Ανακοίνωση της Επιτροπής στο Συµßούλιο και το Ευρωπαϊκό Κοινοßούλιο - Επισκόπηση της Πολιτικής Περιßάλλοντος για το 2003 - Η εδραίωση του περιßαλλοντικού σκέλους της αειφόρου ανάπτυξης /* COM/2003/0745 Τελικό */
ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΣΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ - ΕΠΙΣΚΟΠΗΣΗ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΟΣ ΓΙΑ ΤΟ 2003 - Η εδραίωση του περιβαλλοντικού σκέλους της αειφόρου ανάπτυξης ΠΙΝΑΚΑΣ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΩΝ 1. Εισαγωγή 2. Ένα νέο πολιτικό πλαίσιο 3. Τάσεις, προκλήσεις και πολιτικές απαντήσεις 4. Μια ανανεωμένη προσέγγιση για την πολιτική του περιβάλλοντος 5. Nέα κράτη μέλη - οι ειδικές προκλήσεις της διεύρυνσης 6. Η διεθνής διάσταση 7. Προοπτικές 2004 ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ 1. Εισαγωγή Κύριος στόχος της παρούσας επισκόπησης είναι να εκτεθούν οι εξελίξεις μετά το 2001 και να τονιστούν τα θέματα στα οποία πρέπει να αποδώσουν προτεραιότητα το επόμενο έτος οι πολιτικές περιβάλλοντος σε επίπεδο ΕΕ και σε εθνικό επίπεδο. Αποσκοπεί επίσης στην παρακολούθηση της εφαρμογής του 6ου Προγράμματος Δράσης της ΕΕ για το Περιβάλλον (6ο ΠΔΠ) [1]. [1] Απόφαση 1600/2002/EΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για τη θέσπιση του Έκτου κοινοτικού προγράμματος για το περιβάλλον, ΕΕ L 242, 10 Σεπτεμβρίου 2002, σ. 1-15. Η επισκόπηση εγγράφεται στο πλαίσιο της στρατηγικής της Λισαβώνας για την οικονομική και κοινωνική ανανέωση η οποία δρομολογήθηκε το 2000. Στη Λισαβώνα οι ηγέτες της ΕΕ δήλωσαν ότι στόχος τους ήταν να καταστήσουν την ΕΕ "την ανταγωνιστικότερη και δυναμικότερη οικονομία της γνώσης ανά την υφήλιο, ικανή για βιώσιμη οικονομική ανάπτυξη με περισσότερες και καλύτερες θέσεις εργασίας και μεγαλύτερη κοινωνική συνοχή " έως το 2010. Η στρατηγική της Λισαβώνας συμπληρώθηκε με ένα τρίτο περιβαλλοντικό σκέλος, μετά από την έγκριση της στρατηγικής για την αειφόρο ανάπτυξη στην Ευρωπαϊκή Ένωση, κατά το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο του Γκέτεμποργκ το 2001 [2]. [2] Παράγραφοι 19-32, Συμπεράσματα της Προεδρίας, Ευρωπαϊκό Συμβούλιο του Γκέτεμποργκ (15-16 Ιουνίου 2001). Αυτή η πρώτη επισκόπηση των περιβαλλοντικών πολιτικών της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των κρατών μελών αποτελεί συνέπεια της εαρινής συνόδου του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου το 2003, το οποίο επισήμανε την πρόθεση της Επιτροπής "να καταρτίσει ετήσιο απολογισμό της διαδικασίας του Κάρντιφ για την ενσωμάτωση των περιβαλλοντικών μελημάτων και τακτική ετήσια επισκόπηση περιβαλλοντικής πολιτικής και να υποβάλει εγκαίρως έκθεση, ώστε τα αποτελέσματα αυτών των εργασιών να λαμβάνονται υπόψη στην προετοιμασία των μελλοντικών εαρινών του συνόδων, αρχίζοντας από το 2004." [3] [3] Παράγραφος 58, Συμπεράσματα της Προεδρίας, Ευρωπαϊκό Συμβούλιο που έλαβε χώρα στις Βρυξέλλες, (20-21 Μαρτίου 2003). Στην παρούσα επισκόπηση καταρχήν ορίζεται το νέο πολιτικό πλαίσιο της περιβαλλοντικής πολιτικής της Ευρωπαϊκής Ένωσης μετά από την έγκριση της στρατηγικής της ΕΕ για την αειφόρο ανάπτυξη κατά το 2001. Εν συνεχεία εξετάζονται οι πλέον πιεστικές απειλές που αντιμετωπίζει το περιβάλλον και οι απαντήσεις που εδόθησαν μέχρι σήμερα σε επίπεδο πολιτικής της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Κατόπιν σκιαγραφείται ο συνδυασμός των απαιτούμενων μέσων σε επίπεδο πολιτικής περιβάλλοντος, ώστε να καταστεί πραγματικότητα η αειφόρος ανάπτυξη: υπογραμμίζοντας ότι επιβάλλεται να αποδοθεί ιδιαίτερη έμφαση σε τρεις στόχους εγκάρσιου χαρακτήρα που στηρίζουν την περιβαλλοντική πολιτική, ήτοι στην ολοκλήρωση των περιβαλλοντικών θεμάτων στις άλλες πολιτικές, την εφαρμογή και την ενημέρωση. Τέλος, στην επισκόπηση εξετάζονται ειδικότερα οι προκλήσεις λόγω της διεύρυνσης και των διεθνών εξελίξεων. 2. Ενα νέο πολιτικό πλαίσιο Το πλαίσιο της περιβαλλοντικής πολιτικής της ΕΕ εξελίχθηκε σημαντικά κατά την προηγούμενη διετία, τόσο συνεπεία της λήψης αποφάσεων με άμεσες επιπτώσεις στο περιβάλλον, όπως η έγκριση των στρατηγικών για την αειφόρο ανάπτυξη σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης και κρατών μελών, η δρομολόγηση του 6ου Προγράμματος Δράσης για το Περιβάλλον και η Παγκόσμια Διάσκεψη Κορυφής για την Αειφόρο Ανάπτυξη στο Γιοχάνεσμπουργκ όσο και λόγω αλλαγών της ευρύτερης πολιτικής κατάστασης, όπως η διεύρυνση της Ένωσης με δέκα νέα κράτη μέλη το 2004, ο διάλογος για το μέλλον της Ευρώπης, η παρατηρούμενη επιβράδυνση της οικονομίας και η κλιμάκωση των ανησυχιών σε ό,τι αφορά την ασφάλεια. 2.1. Η αειφόρος ανάπτυξη στο επίκεντρο του πολιτικού διαλόγου Αειφόρος ανάπτυξη: προτεραιότητα σε όλα τα επίπεδα της δημόσιας διακυβέρνησης και κλιμάκωση της ευαισθητοποίησης στον ιδιωτικό τομέα - Αφ'ής στιγμής περιλήφθηκε στη συνθήκη του 1997, η αειφόρος ανάπτυξη αναγνωρίζεται ως γενικός στόχος στην ΕΕ. Η έγκριση της στρατηγικής της ΕΕ για την αειφόρο ανάπτυξη τον Ιούνιο του 2001 στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο του Γκέτεμποργκ αποτέλεσε σημείο καμπής, διότι η ανάγκη να επιδιωχθεί η ισορροπημένη οικονομική ανάπτυξη, η βελτίωση των κοινωνικών συνθηκών και η προστασία του περιβάλλοντος, οδήγησε στη διατύπωση δέσμης λεπτομερών στόχων και δράσεων. Η στρατηγική επιδιώκει την προαγωγή της οικονομικής ανάπτυξης και της κοινωνικής συνοχής δίχως επιδείνωση της ποιότητας του περιβάλλοντος. Παράλληλα συνεπάγεται ότι οι περιβαλλοντικοί στόχοι πρέπει να σταθμίζονται με γνώμονα τις οικονομικές και κοινωνικές επιπτώσεις τους αναζητώντας παράλληλα λύσεις που να είναι ταυτόχρονα επωφελείς για την οικονομία, την απασχόληση και το περιβάλλον. Πρόκειται για μείζονα στροφή ως προς τον τρόπο με τον οποίο μέχρι σήμερα συλλαμβάνεται και σχεδιάζεται η περιβαλλοντική πολιτική. - Το 2002, το Συμβούλιο και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ενέκριναν το 6ο Πρόγραμμα Δράσης για το Περιβάλλον, στο οποίο καθορίζεται ο χάρτης της πορείας της ΕΕ σχετικά με το περιβάλλον κατά την επόμενη δεκαετία. Το 6ο ΠΔΠ αποτελεί το κύριο μέσο επίτευξης των περιβαλλοντικών στόχων της στρατηγικής για την αειφόρο ανάπτυξη. Σε αυτό ορίζονται φιλόδοξοι και συχνά ποσοτικοποιημένοι στόχοι, οι οποίοι τονίζουν τις μακροπρόθεσμες δεσμεύσεις της Ένωσης όσον αφορά την προστασία του περιβάλλοντος, διαμορφώνοντας τοιουτοτρόπως κατανοητό πλαίσιο για τους παράγοντες του δημόσιου και του ιδιωτικού τομέα ανά την Ευρώπη και την υφήλιο. - Σε διεθνές επίπεδο, η δεύτερη Παγκόσμια Διάσκεψη Κορυφής για την Αειφόρο Ανάπτυξη (WSSD - ΠΔΚΑΑ), που πραγματοποιήθηκε στο Γιοχάνεσμπουργκ τον Σεπτέμβριο του 2002, προσέδωσε νέα ώθηση στη συνολική διάσταση της αειφόρου ανάπτυξης δέκα χρόνια μετά από το Ριο. - Σε εθνικό επίπεδο, πριν το 2001, μόνο λίγα από τα κράτη μέλη της ΕΕ είχαν αναπτύξει εθνικές στρατηγικές για την αειφόρο ανάπτυξη. Σήμερα τα κράτη μέλη και οι χώρες των οποίων επίκειται η προσχώρηση έχουν εγκρίνει στην πλειοψηφία τους ανάλογες στρατηγικές, σύμφωνα με την ημερομηνία-στόχο του 2005 που ορίζει το Πρόγραμμα Εφαρμογής του Γιοχάνεσμπουργκ. - Πολλές δημόσιες αρχές ανά την Ευρώπη ανέπτυξαν δραστηριότητες εκπονώντας τοπικές και περιφερειακές Aτζέντα 21 (Αgenda 21 - πρόγραμμα δράσης "21ος αιώνας"), ήγουν συστήματα για την αειφόρο ανάπτυξη σε τοπικό επίπεδο. - Ο ιδιωτικός τομέας δείχνει ολοένα και μεγαλύτερο ενδιαφέρον για την αειφόρο ανάπτυξη, ιδίως μέσω της διαμόρφωσης στρατηγικών για την κοινωνική και περιβαλλοντική ευθύνη των επιχειρήσεων καθώς και άλλων πρωτοβουλιών εθελοντικής συμμετοχής, συμπεριλαμβανόμενων των ειδικών δράσεων για τη βελτίωση των περιβαλλοντικών του επιδόσεων. Οι εξελίξεις αυτές υποδηλώνουν όξυνση της ευαισθητοποίησης όσον αφορά την αλληλεξάρτηση των στόχων της οικονομικής, κοινωνικής και περιβαλλοντικής πολιτικής καθώς και μακροπρόθεσμη δέσμευση υπέρ της συνέπειας των ασκούμενων πολιτικών. Η εξελισσόμενη πολιτική κατάσταση επηρεάζει τα θέματα που είναι στην ημερήσια διάταξη για την αειφόρο ανάπτυξη - Η διεύρυνση της ΕΕ με δέκα νέα κράτη μέλη από τον Μάιο του 2004 προσκομίζει μοναδικά περιβαλλοντικά στοιχεία, όπως πλούσια βιοποικιλότητα και τεράστιες εκτάσεις άγριας φύσης, αντιπροσωπεύει όμως παράλληλα σοβαρή πρόκληση για την πολιτική περιβάλλοντος της ΕΕ, δεδομένου ότι, για την εφαρμογή και την τήρηση του κεκτημένου, είναι αναγκαίο να δημιουργηθεί νέο δυναμικό και να εξασφαλισθούν χρηματοδοτήσεις σε μεγάλη κλίμακα. - Ο υπό εξέλιξη διάλογος σχετικά με το Μέλλον της Ευρώπης αφορά άμεσα τη διεύρυνση. Η Διακυβερνητική Διάσκεψη βασιζόμενη στο έργο της Συνέλευσης, θα αποφασίσει τη δομή της διευρυμένης Ένωσης, προτείνοντας συνταγματική συνθήκη. Η εν λόγω συνθήκη θα αποτελέσει το νέο θεσμικό πλαίσιο εντός του οποίου θα πρέπει να εγγραφούν η προηγμένη προστασία του περιβάλλοντος και η αειφόρος ανάπτυξη. Δεδομένου ότι το περιβάλλον εξακολουθεί να κατέχει κορυφαία θέση στον κατάλογο των θεμάτων υψηλής προτεραιότητας για τους πολίτες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αποτελεί πρόκληση όχι μόνο να εξασφαλιστεί ότι η νέα συνθήκη θα διατηρήσει το περιβαλλοντικό κεκτημένο της ΕΕ αλλά και ότι θα συμβάλει στη περαιτέρω βελτίωσή του. - Η επιδείνωση του οικονομικού και κοινωνικού κλίματος μετά το 2001 είχε ως αποτέλεσμα να αναβαθμιστεί η πολιτική σημασία του θέματος της οικονομικής ανάπτυξης και της απασχόλησης. Σύμφωνα με τον γενικό στόχο για την επίτευξη της αειφόρου ανάπτυξης, οι καταβαλλόμενες προσπάθειες με στόχο την αντιμετώπιση των προβλημάτων που σχετίζονται με την ανάπτυξη και την απασχόληση, επιβάλλεται να λαμβάνουν επίσης δεόντως υπόψη τα θέματα περιβάλλοντος. Θα πρέπει επίσης να ανευρεθούν καινοτόμες λύσεις, ώστε να μεγιστοποιηθεί η αποτελεσματική χρήση των πόρων και να ελαχιστοποιηθούν οι περιβαλλοντικές επιπτώσεις. - Οι τρομοκρατικές επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου 2001 και οι συνέπειές τους - συμπεριλαμβανομένων των πολέμων στο Αφγανιστάν και στο Ιράκ - οδήγησαν στην κλιμάκωση των ανησυχιών για τα θέματα ασφάλειας. Αυτό είχε συνέπειες και για την πολιτική περιβάλλοντος της ΕΕ. Η περιβαλλοντική ασφάλεια - ήτοι η σχέση μεταξύ σπανίων πόρων και συγκρούσεων, οι συνέπειες του πολέμου στο περιβάλλον, κ.λπ., και η πολιτική προστασία - ήτοι η ετοιμότητα και η δυνατότητα αντίδρασης σε περίπτωση τρομοκρατικών επιθέσεων με περιβαλλοντικές επιπτώσεις - κατέστησαν σημαντικότερα πολιτικά θέματα. Εντούτοις η πρόκληση της αειφόρου ανάπτυξης μπορεί να αντιμετωπισθεί αποτελεσματικά, αποκλειστικά και μόνον εφόσον συνεχισθεί η ασκούμενη πολιτική των πολυμερών προσεγγίσεων. Το ως άνω νέο πολιτικό πλαίσιο συνεπάγεται νέες προκλήσεις, στις οποίες θα πρέπει να ανταποκριθεί η πολιτική της ΕΕ για το περιβάλλον, ώστε να ενταχθεί πλήρως στην προσέγγιση για την αειφόρο ανάπτυξη. 2.2. Οι προκλήσεις που καλείται να αντιμετωπίσει η πολιτική περιβάλλοντος στο άμεσο μέλλον Η πολιτική περιβάλλοντος της ΕΕ καλείται να αντιμετωπίσει τις εξής κύριες πέντε προκλήσεις: i. Πλήρης ενσωμάτωση της περιβαλλοντικής διάστασης στη στρατηγική της Λισαβώνας Από πολλές απόψεις, η έννοια της αειφόρου ανάπτυξης παραμένει αόριστη. Οι υπεύθυνοι για τη διαμόρφωση των πολιτικών ενίοτε την ερμηνεύουν εσφαλμένα ως νέο περιτύλιγμα της περιβαλλοντικής πολιτικής. Συχνά δεν κατορθώνουν να αντιληφθούν ότι ισοδυναμεί με μια ισορροπημένη αντιμετώπιση της οικονομικής, της κοινωνικής και της περιβαλλοντικής διάστασης και με την ανάγκη ισότιμης αντιμετώπισής τους. Αυτό αληθεύει σε επίπεδο ΕΕ: η ανάδειξη της αειφόρου ανάπτυξης σε κύριο θέμα του πολιτικού διαλόγου σε επίπεδο ΕΕ είχε ως αποτέλεσμα από το 2002 να περιλαμβάνεται πλέον η περιβαλλοντική διάσταση στην εαρινή έκθεση. Εντούτοις, για πολλούς από τους εμπλεκόμενους, το περιβάλλον εξακολουθεί να αποτελεί προσθήκη εν σχέσει προς το υπόλοιπο περιεχόμενο της έκθεσης τόσο το 2002 όσο και το 2003. Ωστόσο, οι μακροπρόθεσμες οικονομικές και κοινωνικές προοπτικές εξαρτώνται εν πολλοίς από την ικανότητά μας να θεωρούμε το περιβάλλον ως καθοριστικής σημασίας στοιχείο της οικονομικής και κοινωνικής πολιτικής. Η παραμέληση της περιβαλλοντικής διάστασης έχει κρυφό κόστος - όπως οι δαπάνες για την υγεία λόγω της κακής ποιότητας του αέρα και το οικονομικό κόστος του καθαρισμού της ρύπανσης - και εγγενείς κινδύνους - που θα μπορούσαν να περιορίσουν την ικανότητα της ΕΕ να επιτύχει τους στόχους της Λισαβώνας. Πέρα από τα οικονομικά επιχειρήματα, καθίσταται ολοένα κατανοητότερο ότι, εάν δεν αντιμετωπιστούν, οι βασικές τους αιτίες, πολλά μακροπρόθεσμα περιβαλλοντικά προβλήματα συνεπάγονται σοβαρούς κινδύνους για την ποιότητα ζωής των ευρωπαίων πολιτών. ii. Εξεύρευση λύσεων προς όφελος τόσο του περιβάλλοντος όσο και για της οικονομίας Ένα ισχυρό περιβαλλοντικό σκέλος, το οποίο να βασίζεται ολοένα και περισσότερο σε μέσα αγοράς και την αποτελεσματική αξιοποίηση του κόστους, μπορεί να συμβάλλει στην επίτευξη των στόχων της Λισαβώνας. Εάν αντιμετωπισθεί ισορροπημένα το θέμα των ενδεχόμενων αμοιβαίων παραχωρήσεων μεταξύ οικονομικών και περιβαλλοντικών στόχων θα ήταν δυνατό να εξευρεθούν λύσεις επωφελείς για όλους και να βελτιωθεί η αειφόρος ανάπτυξη. Τα υψηλότερα περιβαλλοντικά πρότυπα μπορούν επίσης να δημιουργήσουν νέες οικονομικές ευκαιρίες, ιδίως διευκολύνοντας την ανάπτυξη των νέων τεχνολογιών. Αυτό θα μπορούσε να συμβάλει στην πραγμάτωση του κύριου στόχου της Λισαβώνας, ήτοι να καταστεί η ΕΕ επίκεντρο των δραστηριοτήτων καινοτομίας και κοινωνία της γνώσης έως το 2010 Το πρόγραμμα δράσης της ΕΕ για την περιβαλλοντική τεχνολογία (ETAP) που προβλέπεται για τα τέλη του 2003, θα προτείνει συγκεκριμένα μέτρα και θα χαράξει γενικό πλαίσιο σχετικά με τη βελτίωση των συνεργειών μεταξύ περιβαλλοντικής προστασίας, οικονομικής ανάπτυξης και κοινωνικής ένταξης. iii. Η αρτιότερη οργάνωση της διάρθρωσης των καταβαλλόμενων προσπαθειών για την επίτευξη της αειφόρου ανάπτυξης σε όλα τα επίπεδα διακυβέρνησης Η αειφόρος ανάπτυξη δεν μπορεί να επιτευχθεί από τις επιμέρους χώρες ή περιφέρειες μεμονωμένα. Απαιτείται ανάληψη δράσης σε όλα τα επίπεδα διακυβέρνησης, καλύτερη οργάνωση των προτεραιοτήτων σε όλα τα πεδία και αρτιότερος έλεγχος των αναπτυσσόμενων δραστηριοτήτων για την εξυπηρέτηση του κοινού σκοπού. Στο πλαίσιο αυτό θα μπορούσε να καθιερωθεί και να αποβεί χρήσιμη, η ανοικτή μέθοδος συντονισμού (OMC - ΑΜΣ) [4], που βρίσκεται στο επίκεντρο της στρατηγικής της Λισαβώνας και δεν έχει χρησιμοποιηθεί μέχρι σήμερα στον τομέα του περιβάλλοντος. [4] Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο της Λισαβώνας, (παράγραφος 37, Συμπεράσματα της Προεδρίας, 23-24 Μαρτίου 2000), καθιέρωσε την ανοικτή μέθοδο συντονισμού η οποία ορίστηκε ως "μέσο διάδοσης βέλτιστων πρακτικών και επίτευξης μεγαλύτερης σύγκλισης προς τους κύριους στόχους της ΕΕ. Αυτή η μέθοδος η οποία είναι σχεδιασμένη κατά τρόπον ώστε να βοηθά τα κράτη μέλη να αναπτύσσουν σταδιακά τις πολιτικές τους, περιλαμβάνει τα εξής: iv. Η επιτυχία της διεύρυνσης στον τομέα του περιβάλλοντος Τόσο η στρατηγική της ΕΕ για την αειφόρο ανάπτυξη όσο και το 6ο ΠΔΠ περιλαμβάνουν τη διεύρυνση στο πεδίο εφαρμογής τους και έχουν σχεδιαστεί για τη διευρυμένη Ένωση. Οι χώρες των οποίων επίκειται η προσχώρηση έχουν ήδη πραγματοποιήσει άλματα σε ό,τι αφορά τη βελτίωση της προστασίας του περιβάλλοντος και τη συμμόρφωση προς την αντίστοιχη νομοθεσία της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ωστόσο θα πρέπει να υπερκεραστούν σοβαρά θεσμικά και οικονομικά προβλήματα για να εφαρμοστεί και να τηρηθεί η εγκριθείσα νομοθεσία. Επιπλέον, η ήδη αναληφθείσα δράση για τις συνθήκες υποδομής και τις συνθήκες διαβίωσης στις υποψήφιες χώρες των οποίων επίκειται η προσχώρηση, μολονότι ανταποκρίνεται στις θεμιτές προσδοκίες των πολιτών, ενδέχεται να αυξήσει τις πιέσεις που ασκούνται στο περιβάλλον. Η αντιμετώπιση των προκλήσεων αυτών θα εξακολουθήσει να αποτελεί προτεραιότητα και μετά από την προσχώρηση των ως άνω κρατών. v. Εποικοδομητική εκμετάλλευση της αξιοπιστίας που κατέκτησε η ΕΕ κατά τα πρόσφατα έτη σε διεθνές επίπεδο Το γεγονός ότι η ΕΕ πρωτοστάτησε, στην Παγκόσμια Διάσκεψη Κορυφής για την Αειφόρο Ανάπτυξη ήταν καθοριστικής σημασίας για την ευτυχή κατάληξη της. Χάρη στον ενεργό ρόλο της στην ως άνω διάσκεψη κορυφής, την ανάληψη εσωτερικής δράσης για να ανταποκριθεί στους στόχους του Κυότο και την προαγωγή άλλων καθοριστικής σημασίας περιβαλλοντικών συμφωνιών και συμβάσεων, η ΕΕ επιβεβαίωσε την παγκόσμια αναγνώρισή της και την πρωτοπορία της σε ό,τι αφορά τα θέματα περιβάλλοντος. Η ΕΕ τοιουτοτρόπως αποκομίζει ευρύτερα οφέλη, παράλληλα όμως καλείται να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις της. Η αξιοπιστία που κέρδισε η ΕΕ πολλαπλασιάζει τις δυνατότητές της να πείσει τους εταίρους της, ιδίως στις αναπτυσσόμενες χώρες, ώστε να λαμβάνουν καλύτερα υπόψη τον προβληματισμό για το περιβάλλον κατά τη χάραξη της πορείας τους προς την οικονομική και κοινωνική ανάπτυξη. Εν προκειμένω, η πρωτοβουλία της Ελληνικής Προεδρίας, η οποία εγκρίθηκε από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο της Θεσσαλονίκης [5], υπέρ της καθιέρωσης ευρωπαϊκής διπλωματίας για το περιβάλλον και την αειφόρο ανάπτυξη, θα μπορούσε να αποτελέσει χρήσιμο μέσον για τον καλύτερο συντονισμό των δράσεων που αναλαμβάνονται σε επίπεδο ΕΕ και σε εθνικό επίπεδο. [5] Παράγραφοι 76-77, Συμπεράσματα της Προεδρίας, Ευρωπαϊκό Συμβούλιο της Θεσσαλονίκης, (19-20 Ιουνίου 2003). Με την πάροδο του χρόνου η ανταπόκριση προς τις ως άνω προκλήσεις θα συμβάλει στην εξισορρόπηση του οικονομικού, του κοινωνικού και του περιβαλλοντικού σκέλους της αειφόρου ανάπτυξης. Για την αντιμετώπιση των συνεχιζόμενων ανησυχητικών τάσεων, στον τομέα του περιβάλλοντος, που χρονολογούνται από την εποχή κατά την οποία δρομολογήθηκε η στρατηγική της ΕΕ για την αειφόρο ανάπτυξη, επιβάλλεται να διπλασιαστούν μεσοπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα οι αντιστοίχως καταβαλλόμενες προσπάθειες. Οι εν λόγω τάσεις αποτελούν σαφή υπενθύμιση ότι επείγει να αποδοθεί εκ νέου έμφαση στην εφαρμογή των περιβαλλοντικών θεμάτων της ατζέντας της ΕΕ για την αειφόρο ανάπτυξη. 3. Τάσεις, προκλήσεις και πολιτικές απαντήσεις Το τμήμα αυτό ασχολείται με τέσσερα θέματα προτεραιότητας του 6ου ΠΔΠ (αλλαγή του κλίματος, φύση και βιοποικιλότητα, διαχείριση πόρων, καθώς και περιβάλλον και υγεία). Έκαστο τμήμα περιγράφει συνοπτικά τις καθοριστικής σημασίας τάσεις και προκλήσεις αναφέροντας παράλληλα λεπτομερώς τις αντίστοιχες πρόσφατες πολιτικές απαντήσεις. 3.1. Η αλλαγή του κλίματος Η δεκαετία του 1990 ήταν η θερμότερη κατά τα τελευταία 150 χρόνια. Από τις συγκεντρωθείσες αποδείξεις προκύπτει ότι η αλλαγή του κλίματος όχι μόνο συμβαίνει αλλά επηρεάζει και άμεσα την ΕΕ. Οι μέσες θερμοκρασίες υπολογίζεται ότι θα αυξηθούν ακόμη περισσότερο από 1,4 ώς 5,8° C κατά την επόμενη εκατονταετία, με αποτέλεσμα, εάν δεν μετριαστεί η αλλαγή του κλίματος να κλιμακωθούν οι κίνδυνοι λειψυδρίας και δασικών πυρκαΐών. Αναμένεται ότι ιδιαίτερα θα επηρεαστεί η ανατολική και η νότια Ευρώπη. Επιπλέον σε ορισμένα τμήματα της Ευρώπης μπορεί να παρατηρηθούν υψηλότερες και εντονότερες βροχοπτώσεις, πολλαπλασιάζοντας τους κινδύνους και τη συχνότητα πλημμυρών, αναλόγων προς τις σημειωθείσες στην Ευρώπη το 2001 και το 2002. Η ΕΕ διαδραμάτισε πρωταγωνιστικό ρόλο στην ανάπτυξη μιας πολυμερούς απάντησης στην αλλαγή του κλίματος. Κατόρθωσε μάλιστα να διασώσει το Πρωτόκολλο του Κυότο το 2001 από κοινού με διάφορους εταίρους ανά την υφήλιο, μετά από την απόσυρση των ΗΠΑ. Επικυρώνοντάς το στις 31 Μαΐου 2002, η ΕΕ δεσμεύτηκε να μειώσει τις εκπομπές αερίων που προκαλούν το φαινόμενο του θερμοκηπίου κατά 8% την περίοδο 2008-2012, συγκριτικά προς τα αντίστοιχα επίπεδα του 1990. Από τα πλέον πρόσφατα διαθέσιμα δεδομένα προκύπτει ότι οι εκπομπές της ΕΕ το 2001 ήταν 2,3% χαμηλότερες των επιπέδων του 1990. Μεγάλη ανησυχία προκαλεί το γεγονός ότι η ΕΕ απώλεσε μέρος των κερδών που είχε εν προκειμένω αποκομίσει το 1999 και το 2000, όταν τα επίπεδα εκπομπής είχαν μειωθεί κατά 4% εν σχέσει προς τα αντίστοιχα επίπεδα του 1990 (βλ. σχήμα 1 στο παράρτημα). ). Η ανταπόκριση της ΕΕ στο στόχο του Κυότο για μείωση των εκπομπών κατά 8% έως το 2008-2012, ώστε να συνεχίσει να διαδραματίζει πρωταγωνιστικό ρόλο όσον αφορά την αλλαγή του κλίματος, προϋποθέτει να εφαρμοστούν αυστηρά από τα κράτη μέλη τα προσφάτως θεσπισθέντα μέτρα της ΕΕ καθώς και να εξεταστεί το ενδεχόμενο ανάληψης περαιτέρω δράσης. Τα αίτια της κλιματικής αλλαγής, ιδίως μάλιστα οι εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου από τους τομείς της βιομηχανίας, των μεταφορών και της ενέργειας (βλ. σχήμα 2 στο παράρτημα), είναι βαθιά ριζωμένα στη δομή της οικονομίας. Ως εκ τούτου, μόνο με μια ολοκληρωμένη δέσμη μέτρων, σε συνδυασμό με αποφασιστική ηγεσία και τη στράτευση όλων των ενδιαφερομένων μπορεί να αντιμετωπιστεί το θέμα αυτό. Στο εν λόγω πλαίσιο, η καθιέρωση ευέλικτων μέσων με βάση την αγορά, αποσκοπεί στον περιορισμό της αλλαγής του κλίματος, με χαμηλότερο κόστος για τη βιομηχανία. Επιπλέον, το θέμα της αλλαγής του κλίματος μπορεί να αντιμετωπιστεί μόνο εφόσον η περιβαλλοντική διάσταση ενσωματωθεί πλήρως στις άλλες πολιτικές, ιδίως για την ενέργεια, τις μεταφορές και τη βιομηχανία. Προτεραιότητες 3.1.1. Τα μέτρα εφαρμογής που καθορίζει το Ευρωπαϊκό Πρόγραμμα για την Αλλαγή του Κλίματος (ECCP - ΕΠΑΚ) Το Ευρωπαϊκό Πρόγραμμα για την Αλλαγή του Κλίματος (ΕΠΑΚ) εγκρίθηκε τον Ιούνιο του 2000 ως δραστηριότητα διατομεακού χαρακτήρα και έχει ως στόχο να εντοπίσει τα μέτρα που είναι αποτελεσματικότερα από οικονομική σκοπιά για την επίτευξη των στόχων της ΕΕ σε ό,τι αφορά το Κυότο. Βασίζεται σε συμμετοχικού χαρακτήρα διαδικασία και διευκολύνει την ολοκλήρωση των πολιτικών επικεντρωνόμενο στους τομείς της ενέργειας, των μεταφορών, της βιομηχανίας και της έρευνας. Το ΕΠΑΚ είναι το κύριο μέσο της ΕΕ για τον προσδιορισμό των μέτρων μείωσης των εκπομπών και έχει ήδη οδηγήσει στη λήψη σημαντικών μέτρων. Τον Οκτώβριο του 2001 η έγκριση της πρότασης της Επιτροπής για οδηγία σχετικά με την εμπορία των εκπομπών των αερίων του φαινομένου του θερμοκηπίου υπήρξε ορόσημο για την περιβαλλοντική νομοθεσία. Η οδηγία ετέθη σε εφαρμογή τον Οκτώβριο του 2003 [6]. Το σύστημα της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι το πρώτο ανά την υφήλιο πολυεθνικό σύστημα εμπορίας δικαιωμάτων εκπομπών. [6] Οδηγία 2003/87/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 13ης Οκτωβρίου 2003, ΕΕ L 275/32, 25 Oκτωβρίου 2003. Η οδηγία αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα της ελαστικής προσέγγισης που έχει επιλέξει η ΕΕ σε ό,τι αφορά την ανταπόκρισή της προς τις υποχρεώσεις που απορρέουν από το Κυότο με οικονομικά αποτελεσματικό τρόπο. Το σύστημα της βελτιστοποίησης των δαπανών για το σύνολο της Ένωσης που προβλέπεται στην οδηγία, θα προσφέρει ουσιαστικά οικονομικά οφέλη που υπερβαίνουν τα όσα θα επιτυγχάνονταν σε περίπτωση που είχαν καθιερωθεί χωριστά εθνικά συστήματα εμπορίας εκπομπών ή είχαν χρησιμοποιηθεί παραδοσιακά μέσα στο πλαίσιο της πολιτικής για την κανονιστική ρύθμιση [7]. [7] Για περισσότερες λεπτομέρειες σχετικά με την οδηγία εμπορία των εκπομπών αερίων που συμβάλλουν στο φαινόμενο του θερμοκηπίου, βλ.. παράρτημα. Επιπλέον, η Επιτροπή υπέβαλε πρόσφατα φιλόδοξη πρόταση για τη μείωση κατά 25% έως το 2010 των εκπομπών φθοριούχων αερίων που συμβάλλουν στο φαινόμενο του θερμοκηπίου. Παρά τα ως άνω σημαντικά βήματα, τα αποτελέσματα της δεύτερης έκθεσης προόδου σχετικά με το ΕΠΑΚ, που ανακοινώθηκαν τον Απρίλιο του 2003 [8], δεν αφήνουν περιθώρια παρερμηνείας: τα ήδη ληφθέντα μέτρα δεν θα επιτρέψουν στην ΕΕ να επιτύχει το στόχο της για το Κυότο. Πρόκειται για ισχυρό κίνητρο υπέρ της επιτάχυνσης της εφαρμογής των μέτρων που ορίζει το ΕΠΑΚ και της περαιτέρω ενίσχυσής τους με έναν άρτιο μηχανισμό παρακολούθησης και επισκόπησης των δεδομένων στους τομείς όπου χρειάζεται περισσότερο να αναληφθεί δράση. Ήδη βρίσκονται σε προχωρημένο στάδιο προπαρασκευής ορισμένα καθοριστικής σημασίας μέτρα μεταξύ των οποίων συγκαταλέγονται οι προτάσεις για τις ενεργειακές υπηρεσίες και για τα ελάχιστα πρότυπα ενεργειακής αποδοτικότητας των ειδών εξοπλισμού τελικής χρήσης. [8] Δεύτερη έκθεση προόδου του ΕΠΑΚ "Μπορούμε να πετύχουμε τους στόχους του Κυότο;", Απρίλιος 2003. http://www.europa.eu.int/comm/environment/ climat/eccp.htm 3.1.2. Η βελτίωση της ενσωμάτωσης των προβληματισμών για την αλλαγή του κλίματος στις άλλες πολιτικές Το 2000 από τον κλάδο της ενέργειας προήλθε το 27% των συνολικών εκπομπών αερίων που σχετίζονται με το φαινόμενο του θερμοκηπίου στην ΕΕ (βλ. σχήμα 2 στο παράρτημα). Η βελτίωση της ενεργειακής αποδοτικότητας αποτελεί προτεραιότητα. Οι ενεργειακές επιδοτήσεις που είναι επιβλαβείς για το περιβάλλον θα αναλυθούν στο πλαίσιο του Πράσινου Βιβλίου της Επιτροπής για την ασφάλεια του ενεργειακού εφοδιασμού, λαμβάνοντας υπόψη τον αντίκτυπο σε επίπεδο οικονομίας, κοινωνίας, ασφάλειας και περιβάλλοντος, ώστε να εξασφαλιστεί η σταδιακή τους κατάργηση σύμφωνα με τους στόχους της στρατηγικής της ΕΕ για την αειφόρο ανάπτυξη [9] και το 6ο ΠΔΠ [10]. Ως εκ τούτου δύο οι προτεραιότητες εν προκειμένω είναι η εξάλειψη των ενεργειακών επιδοτήσεων και η λήψη μέτρων για τη βελτίωση της ενεργειακής αποδοτικότητας. [9] Ανακοίνωση της Επιτροπής, Αειφόρος ανάπτυξης της Ευρώπης για έναν καλύτερο κόσμο: στρατηγική της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την αειφόρο ανάπτυξη, COM(2001)264 τελικό, 15 Μαΐου 2001 (σ. 10): "Σταδιακή κατάργηση των επιδοτήσεων για την παραγωγή και κατανάλωση ορυκτών καυσίμων έως το 2010." [10] Άρθρο 3, παράγραφος 