηρεσίας, με προειδοποίηση έξι μηνών. Ομοίως, η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή δύναται να ανακαλέσει την άδεια, κατόπιν αιτήσεως του ενδιαφερομένου υπαλλήλου, με προειδοποίηση έξι μηνών τουλάχιστον. Στην περίπτωση αυτή, είναι δυνατή η τοποθέτηση του υπαλλήλου σε άλλη θέση (μετάθεση).

Εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 59α και του άρθρου 3 του παραρτήματος IVα, πλην της τρίτης προτάσεως του δευτέρου εδαφίου.

Η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή δύναται να θεσπίζει λεπτομέρειες εφαρμογής των διατάξεων αυτών.» 

55.Το άρθρο 56 τροποποιείται ως εξής:

α)Στο δεύτερο εδάφιο, οι όροι «των κατηγοριών A και B και του γλωσσικού κλάδου» αντικαθίστανται από τους όρους «της ομάδας καθηκόντων AD, καθώς και της ομάδας καθηκόντων AST βαθμού 5 έως 11».

β)Στο τρίτο εδάφιο, οι όροι «των κατηγοριών C και D» αντικαθίστανται από τους όρους «βαθμού AST 1 έως AST 4». 

56.Μετά το άρθρο 56β, παρεμβάλλεται το ακόλουθο άρθρο 56γ:

«Άρθρο 56γ

Προβλέπεται δυνατότητα χορήγησης αποζημιώσεων σε ορισμένους υπαλλήλους, ώστε να λαμβάνονται υπόψη οι επίπονες συνθήκες εργασίας τους.

Το Συμβούλιο, αποφασίζοντας επί προτάσεως της Επιτροπής υποβαλλόμενης μετά από διαβούλευση με την επιτροπή του ΚΥΚ, καθορίζει τις κατηγορίες των δικαιούχων, τις προϋποθέσεις χορήγησης και το ύψος των αποζημιώσεων αυτών.» 

57.Το άρθρο 58 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 58

Πέραν της προβλεπόμενης στο άρθρο 57 αδείας, οι γυναίκες σε κατάσταση εγκυμοσύνης δικαιούνται, αφού προσκομίσουν ιατρικό πιστοποιητικό, επιπλέον άδεια είκοσι εβδομάδων. Η άδεια αυτή αρχίζει το ενωρίτερο έξι εβδομάδες πριν την πιθανή ημερομηνία τοκετού που αναφέρεται στο πιστοποιητικό και λήγει το ενωρίτερο δεκατέσσερις εβδομάδες μετά την ημερομηνία του τοκετού. Σε περίπτωση πολλαπλού ή πρόωρου τοκετού ή σε περίπτωση γέννησης παιδιού με αναπηρία, η άδεια διαρκεί εικοσιτέσσερις εβδομάδες. Για τους σκοπούς της παρούσας διάταξης, πρόωρος τοκετός είναι ο τοκετός που λαμβάνει χώρα πριν το τέλος της 34ης εβδομάδας κύησης.» 

58.Το άρθρο 59 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«1. Ο υπάλληλος που αποδεικνύει ότι κωλύεται να ασκήσει τα καθήκοντά του λόγω ασθενείας ή ατυχήματος απολαύει αυτοδικαίως αναρρωτικής αδείας.

Ο ενδιαφερόμενος οφείλει, το συντομότερο, να ειδοποιήσει το όργανο στο οποίο ανήκει για την αδυναμία παροχής υπηρεσιών, προσδιορίζοντας τον τόπο όπου ευρίσκεται. Υποχρεούται να προσκομίσει, από την τέταρτη ημέρα της απουσίας του, ιατρικό πιστοποιητικό. Το πιστοποιητικό αυτό πρέπει να αποσταλεί το αργότερο την πέμπτη ημέρα της απουσίας, γεγονός αποδεικνυόμενο από την σφραγίδα του ταχυδρομείου. Αλλιώς, η απουσία θεωρείται αδικαιολόγητη, εκτός εάν το πιστοποιητικό δεν εστάλη για λόγους πέραν της βουλήσεως του υπαλλήλου. Ο ευρισκόμενος σε άδεια λόγω ασθενείας υπάλληλος είναι δυνατόν, ανά πάσα στιγμή, να υποβληθεί σε παραγγελλόμενο από το όργανο ιατρικό έλεγχο. Αν από υπαιτιότητα του ενδιαφερομένου ο έλεγχος αυτός δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί, η απουσία του θεωρείται αδικαιολόγητη από την ημέρα κατά την οποία είχε προβλεφθεί η διενέργεια του ελέγχου. Αν το πόρισμα του ελέγχου είναι ότι ο υπάλληλος είναι ικανός να εκτελέσει τα καθήκοντά του, η απουσία του, με την επιφύλαξη του επομένου εδαφίου, θεωρείται αδικαιολόγητη από την ημέρα διενέργειας του ελέγχου.

Εάν ο υπάλληλος θεωρεί ότι τα πορίσματα του ιατρικού ελέγχου που διοργανώθηκε από την αρμόδια για τους διορισμούς αρχή είναι ιατρικώς αδικαιολόγητα, μπορεί είτε ο ίδιος είτε ένας ιατρός που ενεργεί εξ ονόματός του, να υποβάλει, εντός δύο εργάσιμων ημερών, στο όργανο αίτηση διαιτησίας από ανεξάρτητο ιατρό. Το όργανο διαβιβάζει αμέσως το αίτημα αυτό σε άλλον ιατρό, προσδιοριζόμενο κατόπιν κοινής συμφωνίας από τον ιατρό του υπαλλήλου και από τον ιατρό-σύμβουλο του οργάνου. Εάν εντός πέντε ημερών δεν υπάρξει τέτοια συμφωνία, το όργανο επιλέγει ένα από τα εγγεγραμμένα στον κατάλογο των ανεξάρτητων ιατρών πρόσωπα, κατάλογο ειδικά συντασσόμενο κάθε έτος με κοινή συμφωνία της αρμόδιας για τους διορισμούς αρχής και της επιτροπής προσωπικού. Ο υπάλληλος μπορεί να αμφισβητήσει, εντός προθεσμίας δύο εργάσιμων ημερών, την επιλογή του οργάνου, οπότε το τελευταίο επιλέγει άλλο πρόσωπο από τον κατάλογο· η νέα αυτή επιλογή είναι οριστική. Η γνωμάτευση του ανεξάρτητου ιατρού, που διατυπώνεται μετά από διαβούλευση με τον ιατρό του υπαλλήλου και τον ιατρό-σύμβουλο του οργάνου, είναι δεσμευτική. Στην περίπτωση που η γνωμάτευση του ανεξάρτητου ιατρού επιβεβαιώνει το πόρισμα του ελέγχου που παρήγγειλε το όργανο, η απουσία θεωρείται αδικαιολόγητη από την ημέρα του εν λόγω ελέγχου. Στην περίπτωση που η γνωμάτευση του ανεξάρτητου ιατρού δεν επιβεβαιώνει το πόρισμα του ελέγχου, η απουσία θεωρείται από κάθε άποψη δικαιολογημένη.

2. Όταν οι απουσίες αυτές για λόγους ασθενείας δεν υπερβαίνουν τις τρεις ημέρες, υπερβαίνουν όμως σε περίοδο δώδεκα μηνών συνολικά τις δώδεκα ημέρες, ο υπάλληλος υποχρεούται να προσκομίζει ιατρικό πιστοποιητικό για κάθε νέα απουσία λόγω ασθενείας. Από την 13η ημέρα απουσίας του λόγω ασθενείας χωρίς ιατρικό πιστοποιητικό, η απουσία του θεωρείται αδικαιολόγητη.

3. Με την επιφύλαξη της εφαρμογής, ενδεχομένως, των κανόνων σχετικά με τις πειθαρχικές διαδικασίες, κάθε απουσία που κρίνεται αδικαιολόγητη σύμφωνα με τις παραγράφους 1 και 2 αφαιρείται από την ετήσια άδεια του υπαλλήλου. Στην περίπτωση που ο υπάλληλος έχει εξαντλήσει την άδειά του, στερείται των αποδοχών του για το αντίστοιχο διάστημα.

4. Η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή δύναται να προσφύγει στην επιτροπή αναπηρίας για την περίπτωση υπαλλήλου του οποίου το σύνολο αναρρωτικών αδειών υπερβαίνει τους δώδεκα μήνες κατά τη διάρκεια περιόδου τριών ετών.

5. Ο υπάλληλος δύναται να τεθεί αυτεπαγγέλτως σε άδεια από την υπηρεσία, μετά από εξέταση που διενεργείται από τον ιατρό - σύμβουλο του οργάνου, αν το απαιτεί η κατάσταση της υγείας του ή αν στην κατοικία του έχει εκδηλωθεί μεταδοτική νόσος.

Σε περίπτωση αμφισβητήσεως, εφαρμόζεται η διαδικασία η προβλεπόμενη στο τρίτο εδάφιο της παραγράφου 1.

6. Ο υπάλληλος υποχρεούται να υποβάλλεται κάθε έτος σε προληπτική ιατρική εξέταση είτε από τον ιατρικό σύμβουλο του οργάνου είτε από ιατρό της εκλογής του.

Στην τελευταία αυτή περίπτωση, τα ιατρικά έξοδα βαρύνουν το όργανο μέχρις ενός ανωτάτου ποσού που ορίζεται από την αρμόδια για τους διορισμούς αρχή για διάστημα το πολύ τριετίας, κατόπιν γνώμης της επιτροπής του ΚΥΚ.» 

59.Το άρθρο 59α αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 59α

Η ετήσια άδεια του υπαλλήλου στον οποίο έχει επιτραπεί να εργάζεται με μειωμένο ωράριο ελαττώνεται κατ’ αναλογία, όσο διαρκεί η δραστηριότητα αυτή».

59αΣτο άρθρο 66, ο πίνακας αντικαθίσταται από τον ακόλουθο πίνακα 7 :

Βαθμός

Κλιμάκιο

1

2

3

4

5

16

13 917,93

14 502,78

15 112,21

15

12 301,13

12 818,04

13 356,67

13 728,27

13 917,93

14

10 872,14

11 329,00

11 805,06

12 133,50

12 301,13

13

9 609,16

10 012,95

10 433,70

10 723,99

10 872,14

12

8 492,89

8 849,77

9 221,65

9 478,21

9 609,16

11

7 506,29

7 821,72

8 150,40

8 377,16

8 492,89

10

6 634,31

6 913,09

7 203,59

7 404,01

7 506,29

9

5 863,62

6 110,02

6 366,77

6 543,90

6 634,31

8

5 182,46

5 400,24

5 627,16

5 783,72

5 863,62

7

4 580,43

4 772,91

4 973,47

5 111,84

5 182,46

6

4 048,34

4 218,45

4 395,72

4 518,01

4 580,43

5

3 578,05

3 728,41

3 885,08

3 993,17

4 048,34

4

3 162,40

3 295,29

3 433,76

3 529,29

3 578,05

3

2 795,03

2 912,48

3 034,87

3 119,31

3 162,40

2

2 470,34

2 574,15

2 682,32

2 756,95

2 795,03

1

2 183,37

2 275,12

2 370,72

2 436,68

2 470,34

60.Το άρθρο 66α αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

1. Κατά παρέκκλιση του άρθρου 3 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΟΚ, Ευρατόμ, ΕΚΑΧ) αριθ. 260/68, εφαρμόζεται από την [1η Μαΐου 2004] έως τις [31 Δεκεμβρίου 2012] ένα προσωρινό μέτρο, στο εξής καλούμενο «ειδική εισφορά», το οποίο αφορά τις αποδοχές που καταβάλλουν οι Κοινότητες στους εν ενεργεία υπαλλήλους.

2. α) Το ποσοστό της ειδικής εισφοράς, το οποίο εφαρμόζεται στη βάση που ορίζεται στην παράγραφο 3, έχει ως εξής:

Από 1.5.2004 έως 31.12.2004    2,50%

Από 1.1.2005 έως 31.12.2005    2,93%

Από 1.1.2006 έως 31.12.2006    3,36%

Από 1.1.2007 έως 31.12.2007    3,79%

Από 1.1.2008 έως 31.12.2008    4,21%

Από 1.1.2009 έως 31.12.2009    4,64%

Από 1.1.2010 έως 31.12.2010    5,07%

Από 1.1.2011 έως 31.12. 2012    5,50%

β) Το Συμβούλιο, αποφασίζοντας σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 283 της συνθήκης ΕΚ μετά από διαβούλευση με τα λοιπά ενδιαφερόμενα όργανα, μπορεί, ενδεχομένως, στο πλαίσιο της αναθεώρησης που προβλέπεται στο άρθρο 15 παράγραφος 2 του παραρτήματος ΧΙ του ΚΥΚ, να αναπροσαρμόσει το ποσοστό της ειδικής εισφοράς που αναφέρεται στο στοιχείο α), βάσει έκθεσης και πρότασης της Επιτροπής.

3. α) Βάση για τον υπολογισμό της ειδικής εισφοράς είναι ο βασικός μισθός που χρησιμοποιείται για τον υπολογισμό των αποδοχών, από τον οποίο αφαιρούνται:

– οι εισφορές κοινωνικής ασφάλισης και σύνταξης καθώς και ο φόρος, πριν από την αφαίρεση της ειδικής εισφοράς, που καταβάλλει υπάλληλος με τον ίδιο βαθμό και κλιμάκιο χωρίς συντηρούμενα πρόσωπα κατά την έννοια του άρθρου 2 του παραρτήματος VII του ΚΥΚ

και

– ένα ποσό ίσο με τον βασικό μισθό υπαλλήλου στο βαθμό 1, κλιμάκιο 1.

β) Τα στοιχεία που χρησιμοποιούνται για τον καθορισμό της βάσης της ειδικής εισφοράς εκφράζονται σε ευρώ και πολλαπλασιάζονται με διορθωτικό συντελεστή 100.

4. Η ειδική εισφορά παρακρατείται κάθε μήνα στην πηγή· το προϊόν της εγγράφεται στα έσοδα του γενικού προϋπολογισμού των Κοινοτήτων.

61.Στο άρθρο 68α, ο όρος «με μειωμένο ωράριο» παραμένει ως έχει.

62.Το άρθρο 70 τροποποιείται ως εξής:

α)Στο δεύτερο εδάφιο, μετά τους όρους «δικαιούχου συντάξεως»

παρεμβάλλονται οι όροι

«ή επιδόματος αναπηρίας».

β)Στο δεύτερο εδάφιο, μετά τους όρους «όσον αφορά τη σύνταξη» παρεμβάλλονται οι όροι «ή το επίδομα».

63.Το άρθρο 70α απαλείφεται.

64.Το άρθρο 72 τροποποιείται ως εξής:

α)Στην παράγραφο 1, μετά το πρώτο εδάφιο παρεμβάλλονται τα ακόλουθα εδάφια:

«Ο/η σύντροφος μη έγγαμης σχέσης ενός υπαλλήλου αντιμετωπίζεται ως σύζυγος στο πλαίσιο του καθεστώτος ασφάλισης ασθενείας, όταν πληρούνται οι πρώτες τρεις προϋποθέσεις του άρθρου 1 παράγραφος 2 στοιχείο γ) του παραρτήματος VII.

Τα όργανα μπορούν, βάσει της ρυθμίσεως που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο, να αναθέτουν σε ένα από αυτά την αρμοδιότητα καθορισμού των κανόνων που διέπουν την επιστροφή των εξόδων σύμφωνα με την προβλεπόμενη από το άρθρο 110 διαδικασία.» 

β)Στην παράγραφο 1α, πρώτη πρόταση, οι όροι

«δεν δύναται να καλυφθεί από άλλο δημόσιο ασφαλιστικό σύστημα υγειονομικής περιθάλψεως» αντικαθίστανται από τους όρους «δεν ασκεί επικερδή επαγγελματική δραστηριότητα». 

γ)Στην παράγραφο 1β οι όροι

«δεν δικαιούνται επιστροφές από άλλο δημόσιο οργανισμό ασφάλισης ασθένειας»

αντικαθίστανται από τους όρους:

«δεν ασκούν επικερδή επαγγελματική δραστηριότητα». 

δ)η παράγραφος 2 τροποποιείται ως εξής:

- οι όροι «σύνταξη αναπηρίας» αντικαθίστανται από τους όρους «επίδομα αναπηρίας». 
- ο αριθμός «60» αντικαθίσταται από τον αριθμό «63».

ε)Η παράγραφος 2α αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«2α. Απολαύουν επίσης των προβλεπομένων στην παράγραφο 1 διατάξεων, με την προϋπόθεση ότι δεν ασκούν επικερδή επαγγελματική δραστηριότητα:

- ο πρώην υπάλληλος, δικαιούχος συντάξεως αρχαιότητας, ο οποίος έχει αποχωρήσει από την υπηρεσία των Κοινοτήτων πριν από την ηλικία των 63 ετών,

- ο δικαιούχος συντάξεως επιζώντων, η οποία προκύπτει από το θάνατο πρώην υπαλλήλου που έχει αποχωρήσει από την υπηρεσία των Κοινοτήτων πριν από την ηλικία των 63 ετών.

Η συνεισφορά που προβλέπεται στην παράγραφο 1 υπολογίζεται επί της συντάξεως του πρώην υπαλλήλου προ της εφαρμογής, κατά περίπτωση, του συντελεστή μειώσεως που προβλέπεται από το άρθρο 9 του παραρτήματος VIII του ΚΥΚ.

Εντούτοις, ο δικαιούχος συντάξεως ορφανού απολαύει των διατάξεων της παραγράφου 1 μόνον κατόπιν αιτήσεώς του. Η συνεισφορά υπολογίζεται βάσει της συντάξεως ορφανού.» 

στ)Μετά την παράγραφο 2α παρεμβάλλονται οι ακόλουθες παράγραφοι:

«2β. Εφόσον πρόκειται για δικαιούχο συντάξεως αρχαιότητας ή συντάξεως επιζώντων, η προβλεπόμενη στις παραγράφους 2 και 2α συνεισφορά δεν δύναται να είναι κατώτερη αυτής που υπολογίζεται βάσει του βασικού μισθού του πρώτου κλιμακίου του βαθμού 1.

2γ. Ο υπάλληλος που απολύθηκε σύμφωνα με το άρθρο 51 και δεν είναι δικαιούχος συντάξεως αρχαιότητας, απολαύει επίσης των προβλεπομένων στην παράγραφο 1 διατάξεων, υπό τον όρο ότι δεν ασκεί επικερδή επαγγελματική δραστηριότητα και υπό τον όρο ότι η συνεισφορά που υπολογίζεται επί του τελευταίου βασικού μισθού του τον βαρύνει κατά το ήμισυ.» 

64a.    Στο άρθρο 76 παρεμβάλλεται η φράση «αναπηρίας ή» ύστερα από τη φράση «λόγω".

64β.    Ύστερα από το άρθρο 76 προστίθεται το ακόλουθο νέο άρθρο:

«    Ο επιζών σύζυγος ο οποίος πάσχει από βαριά ή παρατεταμένη ασθένεια ή αναπηρία μπορεί να λάβει οικονομική ενίσχυση προς αύξηση της σύνταξης από το όργανο, για όσο χρόνο διαρκεί η ασθένεια ή η αναπηρία, βάσει εξέτασης της κοινωνικής και ιατρικής κατάστασης του ενδιαφερομένου. Οι κανόνες εκτέλεσης του παρόντος άρθρου καθορίζονται με κοινή συμφωνία μεταξύ των οργάνων, ύστερα από τη διατύπωση γνώμης από την επιτροπή του ΚΥΚ.». 

65.Στον τίτλο V, ο τίτλος του κεφαλαίου 3 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: «Συντάξεις και επίδομα αναπηρίας». 

65α.    Το άρθρο 77 τροποποιείται ως εξής:

α)    Στο πρώτο εδάφιο, ο αριθμός «60» αντικαθίσταται από τον αριθμό «63».

β)    Στο δεύτερο εδάφιο, η δεύτερη και τρίτη πρόταση αντικαθίστανται από την ακόλουθη πρόταση: «Στον υπάλληλο χορηγείται ποσοστό 1,90% του τελευταίου βασικού μισθού για κάθε έτος υπηρεσίας που υπολογίζεται σύμφωνα µε τις διατάξεις του άρθρου 3 του παραρτήματος VIII.» 

γ)    Στο πέμπτο εδάφιο, ο αριθμός «60» αντικαθίσταται από τον αριθμό «63».

66.Το άρθρο 78 τροποποιείται ως εξής:

α)Στο πρώτο εδάφιο, ο όρος «συντάξεως» αντικαθίσταται από τον όρο «επιδόματος» και ο όρος «σταδιοδρομίας» αντικαθίσταται από τον όρο «ομάδας καθηκόντων». 

β)Τα εδάφια δεύτερο έως πέμπτο αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«Το άρθρο 52 εφαρμόζεται κατ’ αναλογία στους δικαιούχους επιδόματος αναπηρίας. Εάν ο δικαιούχος επιδόματος αναπηρίας ζητήσει να συνταξιοδοτηθεί πριν το 65 έτος της ηλικίας του χωρίς να έχει φθάσει στο ανώτατο ποσοστό συντάξεως, εφαρμόζονται οι γενικοί κανόνες της συντάξεως λόγω αρχαιότητας. Η χορηγούμενη σύνταξη αρχαιότητας καθορίζεται με βάση το μισθό που αντιστοιχεί στο βαθμό και το κλιμάκιο που κατείχε ο υπάλληλος τη στιγμή της θέσεώς του σε αναπηρία.

Το επίδομα αναπηρίας ισούται με το 70% του τελευταίου βασικού μισθού του υπαλλήλου. Πάντως, το επίδομα αυτό δεν δύναται να είναι κατώτερο του ελαχίστου ορίου διαβίωσης.

Ο δικαιούχος επιδόματος αναπηρίας καταβάλλει εισφορά υπέρ των συνταξιοδοτικού καθεστώτος, η οποία υπολογίζεται βάσει του εν λόγω επιδόματος.

Εφόσον η αναπηρία προέρχεται από ατύχημα που έχει επέλθει κατά την άσκηση ή επ’ ευκαιρία της ασκήσεως των καθηκόντων, από επαγγελματική ασθένεια ή από πράξη αυτοθυσίας που έχει συντελεσθεί προς δημόσιο όφελος ή από το γεγονός ότι ο υπάλληλος εξέθεσε τη ζωή του σε κίνδυνο προκειμένου να διασώσει ανθρώπινη ζωή, το επίδομα αναπηρίας δεν μπορεί να είναι κατώτερο από το 120% του ελάχιστου ορίου διαβίωσης. Επιπλέον, στην περίπτωση αυτή, η εισφορά στο σύστημα συνταξιοδοτήσεως βαρύνει εξ ολοκλήρου τον προϋπολογισμό του οργάνου ή του οργανισμού που αναφέρονται στο άρθρο 1β».

67.Το άρθρο 79 τροποποιείται ως εξής:

α)Στο πρώτο και το δεύτερο εδάφιο, οι όροι «η χήρα» αντικαθίστανται από τους όρους «ο επιζών σύζυγος» και ο όρος «ο σύζυγός της» αντικαθίσταται από τον όρο «ο θανών». 

β)Στο πρώτο εδάφιο, οι όροι «της συντάξεως αρχαιότητας ή αναπηρίας» αντικαθίστανται από τους όρους «της συντάξεως αρχαιότητας ή του επιδόματος αναπηρίας».

68.Το άρθρο 79α καταργείται.

69.Το άρθρο 80 τροποποιείται ως εξής:

α)Στο πρώτο εδάφιο, οι όροι «συντάξεως λόγω αρχαιότητας ή αναπηρίας» αντικαθίστανται από τους όρους «συντάξεως αρχαιότητας ή επιδόματος αναπηρίας» και οι όροι «όταν επήλθε ο θάνατος» παρεμβάλλονται μεταξύ «τα αναγνωριζόμενα» και «ως συντηρούμενα τέκνα». 

β)Στο τρίτο εδάφιο, οι όροι «συντάξεως αρχαιότητας ή αναπηρίας» αντικαθίστανται από τους όρους «συντάξεως αρχαιότητας ή επιδόματος αναπηρίας».

γ)Το τέταρτο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Όσον αφορά τα εξομοιούμενα με συντηρούμενα τέκνα πρόσωπα, κατά την έννοια του άρθρου 2 παράγραφος 4 του παραρτήματος VII, η σύνταξη ορφανού δεν δύναται να υπερβαίνει το διπλάσιο του ποσού του επιδόματος συντηρούμενου τέκνου.» 

δ)Μετά το τέταρτο εδάφιο παρεμβάλλεται μια νέα παράγραφος 5:

«Σε περίπτωση υιοθεσίας, ο θάνατος του φυσικού γονέα, στον οποίο έχει υποκατασταθεί ο εξ υιοθεσίας γονέας, δεν μπορεί να οδηγήσει στη χορήγηση συντάξεως ορφανού.» 

ε)Το εδάφιο 5 γίνεται παράγραφος 6. σbecomes paragraph 6. In this paragraph «60» is replaced by «63"

(στ)Προστίθεται η ακόλουθη παράγραφος 7:

«Στο πρόσωπο δικαιούχου συντάξεως ορφανού δεν μπορεί να σωρεύονται περισσότερες κοινοτικές συντάξεις ορφανού. Σε τέτοια ενδεχόμενη περίπτωση, του προσφέρεται η υψηλότερη σύνταξη.»

70.Στο άρθρο 81, το πρώτο εδάφιο τροποποιείται ως εξής:

α)οι όροι «που απεκτήθη στην ηλικία των 60 ετών ή μετά από αυτή την ηλικία» απαλείφονται.

β)οι όροι «συντάξεως αναπηρίας» αντικαθίστανται από τους όρους «επιδόματος αναπηρίας». 

γ)οι όροι «ή του επιδόματος» παρεμβάλλονται μεταξύ των λέξεων «βάσει της συντάξεως» και «του δικαιούχου».

Προστίθεται η ακόλουθη πρόταση: «Ο δικαιούχος συντάξεως επιζώντων δικαιούται την καταβολή των επιδομάτων αυτών εκ της αιτίας και μόνον των συντηρούμενων τέκνων του υπαλλήλου ή του πρώην υπαλλήλου κατά το θάνατό του.»

70α.    Το άρθρο 81α τροποποιείται ως εξής:

α)    Η παράγραφος 1 τροποποιείται ως εξής:

(i)    στο στοιχείο γ), οι όροι «σύνταξης αναπηρίας» αντικαθίστανται από τους όρους «επιδόματος αναπηρίας».

(ii)    στο στοιχείο δ), ο αριθμός «60» αντικαθίσταται από τον αριθμό «63»

β)    Στο δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 3 η φράση «, τρίτο και τέταρτο» αντικαθίσταται από τη φράση «και τρίτο".

71.Το άρθρο 82 τροποποιείται ως εξής:

α)η παράγραφος 1 τροποποιείται ως εξής:

i.Το δεύτερο και το τρίτο εδάφιο αντικαθίστανται από το ακόλουθο εδάφιο:

«Στις συντάξεις δεν εφαρμόζεται κανένας διορθωτικός συντελεστής.»

ii.Στο τέταρτο εδάφιο, οι όροι «υπό τους όρους που προβλέπονται στο άρθρο 63, δεύτερο εδάφιο» απαλείφονται. 

β)η παράγραφος 2 τροποποιείται ως εξής:

i.Ο όρος «Αν» αντικαθίσταται από τον όρο «Όταν».

ii.Οι όροι «αποφασίσει αύξηση των αποδοχών» αντικαθίστανται από τους όρους «αποφασίζει αναπροσαρμογή των αποδοχών».

iii.Οι όροι «η ίδια αυτή αρχή, αποφαινόμενη σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 65, παράγραφος 3, λαμβάνει συγχρόνως απόφαση για την κατάλληλη αύξηση των συντάξεων που έχουν χορηγηθεί.» αντικαθίστανται από τους όρους «η ίδια αναπροσαρμογή εφαρμόζεται στις συντάξεις.» 

γ)Προστίθεται η ακόλουθη παράγραφος 3:

«3. Οι διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 εφαρμόζονται κατ’ αναλογία στους δικαιούχους επιδόματος αναπηρίας.».

72.Το άρθρο 83 τροποποιείται ως εξής:

α)    Στην παράγραφο 2, ο αριθμός «8,25%» αντικαθίσταται από τον αριθμό «9,25 %»

β)    Η παράγραφος 4 απαλείφεται.

73.Παρεμβάλλεται το ακόλουθο άρθρο 83α:

«Άρθρο 83α

«1. Η ισορροπία του συστήματος συνταξιοδοτήσεως εξασφαλίζεται σύμφωνα με τις προβλεπόμενες στο παράρτημα XII λεπτομέρειες.

2. Οι αποκεντρωμένοι κοινοτικοί οργανισμοί οι οποίοι δεν χρηματοδοτούνται από τον προϋπολογισμό των Κοινοτήτων καταβάλλουν στον εν λόγω προϋπολογισμό το πλήρες ποσό των εισφορών που είναι αναγκαίες για τη χρηματοδότηση του συνταξιοδοτικού συστήματος.

3. Επ’ ευκαιρία της ανά πενταετία διενεργούμενης αναλογιστικής αποτίμησης του συστήματος, σύμφωνα με το παράρτημα XII, και με σκοπό να εξασφαλίζεται η ισορροπία του, το Συμβούλιο αποφασίζει σχετικά με το ποσοστό της εισφοράς και την ενδεχόμενη τροποποίηση της ηλικίας συνταξιοδότησης.

4. Η Επιτροπή υποβάλλει κάθε έτος στο Συμβούλιο ενημερωμένη μορφή της αναλογιστικής αποτίμησης, σύμφωνα με το άρθρο 1 παράγραφος 2 του παραρτήματος XII. Εφόσον αποδεικνύεται η ύπαρξη απόκλισης τουλάχιστον 0,25 τοις εκατό μεταξύ του ποσοστού της τρέχουσας εισφοράς και αυτής που είναι αναγκαία για τη διατήρηση της αναλογιστικής ισορροπίας, το Συμβούλιο εξετάζει κατά πόσον είναι σκόπιμη η αναπροσαρμογή του ποσοστού, σύμφωνα με τις καθοριζόμενες στο παράρτημα XII λεπτομέρειες.

5. Για την εφαρμογή των παραγράφων 3 και 4 του παρόντος άρθρου, το Συμβούλιο αποφασίζει προτάσει της Επιτροπής, με την ειδική πλειοψηφία που προβλέπεται στο άρθρο 205 παράγραφος 2, πρώτη περίπτωση, της Συνθήκης για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας. Για την εφαρμογή της παραγράφου 3, η πρόταση της Επιτροπής υποβάλλεται κατόπιν γνώμης της Επιτροπής του ΚΥΚ.» 

74.Στο άρθρο 85 προστίθεται το ακόλουθο εδάφιο:

«Η αίτηση ανακτήσεως του ποσού πρέπει να υποβληθεί το αργότερο πέντε έτη από την ημερομηνία που κατεβλήθη το ποσό. Η προθεσμία αυτή δεν μπορεί να αντιταχθεί στην αρμόδια για τους διορισμούς αρχή, όταν η τελευταία είναι σε θέση να αποδείξει ότι ο ενδιαφερόμενος παραπλάνησε εσκεμμένα τη διοίκηση με σκοπό να επιτύχει την καταβολή του σχετικού ποσού.»

75.Στο άρθρο 85α παράγραφος 2, έκτη περίπτωση, οι όροι «συντάξεων αναπηρίας» αντικαθίστανται από τους όρους «επιδομάτων αναπηρίας». 

76.Στο άρθρο 86, οι παράγραφοι 2 και 3 αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«2. Όταν στην αρμόδια για τους διορισμούς αρχή ή την Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Καταπολέμησης της Απάτης (OLAF) γνωστοποιούνται αποδεικτικά στοιχεία βάσει των οποίων δυνατόν να τεκμαίρεται παράλειψη υποχρεώσεων κατά την έννοια της παραγράφου 1, αυτές μπορούν να κινήσουν διαδικασία διοικητικής έρευνας με σκοπό να εξακριβωθεί η ύπαρξη της παράλειψης αυτής.»

3. Οι πειθαρχικοί κανόνες, διαδικασίες και μέτρα, καθώς και οι κανόνες και διαδικασίες που αφορούν τις διοικητικές έρευνες, καθορίζονται στο παράρτημα IX του ΚΥΚ.»    

77.Τα άρθρα 87, 88 και 89 απαλείφονται. 

78.Στο άρθρο 90, η παράγραφος 3 απαλείφεται.

79.Παρεμβάλλονται τα ακόλουθα άρθρα 90α, 90β και 90γ:

«Άρθρο 90α

Κάθε πρόσωπο που υπόκειται στον παρόντα κανονισμό δύναται να υποβάλει στο διευθυντή της OLAF αίτηση κατά την έννοια της παραγράφου 1 του άρθρου 90, με την οποία να τον καλεί να λάβει απόφαση περί αυτού σχετική με έρευνα της Υπηρεσίας αυτής. Δύναται επίσης να υποβάλει στο διευθυντή της OLAF αίτημα, κατά την έννοια της παραγράφου 2 του άρθρου 90, κατά πράξεως της OLAF σχετικής με έρευνα της Υπηρεσίας αυτής, η οποία θίγει τα συμφέροντά του.

Άρθρο 90β

Κάθε πρόσωπο που υπόκειται στον παρόντα κανονισμό δύναται να υποβάλει στον Ευρωπαίο Επόπτη Προστασίας Δεδομένων αίτηση ή αίτημα κατά την έννοια των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 90, στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων του τελευταίου.

Άρθρο 90γ

Οι αιτήσεις και τα αιτήματα που αφορούν τους τομείς για τους οποίους έχει εφαρμοστεί το άρθρο 2 παράγραφος 2, υποβάλλονται στην κατ’ ανάθεση αρμόδια για τους διορισμούς αρχή.» 

80.Στο άρθρο 91α,

η πρώτη πρόταση απαλείφεται.

Η δεύτερη πρόταση συντάσσεται ως εξής:

«Οι προσφυγές στους τομείς για τους οποίους έχει εφαρμοστεί το άρθρο 2 παράγραφος 2, στρέφονται κατά του οργάνου από το οποίο εξαρτάται η κατ’ ανάθεση αρμόδια για τους διορισμούς αρχή.» 

81.Τα άρθρα 92, 93 και 94 αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 92

Ο παρών τίτλος διαλαμβάνει τις ειδικές διατάξεις που εφαρμόζονται στους υπαλλήλους των Κοινοτήτων που κατέχουν θέσεις αμειβόμενες από τις πιστώσεις του προϋπολογισμού έρευνας και επενδύσεων, η κατάταξη των οποίων έχει γίνει σύμφωνα με το παράρτημα I, μέρος A.

Άρθρο 93

Προβλέπεται δυνατότητα χορήγησης αποζημιώσεων σε ορισμένους υπαλλήλους που αναφέρονται στο άρθρο 92, ώστε να λαμβάνονται υπόψη οι επίπονες συνθήκες εργασίας τους.

Το Συμβούλιο προτάσει της Επιτροπής, καθορίζει τους δικαιούχους, τις προϋποθέσεις χορήγησης και το ύψος των αποζημιώσεων αυτών.

Άρθρο 94

Κατά παρέκκλιση από τις διατάξεις του δευτέρου εδαφίου των άρθρων 56α και 56β, και μόνον σε εξαιρετικές περιστάσεις που δικαιολογούν οι απαιτήσεις της υπηρεσίας, οι κανόνες ασφάλειας ή ανειλημμένες εθνικές ή διεθνείς υποχρεώσεις, η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή προσδιορίζει τους αναφερόμενους στο άρθρο 92 υπαλλήλους, οι οποίοι μπορούν να τύχουν εφαρμογής των διατάξεων των προαναφερόμενων άρθρων.»

82.Τα άρθρα 95, 96, 97, 98, 99, 100, 101, 102, 106 και 107 καταργούνται.

83.Παρεμβάλλεται το ακόλουθο άρθρο 107α:

«Άρθρο 107α

Το παράρτημα XIII διαλαμβάνει ορισμένες μεταβατικές διατάξεις.» 

84.Το άρθρο 110 τροποποιείται ως εξής:

α)Το πρώτο εδάφιο γίνεται παράγραφος 1, το δεύτερο εδάφιο παράγραφος 3 και το τρίτο εδάφιο παράγραφος 4. 

β)Στην παράγραφο 1, προστίθεται η ακόλουθη πρόταση:

«Οι Υπηρεσίες εκδίδουν, μετά από διαβούλευση με την οικεία επιτροπή προσωπικού και σε συμφωνία με την Επιτροπή, τις ενδεικνυόμενες για την εξασφάλιση της εκτέλεσης του παρόντος Κανονισμού Υπηρεσιακής Κατάστασης λεπτομέρειες.»

γ)    Παρεμβάλλεται η ακόλουθη παράγραφος 2:

«2. Για τους σκοπούς της θέσπισης των ρυθμίσεων με κοινή συμφωνία των οργάνων, οι Υπηρεσίες δεν εξομοιώνονται με τα όργανα. Εντούτοις, η Επιτροπή διαβουλεύεται με τις Υπηρεσίες πριν την έκδοση των ρυθμίσεων αυτών.»

γ)Στην παράγραφο 4, προστίθεται η ακόλουθη πρόταση:

«Κατά τις διαβουλεύσεις αυτές, οι Υπηρεσίες έχουν κοινή εκπροσώπηση, σύμφωνα με τους κανόνες που οι ίδιες συμφωνούν μεταξύ τους.»

85.Το παράρτημα I αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

A. Θέσεις-τύποι σε καθεμία από τις ομάδες καθηκόντων που αναφέρονται στο άρθρο 5 παράγραφος 3

Ομάδα καθηκόντων AD

Ομάδα καθηκόντων AST

Γενικός Διευθυντής

AD 16

Γενικός Διευθυντής/Διευθυντής

AD 15

Υπάλληλος διοικήσεως που εργάζεται π.χ. ως:

Διευθυντής/
Προϊστάμενος Μονάδας/

Σύμβουλος/

γλωσσικός εμπειρογνώμων· οικονομικός εμπειρογνώμων· νομικός εμπειρογνώμων· εμπειρογνώμων ιατρός σύμβουλος· εμπειρογνώμων κτηνίατρος· επιστημονικός εμπειρογνώμων· εμπειρογνώμων ερευνητής· δημοσιονομικός εμπει
ρογνώμων, εμπειρογνώμων λογιστικού ελέγχου

AD 14

Υπάλληλος διοικήσεως που εργάζεται π.χ. ως:

Προϊστάμενος Μονάδας/
Σύμβουλος/

γλωσσικός εμπειρογνώμων· οικονομικός εμπειρογνώμων· νομικός εμπειρογνώμων· εμπειρογνώμων ιατρός σύμβουλος· εμπειρογνώμων κτηνία
τρος· επιστημονικός εμπειρογνώμων· εμπειρογνώμων ερευνητής· δημοσιονομικός εμπειρογνώμων, εμπειρογνώμων λογιστικού ελέγχου

AD 13

Υπάλληλος διοικήσεως που εργάζεται π.χ. ως:

Προϊστάμενος Μονάδας/
κύριος μεταφραστής, κύριος διερμηνέας, κύριος οικονομολόγος· κύριος νομικός σύμβουλος· κύριος ιατρός σύμβουλος· κύριος επιθεωρητής κτηνίατρος· κύριος επιστημονικός υπάλληλος· κύριος ερευνητής· κύριος δημοσιονομικός διαχειριστής, κύριος δημοσιονομικός ελεγκτής

AD 12

Υπάλληλος διοικήσεως που εργάζεται π.χ. ως:

Προϊστάμενος Μονάδας/
κύριος μεταφραστής, κύριος διερμηνέας, κύριος οικονομολόγος· κύριος νομικός σύμβουλος· κύριος ιατρός σύμβουλος· κύριος επιθεωρητής κτηνίατρος· κύριος επιστημονικός υπάλληλος· κύριος ερευνητής· κύριος δημοσιονομικός διαχειριστής, κύριος
δημοσιονομικός ελεγκτής

AD 11

AST 11

Βοηθός που εργάζεται π.χ. ως:

Προσωπικός βοηθός (π.β.)· υπάλληλος γραφείου· τεχνικός υπάλληλος· υπάλληλος πληροφορικής

Υπάλληλος διοικήσεως που εργάζεται π.χ. ως:

Προϊστάμενος Μονάδας/
ανώτερος μεταφραστής· ανώτερος δ
ιερμηνέας· ανώτερος οικονομολόγος· ανώτερος νομικός σύμβουλος· ανώτερος ιατρός σύμβουλος· ανώτερος επιθεωρητής κτηνίατρος· ανώτερος επιστημονικός υπάλληλος· ανώτερος ερευνητής· ανώτερος δημοσιονομικός διαχειριστής, δημοσιονομικός ελεγκτής

AD 10

AST 10

AD 9

AST 9

Υπάλληλος διοικήσεως που εργάζεται π.χ. ως:

Μεταφραστής· διερμηνέας· οικονομολόγος· νομικός σύμβουλος· ιατρός σύμβουλος· επιθεωρητής κτηνίατρος· επιστημονικός υπάλληλος· ερευνητής· δημοσιονομικός διαχειριστής, δημοσιονομικός ελεγκτής

AD 8

AST 8

Βοηθός που εργάζεται π.χ. ως:

Ανώτερος βοηθός γραφείου· ανώτερος υπάλληλος τεκμηρίωσης· ανώτερος τεχνίτης· ανώτερος τεχνικός πληροφορικής

Υπάλληλος διοικήσεως που εργάζεται π.χ. ως:

Μεταφραστής· διερμηνέας· οικονομολόγος· νομικός σύμβουλος· ιατρός σύμβουλος· επιθεωρητής κτηνίατρος· επιστημονικός υπάλληλος· ερευνητής· δημοσιονομικός διαχειριστής, δημοσιονομικός ελεγκτής

AD 7

AST 7

Βοηθός που εργάζεται π.χ. ως:

Ανώτερος βοηθός γραφείου· ανώτερος υπάλληλος τεκμηρίωσης· ανώτερος τεχνίτης· ανώτερος τεχνικός πληροφορικής

Υπάλληλος διοικήσεως που εργάζεται π.χ. ως:

Κατώτερος μεταφραστής· κατώτερος διερμηνέας· κατώτερος οικονομολόγος· κατώτερος νομικός σύμβουλος· κατώτερος ιατρός σύμβουλος· κατώτερος επιθεωρητής κτηνίατρος· κατώτερος επιστημονικός υπάλληλος· κατώτερος ερευνητής· κατώτερος δημοσιονομικός διαχειριστής, κατώτερος δημοσιονομικός ελεγκτής

AD 6

AST 6

Βοηθός που εργάζεται π.χ. ως:

Βοηθός γραφείου· υπάλληλος τεκμηρίωσης· τεχνίτης· τεχνικός πληροφορικής

Υπάλληλος διοικήσεως που εργάζεται π.χ. ως:

Κατώτερος μεταφραστής· κατώτερος διερμηνέας· κατώτερος οικονομολόγος· κατώτερος νομικός σύμβουλος· κατώτερος ιατρός σύμβουλος· κατώτερος επιθεωρητής κτηνίατρος· κατώτερος επιστημονικός υπάλληλος· κατώτερος ερευνητής· κατώτερος δημοσιονομικός διαχειριστής, κατώτερος δημοσιονομικός ελεγκτής

AD 5

AST 5

Βοηθός που εργάζεται π.χ. ως:

Βοηθός γραφείου· υπάλληλος τεκμηρίωσης· τεχνίτης· τεχνικός πληροφορικής

AST 4

Βοηθός που εργάζεται π.χ. ως:

Κατώτερος βοηθός γραφείου· κατώτερος υπάλληλος τεκμηρίωσης· κατώτερος τεχνίτης, κατώτερος τεχνικός πληροφορικής

AST 3

Βοηθός που εργάζεται π.χ. ως:

Κατώτερος βοηθός γραφείου· κατώτερος υπάλληλος τεκμηρίωσης· κατώτερος τεχνίτης, κατώτερος τεχνικός πληροφορικής

AST 2

Βοηθός που εργάζεται π.χ. ως:

Υπάλληλος αρχειοθέτησης· τεχνικός βοηθός· βοηθός πληροφορικής.

AST 1

Βοηθός που εργάζεται π.χ. ως:

Υπάλληλος αρχειοθέτησης· τεχνικός βοηθός· βοηθός πληροφορικής.

Β. Ποσοστά πολλαπλασιασμού για τον καθορισμό της ισοδυναμίας των μέσων σταδιοδρομιών

Βαθμός

Βοηθοί

Υπάλληλοι διοικήσεως

13

-

20 %

12

-

25 %

11

-

25 %

10

20 %

25 %

9

20 %

25 %

8

25 %

33 %

7

25 %

33 %

6

25 %

33 %

5

25 %

33 %

4

33 %

-

3

33 %

-

2

33 %

-

1

33 %

-

86.Το παράρτημα ΙΙ τροποποιείται ως εξής:

α)Στο άρθρο 1, μετά την πρώτη πρόταση του δευτέρου εδαφίου παρεμβάλλεται η ακόλουθη πρόταση:

«Πάντως, το όργανο διαθέτει την ευχέρεια να αποφασίσει ότι οι προϋποθέσεις εκλογής καθορίζονται σε συνάρτηση με την επιλογή που υπέδειξε το προσωπικό του οργάνου ως αποτέλεσμα δημοψηφίσματος.»

β)Στο τέταρτο εδάφιο του άρθρου 1, οι όροι «όλων των κατηγοριών και των κλάδων των υπαλλήλων» αντικαθίστανται από τους όρους «και των δύο ομάδων καθηκόντων».

γ)Στο άρθρο 3α, οι όροι «στο άρθρο 2, τρίτο εδάφιο» αντικαθίστανται από τους όρους «στο άρθρο 2 παράγραφος 2».

δ)Ολόκληρο το Τμήμα 3: Πειθαρχικό Συμβούλιο καταργείται.

ε)Επομένως, τα τμήματα 4 και 5 αριθμούνται εκ νέου ως 3 και 4 αντιστοίχως.

στ)Στο άρθρο 10, πρώτο εδάφιο, οι όροι «σε ίσο αριθμό,» προστίθενται μετά το «κάθε έτος» και οι όροι «και από την επιτροπή προσωπικού» προστίθενται μετά τους όρους «αρμόδια για τους διορισμούς αρχή».

ζ)Στο άρθρο 10, οι όροι «ανωτέρων υπαλλήλων του οργάνου» αντικαθίστανται από τους όρους «υπαλλήλων του οργάνου της ομάδας καθηκόντων AD».

η)Προστίθεται το ακόλουθο Τμήμα 5:

«Τμήμα 5: Ισομερής συμβουλευτική επιτροπή για την επαγγελματική ανεπάρκεια

Άρθρο 12

Η ισομερής συμβουλευτική επιτροπή για την επαγγελματική ανεπάρκεια απαρτίζεται από έναν πρόεδρο και τουλάχιστον δύο μέλη, οι οποίοι πρέπει να είναι υπάλληλοι βαθμού AD 14 κατ’ ελάχιστο. Ο πρόεδρος και τα μέλη διορίζονται για περίοδο τριών ετών. Τα μισά μέλη διορίζει η επιτροπή προσωπικού και τα άλλα μισά η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή. Τον πρόεδρο διορίζει η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή βάσει πίνακα υποψηφίων που έχει συνταχθεί σε συνεννόηση με την επιτροπή προσωπικού.

Όταν ερευνάται η περίπτωση υπαλλήλου βαθμού μέχρι AD 14, η ισομερής συμβουλευτική επιτροπή συμπληρώνεται με δύο επιπλέον μέλη που διορίζονται με τον ίδιο τρόπο όπως και τα μόνιμα και ανήκουν στην ίδια ομάδα καθηκόντων και στον ίδιο βαθμό τουλάχιστον με τον ενδιαφερόμενο υπάλληλο.

Όταν η ισομερής συμβουλευτική επιτροπή οφείλει να εξετάσει την περίπτωση μέλους του ανώτερου στελεχικού δυναμικού κατά την έννοια του άρθρου 29 παράγραφος 2, συγκροτείται μία ειδική προς τούτο συμβουλευτική επιτροπή ίσης εκπροσώπησης, την οποία απαρτίζουν δύο μέλη διοριζόμενα από την επιτροπή προσωπικού και δύο μέλη διοριζόμενα από την αρμόδια για τους διορισμούς αρχή, τα οποία είναι τουλάχιστον ισόβαθμα με τον υπάλληλο του οποίου εξετάζεται η περίπτωση.

Η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή και η επιτροπή προσωπικού συμφωνούν επί μιας ειδικής προς τούτο διαδικασίας διορισμού των δύο συμπληρωματικών μελών που αναφέρονται στο δεύτερο εδάφιο και τα οποία θα πρέπει να συμμετέχουν στη σύνθεσή της, όταν εξετάζεται η περίπτωση υπαλλήλου τοποθετημένου σε χώρα εκτός της Ένωσης ή συμβασιούχου.»

87.Το παράρτημα III τροποποιείται ως εξής:

α)Στο άρθρο 1, η παράγραφος 1 τροποποιείται ως εξής:

i.Στο στοιχείο δ) του δεύτερου εδαφίου παρεμβάλλεται η φράση «έχοντας υπόψη το άρθρο 5 παράγραφος 3 του παρόντος Κανονισμού Υπηρεσιακής Κατάστασης,» πριν από τη φράση «τα διπλώματα".

ii.Στο τρίτο εδάφιο, οι όροι «στο άρθρο 2, τρίτο εδάφιο» αντικαθίστανται από τους όρους «στο άρθρο 2 παράγραφος 2».

iii.Στο δεύτερο εδάφιο, στοιχείο γ), προστίθενται οι όροι «καθώς και την προτεινόμενη ομάδα καθηκόντων και βαθμό».

β)Το άρθρο 3 τροποποιείται ως εξής:

i.Το πρώτο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Την εξεταστική επιτροπή απαρτίζουν ο πρόεδρος, που ορίζεται από την αρμόδια για τους διορισμούς αρχή, και τα μέλη, που ορίζονται, σε ίσο αριθμό, από την αρμόδια για τους διορισμούς αρχή και από την επιτροπή προσωπικού.»

ii.Στο δεύτερο εδάφιο, οι όροι «στο άρθρο 2, τρίτο εδάφιο» αντικαθίστανται από τους όρους «στο άρθρο 2 παράγραφος 2».

iii.Στο τέταρτο εδάφιο, μετά την έκφραση «των υπαλλήλων πρέπει» παρεμβάλλονται οι όροι:

«να είναι της ίδιας ομάδας καθηκόντων και να».

iv.    Προστίθεται το ακόλουθο πέμπτο εδάφιο:

«Εάν η εξεταστική επιτροπή αποτελείται από περισσότερα από τέσσερα μέλη, πρέπει να περιλαμβάνει τουλάχιστον δύο μέλη από κάθε φύλο.»

v. Ύστερα από το άρθρο 6 προστίθεται το ακόλουθο άρθρο:

«Άρθρο 7

1. Τα όργανα, αφού ζητήσουν τη γνώμη της επιτροπής του ΚΥΚ, αναθέτουν στην Υπηρεσία Επιλογής Προσωπικού των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων το καθήκον να λάβει τα αναγκαία μέτρα για να εξασφαλίσει ότι εφαρμόζονται ομοιόμορφα πρότυπα κατά τις διαδικασίες επιλογής υπαλλήλων των Κοινοτήτων και κατά τις εξεταστικές διαδικασίες που αναφέρονται στο άρθρο 45a.

2. Τα καθήκοντα της Υπηρεσίας συνίστανται στα εξής:

α)    διοργάνωση, ύστερα από αίτημα του εκάστοτε οργάνου, ανοικτών διαγωνισμών·

β)    παροχή, ύστερα από αίτημα του εκάστοτε οργάνου, τεχνικής υποστήριξης για τους εσωτερικούς διαγωνισμούς διοργανώνει το ίδιο·

γ)    καθορισμός του περιεχομένου των εξετάσεων που διοργανώνονται από τα όργανα, ώστε να εξασφαλίζεται ότι πληρούνται οι απαιτήσεις του άρθρου 45a παράγραφος 1 στοιχείο γ) κατά τρόπο εναρμονισμένο και συνεπή.

3. Η Υπηρεσία μπορεί, ύστερα από αίτημα του εκάστοτε οργάνου, να επιτελέσει και άλλα καθήκοντα συνδεόμενα με την επιλογή υπαλλήλων.»

