52003DC0715

Ανακοίνωση της Επιτροπής προς το Συμβούλιο, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, την Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική επιτροπή και την επιτροπή των Περιφερειών Ε - Κανονιστικές ρυθμίσεις και αγορές στις ευρωπαϊκές ηλεκτρονικές επικοινωνίες κατά το 2003 - Έκθεση περί της εφαρμογής της δέσμης κανονιστικών ρυθμίσεων για τις ηλεκτρονικές επικοινωνίες στην ΕΕ [SEC(2003) 1342] /* COM/2003/0715 τελικό */


ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΠΡΟΣ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ, ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ, ΤΗΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΚΑΙ ΤΗΝ ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΩΝ - Κανονιστικές ρυθμίσεις και αγορές στις ευρωπαϊκές ηλεκτρονικές επικοινωνίες κατά το 2003 - Έκθεση περί της εφαρμογής της δέσμης κανονιστικών ρυθμίσεων για τις ηλεκτρονικές επικοινωνίες στην ΕΕ [SEC(2003) 1342]

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

1. ΣΥΝΟΨΗ ΚΑΙ ΒΑΣΙΚΑ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

1.1. Εισαγωγή

Στην τελική έκθεσή της περί της εφαρμογής του ρυθμιστικού πλαισίου 1998 [1] και ακολούθως στην ανακοίνωσή της "Ηλεκτρονικές επικοινωνίες: προς μια οικονομία της γνώσης" [2], η Επιτροπή τόνισε την σπουδαιότητα μιας πλήρους, αποτελεσματικής και έγκαιρης μετάβασης στο νέο πλαίσιο της ΕΕ για δίκτυα και υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών, το οποίο εγκρίθηκε από το Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο το Μάρτιο του 2002. Η θέση αυτή επιδοκιμάστηκε ένθερμα από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο [3].

[1] Κανονιστικές ρυθμίσεις και αγορές στις ευρωπαϊκές επικοινωνίες κατά το 2002: Όγδοη έκθεση σχετικά με την υλοποίηση της δέσμης κανονιστικών ρυθμίσεων για τις τηλεπικοινωνίες, COM(2002) 695 τελικό, 3 Δεκεμβρίου 2002.

[2] COM(2003) 65, 11 Φεβρουαρίου 2003.

[3] Βλ. ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, της [17ης Νοεμβρίου 2003].

Η μετάβαση στο νέο πλαίσιο θα παράσχει στήριξη στην συνεχιζόμενη ανάπτυξη του τομέα των ηλεκτρονικών επικοινωνιών και ειδικότερα των ευρυζωνικών συνδέσεων, ως βασικού παράγοντα που συμβάλλει στην επίτευξη των στόχων της Λισσαβόνας. Η πρωτοβουλία για την ανάπτυξη [4], η οποία θεσπίστηκε από την Επιτροπή τον Ιούλιο του 2003, υπογραμμίζει την σπουδαιότητα των ευρυζωνικών επικοινωνιών για την οικονομική ευημερία, την ανταγωνιστικότητα και τη δημιουργία θέσεων απασχόλησης.

[4] "Μια πρωτοβουλία για την ανάπτυξη: Επενδύσεις στα διευρωπαϊκά δίκτυα (ΔΕΔ) και σε μεγάλα σχέδια έρευνας και ανάπτυξης (Ε&Α)", SEC(2003) 81309, Ιούλιος 2003, με επακόλουθη ανακοίνωση της Επιτροπής με τίτλο "Μια ευρωπαϊκή πρωτοβουλία για την ανάπτυξη: Επενδύοντας στα δίκτυα και τη γνώση για την ανάπτυξη και την απασχόληση" - Ενδιάμεση έκθεση στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, COM(2003) 579 τελικό, 1η Οκτωβρίου 2003.

Το νέο πλαίσιο είναι σχεδιασμένο κατά τρόπο που να επιτρέπει τις εκ των προτέρων ρυθμίσεις μόνον εφόσον το επίπεδο ανταγωνισμού σε συγκεκριμένες αγορές κριθεί ανεπαρκές κατόπιν ανάλυσης βασιζόμενης στη μεθοδολογία της νομοθεσίας περί ανταγωνισμού. Οι προσφάτως αναδυόμενες αγορές θα πρέπει επίσης να είναι κατά κανόνα απαλλαγμένες από κανονιστικές ρυθμίσεις. Η προσέγγιση αυτή αναμένεται να τονώσει τον ανταγωνισμό σε επίπεδο δικτύων και πλατφορμών, ενώ θα παράσχει στις εθνικές ρυθμιστικές αρχές (ΕΡΑ) τα μέσα για να επιβάλλουν την πρόσβαση σε δίκτυα εφόσον τούτο αιτιολογείται από την έλλειψη ανταγωνιστικής πίεσης σε επιχειρήσεις που κατέχουν δεσπόζουσα θέση.

Άλλες βασικές πτυχές του πλαισίου αποσκοπούν στην στήριξη της προσέγγισης αυτής όσον αφορά τις ρυθμίσεις και την προώθηση των συμφερόντων των καταναλωτών. Στις ΕΡΑ παρέχονται αυξημένες εξουσίες για την προώθηση της ενιαίας ευρωπαϊκής αγοράς στα δίκτυα και υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών. οι παράγοντες της αγοράς δύνανται κατά κανόνα να έχουν πρόσβαση σε αγορές βάσει μιας γενικής άδειας. τα καθεστώτα πρόσβασης και διασύνδεσης βασίζονται σε εμπορικές διαπραγματεύσεις, με την στήριξη των ΕΡΑ που διαθέτουν αυξημένες αρμοδιότητες για να διασφαλίσουν τις διατερματικές επικοινωνίες στην Ευρώπη. και οι πολίτες προστατεύονται από ένα σαφές και συνολικό πλαίσιο κανόνων για τις καθολικές υπηρεσίες και την προστασία της ιδιωτικής ζωής, συμπεριλαμβανομένων των κανόνων για την καταπολέμηση των ανεπίκλητων μηνυμάτων.

1.2. Η εφαρμογή του νέου ρυθμιστικού πλαισίου

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο καθόρισαν την 24η Ιουλίου 2003 ως επίσημη προθεσμία για τη μεταφορά των βασικών διατάξεων του νέου πλαισίου στην εθνική νομοθεσία.

Κατά την 1η Νοεμβρίου, οκτώ μόνο χώρες είχαν λάβει μέτρα για τη μεταφορά στο εθνικό τους δίκαιο, των οδηγιών των σχετικών με το πλαίσιο, την αδειοδότηση, την πρόσβαση και τις καθολικές υπηρεσίες. Οι χώρες αυτές είναι:

Η Δανία, η Ισπανία, η Ιρλανδία, η Ιταλία, η Αυστρία, η Φινλανδία, η Σουηδία και το Ηνωμένο Βασίλειο.

Σε ορισμένες περιπτώσεις, για να διασφαλιστεί η πλήρης μεταφορά απαιτείται επίσης η θέσπιση παραγώγου δικαίου.

Όσον αφορά τα κράτη μέλη που δεν έχουν ακόμα κοινοποιήσει μέτρα μεταφοράς στο εθνικό τους δίκαιο, προβληματίζουν ιδιαίτερα η πιθανή βραδύτητα της νομοθετικής διαδικασίας (Γερμανία, Γαλλία), οι καθυστερήσεις που οφείλονται σε απρόβλεπτες πολιτικές εξελίξεις (Βέλγιο), ή απλά το γεγονός ότι, παρά την υποβολή των σχεδίων, η νομοθετική διαδικασία δεν έχει ακόμα ολοκληρωθεί (Ελλάδα, Λουξεμβούργο, Κάτω Χώρες, Πορτογαλία).

Στις αρχές Οκτωβρίου 2003, κινήθηκε, σύμφωνα με το άρθρο 226 της συνθήκης, η διαδικασία επί παραβάσει κατά των κρατών μελών που δεν είχαν ακόμα θεσπίσει την σχετική νομοθεσία και επομένως δεν είχαν εκπληρώσει την υποχρέωση να ανακοινώσουν στην Επιτροπή τα ληφθέντα μέτρα για τη μεταφορά στο εθνικό τους δίκαιο.

Μέχρι την προθεσμία της 31ης Οκτωβρίου, πέντε χώρες είχαν εγκρίνει μέτρα με σκοπό τη μεταφορά της οδηγίας για τις ηλεκτρονικές επικοινωνίες και την προστασία της ιδιωτικής ζωής στο εθνικό τους δίκαιο. Οι χώρες αυτές είναι:

Η Δανία, η Ισπανία, η Ιταλία, η Αυστρία και η Σουηδία.

Στο Ηνωμένο Βασίλειο, οι σχετικές με την ενσωμάτωση της οδηγίας για τις ηλεκτρονικές επικοινωνίες και την προστασία της ιδιωτικής ζωής, ρυθμίσεις αναμένεται να τεθούν σε ισχύ την 11η Δεκεμβρίου 2003.

Στις 31 Οκτωβρίου, έξι χώρες είχαν κοινοποιήσει μέτρα για τη μεταφορά της οδηγίας για τον ανταγωνισμό στο εθνικό τους δίκαιο. Οι χώρες αυτές είναι:

Η Δανία, η Ιρλανδία, η Ιταλία, η Αυστρία, η Φινλανδία και το Ηνωμένο Βασίλειο. [5]

[5] Το ισπανικό Κοινοβούλιο ενέκρινε στις 16 Οκτωβρίου 2003 μέτρα με σκοπό τη μεταφορά της σχετικής με τον ανταγωνισμό οδηγίας.

1.3. Αγορές για δίκτυα και υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών

Στην τελευταία της έκθεση, η Επιτροπή αναφερόταν στην ασταθή κατάσταση της αγοράς στον τομέα των ηλεκτρονικών επικοινωνιών, η οποία οφείλεται σε πολλούς παράγοντες και μεταξύ άλλων στην παγκόσμια οικονομική ύφεση και στα υψηλά επίπεδα χρέωσης ορισμένων συντελεστών της αγοράς, λόγω άκαιρων επενδύσεων σε δίκτυα υποδομής, στο κόστος των αδειών τρίτης γενιάς (3G) και στις υψηλές τιμές που καταβάλλονται για την απόκτηση άλλων φορέων εκμετάλλευσης, σε άλλες χώρες.

Υπάρχουν ενδείξεις ότι η κατάσταση σταθεροποιείται. Όσον αφορά τον ευρύτερο οικονομικό τομέα, από τις οικονομικές προβλέψεις του φθινοπώρου [6] της Επιτροπής προκύπτει ότι η ΕΕ φαίνεται να έχει εισέλθει σε μια φάση ανάκαμψης. Σύμφωνα με την έκθεση, η εμπιστοσύνη τόσο των επιχειρήσεων όσο και των καταναλωτών βελτιώνεται στο βαθμό που η παγκόσμια οικονομία ανακτά το ρυθμό της, ενώ οι χρηματοοικονομικοί όροι αναμένεται να είναι ευνοϊκοί για την ανάπτυξη.

[6] http://europa.eu.int/comm/economy_finance/ publications/european_economy/2003/ee503en.pdf

Η εν λόγω ανανέωση της εμπιστοσύνης αντανακλάται στην αγορά των ηλεκτρονικών επικοινωνιών.

* Το ποσοστό αύξησης των εσόδων αναμένεται να φθάσει κατά το 2003, σε ονομαστικούς όρους, μεταξύ 3,7% [7] και 4,7% [8].

[7] Πηγή: EITO (Ευρωπαϊκό Παρατηρητήριο Τεχνολογιών των Πληροφοριών) 2003, ενημερωμένα στοιχεία Οκτωβρίου.

[8] Πηγή: IDATE.

* Ο αριθμός των συνδρομητών κινητών υπηρεσιών θα αυξηθεί σε υψηλότερο ποσοστό σε σχέση με το 2002, μολονότι το ποσοστό διείσδυσης σε αρκετές χώρες της ΕΕ πλησιάζει το 90%. Οι υπηρεσίες τρίτης γενιάς είναι πλέον διαθέσιμες σε τέσσερα τουλάχιστον κράτη μέλη.

* Ο αριθμός των σταθερών γραμμών ευρυζωνικής πρόσβασης διπλασιάστηκε μεταξύ του Ιουλίου 2002 και του Ιουλίου 2003. Το μερίδιο της αγοράς των νεοεισερχόμενων αρχίζει να αυξάνεται, το ειδικό βάρος του όμως είναι περιορισμένο και ο ανταγωνισμός στον τομέα των ευρυζωνικών επικοινωνιών εξακολουθεί να είναι ασθενής.

* Ο αριθμός των νέων αδεσμοποίητων γραμμών αυξήθηκε κατά 828 000 μεταξύ του Ιουλίου 2002 και του Ιουλίου 2003. Ο αριθμός αυτός είναι διπλάσιος σε σχέση με το προηγούμενο έτος, εξακολουθεί όμως να είναι χαμηλός ως ποσοστό του συνολικού αριθμού των γραμμών συνδρομητών και η ανάπτυξη της αποδεσμοποίησης του τοπικού βρόχου εξακολουθεί να είναι μάλλον άνιση στην ΕΕ και δεν έχει ακόμα αποκτήσει ταχείς ρυθμούς.

* Η πρόσφατη δυσμενής οικονομική κατάσταση έχει αποθαρρύνει την είσοδο νέων φορέων εκμετάλλευσης του τομέα των σταθερών επικοινωνιών στην αγορά της φωνητικής τηλεφωνίας: ο αριθμός των σημαντικών και ανταγωνιστικών φορέων εκμετάλλευσης σε κάθε εθνική αγορά έχει παραμείνει σχετικά σταθερός. Πολλοί φορείς εκμετάλλευσης έχουν εστιάσει εκ νέου τις δραστηριότητές τους στις εγχώριες αγορές.

* Οι υπάρχοντες φορείς εκμετάλλευσης στο χώρο των σταθερών επικοινωνιών επιδιώκουν κυρίως τη διατήρηση της θέσης που κατέλαβαν στην αγορά κατά τα έτη ανάπτυξης, ιδίως στον τομέα των διεθνών και υπεραστικών κλήσεων, στον οποίο ο ανταγωνισμός ήταν έντονος κατά την πρώτη φάση της απελευθέρωσης. Υπάρχουν ενδείξεις ότι οι ανταγωνιστικές πιέσεις έχουν μεταφερθεί στα τέλη των τοπικών κλήσεων όπου το μερίδιο της αγοράς των κατεστημένων φορέων εκμετάλλευσης σταθερών επικοινωνιών μειώθηκε, κατά μέσον όρο, κατά 6% από το Δεκέμβριο του 2002.

* Τούτο αποτελεί συνέπεια του γεγονότος ότι όλο και περισσότεροι συνδρομητές χρησιμοποιούν για τις τοπικές κλήσεις τους εναλλακτικούς φορείς εκμετάλλευσης. η εναλλακτική αυτή επιλογή παρουσίασε κατά το παρελθόν έτος αύξηση κατά 39%, γεγονός που εν μέρει οφείλεται στην αυξημένη δυνατότητα προεπιλογής φορέα. Επιπλέον, παρά την ύπαρξη μιας τάσης σύγκλισης, εξακολουθεί να υπάρχει ουσιαστική διαφορά μεταξύ της χρησιμοποίησης εναλλακτικών φορέων εκμετάλλευσης για τοπικές κλήσεις (το 25% του συνολικού αριθμού συνδρομητών) και για υπεραστικές/διεθνείς κλήσεις (33%).

* Οι ανταγωνιζόμενοι στην αγορά εναλλακτικοί φορείς εκμετάλλευσης στον τομέα των σταθερών επικοινωνιών, συνεχίζουν να εστιάζουν στις βασικές αγορές τους, είτε στο πλαίσιο της επιλογής ή προεπιλογής φορέα (τα δύο τρίτα των ενεργών φορέων εκμετάλλευσης), είτε στο πλαίσιο της άμεσης πρόσβασης στους χρήστες (το ένα τρίτο των ενεργών φορέων εκμετάλλευσης).

* Από τον Αύγουστο του 2002, το μέσο σταθμισμένο τέλος στην ΕΕ για την απόληξη κλήσεων σε σταθερά δίκτυα έχει μειωθεί ελαφρά σε επίπεδα τοπικής διασύνδεσης και απλής διαβίβασης (μείωση κατά 4% και 6% αντιστοίχως), παρέμεινε όμως σταθερό σε επίπεδο διπλής διαβίβασης.

* Το μέσο σταθμισμένο τέλος στην ΕΕ για απόληξη κλήσεων σε κινητά δίκτυα μειώθηκε κατά 15,3% για τους φορείς εκμετάλλευσης κινητών υπηρεσιών με σημαντική ισχύ στην αγορά, ενώ παρέμεινε σχετικά σταθερό για τους φορείς εκμετάλλευσης κινητών υπηρεσιών χωρίς σημαντική ισχύ στην αγορά. Παρά τις εν λόγω μειώσεις, τα τέλη εξακολουθούν να είναι περισσότερο από εννέα φορές υψηλότερα σε σχέση με το μέσο τέλος διασύνδεσης μεταξύ σταθερών δικτύων (διπλή διαβίβαση).

1.4. Προβλήματα σχετικά με τη ρύθμιση

Η Επιτροπή αναγνωρίζει το τεράστιο έργο που έχουν επιτελέσει τα κράτη μέλη που έχουν προβεί στη μεταφορά του ρυθμιστικού πλαισίου, διασφαλίζοντας παράλληλα την πιστή μεταφορά των βασικών αρχών του στο εθνικό τους δίκαιο.

Εντούτοις, τα εθνικά μέτρα (και τα σχέδια εθνικών μέτρων στην περίπτωση των κρατών μελών που δεν έχουν ακόμα ολοκληρώσει την ενσωμάτωση) δημιουργούν ορισμένα προβλήματα τα οποία η Επιτροπή κρίνει ότι θα πρέπει να αντιμετωπιστούν, προκειμένου να καταστεί δυνατόν να υλοποιηθούν πλήρως οι στόχοι του νέου πλαισίου. Η Επιτροπή θα παρακολουθεί με ιδιαίτερη προσοχή εάν τα κράτη μέλη έχουν εκπληρώσει τις υποχρεώσεις τους σχετικά με:

* τις ευρύτερες εξουσίες και αρμοδιότητες που ανατίθενται στις εθνικές ρυθμιστικές αρχές (ΕΡΑ) βάσει του νέου πλαισίου, με σκοπό την πλήρη επίτευξη των στόχων τους σχετικά με την προώθηση του ανταγωνισμού και την ανάπτυξη της εσωτερικής αγοράς.

* τη μεταβίβαση των καθηκόντων που έχουν ανατεθεί στις ΕΡΑ δυνάμει του πλαισίου, σε αρμόδιους εθνικούς φορείς και τον σαφή καταμερισμό των εν λόγω καθηκόντων, εφόσον κατανέμονται μεταξύ διαφόρων φορέων.

* τη διασφάλιση ότι οι ΕΡΑ θα έχουν στη διάθεσή τους το πλήρες φάσμα των προβλεπόμενων στο νέο πλαίσιο επανορθωτικών μέτρων, εφόσον διαπιστώσουν έλλειψη αποτελεσματικού ανταγωνισμού σε μια συγκεκριμένη αγορά.

* την έγκαιρη ολοκλήρωση των αναλύσεων της αγοράς και της επανεξέτασης των υφιστάμενων υποχρεώσεων από τις ΕΡΑ. Οι αδικαιολόγητες καθυστερήσεις θα έθεταν σε κίνδυνο την συνεπή εφαρμογή του νέου πλαισίου και θα καθυστερούσαν την υλοποίηση της ενιαίας αγοράς στον τομέα των δικτύων και υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών.

* τις αρχές που θα πρέπει να διέπουν τις διαδικασίες παροχής ατομικών δικαιωμάτων για τη χρήση συχνοτήτων.

* το εύρος των καθολικών υπηρεσιών, το οποίο σύμφωνα με το νέο πλαίσιο απαιτείται να καθοριστεί σαφώς, καθώς και την υποχρέωση να δημιουργηθούν ενδεχομένως οι μηχανισμοί για τον ορισμό των φορέων παροχής καθολικών υπηρεσιών και για τη χρηματοδότηση τυχόν αδικαιολόγητων επιβαρύνσεων που θα τους επιβάλλονταν, κατά τρόπο που να ελαχιστοποιούνται οι στρεβλώσεις στην αγορά και να τηρείται η αρχή της αμεροληψίας. Τα εθνικά μέτρα που αποκλίνουν από τον κοινοτικό ορισμό των καθολικών υπηρεσιών, ή που αποκλείουν εκ των πραγμάτων ορισμένους φορείς εκμετάλλευσης από τον ορισμό τους ως φορείς παροχής καθολικών υπηρεσιών, θα θέσουν σε κίνδυνο την επίτευξη του εν λόγω στόχου.

2. ΣΤΟΧΟΙ ΚΑΙ ΜΕΘΟΔΟΛΟΓΙΑ

Μεταξύ του 1997 και του 2002, η Επιτροπή υπέβαλε οκτώ εκθέσεις σχετικά με την εφαρμογή μιας δέσμης οδηγιών για την απελευθέρωση και την εναρμόνιση των αγορών στον τομέα των τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών.

Μετά από επανεξέταση της κατάστασης, η Επιτροπή πρότεινε, κατά το 2000, πέντε νέες οδηγίες για την αντικατάσταση των εικοσιπέντε περίπου μέσων που ίσχυαν, καθώς και μια απόφαση για τη χρήση του ραδιοφάσματος για τις υπηρεσίες επικοινωνιών. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο ενέκριναν στη συνέχεια τις εν λόγω οδηγίες, από τις οποίες οι τέσσερις απαιτείτο να μεταφερθούν στο εθνικό δίκαιο μέχρι τις 24 Ιουλίου 2003. Πρόκειται για τις οδηγίες "πλαίσιο", "αδειοδότηση", "πρόσβαση και διασύνδεση" και "καθολική υπηρεσία και δικαιώματα των χρηστών". [9] Η τελευταία οδηγία, γνωστή ως οδηγία για την προστασία της ιδιωτικής ζωής, ή οδηγία για την προστασία των δεδομένων [10], αναμενόταν να μεταφερθεί στην εθνική νομοθεσία μέχρι τις 31 Οκτωβρίου 2003. Παράλληλα με τη διαδικασία αυτή, η Επιτροπή εξέδωσε οδηγία με βάση το άρθρο 86 της συνθήκης (οδηγία περί ανταγωνισμού), για την ενοποίηση προηγούμενων οδηγιών για την απελευθέρωση της παροχής υπηρεσιών στις εν λόγω αγορές. [11]

[9] Οδηγία 2002/19/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 7ης Μαρτίου 2002, σχετικά με την πρόσβαση σε δίκτυα ηλεκτρονικών επικοινωνιών και συναφείς ευκολίες, καθώς και με τη διασύνδεσή τους. Οδηγία 2002/20/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 7ης Μαρτίου 2002, για την αδειοδότηση δικτύων και υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών. Οδηγία 2002/21/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 7ης Μαρτίου 2002, σχετικά με κοινό κανονιστικό πλαίσιο για δίκτυα και υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών. και οδηγία 2002/22/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 7ης Μαρτίου 2002, για την καθολική υπηρεσία και τα δικαιώματα των χρηστών όσον αφορά δίκτυα και υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών. Όλες οι οδηγίες αυτές δημοσιεύθηκαν στην ΕΕ L 108, της 24.4.2002.

[10] Οδηγία 2002/58/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 12ης Ιουλίου 2002, σχετικά με την επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και την προστασία της ιδιωτικής ζωής στον τομέα των ηλεκτρονικών επικοινωνιών, ΕΕ L 201, της 31.7.2002, σ. 37.

[11] Οδηγία 2002/77/ΕΚ της Επιτροπής, της 16ης Σεπτεμβρίου 2002, για τον ανταγωνισμό στις αγορές τις σχετικές με τα δίκτυα και υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών. ΕΕ L 249, της 17.9.2002, σ. 21.

Η Επιτροπή είναι πεπεισμένη ότι οι τακτικές εκθέσεις σχετικά με την κατάσταση της εφαρμογής των προηγουμένων κανονιστικών ρυθμίσεων και σχετικά με την εξέλιξη της αγοράς, συνέβαλαν στην επιτυχία του εν λόγω τομέα της ευρωπαϊκής οικονομίας. Η παρούσα έκθεση αντικατοπτρίζει την αποφασιστικότητα της Επιτροπής να υιοθετήσει την ίδια αντιμετώπιση σχετικά με το νέο ρυθμιστικό πλαίσιο.

Ο κύριος στόχος της έκθεσης συνίσταται στον εντοπισμό των προβλημάτων όσον αφορά τον τρόπο με τον οποίο οι βασικές πτυχές του νέου πλαισίου έχουν ενσωματωθεί στο εθνικό δίκαιο ή σε νομοθετικά σχέδια για τα κράτη μέλη που δεν το έχουν ακόμα ενσωματώσει. [12] Στην περίπτωση των κρατών μελών που δεν έχουν ακόμα διασφαλίσει τη μεταφορά στο εθνικό τους δίκαιο, η ανάλυση αφορούσε τα πλέον πρόσφατα σχέδια που δημοσιεύθηκαν. Κανένα σχέδιο δεν κοινοποιήθηκε από την Πορτογαλία. Η ανάλυση δεν περιλαμβάνει τα μέτρα ή εθνικά σχέδια σχετικά με την οδηγία για την προστασία της ιδιωτικής ζωής και τις ηλεκτρονικές επικοινωνίες, δεδομένου ότι η προθεσμία μεταφοράς στο εθνικό δίκαιο έληγε μεταγενέστερα. Εντούτοις, λαμβανομένης υπόψη της σπουδαιότητας των θεμάτων τα οποία περιλαμβάνει η οδηγία, όπως είναι η επεξεργασία δεδομένων κίνησης και την ανεπίκλητη αποστολή τηλεομοιοτυπιών και ηλεκτρονικών μηνυμάτων, στο σημείο 5 παρατίθενται τα βασικά στοιχεία της οδηγίας για την προστασία της ιδιωτικής ζωής και τις ηλεκτρονικές επικοινωνίες, για τα οποία η Επιτροπή θα μεριμνήσει ιδιαίτερα ώστε να διασφαλιστεί η αποτελεσματική μεταφορά τους στο εθνικό δίκαιο των κρατών μελών.

[12] ´Οσον αφορά την Ισπανία, η ανάλυση αντικατοπτρίζει τα τελευταία σχέδια που κοινοποιήθηκαν στην Επιτροπή πριν από την έγκριση της νομοθεσίας από το Κοινοβούλιο, στις 16 Οκτωβρίου 2003.

Η αξιολόγηση που θα πραγματοποιήσει η Επιτροπή όσον αφορά τη μεταφορά των βασικών στοιχείων του νέου ρυθμιστικού πλαισίου εκφράζει τη θέση της κατά την 1η Νοεμβρίου 2003, με βάση τα κείμενα που της διαβιβάστηκαν, καθώς και τις διμερείς επαφές με τις εθνικές αρχές. Εντούτοις, το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων είναι τελικά αρμόδιο για να εκτιμήσει εάν τα εθνικά μέτρα μεταφοράς στο εθνικό δίκαιο είναι σύμφωνα με τις υποχρεώσεις των κρατών μελών δυνάμει της συνθήκης.

