52003DC0085

Ανακοίνωση της Επιτροπής προς το Συμβούλιο και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο - Οι κλιματικές μεταβολές στο πλαίσιο της συνεργασίας για την ανάπτυξη /* COM/2003/0085 τελικό */


ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΠΡΟΣ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ - ΟΙ ΚΛΙΜΑΤΙΚΕΣ ΜΕΤΑΒΟΛΕΣ ΣΤΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΤΗΣ ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΑΠΤΥΞΗ

ΠΙΝΑΚΑΣ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΩΝ

1. ΕΙΣΑΓΩΓΗ

2. Αιτιολογια της δρασησ

3. τρεχουσεσ και προβλεπομενεσ αλλαγεσ και επιπτωσεις των κλιματικων μεταβολων στις χωρεσ εταιρουσ

3.1 Περιβαλλοντικές και κοινωνικοοικονομικές επιπτώσεις των κλιματικών μεταβολών

3.1.1 Οικοσυστήματα και φυσικοί πόροι

3.1.2 Οικονομικοί τομείς και επισιτιστική ασφάλεια

3.1.3 Ανθρώπινη υγεία, μετανάστευση/μετακίνηση και υποδομή

3.1.4 Mακροοικονομικές επιπτώσεις των κλιματικών μεταβολών

3.2 Αντιμετώπιση της πρόκλησης των κλιματικών μεταβολών μέσω προσαρμογής και μετριασμού

4. Προταση στρατηγικησ της εε για τις κλιματικες μεταβολεσ προς στηριξη των χωρων εταιρων

4.1 Γενικός στόχος και κατευθυντήριες αρχές

4.2 Στρατηγικές προτεραιότητες

4.2.1 Ενίσχυση των πολιτικών χαρακτηριστικών των κλιματικών μεταβολών, όσον αφορά το διάλογο και τη συνεργασία (α) με χώρες εταίρους και (β) στο εσωτερικό της Κοινότητας

4.2.2 Στήριξη της προσαρμογής στις κλιματικές μεταβολές

4.2.3 Στήριξη του μετριασμού

4.2.4 Ανάπτυξη ικανότητας

4.3 Ενδεικτικές στρατηγικές ανταποκρίσεις για χώρες εταίρους της ΕΕ

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ I: ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΔΡΑΣΗΣ

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ II: ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΕΣ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΕΣ ΑΝΤΑΠΟΚΡΙΣΕΙΣ ΓΙΑ ΧΩΡΕΣ ΕΤΑΙΡΟΥΣ ΤΗΣ ΕΕ

ΠΑΡΑΡΤΗΜA III: ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗ ΠΛΗΡΟΦΟΡΗΣΗ ΚΑΙ ΠΡΟΒΛΕΠΟΜΕΝΕΣ ΕΠΙΠΤΩΣΕΙΣ ΤΩΝ ΚΛΙΜΑΤΙΚΩΝ ΜΕΤΑΒΟΛΩΝ

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ IV: ΣΥΝΟΠΤΙΚΗ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΤΗΣ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ ΓΙΑ ΤΙΣ ΚΛΙΜΑΤΙΚΕΣ ΑΛΛΑΓΕΣ

ΠAΡΑΡΤΗΜΑ V: ΑΛΛΕΣ ΔΙΕΘΝΕΙΣ ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΕΣ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΚΛΙΜΑ

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ VI: ΕΡΓΑ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΙΣ ΚΛΙΜΑΤΙΚΕΣ ΜΕΤΑΒΟΛΕΣ ΠΟΥ ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΗΘΗΚΑΝ ΒΑΣΕΙ ΤΟΥ ΠΕΜΠΤΟΥ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΟΣ ΠΛΑΙΣΙΟ ΕΡΕΥΝΑΣ

ΠAΡΑΡΤΗΜΑ VII: ΑΝΑΓΚΕΣ ΚΑΙ ΕΠΙΛΟΓΕΣ ΠΡΟΣΑΡΜΟΓΗΣ

ΠΑΡΑΡΤΗΜA VIII: ΑΝΑΓΚΕΣ ΚΑΙ ΕΠΙΛΟΓΕΣ ΤΟΥ ΜΕΤΡΙΑΣΜΟΥ

1. ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Επιστημονικά στοιχεία [1] επιβεβαιώνουν ότι λαμβάνουν ήδη χώρα κλιματικές μεταβολές [2] και υπάρχουν νέα και ισχυρότερα στοιχεία ότι το μεγαλύτερο μέρος της αύξησης της θερμοκρασίας που παρατηρείται τα τελευταία πενήντα χρόνια οφείλεται σε ανθρώπινες δραστηριότητες. Οι επιστήμονες προβλέπουν επίσης ότι ο ρυθμός της αλλαγής θα είναι ταχύτερος απ' ότι αναμενόταν στο παρελθόν. Η στάθμη της θάλασσας προβλέπεται να ανέλθει ως αποτέλεσμα της αύξησης της θερμοκρασίας, ενώ προβλέπονται και μεταβολές στα πρότυπα βροχόπτωσης, ξηρασίες, πλημμύρες και άλλα ακραία καιρικά φαινόμενα.

