52003PC0080

Πρόταση κανονισμού του Συμβουλίου για την επιβολή οριστικών δασμών αντιντάμπινγκ στις εισαγωγές αιθάλης ποιότητας κατάλληλης για ελαστικά (καουτσούκ), καταγωγής Αιγύπτου και Ρωσίας /* COM/2003/0080 τελικό */


Πρόταση ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΥ ΤOY ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ για την επιβολή οριστικών δασμών αντιντάμπινγκ στις εισαγωγές αιθάλης ποιότητας κατάλληλης για ελαστικά (καουτσούκ), καταγωγής Αιγύπτου και Ρωσίας

(υποβληθείσα από την Επιτροπή)

ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ

Στις 21 Δεκεμβρίου 2001, η Επιτροπή κίνησε έρευνα αντιντάμπινγκ όσον αφορά τις εισαγωγές στην Κοινότητα αιθάλης κατάλληλης για ελαστικά, καταγωγής Αιγύπτου και Ρωσίας.

Η έρευνα κατέδειξε την ύπαρξη επιζήμιας πρακτικής ντάμπινγκ. Δεδομένης της ανάγκης περαιτέρω εξέτασης ορισμένων θεμάτων που σχετίζονται με την αιτιώδη συνάφεια και το κοινοτικό συμφέρον, δεν επιβλήθηκαν προσωρινά μέτρα αντιντάμπινγκ στις εισαγωγές αιθάλης καταγωγής Αιγύπτου και Ρωσίας.

Η συνημμένη πρόταση κανονισμού του Συμβουλίου βασίζεται στα οριστικά πορίσματα που επιβεβαίωσαν την ύπαρξη πρακτικής ντάμπινγκ και ζημίας, και συνάγει το συμπέρασμα ότι υπήρξε αιτιώδης συνάφεια μεταξύ πρακτικής ντάμπινγκ και ζημίας. Η εξέταση όλων των εμπλεκομένων συμφερόντων, και ιδίως του κοινοτικού κλάδου παραγωγής, των μη συνδεδεμένων εισαγωγέων και των χρηστών, οδήγησε στο συμπέρασμα ότι η λήψη οριστικών μέτρων δεν αντιβαίνει στο κοινοτικό συμφέρον.

Προτείνεται, συνεπώς, να εγκρίνει το Συμβούλιο τη συνημμένη πρόταση κανονισμού που αναμένεται να δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα το αργότερο μέχρι τις 20 Μαρτίου 2003.

Πρόταση ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΥ ΤOY ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ για την επιβολή οριστικών δασμών αντιντάμπινγκ στις εισαγωγές αιθάλης ποιότητας κατάλληλης για ελαστικά (καουτσούκ), καταγωγής Αιγύπτου και Ρωσίας

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη:

τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας,

τον κανονισμό (EΚ) αριθ. 384/96 του Συμβουλίου της 22ας Δεκεμβρίου 1995 [1] για την άμυνα κατά των εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ εκ μέρους χωρών μη μελών της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, και ιδίως το άρθρο 11 παράγραφος 2 και 3,

[1] ΕΕ L 56 της 6.3.1996, σ. 1, όπως τροποποιήθηκε τελευταία με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1972/2002, (ΕΕ L 305, 7.11.2002, σ.1).

την πρόταση που υπέβαλε η Επιτροπή μετά από διαβουλεύσεις με τη συμβουλευτική επιτροπή,

Εκτιμώντας τα εξής:

1. ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ

1.1. Έναρξη διαδικασίας

(1) Στις 21 Δεκεμβρίου 2001, η Επιτροπή, με ανακοίνωση που δημοσιεύτηκε στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (εφεξής «ανακοίνωση για την έναρξη διαδικασίας»), ανήγγειλε την έναρξη διαδικασίας αντιντάμπινγκ όσον αφορά τις εισαγωγές στην Κοινότητα αιθάλης ποιότητας κατάλληλης για ελαστικά καταγωγής Αιγύπτου και Ρωσίας. [2]

[2] ΕΕ C 367, 21.12.2001, σ. 16.

(2) Η διαδικασία κινήθηκε μετά από καταγγελία που υπέβαλε τον Νοέμβριο 2001 η CEFIC (European Chemical Industry Council) ("ο καταγγέλλων") εξ ονόματος παραγωγών που αντιπροσωπεύουν σημαντικό ποσοστό, στην προκειμένη περίπτωση περισσότερο από 75%, [3] της συνολικής κοινοτικής παραγωγής αιθάλης ποιότητας κατάλληλης για ελαστικά. Η καταγγελία περιείχε εκ πρώτης όψεως αποδεικτικά στοιχεία ως προς την ύπαρξη πρακτικής ντάμπινγκ για το εν λόγω προϊόν και ως προς τη σημαντική ζημία που προέκυψε από την πρακτική αυτή, τα οποία θεωρήθηκαν επαρκή για να δικαιολογήσουν την έναρξη διαδικασίας αντιντάμπινγκ.

[3] Για λόγους εχεμύθειας δεν είναι δυνατόν να κοινολογηθούν ακριβέστερα αριθμητικά στοιχεία.

(3) Η Επιτροπή ενημέρωσε επισήμως τους παραγωγούς-εξαγωγείς και τους εισαγωγείς που είναι γνωστό ότι ενδιαφέρονται, καθώς και τις ενώσεις τους, τους εκπροσώπους των ενδιαφερομένων χωρών εξαγωγής, τους χρήστες, τους καταγγέλλοντες κοινοτικούς παραγωγούς και τον άλλο κοινοτικό παραγωγό σχετικά με την έναρξη της διαδικασίας. Τα ενδιαφερόμενα μέρη είχαν τη δυνατότητα να γνωστοποιήσουν γραπτώς τις απόψεις τους και να ζητήσουν ακρόαση εντός της προθεσμίας που καθορίστηκε στην ανακοίνωση για την έναρξη διαδικασίας.

(4) Ορισμένοι παραγωγοί-εξαγωγείς των οικείων χωρών, καθώς και κοινοτικοί παραγωγοί, κοινοτικοί χρήστες και εισαγωγείς της Κοινότητας, γνωστοποίησαν γραπτώς τις απόψεις τους. Δεκτά σε ακρόαση έγιναν όλα τα μέρη που το ζήτησαν εντός της καθορισθείσας προθεσμίας και τα οποία απέδειξαν ότι η ακρόασή τους επιβάλλεται ένεκα ειδικών λόγων.

1.2. Ερωτηματολόγια

(5) Για να επιτραπεί στους Ρώσους παραγωγούς-εξαγωγείς να υποβάλουν αίτηση για την αναγνώριση καθεστώτος οικονομίας της αγοράς (ΚΟΑ) [4] ή για ατομική μεταχείριση, η Επιτροπή έστειλε σε όλες τις ρωσικές επιχειρήσεις που είναι γνωστό ότι ενδιαφέρονται τα απαιτούμενα έντυπα. Η Επιτροπή έστειλε επίσης ερωτηματολόγιο σε όλους τους κοινοτικούς παραγωγούς, όλους τους εξαγωγείς-παραγωγούς, σε όλους τους εισαγωγείς, καθώς και σε όλους τους χρήστες που είναι γνωστό ότι ενδιαφέρονται και σε όλα τα άλλα μέρη που αναγγέλθηκαν εντός της προθεσμίας που καθορίστηκε στην ανακοίνωση για την έναρξη διαδικασίας. Ερωτηματολόγια στάλθηκαν επίσης στους εμπορικές εταιρείες που έχουν την έδρα τους εκτός Κοινότητας, όταν διαπιστώθηκε ότι η συνεργασία τους θα ήταν χρήσιμη για τον προσδιορισμό των πραγματικών εξαγωγών (όγκος και τιμές) προς την Κοινότητα.

[4] Θα πρέπει να σημειωθεί ότι η παρούσα διαδικασία άρχισε πριν την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 384/96 του Συμβουλίου της 22ας Δεκεμβρίου 1995 από τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1972/2002 της 5ης Νοεμβρίου 2002.

(6) Λήφθηκαν απαντήσεις από τρεις καταγγέλλοντες κοινοτικούς παραγωγούς, έναν μη καταγγέλλοντα κοινοτικό παραγωγό, επτά παραγωγούς-εξαγωγείς στις υπό εξέταση χώρες, τέσσερις εμπόρους χωρών εκτός ΕΕ, καθώς και από δύο συνδεδεμένους εισαγωγείς και πέντε μη συνδεδεμένους παραγωγούς-εξαγωγείς στην Κοινότητα. Τελικά, η Επιτροπή έλαβε αιτήσεις για την αναγνώριση ΚΟΑ/ατομική μεταχείριση από δύο Ρώσους παραγωγούς-εξαγωγείς και αιτήσεις για ατομική μεταχείριση από δύο άλλους Ρώσους παραγωγούς-εξαγωγείς του υπό εξέταση προϊόντος.

(7) Η Επιτροπή αναζήτησε και επαλήθευσε όλες τις πληροφορίες που έκρινε απαραίτητες για τον προσδιορισμό της πρακτικής ντάμπινγκ, της ζημίας και του συμφέροντος της Κοινότητας. Πραγματοποιήθηκαν επίσης επιτόπιες επαληθεύσεις στις εγκαταστάσεις των ακόλουθων εταιρειών:

Κοινοτικοί παραγωγοί:

- Cabot Europe Ltd., Γαλλία.

- Columbian Chemicals Europa GmbH, Γερμανία.

- Degussa AG, Γερμανία.

- Deutsche Gasrusswerke GmbH & Co, Γερμανία.

Μη συνδεδεμένοι εισαγωγείς στην Κοινότητα

- CIE s.r.l., Iταλία.

- C.D.M.A. S.A., Γαλλία.

- Lehmann & Voss & Co, Γερμανία.

Παραγωγοί-εξαγωγείς της Ρωσίας

- Omsky Zavod Technicheskogo Ugleroda OJSC, Omsk

- Jaroslavsky Technichesky Uglerod OJSC, Jaroslavl

- Tuimasytechuglerod OJSC, Tuimasy

- Ivanovsky Techuglerod I Resina OJSC, Mikhalevo

- Techuglerodexport CJSC, Moscow and Jejune Trade Ltd., έμποροι του Tuimasytechuglerod και Ivanovsky Techuglerod. (Η επαλήθευση των στοιχείων της of Jejune Trade Ltd. έγινε στη Μόσχα παρόλο που η εταιρεία συγκροτήθηκε στην Κύπρο).

Εξαγωγέας-παραγωγός στην Αίγυπτο:

- Alexandria carbon Black Co. S.A.E.(ACB), Aλεξάνδρεια

Εισαγωγείς συνδεδεμένοι με τους παραγωγούς-εξαγωγείς στην Αίγυπτο:

- ACB (UK) Ltd., Wolverhampton, ΗΒ

- ACB Belgium BVBA, Rumst, Βέλγιο

Εμπορευόμενοι:

- Taurus Carbonpack KFT, Ουγγαρία

- Carbon Black Ltd., Ουγγαρία

Ανάλογη χώρα:

- Columbian Tiszai Carbon Ltd., Ουγγαρία

Χρήστες

- Goodyear Dunlop Tyres Europe B.V., Βέλγιο.

- Nokian Tyre plc., Φινλανδία.

- Manufacture Franηaise des Pneumatiques Michelin, Gaλλία.

- Degussa AG, Γερμανία

- Bridgestone / Firestone Europe S.A., Bέλγιο

- Pirelli Pneumatici S.p.A., Iταλία.

- Vredestein NV, Κάτω Χώρες.

- Cooper-Avon Tyres Ltd, Cooper Standard Automotive France SA και Cooper Standard Automotive UK sealing Ltd, ΗΒ και Γαλλία.

1.3. Περίοδος της έρευνας

(8) Η έρευνα για την πρακτική ντάμπινγκ κάλυψε την περίοδο από 1ης Οκτωβρίου 2000 ως τις 30 Σεπτεμβρίου 2001 ("περίοδος έρευνας" ή "ΠΕ"). Η ανάλυση των τάσεων που απαιτήθηκε για την αξιολόγηση της ζημίας κάλυψε την περίοδο από 1ης Οκτωβρίου 1997 έως το τέλος της ΠΕ (εφεξής "υπό εξέταση περίοδος").

1.4. Τελωνειακή μεταχείριση

(9) Το υπό εξέταση προϊόν εισέρχεται ατελώς στην Κοινότητα.

1.5. Προσωρινά μέτρα

(10) Δεδομένης της ανάγκης περαιτέρω εξέτασης ορισμένων θεμάτων που σχετίζονται με την αιτιώδη συνάφεια και το κοινοτικό συμφέρον, δεν επιβλήθηκαν προσωρινά μέτρα αντιντάμπινγκ στις εισαγωγές αιθάλης, ποιότητας κατάλληλης για ελαστικά καταγωγής Αιγύπτου και Ρωσίας.

1.6. Επακόλουθη διαδικασία

(11) Στις 20 Σεπτεμβρίου 2002 όλα τα συνεργαζόμενα μέρη ενημερώθηκαν σχετικά με την προκαταρκτική αξιολόγηση της υπόθεσης και τους δόθηκε η δυνατότητα να υποβάλουν σχόλια. Στις περιπτώσεις που κρίθηκε σκόπιμο τα συμπεράσματα της Επιτροπής τροποποιήθηκαν ανάλογα.

(12) Η Επιτροπή ζήτησε περαιτέρω στοιχεία από όλα σχεδόν τα συνεργαζόμενα μέρη, και εξακολούθησε να αναζητεί και να επαληθεύει όλες τις πληροφορίες που θεώρησε αναγκαίες για τη συναγωγή των οριστικών πορισμάτων. Ειδικότερα, διεξήχθησαν περαιτέρω έρευνες στις εγκαταστάσεις των δύο χρηστών, για να ολοκληρωθεί η επίσκεψη των εγκαταστάσεων όλων των συνεργασθέντων χρηστών.

(13) Όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη ενημερώθηκαν για τα βασικά γεγονότα και παρατηρήσεις βάσει των οποίων επρόκειτο να συσταθεί η επιβολή οριστικών μέτρων αντιντάμπινγκ. Στα μέρη παραχωρήθηκε επίσης προθεσμία, εντός της οποίας δύνανται να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους σε σχέση με την παρούσα κοινοποίηση. Οι προφορικές και γραπτές παρατηρήσεις που υπέβαλαν τα ενδιαφερόμενα μέρη ελήφθησαν υπόψη και, όπου κρίθηκε σκόπιμο, τα προσωρινά πορίσματα τροποποιήθηκαν ανάλογα.

2. ΥΠΟ ΕΞΕΤΑΣΗ ΠΡΟΪΟΝ ΚΑΙ ΟΜΟΕΙΔΕΣ ΠΡΟΪΟΝ

2.1. Υπό εξέταση προϊόν

(14) Το υπό εξέταση προϊόν είναι αιθάλη ποιότητας κατάλληλης για ελαστικά (καουτσούκ) χημική ουσία με βάση τον άνθρακα που χρησιμοποιείται ως πληρωτικό υλικό στα προϊόντα καουτσούκ λόγω των ενισχυτικών του ιδιοτήτων, καταγωγής Αιγύπτου και Ρωσίας, που κατατάσσεται επί του παρόντος στους κωδικούς ΣΟ ex 2803 00 10 και ex 2803 00 80.

(15) Το προϊόν παρασκευάζεται σε πολλές ποιότητες. H έρευνα κατέδειξε ότι οι ενισχυτικές ιδιότητες της αιθάλης ποιότητας κατάλληλης για ελαστικά μπορεί να ποικίλλει σημαντικά από την μια ποιότητα στην άλλη. Διαπιστώθηκε ότι ορισμένες επονομαζόμενες "μη ενεργοί" ποιότητες δεν έχουν καμία ενισχυτική ιδιότητα, και δεν λειτουργούν ως πληρωτικό υλικό σε ενώσεις καουτσούκ. Διαπιστώθηκε ότι ορισμένες ποιότητες, που έχουν ενισχυτικές ιδιότητες, μπορούν ορισμένες φορές να χρησιμοποιηθούν και σε προϊόντα άλλα από τα ελαστικά, παραδείγματος χάρη στο μελάνι ή στα πλαστικά προϊόντα. Συνήχθη το συμπέρασμα ότι από τη στιγμή που η ποιότητα έχει ενισχυτικές ιδιότητες και μπορεί συνεπώς να λειτουργεί ως πληρωτικό υλικό σε ενώσεις καουτσούκ, θα πρέπει να θεωρηθεί ότι υπάγεται στο πεδίο εφαρμογής του υπό εξέταση προϊόντος, ανεξάρτητα από την πραγματική χρήση του. Ως εκ τούτου, εκτός των "μη ενεργών" ποιοτήτων που αναφέρονται παραπάνω, οι οποίες δεν έχουν ενισχυτικές ιδιότητες, όλες οι άλλες ποιότητες αιθάλης θα πρέπει να θεωρηθούν ως προϊόν το οποίο αφορά η παρούσα διαδικασία. Επιπλέον, οι διάφορες ποιότητες στις οποίες παρασκευάζεται το προϊόν και που έχουν ενισχυτικές ιδιότητες έχουν τα ίδια βασικά φυσικά, χημικά και τεχνικά χαρακτηριστικά και συνεπώς θεωρούνται ως ενιαίο προϊόν.

(16) Η έρευνα κατέδειξε ότι τρία βασικά στοιχεία είναι απαραίτητα και συγχρόνως επαρκή για να προσδιοριστεί ένα προϊόν ως αιθάλη ποιότητας κατάλληλης για ελαστικά με ενισχυτικές ιδιότητες: το "συγκεκριμένο εμβαδόν επιφάνειας", η "δομή" και η "αντοχή στη σύνθλιψη των σφαιριδίων". Αυτά τα στοιχεία μπορούν να μετρηθούν με διάφορες μεθόδους δοκιμών. Για τους σκοπούς της παρούσας διαδικασίας, επελέγησαν οι μέθοδοι δοκιμών ASTM [5], δεδομένου ότι τα πρότυπα αυτά είναι ευρύτερα διαδεδομένα σε διεθνές επίπεδο. Αφού εξετάστηκαν οι γραπτές παρατηρήσεις που υπέβαλαν τα ενδιαφερόμενα μέρη, η έρευνα κατέληξε το συμπέρασμα ότι ο καταλληλότερος τρόπος για να προσδιοριστεί εάν η αιθάλη ποιότητας κατάλληλης για ελαστικά έχει ενισχυτικές ιδιότητες και συνεπώς μπορεί να θεωρηθεί ως το προϊόν το οποίο αφορά η παρούσα διαδικασία, είναι να εξεταστεί το εμβαδόν της επιφάνειας με την εφαρμογή της μεθόδου μέτρησης της προσρόφησης ιωδίου, η δομή του προϊόντος με την εφαρμογή της μεθόδου μέτρησης της απορρόφησης φθαλικού διβουτυλεστέρα (DBP), και η αντοχή στη σύνθλιψη των σφαιριδίων με την εφαρμογή της μεθόδου μέτρησης της σκληρότητας μεμονωμένου σφαιριδίου.

[5] ASTM: American Society for Testing and Materials.

(17) Η προσρόφηση ιωδίου, η απορρόφηση DBP και η σκληρότητα μεμονωμένου σφαιριδίου μετρώνται με τις τυποποιημένες μεθόδους δοκιμών που εξέδωσε η ASTM. Oι προσδιορισμοί αυτών των προτύπων είναι: ASTM D1510-02a για την προσρόφηση ιωδίου, ASTM D2414-02a για την απορρόφηση DBP και ASTM D5230-00el για την αυτοματοποιημένη μέτρηση της σκληρότητας μεμονωμένου σφαιριδίου.

(18) Συνεπώς διαπιστώθηκε ότι όλες οι αιθάλες ποιότητας κατάλληλης για ελαστικά, για τις οποίες η τιμή της προσρόφησης ιωδίου, απορρόφησης DBP και σκληρότητας μεμονωμένου σφαιριδίου δεν είναι κατώτερη από τα ελάχιστα όρια και, στην περίπτωση της δοκιμής για την απορρόφηση DBP, όχι ανώτερη από το ανώτατο όριο αυτών των 3 προτύπων, έχουν ενισχυτικές ιδιότητες και συνεπώς θα πρέπει να θεωρηθούν ως το υπό εξέταση προϊόν. Οι εν λόγω τιμές ορίζονται ως εξής:

>ΘΕΣΗ ΠIΝΑΚΑ>

(19) Δύο Ρώσοι παραγωγοί ισχυρίστηκαν ότι τα προϊόντα τους δεν υπάγονταν στο πεδίο εφαρμογής της διαδικασίας. Η έρευαν έδειξε ότι το προϊόν που εξήγαγε ένας από τους εν λόγω παραγωγούς δεν ήταν στα όρια των προαναφερθεισών τιμών και ως εκ τούτου θεωρήθηκε ότι δεν συμπεριλαμβάνεται στο πεδίο της διαδικασίας. Όσον αφορά τον άλλον παραγωγό, το αίτημά του απορρίφθηκε δεδομένου ότι το προϊόν καλύπτεται από τον παραπάνω ορισμό του προϊόντος.

2.2. Ομοειδές προϊόν

(20) Διαπιστώνεται ότι η αιθάλη ποιότητας κατάλληλης για ελαστικά, όπως περιγράφεται παραπάνω, που παρασκευάζονται από τους κοινοτικούς παραγωγούς και πωλούνται στην κοινοτική αγορά είναι ομοειδή προϊόντα προς την αιθάλη ποιότητας κατάλληλης προς αυτήν που παρασκευάζονται στην Αίγυπτο και στη Ρωσία και εξάγεται στην Κοινότητα, καθώς και προς τα προϊόντα που πωλούνται στις εγχώριες αγορές αυτών των χωρών, δεδομένου ότι δεν υπάρχουν διαφορές στα βασικά φυσικά, τεχνικά και χημικά χαρακτηριστικά και χρήσεις. Το ίδιο ισχύει όσον αφορά την αιθάλη ποιότητας κατάλληλης για ελαστικά που παρασκευάζεται και πωλείται για εξαγωγή στην Κοινότητα, σε σύγκριση με το προϊόν που παρασκευάζεται και πωλείται στην Ουγγαρία, η οποία επελέγη ως τρίτη χώρα με οικονομία αγοράς για τη Ρωσία. Συνεπώς, όλα αυτά τα προϊόντα θεωρούνται ομοειδή κατά την έννοια του άρθρου 1 παράγραφος 4 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 384/96 (που εφεξής καλείται «βασικός κανονισμός»).