4, πρώτο εδάφιο: "να ενθαρρυνθούν οι μεταρρυθμίσεις των επιδοτήσεων που έχουν σημαντικές αρνητικές επιπτώσεις στο περιβάλλον και δεν συμβιβάζονται προς την αειφόρο ανάπτυξη, επιδιώκοντας μεταξύ άλλων να καταρτιστεί, μέχρι να συνταχθεί ενδιάμεση έκθεση, κατάλογος κριτηρίων που να επιτρέπει την καταγραφή των εν λόγω επιδοτήσεων με στόχο τη σταδιακή εξάλειψή τους." Μετά τη δρομολόγηση του ΕΠΑΚ έχουν γίνει βήματα προς τη σωστή κατεύθυνση. Μεταξύ των οροσήμων συγκαταλέγονται τα μέτρα για την προαγωγή της παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές [11], η βελτίωση των ενεργειακών επιδόσεων των κτιρίων [12] και η προώθηση της συνδυασμένης παραγωγής θερμικής και ηλεκτρικής ενέργειας [13]. Συμπληρωματικό βήμα αποτελεί η οδηγία για την τοποθέτηση στις οικιακές συσκευές ενδείξεων σχετικά με την ενεργειακή τους κατανάλωση [14]. Τα αποτελέσματα των εν λόγω μέτρων δεν είναι ακόμη ορατά. [11] Τα κράτη μέλη εφαρμόζουν ήδη την εν λόγω οδηγία. Η Επιτροπή παρακολουθεί εκ του σύνεγγυς τα μέτρα που είναι απαραίτητα ώστε να καλυφθεί κατά 22% η μεικτή ηλεκτρική κατανάλωση από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας έως το 2010. Η Επιτροπή θα υποβάλει σχετική έκθεση στο Συμβούλιο και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο το Μάιο του 2004. [12] Η οδηγία αυτή, που έχει τεθεί σε ισχύ από τον Ιανουάριο του 2003, υπολογίζεται ότι μπορεί να συμβάλλει στη μείωση των εκπομπών των αερίων που συμβάλλουν στο φαινόμενο του θερμοκηπίου κατά 35-45 εκατ. τόνους ισοδυνάμου CO2, όπως αναφέρεται στην δεύτερη έκθεση προόδου για το ΕΠΑΚ (σ. 13). [13] Οι δυνατότητες που προσφέρει το εν λόγω μέτρο όσον αφορά τη μείωση των εκπομπών αερίου που συμβάλλουν στο φαινόμενο του θερμοκηπίου υπολογίζεται σε 65 εκατ. τόνους CO2 ετησίως. [14] Προτάσεις οδηγιών εκ μέρους της Επιτροπής 2002/31/EΚ και 2002/40/EΚ της 22ας Μαρτίου 2002 για την εφαρμογή της οδηγίας 1992/75/EΟΚ του Συμβουλίου για την ένδειξη κατανάλωσης ενέργειας των οικιακών κλιματιστικών και ηλεκτρικών φούρνων. Στόχος των ως άνω οδηγιών, που ετέθησαν σε ισχύ τον Ιανουάριο του 2003, είναι να επηρεαστεί η συμπεριφορά των καταναλωτών με την τοποθέτηση ετικέτας στα σημεία πωλήσεων, στην οποία να αναγράφονται οι ενεργειακές επιδόσεις της εκάστοτε συσκευής. Αναμφίβολα αποτελεί θετική εξέλιξη για τη φορολογία της ενέργειας, η έγκριση το 2003 οδηγίας για τη φορολογία των ενεργειακών προϊόντων [15], κατόπιν πρότασης που είχε διατυπώσει το 1997 η Επιτροπή. Η νέα οδηγία θα εξασφαλίσει την επιστροφή, υπό πραγματικούς όρους, στα επίπεδα του 1992 των ελαχίστων φορολογικών συντελεστών για τα πετρελαϊκά προϊόντα, που εξακολουθούν να αντιστοιχούν στο 40% της μεικτής εσωτερικής ενεργειακής κατανάλωσης στην ΕΕ (βλ. σχήμα 3 στο παράρτημα). Παράλληλα καθιερώνονται ελάχιστοι συντελεστές για ποικίλα υποκατάστατα ενεργειακά προϊόντα, η χρήση των οποίων προκαλεί επίσης εκπομπές. Ωστόσο, η οδηγία συνεπάγεται περιορισμένες αυξήσεις του επιπέδου της ενεργειακής φορολογίας σε σειρά κρατών μελών και ως εκ τούτου δεν αναμένεται να έχει σοβαρές επιπτώσεις στην ενεργειακή αποδοτικότητα και τις εκπομπές αερίων. [15] Η οδηγία για τη φορολογία των ενεργειακών προϊόντων αναμένεται να τεθεί σε ισχύ την 1η Ιανουαρίου 2004. Θα χρειασθούν περαιτέρω προσπάθειες για να ελεγχθούν οι μη αειφόρες τάσεις. Μολονότι η εσωτερική συνολική κατανάλωση ενέργειας στην ΕΕ αυξήθηκε κατά το παρελθόν σταθερά, με ετήσιο ρυθμό περίπου 1%, από το 1985 το μερίδιο των ανανεώσιμων μορφών ενέργειας παραμένει χαμηλό ανερχόμενο περίπου σε 6% (βλ. σχήμα 3 στο παράρτημα). Το αντίστοιχο μερίδιο στις χώρες των οποίων επίκειται η προσχώρηση είναι 5% [16]. Από τους πλέον πρόσφατους υπολογισμούς του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Περιβάλλοντος προκύπτει ότι, εάν δεν ληφθούν πρόσθετα πολιτικά μέτρα, η ΕΕ δεν θα κατορθώσει να ανταποκριθεί στον ενδεικτικό στόχο του 12% που είχε θεσπιστεί για το 2010. Είναι επίσης απίθανο η ΕΕ να ανταποκριθεί στον ενδεικτικό στόχο για παραγωγή 22% της μεικτής κατανάλωσης ηλεκτρισμού από ανανεώσιμες πηγές έως το 2010 (βλ. σχήμα 4 στο παράρτημα). [16] Ωστόσο, σε πολλές υποψήφιες χώρες το μερίδιο των ανανεώσιμων μορφών ενέργειας είναι υψηλό - Λεττονία (30%), Εσθονία, Ρουμανία και Σλοβενία (11% εκάστη). Το 2000 οι μεταφορές όχι μόνο ευθύνονταν περίπου για το 21% των εκπομπών αερίου που συμβάλλουν στο φαινόμενο του θερμοκηπίου στην ΕΕ, αλλά ήταν και ο μοναδικός τομέας όπου οι εκπομπές αυτές αυξάνονταν (σχήμα 5 στο παράρτημα). Επιπλέον, αποθαρρυντικές είναι και οι παρατηρούμενες τάσεις στις χώρες των οποίων επίκειται η προσχώρηση, δεδομένου ότι εκεί: σημειώνεται έντονη συρρίκνωση των μεταφορών με σιδηροδρόμους και λεωφορεία ενώ παράλληλα παρατηρούνται υψηλότεροι ρυθμοί ανάπτυξης των μεταφορών με ιδιωτικά αυτοκίνητα και των αεροπορικών μεταφορών απ'ό,τι στην ΕΕ. Έχουν πραγματοποιηθεί θετικά βήματα στο πλαίσιο της στρατηγικής της ΕΕ για την αειφόρο ανάπτυξη, του 6ου προγράμματος δράσης για το περιβάλλον και της Λευκής Βίβλου για την ευρωπαϊκή πολιτική μεταφορών με στόχο τη μείωση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου από τις μεταφορές, συμπεριλαμβάνομενης της οδηγίας για τα βιοκαύσιμα, που αποσκοπεί το μερίδιο της αγοράς των εναλλακτικών καυσίμων να ανέλθει σε 5,75% έως το 2010. της πρότασης σχετικά με την τροποποίηση της οδηγίας για το ευρωπαϊκό σήμα τέλους κυκλοφορίας (ευρωβινιέτα). των μέτρων για την φορολογία των καυσίμων. και της προαναφερθείσας οδηγίας για τη φορολογία των ενεργειακών προϊόντων, που επιτρέπει στα κράτη μέλη να εφαρμόζουν χαμηλότερους ελάχιστους φορολογικούς συντελεστές για τα εναλλακτικά καύσιμα, των οποίων η ανάλυση συνεπάγεται χαμηλότερες εκπομπές CO2. Τα εν λόγω μέτρα, των οποίων τα αποτελέσματα δεν είναι ακόμη εμφανή, αποτελούν σημαντικά βήματα για την επίτευξη του θεσπισθέντος στόχου σχετικά με τη στροφή από τις οδικές και τις αεροπορικές μεταφορές στις σιδηροδρομικές μεταφορές, τις μεταφορές δια των πλωτών οδών και τις δημόσιες μεταφορές επιβατών, ώστε να εξασφαλιστεί ότι το περιβαλλοντικό κόστος των επιμέρους μεταφορικών μέσων αντανακλάται ορθότερα στις τιμές με τις οποίες επιβαρύνονται οι χρήστες και να επιτευχθεί, συνακόλουθα, ο στόχος της αποσύνδεσης των αρνητικών επιπτώσεων στο περιβάλλον από την κλιμάκωση των μεταφορών και του ΑΕΠ. Ωστόσο, θα απαιτηθούν πρόσθετες προσπάθειες ώστε η ΕΕ να ανταποκριθεί τόσο στις υποχρεώσεις που ανέλαβε στο Κυότο όσο και στις ενδεχόμενες μελλοντικές δεσμεύσεις της [17]. [17] Βλ. δεύτερη έκθεση προόδου του ΕΠΑΚ, σ. 14: "για τον περιορισμό των εκπομπών των αερίων που συμβάλλουν στο φαινόμενο του θερμοκηπίου στον τομέα των μεταφορών απαιτείται η ανάπτυξη νέων στρατηγικών και η ενίσχυση των αντιστοίχων πολιτικών και μέτρων μελλοντικά. Αυτό είναι απαραίτητο ώστε να διαφυλαχθούν οι συνολικώς επιτευχθείσες μειώσεις για την πραγμάτωση των στόχων της πρώτης δέσμευσης καθώς και ενόψει των επόμενων περιόδων για τις οποίες αναλαμβάνονται υποχρεώσεις." Η γεωργία, που κατά το 2000 αντιπρόσωπευε περίπου το 10% των συνολικών εκπομπών, εξακολουθεί να αποτελεί την κύρια πηγή εκπομπών μεθανίου [18] και πρωτοξειδίου του αζώτου [19], που είναι δύο από τα σημαντικά αέρια του φαινομένου του θερμοκηπίου [20]. Η μεταρρύθμιση της Κοινής Γεωργικής Πολιτικής (ΚΓΠ) που εγκρίθηκε το 2003, με την καθιέρωση μεγαλύτερης χρηματοδότησης υπέρ της αγροτικής ανάπτυξης, συνιστά θετικό βήμα το οποίο θα μπορούσε να οδηγήσει σε μείωση των εκπομπών στο γεωργικό τομέα [21]. Η ενδιάμεση αξιολόγηση των προγραμμάτων γεωργικής ανάπτυξης το 2004 θα αποτελέσει χρήσιμη ευκαιρία για την καλύτερη διαρθρωτική σύνδεση της γεωργικής πολιτικής με την πολιτική για την αλλαγή του κλίματος. [18] Οι εκπομπές μεθανίου (CH4) προκαλούνται πρωτίστως από την εντερική ζύμωση και τη διαχείριση των φυσικών λιπασμάτων. [19] Οι εκπομπές πρωτοξειδίου του αζώτου (N20) εμπίπτουν πρωτίστως σε τρεις κατηγορίες: (1) άμεσες εκπομπές από καλλιεργούμενα εδάφη και από κτηνοτροφικά συστήματα. (2) έμμεσες εκπομπές λόγω απωλειών αζώτου από το πεδίο με τη μορφή οξειδίων του αζώτου (NΟx) ή αμμωνίας (NH3) ή λόγω της έκπλυσης ή της απορροής νιτρικών ενώσεων. (3) εκπομπές που προκύπτουν κατά την καύση γεωργικών υλικών. [20] Επιπλέον, η μείωση της περιεκτικότητας των καλλιεργούμενων εκτάσεων σε οργανικό υλικό μπορεί να οδηγήσει σε ουσιαστική αύξηση των εκπομπών CO2 αλλά τα αντίστοιχα αριθμητικά στοιχεία σε ευρωπαϊκό επίπεδο δεν είναι σαφή. Η ποσοτικοποίηση των εκπομπών αερίων που συμβάλλουν στο φαινόμενο του θερμοκηπίου στη βιόσφαιρα χαρακτηρίστηκε ως εκ τούτου ως ερευνητική προτεραιότητα του 6ου προγράμματος πλαισίου της ΕΕ για την ΕΤΑ. [21] Βλ. 3.2 για περαιτέρω πληροφορίες σε ό,τι αφορά τη μεταρρύθμιση της ΚΓΠ. Για να μειωθούν οι εκπομπές των αερίων που συμβάλλουν στο φαινόμενο του θερμοκηπίου στην ΕΕ και να βελτιωθεί η συνέπεια της αντίστοιχης πολιτικής, επιβάλλεται να ενσωματωθεί καλύτερα στην πολιτική συνοχής της Ευρωπαϊκής Ένωση ο προβληματισμός για την κλιματική αλλαγή και να αξιοποιηθούν περαιτέρω οι συνεργίες μεταξύ των πολιτικών για το περιβάλλον και τη συνοχή. Στις προσφάτως εγκριθείσες αναθεωρημένες κατευθυντήριες γραμμές της, η Επιτροπή πρότεινε στα κράτη μέλη να λάβουν ιδιαίτερα υπόψη τους στόχους για την προώθηση της λήψης μέτρων με στόχο την αποτελεσματική αξιοποίηση της ενέργειας και τους στόχους για την αύξηση του μεριδίου των ανανεώσιμων μορφών ενέργειας όσον αφορά την παραγωγή ηλεκτρισμού σε 22%, από κοινού με το στόχο για τη χρησιμοποίηση των βιοκαυσίμων στις μεταφορές σε ποσοσό 5,75%. Οι τοπικές και περιφερειακές αρχές οφείλουν συνεπώς να υιοθετήσουν τις ως άνω κατευθύνσεις της Επιτροπής, ενόσω επιδιώκεται η βέλτιστη δυνατή χρήση των Διαρθρωτικών Ταμείων για την τόνωση της οικονομικής ανάπτυξης σε περιφερειακό επίπεδο. 3.2. Φύση και βιοποικιλότητα Η βιοποικιλότητα αντανακλά την πολυπλοκότητα, την ισορροπία και την κατάσταση των επιμέρους οικοσυστημάτων. Η βιοποικιλότητα δεν είναι μόνο υπεύθυνη για την υποστήριξη λειτουργιών που είναι καθοριστικής σημασίας για τη ζωή αλλά παρέχει επίσης το υπόβαθρο για σημαντικές οικονομικές, ψυχαγωγικές και πολιτιστικές δραστηριότητες. Η απώλεια της βιοποικιλότητας [22] προκαλεί συνεπώς σοβαρές ανησυχίες. Στην ΠΔΚΑΑ των Ηνωμένων Εθνών στο Γιοχάνεσμπουργκ οι συμμετέχοντες δεσμεύτηκαν να μειώσουν σημαντικά το ρυθμό απώλειας της βιοποικιλότητας έως το 2010. Η ΕΕ προχώρησε ακόμη περισσότερο δεσμευόμενη να σταματήσει την απώλεια της βιοποικιλότητας έως το 2010 [23]. [22] Όπως τεκμηριώνεται από τον Ερυθρό Κατάλογο της IUCN για τα απειλούμενα είδη και τα είδη που κινδυνεύουν να εξασφανιστούν (IUCN - World Conservation Union /Διεθνής Ένωση για τη Διατήρηση της Φύσης). [23] Βλ. παράγραφο 31, Συμπεράσματα της Προεδρίας, Ευρωπαϊκό Συμβούλιο του Γκέτεμποργκ (15-16 Ιουνίου 2001). Για να επιτευχθούν οι ως άνω στόχοι, οι γεωργικές και αλιευτικές πρακτικές, που ασκούν σημαντική πίεση στη βιοποικιλότητα, θα πρέπει να καταστούν βιωσιμότερες ενσωματώνοντας καλύτερα τους περιβαλλοντικούς προβληματισμούς. Παράλληλα επιβάλλεται να αντιμετωπιστούν οι δυσκολίες που προκύπτουν ως προς την προστασία της βιοποικιλότητας, με χαρακτηριστικά παραδείγματα τα προβλήματα κατά την εφαρμογή ορισμένων οδηγιών, όπως οι οδηγίες για τους οικοτόπους και τα πτηνά, και η χρηματοδότηση του δικτύου Natura 2000. Επιβάλλεται να βρεθούν λύσεις για την αντιμετώπιση των δυσκολιών που παρατηρούνται στο στάδιο της εφαρμογής και πρέπει να αξιολογούνται καλύτερα οι πιέσεις που ασκούνται στο περιβάλλον χρησιμοποιώντας αποτελεσματικούς δείκτες. Προτεραιότητες 3.2.1. Προς μια βιωσιμότερη γεωργική πολιτική Στο πλαίσιο της προσφάτως εγκριθείσας μεταρρύθμισης της Κοινής Γεωργικής Πολιτικής (ΚΓΠ), οι άμεσες πληρωμές της Ευρωπαϊκής Ένωσης θα πρέπει στην συντριπτική τους πλειοψηφία να αποσυνδεθούν από την παραγωγή: θα ισχύσει αποκλειστικά και μόνο η ενιαία πληρωμή ανά εκμετάλλευση στην ΕΕ, ανεξάρτητα της παραγωγής. Επιπλέον, η πληρωμή αυτή θα εξαρτάται από την τήρηση των περιβαλλοντικών προτύπων, των προτύπων για την ασφάλεια των ειδών ανθρώπινης διατροφής, συμπεριλαμβανόμενων των αντίστοιχων διατάξεων των οδηγιών για τα πτηνά και τους οικοτόπους, και από την υποχρέωση να διατηρούνται οι καλλιεργούμενες εκτάσεις σε καλή κατάσταση από γεωργική και περιβαλλοντική σκοπιά. Η καθιέρωση της ως άνω αποσύνδεσης αναμένεται να μειώσει τα κίνητρα για ολοένα εντατικότερες γεωργικές και κτηνοτροφικές μεθόδους και να ενθαρρύνει τη βιωσιμότερη γεωργία. Επιπλέον, η υποστήριξη της αγροτικής ανάπτυξης αναμένεται να αυξηθεί ουσιαστικά μέσω της μεταφοράς των ποσών που θα προκύψουν ανά τις οικονομίες λόγω της μείωσης των άμεσων πληρωμών σε γεωργικές μονάδες στις οποίες οι καταβαλλόμενες πληρωμές υπερβαίνουν ορισμένα όρια. Τοιουτοτρόπως θα καταστεί ενδεχομένως δυνατή η λήψη νέων μέτρων για την τόνωση της παραγωγής υψηλής ποιότητας και την προαγωγή της προστασίας του περιβάλλοντος με αποτέλεσμα να ενθαρρυνθούν οι αγροτικές πρακτικές που είναι φιλικότερες για το περιβάλλον, όπως για παράδειγμα η βιολογική γεωργία (βλ. σχήμα 6 στο παράρτημα). 3.2.2. Το "πρασίνισμα" της Κοινής Αλιευτικής Πολιτικής Παρά τα προσφάτως ληφθέντα μέτρα, πολλά από τα αλιευτικά αποθέματα στα ευρωπαϊκά ύδατα θεωρείται πλέον ότι βρίσκονται κάτω από τα όρια βιολογικής ασφάλειας (βλ. σχήμα 7 στο παράρτημα). Επιβάλλεται να ληφθούν περαιτέρω μέτρα ώστε να εξασφαλιστεί η αειφόρος εκμετάλλευση των αλιευτικών πόρων και να αποφευχθούν μεγαλύτερες οικονομικές ζημίες μακροπρόθεσμα για τις αλιευτικές κοινότητες και το θαλάσσιο περιβάλλον. Οι αντιπαραγωγικές επιδοτήσεις καταργούνται σταδιακά και χρειάζεται να ληφθούν ενδεδειγμένα μέτρα ώστε οι αλιευτικές κοινότητες να προσαρμοστούν σε χαμηλότερο επίπεδο αλιευτικής δραστηριότητας σύμφωνα με τη μεταρρύθμιση της Κοινής Αλιευτικής Πολιτικής. Εφόσον εφαρμοστούν, η συστηματική προσέγγιση των αλιευμάτων από οικολογική σκοπιά, τα πολυετή προγράμματα για τα αλιεύματα, η ανάληψη δράσης βάσει των παρεχόμενων επιστημονικών συμβουλών και οι μειώσεις των επιδοτήσεων που περιλαμβάνουν οι προτάσεις της Επιτροπής, αναμένεται να βελτιώσουν τις προοπτικές αποκατάστασης της ιχθυοπανίδας στην Ευρωπαϊκή Ένωση. 3.2.3. Καλύτερη προστασία των εδαφών και του θαλάσσιου περιβάλλοντος Το έδαφος και οι ωκεανοί όχι μόνο παρέχουν το υπόβαθρο για τη γεωργία και την αλιεία αλλά φιλοξενούν και τεράστια αποθέματα βιοποικιλότητας. Από τις διαθέσιμες ενδείξεις προκύπτει ότι τόσο το έδαφος όσο και οι ωκεανοί απειλούνται ολοένα και περισσότερο από σειρά ανθρωπίνων δραστηριοτήτων, που προκαλούν, στην περίπτωση των εδαφών, προβλήματα όπως η αποσάθρωση, η μείωση του οργανικού υλικού και της βιοποικιλότητας, η τοπική και η διάχυτη ρύπανση, η σφράγιση, η συμπύκνωση και η αλάτωση. Στην περίπτωση των ωκεανών, τα προβλήματα κυμαίνονται από την υποβάθμιση των αλιευτικών πόρων, τον ευτροφισμό έως επιπτώσεις στη βιοποικιλότητα συνεπεία εισαγωγής αλλοχθόνων ειδών και της εσκεμμένης ή συμπτωματικής έκχυσης πετρελαίου στη θάλασσα. Κατά συνέπεια είναι καθοριστικής σημασίας να προστατευθούν καλύτερα οι ωκεανοί και το έδαφος. Επιβάλλεται να υιοθετηθεί ολοκληρωμένη προσέγγιση για την εξυπηρέτηση του ως.άνω σκοπού, προβλέποντας και την απαραίτητη συγχρηματοδότηση στο πλαίσιο της πολιτικής συνοχής, ώστε να καλυφθεί δεόντως και η εδαφική διάσταση. Πρώτο βήμα αποτέλεσε η έγκριση των ανακοινώσεων "Προς μια στρατηγική για την προστασία και τη διατήρηση του θαλασσίου περιβάλλοντος" [24] και "Προς μια θεματική στρατηγική για την προστασία του εδάφους" [25] το 2003. Με τις εν λόγω ανακοινώσεις διαμορφώνεται πλαίσιο συλλογής των δεδομένων που είναι απαραίτητα για τη διαμόρφωση προγραμμάτων δράσης, σε συνεργασία με όλους τους ενδιαφερομένους και με στόχο την εκπόνηση ολοκληρωμένων στρατηγικών για το έδαφος και τη θάλασσα. [24] Ανακοίνωση της Επιτροπής - Προς μια στρατηγική για την προστασία και τη διατήρηση του θαλασσίου περιβάλλοντος, COM(2002)539 τελικό, 2 Οκτωβρίου 2002. [25] Ανακοίνωση της Επιτροπής - Προς μια θεματική στρατηγική για την προστασία του εδάφους, COM(2002)179 τελικό, 16 Aπριλίου 2002. 3.2.4. Η βελτίωση της εφαρμογής στον τομέα της προστασίας της φύσης Είναι καθοριστικής σημασίας για τη βελτίωση της εφαρμογής της νομοθεσίας σχετικά με τη φύση, τη βιοποικιλότητα καθώς και άλλους τομείς, τα αντίστοιχα θέματα εφαρμογής να λαμβάνονται υπόψη ήδη στο στάδιο της εκπόνησης, όπως συνέβη με την οδηγία-πλαίσιο για το νερό. Επιπλέον, η Επιτροπή καλείται να διαδραματίσει ενεργό ρόλο σε ό,τι αφορά την παροχή υποστήριξης και συμβουλών προς τα κράτη μέλη μετά τη θέσπιση της αντίστοιχης νομοθεσίας, όπως ήδη συμβαίνει με στόχο τη βελτίωση της εφαρμογής των οδηγιών για τα πτηνά και τους οικοτόπους. Η εφαρμογή των οδηγιών για τα πτηνά και τους οικοτόπους υπήρξε δύσκολη. Οι παραβάσεις που σχετίζονται με τις ως άνω οδηγίες αντιπροσωπεύουν ποσοστό που υπερβαίνει το ένα τέταρτο των περιπτώσεων για τις οποίες η Ευρωπαϊκή Επιτροπή χρειάστηκε να προσφύγει στη δικαιοσύνη (βλ. σχήμα 8 στο παράρτημα). Αναπτύσσονται νέοι τρόποι εργασίας με τα κράτη μέλη ώστε να βελτιωθεί η εφαρμογή των ως άνω δύο οδηγιών και να επιτευχθούν σοβαρότατες πρόοδοι. Οι προσπάθειες καθοδήγησης σχετικά με την εφαρμογή των εν λόγω δυο οδηγιών εντατικοποιήθηκαν μετά το 2000. Το 2000 δημοσιεύθηκε ερμηνευτικό έγγραφο σχετικά με τη διαχείριση του Natura 2000, του "συνεκτικού ευρωπαϊκού οικολογικού δικτύου ειδικών ζωνών προστασίας" που προέβλεπε η οδηγία για τους οικοτόπους. Στο άμεσο μέλλον αναμένεται να δημοσιευτούν συνοπτικές κατευθύνσεις για τη θήρα και τη δασική διαχείριση. Επιπλέον, κατά το 2001 δρομολογήθηκε η "Πρωτοβουλία για την αειφόρο θήρα" ως μέσο εποικοδομητικού διαλόγου με τα κράτη μέλη και τους ενδιαφερομένους σχετικά με τα θέματα θήρας και προστασίας της φύσης. Σε ό,τι αφορά τις δυνατότητες χρηματοδότησης του Natura 2000, τα ήδη υφιστάμενα μέσα όπως το πρόγραμμα LIFE-Φύση και τα σχέδια αγροτικής ανάπτυξης στο πλαίσιο της ΚΓΠ προσφέρουν ήδη σοβαρές δυνατότητες. Ανάλογες δυνατότητες προσφέρουν τα Διαρθρωτικά Ταμεία και το Ταμείο Συνοχής που προβλέπουν ως προϋπόθεση χρηματοδότησης τη συμμόρφωση προς το Natura 2000. Η Επιτροπή επί του παρόντος εκπονεί ανακοίνωση ειδικά για τις δυνατότητες μελλοντικής χρηματοδότησης εκ μέρους της ΕΕ του Natura 2000. Σε ό,τι αφορά την παρακολούθηση των προόδων σχετικά με τον καθορισμό των τόπων του Natura 2000, η Επιτροπή χρησιμοποιεί ένα βαρόμετρο "απόστασης από το στόχο". Μετά από την ολοκλήρωση των χαρακτηρισμών, η Επιτροπή θα αναπτύξει ένα βαρόμετρο για τις διαχειριστικές προόδους που επιτελούνται στην εκάστοτε τοποθεσίας. Παράλληλα, η Επιτροπή πρότεινε την παράταση κατά δύο χρόνια του τρίτου στάδιου του προγράμματος LIFE με στόχο ιδίως να υποστηριχθεί η διαχείριση των χαρακτηρισμένων περιοχών σε εθνικό και περιφερειακό επίπεδο, καλύπτοντας τοιουτοτρόπως το κενό μεταξύ του τέλους του τρίτου σταδίου και των νέων δημοσιονομικών προοπτικών. Επιπλέον, η Επιτροπή θα διαμορφώσει δείκτες και συστήματα γεωγραφικής πληροφόρησης για να αξιολογείται η διαχείριση και η παρακολούθηση των τόπων του Natura 2000 εκ μέρους των κρατών μελών. 3.2.5. Η καλύτερη προβολή των τάσεων στον τομέα της βιοποικιλότητας Η Επιτροπή πρόσφατα δρομολόγησε ευρεία διαβούλευση για την επισκόπηση της πολιτικής της ΕΕ σχετικά με τη βιοποικιλότητα. Η επισκόπηση αυτή θα αξιολογήσει τις προόδους που έχουν συντελεστεί σε επίπεδο ΕΕ και κρατών μελών, όσον αφορά την εφαρμογή της κοινοτικής στρατηγικής για την βιοποικιλότητα και των αντιστοίχων προγραμμάτων δράσης, όσον αφορά την αποτελεσματικότητα της αναληφθείσας δράσης ως προς τις επιπτώσεις της στο ρυθμό συρρίκνωσης της βιοποικιλότητας και όσον αφορά την καταλληλότητα των προτεινόμενων στόχων και δράσεων ως προς τους στόχους για τη βιοποικιλότητα το 2010 και τη διεύρυνση. Βάσει των ανωτέρω προβλέπεται να εκδοθεί τον Ιούνιο του 2004 ανακοίνωση της Επιτροπής στην οποία θα διατυπώνονται συστάσεις για λήψη μέτρων με συγκεκριμένη προτεραιότητα, προσδιορίζοντας ταυτόχρονα παράγοντες, χρονοδιαγράμματα και πόρους [26]. [26] Οι εν λόγω προσπάθειες απορρέουν από το κεφάλαιο IV, παράγραφος 12 της Ανακοίνωσης της Επιτροπής στο Συμβούλιο και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο σχετικά με τη στρατηγική της Ευρωπαϊκής Κοινότητας για τη βιοποικιλότητα (COM (1998) 42), 4 Φεβρουαρίου 1998. Μέρος της διαδικασίας ευαισθητοποίησης έναντι των τάσεων στον τομέα της βιοποικιλότητας, αποτελούν η ανάπτυξη του πλαισίου παρακολούθησης και υποβολής προτάσεων σχετικά με τη στρατηγική και τα προγράμματα δράσης για τη βιοποικιλότητα. Η Επιτροπή συνεργάζεται με τον Ευρωπαϊκό Οργανισμό Περιβάλλοντος για την καθιέρωση δέσμης δεικτών άμεσης εφαρμογής για τη βιοποικιλότητα, βασιζόμενη στις προόδους στον τομέα των μέσων μέτρησης της βιοποικιλότητας, συμπεριλαμβανομένων των προτύπων για την παρακολούθηση και την επιτήρηση των οικολογικών ενδιαιτημάτων και των ειδών ευρωπαϊκού ενδιαφέροντος. Τα εν λόγω πρότυπα, από κοινού με τις συνεχιζόμενες ερευνητικές προσπάθειες για τη βελτίωση του αντίστοιχου γνωστικού υποβάθρου, θα επιτρέψουν στην ΕΕ "να σφιγμομετρήσει" την ευρωπαϊκή βιοποικιλότητα που διαδραματίζει ρόλο καθοριστικής σημασίας για την παρακολούθηση και την αξιολόγηση των δράσεων της ασκούμενης πολιτικής στον ως άνω τομέα (βλ. σχήμα 9 στο παράρτημα). 3.2.6. Η ενίσχυση της προστασίας της βιοποικιλότητας σε διεθνές επίπεδο Η σύμβαση για τη βιολογική ποικιλία (CBD) αποτελεί καθοριστικής σημασίας διεθνή πράξη για τη διαφύλαξη και την αειφόρο χρήση των βιολογικών πόρων. Για να βελτιωθεί η αποτελεσματικότητα της CBD κατά την επιτόπια εφαρμογή της, η Επιτροπή υποστηρίζει ενεργά την καθιέρωση νέων μέσων [27] καθώς και την μετατόπιση του κέντρου βάρους από την ανάπτυξη πολιτικής στην εφαρμογή της. Η Επιτροπή ενεργοποιείται επίσης και στο πλαίσιο των άλλων διεθνών συμφωνιών για τη βιοποικιλότητα, όπως η σύμβαση για το διεθνές εμπόριο των ειδών της άγριας πανίδας και χλωρίδας που απειλούνται με εξαφάνιση (CITES) [28]. [27] Όπως στο στρατηγικό πρόγραμμα της CBD, ο στόχος για "ουσιαστική μείωση του ρυθμού απώλειας της βιοποικιλότητας έως το 2010", και η ανάπτυξη, χάρη στις προσπάθειες της Επιτροπής, αναθεωρημένου και γενικού προγράμματος εργασίας για τα δάση καθώς και οι κατευθύνσεις σχετικά με την πρόσβαση στους γενετικούς πόρους και τη διανομή των εξ αυτών οφελών, και οι κατευθυντήριες αρχές για τα εισβάλλοντα αλλόχθονα είδη. [28] Η Επιτροπή υποστηρίζει ιδίως την καταχώριση στο πλαίσιο της CITES επιπλέον ειδών ψαριών και υλοτομούμενων ειδών και λαμβάνει μέτρα για την εφαρμογή των δεσμεύσεων αυτών στη νομοθεσία της ΕΚ. Η δυνατότητα να περισταλεί ουσιαστικά η συρρίκνωση της βιοποικιλότητας με τη θέσπιση διεθνών συμφωνιών, εξαρτάται από την αποτελεσματική εφαρμογή τους εκ μέρους όλων των συμβαλλομένων. Η επινόηση μεθόδων για την προαγωγή της εφαρμογής των ως άνω συμφωνιών στις αναπτυσσόμενες χώρες αποτελεί κατά συνέπεια προτεραιότητα των διεθνών περιβαλλοντικών δράσεων της ΕΕ [29]. [29] Βλ. τμήμα 6 - Διεθνή Επιπλέον σημαντική πρωτοβουλία της ΕΕ για την βιοποικιλότητα σε διεθνές επίπεδο αποτελεί το πρόγραμμα δράσης της Επιτροπής με τίτλο «Η επιβολή της δασικής νομοθεσίας, η διακυβέρνηση και το εμπόριο [30]» που εγκρίθηκε το Μάιο του 2003 για την καταπολέμηση της παράνομης υλοτομίας, σύμφωνα με τις δεσμεύσεις που ανέλαβε η ΕΕ στο Γιοχάνεσμπουργκ. Τα μέτρα που ορίζει το πρόγραμμα δράσης περιλαμβάνουν την υποστήριξη της βελτίωσης της διακυβέρνησης στις χώρες παραγωγής ξυλείας, τις εθελοντικές συμπράξεις με χώρες παραγωγής ξυλείας ώστε να εξασφαλίζεται ότι στην αγορά της ΕΕ εισέρχεται αποκλειστικά και μόνο νομίμως υλοτομηθείσα ξυλεία, καθώς και τις προσπάθειες για την ανάπτυξη διεθνούς συνεργασίας με στόχο την καταπολέμηση του εμπορίου παρανόμως υλοτομηθείσας ξυλείας. [30] COM(2003)251 τελικό, 21 Μαΐου 2003. 3.3. Διαχείριση πόρων Η στρατηγική της Λισαβώνας υιοθετεί φιλόδοξο στόχο για την επίτευξη ετήσιου ρυθμού οικονομικής ανάπτυξης (3%), που θα μπορούσε ουσιαστικά να διπλασιάσει το ΑΕΠ σε 25 χρόνια. Ωστόσο, για να αποφευχθεί το επιπλέον κοινωνικό και περιβαλλοντικό κόστος, λόγω π.