Επιπλέον, δεδομένου ότι η έκθεση εκπονήθηκε κατά τη στιγμή που το νομοθετικό πλαίσιο στην Κοινότητα βρίσκεται σε εξέλιξη, κάθε εκτίμηση της συμμόρφωσης δεν μπορεί παρά να είναι προσωρινού χαρακτήρα και δεν δύναται να αντιπροσωπεύει μια οριστική θέση της Επιτροπής. Ως εκ τούτου, τα παραρτήματα της παρούσας έκθεσης δεν περιλαμβάνουν, όπως στις προηγούμενες εκθέσεις, ειδικά κεφάλαια για την κάθε χώρα, με λεπτομερή στοιχεία ως προς την κατάσταση εφαρμογής σε κάθε κράτος μέλος.

Η έκθεση παρέχει επίσης βασικά στοιχεία για την αγορά, τα οποία συνοδεύονται από περαιτέρω πληροφορίες στα παραρτήματα 1 και 2. Τα σχετικά με την αγορά στοιχεία έχουν παρασχεθεί από τις ΕΡΑ με βάση ένα ερωτηματολόγιο που έχει καταρτισθεί από τις υπηρεσίες της Επιτροπής. Εφόσον τα χρησιμοποιούμενα δεδομένα τιμολόγησης προέρχονται από άλλες πηγές εκτός των ΕΡΑ, έχουν επικυρωθεί άμεσα από αυτές. Τα σχετικά με την αγορά στοιχεία που χρησιμοποιούνται στην έκθεση καταδεικνύουν την κατάσταση την 1η Αυγούστου 2003, εκτός και αν υπάρχει διαφορετική ένδειξη. Τα παραρτήματα παρουσιάζονται υπό μορφή εγγράφου εργασίας των υπηρεσιών της Επιτροπής.

Η παρουσίαση των δεδομένων που περιλαμβάνονται στην έκθεση και των εκτιμήσεων που αφορούν ρυθμιστικά θέματα και ζητήματα της αγοράς, έχει εξελιχθεί από την πρώτη έκθεση που δημοσιεύθηκε τον Μάιο του 1997. Τα στοιχεία, για παράδειγμα, παρουσιάζονται κατά τρόπο που να ανταποκρίνεται στην ανάγκη να παρασχεθεί μια επισκόπηση των εξελίξεων της αγοράς στα δεκαπέντε κράτη μέλη, υπό μορφή ευκόλως αναγνώσιμη. Σε ορισμένες περιπτώσεις, ιδίως όσον αφορά την εμπορική εκμετάλλευση ευρυζωνικών δικτύων, η παρουσίαση αυτή έχει αποτελέσει το αντικείμενο συζητήσεων στο πλαίσιο της Επιτροπής Επικοινωνιών. Η παρουσίαση αυτή δεν προδικάζει τυχόν δράσεις τις οποίες η Επιτροπή θα μπορούσε να αποφασίσει στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων της δυνάμει της συνθήκης, ή βάσει των οδηγιών που έχουν εγκριθεί δυνάμει της συνθήκης, συμπεριλαμβανομένου του άρθρου 7 της οδηγίας "πλαίσιο". Η παρουσίαση επίσης δεν έχει επιπτώσεις στον καθορισμό των σχετικών αγορών ή την ανάλυση της αγοράς που πραγματοποιείται από τις ΕΡΑ.

3. ΕΞΕΛΙΞΗ ΤΗΣ ΑΓΟΡΑΣ

3.1. Η αγορά των υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών

Η αγορά θα σημειώσει κατά το 2003 αύξηση μεταξύ 3,7% και 4,7% σε ένα μακροοικονομικό πλαίσιο το οποίο βρίσκεται σε φάση σταθεροποίησης.

Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις, η αγορά των ηλεκτρονικών επικοινωνιών θα σημειώσει κατά το τρέχον έτος ονομαστική αύξηση μεταξύ 3,7% [13] και 4,7% [14] . Συγκριτικά, το ποσοστό της αύξησης του ΑΕΠ στην ΕΕ αναμένεται να ανέλθει σε 0,8% (σε ονομαστικούς όρους: 3%) Οι εθνικές αγορές των 15 κρατών μελών θα αντιπροσωπεύουν κατά το 2003 μια συσσωρευμένη αξία υπολογιζόμενη σε 251 δισεκατ. ευρώ. [15]

[13] Πηγή: EITO (Ευρωπαϊκό Παρατηρητήριο Τεχνολογιών των πληροφοριών), 2003, ενημερωμένα στοιχεία Οκτωβρίου.

[14] Πηγή: IDATE.

[15] Στο μέτρο που τα στοιχεία αυτά περιλαμβάνουν τα έσοδα από υπηρεσίες καλωδιακής διανομής, δεν δύνανται να συγκριθούν με τα στοιχεία προηγουμένων εκθέσεων. Οι πέντε τομείς τους οποίους περιλαμβάνουν είναι τηλεφωνικές υπηρεσίες, ίντερνετ και άμεσες υπηρεσίες, υπηρεσίες κινητής τηλεφωνίας, υπηρεσίες μεταγωγής δεδομένων και μισθωμένων γραμμών και υπηρεσίες καλωδιακής τηλεόρασης.

>ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΕ ΓΡΑΦΗΚΟ>

3.2. Κινητή τηλεφωνία

Η συνεχιζόμενη επιτυχία της κινητής τηλεφωνίας

Κατά την 1η Αυγούστου του 2003 υπήρχαν στην ΕΕ 305,6 εκατ. χρήστες κινητών υπηρεσιών. Ο αριθμός των συνδρομητών κινητών υπηρεσιών αυξήθηκε εντονότερα σε σχέση με το 2002 (6%) και το 81% των πολιτών της ΕΕ διαθέτουν πλέον κινητό τηλέφωνο. Για πρώτη φορά σε ένα κράτος μέλος της ΕΕ, το Λουξεμβούργο, ο συνολικός αριθμός των κινητών τηλεφώνων (χρήστες με προπληρωμένες κάρτες ή με συνδρομή) είναι υψηλότερος σε σχέση με τον πληθυσμό (115 τηλέφωνα για 100 κατοίκους).

Το Λουξεμβούργο είναι επίσης η χώρα στην οποία σημειώθηκε η εντονότερη αύξηση του αριθμού συνδρομητών (+16%), ακολουθούμενη από τη Δανία, μια χώρα που παρουσιάζει επίσης υψηλό ποσοστό διείσδυσης (84%). Σε πολλά κράτη μέλη όπου το ποσοστό διείσδυσης πλησιάζει το 90%, έχει σημειωθεί επίσης σημαντική αύξηση των μεγεθών αυτών σε σχέση με το προηγούμενο έτος, μεταξύ 7% και 10%. Τα στοιχεία αυτά έρχονται σε αντίθεση με την κατάσταση στο Βέλγιο και τις Κάτω Χώρες, που παρουσιάζουν (με εξαίρεση τη Γαλλία όπου το ποσοστό βρίσκεται στο 66%) το χαμηλότερο ποσοστό διείσδυσης (73% και 74% αντιστοίχως) και τα χαμηλότερα ποσοστά ετήσιας ανάπτυξης (2% στις Κάτω Χώρες και 4% στο Βέλγιο).

´Οσον αφορά τη θυγατρική του κατεστημένου φορέα εκμετάλλευσης, το μερίδιο της αγοράς έχει αυξηθεί σε τρία κράτη μέλη ενώ στα λοιπά δώδεκα παρουσιάζει μείωση. Ως εκ τούτου, το μερίδιο της αγοράς του δεσπόζοντα [16] φορέα μειώθηκε ελαφρά στο 46,7% των συνδρομητών.

[16] Με εξαίρεση το Ηνωμένο Βασίλειο, ο δεσπόζων φορέας εκμετάλλευσης είναι θυγατρική του κατεστημένου φορέα εκμετάλλευσης σταθερού δικτύου.

Η ανάπτυξη της κινητής τηλεφωνίας στην ΕΕ κατά τη διάρκεια της περιόδου 1998-2003, παρουσιάζει δύο σαφείς φάσεις. Η πρώτη χαρακτηρίζεται από μια ιδιαίτερα ταχεία διείσδυση, με ετήσια αύξηση του ποσοστού διείσδυσης στην ΕΕ, της τάξης του 20%. Κατά την ίδια περίοδο οι ανταγωνιστές απέκτησαν τους περισσότερους πελάτες τους σε βάρος της θυγατρικής του κατεστημένου φορέα εκμετάλλευσης (ή του δεσπόζοντα φορέα στην περίπτωση του Ηνωμένου Βασιλείου) και κατά το 2000 τα μερίδια της αγοράς ήταν ίσα μεταξύ των κατεστημένων φορέων εκμετάλλευσης και των νεοεισερχόμενων. Κατά την δεύτερη φάση, που άρχισε το 2000, η θυγατρική του κατεστημένου φορέα εκμετάλλευσης εξακολούθησε να χάνει μερίδιο της αγοράς, με χαμηλότερο όμως ρυθμό (τα μερίδια μειώθηκαν από το 50% το 2000, στο 48% το 2001 και στο 47% το 2002).

Κατά το 2003, σύμφωνα με την παρατηρηθείσα τάση διατήρησης των θέσεων στην αγορά, η διακύμανση του μεριδίου της αγοράς του δεσπόζοντα φορέα εκμετάλλευσης ήταν λιγότερο σημαντική (0,5%).

Το έργο που θα επιτρέψει την εγκατάσταση των τεχνολογιών, των εφαρμογών και των υπηρεσιών κινητής τηλεφωνίας τρίτης γενεάς ('3G') παρουσιάζει επιτυχή εξέλιξη και η πρώτη εμπορική δημιουργία υπηρεσιών τρίτης γενεάς στην Ευρώπη πραγματοποιήθηκε κατά το πρώτο εξάμηνο του 2003. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις, ο αριθμός των συνδρομητών σε υπηρεσίες 3G ανέρχεται σε 375.000 περίπου στην Ιταλία, 195.000 στο Ηνωμένο Βασίλειο, 12.000 στη Σουηδία και 10.000 στην Αυστρία. Η Επιτροπή παρέχει γενικές κατευθύνσεις στον τομέα αυτόν, στο πλαίσιο δύο αποφάσεων απαλλαγής [17] που εκδόθηκαν τον Απρίλιο και τον Ιούλιο του 2003, στις οποίες εκτίθενται τα όρια εντός των οποίων οι φορείς εκμετάλλευσης του τομέα της κινητής τηλεφωνίας στη Γερμανία και το Ηνωμένο Βασίλειο δύνανται να συνεργάζονται για τον καταμερισμό των δικτύων.

[17] Απόφαση της Επιτροπής, της 30ης Απριλίου 2003, στην περίπτωση αριθ. COMP/38.370 - O2 UK Limited/T-Mobile UK Limited ('UK Network Sharing Agreement'), ΕΕ L200, 7.8.2003, σ. 59. Απόφαση της Επιτροπής της 16ης Ιουλίου 2003 στην περίπτωση αριθ. COMP/38.369 T-Mobile Deutschland/O2 Germany: Network Sharing Rah menvertrag, που δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί.

Τα στοιχεία τα σχετικά με τη διασύνδεση για τον τερματισμό κλήσης σε δίκτυα κινητών επικοινωνιών παρέχονται κατωτέρω, στο κεφάλαιο για τις διασυνδέσεις. ´Οσον αφορά τα διεθνή τιμολόγια περιαγωγής, η Επιτροπή συνεχίζει την έρευνά της σχετικά με τη συμβατότητά τους με τους κανόνες της ΕΕ περί ανταγωνισμού.

>ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΕ ΓΡΑΦΗΚΟ>

3.3. Ευρυζωνική τεχνολογία

Σημαντική αύξηση του αριθμού των ευρυζωνικών γραμμών, το ειδικό βάρος όμως των νεοεισερχόμενων φορέων εκμετάλλευσης παραμένει περιορισμένο

Εμπορική εκμετάλλευση της ευρυζωνικής τεχνολογίας στην ΕΕ

Κατά τα τέλη του Ιουνίου 2003 υπήρχαν 17,5 εκατ. ευρυζωνικές [18] συνδέσεις στην ΕΕ. Από τις συνδέσεις αυτές, 12,46 εκατ. ήταν γραμμές DSL (το 71% του συνόλου), ενώ 4,1 εκατ. ήταν γραμμές πρόσβασης μέσω καλωδιακού διαποδιαμορφωτή (το 24% του συνόλου). Οι λοιπές 0,9 εκατ. γραμμές (το 5%) χρησιμοποιούσαν άλλες τεχνολογίες, κυρίως το δορυφόρο και τις οπτικές ίνες.

[18] Χωρητικότητα ευρείας ζώνης: χωρητικότητα ίση ή μεγαλύτερη από 144 Kbit/s.

Οι ευρυζωνικές συνδέσεις έχουν σχεδόν διπλασιασθεί σε σχέση με τα 9 εκατ. ευρυζωνικές γραμμές που υπήρχαν τον Ιούλιο του 2002. Η ανάπτυξη ήταν εντονότερη κατά την περίοδο από τον Ιανουάριο έως τον Ιούλιο του 2003. Κατά την περίοδο αυτή, προστίθεντο καθημερινά περισσότερες από 25.000 νέες ευρυζωνικές γραμμές.

>ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΕ ΓΡΑΦΗΚΟ>

Ανταγωνισμός στην ευρυζωνική αγορά

Νέοι φορείς εκμετάλλευσης δύνανται να παράσχουν ευρυζωνικές υπηρεσίες μέσω ιδιόκτητων εναλλακτικών πλατφορμών ή με τη χρήση του δικτύου του κατεστημένου φορέα εκμετάλλευσης.

Η καλωδιακή πρόσβαση αποτελεί επί του παρόντος τη βασική εναλλακτική τεχνολογική πλατφόρμα που χρησιμοποιείται από νέους φορείς εκμετάλλευσης για την παροχή ευρυζωνικής πρόσβασης, η δυνατότητα όμως αυτή παρέχεται στις χώρες που είναι εφοδιασμένες με δίκτυα καλωδιακής διανομής, τα οποία απαιτείται να αναβαθμιστούν.

Στις χώρες όπου δεν έχουν αναπτυχθεί εναλλακτικές τεχνολογικές πλατφόρμες (ιδίως καλωδιακές), η ανάπτυξη της τεχνολογίας DSL εξαρτάται από την χρήση των εγκαταστάσεων και δικτύων τα οποία κατέχουν οι καταστημένοι φορείς εκμετάλλευσης. Για το λόγο αυτόν οι ρυθμίσεις της ΕΕ σχετικά με την ευρυζωνική πρόσβαση επικεντρώνονται στην αδεσμοποίητη πρόσβαση σε τοπικές γραμμές [19] (πλήρως αδεσμοποίητος τοπικός βρόχος και μεριζόμενη πρόσβαση στην τοπική γραμμή) και στις διάφορες μορφές πρόσβασης σε δίκτυα [20] (δυφιορρευματική τεχνική και μεταπώληση), και στις δύο περιπτώσεις με σκοπό τη διευκόλυνση της εισόδου στην αγορά και της ανάπτυξης του ανταγωνισμού στην αγορά πρόσβασης σε δίκτυα υψηλών ταχυτήτων. Όπως αναφέρεται στην 8η έκθεση εφαρμογής, η Επιτροπή έχει τονίσει το συμπληρωματικό ρόλο που διαδραματίζουν η πλήρης αποδεσμοποίηση, η μεριζόμενη πρόσβαση και η δυφιορρευματική πρόσβαση στη διαδικασία που αποσκοπεί στη διεύρυνση του ανταγωνισμού σε επίπεδο τοπικής πρόσβασης και στην ανάπτυξη της πρόσβασης στην ευρυζωνική τεχνολογία.

[19] Οι φορείς εκμετάλλευσης με σημαντική ισχύ στην αγορά είναι υποχρεωμένοι να δημοσιεύουν μια προσφορά αναφοράς για την αδεσμοποίητη πρόσβαση στον τοπικό βρόχο τους και τις σχετικές εγκαταστάσεις. Οι τιμές για την αδεσμοποίητη πρόσβαση πρέπει να είναι βασισμένες στο κόστος.

[20] Οι φορείς εκμετάλλευσης με σημαντική ισχύ στην αγορά οφείλουν να παράσχουν στους λοιπούς στοιχεία και μέσα ειδικής πρόσβασης στο δίκτυο, διασφαλίζοντας τους ίδιους όρους και την ίδια ποιότητα με εκείνη που παρέχουν για τις δικές τους υπηρεσίες ή τις υπηρεσίες των θυγατρικών ή εταίρων τους.

Η αύξηση του αριθμού των ευρυζωνικών γραμμών ενισχύθηκε σημαντικά από τις γραμμές DSL και τις γραμμές μέσω καλωδιακού διαποδιαμορφωτή, μολονότι η υπεροχή των τεχνολογιών DSL έχει αυξηθεί, από το 67,6% του συνόλου των γραμμών τον Ιούλιο του 2002, στο 71,1% κατά το τρέχον έτος. ´Οσον αφορά τις γραμμές DSL, υπάρχουν ενδείξεις ότι η είσοδος νέων φορέων εκμετάλλευσης στην αγορά αρχίζει να εντείνεται, παρά το γεγονός ότι εξακολουθεί να είναι περιορισμένη. Τον Ιούλιο του 2002, το 85,6% των γραμμών DSL ανήκε στους κατεστημένους φορείς εκμετάλλευσης. Τον Ιούλιο του 2003, το ποσοστό αυτό μειώθηκε στο 77%. Το μερίδιο των νεοεισερχόμενων στην αγορά, για όλες τις τεχνολογίες ευρείας ζώνης, βελτιώνεται στην Ισπανία, τη Γαλλία, την Ιταλία, τη Φινλανδία και τη Σουηδία. Στο Βέλγιο, τη Δανία, τις Κάτω Χώρες, την Πορτογαλία και το Ηνωμένο Βασίλειο, υπάρχουν ενδείξεις ότι ο κατεστημένος φορέας εκμετάλλευσης ανακτά ένα μερίδιο της αγοράς και στη Γερμανία ο κατεστημένος φορέας εκμετάλλευσης εξακολουθεί να κατέχει το 93% του συνόλου των ευρυζωνικών γραμμών. Κατά κανόνα, η κατάσταση σχετικά με τον ανταγωνισμό στον τομέα των ευρυζωνικών συνδέσεων είναι ασθενέστερη εκεί όπου υπάρχει έλλειψη ανταγωνισμού από εναλλακτικές πλατφόρμες όπως είναι το καλώδιο. Η Επιτροπή θα παρακολουθεί δραστήρια την εξέλιξη του ανταγωνισμού στον τομέα αυτόν και θα παρεμβαίνει εφόσον παρίσταται ανάγκη για την προστασία του ανταγωνισμού.

Στις 16 Ιουλίου του 2003, η Επιτροπή εξέδωσε απόφαση [21] στο πλαίσιο μιας διαδικασίας δυνάμει του άρθρου 82 της συνθήκης, κατά της Wanadoo, θυγατρικής της France Telecom, κρίνοντας ότι εφάρμοζε υπερβολικές τιμές για τις γραμμές ADSL που προορίζονταν για το ευρύ κοινό. Η καταχρηστική αυτή πρακτική τερματίσθηκε τον Οκτώβριο του 2002 με την έναρξη της ισχύος νέων τιμών χονδρικής πώλησης από την France Telecom, οι οποίες ήταν κατώτερες από το 30% σε σχέση με τις προηγούμενες τιμολογήσεις. ´Εκτοτε, η γαλλική αγορά της πρόσβασης ίντερνετ υψηλής ταχύτητας παρουσιάζει ανάπτυξη πολύ ταχύτερη και περισσότερο ισορροπημένη.

[21] Απόφαση της Επιτροπής, της 16ης Ιουλίου 2003 στην περίπτωση αριθ. COMP/38.233 - Wanadoo Interactive. "´Ιντερνετ υψηλών ταχυτήτων: η Επιτροπή επιβάλλει στην Wanadoo πρόστιμο για κατάχρηση δεσπόζουσας θέσης" - Ανακοίνωση τύπου της Επιτροπής IP/03/1025.

>ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΕ ΓΡΑΦΗΚΟ>

>ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΕ ΓΡΑΦΗΚΟ>

>ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΕ ΓΡΑΦΗΚΟ>

Αποδεσμοποίηση του τοπικού βρόχου

´Οσον αφορά την αποδεσμοποίηση, μεταξύ του Ιουλίου 2002 και του Ιουλίου 2003 διαχωρίστηκαν 828 000 νέες γραμμές, έναντι 400 000 αδεσμοποίητων γραμμών μόνον μεταξύ του Οκτωβρίου 2001 και του Οκτωβρίου 2002. Η σημαντική αυτή αύξηση δεν προέκυψε μόνο από πλήρη αποδεσμοποίηση, όπως συνέβη κατά τα προηγούμενα έτη. Οι 171.000 γραμμές κοινής χρήσης που διατίθενται σήμερα αντιπροσωπεύουν το 6% όλων των γραμμών νεοεισερχόμενων φορέων DSL, έναντι του 1,5% τον Οκτώβριο του 2002. Η ανάπτυξη της αποδεσμοποίησης του τοπικού βρόχου εξακολουθεί να είναι σχετικά άνιση στην ΕΕ και αρχίζει μόλις να επιταχύνεται. Στη Γερμανία αντιστοιχούν σε ποσοστό μεγαλύτερο από το 63% των αδεσμοποίητων γραμμών [22] και περισσότερο από το 95% των αδεσμοποίητων γραμμών συγκεντρώνονται σε έξι χώρες (τη Γερμανία, την Ιταλία, τη Δανία, τη Φινλανδία, τις Κάτω Χώρες και τη Σουηδία). Στα λοιπά κράτη μέλη η αποδεσμοποίηση του τοπικού βρόχου εξακολουθεί να βρίσκεται σε χαμηλά επίπεδα.

[22] Θα πρέπει να σημειωθεί το γεγονός ότι δεν χρησιμοποιούνται όλες οι πλήρως αποδεσμοποιημένες γραμμές για την παροχή υπηρεσιών ευρείας ζώνης . Στη Γερμανία, μόλις το 20 τοις εκατό περίπου των δεσμοποιημένων γραμμών χρησιμοποιούνται προς το σκοπό αυτό.

Παρά την αύξηση του αριθμού των πλήρως αδεσμοποίητων γραμμών, μόνο το 19% των ευρυζωνικών γραμμών νεοεισερχόμενων φορέων, οι οποίες προορίζονται για τη λιανική αγορά και χρησιμοποιούν το δίκτυο των κατεστημένων φορέων εκμετάλλευσης, είναι πλήρως αποδεσμοποιημένες γραμμές. Η μεταπώληση είναι η πλέον συνήθης μέθοδος (το 51% των γραμμών DSL των νεοεισερχόμενων φορέων), ακολουθούμενη από την πρόσβαση σε υψηλές ταχύτητες (24,3%). Μεταξύ του Ιουλίου 2002 και του Ιουλίου 2003, η αγορά χονδρικής αυξήθηκε κατά 1.660.000 νέες μεταπωληθείσες γραμμές, δηλαδή διπλασιάστηκε σε σχέση με το συνολικό αριθμό των πλήρως αδεσμοποίητων γραμμών.

Οι τιμές για την αποδεσμοποίηση μειώθηκαν κατά τη διάρκεια του παρελθόντος έτους και το μέσο μηνιαίο συνολικό κόστος της πλήρους αποδεσμοποίησης στην ΕΕ (μηνιαία μίσθωση και τέλος σύνδεσης αποσβεσμένο κατά τη διάρκεια του έτους) ανέρχεται σήμερα σε 19,4 ευρώ είναι δηλαδή κατά 9,5% φθηνότερο σε σχέση με το 2002. Η μείωση των τιμών ήταν ιδιαίτερα αισθητή στην περίπτωση της μεριζόμενης πρόσβασης, δηλαδή 28%, ενώ το μέσο μηνιαίο τέλος για την ΕΕ μειώθηκε από 15,9 ευρώ το 2002 σε 11,4 ευρώ κατά το τρέχον έτος. Τούτο αποτελεί ενδεχομένως την αιτιολόγηση της αύξησης κατά 241% του αριθμού των γραμμών μεριζόμενης πρόσβασης που διατέθηκαν από τους νεοεισερχόμενους φορείς στους πελάτες τους, μεταξύ του Ιανουαρίου και του Ιουλίου, μολονότι το επίπεδο εκκίνησης ήταν πράγματι ιδιαίτερα χαμηλό. Η αύξηση αυτή συγκεντρώνεται σε 5 χώρες (τη Δανία, τη Γαλλία, τις Κάτω Χώρες, τη Φινλανδία και τη Σουηδία). Η μείωση των τιμών ευνόησε ίσως την επέκταση αδεσμοποίητων γραμμών.

Παρά την πτώση των τιμών για την πλήρη αποδεσμοποίηση στη Γερμανία, η Επιτροπή εξέδωσε, στις 21 Μαΐου 2002, σύμφωνα με το άρθρο 82 της συνθήκης, απόφαση [23] με την οποία καταδικαζόταν η στρατηγική τιμολόγησης από μέρους της Deutsche Telekom σχετικά με την τοπική πρόσβαση στο δίκτυο σταθερής τηλεφωνίας. Στην απόφαση αυτή, η Επιτροπή βασίστηκε στη διαπίστωση ότι η Deutsche Telekom προέβαινε σε συμπίεση των περιθωρίων εφαρμόζοντας για τους νέους φορείς εκμετάλλευσης υψηλότερα τέλη χονδρικής για την πρόσβαση στον τοπικό βρόχο, σε σχέση με το λιανικό τιμολόγιο που επέβαλε στους συνδρομητές της. Η απόφαση αυτή αποδεικνύει την πρόθεση της Επιτροπής να λάβει μέτρα με βάση τους αντιμονοπωλιακούς κανόνες για να διατηρήσει μακροπρόθεσμα την ανταγωνιστικότητα στην αγορά.

[23] Απόφαση της Επιτροπής, της 21ης Μαΐου 2003 στις υποθέσεις COMP/37.451, 37.578 και 37.579: 'Η Επιτροπή επιβάλλει πρόστιμο στην Deutsche Telekom για την εφαρμογή καταχρηστικών τελών πρόσβασης στον τοπικό βρόχο" - Ανακοινωθέν τύπου της Επιτροπής IP/03/717.

>ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΕ ΓΡΑΦΗΚΟ>

Διείσδυση της ευρυζωνικής τεχνολογίας στην ΕΕ

>ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΕ ΓΡΑΦΗΚΟ>

Η κατάταξη των χωρών ΕΕ με βάση το ποσοστό ευρυζωνικής διείσδυσης, που υπολογίζεται με βάση τον συνολικό αριθμό των ευρυζωνικών γραμμών ανά 100 κατοίκους, θα είναι χρήσιμη για την ανάλυση της εξέλιξης της ευρυζωνικής αγοράς στην ΕΕ. Τρεις χώρες θα πρέπει να αποκλεισθούν από την κατάταξη αυτή, είτε λόγω της έλλειψης στοιχείων για το 2002 (Λουξεμβούργο), είτε λόγω της ιδιαίτερα περιορισμένης παρουσίας ευρυζωνικών γραμμών στην αγορά (Ελλάδα και Ιρλανδία).

