52003DC0313

Έκθεση της Επιτροπής στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο σχετικά με την ασφάλεια των υπηρεσιών για καταναλωτές [SEC(2003) 625] /* COM/2003/0313 τελικό */


ΕΚΘΕΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΣΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΣΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ σχετικά με την ασφάλεια των υπηρεσιών για καταναλωτές [SEC(2003) 625]

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

I. Γενικά

Η παρούσα έκθεση ανταποκρίνεται στην πρόσκληση που απευθύνουν το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο στην Επιτροπή, στο άρθρο 20 της οδηγίας 2001/95/ΕΚ (Γενική ασφάλεια των προϊόντων), να "εντοπίζει τις ανάγκες, δυνατότητες και προτεραιότητες της κοινοτικής δράσης για την ασφάλεια των υπηρεσιών". Η έκθεση προετοιμάστηκε ύστερα από ευρείες διαβουλεύσεις με τα κράτη μέλη και τους ενδιαφερομένους και βασίζεται στον προκαταρκτικό εντοπισμό και στην αξιολόγηση των καταλληλότερων πολιτικών επιλογών. Οι κύριες διαπιστώσεις της έκθεσης συνίστανται στο ότι υπάρχει σημαντική έλλειψη στοιχείων και πληροφοριών για τις πραγματικές πτυχές κινδύνων και για τις πτυχές ασφάλειας των υπηρεσιών. Επομένως, το συμπέρασμα της παρούσας έκθεσης είναι ότι προτεραιότητα της κοινοτικής δράσης είναι η βελτίωση της γνωσιολογικής βάσης σε αυτόν τον τομέα.

Η παρούσα έκθεση εστιάζεται σε θέματα υγείας και σωματικής ασφάλειας των υπηρεσιών που παρέχονται σε καταναλωτές καθώς και σε συναφείς υπηρεσίες. Η προστασία των χρηματο-οικονομικών συμφερόντων των καταναλωτών έχει ήδη εξεταστεί στο πλαίσιο των πρωτοβουλιών που αφορούν την πολιτική καταναλωτών της ΕΕ και την ενιαία αγορά και δεν απασχολούν την παρούσα έκθεση.

II. Κανονιστικό πλαίσιο για την ασφάλεια των υπηρεσιών σε επίπεδο ΕΕ

Σε επίπεδο ΕΕ δεν υφίσταται οριζόντια νομοθεσία για την ασφάλεια των υπηρεσιών. Ωστόσο, μια σειρά υφιστάμενων μηχανισμών σε διάφορους τομείς της πολιτικής συμβάλουν έμμεσα στην ασφάλεια ορισμένων υπηρεσιών. Συγκεκριμένα, η κοινοτική νομοθεσία για την εναρμόνιση των τεχνικών κανόνων για ορισμένα επαγγελματικά προϊόντα είναι πολύ σχετική με την ασφάλεια της υπηρεσίας στην οποία χρησιμοποιούνται τα προϊόντα αυτά. Για το ιδιαίτερα σημαντικό θέμα της ασφάλειας από φωτιά σε ξενοδοχεία, το 1986 εκδόθηκε κανονισμός του Συμβουλίου. Έχει επίσης θεσπιστεί εκτενής κοινοτική νομοθεσία για την ασφάλεια των μεταφορών (αεροπορικών, θαλάσσιων και επίγειων), στο πλαίσιο των διατάξεων της Συνθήκης για την πολιτική μεταφορών.

III. Πολιτικό και κανονιστικό πλαίσιο στα κράτη μέλη

Όλα τα κράτη μέλη έχουν θεσπίσει πολιτικές, νομοθεσία και διοικητικά μέτρα σχετικά με την ασφάλεια των υπηρεσιών, όμως οι προσεγγίσεις διαφέρουν σημαντικά. Ορισμένα κράτη μέλη (Φινλανδία, Γαλλία, Πορτογαλία, Ισπανία και Σουηδία) έχουν θεσπίσει γενική νομοθεσία ειδικά για την ασφάλεια υπηρεσιών για καταναλωτές, η οποία συμπληρώνει την πολιτική και τη νομοθεσία σε διάφορους τομείς. Δύο κράτη μέλη, το Ηνωμένο Βασίλειο και η Ιταλία, καλύπτουν τις οριζόντιες πτυχές της ασφάλειας των υπηρεσιών για τους καταναλωτές, τους χρήστες και το κοινό μέσω της νομοθεσίας τους για την επαγγελματική υγεία και ασφάλεια. Όλα τα κράτη μέλη διαθέτουν συγκεκριμένες ανά τομέα προσεγγίσεις, με διάφορες διατάξεις που αφορούν άμεσα ή έμμεσα την ασφάλεια διαφόρων κατηγοριών υπηρεσιών. Σε ορισμένα κράτη μέλη έχουν επίσης θεσπιστεί κώδικες πρακτικής και εθελοντικά μέτρα, όμως σε ad hoc βάση και μόνο για λίγους και συγκεκριμένους τομείς υπηρεσιών. Εκτός από τα ειδικά άμεσα μέτρα, έμμεση σπουδαιότητα έχει και η ρύθμιση σε άλλους τομείς, όπως η ασφάλεια κτιρίων και η επαγγελματική ασφάλεια.

Λόγω της πολυπλοκότητας και της ποικιλίας των σχετικών μέτρων, είναι πολύ δύσκολη η συγκριτική αξιολόγηση της ρυθμιστικής κατάστασης στα κράτη μέλη και ο εντοπισμός συγκεκριμένων κενών και αδυναμιών στις εφαρμοζόμενες προσεγγίσεις ή στην πρακτική τους εφαρμογή και επιβολή.

IV. Θέματα που προκύπτουν από την αξιολόγηση της κατάστασης στα κράτη μέλη

Μέχρι στιγμής δεν έχουν προκύψει αποδεικτικά στοιχεία για την παρεμπόδιση της διασυνοριακής παροχής υπηρεσιών στην ΕΕ από την ύπαρξη διαφορετικών προδιαγραφών ασφαλείας. Στις διαβουλεύσεις δεν αναφέρθηκε κάτι σχετικό. Από έρευνα του Ευρωβαρόμετρου προκύπτει ότι οι ευρωπαίοι καταναλωτές έχουν την αντίληψη ότι το επίπεδο ασφάλειας προϊόντων και υπηρεσιών στο εξωτερικό είναι χαμηλότερο. Αυτό, μεταξύ άλλων, έχει να κάνει και με την αντίληψη ότι το επίπεδο ασφάλειας των προϊόντων που παρέχονται σε άλλες χώρες είναι χαμηλότερο. Η αύξηση της εμπιστοσύνης των καταναλωτών στην ασφάλεια των υπηρεσιών που παρέχονται σε όλη την ΕΕ αποτελεί σημαντικό στόχο της εσωτερικής αγοράς, ιδιαίτερα σε τομείς όπως ο τουρισμός, οι δραστηριότητες αναψυχής και οι αθλητικές δραστηριότητες.

Έχουν διαπιστωθεί σημαντικά κενά όσον αφορά τη διαθέσιμη γνωσιολογική βάση για την ασφάλεια των υπηρεσιών και τους κινδύνους. Η συστηματική παρακολούθηση και συλλογή στοιχείων για ατυχήματα και τραυματισμούς περιορίζεται σε λίγους τομείς, όπως οι μεταφορές και η υγεία. Τα στοιχεία για άλλους τομείς είναι πολύ λίγα. Επίσης, οι διαθέσιμες πληροφορίες γενικά δεν είναι αξιόπιστες και αρκετά λεπτομερείς ώστε να είναι συγκρίσιμες. Επομένως, δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν για τη διεξαγωγή μιας συστηματικής και συγκριτικής αξιολόγησης κινδύνων. Η εξαγωγή συμπερασμάτων σε κοινοτικό επίπεδο, από τα λίγα διαθέσιμα στοιχεία, οδηγεί σε ανούσια και αντιφατικά αποτελέσματα.

V. Ενδείξεις και προσδοκίες από τις διαβουλεύσεις

Κατά την προετοιμασία της παρούσας έκθεσης, η Επιτροπή συμβουλεύτηκε εθνικές ενώσεις καταναλωτών για τη λειτουργία της εθνικής νομοθεσίας καθώς και ένα ευρύ ευρωπαϊκό κοινό (δημόσιες αρχές, επιχειρήσεις, βιομηχανία, εργατικές και επαγγελματικές οργανώσεις, ευρωπαϊκές ενώσεις καταναλωτών και φορείς τυποποίησης) για τις ενδεχόμενες επιλογές κοινοτικών δράσεων. Από τις διαβουλεύσεις διαπιστώθηκε ότι οι ενώσεις καταναλωτών διαβλέπουν κίνδυνο για την ασφάλεια σε ορισμένους τομείς υπηρεσιών, όπως οι δραστηριότητες αθλητισμού και αναψυχής, ο τουρισμός και η φροντίδα της υγείας. Γενικά, οι συμμετέχοντες στις διαβουλεύσεις θεωρούν ότι η Επιτροπή μπορεί να αναλάβει δράσεις για την υποστήριξη των εθνικών πολιτικών σχετικά με την προστασία των καταναλωτών, π.χ. με την αύξηση της γνώσης για τους κινδύνους όσον αφορά την ασφάλεια και με την προώθηση διαφόρων μη κανονιστικών πράξεων. Οι προσδοκίες των συμμετεχόντων στις διαβουλεύσεις όσον αφορά την ανάγκη νομικά δεσμευτικών προδιαγραφών ασφάλειας σε επίπεδο ΕΕ διαφέρουν. Η πλευρά των καταναλωτών θεωρεί ότι παρόμοιες νομικές προδιαγραφές είναι σημαντικές για την εξασφάλιση ενός κατάλληλου επιπέδου προστασίας των καταναλωτών σε όλα τα κράτη μέλη, ενώ οι επιχειρήσεις και οι περισσότερες δημόσιες αρχές δεν διακρίνουν κάποια προστιθέμενη αξία αυτών των προδιαγραφών στην παρούσα φάση.

VI. Δράση σε επίπεδο ΕΕ

Σύμφωνα με τα αποτελέσματα των διαβουλεύσεων, η Επιτροπή είναι της άποψης ότι στόχος της κοινοτικής δράσης στον τομέα της ασφάλειας των υπηρεσιών πρέπει να είναι:

* Η υποστήριξη των εθνικών πολιτικών και μέτρων ώστε να συμβάλει στην αποτελεσματικότητα και την αποδοτικότητά τους.

* Η διασφάλιση ενός συνεπούς και υψηλού επιπέδου προστασίας της ασφάλειας για τους καταναλωτές σε όλη την ΕΕ.

* Η διευκόλυνση της πληροφόρησης για τη διασυνοριακή παροχή υπηρεσιών ή την ίδρυση θυγατρικών από τους παροχείς υπηρεσιών.

Για το λόγο αυτό εξετάστηκαν διάφορες επιλογές για την ανάληψη ουσιαστικής δράσης όσον αφορά την ασφάλεια των υπηρεσιών, ώστε να εκτιμηθεί ο βαθμός στον οποίο είναι αιτιολογημένες υπό το πρίσμα αυτών των στόχων.

Ωστόσο, η ακαταλληλότητα των διαθέσιμων στοιχείων αφενός και η έλλειψη αποδεικτικών στοιχείων για συγκεκριμένες δυσκολίες της εσωτερικής αγοράς αφετέρου καθιστούν δύσκολη την αιτιολόγηση κάποιας συγκεκριμένης επιλογής για την ανάληψη ουσιαστικής κοινοτικής δράσης στην παρούσα φάση. Η σπουδαιότητα των υπηρεσιών στην οικονομία της ΕΕ, η διασυνοριακή σημασία των θεμάτων που αφορούν την ασφάλεια των υπηρεσιών σχετικά με τον τουρισμό και τις δραστηριότητες αναψυχής και αθλητισμού καθώς και οι προσδοκίες που συχνά εκφράζονται από τους πολίτες της ΕΕ για ένα υψηλό επίπεδο ασφάλειας σε όλη την ΕΕ, οδηγούν στο συμπέρασμα ότι πρέπει να εξεταστούν πρωτοβουλίες σε κοινοτικό επίπεδο ώστε να υποστηριχθούν οι πολιτικές και τα μέτρα των κρατών μελών.

Κρίνεται λοιπόν ότι άμεση προτεραιότητα πρέπει να αποτελεί η βελτίωση της σημερινής βάσης γνώσεων και η συστηματική παρακολούθηση των πολιτικών και των μέτρων των κρατών μελών. Ενδεχομένως να χρειαστούν ευρωπαϊκά πρότυπα για συγκεκριμένους τομείς υπηρεσιών ή κινδύνους ώστε να υποστηριχθούν τα εθνικά μέτρα.

Για τη βελτίωση της βάσης γνώσεων και για να είναι δυνατή η θέσπιση, εάν χρειαστεί, ευρωπαϊκών προτύπων που θα υποστηρίζουν τις εθνικές πολιτικές, πρέπει να δημιουργηθεί το κατάλληλο πλαίσιο.

Αυτό το νομοθετικό πλαίσιο πρέπει να αποσκοπεί στην παρακολούθηση και την υποστήριξη εθνικών πολιτικών και μέτρων με:

(1) Τη θέσπιση μιας διαδικασίας για την ανταλλαγή πληροφοριών σχετικά με πολιτικές και ρυθμιστικές εξελίξεις καθώς και τα αποτελέσματα που επιτυγχάνονται και τη διοικητική συνεργασία μεταξύ των αρχών, λαμβάνοντας υπόψη το πεδίο της παρούσας και της μελλοντικής σχετικής κοινοτικής νομοθεσίας για την παροχή πληροφόρησης στον τομέα των τεχνικών προτύπων και τους κανονισμούς που αφορούν τις υπηρεσίες.

(2) Τη θέσπιση διατάξεων για τη συστηματική συλλογή και αξιολόγηση δεδομένων σχετικά με κινδύνους των υπηρεσιών και με τη δημιουργία μιας βάσης δεδομένων σε επίπεδο ΕΕ.

(3) Τον προσανατολισμό του νομοθετικού πλαισίου προς την κατεύθυνση θέσπισης διαδικασιών για τον καθορισμό ευρωπαϊκών προτύπων, εφόσον κρίνεται αναγκαίο, σε συνδυασμό με ευρέως καθορισμένους στόχους που αφορούν την ασφάλεια των υπηρεσιών.

Το πλαίσιο θα σχεδιαστεί υπό το πρίσμα της προσεκτικής αξιολόγησης των δυνητικών πλεονεκτημάτων και εμποδίων, με ιδιαίτερη έμφαση στην κατάσταση των μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων και σε στενή συνεργασία με τα κράτη μέλη. Στόχος είναι ο καθορισμός του βέλτιστου πεδίου και των μεθόδων για την παρακολούθηση και τη συλλογή δεδομένων, έτσι ώστε να εξασφαλιστεί μια πραγματική προστιθέμενη αξία κατά τρόπο οικονομικά αποτελεσματικό.

Ενδείκνυται να δοθεί έμφαση σε τομείς που αφορούν περισσότερο τους καταναλωτές, από διασυνοριακή προοπτική, όπως οι υπηρεσίες μαζικής στέγασης (π.χ. ξενοδοχεία, κατασκηνώσεις ή άλλες τουριστικές εγκαταστάσεις) και οι δραστηριότητες αθλητισμού και αναψυχής.