3. ΝΤΑΜΠΙΝΓΚ

3.1. ΑΙΓΥΠΤΟΣ

3.1.1. Κανονική αξία

(21) Για τον μοναδικό Αιγύπτιο παραγωγό-εξαγωγέα, δεδομένου ότι οι συνολικές εγχώριες πωλήσεις του ομοειδούς προϊόντος που πραγματοποιήθηκαν κατά την ΠΕ αντιπροσώπευαν λιγότερο από 5% των εξαγωγικών πωλήσεων στην Κοινότητα, η κανονική αξία κατασκευάστηκε. Σύμφωνα με το άρθρο 2 παράγραφος 3 του βασικού κανονισμού, η κανονική αξία κατασκευάστηκε με την προσθήκη ενός εύλογου ποσού για τα έξοδα πώλησης, τα γενικά και διοικητικά έξοδα (ΓΔΕΠ) και για το κέρδος στο κόστος παραγωγής του εξαγωγέα. Δεδομένου ότι οι εγχώριες πωλήσεις του υπό εξέταση προϊόντος δεν ήταν αντιπροσωπευτικές, ελλείψει άλλης κατάλληλης βάσης, για τον προσδιορισμό της πρακτικής ντάμπινγκ, καθορίστηκε εύλογο ποσό για τα ΓΔΕΠ και το κέρδος, σύμφωνα με το άρθρο 2 παράγραφος 6 στοιχείο γ) του βασικού κανονισμού, με βάση τα δεδομένα που υπέβαλε ο συνεργασθείς παραγωγός στην Ουγγαρία, η οποία επελέγη ως ανάλογη χώρα για τη Ρωσία.

(22) Ο Αιγύπτιος παραγωγός-εξαγωγέας ισχυρίστηκε ότι το περιθώριο κέρδους που χρησιμοποίησε η Επιτροπή ήταν αφύσικα υψηλό και ότι η Επιτροπή δεν είχε επαληθεύσει το κέρδος που αποκομίζουν συνήθως οι άλλοι εξαγωγείς ή παραγωγοί από τις πωλήσεις προϊόντων της ίδιας γενικής κατηγορίας στην Αίγυπτο. Όσον αφορά το επίπεδο του περιθωρίου κέρδους, θα πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι το ποσό που προστέθηκε στο κόστος παραγωγής του εξαγωγέα δεν αντιπροσώπευε μόνο το κόστος αλλά και τα ΓΔΕΠ και συνεπώς αντιπροσώπευε το ακαθάριστο περιθώριο και για τα δύο είδη κόστους. Το ποσό τους κέρδους δεν μπορεί να αναλυθεί ξεχωριστά, δεδομένου ότι εξαρτάται, μεταξύ άλλων, από τα ΓΔΕΠ. Στην περίπτωση της εν λόγω εταιρείας, τα ΓΔΕΠ είναι περιορισμένα δεδομένου ότι η εταιρεία είναι θυγατρική που ασχολείται με την μεταποίηση και ανήκει σε ευρύτερο όμιλο εταιρειών. Επιπλέον, θα πρέπει να σημειωθεί ότι το ακαθάριστο περιθώριο του παραγωγού στην ανάλογη χώρα είναι εναρμονισμένο με το ακαθάριστο περιθώριο ενός σημαντικότατου παραγωγού αιθάλης των ΗΠΑ. Τελικά, τα αποδεικτικά στοιχεία που παρέσχε ο εξαγωγέας δεν αναφέρονταν σε εταιρείες που παράγουν αιθάλη ή είδη που ανήκουν στην ίδια γενική κατηγορία προϊόντων. Για όλους τους παραπάνω λόγους η αίτηση απορρίφθηκε.

(23) O κοινοτικός κλάδος παραγωγής ισχυρίστηκε ότι θα έπρεπε να είχαν χρησιμοποιηθεί οι εγχώριες τιμές για τον υπολογισμό της κανονικής αξίας. Εντούτοις, δεδομένου ότι ο όγκος των εγχωρίων πωλήσεων σε μη συνδεδεμένους πελάτες ήταν κατώτερος από το κατώτατο όριο που αναφέρεται στο άρθρο 2 παράγραφος 2 του βασικού κανονισμού και δεν βρέθηκαν στοιχεία που να δείχνουν ότι οι εγχώριες τιμές ήταν αντιπροσωπευτικές για την εν λόγω αγορά, η κανονική αξία κατασκευάστηκε.

3.1.2. Τιμή εξαγωγής

(24) Σε ορισμένες περιπτώσεις το υπό εξέταση προϊόν εξήχθη σε ανεξάρτητους πελάτες στην Κοινότητα, και, συνεπώς, η τιμή εξαγωγής καθορίστηκε σύμφωνα με το άρθρο 2 παράγραφος 8 του βασικού κανονισμού, ήτοι, με βάση τις πράγματι καταβληθείσες ή καταβλητέες τιμές εξαγωγής.

(25) Σε άλλες περιπτώσεις, το υπό εξέταση προϊόν εξήχθη σε δύο συνδεδεμένους εισαγωγείς στην Κοινότητα (τους επονομαζόμενους "σταθμούς επανεφοδιασμού"). Σε αυτές τις περιπτώσεις, η τιμή εξαγωγής κατασκευάστηκε με βάση την τιμή με την οποία τα εισαγόμενα προϊόντα πωλήθηκαν για πρώτη φορά σε ανεξάρτητο αγοραστή σύμφωνα με το άρθρο 2 παράγραφος 9 του βασικού κανονισμού. Για να καθοριστεί αξιόπιστη τιμή εξαγωγής σε επίπεδο "στα κοινοτικά σύνορα, πραγματοποιήθηκαν προσαρμογές για όλες τις δαπάνες που μεσολάβησαν μεταξύ εισαγωγής και μεταπώλησης. Για ένα συνδεδεμένο εισαγωγέα, οι δαπάνες που αναφέρθηκαν δεν κάλυπταν το σύνολο των δαπανών. Δεδομένου ότι ο εν λόγω εισαγωγέας δεν υπέβαλε άλλα στοιχεία, έγινε προσαρμογή με βάση τα διαθέσιμα στοιχεία. Το ποσοστό κέρδους που εφαρμόστηκε (5%) βασίστηκε στις πληροφορίες σχετικά με τους ανεξάρτητους εμπορευόμενους στην Κοινότητα.

3.1.3. Σύγκριση

(26) Η κανονική αξία και οι τιμές εξαγωγής συγκρίθηκαν στο στάδιο "εκ του εργοστασίου". Για να εξασφαλισθεί δίκαιη σύγκριση μεταξύ της κανονικής αξίας και της τιμής εξαγωγής, πραγματοποιήθηκαν οι δέουσες προσαρμογές για να ληφθούν υπόψη οι διαφορές που επηρεάζουν τη συγκρισιμότητα των τιμών, σύμφωνα με το άρθρο 2 παράγραφος 10 του βασικού κανονισμού. Συνεπώς πραγματοποιήθηκαν προσαρμογές για να ληφθούν υπόψη οι διαφορές όσον αφορά τις εκπτώσεις, τις μειώσεις, τα έξοδα μεταφοράς, ασφάλισης, διεκπεραίωσης, φόρτωσης και παρεπόμενα έξοδα, τις δαπάνες συσκευασίας και το πιστωτικό κόστος, όπου κρίθηκε σκόπιμο και αιτιολογημένο βάσει επαληθευμένων στοιχείων.

3.1.4. Περιθώριο ντάμπινγκ

(27) Σύμφωνα με το άρθρο 2 παράγραφος 11 και 2 παράγραφος 12 του βασικού κανονισμού, το περιθώριο ντάμπινγκ καθορίστηκε με βάση τη σύγκριση της σταθμισμένης μέσης κανονικής αξίας με τη σταθμισμένη μέση τιμή εξαγωγής.

(28) Η σύγκριση αυτή κατέδειξε την ύπαρξη πρακτικής ντάμπινγκ, δεδομένου ότι το περιθώριο ντάμπινγκ ισούται με το ποσό κατά το οποίο η κανονική αξία υπερέβη την τιμή εξαγωγής. Το περιθώριο ντάμπινγκ, εκφραζόμενο ως ποσοστό της τιμής εισαγωγής CIF στα σύνορα της Κοινότητας, πριν από την καταβολή του δασμού, είναι το ακόλουθο:

- Alexandria Carbon Black: 6,6%

(29) Δεδομένου ότι ο συνεργασθείς παραγωγός-εξαγωγέας είναι γνωστό ότι είναι ο μοναδικός παραγωγός-εξαγωγέας του υπό εξέταση προϊόντος στην Αίγυπτο, το υπόλοιπο περιθωρίου ντάμπινγκ για την εν λόγω χώρα καθορίζεται στο επίπεδο της εν λόγω εταιρείας.

3.2. ΡΩΣΙΑ

3.2.1. Επίπεδο συνεργασίας

(30) Το επίπεδο συνεργασίας ήταν υψηλό. Τρεις παραγωγοί-εξαγωγείς που αντιπροσωπεύουν περισσότερο από 85% των εξαγωγών στην Κοινότητα συνεργάστηκαν στη διαδικασία.

3.2.2. Καθεστώς χώρας με οικονομία της αγοράς

(31) Δεδομένου ότι όταν άρχισε η διαδικασία, η Ρωσία εθεωρείτο ακόμη ως χώρα χωρίς οικομομία αγοράς [6], στην περίπτωση έρευνας αντιντάμπινγκ σχετικά με τις εισαγωγές καταγωγής Ρωσίας, η κανονική αξία καθορίστηκε σύμφωνα με τις παραγράφους 1 έως 6 του άρθρου 2 του βασικού κανονισμού [7] μόνο για τους παραγωγούς για τους οποίους διαπιστώθηκε ότι πληρούν τα κριτήρια του άρθρου 2 παράγραφος 7 στοιχείο γ), δηλαδή ότι επικρατούν συνθήκες οικονομίας της αγοράς όσον αφορά την παραγωγή και την πώληση του υπό εξέταση προϊόντος.

[6] Βλ. άρθρο 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1972/2002 του Συμβουλίου

[7] O βασικός κανονισμός πριν την τροποποίησή του από τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1972/2002 του Συμβουλίου

(32) Δύο παραγωγοί-εξαγωγείς στην Ρωσία ζήτησαν να τους αναγνωριστεί καθεστώς οικονομίας της αγοράς σύμφωνα με το άρθρο 2 παράγραφος 7 στοιχείο β) του βασικού κανονισμού, ή ατομική μεταχείριση εάν προέκυπτε από την έρευνα ότι δεν πληρούν τους όρους για την αναγνώριση του εν λόγω καθεστώτος, και συμπλήρωσαν τη σχετική αίτηση για εξαγωγείς-παραγωγούς.

(33) Η Επιτροπή αναζήτησε όλες τις πληροφορίες που έκρινε απαραίτητες και επαλήθευσε όλες τις πληροφορίες που υποβλήθηκαν στο πλαίσιο των αιτήσεων για την αναγνώριση καθεστώτος οικονομίας της αγοράς στις εγκαταστάσεις των υπό εξέταση επιχειρήσεων.

(34) Και οι δύο εταιρείες χρησιμοποιούσαν συγκεκριμένη σειρά βασικών λογιστικών εγγράφων που αποτελούσαν αντικείμενο ανεξάρτητου ελέγχου, σύμφωνα με τα διεθνή λογιστικά πρότυπα. Το κόστος παραγωγής και η χρηματοοικονομική κατάσταση και των δύο εταιρειών δεν είχαν υποστεί σημαντική στρέβλωση από το προηγούμενο κρατικά προγραμματιζόμενο σύστημα συναλλαγών, και οι δύο εταιρείες υπόκεινταν σε νόμους περί πτωχεύσεως και ιδιοκτησίας. Ο καθορισμός των συναλλαγματικών ισοτιμιών πραγματοποιήθηκε σε τιμές της αγοράς. Όσον αφορά τις αποφάσεις σχετικά με τις τιμές, το κόστος και τις εισροές, διαπιστώθηκε ότι λήφθηκαν σε συνάρτηση με τις ενδείξεις της αγοράς χωρίς σημαντική κρατική ανάμιξη. Όσον αφορά τις τιμές της αγοράς, παρατηρήθηκε ότι οι τιμές του πετρελαίου (πρώτη ύλη) πιθανόν να έπρεπε να προσαρμοστούν σε καταλληλότερα επίπεδα αγοράς, εάν αποδειχθεί στη συνέχεια της διαδικασίας ότι οι εν λόγω τιμές δεν ήταν απόλυτα αξιόπιστες.

(35) Βάσει των ανωτέρω, συνήχθη το συμπέρασμα ότι πληρούνται τα κριτήρια του άρθρου 2 παράγραφος 7 στοιχείο γ) του βασικού κανονισμού και ότι συνεπώς μπορεί να αναγνωριστεί και για τις δύο εταιρείες καθεστώς εταιρείας λειτουργούσας υπό συνθήκες οικονομίας της αγοράς.

(36) Δόθηκε η δυνατότητα στις επιχειρήσεις αυτές και στον καταγγέλλοντα να σχολιάσουν τα ανωτέρω συμπεράσματα. Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι δεν θα έπρεπε να αναγνωριστεί καθεστώς οικονομίας της αγοράς διότι οι τιμές ενέργειας στη Ρωσία επηρεάζονται σημαντικά από την κρατική παρέμβαση και δεν αντανακλούν τις τιμές αγοράς. Το εν λόγω αίτημα απορρίφθηκε διότι το γενικό επίπεδο των τιμών ενέργειας στη Ρωσία δεν μπορεί να εκληφθεί ως ένδειξη αδικαιολόγητης κρατικής παρέμβασης στις επιχειρηματικές αποφάσεις των εταιρειών, στον βαθμό που, όπως στην προκειμένη περίπτωση, οποιαδήποτε στρέβλωση μπορεί να διορθωθεί κατά τον προσδιορισμό της κανονικής αξίας μέσω κατάλληλης προσαρμογής. Η ενδεχόμενη ύπαρξη στρεβλώσεων κατά τον προσδιορισμό της κανονικής αξίας και του κόστους μπορεί να λαμβάνεται υπόψη σύμφωνα με το άρθρο 2 παράγραφος 3 και το άρθρο 2 παράγραφος 5 του βασικού κανονισμού.

3.2.3. Ατομική μεταχείριση

(37) Σύμφωνα με το άρθρο 9 παράγραφος 5 του βασικού κανονισμού, αποτελεί σταθερή πολιτική του κοινοτικού οργάνου να υπολογίζει τον δασμό για ολόκληρη τη χώρα, όσον αφορά τις χώρες που υπάγονται στο άρθρο 2 παράγραφο 7, με εξαίρεση τις περιπτώσεις όπου οι εταιρείες είναι σε θέση να αποδείξουν ότι οι τιμές και οι ποσότητες εξαγωγής και οι ποσότητες, καθώς και οι συνθήκες και οι όροι των πωλήσεων έχουν προσδιοριστεί ελεύθερα, η συναλλαγματική ισοτιμία καθορίζεται σε τιμές της αγοράς και η τυχόν κρατική παρέμβαση δεν είναι τέτοια που να επιτρέπει την καταστρατήγηση των μέτρων στην περίπτωση εφαρμογής διαφορετικών δασμών για τους εξαγωγείς. Η εκπλήρωση αυτών των όρων θα δικαιολογούσε τον μη καθορισμό ενιαίου εθνικού δασμού.

(38) Δύο συνδεδεμένοι Ρώσοι παραγωγοί-εξαγωγείς ζήτησαν ατομική μεταχείριση. Αποδείχθηκε ότι δεν ετίθετο θέμα ατομικής μεταχείρισης αποδείχθηκε ότι δεν ετίθετο για έναν από τους αιτούντες, δεδομένου ότι διαπιστώθηκε ότι δεν εξήγαγε το υπό εξέταση προϊόν στην Κοινότητα κατά την ΠΕ. Η Επιτροπή αναζήτησε και επαλήθευσε όλα τα στοιχεία που θεώρησε αναγκαία για να προσδιορίσει κατά πόσον μπορεί να παραχωρηθεί στις επιχειρήσεις αυτές ατομική μεταχείριση. Διαπιστώθηκε ότι οι τιμές εξαγωγής, οι ποσότητες των εξαγωγών, οι συνθήκες και οι όροι πώλησης καθορίστηκαν ελεύθερα, ότι η συναλλαγματική ισοτιμία καθορίστηκε σε τιμές της αγοράς, και ότι η εταιρεία δεν υπόκειτο σε μεγάλη κρατική επιρροή. Τέλος, συνήχθη το συμπέρασμα ότι δεν υπήρχε κίνδυνος καταστρατήγησης των μέτρων σε περίπτωση χορήγησης ατομικής μεταχείρισης στον εξαγωγέα. Συνεπώς συνήχθη το συμπέρασμα ότι πρέπει να χορηγηθεί ατομική μεταχείριση στην εταιρεία.

3.2.4. Ανάλογη χώρα

(39) Σύμφωνα με το άρθρο 2 παράγραφος 7 του βασικού κανονισμού, για τις εταιρείες στις οποίες δεν ήταν δυνατόν να αναγνωριστεί καθεστώς οικονομίας της αγοράς ή οι οποίες δεν υπέβαλαν αίτηση για σχετική αναγνώριση, η κανονική αξία καθορίστηκε με βάση την τιμή ή την κατασκευασμένη αξία σε ανάλογη χώρα.

(40) Στην ανακοίνωση για την έναρξη της διαδικασίας, η Επιτροπή ανέφερε ότι σκόπευε να χρησιμοποιήσει την Ουγγαρία ως ανάλογη χώρα για τον καθορισμό της κανονικής αξίας για τη Ρωσία, και κάλεσε τα ενδιαφερόμενα μέρη να σχολιάσουν την πρόθεσή της.

(41) Ορισμένοι Ρώσοι εξαγωγείς και άλλα ενδιαφερόμενα μέρη πρότειναν την Πολωνία ως καταλληλότερη χώρα, κυρίως διότι η αγορά αυτής της χώρας ήταν μεγαλύτερη από αυτήν της Ουγγαρίας, το ίδιο και ο ανταγωνισμός, και προβλήθηκε ο ισχυρισμός ότι οι εισαγωγές του υπό εξέταση προϊόντος στην Ουγγαρία ήταν αμελητέες. Εντούτοις, διαπιστώθηκε ότι η ουγγρική αγορά ήταν αρκετά μεγάλη ώστε να θεωρηθεί αντιπροσωπευτική σε σύγκριση με τον όγκο των εξαγωγών από την Ρωσία του υπό εξέταση του εν λόγω προϊόντος στην ΕΕ. Διαπιστώθηκε επίσης ότι ο όγκος των εισαγωγών και η παρουσία διαφόρων πελατών στην ουγγρική αγορά σήμαινε επαρκή ανταγωνισμό στην εν λόγω αγορά, ήτοι ο ανταγωνισμός δεν ήταν μικρότερος απ' ότι στην Πολωνία. Θεωρήθηκε επίσης ότι ο παραγωγός της Ουγγαρίας ήταν σημαντικά μεγαλύτερος από τους δύο παραγωγούς της Πολωνίας μαζί, και παραπλήσιου μεγέθους με τις ρωσικές εταιρίες που καλύπτουν το μεγαλύτερο μέρος των ρωσικών εξαγωγών στην Κοινότητα. Αυτό αποτελούσε εγγύηση για τη διαθεσιμότητα καταλληλότερων στοιχείων, π.χ. σε όρους οικονομιών κλίμακας. Συνεπώς η Επιτροπή επιβεβαίωσε την επιλογή της Ουγγαρίας ως ανάλογης χώρας.

3.2.5. Ντάμπινγκ

3.2.5.1. Κανονική αξία στην ανάλογη χώρα

(42) Σύμφωνα με το άρθρο 2 παράγραφος 7 στοιχείο α) του βασικού κανονισμού, η κανονική αξία για τον Ρώσο παραγωγό υπέρ του οποίου χορηγήθηκε ατομική μεταχείριση καθορίστηκε βάσει επαληθευμένων πληροφοριών που λήφθηκαν από τον παραγωγό στην ανάλογη χώρα.

(43) Διαπιστώθηκε ότι η ποιότητα που εξήχθη από τον εν λόγω παραγωγό ούτε παρασκευάστηκε ούτε πωλήθηκε από τον συνεργαζόμενο στην έρευνα παραγωγό της ανάλογης χώρας. Συνεπώς η κανονική αξία κατασκευάστηκε, με βάση το κόστος παρασκευής των παρόμοιων ποιοτήτων που παρήγαγε η συνεργαζόμενη εταιρεία στην ανάλογη χώρα. Το εν λόγω κόστος παραγωγής προσαρμόστηκε για να ληφθεί υπόψη η διαφορά όσον αφορά την απορρόφηση ιωδίου μεταξύ των δύο ποιοτήτων. Στο κόστος παραγωγής που καθορίστηκε με τον τρόπο που αναφέρεται παραπάνω, προστέθηκε εύλογο ποσό για τα ΓΔΕΠ και περιθώριο κέρδους. Το ποσό για τα ΓΔΕΠ και το κέρδος βασίστηκε στον μέσον όρο των ποσών που απεκόμισε η ουγγρική εταιρεία από τις πωλήσεις της στην εγχώρια αγορά.