88.Το μόνο άρθρο του παραρτήματος IV τροποποιείται ως εξής:

α)Στην παράγραφο 1 πρώτο εδάφιο και στοιχείο α), ο αριθμός «60» αντικαθίσταται από τον αριθμό «63».

β)Η παράγραφος 1α γίνεται παράγραφος 4. 

γ)Στο πρώτο εδάφιο της παραγράφου 4, οι όροι «που αναφέρεται στα άρθρα 41 και 50 του ΚΥΚ» παρεμβάλλονται μετά τη λέξη «υπάλληλος» και η φράση «ότι δεν καλύπτεται από άλλο δημόσιο σύστημα κατά των ιδίων κινδύνων» αντικαθίσταται από την φράση «ότι δεν ασκεί επικερδή επαγγελματική δραστηριότητα». 

89.Το παράρτημα IVα αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Παράρτημα IVα

Εργασία με μειωμένο ωράριο

Άρθρο 1

Η αίτηση για τη χορήγηση άδειας εργασίας με μειωμένο ωράριο υποβάλλεται από τον υπάλληλο στον άμεσο ιεραρχικά προϊστάμενό του δύο τουλάχιστον μήνες πριν την αιτούμενη από τον ίδιο ημερομηνία ενάρξεώς της, εκτός των δεόντως αιτιολογημένων περιπτώσεων επείγοντος.

Η άδεια μπορεί να χορηγηθεί για ελάχιστο χρονικό διάστημα ενός μηνός και μέγιστο διάστημα τριών ετών, με την επιφύλαξη των περιπτώσεων που αναφέρονται στα άρθρα 15 και 55α παράγραφος 1, τρίτο εδάφιο, πέμπτη παύλα.

Η άδεια δύναται να ανανεωθεί υπό τους ιδίους όρους. Η ανανέωση τελεί υπό τον όρο υποβολής αιτήσεως εκ μέρους του ενδιαφερομένου υπαλλήλου, δύο τουλάχιστον μήνες πριν το τέλος του χρονικού διαστήματος για το οποίο χορηγήθηκε η άδεια. Η διάρκεια της εργασίας με μειωμένο ωράριο δεν μπορεί να είναι κατώτερη του ημίσεος της κανονικής διάρκειας εργασίας.

Εκτός των δεόντως αιτιολογημένων περιπτώσεων, η περίοδος απασχόλησης με μειωμένο ωράριο αρχίζει την 1η ημέρα του μήνα.

Άρθρο 2

Η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή δύναται, κατόπιν αιτήσεως του ενδιαφερομένου υπαλλήλου, να ανακαλέσει την άδεια πριν από τη λήξη της περιόδου για την οποία αυτή είχε χορηγηθεί. Η ημερομηνία ανάκλησης της άδειας δεν μπορεί να είναι πλέον των δύο μηνών μεταγενέστερη της ημερομηνίας που προτείνεται από τον υπάλληλο ή πλέον των τεσσάρων μηνών στην περίπτωση που η άδεια για εργασία με μειωμένο ωράριο είχε χορηγηθεί για περίοδο άνω του ενός έτους.

Η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή δύναται, σε εξαιρετικές περιστάσεις και προς το συμφέρον της υπηρεσίας, να ανακαλέσει την άδεια πριν τη λήξη της περιόδου για την οποία αυτή έχει χορηγηθεί, με προειδοποίηση δύο μηνών.

Άρθρο 3

Ο υπάλληλος δικαιούται, κατά τη διάρκεια της περιόδου για την οποία του παρεσχέθη άδεια να εργάζεται με μειωμένο ωράριο, να λαμβάνει ποσοστό των αποδοχών του, αντίστοιχο του ποσοστού της κανονικής διάρκειας εργασίας που καλύπτει το ωράριό του. Εντούτοις, αυτό το ποσοστό δεν εφαρμόζεται στο επίδομα συντηρούμενου τέκνου, στο βασικό ποσό του επιδόματος στέγης και στο σχολικό επίδομα.

Οι εισφορές στο σύστημα υγειονομικής ασφάλισης υπολογίζονται βάσει του βασικού μισθού πλήρως απασχολούμενου υπαλλήλου. Οι εισφορές στο σύστημα συνταξιοδοτήσεως υπολογίζονται βάσει του βασικού μισθού υπαλλήλου εργαζόμενου με μειωμένο ωράριο. Ο υπάλληλος δύναται επίσης να ζητήσει οι εισφορές στο σύστημα συνταξιοδοτήσεως να υπολογίζονται βάσει του βασικού μισθού πλήρως απασχολούμενου υπαλλήλου, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 83. Για την εφαρμογή των άρθρων 2, 3 και 5 του παραρτήματος VIII, τα αποκτώμενα συνταξιοδοτικά δικαιώματα υπολογίζονται κατ’ αναλογία του ποσοστού των εισφορών που καταβάλλει.

Κατά τη διάρκεια της περιόδου εργασίας με μειωμένο ωράριο δεν επιτρέπεται στον υπάλληλο να εργάζεται υπερωριακά ούτε να ασκεί οποιαδήποτε άλλη αμειβομένη δραστηριότητα, εκτός από δραστηριότητα σύμφωνη με το άρθρο 15 του παρόντος Κανονισμού Υπηρεσιακής Κατάστασης.

Άρθρο 4

Κατά παρέκκλιση της πρώτης προτάσεως του πρώτου εδαφίου του άρθρου 3, ο υπάλληλος ηλικίας άνω των 55 ετών, στον οποίο έχει χορηγηθεί η άδεια να μειώσει τη δραστηριότητά του σε ημιαπασχόληση, για να προετοιμάσει τη συνταξιοδότησή του, λαμβάνει μειωμένο βασικό μισθό, του οποίου το ποσοστό επί τοις εκατό αντιστοιχεί στο υψηλότερο από τα εξής ποσοστά:

- είτε 60%

- είτε το ποσοστό, υπολογιζόμενο στην αρχή της περιόδου ημιαπασχόλησης, που αντιστοιχεί στα κτηθέντα συντάξιμα έτη κατά την έννοια των άρθρων 2, 3, 4, 5, 9 και 9α του παραρτήματος VIII, προσαυξημένο κατά 10%.

Ο υπάλληλος στον οποίο εφαρμόζονται οι διατάξεις του παρόντος άρθρου υποχρεούται, κατά τη λήξη της ημιαπασχόλησής του, είτε να συνταξιοδοτηθεί είτε να επιστρέψει τα ποσά τα οποία έχει εισπράξει στη διάρκεια της ημιαπασχόλησής του, τα οποία υπερβαίνουν το 50% του βασικού μισθού.

Άρθρο 5

Η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή δύναται να θεσπίζει λεπτομέρειες εφαρμογής των διατάξεων αυτών.» 

90.Το παράρτημα V τροποποιείται ως εξής:

α)Το άρθρο 6 τροποποιείται ως εξής:

i.Στο πρώτο εδάφιο, έβδομη περίπτωση, ο όρος «γέννηση,» απαλείφεται.

ii.Οι ακόλουθες περιπτώσεις παρεμβάλλονται στο πρώτο εδάφιο, μετά την έβδομη περίπτωση:

«- γέννηση τέκνου: δέκα ημέρες, λαμβανόμενες στη διάρκεια των δεκατεσσάρων εβδομάδων που ακολουθούν τη γέννηση,

- θάνατος της συζύγου στη διάρκεια της άδειας μητρότητας: αριθμός των ημερών που αντιστοιχεί στο υπόλοιπο της άδειας μητρότητας· εάν η σύζυγος δεν είναι υπάλληλος, η απομένουσα διάρκεια της άδειας μητρότητας προσδιορίζεται με αναλογική εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 58 του ΚΥΚ.».

iii.Στο πρώτο εδάφιο, μετά την πρώην όγδοη περίπτωση, παρεμβάλλεται η εξής περίπτωση:

«- ιδιαίτερα σοβαρή ασθένεια τέκνου πιστοποιούμενη από ιατρό ή νοσοκομειακή περίθαλψη τέκνου ηλικίας το πολύ δώδεκα ετών: μέχρι πέντε ημέρες,».

iv.Στο πρώτο εδάφιο, μετά την πρώην ένατη περίπτωση, παρεμβάλλονται οι εξής περιπτώσεις:

«- υιοθεσία τέκνου: είκοσι εβδομάδες, και εικοσιτέσσερις εβδομάδες στην περίπτωση υιοθεσίας ανάπηρου τέκνου:

Κάθε υιοθετούμενο τέκνο παρέχει δικαίωμα μιας και μόνον περιόδου ειδικής άδειας, η οποία μπορεί να επιμεριστεί μεταξύ των υιοθετούντων γονέων, εφόσον είναι και οι δύο υπάλληλοι. Η άδεια χορηγείται μόνον αν ο σύζυγος του υπαλλήλου εργάζεται επ’ αμοιβή και τουλάχιστον κατά ημιαπασχόληση. Εάν ο/η σύζυγος εργάζεται εκτός των Ευρωπαϊκών οργάνων και του/της χορηγείται ανάλογη άδεια, τα δικαιώματα αδείας του/της υπαλλήλου μειώνονται κατά τον αντίστοιχο αριθμό ημερών.

Σε περίπτωση ανάγκης, η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή δύναται να χορηγήσει συμπληρωματική ειδική άδεια στις περιπτώσεις που η εθνική νομοθεσία της χώρας όπου γίνεται η διαδικασία υιοθεσίας, και η οποία δεν είναι η χώρα στην οποία απασχολείται ο υιοθετών υπάλληλος, απαιτεί διαμονή του ενός ή και των δύο υιοθετούντων γονέων.

Ειδική άδεια δέκα ημερών χορηγείται εάν ο υπάλληλος δεν δικαιούται τη συνολική ειδική άδεια των είκοσι ή εικοσιτεσσάρων εβδομάδων σύμφωνα με την πρώτη πρόταση της παρούσας περίπτωσης· αυτή η συμπληρωματική ειδική άδεια χορηγείται μία μόνον φορά ανά υιοθετούμενο τέκνο.»

v.Προστίθεται το ακόλουθο εδάφιο:

«Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, ο σύντροφος μη έγγαμης σχέσης ενός υπαλλήλου αντιμετωπίζεται όπως ο σύζυγος, όταν πληρούνται οι πρώτες τρεις προϋποθέσεις του άρθρου 1 παράγραφος 2 στοιχείο γ) του παραρτήματος VII.» 

β)Το άρθρο 7 τροποποιείται ως εξής:

i.Το δεύτερο και τρίτο εδάφιο απαλείφονται.

ii.Το πρώην πέμπτο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Οι προηγούμενες διατάξεις εφαρμόζονται στους υπαλλήλους που υπηρετούν σε τόπο ευρισκόμενο στην επικράτεια των κρατών μελών. Εάν είναι τοποθετημένοι εκτός του εδάφους αυτού, η οδοιπορική άδεια καθορίζεται με ειδική απόφαση, λαμβανομένων υπόψη των αναγκών.» 

91.Στα άρθρα 1 και 3 του παραρτήματος VI, οι όροι «των κατηγοριών C και D» αντικαθίστανται από τους όρους «του βαθμού AST 1 έως AST 4».

92.Το παράρτημα VII τροποποιείται ως εξής:

α)Το άρθρο 1 τροποποιείται ως εξής:

i.Η παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«1. Το επίδομα στέγης καθορίζεται σε βασικό ποσό [140,27] ευρώ 8 , προσαυξημένο κατά 2% του βασικού μισθού του υπαλλήλου»

ii.Στην παράγραφο 2, το στοιχείο γ) γίνεται στοιχείο δ).

iii.Στην παράγραφο 2, παρεμβάλλεται το ακόλουθο νέο στοιχείο γ):

«γ) ο υπάλληλος ο οποίος έχει καταχωρηθεί ως σύντροφος σταθερής μη έγγαμης σχέσης, υπό τον όρο ότι:

- το ζεύγος προσκομίζει επίσημο έγγραφο, αναγνωριζόμενο ως τέτοιο από κράτος μέλος ή από οποιαδήποτε αρμόδια αρχή κράτους μέλους, που πιστοποιεί το καθεστώς τους ως συντρόφων μη έγγαμης σχέσης,

- κανείς από τους συντρόφους αυτής της σχέσης δεν είναι έγγαμος ούτε διατελεί σε άλλη τέτοια μη έγγαμη σχέση,

- οι σύντροφοι δεν έχουν μεταξύ τους κανένα από τους εξής δεσμούς: γονείς και τέκνα, πάπποι ή μάμμες και εγγονοί, αδελφοί και αδελφές, θείοι, θείες, ανεψιοί, ανεψιές, γαμβροί και νύφες,

- το ζεύγος δεν δύναται νομίμως να τελέσει πολιτικό γάμο σε κάποιο κράτος μέλος (κώλυμα τέλεσης πολιτικού γάμου)· ένα ζεύγος θεωρείται ότι δύναται νομίμως να τελέσει πολιτικό γάμο, για τους σκοπούς της παρούσας περίπτωσης, αποκλειστικά στις περιπτώσεις που τα μέλη του ζεύγους πληρούν όλες τις προϋποθέσεις που τίθενται από τη νομοθεσία κράτους μέλους το οποίο επιτρέπει το γάμο ενός τέτοιου ζεύγους·».

iv.Στη νέα παράγραφο 2, στοιχείο δ), οι όροι «προβλεπόμενες στις περιπτώσεις α) και β)» αντικαθίστανται από τους όρους «προβλεπόμενες στα στοιχεία α), β) και γ)».

v.Στην πρώτη πρόταση της παραγράφου 3, οι όροι «με βαθμό C 3, τρίτο κλιμάκιο» αντικαθίστανται από τους όρους «με βαθμό 3, δεύτερο κλιμάκιο». 

β)Το άρθρο 2 τροποποιείται ως εξής:

i.Στην παράγραφο 1 το ποσό των «[232,73]  9 ευρώ» αντικαθίσταται από το ποσό των «[306,51] ευρώ».

ii.Το ακόλουθο εδάφιο προστίθεται στο τέλος της παραγράφου 4:

«Κάθε τέκνο, έναντι του οποίου ο υπάλληλος έχει υποχρέωση διατροφής σύμφωνα με δικαστική απόφαση βασιζόμενη στη νομοθεσία των κρατών μελών σχετικά με την προστασία των ανηλίκων, εξομοιώνεται με συντηρούμενο τέκνο.»

γ)Το άρθρο 3 τροποποιείται ως εξής:

i.Το ισχύον κείμενο γίνεται παράγραφος 1.

ii.Στην παράγραφο 1, το πρώτο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Υπό τους καθοριζόμενους στις γενικές εκτελεστικές διατάξεις όρους, ο υπάλληλος δικαιούται σχολικού επιδόματος για την κάλυψη των πραγματικών σχολικών εξόδων στα οποία υποβάλλεται, μέχρις ανωτάτου μηνιαίου ορίου [207,98]  10 ευρώ, για κάθε συντηρούμενο τέκνο κατά την έννοια του άρθρου 2 παράγραφος 2, το οποίο είναι τουλάχιστον πέντε ετών και φοιτεί κανονικά και πλήρως σε σχολείο στοιχειώδους ή δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης που χρεώνει δίδακτρα ή σε εκπαιδευτικό ίδρυμα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης. Ο όρος ο σχετικός με τη φοίτηση σε σχολείο που χρεώνει δίδακτρα δεν ισχύει πάντως όσον αφορά την επιστροφή των εξόδων μεταφοράς από και προς το σχολείο.»

iii.Στο τρίτο εδάφιο, η πρώτη πρόταση αντικαθίσταται από το εξής κείμενο:

«Το επίδομα καταβάλλεται μέχρι του διπλάσιου ποσού του προαναφερόμενου στο πρώτο εδάφιο ανωτάτου ορίου για:».

iv.Στο τρίτο εδάφιο, δεύτερη περίπτωση, προστίθεται το ακόλουθο κείμενο:

«ή εάν το τέκνο φοιτεί σε ίδρυμα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης σε άλλη χώρα από αυτήν στην οποία έχει τοποθετηθεί ο υπάλληλος»

v.Η ακόλουθη περίπτωση προστίθεται ύστερα από τη δεύτερη περίπτωση του τρίτου εδαφίου:

«-υπό τους ίδιους με τις δύο προηγούμενες περιπτώσεις όρους, τους δικαιούχους του επιδόματος οι οποίοι δεν είναι εν ενεργεία, λαμβανομένου υπόψη του τόπου διαμονής αντί του τόπου υπηρεσίας.»

vi.Προστίθεται ένα νέο εδάφιο ύστερα από το τρίτο εδάφιο:

«Ο όρος ο σχετικός με τη φοίτηση σε σχολείο που χρεώνει δίδακτρα δεν ισχύει πάντως όσον αφορά το επίδομα που καταβάλλεται βάσει του τρίτου εδαφίου.»

vii.Προστίθεται η ακόλουθη παράγραφος 2:

«2. Για κάθε συντηρούμενο τέκνο κατά την έννοια του άρθρου 2 παράγραφος 2, το οποίο είναι μικρότερο των πέντε ετών ή δεν φοιτεί ακόμα κανονικά και πλήρως σε σχολείο στοιχειώδους ή δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, το ύψος του επιδόματος αυτού ανέρχεται σε [74,87]  11 ευρώ μηνιαίως. Εφαρμόζεται η πρώτη πρόταση του τελευταίου εδαφίου της παραγράφου 1.»

δ)Τα τμήματα 2α και 2β απαλείφονται.

ε)Στο άρθρο 5, η παράγραφος 1 τροποποιείται ως εξής:

i.Το πρώτο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«1. Αποζημίωση εγκαταστάσεως ίση προς το βασικό μισθό δύο μηνών, αν πρόκειται για υπάλληλο ο οποίος δικαιούται επιδόματος στέγης, ή προς το βασικό μισθό ενός μηνός, αν πρόκειται για υπάλληλο μη δικαιούμενο του επιδόματος αυτού, καταβάλλεται στο μόνιμο υπάλληλο ο οποίος αποδεικνύει ότι υποχρεώθηκε να αλλάξει διαμονή, για να εκπληρώνει τις υποχρεώσεις που υπέχει δυνάμει του άρθρου 20 του ΚΥΚ.»

ii.Στο δεύτερο εδάφιο, οι όροι «ή μέλη του λοιπού προσωπικού» παρεμβάλλονται μετά τους όρους «σύζυγοι υπάλληλοι». 

στ)Στο άρθρο 6, η παράγραφος 1 τροποποιείται ως εξής:

Στην πρώτη πρόταση του πρώτου εδαφίου, οι όροι «ο οποίος πληροί τις προϋποθέσεις που αναφέρονται στο άρθρο 5, παράγραφος 1» αντικαθίστανται από τους όρους «ο οποίος αποδεικνύει την αλλαγή της διαμονής του».

Στη δεύτερη πρόταση του πρώτου εδαφίου, οι όροι «ή μέλη του λοιπού προσωπικού» παρεμβάλλονται μετά τους όρους «σύζυγοι υπάλληλοι».

ζ)Στο άρθρο 7, η παράγραφος 2 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«2. Η επιστροφή των εξόδων πραγματοποιείται βάσει της συνήθους συντομότερης και οικονομικότερης σιδηροδρομικής διαδρομής μεταξύ του τόπου τοποθετήσεως και του τόπου προσλήψεως ή του τόπου καταγωγής, και βάσει της τιμής εισιτηρίου πρώτης θέσης.

Όταν η αναφερόμενη στο πρώτο εδάφιο διαδρομή υπερβαίνει την απόσταση των 500 χιλιομέτρων, και στις περιπτώσεις που η συνήθης διαδρομή συμπεριλαμβάνει διάβαση θαλάσσης, ο ενδιαφερόμενος, μετά από προσκόμιση των εισιτηρίων έχει δικαίωμα στην απόδοση των εξόδων αεροπορικού εισιτηρίου διακεκριμένης θέσης (business class) ή ισοδύναμης. Αν χρησιμοποιηθεί διαφορετικό μεταφορικό μέσο από τα προβλεπόμενα ανωτέρω, η επιστροφή των εξόδων πραγματοποιείται βάσει της τιμής του σιδηροδρομικού εισιτηρίου, αποκλειομένης της κλιναμάξης (wagon-lit). Αν ο υπολογισμός δεν μπορεί να γίνει στη βάση αυτή, ο τρόπος επιστροφής των εξόδων καθορίζεται με ειδική απόφαση της αρμόδιας για τους διορισμούς αρχής.»

η)Το άρθρο 8 τροποποιείται ως εξής:

i.Οι παράγραφοι 1 και 2 αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«1. Ο υπάλληλος δικαιούται ετησίως για τον ίδιο και, αν δικαιούται επίδομα στέγης, για τον ή την σύζυγό της/του και τα συντηρούμενα από αυτόν πρόσωπα κατά την έννοια του άρθρου 2, να του πληρώνονται κατ’ αποκοπή τα έξοδα ταξιδίου από τον τόπο υπηρεσίας του στον τόπο καταγωγής, όπως αυτός ορίζεται στο άρθρο 7.

Όταν δύο σύζυγοι είναι υπάλληλοι των Κοινοτήτων, καθένας δικαιούται, για τον εαυτό του και για τα συντηρούμενα από αυτόν πρόσωπα, την κατ’ αποκοπή πληρωμή των εξόδων ταξιδίου, σύμφωνα με τις ανωτέρω διατάξεις· για κάθε συντηρούμενο πρόσωπο γεννάται δικαίωμα μιας και μόνον πληρωμής. Όσον αφορά τα συντηρούμενα τέκνα, η πληρωμή καθορίζεται σύμφωνα με την αίτηση των συζύγων βάσει του τόπου καταγωγής του ενός ή του άλλου συζύγου.

Εάν ο υπάλληλος τελέσει γάμο στη διάρκεια του τρέχοντος έτους και ως εκ τούτου αποκτήσει το δικαίωμα επιδόματος στέγης, τα οφειλόμενα για τον/την σύζυγο έξοδα ταξιδίου υπολογίζονται κατ’ αναλογία του χρονικού διαστήματος από την ημερομηνία τελέσεως του γάμου μέχρι το τέλος του τρέχοντος ημερολογιακού έτους.

Οι ενδεχόμενες μεταβολές στη βάση υπολογισμού οι οποίες απορρέουν από αλλαγή της οικογενειακής κατάστασης και επέρχονται μετά την ημερομηνία καταβολής των εν λόγω ποσών δεν υποχρεώνουν τον ενδιαφερόμενο να επιστρέψει τα ποσά που εισέπραξε.

Τα έξοδα ταξιδίου των τέκνων ηλικίας δύο έως δέκα ετών υπολογίζονται βάσει του ημίσεος της χιλιομετρικής αποζημίωσης και του ημίσεος του συμπληρωματικού κατ’ αποκοπή ποσού, όπου για τον εν λόγω υπολογισμό, τα τέκνα θεωρούνται ότι έχουν συμπληρώσει το δεύτερο ή δέκατο έτος τους την 1η Ιανουαρίου του τρέχοντος έτους.

2. Η κατ’ αποκοπή πληρωμή πραγματοποιείται βάσει αποζημιώσεως που υπολογίζεται ανά χιλιόμετρο της αποστάσεως μεταξύ του τόπου υπηρεσίας του υπαλλήλου και του τόπου της πρόσληψης ή της καταγωγής του· η απόσταση αυτή υπολογίζεται σύμφωνα με τη μέθοδο που καθορίζεται στο άρθρο 7 παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο.

Η χιλιομετρική αποζημίωση 12 ανέρχεται σε:

0 ευρώ ανά χλμ. για το τμήμα αποστάσεως μεταξύ    0    και    200 χλμ.

[0,3117] ευρώ ανά χλμ για το τμήμα αποστάσεως μεταξύ    201    και    1000 χλμ.

[0,5195] ευρώ ανά χλμ για το τμήμα αποστάσεως μεταξύ    1001    και    2000 χλμ.

[0,3117] ευρώ ανά χλμ για το τμήμα αποστάσεως μεταξύ    2001    και    3000 χλμ.

[0,1039] ευρώ ανά χλμ για το τμήμα αποστάσεως μεταξύ    3001    και    4000 χλμ.

0 ευρώ ανά χλμ. για την άνω των 4000 χλμ. απόσταση.

Στην ανωτέρω χιλιομετρική αποζημίωση προστίθεται ένα κατ’ αποκοπή συμπληρωματικό ποσό:

[155,86] ευρώ αν η απόσταση σιδηροδρομικής διαδρομής μεταξύ του τόπου υπηρεσίας και του τόπου καταγωγής είναι μεταξύ 725 χλμ. και 1450 χλμ.,

[311,72] ευρώ αν η απόσταση σιδηροδρομικής διαδρομής μεταξύ του τόπου υπηρεσίας και του τόπου καταγωγής είναι ίση ή ανώτερη των 1450 χλμ.

Η ως άνω χιλιομετρική αποζημίωση και το κατ’ αποκοπή ποσό αναπροσαρμόζονται κάθε χρόνο στην ίδια αναλογία με τις αποδοχές.»

ii.Η παράγραφος 4 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«4. Οι ανωτέρω διατάξεις ισχύουν για τους υπαλλήλους των οποίων ο τόπος υπηρεσίας ευρίσκεται στην επικράτεια ενός κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ο υπάλληλος του οποίου ο τόπος υπηρεσίας ευρίσκεται εκτός του εδάφους των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης δικαιούται, για τον ίδιο και, αν δικαιούται επίδομα στέγης, για τον ή την σύζυγό της/του και τα συντηρούμενα από αυτόν πρόσωπα κατά την έννοια του άρθρου 2, κάθε ημερολογιακό έτος, να του επιστραφούν τα έξοδα ταξιδίου στον τόπο καταγωγής του ή να του επιστραφούν τα έξοδα ταξιδίου σε άλλο προορισμό, εντός των ορίων των εξόδων ταξιδίου μέχρι τον τόπο καταγωγής του. Πάντως, αν ο/η σύζυγος και τα συντηρούμενα τέκνα κατά την έννοια του άρθρου 2 παράγραφος 2, δεν διαμένουν με τον υπάλληλο στον τόπο υπηρεσίας του, τα πρόσωπα αυτά δικαιούνται, κάθε ημερολογιακό έτος, επιστροφή των εξόδων ταξιδίου από τον τόπο καταγωγής στον τόπο υπηρεσίας ή επιστροφή των εξόδων ταξιδίου μέχρι άλλον προορισμό, εντός των ορίων των εξόδων ταξιδίου από τον τόπο καταγωγής στον τόπο υπηρεσίας.

Η επιστροφή αυτών των εξόδων ταξιδίου γίνεται υπό τη μορφή πληρωμής κατ’ αποκοπή ποσού βάσει της τιμής αεροπορικού εισιτηρίου στην αμέσως ανώτερη από την οικονομική θέση».

θ)Το άρθρο 10 τροποποιείται ως εξής:

i.Η παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«1. Ο υπάλληλος ο οποίος αποδεικνύει ότι είναι υποχρεωμένος να αλλάξει τόπο διαμονής για να εκπληρώνει τις υποχρεώσεις που υπέχει βάσει του άρθρου 20 του ΚΥΚ, δικαιούται, για το χρονικό διάστημα που ορίζεται στην παράγραφο 2 και ανά ημερολογιακή ημέρα, αποζημίωση το ποσό της οποίας καθορίζεται ως εξής:

Υπάλληλος που δικαιούται επίδομα στέγης: [32,21]  13 ευρώ.

Υπάλληλος που δεν δικαιούται επίδομα στέγης: [25,98]  14 ευρώ. 

Η ανωτέρω κλίμακα ποσών αναθεωρείται επ’ ευκαιρία κάθε επανεξέτασης του επιπέδου των αποδοχών που πραγματοποιείται κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 65 του ΚΥΚ.»

ii.Στο δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 2, οι όροι «ή μέλη του λοιπού προσωπικού» παρεμβάλλονται μετά τους όρους «σύζυγοι υπάλληλοι».

iii.Η παράγραφος 3 απαλείφεται. 

ι)Το άρθρο 11 τροποποιείται ως εξής:

i.Στην παράγραφο 1, το δεύτερο εδάφιο απαλείφεται.

ii.Στην παράγραφο 2, η πρώτη πρόταση αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Η υπηρεσιακή εντολή ταξιδίου καθορίζει ιδίως την πιθανή διάρκεια της αποστολής, βάσει της οποίας υπολογίζεται η προκαταβολή που μπορεί να εισπράξει ο υπάλληλος έναντι της προβλεπόμενης ημερήσιας αποζημίωσης.»

iii.Προστίθεται η ακόλουθη παράγραφος 3:

«3. Εκτός ιδιαίτερων περιπτώσεων, που θα προσδιοριστούν με ειδική απόφαση, και ιδίως στην περίπτωση ανακλήσεως του υπαλλήλου από άδεια, τα έξοδα αποστολής επιστρέφονται μέχρι του ποσού της πλέον οικονομικής δυνατότητας μετακίνησης μεταξύ του τόπου υπηρεσίας και του τόπου της αποστολής, η οποία δεν αναγκάζει τον ευρισκόμενο σε αποστολή υπάλληλο να παρατείνει σημαντικά την επιτόπου διαμονή του.»

ια)Τα άρθρα 12 και 13 αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 12

1. Σιδηρόδρομος

Τα έξοδα κινήσεως στις αποστολές που διενεργούνται με χρήση σιδηροδρόμου επιστρέφονται, με την προσκόμιση των δικαιολογητικών, βάσει της τιμής εισιτηρίου πρώτης θέσης της συντομότερης διαδρομής μεταξύ του τόπου τοποθέτησης και του τόπου της αποστολής.

2. Αεροπλάνο

Επιτρέπεται στους υπαλλήλους να ταξιδεύουν με αεροπλάνο εάν η μετ’ επιστροφής διαδρομή είναι ίση ή ανώτερη των 800 χιλιομέτρων, υπολογιζόμενη βάσει του σιδηροδρομικού δρομολογίου.

3. Πλοίο

Οι κατηγορίες θέσεων στα πλοία καθώς και οι επιβαρύνσεις για καμπίνα προσδιορίζονται από την αρμόδια για τους διορισμούς αρχή για κάθε εμφανιζόμενη περίπτωση, σε συνάρτηση με τη διάρκεια και το κόστος του ταξιδίου.

4. Αυτοκίνητο

Τα σχετικά έξοδα κινήσεως επιστρέφονται κατ’ αποκοπή, βάσει της τιμής σιδηροδρομικού εισιτηρίου, σύμφωνα με τις διατάξεις του ανωτέρω σημείου 1, και αποκλειομένης οποιασδήποτε άλλης συμπληρωματικής επιστροφής.

Πάντως, η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή δύναται να αποφασίσει να χορηγήσει στον υπάλληλο που εκτελεί αποστολές υπό ειδικές περιστάσεις και εφόσον η χρήση δημόσιων μεταφορικών μέσων παρουσιάζει σαφή μειονεκτήματα, αποζημίωση ανά διανυόμενο χιλιόμετρο αντί της επιστροφής των ανωτέρω προβλεπομένων εξόδων ταξιδίου.

Άρθρο 13

1. Η ημερήσια αποζημίωση αποστολής καλύπτει, κατ’ αποκοπή, όλες τις δαπάνες του ευρισκόμενου σε αποστολή υπαλλήλου: το πρωινό και τα δύο κύρια γεύματα, τις άλλες τρέχουσες δαπάνες, περιλαμβανομένων των τοπικών μετακινήσεων. Οι δαπάνες στέγασης, συμπεριλαμβανομένων των τοπικών φόρων, επιστρέφονται, εφόσον προσκομισθούν σχετικές αποδείξεις, εντός των ορίων ανωτάτου ποσού καθοριζόμενου για κάθε χώρα.

2 α) Ο πίνακας τιμών για κάθε χώρα της Ένωσης έχει ως εξής:

(σε ευρώ)

Προορισμοί

Ημερήσια αποζημίωση

Ανώτατο όριο δαπανών στέγασης

Βέλγιο

84,06

117,08

Δημοκρατία της Τσεχίας

55,00

175,00

Γερμανία

74,14

97,03

Δανία

91,70

148,07

Εσθονία

70,00

120,00

Ελλάδα

66,04

99,63

Ισπανία

68,89

126,57

Γαλλία

72,58

97,27

Ιρλανδία

80,94

139,32

Ιταλία

60,34

114,33

Κύπρος

50,00

110,00

Ουγγαρία

50,00

165,00

Λετονία

85,00

165,00

Λιθουανία

80,00

170,00

Λουξεμβούργο

82,00

106,92

Μάλτα

60,00

115,00

Κάτω Χώρες

78,26

131,76

Πολωνία

60,00

210,00

Αυστρία

54,64

94,37

Πορτογαλία

68,91

124,89

Σλοβακία

50,00

125,00

Σλοβενία

60,00

110,00

Φινλανδία

94,37

144,05

Σουηδία

94,37

144,05

Ηνωμένο Βασίλειο

86,89

149,03

Αν ο υπάλληλος σε αποστολή συμμετέχει σε γεύμα ή αν η στέγασή του προσφέρεται δωρεάν ή πληρώνεται από όργανο των Κοινοτήτων, από διοίκηση ή από τρίτο φορέα, υποχρεούται να το δηλώσει. Στην περίπτωση αυτή επιφέρονται οι αντίστοιχες μειώσεις.

2 β) Ο πίνακας τιμών για τις αποστολές στις χώρες εκτός του ευρωπαϊκού εδάφους των κρατών μελών καθορίζεται και προσαρμόζεται περιοδικά από την αρμόδια για τους διορισμούς αρχή.

3. Το Συμβούλιο αναθεωρεί κάθε έτος τα ποσά που αναφέρονται στην παράγραφο 2 α). Η αναθεώρηση πραγματοποιείται με βάση έκθεση της Επιτροπής σχετικά με τις τιμές των ξενοδοχείων, εστιατορίων και υπηρεσιών τροφοδοσίας, λαμβανομένων υπόψη των δεικτών που καθορίζει η Στατιστική Υπηρεσία των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων για την εξέλιξη των εν λόγω τιμών. Για την αναθεώρηση αυτή, το Συμβούλιο αποφασίζει, προτάσει της Επιτροπής, με την ειδική πλειοψηφία που προβλέπεται από το άρθρο 205 παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, πρώτη περίπτωση, της Συνθήκης.».

ιβ)Μετά το άρθρο 13 παρεμβάλλεται το ακόλουθο άρθρο 13α:

«Άρθρο 13α

Οι λεπτομέρειες εφαρμογής των άρθρων 11, 12 και 13 καθορίζονται από τα διάφορα όργανα στο πλαίσιο των γενικών εκτελεστικών διατάξεων.» 

ιγ)Τα άρθρα 14α και 14β απαλείφονται.

ιδ)Στο πρώτο εδάφιο του άρθρου 15, οι όροι «οι υπάλληλοι των βαθμών A1 και A2» αντικαθίστανται από τους όρους «τα ανώτερα στελέχη κατά την έννοια του άρθρου 29 παράγραφος 2».

ιε)Το άρθρο 17 τροποποιείται ως εξής:

i.Οι παράγραφοι 2 και 3 αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«2. Υπό τους όρους που καθορίζονται με ρύθμιση εκδιδόμενη από τα όργανα των Κοινοτήτων με κοινή συμφωνία τους και αφού διατυπώσει γνώμη η επιτροπή του ΚΥΚ, ο υπάλληλος δύναται να διενεργεί τακτικά μεταφορά μέρους των αποδοχών του διαμέσου του οργάνου στο οποίο υπάγεται, προς άλλο κράτος μέλος.

Τα στοιχεία που μπορούν να αποτελέσουν το αντικείμενο μεταφοράς, χωριστά ή σωρευτικά, είναι τα εξής:

*- στην περίπτωση τέκνων που φοιτούν σε εκπαιδευτικό ίδρυμα σε άλλο κράτος μέλος, ένα ανώτατο ποσό ανά συντηρούμενο τέκνο που αντιστοιχεί στο ποσό του σχολικού επιδόματος που πράγματι εισπράττεται για το τέκνο αυτό·

*- εφόσον προσκομισθούν έγκυρα σχετικά δικαιολογητικά, οι τακτικές πληρωμές υπέρ οποιουδήποτε άλλου προσώπου που διαμένει σε άλλο κράτος μέλος και για τις οποίες ο υπάλληλος αποδεικνύει ότι υπέχει υποχρεώσεις δυνάμει δικαστικής αποφάσεως ή αποφάσεως της αρμόδιας διοικητικής αρχής.

Οι μεταφορές της ανωτέρω δεύτερης περίπτωσης δεν δύνανται να υπερβαίνουν το 5% του βασικού μισθού του υπαλλήλου.

3. Οι προβλεπόμενες στην παράγραφο 2 μεταφορές γίνονται με τις τιμές συναλλάγματος που αναφέρει το άρθρο 63, δεύτερο εδάφιο, του ΚΥΚ. Στα μεταφερόμενα ποσά εφαρμόζεται ο συντελεστής που προκύπτει από τη σχέση μεταξύ του διορθωτικού συντελεστή που ισχύει για τη χώρα προς την οποία διενεργείται η μεταφορά, όπως ορίζεται στο άρθρο 3 παράγραφος 5, δεύτερη περίπτωση, του παραρτήματος XI του ΚΥΚ, και του διορθωτικού συντελεστή που εφαρμόζεται στις αποδοχές του υπαλλήλου (άρθρο 3 παράγραφος 5, πρώτη περίπτωση, του παραρτήματος XI του ΚΥΚ).

ii.Προστίθεται η ακόλουθη παράγραφος 4:

«4. Ανεξαρτήτως των ανωτέρω, ο υπάλληλος δύναται να ζητήσει τακτική μεταφορά προς άλλο κράτος μέλος, βάσει της μηνιαίας τιμής συναλλάγματος και χωρίς εφαρμογή οποιουδήποτε συντελεστή. Η μεταφορά αυτή δεν δύναται να υπερβαίνει το 25% του βασικού μισθού του υπαλλήλου.»

93.Το παράρτημα VIII τροποποιείται ως εξής:

α)Στο δεύτερο εδάφιο του άρθρου 2, οι όροι «σε 35» αντικαθίστανται από τους όρους «στον αναγκαίο αριθμό για τη συμπλήρωση της ανώτατης σύνταξης κατά την έννοια του άρθρου 77, δεύτερο εδάφιο του ΚΥΚ».

β)Το άρθρο 3 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 3

Με την επιφύλαξη ότι για τις παρακάτω υπηρεσίες έχουν καταβληθεί εκ μέρους του υπαλλήλου οι προβλεπόμενες εισφορές, λαμβάνονται υπόψη για τον υπολογισμό των συντάξιμων ετών κατά την έννοια του άρθρου 2:

1. ο χρόνος υπηρεσίας που διανύθηκε υπό την ιδιότητα υπαλλήλου ενός των οργάνων σε μια από τις καταστάσεις που αναφέρονται στο άρθρο 35, στοιχεία a), β), γ), ε) και στ) του ΚΥΚ. Πάντως, οι υπαγόμενοι στο άρθρο 40 του ΚΥΚ υπάλληλοι υπόκεινται στους προβλεπόμενους στην παράγραφο 3, δεύτερο εδάφιο, δεύτερη πρόταση του ιδίου άρθρου όρους·

οι περίοδοι κατά τη διάρκεια των οποίων δημιουργήθηκαν τα δικαιώματα προς αποζημίωση που αναφέρεται στα άρθρα 41 και 50 του ΚΥΚ, εντός ορίου πέντε ετών·

3. το διάστημα κατά το οποίο ο ενδιαφερόμενος ήταν δικαιούχος επιδόματος αναπηρίας·

4. ο χρόνος υπηρεσίας υπό οποιαδήποτε άλλη ιδιότητα υπό τους όρους που καθορίζονται στο καθεστώς που εφαρμόζεται στο λοιπό προσωπικό των Κοινοτήτων. Ωστόσο, όταν ένας συμβασιούχος υπάλληλος, κατά την έννοια του ιδίου καθεστώτος, γίνεται μόνιμος υπάλληλος, τα συντάξιμα έτη που έχουν κτηθεί υπό την ιδιότητά του ως συμβασιούχου, παρέχουν δικαίωμα σε αριθμό συντάξιμων ετών ως μονίμου υπαλλήλου υπολογιζόμενο κατ’ αναλογία του τελευταίου βασικού μισθού που εισέπραξε ως συμβασιούχος και του πρώτου βασικού μισθού του ως μονίμου υπαλλήλου, εντός του ορίου του αριθμού ετών πραγματικής υπηρεσίας. Οι τυχόν επιπλέον εισφορές που αντιστοιχούν στη διαφορά μεταξύ του υπολογισμένου αριθμού ετών συντάξιμης υπηρεσίας και του αριθμού ετών πραγματικής υπηρεσίας επιστρέφονται στον ενδιαφερόμενο βάσει του τελευταίου βασικού μισθού που εισέπραξε ως συμβασιούχος. Η διάταξη αυτή εφαρμόζεται, τηρουμένων των αναλογιών, στην περίπτωση που μόνιμος υπάλληλος γίνεται συμβασιούχος.»

γ)Το άρθρο 4 τροποποιείται ως εξής:

i.Το ισχύον κείμενο γίνεται παράγραφος 1, οι όροι «ή συμβασιούχος» παρεμβάλλονται μεταξύ των όρων «ή έκτακτος» και «υπάλληλος» και η δεύτερη πρόταση του πρώτου εδαφίου αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Μπορεί να ζητήσει να ληφθεί υπόψη, για τον υπολογισμό των δικαιωμάτων σύνταξης, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 3 του παρόντος παραρτήματος, ο συνολικός χρόνος υπηρεσίας του ως μόνιμου, έκτακτου ή συμβασιούχου υπαλλήλου, για τον οποίο έχουν καταβληθεί εισφορές, με την επιφύλαξη:

α) ότι θα επιστρέψει το ποσό του επιδόματος αποχώρησης που του καταβλήθηκε βάσει του άρθρου 12, προσαυξημένο κατά το ποσό ανατοκισμού του με ετήσιο επιτόκιο 3,5%. Στην περίπτωση που ο ενδιαφερόμενος έτυχε εφαρμογής των άρθρων 42 ή 110 του ΚΛΠ, υποχρεούται επίσης να επιστρέψει το ποσό που καταβλήθηκε κατ’ εφαρμογή του εν λόγω άρθρου, προσαυξημένο με τους τόκους ανατοκισμού με το προαναφερόμενο επιτόκιο·

β) να ζητήσει να δεσμευτεί για το σκοπό αυτό, πριν τον υπολογισμό των μεταφερόμενων δικαιωμάτων του σύνταξης αρχαιότητας, που προβλέπεται στην παράγραφο 2 του άρθρου 11, και εφόσον έχει ζητήσει και έχει επιτύχει την εφαρμογή στην περίπτωσή του τού άρθρου αυτού μετά τη νέα ανάληψη καθηκόντων του, το μέρος του ποσού που έχει μεταφερθεί προς το κοινοτικό σύστημα συνταξιοδοτήσεως που αντιστοιχεί στο αναλογιστικό ισοδύναμο, υπολογιζόμενο και μεταφερόμενο προς το σύστημα προέλευσης δυνάμει του άρθρου 11 παράγραφος 1 ή του άρθρου 12, στοιχείο β), προσαυξανόμενο με το ποσό των τόκων ανατοκισμού με ετήσιο επιτόκιο 3,5%.»

ii.Το δεύτερο και το τρίτο εδάφιο αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«Στην περίπτωση που ο ενδιαφερόμενος έτυχε εφαρμογής των άρθρων 42 ή 110 του ΚΛΠ, στο προς δέσμευση ποσό θα συνυπολογίζεται το ποσό που καταβλήθηκε κατ’ εφαρμογή των εν λόγω άρθρων, προσαυξημένο με τόκους ετήσιου ανατοκισμού 3,5%.

Στο μέτρο που το μεταφερόμενο προς το κοινοτικό σύστημα συνταξιοδοτήσεως ποσό είναι ανεπαρκές για την ανασύσταση των δικαιωμάτων συντάξεως που αναφέρονται σε ολόκληρη την προηγούμενη περίοδο δραστηριότητας, επιτρέπεται στον υπάλληλο, μετά από αίτησή του, να συμπληρώσει το οριζόμενο στο πρώτο εδάφιο, στοιχείο β) ποσό.»

iii.Προστίθεται η ακόλουθη παράγραφος 2:

«2. Το προβλεπόμενο στην παράγραφο 1 επιτόκιο δύναται να αναθεωρηθεί σύμφωνα με τις οριζόμενες στο άρθρο 10 του παραρτήματος XII λεπτομέρειες.»

δ)Το άρθρο 5 τροποποιείται ως εξής:

i.Το πρώτο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Κατά παρέκκλιση των διατάξεων που προβλέπονται στο άρθρο 2, ο υπάλληλος ο οποίος παραμένει στην υπηρεσία μετά την ηλικία των 63 ετών, δικαιούται προσαυξήσεως της συντάξεώς του, ίσης προς το 2 % του βασικού μισθού που λαμβάνεται υπόψη για τον υπολογισμό της συντάξεως για κάθε έτος εργασίας μετά την ηλικία αυτή, χωρίς το σύνολο της συντάξεως να δύναται να υπερβεί το 70 % του τελευταίου βασικού μισθού σύμφωνα µε το δεύτερο ή το τρίτο εδάφιο, ανάλογα με την περίπτωση, του άρθρου 77 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως.»

ii.Στο δεύτερο εδάφιο, ο όρος «το 60ό» αντικαθίσταται από τον όρο «το 63ο»

ε)Στο άρθρο 6, οι όροι «στο πρώτο κλιμάκιο του βαθμού D 4» αντικαθίστανται από τους όρους «στο πρώτο κλιμάκιο του βαθμού 1».

στ)Το άρθρο 7 απαλείφεται.

ζ)Στο άρθρο 8, οι όροι

«τους τελευταίους πίνακες θνησιμότητας που εκδίδονται από τις αρμόδιες για τον προϋπολογισμό αρχές, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 39 και βάσει επιτοκίου 3,5% ετησίως.»

αντικαθίστανται από τους όρους

«τον πίνακα θνησιμότητας που αναφέρεται στο άρθρο 9 του παραρτήματος XII, και βάσει του ετησίου επιτοκίου 3,5% το οποίο δύναται να αναθεωρείται σύμφωνα με τις προβλεπόμενες στο άρθρο 10 του παραρτήματος XII λεπτομέρειες.» 

η)Το άρθρο 9 τροποποιείται ως εξής:

i.Στο πρώτο εδάφιο και στην πρώτη περίπτωση του ίδιου εδαφίου, ο αριθμός «60» αντικαθίσταται από τον αριθμό «63»

ii.Στη δεύτερη περίπτωση του πρώτου εδαφίου, ο αριθμός «50» αντικαθίσταται από τον αριθμό «55», η φράση «βάσει του πίνακα που εμφαίνεται κατωτέρω» καθώς και ο ίδιος ο πίνακας διαγράφονται και προστίθεται η ακόλουθη πρόταση:

«Η σύνταξη μειώνεται κατά 3,5% για κάθε έτος πρόωρης καταβολής πριν από την ηλικία κατά την οποία ο υπάλληλος θα είχε αποκτήσει το δικαίωμα σύνταξης αρχαιότητας κατά την έννοια του άρθρου 77 του ΚΥΚ. Εάν μεταξύ της ηλικίας κατά την οποία αποκτάται το δικαίωμα σύνταξης αρχαιότητας, κατά την έννοια του άρθρου 77 του ΚΥΚ, και της ηλικίας του ενδιαφερομένου τη στιγμή εκείνη, η διαφορά υπερβαίνει ένα ακριβή αριθμό ετών, προστίθεται στη μείωση ένα επιπλέον έτος.»

iii.Προστίθεται μία νέα δεύτερη παράγραφος ως εξής:

«Προς το συμφέρον της υπηρεσίας, βάσει αντικειμενικών και συγκεκριμένων κριτηρίων και διαφανών διαδικασιών που καθορίζονται μέσω γενικών εκτελεστικών διατάξεων, η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή δύναται να αποφασίσει να μην εφαρμόσει την προαναφερόμενη μείωση στους ενδιαφερομένους υπαλλήλους, σε ποσοστό 10% κατ’ ανώτατο όριο του συνολικού αριθμού των υπαλλήλων όλων των οργάνων που συνταξιοδοτήθηκαν το προηγούμενο έτος. Το ποσοστό αυτό μπορεί να κυμαίνεται ετησίως μεταξύ 8% και 12%, χωρίς να υπερβαίνει συνολικό ποσοστό 20% σε διάστημα διετίας και χωρίς να θίγεται η δημοσιονομική πειθαρχία. Πριν την πάροδο πενταετίας, η Επιτροπή θα υποβάλει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο έκθεση αξιολόγησης της εφαρμογής του μέτρου αυτού. Όπου αυτό αρμόζει, η Επιτροπή υποβάλλει πρόταση για τον καθορισμό, ύστερα από την πενταετία, του ανώτατου ετήσιου ορίου σε ποσοστό 5 έως 10 % του συνολικού αριθμού των υπαλλήλων όλων των οργάνων, βάσει του άρθρου 283 της συνθήκης ΕΚ»

θ)Παρεμβάλλεται το ακόλουθο άρθρο 9α:

«Άρθρο 9α

Για τον προσδιορισμό του ύψους της μειωμένης συντάξεως υπαλλήλου, ο οποίος έχει αποκτήσει συνταξιοδοτικά δικαιώματα που υπερβαίνουν το 70% του τελευταίου βασικού μισθού του και ζητεί την άμεση καταβολή της συντάξεως αρχαιότητας δυνάμει του άρθρου 9, εφαρμόζεται η μείωση που εμφαίνεται στο άρθρο 9 επί ενός πλασματικού ποσού που αντιστοιχεί στα κτηθέντα συντάξιμα έτη και όχι επί ενός ποσού ίσου κατ’ ανώτατο όριο με το 70% του τελευταίου βασικού μισθού. Σε καμία πάντως περίπτωση δεν θα μπορεί η μειωμένη σύνταξη να υπερβαίνει το 70% του τελευταίου βασικού μισθού κατά την έννοια του άρθρου 77 του ΚΥΚ.»

ι)Το άρθρο 11 τροποποιείται ως εξής:

i.Στην παράγραφο 1, οι όροι «, με αναγωγή του σχετικού ποσού στην ημερομηνία της πραγματικής μεταφοράς,» παρεμβάλλονται μεταξύ των όρων «το ασφαλιστικό στατιστικό ισοδύναμο» και «των δικαιωμάτων της συντάξεως»

ii.Η παράγραφος 2 τροποποιείται ως εξής:

-Στο πρώτο εδάφιο, οι όροι

«έχει την ευχέρεια, κατά το χρόνο της μονιμοποίησής του, να ενεργήσει ώστε να καταβληθεί στις Κοινότητες, είτε το ασφαλιστικό στατιστικό ισοδύναμο, είτε το κατ’αποκοπή ποσό της εξαγοράς των δικαιωμάτων σύνταξης αρχαιότητας που έχει αποκτήσει βάσει των προαναφερομένων δραστηριοτήτων.»

αντικαθίστανται από τους όρους

«έχει την ευχέρεια, από τη στιγμή της μονιμοποίησής του και μέχρι τη στιγμή που θεμελιώνει το δικαίωμα συντάξεως αρχαιότητας κατά την έννοια του άρθρου 77 του ΚΥΚ, να ενεργήσει ώστε να καταβληθεί στις Κοινότητες το κεφάλαιο, με αναγωγή του σχετικού ποσού στο χρόνο της πραγματικής μεταφοράς του, που αντιπροσωπεύει τα δικαιώματα σύνταξης τα οποία έχει αποκτήσει βάσει των προαναφερομένων δραστηριοτήτων.»

-Το δεύτερο εδάφιο τροποποιείται ως εξής:

- Μετά τη λέξη «καθορίζει», προστίθεται η έκφραση «, μέσω γενικών εκτελεστικών διατάξεων,».

- Οι όροι «λαμβάνοντας υπόψη το βαθμό μονιμοποιήσεως,» αντικαθίστανται από τους όρους «λαμβάνοντας υπόψη το βασικό μισθό, την ηλικία του και τη συναλλαγματική ισοτιμία κατά την ημερομηνία της αιτήσεως μεταφοράς,».

- Οι όροι «σύμφωνα με το καθεστώς που τον διέπει» αντικαθίστανται από τους όρους «σύμφωνα με το κοινοτικό συνταξιοδοτικό καθεστώς».

- Οι όροι «βάσει του ποσού του στατιστικού ισοδυνάμου ή του κατ’ αποκοπή ποσού της εξαγοράς.»