α) Χώρες με ποσοστό διείσδυσης της τάξης του 10%

Τον Ιούλιο του 2003, τα κράτη μέλη με το υψηλότερο επίπεδο διείσδυσης ήταν το Βέλγιο, η Δανία, οι Κάτω Χώρες και η Σουηδία, με ποσοστό διείσδυσης της τάξης του 10%. Οι χώρες αυτές, που βρίσκονταν ήδη στην κορυφή της κατάταξης κατά το παρελθόν έτος, παρουσίασαν επίσης την εντονότερη αύξηση (2,7 ποσοστιαίες μονάδες κατά μέσο όρο) του ποσοστού διείσδυσης κατά τους τελευταίους 12 μήνες. Ο πληθυσμός των εν λόγω χωρών ανέρχεται μεταξύ 5 και 10 εκατομμυρίων κατοίκων.

Με εξαίρεση τη Δανία, όπου το 70% των ευρυζωνικών γραμμών είναι γραμμές DSL, στις άλλες τρεις χώρες φαίνεται να υπάρχει ανταγωνισμός με βάση τον εξοπλισμό. Οι εναλλακτικοί φορείς εκμετάλλευσης χρησιμοποιούν ιδίως αποκλειστικές πλατφόρμες (κυρίως τα δίκτυα καλωδιακών επικοινωνιών) που είχαν ήδη αναπτυχθεί για τη μεταφορά σημάτων τηλεόρασης. Το μερίδιο των κατεστημένων φορέων στο σύνολο της ευρυζωνικής αγοράς ποικίλλει ανάλογα με τη χρήση εναλλακτικών πλατφορμών και κατά συνέπεια είναι χαμηλότερο από το μέσο όρο της ΕΕ.

Από τα στοιχεία τα σχετικά με το Βέλγιο και τις Κάτω Χώρες προκύπτει ότι εκεί όπου υπάρχει ανταγωνισμός με βάση τον εξοπλισμό, υπάρχουν ενδείξεις ότι νεοεισερχόμενοι φορείς έχουν λιγότερα κίνητρα για να εισέλθουν στην αγορά DSL και το μερίδιο των κατεστημένων φορέων στην αγορά των γραμμών DSL είναι υψηλότερο σε σχέση με το μέσο όρο της ΕΕ. Περισσότερο από το 84% των γραμμών DSL ανήκουν στους κατεστημένους φορείς, ενώ ο μέσος όρος στην ΕΕ είναι 77%.

β) Χώρες με ποσοστό διείσδυσης μεταξύ 4% και 7%

Η δεύτερη ομάδα περιλαμβάνει τη Γερμανία, την Ισπανία, τη Γαλλία και το Ηνωμένο Βασίλειο, με ποσοστό διείσδυσης της τάξης του 4%, καθώς και την Αυστρία και τη Φινλανδία όπου το ποσοστό διείσδυσης είναι περίπου 7%. Το ποσοστό διείσδυσης στην εν λόγω δεύτερη ομάδα αυξήθηκε κατά 2 εκατοστιαίες μονάδες περίπου. Η αύξηση του αριθμού ευρυζωνικών γραμμών ήταν επακόλουθη των συνδέσεων DSL, με εξαίρεση την Αυστρία και την Ισπανία.

Στην Αυστρία και το Ηνωμένο Βασίλειο, υπάρχει μια εναλλακτική πλατφόρμα και η τεχνολογία DSL αντιπροσωπεύει το 40% του συνολικού αριθμού των ευρυζωνικών γραμμών. Στις εν λόγω δύο χώρες, οι κατεστημένοι φορείς εκμετάλλευσης έχουν διατηρήσει το μερίδιό τους στη συνολική αγορά ευρυζωνικών γραμμών, το οποίο είναι της τάξης του 30%. Θα πρέπει να σημειωθεί το γεγονός ότι στο Ηνωμένο Βασίλειο το μερίδιο των κατεστημένων φορέων εκμετάλλευσης γραμμών DSL είναι το χαμηλότερο στην ΕΕ, ενώ στην Αυστρία είναι πάνω από το μέσον όρο της ΕΕ.

Εξάλλου, η τεχνολογία DSL δεσπόζει στην Ισπανία, τη Γαλλία και τη Φινλανδία, όπου αντιπροσωπεύει το 70% έως 80% όλων των ευρυζωνικών γραμμών, καθώς και στη Γερμανία όπου το 99% των ευρυζωνικών γραμμών είναι του τύπου DSL. Στις τρεις πρώτες χώρες, οι νεοεισερχόμενοι φορείς εκμετάλλευσης έχουν αυξήσει κάπως το μερίδιό τους στην αγορά (7% κατά μέσο όρο), ενώ στη Γερμανία οι κατεστημένοι φορείς εκμετάλλευσης διατήρησαν τον έλεγχο της ευρυζωνικής αγοράς (93% του συνολικού αριθμού των γραμμών).

γ) Χώρες με ποσοστό διείσδυσης κάτω του 3%

Οι χώρες στην τρίτη ομάδα έχουν ποσοστό διείσδυσης της τάξης του 2,6%. Η αύξηση του ποσοστού διείσδυσης ήταν στις χώρες αυτές μικρότερη (1,5 εκατοστιαία μονάδα) σε σχέση με τις λοιπές χώρες. Στην Πορτογαλία, όπου υπάρχει τεχνολογικός ανταγωνισμός, παρά το γεγονός ότι στις χώρες αυτές οι κατεστημένοι φορείς εκμετάλλευσης εξασφαλίζουν την πρόσβαση στην ευρεία ζώνη τόσο με τη χρήση της τεχνολογίας DSL όσο και μέσω καλωδίου. Στην Ιταλία, το 88% του συνόλου των ευρυζωνικών συνδέσεων είναι γραμμές DSL. ´Οπως και για την υπόλοιπη ΕΕ, η τεχνολογία DSL ενέτεινε την κυριαρχία της κατά τους τελευταίους μήνες και οι νέοι φορείς εκμετάλλευσης αύξησαν κατά 4% το μερίδιό τους στην ευρυζωνική αγορά.

3.4. Φορείς εκμετάλλευσης σταθερών τηλεπικοινωνιών

Ανταγωνισμός και σταδιακή απελευθέρωση ενός πρώην μονοπωλιακού τομέα

Μετά τη μαζική είσοδο στην αγορά που χαρακτήρισε την πρώτη φάση απελευθέρωσης (+113% μεταξύ του 1998 και του 2001), ο αριθμός των φορέων εκμετάλλευσης στους οποίους δόθηκε η άδεια να διασφαλίσουν την παροχή δημοσίων τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών στην Ευρώπη, άρχισε να μειώνεται. Τον Αύγουστο του 2003 υπήρχαν στην ΕΕ συνολικά 1.202 φορείς εκμετάλλευσης εξουσιοδοτημένοι να παράσχουν υπηρεσίες φωνητικής τηλεφωνίας για το κοινό (269 τοπικοί και 933 εθνικοί φορείς εκμετάλλευσης) και 1.484 φορείς εκμετάλλευσης δημόσιου δικτύου (555 τοπικοί και 929 εθνικοί φορείς εκμετάλλευσης).

Από τον Αύγουστο 2002, ο αριθμός των δυνητικών συντελεστών της αγοράς παρέμεινε σχετικά σταθερός στην αγορά της φωνητικής τηλεφωνίας, ενώ ο αριθμός των φορέων εκμετάλλευσης δημόσιων δικτύων μειώθηκε κατά 5% [24]

[24] Ο αριθμός των εξουσιοδοτημένων φορέων εκμετάλλευσης έφθασε στο υψηλότερο σημείο το 2001, με 1.352 εξουσιοδοτημένους φορείς εκμετάλλευσης να παρέχουν υπηρεσίες φωνητικής τηλεφωνίας και 1.583 φορείς εκμετάλλευσης δημόσιων δικτύων.

Η αδυναμία της οικονομίας γενικώς επιβράδυνε την είσοδο νέων φορέων εκμετάλλευσης στην αγορά, οδήγησε σε ορισμένες πτωχεύσεις και αύξησε τις συγχωνεύσεις επιχειρήσεων. Θα πρέπει να υπογραμμισθεί το γεγονός ότι ο στόχος των περισσοτέρων νέων φορέων εκμετάλλευσης είναι η επιχειρηματική αγορά, παρά το γεγονός ότι έχει πληγεί έντονα από τις επιπτώσεις της παρούσας στασιμότητας της οικονομίας. Οι φορείς που παραμένουν στην αγορά έχουν αρχίσει να αναδιοργανώνουν τις δραστηριότητές τους, να οργανώνουν ορθολογικά τον τρόπο λειτουργίας τους και να επικεντρώνονται στις βασικές αγορές τους. Μόνο οι μεγάλοι όμιλοι, οι οποίοι είναι κατά κανόνα παρόντες στην αγορά τόσο των κινητών όσο και των σταθερών επικοινωνιών, έχουν εξακολουθήσει να στοχεύουν στη μαζική αγορά των σταθερών επικοινωνιών.

Ο αριθμός των εγκεκριμένων φορέων εκμετάλλευσης αποτελεί απλώς μια ένδειξη του δυναμικού ανταγωνιστικότητας στην αγορά και όχι το υφιστάμενο επίπεδο του ανταγωνισμού. Από τους 1.202 φορείς εκμετάλλευσης που είναι νομίμως εξουσιοδοτημένοι να παρέχουν υπηρεσίες φωνητικής τηλεφωνίας στην ΕΕ (δηλαδή εκείνοι οι οποίοι διαθέτουν μεμονωμένη έγκριση/άδεια ή υπόκεινται σε διαδικασία κοινοποίησης/εγγραφής), λιγότερη από τους μισούς (περίπου 500) έχουν ξεκινήσει την άσκηση δραστηριοτήτων, ως επί το πλείστον αποκλειστικά σε τοπική κλίμακα ή για επιχειρήσεις. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι το ένα τρίτο των φορέων εκμετάλλευσης που εξασφαλίζουν υπηρεσίες τοπικών κλήσεων, είναι αποκλειστικά τοπικοί φορείς εκμετάλλευσης.

Ως εκ τούτου, ο πραγματικός αριθμός των ανταγωνιστών σε κάθε εθνική μαζική αγορά σταθερών επικοινωνιών είναι σαφώς χαμηλότερος τόσο σε σχέση με τον αριθμό των εξουσιοδοτημένων φορέων όσο και από τον αριθμό των ενεργών φορέων εκμετάλλευσης. Κατά κανόνα, στη μεγάλη πλειοψηφία των χωρών της ΕΕ δεν υπάρχουν περισσότεροι από 3 έως 4 μεγάλοι ανταγωνιστικοί φορείς στον τομέα της δημόσιας φωνητικής τηλεφωνίας.

3.5. Το μερίδιο αγοράς της φωνητικής τηλεφωνίας

Κατάργηση των μονοπωλίων

Η πρόσφατη περίοδος οικονομικής αστάθειας της αγοράς έχει επηρεάσει τις εμπορικές στρατηγικές των φορέων εκμετάλλευσης, οι οποίοι αποσκοπούν πλέον ως επί το πλείστον στη διατήρηση της θέσης που απέκτησαν κατά τα πρόσφατα έτη ανάπτυξης της αγοράς. [25] Τούτο είναι ιδιαίτερα προφανές για την διεθνή αγορά φωνητικής τηλεφωνίας, στην οποία εμφανίστηκε έντονος ανταγωνισμός κατά την πρώτη φάση της απελευθέρωσης. Το μερίδιο του κατεστημένου φορέα εκμετάλλευσης στην αγορά αυτή μειώθηκε κατά 15% σε ορισμένες χώρες στην περίοδο 1999-2000, μειώνεται όμως πλέον με βραδύτερους ρυθμούς (κατά μέσο όρο κατά 2,5% ετησίως στην ΕΕ από το Δεκέμβριο του 2000) και σταθεροποιήθηκε στο 62% το Δεκέμβριο του 2002.

[25] Τα στοιχεία δεν είναι συγκρίσιμα με εκείνα των προηγουμένων εκθέσεων και τούτο για πολλούς λόγους: (1) τα στοιχεία για τα έτη 2000 και 2001 ενημερώθηκαν με βάση τα αναθεωρημένα στοιχεία που διαβιβάστηκαν από τα κράτη μέλη. (2) ο μέσος όρος για την ΕΕ δεν είναι πλέον απλώς μέσος όρος αλλά σταθμισμένος μέσος όρος.

To μέσο μερίδιο των κατεστημένων φορέων [26] στην αγορά, στην ΕΕ, για τις υπεραστικές κλήσεις εμφανίζεται σήμερα να έχει σταθεροποιηθεί στο 70% περίπου. Μεταξύ του Δεκεμβρίου 2000 και του Δεκεμβρίου 2001 παρατηρήθηκε μείωση κατά 3,3%, ενώ από το παρελθόν έτος η μείωση περιορίστηκε στο 1,6%. [27]

[26] Σταθμισμένος μέσος όρος με βάση τα έσοδα από δραστηριότητες της λιανικής.

[27] Τα στοιχεία δεν είναι συγκρίσιμα με εκείνα των προηγουμένων εκθέσεων και τούτο για πολλούς λόγους: (1) τα στοιχεία των ετών 2000 και 2001 έχουν ενημερωθεί με βάση τα διορθωμένα στοιχεία που διαβιβάστηκαν από τα κράτη μέλη. (2) ο μέσος όρος για την ΕΕ δεν είναι πλέον ένας απλώς μέσος όρος αλλά σταθμισμένος μέσος όρος.

Κατά μέσο όρο το μερίδιο των κατεστημένων φορέων στην αγορά της ΕΕ για τις κλήσεις σε κινητά δίκτυα (69% τον Δεκέμβριο του 2002) μειώνεται επίσης σε βραδύτερο ρυθμό σε σχέση με το παρελθόν, παρά το γεγονός ότι οι ανταγωνιστικές πιέσεις εξακολουθούν να υφίστανται. Σε απόλυτους όρους μειώθηκε κατά 6,6% για την περίοδο από τον Δεκέμβριο του 2000 έως τον Δεκέμβριο του 2001 και μόλις κατά 4% από τον Δεκέμβριο του 2001 έως τον Δεκέμβριο του 2002.

Μέρος της ανταγωνιστικής πίεσης φαίνεται πλέον ότι έχει μεταφερθεί προς την αγορά τοπικών κλήσεων (που περιλαμβάνει τις τοπικές τηλεφωνικές κλήσεις και την τοπική πρόσβαση στο διαδίκτυο) και, από τον Δεκέμβριο του 2001 έως τον Δεκέμβριο του 2002, το μερίδιο των κατεστημένων φορέων στην αγορά μειώθηκε από 87% σε 81%. Τούτο οφείλεται πιθανότατα στην δυνατότητα προεπιλογής του φορέα, που σήμερα υπάρχει σε όλα τα κράτη μέλη, και την αποτελεσματικότερη εφαρμογή, η οποία έχει οδηγήσει σε αύξηση του αριθμού των πελατών που επιλέγουν έναν άλλον φορέα εκμετάλλευσης ως αρχική επιλογή για όλους τους τύπους κλήσεων, συμπεριλαμβανομένων των τοπικών κλήσεων. Ο δεύτερος λόγος θα μπορούσε να είναι η ένταση του ανταγωνισμού στην αγορά του ίντερνετ, με αποτέλεσμα τον περιορισμό του μεριδίου του κατεστημένου φορέα στην αγορά για τοπικές κλήσεις στο ίντερνετ.

Επιπλέον, το γεγονός ότι εμμένουν οι διαφορές μεταξύ των μεριδίων στην αγορά όσον αφορά τις τοπικές κλήσεις και εκείνων που αφορούν τις υπεραστικές και διεθνείς κλήσεις, αποδεικνύει τα προβλήματα που εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν οι νεοεισερχόμενοι στην τοπική αγορά, λόγω των ανεπαρκών δυνατοτήτων πρόσβασης.

Θα πρέπει να σημειωθεί το γεγονός ότι στις χώρες που καθιέρωσαν πρώτα την προεπιλογή του φορέα εκμετάλλευσης, ο κατεστημένος φορέας τείνει να εφαρμόζει στρατηγικές με σκοπό τη διατήρηση και την ανάκτηση της πελατείας του, περιορίζοντας τις δυνατότητες των νεοεισερχόμενων να αυξήσουν την πελατεία τους. Στην Ιρλανδία για παράδειγμα η αρχική έντονη αύξηση της προεπιλογής φορέα εκμετάλλευσης (CSP), δεδομένου ότι το 10% περίπου των γραμμών PSTN έγιναν γραμμές CSP κατά τους 12 πρώτους μήνες δραστηριότητας, έδωσε τη θέση της στη στασιμότητα και ο κατεστημένος φορέας εκμετάλλευσης εκτιμά σήμερα ότι ανέκτησε περίπου το 59% του συνόλου της πελατείας που είχε απωλέσει.

>ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΕ ΓΡΑΦΗΚΟ>

3.6. Επιλογή του καταναλωτή

Οφέλη για τους καταναλωτές από τον αυξημένο αριθμό φορέων εκμετάλλευσης στην αγορά σταθερών επικοινωνιών

Οι πελάτες των κατεστημένων φορέων εκμετάλλευσης είναι όλο και περισσότερο ενήμεροι της δυνατότητας χρησιμοποίησης άλλου φορέα παροχής υπηρεσιών εκτός του κατεστημένου φορέα, είτε με ένα πρόθεμα επιλογής πριν από κάθε κλήση (επιλογή του φορέα εκμετάλλευσης), είτε επιλέγοντας τη διαβίβαση όλων των κλήσεων αρχικά προς το δίκτυο ενός άλλου φορέα εκμετάλλευσης (προεπιλογή του φορέα). Οι δυνατότητες που προσφέρονται στους χρήστες περιλαμβάνουν επίσης την άμεση πρόσβαση μέσω της ενσύρματης/ασύρματης πρόσβασης άλλων φορέων ή μέσω αποδεσμοποίητων τοπικών βρόχων, μισθωμένων από τον κατεστημένο φορέα εκμετάλλευσης.

Τον Αύγουστο του 2003, το 33% των συνδρομητών στην ΕΕ χρησιμοποιούσε έναν εναλλακτικό φορέα παροχής υπηρεσιών για τις υπεραστικές και διεθνείς κλήσεις τους, ενώ μόνο το 25% χρησιμοποιούσαν εναλλακτικούς φορείς παροχής υπηρεσιών για τοπικές κλήσεις. [28] Παράλληλα, η άμεση πρόσβαση από εναλλακτικούς φορείς παροχής υπηρεσιών χρησιμοποιήθηκε από το 6% των συνδρομητών στην ΕΕ.

[28] Η επιλογή φορέα δεν αποκλείει τη δυνατότητα χρησιμοποίησης του κατεστημένου φορέα εκμετάλλευσης.

Από το προηγούμενο έτος, το ποσοστό των συνδρομητών που χρησιμοποιούν έναν εναλλακτικό φορέα παροχής υπηρεσιών έχει αυξηθεί κατά 16% για την άμεση πρόσβαση, κατά 12% για τις υπεραστικές /διεθνείς κλήσεις και κατά 39% για τις τοπικές κλήσεις. Η αυξανόμενη χρησιμοποίηση εναλλακτικών φορέων εκμετάλλευσης για τοπικές κλήσεις οφείλεται εν μέρει στην περισσότερο διαδεδομένη προεπιλογή φορέα. Επιπλέον, παρά την τάση σύγκλισης, το ποσοστό διείσδυσης των νέων φορέων εκμετάλλευσης εξακολουθεί να παρουσιάζει σημαντική απόκλιση μεταξύ της χρησιμοποίησης εναλλακτικών φορέων εκμετάλλευσης για τοπικές κλήσεις και για υπεραστικές/διεθνείς κλήσεις.

>ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΕ ΓΡΑΦΗΚΟ>

3.7. Διασύνδεση

Θεμιτή χρήση του δικτύου του κατεστημένου φορέα εκμετάλλευσης

Διασύνδεση μεταξύ σταθερών δικτύων

Η κατάσταση των υπηρεσιών διασύνδεσης, ιδίως το επίπεδο των τελών, έχει καθοριστικές επιπτώσεις στις δυνατότητες πρόσβασης στην αγορά υπό ανταγωνιστικές συνθήκες και στην βιωσιμότητα του ανταγωνισμού μεταξύ επιχειρήσεων που παρέχουν υπηρεσίες στον τομέα των ηλεκτρονικών επικοινωνιών. Οι τρεις τομείς που αναφέρονται λεπτομερώς αποτελούν ουσιαστικά στοιχεία για τη διασφάλιση της συνέχισης της ανταγωνιστικής πίεσης σε επιχειρήσεις με σημαντική ισχύ στην αγορά και κατά συνέπεια για την έμμεση επίδραση στο επίπεδο ποιότητας και τιμής των παρεχόμενων προϊόντων λιανικής, με βάση τις εν λόγω υπηρεσίες διασύνδεσης. Η διασύνδεση παραμένει επομένως στο επίκεντρο των προσπαθειών για κανονιστικές ρυθμίσεις.

Από τον Αύγουστο του 2000, το σταθμισμένο μέσο τέλος στην ΕΕ για τον τερματισμό κλήσης σε δίκτυα σταθερών επικοινωνιών μειώθηκε κατά 32% για την απλή διαβίβαση, κατά 22% σε τοπικό επίπεδο και κατά 16% για τη διπλή διαβίβαση. Οι μειώσεις αυτές παρατηρήθηκαν κυρίως κατά την περίοδο μέχρι τον Αύγουστο του 2002. κατά το παρελθόν έτος το επίπεδο των τελών διασύνδεσης εμφανίζεται σταθεροποιημένο (περίπου 5% για τη διασύνδεση στη λιανική αγορά και σε επίπεδο απλής διαβίβασης και κατά 3% για τη διπλή διαβίβαση). Οι αποκλίσεις των τιμών μεταξύ χωρών εξακολουθούν να είναι σημαντικές, ιδίως σε επίπεδο διπλής διαβίβασης, ενώ παρουσιάζουν ακόμα και αύξηση κατά τα τελευταία τρία έτη.

Οι βασικές διακυμάνσεις που παρατηρήθηκαν από το παρελθόν έτος συνίστανται σε σαφή μείωση των τελών στο Λουξεμβούργο (-29% για την τοπική και την απλή διαβίβαση και -20% για τη διπλή διαβίβαση), στη Δανία (-17% για την τοπική διαβίβαση και -28% για τη διπλή διαβίβαση), καθώς και στην Ιταλία και την Ιρλανδία, όπου σημειώθηκε γενική μείωση κατά 14% και 10% αντιστοίχως, σε όλα τα επίπεδα διασύνδεσης.

Τα τέλη διασύνδεσης για τη διπλή διαβίβαση έχουν αυξηθεί σημαντικά στην Ελλάδα (+35%), η οποία καταλαμβάνει πλέον τη δεύτερη θέση μεταξύ των χωρών με τα υψηλότερα τέλη.

>ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΕ ΓΡΑΦΗΚΟ>

Διασύνδεση για τον τερματισμό κλήσης σε κινητά δίκτυα

Τον Αύγουστο του 2003, το μέσο σταθμισμένο τέλος διασύνδεσης για τον τερματισμό κλήσης σε κινητά δίκτυα, ανερχόταν σε 15,93 λεπτά του ευρώ για τους 16 ευρωπαϊκούς φορείς εκμετάλλευσης κινητών επικοινωνιών, οι οποίοι ορίστηκαν από τις ΕΡΑ ως διαθέτοντες σημαντική ισχύ στην εθνική αγορά διασύνδεσης. Για τους λοιπούς 34 φορείς εκμετάλλευσης κινητών επικοινωνιών (που καλύπτουν το 55% της αγοράς της ΕΕ) ανερχόταν σε 18,98 λεπτά του ευρώ.

Η απόκλιση των τελών μεταξύ των δύο κατηγοριών φορέων εκμετάλλευσης αυξήθηκε κυρίως κατά το παρελθόν έτος, λόγω της λήψης κανονιστικών μέτρων από τις ΕΡΑ για να επιβάλουν στους φορείς εκμετάλλευσης με σημαντική ισχύ στην αγορά τη διαμόρφωση των τιμών σε συνάρτηση με το κόστος. Από τον Αύγουστο του 2002, τα τέλη διασύνδεσης για τους φορείς εκμετάλλευσης που διαθέτουν σημαντική ισχύ στην αγορά μειώθηκαν κατά 15,3%, ενώ για τους λοιπούς φορείς εκμετάλλευσης αυξήθηκαν ελαφρά.

´Εκτοτε, οι εντονότερες μειώσεις των τελών παρατηρήθηκαν στην Ιταλία (-25% για έναν φορέα εκμετάλλευσης με σημαντική ισχύ στην αγορά), στη Γαλλία και την Ισπανία (περίπου -18% για τους δύο φορείς εκμετάλλευσης με σημαντική ισχύ στην αγορά,), στην Ιρλανδία (-13% για έναν φορέα εκμετάλλευσης με σημαντική ισχύ στην αγορά), στο Βέλγιο (-14% για έναν φορέα εκμετάλλευσης με σημαντική ισχύ στην αγορά), και στην Ελλάδα, όπου τα τέλη μειώθηκαν περίπου κατά 9% για τους τέσσερις φορείς εκμετάλλευσης χωρίς σημαντική ισχύ στην αγορά, μετά από παρέμβαση των ΕΡΑ.

Εξάλλου, τα τέλη διασύνδεσης από σταθερά δίκτυα σε κινητά έχουν αυξηθεί στις Κάτω Χώρες κατά 10% για έναν φορέα εκμετάλλευσης.

Η διαφορά μεταξύ του επίπεδου των τελών για τους φορείς εκμετάλλευσης με σημαντική ισχύ στην αγορά και εκείνους χωρίς σημαντική ισχύ στην αγορά, δύνανται να αιτιολογηθούν από την αύξηση του αριθμού των φορέων με σημαντική ισχύ στην αγορά (οι οποίοι αντιπροσωπεύουν πλέον το 45% των συνδρομητών στην ΕΕ, σε σύγκριση με 41% κατά το 2002), κυρίως όμως από την υποχρέωση να καθορίζουν οι φορείς εκμετάλλευσης με σημαντική ισχύ στην αγορά τα τέλη διασύνδεσης σε συνάρτηση με το κόστος. Θα πρέπει να σημειωθεί το γεγονός ότι ακόμη και για τους φορείς εκμετάλλευσης χωρίς σημαντική ισχύ στην αγορά [29], τα τέλη διασύνδεσης καθορίζονται σε ορισμένες περιπτώσεις από τις ΕΡΑ, ιδίως στο πλαίσιο μιας παρέμβασης που αιτιολογείται με βάση μια έρευνα σχετική με τον ανταγωνισμό ή για να επιβληθεί ένα ανώτατο όριο για τις τιμές, κατά τρόπο που να αποφεύγεται η υπερβολική τιμολόγηση Επιπλέον, σε ορισμένες χώρες, οι ΕΡΑ παρεμβαίνουν επίσης στη διαμόρφωση των τελών των φορέων εκμετάλλευσης χωρίς σημαντική ισχύ στην αγορά, για παράδειγμα για να επιλύσουν κάποια διαφορά μεταξύ συντελεστών της αγοράς. Θα πρέπει να σημειωθεί το γεγονός ότι παρά την μείωση των τελών διασύνδεσης, το επίπεδο των τελών παραμένει κατά μέσο όρο περισσότερο από 9 φορές υψηλότερο σε σχέση με το μέσο τέλος διασύνδεσης μεταξύ σταθερών δικτύων (διπλή διαβίβαση)

[29] Επί του παρόντος, 6 χώρες δεν έχουν ορίσει φορείς εκμετάλλευσης με σημαντική ισχύ στην εθνική αγορά διασύνδεσης : η Γερμανία, το Λουξεμβούργο, οι Κάτω Χώρες, η Αυστρία, η Πορτογαλία και το Ηνωμένο Βασίλειο.