ΕΚΘΕΣΗ

1. ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΚΑΙ ΠΕΔΙΟ

1. Με την εξέλιξη των οικονομιών, το σχετικό μερίδιο του αγροτικού τομέα και της μεταποιητικής βιομηχανίας τείνει να μειώνεται δραστικά, ενώ ο τομέας των υπηρεσιών αποκτά όλο και μεγαλύτερη σπουδαιότητα. Επομένως, μια μεταβιομηχανική οικονομία χαρακτηρίζεται συνήθως ως "οικονομία των υπηρεσιών". Αυτό ισχύει και για την οικονομία της ΕΕ, η οποία κυριαρχείται από τον τομέα των υπηρεσιών, τόσο από πλευράς παραγόμενου πλούτου όσο και από πλευράς απασχόλησης. Ο τομέας αυτός καλύπτει κλάδους όπως το εμπόριο, οι μεταφορές, τα ταξίδια, οι επικοινωνίες, οι χρηματοοικονομικές υπηρεσίες, η υγεία και η κοινωνική εργασία, οι δημόσιες υπηρεσίες. Για την προοδευτική εξάλειψη των εμποδίων που αντιμετωπίζουν οι υπηρεσίες, η Επιτροπή υπέβαλε, το Δεκέμβριο του 2000, μια στρατηγική δύο φάσεων για τις υπηρεσίες στην εσωτερική αγορά [1]. Η πρώτη φάση αυτής της στρατηγικής ολοκληρώθηκε τον Ιούλιο του 2002 με την υποβολή έκθεσης της Επιτροπής [2], στην οποία γίνεται μια απογραφή των εμποδίων στην εσωτερική αγορά που εξακολουθούν να εμποδίζουν την παροχή υπηρεσιών. Στο πλαίσιο αυτής της στρατηγικής, η Επιτροπή αναγνωρίζει ότι, εκτός από τη θέσπιση ενός οριζόντιου μηχανισμού εναρμόνισης για την αντιμετώπιση των εμποδίων οριζόντιας φύσης, ενδεχομένως χρειάζονται συγκεκριμένα μέτρα εναρμόνισης σε τομείς που υπάρχουν σοβαροί προβληματισμοί όσον αφορά την προστασία της υγείας και των καταναλωτών.

[1] COM(2000)888 τελικό της 29ης Δεκεμβρίου 2000

[2] COM(2002)441τελικό της 30ης Ιουλίου 2002

2. Σύμφωνα με τα στοιχεία της EUROSTAT για το 2000, ο τομέας των υπηρεσιών στην ΕΕ παρήγαγε το 69,6% [3] της ακαθάριστης προστιθέμενης αξίας και απασχολούσε το 68,6% [4] των εργαζομένων. Για το ίδιο έτος, το εσωτερικό εμπόριο στην ΕΕ για τις εμπορικές υπηρεσίες (δηλ. εξαιρουμένων των κρατικών υπηρεσιών) εκτιμάτο σε 710,8 δις EUR. Όσον αφορά τα ιδιωτικά νοικοκυριά, οι δαπάνες για καταναλωτικές υπηρεσίες ανέρχονταν το 1999 σε 59,4% [5] των συνολικών δαπανών (συμπεριλαμβανομένων των υπηρεσιών στέγασης, υδροδότησης, ηλεκτροδότησης, φυσικού αερίου).

[3] Από το οποίο, το 27,2% για χρηματο-οικονομικές υπηρεσίες, επιχειρηματικές δραστηριότητες. το 21,0% για εμπόριο, μεταφορές και επικοινωνίες. το 21,4% για δημόσιες υπηρεσίες. Επειδή τα διαθέσιμα στατιστικά στοιχεία δεν επιτρέπουν τη διάκριση ανάμεσα σε προϊόντα και υπηρεσίες, υπάρχει κίνδυνος υπερεκτίμησης των δαπανών που αφορούν υπηρεσίες.

[4] Από το οποίο, το 13,9% για χρηματο-οικονομικές υπηρεσίες, επιχειρηματικές δραστηριότητες. το 25,4% για εμπόριο, μεταφορές και επικοινωνίες. το 29,3% για δημόσιες υπηρεσίες.

[5] Από το οποίο, το 3,2% για την υγεία, το 14,1% για μεταφορές, το 2,3% για επικοινωνίες, το 1% για την εκπαίδευση και το 8,1% για εστιατόρια και ξενοδοχεία και το 21,3% για στέγαση, ύδρευση και ηλεκτροδότηση.

3. Αυτά τα μακρο-οικονομικά μεγέθη δείχνουν σαφώς τη σπουδαιότητα των υπηρεσιών για την ευρωπαϊκή οικονομία, την εσωτερική αγορά και τις καταναλωτικές δαπάνες. Δεδομένου του σημαντικού μεριδίου του εισοδήματος των καταναλωτών που διατίθεται για υπηρεσίες, αποτελεί νόμιμο συμφέρον του καταναλωτή ότι οι υπηρεσίες που διατίθενται στην αγορά, κατά τον ίδιο τρόπο με τα προϊόντα, δεν συνιστούν κίνδυνο για τη σωματική του ακεραιότητα ή την υγεία. Οι μεταφορές, οι υπηρεσίες υγείας και οι υπηρεσίες αναψυχής αποτελούν παραδείγματα καταναλωτικών υπηρεσιών που ενέχουν κινδύνους για την υγεία και τη σωματική ασφάλεια των πολιτών.

4. Κατά τις τελευταίες δεκαετίες έχει θεσπιστεί ένα μεγάλο σώμα κοινοτικής νομοθεσίας για την ασφάλεια των προϊόντων. Η νομοθεσία αυτή περιλαμβάνει τομεακές οδηγίες, που ισχύουν για συγκεκριμένες κατηγορίες προϊόντων ή/ και κινδύνων, και γενικά μέτρα, ιδίως η πρόσφατα αναθεωρημένη οδηγία 2001/95/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για τη γενική ασφάλεια των προϊόντων [6] και η οδηγία του Συμβουλίου 85/374/ΕΟΚ για θέματα ευθύνης λόγω ελαττωματικών προϊόντων [7]. Στόχος της νομοθεσίας αυτής είναι η εναρμόνιση των εθνικών κανόνων για την ασφάλεια και την ευθύνη, με σκοπό τη διευκόλυνση της ελεύθερης διακίνησης αγαθών στον ΕΟΧ, με ταυτόχρονη εξασφάλιση ενός υψηλού επιπέδου προστασίας της υγείας και της ασφάλειας των καταναλωτών.

[6] Οδηγία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου 2001/95/ΕΚ, ΕΕ αριθ. L 11 της 15.01.2002 σ. 4

[7] ΕΕ L 210, 07.08.1985, σ. 29

5. Όσον αφορά την ασφάλεια των υπηρεσιών, προς το παρόν δεν υφίσταται κάποιο γενικό κοινοτικό ρυθμιστικό πλαίσιο ούτε ειδική για τον τομέα νομοθεσία, εκτός από την περίπτωση των υπηρεσιών μεταφορών. Ωστόσο, ορισμένα στοιχεία της κοινοτικής νομοθεσίας σε άλλους τομείς μπορεί να αφορούν ορισμένες υπηρεσίες. Για παράδειγμα, οι κοινοτικές προδιαγραφές για συγκεκριμένα προϊόντα μπορούν να επηρεάσουν την ασφάλεια των προϊόντων, όπου αυτά τα προϊόντα χρησιμοποιούνται. Με σκοπό την ανάπτυξη μιας περισσότερο σφαιρικής προσέγγισης όσον αφορά την ασφάλεια των υπηρεσιών, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο ζήτησαν από την Επιτροπή, στο άρθρο 20 της οδηγίας 2001/95/ΕΚ να "εντοπίζει τις ανάγκες, δυνατότητες και προτεραιότητες της κοινοτικής δράσης για την ασφάλεια των υπηρεσιών και υποβάλλει, στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο, πριν από την 1η Ιανουαρίου 2003, έκθεση, συνοδευόμενη από προτάσεις επί του θέματος, ανάλογα με την περίπτωση".

6. Η παρούσα έκθεση περιορίζεται σε καταναλωτικές υπηρεσίες, δηλαδή σε υπηρεσίες που παρέχονται σε φυσικά πρόσωπα που τελούν υπό ατομική ιδιότητα. Οι επαγγελματίες είναι συνήθως σε καλύτερη θέση να εκτιμήσουν κινδύνους και έχουν διαφορετικές ανάγκες σε σύγκριση με τους καταναλωτές.

Η ασφάλεια των τροφίμων που παρέχονται στους καταναλωτές από παροχείς υπηρεσιών, δηλαδή σε εστιατόρια, καλύπτεται από τις πρωτοβουλίες που αφορούσαν την αναθεώρηση των κοινοτικών κανόνων ασφάλειας της υγιεινής των τροφίμων, που θεσπίστηκαν στο πλαίσιο της προσέγγισης από "το αγρόκτημα στο τραπέζι" για την ασφάλεια των τροφίμων.

Μη εδώδιμα προϊόντα που παρέχονται σε καταναλωτές ή χρησιμοποιούνται από αυτούς ως μέρος μιας υπηρεσίας καλύπτονται από την οδηγία 2001/95/ΕΚ. Ωστόσο, η ασφάλεια του εξοπλισμού που χρησιμοποιούν οι παροχείς της υπηρεσίας για την παροχή της στους καταναλωτές εξαιρείται από το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 2001/95/ΕΚ και, επομένως, πρέπει να συμπεριληφθεί στο πεδίο της κοινοτικής δράσης για την ασφάλεια των υπηρεσιών. Αυτό αφορά κυρίως εξοπλισμό με τον οποίο οι καταναλωτές ταξιδεύουν αλλά για τη λειτουργία του οποίου υπεύθυνος είναι ο πάροχος της υπηρεσίας.

Υπηρεσίες δημόσιου ενδιαφέροντος που αφορούν τη δημόσια ασφάλεια και προστασία, όπως η άμυνα, η αστυνομία ή η πολιτική προστασία δεν συμπεριλαμβάνονται στο πεδίο της παρούσας έκθεσης λόγω των ιδιαίτερων στόχων, της φύσης του "παρόχου υπηρεσιών" και των συνθηκών κάτω από τις οποίες εκτελούνται οι σχετικές δραστηριότητες.

7. Για τους σκοπούς της παρούσας έκθεσης, η ασφάλεια αφορά την υγεία και τη σωματική ακεραιότητα των καταναλωτών. Σύμφωνα με τον ορισμό αυτό, οι καταναλωτικές υπηρεσίες, όπως οι χρηματο-οικονομικές υπηρεσίες ή οι υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών που δεν συνιστούν κίνδυνο για την υγεία και τη σωματική ασφάλεια, εξαιρούνται του πεδίου της παρούσας έκθεσης. Η έκθεση δεν συνεκτιμά κινδύνους για ζημίες ιδιοκτησίας και οικονομικούς κινδύνους. Οι κίνδυνοι αυτοί αφορούν αμεσότερα εμπορικές πρακτικές που διέπονται από το δίκαιο περί συμβάσεων. Επίσης, οι κίνδυνοι αυτοί αντιμετωπίζονται ήδη στο πλαίσιο των κοινοτικών πρωτοβουλιών σχετικά με την εσωτερική αγορά και την πολιτική της ΕΕ για την προστασία των καταναλωτών [8].

[8] Βλ., για παράδειγμα, το πράσινο βιβλίο για την προστασία των καταναλωτών στην Ευρωπαϊκή Ένωση, COM(2001)531 τελικό της 2ας Οκτωβρίου 2001 και την ανακοίνωση σε συνέχεια του πράσινου βιβλίου για την προστασία των καταναλωτών στην Ευρωπαϊκή Ένωση, COM(2002)289 τελικό της 11ης Ιουνίου 2002.

Η ασφάλεια των καταναλωτικών υπηρεσιών επηρεάζεται κυρίως από προληπτικά μέτρα "εντολής και ελέγχου" αφενός και συστήματα νομικής ευθύνης αφετέρου. Οι κανόνες για τη θέσπιση ενός πλαισίου για την ασφαλή παροχή υπηρεσιών έχουν θετική επίδραση στα επίπεδα ασφάλειας, με την πρόληψη ζημιών. Τα συστήματα νομικής ευθύνης, αν και έχουν μεγάλη σημασία για την αποκατάσταση αρνητικών επιδράσεων από την παροχή κακών υπηρεσιών στους καταναλωτές, λειτουργούν κυρίως ως εκ των υστέρων αποζημίωση και ως ένας πιο έμμεσος προληπτικός μηχανισμός για την ασφάλεια των υπηρεσιών.

8. Το 1990, η Επιτροπή εξέτασε το θέμα της νομικής ευθύνης για κακές υπηρεσίες σε πρόταση οδηγίας [9] περί ευθύνης του φορέα παροχής υπηρεσιών. Κύριος σκοπός αυτής της νομοθετικής πρωτοβουλίας ήταν:

[9] COM(90)482 τελικό - SYN 308 της 20ης Δεκεμβρίου 1990, ΕΕ C 12, 18/01/1991, σ. 8

* η παροχή καλύτερης προστασίας για καταναλωτές που υφίστανται ζημία από υπηρεσίες που βλάπτουν τη σωματική τους ακεραιότητα ή την ιδιοκτησία τους. αυτό επετεύχθη με τη θέσπιση της αρχής της αντικειμενικής ευθύνης του παρόχου με αντιστροφή του βάρους απόδειξης υπέρ του ζημιούμενου ατόμου και

* η εξάλειψη ασυνεπειών ανάμεσα στα εθνικά νομικά συστήματα που θα μπορούσαν να επηρεάσουν την αποτελεσματική λειτουργία της εσωτερικής αγοράς για υπηρεσίες.

Ύστερα από εκτενείς συζητήσεις στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο, η Επιτροπή αποφάσισε να αποσύρει την πρότασή της, τον Ιούνιο του 1994. Υπό το πρίσμα των συζητήσεων, η Επιτροπή ήταν της άποψης ότι η προσέγγιση όσον αφορά το θέμα της ευθύνης πρέπει να επανεξεταστεί, αφού γίνει, μεταξύ άλλων, μια εις βάθος έρευνα της λειτουργίας των συστημάτων αστικής ευθύνης για την αποκατάσταση ζημιών που προκαλούνται από κακές υπηρεσίες, τα οποία ισχύουν στα κράτη μέλη, και τη συνεκτίμηση της ιδιαιτερότητας των διαφόρων κατηγοριών υπηρεσιών.

Η Επιτροπή αναλύει αυτή τη στιγμή τα νομικά συστήματα των κρατών μελών που διέπουν την ευθύνη για κακές υπηρεσίες. Θα αξιολογήσει και πάλι την ανάγκη και τη δυνατότητα ανάληψης κοινοτικής δράσης στον τομέα αυτό, από τη στιγμή που θα είναι διαθέσιμα τα αποτελέσματα αυτής της ανάλυσης.

9. Το πραγματικό επίπεδο ασφάλειας μιας υπηρεσίας καθορίζεται βασικά από τη συνολική επίδραση των ακόλουθων κύριων παραγόντων:

* Ασφάλεια των εγκαταστάσεων, των δομών και του εξοπλισμού που χρησιμοποιούνται για την παροχή της υπηρεσίας.

* Ικανότητες του φορέα παροχής υπηρεσιών.

* Διαθεσιμότητα και ποιότητα των πληροφοριών για θέματα ασφάλειας της υπηρεσίας που παρέχεται στο χρήστη/ καταναλωτή της υπηρεσίας.

* Τρόπος εκτέλεσης της υπηρεσίας από το φορέα παροχής της.

* Γενικές ικανότητες και συμπεριφορά του καταναλωτή.