αντικαθίστανται από τους όρους

«βάσει του μεταφερθέντος κεφαλαίου, αφαιρουμένου του ποσού που αντιπροσωπεύει την ανατίμηση του κεφαλαίου μεταξύ της ημερομηνίας της αιτήσεως μεταφοράς και της ημερομηνίας που διενεργήθηκε η μεταφορά.»

-Προστίθεται το ακόλουθο εδάφιο:

«Ο υπάλληλος μπορεί να κάνει χρήση της ευχέρειας αυτής μία μόνον φορά ανά κράτος μέλος και ανά ταμείο συντάξεων.»

ια)Το άρθρο 12 τροποποιείται ως εξής:

i.Το ισχύον κείμενο γίνεται παράγραφος 1 και, στο εισαγωγικό μέρος, οι όροι «ή της εφαρμογής των διατάξεων του άρθρου 11, παράγραφος 1» αντικαθίστανται από τους όρους «άμεσης ή ετερόχρονης» και οι όροι «σε καταβολή» απαλείφονται.

ii.Στο πρώτο νέο εδάφιο , ο αριθμός «60» αντικαθίσταται από τον αριθμό «63».

iii.Τα σημεία α), β), γ) και δ) αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«α) εάν έχει υπηρετήσει λιγότερο από ένα έτος, και εφόσον δεν έχει τύχει εφαρμογής του άρθρου 11 παράγραφος 2, καταβολή ενός επιδόματος αποχώρησης ίσου προς το τριπλάσιο των ποσών που έχουν παρακρατηθεί από το βασικό μισθό του ως συνταξιοδοτικές εισφορές, αφαιρουμένων των ποσών που έχουν ενδεχομένως καταβληθεί κατ’ εφαρμογή των άρθρων 42 και 110 του ΚΛΠ·

β) στις άλλες περιπτώσεις, εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 11 παράγραφος 1 ή καταβολή του αναλογιστικού ισοδύναμου σε ιδιωτικό ασφαλιστικό οργανισμό ή ταμείο συντάξεων της επιλογής του, το οποίο να εγγυάται:

-τη μη επιστροφή του κεφαλαίου·

- την καταβολή μηνιαίας προσόδου το νωρίτερο από το εξηκοστό και το αργότερο από το εξηκοστό πέμπτο έτος της ηλικίας·

- μεταβιβάσιμες συνταξιοδοτικές παροχές (συντάξεις χηρείας ή επιζώντων)·

- ότι η μεταφορά σε άλλο ασφαλιστικό φορέα ή άλλο ταμείο θα εγκρίνεται μόνον υπό τους ίδιους όρους με τους οριζόμενους στις ανωτέρω τρεις περιπτώσεις.»

iv.Προστίθενται οι ακόλουθες παράγραφοι 2 και 3:

«2. Κατά παρέκκλιση των διατάξεων της παραγράφου 1, στοιχείο β) του παρόντος άρθρου, υπάλληλος ηλικίας κάτω των 63 ετών, ο οποίος, από την είσοδό του στην υπηρεσία, έχει καταβάλει εισφορές για τη σύσταση ή τη διατήρηση των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων του σε εθνικό συνταξιοδοτικό σύστημα ή σε ιδιωτικό ασφαλιστικό οργανισμό ή σε ταμείο συντάξεων της επιλογής του που πληροί τις προϋποθέσεις της προηγούμενης παραγράφου και ο οποίος αποχωρεί οριστικά από την υπηρεσία για άλλο λόγο εκτός από το θάνατο ή την αναπηρία χωρίς να δύναται να λάβει σύνταξη αρχαιότητας άμεση ή ετερόχρονη, δικαιούται, κατά την αποχώρησή του, σε καταβολή επιδόματος αποχώρησης, ίσου με το αναλογιστικό ισοδύναμο των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων του. Στις περιπτώσεις αυτές, τα ποσά που έχουν καταβληθεί για τη σύσταση ή τη διατήρηση των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων του στο εθνικό συνταξιοδοτικό σύστημα, κατ’εφαρμογή των άρθρων 42 ή 110 του Καθεστώτος που εφαρμόζεται επί του Λοιπού Προσωπικού, αφαιρούνται από το επίδομα αποχώρησης.

3. Εντούτοις, στην περίπτωση οριστικής λήξης των καθηκόντων υπαλλήλου λόγω παύσεως, το προς καταβολή επίδομα αποχώρησης ή, κατά περίπτωση, το προς μεταφορά αναλογιστικό ισοδύναμο, καθορίζεται σε συνάρτηση με την απόφαση που έχει ληφθεί σύμφωνα με το άρθρο 7 παράγραφος 1 στοιχείο η), του παραρτήματος IX.»

ιβ)Το άρθρο 12α απαλείφεται. 

ιγ)Ο τίτλος του κεφαλαίου 3 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: «Επίδομα αναπηρίας».

ιδ)Το άρθρο 13 τροποποιείται ως εξής:

i.Το πρώτο εδάφιο γίνεται παράγραφος 1 και οι όροι «της συντάξεως αναπηρίας» αντικαθίστανται από τους όρους «του επιδόματος αναπηρίας».

ii.Το δεύτερο εδάφιο αντικαθίσταται από την ακόλουθη παράγραφο 2:

«2. Ο δικαιούχος επιδόματος αναπηρίας δύναται να ασκεί επαγγελματική δραστηριότητα επ’ αμοιβή μόνον εφόσον η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή του έχει προηγουμένως χορηγήσει τη σχετική άδεια. Στην περίπτωση αυτή, εκπίπτει από το ανωτέρω επίδομα το μέρος εκείνο της αμοιβής του το οποίο, σωρευμένο με το επίδομα αναπηρίας, υπερβαίνει τις τελευταίες εν ενεργεία συνολικές αποδοχές του βάσει του μισθολογικού πίνακα που ισχύει την πρώτη ημέρα του μηνός κατά τον οποίο εκκαθαρίζεται το επίδομα.

Ο ενδιαφερόμενος οφείλει να υποβάλει τα έγγραφα αποδεικτικά στοιχεία που ενδεχομένως θα του ζητηθούν και να γνωστοποιήσει στο όργανο κάθε στοιχείο ικανό να μεταβάλει τα εν λόγω δικαιώματα επί του επιδόματος.»

ιε)Το άρθρο 14 τροποποιείται ως εξής:

i.Οι όροι «συντάξεως αναπηρίας» αντικαθίστανται από τους όρους «επιδόματος αναπηρίας» και οι όροι «της συντάξεως αυτής» αντικαθίστανται από τους όρους «του επιδόματος αυτού».

ii.Στο δεύτερο εδάφιο, οι όροι «Στην περίπτωση αυτή εφαρμόζονται οι διατάξεις που προβλέπονται στο άρθρο 16.» απαλείφονται.

ιστ)Στο άρθρο 15, ο όρος «συντάξεως» αντικαθίσταται από τον όρο «επιδόματος», οι όροι «αυτής της συντάξεως» αντικαθίστανται από τους όρους «αυτού του επιδόματος» και ο αριθμός «60» αντικαθίσταται από τον αριθμό «63».

ιζ)Το άρθρο 16 απαλείφεται.

ιη)Το άρθρο 17 τροποποιείται ως εξής:

i.Οι όροι «η χήρα» αντικαθίστανται από τους όρους «ο επιζών σύζυγος».

ii.Στο πρώτο εδάφιο, οι όροι «εφόσον είχε διατελέσει σύζυγός του» αντικαθίστανται από τους όρους «εφόσον είχε διατελέσει σύζυγός του/της» και οι όροι «συντάξεως χηρείας» αντικαθίστανται από τους όρους «συντάξεως επιζώντων».

ιθ)Το άρθρο 17α τροποποιείται ως εξής:

i.Στο πρώτο και στο δεύτερο εδάφιο, οι όροι «σύνταξη χηρείας» αντικαθίστανται από τους όρους «σύνταξη επιζώντων».

ii.Στο πρώτο και στο τρίτο εδάφιο, οι όροι «η χήρα» αντικαθίστανται από τους όρους «ο επιζών σύζυγος».

iii.Το πρώτο εδάφιο τροποποιείται ως εξής:

*Οι όροι «εφόσον ήταν σύζυγός του επί ένα έτος τουλάχιστον τη στιγμή που ο ενδιαφερόμενος έπαψε να είναι στην υπηρεσία του οργάνου» αντικαθίστανται από τους όρους «εφόσον ο γάμος είχε τελεστεί πριν την αποχώρηση από την υπηρεσία και είχε διατελέσει σύζυγός του επί ένα τουλάχιστον έτος».

*Ο όρος «ο σύζυγος» αντικαθίσταται από τον όρο «ο/η σύζυγος».

κ)Το άρθρο 18 τροποποιείται ως εξής:

i.Οι όροι «η χήρα» αντικαθίστανται από τους όρους «ο επιζών σύζυγος» και ο όρος «ο σύζυγός της» αντικαθίσταται από τον όρο «ο/η σύζυγός της/του».

ii.Στο πρώτο εδάφιο, οι όροι «εφόσον κατά το χρόνο αποχώρησης του υπαλλήλου από την υπηρεσία σε όργανο είχε διατελέσει σύζυγός του επί ένα τουλάχιστον έτος» αντικαθίστανται από τους όρους «εφόσον ο γάμος είχε τελεστεί πριν την αποχώρηση από την υπηρεσία και είχε διατελέσει σύζυγός του επί ένα τουλάχιστον έτος».

iii.Στο δεύτερο εδάφιο, οι όροι «από τη λήξη της δραστηριότητας του συζύγου» αντικαθίστανται από τους όρους «από τη λήξη της δραστηριότητάς του».

κα)Το άρθρο 18α τροποποιείται ως εξής:

i.Οι όροι «η χήρα» αντικαθίστανται από τους όρους «ο επιζών σύζυγος», οι όροι «60ό έτος» αντικαθίστανται από τους όρους «63ο έτος» και ο αριθμός «60» αντικαθίσταται από τον αριθμό «63».

ii.Το πρώτο εδάφιο τροποποιείται ως εξής:

- Οι όροι «εφόσον κατά το χρόνο αποχώρησης του υπαλλήλου από την υπηρεσία του σε όργανο είχε διατελέσει σύζυγός του επί ένα τουλάχιστον έτος» αντικαθίστανται από τους όρους «εφόσον ο γάμος είχε τελεστεί πριν την αποχώρηση από την υπηρεσία και είχε διατελέσει σύζυγός του επί ένα τουλάχιστον έτος».

- Οι όροι «συντάξεως χηρείας» αντικαθίστανται από τους όρους «συντάξεως επιζώντων».

- Ο όρος «ο σύζυγός της» αντικαθίσταται από τον όρο «ο/η σύζυγός της/του».

κβ)Το άρθρο 19 τροποποιείται ως εξής:

i.Οι όροι «συντάξεως αναπηρίας» αντικαθίστανται από τους όρους «επιδόματος αναπηρίας» και ο όρος «ο σύζυγός της» αντικαθίσταται από τον όρο «ο/η σύζυγός της/του».

ii.Το πρώτο εδάφιο τροποποιείται ως εξής:

- Οι όροι «η χήρα» αντικαθίστανται από τους όρους «ο επιζών σύζυγος».

- Οι όροι «εφόσον ήταν σύζυγός του» αντικαθίστανται από τους όρους «εφόσον ήταν σύζυγός του/της».

- Οι όροι «συνταξιοδοτήσεώς του» αντικαθίστανται από τους όρους «καταβολής του επιδόματος».

κγ)Στο άρθρο 21, παράγραφος 1, οι όροι «η χήρα» αντικαθίστανται από τους όρους «ο επιζών σύζυγος» και οι όροι «σύνταξη λόγω συμπληρώσεως συντάξιμου χρόνου ή λόγω αναπηρίας» αντικαθίστανται από τους όρους «σύνταξη αρχαιότητας (γήρατος) ή επίδομα αναπηρίας».

κδ)Το άρθρο 22 τροποποιείται ως εξής:

i.Στο πρώτο εδάφιο, οι όροι «χήρας» αντικαθίστανται από τους όρους «επιζώντος συζύγου».

ii.Στο τρίτο εδάφιο, οι όροι «σύνταξη λόγω συμπληρώσεως συντάξιμου χρόνου ή λόγω αναπηρίας» αντικαθίστανται από τους όρους «σύνταξη αρχαιότητας (γήρατος) ή επίδομα αναπηρίας».

κε)Το άρθρο 24 τροποποιείται ως εξής:

i.Στο πρώτο εδάφιο, οι όροι «σύνταξη λόγω συμπληρώσεως συντάξιμου χρόνου ή λόγω αναπηρίας» αντικαθίστανται από τους όρους «σύνταξη αρχαιότητας (γήρατος) ή επίδομα αναπηρίας».

ii.Στο δεύτερο εδάφιο, προστίθεται η ακόλουθη πρόταση:

«Ομοίως, το δικαίωμα συντάξεως ορφανού λήγει, εάν ο δικαιούχος παύσει να θεωρείται συντηρούμενο τέκνο κατά την έννοια του άρθρου 2 του παραρτήματος VII του ΚΥΚ.» 

κστ)Το άρθρο 25 τροποποιείται ως εξής:

Οι όροι «σύνταξη λόγω συμπληρώσεως συντάξιμου χρόνου ή λόγω αναπηρίας» αντικαθίστανται από τους όρους «σύνταξη αρχαιότητας (γήρατος) ή επίδομα αναπηρίας».

αα)Στο άρθρο 26, οι όροι «η χήρα» αντικαθίστανται από τους όρους «ο επιζών σύζυγος».

ββ)Το άρθρο 27 τροποποιείται ως εξής:

i.Ο όρος «πρώην σύζυγός της» αντικαθίσταται από τον όρο «πρώην σύζυγος» και ο όρος «του πρώην συζύγου της» αντικαθίσταται από τον όρο «του πρώην συζύγου».

ii.Στο πρώτο και στο τρίτο εδάφιο, ο όρος «Η διαζευγμένη σύζυγος» αντικαθίσταται από τον όρο «Ο διαζευγμένος σύζυγος».

iii.Στο πρώτο εδάφιο, οι όροι «να της καταβάλλει» αντικαθίστανται από τους όρους «να του καταβάλλει» και προστίθενται οι όροι «, επισήμως καταχωρηθείσα και εκτελεσθείσα».

iv.Στο τρίτο εδάφιο, οι όροι «χάνει το δικαίωμά της» αντικαθίστανται από τους όρους «χάνει το δικαίωμά του».

γγ)Το άρθρο 28 τροποποιείται ως εξής:

i.Στο πρώτο εδάφιο, η φράση «περισσότερες από µία διαζευγμένες σύζυγοι που δικαιούνται σύνταξης επιζώντων ή µία ή περισσότερες διαζευγμένες σύζυγοι και µία χήρα δικαιούμενη» αντικαθίσταται από τη φράση «περισσότεροι από ένα διαζευγμένοι σύζυγοι που δικαιούνται σύνταξης επιζώντων ή ένας ή περισσότεροι διαζευγμένοι σύζυγοι και ένας επιζών σύζυγος δικαιούμενος».

ii.Στο δεύτερο εδάφιο, οι όροι «μιας των δικαιούχων, η μερίδα αυτής» αντικαθίστανται από τους όρους «ενός των δικαιούχων, η μερίδα αυτού».

δδ)Στο άρθρο 29, οι όροι «η πρώην σύζυγος εξέπεσε των δικαιωμάτων της» αντικαθίστανται από τους όρους «ο διαζευγμένος σύζυγος εξέπεσε των δικαιωμάτων του» και οι όροι «στη χήρα» αντικαθίστανται από τους όρους «στον επιζώντα σύζυγο».

εε)Στο άρθρο 31, οι όροι «συντάξεως αναπηρίας» αντικαθίστανται από τους όρους «επιδόματος αναπηρίας».

στστ)Στο άρθρο 31α, οι όροι «είτε σύμφωνα µε τους κανονισμούς (ΕΟΚ, Ευρατόμ, ΕΚΑΧ) αριθ. 259/68 ή (Ευρατόμ, ΕΚΑΧ, ΕΟΚ) αριθ. 2530/72 ή (ΕΚΑΧ, ΕΟΚ, Ευρατόμ) αριθ. 1543/73 ή (ΕΚΑΧ, ΕΟΚ, Ευρατόμ) αριθ. 2150/82 ή (ΕΚΑΧ, ΕΟΚ, Ευρατόμ) αριθ. 1679/85» αντικαθίστανται από τους όρους «είτε σύμφωνα µε τους κανονισμούς (ΕΟΚ) αριθ. 1857/89, (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 1746/2002, (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 1747/2002 ή (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 1748/2002».

ζζ)Στο άρθρο 34, το δεύτερο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Οι προβλεπόμενες στα άρθρα 80 και 81 του ΚΥΚ διατάξεις εφαρμόζονται επίσης στα τέκνα που γεννήθηκαν πριν την παρέλευση 300 ημερών από το θάνατο του υπαλλήλου ή του πρώην υπαλλήλου δικαιούχου συντάξεως αρχαιότητας (γήρατος) ή επιδόματος αναπηρίας.»

ηη)Στο άρθρο 35, οι όροι «συντάξεως αρχαιότητας, αναπηρίας ή επιζώντων» αντικαθίστανται από τους όρους «συντάξεως αρχαιότητας (γήρατος) ή επιζώντων ή επιδόματος αναπηρίας».

θθ)Στο άρθρο 36, οι όροι «ή επιδόματος αναπηρίας» παρεμβάλλονται μεταξύ των όρων «μισθού» και «υπόκειται σε συνεισφορά».

ιι)Το άρθρο 39 απαλείφεται.

ιαια)Το άρθρο 40 τροποποιείται ως εξής:

i.Στο πρώτο εδάφιο, οι όροι «συντάξεως αρχαιότητας, αναπηρίας ή επιζώντων ή της προσωρινής συντάξεως» αντικαθίστανται από τους όρους «συντάξεως αρχαιότητας (γήρατος), επιζώντων ή της προσωρινής συντάξεως ή του επιδόματος αναπηρίας».

ii.Το δεύτερο εδάφιο τροποποιείται ως εξής:

- Οι όροι «Η σύνταξη αρχαιότητας ή αναπηρίας» αντικαθίστανται από τους όρους «Η σύνταξη αρχαιότητας ή το επίδομα αναπηρίας».

- Οι όροι «ένα από τα όργανα των τριών Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων» αντικαθίστανται από τους όρους «τον γενικό προϋπολογισμό ή τις Υπηρεσίες».

- Προστίθεται η πρόταση «Ομοίως, είναι ασυμβίβαστες με οποιαδήποτε αμοιβή προκύπτει από ανάληψη καθηκόντων σε ένα από τα όργανα ή τις Υπηρεσίες.».

ιβιβ)Το άρθρο 42 τροποποιείται ως εξής:

i.Οι όροι «σύνταξη λόγω συμπληρώσεως συντάξιμου χρόνου ή λόγω αναπηρίας» αντικαθίστανται από τους όρους «σύνταξη αρχαιότητας (γήρατος) ή επίδομα αναπηρίας».

ii.Ο όρος «ή του επιδόματός τους» παρεμβάλλεται μεταξύ των όρων «των συνταξιοδοτικών τους δικαιωμάτων» και «εντός του επομένου έτους...» 

ιγιγ)Στο άρθρο 44, ο όρος «οριστικά» αντικαθίσταται από τον όρο «προσωρινά» και οι όροι «του άρθρου 86 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως» αντικαθίστανται από τους όρους «του άρθρου 7 του παραρτήματος IX του ΚΥΚ».

ιδιδ)Στο άρθρο 45, το τρίτο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Για τους συνταξιούχους που διαμένουν εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης, οι παροχές καταβάλλονται σε ευρώ σε τράπεζα της χώρας διαμονής τους.

Για τους συνταξιούχους που διαμένουν εκτός της Ένωσης, η σύνταξη καταβάλλεται σε ευρώ και σε τράπεζα της χώρας διαμονής. Μπορεί, κατά παρέκκλιση, να καταβάλλεται σε ευρώ σε τράπεζα της χώρας στην οποία έχει την έδρα του το όργανο, είτε σε συνάλλαγμα στη χώρα διαμονής, με μετατροπή των ευρώ βάσει των πλέον πρόσφατων τιμών συναλλάγματος που χρησιμοποιούνται για την εκτέλεση του γενικού προϋπολογισμού των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.

Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται κατ’ αναλογία στους δικαιούχους επιδόματος αναπηρίας.» 

ιειε)Στο άρθρο 46, οι όροι «σύνταξη λόγω συμπληρώσεως συντάξιμου χρόνου ή λόγω αναπηρίας» αντικαθίστανται από τους όρους «σύνταξη αρχαιότητας (γήρατος) ή επίδομα αναπηρίας».

94.Το παράρτημα IX αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ IX
Πειθαρχική διαδικασία

Τμήμα 1: Γενικές διατάξεις

Άρθρο 1

1. Μόλις μια έρευνα της Υπηρεσίας Καταπολέμησης της Απάτης (OLAF) αποκαλύψει το ενδεχόμενο προσωπικής εμπλοκής υπαλλήλου (ή πρώην υπαλλήλου) ενός οργάνου, ο υπάλληλος αυτός ενημερώνεται ταχύτατα, εφόσον η ενημέρωση αυτή δεν βλάπτει την εξέλιξη της έρευνας. Εν πάση περιπτώσει, δεν μπορούν να συνταχθούν πορίσματα αναφερόμενα ονομαστικά σε υπάλληλο του οργάνου κατά την περάτωση της έρευνας, χωρίς να έχει δοθεί η δυνατότητα στον υπάλληλο αυτό να διατυπώσει τη γνώμη του για το σύνολο των γεγονότων που τον αφορούν.

2. Στις περιπτώσεις που απαιτούν την απόλυτη τήρηση του απορρήτου για τους σκοπούς της έρευνας και συνεπάγονται προσφυγή σε ανακριτικές διαδικασίες που εμπίπτουν στην αρμοδιότητα εθνικής δικαστικής αρχής, η εκτέλεση της υποχρέωσης να κληθεί ο υπάλληλος να διατυπώσει τη γνώμη του μπορεί να αναβληθεί, σε συμφωνία με την αρμόδια για τους διορισμούς αρχή. Στην περίπτωση αυτή, δεν μπορεί να κινηθεί πειθαρχική διαδικασία, πριν δοθεί στον υπάλληλο η δυνατότητα να διατυπώσει τη γνώμη του.

3. Εάν, κατόπιν έρευνας της OLAF, δεν μπορεί να στηριχθεί καμία κατηγορία κατά υπαλλήλου κατά του οποίου διατυπώθηκαν ισχυρισμοί, ο φάκελος της έρευνας που τον αφορά τίθεται στο αρχείο με απόφαση του διευθυντή της OLAF, ο οποίος ενημερώνει σχετικά τον υπάλληλο και το οικείο όργανο εγγράφως. Ο υπάλληλος μπορεί να ζητήσει να συμπεριληφθεί η απόφαση αυτή στον ατομικό του φάκελο.

Άρθρο 2

1. Οι κανόνες που ορίζονται στο άρθρο 1 εφαρμόζονται αναλόγως στις διοικητικές έρευνες που διενεργούνται από την αρμόδια για τους διορισμούς αρχή.

2. Η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή ενημερώνει τον ενδιαφερόμενο για το πέρας της έρευνας· του κοινοποιεί δε τα πορίσματα της έκθεσης που συντάχθηκε για την έρευνα και, κατόπιν αιτήσεώς του και με την επιφύλαξη της προστασίας των νομίμων συμφερόντων τρίτων, όλα τα έγγραφα που έχουν άμεση σχέση με τους ισχυρισμούς που διατυπώθηκαν εναντίον του.

3. Τα όργανα θεσπίζουν τις λεπτομέρειες εφαρμογής του παρόντος άρθρου, σύμφωνα με το άρθρο 110 του Κανονισμού Υπηρεσιακής Κατάστασης.

Άρθρο 3

1. Με βάση την έκθεση που συντάχθηκε για την έρευνα, αφού κοινοποιηθούν στον ενδιαφερόμενο υπάλληλο όλα τα στοιχεία του φακέλου και μετά από ακρόαση του ενδιαφερομένου υπαλλήλου, η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή μπορεί:

α) να αποφασίσει ότι δεν μπορεί να γίνει δεκτή καμία κατηγορία κατά του εν λόγω υπαλλήλου. Ο τελευταίος τότε ενημερώνεται σχετικά εγγράφως· ή

β) να αποφασίσει, ακόμη και αν υπάρχει παράβαση υποχρεώσεων ή υπάρχουν σχετικές ενδείξεις, ότι δεν πρέπει να επιβληθεί καμία κύρωση και, ενδεχομένως, να απευθύνει στον υπάλληλο προειδοποίηση· ή

γ) σε περίπτωση παράβασης των υποχρεώσεων, σύμφωνα με το άρθρο 86 του Κανονισμού Υπηρεσιακής Κατάστασης:

1) να αποφασίσει να κινήσει την πειθαρχική διαδικασία που προβλέπεται στο τμήμα 4, ή

2) να αποφασίσει να κινήσει πειθαρχική διαδικασία ενώπιον του πειθαρχικού συμβουλίου.

Άρθρο 3a

Υπάλληλος ο οποίος για αντικειμενικούς λόγους δεν μπορεί να ακουστεί δυνάμει των διατάξεων του παρόντος παραρτήματος, μπορεί να εκπροσωπηθεί από άτομο της επιλογής του. Μπορεί επίσης να του ζητηθεί να διατυπώσει γραπτώς τα σχόλιά του.

Τμήμα 2: Πειθαρχικό συμβούλιο

Άρθρο 4

1. Σε κάθε όργανο συνιστάται πειθαρχικό συμβούλιο, στο εξής καλούμενο «το συμβούλιο». Τουλάχιστον ένα μέλος του συμβουλίου, το οποίο μπορεί να είναι και ο πρόεδρος, επιλέγεται από πρόσωπα εκτός του οργάνου.

2. Το συμβούλιο απαρτίζεται από τον πρόεδρο και από τέσσερα τακτικά μέλη, τα οποία μπορούν να αντικατασταθούν από αναπληρωτές· για τις περιπτώσεις όπου ενέχεται υπάλληλος βαθμού μέχρι AD 13, το συμβούλιο περιλαμβάνει δύο συμπληρωματικά μέλη που ανήκουν στην ίδια ομάδα καθηκόντων και στον ίδιο βαθμό με τον υπάλληλο που υποβάλλεται στην πειθαρχική διαδικασία.

3. Τα τακτικά μέλη του συμβουλίου και οι αναπληρωτές τους διορίζονται μεταξύ των εν ενεργεία υπαλλήλων με βαθμό τουλάχιστον AD 14 για όλες τις περιπτώσεις, εκτός από εκείνες που αφορούν υπαλλήλους βαθμού AD 16 ή AD 15.

4. Τα μέλη του συμβουλίου και οι αναπληρωτές τους διορίζονται μεταξύ των εν ενεργεία υπαλλήλων με βαθμό AD 16 για τις περιπτώσεις που αφορούν υπαλλήλους βαθμού AD 16 ή AD 15.

5. Η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή και η επιτροπή προσωπικού συμφωνούν για την εφαρμογή ειδικής προς τούτο διαδικασίας για τον διορισμό των δύο συμπληρωματικών μελών που αναφέρονται στην παράγραφο 2 και που πρέπει να μετέχουν στη σύνθεση στις περιπτώσεις όπου ενέχεται μόνιμος υπάλληλος τοποθετημένος σε χώρα εκτός Ένωσης.

Άρθρο 5

1. Η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή και η επιτροπή προσωπικού διορίζουν η κάθε μία, ταυτόχρονα, δύο τακτικά μέλη και δύο αναπληρωματικά.

2. Ο πρόεδρος και ο αναπληρωτής του διορίζονται από την αρμόδια για τους διορισμούς αρχή.

3. Ο πρόεδρος, τα μέλη και οι αναπληρωτές διορίζονται για περίοδο τριών ετών. Εντούτοις, τα όργανα μπορούν να προβλέψουν για τα μέλη και τους αναπληρωτές τους μικρότερη διάρκεια θητείας, τουλάχιστον όμως ενός έτους.

4. Τα δύο μέλη του διευρυμένου συμβουλίου σύμφωνα με το άρθρο 4 παράγραφος 2 διορίζονται με τον ακόλουθο τρόπο:

a) η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή συντάσσει κατάλογο που περιλαμβάνει, στο μέτρο του δυνατού, τα ονόματα δύο υπαλλήλων κάθε βαθμού από κάθε ομάδα καθηκόντων. Ταυτόχρονα, η επιτροπή προσωπικού διαβιβάζει στην αρμόδια για τους διορισμούς αρχή κατάλογο που συντάσσει με τον ίδιο τρόπο.

β) εντός δέκα ημερών από την κοινοποίηση της αναφοράς που συνιστά την απόφαση κίνησης της πειθαρχικής διαδικασίας ή της διαδικασίας που αναφέρεται στο άρθρο 22 του ΚΥΚ, ο πρόεδρος του συμβουλίου, παρουσία του ενδιαφερομένου, προχωρεί σε κλήρωση ενός μέλους του συμβουλίου από κάθε ένα από τους ανωτέρω καταλόγους. Ο πρόεδρος μπορεί να αποφασίσει να τον αντικαταστήσει ο γραμματέας στη διαδικασία αυτή. Ο πρόεδρος κοινοποιεί στον ενδιαφερόμενο υπάλληλο και σε κάθε ένα από τα μέλη τη σύνθεση του συμβουλίου.

5. Εντός πέντε ημερών από τη συγκρότηση του συμβουλίου, ο ενδιαφερόμενος υπάλληλος μπορεί μία φορά να ζητήσει την εξαίρεση ενός από τα μέλη του συμβουλίου. Εντός της ίδιας προθεσμίας, τα μέλη του συμβουλίου μπορούν να προβάλλουν θεμιτούς λόγους αυτοεξαίρεσής τους και υποχρεούνται να απόσχουν, εάν υπάρχει σύγκρουση συμφερόντων.

Ο πρόεδρος του συμβουλίου προβαίνει, εάν χρειάζεται, σε νέα κλήρωση για την αντικατάσταση των μελών που διορίστηκαν σύμφωνα με την παράγραφο 4.

Άρθρο 5α

Το συμβούλιο επικουρείται από ένα γραμματέα, ο οποίος διορίζεται από την αρμόδια για τους διορισμούς αρχή.    

Άρθρο 6

1. Ο πρόεδρος και τα μέλη του συμβουλίου απολαύουν απόλυτης ανεξαρτησίας κατά την άσκηση της αποστολής τους.

2. Οι διασκέψεις και οι εργασίες του συμβουλίου είναι απόρρητες.

Τμήμα 3: Πειθαρχικές κυρώσεις

Άρθρο 7

1. Η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή μπορεί να επιβάλει μια από τις ακόλουθες κυρώσεις:

a) έγγραφη προειδοποίηση·

β) επίπληξη·

γ) αναστολή της προαγωγής κατά κλιμάκιο για διάστημα μεταξύ ενός μηνός και είκοσι τριών μηνών·

δ) τοποθέτηση σε κατώτερο κλιμάκιο·

ε) προσωρινό υποβιβασμό για περίοδο μεταξύ 15 ημερών και ενός έτους·

στ) υποβιβασμό στο εσωτερικό της ίδιας ομάδας καθηκόντων·

ζ) κατάταξη σε κατώτερη ομάδα καθηκόντων, με ή χωρίς υποβιβασμό·

η) παύση με ενδεχόμενη μείωση κατά το ανάλογο χρονικό διάστημα της σύνταξης ή με παρακράτηση, για συγκεκριμένο διάστημα, από το ποσό του επιδόματος αναπηρίας, χωρίς οι συνέπειες της κύρωσης αυτής να θίγουν τους έλκοντες δικαιώματα από τον υπάλληλο. Ωστόσο, στην περίπτωση τέτοιας παρακράτησης, το εισόδημα του εν λόγω πρώην υπαλλήλου δεν μπορεί να είναι κατώτερο από το ελάχιστο όριο διαβίωσης που προβλέπεται στο άρθρο 6 του παραρτήματος VIII του παρόντος Κανονισμού Υπηρεσιακής Κατάστασης, προσαυξημένο ενδεχομένως με τα οικογενειακά επιδόματα.

2.    Στην περίπτωση συνταξιούχου ή υπαλλήλου που λαμβάνει επίδομα αναπηρίας, η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή μπορεί να αποφασίσει, για ορισμένο χρονικό διάστημα, παρακράτηση από το ποσό της σύνταξής του ή του επιδόματος αναπηρίας, χωρίς οι συνέπειες της κύρωσης αυτής να θίγουν τους έλκοντες δικαιώματα από τον υπάλληλο. Το εισόδημα του εν λόγω υπαλλήλου εντούτοις δεν μπορεί να είναι κατώτερο από το ελάχιστο όριο διαβίωσης που προβλέπεται στο άρθρο 6 του παραρτήματος VIII του παρόντος Κανονισμού Υπηρεσιακής Κατάστασης, προσαυξημένο ενδεχομένως με τα οικογενειακά επιδόματα.

3.    Για το ίδιο παράπτωμα μπορεί να επιβληθεί μόνο μία πειθαρχική κύρωση.    

Άρθρο 8

H επιβαλλόμενη πειθαρχική κύρωση πρέπει να είναι ανάλογη προς τη βαρύτητα του διαπραχθέντος παραπτώματος. Για τον καθορισμό της βαρύτητας του παραπτώματος και τη λήψη απόφασης για την κύρωση που θα επιβληθεί, λαμβάνονται υπόψη:

- η φύση του παραπτώματος και οι περιστάσεις υπό τις οποίες έχει διαπραχθεί·

- το μέγεθος της βλάβης που επήλθε στην ακεραιότητα, στη φήμη ή στα συμφέροντα των οργάνων λόγω του διαπραχθέντος παραπτώματος·

- ο βαθμός πρόθεσης ή αμέλειας στο διαπραχθέν παράπτωμα·

- τα κίνητρα που οδήγησαν τον υπάλληλο να διαπράξει το παράπτωμα·

- ο βαθμός και η αρχαιότητα του υπαλλήλου·

- ο βαθμός προσωπικής ευθύνης του υπαλλήλου·

- το επίπεδο των καθηκόντων και αρμοδιοτήτων του υπαλλήλου·

- το στοιχείο της υποτροπής στην πράξη ή την επιλήψιμη συμπεριφορά·

- η συμπεριφορά του υπαλλήλου σε όλη τη διάρκεια της σταδιοδρομίας του.

Τμήμα 4: Πειθαρχική διαδικασία χωρίς προσφυγή στο πειθαρχικό συμβούλιο

Άρθρο 9

Η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή μπορεί να αποφασίσει να επιβάλει την ποινή της έγγραφης προειδοποίησης ή της επίπληξης χωρίς να συμβουλευθεί το πειθαρχικό συμβούλιο. Ο ενδιαφερόμενος υπάλληλος ακούεται πριν ληφθεί το μέτρο αυτό.

Τμήμα 5: Πειθαρχική διαδικασία ενώπιον του πειθαρχικού συμβουλίου

Άρθρο 10

1. Το συμβούλιο επιλαμβάνεται με αναφορά της αρμόδιας για τους διορισμούς αρχής, όπου πρέπει να σημειώνονται με σαφήνεια τα προσαπτόμενα και, εφόσον συντρέχει λόγος, οι περιστάσεις υπό τις οποίες έχουν συντελεστεί, συμπεριλαμβανομένων όλων των επιβαρυντικών ή ελαφρυντικών περιστάσεων.

2. Η αναφορά διαβιβάζεται στον ενδιαφερόμενο υπάλληλο και στον πρόεδρο του συμβουλίου, ο οποίος την γνωστοποιεί στα μέλη του συμβουλίου.

Άρθρο 11

1. Από την κοινοποίηση της αναφοράς αυτής, ο ενδιαφερόμενος υπάλληλος δικαιούται να λάβει πλήρη γνώση του ατομικού του φακέλου, καθώς και να λάβει αντίγραφα όλων των εγγράφων της διαδικασίας, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που είναι ικανά να τον αθωώσουν.

2. Ο ενδιαφερόμενος υπάλληλος διαθέτει προθεσμία δεκαπέντε ημερών τουλάχιστον από την ημερομηνία κοινοποίησης της αναφοράς, με την οποία κινείται η πειθαρχική διαδικασία, για να προετοιμάσει την υπεράσπισή του.

3. Ο ενδιαφερόμενος υπάλληλος μπορεί να βοηθείται από πρόσωπο της εκλογής του.    

Άρθρο 12

Εάν, παρουσία του προέδρου του συμβουλίου, ο ενδιαφερόμενος υπάλληλος αναγνωρίσει ότι υπάρχει επιλήψιμη συμπεριφορά εκ μέρους του και αποδεχθεί άνευ επιφυλάξεων την αναφορά που αναφέρεται στο άρθρο 10, η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή μπορεί να αποσύρει την υπόθεση από το συμβούλιο, τηρουμένης της αρχής της αναλογικότητας μεταξύ της φύσεως του παραπτώματος και της προβλεπόμενης κύρωσης. Όταν η υπόθεση αποσύρεται από το συμβούλιο, ο πρόεδρός του διατυπώνει γνώμη σχετικά με την προβλεπόμενη κύρωση.

Σύμφωνα με τη διαδικασία αυτή, η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή μπορεί να επιβάλει, κατά παρέκκλιση του άρθρου 9, μία από τις κυρώσεις που προβλέπονται στο άρθρο 7 παράγραφος 1, στοιχεία α) έως και δ).

Ο ενδιαφερόμενος υπάλληλος ενημερώνεται πριν αναγνωρίσει το παράπτωμά του για τις πιθανές συνέπειες της αναγνώρισης αυτής.

Άρθρο 13

Πριν από την πρώτη συνεδρίαση του συμβουλίου, ο πρόεδρος αναθέτει σε ένα από τα μέλη του να υποβάλει έκθεση για το σύνολο της υπόθεσης και ενημερώνει σχετικά τα λοιπά μέλη του συμβουλίου.

Άρθρο 14

1. Ο ενδιαφερόμενος υπάλληλος ακούεται από το συμβούλιο· με την ευκαιρία αυτή, μπορεί να παρουσιάσει έγγραφες ή προφορικές παρατηρήσεις, αυτοπροσώπως ή μέσω αντιπροσώπου της επιλογής του. Μπορεί να καλέσει μάρτυρες.

2. Το όργανο εκπροσωπείται ενώπιον του συμβουλίου από υπάλληλο ειδικά εξουσιοδοτημένο από την αρμόδια για τους διορισμούς αρχή, ο οποίος διαθέτει τα ίδια δικαιώματα με τον ενδιαφερόμενο υπάλληλο.

3. Το συμβούλιο μπορεί να ακούσει τους υπαλλήλους της OLAF που διενήργησαν έρευνα, στις περιπτώσεις που η έρευνα άρχισε από την εν λόγω Υπηρεσία.

Άρθρο 15

1. Εάν το συμβούλιο κρίνει ότι δεν έχει διαφωτιστεί επαρκώς για τα προσαπτόμενα στον ενδιαφερόμενο ή για τις περιστάσεις υπό τις οποίες διεπράχθησαν, διατάσσει έρευνα κατ’ αντιπαράσταση.

2. Ο πρόεδρος ή ένα μέλος του συμβουλίου διεξάγει την έρευνα εξ ονόματος του συμβουλίου. Για τους σκοπούς της έρευνας, το συμβούλιο μπορεί να ζητήσει τη διαβίβαση οποιουδήποτε εγγράφου έχει σχέση με την υπόθεση που του έχει υποβληθεί. Το όργανο απαντά σε κάθε αίτηση του είδους αυτού εντός της προθεσμίας που ενδεχομένως έχει τάξει το συμβούλιο. Εάν η αίτηση αυτή απευθύνεται στον υπάλληλο, λαμβάνεται υπόψη κάθε άρνησή του να συμμορφωθεί.

Άρθρο 16

Με βάση τα έγγραφα που προσκομίζονται ενώπιον του συμβουλίου και λαμβάνοντας υπόψη τις ενδεχόμενες έγγραφες ή προφορικές δηλώσεις, καθώς και τα πορίσματα της έρευνας η οποία διεξήχθη, το συμβούλιο εκδίδει κατά πλειοψηφία αιτιολογημένη γνώμη ως προς την πραγματική τέλεση των επιλήψιμων πράξεων και, ανάλογα με την περίπτωση, ως προς την κύρωση που κρίνει ότι πρέπει να επισύρουν τα προσαπτόμενα στον υπάλληλο. Την εν λόγω γνώμη υπογράφουν όλα τα μέλη του συμβουλίου. Κάθε μέλος του συμβουλίου μπορεί να επισυνάψει στη γνώμη τη διαφορετική άποψή του. Η γνώμη διαβιβάζεται στην αρμόδια για τους διορισμούς αρχή και στον ενδιαφερόμενο υπάλληλο εντός δύο μηνών από την ημερομηνία λήψης της έκθεσης της αρμόδιας για τους διορισμούς αρχής, εφόσον η προθεσμία αυτή αρκεί σε σχέση με την πολυπλοκότητα του φακέλου. Όταν έχει διενεργηθεί έρευνα με πρωτοβουλία του συμβουλίου, η προθεσμία είναι τέσσερις μήνες, εφόσον αρκεί σε σχέση με την πολυπλοκότητα του φακέλου.

Άρθρο 17

1. Ο πρόεδρος του συμβουλίου δεν συμμετέχει στη λήψη αποφάσεων του συμβουλίου, εκτός εάν πρόκειται για διαδικαστικά ζητήματα ή σε περίπτωση ισοψηφίας.

2. Ο πρόεδρος μεριμνά για την εκτέλεση των αποφάσεων που έχουν ληφθεί από το συμβούλιο και γνωστοποιεί σε κάθε μέλος όλες τις πληροφορίες και τα έγγραφα που έχουν σχέση με την υπόθεση.    

Άρθρο 18

Ο γραμματέας συντάσσει πρακτικά των συνεδριάσεων του συμβουλίου. Οι μάρτυρες υπογράφουν το πρακτικό των καταθέσεών τους.

Άρθρο 19

1. Τα έξοδα που προκαλούνται κατά τη διάρκεια της πειθαρχικής διαδικασίας με πρωτοβουλία του ενδιαφερομένου, ιδίως οι αμοιβές που καταβάλλονται σε πρόσωπο που έχει επιλέξει για να τον βοηθήσει ή για την υπεράσπισή του, βαρύνουν τον ίδιο στην περίπτωση που η πειθαρχική διαδικασία καταλήξει σε μια από τις κυρώσεις που προβλέπονται στο άρθρο 7.

2. Εντούτοις, η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή μπορεί να αποφασίσει διαφορετικά σε εξαιρετικές περιπτώσεις, στις οποίες η επιβάρυνση αυτή θα ήταν ανεπιεικής για τον ενδιαφερόμενο υπάλληλο.

Άρθρο 20

1. Μετά από ακρόαση του υπαλλήλου, η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή λαμβάνει απόφαση σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 7 και 8, εντός προθεσμίας δύο μηνών από την λήψη της γνώμης του συμβουλίου. Η απόφαση πρέπει να αιτιολογηθεί.

2. Εάν η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή αποφασίσει να θέσει την υπόθεση στο αρχείο χωρίς να απαγγείλει πειθαρχική κύρωση, ενημερώνει σχετικά τον ενδιαφερόμενο υπάλληλο αμελλητί και εγγράφως. Ο υπάλληλος μπορεί να ζητήσει να συμπεριληφθεί η απόφαση αυτή στον ατομικό του φάκελο.

Τμήμα 6: Αναστολή

Άρθρο 21

1. Σε περίπτωση βαρέος παραπτώματος που αποδίδεται στον υπάλληλο από την αρμόδια για τους διορισμούς αρχή, είτε πρόκειται για παράβαση των επαγγελματικών υποχρεώσεών του είτε για παράβαση του κοινού δικαίου, η αρχή αυτή μπορεί ανά πάσα στιγμή να προβεί στην αναστολή ασκήσεως των καθηκόντων του υπαλλήλου που κατηγορείται για το παράπτωμα αυτό για ορισμένο ή αόριστο διάστημα.

2. Η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή λαμβάνει την απόφαση αυτή μετά από ακρόαση του ενδιαφερομένου υπαλλήλου, πλην εξαιρετικών περιστάσεων.

Άρθρο 22

1. Η απόφαση με την οποία απαγγέλλεται η αναστολή ασκήσεως των καθηκόντων του υπαλλήλου καθορίζει εάν, κατά την περίοδο της αναστολής, ο ενδιαφερόμενος διατηρεί στο ακέραιο τις αποδοχές του ή εάν στις αποδοχές του επιβάλλεται παρακράτηση, της οποίας το ποσό καθορίζεται με την ίδια απόφαση. Το ποσό που καταβάλλεται στον υπάλληλο δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να είναι κατώτερο από το ελάχιστο όριο διαβίωσης που προβλέπεται στο άρθρο 6 του παραρτήματος VIII του παρόντος ΚΥΚ, προσαυξημένο ενδεχομένως με τα οικογενειακά επιδόματα.

2. Η κατάσταση του υπαλλήλου, του οποίου έχει ανασταλεί η άσκηση των καθηκόντων, πρέπει να ρυθμιστεί οριστικά εντός έξι μηνών από την ημέρα κατά την οποία η απόφαση αναστολής των καθηκόντων του παράγει αποτελέσματα. Εάν δεν ληφθεί απόφαση εντός έξι μηνών, ο ενδιαφερόμενος λαμβάνει εκ νέου στο ακέραιο τις αποδοχές του, με την επιφύλαξη των διατάξεων της παραγράφου 3.

3. Η παρακράτηση μπορεί να διατηρηθεί και πέραν των έξι μηνών που αναφέρονται στην παράγραφο 2, όταν ο υπάλληλος διώκεται ποινικά για τις ίδιες πράξεις και βρίσκεται κρατούμενος για λόγους σχετικούς με τις διώξεις αυτές. Στις περιπτώσεις αυτές, ο υπάλληλος λαμβάνει εκ νέου στο ακέραιο τις αποδοχές του μόνο αφού το αρμόδιο δικαστήριο απαγγείλει την άρση της κράτησής του.

4. Εάν στον ενδιαφερόμενο δεν επεβλήθη καμία κύρωση ή εάν του επεβλήθη μόνο έγγραφη προειδοποίηση, επίπληξη ή προσωρινή αναστολή της προαγωγής κατά κλιμάκιο, έχει δικαίωμα επιστροφής των παρακρατήσεων που έγιναν επί των αποδοχών του δυνάμει της παραγράφου 1, προσαυξημένων, εάν δεν επεβλήθη κύρωση, με τόκους που υπολογίζονται βάσει του επιτοκίου που ορίζεται στο άρθρο 12 του παραρτήματος VIII.

Τμήμα 7: Παράλληλη ποινική δίωξη

Άρθρο 23

Εάν ο υπάλληλος διώκεται ποινικώς για τις ίδιες πράξεις, η κατάστασή του ρυθμίζεται οριστικά μόνο αφού η απόφαση που εκδόθηκε από το δικαστήριο καταστεί οριστική.

Τμήμα 8: Τελικές διατάξεις

Άρθρο (23α)

Στις περιπτώσεις που η έρευνα έχει αρχίσει από την OLAF, οι αποφάσεις που αναφέρονται στα άρθρα 9, 12, 20 και 21 κοινοποιούνται προς ενημέρωση στην εν λόγω Υπηρεσία.

Άρθρο 24

Ο υπάλληλος στον οποίο έχει επιβληθεί πειθαρχική κύρωση άλλη πλην της παύσεως μπορεί, μετά την πάροδο τριών ετών, εάν πρόκειται για έγγραφη προειδοποίηση ή για επίπληξη, ή μετά την πάροδο έξι ετών, εάν πρόκειται για άλλες κυρώσεις, να υποβάλει αίτηση με σκοπό να απαλειφθεί κάθε μνεία της εν λόγω κύρωσης από τον ατομικό του φάκελο. Η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή αποφασίζει, εάν πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση του ενδιαφερομένου.

Άρθρο 25

Σε περίπτωση νέων πραγματικών στοιχείων στηριζόμενων από σχετικές αποδείξεις, μπορεί να κινηθεί και πάλι η πειθαρχική διαδικασία από την αρμόδια για τους διορισμούς αρχή με δική της πρωτοβουλία ή με αίτηση του ενδιαφερόμενου υπαλλήλου.

Άρθρο 26

Εάν δεν έγινε δεκτή καμία κατηγορία κατά του ενδιαφερομένου κατ’ εφαρμογή του άρθρου 1 παράγραφος 3 και του άρθρου 20 παράγραφος 2, ο τελευταίος έχει δικαίωμα, με αίτησή του, στην ανόρθωση της ζημίας που υπέστη μέσω της κατάλληλης δημοσιότητας της απόφασης της αρμόδιας για τους διορισμούς αρχής.

Άρθρο 27

Κάθε όργανο θεσπίζει, μετά από διαβούλευση με την οικεία επιτροπή προσωπικού, τις λεπτομέρειες εφαρμογής του παρόντος παραρτήματος, εάν το κρίνει αναγκαίο.

95.Το παράρτημα X τροποποιείται ως εξής:

α)Στο άρθρο 2, το δεύτερο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή προχωρεί στις εν λόγω μεταθέσεις ακολουθώντας ειδική διαδικασία, καλούμενη «διαδικασία κινητικότητας», της οποίας τις λεπτομέρειες καθορίζει η ίδια, μετά από γνωμοδότηση της επιτροπής προσωπικού.». 

β)Στο άρθρο 3, η πρώτη πρόταση αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Στο πλαίσιο της διαδικασίας κινητικότητας, η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή μπορεί να αποφασίσει να τοποθετήσει προσωρινά μαζί με τη θέση του υπάλληλο τοποθετημένο σε τρίτη χώρα στην έδρα ή σε οποιοδήποτε άλλο τόπο υπηρεσίας στην Κοινότητα· η τοποθέτηση αυτή, της οποίας δεν προηγείται προκήρυξη κενής θέσης, δεν μπορεί να υπερβεί τα τέσσερα έτη.».

γ)Το άρθρο 5 τροποποιείται ως εξής:

i.Μετά τη λέξη «ανάλογη», παρεμβάλλονται οι λέξεις «με το επίπεδο των καθηκόντων του και».

ii.Προστίθεται το ακόλουθο εδάφιο:

«Οι λεπτομέρειες εφαρμογής του πρώτου εδαφίου καθορίζονται, μετά από γνωμοδότηση της επιτροπής προσωπικού, από την αρμόδια για τους διορισμούς αρχή, η οποία αποφασίζει επίσης για την επίπλωση και τον λοιπό εξοπλισμό των κατοικιών, ανάλογα με τις συνθήκες που επικρατούν σε κάθε τόπο υπηρεσίας.» 

δ)Στο άρθρο 6, οι λέξεις «πέντε ημερολογιακών ημερών» αντικαθίστανται από τις λέξεις «τριών και μισής εργασίμων ημερών».

ε)Το άρθρο 7 τροποποιείται ως εξής:

i.Στο πρώτο εδάφιο, οι λέξεις «πέντε ημερολογιακών ημερών» αντικαθίστανται από τις λέξεις «τριών και μισής εργασίμων ημερών» και οι λέξεις «δυόμισι ημερολογιακών ημερών» αντικαθίστανται από τις λέξεις «δύο εργασίμων ημερών».

ii.Στο δεύτερο εδάφιο, οι λέξεις «είκοσι ημερολογιακές ημέρες» αντικαθίστανται από τις λέξεις «δεκατέσσερις εργάσιμες ημέρες».

στ)Το άρθρο 9 τροποποιείται ως εξής:

i.Στην παράγραφο 1, οι λέξεις «είκοσι ημερολογιακές ημέρες» αντικαθίστανται από τις λέξεις «δεκατέσσερις εργάσιμες ημέρες».

ii.Η παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο τροποποιείται ως εξής:

στην πρώτη πρόταση, οι λέξεις «ημερολογιακές ημέρες» αντικαθίστανται από τις λέξεις «εργάσιμες ημέρες».

Η δεύτερη πρόταση απαλείφεται.

ζ)Στο άρθρο 10, η παράγραφος 1 τροποποιείται ως εξής:

i.Το έκτο εδάφιο τροποποιείται ως εξής:

στην τέταρτη περίπτωση ο αριθμός «8» αντικαθίσταται από τον αριθμό «7»·

στην πέμπτη περίπτωση οι λέξεις «8.» αντικαθίστανται από τις λέξεις «9 αλλά κατώτερη ή ίση με 11,».