Μισθωμένες γραμμές διασύνδεσης

Για τους φορείς εκμετάλλευσης δικτύων και τους προμηθευτές υπηρεσιών, οι μισθωμένες γραμμές αποτελούν τη βασική υποδομή μεταφοράς, στην οποία βασίζονται οι υπηρεσίες τους, ενώ οι μεγάλες επιχειρήσεις τις χρησιμοποιούν για τη σύνδεση των θέσεών τους σε ολόκληρο τον κόσμο και για τη διασφάλιση της εσωτερικής φωνητικής επικοινωνίας και της διαβίβασης δεδομένων.

Οι νεοεισερχόμενοι δεν είναι πάντοτε σε θέση να παράσχουν πλήρεις μισθωμένες γραμμές για την κάλυψη των αναγκών των πελατών τους και εξαρτώνται συχνά από τον κατεστημένο φορέα εκμετάλλευσης για να παράσχουν ένα μισθωμένο κύκλωμα για μικρές αποστάσεις (το οποίο ονομάζεται "τμήμα κυκλώματος μισθωμένης γραμμής"), με σκοπό τη διασφάλιση της σύνδεσης μεταξύ των εγκαταστάσεων του πελάτη και του δικτύου του νεοεισερχόμενου.

Σύμφωνα με τις οδηγίες "μισθωμένες γραμμές" [30] και "διασύνδεση" [31], οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές ήταν υποχρεωμένες να επιβάλουν ορισμένες υποχρεώσεις όσον αφορά τη διαφάνεια, την αμεροληψία και την κοστοστρέφεια για ορισμένες υπηρεσίες, και ιδίως για τις υπηρεσίες μισθωμένων γραμμών, οι οποίες παρέχονται από φορείς εκμετάλλευσης που έχουν κοινοποιηθεί ως φορείς εκμετάλλευσης με σημαντική ισχύ στην αγορά.

[30] Οδηγία 92/44/EΟΚ του Συμβουλίου, της 5ης Ιουνίου 1992 σχετικά με την εφαρμογή της παροχής ανοικτού δικτύου στις μισθωμένες γραμμές (ΕΕ L 165, 19.6.1992, σ. 27), όπως τροποποιήθηκε τελευταία με την απόφαση 80/98/EΚ της Επιτροπής (ΕΕ L 14, 20.1.1998, σ. 27).

[31] Οδηγία 97/33/EΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 30ης Ιουνίου 1997, για τη διασύνδεση στο χώρο των τηλεπικοινωνιών προκειμένου να διασφαλιστεί καθολική υπηρεσία και διαλειτουργικότητα, με εφαρμογή των αρχών παροχής ανοικτού δικτύου (ONP) (ΕΕ L 199, 26.7.1997, σ. 32), όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 98/61/EΚ (ΕΕ L 268, 3.10.1998, σ. 37).

Τα ανώτατα όρια των ποσών της μηνιαίας μίσθωσης μερικών κυκλωμάτων μισθωμένων γραμμών, που παρέχονται από κοινοποιηθέντες φορείς εκμετάλλευσης, ίσχυσαν μεταξύ του 1999 και του 2002. Οι εν λόγω τιμές καθορίστηκαν με σύγκριση των δεδομένων των κοινοποιηθέντων φορέων εκμετάλλευσης σε όλα τα κράτη μέλη και με τον εντοπισμό του κράτους μέλους που είχε την τρίτη χαμηλότερη τιμή και καθόριζε την τιμή ου ανωτάτου ορίου. [32]

[32] Παρά το γεγονός ότι το ανώτατο όριο δεν χρησιμοποιείται πλέον, ήταν ιδιαίτερα χρήσιμο μέσο για τη συγκριτική αξιολόγηση της επιτευχθείσας προόδου όσον αφορά τη μείωση των τιμών χονδρικής για τη διασύνδεση μισθωμένων γραμμών. Κατά συνέπεια, χρησιμοποιείται στην παρούσα έκθεση για να επισημανθεί η επιτευχθείσα πρόοδος.

´Οσον αφορά τα κυκλώματα 64 Kbit/s και 2 Mbit/s, η μέση τιμή μειώθηκε από το 2001. Η μείωση αυτή ήταν σταδιακή στην περίπτωση των κυκλωμάτων 64 Kbit/s κατά την περίοδο 2001-2003, ενώ ήταν σημαντικότερη μεταξύ του 2001 και του 2002 στην περίπτωση των κυκλωμάτων των 2 Mbit/s. Η απόκλιση από την ανώτατη τιμή για τα κυκλώματα 2 Mbit/s σημείωσε πτώση από το 46,50% στο 7,3%. Σε πραγματικούς όρους τούτο σημαίνει ότι η μέση σταθμισμένη τιμή για τη μηνιαία μίσθωση ενός μερικού κυκλώματος μισθωμένης γραμμής 2 Mbit/s μειώθηκε από 512,75 ευρώ το 2001 σε 375,54 ευρώ.

´Οσον αφορά τα κυκλώματα 34 Mbit/s, η μέση σταθμισμένη τιμή στην ΕΕ κατά το 2002 βρισκόταν στο επίπεδο της τρίτης χαμηλότερης τιμής. Τούτο σημαίνει ότι παρατηρήθηκαν σημαντικές μειώσεις τιμών μεταξύ του 2001 και του 2002. Οι μειώσεις αυτές των τιμών εξακολούθησαν κατά το τρέχον έτος, από μια μέση τιμή ύψους 2,023 κατά το 2001 σε 1,636 ευρώ κατά το 2003 για τα κυκλώματα 2 χλμ. και από 2,933 ευρώ σε 2,250 ευρώ στην περίπτωση των κυκλωμάτων 5 χλμ.

Εντούτοις, εξακολουθούν να υπάρχουν σοβαρά προβλήματα στον τομέα των τιμών. Για τα κυκλώματα 64 Kbit/s, οι τιμές στα 10 κράτη μέλη εξακολουθούν να είναι πάνω από το ανώτατο όριο που καθορίστηκε το 1999, ενώ όσον αφορά τις τιμές για τα κυκλώματα 2 Mbit/s σε 7 κράτη μέλη και τις τιμές για τα κυκλώματα 34 Mbit/s σε 3 κράτη μέλη εξακολουθούν να ευρίσκονται πάνω από τα εν λόγω ανώτατα όρια.

Επίσης, η διακύμανση των τιμών που εφαρμόζονται για τα μερικά δίκτυα μισθωμένων γραμμών από το ένα κράτος μέλος στο άλλο, εξακολουθεί να είναι ιδιαίτερα σημαντική σε σχέση με τις τιμές λιανικής των μισθωμένων γραμμών. Για τις εν λόγω διαφορετικές χωρητικότητες, η τιμή στο κράτος μέλος με τις υψηλότερες τιμές είναι έως και 15 φορές υψηλότερη σε σχέση με το κράτος μέλος με τις χαμηλότερες τιμές. ´Οσον αφορά τις προθεσμίες παράδοσης, παρατηρούνται επίσης σημαντικές διακυμάνσεις μεταξύ των κρατών μελών όπως διαπιστώνεται στην ´Εκθεση του 2002 για τις μισθωμένες γραμμές. [33]

[33] COCOM03-42.

3.8. Τιμολόγια σταθερής τηλεφωνίας

Ο ανταγωνισμός στον τομέα οδήγησε σε μείωση των τιμολογίων για τους καταναλωτές [34]

[34] Λεπτομερή στοιχεία για τα τιμολόγια της σταθερής τηλεφωνίας (συμπεριλαμβανομένης της μίσθωσης γραμμών) και τα τιμολόγια της κινητής τηλεφωνίας (συμπεριλαμβανομένων των κλήσεων από κινητό σε κινητό), παρέχονται στο παράρτημα 1, καθώς και στην ετήσια έκθεση της ΓΔ "Κοινωνία της πληροφορίας" για τα τιμολόγια:

Η δυναμική εξέλιξη των τιμολογίων της σταθερής φωνητικής τηλεφωνίας, η οποία τονίσθηκε σε προηγούμενες εκθέσεις, εξακολούθησε και κατά το 2003. Παρά το γεγονός ότι διατηρήθηκε η πτωτική τάση, ο ρυθμός της επιβραδύνθηκε αισθητά κατά το 2003 σε σχέση με τα προηγούμενα έτη, δεδομένου ότι αντιπροσωπεύει λιγότερο από το ήμισυ σε σχέση με το 2002. Η τάση αυτή είναι ενιαία τόσο στις εθνικές όσο και τις διεθνείς κλήσεις.

Εθνικές κλήσεις - στοιχεία από τη δέσμη των εθνικών τιμών

H εκτίμηση αυτή βασίζεται σε στοιχεία από τη δέσμη των τιμών Teligen/OOΣΑ. [35] Τα ποσοστά μείωσης ήταν υψηλότερα κατά τα έτη αμέσως μετά την απελευθέρωση της αγοράς στον τομέα της σταθερής φωνητικής τηλεφωνίας, δηλαδή το 1998. από το 2000, ο ρυθμός μείωσης επιβραδύνθηκε σημαντικά. Μεταξύ του 2002 και του 2003, η μέση μηνιαία δαπάνη ενός οικιακού και ενός επαγγελματία χρήστη για τοπικές κλήσεις (η κατηγορία περιλαμβάνει τοπικές και υπεραστικές κλήσεις καθώς και σταθερά τέλη) μειώθηκε κατά 0,3% και 0,5% αντιστοίχως. Κατά την πενταετή περίοδο από το άνοιγμα των αγορών στον τομέα της φωνητικής τηλεφωνίας, η μηνιαία σταθμισμένη δαπάνη στην ΕΕ για εθνικές κλήσεις από οικιακούς χρήστες μειώθηκε κατά 13,5%. κατά την ίδια περίοδο, η συνολική μείωση της μηνιαίας σταθμισμένης δαπάνης στην ΕΕ για εθνικές κλήσεις από επαγγελματίες χρήστες σχεδόν διπλασιάσθηκε φθάνοντας σε 22,7%.

[35] Η μέθοδος της δέσμης τιμών ΟΟΣΑ επιτρέπει τον υπολογισμό των μέσων μηνιαίων δαπανών ενός συνήθους ευρωπαίου καταναλωτή. Υποθέτουμε ότι ο χρήστης χρησιμοποιεί την εθνική υπηρεσία δημόσιου τηλεφωνικού δικτύου μεταγωγής (PSTN) από τον κατεστημένο φορέα εκμετάλλευσης. Η δομή της εθνικής δέσμης PSTN για τον ΟΟΣΑ προβλέπει 14 αποστάσεις (από 3 έως 490 χλμ) και 6 περιόδους της ημέρας (4 τις εργάσιμες ημέρες και 2 τα σαββατοκύριακα), όλες με χωριστές σταθμίσεις. Η διάρκεια της κλήσης κυμαίνεται ανάλογα με τις αποστάσεις και τη στιγμή της ημέρας. Συμπεριλαμβάνονται τα πάγια τέλη, καθώς και το ανάλογο μηνιαίο τέλος μίσθωσης και το 1/5 των τελών εγκατάστασης.

>ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΕ ΓΡΑΦΗΚΟ>

Διεθνείς κλήσεις - στοιχεία από τη διεθνή δέσμη τιμών [36]

[36] Η διεθνής δέσμη τιμών PSTN, όταν χρησιμοποιείται χωριστά, αντικατοπτρίζει το κόστος μιας κλήσης, υπολογιζόμενο με βάση τη μέθοδο στάθμισης που περιγράφεται κατωτέρω. Δεν συμπεριλαμβάνονται τα πάγια τέλη.

Μεταξύ του 2003 και του 2002, το μέσο κόστος μιας διεθνούς κλήσης μειώθηκε κατά 4% για τους οικιακούς χρήστες, δηλαδή ελαφρά περισσότερο σε σχέση με την περίοδο μεταξύ 2002 και 2001. Το μέσο κόστος μειώθηκε από 0,7 σε 0,67 ευρώ (συμπεριλαμβανομένου του ΦΠΑ). ´Οσον αφορά το μέσο κόστος μιας διεθνούς κλήσης για τους επιχειρηματικούς χρήστες, η μείωση είναι ανάλογη με εκείνη του κόστους των οικιακών κλήσεων (4%), με μέση τιμή 0,98 ευρώ (εκτός ΦΠΑ). Κατά την περίοδο 1998-2003, το μέσο κόστος μιας διεθνούς κλήσης μειώθηκε αισθητά, δηλαδή κατά 45% για τους επιχειρηματικούς χρήστες και κατά 42% για τους οικιακούς χρήστες.

>ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΕ ΓΡΑΦΗΚΟ>

3.9. Αριθμοδότηση

Επιπτώσεις της φορητότητας του αριθμού στην ενίσχυση του ανταγωνισμού στις αγορές σταθερών και κινητών επικοινωνιών

Η φορητότητα των κινητών αριθμών κατέστη υποχρεωτική στην ΕΕ μόλις με την έναρξη της ισχύος του νέου κανονιστικού πλαισίου, στις 25 Ιουλίου του 2003. Εντούτοις, τα περισσότερα κράτη μέλη είχαν ήδη θεσπίσει πριν από την εν λόγω ημερομηνία την φορητότητα των κινητών αριθμών, με σκοπό να εντείνουν τον ανταγωνισμό στην αγορά των κινητών επικοινωνιών. Η πρωτοβουλία αυτή αποδείχθηκε ιδιαίτερα επιτυχής σε ορισμένα κράτη μέλη: το ποσοστό φορητότητας των αριθμών κινητής τηλεφωνίας έφθασε το 11% στη Δανία και το 5% στις Κάτω Χώρες, στη Σουηδία και το Ηνωμένο Βασίλειο. Σε απόλυτους αριθμούς, περί τα 6 εκατ. αριθμών έχουν φορητότητα στην Ευρώπη, δηλαδή περίπου το 2% όλων των κινητών αριθμών. Η Αυστρία είναι η μοναδική χώρα όπου δεν διατίθεται φορητότητα κινητού αριθμού: πρόσφατα έχει υιοθετηθεί το παράγωγο δίκαιο, αλλά οι κινητοί αριθμοί δεν θα μπορέσουν να έχουν φορητότητα πριν από το 2004.

Η φορητότητα κινητών αριθμών αποτελεί βασικό μέσο για την ενίσχυση του ανταγωνισμού σε μια αγορά όπου ο αριθμός των παραγόντων είναι περιορισμένος. Μέχρι σήμερα, η υποχρέωση να αλλάξουν αριθμό οι καταναλωτές ήταν κυρίως ο λόγος που τους απέτρεπε να αλλάξουν φορέα εκμετάλλευσης. Λόγω της άρσης του εμποδίου αυτού, οι τιμές αναμένεται να μειωθούν σταδιακά στα κράτη μέλη, χάρη στον αυξημένο ανταγωνισμό.

Η φορητότητα σταθερών αριθμών αποτελεί ικανοποιητικό δείκτη της έντασης του ανταγωνισμού στον τομέα των υπηρεσιών σταθερής τηλεφωνίας. Οι επιπτώσεις της αρχίζουν μόλις να γίνονται αισθητές στην αγορά, σε ορισμένα κράτη μέλη. Για άλλη μια φορά η Δανία έρχεται πρώτη με 13% μεταφερόμενων αριθμών. το Βέλγιο (11%), οι Κάτω Χώρες (7%) και η Ισπανία (4%) έχουν επίσης ικανοποιητικές επιδόσεις. Στην Ιταλία και τη Γαλλία, η φορητότητα σταθερών αριθμών έχει εφαρμοσθεί σε περιορισμένο μέγεθος αριθμών, γνώρισε όμως ταχεία άνοδο (5πλάσιοι αριθμοί το 2003 σε σχέση με το 2002).

Η επιτυχία της φορητότητας σταθερών αριθμών φαίνεται να έχει άμεση σχέση με την τιμολόγηση που επιβάλλεται από τον κατεστημένο φορέα εκμετάλλευσης για την φορητότητα αριθμών. Σε όλα τα κράτη μέλη όπου παρατηρείται σημαντική πρόοδος ως προς την φορητότητα σταθερών αριθμών, τα τέλη δεν υπερβαίνουν τα 10 ευρώ. Αντίθετα, στην Ιρλανδία, την Αυστρία και τη Σουηδία, όπου τα τέλη υπερβαίνουν τα 17 ευρώ, ισχύει η φορητότητα για ελάχιστους αριθμούς.

>ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΕ ΓΡΑΦΗΚΟ>

3.10. Ψηφιακή τηλεόραση

>ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΕ ΓΡΑΦΗΚΟ>

Η κοινοτική αγορά ψηφιακής τηλεόρασης παρουσιάζει σημάδια ανάκαμψης, μετά τη σημαντική επιβράδυνση της ανάπτυξης που σημειώθηκε κατά το 2002 (λόγω της δυσχερούς γενικής κατάστασης στον τομέα των πληροφοριών και των επικοινωνιών, η οποία χαρακτηρίστηκε από περιορισμένη διάθεση κεφαλαίου). Το ποσοστό διείσδυσης της ψηφιακής τηλεόρασης στα νοικοκυριά αυξήθηκε από 18% περίπου σε 22% περίπου κατά τη διάρκεια του 2003. Η πτώση των τιμών των αποκωδικοποιητών ενίσχυσε την ελκυστικότητα της επίγειας ψηφιακής τηλεόρασης για τους καταναλωτές [37] και η συνεκτικότερη προσέγγιση για την εμπορική εκμετάλλευση της ψηφιακής τηλεόρασης μέσω ελεύθερης εναέριας μετάδοσης φαίνεται να δίνει ικανοποιητικά αποτελέσματα σε πολλά κράτη μέλη (Ηνωμένο Βασίλειο, Φινλανδία).

[37] Υπενθυμίζεται ότι η επίγεια ψηφιακή τηλεόραση προσφέρει συνήθως περί τα 30 κανάλια έναντι 100 ή περισσότερων καναλιών που διατίθενται στη ψηφιακή δορυφορική τηλεόραση ή τις καλωδιακές πλατφόρμες.

Η επιτευχθείσα πρόοδος σχετικά με την ψηφιακή τηλεόραση ποικίλλει σημαντικά από το ένα κράτος μέλος στο άλλο (τα ποσοστά διείσδυσης κυμαίνονται μεταξύ ποσοστού μικρότερου του 5% έως άνω του 50%), παρά το γεγονός ότι παραμένει ιδιαίτερα δυσχερής η παροχή αξιόπιστων στοιχείων σχετικά με το ποσοστό ανάπτυξης και διείσδυσης για το σύνολο της ΕΕ. Πολλοί παράγοντες καθυστερούν την ανάπτυξη της αγοράς. Μέχρι σήμερα, η ψηφιακή τηλεόραση οφείλει κυρίως την ανάπτυξή της στην εξέλιξη της συνδρομητικής τηλεόρασης μέσω δορυφόρου (χάρη στη στροφή των συνδρομητών προς τις ψηφιακές υπηρεσίες σε βάρος των αναλογικών υπηρεσιών), που προσφέρει πολυκαναλικά προγράμματα και όπου οι φορείς εκμετάλλευσης παρεμβαίνουν χρηματοοικονομικά στην αγορά αποκωδικοποιητών. Το αναπτυξιακό δυναμικό της συνδρομητικής τηλεόρασης υπό την παρούσα μορφή της, είναι ωστόσο περιορισμένο (ιδιαίτερα στις χώρες που είναι εφοδιασμένες με καλωδιακή τηλεόραση, όπου οι χρήστες επωφελούνται ήδη από την πολυκαναλική προσφορά) και, συνολικά, το ενδιαφέρον για τα προγράμματα κλήσης μειώνεται. Παρά το γεγονός ότι όλες οι πλατφόρμες πλήττονται από οικονομικά προβλήματα, οι φορείς εκμετάλλευσης καλωδιακών επικοινωνιών φαίνονται σήμερα να πλήττονται περισσότερο. Σημαντικά προβλήματα είναι η έλλειψη στρατηγικής στραμμένης προς το μέλλον, εναρμονισμένης και συντονισμένης μεταξύ των παραγόντων της αγοράς και των κρατών μελών για την καθιέρωση της ψηφιακής τηλεόρασης σε ολόκληρη την ΕΕ. [38]

[38] Για περισσότερες πληροφορίες σχετικά με το καθεστώς της ψηφιακής τηλεόρασης στην ΕΕ και ορισμένες επιλογές πολιτικής, μπορείτε να ανατρέξετε στην: Ανακοίνωση της Επιτροπής στο Συμβούλιο, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, την Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή και την Επιτροπή των Περιφερειών σχετικά με τη μετάβαση από τις αναλογικές στις ψηφιακές ραδιοτηλεοπτικές εκπομπές (από την ψηφιακή "μετάβαση" στην "κατάργηση" της αναλογικής μετάδοσης), COM(2003) 541 τελικό, της 17ης Σεπτεμβρίου 2003.

Τα στοιχεία τα σχετικά με την ανάπτυξη των διαφόρων πλατφορμών διαβίβασης καταδεικνύουν ότι η ψηφιακή δορυφορική τηλεόραση εξακολουθεί να παραμένει ο βασικός μηχανισμός διασύνδεσης και αντιπροσωπεύει περί το 70% του συνόλου της αγοράς ψηφιακής τηλεόρασης, ενώ περισσότερο από το 65% των νοικοκυριών με δορυφορική τηλεόραση, είναι εφοδιασμένα με ψηφιακή τηλεόραση. Η διείσδυση της δορυφορικής ψηφιακής τηλεόρασης συνεχίζει να αυξάνεται και οι ψηφιακές δορυφορικές υπηρεσίες ελεύθερης εναέριας μετάδοσης έχουν πλέον σημαντική επιρροή. Η ψηφιακή καλωδιακή τηλεόραση αντιπροσωπεύει λιγότερο από το 20% του συνόλου της αγοράς ψηφιακής τηλεόρασης και μεταξύ των νοικοκυριών που διαθέτουν καλωδιακή τηλεόραση μόλις το 13% έχει ψηφιακή τηλεόραση. Οι τρέχουσες χρηματοοικονομικές δυσχέρειες τις οποίες αντιμετωπίζουν οι φορείς εκμετάλλευσης καλωδιακής τηλεόρασης σε ολόκληρη την Ευρώπη, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι οι συνδρομητές τους έχουν ήδη πολυκαναλική επιλογή στο πλαίσιο των αναλογικών μέσων και την έλλειψη σαφούς στρατηγικής για την εξάπλωση της ψηφιακής καλωδιακής τηλεόρασης, είχαν ως αποτέλεσμα τον περιορισμό της ανάπτυξης της ψηφιακής καλωδιακής τηλεόρασης, ενώ στις Ηνωμένες Πολιτείες η καλωδιακή τηλεόραση διαδραματίζει κύριο λόγο. [39] Το ποσοστό διείσδυσης της ψηφιακής τηλεόρασης διπλασιάσθηκε κατά το παρελθόν έτος, φθάνοντας το 2,5% του συνόλου των νοικοκυριών της ΕΕ, τα οποία είναι εφοδιασμένα με τηλεόραση, χάρις κυρίως στην επιτυχία της ψηφιακής τηλεόρασης με ελεύθερη εναέρια μετάδοση στο Ηνωμένο Βασίλειο, λόγω της καθιέρωσης της επίγειας πλατφόρμας βάσει μιας προσφοράς υπηρεσιών που διασφαλίζονται αποκλειστικά μέσω της ελεύθερης εναέριας μετάδοσης. Η Φινλανδία έχει επίσης επιτύχει να δώσει μια έντονη ώθηση στην ψηφιακή τηλεόραση ελεύθερης εναέριας μετάδοσης. Παρά το γεγονός ότι οι κύριες πλατφόρμες για την λειτουργία της ψηφιακής τηλεόρασης είναι η δορυφορική, η καλωδιακή και η επίγεια, αναπτύσσονται νέες τεχνολογίες όπως είναι η ψηφιακή τηλεόραση μέσω ADSL, που έχει ήδη καθιερωθεί σε ορισμένα κράτη μέλη. Εντούτοις, τα ποσοστά διείσδυσης για την τηλεόραση μέσω DSL εξακολουθούν να είναι ιδιαίτερα χαμηλά και δεν υπερβαίνουν το 1% του συνόλου των νοικοκυριών στην ΕΕ, τα οποία είναι εφοδιασμένα με τηλεόραση.

[39] ΕΝΤΟΥΤΟΙΣ, Η ΑΜΕΡΙΚΑΝΙΚΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΠΑΡΟΥΣΙΑΖΕΙ ΠΟΛΥ ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΗ ΣΥΓΚΕΝΤΡΩΣΗ ΑΠΟ ΟΤΙ Η ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ. 10 ΦΟΡΕΙΣ ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΣΗΣ ΕΛΕΓΧΟΥΝ ΤΟ 85% ΤΩΝ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΩΝ ΚΑΛΩΔΙΑΚΗΣ ΤΗΛΕΟΡΑΣΗΣ.

4. Η ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΟΣΟΝ ΑΦΟΡΑ ΤΗ ΜΕΤΑΦΟΡΑ ΣΤΟ ΔΙΚΑΙΟ ΤΩΝ ΚΡΑΤΩΝ ΜΕΛΩΝ

Το παρόν κεφάλαιο περιλαμβάνει τα βασικά προβλήματα που αφορούν τη μεταφορά των ουσιωδών διατάξεων του νέου πλαισίου, από την αρχική εκτίμηση των μέτρων μεταφοράς που έχουν κριθεί μέχρι σήμερα και των διαθέσιμων σχεδίων μέτρων μεταφοράς στο δίκαιο ορισμένων κρατών μελών. Η εικόνα που παρουσιάζει είναι αναπόφευκτα ατελής και αποτελεί απλά μια αρχική και προσωρινή εικόνα των σχετικών θεμάτων.

4.1. Οδηγία πλαίσιο

Η οδηγία πλαίσιο [40] περιλαμβάνει τους κανόνες και τις αρχές που εφαρμόζονται οριζόντια για όλες τις δραστηριότητες που καλύπτονται από τις λοιπές, ειδικές οδηγίες, οι οποίες συνθέτουν το νέο ρυθμιστικό πλαίσιο. Επικεντρώνεται ιδιαίτερα στις αρμοδιότητες και τις εξουσίες των ΕΡΑ, δεδομένου ότι αποτελούν το θεμέλιο του νέου ρυθμιστικού συστήματος.

[40] Οδηγία 2002/21/EΚ: βλέπε υποσημείωση 9 ανωτέρω.

Βασικά ζητήματα για μεταφορά στο εθνικό δίκαιο

* Οι στόχοι για την ανάληψη δράσης από μέρους των ΕΡΑ σε ευρωπαϊκή κλίμακα, καθώς και η απαίτηση να δρουν η ΕΡΑ ανεξάρτητα από τους φορείς εκμετάλλευσης και αμερόληπτα, πρέπει να εκφράζονται πλήρως στους εθνικούς νόμους.