* Διαθεσιμότητα διαδικασιών έκτακτης ανάγκης και εξοπλισμού για τη μείωση της ζημίας σε περίπτωση ατυχήματος.

10. Κατά την εξέταση των κοινοτικών μέτρων για την αντιμετώπιση κινδύνων ασφάλειας συγκεκριμένων τομέων καταναλωτικών υπηρεσιών, οι μεταφορές και η υγεία συνιστούν ιδιαίτερες κατηγορίες. Τα μέτρα για τη βελτίωση της ασφάλειας στις διάφορες μορφές μεταφορών αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της κοινής πολιτικής μεταφορών, όπως κατοχυρώνεται στο άρθρο 71 της Συνθήκης. Όπως αναφέρεται στη συνέχεια, στο πλαίσιο του άρθρου αυτού έχει θεσπιστεί ένα ευρύ φάσμα μέτρων για τη ρύθμιση της ασφάλειας στις διάφορες μορφές μεταφορών. Όσον αφορά την υγεία, το άρθρο 152 της Συνθήκης αποσκοπεί στην επίτευξη ενός υψηλού επιπέδου προστασίας της ανθρώπινης υγείας και προβλέπει ότι το Συμβούλιο θα συμβάλει στην επίτευξη των στόχων που αναφέρονται στο εν λόγω άρθρο, με τη θέσπιση προτρεπτικών μέτρων που σχεδιάζονται για την προστασία και τη βελτίωση της ανθρώπινης υγείας, εξαιρουμένης κάθε εναρμόνισης των νόμων και των ρυθμίσεων των κρατών μελών που αφορούν τις υπηρεσίες υγείας. Λαμβάνοντας υπόψη αυτές τις ειδικές διατάξεις και τη φύση και την οργάνωση των συναφών δραστηριοτήτων, τα κοινοτικά μέτρα για τη βελτίωση της ασφάλειας των υπηρεσιών υγείας πρέπει να εξετάζονται στο πλαίσιο των κοινοτικών προγραμμάτων και των δραστηριοτήτων σε αυτόν το συγκεκριμένο τομέα. Η παρούσα έκθεση δεν επιδιώκει τον εντοπισμό και την αξιολόγηση προτεραιοτήτων για την ανάληψη κοινοτικής δράσης όσον αφορά την ασφάλεια των υπηρεσιών μεταφορών και υγείας.

11. Κατά την προετοιμασία της παρούσας έκθεσης, η Επιτροπή έχει διενεργήσει ευρεία διαβούλευση με τα κράτη μέλη και τους ενδιαφερομένους καθώς επίσης και εκτενείς συζητήσεις με εμπειρογνώμονες των κρατών μελών στο πλαίσιο της ομάδας εργασίας για την ασφάλεια των καταναλωτών. Το Μάιο του 2002 υποβλήθηκε στις εθνικές ενώσεις καταναλωτών στα κράτη μέλη και στις χώρες του ΕΟΧ σχετικό ερωτηματολόγιο. Οι απαντήσεις στο ερωτηματολόγιο έδωσαν μια χρήσιμη εικόνα για τις αντιλήψεις των καταναλωτών όσον αφορά τη λειτουργία της υφιστάμενης εθνικής νομοθεσίας για την ασφάλεια των υπηρεσιών. Για τη συλλογή περαιτέρω στοιχείων για την παρούσα έκθεση, στο διάστημα από τον Αύγουστο έως τον Οκτώβριο του 2002 έλαβε χώρα μια μεγάλης κλίμακας διαβούλευση με ενδιαφερομένους που είχαν νόμιμο συμφέρον για την ασφάλεια των καταναλωτικών υπηρεσιών καθώς επίσης και με δημόσιες αρχές. Τα ενδιαφερόμενα μέρη κλήθηκαν να σχολιάσουν την ενδεχόμενη συμβολή στην αύξηση της ασφάλειας των καταναλωτικών υπηρεσιών, μέσα από μια σειρά πολιτικών επιλογών, λαμβάνοντας υπόψη τις υφιστάμενες πολιτικές και τη νομοθεσία στα κράτη μέλη και στην Κοινότητα. Από αυτή τη διαδικασία διαβούλευσης προέκυψαν 70 και περισσότερες, συχνά πολύ λεπτομερείς και συναφείς, αντιδράσεις από διάφορες ομάδες που εκπροσωπούσαν τους καταναλωτές, τους φορείς παροχής υπηρεσιών, τη βιομηχανία και το εμπόριο, τους φορείς τυποποίησης και τις δημόσιες αρχές.

12. Σκοπός της παρούσας έκθεσης είναι να αξιολογήσει τις ανάγκες και τις δυνατότητες για ανάληψη κοινοτικής δράσης σχετικά με την ασφάλεια συγκεκριμένων κατηγοριών υπηρεσιών. Συνεκτιμήθηκαν δεόντως και τα στοιχεία που δόθηκαν κατά τη διαδικασία διαβούλευσης, όσον αφορά την απόδοση προτεραιότητας στις διάφορες επιλογές για κοινοτική δράση.

2. Η ΑΣΦΑΛΕΙΑ ΤΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΣΤΗΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΝΩΣΗ

Υφιστάμενες κοινοτικές πολιτικές και νομοθεσία που επιδρούν στην ασφάλεια των υπηρεσιών

13. Σε κοινοτικό επίπεδο, η ασφάλεια των υπηρεσιών ρυθμίζεται σήμερα άμεσα μόνο στον τομέα των μεταφορών. Επίσης, διάφορες κοινοτικές νομοθετικές διατάξεις και πρωτοβουλίες συνεκτιμούν, λίγο έως πολύ άμεσα, θέματα ασφάλειας ορισμένων υπηρεσιών. Στις περισσότερες περιπτώσεις, κύριος στόχος αυτών των διατάξεων είναι η εξασφάλιση της ορθής λειτουργίας της εσωτερικής αγοράς. Τέσσερις κύριοι τομείς έχουν ιδιαίτερη σημασία: η αναγνώριση διπλωμάτων, πιστοποιητικών και άλλων τυπικών προσόντων για τους σκοπούς της εσωτερικής αγοράς, του περιβάλλοντος, της ενέργειας και του τουρισμού.

14. Ο διεθνικός χαρακτήρας του τομέα των μεταφορών και το γεγονός ότι το άρθρο 71γ) της Συνθήκης παρέχει ρητώς τη δυνατότητα θέσπισης μέτρων που αποσκοπούν στην αύξηση της ασφάλειας των μεταφορών, τον έχει καταστήσει τομέα προτεραιότητας της κοινοτικής δράσης.

15. Η ασφάλεια των μεταφορών ρυθμίζεται κυρίως με την τεχνική εναρμόνιση, με σκοπό τη διατήρηση ενός υψηλού επιπέδου ασφάλειας, ή με την εναρμόνιση στον κοινωνικό τομέα και τον τομέα της επαγγελματικής κατάρτισης, με σκοπό την επίτευξη επαρκούς ασφάλειας στο επίπεδο του μεταφορέα που παρέχει την υπηρεσία. Οι διατάξεις αυτές έχουν άμεσο αντίκτυπο στην ασφάλεια της υπηρεσίας. Οι οδικές και θαλάσσιες μεταφορές επιβατών προσφέρουν πολλά παραδείγματα διατάξεων που έχουν άμεσο αντίκτυπο στην ασφάλεια. όπως: οι οδηγίες του Συμβουλίου 92/6/ΕΟΚ [10] και 92/24/ΕΟΚ [11] για τις συσκευές περιορισμού της ταχύτητας σε οχήματα μεταφοράς βαρέων φορτίων και επιβατών. ο κανονισμός του Συμβουλίου (ΕΚ) αριθ. 3820/85 [12] για τον εξοπλισμό οχημάτων που μεταφέρουν επιβάτες ή αγαθά για να καταγράφονται η διανυθείσα απόσταση, οι ταχύτητες και οι περίοδοι οδήγησης και ανάπαυσης. ο κανονισμός του Συμβουλίου (ΕΚ) αριθ. 3051/95 [13] για τη διαχείριση της ασφάλειας επιβατηγών οχηματαγωγών πλοίων roll-on/roll-off. Για τους σιδηροδρόμους, ουσιαστικές προδιαγραφές για την ασφάλεια των διαφόρων υποσυστημάτων (υποδομή, τροχαίο υλικό, σηματοδότηση κ.α.) καθορίζονται στην οδηγία του Συμβουλίου 96/48/ΕΚ [14] σχετικά με τη διαλειτουργικότητα του διευρωπαϊκού σιδηροδρομικού συστήματος μεγάλης ταχύτητας και στην οδηγία 2001/16/ΕΚ [15] του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για τη διαλειτουργικότητα του συμβατικού διευρωπαϊκού σιδηροδρομικού συστήματος. Για τις αεροπορικές μεταφορές, η υποχρέωση διερεύνησης ατυχημάτων και περιστατικών με σκοπό τη βελτίωση της ασφάλειας απορρέει απ' ευθείας από τις διατάξεις του παραρτήματος 13 της σύμβασης για τη διεθνή πολιτική αεροπoρία και την οδηγία του Συμβουλίου 94/56/ΕΚ [16]. Η οδηγία αυτή πρόκειται να συμπληρωθεί από μια οδηγία [17] για την αναφορά περιστατικών στην πολιτική αεροπορία. Η εναρμόνιση της ασφάλειας στην πολιτική αεροπορία ρυθμίζεται από τον κανονισμό του Συμβουλίου (ΕΚ) αριθ. 3922/91 [18] και τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1592/2002 [19] του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου.

[10] ΕΕ L 57, 02.03.1992, σ. 27

[11] ΕΕ L 129, 14.05.1992, σ. 154

[12] ΕΕ L 370, 31.12.1985, σ. 1

[13] ΕΕ L 320, 30.12.1995, σ. 14

[14] ΕΕ L 235, 17.09.1996, σ. 6

[15] ΕΕ L 110, 20.04.2001, σ. 1

[16] ΕΕ L 319, 12.12.1994, σ. 14

[17] Πρόταση οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την αναφορά περιστατικών στην πολιτική αεροπορία, ΕΕ C 120, 24.04.2001, σ. 148

[18] ΕΕ L 373, 31.12.1991, σ. 4

[19] ΕΕ L 240, 07.09.2002, σ. 1

16. Η βελτίωση των μεταφορών παραμένει ένας κύριος στόχος στους προβληματισμούς σχετικά με το μέλλον της κοινής πολιτικής μεταφορών [20], όπως επίσης και η αποδοτικότητα, η ποιότητα και η μειωμένη πίεση στο περιβάλλον.

[20] Λευκή βίβλος - Η ευρωπαϊκή πολιτική μεταφορών με ορίζοντα το έτος 2010: η ώρα των επιλογών, COM(2001)370 τελικό της 12ης Σεπτεμβρίου 2001

17. Η εφαρμογή των αρχών που θεσπίζει η Συνθήκη σχετικά με την ελευθερία εγκατάστασης και την ελευθερία παροχής υπηρεσιών θίγει, έμμεσα, το θέμα της ασφάλειας των υπηρεσιών, αφού προβλέπονται διατάξεις για την αμοιβαία αναγνώριση των επαγγελματικών τυπικών προσόντων καθώς και για την εναρμόνιση ή την αμοιβαία αναγνώριση εθνικών κανόνων για την πρόσβαση σε νομοθετικά κατοχυρωμένα επαγγέλματα στον ιατρικό τομέα, όπως οι νοσοκόμοι [21] και οι ιατροί [22].

[21] Οδηγίες του Συμβουλίου 77/452/ΕΟΚ, ΕΕ L 176, 15.07.1977, σ. 1 και 77/453/ΕΟΚ, στο ίδιο, σ. 8

[22] Οδηγία του Συμβουλίου 93/16/ΕΟΚ, ΕΕ L 165, 07.07.1993, σ. 1

18. Επίσης, άλλα μέτρα της εσωτερικής αγοράς επηρεάζουν την ασφάλεια των καταναλωτικών υπηρεσιών. Για παράδειγμα, οι διατάξεις που αφορούν τα ιατροτεχνολογικά προϊόντα [23] και η νομοθεσία για τα τρόφιμα έχουν θετικό έμμεσο αντίκτυπο στα επίπεδα ασφάλειας των υπηρεσιών που συνδέονται με αυτές.

[23] Οδηγίες του Συμβουλίου 93/42/ΕΟΚ, ΕΕ L 169, 12.07.1993, σ. 1 και 90/385/ΕΟΚ, ΕΕ L 189, 20.07.1990, σ. 17

19. Η προστασία της ανθρώπινης υγείας είναι ένας από τους στόχους της κοινοτικής πολιτικής για το περιβάλλον. Ο στενός δεσμός ανάμεσα στο περιβάλλον και την ανθρώπινη υγεία αποτελεί τη βάση πολλών διατάξεων, οι οποίες, αν και δεν έχουν ως άμεσο στόχο τους την ασφάλεια των καταναλωτών, στην πράξη συμβάλουν στη βελτίωση της υγείας και της ασφάλειας για τους καταναλωτές και στο πλαίσιο των καταναλωτικών υπηρεσιών. Για παράδειγμα, η κοινοτική νομοθεσία για τη διαχείριση αποβλήτων, όπως η αποτέφρωση, η υγειονομική ταφή και η μεταφορά, συμβάλει στη βελτίωση της ασφάλειας της υπηρεσίας με τον περιορισμό των διαφόρων ειδών ρύπανσης που μπορεί να απειλήσουν την ανθρώπινη υγεία. Σε άλλες περιπτώσεις, ο δεσμός ανάμεσα στην περιβαλλοντική προστασία και την ασφάλεια των καταναλωτικών υπηρεσιών έχει πιο άμεσο χαρακτήρα, όπως στην περίπτωση της οδηγίας του Συμβουλίου 98/83/ΕΚ [24] για την ποιότητα του πόσιμου ύδατος.

[24] ΕΕ L 330, 05.12.1998, σ. 32

20. Οι κοινές διατάξεις για την ενέργεια έχουν περιορισμένο και έμμεσο αντίκτυπο στην ασφάλεια των υπηρεσιών. Η ενεργειακή πολιτική συμβάλει στους γενικούς στόχους της κοινοτικής οικονομικής πολιτικής και εστιάζεται στην ολοκλήρωση και τη διάνοιξη των αγορών και την πρόληψη εμποδίων. Πέρα από αυτούς τους γενικούς στόχους, η ενεργειακή πολιτική επιδιώκει συγκεκριμένους στόχους με σκοπό το συνδυασμό της ανταγωνιστικότητας, της ασφάλειας της παροχής και της προστασίας του περιβάλλοντος. Η οδηγία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου 94/63/ΕΚ [25] για τον έλεγχο των εκπομπών πτητικών οργανικών ουσιών (VOC) που προέρχονται από την αποθήκευση βενζίνης και τη διάθεσή της από τις τερματικές εγκαταστάσεις στους σταθμούς διανομής καυσίμων έχει πιο άμεσο αντίκτυπο στα επίπεδα ασφάλειας.