η ακόλουθη περίπτωση παρεμβάλλεται μετά την τέταρτη περίπτωση:

«30% εφόσον η τιμή αυτή είναι ανώτερη από 7 αλλά κατώτερη ή ίση με 9,»·

προστίθεται η ακόλουθη περίπτωση: «- 40% εφόσον η τιμή αυτή είναι ανώτερη από 11.».

ii.Προστίθενται τα ακόλουθα εδάφια:

«Στη διάρκεια της σταδιοδρομίας του, ο υπάλληλος που τοποθετήθηκε σε τόπο θεωρούμενο δύσκολο ή πολύ δύσκολο, για τον οποίο η αποζημίωση συνθηκών διαβίωσης είναι 30%, 35% ή 40%, εάν δεχθεί νέα τοποθέτηση σε τόπο για τον οποίο η αποζημίωση αυτή είναι 30%, 35% ή 40%, θα εισπράττει επιπλέον της αποζημίωσης συνθηκών διαβίωσης που προβλέπεται για το νέο τόπο υπηρεσίας του συμπληρωματική πριμοδότηση 5% του ποσού αναφοράς που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο.

Η πριμοδότηση αυτή χορηγείται σωρευτικά με κάθε τοποθέτηση του υπαλλήλου σε τόπο δύσκολο ή πολύ δύσκολο, χωρίς ωστόσο το άθροισμα της αποζημίωσης συνθηκών διαβίωσης και της πριμοδότησης να μπορεί να υπερβεί το 45% του ποσού αναφοράς που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο.» 

η)Στο άρθρο 13, πρώτο εδάφιο, πρώτη πρόταση, οι λέξεις «κάθε έξι μήνες» αντικαθίστανται από τις λέξεις «μία φορά το χρόνο».

θ)Στο άρθρο 16, πρώτο εδάφιο, οι λέξεις «είτε σε ευρώ είτε στο νόμισμα του τόπου υπηρεσίας» αντικαθίστανται από τις λέξεις «σε ευρώ, στο νόμισμα του τόπου υπηρεσίας ή στο νόμισμα της δαπάνης».

ι)Το άρθρο 17 τροποποιείται ως εξής:

i.Το πρώτο εδάφιο τροποποιείται ως εξής:

*Οι λέξεις «στον οποίο το θεσμικό όργανο δεν έχει παραχωρήσει επιπλωμένη κατοικία» αντικαθίστανται από τις λέξεις «στον οποίο παραχωρείται κατοικία κατ’ εφαρμογή των άρθρων 5 ή 23». 

*[η τροποποίηση δεν αφορά την ελληνική έκδοση]

ii.Στο δεύτερο εδάφιο οι λέξεις «τα πραγματικά έξοδα εγκατάστασης» αντικαθίστανται από τις λέξεις «τα λοιπά έξοδα που προκλήθηκαν από την εν λόγω αλλαγή κατοικίας».

ια)Το άρθρο 18 τροποποιείται ως εξής:

i.Το δεύτερο και το τρίτο εδάφιο αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«Επιπλέον, χορηγείται στον υπάλληλο η ημερήσια αποζημίωση που προβλέπεται στο άρθρο 10 του παραρτήματος VII, μειωμένη κατά 50%, πλην περιπτώσεως ανωτέρας βίας, η ύπαρξη της οποίας κρίνεται από την αρμόδια για τους διορισμούς αρχή.».

ii.[η τροποποίηση δεν αφορά την ελληνική έκδοση]

ιβ)Το άρθρο 19 τροποποιείται ως εξής:

i.Οι λέξεις «για υπηρεσιακούς λόγους στο εσωτερικό του τομέα δραστηριότητάς του» αντικαθίστανται από τις λέξεις «για υπηρεσιακούς λόγους που συνδέονται ευθέως με την άσκηση των καθηκόντων του».

ii.Οι λέξεις «που τίθεται στη διάθεσή του» αντικαθίστανται από τις λέξεις «που διαθέτει πρόσβαση».

ιγ)Στο άρθρο 21, το πρώτο και το δεύτερο εδάφιο αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«Για τον υπάλληλο που είναι υποχρεωμένος να αλλάξει κατοικία για να συμμορφωθεί προς το άρθρο 20 του Κανονισμού Υπηρεσιακής Κατάστασης, κατά την ανάληψη των καθηκόντων του ή σε περίπτωση μετάθεσης, το θεσμικό όργανο βαρύνεται, υπό τις προϋποθέσεις που καθορίζει η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή και ανάλογα με τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες μπορεί να του εξασφαλισθεί στέγη στον τόπο υπηρεσίας:

- με τη μετακόμιση της οικοσκευής (όλης ή μέρους) από τον τόπο όπου πράγματι βρίσκεται η εν λόγω οικοσκευή προς τον τόπο υπηρεσίας, καθώς και με τη μεταφορά των προσωπικών ειδών, σε περίπτωση που τίθεται στη διάθεσή του μη επιπλωμένη κατοικία·

- με τη μεταφορά των προσωπικών ειδών και τη φύλαξη της οικοσκευής, σε περίπτωση που τίθεται στη διάθεσή του επιπλωμένη κατοικία.» 

ιδ)Στο άρθρο 23, οι λέξεις «των καθηκόντων που ασκεί» αντικαθίστανται από τις λέξεις «των καθηκόντων του».

ιε)Το κεφάλαιο 5 και το οικείο άρθρο 26 απαλείφονται.

ιστ)Το κεφάλαιο 6 και το οικείο άρθρο 27 απαλείφονται.

96.Το παράρτημα XI αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ XI

Κεφάλαιο 1 – Ετήσια εξέταση του επιπέδου των αποδοχών (άρθρο 65 παράγραφος 1 του ΚΥΚ)

Τμήμα 1: Στοιχεία των ετήσιων προσαρμογών

Άρθρο 1

1.    Έκθεση της Στατιστικής Υπηρεσίας των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων

Για την εξέταση που προβλέπεται στο άρθρο 65 παράγραφος 1 του Κανονισμού Υπηρεσιακής Κατάστασης, η Στατιστική Υπηρεσία εκπονεί κάθε χρόνο πριν το τέλος Οκτωβρίου έκθεση που αναφέρεται στην εξέλιξη του κόστους ζωής στις Βρυξέλλες, στις οικονομικές ισοτιμίες μεταξύ Βρυξελλών και ορισμένων τόπων υπηρεσίας εντός των κρατών μελών και στην εξέλιξη της αγοραστικής δύναμης των αποδοχών των εθνικών δημοσίων υπαλλήλων των κεντρικών διοικήσεων.

2.    Εξέλιξη του κόστους ζωής για τις Βρυξέλλες (διεθνής δείκτης Βρυξελλών)

Βάσει στοιχείων που παρέχουν οι βελγικές αρχές, η Στατιστική Υπηρεσία καθορίζει ένα δείκτη που επιτρέπει να μετρηθεί η εξέλιξη του κόστους ζωής με το οποίο επιβαρύνονται οι υπάλληλοι των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων που υπηρετούν στις Βρυξέλλες. Ο δείκτης αυτός (καλούμενος «διεθνής δείκτης Βρυξελλών») λαμβάνει υπόψη την εξέλιξη που διαπιστώθηκε μεταξύ Ιουνίου του προηγούμενου έτους και Ιουνίου του τρέχοντος έτους· υπολογίζεται σύμφωνα με τη στατιστική μέθοδο που ορίζεται από την «ομάδα του άρθρου 64 του ΚΥΚ» (βλέπε άρθρο 13).

3.    Εξέλιξη του κόστους ζωής εκτός Βρυξελλών (οικονομικές ισοτιμίες και τεκμαρτοί δείκτες)

α)    Η Στατιστική Υπηρεσία υπολογίζει, σε συμφωνία με τις εθνικές στατιστικές υπηρεσίες και τις λοιπές αρμόδιες αρχές των κρατών μελών, τις οικονομικές ισοτιμίες, οι οποίες καθορίζουν την αντιστοιχία αγοραστικής δύναμης:

*των αποδοχών που καταβάλλονται στους υπαλλήλους των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων που υπηρετούν στις πρωτεύουσες των κρατών μελών (με εξαίρεση τις Κάτω Χώρες, όπου χρησιμοποιείται ο δείκτης της Χάγης και όχι εκείνος του Άμστερνταμ) και σε ορισμένους άλλους τόπους υπηρεσίας, σε σχέση με τις Βρυξέλλες,

*των συντάξεων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων που καταβάλλονται στα κράτη μέλη, σε σχέση με το Βέλγιο.

β)    Οι οικονομικές ισοτιμίες αναφέρονται στον Ιούνιο κάθε έτους.

γ)    Οι οικονομικές ισοτιμίες υπολογίζονται έτσι ώστε κάθε βασική θέση να μπορεί να ενημερώνεται δύο φορές το χρόνο και να ελέγχεται με άμεση έρευνα τουλάχιστον μία φορά ανά πενταετία. Για την ενημέρωση των οικονομικών ισοτιμιών, η Στατιστική Υπηρεσία χρησιμοποιεί τους καταλληλότερους δείκτες, όπως αυτοί ορίζονται από την «ομάδα του άρθρου 64 του ΚΥΚ» (βλέπε άρθρο 13).

δ)    Η εξέλιξη του κόστους ζωής εκτός Βελγίου και Λουξεμβούργου κατά τη διάρκεια της περιόδου αναφοράς μετράται με τη βοήθεια των τεκμαρτών δεικτών. Οι δείκτες αυτοί αντιστοιχούν στο γινόμενο του διεθνούς δείκτη Βρυξελλών επί την μεταβολή της οικονομικής ισοτιμίας.

4.    Εξέλιξη της αγοραστικής δύναμης των αποδοχών των εθνικών δημοσίων υπαλλήλων των κεντρικών διοικήσεων (ειδικοί δείκτες)

α)    Για να μετρηθεί σε ποσοστά η ανοδική και καθοδική εξέλιξη της αγοραστικής δύναμης των αποδοχών στις εθνικές δημόσιες υπηρεσίες, η Στατιστική Υπηρεσία καθορίζει, με βάση πληροφορίες που παρέχουν πριν από το τέλος Σεπτεμβρίου οι οικείες εθνικές αρχές, ειδικούς δείκτες με τους οποίους εκφράζονται οι εξελίξεις των πραγματικών αποδοχών των εθνικών δημοσίων υπαλλήλων κάθε κεντρικής διοίκησης μεταξύ της 1ης Ιουλίου του προηγούμενου έτους και της 1ης Ιουλίου του τρέχοντος έτους.    
Οι διάφοροι ειδικοί δείκτες καθορίζονται υπό διπλή μορφή:

*ένας δείκτης για κάθε μία από τις ομάδες καθηκόντων, σύμφωνα με τον ορισμό που δίνεται στον Κανονισμό Υπηρεσιακής Κατάστασης,

*ένας μέσος δείκτης σταθμιζόμενος με βάση το δυναμικό των εθνικών δημοσίων υπαλλήλων που αντιστοιχεί σε κάθε ομάδα καθηκόντων.

Καθένας από τους δείκτες αυτούς καθορίζεται σε πραγματικές ακαθάριστες και καθαρές τιμές. Για τη μετάβαση από τις ακαθάριστες στις καθαρές τιμές, λαμβάνονται υπόψη οι υποχρεωτικές κρατήσεις καθώς και τα γενικά φορολογικά στοιχεία.

Για τον καθορισμό των ακαθάριστων και καθαρών δεικτών για το σύνολο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τα αποτελέσματα ανά χώρα σταθμίζονται με το μερίδιο του εθνικού ΑΕΠ στο συνολικό ΑΕΠ της Ευρωπαϊκής Ένωσης, μετρώμενο με τη χρήση των μονάδων αγοραστικής δύναμης, όπως αναφέρεται στις πλέον πρόσφατες στατιστικές που δημοσιεύονται σύμφωνα με τους ορισμούς των εθνικών λογαριασμών οι οποίοι περιλαμβάνονται στο Ευρωπαϊκό Σύστημα Λογαριασμών (ΕΣΟΛ) που ισχύει τη συγκεκριμένη στιγμή.

β)    Οι αρμόδιες εθνικές αρχές παρέχουν στη Στατιστική Υπηρεσία, κατόπιν αιτήσεώς της, όσες συμπληρωματικές πληροφορίες κρίνει απαραίτητες, προκειμένου να καθορίσει ένα ειδικό δείκτη που να μετρά ορθά την εξέλιξη της αγοραστικής δύναμης των εθνικών δημοσίων υπαλλήλων.

Εάν η Στατιστική Υπηρεσία, μετά από νέα διαβούλευση με τις οικείες εθνικές αρχές, διαπιστώσει στατιστικές ανωμαλίες στις ληφθείσες πληροφορίες ή αδυναμία καθορισμού δεικτών που να μετρούν ορθά από στατιστική άποψη την εξέλιξη των πραγματικών εισοδημάτων των δημοσίων υπαλλήλων συγκεκριμένου κράτους μέλους, υποβάλλει έκθεση στην Επιτροπή παρέχοντας και όλα τα στοιχεία εκτίμησης.

γ)    Εκτός από τους ειδικούς δείκτες, η Στατιστική Υπηρεσία υπολογίζει και ορισμένους δείκτες ελέγχου. Ένας από αυτούς έχει τη μορφή δεδομένων που αφορούν το σύνολο των αποδοχών σε πραγματικές τιμές, κατά κεφαλή, στις κεντρικές διοικήσεις, τα οποία καθορίζονται σύμφωνα με τους ορισμούς των εθνικών λογαριασμών που περιλαμβάνονται στο ΕΣΟΛ που ισχύει τη συγκεκριμένη στιγμή.

Η Στατιστική Υπηρεσία περιλαμβάνει στην έκθεσή της για τους ειδικούς δείκτες παρατηρήσεις σχετικά με τις αποκλίσεις μεταξύ των δεικτών αυτών και της εξέλιξης των δεικτών ελέγχου που αναφέρονται ανωτέρω.

Άρθρο 2

Η Επιτροπή συντάσσει ανά τριετία εμπεριστατωμένη έκθεση σχετικά με τις ανάγκες των θεσμικών οργάνων σε προσλήψεις, την οποία διαβιβάζει στο Συμβούλιο και στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Βάσει της έκθεσης αυτής, η Επιτροπή υποβάλλει, ενδεχομένως, στο Συμβούλιο προτάσεις στηριζόμενες σε όλα τα κατάλληλα στοιχεία, μετά από διαβούλευση με τα άλλα θεσμικά όργανα στο πλαίσιο των διατάξεων του Κανονισμού Υπηρεσιακής Κατάστασης.

Τμήμα 2: Τρόπος της ετήσιας προσαρμογής των αποδοχών και συντάξεων

Άρθρο 3

1.    Σύμφωνα με το άρθρο 65 παράγραφος 3 του ΚΥΚ, το Συμβούλιο αποφασίζει πριν το τέλος κάθε έτους για την προσαρμογή των αποδοχών και συντάξεων την οποία προτείνει η Επιτροπή και η οποία βασίζεται στα στοιχεία που προβλέπονται στο τμήμα 1, με ισχύ από την 1η Ιουλίου.

2.    Το ύψος της προσαρμογής ισούται με το γινόμενο του ειδικού δείκτη επί τον διεθνή δείκτη Βρυξελλών. Η προσαρμογή καθορίζεται σε καθαρές τιμές ως ποσοστό ίσο για όλους.

3.    Το ύψος της προσαρμογής που καθορίζεται με τον τρόπο αυτό ενσωματώνεται, σύμφωνα με τη μέθοδο που αναφέρεται κατωτέρω, στον πίνακα των βασικών μισθών ο οποίος περιλαμβάνεται στο άρθρο 66 και στο παράρτημα XIII του Κανονισμού Υπηρεσιακής Κατάστασης, καθώς και στα άρθρα 20 και 63 του καθεστώτος που εφαρμόζεται στο λοιπό προσωπικό:

*το ποσό των καθαρών αποδοχών και συντάξεων χωρίς διορθωτικό συντελεστή προσαυξάνεται ή μειώνεται κατά το ύψος της ετήσιας προσαρμογής που προαναφέρθηκε,

*ο νέος πίνακας των βασικών μισθών καταρτίζεται προσδιορίζοντας το ακαθάριστο ποσό που αντιστοιχεί, μετά την αφαίρεση του φόρου σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 4 και των υποχρεωτικών κρατήσεων στα πλαίσια των καθεστώτων κοινωνικής ασφάλισης και συντάξεων, στο ποσό των καθαρών αποδοχών,

*για τη μετατροπή αυτή των καθαρών ποσών σε ακαθάριστα, λαμβάνεται υπόψη η κατάσταση άγαμου υπαλλήλου που δεν λαμβάνει τις αποζημιώσεις και τα επιδόματα που προβλέπονται στον Κανονισμό Υπηρεσιακής Κατάστασης.

4.    Για την εφαρμογή του κανονισμού (ΕΟΚ, Ευρατόμ, ΕΚΑΧ) αριθ. 260/68 του Συμβουλίου της 29ης Φεβρουαρίου 1968 περί καθορισμού των όρων και της διαδικασίας επιβολής του φόρου του θεσπισθέντος υπέρ των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, τα ποσά που αναφέρονται στο άρθρο 4 του εν λόγω κανονισμού πολλαπλασιάζονται με συντελεστή που αποτελείται από:

*- τον συντελεστή που προκύπτει από την προηγούμενη προσαρμογή ή/και

*- το ύψος της προσαρμογής των αποδοχών που αναφέρεται στην παράγραφο 2.

5.    Κανένας διορθωτικός συντελεστής δεν εφαρμόζεται στο Βέλγιο και στο Λουξεμβούργο.

Οι διορθωτικοί συντελεστές που εφαρμόζονται:

- στις αποδοχές που καταβάλλονται στους υπαλλήλους των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων που υπηρετούν στα άλλα κράτη μέλη και σε ορισμένους άλλους τόπους υπηρεσίας,

- κατά παρέκκλιση του άρθρου 82 παράγραφος 1, στις συντάξεις των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων που καταβάλλονται στα άλλα κράτη μέλη όσον αφορά τα έτη συντάξιμης υπηρεσίας που συμπληρώθηκαν πριν από την [1η Μαΐου 2004],

καθορίζονται από τις σχέσεις μεταξύ των οικονομικών ισοτιμιών που αναφέρονται στο άρθρο 1 και των τιμών συναλλάγματος που προβλέπονται στο άρθρο 63 του Κανονισμού Υπηρεσιακής Κατάστασης για τις αντίστοιχες χώρες.

Εφαρμόζονται οι λεπτομέρειες που προβλέπονται στο άρθρο 8 όσον αφορά την αναδρομική ισχύ των διορθωτικών συντελεστών που εφαρμόζονται στους τόπους υπηρεσίας στους οποίους ο πληθωρισμός είναι πολύ υψηλός.

6.    Τα θεσμικά όργανα προβαίνουν, με αναδρομική ισχύ μεταξύ της ημερομηνίας εφαρμογής και της ημερομηνίας έναρξης ισχύος της απόφασης για τη νέα προσαρμογή, στην αντίστοιχη θετική ή αρνητική διόρθωση των αποδοχών των εν λόγω υπαλλήλων και των συντάξεων που καταβάλλονται στους πρώην υπαλλήλους και τα λοιπά πρόσωπα που έλκουν δικαιώματα από αυτούς.

Εάν η εν λόγω αναδρομική διόρθωση συνεπάγεται ανάκτηση των καθ’ υπέρβαση καταβληθέντων, η ανάκτηση αυτή μπορεί να κλιμακωθεί σε διάστημα δώδεκα μηνών το πολύ από την ημερομηνία έναρξης ισχύος της απόφασης για την προσεχή ετήσια προσαρμογή.

Κεφάλαιο 2 – Ενδιάμεσες προσαρμογές των αποδοχών και των συντάξεων (άρθρο 65 παράγραφος 2 του ΚΥΚ)

Άρθρο 4

1.    Με ισχύ από την 1η Ιανουαρίου, οι ενδιάμεσες προσαρμογές των αποδοχών που προβλέπονται στο άρθρο 65 παράγραφος 2 του Κανονισμού Υπηρεσιακής Κατάστασης αποφασίζονται σε περίπτωση ουσιώδους μεταβολής του κόστους ζωής μεταξύ Ιουνίου και Δεκεμβρίου σε σχέση με το όριο ευαισθητοποίησης που ορίζεται στο άρθρο 6 παράγραφος 1 και αφού ληφθεί υπόψη η πρόβλεψη της εξέλιξης της αγοραστικής δύναμης κατά την τρέχουσα ετήσια περίοδο αναφοράς.

2.    Η πρόταση της Επιτροπής διαβιβάζεται στο Συμβούλιο το αργότερο το δεύτερο δεκαπενθήμερο του Απριλίου.

3.    Αυτές οι ενδιάμεσες προσαρμογές λαμβάνονται υπόψη για την ετήσια προσαρμογή των αποδοχών.

Άρθρο 5

1.    Η Στατιστική Υπηρεσία πραγματοποιεί την πρόβλεψη της εξέλιξης της αγοραστικής δύναμης για την εξεταζόμενη περίοδο το Μάρτιο κάθε έτους, βάσει των στοιχείων που παρέχονται στη συνεδρίαση που προβλέπεται στο άρθρο 12.

Εάν η πρόβλεψη αυτή εμφανίζει αρνητικό ποσοστό, το ήμισυ του ποσοστού αυτού λαμβάνεται υπόψη κατά την ενδιάμεση προσαρμογή.

2.    Η εξέλιξη του κόστους ζωής για τις Βρυξέλλες μετράται από το διεθνή δείκτη Βρυξελλών για την περίοδο από τον Ιούνιο έως το Δεκέμβριο του προηγούμενου ημερολογιακού έτους.

3.    Για καθένα από τους τόπους υπηρεσίας για τους οποίους καθορίστηκε διορθωτικός συντελεστής (με εξαίρεση το Βέλγιο και το Λουξεμβούργο), πραγματοποιείται κατ’ εκτίμηση υπολογισμός για το μήνα Δεκέμβριο των οικονομικών ισοτιμιών που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 3. Η εξέλιξη του κόστους ζωής υπολογίζεται με τον τρόπο που ορίζεται στο άρθρο 1 παράγραφος 3.

Άρθρο 6

1.    Το όριο ευαισθητοποίησης για την εξάμηνη περίοδο που αναφέρεται στο άρθρο 5 παράγραφος 2 του παρόντος παραρτήματος είναι 3,5%.

2.    Για την εφαρμογή του ορίου, επιλέγεται η ακόλουθη διαδικασία, με την επιφύλαξη της εφαρμογής του άρθρου 5 παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο:

- εάν το όριο ευαισθητοποίησης καλύπτεται ή υπερκαλύπτεται για τις Βρυξέλλες (σε συνάρτηση με την εξέλιξη του διεθνούς δείκτη Βρυξελλών μεταξύ Ιουνίου και Δεκεμβρίου), οι αποδοχές προσαρμόζονται για το σύνολο των τόπων σύμφωνα με τη διαδικασία ετήσιας προσαρμογής·

- εάν το όριο ευαισθητοποίησης δεν καλύπτεται στις Βρυξέλλες, προσαρμόζονται μόνο οι διορθωτικοί συντελεστές των τόπων, όπου η εξέλιξη του κόστους ζωής (εκφραζόμενη από την εξέλιξη των τεκμαρτών δεικτών μεταξύ Ιουνίου και Δεκεμβρίου) έχει υπερβεί το όριο ευαισθητοποίησης.

Άρθρο 7

Για την εφαρμογή του άρθρου 6:

Το ύψος της προσαρμογής ισούται με τον διεθνή δείκτη Βρυξελλών, ο οποίος πολλαπλασιάζεται, ενδεχομένως, επί το ήμισυ του ειδικού δείκτη των προβλέψεων, εάν αυτός είναι αρνητικός.

Οι διορθωτικοί συντελεστές ισούνται με τον λόγο μεταξύ της σχετικής οικονομικής ισοτιμίας και της αντίστοιχης τιμής συναλλάγματος που προβλέπεται στο άρθρο 63 του Κανονισμού Υπηρεσιακής Κατάστασης, ο οποίος, εάν το όριο ευαισθητοποίησης δεν καλύπτεται για τις Βρυξέλλες, πολλαπλασιάζεται επί το ύψος της προσαρμογής.

Κεφάλαιο 3 – Ημερομηνία έναρξης παραγωγής αποτελεσμάτων του διορθωτικού συντελεστή
(τόποι με υψηλή αύξηση του κόστους ζωής)

Άρθρο 8

1.    Για τους τόπους με υψηλή αύξηση του κόστους ζωής (μετρώμενη από την εξέλιξη των τεκμαρτών δεικτών), ο διορθωτικός συντελεστής παράγει αποτελέσματα πριν από την 1η Ιανουαρίου για την ενδιάμεση προσαρμογή ή πριν από την 1η Ιουλίου για την ετήσια προσαρμογή. Επιδιώκεται στη συγκεκριμένη περίπτωση να περιορισθεί η απώλεια αγοραστικής δύναμης στο ύψος εκείνης που θα είχε καταγραφεί σε ένα τόπο υπηρεσίας, όπου η εξέλιξη του κόστους ζωής θα αντιστοιχούσε στο όριο ευαισθητοποίησης.

2.    Οι ημερομηνίες έναρξης παραγωγής αποτελεσμάτων της ετήσιας προσαρμογής καθορίζονται ως εξής:

- η 16η Μαΐου για τους τόπους υπηρεσίας των οποίων ο τεκμαρτός δείκτης υπερβαίνει το 6,3%, και

- η 1η Μαΐου για τους τόπους υπηρεσίας των οποίων ο τεκμαρτός δείκτης υπερβαίνει το 12,6%.

3.    Οι ημερομηνίες έναρξης παραγωγής αποτελεσμάτων της ενδιάμεσης προσαρμογής καθορίζονται ως εξής:

- η 16η Νοεμβρίου για τους τόπους υπηρεσίας των οποίων ο τεκμαρτός δείκτης υπερβαίνει το 6,3%, και

- η 1η Νοεμβρίου για τους τόπους υπηρεσίας των οποίων ο τεκμαρτός δείκτης υπερβαίνει το 12,6%.

Κεφάλαιο 4 – Δημιουργία και απόσυρση διορθωτικών συντελεστών (άρθρο 64 του ΚΥΚ)

Άρθρο 9

1.    Οι αρμόδιες αρχές των ενδιαφερομένων κρατών μελών, η διοίκηση ενός θεσμικού οργάνου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ή οι εκπρόσωποι των υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων σε συγκεκριμένο τόπο υπηρεσίας μπορούν να ζητήσουν τη δημιουργία διορθωτικού συντελεστή για τον εν λόγω τόπο.

Η σχετική αίτηση πρέπει να υποστηρίζεται από αντικειμενικά στοιχεία από τα οποία να προκύπτει, στη διάρκεια περισσότερων ετών, αισθητή στρέβλωση της αγοραστικής δύναμης σε συγκεκριμένο τόπο υπηρεσίας σε σχέση με εκείνη που διαπιστώνεται στην πρωτεύουσα του οικείου κράτους μέλους (εκτός των Κάτω Χωρών, όπου αναφερόμαστε στη Χάγη και όχι στο Άμστερνταμ). Εάν η Στατιστική Υπηρεσία επιβεβαιώσει τον αισθητό (άνω του 5%) και διαρκή χαρακτήρα της στρέβλωσης, η Επιτροπή υποβάλλει πρόταση καθορισμού διορθωτικού συντελεστή για τον εν λόγω τόπο.

2.    Το Συμβούλιο, κατόπιν προτάσεως της Επιτροπής, μπορεί επίσης να αποφασίσει να μην εφαρμόζει πλέον διορθωτικό συντελεστή για ένα δεδομένο τόπο. Σε παρόμοια περίπτωση, η πρόταση πρέπει να βασίζεται σε ένα από τα ακόλουθα στοιχεία:

-    σε αίτηση προερχόμενη από τις αρμόδιες αρχές του οικείου κράτους μέλους, από τη διοίκηση ενός θεσμικού οργάνου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ή από τους εκπροσώπους των υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων σε συγκεκριμένο τόπο υπηρεσίας, από την οποία προκύπτει ότι το κόστος ζωής στον εν λόγω τόπο υπηρεσίας παρουσιάζει διαφορά (κατώτερη του 2%) που δεν είναι πλέον σημαντικότερη σε σχέση με εκείνη που καταγράφεται στην πρωτεύουσα του οικείου κράτους μέλους. Ο διαρκής χαρακτήρας της σύγκλισης αυτής πρέπει να επικυρωθεί από τη Στατιστική Υπηρεσία,

-    στο γεγονός ότι δεν υπάρχει πλέον προσωπικό των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων 15 τοποθετημένο στον τόπο αυτό. 

3.    Το Συμβούλιο αποφασίζει επί της προτάσεως σύμφωνα με το άρθρο 64, δεύτερο εδάφιο του Κανονισμού Υπηρεσιακής Κατάστασης. 

Κεφάλαιο 5 – Ρήτρα εξαίρεσης

Άρθρο 10

Σε περίπτωση σοβαρής και αιφνίδιας επιδείνωσης της οικονομικής και κοινωνικής κατάστασης στο εσωτερικό της Κοινότητας, η οποία εκτιμάται βάσει αντικειμενικών στοιχείων που παρέχονται για το σκοπό αυτό από την Επιτροπή, η Επιτροπή, μετά από διαβούλευση με τα άλλα θεσμικά όργανα στο πλαίσιο των διατάξεων του Κανονισμού Υπηρεσιακής Κατάστασης, υποβάλλει κατάλληλες προτάσεις στο Συμβούλιο, το οποίο αποφασίζει με ειδική πλειοψηφία μετά από διαβούλευση με τα άλλα ενδιαφερόμενα θεσμικά όργανα, σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 283 της Συνθήκης.

Κεφάλαιο 6 – Ρόλος της Στατιστικής Υπηρεσίας και σχέσεις με τις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών

Άρθρο 11

Ρόλος της Στατιστικής Υπηρεσίας είναι να μεριμνά για την ποιότητα των βασικών δεδομένων και των στατιστικών μεθόδων που χρησιμοποιούνται για την επεξεργασία των στοιχείων που λαμβάνονται υπόψη κατά τις προσαρμογές των αποδοχών. Έχει ιδίως καθήκον να διατυπώνει εκτιμήσεις ή να πραγματοποιεί τις απαιτούμενες μελέτες για την επίβλεψη αυτή.

Άρθρο 12

Η Στατιστική Υπηρεσία συγκαλεί το Μάρτιο κάθε έτους μια ομάδα εργασίας αποτελούμενη από εμπειρογνώμονες των αρμοδίων αρχών των κρατών μελών και καλούμενη «ομάδα του άρθρου 65 του ΚΥΚ».

Με την ευκαιρία αυτή, εξετάζεται η στατιστική μεθοδολογία καθώς και η εφαρμογή της όσον αφορά τους ειδικούς δείκτες και τους δείκτες ελέγχου.

Τα στοιχεία που επιτρέπουν να γίνει η πρόβλεψη της εξέλιξης της αγοραστικής δύναμης για την ενδιάμεση προσαρμογή των αποδοχών πρέπει να ανακοινώνονται κατά τη συνεδρίαση της εν λόγω ομάδας, όπως και τα δεδομένα για την εξέλιξη της διάρκειας του ωραρίου εργασίας στις κεντρικές διοικήσεις.

Άρθρο 13

Η Στατιστική Υπηρεσία συγκαλεί τουλάχιστον μία φορά ετησίως, και το αργότερο στη διάρκεια του Σεπτεμβρίου, μια ομάδα εργασίας αποτελούμενη από εμπειρογνώμονες των αρμοδίων αρχών των κρατών μελών και καλούμενη «ομάδα του άρθρου 64 του ΚΥΚ».

Με την ευκαιρία αυτή, εξετάζεται ιδίως η στατιστική μεθοδολογία και η εφαρμογή της για τον καθορισμό του διεθνούς δείκτη Βρυξελλών και των οικονομικών ισοτιμιών.    

Άρθρο 14

Κάθε κράτος μέλος κοινοποιεί στη Στατιστική Υπηρεσία, κατόπιν αιτήσεώς της, τα στοιχεία που έχουν άμεση ή έμμεση επίπτωση στη σύνθεση και στην εξέλιξη των αποδοχών των εθνικών δημοσίων υπαλλήλων των κεντρικών διοικήσεων.

Κεφάλαιο 7 – Τελική διάταξη και ρήτρα αναθεώρησης

Άρθρο 15

1.    Οι διατάξεις που προβλέπονται στο παρόν παράρτημα εφαρμόζονται από την 1η Ιουλίου 2004 έως τις 30 Ιουνίου 2013. 

2.    Στο τέλος του τέταρτου έτους πραγματοποιείται αξιολόγηση, ιδίως όσον αφορά τις δημοσιονομικές επιπτώσεις τους. Προς τούτο, η Επιτροπή θα υποβάλει έκθεση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο και, ενδεχομένως, πρόταση τροποποίησης του παρόντος παραρτήματος βάσει του άρθρου 283 της συνθήκης ΕΚ. 

97.Προστίθεται το ακόλουθο παράρτημα XII:

«ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ XII
Λεπτομέρειες εφαρμογής του άρθρου 83α του Κανονισμού Υπηρεσιακής Κατάστασης

Κεφάλαιο 1: Γενικές αρχές

Άρθρο 1

1. Για τον καθορισμό της εισφοράς των υπαλλήλων στο συνταξιοδοτικό καθεστώς που αναφέρεται στο άρθρο 83α παράγραφος 2 του ΚΥΚ, η Επιτροπή πραγματοποιεί ανά πενταετία, με αρχή το 2004, την αναλογιστική αποτίμηση της ισορροπίας του συνταξιοδοτικού καθεστώτος που προβλέπεται στο άρθρο 83α παράγραφος 3 του ΚΥΚ.

2. Για την εξέταση που αναφέρεται στο άρθρο 83α παράγραφος 4 του ΚΥΚ, η Επιτροπή πραγματοποιεί κάθε έτος ενημέρωση της εν λόγω αναλογιστικής αποτίμησης, λαμβάνοντας υπόψη την εξέλιξη του πληθυσμού όπως ορίζεται στο άρθρο 9, του επιτοκίου που ορίζεται στο άρθρο 10 και του ποσοστού ετήσιας αλλαγής στον πίνακα μισθών των κοινοτικών υπαλλήλων, όπως ορίζεται στο άρθρο 11.

3. Η αποτίμηση και οι ενημερώσεις πραγματοποιούνται κάθε έτος n, βάσει του πληθυσμού των ενεργών μελών του συνταξιοδοτικού καθεστώτος στις 31 Δεκεμβρίου του προηγούμενου έτους (n-1).

Άρθρο 2

1. Η αναπροσαρμογή του ποσοστού της εισφοράς γίνεται με ισχύ από 1ης Ιουλίου, ταυτόχρονα με την ετήσια αναπροσαρμογή των αποδοχών που προβλέπεται στο άρθρο 65 του ΚΥΚ. Κάθε αναπροσαρμογή δεν μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα διαφορά μεγαλύτερη από 1% σε σχέση με την εισφορά που ίσχυε το προηγούμενο έτος

2. Η αναπροσαρμογή που αρχίζει να ισχύει την 1η Ιουλίου 2004 δεν μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα αύξηση της εισφοράς πέραν του 9,75%. Η αναπροσαρμογή που αρχίζει να ισχύει την 1η Ιουλίου 2005 δεν μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα αύξηση της εισφοράς πέραν του 10,25 %. .

3. Η διαφορά που διαπιστώνεται μεταξύ της αναπροσαρμογής του ποσοστού της εισφοράς που θα προέκυπτε από τον αναλογιστικό υπολογισμό και της αναπροσαρμογής που προκύπτει από την αναφερόμενη στην παράγραφο 2 μεταβολή, δεν οδηγεί ποτέ σε ανάκτηση ή, κατ’ ακολουθία, σε συνυπολογισμό της κατά τους μεταγενέστερους αναλογιστικούς υπολογισμούς.

Κεφάλαιο 2 : Αποτίμηση της αναλογιστικής ισορροπίας

Άρθρο 3

Οι πενταετείς αναλογιστικές αποτιμήσεις καθορίζουν τις συνθήκες ισορροπίας λαμβάνοντας υπόψη, ως βάρη του καθεστώτος, τη σύνταξη αρχαιότητας, όπως ορίζεται στο άρθρο 77 του ΚΥΚ, το επίδομα αναπηρίας, όπως ορίζεται στο άρθρο 78 του ΚΥΚ και τις συντάξεις επιζώντων, όπως ορίζονται στα άρθρα 79 και 80 του ΚΥΚ.

Άρθρο 4

1. Η αναλογιστική ισορροπία αξιολογείται με βάση τη μέθοδο υπολογισμού που αναφέρεται στο παρόν κεφάλαιο.

2. Σύμφωνα με τη μέθοδο αυτή, η «αναλογιστική αξία» των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων που έχουν αποκτηθεί πριν από την ημερομηνία του υπολογισμού αντιπροσωπεύει υποχρέωση προηγούμενης υπηρεσίας, ενώ η αναλογιστική αξία των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων που θα αποκτηθούν κατά το έτος υπηρεσίας που αρχίζει την ημέρα του υπολογισμού αντιπροσωπεύει το «κόστος υπηρεσίας».

3. Ισχύει η παραδοχή ότι όλες οι συνταξιοδοτήσεις (εκτός για αναπηρία) θα επέλθουν σε καθορισμένη μέση ηλικία r. Η μέση ηλικία συνταξιοδότησης ενημερώνεται μόνο κατά την πενταετή αναλογιστική αποτίμηση που αναφέρεται στο άρθρο 1 και μπορεί να διαφέρει για τις διάφορες ομάδες προσωπικού.

4. Για τον καθορισμό των αναλογιστικών αξιών,

α) λαμβάνονται υπόψη οι μελλοντικές μεταβολές στο βασικό μισθό κάθε υπαλλήλου μεταξύ της ημερομηνίας υπολογισμού και της θεωρητικής ηλικίας συνταξιοδότησης·

β) δεν λαμβάνονται υπόψη τα συνταξιοδοτικά δικαιώματα που έχουν αποκτηθεί πριν από την ημερομηνία υπολογισμού (η υποχρέωση προηγούμενης υπηρεσίας), δεδομένου ότι σύμφωνα με το άρθρο 83 παράγραφος 2 του ΚΥΚ, οι υπάλληλοι έχουν χρηματοδοτήσει πλήρως το ένα τρίτο του αναλογιστικού κόστους του καθεστώτος (το μερίδιό τους στην υποχρέωση προηγούμενης υπηρεσίας).

5. Όλες οι σχετικές διατάξεις που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό (ιδίως στα παραρτήματα VIII και ΧΙΙΙ) λαμβάνονται υπόψη κατά την αναλογιστική αποτίμηση του κόστους υπηρεσίας.

6. Εφαρμόζεται διαδικασία εξομάλυνσης για τον καθορισμό του πραγματικού προεξοφλητικού επιτοκίου και του ποσοστού ετήσιας αλλαγής στον πίνακα μισθών των κοινοτικών υπαλλήλων. Η εξομάλυνση προκύπτει από κινητό μέσο όρο 12ετίας για το επιτόκιο και για την αύξηση του πίνακα μισθών.

Άρθρο 5

1. Ο τύπος υπολογισμού της εισφοράς βασίζεται στην εξίσωση:

ποσοστό εισφοράς έτους n = κόστος υπηρεσίας έτους n / σύνολο ετήσιων βασικών μισθών

2. Η εισφορά των υπαλλήλων στο κόστος χρηματοδότησης του συνταξιοδοτικού καθεστώτος υπολογίζεται ως το ένα τρίτο του λόγου μεταξύ του κόστους υπηρεσίας του τρέχοντος έτους (n) για όλους τους υπαλλήλους που είναι ενεργά μέλη του συνταξιοδοτικού καθεστώτος και του συνόλου των ετήσιων βασικών μισθών για τον ίδιο πληθυσμό ενεργών μελών του συνταξιοδοτικού καθεστώτος την 31η Δεκεμβρίου του προηγούμενου έτους (n-1).

3. Το κόστος υπηρεσίας είναι το άθροισμα:

α) του κόστους της υπηρεσίας συνταξιοδότησης (που αναλύεται στο άρθρο 6), δηλ. η αναλογιστική αξία των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων που θα αποκτηθούν κατά το έτος n, συμπεριλαμβανομένης της αξίας του μέρους της εν λόγω σύνταξης που θα οφείλεται στον επιζώντα σύζυγο ή/και στα συντηρούμενα τέκνα κατά τον θάνατο του υπαλλήλου μετά τη συνταξιοδότησή του (ανακληρονόμηση)·

β) του κόστους της υπηρεσίας αναπηρίας (που αναλύεται στο άρθρο 7), δηλ. η αναλογιστική αξία των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων που θα οφείλονται στους εν ενεργεία υπαλλήλους οι οποίοι αναμένεται να καταστούν ανάπηροι κατά το έτος και

γ) του κόστους της υπηρεσίας επιζώντων (που αναλύεται στο άρθρο 8), δηλ. η αναλογιστική αξία των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων που θα οφείλονται εξ ονόματος των εν ενεργεία υπαλλήλων οι οποίοι αναμένεται να αποβιώσουν κατά το έτος n.

4. Η αξιολόγηση του κόστους υπηρεσίας βασίζεται στα συνταξιοδοτικά δικαιώματα και στις ενδεδειγμένες προσόδους, όπως αναλύεται στα άρθρα 6 έως 8.

Οι πρόσοδοι αυτές παρέχουν την αναλογιστική παρούσα αξία του 1 € ετησίως, λαμβανομένων υπόψη του επιτοκίου, του ποσοστού της ετήσιας αλλαγής στον πίνακα μισθών και της πιθανότητας να επιζήσει κανείς έως την ηλικία συνταξιοδότησης.

5. Λαμβάνονται υπόψη τα ελάχιστα όρια διαβίωσης που αναφέρονται στο κεφάλαιο 2 του τίτλου V του ΚΥΚ και στο παράρτημα VIII.

Άρθρο 6

1. Για να υπολογιστεί η αξία των συντάξεων αρχαιότητας, υπολογίζονται για κάθε υπάλληλο εν ενεργεία τα συνταξιοδοτικά δικαιώματα που αποκτήθηκαν κατά το έτος n, πολλαπλασιάζοντας τον κατά προβολή βασικό μισθό του τη στιγμή της συνταξιοδότησης επί τον εφαρμοστέο συντελεστή επαύξησης.

Εάν τα συσσωρευμένα συνταξιοδοτικά δικαιώματα (από την ημέρα της πρόσληψης, συμπεριλαμβανομένων των μεταφορών), τα οποία έχουν πιστωθεί στον υπάλληλο στις 31 Δεκεμβρίου του έτους n-1 φθάνουν τουλάχιστον το 70%, θεωρείται ότι ο υπάλληλος δεν έχει αποκτήσει συνταξιοδοτικά δικαιώματα κατά το έτος n.

2. Ο κατά προβολή βασικός μισθός (PS) κατά τη συνταξιοδότηση υπολογίζεται με αφετηρία τον βασικό μισθό στις 31 Δεκεμβρίου του προηγούμενου έτους και λαμβανομένου υπόψη του ποσοστού ετήσιας αύξησης στον πίνακα μισθών και του εκτιμώμενου ετήσιου ποσοστού αύξησης λόγω αρχαιότητας και προαγωγών, ως εξής:

όπου:

SAL = τρέχων μισθός

GSG = εκτιμώμενο ετήσιο ποσοστό γενικής αύξησης μισθών (το ποσοστό ετήσιας αλλαγής στον πίνακα μισθών)

ISP = εκτιμώμενο ετήσιο ποσοστό αύξησης λόγω αρχαιότητας και προαγωγών

m = διαφορά μεταξύ της θεωρητικής ηλικίας συνταξιοδότησης (r) και της παρούσας ηλικίας του υπαλλήλου (x)

Εφόσον οι υπολογισμοί γίνονται σε πραγματικούς όρους, μετά την αφαίρεση του πληθωρισμού, το ποσοστό ετήσιας αλλαγής στον πίνακα μισθών και το ετήσιο ποσοστό αύξησης λόγω αρχαιότητας και προαγωγών είναι ποσοστά αύξησης που δεν περιλαμβάνουν τον πληθωρισμό.

3. Βάσει του υπολογισμού των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων που έχουν αποκτηθεί από ένα δεδομένο υπάλληλο, η αναλογιστική αξία των εν λόγω συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων (και των ανακληρονομικών συντάξεων που συνδέονται με αυτά) υπολογίζεται πολλαπλασιάζοντας τα ετήσια συνταξιοδοτικά δικαιώματα, όπως ορίστηκαν ανωτέρω, με το άθροισμα:

α) μιας άμεσης προσόδου αναβαλλόμενης στην ηλικία x, αναβαλλόμενης επί m έτη

όπου:

x = ηλικία του υπαλλήλου στις 31 Δεκεμβρίου του έτους n-1

επιτόκιο

kpx = πιθανότητα για ένα πρόσωπο ηλικίας x να επιζεί σε k έτη

m = διαφορά μεταξύ της θεωρητικής ηλικίας συνταξιοδότησης (r) και της παρούσας ηλικίας του υπαλλήλου (x)

GSG = εκτιμώμενο ετήσιο ποσοστό γενικής αύξησης μισθών (το ποσοστό ετήσιας αλλαγής στον πίνακα μισθών)

ω = ανώτατο όριο του πίνακα θνησιμότητας

και

β) μιας άμεσης ανακληρονομικής προσόδου αναβαλλόμενης στις ηλικίες x και y, όπου y είναι η θεωρητική ηλικία του συζύγου. Η τελευταία αυτή πρόσοδος πολλαπλασιάζεται επί την πιθανότητα να συνάψει γάμο ο υπάλληλος και επί το εφαρμοστέο ποσοστό ανακληρονόμησης που καθορίζεται σύμφωνα με το παράρτημα VIII.

όπου:

x = ηλικία του υπαλλήλου στις 31 Δεκεμβρίου του έτους n-1

y = ηλικία του συζύγου του υπαλλήλου στις 31 Δεκεμβρίου του έτους n-1

επιτόκιο

kpx = πιθανότητα για έναν υπάλληλο ηλικίας x να επιζεί σε k έτη

kpy = πιθανότητα για ένα πρόσωπο ηλικίας y (σύζυγος του υπαλλήλου ηλικίας x) να επιζεί σε k έτη

m = διαφορά μεταξύ της θεωρητικής ηλικίας συνταξιοδότησης (r) και της παρούσας ηλικίας του υπαλλήλου (x)

GSG = εκτιμώμενο ετήσιο ποσοστό γενικής αύξησης μισθών (το ποσοστό ετήσιας αλλαγής στον πίνακα μισθών)

ω = ανώτατο όριο του πίνακα θνησιμότητας

4. Ο υπολογισμός του κόστους υπηρεσίας για τη συνταξιοδότηση λαμβάνει υπόψη:

α) το κίνητρο επαύξησης για τους υπαλλήλους που παραμένουν στην υπηρεσία μετά την ηλικία συνταξιοδότησης·

β) το συντελεστή μείωσης για τους υπαλλήλους που αποχωρούν από την υπηρεσία πριν από την ηλικία συνταξιοδότησης.

Άρθρο 7

1. Για να υπολογιστεί η αξία των επιδομάτων αναπηρίας, ο αριθμός των επιδομάτων που αναμένεται να καταστούν απαιτητά κατά το έτος n μετράται εφαρμόζοντας σε κάθε εν ενεργεία υπάλληλο την πιθανότητα να καταστεί ανάπηρος κατά το έτος αυτό. Η πιθανότητα αυτή στη συνέχεια πολλαπλασιάζεται επί το ετήσιο ποσό των επιδομάτων αναπηρίας το οποίο θα δικαιούται ο υπάλληλος.

2. Για τον υπολογισμό της αναλογιστικής αξίας των επιδομάτων αναπηρίας που καθίστανται το πρώτον απαιτητά κατά το έτος n, χρησιμοποιούνται οι ακόλουθες πρόσοδοι:

α) μια άμεση προσωρινή πρόσοδος στην ηλικία x

όπου:

x = ηλικία του υπαλλήλου στις 31 Δεκεμβρίου του έτους n-1

επιτόκιο

kpx = πιθανότητα για ένα πρόσωπο ηλικίας x να επιζεί σε k έτη

m = διαφορά μεταξύ της θεωρητικής ηλικίας συνταξιοδότησης (r) και της παρούσας ηλικίας του υπαλλήλου (x)

GSG = εκτιμώμενο ετήσιο ποσοστό γενικής αύξησης μισθών (το ποσοστό ετήσιας ααλλαγής στον πίνακα μισθών)

β) μια άμεση ανακληρονομική πρόσοδος. Η τελευταία αυτή πρόσοδος πολλαπλασιάζεται επί την πιθανότητα να συνάψει γάμο ο υπάλληλος και επί το εφαρμοστέο ποσοστό ανακληρονόμησης.

όπου:

x = ηλικία του υπαλλήλου στις 31 Δεκεμβρίου του έτους n-1

y = ηλικία του συζύγου του υπαλλήλου στις 31 Δεκεμβρίου του έτους n-1

επιτόκιο

kpx = πιθανότητα για ένα πρόσωπο ηλικίας x να επιζεί σε k έτη

kpy = πιθανότητα για ένα πρόσωπο ηλικίας y (σύζυγος του προσώπου ηλικίας x) να επιζεί σε k έτη

m = διαφορά μεταξύ της θεωρητικής ηλικίας συνταξιοδότησης (r) και της παρούσας ηλικίας του υπαλλήλου (x)

GSG = εκτιμώμενο ετήσιο ποσοστό γενικής αύξησης μισθών (το ποσοστό ετήσιας αλλαγής στον πίνακα μισθών)

Άρθρο 8

1. Η αξία των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων που θα καταστούν πληρωτέα στους επιζώντες κατά το έτος n μετράται εφαρμόζοντας σε κάθε εν ενεργεία υπάλληλο την πιθανότητα να αποβιώσει στη διάρκεια του έτους. Η πιθανότητα αυτή στη συνέχεια πολλαπλασιάζεται επί το ετήσιο ποσό της σύνταξης του συζύγου που θα καταστεί πληρωτέα κατά το τρέχον έτος. Ο υπολογισμός λαμβάνει υπόψη τις πιθανές συντάξεις ορφανού που θα μπορούσαν να καταστούν πληρωτέες.

2. Για τον υπολογισμό της αναλογιστικής αξίας των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων που θα καταστούν πληρωτέα στους επιζώντες κατά το έτος n, χρησιμοποιείται μια άμεση πρόσοδος. Η πρόσοδος αυτή πολλαπλασιάζεται επί την πιθανότητα να συνάψει γάμο ο υπάλληλος.

όπου:

y = ηλικία του συζύγου του υπαλλήλου στις 31 Δεκεμβρίου του έτους n-1

επιτόκιο

kpy = πιθανότητα για ένα πρόσωπο ηλικίας y (σύζυγος του προσώπου ηλικίας x) να επιζεί σε k έτη

GSG = εκτιμώμενο ετήσιο ποσοστό γενικής αύξησης μισθών (το ποσοστό ετήσιας αλλαγής στον πίνακα μισθών)

ω = ανώτατο όριο του πίνακα θνησιμότητας

Κεφάλαιο 3 : Σύστημα υπολογισμού

Άρθρο 9

1. Οι δημογραφικές παράμετροι που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη για την αναλογιστική αποτίμηση βασίζονται στην παρατήρηση του πληθυσμού των συμμετεχόντων στο καθεστώς, ο οποίος αποτελείται από το εν ενεργεία προσωπικό και τους συνταξιούχους. Οι πληροφορίες αυτές συγκεντρώνονται κάθε έτος από την Επιτροπή βάσει των πληροφοριών που λαμβάνονται από τα διάφορα θεσμικά όργανα και τις Υπηρεσίες, το προσωπικό των οποίων συμμετέχει στο καθεστώς.

Από την παρατήρηση του πληθυσμού αυτού προκύπτουν ιδίως η διάρθρωση του πληθυσμού, η μέση ηλικία συνταξιοδότησης και ο πίνακας αναπηρίας.

2. Ο πίνακας θνησιμότητας αναφέρεται σε πληθυσμό που έχει τα πλησιέστερα δυνατά χαρακτηριστικά με τον πληθυσμό των συμμετεχόντων στο καθεστώς. Ενημερώνεται μόνο κατά την πενταετή αναλογιστική αποτίμηση που προβλέπεται στο άρθρο 1.