χ. του συνεχώς αυξανόμενου όγκου των αποβλήτων, πρέπει να σπάσει ο δεσμός που παραδοσιακά υφίσταται μεταξύ αύξησης του ΑΕΠ και των πιέσεων που ασκούνται στο περιβάλλον. Η αποσύνδεση της υποβάθμισης του περιβάλλοντος από την οικονομική ανάπτυξη αποτελεί το κύριο θέμα της στρατηγικής της ΕΕ για την αειφόρο ανάπτυξη [31]. Μια από τις μεθόδους επίτευξης του ως άνω στόχου είναι να βελτιωθεί ουσιαστικά η αποτελεσματική αξιοποίηση των διαθέσιμων πόρων. [31] Η σημασία της αποσύνδεσης αναγνωρίστηκε στην πρόταση της Επιτροπής για την στρατηγική της ΕΕ σε ό,τι αφορά την αειφόρο ανάπτυξη όπου ως γενικός στόχος ετέθη η "αποσύνδεση της οικονομικής αύξησης (μεγέθυνσης-ανάπτυξης) από τη χρήση πόρων και την παραγωγή αποβλήτων". Ο στόχος αυτός επιβεβαιώθηκε κατά την εαρινή σύνοδο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου του 2003 (βλ. παράγραφο 53, Συμπεράσματα της Προεδρίας, Ευρωπαϊκό Συμβούλιο των Βρυξελλών, 20-21 Μαρτίου 2003). Η αξιοποίηση πρώτων υλών και ενέργειας καθίσταται ολοένα αποτελεσματικότερη σε πολλές χώρες της ΕΕ. Ωστόσο επί το πλείστον οι εν λόγω βελτιώσεις οφείλονται στο γεγονός ότι κατά τις δεκαετίες του 1980 και του 1990 οι οικονομίες πολλών από τις χώρες της ΕΕ στράφηκαν από τη μεταποίηση στην παροχή υπηρεσιών. Για να επιτευχθεί η προαναφερθείσα αποσύνδεση, καλούμαστε να ανταποκριθούμε στην πρόκληση της περαιτέρω προώθησης των αειφόρων μοντέλων παραγωγής και κατανάλωσης, όπως αναφέρεται στο πρόγραμμα εφαρμογής του Γιοχάνεσμπουργκ. Διαμορφώνοντας ένα επιτυχημένο δεκαετές πρόγραμμα για την αειφόρο παραγωγή και κατανάλωση, η ΕΕ θα μπορούσε να εξασφαλίσει ότι η δράση που αναπτύσσεται στο εσωτερικό της υποστηρίζει και συνάδει προς τις διεθνείς δεσμεύσεις της, συμβάλλοντας περαιτέρω στην πρωτοπορία της ΕΕ σχετικά με την αειφόρο ανάπτυξη. Προτεραιότητες 3.3.1. Η εντατικοποίηση των προσπαθειών για τη βιωσιμότερη χρήση των πόρων Η αποσύνδεση είναι ο γενικός στόχος στον οποίο καλείται να συμβάλει η θεματική στρατηγική της Επιτροπής για τη διαχείριση των πόρων [32]. Δεδομένου ότι η εφαρμογή νέων πολιτικών και η προσαρμογή των ήδη υφισταμένων για την επίτευξη της αποσύνδεσης των αρνητικών περιβαλλοντικών επιπτώσεων των πόρων από την οικονομική ανάπτυξη θα είναι μακροπρόθεσμη διαδικασία, το χρονοδιάγραμμα της στρατηγικής αυτής είναι 25 χρόνια. [32] Ανακοίνωση της Επιτροπής - Προς μια θεματική στρατηγική για την αειφόρο χρήση των φυσικών πόρων, COM(2003)572 τελικό, 1 Οκτωβρίου 2003. Το 2004 θα προταθεί γενική στρατηγική βάσει ανοικτής διαδικασίας συνεργασίας με τη συμμετοχή των κοινοτικών θεσμικών οργάνων και των ενδιαφερομένων. Θα αποδοθεί προτεραιότητα σε τρία στοιχεία στρατηγικού χαρακτήρα καθόλη την ανάπτυξη της στρατηγικής. Στο πρώτο στάδιο η στρατηγική θα επικεντρωθεί στη συγκέντρωση γνώσεων για τον καθορισμό των πόρων που προκαλούν τους εντονότερους προβληματισμούς λόγω του περιβαλλοντικού αντίκτυπου της χρήσης τους, λαμβάνοντας υπόψη τις τεχνολογικές δυνατότητες και τα κοινωνικοοικονομικά επιχειρήματα. Πρωτίστως επιδιώκεται να καλυφθούν τα υφιστάμενα κενά σε ό,τι αφορά την πορεία των πόρων στους οικονομικούς κύκλους και τις επιπτώσεις τους στο περιβάλλον. Στο πλαίσιο της εν λόγω στρατηγικής θα αξιολογηθεί συναρτήσει των ως άνω στοιχείων κατά πόσον οι πολιτικές επιλογές συνάδουν προς το συνολικό στόχο περί αποσύνδεσης. Ενδέχεται να προταθούν δράσεις και να ληφθούν καλύτερα υπόψη τα επιχειρήματα σχετικά με τη χρήση των πόρων κατά την εκπόνηση πολιτικών σε άλλους τομείς. Η στρατηγική αυτή θα υποστηριχθεί από την ολοκληρωμένη πολιτική προϊόντων [33], σε συνδυασμό με τη θεματική στρατηγική για την πρόληψη και την ανακύκλωση των αποβλήτων [34]. Οι ως άνω πρωτοβουλίες, βασιζόμενες σε ευρεία διαβούλευση με όλους τους ενδιαφερομένους, θα εξετάσουν τις περιβαλλοντικές επιπτώσεις του κύκλου των προϊόντων, ώστε να μειωθεί η ρύπανση, να διευκολυνθεί η ανακύκλωση, όπου αυτό θεωρείται δικαιολογημένο από οικονομική σκοπιά, και να μειωθεί το κόστος της διάθεσης των αποβλήτων. [33] Ανακοίνωση της Επιτροπής για την ολοκληρωμένη πολιτική προϊόντων, 12 Ιουνίου 2003. [34] Ανακοίνωση της Επιτροπής - Προς μια θεματική στρατηγική για την πρόληψη και την ανακύκλωση των αποβλήτων, COM(2003)301 τελικό, 27 Μαΐου 2003. Η πολιτική πόρων της ΕΕ στηρίζεται στις σοβαρές ερευνητικές προσπάθειες που αναπτύσσονται βάσει του 6ου προγράμματος-πλαισίου για την ΕΤΑ στον τομέα της αειφόρου παραγωγής και κατανάλωσης. Η πολιτική της ΕΕ για τους πόρους θα πρέπει να είναι ελαστική ώστε να επιτρέπει την ομαλή προσαρμογή του ιδιωτικού τομέα. Όλα τα μέσα αγοράς καθώς και οι εθελοντικές συμφωνίες [35] (στις περιπτώσεις για τις οποίες ενδείκνυνται και θεωρούνται αποδοτικές ως προς το κόστος) θα πρέπει κατά συνέπεια να βασίζονται στην επιδίωξη της οικολογικής αποδοτικότητας. [35] COM(2002)412 τελικό, 17 Ιουλίου 2002. 3.3.2. Η εξασφάλιση της ορθής εφαρμογής της ήδη υφιστάμενης νομοθεσίας για τα απόβλητα Πέραν της πρόληψης της παραγωγής αποβλήτων με την τροποποίηση των μοντέλων παραγωγής και κατανάλωσης, πρέπει να περιορισθούν και οι περιβαλλοντικές επιπτώσεις της χρήσης των πόρων. Προς τούτο απαιτείται ορθή εφαρμογή της ήδη υφιστάμενης νομοθεσία για τα απόβλητα. Τα κράτη μέλη έχουν επιτελέσει προόδους κατά τα πρόσφατα έτη σε ό,τι αφορά την ανάπτυξη και την εφαρμογή των προγραμμάτων διαχείρισης των αποβλήτων που επιβάλλει η κοινοτική νομοθεσία. Ωστόσο, θα πρέπει να κλιμακωθούν οι προσπάθειες για την πλήρη μεταφορά και εφαρμογή της υφιστάμενης νομοθεσίας και, εν συνεχεία, τη μείωση της απόθεσης αποβλήτων. Επιπλέον, πρέπει να επιτευχθούν πρόοδοι ώστε να ελαχιστοποιηθεί η παραγωγή αποβλήτων από τις παραγωγικές διαδικασίες αξιοποιώντας καλύτερα τις περιβαλλοντικές τεχνολογίες. Επιβάλλεται να καταβληθεί ιδιαίτερη προσπάθεια ώστε οι υποψήφιες χώρες των οποίων επίκειται η προσχώρηση να στραφούν από την υγειονομική ταφή των αποβλήτων, στην οποία σήμερα πρωτίστως βασίζονται (ποσοστό υψηλότερο του 90% των αστικών αποβλήτων στις περισσότερες εξ αυτών), προς ένα βιωσιμότερο σύστημα διαχείρισης των αποβλήτων. 3.4. Περιβάλλον και υγεία Η προστασία της δημόσιας υγείας αποτέλεσε ανέκαθεν προτεραιότητα της περιβαλλοντικής πολιτικής της ΕΕ. Ωστόσο, τα υφιστάμενα πρότυπα καθιερώθηκαν βάσει γενικής προσέγγισης, δίχως να λαμβάνεται υπόψη η ανάγκη προστασίας των ευπαθέστερων κοινωνικών ομάδων, όπως τα παιδιά. Ουδέποτε επιχειρήθηκε γενική αξιολόγηση των συνολικών συνεπειών που έχουν για την υγεία του ανθρώπου οι συνδυασμένες επιπτώσεις των επιμέρους τοξικών παραγόντων στο περιβάλλον. Επιβάλλεται να αναπτυχθεί νέα και ολοκληρωμένη προσέγγιση για να αντιμετωπισθούν αποτελεσματικά οι προκλήσεις που σχετίζονται με το περιβάλλον και την υγεία και να καλυφθούν τα υφιστάμενα κενά σε ό,τι αφορά τις αντίστοιχες πληροφορίες και γνώσεις για τον αντίκτυπο ορισμένων ρύπων και κατηγοριών προϊόντων στο περιβάλλον και στην υγεία. Προτεραιότητες 3.4.1. Ανάπτυξη ολοκληρωμένης προσέγγισης για τα θέματα περιβάλλοντος και υγείας Υφίσταται άμεση σχέση μεταξύ περιβαλλοντικών προβλημάτων και κακής υγείας. Περίπου 60.000 θάνατοι ετησίως στα μεγάλα αστικά κέντρα της Ευρώπης προκαλούνται από τη μακροχρόνια έκθεση στην ατμοσφαιρική ρύπανση. Επιπλέον, στην Ευρώπη, το άσθμα πλήττει ένα παιδί στα επτά. Συγκριτικά προς την κατάσταση που επικρατούσε πριν 30 χρόνια, ο αριθμός των παιδιών που υποφέρουν από άσθμα και άλλες αλλεργίες έχει αυξηθεί δραματικά. Για να μειωθούν στην Ευρώπη οι ασθένειες με περιβαλλοντικά αίτια είναι απαραίτητο να αναβαθμιστεί η έρευνα ώστε να καταστούν κατανοητότερες οι σχέσεις αιτιώδους συνάφειας μεταξύ περιβαλλοντικών απειλών και αρνητικών επιπτώσεων στην υγεία. Αυτός είναι ο κύριος στόχος της ευρωπαϊκής στρατηγικής για το περιβάλλον και την υγεία που εγκρίθηκε τον Ιούνιο του 2003 [36]. [36] Ανακοίνωση της Επιτροπής - Η ευρωπαϊκή στρατηγική για το περιβάλλον και την υγεία, COM(2003)338 τελικό, 11 Ιουνίου 2003. Η στρατηγική σκιαγραφεί ολοκληρωμένη προσέγγιση για την αντιμετώπιση των πολύπλοκων αλληλεπιδράσεων περιβάλλοντος και υγείας καθώς και των επιπτώσεών τους στις ευπαθέστερες κοινωνικές ομάδες όπως τα παιδιά. Βάσει των ανωτέρω, εκπονείται πρόγραμμα δράσης για την περίοδο 2004-2010. Αυτό το πρόγραμμα δράσης θα αποτελέσει τη συμβολή της Επιτροπής στην 4η Υπουργική Διάσκεψη της Παγκόσμιας Οργάνωσης Υγείας με θέμα το περιβάλλον και την υγεία που θα πραγματοποιηθεί στη Βουδαπέστη το 2004. Μεταξύ των τομέων στους οποίους πρέπει να αναληφθεί δράση, συγκαταλέγονται η συγκρότηση ενός πλαισίου για βιοπαρακολούθηση στην ΕΕ, η δρομολόγηση πρότυπων πειραματικών έργων για την ολοκληρωμένη παρακολούθηση των διοξινών, των βαρέων μετάλλων και των ενδοκρινικών διαταρακτών, καθώς και η ανάπτυξη εναρμονισμένων δεικτών για το περιβάλλον και την υγεία. Σε πρώτο στάδιο ο κύκλος των εργασιών θα εστιασθεί σε τρεις κατηγορίες ασθενειών υψηλής προτεραιότητας: τις παιδικές νεοπλασίες, τα αναπνευστικά νοσήματα και τις νευροαναπτυξιακές διαταραχές. 3.4.2. Η μείωση της ατμοσφαιρικής ρύπανσης Παρά τις συντελεσθείσες πολλές προόδους κατά τις τελευταίες δεκαετίες εξακολουθούν να υφίστανται σοβαρά προβλήματα σε ό,τι αφορά τη βελτίωση της ποιότητας του αέρα. Από τις διαθέσιμες μελέτες [37] προκύπτει ότι τα σημερινά επίπεδα ατμοσφαιρικής ρύπανσης συνιστούν σοβαρό κίνδυνο για την υγεία του ανθρώπου, ιδίως σε ό,τι αφορά τα σωματίδια και το τροποσφαιρικό όζον. Εάν δεν αναληφθεί περαιτέρω δράση υφίσταται σοβαρός κίνδυνος να αντιστραφούν οι πτωτικές τάσεις των συγκεντρώσεων των εν λόγω ρύπων, π.χ. λόγω της αύξησης της κυκλοφορίας. [37] Βλ. έκθεση ομάδας εργασίας της Παγκόσμιας Οργάνωσης Υγείας με θέμα τις πτυχές της ατμοσφαιρικής ρύπανσης που σχετίζονται με τα σωματίδια, το όζον και το διοξείδιο του αζώτου και επηρεάζουν την υγεία (Βόννη, 13-15 Ιανουαρίου 2003), http://www.euro.who.int/document/ e79097.pdf. Για να αντιμετωπισθεί το πρόβλημα αυτό η Επιτροπή δρομολόγησε το πρόγραμμα "Καθαρός αέρας για την Ευρώπη" (CAFE) με στόχο τη συγκέντρωση επιστημονικών δεδομένων, την εκτίμηση της πιθανής εξέλιξης των επιπέδων ρύπανσης από σήμερα μέχρι το 2020 και τον εντοπισμό των πλέον αποτελεσματικών οικονομικών μέτρων για τη βελτίωση της κατάστασης. Το εν λόγω πρόγραμμα εκτελείται και θα οδηγήσει στη θέσπιση θεματικής στρατηγικής για την ατμοσφαιρική ρύπανση στα μέσα του 2005. Εν προκειμένω είναι καθοριστικής σημασίας να εφαρμοστεί ορθά η ήδη υφιστάμενη νομοθεσία ενώ παράλληλα ενδέχεται να αποδειχθεί αναγκαίο να ληφθούν περαιτέρω νομοθετικά και άλλα μέτρα ώστε να επιτευχθούν επίπεδα ατμοσφαιρικής ρύπανσης που να μην συνεπάγονται σοβαρές αρνητικές επιπτώσεις για την υγεία και το περιβάλλον, όπως προβλέπει το 6ο ΠΔΠ. 3.4.3. Η μεταρρύθμιση της πολιτικής για τα χημικά προϊόντα Είναι ιδιαίτερα διαδεδομένη η χρήση συνθετικών χημικών προϊόντων στη βιομηχανία και τα νοικοκυριά - 400 εκατομμύρια τόννοι χημικών προϊόντων πωλούνται ετησίως σε ολόκληρο τον κόσμο. Η χημική βιομηχανία διαδραματίζει ιδιαίτερα σημαντικό οικονομικό ρόλο, εφοδιάζοντας με υλικά την μεταποιητική βιομηχανία, τονώντας την καινοτομία και παρέχοντας τα προϊόντα που είναι απαραίτητα για να διατηρηθεί και να βελτιωθεί η ποιότητα διαβίωσης. Η ΕΕ αποτελεί τη μεγαλύτερη περιοχή παραγωγής χημικών προϊόντων ανά την υφήλιο. Κατά συνέπεια η διατήρηση ανταγωνιστικής και καινοτόμου βιομηχανίας χημικών προϊόντων στην Ευρώπη αποτελεί μείζονα στόχο. Σε κοινωνικό επίπεδο η βελτίωση της υγείας και της ασφάλειας των εργαζομένων και εν γένει του κοινού είναι καθοριστικής σημασίας πολιτικός στόχος της κοινοτικής πολιτικής για τα χημικά προϊόντα. Παράλληλα προτεραιότητα αποτελεί η διατήρηση υψηλών επιπέδων απασχόλησης. Σε ό,τι αφορά το περιβάλλον μείζονες στόχους συνιστούν η αποφυγή της χημικής ρύπανσης του αέρα, του νερού, του εδάφους και των κτιρίων καθώς και η πρόληψη των ζημιών στη βιοποικιλότητα. Ως προς τα ανωτέρω είναι ιδιαίτερης σημασίας να βελτιωθεί ο έλεγχος των δυσαποδόμητων (έμμονων-ανθεκτικών), βιοσυσσωρρευόμενων και τοξικών ουσιών. Οι πιθανές επιπτώσεις της χρήσης και της τελικής διάθεσης των συνθετικών χημικών προϊόντων στο περιβάλλον και στην υγεία του ανθρώπου προκαλούν ολοένα και εντονότερο προβληματισμό. Μολονότι η έρευνα βάσει των συγκεντρωνόμενων δεδομένων, δείχνει ολοένα και περισσότερο ότι υφίσταται σχέση αιτιώδους-συνάφειας μεταξύ της έκθεσης σε ορισμένα χημικά προϊόντα και των αρνητικών επιπτώσεων στην υγεία του ανθρώπου ή το περιβάλλον, οι διαθέσιμες επιστημονικές αποδείξεις δεν επιτρέπουν την συναγωγή οριστικών συμπερασμάτων. Η βελτίωση των γνώσεων σε ό,τι αφορά τα χημικά προϊόντα και η βελτίωση της διαχείρισης των κινδύνων από τα χημικά προϊόντα αποτελούν κατά συνέπεια προτεραιότητα. Σύμφωνα με τους ως άνω στόχους, η Επιτροπή υπέβαλε τον Οκτώβριο του 2003 [38] πρόταση για ένα νέο κανονιστικό πλαίσιο στην ΕΕ όσον αφορά τα χημικά προϊόντα. Οι στόχοι του προταθέντος νέου κανονισμού είναι η βελτίωση της προστασίας της υγείας του ανθρώπου και του περιβάλλοντος με παράλληλη διατήρηση της ανταγωνιστικότητας και βελτίωση του καινοτόμου δυναμικού της χημικής βιομηχανίας στην ΕΕ. Εν προκειμένω καθιερώνεται το νέο σύστημα REACH (Registration, Evaluation and Authorisation of Chemicals - καταγραφή, αξιολόγηση, αδειοδότηση χημικών ουσιών) με στόχο: [38] COM(2003)644, 29 Οκτωβρίου 2003. - να υποχρεωθούν οι εταιρείες οι οποίες παράγουν και εισάγουν χημικά προϊόντα να παρέχουν πληροφορίες σχετικά με τις ιδιότητες των παραγόμενων ή εισαγόμενων ουσιών στην ΕΕ, ιδίως μάλιστα για τις 30.000 ήδη υφιστάμενες ουσίες σχετικά με τις οποίες έχουν δημοσιοποιηθεί ελάχιστες ή και καθόλου πληροφορίες, και για μεγαλύτερου όγκου ουσίες ώστε να αξιολογηθούν οι κίνδυνοι που συνεπάγεται η χρήση τους για το περιβάλλον και την υγεία και παράλληλα να ληφθούν τα απαραίτητα μέτρα για τη διαχείριση τυχόν κινδύνων. - να εξασφαλιστεί ότι οι προκύπτουσες πληροφορίες διατίθενται στους κατάντι βιομηχανικούς κλάδους, τις δημόσιες αρχές, την αστική κοινωνία και το ευρύ κοινό. - να επιτραπεί στις δημόσιες αρχές να ενεργούν ταχύτερα στις περιπτώσεις για τις οποίες επιβάλλεται να ληφθούν μέτρα με στόχο τη μείωση των παρατηρούμενων κινδύνων. - άλλες κατευθυντήριες αρχές της προσέγγισης REACH προβλέπουν ότι πρέπει να λαμβάνονται οι ενδεδειγμένες προφυλάξεις σε περίπτωση που οι πληροφορίες είναι ελλιπείς ή να αντιμετωπίζονται, κατά το δυνατόν, προληπτικά οι κίνδυνοι για το περιβάλλον και την υγεία λόγω της χρήσης χημικών προϊόντων προάγοντας παράλληλα κατά το δυνατόν την υποκάτασταση των επικινδύνων χημικών προϊόντων από άλλα ασφαλέστερα. Επιπλέον της δράσης στο εσωτερικό της, η ΕΕ δραστηριοποιήθηκε και διεθνώς προάγοντας τη βελτίωση της υγείας του ανθρώπου και του περιβάλλοντος, ιδίως στις αναπτυσσόμενες χώρες, μέσω της διαπραγματεύσης και της σύναψης της Σύμβασης του Ρότερνταμ σχετικά με τη διαδικασία συναίνεσης μετά από ενημέρωση (συγκατάθεση εν επιγνώσει -PIC) για ορισμένα επικίνδυνα χημικά προϊόντα και φυτοφάρμακα στο διεθνές εμπόριο. και τη Σύμβαση της Στοκχόλμης για τους έμμονους (δυσαποδόμητους) οργανικούς ρύπους (POP - ΕΟΡ) [39]. [39] Η Σύμβαση του Ρότερνταμ που έχει εγκριθεί και έχει κατατεθεί για υπογραφή εκ μέρους της διάσκεψης των πληρεξουσίων στις 10 Σεπτεμβρίου 1998, καθιερώνει πρώτη γραμμή άμυνας έναντι πιθανών προβλημάτων επιτρέποντας στις εισάγουσες χώρες, ιδίως μάλιστα τις αναπτυσσόμενες να αποφασίζουν ποια από τα χημικά προϊόντα που αποτελούν αντικείμνο της διαδικασίας PIC, επιθυμούν να λάβουν και ποια πρέπει να εξαιρεθούν επειδή είναι αδύνατο να αποτελέσουν αντικείμενο ασφαλούς χειρισμού. Στόχος της Σύμβασης της Στοκχόλμης, που εγκρίθηκε στις 22 Μαΐου 2001, είναι η κατάργηση των εσκεμμένα παραγόμενων POP και η συνεχής ελαχιστοποίηση, ή όπου αυτό είναι δυνατό η τελική εξάλειψη, όσων POP αποτελούν συμπτωματικώς παραγόμενα παραπροϊόντα. Η Σύμβαση της Στοκχόλμης για τους έμμονους οργανικούς ρύπους παρέχει ένα πλαίσιο, βάσει της αρχής της προφύλαξης, για την ασφαλή εξάλειψη/συνεχή ελαχιστοποίηση των αρχικών δώδεκα δυσαποδόμητων οργανικών ρύπων προτεραιότητας. Μελλοντικά θα επιτρέψει επίσης στα συμβαλλόμενα μέρη να χαρακτηρίζουν και άλλα χημικά προϊόντα που θα μπορούσαν να αποτελέσουν αντικείμενο διεθνών ενεργειών βάσει καθιερωμένων κριτηρίων με στόχο την πρόληψη και την ελαχιστοποίηση των επιβλαβών επιπτώσεών τους στην υγεία του ανθρώπου και το περιβάλλον. 3.4.4. Η εφαρμογή του κανονιστικού πλαισίου της ΕΕ για τη βιοτεχνολογία Η τεχνολογική πρόοδος αποτελεί μια από τις μείζονες κινητήριες δυνάμεις της οικονομικής ανάπτυξης. Όλο και περισσότερο η καινοτομία συσχετίζεται με την εμπορική εκμετάλλευση των αποτελεσμάτων της έρευνας και της ανάπτυξης σε ταχέως αναπτυσσόμενους γνωστικούς τομείς όπως η βιοτεχνολογία. Για να μπορέσει η ΕΕ να αξιοποιήσει πλήρως τα πιθανά οφέλη της βιοτεχνολογίας, υιοθετώντας παράλληλα προσεκτική προσέγγιση σε ό,τι αφορά τη διαχείριση των κινδύνων για την υγεία του ανθρώπου και το περιβάλλον, θα πρέπει να καθιερωθούν σε επίπεδο ΕΕ οι ενδεδειγμένοι μηχανισμοί χορήγησης εγκρίσεων. Το κανονιστικό πλαίσιο της ΕΕ στον τομέα της βιοτεχνολογίας των ΓΤΟ έχει πλέον ολοκληρωθεί. Τα μέτρα που εφαρμόζονται για την περιορισμένη χρήση και την σκόπιμη ελευθέρωση ΓΤΟ στο περιβάλλον [40], καθώς και σχετικά με την ανιχνευσιμότητα και την επισήμανση των ΓΤΟ και των μεταποιητικών προϊόντων τους που χρησιμοποιούνται ως είδη ανθρώπινης και ζωικής διατροφής θα εξασφαλίσουν το κατάλληλο επίπεδο προστασίας της υγείας του ανθρώπου και του περιβάλλοντος. Η εφαρμογή εκ μέρους της ΕΕ του Πρωτοκόλλου της Καρθαγένης για τη βιοασφάλεια που διέπει τη διαμεθοριακή διακίνηση ΓΤΟ και άρχισε να ισχύει τον Ιούνιο, θα βελτιώσει περαιτέρω την προστασία της υγείας και του περιβάλλοντος σε τρίτες χώρες ελέγχοντας τη διακίνηση των ΓΤΟ. Υπάρχει ελπίδα η εφαρμογή των ως άνω μέτρων να συμβάλει στην αποκατάσταση της εμπιστοσύνης του κοινού και να αποδείξει ότι η κοινοτική διαδικασία για τη χορήγηση εγκρίσεων σχετικά με την ελευθέρωση ΓΤΟ λειτουργεί σύμφωνα με τα προβλεπόμενα. [40] Οδηγίες 98/81 και 2001/18. Ωστόσο, τα κράτη μέλη συχνά υστερούν σχετικά με τη μεταφορά και την εφαρμογή της κοινοτικής νομοθεσίας για τον τομέα των ΓΤΟ. Εντούτοις, η έγκαιρη και κατάλληλη εφαρμογή του κανονιστικού πλαισίου της ΕΕ είναι καθοριστικής σημασίας για να αποδειχθεί ότι η τεχνολογική πρόοδος και το ελεύθερο εμπόριο δεν είναι ασυμβίβαστα προς τα αυστηρά πρότυπα για την προστασία του περιβάλλοντος και της υγείας του ανθρώπου. 3.4.5. Η ανάπτυξη της στρατηγικής για την αειφόρο χρήση των φυτοφαρμάκων Η πλεονασματική γεωργική παραγωγή σε συνδυασμό με τις συνεχώς αυξανόμενες αποδείξεις ότι ακόμη και η περιορισμένη έκθεση σε κατάλοιπα φυτοφαρμάκων στα τρόφιμα ενδέχεται να συμβάλλει στην πρόκληση προβλημάτων υγείας, οδήγησε στην επαναξιολόγηση της πολιτικής της ΕΕ για τον εν λόγω τομέα. Θα εξακολουθήσει η λήψη μέτρων ώστε να ελαχιστοποιηθούν οι κίνδυνοι που συνεπάγονται τα φυτοφάρμακα για την υγεία και το περιβάλλον, να βελτιωθούν οι έλεγχοι της χρήσης και της διανομής τους. να μειωθούν τα επίπεδα των επιβλαβών ενεργών ουσιών, μεταξύ άλλων και με την υποκατάσταση των πλέον επικινδύνων εξ αυτών με ασφαλέστερες, συμπεριλαμβανόμενων των μη χημικών εναλλακτικών δυνατοτήτων και να ενθαρρυνθούν οι μέθοδοι γεωργικής καλλιέργειας με περιορισμένη ή μηδενική χρήση φυτοφαρμάκων. Τα μέτρα για την επίτευξη των ως άνω ειδικών στόχων θα καλύψει η εκπονούμενη θεματική στρατηγική της Επιτροπής για την αειφόρο χρήση των φυτοφάρμακων [41] που τελεί υπό προπαρασκευή [42]. [41] Ανακοίνωση της Επιτροπής - Προς μια θεματική στρατηγική για αειφόρο χρήση των φυτοφαρμάκων, COM(2002)349 τελικό, 1 Ιουλίου 2002. [42] Τα εν λόγω μέτρα θα καλυφθούν επίσης στο πλαίσιο των αναθεωρήσεων του κεκτημένου στον τομέα της φυτοπροστασίας. 4. Μια ανανεωμένη προσέγγιση για την πολιτική περιβάλλοντος Οι προσπάθειες που καταβάλλονται σε επίπεδο ΕΕ για να αναστραφούν στον τομέα του περιβάλλοντος οι μη αειφόρες τάσεις θα επιτύχουν μόνον εάν εγγραφούν στο πλαίσιο μιας ανανεωμένης προσέγγισης για την περιβαλλοντική πολιτική που να εστιάζεται στην ολοκλήρωση, την εφαρμογή και την ενημέρωση. Η αποτελεσματικότητα της ΕΕ σε ό,τι αφορά τη βελτίωση του περιβαλλοντικού σκέλους της στρατηγικής της Λισαβώνας εξαρτάται από το κατά πόσο θα είναι σε θέση: - να προάγει ολοκληρωμένη προσέγγιση ως προς τη χάραξη πολιτικής και να διευκολύνει την ενσωμάτωση της περιβαλλοντικής διάστασης σε όλες τις άλλες πολιτικές σε επίπεδο ΕΕ και σε εθνικό επίπεδο. - να αναπτύξει νέα προσέγγιση σε ό,τι αφορά την εφαρμογή, η οποία αφενός να εξασφαλίζει τη συμμόρφωση προς την κείμενη νομοθεσία της ΕΕ, μεγιστοποιώντας τα οφέλη για το περιβάλλον, και, αφετέρου, να εξασφαλίζει, το κανονιστικό πλαίσιο για το περιβάλλον προάγοντας, όπου αυτό κρίνεται απαραίτητο, μια προσέγγιση πιο ευέλικτη και φιλική για την αγορά, με τον καθορισμό μακροπρόθεσμων περιβαλλοντικών στόχων και συχνότερη αξιοποίηση των μέσων τα οποία βασίζονται στην αγορά. - να στηρίξει την περιβαλλοντική πολιτική σε αξιόπιστες γνώσεις και πληροφορίες για να βελτιωθεί η αποτελεσματικότητά της. και να διατεθούν ευρύτατα στο κοινό οι πληροφορίες σχετικά με τις επιπτώσεις του περιβάλλοντος ώστε να διευκολυνθούν οι αλλαγές συμπεριφοράς που κρίνονται απαραίτητες για την επίτευξη της αειφόρου ανάπτυξης. 4.1. Ολοκλήρωση 4.1.1. Η βελτίωση της χάραξης της πολιτικής για το περιβάλλον Η ανάπτυξη ολοκληρωμένης προσέγγισης για τη χάραξη της περιβαλλοντικής πολιτικής Παραδοσιακά η περιβαλλοντική νομοθεσία στην Ευρώπη επικεντρωνόταν στην αντιμετώπιση μεμονωμένων ρύπων και την προστασία συγκεκριμένων τμημάτων του περιβάλλοντος, συχνά βασιζόμενη σε λύσεις αντιμετώπισης των τελικών περιβαλλοντικών συνεπειών αντί να στρέφεται σε λύσεις που να αντιμετωπίζουν τα αίτια των προβλημάτων ή τις συνδυασμένες επιπτώσεις της ρύπανσης στα επιμέρους περιβαλλοντικά μέσα και την αλληλεξάρτησή τους. Για να αντιμετωπισθούν οι παρατηρούμενες μη βιώσιμες περιβαλλοντικές τάσεις απαιτείται ανάπτυξη ολοκληρωμένης προσέγγισης σε ό,τι αφορά τη χάραξη πολιτικής. Η περιβαλλοντική πολιτική περιβάλλοντος οφείλει όχι μόνο να εστιάζεται στην αποκατάσταση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων αλλά και να αντιμετωπίζει τους σημαντικούς παράγοντες που ασκούν πιέσεις στο περιβάλλον. Το 6ο ΠΔΠ αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα της ως άνω νέας προσέγγισης ιδίως μέσω της στρατηγικής της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το περιβάλλον και την υγεία [43] και της αξιοποίησης των θεματικών στρατηγικών. Οι θεματικές στρατηγικές, που θα πρέπει να υποβληθούν έως το 2005, αποσκοπούν στην ολοκληρωμένη αντιμετώπιση επτά κυρίων θεμάτων [44]. Στα τέλη του 2003, έκαστη στρατηγική θα αποτελέσει αντικείμενο ανακοίνωσης που θα εστιάζεται στον προσδιορισμό των προβλημάτων. Οι ως άνω ανακοινώσεις θα κοινοποιηθούν στους ενδιαφερόμενους για ευρεία διαβούλευση. Σε δεύτερο στάδιο, θα αναπτυχθούν ανάλογες στρατηγικές. Οι εν λόγω στρατηγικές θα περιλαμβάνουν σαφείς τακτικούς και στρατηγικούς στόχους σχετικά με την αειφορία, για την επίτευξη των οποίων πρέπει να ληφθούν μέτρα αποτελεσματικής αξιοποίησης του κόστους που να συνοδεύονται από αντίστοιχο χρονοδιάγραμμα και επιμέρους ειδικούς στόχους. [43] Βλ. τμήμα 3.4. - Περιβάλλον και υγεία [44] Οι επτά θεματικές στρατηγικές καλύπτουν: την προστασία τοου εδάφους. το θαλάσσιο περιβάλλον, την αειφόρο χρήση των φυτοφαρμάκων, το αστικό περιβάλλον, την αειφόρο χρήση και την διαχείριση των πόρων. την ανακύκλωση των αποβλήτων και την ποιότητα του αέρα. Σχημα A: Επιτελεσθείσες πρόοδοι όσον αφορά την ανάπτυξη θεματικών στρατηγικών 1. Ποιότητα του αέρα // Το πρόγραμμα "Καθαρός αέρας για την Ευρώπη" (CAFE): Προς μια θεματική στρατηγική για την ποιότητα του αέρα - COM(2001) 245 τελικό, 4 Μαΐου 2001 Στόχος // Πληθαίνουν τα επιστημονικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει ότι οι υφιστάμενες πολιτικές δεν επαρκούν για την προστασία της υγείας του ανθρώπου και των οικοσυστημάτων από τις επιβλαβείς επιπτώσεις της ρύπανσης του αέρα. Ως εκ τούτου, η στρατηγική θα προτείνει ολοκληρωμένη δέσμη μέτρων αποτελεσματικής αξιοποίησης του κόστους για την επίτευξη επιπέδων ρύπανσης τα οποία να μην συνεπάγονται απαράδεκτες αρνητικές επιπτώσεις για την υγεία του ανθρώπου ή το περιβάλλον 2. Προστασία του εδάφους // Προς μια θεματική στρατηγική για την προστασία του εδάφους - COM(2002) 179 τελικό, 16 Απριλίου 2002 Στόχος // Το έδαφος αποτελεί ζωτικό πόρο καθοριστικής σημασίας για την ομαλή λειτουργία του περιβάλλοντος που υποστηρίζει τη ζωή και εξασφαλίζει το απαραίτητο υπόβαθρο για πολλές οικονομικές δραστηριότητες. Στόχος της στρατηγικής είναι η προστασία και η διαφύλαξη της οικολογικής, χημικής και φυσικής κατάστασης των εδαφικών πόρων στην Ευρώπη. 3. Αειφόρος χρήση των φυτοφαρμάκων // Προς μια θεματική στρατηγική για την αειφόρο χρήση των φυτοφαρμάκων - COM(2002) 349 τελικό, 1 Ιουλίου 2002 Στόχος // Επιβάλλεται να αντιμετωπιστούν οι συνεχώς αυξανόμενες ανησυχίες σχετικά με τις επιπτώσεις των φυτοφαρμάκων στην υγεία του ανθρώπου και το περιβάλλον. Η στρατηγική θα καθορίσει δέσμη μέτρων και μέσων πολιτικής για την επίτευξη της βιωσιμότερης χρήσης των φυτοφαρμάκων και της μείωσης των κινδύνων από τη χρήσή τους. 4. Προστασία και διατήρηση του θαλασσίου περιβάλλοντος // Προς μια στρατηγική για την προστασία και τη διατήρηση του θαλασσίου περιβάλλοντος - COM(2002) 539 τελικό, 2 Oκτωβρίου 2002 Στόχος // Το θαλάσσιο περιβάλλον αντιμετωπίζει πολυποίκιλες απειλές και πιέσεις. Επιβάλλεται να υιοθετηθεί ολοκληρωμένη και ολιστική προσέγγιση, ώστε να εξασφαλιστεί ότι οι επιμέρους δράσεις επιτυγχάνουν στο σύνολό τους το απαραίτητο επίπεδο περιβαλλοντικής προστασίας και διατήρησης της οικολογικής, χημικής και φυσικής κατάστασης του θαλασσίου περιβάλλοντος. 5. Πρόληψη και ανακύκλωση αποβλήτων // Προς μια θεματική στρατηγική για την πρόληψη και την ανακύκλωση των αποβλήτων - COM(2003) 301 τελικό, 27 Mαΐου 2003 Στόχος // Η παραγωγή αποβλήτων εξακολουθεί να αυξάνει δεδομένου ότι η πρόληψη των αποβλήτων ενίοτε δεν θεωρείται προτεραιότητα. Ως εκ τούτου, επιβάλλεται να διερευνηθούν οι δυνατότητες βελτίωσης της προσέγγισης της ΕΕ για τη διαχείριση των αποβλήτων στο πλαίσιο της αειφόρου διαχείρισης των πόρων. Στόχος είναι να μειωθούν οι περιβαλλοντικές επιπτώσεις της χρήσης πόρων μέσω της πρόληψης και της ανακύκλωσης των αποβλήτων. Σημαντικό επιπλέον στόχο αποτελεί να απλοποιηθεί και να βελτιωθεί η εφαρμογή της κείμενης νομοθεσίας για τα απόβλητα. 6. Αειφόρος χρήση και διαχείριση των φυσικών πόρων // Προς μια θεματική στρατηγική για την αειφόρο χρήση των φυσικών πόρων - COM(2003) 572 τελικό, 1 Oκτωβρίου 2003 Στόχος // Λόγω της διαδεδομένης ζήτησης φυσικών πόρων, πολλές επιμέρους πολιτικές επηρεάζουν τη χρήση τους καθώς και τις αντίστοιχες περιβαλλοντικές επιπτώσεις. Οι πολιτικές αυτές δεν αποτελούν αντικείμενο συντονισμού για την επίτευξη συνεπών στόχων σε ό,τι αφορά τις χρησιμοποιούμενες ποσότητες ή τις προκαλούμενες περιβαλλοντικές επιπτώσεις. Το εν λόγω θέμα θα πρέπει να αντιμετωπιστεί. Γενικό στόχο αποτελεί η αποσύνδεση των αρνητικών περιβαλλοντικών επιπτώσεων, που σχετίζονται με τη χρήση των φυσικών πόρων, από την οικονομική ανάπτυξη. 