[25] ΕΕ L 365, 31.12.1994, σ. 24

21. Η Συνθήκη δεν προβλέπει μια συγκεκριμένη νομική βάση για την ανάληψη κοινών δράσεων στον τομέα του τουρισμού. Ο ρόλος της Επιτροπής είναι κυρίως συντονιστικός και καταλυτικός. Επομένως, υπάρχουν λίγες μόνο κοινοτικές διατάξεις με άμεσο και ουσιαστικό αντίκτυπο στην ασφάλεια των υπηρεσιών στον τουριστικό τομέα. Όπου υπάρχουν παρόμοιες διατάξεις, αυτές εξαρτώνται από άλλους πολιτικούς τομείς και κύριος στόχος τους είναι συνήθως η ορθή λειτουργία της εσωτερικής αγοράς. Αυτή είναι π.χ. η περίπτωση της οδηγίας του Συμβουλίου 90/314/ΕΟΚ [26] για τα οργανωμένα ταξίδια, που βασίζεται στο πρώην άρθρο 100α (σημερινό άρθρο 95) της Συνθήκης και η οποία καθιστά το διοργανωτή ή/ και τον πωλητή της υπηρεσίας υπεύθυνο για ζημίες που υφίσταται ο καταναλωτής, ως απόρροια της μη εκτέλεσης ή της κακής εκτέλεσης της σύμβασης, όπως επίσης και της σύστασης του Συμβουλίου 86/666/ΕΟΚ [27] σχετικά με το ελάχιστο επίπεδο πυρασφάλειας σε κοινοτικά ξενοδοχεία. Η σημερινή πολιτική της Κοινότητας στον τομέα του τουρισμού αφορά κυρίως την ανάπτυξη και την ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων. Η ασφάλεια των καταναλωτικών υπηρεσιών δεν αναφέρεται στο πλαίσιο αυτό ως στόχος αλλά ως έμμεση συνέπεια της αύξησης της ποιότητας των υπηρεσιών που προσφέρονται με σκοπό την ανάπτυξη των τουριστικών δραστηριοτήτων.

[26] ΕΕ L 158, 23.06.1990, σ. 59

[27] ΕΕ L 384, 31.12.1986, σ. 60

Οι προσεγγίσεις των κρατών μελών και η νομοθεσία σχετικά με την ασφάλεια των υπηρεσιών [28]

[28] Αυτό το μέρος της έκθεσης βασίζεται σε ένα έγγραφο εργασίας για το προσωπικό της Επιτροπής {SEC(2003)625} το οποίο παρέχει μια σύνοψη της ισχύουσας πολιτικής και νομοθεσίας των κρατών μελών για την ασφάλεια των υπηρεσιών.

22. Πολλές πολιτικές και κανονιστικά μέτρα στα κράτη μέλη έμμεσα συμβάλλουν σημαντικά στην ασφάλεια των υπηρεσιών. Στα σχετικά παραδείγματα περιλαμβάνονται απαιτήσεις σχετικά με την κατασκευή και τη λειτουργία κτιρίων και τόπων παροχής υπηρεσιών, τεχνικά μέτρα σχετικά με τον εξοπλισμό και τα προϊόντα, κανόνες για τα τυπικά προσόντα και την έγκριση φορέων παροχής υπηρεσιών και διατάξεις σχετικά με την υγεία και την ασφάλεια κατά την εργασία. Η περαιτέρω ανάλυση αυτών των πολιτικών και των τομέων νομοθεσίας θα ήταν μακροσκελής και δεν εμπίπτει στο πεδίο της παρούσας έκθεσης. Στη συνέχεια γίνεται εστίαση στις εθνικές πολιτικές και στη νομοθεσία στις περιπτώσεις όπου τα μέτρα αφορούν άμεσα την εκτέλεση των υπηρεσιών και όπου κύριος στόχος είναι η προστασία της υγείας και της σωματικής ασφάλειας του καταναλωτή.

23. Δεν υπάρχει μια συνεκτική ή τυπικά συνολική προσέγγιση στον τομέα αυτό στα κράτη μέλη. Τα μισά κράτη μέλη έχουν εντοπίσει την "ασφάλεια των υπηρεσιών" ως ειδικό τομέα της πολιτικής, ενώ τα υπόλοιπα ασχολούνται με την ασφάλεια των υπηρεσιών σε μια βάση ad hoc ή σε συνδυασμό με άλλες πολιτικές. Εντοπίζονται τρεις διαφορετικές εθνικές προσεγγίσεις. Υπάρχουν κράτη μέλη με οριζόντια νομοθεσία για την ασφάλεια των υπηρεσιών, η οποία συμπληρώνει τα ειδικά ανά τομέα μέτρα. Στην ομάδα αυτή περιλαμβάνονται η Φινλανδία, η Γαλλία, η Πορτογαλία, η Ισπανία και η Σουηδία. Η Ιρλανδία και το Ηνωμένο Βασίλειο επεκτείνουν το πεδίο εφαρμογής της οριζόντιας νομοθεσίας τους για την ασφάλεια κατά την εργασία, με σκοπό την κάλυψη και της ασφάλειας των καταναλωτών συμπληρωματικά με τις τομεακές τους πολιτικές και τη νομοθεσία. Τα υπόλοιπα κράτη μέλη διαθέτουν τομεακές πολιτικές και νομοθεσία αλλά όχι μια συνολική και γενική δομή.

24. Τα κράτη μέλη που έχουν θεσπίσει γενική νομοθεσία, έχουν επιλέξει διαφορετικά νομικά πλαίσια και διαφορετικές νομοθετικές τεχνικές. Η Φινλανδία και η Σουηδία έχουν ενσωματώσει την ασφάλεια των υπηρεσιών στη νομοθεσία τους για την ασφάλεια των προϊόντων. Επομένως, οι γενικές προδιαγραφές για τις καταναλωτικές υπηρεσίες είναι λίγο έως πολύ παράλληλες με αυτές για τα προϊόντα. Οι αρχές διαθέτουν τις απαραίτητες αρμοδιότητες για την παρακολούθηση, τον έλεγχο και την ανάληψη δράσης κατά μη ασφαλών υπηρεσιών. Η Γαλλία, η Πορτογαλία και η Ισπανία έχουν επιλέξει να συμπεριλάβουν διατάξεις σχετικά με τις υπηρεσίες στη γενική τους νομοθεσία για τους καταναλωτές. Για παράδειγμα, η Ισπανία διαθέτει μια διάταξη στο γενικό νόμο περί προστασίας των καταναλωτών και των χρηστών, στην οποία ορίζεται ότι οι φορείς παροχής υπηρεσιών πρέπει να διαθέτουν στην αγορά μόνο ασφαλείς υπηρεσίες. Στο Ηνωμένο Βασίλειο, ο νόμος περί υγείας και ασφάλειας κατά την εργασία καθιστά σαφές ότι στόχος είναι η προστασία και του κοινού, συμπεριλαμβανομένων των καταναλωτών, έναντι κινδύνων για την υγεία και την ασφάλεια που προκύπτουν από τις δραστηριότητες κατά την εργασία. Η νομοθεσία συμπεριλαμβάνει διατάξεις σχετικά με την υποχρέωση εγγύησης της ασφάλειας σε εγκαταστάσεις που είναι προσιτές από το κοινό, συμπεριλαμβανομένων εγκαταστάσεων όπου προσφέρονται καταναλωτικές υπηρεσίες. Η Ιρλανδία διαθέτει ένα παρόμοιο πλαίσιο.

25. Όλα τα κράτη μέλη έχουν εκδώσει σημαντική τομεακή νομοθεσία. Εκτός από τη νομοθεσία για τις υπηρεσίες μεταφορών, η οποία σε ένα μεγάλο βαθμό υλοποιεί το διεθνές και το κοινοτικό δίκαιο, η νομοθεσία αφορά κυρίως τέσσερις τομείς: την υγεία, τη στέγαση κυρίως όσον αφορά τον τουρισμό, τον αθλητισμό και την αναψυχή και υπηρεσίες κοινής ωφελείας, όπως οι εγκαταστάσεις παροχής φυσικού αερίου και ηλεκτρισμού. Ορισμένα κράτη μέλη επικεντρώνονται επίσης συγκεκριμένα στις επισκευαστικές υπηρεσίες, στην εγκατάσταση προϊόντων και στις προσωπικές υπηρεσίες, όπως η κομμωτική, τα κλειστά κέντρα αναψυχής κ.α..

26. Στον τομέα της υγείας όλα τα κράτη μέλη επικεντρώνονται σε νομοθεσία σχετικά με τα τυπικά προσόντα του ιατρικού προσωπικού. Επίσης, υπάρχουν σημαντικές ρυθμίσεις για την παροχή ιατρικών υπηρεσιών και για τις κτιριακές εγκαταστάσεις, συμπεριλαμβανομένων του σχεδιασμού, της κατασκευής, της συντήρησης και της λειτουργίας. Γενικά, η υγεία αποτελεί έναν τομέα με σημαντικές νομικές υποχρεώσεις για τους φορείς παροχής υπηρεσιών, με κύριο σκοπό την προστασία των ασθενών. Σημειώνεται ότι το κλινικό μέρος των υπηρεσιών υγείας, ιδίως οι κλινικές αστοχίες, επιτηρείται από φορείς και αρχές διαφορετικές από αυτές που είναι επιφορτισμένες με μη κλινικά θέματα, συμπεριλαμβανομένων της ασφάλειας εγκαταστάσεων, του σχεδιασμού δαπέδων για την αποφυγή ολισθήσεων και πτώσεων κ.α.

27. Οι ξενοδοχειακές υπηρεσίες ρυθμίζονται σε όλα τα κράτη μέλη, κυρίως σε συνδυασμό με το σχεδιασμό και την κατασκευή κτιρίων και τον υποχρεωτικό εξοπλισμό πυρασφάλειας. Οι ρυθμίσεις διαφέρουν σημαντικά, όχι μόνο σε εθνικό επίπεδο αλλά και σε περιφερειακό και τοπικό, ανάλογα με τις τοπικές ανάγκες και τις ιδιαιτερότητες.

28. Οι υπηρεσίες αθλητισμού και αναψυχής περιλαμβάνουν ένα ευρύ φάσμα δραστηριοτήτων, από συναυλίες σύγχρονης μουσικής και κέντρα χορού έως παιδικές χαρές, μαθήματα κατάδυσης και κέντρα σκι. Στον τομέα αυτό θεσπίζονται όλο και περισσότερες ρυθμίσεις από τα κράτη μέλη, κυρίως σε ad hoc βάση, βάσει συγκεκριμένων περιστατικών ή ενδείξεων για κινδύνους που υπερβαίνουν τα όρια του ανεκτού. Ένα σημαντικό μέρος της νομοθεσίας επικεντρώνεται σε εγκαταστάσεις και κτίρια που χρησιμοποιούνται για την παροχή αυτών των υπηρεσιών. Στη Σουηδία π.χ., η νομοθεσία για τις τεχνικές προδιαγραφές για κτίρια καλύπτει και την ανάπτυξη κέντρων σκι και αθλητικών χώρων. Επίσης, ορισμένα κράτη μέλη έχουν θεσπίσει προδιαγραφές για τους φορείς παροχής υπηρεσιών που αφορούν τα τυπικά προσόντα του προσωπικού ή την ίδια την εκτέλεση της υπηρεσίας. Στη Δανία π.χ., οι πυροτεχνικοί πρέπει να έχουν λάβει έγκριση, ενώ η νομοθεσία για εγκαταστάσεις δημόσιας ψυχαγωγίας προβλέπει κανόνες για την κατάρτιση του προσωπικού και την εποπτεία των υπηρεσιών, όπως για σκοπευτήρια και τσουλήθρες.

29. Ορισμένες υπηρεσίες κοινής ωφελείας, όπως η εγκατάσταση φυσικού αερίου και ηλεκτρισμού, ενέχουν σοβαρούς κινδύνους και ρυθμίζονται σε πολύ μεγάλο βαθμό σε όλα τα κράτη μέλη. Οι ρυθμίσεις αφορούν την εξειδίκευση του φορέα παροχής υπηρεσιών αλλά και, έως ένα βαθμό, αυτή καθ' εαυτή την εκτέλεση της υπηρεσίας. Ρυθμίζονται επίσης οι υπηρεσίες αποβλήτων, τα λύματα και ο εφοδιασμός με νερό, κυρίως όμως με στόχο τη μείωση των κινδύνων για τη δημόσια υγεία και των περιβαλλοντικών κινδύνων και όχι τόσο για την προστασία της σωματικής ασφάλειας των καταναλωτών. Για παράδειγμα, η εθνική νομοθεσία για την αποτέφρωση αποβλήτων, βάσει της κοινοτικής νομοθεσίας, στοχεύει στη μείωση των εκπομπών επικίνδυνων ουσιών.

30. Οι επισκευαστικές υπηρεσίες, οι υπηρεσίες μίσθωσης και οι υπηρεσίες που αφορούν την εγκατάσταση προϊόντων συνδέονται στενά με την ασφάλεια των προϊόντων, όμως η ασφάλεια της υπηρεσίας ρυθμίζεται ειδικά από ορισμένα κράτη μέλη. Επίσης, οι προσωπικές υπηρεσίες, όπως η κομμωτική και τα σολάρια, υπόκεινται επίσης σε ειδικές ρυθμίσεις σε μερικά κράτη μέλη.

31. Κατά την εξέταση των συγκεκριμένων προδιαγραφών που ισχύουν στα κράτη μέλη για τις διάφορες καταναλωτικές υπηρεσίες, μπορούν να εντοπιστούν ορισμένες κύριες διατάξεις γενικής φύσης, τόσο στην οριζόντια όσο και στην ειδική ανά τομέα νομοθεσία.

32. Πρώτον, υπάρχουν παραδείγματα υποχρέωσης παροχής "ασφαλών υπηρεσιών". Στη νομοθεσία της Φινλανδίας, της Γαλλίας, της Πορτογαλίας, της Ισπανίας και της Σουηδίας υπάρχουν γενικές νομικές διατάξεις που απαιτούν τη διάθεση στην αγορά από τους φορείς παροχής υπηρεσιών μόνο "ασφαλών υπηρεσιών". Η υποχρέωση αυτή συνοδεύεται από διαφορετικούς ορισμούς και κριτήρια για το τι θεωρείται "ασφαλής" υπηρεσία. Εκτός αυτού, σε τομείς ιδιαίτερου ενδιαφέροντος, θεσπίζονται ρυθμίσεις για τον προσδιορισμό αυτής της γενικής απαίτησης. Στην τομεακή νομοθεσία ισχύουν άλλες υποχρεώσεις ασφάλειας. Η άμεση εφαρμογή αυτών των γενικών υποχρεώσεων ασφάλειας περιορίζεται πολύ στην πράξη, σε περιπτώσεις που δεν υπάρχουν πρότυπα ή σαφή σημεία αναφοράς.

33. Δεύτερον, υπάρχουν διατάξεις που υποχρεώνουν το φορέα παροχής υπηρεσιών να θεσπίζει διαδικασίες διαχείρισης της ασφάλειας στο πλαίσιο των λειτουργιών της επιχείρησής του. Συνήθως, οι διατάξεις αυτές περιλαμβάνουν υποχρεώσεις για τον εντοπισμό και την αξιολόγηση κινδύνων, τη λήψη κατάλληλών μέτρων για την πρόληψη ζημιών στην υγεία και την ασφάλεια, τη δημιουργία εσωτερικών συστημάτων ελέγχου για την εξασφάλιση της συστηματικής και ασφαλούς οργάνωσης των δραστηριοτήτων και τη θέσπιση διαδικασιών έκτακτης ανάγκης. Για την αποφυγή δυσανάλογων υποχρεώσεων για τις ΜΜΕ, συνήθως προβλέπεται η προσαρμογή του εσωτερικού ελέγχου στη φύση, τις δραστηριότητες, τους κινδύνους και το μέγεθος της επιχείρησης στο βαθμό που απαιτείται να συμμορφωθεί με τις προδιαγραφές που καθορίζει η νομοθεσία περί ασφάλειας. Στη Γαλλία π.χ. στις ρυθμίσεις που αφορούν τις δημόσιες παιδικές χαρές, ο αρμόδιος είναι υποχρεωμένος να τηρεί ενημερωμένο σχέδιο συντήρησης και μητρώο των εργασιών που διεξάγονται. Τα έγγραφα πρέπει να διατίθενται στις αρχές όποτε αυτές το ζητήσουν. Στο Ηνωμένο Βασίλειο υπάρχει γενική ρύθμιση με την οποία υποχρεούνται όλοι οι φορείς παροχής υπηρεσιών να διενεργούν αξιολόγηση κινδύνων. Επιχειρήσεις με λιγότερους από πέντε εργαζόμενους υπόκεινται σε λιγότερο αυστηρές προδιαγραφές, σε σχέση με μεγαλύτερες επιχειρήσεις. Η Νορβηγία διαθέτει ένα παρόμοιο πλαίσιο ρυθμίσεων "εσωτερικού ελέγχου".