Άρθρο 10

1. Τα επιτόκια που λαμβάνονται υπόψη για τους αναλογιστικούς υπολογισμούς βασίζονται στα παρατηρούμενα μέσα ετήσια επιτόκια του μακροχρόνιου δημόσιου χρέους των κρατών μελών, τα οποία δημοσιεύονται από την Επιτροπή. Για τον υπολογισμό του αντίστοιχου επιτοκίου μετά την αφαίρεση του πληθωρισμού, το οποίο χρειάζεται για τους αναλογιστικούς υπολογισμούς, χρησιμοποιείται ο κατάλληλος δείκτης τιμών καταναλωτή.

2. Το πραγματικό ετήσιο επιτόκιο που λαμβάνεται υπόψη για τους αναλογιστικούς υπολογισμούς είναι ο μέσος όρος των πραγματικών μέσων επιτοκίων για τα 12 έτη που προηγούνται του τρέχοντος έτους.

Άρθρο 11

1. Η ετήσια αλλαγή στον πίνακα μισθών των υπαλλήλων που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη για τους αναλογιστικούς υπολογισμούς βασίζεται στους ειδικούς δείκτες που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 4 του παραρτήματος ΧΙ.

2. Το πραγματικό ετήσιο επιτόκιο που λαμβάνεται υπόψη για τους αναλογιστικούς υπολογισμούς είναι ο μέσος όρος των καθαρών ειδικών δεικτών για την ΕΕ για τα 20 έτη που προηγούνται του τρέχοντος έτους.

Άρθρο 12

Το επιτόκιο που αναφέρεται στα άρθρα 4 και 8 του παραρτήματος VIII για τον υπολογισμό των σύνθετων τόκων είναι το πραγματικό επιτόκιο που προβλέπεται στο άρθρο 10 και αναθεωρείται - εάν χρειάζεται - κατά τις πενταετείς αναλογιστικές αποτιμήσεις.

Κεφάλαιο 4 : Εφαρμογή

Άρθρο 13

1. Η Στατιστική Υπηρεσία είναι η αρχή που επιφορτίζεται με την τεχνική εφαρμογή του παρόντος παραρτήματος.

2. Οι αναλογιστικές αποτιμήσεις που προβλέπονται στο άρθρο 1 μπορούν να ανατεθούν από τη Στατιστική Υπηρεσία σε ένα ή περισσότερους ανεξάρτητους ειδικευμένους εμπειρογνώμονες. Η Στατιστική Υπηρεσία παρέχει στους εν λόγω εμπειρογνώμονες ιδίως τις παραμέτρους που προβλέπονται στα άρθρα 9 έως 11.

3. Η Στατιστική Υπηρεσία υποβάλλει κάθε έτος την 1η Σεπτεμβρίου έκθεση σχετικά με τις αποτιμήσεις και τις ενημερώσεις που προβλέπονται στο άρθρο 1.

4. Τα ενδεχόμενα ζητήματα μεθοδολογίας που ανακύπτουν από την εφαρμογή του παρόντος παραρτήματος εξετάζονται από τη Στατιστική Υπηρεσία σε συνεργασία με τους εθνικούς εμπειρογνώμονες των αρμοδίων υπηρεσιών των κρατών μελών και με τους ανεξάρτητους ειδικευμένους εμπειρογνώμονες. Προς τούτο, η Στατιστική Υπηρεσία συγκαλεί συνεδρίαση της εν λόγω ομάδας τουλάχιστον ανά πενταετία, επ’ ευκαιρία των πενταετών αναλογιστικών αποτιμήσεων. Εντούτοις, η Στατιστική Υπηρεσία μπορεί να συγκαλεί συχνότερες συνεδριάσεις, εάν το κρίνει αναγκαίο.

Κεφάλαιο 5 : Ρήτρα αναθεώρησης

Άρθρο 14

1. Το άρθρο 2 παράγραφος 1, δεύτερη πρόταση, και 3, καθώς και τα άρθρα 9, 10, 11, και 12 του παρόντος παραρτήματος εφαρμόζονται από την [1η Ιουλίου 2004 έως τις 30 Ιουνίου 2013].

2. Επ’ ευκαιρία της πενταετούς αναλογιστικής αποτίμησης το παρόν παράρτημα μπορεί να επανεξεταστεί από το Συμβούλιο, ιδίως όσον αφορά τις δημοσιονομικές επιπτώσεις του και την αναλογιστική ισορροπία, με βάση έκθεση συνοδευόμενη ενδεχομένως από πρόταση της Επιτροπής, η οποία συντάσσεται μετά από γνωμοδότηση της επιτροπής του ΚΥΚ. Το Συμβούλιο αποφασίζει για την πρόταση αυτή με την ειδική πλειοψηφία που προβλέπεται στην πρώτη περίπτωση της παραγράφου 2 του άρθρου 205 της Συνθήκης για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας.

Κατά παρέκκλιση του άρθρου 83α του παρόντος Κανονισμού Υπηρεσιακής Κατάστασης και της ςω άνω παραγράφου 2, υποβάλλεται στο Συμβούλιο έως το τέλος του 2008 δεύτερη αποτίμηση, έκθεση και, εάν χρειαστεί, πρόταση της Επιτροπής.

98.Προστίθεται το ακόλουθο παράρτημα XIII:

«ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ XIII
Μεταβατικά μέτρα που εφαρμόζονται στους υπαλλήλους των Κοινοτήτων (*)

Τμήμα 1

Άρθρο 1

1. Κατά τη διάρκεια της περιόδου που περιλαμβάνεται μεταξύ της .... (ημερομηνία έναρξης ισχύος) και της .... (ημερομηνία έναρξης ισχύος + 2 έτη), οι παράγραφοι 1 και 2 του άρθρου 5 του Κανονισμού Υπηρεσιακής Κατάστασης αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«1.Οι θέσεις που αναφέρονται στον παρόντα κανονισμό κατατάσσονται, ανάλογα με τη φύση και το επίπεδο των καθηκόντων στα οποία αντιστοιχούν, σε τέσσερις κατηγορίες που ορίζονται κατά φθίνουσα ιεραρχική τάξη με τα γράμματα Α, B, C και D.

2.Η κατηγορία A περιλαμβάνει δώδεκα βαθμούς, η κατηγορία B εννέα βαθμούς, η κατηγορία C επτά βαθμούς και η κατηγορία D πέντε βαθμούς.»

2. Κάθε αναφορά στην ημερομηνία πρόσληψης νοείται ως αναφορά στην ημερομηνία ανάληψης υπηρεσίας.

Άρθρο 2

1.Την [ημερομηνία έναρξης ισχύος] οι βαθμοί των υπαλλήλων που βρίσκονται σε μία από τις καταστάσεις που αναφέρονται στο άρθρο 35 του ΚΥΚ λαμβάνουν νέα ονομασία ως εξής:

Παλαιός βαθμός

Νέος βαθμός (ενδιάμεσος)

Παλαιός βαθμός

Νέος βαθμός (ενδιάμεσος)

Παλαιός βαθμός

Νέος βαθμός (ενδιάμεσος)

Παλαιός βαθμός

Νέος βαθμός (ενδιάμεσος)

A1

A*16

A2

A*15

A3/LA3

A*14

A4/LA4

A*12

A5/LA5

A*11

A6/LA6

A*10

B1

B*10

A7/LA7

A*8

B2

B*8

A8/LA8

A*7

B3

B*7

C1

C*6

B4

B*6

C2

C*5

B5

B*5

C3

C*4

D1

D*4

C4

C*3

D2

D*3

C5

C*2

D3

D*2

2.    Με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 7, ο μηνιαίος βασικός μισθός καθορίζεται για κάθε βαθμό και κάθε κλιμάκιο σύμφωνα με τους κατωτέρω πίνακες 16 (ποσά σε ευρώ):

17 : 18

3.    Οι μισθοί οι σχετικοί με τους νέους ενδιάμεσους βαθμούς θεωρείται ότι αποτελούν τα ποσά εφαρμογής κατά την έννοια του άρθρου 7.

Άρθρο 3

Η διαδικασία που περιγράφεται στο άρθρο 2 παράγραφος 1 δεν έχει καμία επίπτωση στο κλιμάκιο στο οποίο βρίσκεται ένας υπάλληλος ούτε στην αρχαιότητα στο βαθμό και στο κλιμάκιο που έχει αποκτήσει. Οι μισθοί καθορίζονται σύμφωνα με το άρθρο 7.

Άρθρο 4

Για την εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων και για την περίοδο που ορίζεται στην εισαγωγική πρόταση του άρθρου 1:

α)ο όρος «ομάδα καθηκόντων» αντικαθίσταται από τον όρο «κατηγορία»

*στον Κανονισμό Υπηρεσιακής Κατάστασης:

*στο άρθρο 5 παράγραφος 5,

*στο άρθρο 6 παράγραφος 1,

*στο άρθρο 7 παράγραφος 2,

*στο άρθρο 31 παράγραφος 1,

*στο άρθρο 32, τρίτο εδάφιο,

*στο άρθρο 39 στοιχείο στ),

*στο άρθρο 40 παράγραφος 4,

*στο άρθρο 41 παράγραφος 3,

*στο άρθρο 51 παράγραφοι 1, 2, 8 και 9,

*στο άρθρο 78, πρώτο εδάφιο,

*στο παράρτημα II του ΚΥΚ, άρθρο 1, τέταρτο εδάφιο,

*στο παράρτημα III του ΚΥΚ:

*στο άρθρο 1 παράγραφος 1, στοιχείο γ),

*στο άρθρο 3, τέταρτο εδάφιο,

*στο παράρτημα IX του ΚΥΚ:

*στο άρθρο 4,

*στο άρθρο 7 παράγραφος 1, στοιχεία στ) και ζ)·

β)Οι όροι «ομάδα καθηκόντων AD» αντικαθίστανται από τους όρους «κατηγορία A»

*στον ΚΥΚ:

*στο άρθρο 5 παράγραφος 3, στοιχείο γ),

*στο άρθρο 48, τρίτο εδάφιο,

*στο άρθρο 56, δεύτερο εδάφιο,

*στο παράρτημα II του ΚΥΚ, άρθρο 10 παράγραφος 1·

γ)Οι όροι «ομάδα καθηκόντων AST» αντικαθίστανται από τους όρους «κατηγορίες B, C και D»

*στον ΚΥΚ:

*στο άρθρο 43, δεύτερο εδάφιο,

*στο άρθρο 48, τρίτο εδάφιο,

*στο άρθρο 56, τρίτο εδάφιο,

*στο παράρτημα VI του ΚΥΚ, άρθρα 1 και 3·

δ)στο άρθρο 5 παράγραφος 3, στοιχείο α) του ΚΥΚ, οι όροι «η ομάδα καθηκόντων AST» αντικαθίστανται από τους όρους «οι κατηγορίες B και C»·

ε)Το άρθρο 29 παράγραφος 4 αντικαθίσταται από το εξής κείμενο: «Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο οργανώνει τουλάχιστον ένα διαγωνισμό για τις κατηγορίες C*, B* και A* πριν από τις [ημερομηνία έναρξης ισχύος συν 2 έτη].»

στ)στο άρθρο 43, δεύτερο εδάφιο του ΚΥΚ, οι όροι «καθηκόντων υπαλλήλου διοικήσεως» αντικαθίστανται από την έκφραση «καθηκόντων στην αμέσως ανώτερη κατηγορία»·

ζ)στο άρθρο 45α παράγραφος 1 του ΚΥΚ, οι όροι «ομάδα καθηκόντων AST» αντικαθίστανται από την έκφραση «κατηγορία Β ενδεχομένως» και οι όροι «η ομάδα καθηκόντων AST» αντικαθίστανται από τους όρους «θέση στην κατηγορία Α»·

η)στο άρθρο 46 του ΚΥΚ, οι όροι «AD 9 έως AD 14» αντικαθίστανται από τους όρους «A *9 έως A *14»·

θ)στο άρθρο 29 παράγραφος 2 του ΚΥΚ, οι όροι «βαθμών AD 16 ή 15» αντικαθίστανται από τους όρους «βαθμών A *16 ή 15» και οι όροι «βαθμών AD 15 ή 14» από «βαθμών A *15 ή 14»·

ι)στο παράρτημα II του ΚΥΚ, στο άρθρο 12, πρώτο εδάφιο, ο όρος «AD 14» αντικαθίσταται από «A *14»·

ια)στο παράρτημα IX του ΚΥΚ, στο άρθρο 4:

*στην παράγραφο 2, ο όρος «AD 13» αντικαθίσταται από «A *13»,

*στην παράγραφο 3, ο όρος «AD 14» αντικαθίσταται από «A *14 ή ανώτερο βαθμό» και «AD 16 ή AD 15» από «A *16 ή A *15»·

*στην παράγραφο 4, ο όρος «AD 16» αντικαθίσταται από «A *16» και «AD 15» από «A *15»·

ιβ)στο άρθρο 43, δεύτερο εδάφιο του ΚΥΚ, οι όροι «από τον τέταρτο βαθμό» διαγράφονται.

ιγ)Στο άρθρο 5 παράγραφος 4 του ΚΥΚ, η παραπομπή στο «παράρτημα I, τμήμα A», αντικαθίσταται από την παραπομπή στο «παράρτημα XIII.1»·

ιδ)όταν στον ΚΥΚ γίνεται αναφορά στο βασικό μηνιαίο μισθό υπαλλήλου βαθμού AST 1, αντικαθίσταται από αναφορά στο βασικό μηνιαίο μισθό υπαλλήλου βαθμού D *1.

Άρθρο 5

1.Κατά παρέκκλιση του άρθρου 45 του ΚΥΚ, οι υπάλληλοι που είχαν σειρά προαγωγής την … (ημερομηνία έναρξης ισχύος) θα εξακολουθήσουν να έχουν σειρά προαγωγής, έστω και αν δεν έχουν ακόμη συμπληρώσει ελάχιστη περίοδο δύο ετών στο βαθμό τους. 

2.Οι υπάλληλοι που είναι εγγεγραμμένοι σε πίνακα υποψηφίων ικανών να ανέλθουν σε άλλη κατηγορία πριν από την ... (ημερομηνία έναρξης ισχύος + 2 έτη) κατατάσσονται, εάν η μετάβαση στη νέα κατηγορία πραγματοποιηθεί μετά την [ημερομηνία έναρξης ισχύος], στον ίδιο βαθμό και στο ίδιο κλιμάκιο με αυτό που κατείχαν στην παλαιά κατηγορία και, ελλείψει αυτών, στο πρώτο κλιμάκιο του βασικού βαθμού της νέας κατηγορίας.

3.Τα άρθρα 1 έως 10α του παρόντος παραρτήματος ισχύουν για τους έκτακτους υπαλλήλους που προσλαμβάνονται πριν από την [ημερομηνία έναρξης ισχύος], οι οποίοι στη συνέχεια προσλαμβάνονται ως υπάλληλοι σύμφωνα με την παράγραφο 4 που ακολουθεί.

4.Οι έκτακτοι υπάλληλοι που είναι εγγεγραμμένοι σε πίνακα υποψηφίων ικανών να ανέλθουν σε άλλη κατηγορία ή σε πίνακα επιτυχώντων υποψηφίων εσωτερικού διαγωνισμού πριν από την (ημερομηνία έναρξης ισχύος + 2 έτη) κατατάσσονται, εάν η πρόσληψη πραγματοποιηθεί μετά την [ημερομηνία έναρξης ισχύος], στον ίδιο βαθμό και στο ίδιο κλιμάκιο με αυτό που κατείχαν ως έκτακτοι υπάλληλοι στην παλαιά κατηγορία και, ελλείψει αυτών, στο πρώτο κλιμάκιο του βασικού βαθμού της νέας κατηγορίας.

5.Ο υπάλληλος βαθμού A3 την (προηγούμενη ημέρα της ημέρας έναρξης ισχύος) πρέπει, εάν διοριστεί μετά από την εν λόγω ημερομηνία ως διευθυντής, να προαχθεί στον επόμενο ανώτερο βαθμό, σύμφωνα με το άρθρο 7 παράγραφος 5. Η τελευταία πρόταση του άρθρου 46 του ΚΥΚ δεν εφαρμόζεται.

Άρθρο 6

Με την επιφύλαξη των άρθρων 9 και 10 και για την πρώτη προαγωγή των υπαλλήλων που προσλαμβάνονται πριν από την … (ημερομηνία έναρξης ισχύος), τα ποσοστά που αναφέρονται στο άρθρο 6 παράγραφος 2 και στο παράρτημα I, τμήμα B του ΚΥΚ προσαρμόζονται, για να καταστούν σύμφωνα με τους λεπτομερείς κανόνες που ισχύουν σε κάθε όργανο πριν από την ημερομηνία αυτή.

Όταν η προαγωγή του υπαλλήλου παράγει αποτελέσματα πριν από την [ημερομηνία έναρξης ισχύος], διέπεται από τις διατάξεις του ΚΥΚ που ισχύουν την ημέρα κατά την οποία η προαγωγή παράγει αποτελέσματα.

Άρθρο 7

Ο μηνιαίος βασικός μισθός των υπαλλήλων που προσλαμβάνονται πριν από την [ημερομηνία έναρξης ισχύος] καθορίζεται σύμφωνα με τους ακόλουθους κανόνες:

1.Ο μηνιαίος βασικός μισθός που καταβάλλεται σε κάθε υπάλληλο δεν υφίσταται καμία μεταβολή λόγω της αλλαγής της ονομασίας των βαθμών σύμφωνα με το άρθρο 2 παράγραφος 1.

2.Για κάθε υπάλληλο υπολογίζεται, κατά την έναρξη ισχύος, ένας συντελεστής πολλαπλασιασμού. Ο εν λόγω συντελεστής πολλαπλασιασμού ισούται με τον λόγο που υπάρχει μεταξύ του μηνιαίου βασικού μισθού που καταβάλλεται στον υπάλληλο πριν από την [ημερομηνία έναρξης ισχύος] και του ποσού εφαρμογής που ορίζεται στο άρθρο 2 παράγραφος 2.

Ο μηνιαίος βασικός μισθός που καταβάλλεται στον υπάλληλο κατά την έναρξη ισχύος ισούται με το γινόμενο του ποσού εφαρμογής επί τον συντελεστή πολλαπλασιασμού.

Ο συντελεστής πολλαπλασιασμού χρησιμοποιείται για τον καθορισμό του μηνιαίου βασικού μισθού του υπαλλήλου κατά την προαγωγή κατά κλιμάκιο ή κατά την προσαρμογή των αποδοχών.

3.Κατά παρέκκλιση των ανωτέρω διατάξεων, από την [ημερομηνία έναρξης ισχύος], ο μηνιαίος βασικός μισθός που καταβάλλεται στον υπάλληλο είναι τουλάχιστον ίσος με το ποσό του μηνιαίου βασικού μισθού που θα είχε εισπράξει δυνάμει του συστήματος που ίσχυε πριν από την ημερομηνία αυτή επ’ ευκαιρία της αυτόματης προαγωγής κατά κλιμάκιο στον βαθμό που κατείχε. Για κάθε βαθμό και για κάθε κλιμάκιο, ο παλαιός βασικός μισθός που λαμβάνεται υπόψη ισούται με το ποσό εφαρμογής μετά την [ημερομηνία έναρξης ισχύος] πολλαπλασιαζόμενο επί τον συντελεστή που ορίζεται στο άρθρο 2 παράγραφος 2. 

4.Ο υπάλληλος βαθμού A*10 έως A*16 και AD10 έως 16 αντίστοιχα, ο οποίος την [ημερομηνία έναρξης ισχύος] κατέχει θέση προϊσταμένου διοικητικής μονάδας, διευθυντή ή γενικού διευθυντή ή στη συνέχεια διορίζεται προϊσταμένος διοικητικής μονάδας, διευθυντής ή γενικός διευθυντής και έχει ασκήσει τα νέα του καθήκοντα κατά τους πρώτους ενέα μήνες δικαιούται αύξηση του μηνιαίου βασικού μισθού αντίστοιχη με τη διαφορά κατά ποσοστό μεταξύ του πρώτου και του δευτέρου κλιμακίου των βαθμών που αναφέρονται στον πίνακα του άρθρου 2 παράγραφος 1 και στον πίνακα του άρθρου 8 παράγραφος 1.

5.Για κάθε υπάλληλο, με την επιφύλαξη της παραγράφου 3, η πρώτη προαγωγή που λαμβάνεται μετά την [ημερομηνία έναρξης ισχύος], πρέπει, ανάλογα με την κατηγορία στην οποία ανήκε πριν από την [ημερομηνία έναρξης ισχύος] και ανάλογα με το κλιμάκιο που κατέχει τη στιγμή που παράγει αποτελέσματα η προαγωγή του, να συνεπάγεται αύξηση του μηνιαίου βασικού μισθού που καθορίζεται βάσει του ακόλουθου πίνακα:

Για να καθοριστεί το εφαρμοστέο ποσοστό, κάθε βαθμός διαιρείται σε μια σειρά πλασματικών κλιμακίων σχετική με δύο μήνες υπηρεσίας και σε πλασματικά ποσοστά μειωμένα κατά ένα δωδέκατο της διαφοράς μεταξύ του ποσοστού του υπόψη κλιμακίου και εκείνου του αμέσως ανώτερου κλιμακίου για κάθε πλασματικό κλιμάκιο.

Για τον υπολογισμό του μισθού προ της προαγωγής, όταν ο υπάλληλος δεν βρίσκεται στο τελευταίο κλιμάκιο του βαθμού του, λαμβάνεται υπόψη η αξία του πλασματικού κλιμακίου. Για την εφαρμογή της παρούσας διάταξης, κάθε βαθμός διαιρείται επίσης σε πλασματικούς μισθούς που προχωρούν, από το πρώτο έως το τελευταίο πραγματικό κλιμάκιο, κατά ένα δωδέκατο της διετούς αύξησης κατά κλιμάκιο στο βαθμό αυτό.

6.Κατά την εν λόγω πρώτη προαγωγή, καθορίζεται νέος συντελεστής πολλαπλασιασμού. Ο συντελεστής αυτός ισούται με τον λόγο μεταξύ των νέων βασικών μισθών που προκύπτουν από την εφαρμογή της ανωτέρω παραγράφου 5 και του ποσού εφαρμογής που αναφέρεται στο άρθρο 2 παράγραφος 2. Με την επιφύλαξη της παραγράφου 7, ο εν λόγω συντελεστής πολλαπλασιασμού χρησιμοποιείται κατά την προαγωγή κατά κλιμάκιο και κατά την προσαρμογή των αποδοχών.

7.Εάν, μετά από μια προαγωγή, ο συντελεστής πολλαπλασιασμού είναι κατώτερος της μονάδας, ο υπάλληλος, κατά παρέκκλιση του άρθρου 44 του Κανονισμού Υπηρεσιακής Κατάστασης, παραμένει στο κλιμάκιο του νέου βαθμού του στο οποίο προήχθη, για όσο διάστημα ο συντελεστής πολλαπλασιασμού παραμένει κατώτερος της μονάδας ή ο ενδιαφερόμενος δεν λαμβάνει νέα προαγωγή. Υπολογίζεται νέος συντελεστής πολλαπλασιασμού, για να ληφθεί υπόψη η αξία της προαγωγής κατά κλιμάκιο, στην οποία θα είχε αξίωση ο υπάλληλος δυνάμει του εν λόγω άρθρου. Όταν ο συντελεστής φθάσει τη μονάδα, ο υπάλληλος αρχίζει να προχωρεί από το ένα κλιμάκιο στο άλλο σύμφωνα με το άρθρο 44 του ΚΥΚ. Εξάλλου, εάν ο συντελεστής υπερβεί τη μονάδα, το υπόλοιπο που ενδεχομένως απομένει μετατρέπεται σε αρχαιότητα στο κλιμάκιο.

8.Ο συντελεστής πολλαπλασιασμού εφαρμόζεται κατά τις μεταγενέστερες προαγωγές.

Άρθρο 8

1.Οι βαθμοί που εισάγονται δυνάμει του άρθρου 2 παράγραφος 1 αλλάζουν ονομασία όπως αναφέρεται παρακάτω με ισχύ από την ... (ημερομηνία έναρξης ισχύος + 2 έτη):

Παλαιός βαθμός (ενδιάμεσος)

Νέος βαθμός

Παλαιός βαθμός (ενδιάμεσος)

Νέος βαθμός

A*16

AD 16

A*15

AD 15

A*14

AD 14

A*13

AD 13

A*12

AD 12

A*11

AD 11

B*11

AST 11

A*10

AD 10

B*10

AST 10

A*9

AD 9

B*9

AST 9

A*8

AD 8

B*8

AST 8

A*7

AD 7

B*7/C*7

AST 7

A*6

AD 6

B*6/C*6

AST 6

A*5

AD 5

B*5/C*5/D*5

AST 5

B*4/C*4/D*4

AST 4

B*3/C*3/D*3

AST 3

C*2/D*2

AST 2

C*1/

AST 1

2.Με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 7, οι μηνιαίοι βασικοί μισθοί καθορίζονται για κάθε βαθμό και κάθε κλιμάκιο βάσει του πίνακα που περιλαμβάνεται στο άρθρο 66 του Κανονισμού Υπηρεσιακής Κατάστασης. Όσον αφορά τους υπαλλήλους που προσλαμβάνονται πριν από την ... (έναρξη ισχύος), ο πίνακας 19 που εφαρμόζεται έως ότου παραγάγει αποτελέσματα η πρώτη προαγωγή τους μετά την ημερομηνία αυτή είναι ο εξής:

Βαθμός

Κλιμάκιο

1

2

3

4

5

6

7

8

16

13917,93

14502,78

15112,21

15112,21

15112,21

15112,21

15

12301,13

12818,04

13356,67

13728,27

13917,93

14502,78

14

10872,14

11329,00

11805,06

12133,50

12301,13

12818,04

13356,67

13917,93

13

9609,16

10012,95

10433,70

10723,99

10872,14

12

8492,89

8849,77

9221,65

9478,21

9609,16

10012,95

10433,70

10872,14

11

7506,29

7821,72

8150,40

8377,16

8492,89

8849,77

9221,65

9609,16

10

6634,31

6913,09

7203,59

7404,01

7506,29

7821,72

8150,40

8492,89

9

5863,62

6110,02

6366,77

6543,90

6634,31

8

5182,46

5400,24

5627,16

5783,72

5863,62

6110,02

6366,77

6634,31

7

4580,43

4772,91

4973,47

5111,84

5182,46

5400,24

5627,16

5863,62

6

4048,34

4218,45

4395,72

4518,01

4580,43

4772,91

4973,47

5182,46

5

3578,05

3728,41

3885,08

3993,17

4048,34

4218,45

4395,72

4580,43

4

3162,40

3295,29

3433,76

3529,29

3578,05

3728,41

3885,08

4048,34

3

2795,03

2912,48

3034,87

3119,31

3162,40

3295,29

3433,76

3578,05

2

2470,34

2574,15

2682,32

2756,95

2795,03

2912,48

3034,87

3162,40

1

2183,37

2275,12

2370,72

2436,68

2470,34

Άρθρο 9

Από την... (ημερομηνία έναρξης ισχύος) έως την... (ημερομηνία έναρξης ισχύος + 7 έτη), και κατά παρέκκλιση των διατάξεων του παραρτήματος I, τμήμα B του Κανονισμού Υπηρεσιακής Κατάστασης, όσον αφορά τους υπαλλήλους των βαθμών AD 12 και 13 και του βαθμού AST 10, τα ποσοστά που αναφέρονται στο άρθρο 6 παράγραφος 2 του ΚΥΚ είναι τα εξής:

Βαθμός

Έναρξη ισχύος έως:

ΕΙ+1 έτος

ΕΙ+2 έτη

ΕΙ+3 έτη

ΕΙ+4 έτη

ΕΙ+5 έτη

ΕΙ+6 έτη

ΕΙ+7 έτη

AD 13

-

-

5%

10%

15%

20%

20%

AD 12

5%

5%

5%

10%

15%

20%

25%

AST 10

5%

5%

5%

10%

15%

20%

20%

Άρθρο 10

1.Οι υπάλληλοι που υπηρετούν στις κατηγορίες C ή D πριν από την [ημερομηνία έναρξης ισχύος] τοποθετούνται από την ... (ημερομηνία έναρξης ισχύος + 2 έτη) στις σταδιοδρομίες που επιτρέπουν προαγωγές:

α)στην παλαιά κατηγορία C, έως το βαθμό AST 7·

β)στην παλαιά κατηγορία D, έως το βαθμό AST 5.

2.Για τους υπαλλήλους αυτούς, από την …. (ημερομηνία έναρξης ισχύος) και κατά παρέκκλιση του παραρτήματος I, τμήμα B του Κανονισμού Υπηρεσιακής Κατάστασης, τα ποσοστά που αναφέρονται στο άρθρο 6 παράγραφος 2 του ΚΥΚ είναι τα εξής:

Σταδιοδρομία C

Βαθμός

Έναρξη ισχύος (ΕΙ) έως:

Μετά την ΕΙ+6 έτη

ΕΙ+1 έτος

ΕΙ+2 έτη

ΕΙ+3 έτη

ΕΙ+4 έτη

ΕΙ+5 έτη

ΕΙ+6 έτη

C*/AST 7

-

-

-

-

-

-

-

C*/AST 6

5%

5%

5%

10%

15%

20%

20%

C*/AST 5

22%

22%

22%

22%

22%

22%

22%

C*/AST 4

22%

22%

22%

22%

22%

22%

22%

C*/AST 3

25%

25%

25%

25%

25%

25%

25%

C*/AST 2

25%

25%

25%

25%

25%

25%

25%

C*/AST 1

25%

25%

25%

25%

25%

25%

25%

Σταδιοδρομία D

Βαθμός

Έναρξη ισχύος (ΕΙ) έως:

Μετά την ΕΙ+6 έτη

ΕΙ+1 έτος

ΕΙ+2 έτη

ΕΙ+3 έτη

ΕΙ+4 έτη

ΕΙ+5 έτη

ΕΙ+6 έτη

D*/AST 5

-

-

-

-

-

-

-

D*/AST 4

5%

5%

5%

10%

10%

10%

10%

D*/AST 3

22%

22%

22%

22%

22%

22%

22%

D*/AST 2

22%

22%

22%

22%

22%

22%

22%

D*/AST 1

-

-

-

-

-

-

-

3.Οι υπάλληλοι στους οποίους εφαρμόζονται οι διατάξεις της παραγράφου 1 μπορούν να καταστούν μέλη της ομάδας καθηκόντων των βοηθών χωρίς περιορισμό, αφού επιτύχουν σε γενικό διαγωνισμό ή βάσει διαδικασίας πιστοποίησης. Τα θεσμικά όργανα θεσπίζουν τις λεπτομέρειες εφαρμογής της εν λόγω διαδικασίας πριν από την [ημερομηνία έναρξης ισχύος]. Εάν χρειαστεί, τα όργανα θεσπίζουν ειδικές διατάξεις για να ληφθούν υπόψη οι περιπτώσεις μετάβασης που έχουν ως αποτέλεσμα να τροποποιούνται τα εφαρμοστέα ποσοστά προαγωγής.

4.Το παρόν άρθρο δεν εφαρμόζεται στους υπαλλήλους που άλλαξαν κατηγορία μετά την … (ημερομηνία έναρξης ισχύος).

Άρθρο 10α

Το άρθρο 45 παράγραφος 2 δεν εφαρμόζεται στους υπαλλήλους που έχουν προσληφθεί πριν από την [ημερομηνία έναρξης ισχύος].

Τμήμα 2:

Άρθρο 11

1.Κατά την περίοδο από .... (ημερομηνία έναρξης ισχύος) έως .... (ημερομηνία έναρξης ισχύος + 2 έτη), η αναφορά στους βαθμούς των ομάδων καθηκόντων AST και AD στις παραγράφους 2 και 3 του άρθρου 31 του ΚΥΚ γίνεται ως εξής:

*AST1 έως AST4: C*1 έως C*2 και B*3 έως B*4

*AD5 έως AD8: A*5 έως A*8

*AD9, AD10, AD11, AD12: A*9, A*10, A*11, A*12

2.Οι διατάξεις του άρθρου 5 παράγραφος 3 του Κανονισμού Υπηρεσιακής Κατάστασης δεν εφαρμόζονται στους υπαλλήλους που προσλαμβάνονται από πίνακες ικανότητας που συντάσσονται κατόπιν διαγωνισμών που έχουν προκηρυχθεί πριν από την [ημερομηνία έναρξης ισχύος].

3.    Οι υπάλληλοι που έχουν εγγραφεί σε πίνακα ικανότητας πριν από την ... (ημερομηνία έναρξης ισχύος + 2) και προσλαμβάνονται μεταξύ (ημερομηνία έναρξης ισχύος) και (ημερομηνία έναρξης ισχύος + 2) κατατάσσονται:

*εάν ο πίνακας έχει συνταχθεί για την κατηγορία A*, B* ή C*, στο βαθμό που αναφέρεται στην προκήρυξη του διαγωνισμού·

*εάν ο πίνακας έχει συνταχθεί για την κατηγορία A, LA , B ή C, στο βαθμό που προβλέπει ο κατωτέρω πίνακας·

Βαθμός του διαγωνισμού

Βαθμός πρόσληψης

A/LA8

A*5

A/LA7 και A/LA6

A*7

A/LA5 και A/LA4

A*9

A/LA3

A*12

A2

A*14

A1

A*15

B5 και B4

B*3

B3 και B2

B*4

C5 και C4

C*1

C3 και C2

C*2

Άρθρο 12

1.    Οι υπάλληλοι που έχουν εγγραφεί σε πίνακα ικανότητας πριν από την ... (ημερομηνία έναρξης ισχύος + 2) και προσλαμβάνονται μετά την ημερομηνία αυτή κατατάσσονται σύμφωνα με τον ακόλουθο πίνακα:

Βαθμός του διαγωνισμού

Βαθμός πρόσληψης

A/LA8

A*5

AD5

A/LA7 και A/LA6

A*7

AD7

A/LA5 και A/LA4

A*9

AD9

A/LA3

A*12

AD12

A2

A*14

AD14

A1

A*15

AD15

B5 και B4

B*3

AST3

B3 και B2

B*4

AST4

C5 και C4

C*1

AST1

C3 και C2

C*2

AST2

2.    Κατά παρέκκλιση του άρθρου 11 παράγραφος 3 και του άρθρου 12 παράγραφος 1, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο μπορεί να προσλάβει υπαλλήλους στο βαθμό Α*8 ή AD8 αντίστοιχα, οι οποίοι είχαν εγγραφεί σε πίνακα ικανότητας κατόπιν διαγωνισμού στο βαθμό LA7 και LA6 ή A*7 πριν από την (ημερομηνία έναρξης ισχύος +2 έτη)

Τμήμα 3

Άρθρο 13

Κατά παρέκκλιση του άρθρου 2 παράγραφος 1 του παραρτήματος VII του Κανονισμού Υπηρεσιακής Κατάστασης, το ποσό του επιδόματος συντηρούμενου τέκνου αντικαθίσταται από τα ακόλουθα ποσά 20 :

1η Μαΐου 2004 -31 Δεκεμβρίου 2004: 245,03 ευρώ

1η Ιανουαρίου 2005 -31 Δεκεμβρίου 2005: 257,32 ευρώ

1η Ιανουαρίου 2006 -31 Δεκεμβρίου 2006: 269,62 ευρώ

1η Ιανουαρίου 2007 -31 Δεκεμβρίου 2007: 281,92 ευρώ

1η Ιανουαρίου 2008 -31 Δεκεμβρίου 2008: 294,21 ευρώ

Τα ποσά αυτά θα προσαρμόζονται κάθε έτος κατά ποσοστό ίδιο με το ποσοστό της ετήσιας προσαρμογής που προβλέπεται στο παράρτημα XI του Κανονισμού Υπηρεσιακής Κατάστασης.

Άρθρο 14

Κατά παρέκκλιση του άρθρου 3 παράγραφος 2 του παραρτήματος VII του Κανονισμού Υπηρεσιακής Κατάστασης, το ποσό του προσχολικού επιδόματος αντικαθίσταται από τα ακόλουθα ποσά 21 :

1η Μαΐου 2004 -31 Αυγούστου 2005: 14,97 ευρώ

1η Σεπτεμβρίου 2005 -31 Αυγούστου 2006: 29,95 ευρώ

1η Σεπτεμβρίου 2006 -31 Αυγούστου 2007: 44,92 ευρώ

1η Σεπτεμβρίου 2007 -31 Αυγούστου 2008: 59,90 ευρώ

Τα ποσά αυτά θα προσαρμόζονται κάθε έτος κατά ποσοστό ίδιο με το ποσοστό της ετήσιας προσαρμογής που προβλέπεται στο παράρτημα XI του Κανονισμού Υπηρεσιακής Κατάστασης.

Άρθρο 15

Κατά παρέκκλιση του άρθρου 3 του παραρτήματος VII του Κανονισμού Υπηρεσιακής Κατάστασης, κάθε υπάλληλος που λαμβάνει κατ’ αποκοπή σχολικό επίδομα θα εξακολουθήσει να το λαμβάνει, εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις υπό τις οποίες του είχε χορηγηθεί και το αργότερο έως τις [31 Αυγούστου 2008]. Εντούτοις, τα ποσά των κατ’ αποκοπή πληρωμών θα περιοριστούν στο 80% της αξίας που είχαν στις 31 Δεκεμβρίου 2003 την [1η Σεπτεμβρίου 2004], στο 60% της εν λόγω αξίας την [1η Σεπτεμβρίου 2005], στο 40% της εν λόγω αξίας την [1η Σεπτεμβρίου 2006] και στο 20% της εν λόγω αξίας την [1η Σεπτεμβρίου 2007].

Άρθρο 16

Κατά την περίοδο από 1ης Μαΐου 2004 έως 31 Δεκεμβρίου 2008, κατά παρέκκλιση του άρθρου 17 παράγραφος 2 του παραρτήματος VII του Κανονισμού Υπηρεσιακής Κατάστασης, είναι δυνατόν να μεταφερθεί ένα συμπληρωματικό ποσό υπό τους ακόλουθους όρους:

*    η μεταφορά πρέπει να υφίσταται πριν από την 1η Μαΐου 2004 και οι προϋποθέσεις βάσει των οποίων δόθηκε η έγκριση για τη μεταφορά πρέπει να εξακολουθούν να υφίστανται,

*    το εν λόγω συμπληρωματικό ποσό δεν μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα να αυξηθεί το σύνολο των μεταφορών πέραν των κατωτέρω ορίων, εκφραζόμενων ως ποσοστό του συνολικού ποσού που μεταφέρεται πριν από την 1η Μαΐου 2004:

1η Μαΐου 2004 - 31 Δεκεμβρίου 2004: 100%

1η Ιανουαρίου 2005 - 31 Δεκεμβρίου 2005: 80%

1η Ιανουαρίου 2006 - 31 Δεκεμβρίου 2006: 60%

1η Ιανουαρίου 2007 - 31 Δεκεμβρίου 2007: 40%

1η Ιανουαρίου 2008 - 31 Δεκεμβρίου 2008: 20%

Άρθρο 17

1. Οι δικαιούχοι οι οποίοι, το μήνα που προηγήθηκε της [ημερομηνία έναρξης ισχύος], είχαν δικαίωμα στην κατ’ αποκοπή αποζημίωση που αναφέρεται στο παλαιό άρθρο 4α του παραρτήματος VII του Κανονισμού Υπηρεσιακής Κατάστασης τη διατηρούν "ad personam" έως τον 6ο βαθμό. Τα ποσά της αποζημίωσης προσαρμόζονται κάθε έτος κατά ποσοστό ίδιο με αυτό που χρησιμοποιείται για την ετήσια προσαρμογή των αποδοχών που αναφέρεται στο παράρτημα XI του ΚΥΚ. Εάν, λόγω της κατάργησης της κατ’ αποκοπή αποζημίωσης, οι καθαρές αποδοχές υπαλλήλου ο οποίος έχει προαχθεί στον 7ο βαθμό, είναι κατώτερες από τις καθαρές αποδοχές που εισέπραττε, με τις λοιπές συνθήκες αμετάβλητες, το μήνα που προηγήθηκε της προαγωγής, ο εν λόγω υπάλληλος δικαιούται αντισταθμιστική αποζημίωση ίση προς τη διαφορά έως την επόμενη προαγωγή του κατά κλιμάκιο.

2. Οι υπάλληλοι των κατηγοριών C και D πριν από την [ημερομηνία έναρξης ισχύος], οι οποίοι δεν έχουν καταστεί μέλη της ομάδας καθηκόντων των βοηθών χωρίς περιορισμό σύμφωνα με το άρθρο 10 παράγραφος 3, εξακολουθούν να δικαιούνται είτε συμψηφιστική άδεια είτε αμοιβή, όταν οι υπηρεσιακές ανάγκες δεν επιτρέπουν τον συμψηφισμό πριν από τη λήξη του μήνα που ακολουθεί εκείνον, κατά τη διάρκεια του οποίου πραγματοποιήθηκαν οι υπερωρίες, όπως προβλέπεται στο παράρτημα VI.

Άρθρο 18

Εάν κατά τη διάρκεια της μεταβατικής περιόδου από [1ης Μαΐου 2004 έως 31 Δεκεμβρίου 2008], οι καθαρές μηνιαίες αποδοχές υπαλλήλου πριν από την εφαρμογή οποιουδήποτε διορθωτικού συντελεστή είναι κατώτερες από τις καθαρές αποδοχές που θα εισέπραττε με την ίδια προσωπική κατάσταση τον μήνα πριν από την [ημερομηνία έναρξης ισχύος], ο εν λόγω υπάλληλος δικαιούται αντισταθμιστική αποζημίωση ίση προς τη διαφορά. Η διάταξη αυτή δεν εφαρμόζεται, όταν η μείωση των καθαρών αποδοχών οφείλεται στην ετήσια προσαρμογή των αποδοχών που αναφέρεται στο παράρτημα XI του Κανονισμού Υπηρεσιακής Κατάστασης. Αυτή η εγγύηση διατήρησης του καθαρού εισοδήματος δεν καλύπτει την επίπτωση της ειδικής εισφοράς, τις αλλαγές στο ποσοστό των συνταξιοδοτικών εισφορών ή τις αλλαγές στις ρυθμίσεις που αφορούν τη μεταφορά μέρους των αποδοχών.

Τμήμα 4

Άρθρο 20

1.Στις συντάξεις των υπαλλήλων που συνταξιοδοτούνται πριν από την [ημερομηνία έναρξης ισχύος] εφαρμόζεται ο διορθωτικός συντελεστής που αναφέρεται στην δεύτερη περίπτωση της παραγράφου 5 του άρθρου 3 του παραρτήματος ΧΙ του ΚΥΚ για τις χώρες στο εσωτερικό των Κοινοτήτων, στις οποίες αποδεικνύουν ότι έχουν την κύρια διαμονή τους.

Ο ελάχιστος διορθωτικός συντελεστής που εφαρμόζεται είναι 100.

Εάν ορίσουν τη διαμονή τους σε χώρα εκτός των Κοινοτήτων, ο εφαρμοστέος διορθωτικός συντελεστής ισούται με 100.

Κατά παρέκκλιση του άρθρου 45 του παραρτήματος VIII, η σύνταξη των δικαιούχων που διαμένουν σε ένα κράτος μέλος καταβάλλεται στο νόμισμα της χώρας διαμονής υπό τους όρους που ορίζονται στη δεύτερη παράγραφο του άρθρου 63 του παρόντος ΚΥΚ.

2.Από την [1.5.2004] και έως την [1.5.2009], το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

Οι συντάξεις που καθορίζονται πριν από την [ημερομηνία έναρξης ισχύος] προσαρμόζονται με εφαρμογή του μέσου όρου των διορθωτικών συντελεστών που αναφέρονται στην πρώτη και τη δεύτερη περίπτωση του άρθρου 3 παράγραφος 5 του παραρτήματος XI του ΚΥΚ, οι οποίοι χρησιμοποιούνται για το κράτος μέλος όπου ο δικαιούχος της σύνταξης αποδεικνύει ότι έχει την κύρια διαμονή του. Ο εν λόγω μέσος όρος υπολογίζεται με βάση τον διορθωτικό συντελεστή που προβλέπεται στον ακόλουθο πίνακα:

Από την

[ημερομηνία έναρξης ισχύος]

[1.5.2005]

[1.5.2006]

[1.5.2007]

[1.5.2008]

%

80% 1η περίπτωση 20% 2η περίπτωση

60% 1η περίπτωση 40% 2η περίπτωση

40% 1η περίπτωση 60% 2η περίπτωση

20% 1η περίπτωση 80% 2η περίπτωση

100% 2η περίπτωση

Εάν τροποποιηθεί τουλάχιστον ένας από τους συντελεστές του άρθρου 3 παράγραφος 5 του παραρτήματος ΧΙ, ο μέσος όρος τροποποιείται επίσης με ισχύ από την ίδια ημερομηνία.

3.Για τους υπαλλήλους που συνταξιοδοτούνται πριν από την … [ημερομηνία έναρξης ισχύος] και δεν λαμβάνουν σύνταξη από την … (ημερομηνία έναρξης ισχύος), εφαρμόζεται η μέθοδος υπολογισμού των προηγούμενων παραγράφων τη στιγμή του καθορισμού των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων:

*στα έτη συντάξιμης υπηρεσίας κατά την έννοια του άρθρου 3 του παραρτήματος VIII που έχουν αποκτηθεί πριν από την [ημερομηνία έναρξης ισχύος], και

*στα έτη συντάξιμης υπηρεσίας που προκύπτουν από μεταφορά δυνάμει του άρθρου 11 του παραρτήματος VIII σχετική με τα συνταξιοδοτικά δικαιώματα που έχουν αποκτηθεί στο πλαίσιο του συστήματος του τόπου καταγωγής πριν από την [ημερομηνία έναρξης ισχύος] από τον εν ενεργεία υπάλληλο πριν από την [ημερομηνία έναρξης ισχύος].

Στις συντάξεις τους εφαρμόζεται ο διορθωτικός συντελεστής, μόνον εάν συμπίπτει με τη χώρα του τόπου καταγωγής τους κατά την έννοια του άρθρου 7 παράγραφος 3 του παραρτήματος VII. Ωστόσο, για οικογενειακούς ή ιατρικούς λόγους, οι δικαιούχοι συντάξεως υπάλληλοι μπορούν κατ’ εξαίρεση να υποβάλουν αίτηση στην αρμόδια για τους διορισμούς αρχή για αλλαγή του τόπου καταγωγής τους. Η σχετική απόφαση λαμβάνεται κατόπιν προσκομίσεως από τον ενδιαφερόμενο των κατάλληλων δικαιολογητικών στοιχείων.

Κατά παρέκκλιση του άρθρου 45 του παραρτήματος VIII, η σύνταξη των δικαιούχων που διαμένουν σε ένα κράτος μέλος καταβάλλεται στο νόμισμα της χώρας διαμονής υπό τους όρους που ορίζονται στη δεύτερη παράγραφο του άρθρου 63 του παρόντος ΚΥΚ.

4.Το παρόν άρθρο εφαρμόζεται αναλογικά στα επιδόματα αναπηρίας και στα επιδόματα των άρθρων 41 και 50 του ΚΥΚ και των κανονισμών (ΕΟΚ) αριθ. 1857/89, (ΕΚ, Ευρατόμ, ΕΚΑΧ) 2688/1995, (ΕΚ, Ευρατόμ, ΕΚΑΧ) 2689/1995, (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 1746/2002, (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 1747/2002 ή (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 1748/2002. Ωστόσο, το παρόν άρθρο δεν εφαρμόζεται σε δικαιούχους των επιδομάτων που αναφερόνται στο άρθρο 41 του ΚΥΚ και οι οποίοι διαμένουν στη χώρα στην οποία ασκούσαν την τελευταία τους απασχόληση.

Άρθρο 21

Κατά παρέκκλιση της δεύτερης πρότασης του δευτέρου εδαφίου του άρθρου 77, ο υπάλληλος ο οποίος εισήλθε στην υπηρεσία πριν από την [ημερομηνία έναρξης ισχύος] δικαιούται 2% του μισθού που αναφέρεται στην εν λόγω πρόταση ανά έτος συντάξιμης υπηρεσίας που υπολογίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 3 του παραρτήματος VIII.

Άρθρο 22

1. Για τον υπάλληλο που είναι ηλικίας 50 ετών ή μεγαλύτερης ή έχει 20 ή περισσότερα έτη υπηρεσίας την [ημερομηνία έναρξης ισχύος], το δικαίωμα σύνταξης αρχαιότητας αποκτάται στην ηλικία των 60 ετών.

Για τον υπάλληλο που είναι ηλικίας μεταξύ 30 και 49 ετών την [ημερομηνία έναρξης ισχύος], το δικαίωμα σύνταξης αρχαιότητας αποκτάται στην ηλικία που καθορίζεται στον κατωτέρω πίνακα:

Ηλικία την 1η Μαΐου 2004

Ηλικία συνταξιοδότησης

49 ετών

60 ετών

2 μηνών

48 ετών

60 ετών

4 μηνών

47 ετών

60 ετών

6 μηνών

46 ετών

60 ετών

8 μηνών

45 ετών

60 ετών

10 μηνών

44 ετών

61 ετών

0 μηνών

43 ετών

61 ετών

2 μηνών

42 ετών

61 ετών

4 μηνών

41 ετών

61 ετών

6 μηνών

40 ετών

61 ετών

8 μηνών

39 ετών

61 ετών

10 μηνών

38 ετών

61 ετών

11 μηνών

37 ετών

62 ετών

0 μηνών

36 ετών

62 ετών

1 μηνός

35 ετών

62 ετών

2 μηνών

34 ετών

62 ετών

4 μηνών

33 ετών

62 ετών

5 μηνών

32 ετών

62 ετών

6 μηνών

31 ετών

62 ετών

7 μηνών

30 ετών

62 ετών

8 μηνών

Για τον υπάλληλο που είναι ηλικίας κάτω των 30 ετών την [ημερομηνία έναρξης ισχύος], το δικαίωμα σύνταξης αρχαιότητας αποκτάται στην ηλικία των 63 ετών.

Για υπαλλήλους που ασκούν τα καθήκοντά τους πριν από την [ημερομηνία έναρξης ισχύος], η ηλικία συνταξιοδότησης που λαμβάνεται υπόψη για όλες τις αναφορές που γίνονται στην ηλικία συνταξιοδότησης στο πλαίσιο του παρόντος Κανονισμού ορίζεται σύμφωνα με τις ανωτέρω διατάξεις, στο βαθμό που δεν προβλέπεται διαφορετικά στον παρόντα ΚΥΚ.

2. Κατά παρέκκλιση των διατάξεων που προβλέπονται στο άρθρο 2 του παραρτήματος VIII, εάν ο υπάλληλος που εισήλθε στην υπηρεσία πριν από την [ημερομηνία έναρξης ισχύος] παραμείνει στην υπηρεσία μετά την ηλικία κατά την οποία θα είχε αποκτήσει το δικαίωμα σύνταξης αρχαιότητας, δικαιούται προσαυξήσεως του ποσοστού της βασικής συντάξεώς του για κάθε έτος εργασίας μετά την ηλικία αυτή, χωρίς το σύνολο της συντάξεως να δύναται να υπερβεί το 70 % του τελευταίου βασικού μισθού σύμφωνα µε το δεύτερο ή το τρίτο εδάφιο, ανάλογα με την περίπτωση, του άρθρου 77 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως.

Εάν ο υπάλληλος είναι ηλικίας 50 ετών ή μεγαλύτερης ή έχει 20 ή περισσότερα έτη υπηρεσίας, η προσαύξηση της σύνταξης που προβλέπεται στο προηγούμενο εδάφιο ισούται με 5% του ποσού των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων που είχε αποκτήσει στην ηλικία των 60 ετών. Εάν είναι ηλικίας μεταξύ 40 και 49 ετών, το ανώτατο όριο προσαύξησης της σύνταξης καθορίζεται σε 3,0% του μισθού που λαμβάνεται υπόψη για τον υπολογισμό της σύνταξης, χωρίς να μπορεί να υπερβεί το 4,5% των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων που αποκτά ο υπάλληλος στην ηλικία των 60 ετών. Εάν είναι ηλικίας μεταξύ 35 και 39 ετών, το ανώτατο όριο προσαύξησης της σύνταξης καθορίζεται σε 2,75 % του μισθού που λαμβάνεται υπόψη για τον υπολογισμό της σύνταξης, χωρίς να μπορεί να υπερβεί το 4,0 % των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων που αποκτά ο υπάλληλος στην ηλικία των 60 ετών. Εάν είναι ηλικίας μεταξύ 30 και 35 ετών, το ανώτατο όριο προσαύξησης της σύνταξης καθορίζεται σε 2,5 % του μισθού που λαμβάνεται υπόψη για τον υπολογισμό της σύνταξης, χωρίς να μπορεί να υπερβεί το 3,5 % των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων που αποκτά ο υπάλληλος στην ηλικία των 60 ετών. Εάν είναι κάτω των 30 ετών, το ανώτατο όριο προσαύξησης της σύνταξης καθορίζεται σε 2,0 % του μισθού που λαμβάνεται υπόψη για τον υπολογισμό της σύνταξης.