7. Αστικό περιβάλλον // Προς μια θεματική στρατηγική για το αστικό περιβάλλον - αναμένεται περί τα τέλη του 2003 Στόχος // Τα αστικά κέντρα, που φιλοξενούν το 80% των πολιτών της ΕΕ, γενικά υποφέρουν από κακή ποιότητα αέρα, θόρυβο, κυκλοφοριακές συμφορήσεις και έλλειψη αειφόρου χωροταξικού σχεδιασμού. Η ανακοίνωση θα προτείνει πλαίσιο για ανάληψη δράσης σε τοπικό, περιφερειακό και εθνικό επίπεδο με στόχο την προαγωγή των αειφόρων αστικών μεταφορών, τη χωροταξική διαχείριση και το σχεδιασμό των αστικών κέντρων αποσκοπώντας στη βελτίωση των περιβαλλοντικών επιδόσεων και της ποιότητας των αστικών περιοχών καθώς και την εξασφάλιση υγειούς περιβάλλοντος διαβίωσης για τους πολίτες των αστικών κέντρων. Συνεπέστερη πολιτική Πολλές από τις παρατηρούμενες μη βιώσιμες τάσεις στον τομέα του περιβάλλοντος οφείλονται στο γεγονός ότι δεν αποδίδεται η δέουσα προσοχή στις διασυνδέσεις μεταξύ των επιμέρους τομέων, με αποτέλεσμα να διαμορφώνονται αντιφάσκουσες αντί για αλληλοϋποστηριζόμενες τομεακές πολιτικές. Λόγω της ασυνέπειας τους, οι ως άνω πολιτικές καθιστώνται δαπανηρότερες και αναποτελεσματικότερες, παρεμποδίζοντας τοιουτοτρόπως την πρόοδο προς την αειφόρο ανάπτυξη. Για να μην οδηγούν σε ασυνέπειες οι διαφορετικοί στόχοι στους επιμέρους πολιτικούς τομείς, η Επιτροπή καθιέρωσε το 2002 [45] ενοποιημένο σύστημα εκτίμησης των συνεπειών των σημαντικών πολιτικών προτάσεων, κατόπιν σχετικού αιτήματος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου [46]. Η εκτίμηση των επιπτώσεων καθιστά εφικτή την επίτευξη ενημερωμένων πολιτικών αξιολογήσεων και εύλογων αμοιβαίων παραχωρήσεων για την επίτευξη ανταγωνιστικών στόχων επιτρέποντας στην Επιτροπή να βασίζει τις αποφάσεις της σε αξιόπιστη ανάλυση των οικονομικών, κοινωνικών και περιβαλλοντικών επιπτώσεων. [45] Ανακοίνωση της Επιτροπής σχετικά με την αξιολόγηση του αντίκτυπου, COM(2002)276 τελικό, 5 Ιουνίου 2002. [46] Βλ. παράγραφο 24, Συμπεράσματα της Προεδρίας, Ευρωπαϊκό Συμβούλιο του Γκέτεμπουργκ (15-16 Ιουνίου 2001). Όμως η εκτίμηση των επιπτώσεων δεν αρκεί. Όπως δεν αρκεί να εντοπίζονται απλώς και μόνο οι αντίστοιχες δευτερογενείς συνέπειες και οι αμοιβαίες παραχωρήσεις. Τα ως άνω επιβάλλεται να λαμβάνονται συστηματικά υπόψη νωρίτερα σε επίπεδο τομεακών πολιτικών. 4.1.2. Η βελτίωση της τομεακής ολοκλήρωσης Η περιβαλλοντική πολιτική δεν μπορεί μόνη της να αντιμετωπίσει τις προκλήσεις της αειφόρου ανάπτυξης. Οι απαιτούμενες αλλαγές για να αντιστραφούν οι παρατηρούμενες τάσεις στους τομείς της αλιείας, της γεωργίας, της ενέργειας, των μεταφορών και σε άλλους τομείς, στους οποίους οι πιέσεις που ασκούνται στο περιβάλλον είναι ιδιαίτερα υψηλές, είναι δυνατό να επιτευχθούν αποκλειστικά και μόνο εφόσον επιτευχθεί η ολοκλήρωση της περιβαλλοντικής πολιτικής στους εν λόγω τομείς και εάν εξασφαλισθεί επίσης ότι λαμβάνονται δεόντως υπόψη τα ειδικά οικονομικά και κοινωνικά στοιχεία που ισχύουν για τους ως άνω τομείς. Σε επίπεδο ΕΕ η σημασία της ολοκλήρωσης του περιβάλλοντος αναγνωρίζεται στο άρθρο 6 της Συνθήκης. Τον Ιούνιο του 1998 το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο έκανε ένα σημαντικό βήμα προς την εφαρμογή του άρθρου 6 στην πράξη - που είναι γνωστό ως η "διαδικασία του Κάρντιφ": ζήτησε από τα επιμέρους Συμβούλια να προπαρασκευάσουν στρατηγικές και προγράμματα με στόχο την ολοκλήρωση του περιβάλλοντος στους τομείς της πολιτικής τους αρμοδιότητας, αρχίζοντας με την ενέργεια, τις μεταφορές και την γεωργία. Σήμερα η ως άνω διαδικασία καλύπτει εννέα τομείς [47]. [47] Επιπλέον προς τους τομείς των μεταφορών, της γεωργίας και της ενέργειας, η διαδικασία του Κάρντιφ καλύπτει τη βιομηχανία, την εσωτερική αγορά, την ανάπτυξη, την αλιεία, τις γενικές υποθέσεις καθώς και τις οικονομικές και χρηματοδοτικές υποθέσεις. Η διαδικασία του Κάρντιφ είχε θετικά αποτελέσματα. Συνέβαλε στην υπογράμμιση της σημασίας της ολοκλήρωσης του περιβάλλοντος, που συζητάται πλέον τακτικά σε κορυφαίο πολιτικό επίπεδο. Οδήγησε επίσης σε συγκεκριμένα αποτελέσματα ολοκλήρωσης σε ορισμένους τομείς - με χαρακτηριστικό παράδειγμα την ιστορική μεταρρύθμιση της ΚΓΠ που επετεύχθη τον Ιούνιο του 2003. Ωστόσο, όπως υπογράμμισε το εαρινό Ευρωπαϊκό Συμβούλιο του Μαρτίου του 2003 [48] θα πρέπει να βελτιωθεί η συνέπεια και η εφαρμογή των ήδη υφιστάμενων στρατηγικών. Προς τούτο η Επιτροπή προτίθεται να επιχειρήσει ανασκόπηση της μέχρι σήμερα επιτευχθείσας ολοκλήρωσης, εξετάζοντας ποιες είναι οι δράσεις που απαιτούνται για να αναζωογονηθεί η διαδικασία του Κάρντιφ και ιδίως κατά πόσον: [48] Βλ. παράγραφο 57, Συμπεράσματα της Προεδρίας του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου (Βρυξέλλες, 20-21 Μαρτίου 2003). - Αποδίδεται επαρκής έμφαση στην εφαρμογή της στρατηγικής ώστε να εξασφαλιστεί ότι τα επιμέρους θεματικά συμβούλια τηρούν τις υποσχέσεις τους. Προφανώς θα πρέπει να προβλεφθεί απαραίτητος χρόνος για την ωρίμανση και την εφαρμογή των αντίστοιχων στρατηγικών. Εντούτοις, χρειάζεται επαγρύπνηση ώστε να μην αποτελούν απλώς και μόνο δηλώσεις προθέσεων. - Επιβάλλεται να ενισχυθεί η παρακολούθηση των στρατηγικών: χρειάζεται να επιτευχθούν πρόοδοι σε ό,τι αφορά την ανάπτυξη των δεικτών ολοκλήρωσης καθώς και των στόχων για την αποσύνδεση της οικονομικής ανάπτυξης από την επιδείνωση του περιβάλλοντος, οι οποίοι να προσιδιάζουν στους επιμέρους τομείς [49]. [49] Αυτό υπογραμμίστηκε στα Συμπεράσματα της Προεδρίας του Εαρινού Ευρωπαϊκού Συμβουλίου (20-21 Μαρτίου 2003), παράγραφο 57. - Έχουν προβλεφθεί οι ενδεδειγμένοι μηχανισμοί ενημέρωσης και επανεξέτασης που επιτρέπουν την προσαρμογή τους, λαμβάνοντας παράλληλα δεόντως υπόψη τις εξελίξεις των αντίστοιχων πολιτικών. Οι ιδιομορφίες του θεσμικού και πολιτικού πλαισίου για έκαστη στρατηγική θα ληφθούν υπόψη κατά τη μελλοντική ανάπτυξη της διαδικασίας του Κάρντιφ. Εν πάσει περιπτώσει οι προσπάθειες βελτίωσης της περιβαλλοντικής ολοκλήρωσης σε επίπεδο ΕΕ θα πρέπει να υποστηριχθούν με ανάληψη δεσμεύσεων σε εθνικό επίπεδο ώστε να επιτευχθεί η πλήρης αξιοποίηση των προσφερόμενων δυνατοτήτων. 4.1.3. Η βελτίωση της ολοκλήρωσης στα κράτη μέλη Το εθνικό επίπεδο Τα κράτη μέλη της ΕΕ και οι χώρες των οποίων επίκειται η προσχώρηση έχουν ήδη αναπτύξει στην πλειοψηφία τους στρατηγικές για την αειφόρο ανάπτυξη. Η στρατηγική για την αειφόρο ανάπτυξη της ΕΕ και οι αντίστοιχες εθνικές στρατηγικές αλληλεξαρτώνται, δεδομένου ότι αφενός ορισμένοι πολιτικοί στόχοι για το περιβάλλον καθιερώνονται σε επίπεδο Ένωσης - π.χ. τα πρότυπα ποιότητας του αέρα, τα συνολικώς επιτρεπόμενα αλιεύματα και ορισμένα μέσα πολιτικής που χρησιμοποιούνται σε επίπεδο ΕΕ, π.χ. οι γεωργικές επιδοτήσεις, οι κανόνες της εσωτερικής αγοράς, οι κρατικές ενισχύσεις, κ.λπ. Αφετέρου, σύμφωνα με την αρχή της επικουρικότητας, τα κράτη μέλη και οι περιφερειακές αρχές διατηρούν τις αρμοδιότητές τους στους άλλους τομείς της χαρασσόμενης περιβαλλοντικής πολιτικής. Ως προς τα ανωτέρω είναι καθοριστικής σημασίας να εξασφαλιστεί η συνέπεια και να μεγιστοποιηθούν οι συνέργιες μεταξύ στρατηγικών σε επίπεδο ΕΕ και σε εθνικά επίπεδα. Οι εθνικές στρατηγικές βρίσκονται σε διαφορετικό στάδιο της ανάπτυξης. Ωστόσο, έχουν αποσαφηνιστεί αρκετά ως προς τη δομή και την προσέγγιση ώστε να είναι δυνατή μια αρχική συγκριτική ανάλυση. Η ανάλυση αυτή πρέπει να θεωρηθεί ως πρώτο στάδιο για τη διευκόλυνση της περαιτέρω σύγκλισης και συνέπειας των περιβαλλοντικών στόχων των στρατηγικών. καθώς και για τον εντοπισμό των καλών πρακτικών με στόχο τη διευκόλυνση της διάδοσής τους. Από μια πρώτη επισκόπηση των υφιστάμενων στρατηγικών προκύπτει ότι διαφέρουν σημαντικά επειδή αντανακλούν το εκάστοτε εθνικό πλαίσιο. Η περιβαλλοντική διάσταση αποτελεί δεσπόζον θέμα πολλών στρατηγικών. Ωστόσο ορισμένες στρατηγικές αντιμετωπίζουν την αειφόρο ανάπτυξη και στις τρεις διαστάσεις της και περιλαμβάνουν ρητούς κοινωνικούς και οικονομικούς στόχους. Η γεωγραφική εστίαση διαφέρει επίσης ιδιαίτερα από μια στρατηγική στην άλλη, δεδομένου ότι ορισμένες εξ αυτών εστιάζονται πρωτίστως ή αποκλειστικά στις εσωτερικές προτεραιότητες ενώ άλλες εξετάζουν και παγκόσμια θέματα. παράλληλα ορισμένες εξ αυτών αποδίδουν ιδιαίτερη σημασία στην εδαφική διάσταση ενώ άλλες όχι. Τέλος, ορισμένες στρατηγικές βασίζονται σε τομεακή προσέγγιση - π.χ. μεταφορές, γεωργία, αλιεία, κ.λπ. - ενώ άλλες οικοδομούνται γύρω από θέματα προτεραιότητας όπως η αλλαγή του κλίματος, η προστασία της βιοποικιλότητας, η χρήση των φυσικών πόρων, κ.λπ. Η ανταλλαγή πείρας ενδέχεται να συνεισφέρει στον εντοπισμό κοινών στοιχείων που συμπεριλαμβανόμενα στις στρατηγικές θα μπορούσαν να συμβάλουν στις προόδους ανεξαρτήτως του εθνικού πλαισίου, επιτρέποντας τοιουτοτρόπως τη χρήσιμη διάδοσή τους. Επιβάλλεται να δοθεί προτεραιότητα στη διερεύνηση του τρόπου με τον οποίο αντιμετωπίζονται στα κράτη μέλη τα καθοριστικής σημασίας θέματα αειφόρου ανάπτυξης. Βάσει των ανωτέρω, θα μπορούσαν να υπογραμμιστούν οι πλέον αποτελεσματικές λύσεις με στόχο να διευκολυνθεί η διάδοσή τους, εφόσον αυτό κρίνεται σκόπιμο και εφικτό. Μέτρο επιτυχίας της εκάστοτε στρατηγικής είναι το κατά πόσο αντιμετωπίζει αποτελεσματικά το πρόβλημα των αμοιβαίων παραχωρήσεων μεταξύ των επιμέρους διαστάσεων της αειφόρου ανάπτυξης. Η σύγκριση των αντίστοιχων υφιστάμενων θεσμικών οργάνων, η εξέταση των αρχών επί των οποίων βασίζονται καθώς και τα ήδη καθιερωμένα σχετικά μέσα, σε συνδυασμό με την αποτίμηση της αποτελεσματικότητάς τους, θα μπορούσαν να χρησιμεύουν κατά τον εντοπισμό των επιτυχών εμπειριών θα μπορούσαν να αποτελέσουν παράδειγμα προς μίμηση. Μια στρατηγική έχει αξία μόνον εφόσον εφαρμόζεται ορθά. Οι δείκτες και οι διαδικασίες επανεξέτασης είναι επίσης καθοριστικής σημασίας για να εξασφαλιστεί η δέουσα συνέχεια. Στο πλαίσιο αυτό, είναι ιδιαίτερα χρήσιμο να συγκρίνονται τα μέτρα που έχουν ήδη ληφθεί για την αξιολόγηση των επιπτώσεων και της αποτελεσματικότητας της εκάστοτε στρατηγικής. Τα μέτρα επιβάλλεται να εστιάζονται όχι μόνο στις επιπτώσεις μέσω των δεικτών αποτελεσμάτων, αλλά επίσης και στις διαδικασίες με στόχο την επίτευξη συνέπειας. Το τοπικό και το περιφερειακό επίπεδο Οι τοπικές αρχές διαδραματίζουν καθοριστικής σημασίας ρόλο στην κατασκευή, επιχειρησιακή λειτουργία και διατήρηση των οικονομικών, κοινωνικών και περιβαλλοντικών υποδομών. Είναι υπεύθυνες για τον καθορισμό των τοπικών περιβαλλοντικών πολιτικών και των αντίστοιχων κανονισμτικών διατάξεων ενώ παράλληλα συμβάλλουν στην εφαρμογή των περιβαλλοντικών πολιτικών σε εθνικό επίπεδο και σε επίπεδο ΕΕ. Οι αρχές αυτές δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα σε τομείς όπως η χρήση γης, η διαχείριση των αποβλήτων, τα σχέδια κινητικότητας ή ο έλεγχος των βιομηχανικών οχλήσεων. Λόγω της ευρύτητας των αρμοδιοτήτων τους και της ιδιαίτερης οξύτητας ορισμένων περιβαλλοντικών θεμάτων σε τοπικό επίπεδο, όπως για παράδειγμα η ατμοσφαιρική ρύπανση στα αστικά κέντρα, οι προσπάθειες που καταβάλλονται σε εθνικό επίπεδο και σε επίπεδο ΕΕ για την αειφόρο ανάπτυξη θα πρέπει να συμπληρώνονται με τη λήψη καταλλήλων μέτρων σε περιφερειακό και τοπικό επίπεδο. Σημαντικό μέσο για την επίτευξη αειφόρου της ανάπτυξης σε τοπικό και περιφερειακό επίπεδο αποτελεί η Local Agenda 21 που εγκαινιάστηκε στη Διάσκεψη Κορυφής του Ριο ντε Τζανέιρο το 1992. Αυτή η τοπική ατζέντα 21 έτυχε ένθερμης υποστήριξης στην Ευρώπη μετά το 1992. Συμπληρωματικές πρωτοβουλίες όπως ο Χάρτης του Aalborg με τίτλο "Ο Χάρτης των ευρωπαϊκών πόλεων και των κωμοπόλεων με στόχο την αειφορία" και η "Κίνηση αειφόρων μικρών και μεγάλων κέντρων στην Ευρώπη" που υποστηρίχθηκε από την Επιτροπή, συνέβαλαν ώστε να διαδραματίσει η Ευρώπη ηγετικό ρόλο σε ό,τι αφορά την τοπική ατζέντα 21. Περίπου 2.000 ευρωπαϊκά μικρά και μεγάλα αστικά κέντρα υπέγραψαν τον Χάρτη του Aalborg, δεσμευόμενα εθελοντικά να αναπτύξουν μακροπρόθεσμα προγράμματα δράσης για την αειφορία. Αυτό θα αποτελέσει καθοριστικής σημασίας βήμα προς την αειφόρο ανάπτυξη σε τοπικό επίπεδο. Στην επικείμενη θεματική στρατηγική της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για το αστικό περιβάλλον [50] θα προταθεί πλαίσιο, το οποίο θα κληθούν να αξιοποιήσουν οι τοπικές, περιφερειακές, εθνικές και ευρωπαϊκές αρχές κατά την αντιμετώπιση θεμάτων σχετικών με τις βιώσιμες αστικές μεταφορές καθώς και την αστική διαχείριση, το χωροταξικό σχεδιασμό και τις κατασκευές [51]. [50] http://www.europa.eu.int/comm/environment/ urban/home_en.htm [51] Τα θέματα προτεραιότητας για τη θεματική στρατηγική είναι η διαχείριση του περιβάλλοντος, οι αστικές μεταφορές, οι κατασκευές και ο χωροταξικός σχεδιασμός. Η προβολή της ολοκλήρωσης μεταξύ αυτών και άλλων θεμάτων, θα αποτελέσει σημαντικό τμήμα της θεματικής στρατηγικής. Κύριο μέσο της Επιτροπής για τη διευκόλυνση της περαιτέρω ανάπτυξης περιφερειακών και τοπικών στρατηγικών σχετικά με την αειφόρο ανάπτυξη, αποτελεί η πολιτική συνοχής. Η προώθηση των προβληματισμών που αφορούν την ενσωμάτωση του περιβάλλοντος στην εν λόγω πολιτική, παράλληλα με τους αντίστοιχους οικονομικούς και κοινωνικούς προβληματισμούς, αποτελεί συνεπώς την καλύτερη δυνατή μέθοδο για την προαγωγή της αειφόρου ανάπτυξης σε τοπικό και περιφερειακό επίπεδο. Ενδέχεται επίσης να συμβάλει στη διευκόλυνση της περαιτέρω μεταφοράς και εφαρμογής της νομοθεσίας της ΕΕ για το περιβάλλον. 4.2. Εφαρμογή Κατά την τελευταία τριακονταετία, η Ευρωπαϊκή Κοινότητα ανέπτυξε ευρύτατη ευρωπαϊκή περιβαλλοντική νομοθεσία. Περίπου 200 πράξεις περιβαλλοντικής νομοθεσίας της ΕΚ, συμπεριλαμβανομένων 140 οδηγιών, έχουν ήδη τεθεί σε ισχύ, καλύπτοντας όλους σχεδόν τους τομείς της περιβαλλοντικής πολιτικής. Η κοινοτική νομοθεσία για το περιβάλλον, στις περιπτώσεις που εφαρμόστηκε ορθά στα κράτη μέλη, συνέβαλε στην επίτευξη ουσιαστικών προόδων, παραδείγματος χάρη σε ό,τι αφορά την ποιότητα των υδάτων ή την επεξεργασία των αποβλήτων. Η εξασφάλιση της ορθής εφαρμογής της κείμενης περιβαλλοντικής νομοθεσίας εξακολουθεί να αποτελεί προτεραιότητα. Οι πλέον πρόσφατες από τις εγκριθείσες οδηγίες συχνά αντικαθιστούν και απλοποιούν παλαιότερες νομοθετικές πρωτοβουλίες [52]. Στο πλαίσιο αυτό θα πρέπει να τονισθεί εκ νέου ότι πρέπει να αποφεύγονται οι ασυνέπειες μεταξύ των πολιτικών και να εξασφαλιστεί η ικανοποιητική αντιμετώπιση των θεμάτων εγκάρσιου χαρακτήρα. [52] Π.χ., η οδηγία 2000/76/EΚ για την αποτέφρωση των αποβλήτων αντικαθιστά τρεις παλαιότερες οδηγίες και η οδηγία-πλαίσιο για το νερό 2000/60/EΚ αντικαθιστά επτά οδηγίες. Μόνο εάν καταβληθούν συνδυασμένες προσπάθειες από τις κυβερνήσεις και την κοινωνία γενικότερα, θα καταστεί δυνατό να επιτευχθούν πρόοδοι σε ό,τι αφορά την πορεία προς την αειφόρο ανάπτυξη. Ως εκ τούτου θεωρείται σημαντικό οι καταβαλλόμενες προσπάθειες εκσυγχρονισμού της περιβαλλοντικής νομοθεσίας να συνεχιστούν παράλληλα με τις προσπάθειες που αποσκοπούν στην εξασφαλισμένη εφαρμογή της περιβαλλοντικής νομοθεσίας της ΕΕ. 4.2.1. Η αντιμετώπιση των μειονεκτημάτων που παρατηρούνται κατά την εφαρμογή Η εφαρμογή της ήδη υφιστάμενης νομοθεσίας αποτελεί τομέα όπου προκύπτουν ολοένα και μεγαλύτερες προκλήσεις για την Επιτροπή και τα κράτη μέλη, σημερινά και μελλοντικά, και για τον οποίο επιβάλλεται να επιτευχθούν επειγόντως βελτιώσεις. Οι παρατηρούμενες δυσκολίες σε ό,τι αφορά τις παραβάσεις Ο τομέας του περιβάλλοντος αφορά ποσοστό μεγαλύτερο από το ένα τρίτο των παραβάσεων λόγω μη συμμόρφωσης προς την κοινοτική νομοθεσία, που διερευνώνται από την Επιτροπή. Ωστόσο, τα ως άνω αριθμητικά δεδομένα θα πρέπει να σχετικοποιηθούν, δεδομένου ότι αντανακλούν ολόκληρο το φάσμα των προβλημάτων εφαρμογής, που κυμαίνεται από τις περιπτώσεις για τις οποίες τα κράτη μέλη δεν έχουν μεταφέρει οδηγία στο εθνικό δίκαιο έως και τις περιπτώσεις για τις οποίες ενώ έχει ολοκληρωθεί επιτυχώς η μεταφορά της οδηγίας, το κράτος μέλος δεν κοινοποίησε την ολοκλήρωση της διαδικασίας αυτής στην Επιτροπή. Το σχήμα Β απεικονίζει την κρατούσα κατάσταση. Σχημα Β: Εκκρεμουσεσ παραβάσεισ ανα κράτοσ μελοσ στις 4.11.2003 >??????? ?? ???????> Πηγή: Ευρωπαϊκή Επιτροπή Μεταξύ των πολλών παραγόντων που οξύνουν το πρόβλημα των κενών κατά την εφαρμογή της αντίστοιχης νομοθεσίας, τέσσερις διαδραματίζουν ιδιαίτερα καθοριστικό ρόλο: - Τα κράτη μέλη δεν προβλέπουν πάντα τη διάθεση των μέσων που είναι απαραίτητα για την ορθή μεταφορά και εφαρμογή της περιβαλλοντικής νομοθεσίας, όπως προκύπτει σε ορισμένες περιπτώσεις από τη διάθεση περιορισμένων ανθρώπινων και οικονομικών πόρων για την εφαρμογή της νομοθεσίας. Η έμμεση προτίμηση να αποφευχθεί βραχυπρόθεσμα η ανάληψη άμεσων δαπανών, αποκαλύπτει έλλειψη πολιτικής βούλησης για την μακροπρόθεσμη αντιμετώπιση ορισμένων θεμάτων. - Ενίοτε η εφαρμογή της περιβαλλοντικής νομοθεσίας της ΕΕ αποδεικνύεται περίπλοκη. Για πολλές οδηγίες απαιτείται να λαμβάνονται υπόψη ιδιαίτερα μεγάλης εμβέλειας υποχρεώσεις περιβαλλοντικής αξιολόγησης κατά το σχεδιασμό και τη χορήγηση έγκρισης για συγκεκριμένα έργα [53]. Αυτό περιπλέκει τη λήψη αποφάσεων, λόγω της συμμετοχής ευρέος φάσματος πολιτικών τομέων σε διαφορετικά επίπεδα διακυβέρνησης. Επιπλέον, οι περιβαλλοντικοί κανόνες πρέπει να προσαρμόζονται σε τακτά χρονικά διαστήματα, ώστε να λαμβάνεται υπόψη η αλλαγή των τεχνικών και επιστημονικών προτύπων. Οι προϋποθέσεις αυτές συχνά επιβραδύνουν την αποτελεσματική εφαρμογή. [53] Βλ. για παράδειγμα την οδηγία 92/43/EΟΚ για τη διατήρηση των φυσικών οικοτόπων (ενδιαιτημάτων) καθώς και της άγριας πανίδας και χλωρίδας (ΕΕ L 206, 22 Ιουλίου 1992, σ. 7) και την οδηγία 85/337/EΟΚ για την εκτίμηση των επιπτώσεων ορισμένων σχεδίων δημοσίων και ιδιωτικών έργων στο περιβάλλον (ΕΕ L 175, 5 Ιουλίου 1985, σ. 40) όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 97/11/EΚ (ΕΕ L 73, 14 Mαρτίου 1997, σ. 5). - Η περιβαλλοντική νομοθεσία ενίοτε αποδεικνύεται δαπανηρή δεδομένου ότι ενδέχεται να απαιτεί ουσιαστικές οικονομικές επενδύσεις από τις εθνικές αρχές και την κοινωνία γενικότερα των οποίων η χρηματοδότηση μπορεί να είναι προβληματική. - Καταγγέλλεται ενδεχομένως μεγαλύτερο ποσοστό παραβάσεων απ'ό,τι σε άλλους τομείς: τα θέματα περιβάλλοντος προσελκύουν ιδιαίτερα την προσοχή του κοινού και ενδιαφέρουν πολλούς. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα να πολλαπλασιάζονται οι πιθανότητες γνωστοποίησης περιπτώσεων μη συμμόρφωσης στην Επιτροπή. Στους παράγοντες αυτούς έχει αποδοθεί ιδιαίτερη σημασία δεδομένου ότι η εφαρμογή θεωρήθηκε θέμα υψηλής προτεραιότητας από το 6ο ΠΔΠ [54]: [54] Η Επιτροπή δημοσιεύει σε τακτά χρονικά διαστήματα επισκοπήσεις της εφαρμογής και της τήρησης του περιβαλλοντικού δικαίου στην Κοινότητα. Η πλέον πρόσφατη εξ αυτών καλύπτει το έτος 2002 και δημοσιεύτηκε τον Ιούλιο του 2003 - SEC(2003)804, με τη μορφή υπηρεσιακού εγγράφου εργασίας της Επιτροπής. Αυτή η πλέον πρόσφατη επισκόπηση παρέχει επίκαιρες πληροφορίες σχετικά με την κατάσταση που επικρατεί όσον αφορά την εφαρμογή του περιβαλλοντικού δικαίου στην Κοινότητα. Περιγράφει επίσης τις προσπάθειες της Επιτροπής να εξομαλύνει τις προόδους της εφαρμογής στο πλαίσιο του IMPEL (Ευρωπαϊκό Δίκτυο για την Εφαρμογή και την Τήρηση του Κοινοτικού Δικαίου του Περιβάλλοντος). - στο πλαίσιο της δέσμευσής της για ενημέρωση και απλοποίηση της κοινοτικής νομοθεσίας [55], η Επιτροπή θα εξετάσει το 2004 τη νομοθεσία σχετικά με τα απόβλητα και την ποιότητα του αέρα με στόχο να εντοπιστούν οι νομοθετικές πράξεις που προσφέρονται για απλοποίηση. Οι εν λόγω νομοθετικές πράξεις θα εξεταστούν λεπτομερώς και θα εκπονηθούν αντίστοιχες συγκεκριμένες προτάσεις για την απλοποίησή τους. Οι προτάσεις θα διατυπωθούν το 2004 για τη νομοθεσία σχετικά με τα απόβλητα [56]. Αυτή η διαδικασία αρτιότερης κανονιστικής ρύθμισης θα συνεχιστεί και μελλοντικά επιτρέποντας στην Επιτροπή να αξιολογεί καλύτερα τη συνέπεια, τη σαφήνεια και την αποτελεσματικότητα της κοινοτικής νομοθεσίας για το περιβάλλον. [55] COM(2003) 71. [56] βλ. Ανακοίνωση της Επιτροπής στο Συμβούλιο και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο - Το νομοθετικό πρόγραμμα εργασίας της Επιτροπής για το 2004, COM(2003)645, 29 Oκτωβρίου 2003. - αναπτύσσονται νέες μέθοδοι εργασίας με τα κράτη μέλη ώστε να ρυθμίζονται εκ των προτέρων οι πιθανές δυσκολίες κατά την εφαρμογή. - έχουν πραγματοποιηθεί βήματα για να αντιμετωπιστεί η οικονομική επιβάρυνση λόγω της εφαρμογής, να βελτιωθεί η αποτελεσματική αξιοποίηση των δαπανών που συνεπάγονται οι επιμέρους νομοθετικές πράξεις και να αξιοποιούνται συστηματικότερα με σκοπό οι "βέλτιστες διαθέσιμες επιστημονικές αποδείξεις" κατά την εκπόνηση νέας νομοθεσίας. - καταβάλλονται προσπάθειες ώστε να προσφερθούν στους πολίτες εναλλακτικές δυνατότητες πέραν των καταγγελιών και των διαδικασιών παράβασης. Η ανάπτυξη νέων μεθόδων εργασίας με τα κράτη μέλη Είναι καθοριστικής σημασίας να εξασφαλιστεί η συμμετοχή των κρατών μελών και των περιφερειακών αρχών ήδη από το στάδιο της διαμόρφωσης των επιμέρους πολιτικών. Η ανεπαρκής συνεργασία με τα κράτη μέλη κατά το παρελθόν οδήγησε σε ορισμένες περιπτώσεις στη θέσπιση νομοθετικών διατάξεων που ήταν υπέρμετρα κανονιστικές, υπέρμετρα δαπανηρές ή δεν ευθυγραμμίζονταν προς το εθνικό πλαίσιο. Γίνεται πλέον ολοένα αντιληπτότερο ότι η περιβαλλοντική νομοθεσία πρέπει να εξακολουθήσει να βασίζεται ακόμη περισσότερο σε μέσα όπως η αξιολόγηση βάσει των επιδόσεων και η ελαστικότητα, που χρησιμοποιούνται για την επίτευξη των επιμέρους στόχων. Η οδηγία πλαίσιο για το νερό που εγκρίθηκε το 2000, η οποία συνοδεύθηκε από λεπτομερή στρατηγική εφαρμογής με τη συμμετοχή των κρατών μελών, των ενδιαφερομένων, των ΜΚΟ και των υποψηφίων χωρών των οποίων επίκειται η προσχώρηση, αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα του τρόπου με τον οποίο μπορεί να καταστεί επιχειρησιακή αυτή η νέα προσέγγιση πλαίσιο. Η οδηγία είναι φιλόδοξη σε ό,τι αφορά το πεδίο εφαρμογής της δεδομένου ότι στόχος της είναι να επιτευχθεί καλή οικολογική και χημική κατάσταση σε όλα τα εσωτερικά και παράκτια ύδατα έως το 2015, δίχως εντούτοις να υιοθετείται εν προκειμένω υπέρμετρη κανονιστική προσέγγιση ως προς τα χρησιμοποιούμενα μέσα. Καθοριστικής σημασίας είναι η μεγαλύτερη συνεργασία μεταξύ της Επιτροπής και των κρατών μελών πριν από την έγκριση. Είναι επίσης βασικό μετά τη θέση σε ισχύ της νομοθεσίας να αντιμετωπίζονται συγκεκριμένες δυσκολίες εφαρμογής στην πράξη. Σε επίπεδο ΕΕ έχουν καθιερωθεί πολλοί και σημαντικοί μηχανισμοί με στόχο την εδραίωση της συνεργασίας μετά από την έγκριση. - Το ανεπίσημο δίκτυο της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την εφαρμογή και την επιβολή του δικαίου του περιβάλλοντος (IMPEL), που επιτρέπει την τακτική συνάντηση της Επιτροπής με τα κράτη μέλη και τις υποψήφιες χώρες των οποίων επίκειται η προσχώρηση [57], παρέχει ευκαιρία για ανταλλαγή πληροφοριών και βέλτιστων πρακτικών καθώς εξασφαλίζοντας παράλληλα μεγαλύτερη συνοχή σε ό,τι αφορά την εφαρμογή, την εκτέλεση και την επιβολή της περιβαλλοντικής νομοθεσίας. Το IMPEL προωθήθηκε σημαντικά με την καθιέρωση, το 2001, ενός συστήματος στο πλαίσιο του οποίου τα κράτη μέλη υποβάλλουν εκθέσεις και προσφέρουν συμβουλές για τις επιθεωρήσεις και τις διαδικασίες επιθεώρησης με αντικείμενο την εφαρμογή [58]. Ο μηχανισμός αυτός συνέβαλε στην εκπόνηση ελάχιστων κριτηρίων για τα προσόντα των επιθεωρητών και τα αντίστοιχα επιμορφωτικά προγράμματα. καθώς και στην ενίσχυση της διασυνοριακής συνεργασίας όσον αφορά τις επιθεωρήσεις, συμβάλλοντας συνακόλουθα στην πρόληψη των παράνομων διαμεθοριακών περιβαλλοντικών πρακτικών. [57] Κατά το παρελθόν είχε προϋπάρξει το AC IMPEL που ήταν ανάλογο προς το IMPEL και αφορούσε ειδικά τις υποψήφιες χώρες των οποίων επίκειτο η προσχώρηση. Οι ως άνω δύο φορείς έχουν συγχωνευθεί. [58] Σύσταση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για τον καθορισμό ελάχιστων κριτηρίων σχετικά με τις περιβαλλοντικές επιθεωρήσεις στα κράτη μέλη (2001/331/EΚ), ΕΕ L 118, 27 Aπριλίου 2001, σ. 41. - Ερμηνευτικά έγγραφα καθοδήγησης δημοσιεύονται σε τακτά χρονικά διαστήματα για την παροχή συμβουλών προς τα κράτη μέλη σε ό,τι αφορά συγκεκριμένα θέματα εφαρμογής, όπως π.