* Το πλήρες φάσμα των εξουσιών που ανατίθενται στις ΕΡΑ σύμφωνα με το νέο πλαίσιο πρέπει επίσης να ανατίθενται σ´αυτές βάσει του εθνικού δικαίου.

* Είναι σημαντικό τα διάφορα καθήκοντα που ανατίθενται στις ΕΡΑ να είναι σαφώς προσδιορισμένα, έτσι ώστε οι φορείς εκμετάλλευσης και οι χρήστες να γνωρίζουν ποιός είναι αρμόδιος για την αντιμετώπιση οποιουδήποτε ειδικού προβλήματος.

* Τα κράτη μέλη πρέπει να διασφαλίζουν την ύπαρξη αποτελεσματικών μηχανισμών προσφυγής και επίλυσης διαφορών.

* Οι εθνικοί νόμοι πρέπει να εξασφαλίζουν την έγκαιρη ολοκλήρωση της διαδικασίας υλοποίησης, ιδίως όσον αφορά τις πρώτες αναλύσεις της αγοράς από τις ΕΡΑ.

* Η εθνική νομοθεσία πρέπει να συμβάλλει στη διαφάνεια του τομέα, διασφαλίζοντας ότι πληρούνται οι απαιτήσεις του πλαισίου όσον αφορά τη δημοσίευση χρήσιμων πληροφοριών για την αγορά και τους όρους ρύθμισής της.

Βασικά προβλήματα

- Σε ορισμένα κράτη μέλη δεν υπάρχει ρητή μεταφορά στο εθνικό δίκαιο των διατάξεων της οδηγίας πλαίσιο, σχετικά με την ανεξαρτησία των ΕΡΑ από φορείς εκμετάλλευσης, ή σχετικά με την αμεροληψία τους.

- Η ανάθεση καθηκόντων των ΕΡΑ μεταξύ διαφορών εθνικών οργανισμών δεν είναι πάντοτε σαφής.

- Σε ορισμένες περιπτώσεις, υπάρχουν ενδείξεις ότι η εθνική νομοθεσία περιορίζει τη δυνατότητα που προσφέρεται στην ΕΡΑ για να ασκεί το πλήρες φάσμα των εξουσιών που προβλέπονται από το πλαίσιο.

- Οι στόχοι του πλαισίου θα μπορούσαν επίσης να τεθούν σε κίνδυνο εάν οι ΕΡΑ δεν ενεργούν εγκαίρως, από τη στιγμή που τους ανατίθεται οι απαιτούμενες εξουσίες δυνάμει της εθνικής νομοθεσίας. Σε ορισμένες χώρες, η νομοθεσία δεν καθορίζει την προθεσμία για την εκπόνηση αναλύσεων της αγοράς, ή δεν προβλέπει παρά μια ιδιαίτερα μεγάλη προθεσμία.

Εθνικές ρυθμιστικές αρχές

- Σαφής ανάθεση των καθηκόντων των ΕΡΑ

Κάθε κράτος μέλος είναι ελεύθερο να αποφασίζει σε ποιον οργανισμό, στο έδαφός του, θα μεταβιβασθούν καθήκοντα που έχουν ανατεθεί σε μία ΕΡΑ από το νέο πλαίσιο. Κατά συνέπεια, είναι δυνατόν πολλές ΕΡΑ να έχουν ορισθεί στο ίδιο κράτος μέλος. Εντούτοις, δεδομένου ότι υπάρχει κίνδυνος σύγχυσης σχετικά με την κατανομή των ρόλων, η οδηγία πλαίσιο απαιτεί να ανατίθεται κάθε καθήκον σε έναν αρμόδιο οργανισμό και, εφόσον ανατεθούν καθήκοντα σε πολλούς οργανισμούς, ο κατάλογος των εκτελεσθέντων από κάθε οργανισμό καθηκόντων να δημοσιεύεται υπό μορφή ευκόλως προσβάσιμη.

Σε ορισμένες χώρες, οι εξουσίες που μεταβιβάζονται στην ΕΡΑ δυνάμει του νέου πλαισίου είναι τόσο κατακερματισμένες μεταξύ διαφόρων εθνικών οργανισμών (συμπεριλαμβανομένης, σε ορισμένες περιπτώσεις, της ίδιας της "κυβέρνησης"), που δύναται να αναρωτηθεί κανείς για την αποτελεσματικότητα της εφαρμογής και του συντονισμού των εν λόγω εξουσιών. Η κατάσταση αυτή δύναται επίσης να οδηγήσει σε ασάφεια ως προς τον τρόπο κατανομής των αρμοδιοτήτων, οι οποίες ενδεχομένως θα αλληλεπικαλύπτονταν. Σε ορισμένες χώρες, ο διαχωρισμός μεταξύ αφενός της ρύθμισης της τηλεοπτικής και ραδιοφωνικής μετάδοσης από τη ρύθμιση των δικτύων και υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών, ενέχει κατά κανόνα τον κίνδυνο να αποτελέσουν ορισμένες δραστηριότητες (για παράδειγμα τα καλωδιακά δίκτυα και υπηρεσίες πρόσβασης στο ίντερνετ) το αντικείμενο διπλής ρύθμισης.

Σε ορισμένα κράτη μέλη που έχουν εγκρίνει τη σχετική νομοθεσία, δεν υπάρχουν σαφείς απαιτήσεις όσον αφορά τη δημοσίευση υπό μορφή ευκόλως προσβάσιμη, των διαφόρων καθηκόντων της ή των ΕΡΑ. Είναι αμφισβητήσιμο εάν η ανάθεση καθηκόντων στο πλαίσιο της νομοθεσίας, θα είναι επαρκής για την εκπλήρωση της εν λόγω απαίτησης.

- Ανεξαρτησία και αμεροληψία των ΕΡΑ

Στα περισσότερα κράτη μέλη η ανεξαρτησία των ΕΡΑ από όλους τους οργανισμούς που παρέχουν δίκτυα, εξοπλισμό ή υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών, διασφαλίζεται πλέον, δεδομένου ότι αποτελεί ήδη ένα από τα βασικά στοιχεία του προηγουμένου ρυθμιστικού πλαισίου.

´Οσον αφορά την άσκηση αρμοδιοτήτων από τις ΕΡΑ, θα πρέπει να σημειωθεί το γεγονός ότι στο νομοθετικό σχέδιο που συζητείται επί του παρόντος σε ένα κράτος μέλος, ορισμένες ουσιαστικές αποφάσεις απαιτούν την έγκριση υπαλλήλων της ΕΡΑ, που έχουν ορισθεί από το υπουργείο.

Σε ορισμένα κράτη μέλη το νομοθετικό σχέδιο θα θέσπιζε μηχανισμό επανεξέτασης των αποφάσεων της ΕΡΑ από το υπουργείο και ορισμένα καθήκοντα θα μεταβιβάζονταν από την ΕΡΑ στο υπουργείο.

Σε ορισμένα κράτη μέλη οι απαιτήσεις της οδηγίας πλαίσιο όσον αφορά την ανεξαρτησία της ΕΡΑ από τους φορείς εκμετάλλευσης, ή την αμεροληψία της, δεν μεταφέρθηκαν ρητά στο εθνικό δίκτυο. Εντούτοις, σε ορισμένες περιπτώσεις η εν λόγω ανεξαρτησία ή αμεροληψία ενδέχεται να διασφαλισθεί μέσω της εφαρμογής γενικών κανόνων διοικητικού δικαίου, ή με άλλα νομοθετικά μέσα.

- Εξουσία ανάληψη δράσης από τις ΕΡΑ

Σε ορισμένες χώρες που έχουν μεταφέρει το πλαίσιο στο εθνικό τους δίκαιο, υπάρχουν ενδείξεις ότι ορισμένες εξουσίες δεν έχουν ανατεθεί ρητά στην ΕΡΑ. Για παράδειγμα, σε μια περίπτωση η ΕΡΑ δεν έχει ρητή εξουσία να επιβάλλει τη δημοσίευση μιας προσφοράς αναφοράς ή τη διαφάνεια της κοστολόγησης των εσωτερικών μεταβιβάσεων. σε μια άλλη περίπτωση, η εξουσία που έχει η ΕΡΑ να παρεμβαίνει με δική της πρωτοβουλία για τη διασφάλιση της υλοποίησης των στόχων του νέου πλαισίου δεν φαίνεται να έχει μεταφερθεί στο εθνικό δίκαιο.

Σε ένα άλλο κράτος μέλος, το νομοθετικό σχέδιο φαίνεται να παραθέτει λεπτομερώς τα επανορθωτικά μέτρα που ενδέχεται να επιβληθούν από μια ΕΡΑ μετά από ανάλυση της αγοράς, γεγονός που εγκυμονεί τον κίνδυνο να περιορισθούν οι διακριτικές εξουσίες της για τον καθορισμό της πλέον ενδεδειγμένης λύσεως σε ένα δεδομένο πλαίσιο συνθηκών. Η εξουσία που διαθέτει η ΕΡΑ να εφαρμόσει ορισμένα επανορθωτικά μέτρα είναι επίσης περιορισμένες σε ορισμένες περιπτώσεις (π.χ. διαφάνεια και έλλειψη διακρίσεων), ακόμα και εάν μια επιχείρηση έχει αναγνωρισθεί ότι είναι ισχυρή στην εν λόγω αγορά.

Η ικανότητα της ΕΡΑ να λάβει δεόντως υπόψη τις παρατηρήσεις της Επιτροπής και άλλων ΕΡΑ στη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 7, θα είναι επίσης περιορισμένη εάν στη βασική νομοθεσία καθορίζεται η φύση των επανορθωτικών μέτρων που πρέπει να επιβληθούν εφόσον μια επιχείρηση αποδεχθεί ότι είναι ισχυρή στη συγκεκριμένη αγορά.

Εξάλλου σε ένα άλλο κράτος μέλος το οποίο έχει εγκρίνει τη σχετική νομοθεσία, οι διακριτικές εξουσίες της ΕΡΑ καθορίζονται τόσο γενικά σε ορισμένες περιπτώσεις που ανακύπτει το ερώτημα εάν ορισμένες σημαντικές απαιτήσεις βάσει του νέου πλαισίου έχουν πλήρως μεταφερθεί στο εθνικό δίκαιο.

- Στόχοι σχετικοί με τη ρύθμιση

Η οδηγία απαιτεί να διασφαλίζουν τα κράτη μέλη ότι κατά την εκτέλεση των ρυθμιστικών καθηκόντων τους οι ΕΡΑ λαμβάνουν υπόψη τους σχετικούς στόχους, δηλαδή ευνοούν τον ανταγωνισμό κατά τρόπο που να παρέχονται στους χρήστες τα μέγιστα δυνατά οφέλη, να συμβάλουν στην ανάπτυξη της εσωτερικής αγοράς και να προασπίζουν τα συμφέροντα των ευρωπαίων πολιτών.

Σε ορισμένα κράτη μέλη που έχουν εγκρίνει νομοθετικά μέτρα, οι στόχοι που αναφέρονται στην εθνική νομοθεσία δεν αντικατοπτρίζουν άμεσα τους στόχους που αφορούν τη ρύθμιση και που εκτίθενται στο άρθρο 8 της οδηγίας πλαίσιο. Σε ορισμένες περιπτώσεις, τούτο οφείλεται στο γεγονός ότι οι προβλεπόμενοι στόχοι οι σχετικοί με τη ρύθμιση έχουν ριζικά επαναδιατυπωθεί (ίσως για να ληφθούν υπόψη οι νομοθετικές πρακτικές ή συνήθειες στη συγκεκριμένη χώρα) και σε άλλες περιπτώσεις υπάρχουν ενδείξεις ότι ορισμένοι στόχοι έχουν απλώς παραληφθεί στην εθνική νομοθεσία. Κατά συνέπεια, δεν είναι πάντοτε εύκολο να διαπιστωθεί εάν οι απαιτούμενοι στόχοι έχουν μεταφερθεί στο εθνικό δίκαιο κατά τον ενδεδειγμένο τρόπο.

Ανάλογο πρόβλημα τίθεται σε ορισμένες χώρες που δεν έχουν χρησιμοποιήσει τους ίδιους ορισμούς στα εθνικά μέτρα μεταφοράς στο εθνικό δίκαιο, όπως εκείνους που χρησιμοποιούνται στην οδηγία πλαίσιο. Τούτο δυσχεραίνει σημαντικά την αξιολόγηση της συμφωνίας των εθνικών διατάξεων με το κοινοτικό δίκαιο.

Επίσης, τα νομοθετικά σχέδια ορισμένων κρατών μελών δεν αναφέρουν ρητά ορισμένους στόχους που αναφέρονται στο άρθρο 8.

- Συνεργασία μεταξύ της ΕΡΑ και της Εθνικής Αρχής Ανταγωνισμού

Σε μια χώρα που έχει λάβει νομοθετικά μέτρα, δεν υπάρχει πρόβλεψη στην τομεακή νομοθεσία, βάσει της οποίας να απαιτείται η συνεργασία μεταξύ των ΕΡΑ και της εθνικής αρχής ανταγωνισμού, παρά το γεγονός ότι η συνεργασία μεταξύ όλων των αρχών προβλέπεται στο γενικό διοικητικό δίκαιο.

- Προσφυγές

Σε δυο κράτη μέλη, η εξέταση των νομοθετικών μέτρων μεταφοράς στο εσωτερικό δίκαιο δεν επέτρεψε τον σαφή καθορισμό ύπαρξης ενός κατάλληλου μηχανισμού υποβολής προσφυγών, που να επιτρέπει την άσκηση έφεσης κατά αποφάσεων των τοπικών αρχών όσον αφορά την παραχώρηση δικαιωμάτων διέλευσης.

Σε ορισμένες περιπτώσεις, οι αποφάσεις ισχύουν εν αναμονή της υποβολής προσφυγής μόνον εφόσον η ΕΡΑ εκδώσει προς τον σκοπό αυτό ειδικό ένταλμα, ενώ η οδηγία πλαίσιο προβλέπει τη διατήρηση των αποφάσεων εκτός εάν αποφασισθεί διαφορετικά από τον οργανισμό υποβολής της έφεσης.

Παρά το γεγονός ότι τα κράτη μέλη έχουν τη διακριτική ευχέρεια (όπως προαναφέρθηκε) να καθορίζουν τους φορείς που θα ασκήσουν τα διάφορα καθήκοντα μιας ΕΡΑ, η οδηγία πλαίσιο προβλέπει ότι οι αποφάσεις που λαμβάνονται από τους εν λόγω οργανισμούς κατά την άσκηση των καθηκόντων που τους έχουν ανατεθεί, να δύνανται να αποτελέσουν το αντικείμενο προσφυγής σε έναν ανεξάρτητο φορέα των ενδιαφερομένων μερών, από μέρους κάθε χρήστη ή κάθε επιχείρησης που παρέχει δίκτυα και/ή υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών και επηρεάζεται από τις εν λόγω αποφάσεις. Οι μηχανισμοί αυτοί προσφυγής υπάρχουν συνήθως για τις αποφάσεις της αρμόδιας αρχής επίβλεψης των αγορών ηλεκτρονικών επικοινωνιών. αντίθετα, η εκπλήρωση της υποχρέωσης πρόβλεψη ενός μηχανισμού υποβολής προσφυγών είναι λιγότερο σαφής όταν ένας άλλος φορέας, για παράδειγμα ένα υπουργείο ή ακόμα και η "κυβέρνηση" ορισθεί ως ΕΡΑ για την άσκηση ενός συγκεκριμένου καθήκοντος.

Ανάλυση της αγοράς και επανεξέταση των υποχρεώσεων

- ´Εγκαιρη και αποτελεσματική ανάλυση της αγοράς

Για την επίτευξη μεγαλύτερου βαθμού συνέπειας και αμεροληψίας, η διαδικασία ανάλυσης της αγοράς και επανεξέτασης των κανονιστικών υποχρεώσεων, πρέπει να ολοκληρώνεται σε ολόκληρη την ΕΕ το συντομότερο δυνατό μετά την ημερομηνία από την οποία το νέο πλαίσιο θα πρέπει να εφαρμοσθεί από τα κράτη μέλη (25 Ιουλίου 2003). Το γεγονός ότι πολλά κράτη μέλη δεν έχουν μεταφέρει εγκαίρως το νέο πλαίσιο στο εθνικό τους δίκαιο θέτει ήδη σε κίνδυνο την εν λόγω διαδικασία. Η διαδικασία αυτή θα μπορούσε επίσης να τεθεί σε κίνδυνο εάν η ΕΡΑ δεν ενεργήσουν σε εύθετο χρόνο από τη στιγμή που θα τους ανατεθούν οι εξουσίες που απαιτούνται δυνάμει της εθνικής νομοθεσίας. Σε ορισμένες χώρες, η νομοθεσία δεν καθορίζει προθεσμία για την πραγματοποίηση της πρώτης ανάλυσης της αγοράς, ή η εν λόγω προθεσμία είναι ιδιαίτερα μεγάλη. Αντίθετα, ένα κράτος μέλος απαιτεί να ολοκληρώνονται οι αναλύσεις της αγοράς το αργότερο εντός ορισμένων ημερών μετά την έναρξη της ισχύος της εθνικής νομοθεσίας.

- Συνεκτικότητα με την σύσταση και τις κατευθυντήριες γραμμές

Είναι επίσης σημαντικό να ενεργούν οι ΕΡΑ συντονισμένα κατά την άσκηση των εξουσιών τους δυνάμει του νέου πλαισίου. Για το λόγο αυτό, η οδηγία πλαίσιο τονίζει την ανάγκη συνεργασίας και διαβούλευσης μεταξύ των ΕΡΑ σε ολόκληρη την ΕΕ και απαιτεί επίσης να λαμβάνονται υπόψη οι περισσότερες κατευθυντήριες γραμμές που έχουν καθορισθεί από την Επιτροπή υπό μορφή συστάσεων (ιδίως της σύστασης που αφορά τις σχετικές αγορές που ενδέχεται να ρυθμιστούν εκ των προτέρων) καθώς και οι κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με την ανάλυση της αγοράς.

Υπάρχει έντονος προβληματισμός ως προς την πλήρη μεταφορά των εν λόγω απαιτήσεων στο εθνικό δίκαιο των κρατών μελών, ιδίως της απαίτησης να λαμβάνονται "όσο το δυνατόν περισσότερο υπόψη" οι συστάσεις της Επιτροπής.

Σε ένα κράτος μέλος το οποίο έχει εγκρίνει νομοθετικά μέτρα, δεν υπάρχει μεταφορά στο εθνικό δίκαιο της απαίτησης να λάβει όσο το δυνατόν περισσότερο υπόψη η ΕΡΑ τις συστάσεις που έχει εκδώσει η Επιτροπή δυνάμει του άρθρου 19 της οδηγίας πλαίσιο, ή να παράσχει τους λόγους για τους οποίους επέλεξε να μην εφαρμόσει μια σύσταση.

Υπάρχουν ενδείξεις ότι οι νόμοι τουλάχιστον δύο κρατών μελών δεν διασφαλίζουν ότι όλες οι αγορές που αναφέρονται στη σύσταση της Επιτροπής για τις σχετικές αγορές, θα εξετάζονται από την ΕΡΑ.

- Εθνικές διαδικασίες διαβούλευσης (άρθρο 6 της οδηγίας πλαίσιο)

Σε ένα κράτος μέλος, παρά την έγκριση μέτρων μεταφοράς στο εθνικό δίκαιο, οι εθνικές διαδικασίες διαβούλευσης των ενδιαφερόμενων μερών σχετικά με τις αποφάσεις της ΕΡΑ απαιτούν περαιτέρω αποσαφήνιση.

Διαχείριση ραδιοσυχνοτήτων

Σε ένα κράτος μέλος το οποίο έχει εγκρίνει νομοθετικά μέτρα δεν φαίνεται να υπάρχει ρητή μεταφορά στο εθνικό δίκαιο των απαιτήσεων του άρθρου 9 παράγραφος 1 και του άρθρου 10 της οδηγίας πλαίσιο, που διέπουν τη διάθεση και την κατανομή συχνοτήτων και αριθμών.

´Ένα από τα νέα στοιχεία στην οδηγία πλαίσιο είναι η ρητή αναγνώριση του γεγονότος ότι τα κράτη μέλη δύνανται να επιτρέπουν στους φορείς εκμετάλλευσης να διαπραγματεύονται τα δικαιώματα χρήσης συχνοτήτων τα οποία διαθέτουν, υπό την εποπτεία της ΕΡΑ και με ορισμένες ρήτρες. Μέχρι σήμερα, έξι από τα οκτώ κράτη μέλη που ενέκριναν μέτρα μεταφοράς στο εθνικό δίκαιο, έχουν συμπεριλάβει στην εθνική νομοθεσία τους ορισμένες διατάξεις σχετικά με την εν λόγω δευτερογενή εμπορία.

Επίλυση διαφορών

Σε ένα κράτος μέλος στο οποίο έχει ήδη εκδώσει νομοθετικά μέτρα, υπάρχουν ενδείξεις ότι το πεδίο εφαρμογής των διατάξεων που αφορούν την επίλυση διασυνοριακών διαφορών (άρθρο 21 της οδηγίας πλαίσιο), περιορίζεται σε προβλήματα πρόσβασης και διασύνδεσης, ενώ και άλλα θέματα θα μπορούσαν να αποτελέσουν το αντικείμενο διαφορών.

Σε ένα άλλο κράτος μέλος, η νομοθεσία δεν περιλαμβάνει διατάξεις που διέπουν ειδικά την επίλυση διασυνοριακών διαφορών (άρθρο 21 της οδηγίας πλαίσιο).

Σε ένα άλλο κράτος, η μεταφορά παρεκκλίσεων από την προθεσμία των τεσσάρων μηνών για την επίλυση διαφορών, είναι διατυπωμένη κατά τρόπο που να προϋποθέτει τη συχνότερη εφαρμογή παρεκκλίσεων, αντί των "εξαιρετικών συνθηκών" που αναφέρονται στο άρθρο 20 της οδηγίας πλαίσιο.

Σε ένα κράτος μέλος, το σχέδιο νόμου περιορίζει το πεδίο εφαρμογής των μηχανισμών επίλυσης διαφορών σε ειδικά ζητήματα, γεγονός που θα μπορούσε να αποκλείσει την εφαρμογή των εν λόγω μηχανισμών για την επίλυση ορισμένων άλλων ειδών διαφορών.

Διαφάνεια

Σε ορισμένα κράτη μέλη δεν υπάρχει ειδική διάταξη για τη δημοσίευση των στοιχείων που αφορούν την εφαρμογή των οδηγιών, όπως απαιτείται στο άρθρο 24 της οδηγίας πλαίσιο. Θα πρέπει να σημειωθεί το γεγονός ότι η πρώτη δημοσίευση ενός σημειώματος, όπως απαιτείται από το εν λόγω άρθρο, στο οποίο να περιγράφεται ο τρόπος και ο τόπος δημοσίευσης των σχετικών πληροφοριών, θα πρέπει να πραγματοποιηθεί πριν από την 25η Ιουλίου 2003, ημερομηνία εφαρμογής του νέου πλαισίου.

Σε ένα άλλο κράτος μέλος, το σχέδιο νόμου δεν αποσαφηνίζει τον τρόπο με τον οποίο θα εφαρμοσθούν στην πράξη οι απαιτήσεις που αφορούν την παροχή εύκολης πρόσβασης του κοινού σε στοιχεία.

4.2. Οδηγία σχετική με την έγκριση

´Ενας από τους βασικούς στόχους του νέου ρυθμιστικού πλαισίου είναι η μείωση του βάρους των ρυθμίσεων σχετικά με την πρόσβαση στην αγορά και η διασφάλιση συνεκτικότερης αντιμετώπισης των φορέων εκμετάλλευσης, τόσο μεταξύ των κρατών μελών όσο και μεταξύ διαφορετικών πλην όμως συγκλινουσών τεχνολογιών. Η οδηγία η σχετική με την αδειοδότηση [41] καλύπτει την εν λόγω ανάγκη με τη δημιουργία ενός νομικού πλαισίου, το οποίο διασφαλίζει την ελευθερία παροχής δικτύων και υπηρεσιών στον τομέα των ηλεκτρονικών επικοινωνιών, με περιορισμένους μόνο όρους που καθορίζονται στην οδηγία.

[41] Οδηγία 2002/20/EΚ: βλέπε υποσημείωση 9 ανωτέρω.

Η 8η έκθεση σχετικά με την υλοποίηση αναφερόταν στην ύπαρξη συμπληρωματικών εμποδίων που βαρύνουν τον τομέα, λαμβάνοντας ιδίως τη μορφή ειδικών τελών για τις υπηρεσίες τηλεπικοινωνιών. Σχετικά με το ζήτημα αυτό, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο απεφάνθη, σε μια απόφαση [42] , ότι η παλαιά οδηγία "αδειοδότηση" αριθ. 97/13/EΚ [43] (και ιδίως το άρθρο 11) απαγόρευε στα κράτη μέλη να επιβάλουν στις επιχειρήσεις που διαθέτουν μεμονωμένες άδειες στον τομέα των τηλεπικοινωνιών, αποκλειστικά λόγω του γεγονότος ότι κατέχουν τις εν λόγω άδειες, άλλες επιβαρύνσεις εκτός εκείνων που επιτρέπονται δυνάμει της οδηγίας, οι οποίες προστίθενται στις επιτρεπόμενες βάσει της οδηγίας επιβαρύνσεις. Παρά το γεγονός ότι η οδηγία "αδειοδότηση" καταργήθηκε στις 25 Ιουλίου 2003, η απόφαση του δικαστηρίου παρέχει ορισμένες γενικές κατευθύνσεις για την ερμηνεία εθνικών μέτρων συναφών με την επιβολή του επίμαχου τέλους (μια εισφορά επί του κύκλου εργασιών των φορέων εκμετάλλευσης στον τομέα των τηλεπικοινωνιών) σύμφωνα με το νέο πλαίσιο, δεδομένου ότι η οδηγία "αδειοδότηση" περιλαμβάνει ανάλογες διατάξεις.

[42] Απόφαση της 18ης Σεπτεμβρίου 2003 στις κοινές υποθέσεις C-292/01 (Albacom SpA) και C-293/01 (Infostrada SpA).

[43] Οδηγία 97/13/EΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 10ης Απριλίου 1997, σχετικά με κοινό πλαίσιο γενικών και ειδικών αδειών στον τομέα των τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών, ΕΕ L 117, 7.5.97, σ. 15.

Βασικά ζητήματα για τη μεταφορά στο εθνικό δίκαιο

* Η παροχή δικτύων και υπηρεσιών στον τομέα των ηλεκτρονικών επικοινωνιών υπόκειται επομένως αποκλειστικά στη χορήγηση γενικής άδειας και τα ατομικά δικαιώματα θα πρέπει να προβλέπονται μόνο για τη χρήση των ραδιοσυχνοτήτων και αριθμών. οι όροι που επιβάλλονται πρέπει να περιορίζονται σε εκείνους που προβλέπονται στην οδηγία.

* Τα μεμονωμένα δικαιώματα χρήσης πρέπει να παρέχονται, ή να περιορίζονται ως προς τον αριθμό τους, εφόσον παρίσταται ανάγκη.

* Σε περίπτωση που απαιτείται ο περιορισμός των δικαιωμάτων χρήσης, οι διαδικασίες και τα κριτήρια επιλογής πρέπει να είναι διαφανή και να πληρούν τις βασικές αρχές της κοινοτικής νομοθεσίας.