3.2.5.2. Κανονική αξία για εταιρείες για τις οποίες αναγνωρίστηκε καθεστώς χώρας με οικονομία αγοράς

(44) Και για τις δύο εταιρείες, οι εγχώριες πωλήσεις αντιπροσώπευαν συνολικά περισσότερο από 5% του όγκου των πωλήσεων του υπό εξέταση προϊόντος στην Κοινότητα.

(45) Εξετάστηκε εν συνεχεία αν αυτές οι πωλήσεις είχαν πραγματοποιηθεί κατά τις συνήθεις εμπορικές πράξεις. Σχετικά με αυτό το θέμα, θα πρέπει να σημειωθεί ότι οι τιμές του ηλεκτρικού και του φυσικού αερίου διαπιστώθηκε ότι δεν ήταν αρκετά αξιόπιστες, και συνεπώς, θεωρήθηκε ότι δεν επιτρέπουν σωστή εκτίμηση όλων των δαπανών που σχετίζονται με την παραγωγή και την πώληση του υπό εξέταση προϊόντος. Πράγματι, η σύγκριση των τιμών που κατέβαλαν οι δύο εταιρείες για τις εν λόγω δαπάνες με τις αντίστοιχες τιμές συγκρίσιμων ειδών σε χώρες του ΟΟΣΑ κατέδειξε ότι οι πρώτες ήταν σημαντικά χαμηλότερες, και δεν δόθηκαν πειστικές εξηγήσεις που να δικαιολογούν αυτήν τη διαφορά. Ως εκ τούτου, και για τους δύο παραγωγούς-εξαγωγείς, το κόστος παραγωγής προσαρμόστηκε όσον αφορά τις τιμές του ηλεκτρικού ρεύματος και του φυσικού αερίου. Αυτές οι προσαρμογές βασίστηκαν στην τιμή, πριν την επιβολή επιβαρύνσεων, που κατέβαλαν οι βιομηχανικοί χρήστες ηλεκτρικού ρεύματος και φυσικού αερίου στην Ουγγαρία, όπως δημοσιεύτηκε από τον Διεθνή Οργανισμό Ενέργειας. Διαπιστώθηκε ότι οι εν λόγω τιμές ήταν σχεδόν όμοιες με την ρωσική τιμή εξαγωγής που δημοσιεύτηκε από τον παραπάνω οργανισμό.

(46) Όσον αφορά το πετρέλαιο, η Επιτροπή δεν προέβη σε καμία προσαρμογή του κόστους που δήλωσαν οι εταιρείες. Δεδομένου ότι η τιμή του πετρελαίου πετροχημικής βιομηχανίας στην Ρωσία, αντιπροσώπευε σχεδόν 80% της τιμής που χρησιμοποιήθηκε ως μέσο ανάλυσης, κρίθηκε πράγματι πιθανό να οφείλεται η διαφορά 20% στα ειδικά πλεονεκτήματα που απολαμβάνει η Ρωσία σε αυτήν την αγορά. Δεν έγινε προσαρμογή ούτε στην περίπτωση του πετρελαίου βιομηχανίας άνθρακα, δεδομένου ότι δεν βρέθηκαν στοιχεία που να αποδεικνύουν αφύσικη διαφορά μεταξύ των τιμών στη Ρωσία και σε άλλες χώρες, και δεδομένου ότι η τιμή που καταβλήθηκε για τον άλλο τύπο πετρελαίου, της πετροχημικής βιομηχανίας (για την οποία υπάρχουν αξιόπιστα αποδεικτικά στοιχεία), ήταν αποδεκτή.

(47) Και οι δύο παραγωγοί-εξαγωγείς εξέφρασαν αντιρρήσεις σχετικά με τις προσαρμογές που έγιναν στις τιμές του ηλεκτρικού ρεύματος και του φυσικού αερίου, και υπέβαλαν σχόλια σχετικά με αυτό το θέμα.

(48) Κατ' αρχάς υποστήριξαν ότι οποιαδήποτε σύγκριση μεταξύ των ρωσικών και των διεθνών τιμών φυσικού αερίου και ηλεκτρικού ρεύματος θα ήταν άδικη, δεδομένου ότι η Ρωσία έχει συγκριτικό οικονομικό πλεονέκτημα, λόγω των σημαντικών πόρων φυσικού αερίου, πετρελαίου και άνθρακα που διαθέτει. Αυτή η αντίρρηση απορρίφθηκε διότι διαπιστώθηκε ότι οι τιμές που καταβλήθηκαν από τους δύο παραγωγούς-εξαγωγείς για το ηλεκτρικό ρεύμα και το φυσικό αέριο ήταν αφύσικα χαμηλές, όπως αποδείχθηκε από τη διαπίστωση ότι οι ρωσικές εγχώριες τιμές κυμαίνονταν μεταξύ 15% και 30% των αντίστοιχων ουγγρικών τιμών. Ακόμη πιο σημαντικό είναι ότι διαπιστώθηκε ότι οι ρωσικές εγχώριες αγορές ενέργειας ρυθμίζονται από δημόσιες αρχές που καθορίζουν τις τιμές.

(49) Οι δύο παραγωγοί-εξαγωγείς ισχυρίστηκαν επίσης ότι η Επιτροπή δεν είχε ζητήσει συνεργασία από τους Ρώσους παραγωγούς ενέργειας για να διαπιστώσει εάν οι προμηθευτές απεκόμισαν κέρδος από τις πωλήσεις τους. Ο ισχυρισμός αυτός απορρίφθηκε. Πράγματι, ακόμη και εάν οι εν λόγω προμηθευτές απεκόμισαν κέρδος από τις εγχώριες πωλήσεις τους, αυτό δεν αναιρεί το γεγονός ότι οι τιμές καθορίζονται από δημόσιες αρχές και είναι εντελώς δυσανάλογες όταν συγκρίνονται με τις τιμές που εφαρμόζονται αλλού, και συνεπώς είναι εύλογο ότι δεν μπορούν να θεωρηθούν αξιόπιστες.

(50) Και οι δύο εταιρείες ισχυρίστηκαν ότι τα λογιστικά τους αρχεία αντανακλούσαν σωστά τις τιμές που καταβλήθηκαν για τις πρώτες ύλες. Αυτός ο ισχυρισμός απορρίφθηκε διότι, παρόλο που η Επιτροπή είχε εξακριβώσει ότι τα ποσά που περιλήφθηκαν στα λογιστικά αρχεία για το φυσικό αέριο και το ηλεκτρικό ρεύμα πράγματι καταβλήθηκαν από τους παραγωγούς, εξακολουθούσε να θεωρεί ότι οι εν λόγω τιμές δεν αντανακλούσαν αξία έστω λίγο παρόμοια με την τιμή της αγοράς.

(51) Οι δύο παραγωγοί-εξαγωγείς ισχυρίστηκαν εξάλλου ότι η Επιτροπή, στην προκειμένη περίπτωση, θα έπρεπε να είχε αρχίσει έρευνα κατά των επιδοτήσεων σύμφωνα με το άρθρο 7 παράγραφος 10 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 3284/94. Η Επιτροπή απέρριψε τον εν λόγω ισχυρισμό διότι οι καταστάσεις που απορρέουν από την ύπαρξη επιδοτήσεων μπορούν να εξεταστούν κατά την διάρκεια έρευνας αντιντάμπινγκ. Όπως καταδεικνύει η τελευταία πρόταση του άρθρου 14 παράγραφος 1, ο βασικός κανονισμός αντιντάμπινγκ μπορεί να εξετάσει περιπτώσεις ντάμπινγκ που οφείλονται σε επιδοτήσεις.

(52) Οι δύο παραγωγοί-εξαγωγείς ισχυρίστηκαν επίσης ότι η Επιτροπή δεν είχε ζητήσει τη γνώμη τους, στο στάδιο του προσωρινού προσδιορισμού της ανάλογης χώρας, σχετικά με το ενδεχόμενο να χρησιμοποιηθούν οι ουγγρικές τιμές στον τομέα της ενέργειας για την προσαρμογή των δαπανών τους στον εν λόγω τομέα. Η Επιτροπή απέρριψε τον εν λόγω ισχυρισμό δεδομένου ότι αναγνωρίστηκε καθεστώς οικονομίας της αγοράς για τις εταιρείες και συνεπώς η Ουγγαρία δεν χρησιμοποιήθηκε ως ανάλογη χώρα για τον καθορισμό της κανονικής αξίας όσον αφορά τις εν λόγω εταιρείες, αλλά οι ουγγρικές τιμές χρησιμοποιήθηκαν απλώς ως δείκτες, δεδομένου ότι οι συγκεκριμένες ρωσικές τιμές δεν μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν.

(53) Οι δύο παραγωγοί-εξαγωγείς ισχυρίστηκαν επίσης ότι εάν οι ουγγρικές τιμές του φυσικού αερίου χρησιμοποιούνταν για την προσαρμογή των ρωσικών τιμών, θα έπρεπε οπωσδήποτε να να ληφθεί υπόψη η διαφορά του κόστους μεταφοράς. Ο ισχυρισμός αυτός έγινε αποδεκτός κατ' ουσίαν, αλλά δεδομένου ότι τα ποσοτικά στοιχεία δεν ήταν επαρκώς τεκμηριωμένα, η Επιτροπή προέβη σε δική της εκτίμηση της προσαρμογής που παραχωρήθηκε. Προβλήθηκε επίσης ο ισχυρισμός ότι η τιμή του φυσικού αερίου θα πρέπει να μειωθεί κατά το ποσό που αντιστοιχεί στη διαφορά μεταξύ των επιβαρύνσεων που επιβλήθηκαν στην τιμή εξαγωγής του φυσικού αερίου και αυτών που επιβλήθηκαν στην τιμή του εγχώριου προϊόντος. Αυτός ο ισχυρισμός έγινε αποδεκτός δεδομένου ότι ήταν δεόντως τεκμηριωμένος.

(54) Τέλος, μία εταιρεία εξέφρασε αντίρρηση για τη μέθοδο προσαρμογής του κόστους παραγωγής όσον αφορά το κόστος των ανακυκλωμένων πρώτων υλών. Αυτός ο ισχυρισμός απορρίφθηκε δεδομένου ότι η μέθοδος που πρότεινε η εταιρεία δεν ήταν δυνατόν να επαληθευθεί. Αντίθετα, έγινε δεκτός ένας άλλος δεόντως τεκμηριωμένος ισχυρισμός σχετικά με τον υπολογισμό της προσαρμογής του κόστους της ηλεκτρικής ενέργειας.

(55) Στην περίπτωση της μιας εταιρείας, οι εγχώριες πωλήσεις κάθε ποιότητας, όταν ήταν αντιπροσωπευτικές, διαπιστώθηκε ότι πραγματοποιούνται κατά τις συνήθεις εμπορικές συναλλαγές ακόμη και μετά την προσαρμογή του κόστους παραγωγής, και συνεπώς θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για τον υπολογισμό της κανονικής αξίας. Για τις δύο ποιότητες για τις οποίες οι εγχώριες πωλήσεις δεν ήταν αντιπροσωπευτικές, η κανονική αξία κατασκευάστηκε με βάση το (προσαρμοσμένο) κόστος κάθε ποιότητας, στο οποίο προστέθηκε ο μέσος όρος του ποσού των ΓΔΕΠ και το (προσαρμοσμένο) περιθώριο κέρδους για τις εγχώριες πωλήσεις του υπό εξέταση προϊόντος της εταιρείας, σύμφωνα με το άρθρο 2 παράγραφος 6 του βασικού κανονισμού.

(56) Στην περίπτωση της άλλης εταιρείας, οι εγχώριες πωλήσεις ήταν αντιπροσωπευτικές μόνο για μια ποιότητα. Εντούτοις, για την εν λόγω ποιότητα, οι εγχώριες συναλλαγές που πραγματοποιήθηκαν με κέρδος αντιπροσώπευαν λιγότερο από 10% του συνολικού όγκου που πωλήθηκε στη εγχώρια αγορά για την εν λόγω ποιότητα. Ως εκ τούτου, για όλες τις ποιότητες, η κανονική αξία κατασκευάστηκε με βάση το (προσαρμοσμένο) κόστος παραγωγής για κάθε ποιότητα, στο οποίο προστέθηκε ένα εύλογο ποσό για τα ΓΔΕΠ και για το κέρδος, που αντιστοιχεί στον μέσον όρο των ΓΔΕΠ και του κέρδους των συναλλαγών που πραγματοποιήθηκαν κατά τις συνήθεις εμπορικές πράξεις όσον αφορά τις εγχώριες πωλήσεις του ομοειδούς προϊόντος, σύμφωνα με το άρθρο 2 παράγραφος 6 του βασικού κανονισμού.

3.2.5.3. Τιμή εξαγωγής

(57) Ο παραγωγός που έλαβε ατομική μεταχείριση πώλησε το υπό εξέταση προϊόν στην Κοινότητα μέσω δύο συνδεδεμένων εμπόρων που ασκούν δραστηριότητες στη Ρωσία, εκ των οποίων όμως ο ένας έχει συγκροτήσει την επιχείρησή του στην Κύπρο, καθώς και μέσω ενός μη συνδεδεμένου εμπόρου στη Βουλγαρία, ο οποίος δεν συνεργάστηκε.

(58) Στην περίπτωση του ενός από τους παραγωγούς-εξαγωγείς που έλαβαν ατομική μεταχείριση, το υπό εξέταση προϊόν εξήχθη στην Κοινότητα είτε άμεσα σε ανεξάρτητο πελάτη που είναι εγκατεστημένος στην Κοινότητα είτε έμμεσα, μέσω ανεξάρτητων εμπόρων εγκατεστημένων στην Πολωνία και στην Ουγγαρία. Στην περίπτωση της άλλης εταιρείας της οποίας για την οποία αναγνωρίστηκε καθεστώς οικονομίας της αγοράς, το υπό εξέταση προϊόν εξήχθη στην Κοινότητα μόνο μέσω ανεξάρτητων εμπόρων εγκατεστημένων στην Ελβετία και στην Ουγγαρία.

(59) Για τις τρεις εταιρείες, η τιμή εξαγωγής καθορίστηκε σύμφωνα με το άρθρο 2 παράγραφος 8 του βασικού κανονισμού, ήτοι με βάση τις τιμές εξαγωγής που πράγματι καταβλήθηκαν ή έπρεπε να καταβληθούν είτε από τον πρώτο ανεξάρτητο πελάτη που είναι εγκατεστημένος στην Κοινότητα είτε από τους ανεξάρτητους εμπόρους που είναι εγκατεστημένοι στις παραπάνω χώρες. Στην δεύτερη περίπτωση, για να προσδιοριστεί ποιες πωλήσεις των δύο παραγωγών-εξαγωγέων είχαν πράγματι αποσταλεί στην Κοινότητα με πλοίο, χρησιμοποιήθηκαν ως διαθέσιμες πληροφορίες οι πληροφορίες που υπέβαλαν οι αντίστοιχοι ανεξάρτητοι έμποροι .

3.2.5.4. Σύγκριση

(60) Η κανονική αξία και η τιμή εξαγωγής συγκρίθηκαν στο στάδιο "εκ του εργοστασίου". Για να εξασφαλισθεί δίκαιη σύγκριση μεταξύ της κανονικής αξίας και της τιμής εξαγωγής, πραγματοποιήθηκαν οι δέουσες προσαρμογές για να ληφθούν υπόψη οι διαφορές που επηρεάζουν τη συγκρισιμότητα των τιμών, σύμφωνα με το άρθρο 2 παράγραφος 10 του βασικού κανονισμού. Παραχωρήθηκαν οι κατάλληλες προσαρμογές σε όλες τις περιπτώσεις που διαπιστώθηκε ότι αυτές οι προσαρμογές ήταν εύλογες, ακριβείς και τεκμηριωμένες με επαληθευμένα στοιχεία. Συνεπώς, παραχωρήθηκαν προσαρμογές για να ληφθούν υπόψη οι διαφορές όσον αφορά τα έξοδα μεταφοράς, ασφάλισης, διεκπεραίωσης, φόρτωσης και παρεπόμενα έξοδα, οι δαπάνες συσκευασίας και το πιστωτικό κόστος, όπου κρίθηκε σκόπιμο και αιτιολογημένο βάσει επαληθευμένων στοιχείων.

3.2.5.5. Περιθώριο ντάμπινγκ

(61) Σύμφωνα με το άρθρο 2 παράγραφος 11 και 2 παράγραφος 12 του βασικού κανονισμού, το περιθώριο ντάμπινγκ καθορίστηκε με βάση τη σύγκριση της σταθμισμένης μέσης κανονικής αξίας με τη σταθμισμένη μέση τιμή εξαγωγής.

(62) Από τη σύγκριση προέκυψε η ύπαρξη ντάμπινγκ, δεδομένου ότι το περιθώριο ντάμπινγκ ισούται με το ποσό κατά το οποίο η κανονική αξία υπερέβη την τιμή εξαγωγής. Τα προσωρινά περιθώρια ντάμπινγκ εκφράστηκαν ως ποσοστό της τιμής εισαγωγής CIF στα σύνορα της Κοινότητας. Σε ορισμένες περιπτώσεις, η τιμή εισαγωγής CIF στα κοινοτικά σύνορα χρειάστηκε να καθοριστεί με βάση τις πληροφορίες που υπέβαλαν οι ανεξάρτητοι έμποροι που είναι εγκατεστημένοι στην Ελβετία, την Πολωνία και Ουγγαρία και συνεργάστηκαν στη διαδικασία. Τα περιθώρια ντάμπινγκ που προέκυψαν είναι τα εξής:

α) Εταιρείες για τις οποίες αναγνωρίστηκε καθεστώς χώρας με οικονομία αγοράς:

- Omsky Zavod Technicheskogo Ugleroda OJSC: 20,5%

- Jaroslavsky Technichesky Uglerod OJSC: 54,8%

β) Εταιρεία για την οποία αναγνωρίστηκε καθεστώς χώρας με οικονομία αγοράς.

- Tuimasytechuglerod OJSC:35%

(63) Δεδομένου ότι ο όγκος των εξαγωγών των συνεργασθέντων Ρώσων παραγωγών-εξαγωγέων αντιπροσώπευε 85% των εισαγωγών σύμφωνα με τα στοιχεία που κατέγραψε η Εurostat κατά την ΠΕ, θεωρείται ότι το επίπεδο συνεργασίας ήταν αρκετά υψηλό, ήτοι ότι όλοι οι παραγωγοί-εξαγωγείς πράγματι συνεργάστηκαν στην έρευνα. Ως εκ τούτου, το υπόλοιπο περιθωρίου ντάμπινγκ για τη Ρωσία καθορίζεται στο υψηλότερο επίπεδο που υπολογίστηκε για έναν συνεργαζόμενο παραγωγό, ήτοι 54,8%.

4. ΖΗΜΙΑ

4.1. Ορισμός του κοινοτικού κλάδου παραγωγής

(64) Οι τρεις καταγγέλλοντες κοινοτικοί παραγωγοί απήντησαν στα ερωτηματολόγια και συνεργάστηκαν πλήρως στην έρευνα. Κατά την ΠΕ αντιπροσώπευαν περισσότερο από 75% της κοινοτικής παραγωγής.

(65) Ο τέταρτος και τελευταίος κοινοτικός παραγωγός, η Deutsche Gasrusswerke GmbH & Co. (DGW), παρόλο που δεν είναι καταγγέλλων, ούτε υποστήριξε ούτε αντιτέθηκε στην καταγγελία, συνεργάστηκε όμως στην έρευνα. Η εταιρεία αντιπροσωπεύει την υπόλοιπη κοινοτική παραγωγή και ελέγχεται κατά 50% από έναν καταγγέλλοντα κοινοτικό παραγωγό και κατά 50% από τους χρήστες του εν λόγω προϊόντος, ήτοι παραγωγούς προϊόντων καουτσούκ. Λόγω της ειδικής της κατάστασης, θεωρείται ότι η DGW προστατεύεται από τον ανταγωνισμό με τους άλλους κοινοτικούς παραγωγούς στην ελεύθερη αγορά αιθάλης ποιότητας κατάλληλης για ελαστικά. Επιπλέον, αυτό που είναι πιο σημαντικό είναι ότι η DGW συνδέεται, κατά την έννοια του άρθρου 4 παράγραφος 1 του βασικού κανονισμού, με τους χρήστες που εισάγουν επίσης το υπό εξέταση προϊόν από τις εν λόγω χώρες. Για τους λόγους αυτούς, η παραγωγή του δεν μπορεί να αποδοθεί στον εν λόγω κοινοτικό παραγωγό.

(66) Με βάση τα παραπάνω, οι τρεις καταγγέλλοντες κοινοτικοί παραγωγοί θεωρείται ότι αποτελούν τον κοινοτικό κλάδο παραγωγής κατά την έννοια του άρθρου 4 παράγραφος 1 και του άρθρου 5 παράγραφος 4 του βασικού κανονισμού.

4.2. Κοινοτική κατανάλωση

(67) Η κοινοτική κατανάλωση καθορίστηκε με βάση τις ποσότητες των πωλήσεων του κοινοτικού κλάδου παραγωγής στην κοινοτική αγορά, τις "πωλήσεις" του άλλου κοινοτικού παραγωγού στην κοινοτική αγορά, τις πληροφορίες που παρέσχε ο συνεργασθείς κοινοτικός παραγωγός στην Αίγυπτο, και τα στοιχεία της Eurostat για τις εισαγωγές από την Ρωσία και άλλες τρίτες χώρες, δεόντως προσαρμοσμένες εφόσον κρίνεται απαραίτητο.

(68) Με βάση αυτά τα στοιχεία, η κοινοτική κατανάλωση αυξήθηκε κατά 6% στο διάστημα μεταξύ 1997 και της ΠΕ.