χ. οι προσπάθειες να παρασχεθούν διευκρινίσεις όσον αφορά την εφαρμογή της νομοθεσίας για τη φύση και τη βιοποικιλότητα [59] και το πρόσφατο έγγραφο, που συνέταξε η Επιτροπή με στόχο να επικουρήσει τα κράτη μέλη κατά τη μεταφορά της οδηγίας για τη στρατηγική περιβαλλοντική εκτίμηση [60]. [59] Βλ. τμήμα 3.2.4 - Βελτίωση της εφαρμογής στον τομέα της προστασίας της φύσης. [60] Η οδηγία για τη στρατηγική περιβαλλοντική εκτίμηση θα πρέπει να μεταφερθεί στο εθνικό δίκαιο έως τις 21 Ιουλίου 2004. Το έγγραφο αυτό συντάχθηκε με σκοπό να παρασχεθεί καθοδήγηση προς τα κράτη μέλη ώστε να εξασφαλιστεί η κατά το δυνατό συνεπέστερη εφαρμογή και υλοποίηση της οδηγίας ανά την Ευρωπαϊκή Ένωση το νωρίτερο δυνατό. Το έγγραφο διατίθεται στην διευθύνση: http://europa.eu.int/comm/environment/eia/ 030923_sea_guidance.pdf - Οργανώνονται σε τακτά χρονικά διαστήματα ειδικά σεμινάρια με τα κράτη μέλη για την εφαρμογή ιδιαίτερα πολύπλοκων οδηγιών, ώστε να αποφεύγονται οι περιπτώσεις κακής εφαρμογής. - Καταβάλλονται προσπάθειες δημιουργίας δυναμικού και επιμόρφωσης για να διευκολυνθεί η εφαρμογή, με χαρακτηριστικό παράδειγμα εν προκειμένω την επιμόρφωση των αρμόδιων αρχών για τις επιμέρους αξιολογήσεις σε επίπεδο εφαρμογής των περιβαλλοντικών συνεπειών, στο πλαίσιο της οδηγίας σχετικά με την εκτίμηση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων. - Κατά το 2001, η Επιτροπή δρομολόγησε τα σεμινάρια "Name, Fame & Shame" ("Όνομα, υπόληψη και ντροπή") για τη δημόσια εξέταση στα κράτη μέλη συγκεκριμένου πολιτικού πεδίου ή συγκεκριμένης νομοθετικής πράξης με στόχο να υπογραμμίζεται η εκάστοτε καλή ή η κακή πρακτική. Τα σεμινάρια αυτά συμβάλλουν στην ευαισθητοποίηση των κρατών μελών σε ό,τι αφορά τις επιπτώσεις της κακής εφαρμογής των κείμενων διατάξεων. - Η αποτελεσματική υποβολή εκθέσεων εκ μέρους των κρατών μελών για την εφαρμογή της νομοθεσίας σχετικά με το περιβάλλον είναι καθοριστικής σημασίας για την παρακολούθηση της όλης διαδικασίας εφαρμογής. Σύμφωνα με το 6ο ΠΔΠ, η Επιτροπή έχει δεσμευτεί να συγκροτήσει συνεπέστερο και αποτελεσματικότερο σύστημα υποβολής περιβαλλοντικών εκθέσεων. Η αντιμετώπιση της οικονομικής επιβάρυνσης από την εφαρμογή Η πολιτική συνοχής που αντιπροσωπεύει ένα τρίτο του προϋπολογισμού της ΕΕ, συμβάλλει σημαντικά στην εφαρμογή της περιβαλλοντικής νομοθεσίας. Η λήψη περαιτέρω μέτρων για την καθιέρωση της αειφόρου ανάπτυξης ως γενικού στόχου της συνοχής θα έχει ως αποτέλεσμα να διευρυνθούν χρήσιμα οι δυνατότητες συμβολής των Διαρθρωτικών Ταμείων στην περιβαλλοντική πολιτική - παράλληλα με τις οικονομικές και κοινωνικές προτεραιότητες - ιδίως σε ό,τι αφορά την εφαρμογή. Είναι αυτονόητο ότι η οδηγία για τα οικολογικά ενδιαιτήματα είναι εν προκειμένω υποψήφια, δεδομένου ότι η Κοινότητα έχει την υποχρέωση βάσει αυτής να συγχρηματοδοτεί το δίκτυο Natura 2000 [61]. [61] Βλ. τμήμα 3.2. - Φύση και βιοποικιλότητα. Η χρήση των διαρθρωτικών ταμείων προϋποθέτει συμμόρφωση προς τις κοινοτικές πολιτικές και τα κοινοτικά μέσα, συμπεριλαμβανόμενων των προβλεπόμενων για το περιβάλλον και την αειφόρο ανάπτυξη. Τοιουτοτρόπως, τα διαρθρωτικά ταμεία αποτελούν σημαντικό μοχλό για την εφαρμογή της περιβαλλοντικής πολιτικής. Παράλληλα, το πρόγραμμα LIFE, μέσω του οποίου παρέχεται χρηματοδότηση σε έργα τα οποία αποσκοπούν στην επίδειξη της πρακτικής εφαρμογής των νέων πολιτικών, εξακολουθεί να υποστηρίζει την εφαρμογή της νομοθεσίας για το περιβάλλον. Εναλλακτικές δυνατότητες ως προς τις διαδικασίες καταγγελίας και παράβασης Ο αριθμός των καταγγελιών στον τομέα του περιβάλλοντος υπερτριπλασιάστηκε μεταξύ 1996 και 2000. Κατά το 2002 κατατέθηκαν στην Επιτροπή 600 νέες καταγγελίες για θέματα περιβάλλοντος. Οι διαδικασίες καταγγελίας και αντιμετώπισης των παραβάσεων που ορίζει η Συνθήκη δεν μπορούν να αποτελούν τα μοναδικά μέσα αντιμετώπισης της διαρκώς μεγαλύτερης ευαισθητοποίησης του κοινού έναντι των επιμέρους περιβαλλοντικών θεμάτων. Συχνά, οι καταγγέλλοντες δύνανται να ικανοποιηθούν ταχύτερα αξιοποιώντας τα ένδικα βοηθήματα που προβλέπει το εθνικό δίκαιο. Η βελτίωση της πρόσβασης στις πληροφορίες και τη δικαιοσύνη για θέματα περιβάλλοντος και η εναρμόνιση των διαδικασιών υποβολής καταγγελιών στα κράτη μέλη είναι καθοριστικής σημασίας για να μειωθούν οι περιπτώσεις παραβάσεων σε επίπεδο ΕΕ με παράλληλη βελτίωση των δικαιωμάτων των πολιτών. Από την άποψη αυτή, η εφαρμογή σε επίπεδο ΕΕ της Σύμβασης του Aarhus [62] είναι ιδιαίτερα σημαντική και αναμένεται να βελτιώσει τους μηχανισμούς προσπέλασης στις περιβαλλοντικές πληροφορίες, εξασφαλίζοντας παράλληλα την αποτελεσματικότερη πρόσβαση στη δικαιοσύνη σε επίπεδο κρατών μελών. [62] Η Σύμβαση του Aarhus αφορά την πρόσβαση στις πληροφορίες, τη συμμετοχή του κοινού στη λήψη των αποφάσεων και την πρόσβαση στη δικαιοσύνη για θέματα περιβάλλοντος. Βλ. οδηγία 2003/4/EΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 28ης Ιανουαρίου 2003 για την πρόσβαση του κοινού στις περιβαλλοντικές πληροφορίες. 4.2.2. Η προσαρμογή της περιβαλλοντικής πολιτικής στις προκλήσεις της αειφόρου ανάπτυξης Για να επιτευχθούν πρόοδοι στον τομέα της αειφόρου ανάπτυξης επιβάλλεται να αξιοποιηθούν πλήρως οι πιθανές συνέργιες μεταξύ του περιβάλλοντος και των άλλων δύο σκελών, του οικονομικού και του κοινωνικού. Το περιβάλλον και η κοινωνική διάσταση - Το περιβάλλον και η δημιουργία θέσεων εργασίας Οι οικονομικές δραστηριότητες που σχετίζονται με την προστασία του περιβάλλοντος βαίνουν αυξανόμενες. Η ολονένα αυξανόμενη ζήτηση για καλύτερη ποιότητα περιβάλλοντος αντανακλάται στη συνεχώς αυξανόμενη παροχή προϊόντων και υπηρεσιών φιλικών προς το περιβάλλον, καθώς και στην αύξηση των επενδύσεων για τις τεχνολογίες που θεωρούνται οικολογικά αποδοτικές. Από τις τρέχουσες εξελίξεις στην αγορά του τομέα των οικολογικών κλάδων, ως αυτές περιγράφονται από τον ΟΟΣΑ, προκύπτουν σαφείς αποδείξεις για τις παρατηρούμενες τάσεις. Τόσο ο συνολικός κύκλος εργασιών όσο και η δημιουργία θέσεων εργασίας σε έναν τομέα που σήμερα αντιπροσωπεύει περισσότερες από 2,5 εκατομμύρια θέσεις εργασίας, υπερβαίνει τους αντίστοιχους μέσους όρους για τους υπόλοιπους κλάδους κατά τη τελευταία δεκαετία [63]. Κατά συνέπεια, η πρόκληση που καλείται να αντιμετωπίσει η ΕΕ είναι να αξιοποιήσει πλήρως το δυναμικό που διαθέτει η αγορά αυτή και να μετατρέψει τις ιδέες της αποσύνδεσης και της αειφόρου ανάπτυξης σε κινητήριες δυνάμεις για την οικονομική ανάπτυξη, εστιάζοντας το ενδιαφέρον της στα μέτρα που συνδυάζουν την παραγωγικότητα και την αποτελεσματική αξιοποίηση των πόρων μέσω της καινοτομίας, στις νέες τεχνολογίες και στις επενδύσεις που συνεπάγονται δημιουργία θέσεων εργασίας. Σύμφωνα με την ευρωπαϊκή πρωτοβουλία για την ανάπτυξη, αυτή θα είναι η αιχμή του προγράμματος δράσης για την περιβαλλοντική τεχνολογία. [63] COM(2002) 122 τελικό της 13.3.2002, Έκθεση της Επιτροπής: Η περιβαλλοντική τεχνολογία στην υπηρεσία της αειφόρου ανάπτυξης. - Το περιβάλλον και η ποιότητα της απασχόλησης Οι περιβαλλοντικές πολιτικές μπορούν να επηρεάσουν την ποιότητα της απασχόλησης. Για παράδειγμα, η μεγαλύτερη χρήση περιβαλλοντικής τεχνολογίας σε πολλές περιπτώσεις οδήγησε σε υψηλής και καθαρότερης τεχνολογίας θέσεις απασχόλησης που αντικατέστησαν τις θέσεις εργασίας χαμηλής τεχνολογίας στον τομέα διαχείρισης των αποβλήτων. Η εξέλιξη των περιβαλλοντικών πολιτικών και η απομάκρυνσή τους από τις λύσεις αντιμετώπισης των τελικών επιπτώσεων, που συνήθως συνεπάγεται μεγαλύτερη εξειδίκευση για εργαζομένους θα συμβάλλει στην τάση αυτή. Ανάλογες μεταβολές του κέντρου βάρους των πολιτών πρέπει να συνοδεύονται από συμπληρωματική κατάρτιση που να επιτρέπει στους εργαζόμενους να προσαρμόζονται στις νέες θέσεις εργασίας. Αυτή η συμπληρωματική επιμόρφωση μπορεί με τη σειρά της να αποτελεί καθοριστικής σημασίας μέσο ευαισθητοποίησης έναντι των περιβαλλοντικών προκλήσεων στο πλαίσιο της αειφόρου ανάπτυξης. Οι εργαζόμενοι συχνά εκτίθενται σε υψηλά επίπεδα περιβαλλοντικού κινδύνου. Το θέμα αυτό θα πρέπει να αντιμετωπιστεί από τις περιβαλλοντικές πολιτικές. Για παράδειγμα, υπολογίζεται ότι περίπου 35.000 εργαζόμενοι χάνουν κάθε χρόνο τη ζωή τους λόγω έκθεσης σε καρκινογόνες χημικές ουσίες στον τόπο εργασίας [64]. [64] "Aξιολόγηση του αντικτύπου της νέας πολιτικής για τις νέες χημικές ουσίες όσον αφορά την υγιεινή κατά την εργασία", RPA, 2003 - Η περιβαλλοντική πολιτική και η καταπολέμηση της ένδειας και του "κοινωνικού" αποκλεισμού Οι περιβαλλοντικές πολιτικές δύνανται να συμβάλλουν στην καταπολέμηση της πενίας και του "κοινωνικού" αποκλεισμού. Οι άνθρωποι που αποκομίζουν τα περισσότερα από τις περιβαλλοντικές πολιτικές είναι συχνά οι φτωχότεροι μιας κοινωνίας, οι οποίοι τείνουν να καταλήγουν στις περιοχές που υποφέρουν περισσότερο από προβλήματα ποιότητας αέρα ή την επιδείνωση των τοπίων. Η αντιμετώπιση του υποβαθμισμένου περιβάλλοντος μπορεί κατά συνέπεια να έχει θετικό κατανεμητικό αντίκτυπο. Το περιβάλλον και η οικονομική διάσταση Μολονότι είναι ενδεχομένως απαραίτητο να πραγματοποιηθούν αμοιβαίες παραχωρήσεις μεταξύ των αυστηρών προτύπων για την περιβαλλοντική προστασία αφενός και της ανάπτυξης και της ανταγωνιστικότητας αφετέρου, αξίζει να σημειωθεί ότι υφίστανται και ορισμένοι τομείς όπου τα οφέλη είναι αμοιβαία: - Σειρά δραστηριοτήτων του ιδιωτικού τομέα εξαρτώνται άμεσα από την ποιότητα των φυσικών πόρων. Αυτονόητα παραδείγματα αποτελούν ο τουρισμός και ο κλάδος των γεωργικών ειδών διατροφής. Σε συγκεκριμένες περιπτώσεις πόρων που αποτελούν αντικείμενο εμπορικής εκμετάλλευσης όπως τα αλιευτικά αποθέματα, οι παρατηρούμενες μη βιώσιμες τάσεις απειλούν όχι μόνο το περιβάλλον αλλά και τον ίδιο τον κλάδο και, ως εκ τούτου, το βιοπορισμό όλων όσων απασχολούνται σε αυτόν. Υπ'αυτές τις συνθήκες, είναι καθοριστικής σημασίας να καθιερωθούν σαφή όρια σε ό,τι αφορά την πίεση που ασκείται στους φυσικούς πόρους ώστε να εξασφαλίζεται ότι διατίθεται ο απαραίτητος χρόνος για την ανανέωση του εκάστοτε πόρου και τη διατήρηση της μακροπρόθεσμης παραγωγικότητάς του. - Στο πλαίσιο της ταχέως εξελισσόμενης οικονομίας στον ιδιωτικό τομέα, η καινοτομία, οι γνώσεις και η δυνατότητα ανταπόκρισης στις αντιλήψεις του κοινού αποτελούν πολύτιμα προσόντα που επιτρέπουν στους ενδιαφερομένους "να εισέρχονται ταχύτερα στην αγορά και να πλησιάζουν περισσότερο τον πελάτη". Συνεπώς, δεν είναι πλέον δυνατόν οι επιμέρους επιχειρήσεις να βασίζονται σε στρατηγικές χαμηλού κόστους που να θεωρούν το περιβάλλον φθηνό πόρο για εκμετάλλευση. Το περιβάλλον καθίσταται πηγή αξίας και μέσο ανταγωνιστικότητας το οποίο μπορεί να συμβάλλει δεόντως στην τόνωση του δυναμισμού και της εικόνας της εκάστοτε βιομηχανίας. - Η ποιότητα του περιβάλλοντος μπορεί να αποτελεί μέσο προσέλκυσης εξειδικευμένων εργαζομένων και αλλοδαπών επενδυτών. Χαρακτηριστικό παράδειγμα της εν λόγω τάσης αποτελούν τα πάρκα έρευνας για την υψηλή τεχνολογία, όπου οι λεγόμενες "πράσινες" τοποθεσίες θεωρούνται καθοριστικής σημασίας προσόν, παράλληλα με τους υψηλής κατάρτισης ανθρώπινους πόρους και τη γειτνίαση προς κέντρα γνώσης. Επιβάλλεται να επιτευχθεί η πλήρης αξιοποίηση των συνεργιών μεταξύ επιχειρήσεων και περιβάλλοντος ώστε να διευκολυνθεί η οικονομική ανάπτυξη που αποφέρει ευρύτερα οφέλη με παράλληλη ελαχιστοποίηση των περιβαλλοντικών ζημιών. Προς τούτο, επιπλέον της νομοθεσίας, μεταξύ των μέσων που χρησιμοποιούνται συνδυασμένα για την περιβαλλοντική πολιτική πρέπει να συγκαταλέγονται καινοτόμα μέσα τα οποία να συμφιλιώνουν τον τομέα των επιχειρήσεων, συμπεριλαμβανομένης της βιομηχανίας, με την προστασία του περιβάλλοντος. Απαιτείται μια εξισορροπημένη κανονιστική προσέγγιση, η οποία να βασίζεται στον συνδυασμό της ελαστικότητας, των κινήτρων και της προβλεψιμότητας ώστε να επιτευχθεί η ενεργός συμμετοχή της βιομηχανίας και των κοινωνικών εταίρων. Στο πλαίσιο αυτό, η Επιτροπή θα βασίζεται ολοένα και περισσότερο για τη βελτίωση της αποδοτικής αξιοποίησης του κόστους, όπου αυτό κρίνεται ενδεδειγμένο και εφικτό, σε μέσα τα οποία βασίζονται στην αγορά. Παράλληλα, η βιομηχανία θα πρέπει να ενθαρρυνθεί ώστε να ενστερνισθεί περαιτέρω την αειφόρο ανάπτυξη, αποκτώντας μεγαλύτερη αίσθηση περιβαλλοντικής ευθύνης και αρμοδιότητες. Για τις ανεύθυνες ενέργειες ή τη πρόκληση περιβαλλοντικών ζημιών εκ μέρους της βιομηχανίας, θα πρέπει να υφίσταται σύστημα επιβολής κυρώσεων με τη μορφή συστήματος καταλογισμού ευθυνών. Η ανάπτυξη περαιτέρω συνεργιών μεταξύ περιβάλλοντος και ιδιωτικού τομέα - Η προαγωγή της ανάπτυξης των περιβαλλοντικών τεχνολογιών Οι νέες και καινοτόμες τεχνολογίες θα είναι καθοριστικής σημασίας για την επίτευξη της στροφής προς το μοντέλο της κοινωνίας της γνώσης που υιοθέτησε η ΕΕ με τη στρατηγική της Λισαβώνας. Οι τεχνολογίες αυτές αποτελούν ισχυρό μηχανισμό υπέρ της κοινωνικής ανάπτυξης, της ανταγωνιστικότητας καθώς και της βελτίωσης της προστασίας του περιβάλλοντος και της ποιότητας διαβίωσης. Μπορούν μάλιστα να συμβάλλουν στη μείωση των δαπανών που συνεπάγεται η προστασία του περιβάλλοντος, διευκολύνοντας την επίτευξη των εκάστοτε περιβαλλοντικών στόχων εκ μέρους των χρηστών με χαμηλότερο κόστος. Οι περιβαλλοντικές τεχνολογίες μπορούν να απελευθερώσουν πόρους οι οποίοι να αξιοποιηθούν σε άλλους τομείς της οικονομίας. Η πορεία προς την αειφόρο ανάπτυξη απαιτεί ακριβώς αυτή την αποσύνδεση της οικονομικής ανάπτυξης από τις περιβαλλοντικές ζημίες και την ανάλωση των πόρων. Οι περιβαλλοντικές τεχνολογίες αποτελούν κατά συνέπεια φυσική γέφυρα μεταξύ του οικονομικού και του περιβαλλοντικού σκέλους της στρατηγικής της Λισαβώνας. Ωστόσο, το δυναμικό τους παραμένει σε μεγάλο ποσοστό ανεκμετάλλευτο, επειδή την αξιοποίηση τους παρεμποδίζουν ορισμένοι φραγμοί στην αγορά και ορισμένοι φραγμοί θεσμικού χαρακτήρα. Κατά συνέπεια, η ανάληψη πολυμέτωπης δράσης θα είναι καθοριστικής σημασίας για να αξιοποιηθεί πλήρως το δυναμικό των περιβαλλοντικών τεχνολογιών. Επιβάλλεται να πραγματοποιηθούν περαιτέρω προσπάθειες για την ευαισθητοποίηση και την αντιμετώπιση των πληροφοριακών ελλείψεων σε ό,τι αφορά το δυναμικό των εν λόγω τεχνολογιών και εν προκειμένω το πρόγραμμα LIFE αποτελεί πολύτιμη συμβολή. Επιπλέον είναι καθοριστικής σημασίας και η εξάλειψη πολλών εμποδίων στην αγορά, ιδίως μάλιστα πολλών έμμεσων και άμεσων επιδοτήσεων για τις πλέον ρυπογόνες τεχνολογίες. Η προαγωγή της ανάπτυξης των περιβαλλοντικών τεχνολογιών αποτελεί προτεραιότητα της Επιτροπής. Η Επιτροπή εκπονεί πρόγραμμα δράσης ώστε να συγκροτηθεί πλαίσιο για την τόνωση των περιβαλλοντικών τεχνολογιών. Το συγκεκριμένο πρόγραμμα δράσης θα βασιστεί στην έκθεση της Επιτροπής του 2002 για τις περιβαλλοντικές τεχνολογίες [65] και την Ανακοίνωση της Επιτροπής "Διαμόρφωση του προγράμματος δράσης για την περιβαλλοντική τεχνολογία" του 2003 [66]. [65] COM(2002)122, 13 Μαρτίου 2002. [66] Ανακοίνωση της Επιτροπής - Διαμόρφωση προγράμματος δράσης για την περιβαλλοντική τεχνολογία, COM(2003)0131 τελικό, 25 Mαρτίου 2003. - Η υποστήριξη ευέλικτων λύσεων που να βασίζονται στην αγορά Εφόσον σχεδιασθούν σωστά, οι ευέλικτοι μηχανισμοί αγοράς όπως οι φόροι, οι χρεώσεις, η μείωση των επιδοτήσεων που είναι επιβλαβείς για το περιβάλλον ή η προαγωγή των μηχανισμών εμπορίου και των εθελοντικών συμφωνιών για το περιβάλλον είναι διπλά ελκυστικοί για την πολιτική περιβάλλοντος καθότι συμβάλλουν στη μεγιστοποίηση της αποδοτικότητας κατά την εφαρμογή ενώ παράλληλα εξασφαλίζουν την ευρύτερη αποδοχή εκ μέρους της βιομηχανίας, μετριάζοντας το αντίστοιχο κόστος. Δύνανται επίσης να καταστήσουν ανταγωνιστικότερη η οικονομία της ΕΕ, επιτυγχάνοντας την αποτελεσματικότερη χρήση των φυσικών πόρων. Οι δυνατότητες αυτές αναγνωρίζονται όλο και περισσότερο από τους αρμόδιους για τη χάραξη πολιτικής. Τα τελευταία χρόνια έχουν επιτευχθεί σοβαρές πρόοδοι σε επίπεδο ΕΕ σχετικά με την αξιοποίηση των μέσων τα οποία βασίζονται στην αγορά, όπως αποδεικνύει και η έκδοση της οδηγίας για την εμπορία των δικαιωμάτων εκπομπής [67]. Η ανάληψη δράσης σε επίπεδο ΕΕ είναι ιδιαίτερα σημαντική για την αποφυγή των στρεβλώσεων στην ενιαία αγορά και των κινδύνων απώλειας της βιομηχανικής ανταγωνιστικότητας λόγω εθνικών πρωτοβουλιών με στόχο το "πρασίνισμα της αγοράς". [67] Βλ. τμήμα 3.1. - Η αλλαγή του κλίματος. Η προσέγγιση της Επιτροπής σε ό,τι αφορά τη χρήση των μέσων τα οποία βασίζονται στην αγορά στο πλαίσιο της πολιτικής περιβάλλοντος θα σκιαγραφηθεί σε ανακοίνωση που προβλέπεται να εκδοθεί το 2004. - Η εξασφάλιση ευνόητου κανονιστικού περιβάλλοντος Η μεγαλύτερη εξάρτηση από την ελαστική κανονιστική ρύθμιση και τις εθελοντικές πρωτοβουλίες δεν σημαίνει ότι θεωρείται πλέον ασήμαντη η αυστηρότερη κανονιστική ρύθμιση και τα μέσα δεσμευτικού χαρακτήρα. Τα υποχρεωτικά συστήματα εξακολουθούν να είναι απαραίτητα για την καθιέρωση περιβαλλοντικών προτύπων και πρέπει να εξακολουθήσουν να συγκαταλλέγονται μεταξύ των μέσων που χρησιμοποιεί συνδυασμένα η πολιτική περιβάλλοντος. Είναι ενδεχόμενο τα δεσμευτικά μέσα να συνεπάγονται δαπάνες για τη βιομηχανία και τους άλλους οικονομικούς παράγοντες. Κατά συνέπεια, επιβάλλεται να καθιερωθούν μακροπρόθεσμοι στόχοι που να επιτευχθούν σταδιακά, ώστε οι εν λόγω οικονομικοί παράγοντες και η βιομηχανία να προβλέπουν τις μεταβολές και να προσαρμόζουν τα επιχειρηματικά τους σχέδια. Όσο προβλεψιμότερο είναι το κανονιστικό μας περιβάλλον τόσο ευκολότερο θα είναι να ενσωματωθεί στο συνήθη κύκλο των επιχειρηματικών επενδύσεων. Η ενθάρρυνση των νέων επιχειρηματικών προσεγγίσεων για το περιβάλλον - Η προαγωγή της ευθύνης και της λογοδοσίας Οι προσπάθειες που καταβάλλουν οι κυβερνήσεις ώστε το κανονιστικό πλαίσιο να καταστεί ελαστικότερο θα πρέπει να υποστηριχθούν με δεσμεύσεις της βιομηχανίας. Αυτό μπορεί να επιτευχθεί καλύτερα αναπτύσσοντας στρατηγικές για την κοινωνική ευθύνη των επιχειρήσεων (CSR) που να καλύπτουν και το περιβάλλον. Η CSR συνεπάγεται εθελούσια ανάληψη υποχρεώσεων, οι οποίες να υπερβαίνουν το κείμενο κανονιστικό πλαίσιο με στόχο την εφαρμογή ακόμη αυστηρότερων προτύπων περιβαλλοντικής προστασίας και την κοινωνική ανάπτυξη για την προαγωγή της αειφόρου ανάπτυξης [68]. Η CSR κατά συνέπεια αποτελεί σημαντική συμβολή των επιχειρήσεων στην αειφόρο ανάπτυξη. [68] Βλ. Ανακοίνωση της Επιτροπής σχετικά με την εταιρική κοινωνική ευθύνη: μια συνεισφορά των επιχειρήσεων στη βιώσιμη ανάπτυξη, COM(2002)347, 2 Ιουλίου 2002. Ο αριθμός των ευρωπαϊκών επιχειρήσεων που διαμορφώνουν στρατηγικές CSR αυξάνεται συνεχώς κατά τα τελευταία χρόνια. Οι εν λόγω στρατηγικές θεωρούνται καταρχήν προσόντα σε ό,τι αφορά τον ανταγωνισμό, επειδή βασίζονται στην κλιμάκωση των κερδών από τη βελτίωση των κοινωνικών και περιβαλλοντικών επιδόσεων. Μπορούν να αντιμετωπισθούν ως μέσο προώθησης των πωλήσεων, θεωρώντας ότι γίνονται αντιληπτές ως στρατηγικές "επιτυχείς και αγαθοεργές", με αποτέλεσμα να προσελκύονται νέοι πελάτες. Η ανακοίνωση εκ μέρους των εταιρειών, των προσπαθειών που καταβάλλουν αποτελεί σημαντική συμβολή στη μεγιστοποίηση του εξωτερικού αντίκτυπου της CSR. Η ευαισθητοποίηση έναντι της CSR ενδοτομεακά μέσω της ανταλλαγής των βέλτιστων πρακτικών μεταξύ επιχειρήσεων καθώς και η συγκριτική αξιολόγηση των επιδόσεων των πρωτοβουλιών των επιχειρήσεων αποτελούν επίσης σημαντικά μέσα ενθάρρυνσης της CSR. Tο ευρωπαϊκό φόρουμ πολλαπλώς ενδιαφερομένων για τη CSR αποτελεί ένα βήμα για την επίτευξη του σκοπού αυτού. Τα δυο μέσα, που αναφέρονται κατωτέρω και υποστηρίζονται ήδη από την Επιτροπή, μπορούν να συμβάλλουν σημαντικά στην επιχειρησιακή εφαρμογή της CSR: * Η δημοσίευση εκ μέρους των εταιρειών περιβαλλοντικών εκθέσεων που να είναι ακριβείς και να έχουν αποτελέσει αντικείμενο ανεξάρτητης διακρίβωσης. Το 6ο ΠΔΠ ενθαρρύνει τη δημοσίευση αναλόγων εκθέσεων. Αυτό ισχύει ιδιαίτερα για τις μεγαλύτερου μεγέθους εταιρείες. Ο αριθμός των εταιρειών που εδράζονται στην ΕΕ και δημοσιεύουν σε τακτά χρονικά διαστήματα εκθέσεις για το περιβάλλον αυξάνει συνεχώς αλλά εξακολουθεί να θεωρείται ανεπαρκής. Για να επιτευχθεί η πλήρης αξιοποίηση των δυνατοτήτων που προσφέρουν ανάλογες εκθέσεις, πρέπει να επιτευχθεί η περαιτέρω εναρμόνισή τους, βάσει σειρών δεικτών κοινής αποδοχής που να επιτρέπουν την αξιολόγηση των επιδόσεων κατά τομέα. * Το κοινοτικό σύστημα οικολογικής διαχείρισης και οικολογικού ελέγχου (EMAS). Το εν λόγω σύστημα καθιερώθηκε το 1993 και αποσκοπεί στην προαγωγή της συνεχούς βελτίωσης των περιβαλλοντικών επιδόσεων των βιομηχανικών δραστηριοτήτων δεσμεύοντας τους αντίστοιχους φορείς να αξιολογούν και να βελτιώνουν τις περιβαλλοντικές τους επιδόσεις και να παρέχουν πληροφορίες στο κοινό. Από το 2001 το πεδίο εφαρμογής του EMAS διευρύνθηκε ώστε να καλύπτει όλους τους τομείς της οικονομίας, συμπεριλαμβανόμενων και των δημόσιων αρχών [69], ενώ παράλληλα καταβλήθηκαν προσπάθειες για να προσαρμοστεί ειδικότερα στο πλαίσιο των ΜΜΕ. Μολονότι οι καταχωρίσεις στο EMAS αυξάνουν σταθερά από το 1993, η κατανομή τους ανά την Ένωση εξακολουθεί να είναι άνιση. [69] Βλ. κανονισμό 761/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 19ης Μαρτίου 2001 για την εκούσια συμμετοχή οργανισμών σε κοινοτικό σύστημα οικολογικής διαχείρισης και οικολογικού ελέγχου (EMAS), ΕΕ L 114/1, 24 Aπριλίου 2001. Η καθιέρωση πλαισίου για τις υποχρεώσεις αποζημίωσης (ευθύνη) Η υποχρέωση αποζημίωσης αποτελεί την αναγκαία συνέπεια της περιβαλλοντικής ευθύνης των επιχειρήσεων. Λειτουργώντας ως αποτρεπτικό των μη βιώσιμων πρακτικών, η υποχρέωση αποζημίωσης συμβάλλει στην εδραίωση της υπεύθυνης συμπεριφοράς της βιομηχανίας. Η αντίστοιχη πρόταση οδηγίας [70] καθιερώνει πλαίσιο για την περιβαλλοντική ευθύνη σε επίπεδο ΕΕ το οποίο βασίζεται στην αρχή ο ρυπαίνων πληρώνει. Η εν λόγω πρόταση οδηγίας προβλέπει ότι οι φορείς εκμετάλλευσης οφείλουν να αναλαμβάνουν προληπτικά δράση σε περίπτωση άμεσου κίνδυνου πρόκλησης ζημιών ή να αναλαμβάνουν δράση αποκατάστασης - ιδίοις εξόδοις - μετά από την πρόκληση ζημιών. [70] Πρόταση οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με την περιβαλλοντική ευθύνη όσον αφορά στην πρόληψη και αποκατάσταση των περιβαλλοντικών ζημιών, COM(2002)17 τελικό, 23 Ιανουαρίου 2002. Η πολιτική συμφωνία για την οδηγία περί ευθύνης επετεύχθη στο Συμβούλιο Περιβάλλοντος του Ιουνίου, ανοίγοντας το δρόμο για τη νομοθετική έγκριση της οδηγίας το 2004, σύμφωνα με τα Συμπεράσματα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου της Άνοιξης του 2003 [71]. [71] Παράγραφος 58, Συμπεράσματα της Προεδρίας, Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, Βρυξέλλες, 20-21 Mαρτίου 2003. Η προστασία του περιβάλλοντος μέσω του ποινικού δικαίου σε περιπτώσεις σοβαρής παράβασης του κοινοτικού δικαίου Δεν προβλέπουν όλα τα κράτη μέλη ποινικές κυρώσεις για τις σοβαρότερες παραβάσεις του κοινοτικού δικαίου σχετικά με την προστασία του περιβάλλοντος. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή κατέθεσε το 2001 πρόταση οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με την προστασία του περιβάλλοντος μέσω του ποινικού δικαίου [72]. Δεδομένου ότι αντ'αυτής το Συμβούλιο ενέκρινε απόφαση πλαίσιο [73] βάσει του τρίτου σκέλους της συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση, η Επιτροπή προσέφυγε στο Δικαστήριο, για να διευκρινιστεί κατά πόσον οι διατάξεις σχετικά με τις ποινικές κυρώσεις εμπίπτουν στο πρώτο ή το τρίτο σκέλος της συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση [74]. [72] COM (2001) 139 τελικό - ΕΕ, 26 Ιουνίου 2001, C180/238. [73] ΕΕ, 5 Φεβρουαρίου 2003, L029/55. [74] Βλ. ανακοινωθέν τύπου της Επιτροπής, IP/03/461 και σύνοψη της υπόθεσης 176/03, που δημοσιεύθηκε στην ΕΕ C 135 με ημερομηνία 7 Απριλίου 2003, σ. 1. Επιπλέον, μετά από το ατύχημα του πετρελαιοφόρου Prestige στα ανοικτά των ισπανικών ακτών το Νοέμβριο του 2002, η Επιτροπή ενέκρινε πάραυτα δύο νέες νομοθετικές πράξεις βάσει των οποίων καθιερώνονται ποινικές κυρώσεις με στόχο την πρόληψη νέων πετρελαιοκηλίδων στις ευρωπαϊκές ακτές [75]. [75] Πρόταση οδηγίας σχετικά με τη ρύπανση από πλοία και την εισαγωγή κυρώσεων, συμπεριλαμβανομένων ποινικών κυρώσεων για αδικήματα ρύπανσης (COM(2003)92, 5 Mαρτίου 2003). Το περιεχόμενο της πρότασης αυτής είναι διττό. Ενσωματώνει στην κοινοτική νομοθεσία τους ήδη υφιστάμενους διεθνείς κανόνες (πρότυπα MARPOL 73/78) για τις απορρίψεις ρύπων από πλοία και προβλέπει ότι οι παραβάσεις των ως άνω κανόνων θεωρούνται ποινικά αδικήματα. Για να συμπληρωθεί η πρόταση οδηγίας, η Επιτροπή ενέκρινε πρόταση για απόφαση πλαίσιο του Συμβουλίου σχετικά με την ενίσχυση του ποινικού πλαισίου καταστολής της ρύπανσης από πλοία (COM(2003)227 τελικό, 2 Μαΐου 2003). Η πρόταση αυτή σχετίζεται ιδίως με την εναρμόνιση των κυρώσεων καθιερώνοντας τις ελάχιστες ποινές φυλάκισης και τα ελάχιστα πρόστιμα που μπορούν να επιβάλλουν τα κράτη μέλη. 4.3. Γνώσεις και πληροφορίες Η συμβολή των γνώσεων και των πληροφοριών στη χάραξη πολιτικής για το περιβάλλον είναι διττή: - Κατά πρώτον, επιτρέπουν στους υπεύθυνους για τη λήψη αποφάσεων να διαμορφώσουν καλύτερες πολιτικές. Στο πλαίσιο της αειφόρου ανάπτυξης χρειάζονται περισσότερες γνώσεις, ώστε οι αρμόδιοι για τη λήψη αποφάσεων να αξιολογούν κατά πόσον απαιτείται ανάληψης δράσης, να διαχειρίζονται τους κινδύνους σε περιπτώσεις αβεβαιότητας και να σταθμίζουν τα πιθανά οφέλη και το κόστος των πολιτικών και στις τρεις διαστάσεις τους. Κατά συνέπεια είναι απαραίτητο να βελτιωθούν οι γνώσεις για τα περιβαλλοντικά θέματα και τις αλληλεπιδράσεις τους ώστε να εξασφαλίζεται ότι οι εκάστοτε πολιτικές βασίζονται στις βέλτιστες διαθέσιμες επιστημονικές γνώσεις και πληροφορίες. - Κατά δεύτερον, η διάθεση των περιβαλλοντικών πληροφοριών όσο το δυνατόν ευρύτερα στο κοινό και η μεγαλύτερη συμμετοχή των ενδιαφερομένων στην διαμόρφωση της πολιτικής του περιβάλλοντος είναι καθοριστικής σημασίας για τη βελτίωση της διακυβέρνησης και, συνακόλουθα, της ποιότητας των πολιτικών πρωτοβουλιών. 