34. Τρίτον, αποτελεί κοινό χαρακτηριστικό, τουλάχιστον στην τομεακή νομοθεσία, ότι οι φορείς παροχής υπηρεσιών υποχρεούνται να ενημερώνουν τους καταναλωτές για σοβαρούς κινδύνους που συνδέονται με την παρεχόμενη υπηρεσία ή να ζητούν πληροφορίες σχετικά με τις ικανότητες και τις εμπειρίες των καταναλωτών. Ένα παράδειγμα είναι η περιφερειακή νομοθεσία στην Αυστρία για ορειβατικούς οδηγούς, η οποία ορίζει ότι ο οδηγός πρέπει να ενημερώνει και να ενημερώνεται για πιθανούς παράγοντες κινδύνου. Στη γενική νομοθεσία της Φινλανδίας, η υποχρέωση προκύπτει κάπως έμμεσα από την παράγραφο 4 του νόμου, όπου ορίζεται ότι η υπηρεσία κρίνεται μη ασφαλής και επομένως απαγορεύεται εάν "... τυχόν μη αληθής, παραπλανητική ή ακατάλληλη πληροφορία που παρέχεται σε σχέση με την υπηρεσία μπορεί να προκαλέσει τραυματισμό, δηλητηρίαση, νόσημα ή άλλη βλάβη στην υγεία". Έτσι, υπάρχει μια έμμεση υποχρέωση παροχής κατάλληλων και επαρκών πληροφοριών για τους κινδύνους. Επίσης, η εποπτεύουσα αρχή στη Φινλανδία μπορεί να απαιτήσει από το φορέα παροχής την ενημέρωση του καταναλωτή για συγκεκριμένους κινδύνους που συνδέονται με την υπηρεσία. Η δυνατότητα αυτή δεν έχει αξιοποιηθεί ποτέ στην πράξη, επειδή οι φινλανδικές αρχές για τους καταναλωτές, σε συγκεκριμένες περιπτώσεις, επέλεξαν την ενημέρωση των καταναλωτών άμεσα μέσω των μέσων ενημέρωσης κ.α..

35. Τέταρτον, οι διατάξεις για τις αρμοδιότητες των δημόσιων αρχών όσον αφορά την εποπτεία και τον έλεγχο των φορέων παροχής υπηρεσιών αποτελούν σημαντικό μέρος της γενικής αλλά και της τομεακής νομοθεσίας. Οι εργασίες εποπτείας των καταναλωτικών υπηρεσιών ασκούνται συνήθως σε στενό συνδυασμό με την εποπτεία της ασφάλειας των προϊόντων ή/ και της ασφάλειας κατά την εργασία, είτε από τις αρχές για τους καταναλωτές είτε από τις αρχές που είναι αρμόδιες για την ασφάλεια κατά την εργασία. Η Φινλανδία π.χ. έχει αναθέσει την αρμοδιότητα αυτή στη φινλανδική υπηρεσία καταναλωτών, ενώ το Ηνωμένο Βασίλειο έχει αναθέσει τις αρμοδιότητες αυτές στην επιτροπή υγείας και ασφάλειας και στην εκτελεστική αρχή για την υγεία και ασφάλεια (HSC και HSE). Οι γενικές αρμοδιότητες ανατίθενται σε μεγάλο βαθμό σε περιφερειακό και τοπικό επίπεδο και είναι συμπληρωματικές των αρμοδιοτήτων των τομεακών αρχών. Στο Ηνωμένο Βασίλειο, η HSE επιδιώκει τη συμφωνία διαχωριστικών γραμμών με βάση την αξιολόγηση της εμπειρογνωμοσύνης, της οικονομίας, της αποτελεσματικότητας και της καταλληλότητας. Στη βάση αυτή, η πυρασφάλεια έχει ανατεθεί στις αρχές πυρασφάλειας, τα περισσότερα θέματα που αφορούν τις μεταφορές στις σχετικές αρχές μεταφορών κ.ο.κ.. Οι αρμόδιες αρχές διαθέτουν συνήθως ένα ευρύ φάσμα μέτρων, βάσει των αποτελεσμάτων της εποπτείας και των επιθεωρήσεων. Στη Γαλλία και τη Φινλανδία π.χ. μπορούν να επιβάλουν στο φορέα παροχής υπηρεσίας τη λήψη μέτρων για την αντιμετώπιση του κινδύνου που προκύπτει ή μπορούν να απαγορεύσουν, προσωρινά ή μόνιμα, την παροχή της υπηρεσίας. Σε σοβαρές περιπτώσεις εξετάζεται και η επιβολή χρηματικής ποινής και ποινικής δίωξης. Σε ορισμένες περιπτώσεις, οι αρμόδιες αρχές έχουν επίσης τη δυνατότητα θέσπισης προ- αδειοδοτικών προδιαγραφών για ορισμένες υπηρεσίες που ενέχουν σημαντικούς κινδύνους. Τα κράτη μέλη που δεν διαθέτουν γενική νομοθεσία ή πολιτική βασίζονται αποκλειστικά στις τομεακές αρχές για τον έλεγχο των φορέων παροχής υπηρεσιών.

36. Πέμπτον, ορισμένοι βασικοί τομείς, όπως οι μεταφορές και οι υπηρεσίες υγείας έχουν ένα αναπτυγμένο σύστημα κοινοποίησης ατυχημάτων και περιστατικών, με σκοπό την ενημέρωση των δημόσιων αρχών, τον περιορισμό της ζημίας από μη ασφαλείς υπηρεσίες και την παρακολούθηση κινδύνων. Η Φινλανδία έχει θεσπίσει γενικές προδιαγραφές κοινοποίησης για τους φορείς παροχής υπηρεσιών σε περιπτώσεις που εντοπίζεται ιδιαίτερος κίνδυνος και έχουν ληφθεί μέτρα από το φορέα παροχής της υπηρεσίας.

37. Εκτός από τα νομοθετικά μέτρα που λαμβάνονται σε όλα τα κράτη μέλη, σε ορισμένες περιπτώσεις έχουν θεσπιστεί εθελοντικά ή μη κανονιστικά μέτρα, συνήθως με τη μορφή κωδίκων συμπεριφοράς , οδηγιών, ορθών πρακτικών και εθελοντικών προτύπων. Γενικά, με εξαίρεση τη Φινλανδία, η ανάπτυξη παρόμοιων μέτρων γίνεται σε ad hoc βάση, αν και ο αθλητισμός και οι δραστηριότητες αναψυχής είναι μάλλον ο τομέας στόχος. Στα παραδείγματα περιλαμβάνονται πρότυπα για υπηρεσίες ενοικίασης σκι στη Γαλλία, για χώρους συναυλιών και αθλητισμού στην Ιρλανδία, για ιππικούς ομίλους στις Κάτω Χώρες και για μαθήματα κατάδυσης στη Σουηδία. Στις περισσότερες περιπτώσεις, οι φορείς παροχής υπηρεσιών αναπτύσσουν κώδικες συμπεριφοράς σε συνεργασία με τις δημόσιες αρχές ή/ και τις οργανώσεις των καταναλωτών. Στην Ιρλανδία και στο Ηνωμένο Βασίλειο, ορισμένοι τομείς με σοβαρό ενδεχόμενο κινδύνου, όπως ο τομέας της υγείας και της εγκατάστασης φυσικού αερίου, καλύπτονται από μη κανονιστικά μέτρα, όμως αυτή τη στιγμή η προσέγγιση αυτή εκτιμάται εκ νέου.

Η Φινλανδία διαθέτει ένα πιο μεθοδικό σύστημα για την ανάπτυξη κατευθυντήριων γραμμών στο πλαίσιο της υποχρεωτικής οριζόντιας νομοθεσίας της. Οι κατευθυντήριες γραμμές αναπτύσσονται για κύριες υπηρεσίες από τις δημόσιες αρχές σε στενή συνεργασία με τους φορείς παροχής υπηρεσιών, βάσει των αποτελεσμάτων από την εποπτεία της αγοράς, την υποβολή παραπόνων κ.α.

38. Από την περιγραφή που προηγήθηκε, μπορεί να εξαχθεί το συμπέρασμα ότι οι καταναλωτικές υπηρεσίες που ενέχουν σοβαρό ενδεχόμενο κινδύνου, όπως οι μεταφορές επιβατών, οι υπηρεσίες της υγείας και η εγκατάσταση φυσικού αερίου και ηλεκτρισμού, ρυθμίζονται εκτενώς και παρακολουθούνται σύμφωνα με τις τοπικές, περιφερειακές και εθνικές προτεραιότητες και τους πόρους σε όλα τα κράτη μέλη. Για άλλες καταναλωτικές υπηρεσίες, ιδίως στον τομέα του αθλητισμού και της αναψυχής, η προσέγγιση διαφέρει περισσότερο. Ορισμένες χώρες έχουν εστιάσει σε τομεακές πρωτοβουλίες με ένα διαφορετικό συνδυασμό κανονιστικών και μη κανονιστικών μέτρων, ενώ άλλες χώρες έχουν συμπεριλάβει οριζόντιες διατάξεις στη νομοθεσία τους, ως "δίχτυ ασφαλείας" και βάση για αντίδραση σε νέους αναδυόμενους κινδύνους. Ωστόσο, δεν υπάρχουν στοιχεία που να πιστοποιούν στην παρούσα φάση ότι οι διαφορές στις προσεγγίσεις όσον αφορά την πολιτική και τη ρύθμιση στα κράτη μέλη επιφέρει σημαντικές διαφορές στο επίπεδο της προστασίας των καταναλωτών, ακόμη και αν πολλοί καταναλωτές εμφανίζουν έλλειψη εμπιστοσύνης στην ασφάλεια των προϊόντων και των υπηρεσιών σε κράτη μέλη άλλα από το δικό τους [29]. Η διοικητική ικανότητα και οι προτεραιότητες όσον αφορά τους πόρους που χρησιμοποιούνται για την εποπτεία της αγοράς και την παρακολούθηση φορέων παροχής υπηρεσιών φαίνεται ότι είναι πιο αποφασιστικής σημασίας για τα πραγματικά επίπεδα ασφάλειας. Υπάρχει επίσης ένα γενικό πρόβλημα με την έλλειψη γνώσεων και διαφάνειας σχετικά με τις ισχύουσες ρυθμίσεις σε άλλα κράτη μέλη. Τόσο οι καταναλωτές όσο και οι φορείς παροχής υπηρεσιών έχουν επισημάνει την έλλειψη πληροφόρησης σχετικά με τους ισχύοντες κανόνες και την εφαρμογή τους σε διάφορα κράτη μέλη [30], ως ένα από τα εμπόδια για τη δημιουργία της εσωτερικής αγοράς για τις υπηρεσίες.

[29] Gallup Europe, "study on consumers" (μελέτη για τους καταναλωτές), Ιανουάριος 2002, και έρευνα ΕΒ 57.2/175 του Ευρωβαρόμετρου.

[30] COM (2002) 441 τελικό, op.cit.

Η πραγματική κατάσταση της ασφάλειας των υπηρεσιών στην Κοινότητα

39. Το τραγικό ατύχημα στο Interlaken της Ελβετίας, τον Ιούλιο του 1999, όπου 19 άτομα πνίγηκαν σε ένα υπερχειλισμένο ποτάμι, η φωτιά σε δισκοθήκη στο Gothenburg της Σουηδίας στις 29 Οκτωβρίου 1998, όπου 90 άτομα πέθαναν και η τραγωδία στο φεστιβάλ ροκ του Roskilde στη Δανία, στις 29 Ιουνίου 2000, όπου 9 άτομα πέθαναν ύστερα από ξέσπασμα πανικού, είναι ορισμένα μόνο από τα τεκμηριωμένα παραδείγματα πρόσφατων περιστατικών όπου η ασφάλεια των υπηρεσιών αποτέλεσε το αντικείμενο συζητήσεων. Μπορούν να προστεθούν πολλά ατυχήματα σε μεταφορές επιβατών. Ωστόσο, δεν υπάρχουν περισσότερο συστηματικές πληροφορίες και στατιστικές για την πραγματική κατάσταση όσον αφορά την ασφάλεια των υπηρεσιών στην Κοινότητα, εκτός από τον τομέα των μεταφορών. Στοιχεία ατυχημάτων, τα οποία έχουν συλλεχτεί από το ευρωπαϊκό σύστημα επιτήρησης ατυχημάτων που συμβαίνουν στο σπίτι και κατά τις ψυχαγωγικές δραστηριότητες (EHLASS) και μέσω σχεδίων στο πλαίσιο του προγράμματος πρόληψης τραυματισμών (IPP), είναι διαθέσιμα στη βάση δεδομένων με την επωνυμία σύστημα επιτήρησης τραυματισμών (ISS). Ωστόσο, όπως και με τα στοιχεία από τη EUROSTAT, οι εθνικές αρχές, οι ευρωπαϊκές οργανώσεις καταναλωτών, οι ευρωπαϊκές ασφαλιστικές εταιρείες, τα ακαδημαϊκά ιδρύματα και ορισμένες οργανώσεις επιχειρήσεων δεν είναι σε θέση να παρέχουν στοιχεία για τη συστηματική αξιολόγηση της ασφάλειας των πιο βασικών τομέων υπηρεσιών.

40. Τα στοιχεία του EHLASS στη βάση δεδομένων του ISS δεν εντοπίζουν τα ατυχήματα που προκαλούνται από καταναλωτικές υπηρεσίες ως χωριστή κατηγορία. Η περιορισμένη περιγραφή της αιτίας του ατυχήματος που παρέχεται δεν επιτρέπει τον προσδιορισμό του ακριβούς αίτιου του ατυχήματος. Από τα περίπου 26 εκατομμύρια ατυχήματα που αναφέρθηκαν το 1998, με εξαίρεση τις οδικές μεταφορές και την επαγγελματική ασφάλεια, ένα σημαντικό μέρος είναι ατυχήματα που σημειώθηκαν στο σπίτι. Πολλά από τα υπόλοιπα σημειώνονται όταν οι τραυματισμένοι δρουν με δική τους πρωτοβουλία. Τέλος, πολλά ατυχήματα συνδέονται με καταναλωτικά προϊόντα. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα μέσα για την εκτίμηση του μεριδίου των ατυχημάτων που συνδέονται με καταναλωτικές υπηρεσίες, αν και μπορεί να θεωρηθεί σημαντικό.