(69) Η κατανάλωση αιθάλης ποιότητας κατάλληλης για τα ελαστικά στην Κοινότητα αυξήθηκε απότομα στο διάστημα μεταξύ 1997 και 1998 και κατόπιν παρέμεινε σχετικά στάσιμη μέχρι το 2000, πριν παρουσιάσει εκ νέου ελαφριά πτώση κατά 2% κατά την ΠΕ. Η αύξηση που παρατηρήθηκε το 1998 οφείλεται στο καλό επιχειρηματικό κλίμα που επικρατούσε την εποχή εκείνη γενικά στην οικονομία, και ιδιαίτερα στην αυτοκινητοβιομηχανία και στη βιομηχανία ελαστικών αυτοκινήτων. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι οι διάφοροι επιχειρηματικοί παράγοντες στην κοινοτική αγορά απεκόμισαν διαφορετικά οφέλη από την εν λόγω ανάπτυξη. Οι πωλήσεις του κοινοτικού κλάδου παραγωγής αυξήθηκε κατά 4% , οι "πωλήσεις" του τέταρτου κοινοτικού παραγωγού αυξήθηκαν κατά 5%, οι εισαγωγές από την Αίγυπτο και τη Ρωσία ανήλθαν στο υψηλό ποσοστό 59% και οι εισαγωγές από άλλες χώρες αυξήθηκαν κατά 33%.

>ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΕ ΓΡΑΦΗΚΟ>

4.3. Εισαγωγές από τις ενδιαφερόμενες χώρες

4.3.1. Σωρευτική αξιολόγηση των επιπτώσεων των υπό εξέταση εισαγωγών

(70) Η Επιτροπή εξέτασε κατά πόσον οι εισαγωγές από τις εν λόγω χώρες θα πρέπει να εκτιμηθούν σωρευτικά σύμφωνα με το άρθρο 3 παράγραφος 4 του βασικού κανονισμού.

(71) Το περιθώριο ντάμπινγκ που διαπιστώθηκε για καθεμία από τις εν λόγω χώρες υπερέβαινε το ελάχιστο, ο όγκος των εισαγωγών από καθεμία από τις εν λόγω χώρες ήταν αμελητέος και θεωρήθηκε κατάλληλος ο σωρευτικός υπολογισμός δεδομένων των συνθηκών ανταγωνισμού μεταξύ των εισαγωγών από τις εν λόγω χώρες και το ομοειδές κοινοτικό προϊόν. Η ομοιότητα των συνθηκών αποδεικνύεται από το γεγονός ότι η αιθάλη ποιότητας κατάλληλης για ελαστικά εισήχθη από τις εν λόγω χώρες και αυτή που παρήχθη και πωλήθηκε από τον κοινοτικό κλάδο παραγωγής στην κοινοτική αγορά ήταν ομοειδή προϊόντα και διανεμήθηκαν μέσω των ίδιων εμπορικών κυκλωμάτων. Επιπλέον, όλες οι ποσότητες των εισαγωγών ήταν σημαντικές και συνεπάγονταν σημαντικά μερίδια αγοράς, που αυξήθηκαν στο διάστημα μεταξύ 1997 και της ΠΕ, και οι τιμές των εν λόγω πωλήσεων ήταν σημαντικά χαμηλότερες από τις τιμές του κοινοτικού κλάδου παραγωγής.

(72) Για τους λόγους αυτούς, συνάγεται προσωρινά το συμπέρασμα ότι οι εισαγωγές καταγωγής των ενδιαφερόμενων χωρών πρέπει να υπολογιστούν σωρευτικά.

4.3.2. Όγκος και μερίδιο αγοράς των υπό εξέταση εισαγωγών

(73) Οι εισαγωγές αιθάλης ποιότητας κατάλληλης για ελαστικά από τις εν λόγω χώρες στην Κοινότητα αυξήθηκαν κατ' όγκον από 23 000 τόνους το 1997 σε 98 000 τόνους κατά την ΠΕ, ήτοι κατά 332%. Το αντίστοιχο μερίδιο αγοράς αυξήθηκε κατά 2,1% το 1997 σε 8,7% κατά την ΠΕ, ήτοι κατά 6,6 εκατοστιαίες μονάδες, που αντιστοιχεί σε αύξηση κατά περίπου 300%.

>ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΕ ΓΡΑΦΗΚΟ>

(74) Ο Αιγύπτιος παραγωγός-εξαγωγέας και άλλα μέρη ισχυρίστηκαν ότι οι εισαγωγές από την Αίγυπτο θα πρέπει να εξεταστούν σε συνδυασμό με τις εισαγωγές από την Ταϊλάνδη. Ισχυρίστηκαν ότι λόγω εμπορικής απόφασης, που έλαβε η ινδική μητρική εταιρεία τόσο του Αιγυπτίου παραγωγού-εξαγωγέα όσο και μιας ταϊλανδικής εταιρείας που παράγει αιθάλη, για την ανακατανομή των αποστολών αιθάλης στη Δυτική Ευρώπη μεταξύ του Αιγυπτίου παραγωγού-εξαγωγέα και μιας ταϊλανδικής εταιρείας, ο όγκος των εισαγωγών από την Αίγυπτο απλώς αντικατέστησε τον όγκο εισαγωγών από την Ταϊλάνδη.

(75) Ακόμη και εάν ευσταθεί αυτός ο ισχυρισμός, δεν επιβεβαιώνεται από τα γεγονότα. Ακόμη και εάν εξεταστούν σε συνδυασμό οι εισαγωγές από την Ταϊλάνδη και την Αίγυπτο, η τάση που παρουσιάζουν κατά την περίοδο από το 1997 ως την ΠΕ είναι ουσιαστικά ίδια με την τάση των εισαγωγών από την Αίγυπτο και μόνο. Η εξέλιξη των εισαγωγών δεν θα παρουσίαζε συνεπώς σημαντικές διαφορές εάν γινόταν αποδεκτός ο ισχυρισμός των εν λόγω μερών.

4.3.3. Τιμές των εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ

4.3.3.1. Εξέλιξη των τιμών

(76) Ο σταθμισμένος μέσος όρος της τιμής των εισαγωγών καταγωγής των εν λόγω χωρών αυξήθηκε κατά 17% κατά την υπό εξέταση περίοδο, ήτοι από 441 ευρώ ανά τόνο το 1997 σε 516 ευρώ ανά τόνο κατά την ΠΕ. Από την έρευνα προέκυψε ότι η εξέλιξη των τιμών αιθάλης ποιότητας κατάλληλης για ελαστικά σχετίζεται με την εξέλιξη της τιμής του πετρελαίου (βλ. παρακάτω, σημείο 88 του αιτιολογικού) και γενικά ακολούθησε την τάση της τιμής που παρατηρήθηκε στην κοινοτική αγορά εν γένει. Το 1998 αποτέλεσε εξαίρεση (βλ. παραπάνω, σημείο 69 του αιτιολογικού). Κατά το εν λόγω έτος, όπου οι τιμές του πετρελαίου ήταν χαμηλές και σημείωναν πτώση, οι τιμές της αιθάλης ποιότητας κατάλληλης για ελαστικά από τις εν λόγω χώρες αυξήθηκαν, ενώ αυτές του κοινοτικού κλάδου παραγωγής και των άλλων τρίτων χωρών σημείωσαν μείωση (βλ. παρακάτω, σημείο 105 του αιτιολογικού). Εντούτοις, οι τιμές του κοινοτικού κλάδου παραγωγής παρέμειναν υψηλότερες από αυτές των εισαγωγών από τις εν λόγω χώρες καθ´ όλη την υπό εξέταση περίοδο.

>ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΕ ΓΡΑΦΗΚΟ>

4.3.3.2. Πώληση σε τιμές χαμηλότερες από τις κοινοτικές

(77) Η Επιτροπή εξέτασε κατά πόσον οι παραγωγοί-εξαγωγείς στις υπό εξέταση χώρες πραγματοποίησαν πωλήσεις σε τιμές χαμηλότερες από αυτές του κοινοτικού κλάδου παραγωγής κατά την ΠΕ. Για τους σκοπούς της παρούσας ανάλυσης, οι τιμές CIF των παραγωγών-εξαγωγέων προσαρμόστηκαν δεόντως για το κόστος μετά την εισαγωγή και συγκρίθηκαν, στο ίδιο εμπορικό στάδιο, με τις τιμές "εκ του εργοστασίου" των κοινοτικών παραγωγών. Όλες οι τιμές συγκρίθηκαν αφού αφαιρέθηκαν οι εκπτώσεις και μειώσεις.

(78) Το ποσοστό κατά το οποίο οι τιμές των πωλήσεων διαπιστώθηκε ότι ήταν χαμηλότερες από αυτές των κοινοτικών παραγωγών κυμαίνεται μεταξύ 4% και 8% όσον αφορά τον Αιγύπτιο παραγωγό και από 17,2% έως 31,2% όσον αφορά τους Ρώσους παραγωγούς.

(79) Θα πρέπει να σημειωθεί ότι το εν λόγω ποσοστό κατά το οποίο οι τιμές των πωλήσεων ήταν χαμηλότερες από αυτές των κοινοτικών παραγωγών καταδεικνύει την επίπτωση των εισαγωγών που αποτελούν ντάμπινγκ στις τιμές του κοινοτικού κλάδου παραγωγής, δεδομένου ότι παρατηρήθηκε τόσο ύφεση όσο και συμπίεση των τιμών. Αυτό αποδεικνύεται από το χαμηλό περιθώριο κέρδους που σημείωσε ο κοινοτικός κλάδος παραγωγής κατά την ΠΕ (βλ. παρακάτω, σημείο 90 του αιτιολογικού), περιθώριο σημαντικά χαμηλότερο από το κανονικό κέρδος που θα μπορούσε να έχει επιτύχει ο κοινοτικός κλάδος παραγωγής εάν δεν υπήρχε πρακτική ντάμπινγκ.

4.4. Κατάσταση του κοινοτικού κλάδου παραγωγής

(80) Η ανάλυση της ζημίας εστιάστηκε μόνο στους τρεις καταγγέλλοντες κοινοτικούς παραγωγούς. Ως προς τον τέταρτο κοινοτικό παραγωγό (DGW), όπως αναφέρεται παραπάνω, η παραγωγή του δεν μπορεί να αποδοθεί στον κοινοτικό κλάδο παραγωγής και η κατάστασή του συνεπώς δεν λαμβάνεται υπόψη για τον υπολογισμό της ζημίας του κοινοτικού κλάδου παραγωγής.

4.4.1. Παραγωγή

(81) Η παραγωγή του κοινοτικού βιομηχανικού κλάδου παρέμεινε σχετικά σταθερή στο διάστημα μεταξύ 1997 και ΠΕ. Μετά από αύξηση περίπου 6% στο διάστημα μεταξύ 1997 και 1998, ήτοι από περίπου 925.000 τόνους σε περίπου 983.000 τόνους, παρουσίασε σταθερή μείωση μετά την ΠΕ, οπότε και επέστρεψε στο επίπεδο του 1997. Η αύξηση που σημειώθηκε το 1998 οφειλόταν στο καλό οικονομικό κλίμα, που είχε επίσης ως συνέπεια υψηλό ποσοστό χρησιμοποίησης της παραγωγικής ικανότητας (βλ. παρακάτω, σημείο 82 του αιτιολογικού).

>ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΕ ΓΡΑΦΗΚΟ>

4.4.2. Παραγωγική ικανότητα

(82) Η πραγματική συνολική παραγωγική ικανότητα του κοινοτικού κλάδου παραγωγής αποκλειστικά για το υπό εξέταση προϊόν μειώθηκε κατά 2% κατά την υπό εξέταση περίοδο. Στην αρχή σημείωσε προοδευτική μείωση, φθάνοντας στο ανώτατο σημείο το 2000, και κατόπιν μειώθηκε κατά 7% κατά την ΠΕ. Αυτή η πτώση οφείλεται στην παύση λειτουργίας δύο μονάδων παραγωγής ενός κοινοτικού παραγωγού, στη Γαλλία και στο ΗΒ, λόγω των μη ικανοποιητικών προοπτικών ζήτησης και αποδοτικότητας. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα σημαντική απώλεια θέσεων εργασίας.

>ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΕ ΓΡΑΦΗΚΟ>

4.4.3. Ποσοστό χρησιμοποίησης παραγωγικής ικανότητας

(83) Η χρησιμοποίηση της παραγωγικής ικανότητας παρουσίασε σχετικά άνιση ανάπτυξη. Το 1997 ήταν 85%, έφθασε στο ανώτατο επίπεδο 90% λόγω του ικανοποιητικού επιπέδου ζήτησης, στη συνέχεια έπεσε σε 84% το 1999 και το 2000 και στη συνέχεια αυξήθηκε και πάλι σε 87% κατά την ΠΕ. Αυτή η αύξηση του ποσοστού χρησιμοποίησης της παραγωγικής ικανότητας σχετίζεται με την μείωση της παραγωγικής ικανότητας, όπως αναφέρεται παραπάνω. Πρέπει να σημειωθεί ότι, λόγω της φύσεως του εν λόγω κλάδου παραγωγής, που είναι εντάσεως κεφαλαίου, έχει κεφαλαιώδη σημασία να διατηρηθεί υψηλό ποσοστό χρησιμοποίησης του παραγωγικού δυναμικού.

>ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΕ ΓΡΑΦΗΚΟ>

4.4.4. Όγκος των πωλήσεων στην Κοινότητα

(84) Παρά μια αύξηση της κατανάλωσης, ο όγκος των πωλήσεων του κοινοτικού κλάδου παραγωγής μειώθηκε κατά 2,7% στο διάστημα μεταξύ 1997 και ΠΕ, ήτοι από περίπου 855.000 τόνους σε περίπου 832.000 τόνους. Παρουσίασε θετική εξέλιξη το 1998 σε σύγκριση με το 1997, με αύξηση κατά 4% (βλ. παραπάνω σημείο 69 του αιτιολογικού), κατόπιν παρέμεινε σχετικά σταθερός στο διάστημα μεταξύ 1999 και 2000, και τελικά μειώθηκε κατά την ΠΕ. Αυτό έρχεται σε αντίθεση με την εξέλιξη των εισαγωγών, όπως περιγράφονται παραπάνω στο σημείο 73 του αιτιολογικού.

>ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΕ ΓΡΑΦΗΚΟ>

4.4.5. Αποθέματα

(85) Η απογραφή των εμπορευμάτων δεν βοηθά στην προκειμένη περίπτωση στον προσδιορισμό της ζημίας, δεδομένου ότι ο εν λόγω κλάδος παραγωγής λειτουργεί με βάση τις συμβάσεις με τους σημαντικότερους πελάτες του, όπου η δυνατότητα πρόβλεψης είναι βασική και για τα δύο μέρη. Οι συμβάσεις μπορούν να έχουν τρίμηνη, ετήσια ή ορισμένες φορές πολυετή περιοδικότητα. Τα αποθέματα, που αντιπροσωπεύουν περίπου 7% του όγκου των πωλήσεων της ΕΚ, αποτελούνται βασικά από εμπορεύματα που έχουν παραχθεί μετά από παραγγελία, αλλά όχι ακόμη αποσταλεί. Ωστόσο, για να σχηματισθεί πλήρης εικόνα, αναλύεται κατωτέρω η εξέλιξη των αποθεμάτων. Το επίπεδο των αποθεμάτων μειώθηκε κατά περίπου 6% στο διάστημα μεταξύ 1997 και ΠΕ, από περίπου 62.000 τόνους σε περίπου 58.000 τόνους. Τα αποθέματα αυξήθηκαν αρχικά στο διάστημα μεταξύ 1997 και 1998 κατά 2% και στην συνέχεια μειώθηκαν, ενώ παρουσίασαν και πάλι ελαφριά άνοδο κατά την ΠΕ.

>ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΕ ΓΡΑΦΗΚΟ>

4.4.6. Μερίδιο της αγοράς

>ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΕ ΓΡΑΦΗΚΟ>

(86) Ο κοινοτικός κλάδος παραγωγής έχασε 6,9 εκατοστιαίες μονάδες του μεριδίου αγοράς στο διάστημα μεταξύ 1997 και ΠΕ, από 80,5% έως 73,6%. Κατά την ίδια περίοδο, οι εν λόγω χώρες κέρδισαν 6,6 εκατοστιαίες μονάδες μεριδίου αγοράς (από 2,1% το 1997 έως 8,7% κατά την ΠΕ). Ο τέταρτος κοινοτικός παραγωγός απώλεσε 0,3 εκατοστιαίες μονάδες, και οι εισαγωγές από χώρες άλλες από τις υπό εξέταση χώρες κέρδισαν μόνο 0,6 εκατοστιαίες μονάδες.

4.4.7. Τιμές πώλησης του κοινοτικού κλάδου παραγωγής

(87) Ο μέσος όρος της μοναδιαίας τιμής πώλησης του κοινοτικού κλάδου παραγωγής αυξήθηκε κατά 11% κατά την υπό εξέταση περίοδο. Πιο συγκεκριμένα, μειώθηκε κατά 7% στο διάστημα από το 1997 ως το 1999, από 528 ευρώ ανά τόνο σε 492 ευρώ ανά τόνο. Στη συνέχεια, αυξήθηκε κατά 12% το 2000 και περαιτέρω κατά 6% κατά την ΠΕ.

>ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΕ ΓΡΑΦΗΚΟ>

(88) Αυτή η εξέλιξη των τιμών πώλησης πρέπει να εξεταστεί υπό το φως της μεγάλης εξάρτησης της αιθάλης ποιότητας κατάλληλης για ελαστικά από την τιμή του πετρελαίου, η οποία κατά την ΠΕ αντιπροσώπευε 45% του συνολικού κόστους παραγωγής (έναντι 32% το 1997). Η κύρια πρώτη ύλη που χρησιμοποιήθηκε για την παραγωγή αιθάλης είναι το βαρύ πετρέλαιο. Πράγματι η τιμή του πετρελαίου αυξήθηκε σημαντικά στο διάστημα μεταξύ 1999 και 2000 (σε μηνιαία βάση υπερτριπλασιάστηκε), με άμεση επίπτωση στο κόστος παραγωγής και ως εκ τούτου στις τιμές πώλησης από το 1999 και πέρα. Εντούτοις, οι τιμές δεν αυξήθηκαν επαρκώς για να καλύψουν την αύξηση του κόστους. Θα πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι, με εξαίρεση το έτος 1998, η εξέλιξη των τιμών ήταν ευθυγραμμισμένη με αυτήν των εισαγωγών από τις υπό εξέταση χώρες.

(89)

>ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΕ ΓΡΑΦΗΚΟ>

Σχετικά με αυτό το θέμα, η Επιτροπή εξέτασε επίσης τον λόγο για τον οποίο, αντίθετα με τις εξελίξεις που σημειώθηκαν κατά το παρελθόν, το μοναδιαίο κόστος παραγωγής σημείωσε ελαφριά αύξηση, ενώ το κόστος του πετρελαίου μειώθηκε οριακά (βλ. διάγραμμα) στο διάστημα μεταξύ 2000 και ΠΕ. Κατά πρώτον, μεσολαβεί διάστημα περίπου δύο μηνών μεταξύ της στιγμής αγοράς του πετρελαίου και της στιγμής κατανάλωσής του. Κατά δεύτερον, ορισμένες άλλες δαπάνες είχαν αντίθετη εξέλιξη προς αυτή του κόστους του πετρελαίου. Αυτό ισχύει ιδιαίτερα για το φυσικό αέριο, που συνήθως προμηνύει την εξέλιξη των τιμών του πετρελαίου με χρονική διαφορά περίπου 6 μηνών. To φυσικό αέριο αντιπροσώπευε περίπου 8% του συνολικού κόστους παραγωγής κατά την ΠΕ.

4.4.8. Αποδοτικότητα και απόδοση των επενδύσεων

(90) Η αποδοτικότητα, εκφρασμένη ως εκατοστιαίο ποσοστό των καθαρών πωλήσεων, μειώθηκε στο διάστημα από το 1997 και την ΠΕ κατά περισσότερο από 9 εκατοστιαίες μονάδες. Παρόλο που ο κοινοτικός κλάδος παραγωγής είχε ποσοστό κέρδους 9,7% το 1997, 16% το 1998 και 10% το 1999, το 2000 και κατά την ΠΕ παρατηρήθηκε απότομη μείωση, με ποσοστό κέρδους/απώλειας 1,7% και 0,4%, αντίστοιχα. Πράγματι, η άνοδος της τιμής που σημειώθηκε στο διάστημα μεταξύ 1999 και 2000, και που περιγράφεται στο τμήμα 4.4.7, δεν ήταν επαρκής για να απορροφήσει την ακόμη μεγαλύτερη αύξηση του κόστους που προκλήθηκε από την άνοδο της τιμής του πετρελαίου. Η περιθωριακή βελτίωση του κέρδους που παρατηρήθηκε κατά την ΠΕ σε σύγκριση με το 2000 οφείλεται τόσο στις προσπάθειες περικοπής του κόστους (π.χ. κλείσιμο δύο μονάδων παραγωγής) όσο και στην περιορισμένη αύξηση του επιπέδου τιμών κατά την ΠΕ. Εντούτοις, η εν λόγω αύξηση επιτεύχθηκε εις βάρος του μεριδίου αγοράς, που μειώθηκε περαιτέρω κατά 0,7 εκατοστιαίες μονάδες.

(91) Η απόδοση των επενδύσεων ακολούθησε πλήρως την καμπύλη της αποδοτικότητας κατά την υπό επανεξέταση περίοδο. Μειώθηκε από 21% το 1997 και 33% το 1998 σε -3% και 1% το 2000 και κατά την ΠΕ, αντίστοιχα.

>ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΕ ΓΡΑΦΗΚΟ>

4.4.9. Ταμειακή ροή

(92) Όπως οι περισσότεροι άλλοι δείκτες, η ταμειακή ροή που δημιουργήθηκε από τις πωλήσεις του εν λόγω προϊόντος αυξήθηκε κατά πρώτον το 1998 σε σύγκριση με το 1997. Στη συνέχεια μειώθηκε απότομα από 112 εκατομμύρια ευρώ το 1998 σε 20 εκατομμύρια ευρώ το 2000, και σημείωσε ελαφριά αύξηση φθάνοντας σε 31 εκατομμύρια ευρώ κατά την ΠΕ.

>ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΕ ΓΡΑΦΗΚΟ>

4.4.10. Ικανότητα άντλησης κεφαλαίων

(93) Καμία από τις προαναφερθείσες εταιρείες δεν ανέφερε καμία δυσκολία ως προς την άντληση κεφαλαίων. Θα πρέπει να ληφθεί υπόψη σχετικά με αυτό το θέμα ότι οι τρεις καταγγέλλοντες κοινοτικοί παραγωγοί αποτελούν μέρος μεγάλων ομίλων, σε δύο περιπτώσεις πολυεθνικών οργανισμών, που έχουν καλό βαθμό από άποψη φερεγγυότητας. Εντούτοις, οι μεμονωμένες εταιρείες των εν λόγω ομίλων πρέπει να αποδείξουν ικανότητα να εξασφαλίσουν εύλογα κέρδη για να δικαιολογήσουν περαιτέρω επενδύσεις. Ως εκ τούτου, εάν η ταμειακή ροή συνεχίσει να επιδεινώνεται, η κατάσταση μπορεί να αλλάξει.

4.4.11. Απασχόληση και μισθοί

(94) Ο αριθμός των υπαλλήλων που συνδέονται άμεσα ή κατανέμονται στην παραγωγή αιθάλης κατάλληλης για ελαστικά μειώθηκε σταθερά καθ' όλη την υπό εξέταση περίοδο κατά 13%. Η απασχόληση μειώθηκε από 1.903 άτομα το 1997 σε 1.656 κατά την ΠΕ.

>ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΕ ΓΡΑΦΗΚΟ>

(95) Όσον αφορά τους μισθούς, αυτοί ακολούθησαν παρόμοια τάση με αυτήν του αριθμού των απασχολούμενων. Ο μέσος μισθός ανά απασχολούμενο αυξήθηκε προοδευτικά κατά την περίοδο εξέτασης, με εξαίρεση την ΠΕ κατά την οποία σημειώθηκε πτώση σε σχέση με το 2000. Στο διάστημα μεταξύ 1997 και ΠΕ, η γενική αύξηση ήταν περίπου 11%. Αυτό το ποσοστό υπερβαίνει τον πληθωρισμό των τιμών που παρατηρήθηκε στην Κοινότητα κατά την ίδια περίοδο (7%), αλλά παραμένει χαμηλότερο από το ποσοστό αύξησης των ονομαστικών αμοιβών ανά μισθωτό (12%) που παρατηρήθηκε κατά την ίδια περίοδο στην Κοινότητα (όλοι οι τομείς).

4.4.12. Παραγωγικότητα

(96) Η παραγωγικότητα αυξήθηκε σημαντικά κατά την υπό εξέταση περίοδο, από 486 τόνους/μισθωτό το 1997 σε 559 τόνους /μισθωτό κατά την ΠΕ. Αυτό αντιπροσωπεύει γενική αύξηση κατά 15% κατά την υπό εξέταση περίοδο, που αντικατοπτρίζει τις προσπάθειες ορθολογικής οργάνωσης.

>ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΕ ΓΡΑΦΗΚΟ>

4.4.13. Επενδύσεις

(97) Οι επενδύσεις παρέμειναν σε σχετικά σταθερό επίπεδο κατά την υπό εξέταση περίοδο, και ανέρχονται περίπου σε 59 εκατομμύρια ευρώ κατά την ΠΕ. Αυτές οι επενδύσεις συνίστανται κυρίως στην ανανέωση ή τη βελτίωση του υπάρχοντος εξοπλισμού.

>ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΕ ΓΡΑΦΗΚΟ>

4.4.14. Μεγέθυνση

(98) Παρόλο που η κοινοτική κατανάλωση αυξήθηκε κατά 7% στο διάστημα μεταξύ 1997 και της ΠΕ, οι ποσότητες που πωλήθηκαν από τον κοινοτικό κλάδο παραγωγής μειώθηκαν κατά 2,7% και το μερίδιο αγοράς μειώθηκε κατά 7 εκατοστιαίες μονάδες. Ο κοινοτικός κλάδος παραγωγής δεν ήταν συνεπώς σε θέση να επωφεληθεί από τη διεύρυνση της αγοράς. Παράλληλα οι εισαγωγές από τις εν λόγω χώρες αυξήθηκαν κατά 332%, ενώ το αυξημένο μερίδιό τους στην αγορά (από 2,1% σε 8,7%) αντικατέστησε αυτό που απώλεσε ο κοινοτικός κλάδος παραγωγής.

4.4.15. Μέγεθος του περιθωρίου ντάμπινγκ

(99) Λαμβανομένων υπόψη του όγκου και των τιμών των εισαγωγών από τις ενδιαφερόμενες χώρες και του μεγέθους του πραγματικού περιθωρίου ντάμπινγκ, ο αντίκτυπος στον κοινοτικό κλάδο παραγωγής δεν μπορεί να θεωρηθεί αμελητέος.

4.4.16. Συμπέρασμα για την ανάλυση της κατάστασης του κοινοτικού κλάδου παραγωγής

(100) Σε σχέση με την υπό εξέταση περίοδο, διαπιστώθηκε επιδείνωση της κατάστασης του κοινοτικού κλάδου παραγωγής. Στο διάστημα μεταξύ 1997 και ΠΕ, οι περισσότεροι δείκτες ζημίας παρουσίασαν αρνητικές εξελίξεις. Όλοι οι δείκτες που σχετίζονται με τα μερίδια αγοράς, τον όγκο των πωλήσεων, την αποδοτικότητα, την απόδοση των επενδύσεων, την ταμειακή ροή και την απασχόληση σημείωσαν πτώση. Η περιθωριακή ανάκαμψη των κερδών κατά την ΠΕ δεν επαρκεί για να ανατρέψει αυτήν την τάση (βλ. παραπάνω σημείο 90 του αιτιολογικού). Άλλοι δείκτες όπως η παραγωγή, η παραγωγική ικανότητα, η χρησιμοποίηση της παραγωγικής ικανότητας και οι επενδύσεις παρέμειναν μάλλον σταθερές κατά την υπό εξέταση περίοδο, ενώ οι τιμές των πωλήσεων αυξήθηκαν (βλ. σημείο 88 του αιτιολογικού). Η μεγάλη αύξηση της παραγωγικότητας που επιτεύχθηκε στο διάστημα μεταξύ 1997 και της ΠΕ, και η πτώση του αριθμού των μισθωτών καταδεικνύουν την προσπάθεια του κοινοτικού κλάδου παραγωγής να παραμείνει ανταγωνιστικός ως προς τις τιμές. Εντούτοις, αυτές οι θετικότερες εξελίξεις από μόνες τους δεν μπορούν να αντισταθμίσουν την γενικά εξασθενημένη θέση του κοινοτικού κλάδου παραγωγής στην αγορά όπως αναφέρεται παραπάνω. Ο κοινοτικός κλάδος παραγωγής, παρόλο που προσπάθησε να περιορίσει τις απώλειες αυξάνοντας την τιμή πώλησης (τάση που παρατηρήθηκε επίσης για τις εισαγωγές από τις εν λόγω χώρες), δεν μπόρεσε να αντιμετωπίσει την αύξηση του κόστους, και ως εκ τούτου η αύξηση των τιμών πώλησης ήταν ανεπαρκής.

(101) Δεδομένου ότι όλοι οι δείκτες που σχετίζονται με τα μερίδια αγοράς, τον όγκο των πωλήσεων, την αποδοτικότητα, την απόδοση των επενδύσεων, την ταμειακή ροή και την απασχόληση μειώθηκαν, και η άνοδος των τιμών πώλησης ήταν ανεπαρκής, συνάγεται το συμπέρασμα ότι ο κοινοτικός κλάδος παραγωγής υπέστη σημαντική ζημία.

5. ΑΙΤΙΩΔΗΣ ΣΥΝΑΦΕΙΑ

5.1. Εισαγωγή

(102) Σύμφωνα με το άρθρο 3 παράγραφοι 6 και 7 του βασικού κανονισμού, η Επιτροπή εξέτασε κατά πόσον οι εισαγωγές με ντάμπινγκ του υπό εξέταση προϊόντος καταγωγής Αιγύπτου και Ρωσίας προκάλεσαν στον κοινοτικό κλάδο παραγωγής ζημία σε βαθμό που να μπορεί να θεωρηθεί σημαντικός. Άλλοι γνωστοί παράγοντες πλην των εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ, οι οποίοι θα μπορούσαν να είχαν προξενήσει, κατά το ίδιο χρονικό διάστημα, ζημία στον κοινοτικό κλάδο παραγωγής, εξετάστηκαν παρομοίως, ούτως ώστε να εξασφαλιστεί ότι η πιθανώς προκαλούμενη από τους εν λόγω λοιπούς παράγοντες ζημία δεν είναι τέτοια που να εξουδετερώνει την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ των εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ καταγωγής Αιγύπτου και Ρωσίας και της ζημίας που υπέστη ο κοινοτικός κλάδος παραγωγής.

5.2. Επίπτωση των εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ

5.2.1. Όγκος των εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ

>ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΕ ΓΡΑΦΗΚΟ>

(103) Οι εισαγωγές από τις εν λόγω χώρες σημείωσαν συνεχή αύξηση κατά την υπό εξέταση περίοδο τόσο σε όγκο, κατά 332%, όσο και από την άποψη του μεριδίου αγοράς, από 21% σε 8,7%, ήτοι αύξηση κατά 6,6 εκατοστιαίες μονάδες. Αυτή η εξέλιξη συνέπεσε με τη μείωση του όγκου των πωλήσεων του κοινοτικού κλάδου παραγωγής κατά περίπου 3% και με αντίστοιχη απώλεια μεριδίου αγοράς στην ίδια ακριβώς αναλογία με το μερίδιο αγοράς που κέρδισαν οι εν λόγω χώρες εξαγωγής (ήτοι κατά περίπου 7 εκατοστιαίες μονάδες).

(104) Σε αυτό το πλαίσιο, η Επιτροπή έδωσε ιδιαίτερη προσοχή στο γεγονός ότι οι εισαγωγές του υπό εξέταση προϊόντος κατέχουν σχετικά μικρό μερίδιο αγοράς (από κοινού 8,7%), σε αντίθεση με τον κοινοτικό κλάδο παραγωγής, που κατείχε μερίδιο αγοράς 73,6% κατά την ΠΕ. Οι εισαγωγές που πραγματοποίησε ο κοινοτικός κλάδος παραγωγής από βιομηχανικές μονάδες σε τρίτες χώρες εκτός ΕΚ εξετάζονται στο σημείο 116 του αιτιολογικού. Κατά πρώτον, θα πρέπει να σημειωθεί ότι τα μερίδια αγοράς των εν λόγω χωρών, εάν εξεταστούν μεμονωμένα, όχι μόνο υπερβαίνουν το ελάχιστο όριο (1% της κατανάλωσης της ΕΕ), αλλά μάλιστα είναι σημαντικά. Κατά δεύτερον, το υπό εξέταση προϊόν είναι τυποποιημένο και πωλείται σε διαφανή αγορά. Ως εκ τούτου, ακόμη και σχετικά μικρές ποσότητες που προσφέρονται σε χαμηλές τιμές έχουν άμεση και σημαντική επίπτωση στο επίπεδο των τιμών. Ειδικότερα, όταν οι χρήστες, π.χ. οι κατασκευαστές ελαστικών αυτοκινήτων, έχουν δώσει την έγκρισή τους στην εργοστασιακή μονάδα ενός παραγωγού για συγκεκριμένη ποιότητα αιθάλης, το υλικό θεωρείται ότι έχει την ίδια βασική ενδογενή ποιότητα και φυσικά χαρακτηριστικά, ανεξάρτητα από την καταγωγή του. Ως εκ τούτου, η μόνη μεταβλητή που ισχύει για τους χρήστες είναι η τιμή.

5.2.2. Τιμές των εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ

(105) Παρόλο που οι τιμές των εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ παρουσίασαν μεγαλύτερη αύξηση (17%) στο διάστημα μεταξύ 1997 και ΠΕ, απ' ότι οι τιμές του κοινοτικού κλάδου παραγωγής (11%), εξακολούθησαν να είναι σημαντικά χαμηλότερες από τις τιμές του κοινοτικού κλάδου παραγωγής κατά την ΠΕ (κατά 12%) και συνεπώς είχαν ως αποτέλεσμα σημαντική συμπίεση των τιμών. Αυτό εξηγείται από το γεγονός ότι ο κοινοτικός κλάδος παραγωγής παρουσίασε νεκρό σημείο εκμετάλλευσης κατά την ΠΕ, ενώ θα μπορούσε να είχε πετύχει πολύ μεγαλύτερη απόδοση εάν δεν ασκείτο πρακτική ντάμπινγκ.

(106) Το 1997, ο όγκος των εισαγωγών από τις εν λόγω χώρες ήταν σχετικά μικρός. Εντούτοις, με την πώληση αιθάλης σε εξαιρετικά χαμηλές τιμές, μπόρεσαν να κερδίσουν μερίδιο αγοράς. Αφότου καθιερώθηκαν στην ευρωπαϊκή αγορά, οι παραγωγοί-εξαγωγείς της Αιγύπτου και της Ρωσίας ήταν σε θέση να αυξήσουν τις τιμές και τα περιθώρια τους, ενώ συνέχισαν να πωλούν σε τιμές χαμηλότερες από αυτές των κοινοτικών παραγωγών.

(107) Θα πρέπει να σημειωθεί ότι, όπως και για τους κοινοτικούς παραγωγούς, το κόστος παραγωγής των εξαγωγών στις εν λόγω χώρες σχετίζεται στενά με την εξέλιξη της τιμής του πετρελαίου.

5.2.3. Ισχυρισμός για παρόμοια αύξηση των τιμών στις αγορές αιθάλης της ΕΕ και των ΗΠΑ

(108) Ένα ενδιαφερόμενο μέρος δήλωσε ότι εάν οι εισαγωγές από την Αίγυπτο και την Ρωσία είχαν τόσο αρνητική επίπτωση στον κοινοτικό κλάδο παραγωγής, οι αυξήσεις των τιμών που εφήρμοσε ο κοινοτικός κλάδος παραγωγής στις αγορές των ΗΠΑ και της Κοινότητας λογικά θα ήταν διαφορετικές. Εντούτοις, το ενδιαφερόμενο μέρος ισχυρίστηκε ότι ο κοινοτικός κλάδος παραγωγής εφήρμοσε ίδια αύξηση τιμής τόσο στις αγορές τόσο των ΗΠΑ όσο και της Κοινότητας. Σύμφωνα με τον ισχυρισμό, αυτή η ισοτιμία θα μπορούσε να διαψεύσει κάθε συμπίεση της τιμής στην Κοινότητα που προκαλείται από τις πωλήσεις αιγυπτιακής και ρωσικής αιθάλης ποιότητας κατάλληλης για ελαστικά. Το ενδιαφερόμενο μέρος υπέβαλε στην Επιτροπή αποδεικτικά στοιχεία στα οποία στηρίζει τον ισχυρισμό του.

(109) Η Επιτροπή διερεύνησε το θέμα και παρέσχε στον κοινοτικό κλάδο παραγωγής τη δυνατότητα να υποβάλει σχόλια. Διαπιστώθηκε ότι τα αποδεικτικά στοιχεία σχετικά με την τιμή που υπέβαλε το εν λόγω μέρος δεν κάλυπταν την ΠΕ, αλλά μόνο την περίοδο 1999/2000. Επιπλέον, διαπιστώθηκε ότι τα αποδεικτικά στοιχεία που υποβλήθηκαν δεν αποτελούσαν μια πλήρη σειρά εξελίξεων της τιμής, αλλά, σύμφωνα με τα λεγόμενα του υποβάλλοντος, ένα "δείγμα" σημειώσεων, ορισμένες από τις οποίες αναφέρονται σε προϊόντα που δεν καλύπτονται από την τρέχουσα διαδικασία. Συνεπώς δεν ήταν κατάλληλα για να δώσουν πλήρη εικόνα των εξελίξεων της τιμής κατά την εν λόγω περίοδο. Κατά δεύτερον, η αύξηση της τιμής στην Κοινότητα εκφράστηκε σε ευρώ, ενώ οι αντίστοιχες αυξήσεις στις ΗΠΑ εκφράστηκαν σε δολάρια ΗΠΑ. Στο διάστημα μεταξύ Ιανουαρίου 1999 και Δεκεμβρίου 2000, το ευρώ υποτιμήθηκε κατά 23% έναντι του δολαρίου των ΗΠΑ. Συνεπώς θα ήταν παραπλανητική η σύγκριση της αύξησης της τιμής ενός προϊόντος που βασίζεται στο πετρέλαιο, χωρίς να ληφθούν υπόψη οι διακυμάνσεις της συναλλαγματικής ισοτιμίας. Τέλος, η Επιτροπή ζήτησε από τον κοινοτικό κλάδο παραγωγής να της υποβάλει στοιχεία σχετικά με την τιμή της αιθάλης ποιότητας κατάλληλης για ελαστικά στις ΗΠΑ για το διάστημα μεταξύ 1997 και ΠΕ σύμφωνα με τα στοιχεία που περιέχει ο παρών κανονισμός για τις πωλήσεις του κοινοτικού κλάδου παραγωγής στην ΕΚ. Μετά τη δέουσα προσαρμογή για τις διακυμάνσεις της συναλλαγματικής τιμή´ς, το αποτέλεσμα που προκύπτει είναι αύξηση της τιμής για την αιθάλη ποιότητας κατάλληλης για ελαστικά στις ΗΠΑ κατά 31% στο διάστημα μεταξύ 1997 και ΠΕ, ενώ η τιμή των πωλήσεων του κοινοτικού κλάδου παραγωγής στην ΕΚ αυξήθηκε κατά 11% (βλ. παραπάνω σημείο 87 του αιτιολογικού).

5.3. Επιπτώσεις άλλων παραγόντων

5.3.1. Εισαγωγές από άλλες τρίτες χώρες

(110) Οι εισαγωγές από άλλες τρίτες χώρες αυξήθηκαν κατά την υπό εξέταση περίοδο κατά περίπου 18%, ήτοι από περίπου 79.600 τόνους το 1997 σε 91.600 τόνους κατά την ΠΕ. Τα μερίδια αγοράς παρέμειναν σχεδόν σταθερά κατά την υπό εξέταση περίοδο, κυμαινόμενα από 7,5% το 1997 έως 8,1% κατά την ΠΕ. Με βάση τα στοιχεία της Eurostat, ο μέσος όρος των τιμών για τις εισαγωγές από άλλες τρίτες χώρες ήταν σημαντικά υψηλότερες τόσο από τις τιμές των εν λόγω χωρών όσο και από τις τιμές του κοινοτικού κλάδου παραγωγής. Οι τιμές ανήλθαν σε 791 ευρώ ανά τόνο το 1997 και αυξήθηκαν κατά 29% στο διάστημα μεταξύ 1997 και ΠΕ, σε 1.017 ευρώ ανά τόνο. Όσον αφορά τα μεμονωμένα μερίδια αγοράς των άλλων τρίτων χωρών, όλες, με εξαίρεση τις εισαγωγές από την Ουγγαρία, ήταν σε ελάχιστο επίπεδο κατά την ΠΕ, ήτοι ήταν χαμηλότερες από το 1% της κοινοτικής κατανάλωσης.

(111) Το μερίδιο αγοράς των εισαγωγών από την Ουγγαρία ανήλθε σε 2,2% της κοινοτικής κατανάλωσης κατά την ΠΕ, παρουσιάζοντας ελαφριά μείωση σε σύγκριση με το 1997, οπότε ανήλθε σε 2,5%. Ο όγκος των εισαγωγών από την Ουγγαρία μειώθηκε κατά 7% κατά τη διάρκεια της εξεταζόμενης περιόδου, από 26 600 τόνους το 1997 σε 24 550 τόνους κατά την ΠΕ. Ο μέσος όρος των τιμών των εισαγωγών από την Ουγγαρία αυξήθηκαν κατά 21%, από 523 ευρώ ανά τόνο το 1997 σε 633 ευρώ ανά τόνο κατά την ΠΕ. Για λόγους σύγκρισης, αναφέρουμε ότι οι τιμές του κοινοτικού κλάδου παραγωγής κατά την ΠΕ ανέρχονταν σε 588 ευρώ ανά τόνο.

(112) Δεδομένου του αμελητέου όγκου εισαγωγών από κάθε μεμονωμένη χώρα, με εξαίρεση την Ουγγαρία, της σχετικής σταθερότητας όσον αφορά τα μερίδια αγοράς και του γεγονότος ότι ο μέσος όρος των τιμών τους αυξήθηκε ταχύτερα και ήταν σημαντικά υψηλότερος από αυτόν των υπό εξέταση χωρών και του κοινοτικού κλάδου παραγωγής, συνάγεται το συμπέρασμα ότι οι εισαγωγές από τις άλλες τρίτες χώρες δεν συνέβαλαν στη σημαντική ζημία που υπέστη ο κοινοτικός κλάδος παραγωγής. Το ίδιο συμπέρασμα συνήχθη όσον αφορά την Ουγγαρία μεμονωμένα, υπό το φως της μείωσης του όγκου εισαγωγών και των μεριδίων αγοράς, καθώς και των τιμών της που, κατά μέσον όρο, ήταν υψηλότερες από τις τιμές του κοινοτικού κλάδου παραγωγής.

5.3.2. Αύξηση των τιμών των πρώτων υλών

(113) Ορισμένα ενδιαφερόμενα μέρη ισχυρίστηκαν ότι η ζημία που υπέστη ο κοινοτικός κλάδος παραγωγής προκλήθηκε από την άνοδο των τιμών των πρώτων υλών και όχι από τις εισαγωγές που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ.