Η προσαύξηση αυτή χορηγείται επίσης σε περίπτωση θανάτου, εάν ο υπάλληλος έχει παραμείνει στην υπηρεσία πέραν της ηλικίας κατά την οποία είχε αποκτήσει το δικαίωμα σύνταξης αρχαιότητας.

Εάν, κατ’ εφαρμογή του παραρτήματος IVα, ο υπάλληλος που εισήλθε στην υπηρεσία πριν από την [ημερομηνία έναρξης ισχύος] και εργάζεται με μειωμένο ωράριο συνεισφέρει στο συνταξιοδοτικό σύστημα κατ’ αναλογία του χρόνου που εργάζεται, οι προσαυξήσεις των δικαιωμάτων που προβλέπονται στην παρούσα παράγραφο εφαρμόζονται κατά την ίδια αναλογία.

3. Για τους υπαλλήλους που έχουν εισέλθει στην υπηρεσία πριν από την [ημερομηνία έναρξης ισχύος], εάν η εφαρμογή των μέτρων που προβλέπονται στις παραγράφους 1 και 2 προκαλεί μείωση άνω του 10% των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων τους που αποκτώνται κατά την έννοια του άρθρου 2 του παραρτήματος VIII, σε σύγκριση με εκείνα που θα είχαν αποκτήσει σύμφωνα με τους κανόνες που ίσχυαν πριν από την ημερομηνία αυτή, τότε οι εν λόγω υπάλληλοι δικαιούνται αύξηση των δικαιωμάτων τους ίση με το καθ’ υπέρβαση ποσοστό 10%.

4. Οι υπάλληλοι, οι οποίοι έχουν εισέλθει στην υπηρεσία πριν από την [ημερομηνία έναρξης ισχύος] και οι οποίοι, μετά την εφαρμογή των άρθρων 2, 3 και 11 του παραρτήματος VIII, είναι αδύνατο να φθάσουν στην ηλικία των 65 ετών το ανώτατο ποσοστό σύνταξης αρχαιότητας που προβλέπεται στο άρθρο 77, δεύτερο εδάφιο, του ΚΥΚ, μπορούν να αποκτήσουν συμπληρωματικά συνταξιοδοτικά δικαιώματα για να φθάσουν το εν λόγω ανώτατο όριο.

Οι εισφορές που πρέπει να καταβάλουν οι υπάλληλοι αντιστοιχούν στο σύνολο του ποσού που βαρύνει τον ίδιο και τον εργοδότη του, σύμφωνα με το ποσοστό εισφοράς που καθορίζεται στο άρθρο 83 παράγραφος 2 του ΚΥΚ. Η Επιτροπή, μέσω της έκδοσης γενικών εκτελεστικών διατάξεων, καθορίζει τη μέθοδο υπολογισμού των εισφορών που πρέπει να καταβάλλονται από τους ενδιαφερόμενους υπαλλήλους κατά τρόπο που να εξασφαλίζεται ότι με το ποσό αυτό διαφυλάσσεται η αναλογιστική ισορροπία και ότι η μέθοδος εφαρμόζεται χωρίς δημοσιονομικές επιδοτήσεις από το συνταξιοδοτικό σύστημα των ευρωπαϊκών οργάνων.

Οι ενδιαφερόμενοι υπάλληλοι μπορούν να επωφεληθούν από το μέτρο αυτό για διάστημα πέντε ετών από την [ημερομηνία έναρξης ισχύος των προαναφερθέντων γενικών εκτελεστικών διατάξεων] και με όριο την καταβολή εισφορών: τριών μηνών για τους υπαλλήλους ηλικίας μεταξύ 45 και 49 ετών την [ημερομηνία έναρξης ισχύος]· εννέα μηνών για τους υπαλλήλους ηλικίας μεταξύ 38 και 44 ετών την ημερομηνία αυτή· δεκαπέντε μηνών για τους υπαλλήλους ηλικίας μεταξύ 30 και 37 ετών την ημερομηνία αυτή· και δύο ετών για τους υπαλλήλους ηλικίας κάτω των 30 ετών την ημερομηνία αυτή.

Άρθρο 23

1.Κατά παρέκκλιση του άρθρου 52 του ΚΥΚ, μπορεί να ζητηθεί η εφαρμογή του άρθρου 9, δεύτερη περίπτωση, του παραρτήματος VIII από τους υπαλλήλους, οι οποίοι έχουν εισέλθει στην υπηρεσία πριν από την [ημερομηνία έναρξης ισχύος] και οι οποίοι αποχωρούν πριν από την ηλικία κατά την οποία θα είχαν αποκτήσει το δικαίωμα σύνταξης αρχαιότητας, σύμφωνα με το άρθρο 22 το εν λόγω παραρτήματος:

*για τον υπάλληλο που είναι ηλικίας τουλάχιστον 50 ετών ή έχει 20 έτη υπηρεσίας ή περισσότερα την [1.5.2004], η εφαρμογή μπορεί να ζητηθεί στην ηλικία των 50 ετών.

*για τον υπάλληλο που είναι ηλικίας μεταξύ 30 και 49 ετών την [1.5.2004], η εφαρμογή μπορεί να ζητηθεί στην ηλικία που καθορίζεται από τον ακόλουθο πίνακα:





Ηλικία την 1η Μαΐου 2004

Ηλικία άμεσης συνταξιοδότησης

49 ετών

50 ετών

3 μηνών

48 ετών

50 ετών

6 μηνών

47 ετών

50 ετών

9 μηνών

46 ετών

51 ετών

0 μηνών

45 ετών

51 ετών

3 μηνών

44 ετών

51 ετών

6 μηνών

43 ετών

51 ετών

9 μηνών

42 ετών

52 ετών

0 μηνών

41 ετών

52 ετών

3 μηνών

40 ετών

52 ετών

6 μηνών

39 ετών

52 ετών

9 μηνών

38 ετών

53 ετών

0 μηνών

37 ετών

53 ετών

0 μηνών

36 ετών

53 ετών

6 μηνών

35 ετών

53 ετών

9 μηνών

34 ετών

54 ετών

0 μηνών

33 ετών

54 ετών

3 μηνών

32 ετών

54 ετών

6 μηνών

31 ετών

54 ετών

9 μηνών

30 ετών

55 ετών

0 μηνών

*για τον υπάλληλο που είναι ηλικίας κάτω των 30 ετών την [1.5.2004], η εφαρμογή μπορεί να ζητηθεί στην ηλικία των 55 ετών.

2.Στις περιπτώσεις αυτές, στη μείωση των δικαιωμάτων σύνταξης αρχαιότητας που αναφέρεται στο άρθρο 9 του παραρτήματος VIII για τους υπαλλήλους που αποχωρούν από την υπηρεσία τουλάχιστον στην ηλικία των 55 ετών, πρέπει να προστεθεί μια συμπληρωματική μείωση κατά 4,483 % των κτηθέντων συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων, εάν η καταβολή της σύνταξης αρχίζει στην ηλικία των 54 ετών· κατά 8,573 %, εάν αρχίζει στην ηλικία των 53 ετών· κατά 12,316 %, εάν αρχίζει στην ηλικία των 52 ετών· κατά 15,778 %, εάν αρχίζει στην ηλικία των 51 ετών· και κατά 18,934 %, εάν η καταβολή της σύνταξης αρχαιότητας αρχίζει στην ηλικία των 50 ετών. 

Άρθρο 24

1.Στην περίπτωση σύνταξης που καθορίζεται πριν από την [ημερομηνία έναρξης ισχύος], το δικαίωμα σύνταξης του δικαιούχου παραμένει καθορισμένο μετά την ημερομηνία αυτή σύμφωνα με τους κανόνες που εφαρμόζονταν τη στιγμή του αρχικού καθορισμού του δικαιώματός του. Το ίδιο ισχύει και όσον αφορά την κάλυψη στο πλαίσιο του κοινού καθεστώτος ασφάλισης ασθενείας. Εντούτοις, οι κανόνες σχετικά με τα οικογενειακά επιδόματα και τους διορθωτικούς συντελεστές που ισχύουν μετά την [ημερομηνία έναρξης ισχύος] εφαρμόζονται αμέσως, με επιφύλαξη της εφαρμογής του άρθρου 20 του παρόντος παραρτήματος.

Κατά παρέκκλιση του πρώτου εδαφίου, οι δικαιούχοι σύνταξης αναπηρίας ή σύνταξης επιζώντων μπορούν να ζητήσουν να υπαχθούν στις διατάξεις που εφαρμόζονται από την [ημερομηνία έναρξης ισχύος].

2.Όταν οι παρούσες διατάξεις αρχίσουν να ισχύουν, το ονομαστικό ποσό της καθαρής σύνταξης που εισπράττεται πριν από την [ημερομηνία έναρξης ισχύος] θα είναι εγγυημένο. Αυτό το εγγυημένο ποσό προσαρμόζεται ωστόσο σε περίπτωση μεταβολής της οικογενειακής κατάστασης ή της χώρας διαμονής του ενδιαφερομένου. Για τα άτομα που συνταξιοδοτούνται μεταξύ [ημερομηνία έναρξης ισχύος] και [31.12.2007], είναι εγγυημένο το ονομαστικό ποσό της καθαρής σύνταξης που εισπράττεται κατά τη συνταξιοδότησή τους, λαμβάνοντας ως στοιχείο αναφοράς τις διατάξεις του ΚΥΚ που ισχύουν την ημέρα της συνταξιοδότησής τους.

Για την εφαρμογή του πρώτου εδαφίου, εάν η σύνταξη που υπολογίζεται βάσει των ισχυουσών διατάξεων είναι κατώτερη από την ονομαστική σύνταξη, όπως ορίζεται παρακάτω, χορηγείται αντισταθμιστικό ποσό ίσο προς τη διαφορά.

Για τους δικαιούχους σύνταξης πριν από την [ημερομηνία έναρξης ισχύος], η ονομαστική σύνταξη υπολογίζεται κάθε μήνα, λαμβάνοντας υπόψη την οικογενειακή κατάσταση και τη χώρα διαμονής τη στιγμή του υπολογισμού, καθώς και τους κανόνες του ΚΥΚ που ισχύουν την προηγουμένη της [ημερομηνία έναρξης ισχύος].

Για τα άτομα που συνταξιοδοτούνται μεταξύ [ημερομηνία έναρξης ισχύος] και [31.12.2007], η ονομαστική σύνταξη υπολογίζεται κάθε μήνα, λαμβάνοντας υπόψη την οικογενειακή κατάσταση και τη χώρα διαμονής τη στιγμή του υπολογισμού, καθώς και τους κανόνες του ΚΥΚ που ισχύουν την ημέρα που συνταξιοδοτούνται.

Σε περίπτωση θανάτου μετά την [ημερομηνία έναρξης ισχύος] δικαιούχου σύνταξης που έχει καθοριστεί πριν από την ημερομηνία αυτή, οι συντάξεις επιζώντων καθορίζονται λαμβάνοντας υπόψη την εγγύηση του ονομαστικού ποσού, της οποίας επωφελείτο ο θανών συνταξιούχος.

3.Εφόσον οι δικαιούχοι σύνταξης αναπηρίας δεν έχουν ζητήσει να υπαχθούν στις διατάξεις που εφαρμόζονται μετά την [ημερομηνία έναρξης ισχύος] και δεν έχουν κηρυχθεί ικανοί να επανέλθουν στα καθήκοντά τους, οι συντάξεις αναπηρίας που διατηρούν με τον τρόπο αυτό θα θεωρούνται συντάξεις αρχαιότητας τη στιγμή που οι δικαιούχοι τους συμπληρώνουν την ηλικία των 65 ετών.

4.Οι παράγραφοι 1 και 2 εφαρμόζονται στους δικαιούχους μιας από τις αποζημιώσεις που εισπράττονται σύμφωνα με τα άρθρα 41 ή 50 του Κανονισμού Υπηρεσιακής Κατάστασης ή σύμφωνα µε τους κανονισμούς (ΕΟΚ) αριθ. 1857/89, (ΕΚ, Ευρατόμ, ΕΚΑΧ) 2688/1995, (ΕΚ, Ευρατόμ, ΕΚΑΧ) 2689/1995, (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 1746/2002, (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 1747/2002 ή (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 1748/2002. Ωστόσο, οι συντάξεις αρχαιότητας που λαμβάνουν καθορίζονται σύμφωνα με τους κανόνες που ισχύουν την ημέρα που αρχίζουν να καταβάλλονται.

Άρθρο 25

1.Για τις συντάξεις που καθορίζονται πριν από την [ημερομηνία έναρξης ισχύος], ο βαθμός που χρησιμοποιείται για τον υπολογισμό της σύνταξης καθορίζεται σύμφωνα με την αντιστοιχία που προβλέπεται στους πίνακες των άρθρων 2 παράγραφος 1 και 8 παράγραφος 1.

Ο βασικός μισθός που λαμβάνεται υπόψη για τον καθορισμό της σύνταξης του δικαιούχου ισούται με τον μισθό του πίνακα του άρθρου 66 του ΚΥΚ για τον νέο βαθμό που καθορίζεται με τον τρόπο αυτό, στο ίδιο κλιμάκιο, πολλαπλασιαζόμενο με ποσοστό ίσο προς τον λόγο μεταξύ του βασικού μισθού της παλαιάς κλίμακας και του μισθού της κλίμακας του άρθρου 66 του ΚΥΚ για το ίδιο κλιμάκιο.

Για τα κλιμάκια της παλαιάς κλίμακας για τα οποία δεν υπάρχει αντιστοιχία στην κλίμακα του άρθρου 66 του ΚΥΚ, για τον υπολογισμό του ποσοστού που αναφέρεται στο δεύτερο εδάφιο χρησιμοποιείται ως στοιχείο αναφοράς το τελευταίο κλιμάκιο του ίδιου βαθμού.

Για τα κλιμάκια του βαθμού D4 της παλαιάς κλίμακας, για τον υπολογισμό του ποσοστού που αναφέρεται στο δεύτερο εδάφιο χρησιμοποιείται ως στοιχείο αναφοράς το πρώτο κλιμάκιο του πρώτου βαθμού.

2.Με μεταβατική ισχύ, ο βασικός μισθός κατά την έννοια των άρθρων 77 και 78 του ΚΥΚ και του παραρτήματος VIII καθορίζεται με εφαρμογή του αντίστοιχου συντελεστή πολλαπλασιασμού που ορίζεται στο άρθρο 7, στον μισθό που αντιστοιχεί στην κατάταξη του δικαιούχου, η οποία λαμβάνεται υπόψη για τον καθορισμό του δικαιώματος σύνταξης αρχαιότητας ή επιδόματος αναπηρίας, σύμφωνα με τον πίνακα του άρθρου 66 του ΚΥΚ.

Για τα κλιμάκια της παλαιάς κλίμακας που δεν έχουν αντιστοιχία στην κλίμακα του άρθρου 66 του ΚΥΚ, για τον υπολογισμό του συντελεστή πολλαπλασιασμού χρησιμοποιείται ως στοιχείο αναφοράς το τελευταίο κλιμάκιο του ίδιου βαθμού.

Για τις συντάξεις αρχαιότητας και τα επιδόματα αναπηρίας που καθορίζονται μεταξύ [ημερομηνία έναρξης ισχύος] και [30.4.2006], εφαρμόζεται το άρθρο 8 παράγραφος 1.

3.Για τους δικαιούχους σύνταξης επιζώντων, εφαρμόζονται οι παράγραφοι 1 και 2 του παρόντος άρθρου σε σχέση με τον θανόντα υπάλληλο ή πρώην υπάλληλο.

4.Οι παράγραφοι 1 και 2 του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται κατ’ αναλογία στους δικαιούχους μιας από τις αποζημιώσεις που εισπράττονται σύμφωνα με τα άρθρα 41 ή 50 του Κανονισμού Υπηρεσιακής Κατάστασης ή σύμφωνα µε τους κανονισμούς (ΕΟΚ) αριθ. 1857/89, (ΕΚ, Ευρατόμ, ΕΚΑΧ) 2688/1995, (ΕΚ, Ευρατόμ, ΕΚΑΧ) 2689/1995, (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 1746/2002, (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 1747/2002 ή (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 1748/2002.

Άρθρο 26

1.Οι αιτήσεις που αφορούν τη χρήση των δυνατοτήτων μεταφοράς δικαιωμάτων σύμφωνα με το άρθρο 11 παράγραφος 2 του παραρτήματος VIII, οι οποίες υποβάλλονται πριν από την [ημερομηνία έναρξης ισχύος], εξετάζονται σύμφωνα με τους κανόνες που ισχύουν τη στιγμή της υποβολής τους. 

2.Εφόσον η προθεσμία που προβλέπεται στο άρθρο 11 παράγραφος 2 του παραρτήματος VIII δεν είχε ακόμη εκπνεύσει την [ημερομηνία έναρξης ισχύος], οι ενδιαφερόμενοι υπάλληλοι, οι οποίοι δεν είχαν υποβάλει σχετική αίτηση εντός των προθεσμιών που προβλέπονταν προηγουμένως ή των οποίων η αίτηση είχε απορριφθεί λόγω εκπρόθεσμης υποβολής, μπορούν να υποβάλουν ακόμη ή να υποβάλουν εκ νέου αίτηση μεταφοράς δυνάμει του άρθρου 11 παράγραφος 2 του παραρτήματος VIII.

3.Εφόσον η προθεσμία που προβλέπεται στο άρθρο 11 παράγραφος 2 του παραρτήματος VIII είχε εκπνεύσει την [ημερομηνία έναρξης ισχύος], οι υπάλληλοι οι οποίοι είχαν υποβάλει αίτηση μεταφοράς εντός των προθεσμιών που προβλέπονταν προηγουμένως, αλλά είχαν απορρίψει την πρόταση που τους είχε γίνει, οι οποίοι δεν είχαν υποβάλει αίτηση μεταφοράς εντός των προθεσμιών που προβλέπονταν προηγουμένως ή των οποίων η αίτηση είχε απορριφθεί λόγω εκπρόθεσμης υποβολής, μπορούν να υποβάλουν ακόμη ή να υποβάλουν εκ νέου σχετική αίτηση το αργότερο έως τις [31.10.2004].

4.Στις περιπτώσεις που προβλέπονται στις παραγράφους 2 και 3 του παρόντος άρθρου, το όργανο όπου υπηρετεί ο υπάλληλος καθορίζει τον αριθμό συντάξιμων ετών που λαμβάνει υπόψη σύμφωνα με το δικό του καθεστώς, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 11 παράγραφος 2 του παραρτήματος VIII. Εντούτοις, για την εφαρμογή της παραγράφου 3 του παρόντος άρθρου, πρέπει να λαμβάνονται υπόψη η ηλικία και ο βαθμός του υπαλλήλου κατά την ημερομηνία της μονιμοποίησης.

5.Ο υπάλληλος που έχει αποδεχθεί μεταφορά των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων του κατ’ εφαρμογή του άρθρου 11 παράγραφος 2 του παραρτήματος VIII πριν από την [ημερομηνία έναρξης ισχύος], μπορεί να ζητήσει νέο υπολογισμό της προσαύξησης των δικαιωμάτων του που έχει ήδη πραγματοποιηθεί στο συνταξιοδοτικό σύστημα των κοινοτικών οργάνων κατ’ εφαρμογή του εν λόγω άρθρου. Ο νέος υπολογισμός βασίζεται στις παραμέτρους που ίσχυαν τη στιγμή της προσαύξησης, προσαρμοσμένες σύμφωνα με το άρθρο 22 του παρόντος παραρτήματος.

6.Ο υπάλληλος που έχει τύχει προσαύξησης κατ’ εφαρμογή της παραγράφου 1 μπορεί να ζητήσει την εφαρμογή της παραγράφου 5 του παρόντος άρθρου από τη στιγμή της κοινοποίησης της προσαύξησης στο συνταξιοδοτικό σύστημα των κοινοτικών οργάνων.

Άρθρο 27

1.Κατά τον υπολογισμό του αναλογιστικού ισοδυνάμου που αναφέρεται στο άρθρο 11 παράγραφος 1 του παραρτήματος VIII του ΚΥΚ και στο άρθρο 12 παράγραφος 1 στοιχείο β) του εν λόγω παραρτήματος VIII, ο μόνιμος ή ο έκτακτος υπάλληλος επωφελείται, για το τμήμα των δικαιωμάτων του που σχετίζονται με περιόδους υπηρεσίας προγενέστερες της [ημερομηνία έναρξης ισχύος], από την εφαρμογή των ακόλουθων διατάξεων.

Το αναλογιστικό ισοδύναμο της σύνταξης αρχαιότητας δεν μπορεί να είναι κατώτερο από το άθροισμα:

α)του ποσού των κρατήσεων που έγιναν στο βασικό μισθό του ως εισφορά του υπαλλήλου για τη δημιουργία της σύνταξής του, προσαυξημένου με τόκους ανατοκισμού που υπολογίζονται με ετήσιο επιτόκιο 3,5%·

β)επιδόματος αποχώρησης ανάλογου προς τον χρόνο πραγματικής υπηρεσίας, το οποίο υπολογίζεται με βάση ένα μήνα και μισό του τελευταίου βασικού μισθού στον οποίο έγιναν κρατήσεις για κάθε έτος υπηρεσίας·

γ)του συνολικού ποσού που καταβλήθηκε στις Κοινότητες σύμφωνα με το άρθρο 11 παράγραφος 2 του παραρτήματος VIII του ΚΥΚ, προσαυξημένου με τόκους ανατοκισμού που υπολογίζονται με ετήσιο επιτόκιο 3,5%.

2.Ωστόσο, εάν ο μόνιμος ή ο έκτακτος υπάλληλος αποχωρεί οριστικά από την υπηρεσία λόγω παύσης ή καταγγελίας της σύμβασής του, το επίδομα αποχώρησης που πρέπει να καταβληθεί ή, ενδεχομένως, το αναλογιστικό ισοδύναμο που πρέπει να μεταφερθεί, καθορίζεται σε συνάρτηση με την απόφαση που λαμβάνεται βάσει του άρθρου 7 παράγραφος 1, στοιχείο η) του παραρτήματος IX του Κανονισμού Υπηρεσιακής Κατάστασης.

3.Εκτός εάν έχει τύχει εφαρμογής των διατάξεων του άρθρου 11 παράγραφοι 2 ή 3 του παραρτήματος VIII του ΚΥΚ, ο υπάλληλος που υπηρετεί την [ημερομηνία έναρξης ισχύος] και ο οποίος, εν απουσία της δυνατότητας μεταφοράς σύμφωνα με το άρθρο 11 παράγραφος 1, θα είχε δικαίωμα καταβολής επιδόματος αποχώρησης σύμφωνα με τους κανόνες του ΚΥΚ που ίσχυαν πριν από την [ημερομηνία έναρξης ισχύος], διατηρεί το δικαίωμα καταβολής επιδόματος αποχώρησης, το οποίο υπολογίζεται σύμφωνα με τους κανόνες που ίσχυαν πριν από την εν λόγω ημερομηνία.

Άρθρο 28

Οι έκτακτοι υπάλληλοι που αναφέρονται στο άρθρο 2 του καθεστώτος, οι οποίοι απασχολούνται με σύμβαση την [ημερομηνία έναρξης ισχύος] και διορίζονται ως υπάλληλοι μετά από την ημερομηνία αυτή, κατά τη συνταξιοδότηση, έχουν δικαίωμα αναλογιστικής αξιοποίησης των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων που απέκτησαν ως έκτακτοι υπάλληλοι, στο οποίο συνεκτιμάται η αλλαγή στην ηλικία τους συνταξιοδότησης στο πνεύμα του άρθρου 77 του ΚΥΚ.

Άρθρο 29

Για έκτακτους υπαλλήλους που έχουν προσληφθεί πριν από την [ημερομηνία έναρξης ισχύος] σύμφωνα με το άρθρο 2 στοιχείο γ) του Καθεστώτος που εφαρμόζεται επί του Λοιπού Προσωπικού, με σκοπό να επικουρήσουν μία πολιτική ομάδα στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, δεν ισχύει η απαίτηση που ορίζει το άρθρο 29 παράγραφοι 3 και 4 του παρόντος ΚΥΚ, ότι ο έκτακτος υπάλληλος έχει επιτύχει σε διαδικασία επιλογής σύμφωνα με το άρθρο 12 παράγραφος 3α του παρόντος Καθεστώτος.

Παράρτημα XIII.1: Τυπικές θέσεις απασχόλησης κατά τη μεταβατική περίοδο

Τυπικές θέσεις απασχόλησης κάθε κατηγορίας όπως προβλέπονται στο άρθρο 4 σημείο l) του παρόντος παραρτήματος.

Κατηγορία A

Κατηγορία C

A*5

Διοικητικός Υπάλληλος/

C1

Γραμματέας/Βοηθός γραφείου

Διοικητικός Υπάλληλος έρευνας/

C*2

Γραμματέας/Βοηθός γραφείου

Διοικητικός Υπάλληλος γλωσσικών καθηκόντων/

C*3

Γραμματέας/Βοηθός γραφείου

A*6

Διοικητικός Υπάλληλος/

C*4

Γραμματέας/Βοηθός γραφείου

Διοικητικός Υπάλληλος έρευνας/

C*5

Γραμματέας/Βοηθός γραφείου

Διοικητικός Υπάλληλος γλωσσικών καθηκόντων/

C*6

Γραμματέας/Βοηθός γραφείου

A*7

Διοικητικός Υπάλληλος/

C*7

Γραμματέας/Βοηθός γραφείου

Διοικητικός Υπάλληλος έρευνας/

Διοικητικός Υπάλληλος γλωσσικών καθηκόντων/

A*8

Διοικητικός Υπάλληλος/

Διοικητικός Υπάλληλος έρευνας/

Διοικητικός Υπάλληλος γλωσσικών καθηκόντων/

A*9

Προϊστάμενος Μονάδας/

Διοικητικός Υπάλληλος/

Διοικητικός Υπάλληλος έρευνας/

Διοικητικός Υπάλληλος γλωσσικών καθηκόντων/

A*10

Προϊστάμενος Μονάδας

Διοικητικός Υπάλληλος/

Διοικητικός Υπάλληλος έρευνας/

Διοικητικός Υπάλληλος γλωσσικών καθηκόντων/

A*11

Προϊστάμενος Μονάδας

Διοικητικός Υπάλληλος/

Διοικητικός Υπάλληλος έρευνας/

Διοικητικός Υπάλληλος γλωσσικών καθηκόντων/

A*12

Προϊστάμενος Μονάδας

Διοικητικός Υπάλληλος/

Διοικητικός Υπάλληλος έρευνας/

Διοικητικός Υπάλληλος γλωσσικών καθηκόντων/

A*13

Προϊστάμενος Μονάδας

Διοικητικός Υπάλληλος/

Διοικητικός Υπάλληλος έρευνας/

Διοικητικός Υπάλληλος γλωσσικών καθηκόντων/

A*14

Διοικητικός Υπάλληλος έρευνας/

Διοικητικός Υπάλληλος γλωσσικών καθηκόντων/

Προϊστάμενος Μονάδας

Διευθυντής

A*15

Διευθυντής/Γενικός Διευθυντής

A*16

Γενικός Διευθυντής

Κατηγορία B

Κατηγορία D

B*3

Βοηθός Διοικήσεως/Βοηθός διοικήσεως έρευνας

D*1

Υπάλληλος

B*4

Βοηθός Διοικήσεως/Βοηθός διοικήσεως έρευνας

D*2

Υπάλληλος

B*5

Βοηθός Διοικήσεως/Βοηθός διοικήσεως έρευνας

D*3

Υπάλληλος

B*6

Βοηθός Διοικήσεως/Βοηθός διοικήσεως έρευνας

D*4

Υπάλληλος

B*7

Βοηθός Διοικήσεως/Βοηθός διοικήσεως έρευνας

D*5

Υπάλληλος

B*8

Βοηθός Διοικήσεως/Βοηθός διοικήσεως έρευνας

B*9

Βοηθός Διοικήσεως/Βοηθός διοικήσεως έρευνας

B*10

Βοηθός Διοικήσεως/Βοηθός διοικήσεως έρευνας

B*11

Βοηθός Διοικήσεως/Βοηθός διοικήσεως έρευνας

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ II
Τροποποίηση του καθεστώτος που εφαρμόζ
εται στο λοιπό προσωπικό των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων

Το καθεστώς που εφαρμόζεται στο λοιπό προσωπικό των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων τροποποιείται ως εξής:

1.Το άρθρο 1 τροποποιείται ως εξής:

α)Μετά «- του επικουρικού υπαλλήλου», προστίθεται η ακόλουθη περίπτωση:

«- του συμβασιούχου υπαλλήλου».

β)Προστίθεται το ακόλουθο εδάφιο:

«Κάθε αναφορά στο παρόν Καθεστώς σε πρόσωπο γένους αρσενικού νοείται επίσης ως αναφορά σε πρόσωπο γένους θηλυκού και αντιστρόφως, εκτός εάν από τα συμφραζόμενα συνάγεται σαφώς το αντίθετο.»

2.    Στο άρθρο 2 στοιχείο γ), η φράση «ή παρ’ εκλεγμένω προέδρω οργάνου των Κοινοτήτων, ή πολιτική ομάδα της (ευρωπαϊκής) Κοινοβουλευτικής Συνελεύσεως» αντικαθίσταται από τη φράση «ή παρ’ εκλεγμένω προέδρω οργάνου των Κοινοτήτων ή παρά πολιτική ομάδα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ή της Επιτροπής των Περιφερειών ή παρ’ ομάδα της Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής». 

3.Το άρθρο 3 τροποποιείται ως εξής:

α)    Το υπάρχον κείμενο καθίσταται παράγραφος 1. 

β)    Στην παράγραφο 1, στοιχείο β), πρώτη περίπτωση, οι λέξεις «των κατηγοριών B, C, D ή του γλωσσικού κλάδου» αντικαθίστανται από τις λέξεις «της ομάδας καθηκόντων των βοηθών (AST)».

γ)    Στην παράγραφο 1, στοιχείο β), δεύτερη περίπτωση οι λέξεις «της κατηγορίας A, που δεν έχει βαθμό A 1 και A 2» αντικαθίστανται από τις λέξεις «της ομάδας καθηκόντων των διοικητικών υπαλλήλων (AD), εκτός υπαλλήλου που περιλαμβάνεται στα ανώτερα στελέχη (Γενικός Διευθυντής ή ισοδύναμος των βαθμών AD 16 ή AD 15 και Διευθυντής ή ισοδύναμος των βαθμών AD 15 ή AD 14)».

4.Μετά το άρθρο 3 παρεμβάλλονται τα ακόλουθα άρθρα 3α και 3β:

«Άρθρο 3α

1.Θεωρείται «συμβασιούχος υπάλληλος επιφορτισμένος με μη βασικά καθήκοντα», κατά την έννοια του παρόντος Καθεστώτος, ο υπάλληλος ο οποίος δεν τοποθετείται σε θέση προβλεπόμενη στον πίνακα θέσεων ο οποίος προσαρτάται στο τμήμα του προϋπολογισμού που αναφέρεται στο αντίστοιχο όργανο και ο οποίος προσλαμβάνεται για να ασκήσει καθήκοντα είτε με μειωμένο ωράριο είτε με πλήρες ωράριο:

*σε ένα θεσμικό όργανο για την εκτέλεση χειρωνακτικών εργασιών ή την παροχή υπηρεσιών διοικητικής υποστήριξης·

*στις Υπηρεσίες που αναφέρονται στο άρθρο 1α παράγραφο 2 του Κανονισμού Υπηρεσιακής Κατάστασης·

* και σε άλλους οργανισμούς που βρίσκονται στην Ευρωπαϊκή Ένωση και έχουν συσταθεί, μετά από διαβούλευση με την επιτροπή του ΚΥΚ, με ειδική νομική πράξη που εκδίδεται από ένα ή περισσότερα θεσμικά όργανα και επιτρέπει την προσφυγή σ’ αυτό το είδος προσωπικού,

*στις αντιπροσωπείες και τα γραφεία των κοινοτικών θεσμικών οργάνων,

*σε άλλους οργανισμούς που βρίσκονται εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης.

2.Βάσει των πληροφοριών που παρέχουν όλα τα όργανα, η Επιτροπή υποβάλλει κάθε έτος έκθεση προς την αρμόδια για τον προϋπολογισμό αρχή σχετικά με την απασχόληση των συμβασιούχων υπαλλήλων, η οποία αναφέρει εάν ο συνολικός αριθμός των εν λόγω συμβασιούχων υπαλλήλων παρέμεινε εντός του ορίου του 75% των συνολικά απασχολουμένων σε Υπηρεσίες, σε άλλους οργανισμούς εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σε αντιπροσωπείες και γραφεία των κοινοτικών θεσμικών οργάνων και σε άλλους οργανισμούς εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης αντίστοιχα. Σε περίπτωση μη σεβασμού αυτού του ορίου, η Επιτροπή προετίνει στις Υπηρεσίες, στους άλλους οργανισμούς εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στις αντιπροσωπείες και στα γραφεία των κοινοτικών θεσμικών οργάνων και στους άλλους οργανισμούς εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης τη λήψη κατάλληλων μέτρων.

Άρθρο 3β

Θεωρείται «συμβασιούχος υπάλληλος επιφορτισμένος με επικουρικά καθήκοντα», κατά την έννοια του παρόντος Καθεστώτος, ο υπάλληλος που προσλαμβάνεται σε ένα όργανο για το διάστημα που ορίζεται στο άρθρο 87, σε μια από τις ομάδες καθηκόντων που ορίζονται στο άρθρο 87α.

*για να εκτελεί, με μειωμένο ή με πλήρες ωράριο, καθήκοντα άλλα από τα αναφερόμενα στο άρθρο 3α παράγραφος 1, πρώτη περίπτωση, χωρίς να τοποθετείται σε θέση που περιλαμβάνεται στον πίνακα θέσεων, ο οποίος προσαρτάται στο τμήμα του προϋπολογισμού που αφορά το αντίστοιχο όργανο,

*για να αντικαθιστά, αφού εξετασθούν οι δυνατότητες εξευρέσεως προσωρινού αντικαταστάτη μεταξύ των υπαλλήλων του οργάνου, ορισμένα πρόσωπα που βρίσκονται προσωρινά σε αδυναμία να εκτελούν τα καθήκοντά τους, και συγκεκριμένα:

(i) μόνιμους ή έκτακτους υπαλλήλους της ομάδας καθηκόντων των βοηθών (AST)·

(ii) κατ’ εξαίρεση, μόνιμους ή έκτακτους υπαλλήλους της ομάδας καθηκόντων των υπαλλήλων διοικήσεως (AD), οι οποίοι κατέχουν πολύ εξειδικευμένη θέση, εκτός από προϊσταμένους μονάδας, διευθυντές, γενικούς διευθυντές και υπαλλήλους ισοδύναμων καθηκόντων.

Η αξιοποίηση συμβασιούχων υπαλλήλων για επικουρικά καθήκοντα εξαιρείται στις περιπτώσεις εφαρμογής του άρθρου 3α.

5.Το άρθρο 4 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 4

Θεωρείται «τοπικός υπάλληλος», κατά την έννοια του παρόντος Καθεστώτος, ο υπάλληλος ο οποίος προσλαμβάνεται σε τόπους υπηρεσίας που βρίσκονται εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης σύμφωνα με τις τοπικές συνήθειες για την εκτέλεση χειρωνακτικής ή βοηθητικής εργασίας σε θέση που δεν προβλέπεται στον πίνακα θέσεων, ο οποίος προσαρτάται στο τμήμα του προϋπολογισμού που αναφέρεται σε κάθε όργανο, και αμείβεται από τις συνολικές πιστώσεις που ανοίγονται για το σκοπό αυτό στο εν λόγω τμήμα του προϋπολογισμού. Θεωρείται επίσης τοπικός υπάλληλος ο υπάλληλος που έχει προσληφθεί σε τόπους υπηρεσίας που βρίσκονται εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης για την εκτέλεση καθηκόντων διαφορετικών από αυτά που αναφέρονται ανωτέρω και τα οποία δεν θα εδικαιολογείτο, προς το συμφέρον της υπηρεσίας, να εκτελούνται από μόνιμο υπάλληλο ή από υπάλληλο άλλης ιδιότητας κατά την έννοια του άρθρου 1.»

6.Στο άρθρο 6, δεύτερο εδάφιο, οι λέξεις «του άρθρου 1, δεύτερο εδάφιο» αντικαθίστανται από «του άρθρου 1α παράγραφος 2, του άρθρου 1β» και οι λέξεις «του άρθρου 2, δεύτερο εδάφιο» αντικαθίστανται από «του άρθρου 2 παράγραφος 2». 

6α.    Στο άρθρο 7α, η λέξη «24α» αντικαθίσταται από τη λέξη «24β».

7.Το άρθρο 8 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 8

Η πρόσληψη εκτάκτου υπαλλήλου που αναφέρεται στο άρθρο 2 στοιχείο α) μπορεί να γίνει για ορισμένο ή αόριστο χρόνο. Η σύμβαση του εν λόγω υπαλλήλου που προσλαμβάνεται για ορισμένο χρόνο μπορεί να ανανεωθεί μία μόνο φορά για ορισμένο χρόνο. Κάθε μεταγενέστερη ανανέωση της πρόσληψης αυτής γίνεται για αόριστο χρόνο.

Η πρόσληψη υπαλλήλου που αναφέρεται στο άρθρο 2 στοιχείο β) ή στο άρθρο 2 στοιχείο δ) δεν μπορεί να υπερβαίνει την τετραετία και μπορεί να ανανεωθεί μία μόνο φορά για διάστημα δύο ετών το πολύ. Κατά τη λήξη της περιόδου αυτής, λύεται υποχρεωτικά η υπαλληλική σχέση του υπαλλήλου ως εκτάκτου με βάση τις παρούσες διατάξεις. Μετά τη λήξη της σύμβασής του, ο υπάλληλος μπορεί να καταλάβει μόνιμη θέση στο όργανο, μόνο εάν μονιμοποιηθεί σύμφωνα με τους όρους που καθορίζονται στον Κανονισμό Υπηρεσιακής Κατάστασης.

Η πρόσληψη έκτακτου υπαλλήλου για τον οποίο ισχύει το άρθρο 2 στοιχείο γ) δύναται να είναι μόνο αορίστου χρόνου.»

7α.    Μετά το άρθρο 9 παρεμβάλλεται το ακόλουθο άρθρο 9α:

«Άρθρο 9α

Η Επιτροπή υποβάλλει ετήσια έκθεση σχετικά με τη χρήση έκτακτου προσωπικού, η οποία αναφέρει ιδίως τον αριθμό των υπαλλήλων, το επίπεδο και τον τύπο των θέσεων, τη γεωγραφική ισορροπία, και τους δημοσιονομικούς πόρους για κάθε ομάδα καθηκόντων.»

8.Το άρθρο 10 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 10

Οι διατάξεις του άρθρου 1ε, του άρθρου 1στ, του άρθρου 5 παράγραφοι 1, 2, 3 και 4, καθώς και του άρθρου 7 του Κανονισμού Υπηρεσιακής Κατάστασης εφαρμόζονται κατ’ αναλογία.

Η σύμβαση του εκτάκτου υπαλλήλου πρέπει να καθορίζει επακριβώς τον βαθμό και το κλιμάκιο στους οποίους προσλαμβάνεται ο ενδιαφερόμενος.

Η τοποθέτηση εκτάκτου υπαλλήλου σε θέση που αντιστοιχεί σε βαθμό ανώτερο από τον βαθμό στον οποίο έχει προσληφθεί καθιστά αναγκαία τη σύναψη τροποποιητικής συμφωνίας της σύμβασης προσλήψεως.

Ο τίτλος VIII του Κανονισμού Υπηρεσιακής Κατάστασης εφαρμόζεται κατ’ αναλογία στους έκτακτους υπαλλήλους που αμείβονται από τις πιστώσεις έρευνας και επενδύσεων. Ο τίτλος VIIIA του Κανονισμού Υπηρεσιακής Κατάστασης εφαρμόζεται κατ’ αναλογία στους έκτακτους υπαλλήλους που υπηρετούν σε τρίτες χώρες.»

9.Στο άρθρο 12 προστίθενται οι ακόλουθοι παράγραφοι 3 και 4:

"3.H Υπηρεσία Επιλογής Προσωπικού των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων μπορεί, ύστερα από αίτημα μεμονωμένων οργάνων, να παρέχει υποστήριξη στα όργανα για την επιλογή έκτακτου προσωπικού. Η Υπηρεσία εξασφαλίζει τη διαφάνεια των διαδικασιών επιλογής για το έκτακτο προσωπικό που προσλαμβάνεται στο πλαίσιο του άρθρου 2 παράγραφοι (α),, (β) και (δ).

3a.Ύστερα από αίτημα οργάνου, η Υπηρεσία Επιλογής Προσωπικού των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων εξασφαλίζει την εφαρμογή των ίδιων προτύπων που ισχύουν για την επιλογή των μονίμων υπαλλήλων και στις διαδικασίες επιλογής που διοργανώνονται για την πρόσληψη των εκτάκτων υπαλλήλων.

4.Εφόσον χρειάζεται, κάθε όργανο εκδίδει γενικές διατάξεις σχετικά με τις διαδικασίες πρόσληψης εκτάκτων υπαλλήλων σύμφωνα με το άρθρο 110 του ΚΥΚ.» 

9α.Το άρθρο 14 τροποποιείται ως εξής:

α)Η τρίτη παράγραφος αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Το αργότερο ένα μήνα πριν τη λήξη της περιόδου δοκιμασίας, συντάσσεται για τον έκτακτο υπάλληλο έκθεση σχετικά με τις ικανότητες που διαθέτει για την εκπλήρωση των καθηκόντων του, καθώς και σχετικά με την απόδοσή του και τη συμπεριφορά του στην υπηρεσία. Η έκθεση αυτή διαβιβάζεται στον ενδιαφερόμενο, ο οποίος μπορεί να διατυπώσει εγγράφως τις παρατηρήσεις του. Ο έκτακτος υπάλληλος ο οποίος δεν επιδεικνύει επαρκή προσόντα για να διατηρηθεί στη θέση του απολύεται. Εντούτοις, η αρχή που αναφέρεται στο άρθρο 6, πρώτο εδάφιο, μπορεί, κατ’ εξαίρεση, να παρατείνει την περίοδο δοκιμασίας για μέγιστο διάστημα έξι μηνών, ενδεχομένως με τοποθέτηση του εκτάκτου υπαλλήλου σε άλλη υπηρεσία.»

β)Στο τέταρτο εδάφιο, οι λέξεις «ωστόσο, η διάρκεια της υπηρεσίας δεν μπορεί να ξεπεράσει την κανονική διάρκεια της δοκιμασίας» διαγράφονται.

9β.Στο άρθρο 15 παράγραφος 2, διαγράφονται οι λέξεις «για το προσωπικό που αναφέρεται στο άρθρο 2, στοιχεία α), γ) και δ)». 

10.Στο άρθρο 16, το πρώτο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Οι διατάξεις των άρθρων 42α και 42β και των άρθρων 55 έως 61 του Κανονισμού Υπηρεσιακής Κατάστασης σχετικά με τη διάρκεια και το ωράριο εργασίας, τις υπερωρίες, τη συνεχή υπηρεσία, την υποχρέωση επιφυλακής στον τόπο εργασίας ή στην οικία, τις άδειες και τις αργίες εφαρμόζονται κατ’ αναλογία. Η ειδική άδεια, η γονική άδεια και η άδεια για οικογενειακούς λόγους δεν μπορούν να παραταθούν πέρα από τη διάρκεια της σύμβασης.»

10α.Το άρθρο 17 τροποποιείται ως εξής:

(α)Η δεύτερη περίπτωση στο πρώτο εδάφιο, η λέξη «έξι» αντικαθίσταται από τη λέξη «δώδεκα».

(β)    Στο τέταρτο εδάφιο, η φράση «αν ο υπάλληλος αποδείξει ότι δεν είναι δυνατόν να καλυφθεί από άλλο δημόσιο καθεστώς ασφάλισης, έναντι των κινδύνων που αναφέρονται στο άρθρο 28» αντικαθίσταται από τη φράση «αν ο υπάλληλος δεν ασκεί επικερδή απασχόληση», και η φράση «που προβλέπεται στο άρθρο αυτό» αντικαθίσταται από τη φράση «έναντι των κινδύνων που αναφέρονται στο άρθρο 28» και η φράση «που είναι αναγκαίες για την κάλυψη των κινδύνων που αναφέρονται στο άρθρο 28» από τη φράση «που προβλέπονται από το άρθρο αυτό".

11.Το άρθρο 20 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 20

1. Οι διατάξεις των άρθρων 63, 64, 65 και 65α του Κανονισμού Υπηρεσιακής Κατάστασης περί του νομίσματος στο οποίο εκφράζονται οι αποδοχές, καθώς και περί των όρων συναλλαγματικής προσαρμογής και τιμαριθμικής αναπροσαρμογής των εν λόγω αποδοχών εφαρμόζονται κατ’ αναλογία.

2. Οι διατάξεις των άρθρων 66, 67, 69 και 70 του Κανονισμού Υπηρεσιακής Κατάστασης σχετικά με τους βασικούς μισθούς, τα οικογενειακά επιδόματα, το επίδομα αποδημίας και το επίδομα θανάτου εφαρμόζονται κατ’ αναλογία.

3. Οι διατάξεις του άρθρου 66α του Κανονισμού Υπηρεσιακής Κατάστασης για την ειδική εισφορά ισχύει αναλογικά στο έκτακτο προσωπικό.

4. Ο έκτακτος υπάλληλος που έχει συμπληρώσει δύο έτη αρχαιότητας σε κλιμάκιο του βαθμού του ανέρχεται αυτόματα στο επόμενο κλιμάκιο του βαθμού του.» 

12.    Στο άρθρο 21, οι λέξεις «3, 4 και 4α» αντικαθίστανται από τις λέξεις «3 και 4», το κόμμα μετά τη λέξη «επιδομάτων» αντικαθίσταται από τη λέξη «και» και οι λέξεις «και της πάγιας αποζημιώσεως» διαγράφονται. 

13.Το άρθρο 24 παράγραφος 3 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«3.Εντούτοις, η αποζημίωση εγκατάστασης που προβλέπεται στην παράγραφο 1 και η αποζημίωση επανεγκατάστασης που προβλέπεται στην παράγραφο 2 δεν μπορούν να είναι μικρότερες από:

*[917,21] 22  ευρώ για τον υπάλληλο που δικαιούται του επιδόματος στέγης· και

*[545,37]  23 για τον υπάλληλο που δεν δικαιούται του επιδόματος στέγης.

Όταν δύο σύζυγοι μόνιμοι ή άλλοι υπάλληλοι των Κοινοτήτων δικαιούνται και οι δύο της αποζημίωσης εγκατάστασης ή επανεγκατάστασης, αυτή καταβάλλεται μόνο στο σύζυγο που έχει υψηλότερο βασικό μισθό.»

13α.Στο πρώτο εδάφιο του άρθρου 28, οι λέξεις «σύνταξης αναπηρίας» αντικαθίστανται από τις λέξεις «επιδόματος αναπηρίας".

14.Το άρθρο 28α τροποποιείται ως εξής:

α)Οι παράγραφοι 3 και 4 αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«3.Το επίδομα ανεργίας καθορίζεται σε σχέση με το βασικό μισθό που είχε ο έκτακτος υπάλληλος κατά την έξοδό του από την υπηρεσία. Το εν λόγω επίδομα ανεργίας ανέρχεται στο:

*60% του βασικού μισθού επί μια αρχική περίοδο δώδεκα μηνών,

*45% του βασικού μισθού από τον δέκατο τρίτο έως τον εικοστό τέταρτο μήνα,

*30% του βασικού μισθού από τον εικοστό πέμπτο έως τον τριακοστό έκτο μήνα.

Εκτός από την αρχική περίοδο των έξι μηνών, κατά τη διάρκεια της οποίας εφαρμόζεται το κατώτερο όριο που ορίζεται παρακάτω, ενώ δεν εφαρμόζεται το ανώτερο όριο, τα ποσά που ορίζονται κατ’ αυτόν τον τρόπο δεν μπορούν να είναι κατώτερα από [1 100] ευρώ ούτε μεγαλύτερα από [2 200] ευρώ. Τα όρια αυτά προσαρμόζονται με τον ίδιο τρόπο όπως και ο πίνακας μισθών που περιλαμβάνεται στο άρθρο 66 του Κανονισμού Υπηρεσιακής Κατάστασης, σύμφωνα με το άρθρο 65 του ΚΥΚ.

4.Το επίδομα ανεργίας καταβάλλεται στον πρώην έκτακτο υπάλληλο από την ημέρα εξόδου του από την υπηρεσία για μέγιστο χρονικό διάστημα τριάντα έξι μηνών και σε κάθε περίπτωση για διάστημα που δεν υπερβαίνει το ένα τρίτο της διάρκειας της υπηρεσίας του. Εάν όμως στη διάρκεια της περιόδου αυτής, ο πρώην έκτακτος υπάλληλος παύσει να πληροί τους όρους των παραγράφων 1 και 2, διακόπτεται η καταβολή του επιδόματος. Η καταβολή του επιδόματος επαναλαμβάνεται, εάν, πριν από τη λήξη της περιόδου αυτής, ο πρώην έκτακτος υπάλληλος πληροί και πάλι τους εν λόγω όρους χωρίς να έχει αποκτήσει δικαίωμα σε εθνικό επίδομα ανεργίας.»

β)Οι παράγραφοι 6 και 7 αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«6.Το επίδομα ανεργίας και τα οικογενειακά επιδόματα καταβάλλονται από την Επιτροπή σε ευρώ. Δεν εφαρμόζεται κανένας διορθωτικός συντελεστής. 

7.Όλοι οι έκτακτοι υπάλληλοι συμμετέχουν κατά το ένα τρίτο στη χρηματοδότηση του συστήματος ασφάλισης κατά της ανεργίας. Η εισφορά αυτή καθορίζεται σε 0,81% του βασικού μισθού του ενδιαφερομένου, λαμβάνοντας υπόψη μια κατ’ αποκοπή μείωση [1 000] 24 ευρώ, και χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι διορθωτικοί συντελεστές που προβλέπονται στο άρθρο 64 του Κανονισμού Υπηρεσιακής Κατάστασης. Η εισφορά αυτή αφαιρείται κάθε μήνα από τον μισθό του ενδιαφερομένου και, αφού αυξηθεί κατά τα δύο τρίτα που βαρύνουν το όργανο, καταβάλλεται σε ειδικό ταμείο ανεργίας. Το ταμείο αυτό είναι κοινό για όλα τα όργανα, τα οποία καταβάλλουν κάθε μήνα τις εισφορές τους στην Επιτροπή, το αργότερο οκτώ ημέρες μετά την πληρωμή των αποδοχών. Η εντολή πληρωμής και η καταβολή κάθε δαπάνης που απορρέει από την εφαρμογή του παρόντος άρθρου γίνονται από την Επιτροπή σύμφωνα με τις διατάξεις του δημοσιονομικού κανονισμού που εφαρμόζεται στον γενικό προϋπολογισμό των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.» 

γ)Η παράγραφος 11 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«11.Ένα έτος μετά την καθιέρωση του παρόντος συστήματος ασφάλισης κατά της ανεργίας και στη συνέχεια ανά διετία, η Επιτροπή υποβάλλει στο Συμβούλιο έκθεση για την οικονομική κατάσταση του συστήματος. Ανεξάρτητα από την έκθεση αυτή, η Επιτροπή μπορεί να υποβάλει στο Συμβούλιο προτάσεις αναπροσαρμογής των εισφορών που προβλέπονται στην παράγραφο 7, εάν το απαιτεί η ισορροπία του συστήματος. Το Συμβούλιο αποφασίζει επί των προτάσεων αυτών υπό τους όρους της παραγράφου 3.»

14α)Στο άρθρο 30 προστίθενται οι λέξεις «ή αναπηρίας» ύστερα από τις λέξεις «παρατεταμένης ασθένειας".