41. Σε εθνικό επίπεδο, το Ηνωμένο Βασίλειο, μέσω της HSE, διαθέτει ένα από τα πιο προηγμένα συστήματα συλλογής στοιχείων για ατυχήματα στην Ευρωπαϊκή Ένωση [31]. Ωστόσο, οι στατιστικές δεν κάνουν διάκριση ανάμεσα σε ατυχήματα που συμβαίνουν σε καταναλωτές και ατυχήματα που συμβαίνουν σε παριστάμενους. Από το σύνολο των 19.591 μη θανατηφόρων τραυματισμών που καταγράφηκαν το 2000/2001 στον τομέα των υπηρεσιών, ένας μεγάλος αριθμός θα ήταν ατυχήματα παρισταμένων. Και στην περίπτωση αυτή, ένα μέρος αυτών των ατυχημάτων θα σημειώθηκαν όταν ο καταναλωτής ενεργούσε με δική του πρωτοβουλία και όχι ως αποδέκτης μιας υπηρεσίας που παρείχε ένα τρίτο μέρος ή όταν το προϊόν και όχι αυτή καθ' εαυτή η υπηρεσία ήταν η αιτία των τραυματισμών. Επομένως, τα στοιχεία αυτά δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως βάση για μια παρέκταση σε ευρωπαϊκό επίπεδο.

[31] Health and safety statistics 2000/01, Health and Safety Commission

42. Οι στατιστικές του Ηνωμένου Βασιλείου περιέχουν επίσης πληροφορίες για θανάτους. Το 2000/2001, ο συνολικός αριθμός των θανατηφόρων τραυματισμών πολιτών, παρισταμένων και καταναλωτών, που προκλήθηκαν στο Ηνωμένο Βασίλειο από εργασία ήταν 445. Ωστόσο, 333 από τις περιπτώσεις αυτές σημειώθηκαν στον τομέα των μεταφορών, οι δε 298 από αυτές αφορούσαν διελεύσεις και αυτοκτονίες, κυρίως σε σιδηροδρομικές γραμμές. Από τους υπόλοιπους 112 θανάτους, οι 92 σημειώθηκαν στη «βιομηχανία υπηρεσιών» [32]. Η ομάδα αυτή περιλαμβάνει τις κατηγορίες «ξενοδοχεία και εστιατόρια», «εκπαίδευση», «υγεία και κοινωνική εργασία» (42 θανατηφόρα περιστατικά) και «λοιπές δραστηριότητες κοινοτικών, κοινωνικών και προσωπικών υπηρεσιών» (26 θανατηφόρα περιστατικά). Είναι δύσκολο να εκτιμηθεί το μερίδιο των «καταναλωτών» στον αριθμό αυτό και είναι αδύνατον να αναλυθεί το μερίδιο των τραυματισμών που προκλήθηκαν από καταναλωτικά προϊόντα. Επίσης, πολλά από τα θανατηφόρα περιστατικά είναι πιθανόν να προκλήθηκαν από άτομα που ενεργούσαν με δική τους πρωτοβουλία ή σε έμμεση σχέση με μια υπηρεσία.

[32] στο ίδιο, σ. 47

43. Όσον αφορά τις ειδικές ανά τομέα στατιστικές, στον τομέα των μεταφορών [33], το ποσοστό των θανατηφόρων περιστατικών ανά δισεκατομμύριο επιβατοχιλιομέτρων (pkm) το 1999 ήταν 0,3 για λεωφορεία και αμαξοστοιχίες, σε σύγκριση με 6,7 για επιβατικά αυτοκίνητα, κυρίως άσχετα με την παροχή υπηρεσιών, εκτός από ταξί κ.α.. Ο συνολικός αριθμός των οδικών θανατηφόρων περιστατικών ήταν 42.122, εκ των οποίων τα 24.599 αφορούσαν επιβατικά αυτοκίνητα. Το 1998, ο συνολικός αριθμός θανατηφόρων περιστατικών επιβατών στους σιδηροδρόμους ήταν 16, ενώ ο αριθμός των θανατηφόρων περιστατικών επιβατών στις αερομεταφορές στην επικράτεια της ΕΕ το 1999 ήταν 52, που αποτελούν ένα ποσοστό θανατηφόρων περιστατικών ανά δισεκατομμύριο pkm 0,7 και 0,1 αντίστοιχα. Το 1999 χάθηκαν 74 ζωές σε επιβατικά πλοία σε όλο τον κόσμο. Κάποια από τα στοιχεία αυτά διαφέρουν σημαντικά από χρόνο σε χρόνο, λόγω μεμονωμένων μεγάλων ατυχημάτων. Ο αριθμός των ατυχημάτων με τραυματισμό ατόμων στις οδικές μεταφορές το 1999 ήταν 1,3 εκατομμύρια. Και εδώ πρέπει να σημειωθεί ότι ένα σημαντικό μέρος αυτών των ατυχημάτων δεν συνδέεται με την παροχή υπηρεσιών αλλά αφορά ιδιώτες οδηγούς. Συμπερασματικά, οι στατιστικές στον τομέα των μεταφορών είναι αρκετά αναπτυγμένες και επαρκώς αναλυτικές ώστε να επιτρέπουν τον εντοπισμό και την αξιολόγηση κινδύνων και τη λήψη αποφάσεων στο πλαίσιο της κοινής πολιτικής μεταφορών.

[33] Η ενέργεια και οι μεταφορές στην ΕΕ σε αριθμούς 2001, Γενική Διεύθυνση Ενέργειας και Μεταφορών σε συνεργασία με τη Eurostat

44. Στον τομέα της υγείας δεν υπάρχουν ειδικές και συνολικές ευρωπαϊκές στατιστικές, όμως στη βάση δεδομένων του ISS υπάρχει κατηγορία μη θανατηφόρων τραυματισμών από ατυχήματα στα «ιατρικά και κοινωνιολογικά ιδρύματα». Εκεί καταγράφονται περίπου 100.000 ατυχήματα ανά έτος στην ΕΕ. Λίγα από αυτά είναι πιθανό να συνδέονται με καταναλωτικά προϊόντα, να περιλαμβάνουν συμμετοχή παρισταμένων ή να συνδέονται με άτομα που ενεργούν με δική τους πρωτοβουλία. Ωστόσο, οι στατιστικές δεν είναι επαρκώς αναλυτικές για τον προσδιορισμό του επιπέδου κινδύνου, π.χ. από πλευράς ατυχημάτων ανά ώρα ασθενή. Εκτός από τα ISS/EHLASS, πολλές χώρες καταγράφουν όλα τα ατυχήματα στα ιδρύματα υγείας, σύμφωνα με τις ισχύουσες εθνικές υποχρεώσεις, επομένως υπάρχει μια στερεή στατιστική βάση σε αυτόν τον τομέα.

45. Ομοίως, δεν υπάρχουν ειδικές και συνολικές πληροφορίες σε κοινοτικό ή εθνικό επίπεδο στον τομέα του αθλητισμού και της ψυχαγωγίας. Στη βάση δεδομένων ISS, οι καταγραφές περιλαμβάνουν ατυχήματα στον «τομέα του αθλητισμού» και στον «τομέα της ψυχαγωγίας». Συνολικά αναφέρονται 6 εκατ. ατυχήματα ανά έτος, εκ των οποίων ένα μεγάλο μέρος θα πρέπει να αποδοθεί σε δραστηριότητες που δεν συνδέονται με την παροχή υπηρεσιών, δηλαδή σε περιπτώσεις που ο καταναλωτής δρα ο ίδιος. Δεν υπάρχει απλός τρόπος διαχωρισμού των καταστάσεων στις οποίες η υπηρεσία αποτελεί την κύρια αιτία του ατυχήματος και των καταστάσεων στις οποίες ο ίδιος ο καταναλωτής προξενεί το ατύχημα. Συνήθως, τα ατυχήματα προκαλούνται από ένα συνδυασμό παραγόντων. Για παράδειγμα, ένα ατύχημα σε παιδί σε εμποροπανήγυρη μπορεί να προκληθεί εν μέρει λόγω της έλλειψης γονικής επιτήρησης και εν μέρει λόγω βλαβών στον εξοπλισμό και την έλλειψη κατάρτισης του προσωπικού.

46. Ατυχήματα που συνδέονται με ορισμένες υπηρεσίες αθλητισμού και ψυχαγωγίας με ιδιαίτερους κινδύνους, έχουν διερευνηθεί σε εθνικό επίπεδο, στο πλαίσιο μελετών ή μεμονωμένων πρωτοβουλιών. Το 1999, οι γαλλικές αρχές [34] έκαναν μια αξιολόγηση των κινδύνων και των ατυχημάτων σε κέντρα ιππασίας. Διαπίστωσαν ότι «δεν ήταν δυνατή η εξαγωγή επακριβών και αναλυτικών στοιχείων ατυχημάτων». Ωστόσο, με βάση στατιστικές από μονάδες έκτακτων περιστατικών, στοιχεία από εθελοντικές οργανώσεις και ασφαλιστικές επιχειρήσεις, εκτιμούν ότι στη Γαλλία σημειώνονται κάθε χρόνο από 500 έως 2000 ιππικά ατυχήματα με μη θανατηφόρους τραυματισμούς. [35] Πάνω από τα μισά από αυτά σημειώνονται σε κέντρα ιππασίας, ενώ τα υπόλοιπα συνδέονται με την ιππασία σε φυσικό περιβάλλον, όπου το στοιχείο της παροχής υπηρεσίας είναι λιγότερο προφανές. Κάθε χρόνο καταγράφονται τουλάχιστον ένα ή δύο θανατηφόρα ατυχήματα. Δεν έχει εκτιμηθεί το ποσοστό κινδύνου από πλευράς κινδύνου ατυχήματος ανά ώρα ιππασίας. Ολλανδικά, αυστριακά και αμερικανικά στοιχεία δείχνουν ότι στην ΕΕ σημειώνονται κάθε χρόνο έως και 100.000 ατυχήματα. Επομένως, δεν μπορεί να γίνει, με κάποια ακρίβεια, αναγωγή των γαλλικών στοιχείων σε κοινοτικό επίπεδο.

[34] Commission de la sιcuritι des consommateurs (CEC). γνωμοδότηση της 11ης Απριλίου 2001

[35] στο ίδιο, σ. 3-6

47. Τα ατυχήματα και τα θανατηφόρα περιστατικά στις περιοχές χειμερινού σκι τεκμηριώνονται πολύ καλά στην Αυστρία, τη Σουηδία, τη Γαλλία και σε άλλες χώρες. Στην Αυστρία [36] καταγράφονται κάθε χρόνο κατά μέσο όρο 90 000 τραυματισμοί και 30 θανατηφόρα περιστατικά κάθε εποχή. Στη Γαλλία, στην περίοδο από 1ης Δεκεμβρίου 2000 έως και 31 Μαΐου 2001καταγράφηκαν σε επικλινή εδάφη 45.000 τραυματισμοί και 41 θάνατοι [37]. Και στις περιπτώσεις αυτές, δεν μπορεί να επιβεβαιωθεί η σχέση με την παροχή καταναλωτικής υπηρεσίας, λόγω της έλλειψης επακριβών πληροφοριών. Παρ' ό,τι τα κέντρα χειμερινού σκι, με τα αναβατόρια και τις επισημασμένες διαδρομές τους, μπορούν να θεωρηθούν υπηρεσίες, τα ατυχήματα συχνά προκαλούνται από τους ίδιους τους σκιέρ που υπερεκτιμούν τις ικανότητές τους και όχι λόγω έλλειψης προειδοποιήσεων, σημάτων κλπ. Από τις στατιστικές δεν έχει εξαχθεί ποσοστό κινδύνου από πλευράς κινδύνου ατυχήματος ανά ώρα σκι.

[36] Παρουσίαση του δρ. Rupert Kisser στο Αυστριακό Φόρουμ Αλπινιστών, 15 Απριλίου 1999 και στο Σεμινάριο Ασφάλειας στο Μόντρεαλ, Μάιος 2002

[37] "Campagne national de prιvention des accidents de ski et de snowboard", 2001-2002

48. Έχουν γίνει απόπειρες ανάλυσης των ατυχημάτων σε νέα αθλήματα περιπέτειας με υψηλό κίνδυνο, τα οποία προσφέρονται σε καταναλωτές, όπως οι καταδύσεις, η αναρρίχηση, το bungee-jumping, το αλεξίπτωτο πλαγιάς, το καγιάκ, το κανό και το ράφτινγκ σε ποτάμια. Αν και ο αριθμός των θανάτων και των μη θανατηφόρων περιστατικών είναι πολύ περιορισμένος σε απόλυτους αριθμούς, σε μια βρετανική μελέτη που έγινε από το πανεπιστήμιο του Λάνκαστερ [38] διαπιστώθηκε ότι ο κίνδυνος θανατηφόρου ατυχήματος στην αναρρίχηση, στο κανό και στο αλεξίπτωτο πλαγιάς ήταν πολύ μεγαλύτερος από τον κίνδυνο οδικού θανατηφόρου ατυχήματος. Το επίπεδο κινδύνου φαίνεται να επηρεάζεται κυρίως από τη συμπεριφορά των ατόμων που ασκούν αυτές τις δραστηριότητες μόνοι τους, όχι υποχρεωτικά σε συνδυασμό με την παροχή υπηρεσίας. Οι εθνικές στατιστικές δείχνουν ότι τα περισσότερα ατυχήματα καταδύσεων σημειώνονται σε περιπτώσεις ιδιωτικών καταδύσεων. Δεν έχει εκτιμηθεί το συνολικό ποσοστό κινδύνου για τα μαθήματα κατάδυσης.

[38] Αναφορά από τον κ. van Woudenberg στην 3η Ευρωπαϊκή Σύνοδο για την προώθηση της ασφάλειας και της πρόληψης τραυματισμών, Βιέννη, 15-16 Μαρτίου 2001

49. Στις Κάτω Χώρες υπάρχουν στατιστικές για ατυχήματα σε πισίνες και νεροτσουλήθρες [39]. Από το 1987 έως το 1996 σημειώθηκαν περίπου 9000 ατυχήματα ανά έτος σε πισίνες, συμπεριλαμβανομένων ατυχημάτων σε τσουλήθρες. Κάθε χρόνο σημειώνονται περίπου επτά θάνατοι από πνιγμό. Ο συνολικός αριθμός ατυχημάτων μειώθηκε σε 7.100 το 1998, ενώ ο αριθμός των ατυχημάτων σε νεροτσουλήθρες έμεινε σταθερός στα 1000 ανά έτος. Δεν έχει υπολογιστεί ποσοστό κινδύνου.

[39] Consumer Safety Institute (Ινστιτούτο Ασφάλειας Καταναλωτών), CISE, αριθ. 4, Δεκέμβριος 1999

50. Άλλα παραδείγματα στατιστικών στοιχείων ad hoc περιλαμβάνουν στατιστικές των βελγικών και των ολλανδικών αρχών για ατυχήματα και θανάτους σε παιδικές χαρές και σε πάρκα διασκέδασης, πληροφορίες των ιρλανδικών αρχών για ατυχήματα που συνδέονται με την εγκατάσταση φυσικού αερίου, στατιστικές των αρχών του Ηνωμένου Βασιλείου για την ασφάλεια σε ξενοδοχεία, στατιστικές της Γαλλίας και της Σουηδίας για ατυχήματα σε κέντρα ηλιοθεραπείας. Όπως και με άλλες πηγές που αναφέρθηκαν, τα στοιχεία δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν απ' ευθείας για την εκτίμηση των κινδύνων που συνδέονται με καταναλωτικές υπηρεσίες.

51. Οι έρευνες και οι διαβουλεύσεις που διεξάγει η Επιτροπή καθώς και το αποτέλεσμα πρόσφατης μελέτης [40] δείχνουν πως η αντίληψη ότι υπάρχει μεγαλύτερος κίνδυνος για τους μη υπηκόους σε σχέση με τους υπηκόους ενός κράτους στον τομέα των υπηρεσιών είναι αβάσιμη.