* Οι διοικητικές επιβαρύνσεις που επιβάλλονται σε επιχειρήσεις θα πρέπει να περιορίζονται στο απαραίτητο για την κάλυψη των πραγματικών διοικητικών δαπανών για τις δραστηριότητες των ΕΡΑ.

Βασικός προβληματισμός

- Είναι σημαντικό να εντοπίζονται σαφώς και να καθορίζονται στην εθνική νομοθεσία οι όροι που αφορούν την γενική άδεια και τα δικαιώματα χρήσης, έτσι ώστε να εξασφαλίζεται στις επιχειρήσεις η νομική ασφάλεια ως προς τα δικαιώματά τους και τις υποχρεώσεις τους.

- Σε ορισμένα κράτη μέλη, υφίσταται ο κίνδυνος να μην πληρούν οι διαδικασίες ή τα κριτήρια επιλογής για την εκχώρηση δικαιωμάτων χρήσης ραδιοσυχνοτήτων, τις αρχές που καθορίζονται στην οδηγία (διαφάνεια, αμεροληψία, κλπ.). σε άλλες περιπτώσεις, ο αριθμός των δικαιωμάτων χρήσης δύναται να περιορισθεί, ακόμα και αν τούτο δεν είναι απαραίτητο.

- Σε ορισμένες περιπτώσεις, η απαίτηση επανεξέτασης, σε εύλογα διαστήματα ή κατόπιν αιτήσεως των ενδιαφερομένων επιχειρήσεων, κάθε περιορισμού του αριθμού των δικαιωμάτων χρήσης ραδιοσυχνοτήτων ενδέχεται να μην έχει μεταφερθεί στο εθνικό δίκαιο.

- Σε ορισμένα κράτη μέλη, δεν είναι βέβαιο εάν η ΕΡΑ δύναται να προβεί σε προσαρμογές για την εξισορρόπηση των διοικητικών δαπανών και των αντίστοιχων τελών, και δεν προβλέπεται ρητά η δημοσίευση ετήσιου ισολογισμού των εν λόγω δαπανών και τελών.

´Οροι που αφορούν τη χορήγηση γενικής άδειας και την παροχή δικαιωμάτων χρήσης ραδιοσυχνοτήτων και αριθμών

Σε ορισμένα κράτη μέλη τα οποία έχουν εκδώσει νομοθετικά μέτρα, η απαίτηση να περιορίζονται οι όροι χορήγησης γενικής άδειας σε εκείνους που περιλαμβάνονται στο παράρτημα της οδηγίας, φαίνεται να μην εφαρμόζεται σαφώς. Σε μια περίπτωση, οι όροι που αφορούν την έγκριση και την παροχή δικαιωμάτων χρήσης, περιλαμβάνουν συμπληρωματικά στοιχεία σε σχέση με εκείνα που προβλέπονται από την οδηγία.

Σε δύο κράτη μέλη, τα σχέδια μέτρων που ανακοινώθηκαν στις υπηρεσίες της Επιτροπής δεν φαίνονται να καθορίζουν τους όρους στους οποίους θα πρέπει να υπόκειται η χορήγηση γενικής άδειας και η παροχή δικαιωμάτων χρήσης συχνοτήτων και αριθμών. Σχετικά με το ζήτημα αυτό, θα πρέπει, μετά την έγκριση της νέας βασικής νομοθεσίας, να εγκριθούν κείμενα εφαρμογής στα οποία να διευκρινίζονται οι λεπτομέρειες και όροι που θα πρέπει να διέπουν τις εν λόγω άδειες και τα δικαιώματα χρήσης.

Δικαιώματα χρήσης ραδιοσυχνοτήτων και αριθμών και διαδικασίες που αποσκοπούν στον περιορισμό του αριθμού δικαιωμάτων χρήσης που παρέχονται σχετικά με τις ραδιοσυχνότητες

Σε ένα κράτος μέλος, οι διατάξεις της οδηγίας που θεσπίζουν τη διαδικασία για τον περιορισμό του αριθμού των δικαιωμάτων χρήσης ραδιοσυχνοτήτων δεν εμφανίζονται να λαμβάνονται πλήρως υπόψη. Τα ελλείποντα στοιχεία στη νομοθεσία μεταφοράς στο εθνικό δίκαιο, αφορούν: i) την απαίτηση να μην περιορίζουν τα κράτη μέλη τον αριθμό των παρεχόμενων δικαιωμάτων χρήσης, εκτός από τις περιπτώσεις που τούτο είναι απαραίτητο για τη διασφάλιση της αποτελεσματικής χρήσης των ραδιοσυχνοτήτων. και ii) την υποχρέωση να επανεξετασθεί ο περιορισμός του αριθμού των δικαιωμάτων χρήσης, σε εύλογα χρονικά διαστήματα, ή μετά από αιτιολογημένη αίτηση των ενδιαφερόμενων επιχειρήσεων.

Σε ορισμένα κράτη μέλη, οι αρχές που διέπουν τα κριτήρια επιλογής για την εκχώρηση δικαιωμάτων χρήσης ραδιοσυχνοτήτων (αντικειμενικότητα, αμεροληψία και αναλογικότητα) δεν φαίνονται να εκφράζονται ρητά και πλήρως στη νομοθεσία.

Η σχετική με τις εγκρίσεις οδηγία αναγνωρίζει την δυνατότητα χρησιμοποίησης ειδικών κριτηρίων και διαδικασιών για την εκχώρηση δικαιωμάτων χρήσης ραδιοσυχνοτήτων σε φορείς παροχής υπηρεσιών ραδιοφωνικής ή τηλεοπτικής μετάδοσης, με σκοπό την επίτευξη στόχων γενικού συμφέροντος, σύμφωνα με το κοινοτικό δίκαιο. Εντούτοις, υπάρχουν ενδείξεις ότι τα μέτρα μεταφοράς στο εθνικό δίκαιο, με τα οποία εφαρμόζονται τα εν λόγω ειδικά κριτήρια και διαδικασίες, δεν διευκρινίζουν πάντοτε σαφώς τη συνάφειά τους με την επίτευξη των στόχων κοινού συμφέροντος. Η πτυχή όμως αυτή θα πρέπει να είναι σαφής έτσι ώστε να διασφαλίζεται ότι οι απαιτήσεις της οδηγίας "αδειοδότηση" σχετικά με την κίνηση, τη διαφάνεια και την αμεροληψία των διαδικασιών, δεν θα παρακάμπτονται στους τομείς όπου θα πρέπει να εφαρμόζονται.

Σε ένα άλλο κράτος μέλος, η εθνική νομοθεσία περιλαμβάνει διατάξεις που διευκολύνουν την αναγνώριση ενός ειδικού δικαιώματος πρόσβασης στο φάσμα για τη λήψη σημάτων από το εξωτερικό και επιβάλλει τις αντίστοιχες υποχρεώσεις. Οι εν λόγω διατάξεις θα μπορούσαν να δημιουργήσουν τον κίνδυνο κατακερματισμού της διαχείρισης του φάσματος σε ολόκληρη την ΕΕ, διπλασιάζοντας τις επιβαρύνσεις για τους ενδιαφερόμενους φορείς εκμετάλλευσης. Κατά την εκτίμηση κάθε μελλοντικού εθνικού μέτρου εφαρμογής του εν λόγω δικαιώματος πρόσβασης που αφορά ειδικές ζώνες φάσματος, η Επιτροπή θα πρέπει να εξετάζει την αναλογικότητα των σχετικών μέτρων. Ειδικότερα, θα απαιτηθεί να εξετάζεται εάν τα εν λόγω μέτρα τηρούν την αρχή που περιλαμβάνεται στην οδηγία "αδειοδότηση", σύμφωνα με την οποία, εφόσον τούτο είναι δυνατόν και εφόσον είναι αμελητέος ο κίνδυνος ενοχλητικής παρεμβολής, η χρήση ραδιοσυχνοτήτων δεν πρέπει να υπόκειται στην παροχή μεμονωμένων δικαιωμάτων χρήσης.

´Οσον αφορά τις προθεσμίες τις σχετικές με τις αποφάσεις που αφορούν τα δικαιώματα χρήσης (αριθμών και συχνοτήτων), δύο κράτη μέλη δεν έχουν αναφέρει τις αντίστοιχες προθεσμίες στην εγκριθείσα νομοθεσία τους ή σε νομοθετικό σχέδιο. Όσον αφορά τις προθεσμίες που προβλέπονται στην οδηγία "αδειοδότηση" για τις αποφάσεις που αφορούν την παροχή δικαιωμάτων χρήσης αριθμών, υπάρχουν ενδείξεις ότι σε ένα κράτος μέλος που έχει εκπονήσει νομοθετικό σχέδιο, η εν λόγω προθεσμία θα καθορισθεί στα μελλοντικά κείμενα εφαρμογής.

Τήρηση των όρων χορήγησης γενικής άδειας ή παροχής δικαιωμάτων χρήσης

Σε μια χώρα, τα μέτρα μεταφοράς στο εθνικό δίκαιο φαίνεται να παρέχουν την αρμόδια για τη χορήγηση εγκρίσεων αρχή τη δυνατότητα να απαγορεύει την παροχή υπηρεσιών εντός εξήντα ημερών από την κοινοποίηση της πρόθεσης μιας επιχείρησης να ξεκινήσει την άσκηση δραστηριοτήτων. Η αρχή δύναται να λάβει το μέτρο αυτό σε περίπτωση που ο αιτών δεν πληροί τους απαιτούμενους όρους. Η κατάσταση αυτή δημιουργεί αμφιβολίες ως προς την ενδεδειγμένη εφαρμογή των διαδικαστικών απαιτήσεων της οδηγίας "αδειοδότηση" που διέπει την τήρηση των όρων χορήγησης άδειας ή παροχής δικαιώματος χρήσης, καθώς και εκείνων που διέπουν τις ειδικές υποχρεώσεις για την πρόσβαση και την παροχή καθολικής υπηρεσίας. Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, οι ΕΡΑ δύνανται να απαγορεύουν σε μια επιχείρηση την παροχή υπηρεσιών, μόνο σε περιπτώσεις σοβαρής και επανειλημμένης παράβασης των όρων, εφόσον έχουν αποτύχει τα μέτρα που προορίζονται για τη διασφάλιση της τήρησης των εν λόγω όρων.

Διοικητικά τέλη

Για να διασφαλιστεί η διαφάνεια όσον αφορά τα διοικητικά τέλη που επιβάλλονται στις επιχειρήσεις, η οδηγία υποχρεώνει τις ΕΡΑ να δημοσιεύουν ετήσιο ισολογισμό των διοικητικών δαπανών τους και του συνολικού ποσού των εισπραχθέντων τελών και να προσαρμόζουν αναλόγως τα τέλη αυτά. Σε ορισμένα κράτη μέλη, δεν είναι σαφές εάν οι ΕΡΑ δύνανται να προβαίνουν σε προσαρμογές για την εξισορρόπηση των διοικητικών δαπανών και τελών. Σε μια περίπτωση, η απαίτηση δημοσίευσης ετήσιου ισολογισμού των διοικητικών δαπανών και των εισπραχθέντων τελών δεν φαίνεται να έχει περιληφθεί στην εγκριθείσα νομοθεσία.

Υπάρχουν ενδείξεις ότι το νομοθετικό σχέδιο ενός κράτους μέλους δεν αναφέρει ρητά τις αρχές που πρέπει να διέπουν τα διοικητικά τέλη (αντικειμενικότητα, διαφάνεια και αναλογικότητα).

Υφιστάμενες εγκρίσεις

Σε ένα κράτος μέλος το σχέδιο νόμου προβλέπει ότι οι όροι που αφορούν τις υφιστάμενες άδειες πρέπει να εξακολουθήσουν να ισχύουν μέχρι την έγκριση ενός κανονισμού που θα τροποποιεί τους εν λόγω όρους.

Θα πρέπει να σημειωθεί το γεγονός ότι σε ένα άλλο κράτος μέλος, το οποίο δεν έχει ακόμα μεταφέρει το νέο πλαίσιο στο εθνικό δίκαιο, η ΕΡΑ έχει εκδώσει γενικές κατευθύνσεις από τις οποίες προκύπτει ότι κατά κανόνα δεν είναι πλέον απαραίτητο να κατέχουν οι επιχειρήσεις μεμονωμένες άδειες για την παροχή δικτύων και υπηρεσιών στον τομέα των ηλεκτρονικών επικοινωνιών.

4.3. Οδηγία για την πρόσβαση και τη διασύνδεση

Η οδηγία "πρόσβαση" [44] καθορίζει τις αρχές που πρέπει να διέπουν την άσκηση από τις ΕΡΑ των εξουσιών τους να επιτηρούν και, εφόσον παρίσταται ανάγκη, να ρυθμίζουν τις σχέσεις μεταξύ των φορέων παροχής υπηρεσιών στον τομέα των ηλεκτρονικών επικοινωνιών, δηλαδή τις αγορές χονδρικής στον τομέα αυτόν. Σκοπός της οδηγίας "πρόσβαση" είναι να διασφαλίσει ότι οι σχέσεις μεταξύ φορέων εκμετάλλευσης θα κατευθύνονται, στο βαθμό του δυνατού, από τις ανταγωνιστικές δυνάμεις της αγοράς, παρέχοντας παράλληλα στις ΕΡΑ ελαστικές εξουσίες παρέμβασης στις περιπτώσεις που οι μηχανισμοί της αγοράς δεν επαρκούν για να διασφαλίσουν την επίτευξη των θεμελιωδών στόχων που καθορίζονται στην οδηγία "πλαίσιο". Κατά συνέπεια, είναι σαφώς απαραίτητο να αιτιολογούν οι ΕΡΑ τις αποφάσεις τους να επιβάλουν ρυθμιστικές υποχρεώσεις σε παράγοντες της αγοράς, ενώ οι διαδικασίες ανάλυσης αγοράς, οι οποίες θεσπίζονται με το νέο πλαίσιο, αποτελούν το βασικό μηχανισμό που διαθέτουν προς το σκοπό αυτό.

[44] Οδηγία 2002/19/EΚ: βλέπε υποσημείωση 9 ανωτέρω.

Δεδομένου ότι η διακριτική ευχέρεια που διαθέτουν είναι σημαντική, οι ΕΡΑ έχουν σε αντάλλαγμα την υποχρέωση να συντονίζουν τις δράσεις τους σε εθνικό και κοινοτικό επίπεδο και, ιδίως, να συνεργάζονται με την Επιτροπή και τις ΕΡΑ των λοιπών κρατών μελών, έτσι ώστε να διασφαλίζεται η συνεπής εφαρμογή των αρχών ρύθμισης σε ολόκληρη την ΕΕ.

Βασικά θέματα για μεταφορά στο εθνικό δίκαιο

* Οι όροι πρόσβασης και διασύνδεσης πρέπει να συμφωνούνται κατά κύριο λόγο με εμπορικές διαπραγματεύσεις, η ΕΡΑ όμως πρέπει πάντοτε να έχει την εξουσία να παρεμβαίνει για τη διασφάλιση της επίτευξης των πολιτικών στόχων του πλαισίου.

* Η ΕΡΑ θα πρέπει να είναι σε θέση να εφαρμόζουν ολόκληρο το φάσμα των πιθανών επιλύσεων των προβλημάτων με την απαραίτητη ελαστικότητα για να τα προσαρμόζουν στις συνθήκες που παρατηρούνται στην σχετική αγορά.

* Τα επανορθωτικά μέτρα, τα οποία προβλέπονται στην οδηγία "πρόσβαση" εφόσον μια επιχείρηση είναι αναγνωρισμένη ότι έχει ισχύ σε μια αγορά, δεν πρέπει να εφαρμόζονται παρά βάσει μιας ανάλυσης της αγοράς, βασισμένης στη μεθοδολογία του σχετικού με τον ανταγωνισμό δικαίου.

* Οι ΕΡΑ πρέπει να εξουσιοδοτούνται να επιβάλουν άλλες υποχρεώσεις εκτός εκείνων που απαριθμούνται στην οδηγία "πρόσβαση", μόνο σε αιτιολογημένες περιπτώσεις και με παράλληλη τήρηση των απαραίτητων διαδικασιών διαβούλευσης.

Βασικοί προβληματισμοί

- Ορισμένα μέτρα μεταφοράς στο εθνικό δίκαιο θα έτειναν να προκαθορίσουν τις υποχρεώσεις που θα πρέπει να επιβάλλονται στους φορείς εκμετάλλευσης SMP, χωρίς να λαμβάνονται υπόψη ειδικοί προβληματισμοί από άποψη ανταγωνισμού, ή επικρατούσες συνθήκες στην εν λόγω αγορά.

- Σε ορισμένες περιπτώσεις, η νομοθεσία θα περιόριζε την εξουσία της ΕΡΑ να επιβάλλει ειδικές υποχρεώσεις εφόσον μία επιχείρηση έχει αναγνωρισμένη ισχύ στην αγορά, για παράδειγμα θέτοντας ως προϋπόθεση να είναι η εν λόγω επιχείρηση ισχυρή τόσο σε μια αγορά χονδρικής όσο και σε μια λιανική αγορά.

- Σε ορισμένα κράτη μέλη, ενδέχεται η ΕΡΑ να μην έχει επαρκείς εξουσίες για να διασφαλίσει τη δημοσίευση των ελάχιστων στοιχείων των υποδειγμάτων αναφοράς και να απαιτήσει ενδεχομένως τροποποιήσεις.

Εξουσίες και αρμοδιότητες των ΕΡΑ όσον αφορά την πρόσβαση και τη διασύνδεση

- Διασφάλιση της δυνατότητας διατερματικής σύνδεσης

Η οδηγία "πρόσβαση" προβλέπει ότι η αρμοδιότητα για τη διασφάλιση διατερματικής σύνδεσης και η δυνατότητα πρόσβασης του τελικού χρήστη σε υπηρεσίες ραδιοτηλεοπτικών ψηφιακών μεταδόσεων, καθώς και οι απαιτούμενες εξουσίες για την εν λόγω διασφάλιση, πρέπει να ανατίθενται στις ΕΡΑ. Η διάταξη αυτή δεν φαίνεται να μεταφέρεται στο δίκαιο ενός κράτους μέλους που έχει ήδη εγκρίνει τη λήψη μέτρων μεταφοράς στην εθνική νομοθεσία. Εξάλλου, σε δύο κράτη μέλη που δεν έχουν ακόμα μεταφέρει το νέο πλαίσιο στο εθνικό δίκαιο, το σχέδιο μέτρων μεταφοράς φαίνεται να προβλέπει ότι οι υποχρεώσεις στον τομέα αυτό θα ενταχθούν στο πλαίσιο των ίδιων των νομοθετικών μέτρων. Σε μια περίπτωση, ο νομοθέτης προτίθεται να υιοθετήσει, στα κείμενα εφαρμογής, μια γενική υποχρέωση διασύνδεσης. Η προσέγγιση αυτή δημιουργεί ερωτήματα σχετικά με την ταυτότητα του φορέα που θα πρέπει να θεωρηθεί ως ΕΡΑ για την εκτέλεση ειδικών καθηκόντων που ανατίθενται με την οδηγία "πρόσβαση", καθώς και σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο οι προβλεπόμενες εγγυήσεις από το νέο πλαίσιο θα τηρηθούν, όπως για παράδειγμα το αναγνωρισμένο δικαίωμα των προσώπων που έχουν πληγεί από τις αποφάσεις της ΕΡΑ να παράσχουν τη γνώμη τους και τελικά να ασκήσουν έφεση κατά των εν λόγω αποφάσεων. Στο άλλο ενδιαφερόμενο κράτος μέλος το σχέδιο νόμου θα προέβλεπε την επιβολή στους φορείς εκμετάλλευσης που συνδέουν τελικούς χρήστες, μιας γενικής υποχρέωσης αμεροληψίας. Ανάλογοι προβληματισμοί ανακύπτουν στην περίπτωση αυτή, ιδίως λαμβανομένων υπόψη του γεγονότος ότι υπάρχουν ενδείξεις ότι οι συγκεκριμένες υποχρεώσεις θα καθορίζονταν στο πρωτογενές δίκαιο.

- Η γενική εξουσία της ΕΡΑ να παρεμβαίνει σε ζητήματα πρόσβασης και διασύνδεσης

Παρά το γεγονός ότι οι όροι πρόσβασης και διασύνδεσης πρέπει κατά κανόνα να καθορίζονται μέσω εμπορικών διαπραγματεύσεων, η ΕΡΑ θα πρέπει να είναι νομικά εξουσιοδοτημένη να παρεμβαίνει - είτε με δική της πρωτοβουλία, είτε μετά από αίτημα των μερών - έτσι ώστε να διασφαλίζεται η υλοποίηση των βασικών στόχων που καθορίζονται στην οδηγία πλαίσιο. Υπάρχουν ενδείξεις ότι η εξουσία της ΕΡΑ να παρεμβαίνει με δική της πρωτοβουλία για τη διασφάλιση της υλοποίησης των βασικών στόχων της οδηγίας πλαίσιο, δεν εμφανίζεται στη νομοθεσία ενός κράτος μέλους που έχει ήδη μεταφέρει το υφιστάμενο πλαίσιο στο εθνικό του δίκαιο.

Υποχρεώσεις που επιβάλλονται στους φορείς εκμετάλλευσης σε σχέση με τις διαδικασίες ανάλυσης της αγοράς

Αρχές

- Περιοδικότητα της ανάλυσης της αγοράς

Το νομοθετικό σχέδιο ενός από τα κράτη μέλη που δεν έχουν ακόμα μεταφέρει το πλαίσιο στο εθνικό τους δίκαιο, δεν διευκρινίζει σαφώς τις απαιτήσεις που επιβάλλονται στην ΕΡΑ όσον αφορά το χρονοδιάγραμμα της εκπόνησης των αναλύσεων της αγοράς και της επανεξέτασης των υποχρεώσεων.

- Υποχρέωση επιβολής τουλάχιστον ενός επανορθωτικού μέτρου (εφόσον η αγορά δεν είναι αποτελεσματικά ανταγωνιστική)

Με εξαίρεση τις απαιτήσεις που εφαρμόζονται κατά κανόνα δυνάμει του νέου πλαισίου ή σύμφωνα με ειδικές διαδικασίες που αναφέρονται στο άρθρο 8 της οδηγίας "πρόσβαση", η δυνατότητα επιβολής επανορθωτικών μέτρων σε μια συγκεκριμένη επιχείρηση είναι εφικτή μόνον εφόσον μια ΕΡΑ έχει διαπιστώσει ότι η εν λόγω αγορά δεν είναι αποτελεσματικά ανταγωνιστική και ότι, ως εκ τούτου, μία ή περισσότερες επιχειρήσεις διαθέτουν ισχύ στην αγορά αυτή. Αντίθετα, εάν μία ΕΡΑ διαπιστώσει έλλειψη αποτελεσματικού ανταγωνισμού σε μια σχετική χονδρική αγορά, είναι υποχρεωμένη να επιβάλλει τουλάχιστον μια υποχρέωση στον φορέα εκμετάλλευσης SMP, έτσι ώστε να καλυφθεί η εν λόγω έλλειψη αποτελεσματικού ανταγωνισμού. Σε ένα κράτος μέλος που έχει ήδη μεταφέρει το πλαίσιο στο εθνικό του δίκαιο, η εν λόγω υποχρέωση δεν εμφανίζεται με σαφήνεια στη νομοθεσία. Ανάλογο πρόβλημα θα τεθεί κατά πάσα πιθανότητα σε τουλάχιστον ένα από τα κράτη μέλη που δεν έχουν ακόμα μεταφέρει το νέο πλαίσιο στο εθνικό τους δίκαιο.

- Υποχρεωτική σύνδεση μεταξύ του επανορθωτικού μέτρου και του διαπιστωθέντος προβλήματος

Σε ένα κράτος μέλος που δεν έχει ακόμα μεταφέρει το νέο πλαίσιο στο εθνικό του δίκαιο, ο νομοθέτης φαίνεται να έχει την πρόθεση να προκαθορίσει τις υποχρεώσεις (δηλαδή μια γενική κατεύθυνση όσον αφορά τις δαπάνες και την υποχρέωση δημοσίευσης μιας προσφοράς αναφοράς), οι οποίες θα πρέπει να επιβάλλονται σε όλες τις επιχειρήσεις με σημαντική ισχύ στην αγορά, χωρίς να λαμβάνονται υπόψη ειδικά προβλήματα ανταγωνισμού που προκύπτουν στην αγορά. Επίσης προβλέπεται η ένταξη της υποχρέωσης αποδεσμοποίησης της πρόσβασης στον τοπικό βρόχο στο πλαίσιο της νομοθεσίας. Οι επιλύσεις αυτές κινδυνεύουν να αφαιρέσουν από την ΕΡΑ την εξουσία εκτίμησης που έχει ανάγκη για να καθορίσει την πλέον ενδεδειγμένη επίλυση ανάλογα με τη φύση του διαπιστωθέντος προβλήματος.

- Εξουσία της ΕΡΑ να εφαρμόσει ένα σύνολο επανορθωτικών μέτρων

Το νομοθετικό σχέδιο ορισμένων κρατών μελών δεν φαίνεται να παρέχει στη διάθεση της ΕΡΑ ολόκληρο το οπλοστάσιο των πιθανών επανορθωτικών μέτρων, το οποίο εκτίθεται λεπτομερώς στην οδηγία "πρόσβαση" και κατά συνέπεια κινδυνεύει να της αποστερήσει τη δυνατότητα να τις εφαρμόζει. Σε ένα κράτος μέλος, η ΕΡΑ δεν δύναται να συμπεριλάβει την κοστοστρέφεια σε σχετικές με την πρόσβαση υποχρεώσεις μόνον εφόσον ο φορέας εκμετάλλευσης έχει αναγνωρισμένη ισχύ στις αγορές της πρόσβασης και των τελικών χρηστών.

- Εξουσία της ΕΡΑ να επιβάλλει άλλες υποχρεώσεις

Για να διασφαλιστεί ο μέγιστος βαθμός ελαστικότητας, η οδηγία "πρόσβαση" παρέχει στην ΕΡΑ τη δυνατότητα να επιβάλλει άλλες υποχρεώσεις εκτός εκείνων που καθορίζονται στην οδηγία, με προηγούμενη έγκριση από μέρους της Επιτροπής. Σε ένα κράτος μέλος που δεν έχει ακόμα μεταφέρει το νέο πλαίσιο στο εθνικό του δίκαιο, το νομοθετικό σχέδιο προβλέπει ότι στην περίπτωση αυτή η ΕΡΑ που δύναται να επιβάλλει μια ειδική υποχρέωση θα πρέπει καταρχήν να διασφαλίσει τη νομοθετική κάλυψη για την επιβολή μιας ειδικής υποχρέωσης μέσω των κειμένων εφαρμογής. Στην περίπτωση αυτή, ο ρόλος της ΕΡΑ θα εμφανιζόταν κατακερματισμένος μεταξύ των διαφόρων θεσμών και θα είναι σημαντικό να διασφαλιστεί η τήρηση των εγγυήσεων που παρέχονται από το νέο πλαίσιο (όπως είναι οι μηχανισμοί διαβούλευσης και προσφυγής).