15.Το άρθρο 33 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 33

1.Ο υπάλληλος ο οποίος έχει προσβληθεί από αναπηρία που θεωρείται ολική και ο οποίος είναι υποχρεωμένος για το λόγο αυτό να διακόψει την υπηρεσία του στο όργανο δικαιούται, για όσο χρόνο διαρκεί η ανικανότητα αυτή, επιδόματος αναπηρίας, του οποίου το ποσό καθορίζεται ως εξής.

Το άρθρο 52 εφαρμόζεται κατ’ αναλογία στους δικαιούχους επιδόματος αναπηρίας. Εάν ο δικαιούχος επιδόματος αναπηρίας ζητήσει να συνταξιοδοτηθεί πριν το 65 έτος της ηλικίας του χωρίς να έχει φθάσει στο ανώτατο ποσοστό συντάξεως, εφαρμόζονται οι γενικοί κανόνες της συντάξεως λόγω αρχαιότητας. Η χορηγούμενη σύνταξη αρχαιότητας καθορίζεται με βάση το μισθό που αντιστοιχεί στο βαθμό και το κλιμάκιο που κατείχε ο υπάλληλος τη στιγμή της θέσεώς του σε αναπηρία.

Το ποσό του επιδόματος αναπηρίας ορίζεται στο 70% του τελευταίου βασικού μισθού του εκτάκτου υπαλλήλου. Ωστόσο, δεν μπορεί να είναι κατώτερο από το ελάχιστο όριο διαβίωσης που ορίζεται στο άρθρο 6 του παραρτήματος VIII του ΚΥΚ. Ο δικαιούχος επιδόματος αναπηρίας καταβάλλει εισφορά υπέρ του συνταξιοδοτικού καθεστώτος, η οποία υπολογίζεται βάσει του εν λόγω επιδόματος.

Εφόσον η αναπηρία του υπαλλήλου προέρχεται από ατύχημα που έχει επέλθει κατά την άσκηση ή επ’ ευκαιρία της ασκήσεως των καθηκόντων, από επαγγελματική ασθένεια ή από πράξη αυτοθυσίας που έχει συντελεσθεί προς δημόσιο όφελος ή από το γεγονός ότι ο υπάλληλος εξέθεσε τη ζωή του σε κίνδυνο προκειμένου να διασώσει ανθρώπινη ζωή, το επίδομα αναπηρίας δεν μπορεί να είναι κατώτερο από το 120% του ελάχιστου ορίου διαβίωσης. Επιπλέον, στην περίπτωση αυτή, ο προϋπολογισμός του πρώην εργοδότη του βαρύνεται με την εισφορά για το καθεστώς συντάξεων.

Εάν η αναπηρία έχει προκληθεί σκόπιμα από τον υπάλληλο, η αρχή που αναφέρεται στο άρθρο 6, πρώτο εδάφιο, μπορεί να αποφασίσει ότι ο υπάλληλος θα λαμβάνει μόνο το επίδομα που προβλέπεται στο άρθρο 39.

Ο υπάλληλος που λαμβάνει επίδομα αναπηρίας δικαιούται, υπό τους όρους που προβλέπονται στο παράρτημα VII του Κανονισμού Υπηρεσιακής Κατάστασης, των οικογενειακών επιδομάτων που αναφέρονται στο άρθρο 67 του ίδιου κανονισμού· το επίδομα στέγης υπολογίζεται με βάση το επίδομα αναπηρίας του υπαλλήλου.

2.Η κατάσταση αναπηρίας κρίνεται από την επιτροπή αναπηρίας που προβλέπεται στο άρθρο 9 του Κανονισμού Υπηρεσιακής Κατάστασης. 

3.Το όργανο που αναφέρεται στο άρθρο 40 του παραρτήματος VIII του Κανονισμού Υπηρεσιακής Κατάστασης μπορεί να υποβάλει περιοδικά σε εξετάσεις τον δικαιούχο επιδόματος αναπηρίας, για να βεβαιωθεί ότι εξακολουθεί να πληροί τις απαιτούμενες προϋποθέσεις για τη λήψη του επιδόματος. Εάν η επιτροπή αναπηρίας διαπιστώσει ότι δεν πληρούνται πλέον οι προϋποθέσεις αυτές, ο υπάλληλος αναλαμβάνει και πάλι υπηρεσία στο όργανο, εφόσον δεν έχει λήξει η σύμβασή του. 

Ωστόσο, εάν ο ενδιαφερόμενος δεν μπορεί να επαναπροσληφθεί στην υπηρεσία των Κοινοτήτων, η σύμβασή του μπορεί να λυθεί με την καταβολή αποζημίωσης ύψους αντίστοιχου με τις αποδοχές που θα είχε εισπράξει κατά το διάστημα της προθεσμίας καταγγελίας και, ενδεχομένως, με την αποζημίωση λύσης της σύμβασης που προβλέπεται στο άρθρο 47. Επωφελείται επίσης από την εφαρμογή του άρθρου 39.»

15α.    Το άρθρο 34 τροποποιείται ως εξής:

α)    Στο δεύτερο εδάφιο, οι όροι «σύνταξης αναπηρίας» αντικαθίστανται από τους όρους «επιδόματος αναπηρίας» και ο αριθμός «60» αντικαθίσταται από τον αριθμό «63». 

β)    Στο τρίτο εδάφιο, οι όροι «σύνταξης αναπηρίας» αντικαθίστανται από τους όρους «επιδόματος αναπηρίας» και ο αριθμός «60» αντικαθίσταται από τον αριθμό «63».

15β.    Στο άρθρο 35, οι λέξεις «η χήρα» αντικαθίστανται από τις λέξεις «ο επιζών σύζυγος».

15γ.    Το άρθρο 36 τροποποιείται ως εξής:

α)Στο πρώτο εδάφιο, οι λέξεις «Η χήρα» αντικαθίστανται από τις λέξεις «Ο επιζών σύζυγος» και οι λέξεις «σύνταξης χήρας» αντικαθίστανται από τις λέξεις «σύνταξης επιζώντων».

β)Στο δεύτερο εδάφιο, οι λέξεις «Η δικαιούχος» αντικαθίστανται από τις λέξεις «Ο δικαιούχος» και οι λέξεις «συντάξεως χηρείας» αντικαθίστανται από τις λέξεις «συντάξεως επιζώντων».

16.Το άρθρο 37 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 37

Εάν ο υπάλληλος ή ο δικαιούχος σύνταξης αρχαιότητας ή επιδόματος αναπηρίας αποβιώσει χωρίς να αφήσει σύζυγο που να δικαιούται σύνταξη επιζώντων, τα τέκνα που θεωρούνται συντηρούμενα τη στιγμή του θανάτου δικαιούνται σύνταξη ορφανού υπό τις προϋποθέσεις που ορίζονται στο άρθρο 80 του Κανονισμού Υπηρεσιακής Κατάστασης.

Το ίδιο δικαίωμα αναγνωρίζεται στα τέκνα που πληρούν τις ίδιες προϋποθέσεις, σε περίπτωση θανάτου ή σύναψης νέου γάμου του συζύγου που δικαιούται σύνταξης επιζώντων.

Εάν ο υπάλληλος ή ο δικαιούχος σύνταξης αρχαιότητας ή επιδόματος αναπηρίας αποβιώσει χωρίς να πληρούνται οι προϋποθέσεις που προβλέπονται στο πρώτο εδάφιο, εφαρμόζονται οι διατάξεις που προβλέπονται στο άρθρο 80, τρίτο εδάφιο, του Κανονισμού Υπηρεσιακής Κατάστασης.

Σε περίπτωση θανάτου ενός πρώην εκτάκτου υπαλλήλου, από αυτούς που αναφέρονται στο άρθρο 2 στοιχεία α), γ) ή δ), ο οποίος είχε αποχωρήσει από την υπηρεσία πριν γίνει 63 ετών και είχε ζητήσει να αναβληθεί η έναρξη καταβολής της σύνταξης αρχαιότητας μέχρι την πρώτη ημέρα του ημερολογιακού μήνα που ακολουθεί το μήνα κατά τον οποίο συμπλήρωνε την ηλικία των 63 ετών, τα τέκνα που αναγνωρίζονται ως συντηρούμενα κατά την έννοια του άρθρου 2 του παραρτήματος VII του Κανονισμού Υπηρεσιακής Κατάστασης δικαιούνται σύνταξη ορφανού με τους ίδιους όρους που προβλέπονται αντίστοιχα στα προηγούμενα εδάφια.

Όσον αφορά τα πρόσωπα που εξομοιούνται με συντηρούμενο τέκνο κατά την έννοια του άρθρου 2 παράγραφος 4 του παραρτήματος VII του Κανονισμού Υπηρεσιακής Κατάστασης, η σύνταξη ορφανού που δικαιούνται δεν μπορεί να υπερβεί ποσό ίσο με το διπλάσιο του επιδόματος συντηρούμενου τέκνου.

Σε περίπτωση υιοθεσίας, ο θάνατος του φυσικού γονέως, τον οποίο έχει υποκαταστήσει ο εξ υιοθεσίας γονέας, δεν μπορεί να δώσει δικαίωμα σύνταξης ορφανού.

Υπό τους όρους που προβλέπονται στο άρθρο 3 του παραρτήματος VII του Κανονισμού Υπηρεσιακής Κατάστασης, το ορφανό δικαιούται σχολικού επιδόματος.»

17.Το άρθρο 39 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 39

1.Κατά την έξοδό του από την υπηρεσία, ο υπάλληλος που αναφέρεται στο άρθρο 2 δικαιούται σύνταξης αρχαιότητας, μεταφοράς του αναλογιστικού ισοδυνάμου ή καταβολής του επιδόματος αποχώρησης, υπό τους όρους που προβλέπονται στις διατάξεις του τίτλου V, κεφάλαιο 3 του Κανονισμού Υπηρεσιακής Κατάστασης και του παραρτήματος VIII του ίδιου κανονισμού. Όταν ο υπάλληλος δικαιούται σύνταξης αρχαιότητας, τα συνταξιοδοτικά του δικαιώματα μειώνονται κατ’ αναλογία προς το ποσό που καταβάλλεται δυνάμει του άρθρου 42. 

Το άρθρο 9 παράγραφος 2 του παραρτήματος VIII ισχύει υπό τις ακόλουθες συνθήκες:

Προς το συμφέρον της υπηρεσίας, βάσει αντικειμενικών και συγκεκριμένων κριτηρίων και διαφανών διαδικασιών που καθορίζονται μέσω γενικών εκτελεστικών διατάξεων, η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή δύναται να αποφασίσει να μην εφαρμόσει μείωση τη σύνταξη έκτακτου υπαλλήλου, σε μέγιστο ποσοστό 20% των έκτακτων υπαλλήλων σε όλα τα όργανα, που συνταξιοδοτήθηκαν το προηγούμενο έτος. Το ποσοστό αυτό μπορεί να κυμαίνεται ετησίως, χωρίς όμως να υπερβαίνει το 20% σε διάστημα πενταετίας και χωρίς να θίγεται η δημοσιονομική πειθαρχία. Πριν την πάροδο πενταετίας, η Επιτροπή υποβάλει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο έκθεση αξιολόγησης της εφαρμογής του μέτρου αυτού. Εφόσον χρειάζεται, η Επιτροπή υποβάλει πρόταση καθορισμού, μετά από πέντε έτη, του μέγιστου ετήσιου ποσοστού μεταξύ 10% και 20% όλων των έκτακτων υπαλλήλων σε όλα τα όργανα, οι οποίοι συνταξιοδοτήθηκαν το προηγούμενο έτος, βάσει του άρθρου 283 της συνθήκης ΕΚ."

2.Το άρθρο 11 παράγραφοι 2 και 3 του παραρτήματος VIII του Κανονισμού Υπηρεσιακής Κατάστασης ισχύει αναλογικά για υπαλλήλους στο πνεύμα του άρθρου 2.

3.Ο δικαιούχος σύνταξης αρχαιότητας δικαιούται, υπό τους όρους που προβλέπονται στο παράρτημα VII του Κανονισμού Υπηρεσιακής Κατάστασης, των οικογενειακών επιδομάτων που αναφέρονται στο άρθρο 67 του ίδιου κανονισμού· το ανάλογο τμήμα του επιδόματος στέγης υπολογίζεται με βάση τη σύνταξη του υπαλλήλου.»

18.Στο άρθρο 40, το τέταρτο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Η διάταξη του προηγούμενου εδαφίου δεν εφαρμόζεται στον υπάλληλο, ο οποίος εντός τριών μηνών από την υπαγωγή του στις διατάξεις του Κανονισμού Υπηρεσιακής Κατάστασης θα ζητήσει να προβεί στην επιστροφή των εν λόγω ποσών προσαυξημένων με τους τόκους που υπολογίζονται με επιτόκιο 3,5% ετησίως, επιτόκιο που μπορεί να αναθεωρηθεί με τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 7 του παραρτήματος XII του ΚΥΚ.» 

19.    Στο άρθρο 41, μετά τις λέξεις «του άρθρου 83», παρεμβάλλονται οι λέξεις «και του άρθρου 83α».

19α.    Στο άρθρο 42, οι λέξεις «16,5% αυτού του μισθού» αντικαθίστανται από τις λέξεις «δύο φορές το ποσοστό που προβλέπεται στο άρθρο 83 παράγραφος 2 του Κανονισμού Υπηρεσιακής Κατάστασης».

20.Το άρθρο 47 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 47

Εκτός από την περίπτωση θανάτου του εκτάκτου υπαλλήλου, η υπαλληλική σχέση του τελευταίου λύεται:

1.Στο τέλος του μήνα κατά τη διάρκεια του οποίου ο υπάλληλος συμπληρώνει την ηλικία των 65 ετών.

2.Όταν υφίσταται σύμβαση ορισμένου χρόνου:

α)κατά την ημερομηνία που καθορίζεται στη σύμβαση·

β)στο τέλος της προθεσμίας καταγγελίας που καθορίζεται στη σύμβαση και παρέχει στον υπάλληλο ή στο όργανο την ευχέρεια να λύσει τη σύμβαση πριν από τη λήξη της. Η προθεσμία καταγγελίας δεν μπορεί να είναι μικρότερη από ένα μήνα ανά έτος υπηρεσίας, με ελάχιστο όριο τον ένα μήνα και ανώτατο όριο τους τρεις μήνες. Όσον αφορά τον έκτακτο υπάλληλο του οποίου ανανεώθηκε η σύμβαση πρόσληψης, το ανώτατο όριο είναι έξι μήνες. Πάντως, η προθεσμία καταγγελίας δεν μπορεί να αρχίσει κατά τη διάρκεια άδειας μητρότητας ή αναρρωτικής άδειας, εφόσον η άδεια αυτή δεν υπερβαίνει τους τρεις μήνες. Εξάλλου, κατά τη διάρκεια των αδειών αυτών η προθεσμία αναστέλλεται, τηρουμένου πάντοτε του παραπάνω ορίου. Σε περίπτωση λύσης της σύμβασης εκ μέρους του οργάνου, ο υπάλληλος δικαιούται αποζημίωσης ίσης με το ένα τρίτο του βασικού του μισθού για την περίοδο μεταξύ της ημερομηνίας λήξης των καθηκόντων του και της ημερομηνίας κατά την οποία έληγε η σύμβασή του.

γ)στην περίπτωση που ο υπάλληλος παύει να πληροί τους όρους που προβλέπονται στο άρθρο 12 παράγραφος 2, στοιχείο α) και με την επιφύλαξη της προσφυγής στην παρέκκλιση που προβλέπεται στο εν λόγω άρθρο. Σε περίπτωση που δεν εγκριθεί η παρέκκλιση αυτή, εφαρμόζεται η προθεσμία καταγγελίας που προβλέπεται στο στοιχείο β).

3.Όταν υφίσταται σύμβαση αορίστου χρόνου:

α)στο τέλος της προθεσμίας καταγγελίας που προβλέπεται στη σύμβαση· η προθεσμία αυτή δεν μπορεί να είναι μικρότερη από ένα μήνα για κάθε πλήρες έτος υπηρεσίας με κατώτατο όριο τους τρεις μήνες και ανώτατο όριο δέκα μήνες. 

Πάντως, η προθεσμία καταγγελίας δεν μπορεί να αρχίσει κατά τη διάρκεια άδειας μητρότητας ή αναρρωτικής άδειας, εφόσον η άδεια αυτή δεν υπερβαίνει τους τρεις μήνες. Εξάλλου, κατά τη διάρκεια των αδειών αυτών η προθεσμία αναστέλλεται, τηρουμένου πάντοτε του ανωτέρω ορίου·

β)στην περίπτωση που ο υπάλληλος παύει να πληροί τους όρους που προβλέπονται στο άρθρο 12 παράγραφος 2, στοιχείο α) και με την επιφύλαξη της προσφυγής στην παρέκκλιση που προβλέπεται στο εν λόγω άρθρο. Σε περίπτωση που δεν εγκριθεί η παρέκκλιση αυτή, εφαρμόζεται η προθεσμία καταγγελίας που προβλέπεται στο στοιχείο α).» 

(20α)    Στο άρθρο 48, το στοιχείο β) διαγράφεται και το στοιχείο γ) καθίσταται το νέο στοιχείο β).

(21)    Στο άρθρο 49, στο δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 1, ο όρος «άρθρο 88» αντικαθίσταται από τον όρο «άρθρο 21 του παραρτήματος IX».

(21α)    Στο άρθρο 50, στο δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 2, ο όρος «άρθρο 88» αντικαθίσταται από τον όρο «άρθρο 21 του παραρτήματος IX».

(21β).    Μετά το άρθρο 50α παρεμβάλλεται το ακόλουθο κεφάλαιο:

«Κεφάλαιο 10

Ειδικές και εξαιρετικές διατάξεις για τους εκτάκτους υπαλλήλους που προσλαμβάνονται για να υπηρετούν σε μια πολιτική ομάδα στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο.

Άρθρο 50β

Το παράρτημα Ι διαλαμβάνει τις ειδικές και εξαιρετικές διατάξεις για τους εκτάκτους υπαλλήλους που προσλαμβάνονται σύμφωνα με το άρθρο 2 στοιχείο γ) του παρόντος Καθεστώτος που εφαρμόζεται στο λοιπό προσωπικό για να υπηρετούν σε μια πολιτική ομάδα στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο.»

22.Τα άρθρα 51 και 52 αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 51

Η σύμβαση πρόσληψης των επικουρικών υπαλλήλων συνάπτεται για ορισμένο χρόνο και είναι ανανεώσιμη.

Άρθρο 52

Η πραγματική διάρκεια της σύμβασης επικουρικού υπαλλήλου, συμπεριλαμβανομένης της διάρκειας της ενδεχόμενης ανανέωσής της, δεν μπορεί να υπερβεί τα τρία έτη ή να παραταθεί πέραν της 31ης Δεκεμβρίου 2007.»

23.    Στο τέταρτο εδάφιο του άρθρου 53, οι λέξεις «του άρθρου 1α» αντικαθίστανται από τις λέξεις «του άρθρου 1ε».

24.    Στο άρθρο 57, προστίθενται οι λέξεις «, πλην του τρίτου, τετάρτου και πέμπτου εδαφίου της παραγράφου 1 του άρθρου 55α». 

26.Το άρθρο 65 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 65

Οι διατάξεις του άρθρου 67 του Κανονισμού Υπηρεσιακής Κατάστασης, εκτός από την παράγραφο 1, στοιχείο γ), και οι διατάξεις του άρθρου 69 του ΚΥΚ, καθώς και οι διατάξεις των άρθρων 1, 2 και 4 του παραρτήματος VII του ΚΥΚ σχετικά με τη χορήγηση των οικογενειακών επιδομάτων και του επιδόματος αποδημίας εφαρμόζονται κατ’ αναλογία.»

(26α)Το άρθρο 66 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 66

Στην περίπτωση υπαλλήλου που αμείβεται ημερησίως, οι αποδοχές που οφείλονται για κάθε αμειβόμενη ημέρα είναι ίσες με το ένα εικοστό των μηνιαίων αποδοχών. Οι αποδοχές καταβάλλονται στο τέλος κάθε εβδομάδας για την εβδομάδα που τελειώνει.» 

27.Τα άρθρα 67 και 68 αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 67

Οι διατάξεις των άρθρων 7, 11, 12, 13 και 13α του παραρτήματος VII του Κανονισμού Υπηρεσιακής Κατάστασης που αφορούν την επιστροφή των εξόδων ταξιδίου και αποστολής, καθώς και τη χορήγηση των αποζημιώσεων στέγασης και μεταφοράς εφαρμόζονται κατ’ αναλογία.

Άρθρο 68

Εάν ο υπάλληλος αμείβεται κατά μήνα, οι αποδοχές καταβάλλονται το αργότερο την τελευταία εργάσιμη ημέρα του μήνα.

Όταν οι αποδοχές δεν οφείλονται εξ ολοκλήρου, διαιρούνται σε τριακοστά:

α) εάν ο πραγματικός αριθμός αμειβόμενων ημερών είναι ίσος ή κατώτερος των δεκαπέντε, ο αριθμός των οφειλόμενων τριακοστών ισούται με τον πραγματικό αριθμό αμειβόμενων ημερών·

β) εάν ο πραγματικός αριθμός αμειβόμενων ημερών είναι μεγαλύτερος των δεκαπέντε, ο αριθμός των οφειλόμενων τριακοστών ισούται με τη διαφορά μεταξύ τριάντα και του πραγματικού αριθμού των μη αμειβόμενων ημερών.

Εάν το δικαίωμα στα οικογενειακά επιδόματα και στο επίδομα αποδημίας γεννάται μετά την ημερομηνία εισόδου του υπαλλήλου στην υπηρεσία, ο υπάλληλος τα λαμβάνει από την πρώτη ημέρα του μήνα στη διάρκεια του οποίου γεννήθηκε το δικαίωμα αυτό. Όταν λήγει το δικαίωμα στα εν λόγω επιδόματα, ο υπάλληλος τα λαμβάνει έως την τελευταία ημέρα του μήνα στη διάρκεια του οποίου λήγει το δικαίωμα.» 

(28)    Στο άρθρο 70, η παράγραφος 1 τροποποιείται ως εξής:

α)    στο πρώτο εδάφιο, οι λέξεις «, ανεργίας» παρεμβάλλονται μετά τη λέξη «αναπηρίας»·

β)στο δεύτερο εδάφιο, οι λέξεις «ή προστασίας από την ανεργία» παρεμβάλλονται μετά τις λέξεις «σε καθεστώς κοινωνικής ασφαλίσεως».

(29)    Στο άρθρο 74, μετά το στοιχείο β) παρεμβάλλεται το ακόλουθο νέο στοιχείο γ):

«γ)    στο τέλος της προθεσμίας καταγγελίας που καθορίζεται στη σύμβαση και παρέχει στον υπάλληλο ή στο όργανο την ευχέρεια να λύσει τη σύμβαση πριν από τη λήξη της. Η προθεσμία καταγγελίας δεν μπορεί να είναι μικρότερη από ένα μήνα ανά έτος υπηρεσίας, με ελάχιστο όριο τον ένα μήνα και ανώτατο όριο τους τρεις μήνες. Πάντως, η προθεσμία καταγγελίας δεν μπορεί να αρχίσει κατά τη διάρκεια άδειας μητρότητας ή αναρρωτικής άδειας, εφόσον η άδεια αυτή δεν υπερβαίνει τους τρεις μήνες. Εξάλλου, κατά τη διάρκεια των αδειών αυτών η προθεσμία αναστέλλεται, τηρουμένου πάντοτε του ανωτέρω ορίου. Σε περίπτωση λύσης της σύμβασης εκ μέρους του οργάνου, ο υπάλληλος δικαιούται αποζημίωσης ίσης με το ένα τρίτο του βασικού του μισθού για την περίοδο μεταξύ της ημερομηνίας λήξης των καθηκόντων του και της ημερομηνίας κατά την οποία έληγε η σύμβασή του·»

30.Ο σημερινός τίτλος IV καθίσταται τίτλος V.

31.Παρεμβάλλεται ο ακόλουθος τίτλος IV:

«Τίτλος IV: Συμβασιούχοι υπάλληλοι

Κεφάλαιο 1: Γενικές διατάξεις

Άρθρο 79

1.Οι συμβασιούχοι υπάλληλοι αμείβονται από τις συνολικές πιστώσεις που ανοίγονται προς το σκοπό αυτό στο τμήμα του προϋπολογισμού που αναφέρεται στο θεσμικό όργανο.

2.Εφόσον χρειάζεται, κάθε όργανο εκδίδει γενικές εκτελεστικές διατάξεις που διέπουν τη χρησιμοποίηση των συμβασιούχων υπαλλήλων, σύμφωνα με το άρθρο 110 του ΚΥΚ.

3.Η Επιτροπή υποβάλλει ετήσια έκθεση σχετικά με τη χρήση συμβασιούχων υπαλλήλων, η οποία αναφέρει ιδίως τον αριθμό των υπαλλήλων, το επίπεδο και τον τύπο των θέσεων, τη γεωγραφική ισορροπία, και τους δημοσιονομικούς πόρους για κάθε ομάδα καθηκόντων. 

Άρθρο 80

1.Οι συμβασιούχοι υπάλληλοι διαιρούνται σε τέσσερις ομάδες καθηκόντων που αντιστοιχούν στα καθήκοντα που καλούνται να ασκήσουν. Κάθε ομάδα καθηκόντων υποδιαιρείται σε βαθμούς και σε κλιμάκια.

2.Η αντιστοιχία μεταξύ των τυπικών καθηκόντων και των αντίστοιχων ομάδων καθηκόντων καθορίζεται σύμφωνα με τον ακόλουθο πίνακα:

Ομάδα καθηκόντων

Βαθμοί

Καθήκοντα

IV

13 έως 18

Διοικητικές, συμβουλευτικές, γλωσσικές και ισοδύναμες τεχνικές εργασίες, εκτελούμενες υπό την επίβλεψη μονίμων ή εκτάκτων υπαλλήλων.

III

8 έως 12

Εργασίες εκτέλεσης, σύνταξης κειμένων, λογιστηρίου και άλλες ισοδύναμες τεχνικές εργασίες, εκτελούμενες υπό την επίβλεψη μονίμων ή εκτάκτων υπαλλήλων.

II

4 έως 7

Εργασίες γραφείου και γραμματείας, διεύθυνση γραφείου και άλλες ισοδύναμες τεχνικές εργασίες, εκτελούμενες υπό την επίβλεψη μονίμων ή εκτάκτων υπαλλήλων.

I

1 έως 3

Εργασίες χειρωνακτικές και διοικητικής υποστήριξης, εκτελούμενες υπό την επίβλεψη μονίμων ή εκτάκτων υπαλλήλων.

3.Με βάση τον πίνακα αυτό, κάθε θεσμικό όργανο ή οργανισμός που αναφέρεται στο άρθρο 3α αποφασίζει, μετά από γνωμοδότηση της επιτροπής του ΚΥΚ που αναφέρεται στο άρθρο 10 του ΚΥΚ, την περιγραφή των αρμοδιοτήτων για κάθε τυπικό καθήκον.

4.Οι διατάξεις του άρθρου 1στ του Κανονισμού Υπηρεσιακής Κατάστασης σχετικά με τα μέτρα κοινωνικής φύσεως και τις συνθήκες εργασίας εφαρμόζονται κατ’ αναλογία.

Κεφάλαιο 2: Δικαιώματα και υποχρεώσεις

Άρθρο 81

Το άρθρο 11 εφαρμόζεται κατ’ αναλογία.

Κεφάλαιο 3: Όροι πρόσληψης

Άρθρο 82

1.Οι συμβασιούχοι υπάλληλοι προσλαμβάνονται με την ευρύτερη δυνατή γεωγραφική βάση μεταξύ των υπηκόων των κρατών μελών των Κοινοτήτων, χωρίς διάκριση φυλετικής ή εθνοτικής καταγωγής, πολιτικών, φιλοσοφικών ή θρησκευτικών πεποιθήσεων, ηλικίας ή αναπηρίας, φύλου ή σεξουαλικού προσανατολισμού και ανεξάρτητα από την προσωπική ή την οικογενειακή τους κατάσταση.

2.Για την πρόσληψη συμβασιούχου υπαλλήλου απαιτείται τουλάχιστον:

α)στην ομάδα καθηκόντων I, η ολοκλήρωση της υποχρεωτικής εκπαίδευσης·

β)στις ομάδες καθηκόντων II και III:

- ανώτερη εκπαίδευση που πιστοποιείται με δίπλωμα ή

- δευτεροβάθμια εκπαίδευση που πιστοποιείται με δίπλωμα, το οποίο δίνει δικαίωμα εισόδου στην ανώτερη εκπαίδευση, και κατάλληλη επαγγελματική πείρα τουλάχιστον τριών ετών ή

- όταν δικαιολογείται από το συμφέρον της υπηρεσίας, επαγγελματική κατάρτιση ή επαγγελματική πείρα ισοδύναμου επιπέδου.

γ)στην ομάδα καθηκόντων IV:

- εκπαίδευση που αντιστοιχεί σε πλήρεις πανεπιστημιακές σπουδές τουλάχιστον τριών ετών πιστοποιούμενες από δίπλωμα (πτυχίο) ή

- όταν δικαιολογείται από το συμφέρον της υπηρεσίας, επαγγελματική κατάρτιση ισοδύναμου επιπέδου.

3.Κανείς δεν μπορεί να προσληφθεί ως συμβασιούχος υπάλληλος:

α)εάν δεν είναι υπήκοος ενός από τα κράτη μέλη των Κοινοτήτων, εκτός εάν εγκριθεί παρέκκλιση από την αρχή που αναφέρεται στο άρθρο 6, πρώτο εδάφιο, και εάν δεν απολαύει των πολιτικών του δικαιωμάτων·

β)εάν δεν έχει τακτοποιηθεί στρατολογικά κατά τη νομοθεσία περί στρατολογίας που εφαρμόζεται στην περίπτωσή του·

γ)εάν δεν παρέχει τα εχέγγυα ήθους που απαιτούνται για την άσκηση των καθηκόντων του· και

δ)εάν δεν πληροί τους όρους υγείας που απαιτούνται για την άσκηση των καθηκόντων του.

4.Κατά τη σύναψη της αρχικής σύμβασης, η αρχή που αναφέρεται στο άρθρο 6, πρώτο εδάφιο, μπορεί να μη ζητήσει από τον ενδιαφερόμενο την προσκόμιση δικαιολογητικών σχετικών με την εκπλήρωση των προϋποθέσεων που αναφέρονται στις παραγράφους 2 και 3, στοιχεία α), β) και γ), εάν η πρόσληψη του τελευταίου δεν πρόκειται να υπερβεί τους τρεις μήνες.

5.H Υπηρεσία Επιλογής Προσωπικού των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων μπορεί, ύστερα από αίτημα μεμονωμένων οργάνων, να παρέχει υποστήριξη στα όργανα για την επιλογή συμβασιούχων υπαλλήλων. Η Υπηρεσία εξασφαλίζει τη διαφάνεια των διαδικασιών επιλογής για τους συμβασιούχους υπάλληλους.

6.Εφόσον χρειάζεται, κάθε όργανο εκδίδει γενικές διατάξεις σχετικά με τις διαδικασίες πρόσληψης συμβασιούχων υπαλλήλων σύμφωνα με το άρθρο 110 του ΚΥΚ.

Άρθρο 83

Πριν από την πρόσληψή του, ο συμβασιούχος υπάλληλος υποβάλλεται σε ιατρική εξέταση από ιατρό-σύμβουλο του οργάνου, για να δοθεί η δυνατότητα στο όργανο να εξακριβώσει ότι ο υπάλληλος πληροί τις προϋποθέσεις που απαιτούνται από το άρθρο 82 παράγραφος 3, στοιχείο δ).

Το άρθρο 33, δεύτερο εδάφιο, του Κανονισμού Υπηρεσιακής Κατάστασης εφαρμόζεται κατ’ αναλογία.

Άρθρο 84

1.Ο συμβασιούχος υπάλληλος, του οποίου η σύμβαση συνάπτεται για διάστημα τουλάχιστον ενός έτους, πραγματοποιεί περίοδο δοκιμασίας κατά τους έξι πρώτους μήνες της υπηρεσίας του, εάν ανήκει στην ομάδα καθηκόντων I, και κατά τους εννέα πρώτους μήνες, εάν ανήκει σε μία από τις άλλες ομάδες καθηκόντων.

2.Εάν στη διάρκεια της περιόδου δοκιμασίας, ο υπάλληλος κωλύεται να ασκήσει τα καθήκοντά του, λόγω ασθενείας ή ατυχήματος, για διάστημα τουλάχιστον ενός μηνός, η αρχή που αναφέρεται στο άρθρο 6, πρώτο εδάφιο, μπορεί να παρατείνει την περίοδο δοκιμασίας για το αντίστοιχο χρονικό διάστημα.

3.Το αργότερο ένα μήνα πριν τη λήξη της περιόδου δοκιμασίας, συντάσσεται για τον συμβασιούχο υπάλληλο έκθεση σχετικά με τις ικανότητες που διαθέτει για την εκπλήρωση των καθηκόντων του, καθώς και για την απόδοσή του και τη συμπεριφορά του στην υπηρεσία. Η έκθεση αυτή διαβιβάζεται στον ενδιαφερόμενο, ο οποίος μπορεί να διατυπώσει εγγράφως τις παρατηρήσεις του. Ο συμβασιούχος υπάλληλος ο οποίος δεν επέδειξε επαρκή προσόντα για να διατηρηθεί στη θέση του απολύεται. Εντούτοις, η αρχή που αναφέρεται στο άρθρο 6, πρώτο εδάφιο, μπορεί κατ’ εξαίρεση να παρατείνει την περίοδο δοκιμασίας για διάστημα το πολύ έξι μηνών, ενδεχομένως με τοποθέτηση του συμβασιούχου υπαλλήλου σε άλλη υπηρεσία.

4.Σε περίπτωση έκδηλης ανικανότητας του δόκιμου συμβασιούχου υπαλλήλου, είναι δυνατόν να συνταχθεί έκθεση σε οποιοδήποτε σημείο της περιόδου δοκιμασίας. Η έκθεση διαβιβάζεται στον ενδιαφερόμενο, ο οποίος μπορεί να διατυπώσει εγγράφως τις παρατηρήσεις του. Βάσει της έκθεσης αυτής, η αρχή που αναφέρεται στο άρθρο 6, πρώτο εδάφιο, μπορεί να αποφασίσει να απολύσει τον συμβασιούχο υπάλληλο πριν τη λήξη της περιόδου δοκιμασίας, με προειδοποίηση ενός μηνός.

5.Ο δόκιμος συμβασιούχος υπάλληλος που απολύεται δικαιούται αποζημίωσης ίσης με το ένα τρίτο του βασικού του μισθού για κάθε μήνα της περιόδου δοκιμασίας που έχει συμπληρώσει.

Κεφάλαιο 4: Ειδικές διατάξεις για συμβασιούχους υπαλλήλους επιφορτισμένους με μη βασικά καθήκοντα

Άρθρο 85

1.Η σύμβαση πρόσληψης συμβασιούχων υπαλλήλων επιφορτισμένων με μη βασικά καθήκοντα μπορεί να συναφθεί για ορισμένο χρόνο τουλάχιστον τριών μηνών και πέντε ετών το πολύ. Μπορεί να ανανεωθεί το πολύ για μια φορά για ορισμένη περίοδο όχι άνω των πέντε ετών. Η αρχική σύμβαση και η πρώτη ανανέωση πρέπει να είναι συνολικής διάρκειας τουλάχιστον 6 μηνών για την ομάδα καθηκόντων Ι και τουλάχιστον 9 μηνών για τις άλλες ομάδες καθηκόντων. Τυχόν μεταγενέστερη ανανέωση μπορεί να γίνει μόνο για αόριστο χρόνο.

Οι περίοδοι που καλύπτονται από σύμβαση συμβασιούχου υπαλλήλου επιφορτισμένου με επικουρικά καθήκοντα δεν προσμετρώνται, όταν πρόκειται για την σύναψη ή την ανανέωση συμβάσεων δυνάμει του παρόντος άρθρου.

2.Κατά παρέκκλιση της τελευταίας πρότασης του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 1, η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή μπορεί να αποφασίσει ότι μόνο η τέταρτη ανανέωση μιας σύμβασης για μέλος της ομάδας καθηκόντων Ι θα ισχύει για αόριστο χρόνο, υπό την προϋπόθεση ότι η συνολική διάρκεια απασχόλησής του για ορισμένη περίοδο δεν υπερβαίνει τα δέκα έτη. 

Άρθρο 86

1.Οι συμβασιούχοι υπάλληλοι οι επιφορτισμένοι με μη βασικά καθήκοντα μπορούν να προσληφθούν μόνο:

*στους βαθμούς 13, 14, ή 16 για την ομάδα καθηκόντων IV,

*στους βαθμούς 8, 9 ή 10 για την ομάδα καθηκόντων III,

*στους βαθμούς 4 ή 5 για την ομάδα καθηκόντων II,

*στο βαθμό 1 για την ομάδα καθηκόντων I.

Για την κατάταξη σε βαθμό των εν λόγω συμβασιούχων υπαλλήλων σε κάθε ομάδα καθηκόντων λαμβάνονται υπόψη τα προσόντα και η επαγγελματική πείρα των ενδιαφερομένων. Οι ανωτέρω συμβασιούχοι υπάλληλοι κατά την πρόσληψη κατατάσσονται στο πρώτο κλιμάκιο του βαθμού τους.

2.Όταν ένας επιφορτισμένος με μη βασικά καθήκοντα συμβασιούχος υπάλληλος μετακινείται σε νέα θέση της ίδιας ομάδας καθηκόντων, δεν μπορεί να καταταγεί σε βαθμό ή σε κλιμάκιο κατώτερα από τα προβλεπόμενα στην προηγούμενη θέση του.

Όταν ο εν λόγω συμβασιούχος υπάλληλος ανέρχεται σε υψηλότερη ομάδα καθηκόντων, κατατάσσεται σε βαθμό και κλιμάκιο που του αποφέρουν αποδοχές τουλάχιστον ίσες με εκείνες που ελάμβανε με την προηγούμενη σύμβαση.

Οι ίδιες διατάξεις εφαρμόζονται, όταν ο εν λόγω υπάλληλος συνάπτει νέα σύμβαση με θεσμικό όργανο ή οργανισμό αμέσως μετά από προηγούμενη σύμβαση του ίδιου είδους με άλλο θεσμικό όργανο ή οργανισμό.

Άρθρο 86α

1.Οι διατάξεις του άρθρου 43, πρώτο εδάφιο, του Κανονισμού Υπηρεσιακής Κατάστασης που αφορούν την αξιολόγηση εφαρμόζονται κατ’ αναλογία στους επιφορτισμένους με μη βασικά καθήκοντα συμβασιούχους υπαλλήλους οι οποίοι προσλαμβάνονται για διάστημα τουλάχιστον ενός έτους. 

2.Ο επιφορτισμένος με μη βασικά καθήκοντα συμβασιούχος υπάλληλος που έχει συμπληρώσει δύο έτη αρχαιότητας σε κλιμάκιο του βαθμού του ανέρχεται αυτόματα στο επόμενο κλιμάκιο του βαθμού αυτού.

3.Στην περίπτωση των επιφορτισμένων με μη βασικά καθήκοντα συμβασιούχων υπαλλήλων, η κατάταξη στον αμέσως ανώτερο βαθμό της ίδιας ομάδας καθηκόντων γίνεται με απόφαση της αρχής που αναφέρεται στο άρθρο 6, πρώτο εδάφιο. Συνεπάγεται για τον εν λόγω συμβασιούχο υπάλληλο την κατάταξη στο πρώτο κλιμάκιο του αμέσως ανώτερου βαθμού. Γίνεται αποκλειστικά με επιλογή, μεταξύ των επιφορτισμένων με μη βασικά καθήκοντα συμβασιούχων υπαλλήλων που έχουν προσληφθεί για διάστημα τουλάχιστον τριών ετών και αποδεικνύουν τουλάχιστον δύο έτη αρχαιότητας στο βαθμό τους, μετά από συγκριτική εξέταση των προσόντων των εν λόγω συμβασιούχων υπαλλήλων που έχουν σειρά κατάταξης σε υψηλότερο βαθμό, καθώς και των εκθέσεων για τους υπαλλήλους αυτούς.

4.Ο επιφορτισμένος με μη βασικά καθήκοντα συμβασιούχος υπάλληλος μπορεί να ανέλθει σε υψηλότερη ομάδα καθηκόντων, μόνο εάν συμμετάσχει σε γενική διαδικασία επιλογής. 

Κεφάλαιο 5: Ειδικές διατάξεις για συμβασιούχους υπαλλήλους επιφορτισμένους με επικουρικά καθήκοντα

Άρθρο 87

Στην περίπτωση των επιφορτισμένων με επικουρικά καθήκοντα συμβασιούχων υπαλλήλων:

α)    η σύμβαση πρόσληψης συνάπτεται για ορισμένο χρόνο και είναι ανανεώσιμη·

β)    η πραγματική διάρκεια της απασχόλησης σε ένα θεσμικό όργανο, συμπεριλαμβανομένης της διάρκειας της ενδεχόμενης ανανέωσης της σύμβασης, δεν μπορεί να υπερβεί τα τρία έτη. 

Οι περίοδοι που καλύπτονται από σύμβαση συμβασιούχου υπαλλήλου επιφορτισμένου με μη βασικά καθήκοντα δεν προσμετρώνται, όταν πρόκειται για την σύναψη ή την ανανέωση συμβάσεων δυνάμει του παρόντος άρθρου.

Άρθρο 87α

1.Οι επιφορτισμένοι με επικουρικά καθήκοντα συμβασιούχοι υπάλληλοι μπορούν να προσληφθούν σε οποιοδήποτε βαθμό των ομάδων καθηκόντων ΙΙ, ΙΙΙ και IV που αναφέρονται στο άρθρο 80, λαμβανομένων υπόψη των προσόντων και της επαγγελματικής πείρας των ενδιαφερομένων. Οι ανωτέρω συμβασιούχοι υπάλληλοι κατά την πρόσληψη κατατάσσονται στο πρώτο κλιμάκιο του βαθμού τους.

2.Ο επιφορτισμένος με επικουρικά καθήκοντα συμβασιούχος υπάλληλος που έχει συμπληρώσει δύο έτη αρχαιότητας σε κλιμάκιο του βαθμού του ανέρχεται αυτόματα στο επόμενο κλιμάκιο του βαθμού αυτού. 

Άρθρο 88

Κατά παρέκκλιση των διατάξεων του παρόντος Καθεστώτος που εφαρμόζεται στο λοιπό προσωπικό, οι επιφορτισμένοι με επικουρικά καθήκοντα συμβασιούχοι υπάλληλοι, οι οποίοι προσλαμβάνονται από τα όργανα ως διερμηνείς συνεδριάσεων, υπόκεινται στις διατάξεις σχετικά με την πρόσληψη, τη διάρκεια απασχόλησης, τις αποδοχές, την επιστροφή εξόδων, την κοινωνική ασφάλιση και τις συνθήκες εργασίας, οι οποίες θεσπίζονται από τα όργανα, κατόπιν συμφωνίας με τους εκπροσώπους των ως άνω συμβασιούχων υπαλλήλων.

Κεφάλαιο 6: Όροι εργασίας

Άρθρο 88α

Τα άρθρα 16 έως 18 εφαρμόζονται κατ’ αναλογία.

Κεφάλαιο 7: Αποδοχές και επιστροφή εξόδων

Άρθρο 89

Τα άρθρα 19 έως 27 εφαρμόζονται κατ’ αναλογία, με την επιφύλαξη των τροποποιήσεων που προβλέπονται στα άρθρα 90 και 92. Ωστόσο, το άρθρο 66α του Κανονισμού Υπηρεσιακής Κατάστασης δεν ισχύει για συμβασιούχους υπαλλήλους επικουρικών καθηκόντων

Άρθρο 90

Η κλίμακα των βασικών μισθών 25 καθορίζεται σύμφωνα με τον ακόλουθο πίνακα:

Κλιμάκια

1

2

3

4

5

6

7

Βαθμός

ΟΚ IV

18

4797,85

4897,62

4999,47

5103,44

5209,57

5317,91

5428,50

17

4240,46

4328,65

4418,67

4510,55

4604,36

4700,11

4797,85

16

3747,83

3825,77

3905,33

3986,55

4069,45

4154,08

4240,46

15

3312,43

3381,32

3451,63

3523,41

3596,68

3671,48

3747,83

14

2927,61

2988,49

3050,64

3114,08

3178,84

3244,95

3312,43

13

2587,50

2641,31

2696,24

2752,31

2809,54

2867,97

2927,61

ΟΚ III

12

3312,38

3381,26

3451,57

3523,35

3596,61

3671,40

3747,75

11

2927,59

2988,47

3050,61

3114,05

3178,80

3244,91

3312,38

10

2587,50

2641,31

2696,23

2752,30

2809,53

2867,95

2927,59

9

2286,92

2334,47

2383,02

2432,57

2483,15

2534,79

2587,50

8

2021,25

2063,28

2106,19

2149,98

2194,69

2240,33

2286,92

ΟΚ II

7

2286,85

2334,42

2382,97

2432,54

2483,13

2534,78

2587,50

6

2021,14

2063,18

2106,09

2149,90

2194,61

2240,26

2286,85

5

1786,30

1823,46

1861,38

1900,10

1939,62

1979,96

2021,14

4

1578,75

1611,59

1645,11

1679,32

1714,25

1749,91

1786,30

ΟΚ I

3

1944,90

1985,26

2026,46

2068,52

2111,45

2155,27

2200,00

2

1719,37

1755,06

1791,48

1828,66

1866,61

1905,35

1944,90

1

1520,00

1551,55

1583,75

1616,62

1650,17

1684,41

1719,37

Άρθρο 92

Κατά παρέκκλιση του άρθρου 24 παράγραφος 3, η αποζημίωση εγκατάστασης που προβλέπεται στην παράγραφο 1 και η αποζημίωση επανεγκατάστασης που προβλέπεται στην παράγραφο 2 του εν λόγω άρθρου δεν μπορούν να είναι κατώτερες από:

*[689,90]  26  ευρώ για τον συμβασιούχο υπάλληλο που δικαιούται επιδόματος στέγης· και

*[409,03]  27  ευρώ για τον συμβασιούχο υπάλληλο που δεν δικαιούται επιδόματος στέγης.

Κεφάλαιο 8: Κοινωνική ασφάλιση

Τμήμα A: Κάλυψη των κινδύνων ασθενείας και ατυχήματος, επιδόματα κοινωνικού χαρακτήρα

Άρθρο 93

Το άρθρο 28 εφαρμόζεται κατ’ αναλογία. Εντούτοις, το άρθρο 72 παράγραφοι 2 και 2α του ΚΥΚ δεν εφαρμόζεται στον συμβασιούχο υπάλληλο ο οποίος έχει παραμείνει στην υπηρεσία των Κοινοτήτων μέχρι την ηλικία των 63 ετών, εκτός εάν έχει εργαστεί ως συμβασιούχος υπάλληλος για διάστημα μεγαλύτερο των 3 ετών.

Άρθρο 94

1.Ο πρώην συμβασιούχος υπάλληλος, ο οποίος βρίσκεται χωρίς απασχόληση μετά την αποχώρησή του από την υπηρεσία του σε όργανο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εάν:

*δεν δικαιούται σύνταξης αρχαιότητας ή επιδόματος αναπηρίας από τις Ευρωπαϊκές Κοινότητες,

*η αποχώρησή του από την υπηρεσία δεν οφείλεται σε παραίτηση ή σε διακοπή της σύμβασής του για πειθαρχικούς λόγους,

*έχει συμπληρώσει τουλάχιστον εξάμηνη υπηρεσία και

*διαμένει σε κράτος μέλος των Κοινοτήτων,

δικαιούται μηνιαίου επιδόματος ανεργίας υπό τις προϋποθέσεις που καθορίζονται παρακάτω.

Εάν δικαιούται επιδόματος ανεργίας στο πλαίσιο ενός εθνικού συστήματος, υποχρεούται να το δηλώσει στο όργανο στο οποίο υπαγόταν, το οποίο ενημερώνει αμέσως την Επιτροπή. Στην περίπτωση αυτή, το ποσό του επιδόματος αυτού αφαιρείται από το επίδομα που καταβάλλεται δυνάμει της παραγράφου 3.

2.Για να δικαιούται του επιδόματος ανεργίας, ο πρώην συμβασιούχος υπάλληλος:

α)εγγράφεται, με αίτησή του, ως άνεργος στις υπηρεσίες απασχόλησης του κράτους μέλους όπου διαμένει·

β)θα πρέπει να τηρεί τις υποχρεώσεις που επιβάλλει η νομοθεσία του κράτους μέλους αυτού στον δικαιούχο παροχών ανεργίας βάσει των διατάξεών της·

γ)υποχρεούται να διαβιβάζει κάθε μήνα στο όργανο που υπαγόταν, το οποίο και τη διαβιβάζει αμέσως στην Επιτροπή, βεβαίωση της αρμόδιας εθνικής υπηρεσίας η οποία αναφέρει εάν τηρεί ή όχι τις υποχρεώσεις που καθορίζονται στα στοιχεία α) και β).

Η Κοινότητα μπορεί να αποφασίσει τη χορήγηση ή τη συνέχιση της χορήγησης του επιδόματος, έστω και αν δεν πληρούνται οι εθνικές υποχρεώσεις που αναφέρονται στο στοιχείο β), σε περίπτωση ασθένειας, ατυχήματος, μητρότητας, αναπηρίας ή άλλης κατάστασης που θεωρείται ανάλογη, καθώς και όταν η αρμόδια εθνική υπηρεσία απαλλάσσει τον ενδιαφερόμενο από τις υποχρεώσεις αυτές.

Η Επιτροπή, αφού λάβει τη γνώμη επιτροπής εμπειρογνωμόνων, καθορίζει τις απαραίτητες διατάξεις για την εφαρμογή της παρούσας παραγράφου.

3.Το επίδομα ανεργίας καθορίζεται σε σχέση με τον βασικό μισθό που ελάμβανε ο συμβασιούχος υπάλληλος κατά την αποχώρησή του από την υπηρεσία. Το εν λόγω επίδομα ανεργίας ανέρχεται στο:

*60% του βασικού μισθού επί μια αρχική περίοδο δώδεκα μηνών,

*45% του βασικού μισθού από τον δέκατο τρίτο έως τον εικοστό τέταρτο μήνα,

*30% του βασικού μισθού από τον εικοστό πέμπτο έως τον τριακοστό έκτο μήνα.

Εκτός της αρχικής εξάμηνης περιόδου, στη διάρκεια της οποίας εφαρμόζεται το κατώτερο όριο που ορίζεται παρακάτω, ενώ το ανώτερο όριο δεν εφαρμόζεται, τα ποσά που ορίζονται κατ’ αυτόν τον τρόπο δεν μπορούν να είναι κατώτερα από [825] ευρώ ούτε ανώτερα από [1 650] ευρώ. Τα όρια αυτά προσαρμόζονται με τον ίδιο τρόπο όπως και ο πίνακας μισθών που περιλαμβάνεται στο άρθρο 66 του Κανονισμού Υπηρεσιακής Κατάστασης, σύμφωνα με το άρθρο 65 του ΚΥΚ.

4.Το επίδομα ανεργίας καταβάλλεται στον πρώην συμβασιούχο υπάλληλο από την ημέρα εξόδου του από την υπηρεσία για μέγιστο διάστημα τριάντα έξι μηνών και σε κάθε περίπτωση για διάστημα που δεν υπερβαίνει το ένα τρίτο του χρόνου υπηρεσίας που έχει συμπληρώσει. Εάν όμως, κατά το χρονικό αυτό διάστημα, ο πρώην συμβασιούχος υπάλληλος παύσει να πληροί τους όρους των παραγράφων 1 και 2, διακόπτεται η καταβολή του επιδόματος. Η καταβολή του επιδόματος επαναλαμβάνεται, εάν, πριν από τη λήξη του χρονικού διαστήματος αυτού, ο πρώην συμβασιούχος υπάλληλος πληροί και πάλι τους εν λόγω όρους, χωρίς να έχει αποκτήσει δικαίωμα σε εθνικό επίδομα ανεργίας. 

5.Ο πρώην συμβασιούχος υπάλληλος στον οποίο χορηγείται το επίδομα ανεργίας δικαιούται των οικογενειακών επιδομάτων που προβλέπει το άρθρο 67 του Κανονισμού Υπηρεσιακής Κατάστασης. Το επίδομα στέγης υπολογίζεται βάσει του επιδόματος ανεργίας και υπό τους όρους του άρθρου 1 του παραρτήματος VII του ΚΥΚ.