[40] Planistat in association with Consumer Risk Limited and Middlesex University, Δεκέμβριος 2000, Μελέτη για τις ανάγκες και το πεδίο κοινοτικής δράσης στον τομέα της ασφάλειας των υπηρεσιών και της αστικής ευθύνης

52. Από τα προαναφερθέντα προκύπτει ότι υπάρχουν λίγες συστηματικές και τεκμηριωμένες πληροφορίες για την ασφάλεια των υπηρεσιών, εκτός από τον τομέα των μεταφορών και τις υπηρεσίες υγείας. Οι υπάρχουσες δομές αναφοράς είναι φτωχές και λίγες προσπάθειες έχουν καταβληθεί για τη συγκέντρωση και τη χρήση στις εθνικές πολιτικές στατιστικών για κινδύνους που συνδέονται με καταναλωτικές υπηρεσίες. Τα διαρθρωτικά προβλήματα στα υπάρχοντα συστήματα συλλογής στοιχείων εμποδίζουν την ουσιαστική βελτίωση της κατάστασης. Για παράδειγμα, είναι δύσκολο να προσδιοριστεί η ακριβής διαχωριστική γραμμή ανάμεσα σε κινδύνους και ατυχήματα που συνδέονται με προϊόν και σε αυτά που συνδέονται με υπηρεσία. Επίσης, πολλά από τα περιστατικά που καταγράφονται δεν κάνουν διαχωρισμό ανάμεσα σε καταστάσεις στις οποίες ο καταναλωτής ενεργεί με δική του πρωτοβουλία και σε καταστάσεις που εμπλέκεται κάποιος φορέας παροχής υπηρεσιών. Τέλος, πολλές στατιστικές ατυχημάτων δεν κάνουν διάκριση ανάμεσα σε καταναλωτές και άλλα μέλη του ευρύτερου κοινού. Όλα αυτά τα προβλήματα καθιστούν αδύνατη την ερμηνεία παρόμοιων στοιχείων, αφού δεν υπάρχει βεβαιότητα. Επομένως, δεν είναι δυνατή η αξιολόγηση κινδύνων που συνδέονται με διάφορες υπηρεσίες, η σύγκριση επιπέδων κινδύνων σε διάφορες χώρες, η διαχρονική παρακολούθηση κινδύνων ή ο εντοπισμός με τεκμηριωμένο τρόπο ενδεχόμενων αδυναμιών και κενών στα συστήματα πρόληψης και διαχείρισης κινδύνων στα κράτη μέλη. Εκτός αυτού, κάθε αξιολόγηση κινδύνων πρέπει να περιλαμβάνει και τον ποιοτικό και ποσοτικό χαρακτηρισμό της πιθανότητας, της συχνότητας και της σοβαρότητας των γνωστών επιδράσεων στην υγεία και την ασφάλεια. Και εδώ όμως λείπουν στοιχεία για τη συχνότητα της χρήσης υπηρεσιών ή για τους αριθμούς των καταναλωτών. Τα λίγα διαθέσιμα στοιχεία δεν μπορούν παρά να δίνουν μόνο μια πολύ γενική και μη ακριβή ιδέα του επιπέδου των κινδύνων.

Πιθανές επιλογές για ανάληψη κοινοτικής δράσης

53. Με βάση τον προκαταρκτικό εντοπισμό των κενών και των αδυναμιών στην υπάρχουσα κατάσταση, έχει εντοπιστεί μια σειρά δυνατών επιλογών για την ανάληψη κοινοτικής δράσης στον τομέα της ασφάλειας των υπηρεσιών. Αυτές έχουν υποβληθεί στους ενδιαφερόμενους και στις δημόσιες αρχές. Τα ενδιαφερόμενα μέρη έδειξαν μεγάλο ενδιαφέρον για το θέμα της ασφάλειας των υπηρεσιών και υπέβαλαν λεπτομερείς σχολιασμούς που συνοψίζονται στη συνέχεια.

54. Λαμβάνοντας υπόψη το έλλειμμα γνώσης που υπάρχει, μια πρώτη και προφανής επιλογή αφορά την ανάληψη κοινοτικής δράσης για τη συλλογή στοιχείων σχετικά με ατυχήματα και τραυματισμούς που συνδέονται με υπηρεσίες. Η δράση αυτή θα είναι επίσης πλήρως σύμφωνη με τη στρατηγική της Επιτροπής για την πολιτική για τους καταναλωτές [41], η οποία επισημαίνει την ανάγκη στήριξης της πολιτικής για τους καταναλωτές με συναφείς πληροφορίες και στοιχεία, έτσι ώστε να προσαρμοστούν οι πολιτικές και να δοθεί προτεραιότητα στα καταλληλότερα μέσα. Από τη διαβούλευση προέκυψε ευρεία υποστήριξη για την ανάληψη δράσης που θα στοχεύει στη βελτίωση της γνωσιολογικής βάσης, με την προϋπόθεση ότι θα οργανωθεί κατά τρόπο οικονομικά αποτελεσματικό και θα επιλυθούν σημαντικά μεθοδολογικά προβλήματα. Οι ενδιαφερόμενοι πιστεύουν ότι η δράση πρέπει να επικεντρώνεται σε έναν περιορισμένο αριθμό τομέων προτεραιότητας και να αξιοποιεί τις υπάρχουσες εμπειρίες και τους μηχανισμούς συλλογής στοιχείων. Συγκεκριμένα, είναι αναγκαίο να εξασφαλιστεί ο συντονισμός με το νέο πρόγραμμα για τη δημόσια υγεία που θα ενσωματώνει τις εμπειρίες και τις πληροφορίες που έχουν συγκεντρωθεί στο πλαίσιο των EHLASS και IPP.

[41] Ανακοίνωση της Επιτροπής στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, και το Συμβούλιο, την οικονομική και κοινωνική επιτροπή και την επιτροπή των περιφερειών - Στρατηγική για την πολιτική υπέρ των καταναλωτών, COM(2002) 208 τελικό. ΕΕ C 137, 08.06.2002, σ. 137

55. Μια δεύτερη επιλογή αφορά την ανάπτυξη και την προώθηση μη κανονιστικών μέτρων, όπως ορθών πρακτικών για τους φορείς παροχής υπηρεσιών ή επαγγελματικών κατηγοριών και ευρωπαϊκών εθελοντικών προτύπων, που θα συμβάλλουν στην αύξηση της ασφάλειας των υπηρεσιών για τους καταναλωτές, μέσω της καλύτερης ενημέρωσης για επίπεδα ασφάλειας που μπορούν να αναμένουν και βελτιωμένων πρακτικών που θα εφαρμόζουν οι φορείς παροχής υπηρεσιών. Οι έρευνες που έγιναν έδειξαν ότι υπάρχουν μέτρα στον τομέα των υπηρεσιών των οποίων ο συντονισμός δεν είναι καλός. Από τη διαβούλευση προέκυψε ευρεία υποστήριξη για την ανάπτυξη και την προώθηση μη κανονιστικών μέτρων, είτε ως μεμονωμένου αυτορυθμιστικού μηχανισμού είτε ως ευέλικτου συμπληρώματος του νομικά δεσμευτικού πλαισίου. Ωστόσο, υπάρχει ανησυχία, ιδιαίτερα από την πλευρά των καταναλωτών, για την έλλειψη εξουσιών επιβολής γι αυτού του είδους τη χαλαρή νομοθεσία καθώς και για την απουσία κυρώσεων σε περίπτωση μη συμμόρφωσης.

56. Μια τρίτη επιλογή αφορά τη θέσπιση σε επίπεδο ΕΕ ενός καθεστώτος πιστοποίησης συστημάτων διαχείρισης της ασφάλειας, το οποίο θα απαιτεί τη συμμόρφωση σε κοινά κριτήρια για την πιστοποίηση από έναν εγκεκριμένο οργανισμό πιστοποίησης. Από τη διαβούλευση διαπιστώθηκε κάποια υποστήριξη για ένα παρόμοιο καθεστώς. Επισημάνθηκε ότι αυτό πρέπει περισσότερο να αξιοποιεί τα υπάρχοντα εθνικά ή διεθνή πρότυπα παρά να θεσπίσει νέα κριτήρια. Υπήρχε ωστόσο η γενική αίσθηση ότι η ελκυστικότητα του συστήματος αυτού για τις επιχειρήσεις είναι περιορισμένη, αφού οι πτυχές που αφορούν την ασφάλεια είναι δυσκολότερο να χρησιμοποιηθούν ως ανταγωνιστικό εργαλείο απ' ό,τι για παράδειγμα οι πτυχές που αφορούν το περιβάλλον.

57. Στη διαδικασία διαβούλευσης συζητήθηκαν και ενδεχόμενα μέτρα εναρμόνισης, ιδίως η θέσπιση νομικά δεσμευτικών προδιαγραφών ασφάλειας για τους φορείς παροχής υπηρεσιών, όπως και η υποχρέωση παρακολούθησης και επιτήρησης της αγοράς από τις δημόσιες αρχές. Η βελτίωση των νομικά δεσμευτικών προδιαγραφών ασφάλειας θα εξαρτηθεί σε μεγάλο βαθμό από την ύπαρξη ευρωπαϊκών προτύπων ή άλλων πιο σαφών και κοινών προδιαγραφών για συγκεκριμένες υπηρεσίες.

Στο πλαίσιο της διαβούλευσης διαπιστώθηκε σαφής απόκλιση των απόψεων όσον αφορά παρόμοιες προδιαγραφές. Οι καταναλωτές προτιμούν αυτού του είδους νομικά δεσμευτικά μέτρα, αφού προσφέρουν νομική βεβαιότητα και παρέχουν το γενικό πλαίσιο για προληπτική δράση. Ωστόσο, οι ενώσεις των καταναλωτών επεσήμαναν το γενικό πρόβλημα της αποτελεσματικής επιβολής των νομικά δεσμευτικών διατάξεων και την ανάγκη κατάλληλων κυρώσεων σε περίπτωση μη συμμόρφωσης με τις νομικές απαιτήσεις. Οι επιχειρήσεις εξέφρασαν αμφιβολίες ως προς την προστιθέμενη αξία ενός τέτοιου μέτρου. Τα κράτη μέλη εξέφρασαν διαφορετικές κατ' αρχήν επιφυλάξεις, όμως η πλειοψηφία δεν διακρίνει στην παρούσα φάση την ανάγκη ή το ενδεχόμενο θέσπισης παρόμοιων μέτρων. Ως προς την υποχρεωτική θέσπιση δραστηριοτήτων επιτήρησης της αγοράς, λίγες μόνο πλευρές που συμμετείχαν στη διαβούλευση τοποθετήθηκαν. Εκφράστηκε κάποιο ενδιαφέρον για την ανταλλαγή ορθών πρακτικών. Οι περισσότερες πλευρές θεωρούν την ενέργεια αυτή ως ένα θέμα πόρων σε εθνικό και τοπικό επίπεδο και όχι ως θέμα για νομοθέτηση.

Από νομικής άποψης, τα μέτρα εναρμόνισης θα πρέπει να θεσπιστούν βάσει του άρθρου 95 τη Συνθήκης, το οποίο παρέχει τη νομική βάση για τη λήψη μέτρων εναρμόνισης σχετικά με τη δημιουργία της εσωτερικής αγοράς. Σύμφωνα με τη σχετική νομολογία, η χρήση του άρθρου αυτού απαιτεί την αξιολόγηση των πραγματικών ή ενδεχόμενων εμποδίων όσον αφορά το εμπόριο και των διαταραχών του ανταγωνισμού που δικαιολογούν την ανάληψη κοινοτικής δράσης. Αυτό με τη σειρά του απαιτεί γνώση της διασυνοριακής ζήτησης και προσφοράς των κυριότερων καταναλωτικών υπηρεσιών καθώς και του δυνητικού αντικτύπου της προτεινόμενης νομοθεσίας, τόσο για τα επίπεδα ασφάλειας όσο και για τις εναρμονισμένες προδιαγραφές ασφάλειας. Ωστόσο, αυτή τη στιγμή δεν υπάρχουν αποδείξεις για διαταραχές του ανταγωνισμού ή για εμπόδια όσον αφορά το εμπόριο, που να προκαλούνται από την ύπαρξη διαφορετικής εθνικής νομοθεσίας. Επίσης, στην παρούσα φάση, δεν υπάρχουν αποδεικτικά στοιχεία και για την αιτιολόγηση μέτρων εναρμόνισης που να αφορούν την ασφάλεια των υπηρεσιών στο πλαίσιο των γενικών αρχών του κοινοτικού δικαίου, ιδίως της επικουρικότητας και της αναλογικότητας. Επομένως, δεν είναι δυνατόν στην παρούσα φάση να εξαχθούν συμπεράσματα όσον αφορά την ανάγκη ανάληψης νομοθετικής δράσης που να στοχεύει στην εναρμόνιση των προδιαγραφών ασφάλειας που εφαρμόζονται σε εθνικό επίπεδο, σε συγκεκριμένους τομείς υπηρεσιών.

Τομείς προτεραιότητας

58. Παρ' ό,τι από την παρούσα έκθεση εξαιρούνται οι υπηρεσίες μεταφορών και υγείας καθώς και οι υπηρεσίες με περιορισμένο ή κανένα κίνδυνο για την υγεία και τη σωματική ασφάλεια των καταναλωτών, όπως οι χρηματο-οικονομικές υπηρεσίες ή οι υπηρεσίες ηλεκτρονικής επικοινωνίας, έχει εξεταστεί ένας σημαντικός αριθμός διαφορετικών τύπων καταναλωτικών υπηρεσιών. Κατά το σχεδιασμό της κοινοτικής πολιτικής είναι σημαντικό να γίνει εστίαση σε κάποιες καταναλωτικές υπηρεσίες προτεραιότητας, έτσι ώστε να αποκτηθεί εμπειρία και να εξασφαλιστεί η εστίαση της δράσης. Η δράση πρέπει να στοχεύει υπηρεσίες για τις οποίες υπάρχει τεκμηριωμένα σημαντικός κίνδυνος για τους καταναλωτές και οι οποίες διαθέτουν τεκμηριωμένα μια διασυνοριακή διάσταση. Ωστόσο, η έλλειψη γνώσης στην παρούσα φάση, τόσο από πλευράς αξιολόγησης των κινδύνων όσο και από πλευράς διασυνοριακού αντικτύπου, καθιστά αδύνατο τον καθορισμό προτεραιοτήτων βάσει σταθερών στοιχείων. Επομένως, αντί μιας ποσοτικής προσέγγισης, χρησιμοποιήθηκαν περισσότερο ποιοτικά κριτήρια για τον εντοπισμό τομέων προτεραιότητας και της σοβαρότητας δυνητικών κινδύνων, της διασυνοριακής διάστασης και της συνάφειας για καταναλωτές με ειδικές ανάγκες. Συνεκτιμήθηκαν επίσης οι προτεραιότητες των κρατών μελών και των ενδιαφερομένων πλευρών.