4.3.1. Οι δράσεις μας πρέπει να βασίζονται σε αξιόπιστες γνώσεις Το 6ο ΠΔΠ τονίζει για μια ακόμη φορά ότι οι περιβαλλοντικές πολιτικές θα πρέπει να βασίζονται στη γνώση και στις βέλτιστες διαθέσιμες επιστημονικές αποδείξεις. Οι πληροφορίες που συνιστούν το γνωστικό υπόβαθρο (ήγουν τα δεδομένα, οι στατιστικές, οι δείκτες ή οι βέλτιστες πρακτικές επιστημονικού, τεχνικού ή οικονομικού χαρακτήρα, προέρχονται από ποικίλες πηγές και ενδιαφερόμενους, ιδίως τα κράτη μέλη, τον Ευρωπαϊκό Οργανισμό Περιβάλλοντος (ΕΟΠ), την Στατιστική Υπηρεσία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Eurostat) το 6ο κοινοτικό πρόγραμμα πλαίσιο για την ΕΤΑ καθώς και τα επιμέρους ερευνητικά προγράμματα και οργανισμούς που αναπτύσσουν δραστηριότητες σε εθνικό επίπεδο. Απαιτείται καλύτερη επικοινωνία μεταξύ των εμπλεκόμενων δικτύων ώστε να βελτιωθεί ο αμοιβαίος συντονισμός, να αυξηθεί η ροή των πληροφοριών και να αξιοποιηθούν πληρέστερα οι ήδη διαθέσιμες πληροφορίες. Η γνώση ως κινητήρια δύναμη της πολιτικής περιβάλλοντος Πέραν της συμβολής της στη μεγαλύτερη ευαισθητοποίηση του κοινού σε ό,τι αφορά την κατάσταση και τις παρατηρούμενες τάσεις στα επιμέρους περιβαλλοντικά θέματα, η πληροφορία διαδραματίζει καθοριστικής σημασίας ρόλους στην όλη διαδικασία της περιβαλλοντικής πολιτικής. Ο πρώτος εξ αυτών είναι ο ρόλος της κινητήριας δύναμης της πολιτικής περιβάλλοντος. Παρακολουθώντας τις κινητήριες δυνάμεις, τις πιέσεις και τις αλλαγές στην κατάσταση του περιβάλλοντος, καθίσταται δυνατός ο εντοπισμός των προβλημάτων άμα τη εμφανίσει τους. Κατά δεύτερον, οι πληροφορίες είναι καθοριστικής σημασίας για τη διαμόρφωση των πλέον ενδεδειγμένων πολιτικών απαντήσεων στα εντοπιζόμενα προβλήματα. Λόγω του πολύπλοκου χαρακτήρα πολλών περιβαλλοντικών θεμάτων, η γνώση των διασυνδέσεων και των αλληλεπικαλύψεών τους είναι καθοριστικής σημασίας κατά τη διαμόρφωσή της κατά περίπτωση ενδεδειγμένης πολιτικής απάντησης δίχως να επηρεάζονται αρνητικά άλλοι τομείς της ασκούμενης πολιτικής. Κατά τρίτον οι περιβαλλοντικές πληροφορίες επιτρέπουν στους αρμόδιους για τη λήψη αποφάσεων να αξιολογούν την εφαρμογή των περιβαλλοντικών πολιτικών. Ανάλογες επιμέρους πολιτικές είναι αποτελεσματικές μόνον εφόσον εφαρμόζονται ορθά και συνεπώς. Οι ενημερωτικές αναδράσεις επιτρέπουν στις νέες πολιτικές να επωφεληθούν από τα συμπεράσματα που συνάγονται εκ πείρας. Τέλος, οι πληροφορίες συμβάλλουν στην αξιολόγηση της αποτελεσματικότητας των πολιτικών, επιβεβαιώνοντας ότι το πρόβλημα έχει λυθεί. Η συγκρότηση κατάλληλου πλαισίου Συχνά δεν είναι ευνοϊκή η σύγκριση των περιβαλλοντικών πληροφοριών, από την άποψη της ποιότητας, της πληρότητας της κάλυψης και του επίκαιρου χαρακτήρα, προς τα δεδομένα άλλων τομέων, ιδίως μάλιστα προς τα οικονομικά δεδομένα. Μολονότι οι εν λόγω επικρίσεις είναι εν μέρει δικαιολογημένες, πρέπει να σημειωθεί ότι διαφέρουν σημαντικά οι πόροι που αναλώνονται αντιστοίχως για την συγκέντρωση των εν λόγω πληροφοριών. Ωστόσο, η βελτίωση των περιβαλλοντικών πληροφοριών δεν είναι απλώς και μόνο θέμα αύξησης των προς τούτο διαθέσιμων πόρων. προϋποθέτει επίσης καλύτερο συντονισμό κατά τη συλλογή των δεδομένων. Εν προκειμένω, επιβάλλεται να βελτιωθεί η συνεργασία μεταξύ των δικτύων του ΕΟΠ, των δικτύων της Eurostat, καθώς και άλλων δικτύων που υποστηρίζονται από το πρόγραμμα πλαίσιο της Επιτροπής για την έρευνα. Η Επιτροπή στο πλαίσιο του 6ου ΠΔΠ ανέλαβε τη δέσμευση να διαμορφώσει συνεπέστερο και αποτελεσματικότερο πλαίσιο υποβολής εκθέσεων και, ως εκ τούτου, να ελαφρύνει το φορτίο που επωμίζονται τα κράτη μέλη. Αναμένεται ότι η Επιτροπή θα διατυπώσει σχετικές προτάσεις το 2005. Ωστόσο, θα πρέπει να διατεθούν επαρκείς πόροι για την παρακολούθηση και την υποβολή εκθέσεων σχετικά με το σχεδιασμό των πολιτικών. Αυτό θα μπορούσε να έχει αργότερα σοβαρές επιπτώσεις στην παρακολούθηση της εφαρμογής της περιβαλλοντικής νομοθεσίας καθώς και στην ενημέρωση του κοινού. Για παράδειγμα, η σύγκριση πληροφοριών μεταξύ των κρατών μελών ενδεχομένως δυσχεραίνεται όταν ποικίλλει υπέρμετρα ο αριθμός ή η θέση των σημείων παρακολούθησης, όπως συνέβη στην περίπτωση της ποιότητας του αέρα. Η βελτίωση του γνωστικού υπόβαθρου Πολλές από τις επικείμενες θεματικές στρατηγικές θα προβλέπουν μεθόδους, όπως οι δείκτες, για την παρακολούθηση της αποτελεσματικότητάς τους. Συνεχίζονται οι εργασίες βελτίωσης των περιβαλλοντικών δεικτών, ιδίως σε τομείς όπου διαπιστώθηκαν κενά, όπως η βιοποικιλότητα και οι χημικές ουσίες [76]. Από την άποψη αυτή, αποτελεί χρήσιμο εργαλείο η κατά προτεραιότητα επιστημονική υποστήριξη προς τις πολιτικές βάσει του 6ου προγράμματος-πλαίσιου της ΕΕ για την ΕΤΑ που επικουρεί τις πρωτοβουλίες της περιβαλλοντικής πολιτικής στα επιμέρους στάδια του κύκλου διαμόρφωσής τους - ήτοι τη σύλληψη, την ανάπτυξη ή την παρακολούθηση της εφαρμογής. [76] BIO-IMPS (δείκτης εφαρμογής της βιοποικιλότητας) για τη βιοποικιλότητα και REACH (Καταγραφή, Αξιολόγηση, Αδειοδότηση χημικών ουσιών) για τα χημικά προϊόντα. Όμως η επίτευξη προόδων περιπλέκεται από το γεγονός ότι συχνά είναι δύσκολο να αξιολογηθεί στον τομέα του περιβάλλοντος η κλίμακα του εκάστοτε προβλήματος. Εντούτοις, πολλές από τις αναληφθείσες πρωτοβουλίες συνεχίζονται με στόχο τον καθορισμό και τη διαμόρφωση δεικτών σχετικών με την "ολοκλήρωση" του περιβάλλοντος, όπως στην περίπτωση του ΤERM [77] για τις μεταφορές και στην περίπτωση της πρωτοβουλίας IRENA [78] για τη γεωργία. Επιπλέον, η Eurostat (Ευρωπαϊκή Στατιστική Υπηρεσία) έχει συγκροτήσει πολυεθνική ομάδα ειδικών καθηκόντων κατόπιν αιτήματος της Ευρωπαϊκής Συμβουλευτικής Επιτροπής Στατιστικής Πληροφόρησης στον οικονομικό και κοινωνικό τομέα, με στόχο την ανάπτυξη δεικτών αειφόρου ανάπτυξης που να επιτρέπουν τη μέτρηση των αλληλεπικαλύψεων και των παραχωρήσεων μεταξύ των επιμέρους διαστάσεων. [77] Μηχανισμός υποβολής εκθέσεων για τις μεταφορές και το περιβάλλον. [78] Ανάπτυξη γεωργο-περιβαλλοντικών δεικτών. Επιπλέον πρωτοβουλία της Επιτροπής αποσκοπεί στη δημιουργία κοινής υποδομής σχετικά με τις γεωγραφικές πληροφορίες στην Ευρώπη (INSPIRE), με στόχο να εξασφαλιστεί η συνέπεια μεταξύ των δημόσιων πηγών γεωγραφικών πληροφοριών, επιτρέποντας τοιουτοτρόπως την επίτευξη οικονομιών κλίμακας και διαλειτουργικότητας. Συναφέστατη προς την ως άνω πρωτοβουλία είναι η πρωτοβουλία για την παγκόσμια παρακολούθηση του περιβάλλοντος και της ασφάλειας (GMES) με την οποία επιδιώκεται η ανάπτυξη υπηρεσιών παρακολούθησης των πολιτικών που σχετίζονται με το περιβάλλον και την ασφάλεια. Επιπλέον σχετικά μέσα αποτελούν τα GALILEO και ESPON. Μεταξύ των πολλών εφαρμογών της, η επιχείρηση GALILEO, ήτοι το Ευρωπαϊκό Πρόγραμμα για τις Παγκόσμιες Υπηρεσίες Πλοήγησης, θα μπορούσε να συμβάλλει στη χαρτογράφηση των ωκεανών και της κρυόσφαιρας, συμπεριλαμβανομένου και του καθορισμού της κλίμακας των περιοχών που έχουν υποστεί ρύπανση και της παρακολούθησης των πηγών της ρύπανσης. Το ESPON, το Ευρωπαϊκό Δικτυακό Παρατηρητήριο Χωροταξίας, θα συμβάλει στον καθορισμό δέσμης εδαφικών δεικτών για την ανάλυση των περιφερειακών επιπτώσεων των κοινοτικών πολιτικών. Επιδιώκεται να αναπτυχθεί ευρύ φάσμα μέσων, που να τεθούν στη διάθεση της Επιτροπής και του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Διαστήματος (ΕΟΔ), ώστε να δημιουργηθούν οι αντίστοιχες δυνατότητες παρακολούθησης σε ευρωπαϊκό επίπεδο έως το 2008. Η Επιτροπή θα επιχειρήσει να βελτιώσει τις συνεργίες μεταξύ των επιμέρους πρωτοβουλιών. Τελικό στόχο αποτελεί η πλήρης αξιοποίηση του δυναμικού των ήδη υφιστάμενων και των νέων τεχνολογιών σε ό,τι αφορά τη συλλογή και την ανάλυση των δεδομένων, ώστε να απλοποιηθεί και να ελαφρυνθεί η επιβάρυνση που συνεπάγεται η υποβολή εκθέσεων, για να διευκολυνθεί η εφαρμογή των περιβαλλοντικών πολιτικών και η ολοκλήρωση της περιβαλλοντικής διάστασης στις υπόλοιπες πολιτικές . Διαχείριση των κινδύνων Οι γνώσεις θα είναι πάντα πεπερασμένες, ανεξάρτητα των προσπαθειών για τη βελτίωσή τους, λόγω της πεπερασμένης επιστημονικής εμπειρίας. Τα ως άνω γνωστικά κενά δεν επιτρέπεται να αποτελούν δικαιολογία για αδράνεια. Είναι αναγκαίο σε ό,τι αφορά τη διαχείριση των κινδύνων να εφαρμοσθεί προσέγγιση η οποία να βασίζεται στην αρχή της προφύλαξης [79], την αρχή της πρόληψης στην πηγή και την αρχή «ο ρυπαίνων πληρώνει». Η οδηγία για την περιβαλλοντική ευθύνη θα εξασφαλίσει τη διάθεση των απαραίτητων οικονομικών μέσων για την καταβολή αποζημιώσεων σε περίπτωση περιβαλλοντικών ζημιών. Σημαντικό μέρος της εν λόγω προσέγγισης αφορά τη γνωστοποίηση στο κοινό του χαρακτήρα και της κλίμακας των εκάστοτε κινδύνων. [79] Βλ. Ανακοίνωση της Επιτροπής για την αρχή της προφύλαξης, COM(2000)1 τελικό, 2 Φεβρουαρίου 2000. 4.3.2. Η βελτίωση της πρόσβασης στις πληροφορίες και η συμμετοχή στη χάραξη των πολιτικών Η εξασφάλιση της πρόσβασης του κοινού στις περιβαλλοντικές πληροφορίες βελτιώνει τη διαφάνεια και την απόδοση ευθυνών σε επίπεδο κυβερνήσεων και παράλληλα αναβαθμίζει τη διακυβέρνηση. Με την ούτως επιτυγχανόμενη κλιμάκωση της συμμετοχής του κοινού στη χάραξη των πολιτικών για το περιβάλλον, εξασφαλίζεται η πραγματοποίηση διαβουλεύσεων με όλους τους ενδιαφερομένους, βελτιώνοντας όχι μόνο τα τελικά συμπεράσματα για την εκάστοτε πολιτική αλλά και τις πιθανότητες για την επιτυχή εφαρμογή της. Δεδομένου ότι τα προτεινόμενα μέτρα ενδέχεται να έχουν επιπτώσεις για ευρύ φάσμα ομάδων, το άρθρο 10 του 6ου ΠΔΠ τονίζει τη σημασία τόσο της πραγματοποίησης εκτενών διαβουλεύσεων με τους ενδιαφερομένους σε όλα τα στάδια της πολιτικής διαδικασίας όσο και της ενίσχυσης της συμμετοχής των ΜΚΟ που ασχολούνται με το περιβάλλον. Την περίοδο 2002-2006, η Επιτροπή συμμετέχει σε σχετικό πρόγραμμα [80] υποστήριξης των περιβαλλοντικών ΜΚΟ, το οποίο συμπεριλαμβάνει και ΜΚΟ από τις προσχωρούσες και τις υποψήφιες χώρες. [80] Απόφαση αριθ. 466/2002/EΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 1ης Μαρτίου 2002 σχετικά με τη θέσπιση κοινοτικού προγράμματος δράσης για την προαγωγή των ΜΚΟ που αναπτύσσουν δραστηριότητα κυρίως στον τομέα της προστασίας του περιβάλλοντος (ΕΕ L 75, 16 Mαρτίου 2002, σ. 1-6). Περαιτέρω πρόσβαση του κοινού στις περιβαλλοντικές πληροφορίες και στη συμμετοχή στη χάραξη πολιτικής για το περιβάλλον σε επίπεδο ΕΕ θα επιτευχθεί με την εφαρμογή της Σύμβασης του Aarhus [81], η οποία επίσης καλύπτει το δικαίωμα προσφυγής στη δικαιοσύνη για το περιβάλλον. Η ως άνω σύμβαση μπορεί να θεωρηθεί ως μέσο για τον εκδημοκρατισμό στον τομέα του περιβάλλοντος και για τη μεγαλύτερη συμμετοχή του κοινού. Η Επιτροπή ενέκρινε τον Οκτώβριο του 2003 δέσμη προτάσεων που αποσκοπούν στην επικύρωση της Σύμβασης του Aarhus [82]. [81] Η Σύμβαση της UNECE (ΟΗΕ/ΟΕΕ - Οικονομική Επιτροπή του ΟΗΕ για την Ευρώπη) για την πρόσβαση σε πληροφορίες, την συμμετοχή του κοινού στη λήψη αποφάσεων και την πρόσβαση στη δικαιοσύνη για περιβαλλοντικά θέματα. [82] Η δέσμη νομοθετικών πράξεων, που εγκρίθηκε στις 24 Οκτωβρίου 2003, απαρτίζεται από τρεις προτάσεις: πρόταση οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με την πρόσβαση στη δικαιοσύνη για περιβαλλοντικά θέματα (COM(2003)624). πρόταση κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την εφαρμογή των διατάξεων της Σύμβασης του Aarhus σχετικά με την πρόσβαση στις πληροφορίες, τη συμμετοχή του κοινού στη λήψη αποφάσεων και στην πρόσβαση στη δικαιοσύνη για περιβαλλοντικά θέματα (COM(2003)622). πρόταση απόφασης του Συμβουλίου για τη σύναψη, εξ ονόματος της Ευρωπαϊκής Κοινότητας της σύμβασης για την πρόσβαση σε πληροφορίες, τη συμμετοχή του κοινού στη λήψη αποφάσεων και στην πρόσβαση στη δικαιοσύνη για περιβαλλοντικά θέματα (COM(2003)625). 5. Νεα κράτη μέλη - οι ειδικές προκλήσεις της διεύρυνσης Η ολοκλήρωση των διαπραγματεύσεων για τη διεύρυνση, η υπογραφή των συνθηκών προσχώρησης με την Κύπρο, τη Δημοκρατία της Τσεχίας, την Εσθονία, την Ουγγαρία, την Λιθουανία, τη Λεττονία, τη Μάλτα, την Πολωνία, τη Δημοκρατία της Σλοβακίας και τη Σλοβενία, καθώς και η ολοκλήρωση της διαδικασίας επικύρωσης στις χώρες αυτές, προετοίμασαν το έδαφος για μια ιστορική διεύρυνση της ΕΕ με την είσοδο δέκα νέων μελών το 2004. Υπό τη καθοδήγηση και παρακολούθηση της ΕΕ, οι υποψήφιες χώρες των οποίων επίκειται η προσχώρηση κατέβαλαν σημαντικές προσπάθειες σε ό,τι αφορά το περιβάλλον κατά την προηγούμενη δεκαετία. Η ευθυγράμμιση προς τα πρότυπα της ΕΕ πλησιάζει. Κατά μέσο όρο περίπου 90% του κεκτημένου έχει ήδη μεταφερθεί στο εθνικό δίκαιο, ενώ έχει σχεδόν ολοκληρωθεί σε ορισμένους τομείς, όπως η νομοθεσία οριζόντιου χαρακτήρα και η νομοθεσία για την ατμόσφαιρα και τα απόβλητα. Παράλληλα έχουν πραγματοποιηθεί σοβαρά βήματα για την εφαρμογή του, ιδίως με την ενίσχυση του διοικητικού δυναμικού. Στις παραμονές της διεύρυνσης, οι χώρες των οποίων επίκειται η προσχώρηση έχουν ως επί το πλείστον ήδη προπαρασκευασθεί επαρκώς για την εφαρμογή του κεκτημένου πριν από την προσχώρηση. Οι γενικές εκθέσεις παρακολούθησης που αξιολογούν κατά πόσον οι εν λόγω χώρες είναι έτοιμες να καταστούν μέλη της ΕΕ [83] εγκρίθηκαν το Νοέμβριο του 2003 και δεν αναφέρουν θέματα τα οποία να προκαλούν σοβαρό προβληματισμό σε ό,τι αφορά το περιβάλλον. Ωστόσο, οι εκθέσεις επισύρουν την προσοχή σε σειρά θεμάτων για τα οποία οι χώρες των οποίων επίκειται η προσχώρηση επιβάλλεται να επιδιώξουν περαιτέρω βελτίωση των επιδόσεών τους, ώστε να ανταποκριθούν στις υποχρεώσεις που συνεπάγεται η συμμετοχή τους στην Ένωση: οι κύριες ανησυχίες αφορούν για τις περισσότερες χώρες την εφαρμογή της νομοθεσίας για το Natura 2000 και για ορισμένες χώρες τη διαχείριση των αποβλήτων και τη βιομηχανική ρύπανση. [83] Γενικές εκθέσεις παρακολούθησης εκ μέρους της Ευρωπαϊκής Επιτροπής σχετικά με το κατά πόσον είναι έτοιμες να καταστούν μέλη της ΕΕ η Δημοκρατία της Τσεχίας, η Εσθονία, η Κύπρος, η Λεττονία, η Λιθουανία, η Ουγγαρία, η Μάλτα, η Πολωνία, η Σλοβενία και η Σλοβακία, COM(2003) 675 τελικό. SEC(2003) 1200. SEC(2003) 1201. SEC(2003) 1202. SEC(2003) 1203. SEC(2003) 1204. SEC(2003) 1205. SEC(2003) 1206. SEC(2003) 1207. SEC(2003) 1208. SEC(2003) 1209. Συνεχίζονται οι διαπραγματεύσεις για την προσχώρηση της Ρουμανίας και της Βουλγαρίας, μολονότι το κεφάλαιο που αφορά το περιβάλλον επί του παρόντος έχει κλείσει [84]. Από τις τακτικές εκθέσεις που εξέδωσε η Επιτροπή παράλληλα με τις γενικές εκθέσεις παρακολούθησης για τις χώρες των οποίων επίκειται η προσχώρηση, συμπεραίνεται ότι η Βουλγαρία έχει ευθυγραμμισθεί ικανοποιητικά προς το περιβαλλοντικό κεκτημένο και θα πρέπει να διατηρήσει και να κλιμακώσει περαιτέρω τις προσπάθειές της στον τομέα της εφαρμογής, ιδίως σε ό,τι αφορά την ενίσχυση του αντιστοίχου διοικητικού δυναμικού. Η έκθεση για τη Ρουμανία καταλήγει στο συμπέρασμα ότι μολονότι έχει εγκριθεί σοβαρό μέρος της νομοθεσίας, οι διοικητικοί και οικονομικοί πόροι για το συγκεκριμένο τομέα εξακολουθούν να είναι ανεπαρκείς. [84] Έχουν εγκριθεί μεταβατικές διατάξεις έως το 2011 για το περιεχόμενο των υγρών καυσίμων σε θείο έως το 2009 για τις εκπομπές πτητικών οργανικών ενώσεων από την αποθήκευση και τη διανομή πετρελαίου, έως το 2011 για την ανάκτηση και την ανακύκλωση των αποβλήτων από τις συσκευασίες, έως το 2014 για την υγειονομική ταφή ορισμένων υγρών αποβλήτων, έως το 2009 για τη μεταφορά αποβλήτων, έως το 2011 για την IPPC (ολοκληρωμένη πρόληψη και έλεγχος της ρύπανσης σε ό,τι αφορά τις ήδη υφιστάμενες εγκαταστάσεις), έως το 2014 για τα αστικά λύματα και έως το 2014 για τις μεγάλες μονάδες καύσης. Οι ως άνω προσπάθειες έχουν αρχίσει να αποδίδουν. Η κατάσταση του περιβάλλοντος βελτιώθηκε κατά τα τελευταία έτη στις προχωρούσες και τις υποψήφιες χώρες, χάρη στην επιτευχθείσα ουσιαστική μείωση της ρύπανσης στον αέρα και το νερό [85]. [85] Βλ. το περιβάλλον της Ευρώπης: τρίτη αξιολόγηση, Ευρωπαϊκός Οργανισμός Περιβάλλοντος, Αξιολόγηση του περιβάλλοντος έκθεση αριθ. 10, 2003. Η Επιτροπή λαμβάνει κάθε δυνατό μέτρο για να ανταποκριθεί στις περιβαλλοντικές προκλήσεις που θα προκύψουν μετά από την προσχώρηση, αποδίδοντας προτεραιότητα στη δημιουργία δυναμικού και τη χρηματοδότηση, που αποτελούν τομείς στους οποίους επιβάλλεται να επιτευχθούν περαιτέρω πρόοδοι, στην ολοκλήρωση, η οποία δοκιμάστηκε επειδή κατά την τελευταία δεκαετία οι προσπάθειες είχαν επικεντρωθεί σχεδόν αποκλειστικά στην εφαρμογή, καθώς και όπου παρατηρείται επιδείνωση της κατάστασης. 5.1. Η εφαρμογή του περιβαλλοντικού κεκτημένου - η θεσμική διάσταση Η προσχώρηση συνεπάγεται κλιμάκωση των απαιτήσεων προς τις οποίες οφείλουν να ανταποκριθούν οι περιβαλλοντικές διοικήσεις των χωρών των οποίων επίκειται η προσχώρηση καθώς και επιπλέον καθήκοντα σε ό,τι αφορά την παρακολούθηση, τις επιθεωρήσεις, την έκδοση αδειών και την υποβολή εκθέσεων. Πρόκειται για απαιτήσεις που αποτελούν πρόκληση για τις εν λόγω διοικήσεις. Οι πρόοδοι επετεύχθησαν παρά τις δυσκολίες που δυστυχώς αντιμετώπισαν οι περιβαλλοντικές αρχές σε ό,τι αφορά την εξασφάλιση της απαραίτητης χρηματοδότησης και του προσωπικού καθώς και λόγω του μονίμως ελλιπούς συντονισμού μεταξύ επιμέρους πολιτικών τομέων. Ως θετικό στοιχείο μπορεί να αναφερθεί ότι οι χώρες των οποίων επίκειται η προσχώρηση στην πλειοψηφία τους απασχολούν ολοένα και περισσότερους ανθρώπινους πόρους για την εφαρμογή της κοινοτικής νομοθεσίας. Επιπλέον, έχουν καθιερωθεί προγράμματα ανταλλαγών με τις διοικήσεις των κρατών μελών στο πλαίσιο διμερών προγραμμάτων και έχουν περιληφθεί σε έργα «αδελφοποίησης». Παράλληλα ενισχύονται οι υπηρεσίες επιθεώρησης, καθιερώνονται περιβαλλοντικοί οργανισμοί ενώ διευρύνονται τα συστήματα παρακολούθησης της ποιότητας του αέρα και των υδάτων. Ωστόσο, τα εν λόγω μέτρα δεν αρκούν. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να ενθαρρυνθούν ώστε να συνεχίσουν την παροχή τεχνικής αρωγής και την ανάληψη δράσεων «αδελφοποίησης» και μετά από την προσχώρηση των υποψήφιων χωρών Στην όλη διαδικασία θα μπορούσε να συμβάλει και η μεταβατική χρηματοπιστωτική διευκόλυνση. 5.2. Εφαρμογή του περιβαλλοντικού κεκτημένου - η οικονομική διάσταση Η οικονομική πρόκληση είναι εξίσου σημαντική με τη θεσμική. Το κόστος της συμμόρφωσης προς το περιβαλλοντικό κεκτημένο, που είναι ιδιαίτερα βαρύ από άποψη επενδύσεων, για τα δέκα νέα κράτη μέλη υπολογίζεται περίπου σε 50 με 80 δισεκατομμύρια EUR. Σε αυτά θα πρέπει να προστεθούν 30 επιπλέον δισεκατομμύρια για τη Βουλγαρία και τη Ρουμανία [86]. Μόνο για την εφαρμογή της οδηγίας σχετικά με την επεξεργασία των αστικών λυμάτων απαιτούνται μείζονες επενδύσεις της τάξεως των 15 δισεκατομμυρίων EUR. Για να επιτευχθεί η πλήρης εφαρμογή, τα κράτη μέλη θα πρέπει να δαπανήσουν κατά μέσο όρο μεταξύ 2% και 3% του ΑΕΠ για το περιβάλλον κατά τα επόμενα έτη. Ωστόσο, οι σημερινές δαπάνες εν γένει είναι κατά πολύ κατώτερες του στόχου αυτού. [86] Τα εν λόγω δεδομένα καλύπτουν αποκλειστικά και μόνο το περιβαλλοντικό κεκτημένο που συνεπάγεται μεγάλης κλίμακας επενδύσεις (αστικά λύματα, ύδρευση και ατμόσφαιρα [IPPC]). Αξιοσημείωτη πρόοδο αποτελεί ότι κατά τα τελευταία έτη: - Η περιβαλλοντική υποδομή αναπτύχθηκε και βελτιώθηκε, δεδομένου ότι, καίτοι τα ποσοστά σύνδεσης σε μονάδες επεξεργασίας αστικών λυμάτων εξακολουθούν να είναι κατά πολύ κατώτερα των αντιστοίχων μέσων όρων στην ΕΕ, έχουν διπλασιαστεί συγκριτικά προς τις αρχές της δεκαετίας του 1990. Μετά το 2000 τα μέσα για την προετοιμασία των προσχώρησεων ISPA, PHARE και SAPARD υποστήριξαν τη βελτίωση της περιβαλλοντικής υποδομής. - Προπαρασκευάστηκαν προγράμματα εφαρμογής συνοδευόμενα από στρατηγικές χρηματοδότησης, για σειρά νομοθετικών πράξεων που συνεπάγονται μεγάλης κλίμακας επενδύσεις. Στις περισσότερες από τις χώρες των οποίων επίκειται η προσχώρηση, έχουν πλέον εγκριθεί προγράμματα για τα απόβλητα και έχουν εκτελεσθεί αξιολογήσεις της ποιότητας του αέρα. Ωστόσο, πολλά πρέπει ακόμη να γίνουν. Η χρηματοδότηση για τα θέματα περιβάλλοντος κατά την περίοδο που προηγήθηκε της προσχώρησης αποδείχθηκε ιδιαίτερα προβληματικό καθήκον, ιδίως σε ό,τι αφορά τους τομείς της διαχείρισης του νερού και των αστικών λυμάτων, πρωτίστως λόγω διοικητικών αδυναμιών σε πολλές από τις εν λόγω χώρες. Είναι καθοριστικής σημασίας να εξασφαλιστούν οι απαραίτητοι χρηματοδοτικοί πόροι για την επίτευξη της αποτελεσματικής εφαρμογής της νομοθεσίας της ΕΕ. Παράλληλα, θα πρέπει να ενισχυθούν οι θεσμικές δυνατότητες ώστε να εξασφαλίζεται η χρήση των προβλεπόμενων οικονομικών πόρων για τη χρηματοδότηση της περιβαλλοντικής υποδομής. Ως εκ τούτου, οι δράσεις προτεραιότητας πρέπει να εστιασθούν έτσι ώστε: - να εξασφαλιστεί ότι τα Διαρθρωτικά Ταμεία, το Ταμείο Συνοχής και τα προγράμματα αγροτικής ανάπτυξης βοηθούν τα κράτη μέλη να επιτύχουν την πλήρη συμμόρφωση προς το κεκτημένο, μέχρι τη λήξη των καθορισμένων μεταβατικών περιόδων, και ιδίως όσον αφορά τις οδηγίες που συνεπάγονται μεγάλης κλίμακας επενδύσεις για τη διαχείριση των αποβλήτων, την υδροδότηση και τα αστικά λύματα. - Κατά την τρέχουσα περίοδο, να εξασφαλιστεί ότι σημαντικό μέρος των κυρίως Διαρθρωτικών Ταμείων χρησιμοποιείται για τη χρηματοδότηση περιβαλλοντικών υποδομών και τη δημιουργία δυναμικού. - Να εξασφαλιστεί ότι η χορηγούμενη από την ΕΕ βοήθεια έχει πολλαπλασιαστικά αποτελέσματα συνδυαζόμενη με τη χρηματοδότηση από άλλες πηγές, συμπεριλαμβανομένης της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων (ΕΤΕ), των συστημάτων διμερών επιδοτήσεων και πιστώσεων, των εμπορικών τραπεζικών δανείων, των άμεσων επενδύσεων από το εξωτερικό και των εσόδων από χρεώσεις, εισφορές ή φόρους κατανάλωσης. - Να ενθαρρυνθούν οι χώρες των οποίων επίκειται η προσχώρηση ώστε να προβλέψουν επαρκείς πόρους για την εφαρμογή στους εθνικούς προϋπολογισμούς. Ο δεσμευτικός χαρακτήρας των στόχων και οι σαφείς τελικές προθεσμίες, όσον αφορά τις οδηγίες για τις οποίες εγκρίθηκαν μεταβατικές περίοδοι (με την αντιστοίχως προβλεπόμενη λεπτομερή εφαρμογή, συμπεριλαμβανόμενων των οικονομικών στρατηγικών), δικαιολογούν τη δέσμευση των ενδεδειγμένων οικονομικών και ανθρωπίνων πόρων για την εφαρμογή σε εθνικό επίπεδο. 5.3. Η βελτίωση της ολοκλήρωσης Το γεγονός ότι οι υπεύθυνοι για τη χάραξη πολιτικής στον τομέα του περιβάλλοντος εστίασαν το ενδιαφέρον τους, σε ό,τι αφορά τις χώρες των οποίων επίκειται η προσχώρηση, στη συμμόρφωση προς το κεκτημένο, καθώς και η γενικότερη έλλειψη πόρων παρεμπόδισε την επίτευξη προόδων στον τομέα της ολοκλήρωσης. Οι προσπάθειες στο μέτωπο της ολοκλήρωσης θα πρέπει να βελτιωθούν κατά την περίοδο μετά την προσχώρηση. Οι προοπτικές οικονομικής ανάπτυξης στις χώρες των οποίων επίκειται η προσχώρηση κατά τα επόμενα έτη θα προκαλέσουν σταθερή αύξηση της ζήτησης στον τομέα των μεταφορών και της ηλεκτρικής ενέργειας και, ενδεχομένως, επιδείνωση των επιδόσεων των ως άνω χωρών στον τομέα της αλλαγής του κλίματος. Κυρίως λόγω της οικονομικής συρρίκνωσης και της αναδιάρθρωσης κατά το πρώτο ήμισυ της δεκαετίας του '90, οι χώρες των οποίων επίκειται η προσχώρηση, ακολουθούν μέχρι σήμερα πορεία που θα τους επέτρεπε να επιτύχουν τους στόχους τους για το Κυότο. Οι συνολικές εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου στις ως άνω χώρες μειώθηκαν κατά 32% μεταξύ 1990 και 1999 [87]. Για να εξασφαλιστεί ότι η ανάπτυξη δεν θα συνδυαστεί με αύξηση των εκπομπών των αερίων που συμβάλουν στο φαινόμενο του θερμοκηπίου, θα πρέπει να είναι βιώσιμες οι επενδύσεις για τη μακροπρόθεσμη υποδομή στις υποψήφιες χώρες. [87] Βλέπε έκθεση της Επιτροπής βάσει της απόφασης 93/389/ΕΟΚ του Συμβουλίου για ένα μηχανισμό παρακολούθησης των εκπομπών των αερίων που συμβάλουν στο φαινόμενο του θερμοκηπίου εντός της Κοινότήτας, COM(2002)702 τελικό, 9 Δεκεμβρίου 2002. Η περαιτέρω ένταξη των πολιτικών για την αλλαγή του κλίματος στα Διαρθρωτικά Ταμεία, από τα οποία θα χρηματοδοτηθούν πολλές επενδύσεις για τις μεταφορές και την ενέργεια, πρέπει κατά συνέπεια να θεωρούνται υψηλής προτεραιότητας στο πλαίσιο των μακροπρόθεσμων προοπτικών μετά από το Κυότο. Επιπλέον ιδιαίτερη σημασία επιβάλλεται να αποδοθεί στην ολοκλήρωση των μεταφορών και της ενέργειας: Μεταφορές: Οι χώρες των οποίων επίκειται η προσχώρηση εξακολουθούν να έχουν σημαντικά υψηλότερες επιδόσεις από τα σημερινά κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωση, σε ό,τι αφορά την κατανομή ανά μεταφορικό μέσο ή την ενεργειακή κατανάλωση για τις μεταφορές και τις εκπομπές ΝΟx. Ωστόσο οι δείκτες έχουν αρχίσει να δείχνουν αρνητικά αποτελέσματα λόγω των θεαματικών μειώσεων στις σιδηροδρομικές μεταφορές εμπορευμάτων, την αύξηση του μήκους των αυτοκινητοδρόμων κατά 62% και την αύξηση των αυτοκινήτων κατά 73%. Η οικονομική ενίσχυση της Κοινότητας και ιδίως τα προγράμματα μεταφορών πρέπει κατά συνέπεια να αποδίδουν προτεραιότητα στα έργα για τις αειφόρες μεταφορές, με ιδιαίτερη έμφαση στην ανακαίνιση των αστικών συστημάτων των δημόσιων μεταφορών, όπου υστερούν οι προσχωρούσες χώρες, και στην αλλαγή των χρησιμοποιούμενων μεταφορικών μέσων. Ενέργεια: Η ενεργειακή απόδοση βελτιώθηκε στις χώρες των οποίων επίκειται προσχώρηση, χάρη στα ληφθέντα θετικά μέτρα και την οικονομική αναδιάρθρωση. Εντούτοις, εξακολουθεί να είναι κατά πολύ χαμηλότερη του αντίστοιχου μέσου όρου της Ευρωπαϊκής Ένωσης των 15 ενώ η ένταση της ενεργειακής κατανάλωσης ανά μονάδα παραγωγής εξακολουθεί να είναι πολύ υψηλότερη από ό,τι στην ΕΕ15. Οι δυνατότητες για ανεύρεση λύσεων επωφελών για όλους στον τομέα της εξοικονόμησης της ενέργειας, πρέπει να αποτελέσουν αντικείμενο πλήρους εκμετάλλευσης στο πλαίσιο των επενδύσεων για την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας και στους επιχειρηματικούς τομείς. Οιαδήποτε κοινοτική στήριξη στους εν λόγω τομείς αυτούς πρέπει να εμπεριέχει, εφόσον κρίνεται ενδεδειγμένο, συστατικό στοιχείο που να αφορά την εξοικονόμηση ενέργειας. Σε ό,τι αφορά τις ανανεώσιμες μορφές ενέργειας, οι χώρες των οποίων επίκειται η προσχώρηση έχουν θεσπίσει στόχους βάσει της οδηγίας για την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας από ανανεώσιμες μορφές ενέργειας [88]. Ο συνολικός στόχος για την Ευρωπαϊκή Ένωση των 25 σχετικά με την ενέργεια από ανανεώσιμες πηγές για το έτος 2010 είναι πλέον 21%, αντί του 22% που ίσχυε για την ΕΕ των 15. [88] Οδηγία 2001/77. Η οδηγία αυτή θα μεταφερθεί στο εθνικό δίκαιο των νέων κρατών μελών το Μάιο του 2004. 6. Η διεθνής διάσταση Δεδομένου ότι το περιβάλλον δεν έχει σύνορα, το περιβαλλοντικό σκέλος της αειφόρου ανάπτυξης δεν μπορεί να προαχθεί χωριστά από τις επιμέρους χώρες ή περιφέρειες. Ως εκ τούτου, η ΕΕ έχει δεσμευθεί να προωθήσει και στο εξωτερικό την προστασία του περιβάλλοντος [89]. Οι προκλήσεις της περιβαλλοντικής πολιτικής σε διεθνές πλαίσιο απαιτούν ειδικές αντιδράσεις εκ μέρους της ΕΕ που τελούν υπό διαμόρφωση. [89] Ανακοίνωση της Επιτροπής, προς μία παγκόσμια σύμπραξη για αειφόρο ανάπτυξη, COM(82) τελικό, 13 Φεβρουαρίου 2002. 