(114) Από την έρευνα προέκυψε ότι οι τιμές των πρώτων υλών, ήτοι του πετρελαίου και του φυσικού αερίου, σημείωσαν εντυπωσιακή άνοδο το 1999 και το 2000. Όπως εξηγήσαμε παραπάνω (βλ. παραπάνω, σημείο 87 του αιτιολογικού), το πετρέλαιο και το φυσικό αέριο αντιπροσώπευαν περισσότερο από 50% του συνολικού κόστους παραγωγής του κοινοτικού βιομηχανικού κλάδου το 2000 και κατά την ΠΕ. Ως εκ τούτου, το κόστος παραγωγής επηρεάστηκε κατά πολύ από τις εξελίξεις των τιμών του πετρελαίου και του φυσικού αερίου το 1999 και το 2000. Εντούτοις, λόγω της πίεσης που άσκησαν στις τιμές οι εισαγωγές από τις εν λόγω χώρες, ο κοινοτικός κλάδος παραγωγής δεν ήταν σε θέση να αυξήσει τις δικές του τιμές πώλησης σε εύλογα κερδοφόρο επίπεδο. Πράγματι, οι προηγούμενες αυξήσεις της τιμής του πετρελαίου δεν είχαν ως αποτέλεσμα συγκρίσιμη ζημία, αλλά ήταν δυνατόν να εκφραστούν στην τιμή που εφαρμόστηκε στους πελάτες. Κατά συνέπεια, ο ισχυρισμός αυτός απορρίφθηκε.

5.3.3. Οι εισαγωγές του κοινοτικού κλάδου παραγωγής από άλλες τρίτες χώρες

(115) Ορισμένα ενδιαφερόμενα μέρη ισχυρίστηκαν ότι η ζημία που υπέστη ο κοινοτικός κλάδος παραγωγής ήταν αποτέλεσμα των δικών του εισαγωγών από άλλες τρίτες χώρες για μεταπώληση στην κοινοτική αγορά, ήτοι από την Ουγγαρία, την Πολωνία, τη Τσεχική Δημοκρατία, τις ΗΠΑ και τη Βραζιλία, όπου ο κοινοτικός κλάδος παραγωγής έχει μονάδες παραγωγής.

(116) Από την έρευνα προέκυψε ότι κατά την ΠΕ, .ένας κοινοτικός παραγωγός εισήγαγε το υπό εξέταση προϊόν από την Ουγγαρία και τη Βραζιλία, ενώ ένας άλλος εισήγαγε το υπό εξέταση προϊόν από την Τσεχική Δημοκρατία και τις ΗΠΑ. Ο τρίτος κοινοτικός παραγωγός, αντίθετα με τους ισχυρισμούς, δεν εισήγαγε το υπό εξέταση προϊόν από την Πολωνία ή από οποιαδήποτε άλλη τρίτη χώρα. Οι κοινοτικοί παραγωγοί εισάγουν το εν λόγω προϊόν κυρίως για να συμπληρώσουν το φάσμα προϊόντων που προμηθεύουν στους πελάτες τους.

(117) Οι εισαγωγές από την Ουγγαρία (που αναφέραμε ήδη παραπάνω στο σημείο 111 του αιτιολογικού) αντιπροσωπεύουν τον μόνο σημαντικό όγκο (2,2 του μεριδίου αγοράς κατά την ΠΕ). Όπως ήδη αναφέραμε στο σημείο 111, οι τιμές για τις εισαγωγές από την Ουγγαρία ήταν, κατά την ΠΕ, υψηλότερες από αυτές του κοινοτικού κλάδου παραγωγής. Σχεδόν όλες οι εισαχθείσες ποσότητες από την Ουγγαρία, σύμφωνα με τα στοιχεία της Eurostat, μπορούν να αποδοθούν στον εν λόγω κοινοτικό παραγωγό. Όλες οι άλλες ποσότητες εισαγωγής από τις εγκαταστάσεις κοινοτικών παραγωγών στην Τσεχική Δημοκρατία, στις ΗΠΑ και στη Βραζιλία ήταν, τόσο μεμονωμένα όσο και συλλογικά, σε ελάχιστο επίπεδο. Δεδομένων, μεταξύ άλλων, των αρνητικών εξελίξεων σχετικά με τα μερίδια αγοράς, τον όγκο των πωλήσεων , την απασχόληση και ιδίως την αποδοτικότητα, την απόδοση των επενδύσεων και την ταμειακή ροή, δεν βρέθηκαν στοιχεία που να καταδεικνύουν ότι οι εν λόγω εισαγωγές συνέβαλαν στη ζημία, όπως περιγράφεται παραπάνω στο σημείο 100 του αιτιολογικού.

5.3.4. Προβαλλόμενη ανεπάρκεια του κοινοτικού κλάδου παραγωγής

(118) Ορισμένα ενδιαφερόμενα μέρη ισχυρίστηκαν ότι η ζημία που υπέστη ο κοινοτικός κλάδος παραγωγής οφείλεται στην ανεπάρκειά του.

(119) Αμφισβητήθηκε ότι ο κοινοτικός κλάδος παραγωγής προπορεύεται όσον αφορά την έρευνα και την ανάπτυξη, ανανεώνοντας συνεχώς το υπό εξέταση προϊόν αναπτύσσοντας νέες ποιότητες αιθάλης. Ο κοινοτικός κλάδος παραγωγής έχει σταθερά πραγματοποιήσει επενδύσεις για την ορθολογική οργάνωση, τη βελτίωση της ποιότητας και τη συμμόρφωση στις υψηλές ευρωπαϊκές περιβαλλοντικές απαιτήσεις. Επιπλέον, ο κοινοτικός κλάδος παραγωγής έχει καταβάλει προσπάθειες στον τομέα της ορθολογικής οργάνωσης για τη μείωση του κόστους παραγωγής. Αυτό αποδεικνύεται κυρίως από τη μείωση του αριθμού των υπαλλήλων και την αύξηση της παραγωγικότητας. Ακόμη και εάν αφαιρέσουμε την απώλεια θέσεων απασχόλησης που σχετίζεται με το κλείσιμο δύο μονάδων παραγωγής το 2000, η απασχόληση μειώθηκε κατά 201 απασχολούμενους, ήτοι κατά 10% στο διάστημα μεταξύ 1997 και ΠΕ. Αυτή η προσπάθεια για ορθολογική οργάνωση αντανακλάται στο γεγονός ότι η παραγωγικότητα ανά απασχολούμενο αυξήθηκε κατά 15% κατά την υπό εξέταση περίοδο, αριθμητικό στοιχείο που μπορεί να συγκριθεί με την αύξηση της μεσοπρόθεσμης παραγωγικότητας που παρατηρήθηκε στην κοινοτική οικονομία γενικά (1,5% ετησίως). Κατά συνέπεια, ο ισχυρισμός αυτός απορρίπτεται.

5.3.5. Εξαγωγικές επιδόσεις του κοινοτικού κλάδου παραγωγής

(120) Η Κοινότητα αύξησε τις εξαγωγικές της πωλήσεις στο διάστημα μεταξύ 1997 και ΠΕ από περίπου 65.000 τόνους σε περίπου 70.000 τόνους, και η σημαντικότερη αύξηση σημειώθηκε το 2000. Οι πωλήσεις αυτές αντιπροσώπευαν περίπου το 7% των συνολικών πωλήσεων του κοινοτικού κλάδου παραγωγής κατά την ΠΕ. Με βάση τα παραπάνω, ο κοινοτικός κλάδος παραγωγής απέδειξε ότι είναι ανταγωνιστικός. Οι εξαγωγικές δραστηριότητες δεν είναι συνεπώς δυνατό να συνέβαλαν στη ζημία του κοινοτικού κλάδου παραγωγής.

5.3.6. Ισχυρή θέση του κοινοτικού κλάδου παραγωγής στην αγορά

(121) Εξετάστηκε επίσης κατά πόσον η θέση στην αγορά του κοινοτικού κλάδου παραγωγής, που κατέχει σχεδόν 74% του μεριδίου αγοράς, ήταν τέτοια που να υπονομεύει την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ των εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ και της σημαντικής ζημίας που υπέστη ο κοινοτικός κλάδος παραγωγής.

(122) Εντούτοις, το γεγονός ότι η άνοδος της τιμής του κοινοτικού κλάδου παραγωγής ευθυγραμμίζεται με τη γενική αύξηση των τιμών που παρατηρήθηκαν στην αγορά, ότι το πετρέλαιο αντιπροσωπεύει σημαντικό ποσοστό του ολικού κόστους και των τιμών πώλησης του εν λόγω προϊόντος μεσοπρόθεσμα, και ότι η άνοδος των τιμών ήταν πάντως ανεπαρκής για την επίτευξη ενός λογικού επιπέδου αποδοτικότητας, δείχνει ότι ο κοινοτικός κλάδος παραγωγής δεν είναι σε θέση να κυριαρχήσει στην αγορά. Πράγματι, αυτό καθίσταται ιδιαίτερα σαφές από το γεγονός ότι ο κοινοτικός κλάδος παραγωγής δεν είναι σε θέση να αντανακλάσει πλήρως στις τιμές του τον αντίκτυπο της σημαντικής αύξησης των τιμών πετρελαίου, με αποτέλεσμα τη στασιμότητα της χρηματοοικονομικής κατάστασης.

(123) Τέλος, θα πρέπει να σημειωθεί ότι οι κύριοι πελάτες για την αιθάλη ποιότητας κατάλληλης για ελαστικά είναι οι ίδιοι πολύ μεγάλες εταιρείες. Αυτοί οι σημαντικοί πελάτες, που αγοράζουν μεγάλες ποσότητες, φαίνεται ότι ασκούν και αυτοί πίεση στις τιμές της αγοράς (βλ. παρακάτω εδάφιο 125 του αιτιολογικού), πράγμα που διευκολύνει η ύπαρξη εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ. Για τους χρήστες αυτούς, υπάρχει εκ των πραγμάτων διαφάνεια των τιμών. Επομένως, παρά το μεγάλο μερίδιο αγοράς, ο κοινοτικός κλάδος παραγωγής δεν έχει την ανάλογη δυνατότητα καθορισμού των τιμών.

5.3.7. Ρόλος των άλλων κοινοτικών παραγωγών

(124) Εξετάστηκε επίσης η επίπτωση του άλλου κοινοτικού παραγωγού στην κατάσταση του κοινοτικού κλάδου παραγωγής. Διαπιστώθηκε ότι δεν ήταν δυνατόν να προέκυψε σημαντική αρνητική επίπτωση από τον άλλο κοινοτικό παραγωγό δεδομένου ότι η εν λόγω εταιρεία δεν είναι ανταγωνιστική στην ελεύθερη αγορά (βλ. σημείο 65 του αιτιολογικού) και κατέχει ουδέτερη θέση μεταξύ του κοινοτικού κλάδου παραγωγής και των χρηστών, που συμμετέχουν στην ιδιοκτησία της.

5.3.8. Πίεση που ασκούν στις τιμές οι χρήστες

(125) Οι χρήστες μπορεί να άσκησαν πίεση στην τιμή στον κοινοτικό κλάδο παραγωγής. Εντούτοις, ως το 1999, ο κοινοτικός κλάδος παραγωγής μπόρεσε να αντιδράσει και να είναι αποδοτικός. Μετά το 1999, όταν ο κοινοτικός κλάδος παραγωγής άρχισε να αντιμετωπίζει ολοένα περισσότερες εισαγωγές που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ από τις εν λόγω χώρες, κατέστη εξαιρετικά δύσκολο να εκφραστεί πλήρως στην τιμή που εφαρμόστηκε στους πελάτες τους η επίπτωση των υψηλών τιμών πετρελαίου που παρατηρήθηκαν από το εν λόγω έτος και πέρα.

5.3.9. Συμπέρασμα για την αιτιώδη συνάφεια

(126) Επομένως, επιβεβαιώνεται ότι η σημαντική ζημία του κοινοτικού κλάδου παραγωγής, που χαρακτηρίζεται από μείωση του μεριδίου αγοράς, του όγκου των πωλήσεων, της αποδοτικότητας, της απόδοσης των επενδύσεων, της ταμειακής ροής, της απασχόλησης και των τιμών που έχουν υποστεί ύφεση προκλήθηκε από τις εν λόγω εισαγωγές που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ. Πράγματι, η επίπτωση των εισαγωγών από άλλες τρίτες χώρες, της αύξησης των τιμών των πρώτων υλών, των εισαγωγών του ίδιου του κοινοτικού κλάδου παραγωγής, της προβαλλόμενης ανεπάρκειας του κοινοτικού κλάδου παραγωγής, των εξαγωγικών επιδόσεων του κοινοτικού κλάδου παραγωγής, της ισχυρής θέσεως στην αγορά του κοινοτικού κλάδου παραγωγής, του ρόλου του άλλου κοινοτικού παραγωγού, της πίεσης που άσκησαν οι χρήστες στις τιμές, στην αρνητική εξέλιξη του κοινοτικού κλάδου παραγωγής, όπως περιγράφεται στην προηγούμενη πρόταση, ήταν σχεδόν αμελητέα.

(127) Με βάση την ανάλυση αυτή, στην οποία γίνεται σκόπιμα διάκριση και διαχωρισμός των επιπτώσεων όλων των γνωστών παραγόντων στην κατάσταση του κοινοτικού κλάδου παραγωγής από τις ζημιογόνους επιπτώσεις των εισαγωγών με ντάμπινγκ, συνάγεται το συμπέρασμα ότι οι εν λόγω άλλοι παράγοντες, από μόνοι τους, δεν εξουδετερώνουν την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της ζημίας που υπέστη ο κοινοτικός κλάδος παραγωγής και των εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ.

6. Επίπεδο εξουδετερωσης της ζημίας

(128) Σύμφωνα με τα συμπεράσματα σχετικά με την πρακτική ντάμπινγκ, τη ζημία, την αιτιώδη συνάφεια και το συμφέρον της Κοινότητας, θεωρείται ότι πρέπει να ληφθούν οριστικά μέτρα αντιντάμπινγκ, προκειμένου να αποτραπεί η περαιτέρω ζημία εις βάρος του κοινοτικού κλάδου παραγωγής εξαιτίας των εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ. Για τον προσδιορισμό του επιπέδου του δασμού, λήφθηκαν υπόψη τα περιθώρια ντάμπινγκ που διαπιστώθηκαν και το ποσό του δασμού που είναι απαραίτητο για την εξουδετέρωση της ζημίας που υπέστη ο κοινοτικός κλάδος παραγωγής.

(129) Για να καθοριστεί το ύψος του δασμού που απαιτείται για την εξάλειψη της ζημίας που προκλήθηκε από το ντάμπινγκ, υπολογίστηκαν τα περιθώρια ζημίας. Καθορίστηκε η αναγκαία αύξηση της τιμής με βάση τη σύγκριση της σταθμισμένης μέσης τιμής εισαγωγής και της μη ζημιογόνου τιμής για την αιθάλη ποιότητας κατάλληλης για ελαστικά που πωλεί ο κοινοτικός κλάδος παραγωγής στην αγορά της Κοινότητας.

(130) Η μη ζημιογόνος τιμή εξασφαλίστηκε με βάση τις πραγματικές, επαληθευμένες τιμές πώλησης του κοινοτικού κλάδου παραγωγής, οι οποίες προσαρμόστηκαν στο νεκρό σημείο εκμετάλλευσης, και στις οποίες προστέθηκε περιθώριο κέρδους που θα μπορούσε εύλογα να είχε επιτευχθεί εάν δεν ασκείτο πρακτική ντάμπινγκ. Το περιθώριο κέρδους που χρησιμοποιήθηκε γι' αυτόν τον υπολογισμό είναι 7% του κύκλου εργασιών.

(131) Ο καταγγέλλων υποστήριξε ότι θα ήταν κατάλληλο ένα περιθώριο κέρδους 13% επί της απόδοσης του χρησιμοποιηθέντος κεφαλαίου . Ισχυρίστηκε ότι αυτό το επίπεδο απόδοσης ήταν αναγκαίο για την πραγματοποίηση νέων μακροπρόθεσμων επενδύσεων μακροπρόθεσμα ώστε να επιτευχθεί η κατάλληλη απόδοση των κεφαλαίων των μετόχων.

(132) Το Πρωτοδικείο αποφάσισε ότι αποτελεί τακτική κοινοτική πρακτική να πρέπει "το περιθώριο κέρδους να περιοριστεί στο περιθώριο κέρδους το οποίο θα μπορούσε εύλογα να προσδοκεί ο κοινοτικός κλάδος παραγωγής υπό κανονικές συνθήκες ανταγωνισμού, εάν δεν πραγματοποιούνταν εισαγωγές που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ" [8]. Συνεπώς, το θέμα της αποδοτικότητας εξετάστηκε με αυτές τις παραμέτρους.

[8] Απόφαση του Δικαστηρίου για την υπόθεση Τ-210/95 της 28ης Οκτωβρίου 1999, σημείο 60 του αιτιολογικού.

(133) Θα πρέπει να υπενθυμίσουμε ότι στο διάστημα μεταξύ 1997 και 1999, ο μέσος όρος των περιθωρίων ντάμπινγκ του κοινοτικού κλάδου παραγωγής υπερέβη το 10% (του κύκλου εργασιών). Αυτό δείχνει ότι ο κοινοτικός κλάδος παραγωγής μπορεί να προσκομίσει ικανοποιητικά κέρδη εφόσον επικρατούν θεμιτές συνθήκες αγοράς. Εντούτοις, οι συνθήκες αγοράς κατά την εν λόγω περίοδο δεν αντιπροσωπεύουν απαραίτητα τις συνθήκες αγοράς που επικρατούν κατά την ΠΕ. Συνεπώς, πραγματοποιήθηκε επίσης εξέταση των βασικών αλλαγών που σημειώθηκαν στην αγορά στο διάστημα μεταξύ της αρχής και του τέλους της υπό εξέταση περιόδου.

(134) Οι κυριότεροι χρήστες του υπό εξέταση προϊόντος, οι κατασκευαστές ελαστικών αυτοκινήτων, αντιμετώπισαν επιβράδυνση του ρυθμού της οικονομικής ανάπτυξης και μείωση της αποδοτικότητας το 2000 και κατά την ΠΕ. Από τις γραπτές παρατηρήσεις που υποβλήθηκαν στην προκειμένη περίπτωση, είναι σαφές ότι η δυνατότητα να εκφράσουν την άνοδο της τιμής στην τιμή που εφήρμοσαν στους πελάτες τους (κατά πρώτο λόγο κατασκευαστές αυτοκινήτων) μειώθηκε κατά την υπό εξέταση περίοδο. Για να διατηρήσουν τα κέρδη τους ή να μειώσουν τις απώλειες τους, θα αντισταθούν όσο το δυνατόν περισσότερο σε κάθε αύξηση των δαπανών τους. Παράλληλα αυξήθηκαν οι τιμές των πρώτων υλών για τον κοινοτικό κλάδο παραγωγής. Υπό αυτές τις συνθήκες, συνάγεται το συμπέρασμα ότι δεν υπήρχε πιθανότητα για τον κοινοτικό κλάδο παραγωγής να επιτύχει διψήφιο στοιχείο παραγωγής κατά την ΠΕ. Λαμβανομένων υπόψη όλων των περιστάσεων, 7% (επί του κύκλου εργασιών) φαίνεται να αποτελεί εύλογο κέρδος που θα μπορούσε να επιτύχει ο κοινοτικός κλάδος παραγωγής κατά την ΠΕ εάν δεν ασκείτο πρακτική ντάμπινγκ.

(135) Η διαφορά που προκύπτει από τη σύγκριση μεταξύ της σταθμισμένης μέσης τιμής εισαγωγής και της μη ζημιογόνου τιμής του κοινοτικού κλάδου παραγωγής εκφράστηκε στη συνέχεια ως ποσοστό επί τοις εκατό της συνολικής τιμής εισαγωγής CIF. Υπολογίστηκαν τα ακόλουθα περιθώρια ζημίας [9]:

[9] Για λόγους εχεμύθειας, αναφέρεται μόνο η κλίμακα τιμών

- Alexandria Carbon Black: 12.1%

- Omsky Zavod Technicheskogo Ugleroda OJSC: 29,3%

- Jaroslavsky Technichesky Uglerod OJSC: 55,6%

- Tuimasytechuglerod OJSC:50,8%

(136) Με βάση τα ανωτέρω, θεωρείται, σύμφωνα με το άρθρο 9 παράγραφος 4 του βασικού κανονισμού, ότι πρέπει να επιβληθεί στις εισαγωγές καταγωγής Αιγύπτου και Ρωσίας, προσωρινός δασμός αντιντάμπινγκ στο επίπεδο των περιθωρίων ζημίας που διαπιστώθηκαν, εφόσον αυτά είναι χαμηλότερα από τα περιθώρια ντάμπινγκ.

7. ΣΥΜΦΕΡΟΝ ΤΗΣ ΚΟΙΝΟΤΗΤΑΣ

7.1. Προκαταρκτική παρατήρηση

(137) Σύμφωνα με το άρθρο 21 του βασικού κανονισμού, εξετάστηκε κατά πόσον η επιβολή μέτρων αντιντάμπινγκ αντιβαίνει στο συμφέρον της Κοινότητας ως συνόλου. Ο προσδιορισμός του κοινοτικού συμφέροντος βασίστηκε σε εκτίμηση όλων των ενδιαφερόμενων μερών, και ιδίως του κοινοτικού κλάδου παραγωγής, των μη συνδεδεμένων εισαγωγέων, καθώς και των χρηστών του υπό εξέταση προϊόντος.

(138) Προκειμένου να υπολογιστούν οι ενδεχόμενες επιπτώσεις της επιβολής ή μη επιβολής μέτρων, η Επιτροπή ζήτησε ορισμένα στοιχεία από όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη τα οποία είτε ήταν γνωστό ότι ενδιαφέρονταν ή αναγγέλθηκαν. Απεστάλησαν ερωτηματολόγια στους τρεις καταγγέλλοντες κοινοτικούς παραγωγούς, στον άλλο παραγωγό της Κοινότητας, 12 με συνδεδεμένους εισαγωγείς, 21 χρήστες και έξι ενώσεις χρηστών. Οι τρεις καταγγέλλοντες κοινοτικοί παραγωγοί, ο άλλος γνωστός κοινοτικός παραγωγός, τέσσερις εισαγωγείς και οκτώ χρήστες απήντησαν στα ερωτηματολόγια. Μία ένωση χρηστών υπέβαλε γραπτά σχόλια.