59. Με βάση αυτά τα κριτήρια, ως τομείς προτεραιότητας μπορούν να χαρακτηριστούν οι υπηρεσίες που αφορούν τον τουρισμό, ιδίως αυτές που συνδέονται με τη μαζική στέγαση, κυρίως ξενοδοχεία και κατασκηνώσεις, και οι υπηρεσίες αθλητισμού και ψυχαγωγίας, ιδίως παιδικές χαρές, εμποροπανηγύρεις και πάρκα διασκέδασης, πισίνες και άλλες υπηρεσίες υδάτινου αθλητισμού, ιππικές σχολές, το σκι και νέα αθλήματα περιπέτειας, όπως το bungee jumping και το ράφτινγκ σε ποταμούς. Και οι δύο τομείς και οι συναφείς υπηρεσίες ενέχουν κινδύνους θανατηφόρων ατυχημάτων και σοβαρών τραυματισμών, έχουν μια σαφή διασυνοριακή διάσταση, συχνά συμμετέχουν σε αυτά παιδιά και ορισμένες φορές ηλικιωμένοι, παρέχονται σε όλη την Κοινότητα και θεωρούνται προτεραιότητα από τα κράτη μέλη, τις οργανώσεις των καταναλωτών και τους φορείς παροχής υπηρεσιών. Πρέπει να σημειωθεί ότι συχνά υπάρχει διασύνδεση μεταξύ των δύο τομέων, αφού ο τουρισμός περιλαμβάνει όλο και περισσότερο οργανωμένες δραστηριότητες αθλητισμού και ψυχαγωγίας.

3. ΠΟΛΙΤΙΚΑ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΗ ΡΥΘΜΙΣΤΙΚΗ ΚΑΙ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΗ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΣΦΑΛΕΙΑ ΤΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΣΤΗΝ ΕΕ

Συμπεράσματα από τη ρυθμιστική κατάσταση

60. Σε κοινοτικό επίπεδο, αυτή τη στιγμή δεν υπάρχει συγκεκριμένη νομοθεσία για την ασφάλεια των υπηρεσιών, εκτός από κοινοτικά μέτρα που ρυθμίζουν άμεσα την ασφάλεια διαφόρων ειδών μεταφοράς, στο πλαίσιο της κοινής πολιτικής μεταφορών που κατοχυρώνεται στο άρθρο 71 της Συνθήκης. Ωστόσο, η κοινοτική νομοθεσία σε άλλους τομείς της πολιτικής μπορεί να έχει θετική παράπλευρη επίδραση στην ασφάλεια των υπηρεσιών. Για παράδειγμα, τα μέτρα για την αμοιβαία αναγνώριση ορισμένων επαγγελματικών τυπικών προσόντων που στοχεύουν στη διευκόλυνση της παροχής επαγγελματικών υπηρεσιών σε όλη την Κοινότητα ή τα μέτρα για την ποιότητα των υδάτων κολύμβησης που έχουν ληφθεί στο πλαίσιο της κοινοτικής περιβαλλοντικής πολιτικής και συμβάλλουν στην ασφάλεια του τουρισμού. Επίσης, η κοινοτική νομοθεσία που εναρμονίζει τους τεχνικούς κανόνες για ορισμένα επαγγελματικά προϊόντα και εξοπλισμό είναι πολύ συναφής με την ασφάλεια των υπηρεσιών στις οποίες χρησιμοποιούνται τα προϊόντα αυτά. Όσον αφορά ειδικά την πυρασφάλεια σε ξενοδοχεία, το 1986 εκδόθηκε η σύσταση του Συμβουλίου 86/666/ΕΟΚ για το ελάχιστο επίπεδο πυρασφάλειας σε κοινοτικά ξενοδοχεία. Η ασφάλεια των υπηρεσιών θα συνεχίσει να επωφελείται έμμεσα από τις διατάξεις σε άλλους τομείς κοινής πολιτικής.

61. Όλα τα κράτη μέλη διαθέτουν νομικά, διοικητικά και τεχνικά μέτρα στον τομέα της ασφάλειας των υπηρεσιών. Οι προσεγγίσεις είναι διαφορετικές και περιλαμβάνουν μεγάλη ποικιλία μέτρων, χωρίς να επικρατεί ένα ενιαίο μοντέλο. Οι οργανώσεις των καταναλωτών επέστησαν την προσοχή στο γενικό πρόβλημα της επιβολής των διατάξεων για την ασφάλεια των καταναλωτών και στην έλλειψη κατάλληλων κυρώσεων σε περίπτωση μη συμμόρφωσης των φορέων παροχής υπηρεσιών με τις νομικές απαιτήσεις. Ωστόσο, λόγω της ποικιλίας των τομέων και των διαφορών στις εθνικές προσεγγίσεις δεν είναι δυνατό στην παρούσα φάση να εντοπιστούν συγκεκριμένα κενά στα ρυθμιστικά συστήματα και στα συστήματα ελέγχου και επιβολής. Δεν είναι επίσης δυνατό να προσδιοριστεί αν το πραγματικό επίπεδο προστασίας στα διάφορα κράτη μέλη διαφέρει σημαντικά. Οι ενώσεις των καταναλωτών και οι φορείς παροχής υπηρεσιών επεσήμαναν την έλλειψη ενημέρωσης σχετικά με τους ισχύοντες κανόνες και την εφαρμογή τους στα διάφορα κράτη μέλη, ως ένα εμπόδιο για την αύξηση της εμπιστοσύνης των καταναλωτών στην εσωτερική αγορά υπηρεσιών. Ωστόσο, έως τώρα δεν ήταν δυνατό να εντοπιστούν εμπόδια για το εμπόριο ή διαταραχές που να οφείλονται στις διαφορετικές προδιαγραφές που ισχύουν στα κράτη μέλη. Αυτό καθιστά δύσκολη, στην παρούσα φάση, την αιτιολόγηση ανάληψης ουσιαστικής κοινοτικής δράσης με στόχο την εναρμόνιση των κανόνων ασφάλειας των κρατών μελών όσον αφορά τις υπηρεσίες.

Συμπεράσματα από την πραγματική κατάσταση

62. Από την ανάλυση της πραγματικής κατάστασης προκύπτει ότι υπάρχει λίγη συστηματική ενημέρωση για την ασφάλεια των υπηρεσιών. Αυτό μπορεί εν μέρει να εξηγηθεί με την ύπαρξη φτωχής υποδομής αναφοράς και με τη χαμηλή προτεραιότητα που δίνεται στη χρήση στατιστικών για ατυχήματα και περιστατικά, ως βάση για τη χάραξη πολιτικής στον τομέα της ασφάλειας των υπηρεσιών.

Επομένως, η βελτίωση της γνωσιολογικής βάσης για την ασφάλεια των υπηρεσιών εντοπίζεται ως σαφής προτεραιότητα για την ανάληψη κοινοτικής δράσης. Στις διαβουλεύσεις επιβεβαιώθηκε ότι υπάρχει ευρεία υποστήριξη γι αυτό, με την προϋπόθεση ότι θα οργανωθεί κατά τρόπο οικονομικά αποτελεσματικό και θα ξεπεραστούν τα μεθοδολογικά προβλήματα. Η εστίαση σε ένα περιορισμένο αριθμό τομέων ή υπηρεσιών προτεραιότητας, κυρίως σε υπηρεσίες που αφορούν τον τουρισμό, τον αθλητισμό και τη ψυχαγωγία, και η αξιοποίηση των υφιστάμενων εμπειριών και μηχανισμών για τη συλλογή στοιχείων μπορούν να συμβάλλουν στην εκπλήρωση αυτών των προϋποθέσεων.

63. Η βελτίωση της γνωσιολογικής βάσης αποτελεί η ίδια ένα σημαντικό στόχο, αφού απαιτεί από όλα τα κράτη μέλη τη θέσπιση μιας πιο συστηματικής προσέγγισης για την παρακολούθηση της ασφάλειας των υπηρεσιών στους κυριότερους τομείς. Η συλλογή και η αξιολόγηση των σχετικών στοιχείων περιλαμβάνει μεθοδολογικά και οργανωτικά θέματα που απαιτούν προσεκτική εξέταση ώστε να εντοπιστούν πρακτικές και οικονομικά αποτελεσματικές λύσεις. Είναι σαφές ότι πρόκειται για έναν τομέα όπου η δράση σε κοινοτικό επίπεδο μπορεί να προσφέρει ουσιαστικό όφελος, με την προϋπόθεση ότι θα αναπτυχθεί η κατάλληλη προσέγγιση. Κατά την ανάπτυξη της προσέγγισης αυτής πρέπει να συνεκτιμηθούν δεόντως οι δυσκολίες για τις μικρές και τις μεσαίες επιχειρήσεις, όσον αφορά το πρόσθετο διοικητικό και οικονομικό κόστος. Αυτό ισχύει κυρίως για τουριστικές επιχειρήσεις, εκ των οποίων το 95% είναι μικρές επιχειρηματικές ενότητες.

64. Επομένως, η κοινοτική δράση για την ασφάλεια των καταναλωτικών υπηρεσιών πρέπει, στην παρούσα φάση, να εστιαστεί (α) στη βελτίωση της διαθέσιμης γνώσης για κινδύνους και στοιχεία ατυχημάτων και (β) στη συστηματική παρακολούθηση των πολιτικών και των μέτρων που εφαρμόζουν τα κράτη μέλη.

65. Η έως τώρα εμπειρία δείχνει ότι οι εργασίες συλλογής στοιχείων και παρακολούθησης δεν μπορούν να εκτελεστούν συστηματικά και κατά ενιαίο τρόπο σε όλη την ΕΕ χωρίς την ύπαρξη ενός επίσημου πλαισίου. Η διεύρυνση της ΕΕ θα καταστήσει πιο έντονη αυτή την ανάγκη.

Στόχοι και περιεχόμενο του προτεινόμενου νομοθετικού πλαισίου

66. Με βάση τα προαναφερθέντα, προτείνεται η θέσπιση ενός νομοθετικού πλαισίου που θα καθορίζει διαδικασίες με στόχο την εξασφάλιση της συστηματικής και συνεπούς συλλογής και αξιολόγησης στοιχείων και πληροφοριών σχετικά με ατυχήματα και περιστατικά που συνδέονται με υπηρεσίες. Το είδος των πληροφοριών που αναμένονται από το σύστημα συλλογής στοιχείων θα καθοριστεί από τους στόχους χάραξης πολιτικής που θα καθοριστούν στο νομοθετικό πλαίσιο. Για λόγους οικονομικής αποτελεσματικότητας ενδείκνυται η εστίαση σε τομείς προτεραιότητας και συναφείς υπηρεσίες που εντοπίζονται στην παρούσα έκθεση, δηλαδή τις υπηρεσίες που αφορούν τον τουρισμό και τις υπηρεσίες αθλητισμού και ψυχαγωγίας.

67. Δεδομένης της μεγάλης ποικιλίας μέτρων που εφαρμόζονται σήμερα στα κράτη μέλη για τη βελτίωση της ασφάλειας των υπηρεσιών, θα ήταν προς αμοιβαίο όφελος η καλύτερη ενημέρωση για τη συναφή νομοθεσία και τις πολιτικές σχετικά με την ασφάλεια των υπηρεσιών. Επομένως, το νομοθετικό πλαίσιο πρέπει επίσης να καθορίζει διαδικασίες για τη διοικητική συνεργασία μεταξύ των αρχών των κρατών μελών, έτσι ώστε να υπάρχει συστηματική ανταλλαγή πληροφοριών σχετικά με τις πολιτικές και ρυθμιστικές εξελίξεις και τα αποτελέσματα που επιτυγχάνονται. Αυτό είναι σημαντικό για τον εντοπισμό συγκεκριμένων κενών στα ρυθμιστικά συστήματα και στα συστήματα ελέγχου και επιβολής. Έχει επίσης ιδιαίτερη σημασία αφού οι καταναλωτές και οι φορείς παροχής υπηρεσιών επεσήμαναν την έλλειψη ενημέρωσης σχετικά με τους ισχύοντες κανόνες και την εφαρμογή τους στα διάφορα κράτη μέλη ως ένα από τα εμπόδια για τη δημιουργία της εσωτερικής αγοράς για τις υπηρεσίες. Είναι προφανές ότι οι διαδικασίες για την ανταλλαγή πληροφοριών πρέπει να διαμορφωθούν κατά τρόπο που να αποφεύγονται επικαλύψεις με την ισχύουσα ή τη μελλοντική κοινοτική νομοθεσία που καθορίζει διαδικασίες για την παροχή πληροφοριών στον τομέα των τεχνικών προτύπων και ρυθμίσεις σχετικά με υπηρεσίες.

68. Το πλαίσιο μπορεί επίσης να προβλέπει διαδικασίες με στόχο τη θέσπιση και τη χρήση ευρωπαϊκών προτύπων. Η καλύτερη γνωσιολογική βάση για την ασφάλεια των υπηρεσιών θα επιτρέψει τον εντοπισμό ειδικών τομέων και κινδύνων για τους οποίους θα είναι αναγκαία η θέσπιση κοινοτικών προτύπων για την υποστήριξη των εθνικών πολιτικών και μέτρων σχετικά με την ασφάλεια των υπηρεσιών για τους καταναλωτές.

69. Το ακριβές περιεχόμενο του νομοθετικού πλαισίου πρέπει να σχεδιαστεί υπό το πρίσμα μιας προσεκτικής ανάλυσης της σχέσης κόστους/ οφέλους, δοκιμαστικών σχεδίων, ερευνών και περαιτέρω εργασιών που θα εκτελεστούν σε στενή συνεργασία με τα κράτη μέλη. Στόχος είναι ο καθορισμός του βέλτιστου πεδίου εφαρμογής και των μεθόδων για την παρακολούθηση και τη συλλογή στοιχείων και η εξασφάλιση της προστιθέμενης αξίας της κοινοτικής δράσης κατά τρόπο οικονομικά αποτελεσματικό. Είναι προφανές ότι πρέπει επίσης να συνεκτιμηθούν δεόντως κατά το σχεδιασμό του νομοθετικού πλαισίου οι νομοθετικές πρωτοβουλίες που προβλέπονται στο πλαίσιο της εσωτερικής αγοράς για υπηρεσίες.

70. Μακροπρόθεσμα, η Επιτροπή θα είναι σε καλύτερη θέση να εκτιμήσει την ενδεχόμενη ανάγκη θέσπισης πιο εκτενούς κοινοτικής νομοθεσίας, βάσει των στοιχείων που θα προκύψουν από την εφαρμογή του νομοθετικού πλαισίου. Αυτές οι μακροπρόθεσμες νομοθετικές πρωτοβουλίες θα απαιτήσουν την ανάλυση της κατάλληλης νομικής βάσης και του οικονομικού αντικτύπου. Η χρήση του άρθρου 95 της Συνθήκης απαιτεί την αξιολόγηση των πραγματικών και δυνητικών εμποδίων για το εμπόριο και των διαταραχών του ανταγωνισμού που προκύπτουν από την απόκλιση των εθνικών ρυθμίσεων για την ασφάλεια των υπηρεσιών. Ενδεχόμενα κοινοτικά μέτρα εναρμόνισης σχετικά με την ασφάλεια των υπηρεσιών πρέπει να είναι σύμφωνα με τις πρωτοβουλίες που αναπτύσσονται στο πλαίσιο της στρατηγικής για την εσωτερική αγορά υπηρεσιών.

71. Στο ενδιάμεσο χρονικό διάστημα, η Επιτροπή θα συνεχίσει την αξιολόγηση των συστημάτων νομικής ευθύνης στα κράτη μέλη. Το αποτέλεσμα αυτής της αξιολόγησης θα συμβάλλει στον εντοπισμό ενδεχομένων κενών στα εθνικά συστήματα νομικής ευθύνης. Έτσι θα δοθεί η δυνατότητα να διαπιστωθεί αν η ανάληψη νέας κοινοτικής πρωτοβουλίας στον τομέα αυτό είναι χρήσιμη και αιτιολογημένη.