6.1. Οι διεθνείς προκλήσεις της περιβαλλοντικής πολιτικής Η ΕΕ αντιμετωπίζει τέσσερις κύριες προκλήσεις όσον αφορά την προώθηση της ατζέντας για την αειφόρο ανάπτυξη σε παγκόσμιο επίπεδο: Η προαγωγή των πολυεθνικών και πολυμερών λύσεων για τα θέματα περιβάλλοντος Δεδομένου ότι πολλές από τις καθοριστικής σημασίας περιβαλλοντικές προκλήσεις είναι ουσιαστικά διεθνούς χαρακτήρα, αποτελεσματικές απαντήσεις μπορούν να δοθούν αποκλειστικά και μόνο με την εφαρμογή πολυμερούς και πολυεθνικής προσέγγισης. Η προαγωγή της διεθνούς περιβαλλοντικής συνεργασίας σε διμερή και πολυμερή επίπεδα περιπλέκεται επειδή εκδηλώνονται βραχυπρόθεσμες οικονομικές και πολιτικές πιέσεις και ο πειρασμός για την ανάληψη μονομερών ενεργειών είναι έντονος. Η χαλιναγώγηση των αρνητικών έμμεσων περιβαλλοντικών επιπτώσεων σε τρίτες χώρες Πολλές από τις εσωτερικές πολιτικές της ΕΕ - ιδίως μάλιστα η γεωργία και η αλιεία - έχουν δευτερογενείς συνέπειες σε τρίτες, συχνά αναπτυσσόμενες, χώρες. Επιπλέον, οι τάσεις στους τομείς της παραγωγής και της κατανάλωσης στην Ευρώπη έχουν περιβαλλοντικές συνέπειες σε τρίτες χώρες και επιδεινώνουν τα παγκόσμια περιβαλλοντικά προβλήματα. Μολονότι από τις υφιστάμενες αποδείξεις δεν συνάγονται οριστικά συμπεράσματα, υπάρχουν ανησυχίες ότι η καθιέρωση αυστηρών περιβαλλοντικών προτύπων ενδέχεται να προκαλέσει τη μετακίνηση των ρυπογόνων βιομηχανικών κλάδων προς τις φτωχότερες χώρες όπου ισχύουν χαλαρότερα πρότυπα στο πλαίσιο του φαινομένου που συχνά αποκαλείται «αγώνας προς τα κάτω». Μολονότι, πρέπει να ενθαρρυνθεί ο εκβιομηχανισμός και η οικονομική ανάπτυξη τρίτων χωρών, η ΕΕ καλείται να εξασφαλίσει ότι οι τρίτες χώρες δεν καταλήγουν τοιουτοτρόπως να επωμίζονται το κοινωνικό και περιβαλλοντικό κόστος της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Μέσο μετριασμού της μεταφοράς του κόστους αποτελεί η μεταφορά καθαρότερων τεχνολογιών, χρησιμοποιώντας για παράδειγμα τους ευέλικτους μηχανισμούς του Κυότο. Η αντιμετώπιση της σχέσης ένδειας και περιβαλλοντικής υποβάθμισης Υφίστανται 1,2 δισεκατομμύρια άνθρωποι ανά την υφήλιο που ζουν με λιγότερο από 1 δολάριο την ημέρα. Ανάλογα επίπεδα πενίας καθώς και ο αγώνας για την επιβίωση δεν αφήνουν πολλά περιθώρια για επενδύσεις στον τομέα της προστασίας του περιβάλλοντος. Εντούτοις, η αειφόρος διαχείριση των τοπικών φυσικών πόρων αποτελεί απόλυτη αναγκαιότητα για τις αναπτυσσόμενες χώρες, αφ'ής στιγμής οι οικονομίες πολλών εξ αυτών εξαρτώνται εν πολλοίς από τους ως άνω πόρους. Δεδομένου ότι η ένδεια και η περιβαλλοντική υποβάθμιση είναι αλληλένδετες, επιβάλλεται να αναληφθούν διεθνείς προσπάθειες σχετικά με τη δημιουργία των απαραίτητων προϋποθέσεων για την προστασία του περιβάλλοντος και για την αειφόρο ανάπτυξη, αμβλύνοντας την ένδεια. Εξέταση της σχέσης περιβάλλοντος και ασφάλειας Υπάρχει μεγάλη σχέση μεταξύ περιβάλλοντος και θεμάτων ασφαλείας. Ενίοτε η σπανιότητα των πόρων εγκυμονεί κινδύνους συγκρούσεων, όπως αποδεικνύεται από τις κατ'επανάληψη παρατηρούμενες εντάσεις για τους πόρους ύδατος σε ορισμένες περιοχές του κόσμου. Επιπλέον, οι συγκρούσεις μπορούν να οδηγήσουν σε σοβαρή υποβάθμιση του περιβάλλοντος που ενδέχεται να παρεμποδίσει την οικονομική και κοινωνική ανάπτυξη, να προκαλέσει μεταναστεύσεις και συνακόλουθα, να εκθρέψει εσωτερικές και περιφερειακές εντάσεις. Αντίθετα, θετικό στοιχείο αποτελεί ότι τα περιβαλλοντικά θέματα που δεν είναι συχνά στο προσκήνιο, μπορούν να αξιοποιηθούν ώστε να διευκολύνουν καταλυτικά τη συνεργασία και την οικοδόμηση σχέσεων εμπιστοσύνης μεταξύ γειτονικών χωρών. Οι ως άνω διασυνδέσεις περιβάλλοντος και ασφάλειας θα πρέπει να διερευνηθούν συστηματικότερα. Συνεπώς, κατά την άσκηση της πολιτικής περιβάλλοντος πρέπει να λαμβάνονται υπόψη τα θέματα ασφάλειας. Αντίστοιχα κατά τη η διαμόρφωση της εξωτερικής πολιτικής επιβάλλεται να ενσωματώνονται καλύτερα σε αυτή οι περιβαλλοντικοί προβληματισμοί. 6.2. Οι απαντήσεις της ΕΕ Για να αντιμετωπιστούν αποτελεσματικά οι εν λόγω προκλήσεις, η ΕΕ αποδίδει προτεραιότητα στους εξής τέσσερις προσανατολισμούς. 6.2.1. Να καταστεί η αειφόρος ανάπτυξη κορυφαίο θέμα της διεθνούς ατζέντας Βασιζόμενη στην άποψή της ότι η πολυμερής και πολυεθνική προσέγγιση είναι ο μόνος αποτελεσματικός τρόπος αντιμετώπισης των παγκόσμιων θεμάτων περιβάλλοντος, η ΕΕ πρωτοστάτησε στη διαμόρφωση και την προώθηση μιας διεθνούς περιβαλλοντικής ατζέντας κατά τα τελευταία έτη. Αυτό προκύπτει από τις δεσμεύσεις που ανέλαβε και από τον πρωταγωνιστικό ρόλο που διαδραματίζει στο πλαίσιο των πολυμερών περιβαλλοντικών διαδικασιών καθώς και από την ενεργό σύμπραξή της με διάφορους εταίρους για τα περιβαλλοντικά θέματα. Δεδομένου ότι οι περισσότερες από τις απαραίτητες διεθνείς συμφωνίες έχουν ήδη θεσπιστεί, η επόμενη επιδίωξη είναι να εξασφαλιστεί η αποτελεσματική εφαρμογή τους στις αναπτυγμένες και αναπτυσσόμενες χώρες. Ο ηγετικός ρόλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην Παγκόσμια Διάσκεψη Κορυφής για την αειφόρο ανάπτυξη στο Γιοχάνεσμπουργκ Η επιτυχής κατάληξη της Διάσκεψης Κορυφής του Γιοχάνεσμπουργκ οφείλεται εν πολλοίς στην αποφασιστικότητα και την ηγεσία της ΕΕ. Τα πρόγραμμα εφαρμογής του Γιοχάνεσμπουργκ όχι μόνο καθορίζει νέους στόχους σε σημαντικούς τομείς όπως η πρόσβαση σε υγειονομικές εγκαταστάσεις, η προστασία της βιοποικιλότητας, η διαφύλαξη των αλιευτικών αποθεμάτων και η κανονιστική ρύθμιση των χημικών προϊόντων, αλλά παράλληλα δρομολόγησε περισσότερες από 200 εθελοντικές συμπράξεις υπέρ της αειφόρου ανάπτυξης, εκ των οποίων οι δύο σημαντικότερες για την ΕΕ αφορούν το νερό και την ενέργεια. Παράλληλα, οι αναπτυγμένες χώρες πρωτοστάτησαν κατά την ανάληψη της δέσμευσης για την αλλαγή των μη αειφόρων μοντέλων παραγωγής και κατανάλωσης με στόχο να αποσυνδεθεί η οικονομική ανάπτυξη από την υποβάθμιση του περιβάλλοντος. Η ΕΕ είναι αποφασισμένη να μεταφράσει το πρόγραμμα εφαρμογής του Γιοχάνεσμπουργκ σε συγκεκριμένα αποτελέσματα. Η στρατηγική της ΕΕ για την αειφόρο ανάπτυξη είναι το κύριο μέσο για την επίτευξη του ως άνω στόχου. Η προβλεπόμενη για το 2004 επανεξέταση της εν λόγω στρατηγικής θα προσφέρει την ευκαιρία περαιτέρω ολοκλήρωσης της εσωτερικής και της διεθνούς διάστασης. Σε ό,τι αφορά τις συγκεκριμένες δράσεις, η περαιτέρω ανάπτυξη της πρωτοβουλίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το νερό - η οποία δημιούργησε μεγάλες προσδοκίες πρωτίστως στην Αφρική - ιδίως με την καθιέρωση της διευκόλυνσης για τα ύδατα που πρότεινε η Ευρωπαϊκή Ένωση, θα είναι καθοριστικής σημασίας. Εξίσου σημαντικό θα είναι να καθοριστούν στόχοι για τις ανανεώσιμες μορφές ενέργειας μέσω του συνασπισμού του Γιοχάνεσμπουργκ για τις ανανεώσιμες μορφές ενέργειας (JREC), που δρομολογήθηκε χάρη στις προσπάθειες της ΕΕ, και να εφαρμοστεί επιτυχώς η πρωτοβουλία της ΕΕ για την εξάλειψη της πενίας και την αειφόρο ανάπτυξη (πρωτοβουλία της ΕΕ για την ενέργεια). Τον Ιούνιο του 2004 η παγκόσμια διάσκεψη για τις ανανεώσιμες μορφές ενέργειας θα αποτελέσει ευκαιρία να παρουσιαστούν και οι δύο αυτές πρωτοβουλίες και να επιτευχθούν αντίστοιχες πρόοδοι. Συμπράξεις εταίρων για θέματα περιβάλλοντος Η επικείμενη διεύρυνση της ΕΕ θα έχει ως αποτέλεσμα να οδηγηθούν δέκα νέα κράτη μέλη στους κόλπους της ΕΕ, να εμφανισθούν νέοι γείτονες στα ανατολικά και να δημιουργηθούν στενότεροι δεσμοί με το τόξο της νότιας Μεσογείου μετά την προσχώρηση της Κύπρου και της Μάλτας. ως εκ τούτου συνεπάγεται την άνευ προηγουμένου διεύρυνση των στρατηγικών ενδιαφερόντων της ΕΕ. Συνεπώς, η βελτίωση των σχέσεων με τις χώρες των δυτικών Βαλκανίων, τη Ρωσία και τα Νέα Ανεξάρτητα Κράτη καθώς και ολόκληρη τη μεσογειακή λεκάνη θα είναι καθοριστικής σημασίας, για την προαγωγή της αειφόρου ανάπτυξης στις χώρες που καλύπτει η πολιτική πρωτοβουλία για την ευρύτερη Ευρώπη [90]. Στο πλαίσιο της ως άνω πρωτοβουλίας, η Επιτροπή καλείται να εγκρίνει δέσμη μέτρων για την ευρύτερη Ευρώπη η οποία να περιλαμβάνει έγγραφο στρατηγικού χαρακτήρα, πρόγραμμα δράσης και εκθέσεις ανά χώρα που θα καλύπτουν τη διάσταση του περιβάλλοντος. [90] Βλέπε ανακοίνωση της Επιτροπής για την ευρύτερη Ευρώπη, COM(2003)104 τελικό της 11ης Μαρτίου 2003. Η ΕΕ έχει επίσης δεσμευθεί να προωθήσει την περιβαλλοντική συνεργασία με καθοριστικής σημασίας εταίρους εκτός της ευρύτερης ευρωπαϊκής περιφέρειας, στον αναπτυσσόμενο και τον αναπτυγμένο κόσμο καθώς προάγοντας παράλληλα την ήδη αναπτυσσόμενη συνεργασία με σειρά χωρών. Δεδομένου ότι αποτελούν τις μεγαλύτερες οικονομίες ανά την υφήλιο, η Ευρωπαϊκή Ένωση και οι ΗΠΑ καλούνται να διαδραματίσουν πρωταγωνιστικό ρόλο και να αναλάβουν δεσμεύσεις για την Ατζέντα της αειφόρου ανάπτυξης. Οι κοινές δράσεις κατά το παρελθόν οδήγησαν σε σοβαρές επιτυχίες όπως η ίδρυση του περιφερειακού κέντρου περιβάλλοντος για την Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη. Η ΕΕ έχει δεσμευθεί για τη συνέχεια, σε πολυμερές και διμερές επίπεδο, των δραστηριοτήτων με στόχο την εμβάθυνση της συνεργασίας με τις ΗΠΑ. 6.2.2. Η ενίσχυση της πολιτικής συνέπειας Η αξιοπιστία και η αποτελεσματικότητα της ΕΕ σε ό,τι αφορά την προαγωγή της αειφόρου ανάπτυξης σε διεθνές επίπεδο εξαρτάται μεταξύ άλλων από την ικανότητά της να εξασφαλίσει μεγαλύτερη συνοχή μεταξύ των ενεργειών της στο εσωτερικό και το εξωτερικό καθώς και την περαιτέρω ενσωμάτωση των περιβαλλοντικών προβληματισμών στις εξωτερικές πολιτικές της. Η εξασφάλιση της συνέπειας των εσωτερικών και των εξωτερικών πολιτικών της ΕΕ Στο Γιοχάνεσμπουργκ αναγνωρίστηκε ότι οι έμμεσες επιπτώσεις των εσωτερικών πολιτικών σε τρίτες χώρες πρέπει να αντιμετωπιστούν επειγόντως. Στο πλαίσιο αυτό η ΕΕ και άλλες αναπτυγμένες χώρες δεσμεύθηκαν να διαμορφώσουν δεκαετές πλαίσιο για τα προγράμματα αειφόρου παραγωγής και κατανάλωσης [91]. [91] Για περαιτέρω πληροφορίες σχετικά με την αειφόρο παραγωγή και κατανάλωση, βλέπε τμήμα 3.3 - πόροι διαχείρισης. Επιπλέον, για να μειωθούν οι περιβαλλοντικές επιπτώσεις της ΕΕ, θεωρείται καθοριστικής σημασίας να εξασφαλισθεί η συνέπεια μεταξύ των εσωτερικών και εξωτερικών πολιτικών, ιδίως στον τομέα της αλιείας και της γεωργίας. Για να ανταποκριθεί η ΕΕ στις διεθνείς τις υποχρεώσεις επιβάλλεται να προσπαθήσει οι δεσμεύσεις που αναλήφθηκαν στο Γιοχάνεσμπουργκ να ενσωματωθούν στις εσωτερικές πολιτικές της. Η περαιτέρω ενσωμάτωση των περιβαλλοντικών προβληματισμών στις εξωτερικές πολιτικές της ΕΕ Έχουν ήδη αναληφθεί προσπάθειες ολοκλήρωσης για τις πολιτικές της αναπτυξιακής συνεργασίας, των εξωτερικών υποθέσεων και του εμπορίου, σύμφωνα με τις στρατηγικές περιβαλλοντικής ολοκλήρωσης των Συμβουλίων ανάπτυξης και γενικών υποθέσεων που εγκρίθηκαν αντιστοίχως το 2001 και το 2002. Οι προσπάθειες αυτές θα πρέπει να συνεχιστούν, δεδομένου ότι, όπως και με τις άλλες στρατηγικές ολοκλήρωσης του Cardiff, δεν θα πρέπει να αποτελούν μεμονωμένα εγχειρήματα αλλά ουσιαστικές δεσμεύσεις για επίτευξη αποτελεσμάτων με την εφαρμογή μόνιμων διαδικασιών. Κατά την εφαρμογή της στρατηγικής, αποδίδεται ιδιαίτερη σημασία σε δύο στόχους: την προαγωγή των συνεργιών μεταξύ αναπτυξιακών και περιβαλλοντικών στόχων, ιδίως κατόπιν της ΠΔΚΑΑ στις αναπτυσσόμενες χώρες, και της θέσπισης κατάλληλων διαδικασιών αξιολόγησης για τις περιβαλλοντικές επιπτώσεις όλων των προγραμμάτων αναπτυξιακής συνεργασίας. Αντίστροφα κατά την εκπόνηση της περιβαλλοντικής πολιτικής είναι επίσης αναγκαίο να εξασφαλίζεται ότι λαμβάνονται δεόντως υπόψη οι συνέπειες για τις αναπτυσσόμενες χώρες. Στον τομέα της εμπορικής πολιτικής, το πρόγραμμα SIA (για την εκτίμηση των επιπτώσεων στην αειφορία) που αρχικά αναπτύχθηκε το 1999, συνεχίζει να εξειδικεύεται με στόχο την ενημέρωση όσων συμμετέχουν σε εμπορικές διαπραγματεύσεις σχετικά με τις ενδεχόμενες κοινωνικές, περιβαλλοντικές και οικονομικές συνέπειες των εμπορικών συμφωνιών. Στόχο αποτελεί να ενσωματωθούν, κατά το δυνατό, τα αποτελέσματα του SIA στις εμπορικές διαπραγματεύσεις και να διαμορφωθούν, εφόσόν είναι αναγκαία, τα ενδεχόμενα συμπληρωματικά μέτρα πλαισίωσης ώστε να μεγιστοποιηθούν οι θετικές επιπτώσεις και να μειωθούν οι τυχόν αρνητικές συνέπειες [92]. Επιπλέον, η ΕΕ επιχειρεί να ολοκληρώσει και να συζητήσει την αειφόρο ανάπτυξη στο πλαίσιο των διμερών και περιφερειακών εμπορικών διαπραγματεύσεων. [92] Έχουν ήδη συναφθεί SIA για τη συμφωνία σύνδεσης ΕΕ - Χιλής καθώς και για ορισμένες πτυχές της αναπτυξιακής ατζέντας της Doha. Οι SIA για τις χώρες ΑΚΕ, το Συμβούλιο της συνεργασίας του Κόλπου και την Ευρωμεσογειακή ζώνη ελευθέρου εμπορίου, τελούν υπό εξέλιξη ή πρόκειται να δρομολογηθούν. 6.2.3. Συμβολή στη δημιουργία προϋποθέσεων αειφόρου ανάπτυξης σε παγκόσμιο επίπεδο Δεδομένου ότι το πρόγραμμα εφαρμογής του Γιοχάνεσμπουργκ αποτελεί καθοριστικής σημασίας συμβολή στην ατζέντα για τη μείωση της πενίας, η ΕΕ έχει δεσμευθεί να επιτύχει τους στόχους του. Επιπλέον, η ΕΕ εξακολουθεί να διαδραματίζει πρωταγωνιστικό ρόλο στην προώθηση άλλων πολυμερών προσπαθειών για τον ευρύτερο επιμερισμό των οφελών της παγκοσμιοποίησης και τη μείωση της ένδειας, καθώς και στην αύξηση των διατιθέμενων πόρων για την αειφόρο ανάπτυξη στις αναπτυσσόμενες χώρες. Κατά την ΕΕ, το πρόγραμμα εφαρμογής του Γιοχάνεσμπουργκ, οι δεσμεύσεις για την επίσημη αναπτυξιακή βοήθεια (ODA) που εγκρίθηκαν στη Διάσκεψη του Monterrey για τη χρηματοδότηση της ανάπτυξης (2002) και οι διαπραγματεύσεις στον ΠΟΕ βάσει της αναπτυξιακής ατζέντας της Doha (2001) αποτελούν τρεις συμπληρωματικές πτυχές που είναι απαραίτητες για να επιτευχθεί αειφόρος ανάπτυξη σε παγκόσμιο επίπεδο. Στο πλαίσιο αυτό πρέπει να πραγματοποιηθούν συγκεκριμένα βήματα για να διατεθεί η υψηλότερη ODA, όπως αποφασίστηκε στο Monterrey, ώστε να επιτευχθεί ο στόχος της χιλιετίας σε ό,τι αφορά την ανάπτυξη, ήτοι ο υποδιπλασιασμός του αριθμού των ανθρώπων που ζουν σε συνθήκες φτώχειας έως το 2015. Επιβάλλεται να συνεχισθούν οι προσπάθειες για την έγκαιρη ολοκλήρωση των υπό εξέλιξη διαπραγματεύσεων στον ΠΟΕ βάσει της αναπτυξιακής ατζέντας της Doha, παρά το απογοητευτικό αποτέλεσμα της 5ης Υπουργικής Διάσκεψης του ΠΟΕ στο Canc?n, λαμβάνοντας υπόψη ότι η ατζέντα για την αειφορία αποτελεί το απαραίτητο εξισορροπητικό στοιχείο χωρίς το οποίο το σύστημα του ελευθέρου εμπορίου που προάγει ο ΠΟΕ, δεν θα μπορέσει να εξασφαλίσει τη δικαιότερη κατανομή των οφελών της παγκοσμιοποίησης. Στο πλαίσιο αυτό πρέπει να ενθαρρυνθεί η λήψη κατάλληλων μέτρων υποστήριξης, π.χ., για τη βελτίωση της ευθύνης των επιχειρήσεων, το αειφόρο και δίκαιο εμπόριο καθώς και την καθιέρωση εξαγωγικών πιστώσεων που συνάδουν προς την αειφόρο ανάπτυξη. Εν τω μεταξύ, η ΕΕ θα εξακολουθήσει να διαδραματίζει καθοριστικό ρόλο στην προώθηση των πολυμερών συμφωνιών για το περιβάλλον (ΜΕΑ - ΠΣΠ) - ιδίως όσον αφορά το Πρωτόκολλο του Κυότο αλλά και άλλες συμφωνίες, όπως η σύμβαση για τη βιολογική ποικιλότητα (βιοποικιλότητα) [93] - και σε ό,τι αφορά την αναζήτηση νέων οικονομικών μέσων για τη διευκόλυνση της εφαρμογής όλων των καθοριστικής σημασίας ΠΣΠ καθώς και της περιβαλλοντικής προστασίας στις αναπτυσσόμενες χώρες. Η ΕΕ θα συνεχίσει επίσης να υποστηρίζει ενεργητικά την ενίσχυση του Προγράμματος του ΟΗΕ για το Περιβάλλον (UNEP) τόσο από οικονομική όσο και θεσμική σκοπιά, ώστε να βελτιωθεί η περιβαλλοντική διακυβέρνηση ανά την υφήλιο. [93] Βλέπε τμήμα 3.2. - Φύση και βιοποικιλότητα. 6.2.4. Η εντονότερη παρουσία της ΕΕ στο διεθνή διάλογο για το περιβάλλον Η ολοένα μεγαλύτερη ευαισθητοποίηση έναντι των παγκοσμίων περιβαλλοντικών προβλημάτων κατά τις τελευταίες δεκαετίες και η συνακόλουθη έγκριση ευάριθμων πολυμερών συμφωνιών για το περιβάλλον, καθώς και οι πολλές σχέσεις αλληλεπίδρασης μεταξύ θεμάτων περιβάλλοντος και ασφάλειας, καθιστούν αναγκαία την περαιτέρω βελτίωση του πλαισίου εντός του οποίου εγγράφεται η περιβαλλοντική διπλωματία σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η Ευρωπαϊκή Στρατηγική για την Ασφάλεια η οποία πρόκειται να εγκριθεί από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο τον επόμενο Δεκέμβριο αποτελεί ευκαιρία προόδου σχετικά με αντιμετώπιση των προβληματισμών που αφορούν το περιβάλλον και την ασφάλεια. Στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο της Θεσσαλονίκης, οι επικεφαλείς των ευρωπαϊκών κρατών και κυβερνήσεων ενέκριναν πρόταση της ελληνικής προεδρίας της Ένωσης για τη δημιουργία «δικτύου εμπειρογνωμόνων» το οποίο να ηγηθεί μίας ευρωπαϊκής πρωτοβουλίας για πράσινη διπλωματία [94]. Η πρωτοβουλία αυτή η οποία αρχικά σχεδιάστηκε ως δίκτυο, αποσκοπεί στο να επιτρέψει σε εμπειρογνώμονες ή διπλωμάτες να επικοινωνούν τακτικά για να ανταλλάσσουν πληροφορίες και ιδέες σχετικά με εγκαρσίου χαρακτήρα θέματα περιβάλλοντος και αειφόρου ανάπτυξης στο πλαίσιο διμερών και πολυμερών διαπραγματεύσεων. Πρόκειται για σημαντική εξέλιξη όσον αφορά την εφαρμογή της στρατηγικής του Συμβουλίου Γενικών Υποθέσεων για την ολοκλήρωση του περιβάλλοντος και θα μπορούσε να αποτελέσει χρήσιμο μέσο βελτίωσης της παρουσίας και της επιρροής της ΕΕ στα διεθνή περιβαλλοντικά θέματα. Η Επιτροπή, κατά συνέπεια διερευνά τις δυνατότητες που προσφέρει η ως άνω πρωτοβουλία καθώς και τις συνέπειες και τις σχέσεις της με τους ήδη υφιστάμενους μηχανισμούς συντονιστικού χαρακτήρα. [94] Βλέπε τμήμα 2.2. - Οι μελλοντικές προκλήσεις της περιβαλλοντικής πολιτικής.. 7. Προοπτικές 2004 Η παρούσα επισκόπηση τάσσεται υπέρ της άποψης ότι επιβάλλεται να επιταχυνθεί ο ρυθμός των μεταρρυθμίσεων ώστε να βελτιωθεί η κατάσταση του περιβάλλοντος στην ΕΕ και διεθνώς, επιτυγχάνοντας πρωτίστως την αποσύνδεση των πιέσεων που ασκούνται στο περιβάλλον από την οικονομική ανάπτυξη σύμφωνα με τους στόχους που ορίζονται στο 6ο ΠΔΠ και στην στρατηγική της ΕΕ για την αειφόρο ανάπτυξη. Τα συμπεράσματα της επισκόπησης υπογραμμίζουν ότι είναι ανάγκη να καταβληθούν περαιτέρω προσπάθειες, ώστε η ΕΕ να ανταποκριθεί στις δεσμεύσεις που έχει αναλάβει για το περιβάλλον και την αειφόρο ανάπτυξη. Οι προσπάθειες αυτές επιβάλλεται να εστιαστούν στην έγκαιρη εφαρμογή της κείμενης νομοθεσίας για το περιβάλλον. την ενίσχυση της συνέπειας των ασκούμενων πολιτικών και την ολοκλήρωση του περιβάλλοντος με τις άλλες πολιτικές. συνεχίζοντας την προαγωγή της αειφόρου ανάπτυξης στο εσωτερικό και σε παγκόσμιο επίπεδο. και μεριμνώντας ώστε να επιτύχει η διεύρυνση και να δημιουργηθεί ένα στέρεο υπόβαθρο για τις μελλοντικές πολιτικές περιβάλλοντος. Το εαρινό Ευρωπαϊκό Συμβούλιο του 2003 επισήμανε ότι: «η οικονομική και κοινωνική ανάπτυξη δεν είναι μακροπρόθεσμα βιώσιμη αν δεν ληφθούν μέτρα για την περιστολή των περιβαλλοντικών πιέσεων και τη διατήρηση των φυσικών πόρων στα πλαίσια της συνολικής στρατηγικής αειφόρου ανάπτυξης που ξεκίνησε στο Γκέτενμποργκ. Σ'αυτό πρέπει να περιλαμβάνονται μέρα που να αποβλέπουν στην αποσύζευξη της υποβάθμισης του περιβάλλοντος και της χρήσης των πόρων από την οικονομική μεγέθυνση» [95]. [95] Παράγραφος 53, συμπεράσματα της Προεδρίας, Ευρωπαϊκό Συμβούλιο των Βρυξελών (20-21 Μαρτίου 2003). Κατά συνέπεια η πρόκληση στο άμεσο μέλλον θα είναι να αναπτυχθούν εξισορροπημένες προοπτικές για την τόνωση της ανάπτυξης και της απασχόλησης, οι οποίες παράλληλα να προστατεύουν το περιβάλλον και τη δημόσια υγεία από τις ολοένα κλιμακούμενες πιέσεις και απειλές ώστε να διαφυλαχθεί η ποιότητα της ζωής σήμερα καθώς και η ποιότητα διαβίωσης των μελλοντικών γενεών. (1) Εφαρμογή Η εφαρμογή της ήδη υφιστάμενης περιβαλλοντικής νομοθεσίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης καθώς και της νομοθεσίας που είναι συναφής προς το περιβάλλον σε άλλους τομείς είναι καθοριστικής σημασίας για τη βελτίωση της κατάστασης του περιβάλλοντος. Επιβάλλεται να εξακολουθήσουν οι προσπάθειες για την επίτευξη του ως άνω στόχου αποδίδοντας ακόμη μεγαλύτερη έμφαση στην ευχρηστία κατά την εκπόνηση νέων νομοθετικών πράξεων. Στο πλαίσιο της διεύρυνσης, η Επιτροπή θα αποδώσει προτεραιότητα στην εξασφάλιση χρηματοδοτήσεων για τις αναγκαίες επενδύσεις σχετικά με την τήρηση των μεταβατικών περιόδων που προβλέπουν οι πράξεις προσχώρησης, όσον αφορά την εφαρμογή του περιβαλλοντικού κεκτημένου. Για να μεταφραστεί η νομοθεσία σε συγκεκριμένα αποτελέσματα για το περιβάλλον, είναι σημαντικό τα κράτη μέλη: * Να ολοκληρώσουν τα εθνικά σχέδια κατανομής βάσει της οδηγίας για την εμπορία των δικαιωμάτων εκπομπής, που θα πρέπει να υποβληθούν στην Επιτροπή το Μάρτιο του 2004. και να πολλαπλασιάσουν τις προσπάθειές τους, ώστε να ανταποκριθούν στους στόχους επιμερισμού του φορτίου που προβλέπει το πρωτόκολλο του Κυότο, αναπτύσσοντας και εφαρμόζοντας εθνικές στρατηγικές για την αλλαγή του κλίματος. * Να μεταφέρουν στην εθνική νομοθεσία και να εφαρμόσουν το ολοκληρωμένο κανονιστικό πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τη βιοτεχνολογία, ώστε να εξασφαλισθεί ενδεδειγμένο επίπεδο προστασίας για την υγεία και το περιβάλλον, τονώνοντας παράλληλα την καινοτομία και διαφυλάσσοντας την ανταγωνιστικότητα της βιομηχανίας της ΕΕ. * Να μεταφέρουν πλήρως και να εφαρμόσουν την υφιστάμενη νομοθεσία για τα απόβλητα επιτυγχάνοντας, εν συνεχεία, τη μείωση των προς διάθεση αποβλήτων. * Να λάβουν όλα τα απαραίτητα μέτρα ώστε να εφαρμόσουν εγκαίρως την οδηγία πλαίσιο για το νερό, βάσει της κοινής στρατηγικής εφαρμογής, και τις άλλες οδηγίες για το νερό, με στόχο να διαφυλαχθούν δεόντως οι πόροι ύδατος. (2) Ολοκλήρωση Η πολιτική περιβάλλοντος δεν μπορεί να αντιστρέψει από μόνη της ορισμένες τάσεις σε τομείς της ασκούμενης πολιτικής, όπου οι περιβαλλοντικές πιέσεις είναι ιδιαίτερα υψηλές. Κατά συνέπεια επιβάλλεται να συνεχισθεί η προώθηση της ολοκλήρωσης των απαιτήσεων για την προστασία του περιβάλλοντος σε όλες τις άλλες κοινοτικές πολιτικές και ιδίως: * Πρέπει να συνεχιστούν οι προσπάθειες που έχουν ως στόχο οι τιμές που πληρώνουν οι χρήστες για τα διάφορα μεταφορικά μέσα να ενσωματώνουν και το περιβαλλοντικό κόστος τους, έως ότου επιτευχθεί ο πλήρης εσωτερικός καταλογισμός του συγκεκριμένου κόστους. Προοδευτικά, οι τιμές για τις υποδομές μεταφορών θα πρέπει να αντανακλούν καλύτερα τις εξωτερικές δαπάνες και να συμβάλλουν στον εσωτερικό καταλογισμό τους. * Επιβάλλεται να συνεχιστούν οι προσπάθειες για ολοκλήρωση του περιβάλλοντος στον γεωργικό τομέα, σύμφωνα με τη μεταρρύθμιση της ΚΓΠ που αποφασίστηκε τον Ιούνιο του 2003, ώστε να επιτευχθούν οι στόχοι που καθορίστηκαν στην ΠΔΚΑΑ και στο 6ο ΠΔΠ. Προς τούτο: - Επιβάλλεται να συνεχιστεί η μεταρρύθμιση της οργάνωσης της κοινής αγοράς, με στόχο την περαιτέρω αποσύνδεση στήριξης των προαγωγών και παραγωγικών επιδοτήσεων, με την καθιέρωση της ενιαίας πληρωμής ανά γεωργική εκμετάλλευση. - Η ενδιάμεση αξιολόγηση των σχεδίων αγροτικής ανάπτυξης, αποτελεί ευκαιρία για την περαιτέρω ενίσχυση της συμβολής των σχεδίων ανάπτυξης της υπαίθρου στην επίτευξη των στόχων της περιβαλλοντικής πολιτικής, ιδίως σε ό,τι αφορά την αλλαγή του κλίματος και την προστασία των τόπων του Natura 2000. * Βάσει της προσφάτως επιτευχθείσας μεταρρύθμισης της Κοινής Αλιευτικής Πολιτικής, πρέπει να συνεχιστούν οι προσπάθειες για την ολοκλήρωση περιβάλλοντος και αλιείας όπως προβλέπει το πρόγραμμα δράσης της Επιτροπής σχετικά με την ολοκλήρωση ενσωμάτωση των απαιτήσεων για την προστασία του περιβάλλοντος στην Κοινή Αλιευτική Πολιτική [96]. [96] Ανακοίνωση της Επιτροπής για τον καθορισμό κοινοτικού σχεδίου δράσης για την ενσωμάτωση απαιτήσεων περιβαλλοντικής προστασίας στην Κοινή Αλιευτική Πολιτική, COM(2002)186, 28 Μαΐου 2002. * Η πολιτική συνοχής πρέπει να συνεχίσει να συμβάλλει στην πραγμάτωση των στόχων της πολιτικής περιβάλλοντος. Παράλληλα προς τις ως άνω προσπάθειες, επιβάλλεται να αναζωογονηθεί η ολοκλήρωση της περιβαλλοντικής πολιτικής, ιδίως ως εξής: - να αναπτυχθούν περαιτέρω δείκτες ολοκλήρωσης βάσει των εκτελούμενων εργασιών στον τομέα των μεταφορών- TERM, της γεωργίας - IRENA, και της ενέργειας - ERM. - να διαμορφωθούν τομεακοί στόχοι αποσύνδεσης, ως προς τους οποίους να αποτιμάται η συντελούμενη πρόοδος. - να περιληφθούν μηχανισμοί ενημέρωσης και επανεξέτασης στις αντίστοιχες στρατηγικές του Συμβουλίου για την ολοκλήρωση, ώστε να καταστεί δυνατή η μετατροπή των στόχων σε απτή δράση. * Σύμφωνα με τα συμπεράσματα της Προεδρίας του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου που πραγματοποιήθηκε το Μάρτιο του 2003 [97], η Επιτροπή καλείται να εξετάζει κάθε χρόνο την ολοκλήρωση των περιβαλλοντικών απαιτήσεων στις υπόλοιπες πολιτικές. [97] Παράγραφος 58, συμπεράσματα της Προεδρίας, Ευρωπαϊκό Συμβούλιο των Βρυξελλών, (20-21 Μαρτίου 2003). (3) Η περιβαλλοντική διάσταση της αειφόρου ανάπτυξης * Θα ληφθούν όλα τα απαραίτητα μέσα ώστε να επιτευχθεί υψηλού επιπέδου οικονομική ανάπτυξη και κοινωνική συνοχή στην Ένωση εξασφαλίζοντας παράλληλα την αποσύνδεσή τους από την υποβάθμιση του περιβάλλοντος. * Πρέπει να διευκολυνθεί η περαιτέρω σύγκλιση μεταξύ των ασκούμενων πολιτικών για το περιβάλλον σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης και σε εθνικό επίπεδο. Προς τούτο, η Επιτροπή θα υποστηρίξει τη συγκριτική αξιολόγηση των επιδόσεων και τις επισκοπήσεις μεταξύ ομοτίμων σε επίπεδο κρατών μελών καθώς και τον προσδιορισμό και την ανταλλαγή καλών πρακτικών σε ό,τι αφορά τη διάσταση του περιβάλλοντος στο πλαίσιο των εθνικών στρατηγικών τους για την αειφόρο ανάπτυξη. * Επιβάλλεται να συνεχιστεί η διαμόρφωση γενικών δεικτών για το περιβάλλον και δεικτών αειφόρου ανάπτυξης βάσει του έργου της ομάδας ειδικών καθηκόντων της Eurostat και σε στενή συνεργασία με τα κράτη μέλη και τον Ευρωπαϊκό Οργανισμό Περιβάλλοντος. * Η επισκόπηση της στρατηγικής για την αειφόρο ανάπτυξη, που έχει προγραμματισθεί για το 2004, προσφέρει τη δυνατότητα να αξιολογηθούν οι ήδη επιτελεσθείσες πρόοδοι, να εξεταστούν οι διασυνδέσεις μεταξύ των στρατηγικών για την αειφόρο ανάπτυξη σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης και σε εθνικό επίπεδο και να εντοπιστούν οι απαραίτητες δράσεις προτεραιότητας για να επιταχυνθεί ο ρυθμός της μεταρρύθμισης. Επιπλέον θα διευκολύνει τη διευκρίνιση των δεσμών μεταξύ Γκέτεμπουργκ, Λισσαβώνας και Cardiff και την καλύτερη ολοκλήρωση του εσωτερικού και του εξωτερικού σκέλους της στρατηγικής. * Το πρόγραμμα δράσης της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την Περιβαλλοντική Τεχνολογία (ETAP), που έχει προγραμματιστεί για τα τέλη του 2003, θα πρέπει να προτείνει συγκεκριμένα μέτρα σε επίπεδο ΕΕ και σε εθνικό επίπεδο. Η Επιτροπή θα εξετάσει περαιτέρω, από κοινού με την ομάδα της ΕΤΕ, τα αντίστοιχα μέσα υποστήριξης των επενδύσεων στις περιβαλλοντικές τεχνολογίες. * Το πλαίσιο κανονιστικής ρύθμισης για το περιβάλλον θα εκσυγχρονιστεί χρησιμοποιώντας κατά το δυνατόν, μέσα για την προαγωγή της προστασίας του περιβάλλοντος, τα οποία να βασίζονται ολοένα και περισσότερο στην αγορά, βάσει των αντίστοιχων συστάσεων των γενικών προσανατολισμών των οικονομικών πολιτικών από το 2001. Η ανακοίνωση σχετικά με τη χρήση μέσων τα οποία να βασίζονται στην αγορά για την περιβαλλοντική πολιτική στην εσωτερική αγορά που έχει προγραμματισθεί για το 2004, θα διευκρινίσει της διασυνδέσεις μεταξύ των νέων μέσων που έχουν πρόσφατα καθιερωθεί σε επίπεδο ΕΕ όπως η εμπορία των δικαιωμάτων εκπομπής, η φορολογία της ενέργειας, και οι κατευθύνσεις σχετικά με τις κρατικές ενισχύσεις για το περιβάλλον. * Η έγκαιρη έγκριση εκ μέρους του Συμβουλίου της πρότασης της Επιτροπής όσον αφορά τη νέα πολιτική για τα χημικά προϊόντα αποτελεί προτεραιότητα ώστε να καταστεί δυνατή η έγκαιρη θέση σε ισχύ του συστήματος REACH. * Η έγκριση της οδηγίας για την περιβαλλοντική ευθύνη θα πρέπει να ολοκληρωθεί ταχέως ώστε να καταστεί δυνατή η καθιέρωση πλαισίου σχετικά με την περιβαλλοντική ευθύνη σε επίπεδο ΕΕ βάσει της αρχής «ο ρυπαίνων πληρώνει». (4) Η διεθνής διάσταση Για να εξασφαλιστεί η έγκαιρη και επιτυχής εφαρμογή των πρωτοβουλιών της ΕΕ που δρομολογήθηκαν στην ΠΔΚΑΑ, η ΕΕ οφείλει: * Να προωθήσει την πρωτοβουλία της ΕΕ για το νερό αναλαμβάνοντας επιτόπου δράση σε συνεργασία με όλους τους μείζονες ενδιαφερομένους. Αναμένεται ότι η ως άνω πρωτοβουλία θα προωθηθεί ιδιαίτερα, εάν το Συμβούλιο εγκρίνει 1 επιπλέον δισεκατομμύριο EUR όσον αφορά την εφαρμογή της διευκόλυνσης για τα ύδατα στις χώρες ΑΚΕ, όπως πρότεινε η Επιτροπή. * Να πρωτοστατήσει κατά την προπαρασκευή της παγκόσμιας διάσκεψης για τις ανανεώσιμες μορφές ενέργειας, που θα πραγματοποιηθεί στη Βόννη τον Ιούνιο του 2004. * Να προωθήσει την πρωτοβουλία της ΕΕ για την εξάλειψη της πενίας και την αειφόρο ανάπτυξη καθώς και τον συνασπισμό του Γιοχάνεσμπουργκ για τις ανανεώσιμες μορφές ενέργειας, εγκρίνοντας κυρίως στόχους για τις ανανεώσιμες μορφές ενέργειας. ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Δεδομένα και αριθμητικά στοιχεία για την λεπτομερέστερη απεικόνιση των περιβαλλοντικών τάσεων Συμπληρωματικές πληροφορίες για την οδηγία σχετικά με την εμπορία των δικαιωμάτων εκπομπής αερίων του θερμοκηπίου Η οδηγία προβλέπει εισαγωγικό στάδιο για την εμπορία στον τομέα της παραγωγής της ηλεκτρικής και της θερμικής ενέργειας καθώς και τους ενεργειοβόρους βιομηχανικούς κλάδους μετά το 2005, ως προοίμιο της εμπορίας εκπομπών σε διεθνές επίπεδο βάσει του πρωτοκόλλου του Κυότο το 2008. Η Επιτροπή θα αξιολογήσει το πεδίο που καλύπτει το εν λόγω σύστημα το 2004 και το 2006, ενόψει της ενδεχόμενης διεύρυνσής του και σε άλλους τομείς, όπως οι μεταφορές, τα χημικά προϊόντα ή το αλουμίνιο. Τα κράτη μέλη και οι χώρες των οποίων επίκειται η προσχώρηση, προχωρούν στην εφαρμογή της οδηγίας. Σημαντικό καθήκον των κυβερνήσεων αποτελεί η εκπόνηση των εθνικών σχεδίων κατανομής έως την άνοιξη του 2004, στα οποία να σκιαγραφείται η χρησιμοποιούμενη μεθοδολογία για τον καθορισμό των ορίων των αερίων που συμβάλλουν στο φαινόμενο του θερμοκηπίου, καθώς και τα αντίστοιχα δικαιώματα εκπομπής για έκαστη των μονάδων που καλύπτει η οδηγία. Η Επιτροπή θα εγκρίνει κατευθυντήριες γραμμές για την παρακολούθηση και την εφαρμογή των εκθέσεων με θέμα τις εκπομπές των επιχειρήσεων, αργότερα κατά το τρέχον έτος. Προβλέπεται επίσης η έγκριση κανονισμού για τη θέσπιση τυποποιημένου και ασφαλούς συστήματος αρχείων καταχώρισης των δικαιωμάτων εκπομπής, που εγκρίνονται, μεταφέρονται ή ακυρώνονται. Η οδηγία για την εμπορία δικαιωμάτων εκπομπής συμπληρώθηκε τον Ιούλιο του 2003, από νέα πρόταση της Επιτροπής, με στόχο να δοθεί η δυνατότητα στις ευρωπαϊκές εταιρείες να εκτελούν έργα περιστολής των εκπομπών ανά την υφήλιο, μετατρέποντας τα αντιστοίχως προκύπτοντα πιστωτικά μόρια εκπομπής σε δικαιώματα εκπομπής στο σύστημα της ΕΕ για την εμπορία των δικαιωμάτων εκπομπής (Πρόταση της Επιτροπής για οδηγία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την τροποποίηση της οδηγίας σχετικά με τη θέσπιση συστήματος εμπορίας δικαιωμάτων εκπομπής αερίων θερμοκηπίου εντός της Κοινότητας, όσον αφορά τους μηχανισμούς έργων του Πρωτοκόλλου του Κυότο, (COM(2003)403 τελικό, 23 Ιουλίου 2003)). Η πρόταση αυτή βασίζεται στην «κοινή εφαρμογή» και το «μηχανισμό καθαρής ανάπτυξης» που προβλέπονται στο Πρωτόκολλο του Κυότο και αποτελούν ευέλικτους μηχανισμούς με βάση την αγορά. Τα ως άνω δύο συστήματα διαμορφώθηκαν με σκοπό να επιτρέψουν στις κυβερνήσεις να ανταποκριθούν σε μέρος των ανειλημμένων εθνικών τους δεσμεύσεων για μείωση των αερίων που συμβάλουν στο φαινόμενο του θερμοκηπίου εκτελώντας έργα για τη μείωση των εν λόγω εκπομπών σε τρίτες χώρες. Στόχος είναι να επιτευχθούν οι στόχοι για την οικουμενική μείωση των εκπομπών, αξιοποιώντας ορθά το αντιστοίχως προκύπτον κόστος και με προστιθέμενη αξία τη μεταφορά προηγμένης τεχνολογίας σε τρίτες βιομηχανικές και αναπτυσσόμενες χώρες. Ενώ τα έργα «κοινής εφαρμογής» υλοποιούνται σε χώρες για τις οποίες προβλέπονται στόχοι μείωσης των εκπομπών (π.χ. βιομηχανικές χώρες), τα έργα του «καθαρού μηχανισμού ανάπτυξης» εκτελούνται σε χώρες για τις οποίες δεν έχουν καθοριστεί ποσοτικοί στόχοι, ήτοι σε αναπτυσσόμενες χώρες. Σχήμα 1: Συνολικές εκπομπές αερίων που προκαλούν το φαινόμενο του θερμοκηπίου (σε ισοδυναμα co2) ως εκατοστιαιο ποσοστό των επιπέδων του 1990 και στόχοι του πρωτοκόλλου του Κυότο και της συμφωνίας για τον εσωτερικό επιμερισμό του φορτίου [98]. [98] Οι εκπομπές αερίων του φαινομένου του θερμοκηπίου αφορούν το καλάθι των έξι αερίων του θερμοκηπίου στα οποία αναφέρεται το Κυότο. CO2, CH4, N2O, HFC, PFC και SF6. Δεν συνυπολογίστηκαν οι εκπομπές και η απορρόφηση εκπομπών λόγω χρήσης γης και δασοκομίας (LUCF). Οι εκπομπές για τις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής και την Ιαπωνία κατά το 2000 βασίστηκαν σε υπολογισμούς της Eurostat. >??????? ?? ???????> Το διάγραμμα απεικονίζει τις εκπομπές αερίων που συμβάλλουν στο φαινόμενο του θερμοκηπίου κατά τα έτη 1999, 2000 και 2001 ως % ποσοστό των επιπέδων του 1990, που αποτελεί το έτος αναφοράς του Πρωτοκόλλου του Κυότο. Το αριστερό τμήμα του διαγράμματος συγκρίνει τις εκπομπές προς τους στόχους του Πρωτοκόλλου του Κυότο για την περίοδο 2008-2012 σε παγκόσμιο επίπεδο. Οι στόχοι για τις δέκα προσχωρούσες χώρες [99] - AC(10) - αναφέρονται ενδεικτικά. Για τις επτά από τις 10 χώρες των οποίων επίκειται η προσχώρηση έχει καθοριστεί στόχος μείωσης των εκπομπών σύμφωνα με το Κυότο κατά 8%, ο αντίστοιχος στόχος για τη Σλοβενία ανέρχεται σε 6% ενώ δεν υφίστανται σχετικοί στόχοι για την Κύπρο και τη Μάλτα. [99] Οι δέκα χώρες των οποίων επίκειται η προσχώρηση θα καταστούν μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης την 1η Μαΐου 2004. Κατά συνέπεια δεν περιλαμβάνονται η Βουλγαρία, η Ρουμανία και η Τουρκία. Το 2001 οι εκπομπές στην Ευρωπαϊκή Ένωση ήταν κατά 2,3% χαμηλότερες των επιπέδων αναφοράς του 1990, αλλά πόρρω απείχαν από το στόχο που έχει θεσπιστεί για την Ευρωπαϊκή Ένωση βάσει του Πρωτοκόλλου του Κυότο, ήτοι μείωση κατά 8% έως το 2008-2012. Στα δεξιά απεικονίζονται οι εκπομπές των αερίων που συμβάλουν στο φαινόμενο του θερμοκηπίου από τα κράτη μέλη εν σχέσει προς τους στόχους της συμφωνίας για τον εσωτερικό καταμερισμό των αντίστοιχων υποχρεώσεων [100]. Μολονότι τα κράτη μέλη διαθέτουν ακόμη 7 έως 11 χρόνια για να επιτύχουν τους καθορισθέντες στόχους, μόνο πέντε χώρες έχουν πλησιάσει στο ζητούμενο αποτέλεσμα (Λουξεμβούργο, Γερμανία, Ηνωμένο Βασίλειο, Γαλλία και Σουηδία). Ορισμένες από τις υπόλοιπες χώρες (Αυστρία, Βέλγιο, Ιταλία και Κάτω Χώρες) δεν έχουν ακόμη υπερβεί το σημείο καμπής. Μολονότι οι στόχοι τους για τη μείωση των αντίστοιχων εκπομπών κυμαίνονται μεταξύ 13 και 6%, οι εκπομπές τους όχι μόνο υπερβαίνουν τα επίπεδα του 1990 αλλά εμφανίζουν και ετήσια αύξηση, με αποτέλεσμα να απομακρύνονται ακόμη περισσότερο από τους στόχους τους. Οι πιο ανησυχητικές τάσεις καταγράφονται στην Ιρλανδία, την Ισπανία και την Πορτογαλία.. Μολονότι η συμφωνία κατανομής των βαρών επιτρέπει στις εν λόγω χώρες να αυξήσουν τις εκπομπές τους από 13 έως 27% εν σχέσει προς τα επίπεδα του 1990, παρατηρείται ήδη υπέρβαση των εν λόγω προβλέψεων. [100] Οι στόχοι για την Ευρωπαϊκή Ένωση και τα κράτη μέλη όσον αφορά τη μείωση των αερίων που συμβάλλουν στο φαινόμενο του θερμοκηπίου εγκρίθηκαν από το Συμβούλιο στις 4 Μαρτίου 2002 με νομικώς δεσμευτική απόφαση για την εφαρμογή του πρωτοκόλλου του Κυότο. Η απόφαση του Συμβουλίου περιέλαβε τα συμπεράσματα του Συμβουλίου της 16ης Ιουνίου 1998, στα οποία καθορίζεται η συνεισφορά εκάστου των κρατών μελών στην προβλεπόμενη συνολική μείωση κατά 8% για την Ευρωπαϊκή Ένωση, η οποία συχνά αναφέρεται ως «συμφωνία εσωτερικού επιμερισμού του φορτίου». Πηγή: Ευρωπαϊκός Οργανισμός Περιβάλλοντος, Ευρωπαϊκό Θεματικό Κέντρο για την Ατμόσφαιρα και την Αλλαγή του Κλίματος, Σύμβαση πλαίσιο του ΟΗΕ για την Αλλαγή του Κλίματος, ΗΠΑ-Έκθεση πεπραγμένων για το κλίμα - 2000, Τρίτη ανακοίνωση της Ιαπωνίας (Μάιος 2002), εθνικές αρχές. Σχήμα 2: Συνολικές εκπομπές αεριων που συμβαλλουν στο φαινομενο του θερμοκηπιου σε επιπεδο ΕΕ ανά τομέα ως % ποσοστό των αντιστοίχων επιπέδων εκπομπήσ κατά το 1 990 (αριστερά) και σε απόλυτες τιμεσ (δεξιά)) >??????? ?? ???????> Το διάγραμμα αναπαριστά τις μεταβολές των εκπομπών αερίων που συμβάλουν στο φαινόμενο του θερμοκηπίου, εκφρασμένων ως επί τοις εκατό ποσοστό των εκπομπών του 1990, ανά τομείς. Μεταξύ 1990 και 2000 όλοι οι τομείς μείωσαν τις εκπομπές τους εξαιρουμένων των μεταφορών, στις οποίες οι εκπομπές αυξήθηκαν περίπου κατά 20% εν σχέσει προς το επίπεδο του 1990. Το αθροιστικό ιστόγραμμα δεξιά απεικονίζει τις εκπομπές αερίων που συμβάλουν στο φαινόμενο του θερμοκηπίου σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης σε πραγματικές τιμές καθώς και τη σχετική συμμετοχή εκάστου τομέα (ως επί τοις εκατό ποσοστό). Το σχετικό μερίδιο όλων των τομέων μειώθηκε εξαιρουμένων των μεταφορών, των οποίων το μερίδιο επί των συνολικών εκπομπών αερίων που συμβάλλουν στο φαινόμενο του θερμοκηπίου στην Ευρωπαϊκή Ένωση αυξήθηκε από 17 σε 21% μεταξύ 1990 και 2000. Κατά το 2000 ο ενεργειακός τομέας είχε τη μεγαλύτερη συμβολή, με 27% των συνολικά εκπεμπόμενων θερμοκηπίου στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Τα αντίστοιχα ποσοστά για τη βιομηχανία και τις μεταφορές ανήλθαν σε 21%, πράγμα που σημαίνει ότι οι ως άνω τρεις τομείς αντιπροσωπεύουν από κοινού το 70% των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου στην ΕΕ. Πηγή: Βάση δεδομένων της Ολοκληρωμένης Πρόληψης και Ελέγχου της Ρύπανσης του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Περιβάλλοντος Σχήμα 3: Η μεικτή εσωτερική κατανάλώση ενέργειασ στην Ευρωπαϊκή Ένωση ανά καύσιμο (εκατομμύρια ισοδυναμων τονων πετρελαιου ) 1985-2001 >??????? ?? ???????> Ενώ η συνολική εσωτερική ενεργειακή κατανάλωση στην Ευρωπαϊκή Ένωση εμφανίζει σταθερή αύξηση περίπου κατά 1% ετησίως μετά το 1985, τα σχετικά μερίδια έχουν μεταβληθεί ουσιαστικά. Πλέον αξιοσημείωτη είναι η μείωση των στερεών καυσίμων όπως του λιθάνθρακα και του λιγνίτη - και η αύξηση του φυσικού αερίου, λόγω μεταβολής της οικονομικής βιωσιμότητας. Το πετρέλαιο εξακολουθεί να δεσπόζει και να αντιπροσωπεύει ποσοστό υψηλότερο του 40% επί του συνόλου της μεικτής εσωτερικής κατανάλωσης. Μολονότι η συνολική συμβολή τους αυξήθηκε σε απόλυτους αριθμούς, οι ανανεώσιμες μορφές ενέργειας δεν έχουν κατορθώσει επί του παρόντος να αυξήσουν ουσιαστικά το μερίδιό τους επί της συνολικής κατανάλωσης τα τελευταία 16 χρόνια. Στην κατηγορία 'άλλα καύσιμα' περιλαμβάνεται η παράγωγη θερμικής ενέργειας και τα βιομηχανικά απόβλητα. Συνολικά η εν λόγω κατηγορία αντιπροσωπεύει ποσοστό χαμηλότερο του 0,5% κάθε χρόνο. Οι τιμές για τις ανανεώσιμες μορφές ενέργειας, και ως εκ τούτου η συνολική εσωτερική ενεργειακή κατανάλωση, για το 2001 είναι προσωρινές. Πηγή: Eurostat, βάση δεδομένων New Cronos Σχήμα 4: Μερίδιο της ηλεκτρικής ενέργειας που παράγεται από ανάνέωσιμους πόρους ενέργειας ως ποσοστό της μεικτής ηλεκτρικής κατανάλωσης το 2000 >??????? ?? ???????> Η κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας αντιπροσώπευε περίπου 20% της συνολικής ενεργειακής κατανάλωσης στην Ευρωπαϊκή Ένωση το 2000. Κατά την τελευταία δεκαετία ο μέσος ρυθμός αύξησης ετησίως για την ηλεκτρική ενέργεια ήταν περίπου ο διπλάσιος απ 'ό,τι για τη συνολική κατανάλωση ενέργειας, με αποτέλεσμα να αυξηθεί το σχετικό βάρος της ηλεκτρικής ενέργειας. Η ελευθέρωση των ευρωπαϊκών αγορών ενέργειας ενδέχεται να οδηγήσει σε μείωση της τιμής των τιμών της ηλεκτρικής ενέργειας, που με τη σειρά τους θα μπορούσαν να προκαλέσουν αύξηση της χρήσης της ηλεκτρικής ενέργειας. Η κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας είναι ιδιαίτερα σημαντική από τη σκοπιά του περιβάλλοντος, δεδομένου ότι η ηλεκτρική ενέργεια παράγεται ως επί το πλείστον από ορυκτά καύσιμα με ποσοστό αποδοτικότητας μεταξύ 30 και 50%, πράγμα που σημαίνει ότι δύο με τρεις μονάδες ενεργειακού περιεχομένου των ορυκτών καυσίμων παράγουν μια μονάδα ηλεκτρικής ενέργειας. Η αύξηση του ποσοστού της παραγόμενης ηλεκτρικής ενέργειας από ανανεώσιμες μορφές ενέργειας μπορεί κατά συνέπεια να συμβάλει σημαντικά στη μείωση του περιβαλλοντικού κόστους της χρήσης ορυκτών καυσίμων. Μόνο 2 κράτη μέλη (η Δανία και η Φινλανδία) παράγουν ποσοστό υψηλότερο του 10% της ηλεκτρικής ενέργειας χρησιμοποιώντας τεχνολογίες αξιοποίησης των ανανεώσιμων μορφών ενέργειας, εκτός των υδροηλεκτρικών, όπως οι ηλιακές, αιολικές κλπ. (που εμπίπτουν στην κατηγορία «άλλες ανανεώσιμες μορφές ενέργειας»). Οι αναφερόμενοι στόχοι αντιπροσωπεύουν τις τιμές αναφοράς που περιλαμβάνονται στο παράρτημα της οδηγίας για την παραγωγή ηλεκτρισμού από ανανεώσιμες μορφές ενέργειας στην Ευρωπαϊκή Ένωση (2001/77/ΕΚ). Οι ως άνω τιμές αναφοράς θα χρησιμοποιηθούν για τον καθορισμό εθνικών ενδεικτικών στόχων κατά την επόμενη δεκαετία. Επιβάλλεται να σημειωθεί ότι ο ορισμός που δίνει η οδηγία για τη βιομάζα καλύπτει αποκλειστικά και μόνο το βιοαποδομήσιμο κλάσμα των βιομηχανικών και αστικών αποβλήτων. Ωστόσο, κατά τη συλλογή δεδομένων δεν πραγματοποιείται διάκριση μεταξύ βιοαποδομήσιμων και μη βιοαποδομήσιμων βιομηχανικών και αστικών αποβλήτων. Σε ορισμένες περιπτώσεις αυτό μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα την υπερεκτίμηση της παραγόμενης ηλεκτρικής ενέργειας από ανανεώσιμε πηγές. Ωστόσο είναι απίθανο η ως άνω υπερεκτίμηση να επηρεάζει ουσιαστικά τη συνολική εικόνα. Πηγή: Ευρωπαϊκός Οργανισμός Περιβάλλοντος Σχήμα 5: Μεταφορές επιβατών (άνω) και εμπορευμάτων (κάτω) στην Ευρωπαϊκή Ένωση των 15 ανά μεταφορικό μέσο κατά την περίοδό 1970-2000 και οι αντίστοιχες προβλεψεισ για το 2010 >??????? ?? ???????> >??????? ?? ???????> Από το άνω διάγραμμα προκύπτει ότι τα ιδιωτικά αυτοκίνητα εξακολουθούν να αποτελούν το δεσπόζον μέσο μεταφοράς επιβατών, καλύπτοντας περίπου το 80% των συνολικώς μετακινούμενων επιβατών στην ΕΕ. Το ταχύτερα αναπτυσσόμενο μέσο μεταφοράς επιβατών είναι οι αεροπορικές μεταφορές, των οποίων το μερίδιο διπλασιάζεται περίπου κάθε δεκαετία από το 1970. Έως το 2000 κάλυπτε το 6% των συνολικών μεταφορών επιβατών στην ΕΕ. Εν τω μεταξύ τα σχετικά μερίδια των μεταφορικών μέσων που θεωρούνται φιλικότερα για το περιβάλλον [101] μειώνονται κάθε δεκαετία από το 1970. [101] Σιδηρόδρομοι, αστικά και υπεραστικά λεωφορεία, τροχιόδρομοι και υπόγειοι σιδηρόδρομοι. Το κάτω διάγραμμα δείχνει ότι τα δύο δεσπόζοντα μέσα μεταφοράς εμπορευμάτων είναι οι οδικές μεταφορές (44% το 2000) και οι θαλάσσιες μεταφορές (41% το 2000). Οι σιδηροδρομικές μεταφορές, που θεωρούνται φιλικότερες για το περιβάλλον, μειώνονται τόσο ως σχετικό μερίδιο σε κάθε δεκαετία μετά το 1970 όσο και σε απόλυτους αριθμούς. Ωστόσο, επιβάλλεται να σημειωθεί ότι διαφέρει ο αντίκτυπος κάθε μεταφορικού μέσου στο περιβάλλον. Επιπλέον με την πάροδο του χρόνου έχουν μειωθεί σημαντικά οι περιβαλλοντικές επιπτώσεις πολλών μεταφορικών μέσων. Οι προβλέψεις για το 2010 έχουν υπολογιστεί θεωρώντας ότι θα συνεχισθεί η χρήση των μεταφορικών μέσων κατά την περίοδο 2000-2010 με τους ρυθμούς που παρατηρήθηκαν για έκαστο εξ αυτών το διάστημα 1990-2000. Πηγή: Eurostat, New Cronos Σχήμα 6: βιολογική γεωργία ως συνολικό ποσοστό των γεωργικών δραστηριοτήτων. >??????? ?? ???????> Το ποσοστό των γεωργικών γαιών που χρησιμοποιούνται για βιολογική γεωργία εξακολουθεί να αυξάνει από χρόνο σε χρόνο σχεδόν σε όλα τα κράτη μέλη. Ωστόσο παρατηρούνται σοβαρές διακυμάνσεις από 0,6% έως 8% των καλλιεργούμενων εδαφών μεταξύ των κρατών μελών σε ό,τι αφορά το ρυθμό αύξησης και το συνολικό ποσοστό των εκτάσεων οι οποίες καλλιεργούνται με βιολογικές μεθόδους. Κατά το 2000 τα εδάφη που καλλιεργούνταν με βιολογικές μεθόδους στην Ευρωπαϊκή Ένωση αντιπροσώπευαν το 3% του συνόλου των γεωργικών γαιών, ενώ στις χώρες των οποίων επίκειται η προσχώρηση ο αντίστοιχος μέσος όρος ήταν κατά πολύ χαμηλότερος (0,35%). Σημείωση: ο υψηλός ρυθμός ανάπτυξης στο ΗΒ (UK) οφείλεται ενδεχομένως στη μετατροπή εκτεταμένων ιδιοκτησιών στη Σκωτία. Πηγή: Ευρωπαϊκός Οργανισμός Περιβάλλοντος, Eurostat, Μελέτη της δομής της γεωργίας 2000 Σχήμα 7: Ποσοστό των αλιευμάτων σε ύδατα της Ευρωπαϊκής Ένωσης κατά το 2001 εκτός των 'ασφαλών βιολογικών ορίων' (sbl - αβο) και συνολικα αλιεύματα σε τόνους. >??????? ?? ???????> Βενθικά Γαρίδες, πλατύψαρα, βατραχόψαρο Βενθοπελαγικά Μπακαλιάρος, μπακαλιάρος εγκλεφίνος (καλλαρίας), δαυκοί του Ατλαντικού, και άλλα στρογγυλά ψάρια Διάδρομα Σολομός, θαλασσινή πέστροφα Βιομηχανικά Σαρδελόρεγγα, αμμόχελο, μπακαλιαράκι τα Νορβηγίας Πελαγίσια Ρέγγα, γαύρος, σαρδέλα, σαυρίδι , σεβαστός (σκορπιός του Βορρά) 40% όλων των αλιευμάτων στην Ευρωπαϊκή Ένωση προέρχονται από αποθέματα τα οποία θεωρούνται κάτω από τα ασφαλή βιολογικά όρια. Για ορισμένες κατηγορίες ψαριών, ιδίως τα βενθοπελαγικά και τα διάδρομα ψάρια, τα αντίστοιχα ποσοστά φθάνουν το 60%. Η κατάσταση για ορισμένα είδη, όπως ο μπακαλιάρος είναι ακόμη οξύτερη. Στο σχήμα παρατίθενται τα ποσοστά για κάθε κατηγορία ψαριών των συνολικών αλιευμάτων στην ΕΕ το 2001. Τα δεδομένα βασίζονται στις εκθέσεις για το 2001-2002 της ACFM (Συμβουλευτική Επιτροπή Διαχείρισης Αλιευμάτων) του ICES (Διεθνές Συμβούλιο για την Εξερεύνηση των Θαλασσών) και καλύπτουν όλα τα αποθέματα ICES που αποτελούν αντικείμενο χωριστής ή κοινής διαχείρισης στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Τα δεδομένα περιλαμβάνουν τα αλιεύματα τρίτων χωρών. Κατά γενικό κανόνα θεωρείται ότι τα αποθέματα βρίσκονται μεταξύ ασφαλών βιολογικών ορίων όταν η αλιευτική πίεση (αλιεύματα) και οι λοιποί παράγοντες θνησιμότητας (θήρα κλπ.) δεν υπερβαίνουν το ρυθμό συγκαταρίθμησης και αύξησης των αποθεμάτων. Σε ανάλογες περιπτώσεις, προκαλείται μείωση της βιομάζας των αποθεμάτων γόνου (SSB - ΒΑΓ) κάτω από τα όρια που θεωρούνται 'ασφαλή'. Πηγή: Διεθνές Συμβούλιο για την Εξερεύνηση των Θαλασσών (ICES) Σχήμα 8: Δίκτυο natura 2000: επάρκεια των προτάσεων των κρατών μελών (έως την 30.06.2003) >??????? ?? ???????> Το δίκτυο Natura 2000 επιβάλλει στα κράτη μέλη να προετοιμάζουν ορισμένες τοποθεσίες για την προστασία των ειδών και των οικοτόπων που περιλαμβάνονται στον αντίστοιχο κατάλογο κοινοτικού ενδιαφέροντος. Το διάγραμμα απεικονίζει το ποσοστό των ειδών και των οικοτόπων, μέχρι τις 30 Ιουνίου 2003, για τους οποίους οι προτάσεις των κρατών μελών θεωρούνται επαρκείς σε ό,τι αφορά τη δημιουργία του δικτύου [102]. [102] Τα κριτήρια βάσει των οποίων αποφασίζεται ποια είδη και οικότοποι (θα πρέπει να προστατευθούν παρατίθενται στο παράρτημα 3 της οδηγίας για τους οικοτόπους. Ο τελικός κατάλογος ειδών και οικοτόπων που ανταποκρίνονται στα εν λόγω κριτήρια εκπονείται για κάθε κράτος μέλος κατόπιν διαβουλεύσεων με τα κράτη μέλη και τους ενδιαφερομένους. Η διαδικασία εξασφαλίζει ότι οι προστατευόμένες περιοχές καλύπτουν και τις έξι μείζονες βιογεωγραφικές ζώνες της Ευρωπαϊκής Ένωσης (τη Μακαρονησιακή (των Καναρίων Νήσων), την Αλπική, την Ατλαντική, τη Μεσογειακή, τη Βόρεια και την Ηπειρωτική). Μολονότι η γενική εικόνα είναι μάλλον θετική, η εξασφάλιση της προστασίας όλων των απαραίτητων ειδών και οικοτόπων θα αποτελέσει σοβαρό βήμα για να σταματήσει η απώλεια της βιοποικιλότητας έως το 2010. ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Η Επιτροπή πρόσφατα έλαβε σημαντική δέσμη προτάσεων από τη Γερμανία, που δεν περιλαμβάνονται στο διάγραμμα. Οι προτάσεις αυτές διπλασιάζουν τον αριθμό των προταθέντων τόπων στη Γερμανία και ενδέχεται να μειώσουν ουσιαστικά το κενό που αναφέρεται ανωτέρω. Μολονότι οι δείκτες για τις προστατευόμενες περιοχές απεικονίζουν την απόκριση της πολιτικής και το επίπεδο της εφαρμογής, δεν μας πληροφορούν για το κατά πόσο έχει σταματήσει η απώλεια της βιοποικιλότητας. Ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Περιβάλλοντος εξακολουθεί τις εργασίες του για τη διαμόρφωση ενός δείκτη βιοποικιλότητας, οι οποίες αναμένεται να ολοκληρωθούν στα τέλη του 2004. Πηγή: Ευρωπαϊκό Θεματικό Κέντρο / Ευρωπαϊκός Οργανισμός Περιβάλλοντος Για περισσότερες λεπτομέρειες βλέπε Σχήμα 9: Πανευρωπαϊκός δείκτης πληθυσμών επιλεγμένων πτηνών των αγρών και των δασών >??????? ?? ???????> Είναι ο πρώτος δείκτης που καλύπτει τους ευρωπαϊκούς πληθυσμούς των πτηνών [103]. Παρατηρείται σοβαρή μείωση των κοινών και διαδεδομένων ειδών πτηνών των αγρών σχετικά με το 1980. Οι πληθυσμοί αυτοί έχουν σήμερα μόλις το μέγεθος του 71% των αντιστοίχων επιπέδων του 1980. Αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό δεδομένου ότι ο στόχος της Ευρωπαϊκής Ένωσης προβλέπει ότι θα σταματήσει η απώλεια της βιοποικιλότητας έως το 2010 [104]. Η μείωση αυτή μπορεί να αποδοθεί εν πολλοίς στην αλλαγή των γεωργικών πρακτικών, συμπεριλαμβανομένης και της στροφής προς εντατικότερες μεθόδους. [103] Οι χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης έχουν ως εξής: Αυστρία, Βέλγιο, Δανία, Γαλλία, Γερμανία, Ιρλανδία, Ιταλία, Κάτω Χώρες, Ισπανία, Σουηδία και Ηνωμένο Βασίλειο. Οι χώρες των οποίων επίκειται η προσχώρηση έχουν ως εξής: Εσθονία, Λιθουανία, Πολωνία, Δημοκρατία της Τσεχίας και Ουγγαρία. Οι χώρες της ΕΖΕΣ έχουν ως εξής: Νορβηγία και Ελβετία. [104] Το αντίστοιχο άρθρο αναφοράς στο 6ο ΠΔΠ, είναι νομικά δεσμευτικό καθώς και το SDS και ΠΔΚΑΑ. Τα πτηνά θεωρούνται καλοί δείκτες βιοποικιλότητας επειδή κατέχουν υψηλή θέση στην τροφική αλυσίδα και ως εκ τούτου αντανακλούν τις αλλαγές στα οικοσυστήματα παράλληλα, έχουν μεγάλο φάσμα κατανομής ανά την Ευρώπη και οι αριθμοί τους είναι αρκετά υψηλοί ώστε να καθίσταται δυνατή η ακριβής παρακολούθηση των πληθυσμών τους. Ο δείκτης βασίζεται σε δεδομένα για 23 κοινά πτηνά αγρών και 24 κοινά δασικά είδη πτηνών από 18 ευρωπαϊκές χώρες, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγονται 11 κράτη μέλη και πέντε από τις χώρες των οποίων επίκειται η προσχώρηση. Πηγή: Royal Βασιλικός Σύλλογος για την Προστασία των Πτηνών /Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Απογραφής των Πτηνών /BirdLife International. Σχήμα 10: Ενεργειακή ένταση της οικονομίας >??????? ?? ???????> Το σχήμα απεικονίζει την ενεργειακή ένταση στα επιμέρους κράτη μέλη συγκριτικά προς τις χώρες των οποίων επίκειται η προσχώρηση, τις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής και την Ιαπωνία. Ορισμένες από τις παρατηρούμενες τάσεις είναι αξιοσημείωτες: Κατά πρώτον, οι χώρες των οποίων επίκειται η προσχώρηση, ενώ το 1990 είχαν ενεργειακή ένταση πέντε φορές χαμηλότερής απόδοσης συγκριτικά με την ΕΕ, έχουν βελτιώσει τη θέση τους ουσιαστικά κατά την τελευταία δεκαετία. Εντούτοις, το 2000 οι χώρες των οποίων επίκειται η προσχώρηση [105] εξακολουθούσαν να είναι κατά μέσο όρο τρεις φορές χαμηλότερης ενεργειακής απόδοσης ως προς τα κράτη μέλη. [105] Παρατηρούνται έντονες διακυμάνσεις μεταξύ των επιμέρους χωρών των οποίων επίκειται η προσχώρηση σε ό,τι αφορά την ενεργειακή ένταση. Για παράδειγμα το 2000 η Κύπρος είχε 236 Kgoe ανά 1000 EUR ΑΕΠ ενώ η Λιθουανία είχε 1316 Kgoe ανά 1000 EUR ΑΕΠ. Ουσιαστικά χαμηλότερες ήταν οι διακυμάνσεις μεταξύ των κρατών μελών. Το πλέον αποδοτικό από άποψη ενέργειας κράτός μέλος ήταν η Δανία με 124 Kgoe ανά 1000 EUR ΑΕΠ ενώ το ολιγότερο αποδοτικό ήταν η Ελλάδα με 264 Kgoe ανά 1000 EUR ΑΕΠ. Κατά δεύτερον, η ενεργειακή απόδοση της ΕΕ έχει βελτιωθεί αργά αλλά σταθερά μεταξύ 1985 και 2000 με μέσο όρο που υπερβαίνει το 1% ετησίως. Τρίτον, η ΕΕ είναι ενεργειακά κατά πολύ αποδοτικότερη ως προς τις ΗΠΑ αλλά λιγότερο συγκριτικά προς την Ιαπωνία. Ωστόσο, είναι σημαντικό να συνειδητοποιηθεί ότι οι μεταβολές της ενεργειακής αποδοτικότητας οφείλονται όχι μόνο στην καθιέρωση αποδοτικότερων ενεργειακών τεχνολογιών και διαδικασιών αλλά ενδεχομένως και σε διαρθρωτικές αλλαγές της οικονομίας, όπως η στροφή από τις μεταποιητικές δραστηριότητες στις υπηρεσίες. Η ενεργειακή ένταση μπορεί επίσης να επηρεάζεται από τη γεωγραφική έκταση της χώρας. Πηγή: Eurostat, New Cronos