(139) Σε αυτή τη βάση, εξετάστηκε κατά πόσον, παρά τα συμπεράσματα σχετικά με το ντάμπινγκ, την κατάσταση του κοινοτικού κλάδου παραγωγής και την αιτιώδη συνάφεια, συντρέχουν αποχρώντες λόγοι για να συναχθεί το συμπέρασμα ότι δεν θα ήταν προς το συμφέρον της Κοινότητας η επιβολή μέτρων στην προκειμένη περίπτωση.

7.2. Συμφέρον του κοινοτικού κλάδου παραγωγής

7.2.1. Παραγωγική ικανότητα των υπό εξέταση χωρών

(140) Με βάση τις πληροφορίες που υπέβαλαν οι παραγωγοί-εξαγωγείς στις εν λόγω χώρες, η παραγωγική ικανότητα αυξήθηκε από 207.000 τόνους το 1997 σε 272.000 το 2001. Για τα έτη 2002 έως 2004, τόσο οι Αιγύπτιοι όσο και οι Ρώσοι συνεργασθέντες παραγωγοί προβλέπουν σταθεροποίηση της παραγωγικής τους ικανότητας. Όσον αφορά τα παρελθόντα έτη, ο Αιγύπτιος παραγωγός είναι υπεύθυνος για σχεδόν όλες τις αυξήσεις που παρατηρήθηκαν όσον αφορά τη σωρευμένη ικανότητα. Πράγματι, η παραγωγική ικανότητα των Αιγυπτίων παραγωγών υπερδιπλασιάστηκε στο διάστημα μεταξύ 1997 και 2000, ενώ η αντίστοιχη ικανότητα των Ρώσων παραγωγών σημείωσε μόνο οριακή αύξηση.

(141) Οι πληροφορίες (συμπεριλαμβανομένων των προβλέψεων) που παρατίθενται στον συνημμένο πίνακα προέρχονται από τους ίδιους τους συνεργαζόμενους εξαγωγείς. Αυτό δείχνει ότι η υπάρχουσα, βάσει αποδεδειγμένων στοιχείων παραγωγική ικανότητα ανέρχεται σε 272.000 τόνους ετησίως, αριθμητικό στοιχείο που πρέπει να συγκριθεί με την ποσότητα σε τόνους που εισήχθη στην ΕΚ από την Αίγυπτο και τη Ρωσία κατά την ΠΕ (περίπου 100.000 τόνοι).

(142) Όσον αφορά τη Ρωσία, επί του παρόντος, η παραγωγή και η εξαγωγή αιθάλης ποιότητας κατάλληλης για τις ιδιαίτερες ανάγκες των Ευρωπαίων κατασκευαστών ελαστικών αυτοκινήτων προέρχονται κυρίως από δύο μεγάλους συνεργαζόμενους προμηθευτές (Omsk και Yaroslav). Εντούτοις, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι οι δυνατότητες εξαγωγών στην Κοινότητα είναι μεγαλύτερες μεσοπρόθεσμα, υπό τον όρο ότι θα πραγματοποιηθούν ορισμένα έργα εκσυγχρονισμού της υπάρχουσα βιομηχανικής υποδομής.

>ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΕ ΓΡΑΦΗΚΟ>

(143) Ο Αιγύπτιος παραγωγός έχει επανειλημμένα εκφράσει την φιλοδοξία να καταστεί ο μεγαλύτερος παγκοσμίως παραγωγός αιθάλης του οποίου οι εγκαταστάσεις βρίσκονται σε ένα μόνο γεωγραφικό σημείο, έχοντας ως στόχο παραγωγική ικανότητα 180.000 τόνων ετησίως μεσοπρόθεσμα. Δεδομένου του περιορισμένου μεγέθους της εγχώριας αιγυπτιακής αγοράς (που υπολογίζεται σε 12.000 τόνους) και του ποσοστού αύξησης των αιγυπτιακών εξαγωγών στην Κοινότητα που παρατηρήθηκε κατά τα πρόσφατα έτη, η πιθανότητα σημαντικής αύξησης των εισαγωγών είναι σαφής. Θα πρέπει επίσης να υπενθυμίσουμε ότι ο εν λόγω παραγωγός υπάγεται σε παγκόσμιο εμπορικό παράγοντα, που έχει επιδείξει κατά το παρελθόν προθυμία και ικανότητα να μεταφέρει την παραγωγή από μια εργοστασιακή μονάδα σε άλλη.

(144) Τέλος, η έρευνα έδειξε ότι διάφοροι συνεργασθέντες στην έρευνα χρήστες υποβάλλουν σε δοκιμές το αιγυπτιακό και ρωσικό υλικό το οποίο προμηθεύονται τακτικά. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι δεν ακόμη δεν εισάγουν το υπό εξέταση προϊόν από τις εν λόγω χώρες όλοι οι συνεργασθέντες χρήστες

(145) Συνεπώς, υπάρχουν σαφώς πιθανότητες για ακόμη μεγαλύτερη αύξηση των εισαγωγών σε τιμές ντάμπινγκ, εάν δεν επιβληθούν μέτρα.

7.2.2. Κίνδυνος προσεχούς μείωσης της παραγωγικής ικανότητας λόγω παύσεως λειτουργίας εγκαταστάσεων

(146) Υπενθυμίζεται ότι το 2000, ένας κοινοτικός παραγωγός σταμάτησε τη λειτουργία δύο παραγωγικών μονάδων, στη Γαλλία και στο ΗΒ (βλ. παραπάνω, σημείο 82 του αιτιολογικού). Υπάρχουν σαφή σημεία που δείχνουν ότι, εάν συνεχίσουν οι εισαγωγές που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ, είναι δυνατόν να παύσει η λειτουργία και άλλων παραγωγικών μονάδων του κοινοτικού κλάδου παραγωγής. Πράγματι, ένας άλλος κοινοτικός παραγωγός έλαβε πρόσφατα επίσημα μέτρα για τη παύση λειτουργίας των γραμμών παραγωγής σε ορισμένα κράτη μέλη.

7.2.3. Συμπέρασμα για το συμφέρον του κοινοτικού κλάδου παραγωγής

(147) Είναι πολύ πιθανόν ότι εάν δεν ληφθούν μέτρα κατά της επιζήμιας επίπτωσης των εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ, ο κοινοτικός κλάδος παραγωγής θα υποστεί μεγαλύτερη απώλεια μεριδίου αγοράς, θα αντιμετωπίσει επιδείνωση της χρηματοοικονομικής του κατάστασης και θα αναγκαστεί να προβεί σε παύση της λειτουργίας μονάδων παραγωγής. Ο κοινοτικός κλάδος παραγωγής απέδειξε ότι είναι διαρθρωτικά βιώσιμος κλάδος παραγωγής. Αυτό επιβεβαιώθηκε από τη θετική ανάπτυξη της οικονομικής του κατάστασης σε μια χρονική στιγμή όπου ο ανταγωνισμός δεν είχε στρεβλωθεί από πρακτικές ντάμπινγκ. Πράγματι, κατά την περίοδο 1997 έως 1999, όταν το μερίδιο αγοράς των εισαγωγών από τις εν λόγω χώρες ήταν ακόμη σχετικά χαμηλό (2% έως 3%), η αποδοτικότητά του ήταν ικανοποιητική (μεταξύ 10% και 16%). Εάν επιβληθούν μέτρα, είναι πιθανόν ο κοινοτικός κλάδος παραγωγής να βελτιώσει την οικονομική του κατάσταση, αποκτώντας τη δυνατότητα να επανακτήσει μερίδιο της αγοράς και να αυξήσει τον όγκο των πωλήσεών του. Αυτό θα επιτρέψει την αύξηση της χρησιμοποίησης του παραγωγικού δυναμικού και την επακόλουθη μείωση των παγίων δαπανών.

7.3. Συμφέρον των μη συνδεδεμένων εισαγωγέων

(148) Η Επιτροπή απέστειλε ερωτηματολόγια σε 12 με συνδεδεμένους εισαγωγείς, από τους οποίους τέσσερις απήντησαν. Οι συνεργασθέντες εισαγωγείς αντιτέθηκαν στην επιβολή μέτρων αντιντάμπινγκ, επικαλούμενοι τη δυσκολία να βρουν νέους προμηθευτές και την πιθανή απώλεια θέσεων απασχόλησης.

(149) Όσον αφορά τη δυσκολία εξεύρεσης νέων πηγών προμήθειας εάν επιβληθούν τα μέτρα, η έρευνα κατέδειξε ότι θα εξακολουθήσουν να είναι διαθέσιμες και άλλες πηγές προμήθειας εκτός Κοινότητας χωρίς δασμούς. Πράγματι, οι εισαγωγές από άλλες τρίτες χώρες ανέρχονταν σε λίγο περισσότερο από το 8.1% της συνολικής κατανάλωσης κατά την ΠΕ. Αν και περίπου 2,7 εκατοστιαίες μονάδες των εν λόγω εισαγωγών προήλθαν από εταιρείες που συνδέονται με τον κοινοτικό κλάδο παραγωγής (βλ. παραπάνω σημείο 116 του αιτιολογικού), οι υπόλοιπες 5,4 εκατοστιαίες μονάδες δεν ήταν υπό τον έλεγχο του κοινοτικού κλάδου παραγωγής. Η εν λόγω πηγή προμήθειας αιθάλης, που μπορεί να αυξηθούν με την αποκατάσταση της λειτουργίας της αγοράς υπό συνθήκες θεμιτού ανταγωνισμού, είναι διαθέσιμη σε όλους τους χρήστες του υπό εξέταση προϊόντος.

(150) Όσον αφορά τις πιθανές απώλειες θέσεων εργασίας,οι ίδιοι οι συνεργασθέντες εισαγωγείς παραδέχτηκαν ότι ο σχετικός αριθμός θα ήταν πολύ μικρός και θα αντιστοιχούσε στον αριθμό των εν λόγω απασχολούμενων στην εμπορία του υπό εξέταση προϊόντος, επί συνόλου 276 απασχολούμενων. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι για τους συνεργασθέντες στην έρευνα εισαγωγείς η δραστηριότητα για το υπό εξέταση προϊόν αντιπροσώπευε περίπου 2% της συνολικής δραστηριότητας από την άποψη του κύκλου εργασιών.

(151) Επιπλέον, διαπιστώθηκε ότι η αιθάλη ποιότητας κατάλληλης για ελαστικά πωλείται βασικά απευθείας στους χρήστες, ενώ οι πωλήσεις μέσω εισαγωγέων είναι σχετικά περιορισμένες. Πράγματι, από την έρευνα προέκυψε ότι, κατά την ΠΕ, οι συνεργασθέντες στην έρευμα εισαγωγείς αντιπροσώπευαν μόνο 2% των αιγυπτιακών εισαγωγών στην Κοινότητα του εν λόγω προϊόντος και 28% των ρωσικών εισαγωγών. Κατά την ίδια περίοδο, οι εισαγωγές τις οποίες πραγματοποίησαν οι συνεργασθέντες χρήστες αντιπροσώπευαν αντίστοιχα 71% και 67% των εν λόγω εισαγωγών.

(152) Με βάση τα παραπάνω, συνήχθη το συμπέρασμα ότι η επιβολή μέτρων δεν θα είχε γενικά σημαντική αρνητική επίπτωση στους εισαγωγείς.

7.4. Συμφέρον των χρηστών

(153) Όπως αναφέρεται στο τμήμα 2.1, η αιθάλη ποιότητας κατάλληλης για τα ελαστικά που χρησιμοποιείται για την κατασκευή ελαστικών αυτοκινήτων και άλλων προϊόντων από ελαστικό. Η Επιτροπή έστειλε ερωτηματολόγια σε 21 χρήστες και 6 ενώσεις χρηστών και έλαβε απαντήσεις από οκτώ κατασκευαστές ελαστικών και γραπτά σχόλια από μία ένωση χρηστών, την BLIC (Bureau de liaison des Industries du caoutchouc). Κατά την ΠΕ, οι συνεργασθέντες χρήστες εισήγαγαν 71% των εισαγωγών στην Κοινότητα του υπό εξέταση προϊόντος από την Αίγυπτο και 67% των εισαγωγών από την Ρωσία. Κάλυψαν περίπου 82% των πωλήσεων του κοινοτικού κλάδου παραγωγής και περίπου 60% της κατανάλωσης αιθάλης ποιότητας κατάλληλης για ελαστικά στην Κοινότητα. Δεν εισήγαγαν και οι οκτώ συνεργασθέντες στην έρευνα χρήστες το υπό εξέταση προϊόν από την Αίγυπτο και τη Ρωσία.

7.4.1. Γενικά

(154) Με βάση τα γραπτά τους σχόλια, οι οκτώ συνεργασθέντες χρήστες αντιπροσωπεύουν 93% της κοινοτικής αγοράς ελαστικών επιβατικών αυτοκινήτων (κύκλωμα πώλησης εφεδρικών τροχών).

(155) Οι συνεργασθέντες χρήστες πωλούν τα προϊόντα τους μέσω δύο διαφορετικών κυκλωμάτων πωλήσεων ελαστικών για αυτοκίνητα: το κύκλωμα πωλήσεων αρχικού εξοπλισμού (ΑΕ), που αντιπροσωπεύει περίπου 28% των συνολικών πωλήσεων ελαστικών και το κύκλωμα πωλήσεων εφεδρικών τροχών (72%). Οι δυνατότητες τιμολόγησης που έχουν οι κατασκευαστές ελαστικών για αυτοκίνητα είναι διαφορετικές στα δύο κυκλώματα πωλήσεων. Στο κύκλωμα πωλήσεων ΑΕ, οι κατασκευαστές ελαστικών αυτοκινήτων "υφίστανται" τις τιμές (λόγω της πίεσης των κατασκευαστών αυτοκινήτων/φορτηγών), ενώ στο κύκλωμα πωλήσεων εφεδρικών τροχών, "αποφασίζουν" σε μεγάλο βαθμό τις τιμές, με αποτέλεσμα η τιμή ενός ελαστικού ΑΕ να είναι περίπου 25% κατώτερη από την τιμή του εφεδρικού τροχού. Στην πρώτη περίπτωση, οι κατασκευαστές ελαστικών για αυτοκίνητα συνδέονται με τις δραστηριότητες της αυτοκινητοβιομηχανίας, όπου ήδη ο όγκος των πωλήσεων σημείωσε μείωση κατά την ΠΕ. Η βιομηχανία ελαστικών ισχυρίζεται ότι λόγω της μειωμένης αγοραστικής δύναμης και του σκληρού ανταγωνισμού, οι κατασκευαστές αυτοκινήτων ζητούν και πετυχαίνουν μείωση των τιμών των ελαστικών ΑΕ κατά 2% και 6% ετησίως. Κατά τη διάρκεια της έρευνας, διάφοροι συνεργαζόμενοι χρήστες δήλωσαν ότι δεν αποκομίζουν κέρδος στο κύκλωμα πωλήσεων ΑΕ. Αντίστροφα, πραγματοποιήθηκαν κέρδη στο κύκλωμα πωλήσεων εφεδρικών τροχών, όπου οι κατασκευαστές είτε κατέχουν δικό τους κύκλωμα διανομής, είτε έχουν δοσοληψίες με διάφορους μικρούς διανομείς με περιορισμένη αγοραστική δύναμη. Για τον λόγο αυτό, μικρότεροι κατασκευαστές ελαστικών αυτοκινήτων επέλεξαν σκόπιμα να εξασφαλίζουν παρουσία μόνο στην αγορά εφεδρικών τροχών. Η έρευνα κατέδειξε ότι, κατά σταθμισμένο μέσον όρο, οι συνεργασθέντες χρήστες απεκόμισαν κέρδος 3 έως 5% κατά την ΠΕ, χρονική περίοδο κατά την οποία ο κοινοτικός κλάδος παραγωγής ήταν σε νεκρό σημείο εκμετάλλευσης. Συνεπώς θεωρείται ότι, παρόλο που οι συνεργασθέντες χρήστες υφίστανται κάποια πίεση στην αγορά, παραμένουν σε αποδοτική χρηματοοικονομική κατάσταση.

7.4.2. Συνέπειες των μέτρων αντιντάμπινγκ στους χρήστες

(156) Οι συνεργασθέντες χρήστες ισχυρίστηκαν ότι η επιβολή μέτρων αντιντάμπινγκ θα έχουν σοβαρή αρνητική επίπτωση στην χρηματοοικονομική τους κατάσταση δεδομένου ότι θα είναι σε θέση να εκφράσουν την αναμενόμενη αύξηση στο κόστος που προκύπτει από την επιβολή μέτρων αντιντάμπινγκ στους πελάτες τους.

7.4.2.1. Επιπτώσεις του κόστους

(157) Η έρευνα κατέδειξε ότι η αιθάλη ποιότητας κατάλληλης για ελαστικά αντιπροσωπεύει κατά μέσον όρο 5% του κατασκευαστικού κόστους των συνεργασθέντων χρηστών και 3,7% του συνολικού κόστους. Ο σταθμισμένος μέσος όρος δασμού για όλες τις ενδιαφερόμενες χώρες ανέρχεται σε 17%.

(158) Όσον αφορά τις πιθανές επιπτώσεις του κόστους στους χρήστες, εξετάστηκαν τα ακόλουθα.

(159) Ένα ακραίο σενάριο θα μπορούσε να είναι ότι (σενάριο 1) όλη η κατανάλωση αιθάλης ποιότητας κατάλληλης για ελαστικά επηρεάζεται από την αύξηση της τιμής κατά 17%, συμπεριλαμβανομένης αυτής την οποία προμηθεύει ο κοινοτικός κλάδος παραγωγής, ήτοι όχι μόνο θα σημειώσουν άνοδο οι τιμές εισαγωγής, αλλά ο κοινοτικός κλάδος παραγωγής θα αυξήσει επίσης τις τιμές του.

(160) Υπολογίστηκε ότι αυτό θα είχε ως αποτέλεσμα την αύξηση του συνολικού κόστους παραγωγής των συνεργασθέντων χρηστών κατά 0,7% και ως εκ τούτου θα είχε επίπτωση στην αποδοτικότητα των συνεργασθέντων χρηστών κατά 0,7 εκατοστιαίες μονάδες, εάν υποθέσουμε ότι δεν θα έχουν τη δυνατότητα να εκφράσουν την αύξηση του κόστους στην τιμή που θα εφαρμόσουν στους πελάτες τους. Πράγματι, η έρευνα κατέδειξε ότι, αντίθετα με τον κοινοτικό κλάδο παραγωγής, οι συνεργασθέντες χρήστες απεκόμισαν κέρδη κατά την ΠΕ (μεταξύ 3 και 5% κατά μέσον όρο επί του κύκλου εργασιών).

(161) Μια άλλη δυνατότητα θα μπορούσε να είναι (σενάριο 2) ότι μόνο η αιθάλη ποιότητας κατάλληλης για ελαστικά που εισάγεται από την Αίγυπτο και τη Ρωσία επηρεάζεται από την αύξηση κατά 17%. Στην περίπτωση αυτή, το συνολικό κόστος παραγωγής των συνεργασθέντων χρηστών θα αυξανόταν κατά 0,1% και συνεπώς η επίπτωση στο κέρδος θα ήταν 0,1 εκατοστιαία μονάδα.

(162) Τελικά, εκτιμάται ότι το πραγματικό αποτέλεσμα φαίνεται να βρίσκεται στη μέση αυτών των δύο σεναρίων, για τους ακόλουθους λόγους.

(163) Πράγματι, πιθανόν να αυξήσει ως ένα βαθμό τις τιμές του ο κοινοτικός κλάδος παραγωγής, αλλά είναι επίσης πιθανό να επωφεληθεί από τον μετριασμό της πίεσης που ασκούν οι τιμές για να επανακτήσει το απολεσθέν μερίδιο αγοράς με τον καθορισμό ανταγωνιστικών προς τις αιγυπτιακές και ρωσικές τιμών, πράγμα που καθιστά απίθανη την άνοδο των τιμών. Επιπλέον, ο κοινοτικός κλάδος παραγωγής δεν λειτούργησε με ολόκληρο το παραγωγικό δυναμικό κατά την ΠΕ. Για να αποκατασταθεί η λειτουργία με πλήρες παραγωγικό δυναμικό, θα πρέπει να μειωθεί το μοναδιαίο κόστος και να επιτραπεί μεγαλύτερη αποδοτικότητα σε χαμηλότερες τιμές. Επιπλέον, περίπου το 10% της κατανάλωσης αιθάλης ποιότητας κατάλληλης για ελαστικά προέρχεται από εναλλακτικούς προμηθευτές (το ήμισυ της παραγωγής DGW συν τις εισαγωγές που δεν υπόκεινται στον έλεγχο του κοινοτικού κλάδου παραγωγής). Ως εκ τούτου, δεν είναι πιθανόν ούτε και δυνατόν να σημειωθεί γενική άνοδος των τιμών.