Ειδικά επανορθωτικά μέτρα

- Διαφάνεια

Η οδηγία " πρόσβαση" προβλέπει ότι στις περιπτώσεις που μια ΕΡΑ επιβάλλει σε έναν φορέα εκμετάλλευσης SMP να δημοσιεύσει μια προσφορά αναφοράς, θα πρέπει να είναι σε θέση να απαιτήσει την επιβολή τροποποιήσεων στην εν λόγω προσφορά. Η κτηθείσα πείρα από την υλοποίηση του προηγουμένου ρυθμιστικού πλαισίου καταδεικνύει ότι η εξουσία αυτή είναι μία από τις ουσιώδεις εξουσίες των ΕΡΑ. Εντούτοις, πολλά κράτη μέλη δεν έχουν προβλέψει την ανάθεση της εν λόγω εξουσίας στη δική τους ΕΡΑ στην εγκριθείσα νομοθεσία τους ή σε σχέδιο νόμου, ενώ ένα άλλο κράτος μέλος έχει παράσχει στην ΕΡΑ την εξουσία να απαιτεί μια προσφορά αναφοράς να είναι προσβάσιμη στο κοινό, χωρίς όμως να της παρέχει την εξουσία να απαιτεί τη δημοσίευσή της.

Σε ορισμένα κράτη μέλη, τα οποία έχουν εγκρίνει μέτρα μεταφοράς, η υφιστάμενη προσφορά αναφοράς για την αποδεσμοποίηση δεν περιλαμβάνει όλα τα στοιχεία που καθορίζονται στην οδηγία "πρόσβαση", ή απομένει να καθορισθεί στα κείμενα εφαρμογής. Εξάλλου, το νομοθετικό σχέδιο ενός κράτους μέλους δεν περιλαμβάνει τον ορισμό της αποδεσμοποίησης, γεγονός που σημαίνει ότι δεν πληροί τις απαιτήσεις της μεταφοράς στο εθνικό του δίκαιο, όσον αφορά τα ελάχιστα στοιχεία μιας προσφοράς αναφοράς στον τομέα της αποδεσμοποίησης.

- Λογιστικός διαχωρισμός

Σύμφωνα με τις διατάξεις τις σχετικές με το λογιστικό διαχωρισμό, η ΕΡΑ πρέπει να έχουν την εξουσία να προσδώσουν διαφάνεια στις τιμές των εσωτερικών τιμών μεταβίβασης μιας εταιρείας με κάθετη οργάνωση. Η εξουσία αυτή δεν εμφανίζεται στους εγκριθέντες νόμους ή σχέδια νόμων τουλάχιστον δύο κρατών μελών.

- ´Ελεγχος των τιμών και λογαριασμός δαπανών

Η οδηγία "πρόσβαση" προβλέπει ότι κατά τη λήψη των αποφάσεών τους σχετικά με το λογαριασμό δαπανών και θέματα τιμολόγησης, η ΕΡΑ πρέπει να λαμβάνουν υπόψη τις πραγματοποιηθείσες από τον φορέα εκμετάλλευσης επενδύσεις και να του επιτρέψουν ένα εύλογο ποσοστό απόδοσης επί του αντίστοιχου χρησιμοποιηθέντος κεφαλαίου, λαμβάνοντας υπόψη τους σχετικούς κινδύνους. Ένα κράτος μέλος έχει προβλέψει ένα συμπληρωματικό στοιχείο που θα λαμβάνεται υπόψη, δηλαδή τις επενδύσεις στην ανάπτυξη δικτύων και καινοτόμων υπηρεσιών.

Η οδηγία προβλέπει επίσης ότι εφόσον ένας φορέας εκμετάλλευσης έχει μια υποχρέωση σχετικά με την κοστοστρέφεια των τιμών του, το βάρος της απόδειξης ότι οι επιβαρύνσεις προέκυψαν από τις δαπάνες, θα πρέπει να φέρει ο συγκεκριμένος φορέας εκμετάλλευσης. Υπάρχουν ενδείξεις ότι το σχέδιο μεταφοράς στο εθνικό δίκαιο ενός κράτους μέλους δεν ενσωματώνει την εν λόγω απαίτηση. Σε ένα άλλο κράτος, η αρχή αυτή δεν εμφανίζεται στο πρωτογενές δίκαιο, απομένει όμως να θεσπισθεί στις ρυθμιστικές αποφάσεις της ΕΡΑ.

Η οδηγία προβλέπει ότι στην περίπτωση που μια ΕΡΑ απαιτήσει την εφαρμογή ενός συστήματος λογιστικής καταγραφής των δαπανών, η περιγραφή του εν λόγω συστήματος πρέπει να καθίσταται προσβάσιμη για το κοινό. Δυο κράτη μέλη δεν φαίνεται να έχουν ενσωματώσει την απαίτηση αυτή στα νομοσχέδιά τους.

Ψηφιακή μετάδοση

´Ενα κράτος μέλος το οποίο δεν έχει ακόμα εγκρίνει τη σχετική νομοθεσία, έχει αποκλείσει τα συστήματα πρόσβασης υπό όρους από το πεδίο εφαρμογής του νομοθετικού σχεδίου του, ενώ η πρωτογενής νομοθεσία (εγκριθείσα ή σχέδιο) ορισμένων άλλων κρατών εμφανίζεται να αναφέρει τμήμα μόνον των απαιτήσεων της οδηγίας στον τομέα αυτόν.

4.4. Οδηγία "καθολική υπηρεσία"

Η οδηγία "καθολική υπηρεσία" [45] περιλαμβάνει μια δέσμη κανόνων και αρχών που έχουν ως στόχο τη διασφάλιση των συμφερόντων των χρηστών, καθώς και να μην αποβεί σε βάρος τους η απελευθέρωση του τομέα. Βασίζεται στην αρχή ότι ο ανταγωνισμός και οι δυνάμεις της αγοράς συνθέτουν το πλέον αποτελεσματικό μέσο για την ικανοποίηση των αναγκών των χρηστών, παρέχει όμως στις ΕΡΑ τις απαραίτητες εξουσίες για να προστατεύσουν τα συμφέροντα των χρηστών εφόσον παραστεί ανάγκη.

[45] Οδηγία 2002/22/EΚ: βλέπε υποσημείωση 9 ανωτέρω.

Βασικά θέματα για τη μεταφορά στο εθνικό δίκαιο

* Το εύρος της καθολικής υπηρεσίας πρέπει να καθορίζεται σύμφωνα με την οδηγία.

* Η καθολική υπηρεσία πρέπει να υλοποιείται κατά τρόπο που να ελαχιστοποιούνται οι στρεβλώσεις στην αγορά.

* Ο ορισμός των επιχειρήσεων που έχουν υποχρεώσεις καθολικής υπηρεσίας πρέπει να επιτρέπει την παροχή καθολικής υπηρεσίας με όρους οικονομικά αποδοτικούς. Καμία επιχείρηση δεν θα έπρεπε κατά κανόνα να αποφεύγει την πιθανότητα ορισμού της.

* Μόνον το καθαρό κόστος της παροχής υπηρεσιών που καλύπτονται από την υποχρέωση καθολικής υπηρεσίας, όπως ορίζεται στην οδηγία, δύναται να ανακτάται μέσω ενός μηχανισμού επιμερισμού του κόστους ή από δημόσια κονδύλια.

* Οι τελικοί χρήστες στο σύνολο της ΕΕ θα πρέπει να απολαύουν όλων των δικαιωμάτων που τους αναγνωρίζονται στην οδηγία, ενώ οι ΕΡΑ θα πρέπει να είναι πλήρως εξουσιοδοτημένες να επιβάλλουν το σεβασμό των εν λόγω δικαιωμάτων.

* Οι υποχρεώσεις πρέπει να επιβάλλονται μόνο σε επιχειρήσεις με αναγνωρισμένη ισχύ σε μια σχετική αγορά λιανικής που δεν είναι αποτελεσματικά ανταγωνιστική και εφόσον οι ΕΡΑ κρίνουν ότι οι υποχρεώσεις που επιβάλλονται σε επίπεδο χονδρικής αγοράς και/ή φορέα επιλογής και προεπιλογής δεν επαρκούν για την επίτευξη των στόχων του νέου πλαισίου.

Βασικοί προβληματισμοί

- Σε ορισμένα κράτη μέλη, το εύρος της καθολικής υπηρεσίας δεν έχει οριοθετηθεί σύμφωνα με την οδηγία. Τούτο έχει επιπτώσεις στον υπολογισμό του καθαρού κόστους της καθολικής υπηρεσίας και των ενδεχόμενων συστημάτων χρηματοδότησης.

- Τα εγκριθέντα μέτρα μεταφοράς στο εθνικό δίκαιο, καθώς και τα σχέδια μέτρων μεταφοράς σε ορισμένα κράτη μέλη φαίνεται να αποκλείουν εκ των πραγμάτων ορισμένους φορείς εκμετάλλευσης από τη δυνατότητα να τους επιβληθούν υποχρεώσεις καθολικής υπηρεσίας. Επίσης, δεν είναι σαφές εάν έχει ληφθεί επαρκώς υπόψη σε όλα τα κράτη μέλη η ανάγκη να μειώσει στο ελάχιστο η υλοποίηση της καθολικής υπηρεσίας τις στρεβλώσεις στην αγορά.

- Υπάρχουν ενδείξεις ότι δεν έχουν μεταφερθεί κατά τρόπο συνεπή στο εθνικό δίκαιο των κρατών μελών οι διατάξεις οι σχετικές με τα δικαιώματα και τις διευκολύνσεις που θα πρέπει να διατίθενται στους τελικούς χρήστες.

- Ορισμένοι εθνικοί νόμοι (εγκριθέντες ή νομοσχέδια) δεν αντικατοπτρίζουν την αρχή σύμφωνα με την οποία θα πρέπει να επιβάλλονται υποχρεώσεις εκ των προτέρων σε φορείς εκμετάλλευσης που κατέχουν αναγνωρισμένα σημαντική ισχύ σε μια ανάλογη λιανική αγορά, παρά μόνον εφόσον η ΕΡΑ κρίνει ότι τα επανορθωτικά μέτρα που αφορούν την χονδρική αγορά και/ή την επιλογή ή την προεπιλογή φορέα είναι ανεπαρκή.

Υποχρεώσεις καθολικής υπηρεσίας

- Πεδίο εφαρμογής

Ο ακρογωνιαίος λίθος της καθολικής υπηρεσίας εξακολουθεί να είναι η παροχή, μετά από αίτημα, μιας σύνδεσης στο δημόσιο τηλεφωνικό δίκτυο, σε σταθερή θέση και η πρόσβαση σε τηλεφωνικές υπηρεσίες ανοικτές στο κοινό, σε προσιτή τιμή, σε ολόκληρο το έδαφος της Ευρωπαϊκής ´Ενωσης. Σε σχέση με το προηγούμενο ρυθμιστικό πλαίσιο, η απαίτηση αυτή κατέστη σαφέστερη όσον αφορά τις τεχνολογίες που δύνανται να υποστηρίξουν την εν λόγω σύνδεση (η οποία μπορεί να είναι σταθερή ή ασύρματη) και τις ροές δεδομένων τις οποίες επιτρέπει η σύνδεση (οφείλει να επιτρέπει τη λειτουργική πρόσβαση στο ίντερνετ).

Ορισμένα προβλήματα μεταφοράς στο εθνικό δίκαιο τίθενται όσον αφορά την οριοθέτηση των υπηρεσιών που καλύπτονται από την υποχρέωση παροχής καθολικής υπηρεσίας: σε ένα κράτος μέλος, το νομοθετικό σχέδιο δεν περιλαμβάνει ρητή διάταξη σύμφωνα με την οποία η καθολική υπηρεσία θα έπρεπε να διατίθεται στο σύνολο της εθνικής επικράτειας. Σε ένα άλλο κράτος μέλος, το νομοθετικό σχέδιο δεν προβλέπει ρητά ότι η σύνδεση στο δημόσιο τηλεφωνικό δίκτυο πρέπει να επιτρέπει τη λειτουργική πρόσβαση στο ίντερνετ.

Στην εγκριθείσα νομοθεσία ή στο σχέδιο νομοθεσίας ορισμένων κρατών μελών, δεν προβλέπεται σαφώς ότι οι υποχρεώσεις οι σχετικές με τα ειδικά μέτρα υπέρ των χρηστών με ειδικές ανάγκες ή με χαμηλά εισοδήματα ή ειδικές κοινωνικές ανάγκες έχουν συμπεριληφθεί στο πεδίο εφαρμογής της καθολικής υπηρεσίας.

Σε ένα κράτος μέλος, ορισμένες υποχρεώσεις καθολικής υπηρεσίας, συμπεριλαμβανομένων των υποχρεώσεων παροχής κοινωνικής υπηρεσίας, εφαρμόζονται για όλους τους φορείς εκμετάλλευσης ως γενικοί όροι, αντί να θεωρούνται ως υποχρεώσεις παροχής καθολικής υπηρεσίας που βρίσκουν εφαρμογή αποκλειστικά στον (στους) ορισθέντα (ες) φορέα (εις) παροχής καθολικής υπηρεσίας.

- Oρισμός των επιχειρήσεων που υποβάλλονται σε υποχρεώσεις καθολικής υπηρεσίας

Σε ένα κράτος μέλος, επιβάλλονται στο νόμο για τους φορείς εκμετάλλευσης με σημαντική ισχύ στην αγορά, υποχρεώσεις καθολικής υπηρεσίας. Δεδομένης της έλλειψης ορισμού των ειδικών φορέων παροχής καθολικής υπηρεσίας, μέγα μέρος των σχετικών διατάξεων της οδηγίας δεν έχει μεταφερθεί στο εθνικό δίκαιο (για παράδειγμα σε σχέση με τη δημοσίευση στοιχείων για την ποιότητα της υπηρεσίας από τις ορισθείσες επιχειρήσεις).

Σε ένα άλλο κράτος μέλος, το νομοθετικό σχέδιο φαίνεται επίσης να αποκλείει τους περισσότερους φορείς εκμετάλλευσης από τη δυνατότητα να ορισθούν ως φορείς παροχής καθολικής υπηρεσίας, τουλάχιστον όσον αφορά την παροχή πρόσβασης σε συγκεκριμένη θέση και τηλεφωνικούς θαλάμους, δεδομένου ότι το σχέδιο αυτό δημιουργεί τη δυνατότητα ορισμού ενός φορέα εκμετάλλευσης για κάθε υπηρεσία, απαιτεί όμως ο εν λόγω φορέας εκμετάλλευσης να είναι σε θέση να παράσχει την υπηρεσία στο σύνολο της εθνικής επικράτειας. Ο στόχος όμως της οδηγίας είναι να διασφαλίσει την κάλυψη του συνόλου της επικράτειας. Τα κράτη μέλη δύνανται προς τον σκοπό αυτό να ορίσουν έναν ή περισσότερους φορείς εκμετάλλευσης και ο ορισμός αυτός δύναται να πραγματοποιηθεί σε περιφερειακή ή εθνική κλίμακα. Εντούτοις, θα πρέπει να χρησιμοποιούν έναν αποτελεσματικό, αντικειμενικό, διαφανή και αμερόληπτο μηχανισμό, βάσει του οποίου δεν αποκλείεται καταρχήν καμία επιχείρηση.

Το γεγονός αυτό κινδυνεύει με τη σειρά του να επιδεινώσει τα προβλήματα πρόβλεψης του κόστους της καθολικής υπηρεσίας, καθώς και της λειτουργίας ενός μηχανισμού χρηματοδότησης: δεδομένου ότι το καθαρό κόστος της υπηρεσίας δύναται να καθορισθεί είτε με τη μέθοδο της λογιστικής καταχώρησης των δαπανών, είτε με βάση τα αποτελέσματα μιας πρόσκλησης υποβολής προσφορών, εφόσον προτιμηθεί η τελευταία αυτή επιλογή, υπάρχει ο κίνδυνος να καθορίσει ο κατεστημένος φορέας εκμετάλλευσης την τιμή του που αντιστοιχεί στο επιστρεπτέο κόστος από τους λοιπούς φορείς εκμετάλλευσης, χωρίς να ληφθούν υπόψη οι αρχές της ελάχιστης στρέβλωσης της αγοράς ή της αμεροληψίας.

- Υπολογισμός του καθαρού κόστους της καθολικής υπηρεσίας και χρηματοδότησή του

Ορισμένα κράτη μέλη κάνουν χρήση, στα εγκριθέντα μέτρα τους ή σχέδια μέτρων για τη μεταφορά στο εθνικό δίκαιο, της δυνατότητας που προβλέπεται στην οδηγία να καθορίζουν το καθαρό κόστος της καθολικής υπηρεσίας μέσω μιας διαδικασίας διαγωνισμού.

Τα εγκριθέντα μέτρα ή σχέδια μέτρων για τη μεταφορά στο εθνικό δίκαιο των περισσότερων κρατών μελών περιλαμβάνουν διατάξεις σχετικά με έναν μηχανισμό κατανομής με σκοπό τη χρηματοδότηση των υποχρεώσεων καθολικής υπηρεσίας. Σε ένα από τα εν λόγω κράτη μέλη, παρά το γεγονός ότι το νομοθετικό σχέδιο δεν αναφέρει παρά μια μέθοδο χρηματοδότησης, δηλαδή την κάλυψη του καθαρού κόστους της καθολικής υπηρεσίας από την είσπραξη εισφορών που προέρχονται από τους παράγοντες της αγοράς, δημόσια κονδύλια (ΕΤΠΑ) έχουν απαιτηθεί προκειμένου να εκπληρωθούν ορισμένες υποχρεώσεις παροχής καθολικής υπηρεσίας. Στην περίπτωση αυτή, ο κίνδυνος διπλής χρηματοδότησης πρέπει να αποφεύγεται.

Υπάρχουν ενδείξεις ότι οι εγγυήσεις που περιλαμβάνει η οδηγία "καθολική υπηρεσία" έτσι ώστε ο μηχανισμός κατανομής που προορίζεται για τη χρηματοδότηση των υποχρεώσεων καθολικής υπηρεσίας να μην νοθεύει τον ανταγωνισμό, δεν έχουν πλήρως μεταφερθεί στο εθνικό δίκαιο. Σε ορισμένα κράτη μέλη, οι σχετικές διατάξεις δεν περιλαμβάνονται στο σχέδιο νόμου. Σε ένα άλλο κράτος μέλος φαίνεται πιθανόν να ανακτήσει ο κατεστημένος φορέας εκμετάλλευσης από άλλους φορείς παροχής υπηρεσιών στον τομέα των επικοινωνιών, τμήμα του κόστους παροχής μιας υπηρεσίας που επιβάλλεται ως υποχρέωση παροχής καθολικής υπηρεσίας, χωρίς να χρησιμοποιείται οποιοσδήποτε μηχανισμός κατανομής.

Θα πρέπει να υπενθυμιστεί το γεγονός ότι εφόσον ένα κράτος μέλος επιλέξει ένα καθεστώς για τον υπολογισμό του κόστους και για τη χρηματοδότηση των υποχρεώσεων καθολικής υπηρεσίας, το καθεστώς αυτό θα πρέπει να ανακοινώνεται στην Επιτροπή για επαλήθευση της συμβατότητάς του με τη συνθήκη.

Δικαιώματα των τελικών χρηστών

Εκτός από τις διατάξεις που αφορούν την καθολική υπηρεσία, η οδηγία περιλαμβάνει ορισμένες απαιτήσεις που εδραιώνουν τα συμφέροντα των τελικών χρηστών, αναγνωρίζοντάς τους ειδικά δικαιώματα που ποικίλλουν από τα ελάχιστα στοιχεία που θα πρέπει να περιλαμβάνουν οι συμβάσεις, μέσω της διάθεσης ειδικών διευκολύνσεων όπως είναι οι υπηρεσίες καταλόγου και η φορητότητα του αριθμού.

Σε πολλά μέτρα μεταφοράς στο εθνικό δίκαιο, δεν έχουν μεταφερθεί όλες οι σχετικές διατάξεις αρκετά λεπτομερώς έτσι ώστε να παρέχει τη δυνατότητα εφαρμογής τους ήδη από την έναρξη της ισχύος της πρωτογενούς νομοθεσίας ενσωμάτωσης στο εσωτερικό δίκαιο. Ειδικότερα, υπάρχουν ενδείξεις ότι δεν είναι εξουσιοδοτημένες όλες οι ΕΡΑ να επιβάλλουν και να μεριμνούν για την εφαρμογή των απαιτήσεων της οδηγίας όσον αφορά την ενημέρωση και τη διαφάνεια.

- Η παροχή διαφόρων υπηρεσιών

Η παροχή υπηρεσιών τηλεφωνικών πληροφοριών και καταλόγων είναι ανοικτή στον ανταγωνισμό. Η οδηγία "καθολική υπηρεσία" προβλέπει ότι όλοι οι φορείς παροχής υπηρεσιών που παραχωρούν τηλεφωνικούς αριθμούς στους συνδρομητές τους, είναι υποχρεωμένοι να θέτουν στη διάθεσή τους τις σχετικές πληροφορίες κατά τρόπο ισότιμο, κοστοστρεφή και αμερόληπτο. Σε ορισμένα κράτη μέλη, το σχέδιο νόμου δεν υποχρεώνει τις επιχειρήσεις να παρέχουν τις σχετικές πληροφορίες για τις υπηρεσίες καταλόγου σε κοστοστρεφή βάση.

Επίσης, τα κράτη μέλη που ενέκριναν μέτρα ενσωμάτωσης στο εσωτερικό δίκαιο έχουν ενσωματώσει τις απαιτήσεις της οδηγίας σχετικά με την πρόβλεψη τονικής επιλογής και αναγνώρισης καλούσας γραμμής. Απομένει να αποδειχθεί εάν τούτο οφείλεται στο γεγονός ότι οι συγκεκριμένες χώρες έχουν καταλήξει στο συμπέρασμα, αφού έλαβαν υπόψη τις απόψεις των ενδιαφερόμενων μερών, ότι υπάρχει επαρκής πρόσβαση στις εν λόγω διευκολύνσεις.

Σε ένα κράτος μέλος το οποίο έχει εγκρίνει μέτρα ενσωμάτωσης στο εθνικό δίκαιο, η δυνατότητα φορητότητας αριθμών κινητού τηλεφώνου ενδέχεται να καθυστερήσει μέχρι το 2004, μετά την πρόσφατη έγκριση του παραγώγου δικαίου που προστίθεται στο πρωτογενές δίκαιο που αποσκοπεί στη μεταφορά του νέου πλαισίου στην εθνική νομοθεσία.

- Υποχρεώσεις μεταφοράς σήματος

Τα περισσότερα εθνικά μέτρα μεταφοράς του νέου ρυθμιστικού πλαισίου στο εθνικό δίκαιο δεν θεσπίζουν κανόνες για τις υποχρεώσεις μεταφοράς σήματος. οι εν λόγω υποχρεώσεις ενσωματώνονται συνήθως σε άλλα εθνικά νομοθετικά μέσα, όπως είναι οι νόμοι για τα οπτικοακουστικά μέσα. Εντούτοις, οι εν λόγω κανόνες σχετικά με τις υποχρεώσεις μεταφοράς σήματος πρέπει να συμφωνούν με τις αρχές που καθορίζονται στην οδηγία "καθολική υπηρεσία", δηλαδή πρέπει να επιβάλλονται μόνον εφόσον είναι απαραίτητες για την επίτευξη των στόχων γενικού ενδιαφέροντος, οι οποίοι ορίζονται σαφώς και χαρακτηρίζονται από αναλογικότητα και διαφάνεια.

Η συμφωνία ορισμένων υφιστάμενων και νέων εθνικών υποχρεώσεων μεταφοράς σήματος με την οδηγία έχει αμφισβητηθεί από τους παράγοντες της αγοράς σε ορισμένα κράτη μέλη, ιδίως υπό το πρίσμα της αρχής της αναλογικότητας.

Κανονιστικός έλεγχος επιχειρήσεων που διαθέτουν ισχύ σε ειδικές λιανικές αγορές

- Αρχές

´Ολοι οι εθνικοί νόμοι (εγκριθέντες ή σχέδια) δεν εκφράζουν την αρχή σύμφωνα με την οποία δεν πρέπει να επιβάλλονται εκ των προτέρων υποχρεώσεις σε φορείς εκμετάλλευσης που έχουν ισχύ σε μια σχετική αγορά λιανικής, παρά μόνο εφόσον η ΕΡΑ κρίνει ότι τα μέτρα επίλυσης που αφορούν τη χονδρική αγορά και/ή την επιλογή ή την προεπιλογή φορέα είναι ανεπαρκή.

Σε ένα κράτος μέλος, η δομή του σχεδίου μέτρων μεταφοράς στο εθνικό δίκαιο δεν κάνει σαφή διάκριση μεταξύ των επανορθωτικών μέτρων που θα πρέπει να εφαρμόζονται σε επίπεδο αγορών χονδρικής και εκείνων που πρέπει να εφαρμόζονται σε επίπεδο αγορών λιανικής, ενώ τίθεται το ερώτημα εάν η ΕΡΑ ήταν εξουσιοδοτημένη να εγκρίνει όλα τα πιθανά επανορθωτικά μέτρα που αναφέρονται στην οδηγία.

´Ενα κράτος μέλος που έχει εγκρίνει ένα νομοθετικό μέτρο δεν έχει μεταφέρει στο εθνικό δίκαιο τη διάταξη σύμφωνα με την οποία, εφόσον επιβάλλεται ρύθμιση των τιμών λιανικής, τα απαραίτητα και ενδεδειγμένα συστήματα λογιστικής καταγραφής του κόστους πρέπει να εφαρμόζονται και να επαληθεύονται σε ετήσια βάση και η ΕΡΑ πρέπει να διασφαλίζει τη δημοσίευση της ετήσιας δήλωσης συμμόρφωσης.

- Μισθωμένες γραμμές και επιλογή και προεπιλογή φορέα

Σε ορισμένα κράτη μέλη, οι απαιτήσεις της οδηγίας σχετικά με την παροχή του ελάχιστου συνόλου μισθωμένων γραμμών δεν περιλαμβάνονται, ή περιλαμβάνονται μόνο εν μέρει στην νομοθεσία ενσωμάτωσης (εγκεκριμένη ή σε σχέδιο), ή απομένουν να συμπληρωθούν από τα κείμενα εφαρμογής.

Σε άλλα κράτη μέλη, είτε η απαίτηση σύμφωνα με την οποία η τιμολόγηση της διασύνδεσης και της πρόσβασης που συνδέονται με την επιλογή και την προεπιλογή φορέα, από τους φορείς εκμετάλλευσης με σημαντική ισχύ στην αγορά, πρέπει να καθορίζεται ανάλογα με το κόστος, δεν έχει μεταφερθεί στο εθνικό δίκαιο, είτε είναι ασαφές εάν εφαρμόζεται η κοστοστρέφεια.