Ο ενδιαφερόμενος υποχρεούται να δηλώσει τα ανάλογα επιδόματα που καταβάλλονται από άλλη πηγή στον ίδιο ή στο σύζυγό του, τα οποία και αφαιρούνται από τα επιδόματα που καταβάλλονται κατ’ εφαρμογή του παρόντος άρθρου.

Ο πρώην συμβασιούχος υπάλληλος στον οποίο χορηγείται το επίδομα ανεργίας δικαιούται, υπό τους όρους που προβλέπονται στο άρθρο 72 του Κανονισμού Υπηρεσιακής Κατάστασης, κάλυψης των κινδύνων ασθενείας χωρίς να επιβαρύνεται με εισφορές.

6.Το επίδομα ανεργίας και τα οικογενειακά επιδόματα καταβάλλονται από την Επιτροπή σε ευρώ. Δεν εφαρμόζεται διορθωτικός συντελεστής.

7.Όλοι οι συμβασιούχοι υπάλληλοι συμμετέχουν κατά το ένα τρίτο στη χρηματοδότηση του συστήματος ασφάλισης κατά της ανεργίας. Η εισφορά τους καθορίζεται σε 0,81% του βασικού μισθού του ενδιαφερομένου, λαμβανομένης υπόψη μιας κατ’ αποκοπή μείωσης 750 ευρώ, αλλά χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι διορθωτικοί συντελεστές που προβλέπονται στο άρθρο 64 του Κανονισμού Υπηρεσιακής Κατάστασης των μονίμων υπαλλήλων. Η εισφορά αυτή αφαιρείται κάθε μήνα από τον μισθό του ενδιαφερομένου και, αφού αυξηθεί κατά τα δύο τρίτα που βαρύνουν το όργανο, καταβάλλεται σε ειδικό ταμείο ανεργίας. Το ταμείο αυτό είναι κοινό για όλα τα όργανα, τα οποία καταβάλλουν κάθε μήνα τις εισφορές τους στην Επιτροπή, το αργότερο οκτώ ημέρες από την πληρωμή των αποδοχών. Η εντολή πληρωμής και η καταβολή κάθε δαπάνης που απορρέει από την εφαρμογή του παρόντος άρθρου γίνονται από την Επιτροπή σύμφωνα με τις διατάξεις του δημοσιονομικού κανονισμού που εφαρμόζεται στον γενικό προϋπολογισμό των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων. 

8.Το επίδομα ανεργίας που καταβάλλεται στον άνεργο πρώην συμβασιούχο υπάλληλο υπόκειται στον κανονισμό (ΕΟΚ, Ευρατόμ, ΕΚΑΧ) αριθ. 260/68 περί καθορισμού των όρων και της διαδικασίας επιβολής του φόρου του θεσπισθέντος υπέρ των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων. 

9.Οι εθνικές υπηρεσίες που είναι αρμόδιες για θέματα απασχόλησης και ανεργίας, ενεργώντας στο πλαίσιο της εθνικής τους νομοθεσίας, και η Επιτροπή συνεργάζονται αποτελεσματικά για την καλή εφαρμογή του παρόντος άρθρου.

10.Οι λεπτομέρειες εφαρμογής που εκδίδονται βάσει του άρθρου 28α παράγραφος 10 εφαρμόζονται και στο παρόν άρθρο, με την επιφύλαξη των διατάξεων του τρίτου εδαφίου της παραγράφου 2.

11.Ένα έτος μετά την καθιέρωση του παρόντος συστήματος ασφάλισης κατά της ανεργίας και στη συνέχεια ανά διετία, η Επιτροπή υποβάλλει στο Συμβούλιο έκθεση για την οικονομική κατάσταση του συστήματος. Ανεξάρτητα από την έκθεση αυτή, η Επιτροπή μπορεί να υποβάλει στο Συμβούλιο προτάσεις αναπροσαρμογής των εισφορών που προβλέπονται στην παράγραφο 7, εάν το απαιτεί η ισορροπία του συστήματος. Το Συμβούλιο αποφασίζει επί των προτάσεων αυτών υπό τους όρους της παραγράφου 3.

Άρθρο 95

Οι διατάξεις του άρθρου 74 του Κανονισμού Υπηρεσιακής Κατάστασης σχετικά με το επίδομα τοκετού και οι διατάξεις του άρθρου 75 του ΚΥΚ σχετικά με την ανάληψη εκ μέρους του οργάνου των εξόδων που αναφέρονται στο εν λόγω άρθρο εφαρμόζονται κατ’ αναλογία.

Άρθρο 96

Οι διατάξεις του άρθρου 76 του Κανονισμού Υπηρεσιακής Κατάστασης σχετικά με τη χορήγηση δωρεών, δανείων ή προκαταβολών εφαρμόζονται κατ’ αναλογία στον συμβασιούχο υπάλληλο κατά τη διάρκεια της σύμβασής του ή μετά τη λήξη της, εάν ο συμβασιούχος υπάλληλος είναι ανίκανος προς εργασία συνεπεία βαρείας ή παρατεταμένης ασθένειας ή αναπηρίας ή ατυχήματος που συνέβη κατά τη διάρκεια της υπηρεσίας του και εφόσον αποδεικνύει ότι δεν καλύπτεται από άλλο καθεστώς κοινωνικής ασφάλισης.

Τμήμα B: Κάλυψη κινδύνων αναπηρίας και θανάτου

Άρθρο 97

Ο συμβασιούχος υπάλληλος ασφαλίζεται σύμφωνα με τις ακόλουθες διατάξεις κατά των κινδύνων θανάτου και αναπηρίας που είναι δυνατόν να επέλθουν κατά τη διάρκεια της υπηρεσίας του.

Οι παροχές και οι εγγυήσεις που προβλέπονται στο παρόν τμήμα αναστέλλονται, εάν τα χρηματικά αποτελέσματα της πρόσληψης του υπαλλήλου έχουν ανασταλεί πρόσκαιρα δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Καθεστώτος.

Άρθρο 98

Εάν η ιατρική εξέταση που προηγήθηκε της πρόσληψης του συμβασιούχου υπαλλήλου αποκαλύψει ότι αυτός έχει προσβληθεί από ασθένεια ή από αναπηρία, η αρχή που αναφέρεται στο άρθρο 6, πρώτο εδάφιο, μπορεί να αποφασίσει την υπαγωγή του στο ευεργέτημα των εγγυήσεων που προβλέπονται για την περίπτωση αναπηρίας ή θανάτου μόνο στο τέλος περιόδου πέντε ετών που αρχίζει από την ημερομηνία ανάληψης υπηρεσίας στο όργανο για τα επακόλουθα και τις συνέπειες αυτής της ασθένειας ή αναπηρίας.

Ο συμβασιούχος υπάλληλος μπορεί να προσβάλει την απόφαση αυτή ενώπιον της επιτροπής αναπηρίας που προβλέπεται στο άρθρο 9 παράγραφος 1, στοιχείο β) του Κανονισμού Υπηρεσιακής Κατάστασης.

Άρθρο 99

1.Ο συμβασιούχος υπάλληλος ο οποίος έχει προσβληθεί από αναπηρία που θεωρείται ολική και ο οποίος είναι υποχρεωμένος για το λόγο αυτό να διακόψει την υπηρεσία του στο όργανο δικαιούται, για όσο χρόνο διαρκεί η ανικανότητα αυτή, επιδόματος αναπηρίας, του οποίου το ποσό καθορίζεται ως εξής.

Το άρθρο 52 εφαρμόζεται κατ’ αναλογία στους δικαιούχους επιδόματος αναπηρίας. Εάν ο δικαιούχος επιδόματος αναπηρίας ζητήσει να συνταξιοδοτηθεί πριν το 65 έτος της ηλικίας του χωρίς να έχει φθάσει στο ανώτατο ποσοστό συντάξεως, εφαρμόζονται οι γενικοί κανόνες της συντάξεως λόγω αρχαιότητας. Η χορηγούμενη σύνταξη αρχαιότητας καθορίζεται με βάση το μισθό που αντιστοιχεί στο βαθμό και το κλιμάκιο που κατείχε ο υπάλληλος τη στιγμή της θέσεώς του σε αναπηρία.

2.Το ποσό του επιδόματος αναπηρίας καθορίζεται στο 70% του τελευταίου βασικού μισθού του συμβασιούχου υπαλλήλου. Ωστόσο, δεν μπορεί να είναι κατώτερο από ένα ποσό ίσο με το μηνιαίο βασικό μισθό συμβασιούχου υπαλλήλου ΟΚI 1/1. Ο αποδέκτης επιδόματος αναπηρίας καταβάλλει εισφορά προς το συνταξιοδοτικό καθεστώς, υπολογιζόμενη βάσει του επιδόματος αυτού. 

3.Όταν η αναπηρία προκύπτει από ατύχημα το οποίο συνέβη κατά την άσκηση ή επ’ ευκαιρία της ασκήσεως των καθηκόντων, από επαγγελματική ασθένεια ή από πράξη αυτοθυσίας προς δημόσιο όφελος ή από το γεγονός ότι ο υπάλληλος εξέθεσε τη ζωή του σε κίνδυνο προκειμένου να σώσει ανθρώπινη ζωή, το ποσό του επιδόματος αναπηρίας δεν μπορεί να είναι κατώτερο από το 120% του μηνιαίου βασικού μισθού συμβασιούχου υπαλλήλου ΟΚI 1/1. Επιπλέον, στην περίπτωση αυτή ο προϋπολογισμός του πρώην εργοδότη βαρύνεται με την καταβολή της εισφοράς προς το συνταξιοδοτικό καθεστώς. 

4.Εάν η αναπηρία έχει προκληθεί σκόπιμα από τον συμβασιούχο υπάλληλο, η αρχή που αναφέρεται στο άρθρο 6, πρώτο εδάφιο, μπορεί να αποφασίσει ότι ο υπάλληλος θα λαμβάνει μόνο το επίδομα που προβλέπεται στο άρθρο 107. 

5.Ο υπάλληλος που λαμβάνει επίδομα αναπηρίας δικαιούται, υπό τους όρους που προβλέπονται στο παράρτημα VII του Κανονισμού Υπηρεσιακής Κατάστασης, των οικογενειακών επιδομάτων που αναφέρονται στο άρθρο 67 του ίδιου κανονισμού· το επίδομα στέγης υπολογίζεται με βάση το επίδομα αναπηρίας του υπαλλήλου. 

Άρθρο 100

1.Η κατάσταση αναπηρίας κρίνεται από την επιτροπή αναπηρίας που προβλέπεται στο άρθρο 9 του Κανονισμού Υπηρεσιακής Κατάστασης. 

2.Το δικαίωμα επιδόματος αναπηρίας αρχίζει να ισχύει από την επόμενη ημέρα της λύσεως της υπαλληλικής σχέσης του ενδιαφερομένου συμβασιούχου υπαλλήλου σύμφωνα με τα άρθρα 47 και 48 που εφαρμόζονται κατ’ αναλογία. 

3.Το όργανο που αναφέρεται στο άρθρο 40 του παραρτήματος VIII του Κανονισμού Υπηρεσιακής Κατάστασης μπορεί να υποβάλει περιοδικά σε εξετάσεις τον δικαιούχο επιδόματος αναπηρίας, για να βεβαιωθεί ότι εξακολουθεί να πληροί τις απαιτούμενες προϋποθέσεις για τη λήψη του επιδόματος. Εάν η επιτροπή αναπηρίας διαπιστώσει ότι δεν πληρούνται πλέον οι προϋποθέσεις αυτές, ο υπάλληλος αναλαμβάνει και πάλι υπηρεσία στο όργανο, εφόσον δεν έχει λήξει η σύμβασή του. 

Ωστόσο, εάν ο ενδιαφερόμενος δεν μπορεί να επαναπροσληφθεί στην υπηρεσία των Κοινοτήτων, η σύμβασή του μπορεί να λυθεί με την καταβολή αποζημίωσης ύψους αντίστοιχου με τις αποδοχές που θα είχε εισπράξει κατά το διάστημα της προθεσμίας καταγγελίας και, ενδεχομένως, με την αποζημίωση λύσης της σύμβασης που προβλέπεται στο άρθρο 47. Επωφελείται επίσης από την εφαρμογή του άρθρου 107.

Άρθρο 101

1.Οι έλκοντες δικαίωμα από αποβιώσαντα συμβασιούχο υπάλληλο, όπως ορίζονται στο κεφάλαιο 4 του παραρτήματος VIII του Κανονισμού Υπηρεσιακής Κατάστασης, δικαιούνται σύνταξης επιζώντων σύμφωνα με τις προϋποθέσεις που προβλέπονται στα άρθρα 102 έως 105. 

2.Σε περίπτωση θανάτου πρώην συμβασιούχου υπαλλήλου δικαιούχου επιδόματος αναπηρίας, όπως και σε περίπτωση θανάτου πρώην συμβασιούχου υπαλλήλου δικαιούχου σύνταξης αρχαιότητας ή ο οποίος είχε αποχωρήσει από την υπηρεσία πριν από την ηλικία των 63 ετών, είχε δε ζητήσει να αρχίσει η καταβολή της σύνταξης αρχαιότητας την πρώτη ημέρα μετά το τέλος του μήνα κατά τη διάρκεια του οποίου θα συμπλήρωνε ηλικία 63 ετών, οι έλκοντες δικαίωμα, όπως ορίζονται στο κεφάλαιο 4 του παραρτήματος VIII του Κανονισμού Υπηρεσιακής Κατάστασης, δικαιούνται σύνταξης επιζώντων σύμφωνα με τις προϋποθέσεις που προβλέπονται στο εν λόγω παράρτημα. 

3.Σε περίπτωση αφάνειας για διάστημα μεγαλύτερο του έτους, είτε συμβασιούχου υπαλλήλου είτε πρώην συμβασιούχου υπαλλήλου δικαιούχου επιδόματος αναπηρίας ή σύνταξης αρχαιότητας ή πρώην συμβασιούχου υπαλλήλου ο οποίος είχε αποχωρήσει από την υπηρεσία πριν από την ηλικία των 63 ετών, είχε δε ζητήσει να αρχίσει η καταβολή της σύνταξης αρχαιότητας την πρώτη ημέρα μετά το τέλος του μήνα κατά τη διάρκεια του οποίου θα συμπλήρωνε ηλικία 60 ετών, οι διατάξεις των κεφαλαίων 5 και 6 του παραρτήματος VIII του Κανονισμού Υπηρεσιακής Κατάστασης που αφορούν τις προσωρινές συντάξεις εφαρμόζονται κατ’ αναλογία στον σύζυγο και στα πρόσωπα που θεωρούνται συντηρούμενα από τον άφαντο. 

Άρθρο 102

Το δικαίωμα σύνταξης αρχίζει να ισχύει από την πρώτη ημέρα του μηνός που ακολουθεί το μήνα του θανάτου ή, εάν συντρέχει περίπτωση, από την πρώτη ημέρα του μηνός που ακολουθεί την περίοδο κατά την οποία ο επιζών σύζυγος, τα ορφανά ή τα συντηρούμενα πρόσωπα του αποβιώσαντος υπαλλήλου δικαιούνται των απολαβών του κατ’ εφαρμογή του άρθρου 70 του Κανονισμού Υπηρεσιακής Κατάστασης.

Άρθρο 103

Ο επιζών σύζυγος συμβασιούχου υπαλλήλου δικαιούται, υπό τις προϋποθέσεις που προβλέπονται στο κεφάλαιο 4 του παραρτήματος VIII του Κανονισμού Υπηρεσιακής Κατάστασης, σύνταξης επιζώντων, το ποσό της οποίας δεν μπορεί να είναι κατώτερο από το 35% του τελευταίου μηνιαίου βασικού μισθού που εισέπραξε ο συμβασιούχος υπάλληλος ούτε από το μηνιαίο βασικό μισθό συμβασιούχου υπαλλήλου ΟΚI 1/1. Σε περίπτωση θανάτου συμβασιούχου υπαλλήλου, το ποσό της σύνταξης επιζώντων προσαυξάνεται μέχρι το 60% της σύνταξης αρχαιότητας που θα είχε καταβληθεί στον υπάλληλο, εάν μπορούσε να την αξιώσει, ανεξάρτητα από το χρόνο υπηρεσίας και την ηλικία του, την ημέρα του θανάτου του.

Ο δικαιούχος σύνταξης επιζώντων δικαιούται, υπό τις προϋποθέσεις που προβλέπονται στο παράρτημα VII του Κανονισμού Υπηρεσιακής Κατάστασης, των οικογενειακών επιδομάτων που αναφέρονται στο άρθρο 67 του ίδιου κανονισμού. Εντούτοις, το ποσό του επιδόματος συντηρούμενου τέκνου είναι ίσο με το διπλάσιο του επιδόματος που προβλέπεται στο άρθρο 67 παράγραφος 1, στοιχείο β) του ΚΥΚ.

Άρθρο 104

1.Εάν ο συμβασιούχος υπάλληλος ή ο δικαιούχος σύνταξης αρχαιότητας ή επιδόματος αναπηρίας αποβιώσει χωρίς να αφήσει σύζυγο που να δικαιούται σύνταξη επιζώντων, τα τέκνα που θεωρούνται συντηρούμενα δικαιούνται σύνταξη ορφανού υπό τις προϋποθέσεις που ορίζονται στο άρθρο 80 του Κανονισμού Υπηρεσιακής Κατάστασης. 

2.Το ίδιο δικαίωμα αναγνωρίζεται στα τέκνα που πληρούν τις ίδιες προϋποθέσεις, σε περίπτωση θανάτου ή σύναψης νέου γάμου του συζύγου που δικαιούται σύνταξης επιζώντων. 

3.Εάν ο συμβασιούχος υπάλληλος ή ο δικαιούχος σύνταξης αρχαιότητας ή επιδόματος αναπηρίας έχει αποβιώσει χωρίς να πληρούνται οι προϋποθέσεις που προβλέπονται στην παράγραφο 1, εφαρμόζονται οι διατάξεις που προβλέπονται στο άρθρο 80, τρίτο εδάφιο, του Κανονισμού Υπηρεσιακής Κατάστασης. 

4.Σε περίπτωση θανάτου πρώην συμβασιούχου υπαλλήλου, ο οποίος είχε αποχωρήσει από την υπηρεσία πριν από την ηλικία των 63 ετών, είχε δε ζητήσει να αρχίσει η καταβολή της σύνταξης αρχαιότητας την πρώτη ημέρα μετά το τέλος του μήνα κατά τη διάρκεια του οποίου θα συμπλήρωνε ηλικία 63 ετών, τα τέκνα που αναγνωρίζονται ως συντηρούμενα κατά την έννοια του άρθρου 2 του παραρτήματος VII του Κανονισμού Υπηρεσιακής Κατάστασης δικαιούνται σύνταξης ορφανού με τους ίδιους όρους που προβλέπονται αντίστοιχα στις προηγούμενες παραγράφους. 

5.Όσον αφορά τα πρόσωπα που εξομοιούνται με συντηρούμενο τέκνο κατά την έννοια του άρθρου 2 παράγραφος 4 του παραρτήματος VII του Κανονισμού Υπηρεσιακής Κατάστασης, η σύνταξη ορφανού που δικαιούνται δεν μπορεί να υπερβεί ποσό ίσο με το διπλάσιο του επιδόματος συντηρούμενου τέκνου. Εντούτοις, το δικαίωμα σύνταξης λήγει, εάν τρίτος έχει υποχρέωση διατροφής σύμφωνα με την εφαρμοστέα εθνική νομοθεσία. 

6.Σε περίπτωση υιοθεσίας, ο θάνατος του φυσικού γονέως, τον οποίο έχει υποκαταστήσει ο εξ υιοθεσίας γονέας, δεν μπορεί να δώσει δικαίωμα σύνταξης ορφανού.

7.Υπό τις προϋποθέσεις που προβλέπονται στο άρθρο 3 του παραρτήματος VII του Κανονισμού Υπηρεσιακής Κατάστασης, ο ορφανός δικαιούται σχολικού επιδόματος. 

Άρθρο 105

Σε περίπτωση διαζυγίου ή συνύπαρξης πολλών ομάδων επιζώντων οι οποίοι δύνανται να αξιώσουν σύνταξη επιζώντων, η σύνταξη αυτή κατανέμεται σύμφωνα με τον τρόπο που προβλέπεται στο κεφάλαιο 4 του παραρτήματος VIII του Κανονισμού Υπηρεσιακής Κατάστασης.

Άρθρο 106

Οι κανόνες για τα ανώτατα όρια και την κατανομή που προβλέπονται στο άρθρο 81α του Κανονισμού Υπηρεσιακής Κατάστασης εφαρμόζονται κατ’ αναλογία.

Τμήμα Γ: Σύνταξη αρχαιότητας και επίδομα αποχώρησης

Άρθρο 107

1.Κατά την έξοδό του από την υπηρεσία, ο συμβασιούχος υπάλληλος δικαιούται σύνταξης αρχαιότητας, μεταφοράς του αναλογιστικού ισοδυνάμου ή καταβολής του επιδόματος αποχώρησης υπό τους όρους που προβλέπονται στις διατάξεις του τίτλου V, κεφάλαιο 3, του Κανονισμού Υπηρεσιακής Κατάστασης και του παραρτήματος VIII του ίδιου κανονισμού. Όταν ο συμβασιούχος υπάλληλος δικαιούται σύνταξης αρχαιότητας, τα συνταξιοδοτικά του δικαιώματα μειώνονται κατ’ αναλογία προς το ποσό που καταβάλλεται δυνάμει του άρθρου 110.

2.Το άρθρο 11 παράγραφοι 2 και 3 του παραρτήματος VIII του Κανονισμού Υπηρεσιακής Κατάστασης ισχύει αναλογικά στους συμβασιούχους υπαλλήλους.

3.Ο δικαιούχος σύνταξης αρχαιότητας δικαιούται, εάν έχει εργασθεί για διάστημα μεγαλύτερο των τριών ετών ως συμβασιούχος υπάλληλος, των οικογενειακών επιδομάτων που αναφέρονται στο άρθρο 67 του ΚΥΚ· το επίδομα στέγης υπολογίζεται με βάση τη σύνταξη του δικαιούχου.

Άρθρο 108

1.Εάν ο συμβασιούχος υπάλληλος διορισθεί ως μόνιμος ή έκτακτος υπάλληλος των Κοινοτήτων, δεν εισπράττει το επίδομα που προβλέπεται στο άρθρο 107 παράγραφος 1. 

Ο χρόνος υπηρεσίας του ως συμβασιούχου υπαλλήλου των Κοινοτήτων λαμβάνεται υπόψη για τον υπολογισμό των συντάξιμων ετών της σύνταξης αρχαιότητας σύμφωνα με τις προϋποθέσεις που προβλέπονται στο παράρτημα VIII του Κανονισμού Υπηρεσιακής Κατάστασης.

2.Εάν το όργανο άσκησε το δικαίωμα επιλογής που προβλέπεται στο άρθρο 110, τα δικαιώματα του συμβασιούχου υπαλλήλου επί της σύνταξης αρχαιότητας μειώνονται ανάλογα με τη διάρκεια της περιόδου που αντιστοιχεί σ’ αυτές τις εισφορές. 

3.Η διάταξη της προηγούμενης παραγράφου δεν εφαρμόζεται στον συμβασιούχο υπάλληλο, ο οποίος εντός τριών μηνών από την υπαγωγή του στις διατάξεις του Κανονισμού Υπηρεσιακής Κατάστασης θα ζητήσει να προβεί στην επιστροφή των εν λόγω ποσών, προσαυξημένων με τόκους που υπολογίζονται με ετήσιο επιτόκιο 3,5%, επιτόκιο το οποίο μπορεί να αναθεωρηθεί με τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 7 του παραρτήματος XII του ΚΥΚ. 

Τμήμα Δ: Χρηματοδότηση του συστήματος κάλυψης των κινδύνων αναπηρίας και θανάτου, καθώς και του συνταξιοδοτικού συστήματος

Άρθρο 109

Για τη χρηματοδότηση του συστήματος κοινωνικής ασφάλισης που προβλέπεται στα τμήματα Β και Γ, εφαρμόζονται κατ’ αναλογία οι διατάξεις των άρθρων 83 και 83α του Κανονισμού Υπηρεσιακής Κατάστασης, καθώς και των άρθρων 36 και 38 του παραρτήματος VIII του ίδιου κανονισμού.

Άρθρο 110

Σύμφωνα με τις προϋποθέσεις που καθορίζονται από το όργανο, ο συμβασιούχος υπάλληλος έχει την ευχέρεια να ζητήσει από το όργανο την πραγματοποίηση των πληρωμών, στις οποίες ενδεχομένως υποχρεούται να προβεί, για να συστήσει ή να διατηρήσει τα συνταξιοδοτικά του δικαιώματα, την ασφάλιση κατά της ανεργίας, την ασφάλιση αναπηρίας, την ασφάλεια ζωής και την ασφάλιση ασθενείας στην τελευταία χώρα όπου καλυπτόταν από παρόμοια καθεστώτα. Ο εν λόγω συμβασιούχος υπάλληλος δεν επωφελείται από κανένα κοινοτικό καθεστώς για την αντίστοιχη περίοδο.

Η πραγματική διάρκεια των πληρωμών αυτών δεν μπορεί να υπερβεί τους έξι μήνες. Εντούτοις, το όργανο μπορεί να αποφασίσει να παρατείνει το διάστημα αυτό σε ένα έτος. Οι πληρωμές βαρύνουν τον προϋπολογισμό των Κοινοτήτων. Οι πληρωμές για τη σύσταση ή διατήρηση συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων δεν μπορούν να υπερβούν το διπλάσιο του ποσοστού που προβλέπεται στο άρθρο 82 παράγραφος 2 του ΚΥΚ.

Τμήμα E: Εκκαθάριση των δικαιωμάτων των συμβασιούχων υπαλλήλων

Άρθρο 111

Οι διατάξεις των άρθρων 40 έως 44 του παραρτήματος VIII του Κανονισμού Υπηρεσιακής Κατάστασης εφαρμόζονται κατ’ αναλογία.

Τμήμα ΣΤ: Καταβολή των παροχών

Άρθρο 112

1.Οι διατάξεις των άρθρων 81α και 82 του Κανονισμού Υπηρεσιακής Κατάστασης και του άρθρου 45 του παραρτήματος VIII του ίδιου κανονισμού σχετικά με την καταβολή των παροχών εφαρμόζονται κατ’ αναλογία. 

2.Όλα τα υπόλοιπα ποσά που οφείλει ο συμβασιούχος υπάλληλος στις Κοινότητες, σύμφωνα με το παρόν σύστημα προνοίας, κατά το χρόνο της γένεσης των δικαιωμάτων επί των παροχών, αφαιρούνται από το ποσό των παροχών που αποδίδεται στον υπάλληλο ή στους έλκοντες δικαιώματα από αυτόν, με τρόπο που θα καθορίσει το όργανο που αναφέρεται στο άρθρο 45 του παραρτήματος VIII του Κανονισμού Υπηρεσιακής Κατάστασης. Η απόδοση των ποσών αυτών μπορεί να γίνει σε μηνιαίες δόσεις. 

Τμήμα Ζ: Υποκατάσταση των Κοινοτήτων

Άρθρο 113

Οι διατάξεις του άρθρου 85α του Κανονισμού Υπηρεσιακής Κατάστασης σχετικά με την υποκατάσταση των Κοινοτήτων εφαρμόζονται κατ’ αναλογία.

Κεφάλαιο 9: Επιστροφή των αχρεωστήτως καταβληθέντων

Άρθρο 113α

Εφαρμόζονται οι διατάξεις που προβλέπονται στο άρθρο 85 του Κανονισμού Υπηρεσιακής Κατάστασης σχετικά με την επιστροφή των αχρεωστήτως καταβληθέντων. 

Κεφάλαιο 10: Προσφυγές

Άρθρο 113β

Οι διατάξεις του τίτλου VII του Κανονισμού Υπηρεσιακής Κατάστασης περί προσφυγών εφαρμόζονται κατ’ αναλογία. 

Κεφάλαιο 11: Ειδικές και εξαιρετικές διατάξεις που εφαρμόζονται στους συμβασιούχους υπαλλήλους που υπηρετούν σε τρίτη χώρα

Άρθρο 114

Οι διατάξεις των άρθρων 6 έως 16 και 19 έως 25 του παραρτήματος X του Κανονισμού Υπηρεσιακής Κατάστασης εφαρμόζονται κατ’ αναλογία στους συμβασιούχους υπαλλήλους που υπηρετούν σε τρίτες χώρες. Εντούτοις, το άρθρο 21 του εν λόγω παραρτήματος εφαρμόζεται μόνον εάν η διάρκεια της σύμβασης δεν είναι μικρότερη από ένα έτος.

Κεφάλαιο 12: Λύση της υπαλληλικής σχέσης

Άρθρο 115

Τα άρθρα 47 έως 50α, με εξαίρεση το άρθρο 48α, εφαρμόζονται κατ’ αναλογία στους συμβασιούχους υπαλλήλους.

Σε περίπτωση πειθαρχικής διαδικασίας κατά συμβασιούχου υπαλλήλου, το πειθαρχικό συμβούλιο που αναφέρεται στο παράρτημα ΙΧ του ΚΥΚ και στο άρθρο 49 του παρόντος Καθεστώτος, περιλαμβάνει στη σύνθεσή του δύο συμπληρωματικά μέλη της ίδιας ομάδας καθηκόντων και του ίδιου βαθμού με τον ενδιαφερόμενο συμβασιούχο υπάλληλο. Τα εν λόγω δύο συμπληρωματικά μέλη διορίζονται με ειδική προς τούτο διαδικασία, η οποία συμφωνείται μεταξύ της αρχής που αναφέρεται στο άρθρο 6, πρώτο εδάφιο, του παρόντος Καθεστώτος και της επιτροπής προσωπικού.»

32.Τα παλαιά άρθρα 79 και 80 καθίστανται άρθρα 116 και 117. 

33.Το παλαιό άρθρο 81 καθίσταται άρθρο 118 και αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 118

Οι διαφορές μεταξύ του οργάνου και του τοπικού υπαλλήλου που υπηρετεί σε τρίτη χώρα υπάγονται σε διαιτητική αρχή με τις προϋποθέσεις που καθορίζονται στη ρήτρα διαιτησίας που περιλαμβάνεται στη σύμβαση του τοπικού υπαλλήλου.»

34.Ο παλαιός τίτλος VI διαγράφεται. 

35.Ο παλαιός τίτλος V καθίσταται τίτλος VI και τα παλαιά άρθρα 82 και 83 καθίστανται άρθρα 119 και 120. 

36.    Το άρθρο 120 έχει ως εξής:

«Άρθρο 120

Οι διατάξεις των άρθρων 1δ και 1ε, των άρθρων 11 και 11α, των άρθρων 12 και 12α, του άρθρου 16, πρώτο εδάφιο, των άρθρων 17 και 17α, των άρθρων 19, 22, 22α, 22β και 22γ, του άρθρου 23, πρώτο και δεύτερο εδάφιο, και του άρθρου 25, δεύτερο εδάφιο, του Κανονισμού Υπηρεσιακής Κατάστασης περί των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων του υπαλλήλου, καθώς και οι διατάξεις των άρθρων 90 και 91 του ΚΥΚ περί προσφυγών εφαρμόζονται κατ’ αναλογία.»

37.Στον τίτλο VII, τα παλαιά άρθρα 99 έως 101 διαγράφονται και παρεμβάλλεται το ακόλουθο άρθρο 121:

«Άρθρο 121

Με την επιφύλαξη των λοιπών διατάξεων του καθεστώτος, στο παράρτημα θεσπίζονται οι μεταβατικές διατάξεις που εφαρμόζονται στους υπαλλήλους που προσλαμβάνονται με σύμβαση που υπάγεται στο παρόν Καθεστώς.»

38.Στον τίτλο VIII, τα παλαιά άρθρα 102 και 103 καθίστανται άρθρα 122 και 123.

39.Στον τίτλο VIII, στο νέο άρθρο 122, οι λέξεις «του άρθρου 103» αντικαθίστανται από τις λέξεις «του άρθρου 123». 

40.Προστίθενται τα ακόλουθα παραρτήματα:

«Παράρτημα Ι: Ειδικές και εξαιρετικές διατάξεις για τους εκτάκτους υπαλλήλους που προσλαμβάνονται για να υπηρετούν σε μια πολιτική ομάδα στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο.

Άρθρο 1

Το άρθρο 50 του Κανονισμού Υπηρεσιακής Κατάστασης εφαρμόζεται κατ’ αναλογία στους έκτακτους υπαλλήλους, των οποίων ο βαθμός και τα καθήκοντα είναι ισοδύναμα προς εκείνα των ανωτέρων στελεχών κατά την έννοια του άρθρου 29 παράγραφος 2 του ΚΥΚ και οι οποίοι έχουν προσληφθεί σύμφωνα με το άρθρο 2, στοιχείο γ), του καθεστώτος που εφαρμόζεται στο λοιπό προσωπικό, για να υπηρετούν σε μια πολιτική ομάδα στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο.

Άρθρο 2

Οι διατάξεις του άρθρου 41 παράγραφος 3 του ΚΥΚ, με εξαίρεση το δεύτερο εδάφιο, εφαρμόζονται κατ’ αναλογία, για διάστημα το πολύ ενός έτους, στους έκτακτους υπαλλήλους, οι οποίοι έχουν προσληφθεί σύμφωνα με το άρθρο 2, στοιχείο γ), του καθεστώτος, για να υπηρετούν σε μια πολιτική ομάδα στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο., σε περίπτωση μείωσης των θέσεων στην ομάδα.

Παράρτημα ΙΙ: Μεταβατικά μέτρα για τους υπαλλήλους που υπάγονται στο καθεστώς που εφαρμόζεται στο λοιπό προσωπικό

Άρθρο 1

1.Οι διατάξεις του παραρτήματος XIII του Κανονισμού Υπηρεσιακής Κατάστασης εφαρμόζονται κατ’ αναλογία στο καθεστώς που εφαρμόζεται στο λοιπό προσωπικό. 

2.Κατά τη διάρκεια της περιόδου που περιλαμβάνεται μεταξύ της .... (ημερομηνία έναρξης ισχύος) και της .... (ημερομηνία έναρξης ισχύος + 2 έτη), στο καθεστώς που εφαρμόζεται στο λοιπό προσωπικό αντικαθίστανται:

α)στο άρθρο 3 παράγραφος 1, στοιχείο β), πρώτη περίπτωση, οι λέξεις «της ομάδας καθηκόντων των βοηθών (AST)» από τις λέξεις «των κατηγοριών B, C ή D»·

β)στο άρθρο 3 παράγραφος 1, στοιχείο β), δεύτερη περίπτωση, οι λέξεις «της ομάδας καθηκόντων των διοικητικών υπαλλήλων (AD)» από τις λέξεις «της κατηγορίας Α», οι λέξεις «AD 16 ή AD 15» από τις λέξεις «A*16 ή A*15» και οι λέξεις «AD 15 ή AD 14» από τις λέξεις «A*15 ή A*14»·

Άρθρο 2

1.Σύμφωνα με το καθεστώς που εφαρμόζεται στο λοιπό προσωπικό, η αρχή που αναφέρεται στο άρθρο 6, πρώτο εδάφιο, του εν λόγω καθεστώτος προτείνει σύμβαση συμβασιούχου υπαλλήλου αορίστου χρόνου σε κάθε υπάλληλο που απασχολείται από τις Κοινότητες την [...] (ημερομηνία έναρξης ισχύος) στο πλαίσιο σύμβασης τοπικού υπαλλήλου αορίστου χρόνου στην Ευρωπαϊκή Ένωση ή δυνάμει της εθνικής νομοθεσίας σε ένα από τους οργανισμούς που αναφέρονται στο άρθρο 3α του καθεστώτος. Η προτεινόμενη σύμβαση βασίζεται σε αξιολόγηση των εργασιών που θα εκτελεί ο υπάλληλος ως συμβασιούχος. Η σύμβαση αρχίζει να ισχύει την [...] (ημερομηνία έναρξης ισχύος). Οι διατάξεις του άρθρου 84 του ΚΛΠ δεν εφαρμόζονται στη σύμβαση αυτή.

2.Στην περίπτωση που η κατάταξη του υπαλλήλου ο οποίος αποδέχεται την προσφερόμενη σύμβαση, θα οδηγούσε σε μείωση των αποδοχών του, το όργανο μπορεί να καταβάλει ένα συμπληρωματικό ποσό, λαμβάνοντας υπόψη την τρέχουσα διαφορά μεταξύ της νομοθεσίας του κράτους μέλους υπηρεσίας στον τομέα της φορολογίας, της κοινωνικής ασφάλισης και των συντάξεων και των σχετικών διατάξεων που εφαρμόζονται στον συμβασιούχο υπάλληλο.

3.Εφόσον χρειάζεται, κάθε όργανο εκδίδει γενικές διατάξεις για την εφαρμογή των παραγράφων 1 και 2, σύμφωνα με το άρθρο 110 του ΚΥΚ.

4.Ο υπάλληλος που δεν αποδέχεται την προσφορά που αναφέρεται στην παράγραφο 1 μπορεί να διατηρήσει τη συμβατική του σχέση με το όργανο.

Άρθρο 3

Επί μια πενταετία από την [ημερομηνία έναρξης ισχύος], οι τοπικοί υπάλληλοι ή οι συμβασιούχοι υπάλληλοι της Γενικής Γραμματείας που διέθεταν καθεστώς τοπικού υπαλλήλου αυτής της Γενικής Γραμματείας πριν από την [ημερομηνία έναρξης ισχύος], μπορούν να συμμετέχουν στους εσωτερικούς διαγωνισμούς του Συμβουλίου υπό τους ίδιους όρους με τους μονίμους και τους εκτάκτους υπαλλήλους του εν λόγω οργάνου.

Άρθρο 4

Οι συμβάσεις ορισμένου χρόνου εκτάκτων υπαλλήλων, στους οποίους εφαρμόζεται το άρθρο 2, στοιχείο δ) του καθεστώτος και οι οποίες δεν έχουν λήξει κατά την ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος Κανονισμού, μπορούν να ανανεωθούν. Εάν πρόκειται για τη δεύτερη ανανέωση, η νέα σύμβαση συνάπτεται για αόριστο χρόνο. Οι συμβάσεις αορίστου χρόνου εκτάκτων υπαλλήλων, στους οποίους εφαρμόζεται το άρθρο 2, στοιχείο δ) του καθεστώτος και οι οποίες δεν έχουν λήξει, παραμένουν αμετάβλητες.

Άρθρο 5

1.Οι πρώην έκτακτοι υπάλληλοι, οι οποίοι την [ημερομηνία έναρξης ισχύος] βρίσκονται στην ανεργία και υπάγονται στις διατάξεις του άρθρου 28α του καθεστώτος που εφαρμόζεται στο λοιπό προσωπικό, οι οποίες είχαν εφαρμογή πριν από την [ημερομηνία έναρξης ισχύος], εξακολουθούν να υπάγονται σε αυτές έως τη λήξη της περιόδου ανεργίας τους.

2.Οι έκτακτοι υπάλληλοι, των οποίων η σύμβαση δεν έχει λήξει την [ημερομηνία έναρξης ισχύος] μπορούν με αίτησή τους να υπαχθούν στις διατάξεις του άρθρου 28α του καθεστώτος που εφαρμόζεται στο λοιπό προσωπικό, οι οποίες είχαν εφαρμογή πριν από την [ημερομηνία έναρξης ισχύος]. Η αίτηση αυτή πρέπει να υποβληθεί το αργότερο 30 ημερολογιακές ημέρες από την ημερομηνία λήξης της σύμβασης εκτάκτου υπαλλήλου.

ΔΗΜΟΣΙΟΝΟΜΙΚΟ ΔΕΛΤΙΟ

[…]

ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 06/11/2003

1.

ΚΟΝΔΥΛΙΟ:

A10 μέλη των ευρωπαϊκών θεσμικών οργάνων, A11 Προσωπικό εν ενεργεία,

401 Εισφορά του προσωπικού για τη χρηματοδότηση του συστήματος συνταξιοδότησης

Μέρος B: Διοικητικές δαπάνες και έσοδα για το προσωπικό έρευνας και το προσωπικό αποκεντρωμένων οργανισμών.

403 Ειδική εισφορά

ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ:

[…]

2.

ΟΝΟΜΑΣΙΑ ΤΟΥ ΜΕΤΡΟΥ:

Μεταρρύθμιση του Κανονισμού Υπηρεσιακής Κατάστασης

3.

ΝΟΜΙΚΗ ΒΑΣΗ:

[άρθρο 283 της Συνθήκης]

4.

ΣΤΟΧΟΙ ΤΟΥ ΜΕΤΡΟΥ:

Μεταρρύθμιση του Κανονισμού Υπηρεσιακής Κατάστασης

5.

ΔΗΜΟΣΙΟΝΟΜΙΚΕΣ ΕΠΙΠΤΩΣΕΙΣ

ΠΕΡΙΟΔΟΣ 12 ΜΗΝΩΝ


(εκατ. ευρώ)

ΤΡΕΧΟΝ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟ ΕΤΟΣ

2003

(εκατ. ευρώ)

ΕΠΟΜΕΝΟ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟ ΕΤΟΣ

2004

(εκατ. ευρώ)

5.0

ΔΑΠΑΝΕΣ ΠΟΥ ΒΑΡΥΝΟΥΝ

-    ΤΟΝ ΠΡΟΫΠΟΛΟΓΙΣΜΟ ΤΩΝ ΕΚ
(ΕΠΙΣΤΡΟΦΕΣ/ΠΑΡΕΜΒΑΣΕΙΣ)

-    ΤΟΥΣ ΕΘΝΙΚΟΥΣ ΠΡΟΫΠΟΛΟΓΙΣΜΟΥΣ

-    ΑΛΛΟΥΣ ΤΟΜΕΙΣ

Βλ. παράρτημα

-17

5.1

ΕΣΟΔΑ

-    ΙΔΙΟΙ ΠΟΡΟΙ ΤΩΝ ΕΚ
(ΕΙΣΦΟΡ
ΕΣ/ΔΑΣΜΟΙ)

-    ΣΤΟ ΕΘΝΙΚΟ ΕΠΙΠΕΔΟ

Βλ. παράρτημα

-12

2005

2006

2007

2008

5.0.1

ΠΡΟΒΛΕΨΕΙΣ ΔΑΠΑΝΩΝ

-64

-93

-104

-115

5.1.1

ΠΡΟΒΛΕΨΕΙΣ ΕΣΟΔΩΝ

-12

-14

-7

+4

5.2

ΤΡΟΠΟΣ ΥΠΟΛΟΓΙΣΜΟΥ:

Βλ. παράρτημα

6.0

ΔΥΝΑΤΗ ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΗΣΗ ΔΙΑ ΠΙΣΤΩΣΕΩΝ ΕΓΓΕΓΡΑΜΜΕΝΩΝ ΣΤΟ ΣΧΕΤΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΟΥ ΥΠΟ ΕΚΤΕΛΕΣΗ ΠΡΟΫΠΟΛΟΓΙΣΜΟΥ



Ανεφάρμοστο

6.1

ΔΥΝΑΤΗ ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΗΣΗ ΔΙΑ ΜΕΤΑΦΟΡΑΣ ΜΕΤΑΞΥ ΚΕΦΑΛΑΙΩΝ ΤΟΥ ΥΠΟ ΕΚΤΕΛΕΣΗ ΠΡΟΫΠΟΛΟΓΙΣΜΟΥ



Ανεφάρμοστο

6.2

ΑΝΑΓΚΗ ΣΥΜΠΛΗΡΩΜΑΤΙΚΟΥ ΠΡΟΫΠΟΛΟΓΙΣΜΟΥ

ΟΧΙ

6.3

ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ ΠΟΥ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΕΓΓΡΑΦΟΥΝ ΣΤΟΥΣ ΜΕΛΛΟΝΤΙΚΟΥΣ ΠΡΟΫΠΟΛΟΓΙΣΜΟΥΣ

ΝΑΙ

ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ:

Η βάση για τον υπολογισμό είναι η επέκταση της προσωρινής εισφοράς ύψους 5,83% και η μέθοδος αναπροσαρμογής των αμοιβών .



Παράρτημα του δημοσιονομικού δελτίου

1.Μέθοδος υπολογισμού

Οι κατωτέρω εξηγήσεις περιλαμβάνουν επίσης τα αποτελέσματα της χωριστής πρότασης που προβλέπει τα μεταβατικά μέτρα για την εφαρμογή της μεταρρύθμισης το 2003 και 2004.

Οι μεταβολές για κάθε έτος στις βασικές αποδοχές και στα επιδόματα για τον μέσο υπάλληλο βασίζονται σε δείγμα 15.620 υπαλλήλων της Επιτροπής. Η επίπτωση της ειδικής εισφοράς εξάγεται σε σύγκριση με την παράταση της προσωρινής εισφοράς ύψους 5,83%. Οι δαπάνες και τα έσοδα για το κεφάλαιο 5 - Επιτροπή προκύπτουν με τον πολλαπλασιασμό των εν λόγω μέσων όρων επί τον εκτιμώμενο αριθμό των υπαλλήλων της Επιτροπής για κάθε έτος.

Για τα «λοιπά μέτρα» οι εκτιμήσεις έγιναν όπως και για την πρόταση του 2002.

Για τις συντάξεις, οι μέσες μεταβολές για κάθε έτος στις βασικές αποδοχές και τα επιδόματα βασίζονται σε προσομοίωση για τους 9.953 υπαλλήλους που είχαν συνταξιοδοτηθεί από όλα τα όργανα στο τέλος του 2001. Οι δαπάνες και τα έσοδα προκύπτουν με τον πολλαπλασιασμό των εν λόγω μέσων όρων επί τον εκτιμώμενο αριθμό των συνταξιοδοτουμένων υπαλλήλων για κάθε έτος.

Οι νέες διατάξεις που αυξάνουν τη συνήθη ηλικία συνταξιοδότησης θα μειώσουν μακροπρόθεσμα το κόστος των συντάξεων, αλλά, επειδή βραχυπρόθεσμα θα μπορούσαν επίσης να αυξήσουν το κόστος μισθοδοσίας, δεν είναι δυνατόν να υποβληθεί αξιόπιστη πρόβλεψη σχετικά με την επίπτωσή τους στον προϋπολογισμό.

Για τα άλλα όργανα, οι δαπάνες και τα έσοδα έχουν εκτιμηθεί ως το 47% των αντίστοιχων ποσών για το κεφάλαιο 5 - Επιτροπή.

2.Κόστος για την Επιτροπή, τα άλλα όργανα και τις συντάξεις

3.Αποδοχές, συντάξεις και άλλα βασικά οικονομικά στοιχεία της μεταρρύθμισης

Οι βασικοί λόγοι για τη μείωση των δαπανών είναι η μείωση του μέσου βασικού μισθού (νέα σταδιοδρομία και χρήση συμβασιούχων υπαλλήλων), η σχεδόν πλήρης κατάργηση των μεταφορών και η σταδιακή κατάργηση των διορθωτικών συντελεστών για τις συντάξεις.

Οι βασικοί λόγοι για τη μείωση των εσόδων είναι η αντικατάσταση της προσωρινής εισφοράς από μια χαμηλότερη ειδική εισφορά και η μείωση του φορολογητέου εισοδήματος (οφειλόμενη στις αυξήσεις των συνταξιοδοτικών εισφορών και του επιδόματος τέκνων και στη μείωση του μέσου βασικού μισθού). Η αύξηση των συνταξιοδοτικών εισφορών θα αντισταθμίσει εν μέρει τη μείωση αυτή.


4.Η μεταρρύθμιση και οι δημοσιονομικές προοπτικές για το Κεφάλαιο 5

Η μεταρρύθμιση του ΚΥΚ δεν θα υπερβεί το ανώτατο όριο που έχει καθοριστεί από τις δημοσιονομικές προοπτικές. Επιπλέον, ο κατωτέρω πίνακας αποδεικνύει ότι η μεταρρύθμιση θα μειώσει τις δαπάνες κατά 203 εκατομμύρια μεταξύ 2003 και 2006.

5.Διαφορές με την πρόταση του Απριλίου 2002

Από την πλευρά των δαπανών οι βασικοί λόγοι που υπάρχουν διαφορές είναι η σταδιακή κατάργηση των πληρωμών για υπερωρίες, οι αλλαγές στην πρόωρη συνταξιοδότηση προς το συμφέρον της υπηρεσίας και η σταδιακή κατάργηση των διορθωτικών συντελεστών για τις συντάξεις.

Από την πλευρά των εσόδων οι βασικοί λόγοι είναι η σταδιακή επιβολή μιας νέας ειδικής εισφοράς και οι αυξήσεις των συνταξιοδοτικών εισφορών.

Οι διαφορές για το 2003 εξηγούνται, διότι το αποτέλεσμα της μη αναδρομικής ισχύος της αναπροσαρμογής αποδοχών και συντάξεων είναι υψηλότερο από το αναμενόμενο. Οι διαφορές για το 2004 εξηγούνται, διότι η μεταρρύθμιση εφαρμόζεται μόνο από 1ης Μαΐου αντί του Ιανουαρίου.

6.Συνολικό κόστος

Τέλος, ενώ προβλέπονται σημαντικές αλλαγές για τον εκσυγχρονισμό του ΚΥΚ, η αναθεωρημένη πρόταση τηρεί τη δημοσιονομική πειθαρχία βραχυπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα, όπως φαίνεται παρακάτω.    

(1)    ΕΕ C    της    , σ. .
(2)    ΕΕ C    της    , σ. .
(3)    ΕΕ C    της    , σ. .
(4)    ΕΕ C    της    , σ. .
(5)    Βλέπε υποσημείωση 7.
(6)    Βλέπε υποσημείωση 7.
(7)    Τα σχετικά με τις αποδοχές ποσά, που εμφαίνονται στα παραρτήματα I και II, βασίζονται στα ποσά που ανέφερε ο ΚΥΚ τον [Ιούλιο του 2001]· τα ποσά αυτά θα διορθωθούν αυτομάτως σύμφωνα με τις αναπροσαρμογές των εν λόγω ποσών που θα αποφασίσει το Συμβούλιο μεταξύ [Ιουλίου 2001] και της ημερομηνίας ενάρξεως ισχύος του παρόντος ΚΥΚ.
(8)    Βλέπε υποσημείωση 7.
(9)    Βλέπε υποσημείωση 7.
(10)    Βλέπε υποσημείωση 7.
(11)    Βλέπε υποσημείωση 7.
(12)    Βλέπε υποσημείωση 7.
(13)    Βλέπε υποσημείωση 7.
(14)    Βλέπε υποσημείωση 7.
(15)    Μόνιμοι και έκτακτοι υπάλληλοι.
(16)    Τα ποσά που περιλαμβάνονται στον πίνακα βασίζονται στα ποσά που ορίζονται στον ΚΥΚ τον [Ιούλιο 2001] και πρέπει να προσαρμοστούν αυτομάτως κατ’ αναλογία προς τις προσαρμογές των εν λόγω ποσών που αποφασίζονται από το Συμβούλιο μεταξύ [Ιουλίου 2001] και της ημερομηνίας έναρξης ισχύος του παρόντος Κανονισμού.
(17)    Οι αριθμοί που τυπώνονται με πλάγια στοιχεία στους κατωτέρω πίνακες αντιστοιχούν στους παλαιούς μισθούς που καθορίζονται στο άρθρο 66 του ΚΥΚ πριν από την [ημερομηνία έναρξης ισχύος]. Οι αριθμοί αυτοί αναφέρονται για επεξηγηματικούς λόγους και δεν έχουν καμία έννομη σημασία.
(18)    Η τρίτη σειρά που αναγράφεται κάτω από τα κλιμάκια κάθε παλαιού βαθμού αντιπροσωπεύει ένα συντελεστή που ισούται με τον λόγο μεταξύ του βασικού μισθού πριν και μετά την... (ημερομηνία έναρξης ισχύος).
(19)    Βλέπε υποσημείωση 19.
(20)    Βλέπε υποσημείωση 19.
(21)    Βλέπε υποσημείωση 19.
(22)    Βλέπε υποσημείωση 8.
(23)    Βλέπε υποσημείωση 8.
(24)    Βλέπε υποσημείωση 8.
(25)    Βλέπε υποσημείωση 8.
(26)    Βλέπε υποσημείωση 8.
(27)    Βλέπε υποσημείωση 8.