(164) Ο παραπάνω υπολογισμός της επίπτωσης του κόστους στηρίζεται στην υπόθεση ότι η αύξηση του κόστους απορροφάται πλήρως από τα κέρδη. Ένα ρεαλιστικότερο σενάριο θα ήταν ωστόσο να αντικατοπτριστεί, τουλάχιστον εν μέρει, οποιοδήποτε επιπλέον κόστος στην τιμή που εφαρμόζεται στους πελάτες και συνεπώς να μην υπάρξει πλήρης επίπτωση στα κέρδη. Πράγματι, οι συνεργασθέντες χρήστες ισχυρίστηκαν ότι δεν θα μπορέσουν να αντικατοπτρίσουν την αύξηση της τιμής στην τιμή που θα εφαρμόσουν στους πελάτες ΑΕ. Εντούτοις, δεδομένου του συνυπολογιζόμενου μεριδίου αγοράς των συνεργασθέντων χρηστών (93% της κοινοτικής αγοράς ελαστικών αυτοκινήτων), ιδίως στο πλαίσιο του σεναρίου 1, σύμφωνα με το οποίο θα επηρεαστούν όλοι με γραμμικό τρόπο, είναι πιθανόν να υπάρξει, έστω εν μέρει, η δυνατότητα να αντικατοπτριστεί η αύξηση των τιμών. Ο ίδιος συλλογισμός ισχύει ακόμη περισσότερο στο τμήμα της αγοράς ελαστικών για αυτοκίνητα που αφορά τους εφεδρικούς τροχούς, τμήμα που αντιπροσωπεύει το 72% των συνολικών πωλήσεων ελαστικών αυτοκινήτων

7.4.2.2. Επιπτώσεις των τιμών

(165) Ένας άλλος τρόπος εξέτασης της επίπτωσης είναι να εξεταστεί από την σκοπιά των τιμών.

(166) Η έρευνα έδειξε ότι ο μέσος όρος της τιμής πώλησης "εκ του εργοστασίου" για "κοινό" ελαστικό επιβατικού αυτοκινήτου στο τμήμα αγοράς που αφορά τους εφεδρικούς τροχούς είναι περίπου 40 ευρώ. Για ελαστικό φορτηγού, η εν λόγω τιμή θα ήταν περίπου 203 ευρώ. Σύμφωνα με το σενάριο 1, η τιμή του ελαστικού αυτοκινήτου και του ελαστικού φορτηγού αυξάνεται κατά 26 λεπτά και κατά 1 ευρώ 28 λεπτά αντίστοιχα, ήτοι 0,7% και στις δυο περιπτώσεις. Σύμφωνα με το σενάριο 2, η αύξηση της τιμής είναι αντίστοιχα 2 λεπτά και 11 λεπτά και στις δύο περιπτώσεις.

(167) Όσον αφορά τα ελαστικά αυτοκινήτων που πωλούνται λιανικά στον τελικό πελάτη, με βάση μέσον όρο της μοναδιαίας τιμής περίπου 59% ανά ελαστικό, η αύξηση της τιμής θα ήταν 30 λεπτά στο σενάριο 1 και 3 λεπτά στο σενάριο 2.

(168) Όσον αφορά τα ελαστικά ΑΕ, για ελαστικά αυτοκινήτου αξίας 30 ευρώ και για ελαστικά αξίας 182 ευρώ, τα αποτελέσματα είναι τα ακόλουθα: Σύμφωνα με το σενάριο 1, η τιμή του ελαστικού αυτοκινήτου και του ελαστικού φορτηγού αυξάνεται κατά 19 λεπτά και κατά 1 ευρώ 15 λεπτά αντίστοιχα, ήτοι 0,7% και στις δυο περιπτώσεις. Σύμφωνα με το σενάριο 2, η αύξηση της τιμής είναι αντίστοιχα 2 λεπτά και 10 λεπτά, ήτοι 0,1% και στις δύο περιπτώσεις.

>ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΕ ΓΡΑΦΗΚΟ>

Τα παραπάνω εκτίθενται περιληπτικά στον συνημμένο πίνακα.

7.4.3. Ανταγωνισμός με παραγωγούς ελαστικών από τρίτες χώρες

(169) Ορισμένοι συνεργασθέντες παραγωγοί ελαστικών ισχυρίστηκαν ότι η επιβολή μέτρων θα είχε ως αποτέλεσμα την αύξηση του ανταγωνισμού από μέρους των εισαγόμενων ελαστικών που δεν υπόκεινταν σε δασμούς. Όπως αποδεικνύεται παραπάνω στο σημείο 7.4.2, η ενδεχόμενη αύξηση της τιμής και συνεπώς επιδείνωση της εν λόγω ανταγωνιστικής κατάστασης θα είναι πιθανώς ελάχιστη. Θα πρέπει να υπενθυμίσουμε ότι την αγορά ελαστικών στην Κοινότητα προμηθεύουν κατά 93% οι συνεργασθέντες χρήστες που έχουν το πλεονέκτημα να βρίσκονται κοντά στους πελάτες τους.

(170) Οι συνεργασθέντες χρήστες ισχυρίστηκαν επίσης ότι το ποσοστό ελαστικών για αυτοκίνητα που παράγονται στην Κοινότητα και εξάγονται σε τρίτες χώρες θα αντιμετώπιζε κατάσταση στρέβλωσης του ανταγωνισμού έναντι των παραγωγών ελαστικών αυτοκινήτων που δεν υπόκεινται σε μέτρα αντιντάμπινγκ στις αγορές των εν λόγω τρίτων χωρών. Εντούτοις, κατά πρώτον, το καθεστώς τελειοποίησης για επανεξαγωγή θα επέτρεπε στους παραγωγούς ελαστικών για αυτοκίνητα που προορίζονται για εξαγωγή να ζητήσουν την επιστροφή των δασμών αντιντάμπινγκ που εισπράχθηκαν για την αιθάλη που εισήχθη από την Αίγυπτο και τη Ρωσία. Eπιπλέον, οι πωλήσεις σε τρίτες χώρες αντιπροσώπευαν περίπου 27% των συνολικών πωλήσεων κατά την ΠΕ. Παρόλο που ορισμένοι συνεργασθέντες χρήστες είναι πράγματι καθαροί εξαγωγείς ελαστικών, ορισμένοι άλλοι είναι καθαροί εισαγωγείς, πράγμα που συνεπάγεται ότι μέρος των κοινοτικών τους πωλήσεων δεν θα επηρεαστεί καθόλου από τα μέτρα.

(171) Οι χρήστες ισχυρίστηκαν ότι υπό αυτές τις συνθήκες, μπορεί να αναγκαστούν να μεταφέρουν τις εγκαταστάσεις παραγωγής εκτός Κοινότητας. Πράγματι άρχισε διαδικασία μεταφοράς εκτός Κοινότητας από ορισμένους παραγωγούς ελαστικών για αυτοκίνητα κατά τα τελευταία έτη. Εντούτοις, η εν λόγω μεταφορά φαίνεται να έχει στρατηγικούς σκοπούς, δηλ. την εγκατάσταση της παραγωγής κοντύτερα στις διευρυνόμενες αγορές, καθώς και την μείωση του εργατικού κόστους. Δεν υπάρχουν στοιχεία που να αποδεικνύουν ότι η επίπτωση των μέτρων είτε θα επιταχύνει τη διαδικασία είτε θα οδηγήσει στη στρέβλωση της κοινοτικής αγοράς ελαστικών για αυτοκίνητα.

7.4.4. Θέματα ανταγωνισμού

7.4.4.1. Ισχυρή θέση στην αγορά

(172) Εξετάστηκε το κατά πόσον η ισχυρή θέση στην αγορά που κατείχαν οι κοινοτικοί παραγωγοί ήταν τέτοια που να παρεμποδίσει τον ανταγωνισμό στην κοινοτική αγορά εάν επιβληθούν μέτρα.

(173) Κατά την ΠΕ, ο κοινοτικός κλάδος παραγωγής κατείχε μερίδιο αγοράς 73,6%. Εάν ληφθούν υπόψη οι εισαγωγές που πραγματοποίησε ο κοινοτικός κλάδος παραγωγής από την Ουγγαρία, την Τσεχική Δημοκρατία, τις ΗΠΑ και τη Βραζιλία, θα προκύψει μερίδιο αγοράς 76,3%. Έτσι υπολείπεται μερίδιο αγοράς 23,7% που δεν εξαρτάται από τον κοινοτικό κλάδο παραγωγής.

(174) Παρόλο που είναι πιθανόν, μετά την επιβολή μέτρων, να μειωθεί ο όγκος των πωλήσεων και το μερίδιο αγοράς των εν λόγω εισαγωγών, οι εισαγωγές από άλλες τρίτες χώρες θα εξακολουθήσουν να αντιπροσωπεύουν εναλλακτική πηγή προμήθειας. Οι εν λόγω εισαγωγές αντιπροσωπεύουν 8,1% της κοινοτικής κατανάλωσης (5,4%, αφού αφαιρεθούν οι εισαγωγές που πραγματοποίησε ο κοινοτικός κλάδος παραγωγής) και περίπου 48% των εισαγωγών στην κοινοτική αγορά κατά την ΠΕ (32%, αφού αφαιρεθούν οι εισαγωγές που πραγματοποίησε ο κοινοτικός κλάδος παραγωγής από τις δικές του εγκαταστάσεις). Επιπλέον, η αποκατάσταση κανονικών συνθηκών αγοράς θα καταστήσει την κοινοτική αγορά ελκυστικότερη στις εν λόγω άλλες πηγές προμήθειας.

(175) Θα πρέπει να υπενθυμίσουμε ότι ο σκοπός των μέτρων αντιντάμπινγκ δεν είναι να σταματήσει την πρόσβαση στην Κοινότητα εισαγωγών κατά των οποίων έχουν επιβληθεί μέτρα, αλλά να εξουδετερωθεί η επίπτωση της στρέβλωσης των συνθηκών της αγοράς που προκύπτει από την ύπαρξη εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ.

(176) Τέλος, θα πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι όλοι οι Αιγύπτιοι και οι Ρώσοι παραγωγοί (με δασμούς που βασίζονται στο περιθώριο ντάμπινγκ) θα εξακολουθήσουν, μετά την επιβολή μέτρων, να πραγματοποιούν πωλήσεις σε τιμή χαμηλότερη από τη μη ζημιογόνο τιμή που υπολογίζεται για την επιβολή δασμών.

7.4.4.2. Δυσκολίες ως προς τη μετάβαση σε εναλλακτικές πηγές προμήθειας

(177) Οι χρήστες ισχυρίστηκαν ότι, λόγω της εκτενούς διαδικασίας που απαιτείται για την έγκριση νέου προμηθευτή αιθάλης, η οποία διαρκεί 2 έως 5 έτη, θα ήταν αδύνατον να γίνει ταχεία αντικατάσταση του ενός προμηθευτή με άλλον μετά την επιβολή μέτρων.

(178) Η έρευνα επιβεβαίωσε ότι απαιτείται πράγματι η εν λόγω διαδικασία για την έγκριση νέου προμηθευτή αιθάλης, παρόλο που η σχετική διάρκεια μπορεί να είναι σημαντικά κατώτερη από 2 έτη (π.χ. ελάχιστο όριο έξι μήνες). Ως εκ τούτου, μπορεί να απαιτηθεί κάποιος χρόνος για να αποκτήσουν οι κατασκευαστές ελαστικών αυτοκινήτων πηγές προμήθειας εναλλακτικές ως προς τις αιγυπτιακές και ρωσικές. Συνεπώς είναι πιθανόν να συνεχίσουν να αγοράζουν από τις εν λόγω χώρες (παρόλο που θα καταβάλλουν δασμό) πριν να περάσουν σε άλλες πηγές προμήθειας.

(179) Επιπλέον, διαπιστώθηκε ότι περίπου 20% της κατανάλωσης του υπό εξέταση προϊόντος καλύπτει αγαθά άλλα από ελαστικά αυτοκινήτων, που δεν απαιτούν την εν λόγω διαδικασία έγκρισης. Συνεπώς, οι χρήστες θα είναι σε θέση να μεταπηδήσουν ταχύτερα σε άλλες πηγές προμήθειας.

(180) Τέλος, δεδομένης της φύσεως του εν λόγω προϊόντος και του σχετικά μεγάλου κόστους μεταφοράς, είναι προς το συμφέρον των ίδιων των χρηστών να διατηρούν σημαντικούς, αξιόπιστους και αποτελεσματικούς κοινοτικούς προμηθευτές κοντά στις εγκαταστάσεις παραγωγής τους.

7.4.4.3. Ανταγωνισμός μεταξύ κοινοτικών παραγωγών

(181) Ορισμένα ενδιαφερόμενα μέρη ισχυρίστηκαν ότι ο κοινοτικός κλάδος παραγωγής προέβη σε συμφωνίες για τις τιμές και συγχρόνως πραγματοποίησε αύξηση των τιμών Τα μέρη που ενέχονται στην διαδικασία υπέβαλαν αποδεικτικά στοιχεία για την αύξηση των τιμών που πραγματοποιήθηκε περίπου συγχρόνως τον Απρίλιο 2002

(182) Παρόλο που ο ισχυρισμός αναφέρεται σε περίοδο που έπεται της ΠΕ, η Επιτροπή προέβη σε περαιτέρω εκτίμηση του θέματος, στο πλαίσιο και με τους περιορισμούς του βασικού κανονισμού, για να προσδιορίσει κατά πόσον είναι σημαντική η πιθανή επίπτωση στην έρευνα από την άποψη του ανταγωνισμού στην κοινοτική αγορά. Κατά πρώτον, θα πρέπει να σημειωθεί ότι η Επιτροπή δεν έχει λάβει απόφαση σχετικά με την πιθανότητα να παραβιάζονται οι κανόνες ανταγωνισμού. Παρόλο που έχει αρχίσει διαδικασία για την προστασία του ανταγωνισμού (antitrust), αυτό δεν θα πρέπει, ελλείψει αποδείξεων, να στερήσει στους κοινοτικούς παραγωγούς αιθάλης να ασκήσουν τα δικαιώματά τους δυνάμει του Βασικού Κανονισμού για την αντιμετώπιση αθέμιτων εμπορικών πρακτικών. Κατά δεύτερον, βάσει της καταγγελίας, υποβλήθηκαν στην Επιτροπή αποδεικτικά στοιχεία σύμφωνα με τα οποία, κατά την υπό εξέταση περίοδο, οι κοινοτικοί παραγωγοί είχαν απώλεια μεριδίου της αγοράς εις όφελος άλλων κοινοτικών παραγωγών, πράγμα που μπορεί να θεωρηθεί ως ένδειξη ότι στην προκειμένη περίπτωση υπάρχει ανταγωνιστική συμπεριφορά μεταξύ των κοινοτικών παραγωγών.

(183) Επιπλέον, όπως αναφέρθηκε παραπάνω, το κόστος παραγωγής της αιθάλης ποιότητας κατάλληλης για ελαστικά εξαρτάται κατά πολύ από την τιμή του πετρελαίου. Η αύξηση της τιμής, που αναγγέλθηκε τον Απρίλιο 2002, ακολούθησε την αύξηση της τιμής του πετρελαίου κατά 30% που σημειώθηκε τον Φεβρουάριο 2002, και που καλύφθηκε μόνο εν μέρει από τις μεταγενέστερες αυξήσεις της τιμής. Το γεγονός ότι οι αυξήσεις των τιμών έγιναν συγχρόνως μπορεί να οφείλεται στο γεγονός ότι και οι τρεις κοινοτικοί παραγωγοί αντιμετώπισαν την ίδια άνοδο του κόστους και αντιμετώπισαν και οι τρεις συμπίεση του κέρδους. Πράγματι, στις πιο μακροπρόθεσμες συμβάσεις τους οι κοινοτικοί παραγωγοί προβλέπουν συνήθως τριμηνιαία προσαρμογή των τιμών πώλησης με βάση την τιμή του πετρελαίου.

(184) Με βάση αυτά τα πορίσματα, και στο πλαίσιο και εντός των ορίων του βασικού κανονισμού, δεν μπορεί να συναχθεί το συμπέρασμα στο παρόν στάδιο ότι η γενική κατάσταση ως προς τον ανταγωνισμό στην κοινοτική αγορά είναι τέτοια ώστε η επιβολή μέτρων να αντιβαίνει στο κοινοτικό συμφέρον.

(185) Επιπλέον, σύμφωνα με το άρθρο 20 σημείο 1 του κανονισμού 17 του Συμβουλίου της 6ης Φεβρουαρίου 1962, που θεσπίζει διαδικαστικούς κανόνες για έρευνες σύμφωνα με τα άρθρα 81 και 82 (ΕΚ)"οι πληροφορίες που αποκτήθηκαν συνεπεία της εφαρμογής των άρθρων 11, 12, 13 και 14 χρησιμοποιούνται μόνο για τη σχετική έρευνα". Το άρθρο 20 παράγραφος 2 απαγορεύει την κοινολόγηση των πληροφοριών που αποκτούνται σύμφωνα με τις διατάξεις του κανονισμού 17. Υπό τις παρούσες περιστάσεις, αυτό σημαίνει ότι οι πληροφορίες που συγκεντρώθηκαν στο πλαίσιο μιας έρευνας για την προστασία του ανταγωνισμού μπορεί να χρησιμοποιηθεί μόνο για τον σκοπό για τον οποίο συγκεντρώθηκαν. Ως εκ τούτου, οι εν λόγω πληροφορίες δεν μπορούν σε καμία περίπτωση να χρησιμοποιηθούν για την έρευνα αντιντάμπινγκ. Μετά την περάτωση της έρευνας για τον ανταγωνισμό, η ομάδα αντιντάμπινγκ της Επιτροπής θα εκτιμήσει τις επιπτώσεις για την παρούσα περίπτωση αντιντάμπινγκ. Eάν η Επιτροπή διαπιστώσει ότι έχουν παραβιαστεί οι κανόνες ανταγωνισμού της Συνθήκης ΕΚ, οι κοινοτικές αρχές θα λάβουν αμέσως τα απαραίτητα μέτρα για να εξασφαλίσουν ότι οι ενεχόμενες εταιρείες δεν επωφελούνται από τα μέτρα αντιντάμπινγκ.

8. ΑΝΑΛΗΨΕΙΣ ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΩΝ

(186) Οι δύο Ρώσοι παραγωγοί-εξαγωγείς στους οποίους αναγνωρίστηκε καθεστώς οικονομίας της αγοράς υπέβαλαν προσφορές για ανάληψη υποχρέωσης σχετικά με τις τιμές πριν τη λήξη της προθεσμίας για την υποβολή σχολίων μετά την κοινολόγηση των οριστικών πορισμάτων.

(187) Οι εν λόγω αιτήσεις, στην παρούσα μορφή τους, θεωρήθηκαν ανέφικτες και συνεπώς μη αποδεκτές, κυρίως διότι οι πωλήσεις των εν λόγω δύο παραγωγών-εξαγωγέων στην Κοινότητα κατά την περίοδο έρευνας πραγματοποιήθηκαν έμμεσα, μέσω εμπορικών παραγόντων. Οι προσφορές που υποβλήθηκαν δεν εξηγούσαν καθαρά πώς θα επρόκειτο να αλλάξει το σύστημα, το οποίο ήταν μη αποδεκτό από την άποψη της ανάληψης υποχρέωσης.

(188) Υπό το φως αυτών των στοιχείων, συνήχθη το συμπέρασμα ότι δεν υπήρχε ικανοποιητική εγγύηση για διεξαγωγή ορθής παρακολούθησης.

(189) Τα ενδιαφερόμενα μέρη ενημερώθηκαν σχετικά και οι λόγοι για τους οποίους δεν ήταν δυνατόν να γίνει αποδεκτή η ανάληψη υποχρέωσης κοινολογήθηκαν λεπτομερώς στους ενδιαφερόμενους εξαγωγείς.

9. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ

(190) Για τους παραπάνω λόγους, δεν είναι πιθανόν οι ενδεχόμενες επιπτώσεις στους εισαγωγείς, χρήστες και στον ανταγωνισμό να εξουδετερώσουν τις θετικές συνέπειες στον κοινοτικό κλάδο παραγωγής των μέτρων κατά της ζημιογόνου πρακτικής ντάμπινγκ. Συνεπώς δεν συντρέχει αποχρών λόγος για να αποβεί η επιβολή μέτρων αντιντάμπινγκ στις εισαγωγές που αποτελούν αντικείμενο επιζήμιας πρακτικής ντάμπινγκ από τις εν λόγω χώρες, όπως προτείνεται στο σημείο 136 του αιτιολογικού, αντίθετη προς το συμφέρον της Κοινότητας.

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:

Άρθρο 1

1. Επιβάλλεται οριστικός δασμός αντιντάμπινγκ στις εισαγωγές αιθάλης κατάλληλης για ελαστικά της οποίας η τιμή "προσρόφησης ιωδίου" είναι 20mg/gr ή υψηλότερη, η τιμή απορρόφησης DBD" είναι 25 έως 200ml/100g και η τιμή "σκληρότητας μεμονωμένου σφαιριδίου" είναι 15g ή υψηλότερη [10], και κατατάσσεται επί του παρόντος στους κωδικούς ΣΟ ex 2803 00 10 (κωδικός TARIC: 2803 0010 10) και 2803 0080 (κωδικός TARIC: 2803 008010) καταγωγής Αιγύπτου και Ρωσίας.

[10] Για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού, η προσρόφηση ιωδίου, η απορρόφηση DBD και η σκληρότητα μεμονωμένου σφαιριδίου μετρώνται με τις τυποποιημένες μεθόδους δοκιμών που εξέδωσε η American Society for Testing and Materials (ASTM). Ο προσδιορισμός αυτών των προτύπων είναι: ASTM D1510-02a για την προσρόφηση ιωδίου, ASTM D2414-02a για την απορρόφηση DBP και ASTM D5230-00el για τη σκληρότητα μεμονωμένου σφαιριδίου.

2. Ο δασμός που εφαρμόζεται στην καθαρή τιμή "ελεύθερο στα σύνορα της Κοινότητας", πριν τον εκτελωνισμό, για τα προϊόντα που παράγονται από τις ακόλουθες εταιρείες, είναι ο ακόλουθος:

>ΘΕΣΗ ΠIΝΑΚΑ>

Εκτός εάν ορίζεται διαφορετικά, εφαρμόζονται οι διατάξεις που ισχύουν για τους δασμούς.

Άρθρο 2

Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την επόμενη ημέρα από τη δημοσίευσή του στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.

Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε όλα τα κράτη μέλη.

Βρυξέλλες, [...]

Για το Συμβούλιο

Ο Πρόεδρος