5. ΟΔΗΓΙΑ "ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΤΗΣ ΙΔΙΩΤΙΚΗΣ ΖΩΗΣ ΚΑΙ ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΕΣ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΕΣ"

5.1. Εισαγωγή

Η οδηγία "προστασία της ιδιωτικής ζωής και ηλεκτρονικές επικοινωνίες" απαιτείτο να μεταφερθεί από τα κράτη μέλη στο εθνικό τους δίκαιο πριν από την 31η Οκτωβρίου του 2003. Από την ημερομηνία αυτή, η οδηγία αυτή αντικατέστησε την παλαιά οδηγία για την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και την προστασία της ιδιωτικής ζωής στον τομέα των τηλεπικοινωνιών [46]. Δεδομένου ότι η προθεσμία αυτή δεν απείχε πολύ από την ημερομηνία δημοσίευσης, η παρούσα έκθεση δεν περιλαμβάνει ανάλυση των μέτρων μεταφοράς στο εθνικό δίκαιο ή των νομοθετικών σχεδίων. Εντούτοις, η οδηγία "προστασία της ιδιωτικής ζωής και ηλεκτρονικές επικοινωνίες" αποτελεί ουσιώδες στοιχείο του νέου ρυθμιστικού πλαισίου και αποσκοπεί στην προστασία των θεμελιωδών συμφερόντων των τελικών χρηστών. για το λόγο αυτόν, ορισμένες από τις βασικές απαιτήσεις (των οποίων την ενσωμάτωση στα εθνικά μέτρα μεταφοράς θα επαληθεύσει προσεκτικά η Επιτροπή) περιγράφονται στο παρόν κεφάλαιο.

[46] Οδηγία 97/66/EΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ης Δεκεμβρίου 1997 περί επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και προστασίας της ιδιωτικής ζωής στον τηλεπικοινωνιακό τομέα, ΕΕ L 24, της 30.1.1998, σ. 2.

5.2. Διατήρηση δεδομένων κίνησης

Η οδηγία "προστασία της ιδιωτικής ζωής και ηλεκτρονικές επικοινωνίες" απαιτεί να εξαλείφονται ή να καθίστανται ανώνυμα τα επεξεργασμένα και αποθηκευμένα δεδομένα κίνησης, εφόσον δεν απαιτούνται περαιτέρω για διαβίβαση της επικοινωνίας. Τα δεδομένα κίνησης που απαιτούνται για την τιμολόγηση ή την πληρωμή της διασύνδεσης δύνανται να υφίστανται επεξεργασία, μόνο όμως μέχρι το τέλος της περιόδου κατά την οποία το τιμολόγιο δύναται να αμφισβητηθεί νομικά ή να επιδιωχθεί η σχετική πληρωμή με έννομο τρόπο. Τα δεδομένα δύνανται να υφίστανται επεξεργασία για την παροχή υπηρεσιών προστιθέμενης αξίας, μόνο όμως για την περίοδο που απαιτείται και μετά από συμφωνία του ενδιαφερόμενου. Η παύση της εν λόγω συμφωνίας πρέπει να είναι δυνατή ανά πάσα στιγμή.

Είναι σημαντικό το γεγονός ότι η εθνική νομοθεσία απαιτεί να είναι ενημερωμένη οι συνδρομητές σχετικά με τους σκοπούς για τους οποίους διατηρούνται τα δεδομένα κίνησης (πριν να παράσχουν οι συνδρομητές τη συγκατάθεσή τους), καθώς και σχετικά με το είδος των δεδομένων που διατηρούνται.

5.3. Δεδομένα θέσης

Η οδηγία περιλαμβάνει μια νέα διάταξη που επικεντρώνεται στην επεξεργασία δεδομένων που αναφέρονται στη γεωγραφική θέση του τερματικού εξοπλισμού του συνδρομητή. Η επεξεργασία την οποία υφίστανται τα δεδομένα κίνησης είναι διαφορετική από εκείνη που χρησιμοποιείται για τα δεδομένα θέσης. Πράγματι, τα δεδομένα θέσης δύνανται να υποστούν επεξεργασία είτε ανώνυμα, είτε με τη συγκατάθεση του συνδρομητή.

Είναι σημαντικό η εθνική νομοθεσία να εξασφαλίζει ότι, εφόσον η επεξεργασία των δεδομένων θέσης επιτρέπεται με τη συγκατάθεση του χρήστη, ο εν λόγω χρήστης θα πρέπει να ενημερώνεται πριν να παράσχει τη συγκατάθεσή του: (1) σχετικά με το είδος των δεδομένων θέσης που θα υποστούν επεξεργασία, (2) σχετικά με τους σκοπούς και τη διάρκεια της επεξεργασίας και (3) εάν τα δεδομένα θα διαβιβαστούν σε τρίτους. Είναι επίσης σημαντικό να δύναται ο χρήστης να αποσύρει τη συγκατάθεσή του ανά πάσα στιγμή.

5.4. Ανεπίκλητες επικοινωνίες (spam)

Η οδηγία "προστασία της ιδιωτικής ζωής και ηλεκτρονικές επικοινωνίες" θεσπίζει την απαίτηση να εφαρμόζουν τα κράτη μέλη, κατά κανόνα, ένα σύστημα συγκατάθεσης ("opt-in") για τις ανεπίκλητες επικοινωνίες ("spam") που πραγματοποιούνται μέσω συσκευών αυτόματων κλήσεων, τηλεομοιοτυπικών συσκευών και ηλεκτρονικού ταχυδρομείου (συμπεριλαμβανομένων των μικρών μηνυμάτων (SMS)).

Παρά το γεγονός ότι η οδηγία επιτρέπει πράγματι τη δυνατότητα παρέκκλισης από το γενικό κανόνα της συγκατάθεσης, σύμφωνα με την οποία, το πλαίσιο της πώλησης ενός προϊόντος ή της παροχής μιας υπηρεσίας, τα ηλεκτρονικά στοιχεία δύνανται να χρησιμοποιούνται από μια εταιρεία για σκοπούς άμεσης εμπορικής προώθησης των δικών της ανάλογων προϊόντων η υπηρεσιών, είναι σημαντικό, εφόσον η εθνική νομοθεσία προβλέπει την εν λόγω παρέκκλιση, να διατυπώνεται η παρέκκλιση αυτή με αυστηρούς όρους, έτσι ώστε να αποφεύγεται η αλλοίωση της σχετικής με την συγκατάθεση προσέγγισης.

´Οσον αφορά τις λοιπές πρακτικές άμεσης εμπορικής προώθησης, τα κράτη μέλη δύναται να επιλέγουν την εφαρμογή ενός συστήματος συγκατάθεσης ή άρνησης.

Η αποτελεσματική και έγκαιρη εφαρμογή της νέας μεθόδου συγκατάθεσης θα είναι ουσιαστική για να διασφαλίζεται η προστασία των συμφερόντων των συνδρομητών. Κατά συνέπεια, η Επιτροπή θα μεριμνήσει ώστε τα εθνικά μέτρα μεταφοράς στο εθνικό δίκαιο να προβλέπουν την επιβολή πραγματικών κυρώσεων σε περίπτωση παράβασης των σχετικών απαιτήσεων από τις επιχειρήσεις που ασκούν δραστηριότητες στον τομέα της άμεσης εμπορικής προώθησης, συμπεριλαμβανομένων ενδεχομένως των οικονομικών κυρώσεων. Τούτο σημαίνει επίσης ότι οι αρμόδιες αρχές, είτε πρόκειται για τις ΕΡΑ είτε για αρχές αρμόδιες για την προστασία των δεδομένων, απαιτείται να διαθέτουν τις απαραίτητες εξουσίες έρευνας και εφαρμογής των ρυθμίσεων.

5.5. "Cookies"

Η οδηγία "προστασία της ιδιωτικής ζωής και ηλεκτρονικές επικοινωνίες" περιλαμβάνει μια διάταξη που δεν υπήρχε στην παλαιά οδηγία που αφορούσε την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και την προστασία της ιδιωτικής ζωής στον τομέα των τηλεπικοινωνιών (97/66/EΚ), η οποία διέπει την χρησιμοποίηση διατάξεων αποθήκευσης ή ανάκτησης πληροφοριών, όπως είναι τα "cookies". Οι χρήστες πρέπει να ενημερώνονται σχετικά με τους σκοπούς της χρησιμοποίησης των εν λόγω διατάξεων και πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να αρνούνται τη χρησιμοποίησή τους ή την εγκατάστασή τους στον τερματικό εξοπλισμό τους.

6. OΔΗΓΙΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΟ

6.1. Εισαγωγή

Για να καταστούν οι κανόνες απελευθέρωσης απλούστεροι και να έχουν περισσότερη διαφάνεια, στις 16 Σεπτεμβρίου 2002 η Επιτροπή εξέδωσε την οδηγία 2002/77/EΚ σχετικά με τον ανταγωνισμό στις αγορές δικτύων και υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών (την οδηγία περί ανταγωνισμού). Με την εν λόγω οδηγία ενοποιούνται οι προηγούμενες οδηγίες στον τομέα αυτόν [47] και επιζητείται η διατήρηση της απαραίτητης συνεκτικότητας με το νέο ρυθμιστικό πλαίσιο.

[47] Οδηγία 90/388/EΟΚ της Επιτροπής, της 28ης Ιουνίου 1990, σχετικά με τον ανταγωνισμό στις αγορές των τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών (ΕΕ L192, της 24.7.1990, σ. 10) και διαδοχικές τροποποιήσεις της.

6.2. Βασικό περιεχόμενο της οδηγίας περί ανταγωνισμού: Κατάργηση των ειδικών και αποκλειστικών δικαιωμάτων

Σύμφωνα με τις διατάξεις που θεσπίστηκαν με την οδηγία 90/388/EΟΚ, η οδηγία περί ανταγωνισμού απαιτεί από τα κράτη μέλη να καταργήσουν τα ειδικά ή αποκλειστικά δικαιώματα όσον αφορά τα δίκτυα και υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών (συμπεριλαμβανομένων εκείνων που αφορούν τη χρήση συχνοτήτων) και να διασφαλίσουν ότι κάθε επιχείρηση θα έχει το δικαίωμα να παρέχει τα εν λόγω δίκτυα και υπηρεσίες. Επιπλέον, τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε κάθε γενική άδεια που επιτρέπει στις επιχειρήσεις να παρέχουν τα εν λόγω δίκτυα ή υπηρεσίες, να βασίζεται σε κριτήρια που θα χαρακτηρίζονται από αντικειμενικότητα, αμεροληψία, αναλογικότητα και διαφάνεια.

Το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας περί ανταγωνισμού αντιστοιχεί σε εκείνο του νέου ρυθμιστικού πλαισίου: εφαρμόζεται για όλα τα δίκτυα και υπηρεσίες που αφορούν τη μεταφορά σημάτων με ενσύρματα, ραδιοκυματικά, οπτικής ίνας ή άλλα ηλεκτρομαγνητικά μέσα, π.χ. σταθερά, ασύρματα, καλωδιακά και δορυφορικά δίκτυα. Επομένως εφαρμόζεται για τα δίκτυα και υπηρεσίες διαβίβασης που χρησιμοποιούνται για εκπομπές ραδιοτηλεοπτικών προγραμμάτων, αποκλείει όμως τις υπηρεσίες που παρέχουν ή ασκούν έλεγχο στο περιεχόμενό τους. Η Επιτροπή ερευνά επί του παρόντος εάν οι ρυθμίσεις για τα δίκτυα και υπηρεσίες που χρησιμοποιούνται για την εκπομπή ραδιοτηλεοπτικών προγραμμάτων, καθώς και την παροχή άλλων οπτικοακουστικών υπηρεσιών σε πολλά κράτη μέλη, συμφωνούν με την οδηγία περί ανταγωνισμού.

Θα πρέπει να σημειωθεί το γεγονός ότι η οδηγία για τον ανταγωνισμό βρίσκει επίσης εφαρμογή στα λεγόμενα "δίκτυα ανενεργού ίνας", τα οποία είναι δίκτυα που διευκολύνουν τρίτους να διαβιβάζουν σήματα χρησιμοποιώντας δικές τους συσκευές διακοπτών ή δρομολόγησης.

6.3. Απαιτήσεις σχετικά με την κοινοποίηση

Τα κράτη μέλη είναι υποχρεωμένα να παρέχουν στην Επιτροπή τα στοιχεία που θα τους επιτρέψουν να επιβεβαιώσει ότι οι διατάξεις της οδηγίας για τον ανταγωνισμό έχουν τηρηθεί. Πρέπει επίσης να ανακοινώνουν στην Επιτροπή τα μέτρα που λαμβάνουν σχετικά με τον καταμερισμό του καθαρού κόστους της παροχής καθολικής υπηρεσίας. Επιπλέον, εάν ένα κράτος μέλος κρίνει ότι υπάρχει επαρκής ανταγωνισμός για την παροχή υποδομής τοπικού βρόχου, έτσι ώστε να αιτιολογείται η παύση της υποχρέωσης νομικού διαχωρισμού μεταξύ ενός δικτύου καλωδιακής τηλεόρασης και των λοιπών δικτύων ηλεκτρονικών επικοινωνιών, θα πρέπει να ενημερώνει σχετικά την Επιτροπή, έτσι ώστε η Επιτροπή να δύναται να αποφασίσει εάν η υποχρέωση δύναται να καταργηθεί στο εν λόγω κράτος μέλος.

7. ΥΠΟ ΕΝΤΑΞΗ ΧΩΡΕΣ

Δέκα χώρες (η Κύπρος, η Τσεχική Δημοκρατία, η Εσθονία, η Ουγγαρία, η Λετονία, η Λιθουανία, η Μάλτα, η Πολωνία, η Σλοβακία, η Σλοβενία) θα ενταχθούν στην Ευρωπαϊκή ´Ενωση την 1η Μαΐου του 2004. Οι εν λόγω υπό ένταξη χώρες συμφώνησαν, κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων προσχώρησης, να εφαρμόσουν το κεκτημένο του 1998 στον τομέα των τηλεπικοινωνιών. Είναι σαφές ότι θα πρέπει επίσης να διασφαλίσουν τη συμφωνία του νέου πλαισίου ήδη από την ημερομηνία προσχώρησης.

Δεδομένου ότι το νέο πλαίσιο σηματοδοτεί μια εξέλιξη και βασίζεται στα επιτεύγματα του πλαισίου του 1998 (ιδίως την απελευθέρωση της αγοράς και την "παροχή ανοικτού δικτύου" (ONP), η αποτελεσματική εφαρμογή του παλαιού πλαισίου από τα υφιστάμενα 15 κράτη μέλη της ΕΕ, αποτελούσε προαπαιτούμενο για την μετάβαση στο νέο πλαίσιο.

Αποτελεί επίσης προϋπόθεση για τις υπό ένταξη χώρες να εφαρμοστεί αποτελεσματικά η ίδια διαδικασία απελευθέρωσης και ρύθμισης στην προσπάθεια για την πλήρη εφαρμογή του νέου πλαισίου στην επικράτειά τους. Από τη στιγμή που θα θεσπισθούν οι απαιτήσεις του παλαιού πλαισίου, η διαδικασία ανάλυσης της αγοράς και επανεξέτασης των υποχρεώσεων θα μπορέσει να εφαρμοστεί αποτελεσματικά, όπως προβλέπεται από το νέο πλαίσιο.

Η προσέγγιση αυτή συμφωνεί με τις διατάξεις του άρθρου 27 της οδηγίας πλαίσιο, που επιβάλλει στα κράτη μέλη να διατηρήσουν τις υποχρεώσεις που προβλέπονται από το εθνικό τους δίκαιο δυνάμει των διατάξεων του παλαιού πλαισίου που αναφέρονται στο εν λόγω άρθρο (ιδιαίτερα τις υποχρεώσεις των φορέων με σημαντική ισχύ στην αγορά), έως ότου οι υποχρεώσεις αυτές επανεξεταστούν βάσει της διαδικασίας ανάλυσης της αγοράς και διαβούλευσης με την Επιτροπή και άλλες ΕΡΑ, που προβλέπεται στο νέο πλαίσιο (ιδίως το άρθρο 7 της διαδικασίας κοινοποίησης). Στην περίπτωση των υπό ένταξη χωρών, είναι νομικά εφικτό να εφαρμοστεί η εν λόγω διαδικασία από τη στιγμή της επίσημης ένταξης των χωρών αυτών στην ΕΕ.

Ως εκ τούτου, αναμένεται ότι οι υπό ένταξη χώρες θα λάβουν τα ακόλουθα μέτρα για την εκπλήρωση των κοινοτικών υποχρεώσεών τους στον τομέα των ηλεκτρονικών επικοινωνιών:

* Οι υπό ένταξη χώρες θα εφαρμόσουν πλήρως και θα διατηρήσουν σε ισχύ μέχρι την ένταξή τους τις απαιτήσεις των διατάξεων του παλαιού πλαισίου, που αναφέρονται στο άρθρο 27 της οδηγίας πλαίσιο. Μόνον τότε θα πραγματοποιήσουν (ή θα ολοκληρώσουν) την ανάλυση αγοράς και την επανεξέταση των υποχρεώσεων σε πλήρη συμφωνία με τις διαδικασίες του νέου πλαισίου(συμπεριλαμβανομένης της κοινοποίησης στην Επιτροπή και τις λοιπές ΕΡΑ, δυνάμει του άρθρου 7), το συντομότερο δυνατό μετά την προσχώρηση, έτσι ώστε να καταστεί δυνατή η ενδεχόμενη τροποποίηση, κατάργηση ή διατήρηση των συγκεκριμένων υποχρεώσεων.

* ´Οσον αφορά τις λοιπές απαιτήσεις του παλαιού πλαισίου (δηλαδή, σε γενικές γραμμές, το γενικό νομικό πλαίσιο για τις τηλεπικοινωνίες και τα δικαιώματα και υποχρεώσεις που ισχύουν κατά κανόνα στον τομέα), μέχρι την ημερομηνία της προσχώρησης, οι εν λόγω απαιτήσεις αφενός θα εφαρμοστούν σύμφωνα με τις δεσμεύσεις που ανελήφθησαν κατά τις ενταξιακές διαπραγματεύσεις και, αφετέρου, θα προσαρμοστούν ενδεχομένως για να διασφαλιστεί η συμφωνία με τις απαιτήσεις του νέου πλαισίου. Για παράδειγμα, μέχρι την ημερομηνία προσχώρησης το σύστημα αδειοδότησης των δικτύων και υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών, που ισχύει σε μια υπό ένταξη χώρα, θα πρέπει να συμφωνεί με το νέο πλαίσιο, προβλέποντας μόνο τη χορήγηση γενικής άδειας και την παροχή δικαιωμάτων χρήσης.

Στην επόμενη έκθεση εφαρμογής την οποία η Επιτροπή έχει την πρόθεση να δημοσιεύσει κατά το τέταρτο τρίμηνο του 2004, θα αξιολογηθεί η κατάσταση όσον αφορά τη μεταφορά και την εφαρμογή των οδηγιών για τις ηλεκτρονικές επικοινωνίες στο εθνικό δίκαιο των νέων κρατών μελών, παράλληλα με την αξιολόγηση για τα υφιστάμενα κράτη μέλη (ΕU 15).

8. ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ ΕΘΝΙΚΩΝ ΡΥΘΜΙΣΤΙΚΩΝ ΜΕΤΡΩΝ

Για να διασφαλισθεί η ανάπτυξη μιας συνεπούς πρακτικής των ρυθμίσεων σε ολόκληρη την Κοινότητα, το άρθρο 7 της οδηγίας πλαίσιο θεσπίζει μια νέα διαδικασία βάσει της οποίας απαιτείται από τις ΕΡΑ να κοινοποιούν στην Επιτροπή και σε όλες τις λοιπές ΕΡΑ, μεταξύ άλλων, όλα τα σχέδια μέτρων που καθορίζουν τις σχετικές αγορές και ορίζουν τις επιχειρήσεις με σημαντική ισχύ στην αγορά, ενώ τα εν λόγω μέτρα κινδυνεύουν να έχουν επιπτώσεις στις συναλλαγές μεταξύ κρατών μελών. Δυνάμει του εν λόγω άρθρου, η Επιτροπή έχει το δικαίωμα αρνησικυρίας, δεδομένου ότι δύναται να απαιτήσει από μια ΕΡΑ να αποσύρει και να τροποποιήσει το σχέδιο μέτρων που έχει υποβάλει, εφόσον υπάρχουν σοβαρές αμφιβολίες ως προς τη συμβατότητά του με το κοινοτικό δίκαιο.

Η Επιτροπή έχει δημιουργήσει τις απαραίτητες δομές που θα της επιτρέψουν να ασκήσει τα καθήκοντά της κατά τον πλέον αποτελεσματικό τρόπο από νομική και επιχειρησιακή άποψη.

Η πρώτη κοινοποίηση παρελήφθη στις 4 Αυγούστου 2003 από το OFTEL, τη ρυθμιστική αρχή του Ηνωμένου Βασιλείου. Οι κοινοποιήσεις που παρελήφθησαν μέχρι σήμερα από την εν λόγω αρχή αφορούν τις ακόλουθες αγορές: i) την πρόσβαση και προέλευση κλήσεων σε κινητά δίκτυα, ii) τον τερματισμό κλήσης σε σταθερά δίκτυα, ανά γεωγραφική περιοχή, iii) την αγορά χονδρικής στον τομέα της κατ´ αποκοπή στενοζωνικής πρόσβασης στο ίντερνετ, iv) την αγορά λιανικής στον τομέα της στενοζωνικής πρόσβασης σε σταθερά δίκτυα, v) την αγορά χονδρικής για τις διεθνείς υπηρεσίες και vi) τις γραμμές, την προέλευση κλήσεων, τη μεταφορά και τη διαβίβαση σε σταθερά στενοζωνικά δίκτυα στην αγορά χονδρικής.

Η Επιτροπή υπέβαλε παρατηρήσεις σχετικά με το σχέδιο ρυθμιστικών μέτρων, δυνάμει του άρθρου 7 παράγραφος 3 της οδηγίας πλαίσιο. [48]

[48] Βλ. ιστοσελίδα της Επιτροπής: //forum.europa.eu.int/Public/irc/infso/ecctf/home.

Στις προσεχείς εβδομάδες και μήνες αναμένεται αύξηση του αριθμού των κοινοποιήσεων. Έχουν διοργανωθεί συνεδριάσεις "προ-κοινοποίησης" με τις ΕΡΑ και οι συνεδριάσεις αυτές αποδεικνύονται ιδιαίτερα χρήσιμες. Συμπληρωματικές συνεδριάσεις έχουν επίσης πραγματοποιηθεί με παράγοντες και συνδέσμους της βιομηχανίας, έτσι ώστε να αποσαφηνισθούν οι διαδικασίες του άρθρου 7.

9. ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΕΣ ΕΠΙ ΠΑΡΑΒΑΣΕΙ

´Οπως προαναφέρθηκε, η Επιτροπή έχει τονίσει τη σπουδαιότητα της πλήρους, αποτελεσματικής και ταχείας εφαρμογής του νέου ρυθμιστικού πλαισίου για τις ηλεκτρονικές επικοινωνίες. Η "στρατηγική για την εσωτερική αγορά" [49] της Επιτροπής επισημαίνει ειδικότερα ότι η καθυστέρηση της μεταφοράς στο εθνικό δίκαιο και η αναποτελεσματική εφαρμογή εξακολουθούν να αποτελούν σοβαρό πρόβλημα για την ορθή λειτουργία της ενιαίας αγοράς στο σύνολό της.

[49] COM(2003) 238, της 7ης Μαιου 2003.

Η Επιτροπή κίνησε περί τις 250 διαδικασίες επί παραβάσει για να στηρίξει την εφαρμογή της δέσμης ρυθμίσεων του 1998 και θα εξακολουθήσει να διαδραματίζει ενεργό ρόλο σε σχέση με το νέο πλαίσιο, έτσι ώστε να επιτευχθεί ο μέγιστος βαθμός νομικής ασφάλειας για τους παράγοντες της αγοράς και τους επενδυτές στον εν λόγω άκρως δυναμικό τομέα.

Η Επιτροπή παρακολουθεί στενά τη διαδικασία μεταφοράς στην εθνική νομοθεσία και έχει ήδη κινήσει διαδικασίες κατά των κρατών μελών που δεν ενσωμάτωσαν τις τέσσερις οδηγίες (πλαίσιο, αδειοδότηση, πρόσβαση και δικαιώματα χρηστών) στο εθνικό δίκαιο μέχρι τις 24 Ιουλίου 2003. [50] Θα κινήσει επίσης τη διαδικασία επί παραβάσει κατά των κρατών μελών που δεν έχουν μεταφέρει στο εθνικό δίκαιο την οδηγία για την προστασία των προσωπικών δεδομένων, μέχρι την 31η Οκτωβρίου 2003.

[50] Βλέπε ανακοινωθέν τύπου IP/03/1356, της 8.10.2003.

Η ορθή εφαρμογή των οδηγιών θα αποτελέσει μια από τις προτεραιότητες που θα πρέπει αποτελέσουν το επίκεντρο κατά την ανάλυση των μέτρων μεταφοράς στο εθνικό δίκαιο. Επιπλέον, και για να εξασφαλιστεί η νομική ασφάλεια και διαφάνεια, η Επιτροπή θεωρεί προτεραιότητα την επιβολή των ειδικών απαιτήσεων κοινοποίησης στα κράτη μέλη σύμφωνα με το νέο πλαίσιο, για παράδειγμα, σχετικά με τις μεμονωμένες ΕΡΑ και τα ανατεθέντα καθήκοντα και αρμοδιότητές τους, καθώς και τους φορείς εκμετάλλευσης SMP και τους φορείς παροχής καθολικών υπηρεσιών. Η Επιτροπή θα παρακολουθήσει επίσης την εκπλήρωση της υποχρέωσης των κρατών μελών να λαμβάνουν υπόψη τις εγκριθείσες συστάσεις για τη διασφάλιση της συνεπούς εφαρμογής του νέου πλαισίου, συμπεριλαμβανομένων των συστάσεων για τις εν λόγω αγορές και τις διαδικασίες δυνάμει του άρθρου 7 της οδηγίας πλαίσιο.

Η Επιτροπή έχει επισημάνει το γεγονός ότι είναι σημαντικό να συμπληρωθούν οι τυπικές διαδικασίες επί παραβάσει με εναλλακτικά μέτρα για την επίτευξη ταχέων αποτελεσμάτων, κατά την παρακολούθηση της εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου. [51] Η μέθοδος αυτή ενδέχεται να είναι αποτελεσματικότερη και περισσότερο αναλογική σε σχέση με τις διαδικασίες επί παραβάσει. Σχετικά με το θέμα αυτό, η Επιτροπή συνεργάζεται στενά με τις αρχές των κρατών μελών και ειδικότερα με τις ανεξάρτητες εθνικές ρυθμιστικές αρχές. Εκτός από την ομάδα των ευρωπαϊκών ρυθμιστικών αρχών (ERG), η συνεργασία επιτυγχάνεται ήδη στο πλαίσιο της Επιτροπής Επικοινωνιών (COCOM), της Επιτροπής Ραδιοφάσματος (RSC) και της Ομάδας για την Πολιτική Ραδιοφάσματος (RSPG) και σε διμερείς συνεδριάσεις με τα κράτη μέλη.

[51] Ανακοίνωση της Επιτροπής για τη βελτίωση του ελέγχου της εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου COM(2002) 725, της 11ης Δεκεμβρίου 2002.

Τέλος, η τακτική υποβολή εκθέσεων σχετικά με την εφαρμογή του ρυθμιστικού πλαισίου και των εξελίξεων της αγοράς έχει αποδειχθεί αποτελεσματικό μέσο για την παρακολούθηση της ορθής εφαρμογής, το οποίο η Επιτροπή προτίθεται να εξακολουθήσει να χρησιμοποιεί μελλοντικά.