[1] Όλη η επιστημονική πληροφόρηση και οι διαπιστώσεις σε αυτό το τμήμα είναι από την Τρίτη Έκθεση Αξιολόγησης της IPCC (Διακυβερνητική επιτροπή για την αλλαγή του κλίματος)

[2] Οι κλιματικές μεταβολές οφείλονται στις αυξανόμενες συγκεντρώσεις αερίων φαινομένου θερμοκηπίου (ΑΦΘ) στην ατμόσφαιρα, που ελευθερώνονται κυρίως από την καύση φυσικών καυσίμων και από τις μεταβολές στη γεωργία και τη χρήση της γης. Τα ΑΦΘ έχουν ως συνέπεια η ατμόσφαιρα να συγκρατεί περισσότερη υπέρυθρη ακτινοβολία από την επιφάνεια της Γης, επιφέροντας τοιουτοτρόπως σταδιακή άνοδο της θερμοκρασίας του πλανήτη.

Οι κλιματικές μεταβολές όμως δεν είναι απλώς ένα περιβαλλοντικό πρόβλημα. Είναι σαφώς και ένα πρόβλημα ανάπτυξης εφόσον οι δυσμενείς επιπτώσεις του θα επηρεάσουν δυσανάλογα τις φτωχότερες χώρες με οικονομίες που βασίζονται κυρίως στους φυσικούς πόρους και τους σχετικούς οικονομικούς τομείς (γεωργία, δασοκομία και αλιεία). Ακόμα και χώρες με περισσότερο διαφοροποιημένες οικονομίες είναι ευπρόσβλητες στις κλιματικές μεταβολές εφόσον η έλλειψη χρηματοδοτικών πόρων, κατάλληλης τεχνολογίας, και σταθερών και αποτελεσματικών θεσμών εκφράζεται με ανεπαρκή ικανότητα προσαρμογής στις κλιματικές μεταβολές. Οι αναπτυσσόμενες χώρες, που έχουν τους πλέον ευπρόσβλητους πληθυσμούς και τη μικρότερη προσαρμοστική ικανότητα, πιθανόν να υποστούν τις σοβαρότερες συνέπειες παρά το γεγονός ότι μέχρι σήμερα έχουν συμβάλει κατ' ελάχιστο στο πρόβλημα. Επιπλέον, σε ορισμένες χώρες, τα φτωχότερα μέλη της κοινωνίας τείνουν συχνά να διαβιούν στις πλέον περιθωριακές περιοχές και να εξαρτώνται ιδιαίτερα από τους φυσικούς πόρους και την αρδευόμενη γεωργία. Έτσι διατρέχουν υψηλότερο κίνδυνο από τις πλημμύρες και την ξηρασία.

Ταυτόχρονα, οι χώρες εταίροι έχουν θεμιτές ανάγκες οικονομικής ανάπτυξης. Ωστόσο, η αυξανόμενη εκβιομηχάνιση στις αναπτυσσόμενες χώρες θα οδηγήσει, αφενός, σε υψηλότερη κατανάλωση ενέργειας και, αφετέρου, σε υψηλότερες εκπομπές αερίων φαινομένου θερμοκηπίου (ΑΦΘ), όπως συνέβη στις αναπτυγμένες χώρες. Συνεπώς, είναι προς το συμφέρον όλων των μερών να προάγουν βιώσιμες τάσεις όσον αφορά τις εκπομπές ΑΦΘ και στις χώρες εταίρους [3]. Παρά τις αναληφθείσες εθνικές προσπάθειες σε αυτούς τους τομείς, οι χώρες εταίροι χρειάζονται στήριξη για την εναρμόνιση των θεμιτών αναγκών τους όσον αφορά την οικονομική ανάπτυξη με την προστασία του περιβάλλοντος και τη βιώσιμη χρήση ενέργειας και φυσικών πόρων.

[3] Κατά τις διαπραγματεύσεις για τη δεύτερη περίοδο δέσμευσης βάσει του Πρωτοκόλλου του Κυότο θα ασκηθεί πιθανόν ισχυρότερη διεθνής πίεση στις ΑΧ ώστε να αναλάβουν θετική δράση για τον έλεγχο των εκπομπών ενισχύοντας παράλληλα την οικονομική ανάπτυξη τους.

Η ΕΕ δεσμεύεται να συνδράμει τις χώρες εταίρους για την καταπολέμηση της φτώχειας, την εκπλήρωση των Στόχων για την Ανάπτυξη της Χιλιετίας και την προώθηση της αειφόρου ανάπτυξης. Οι κλιματικές μεταβολές αποτελούν αναπόσπαστο μέρος αυτού του προγράμματος δράσης δεδομένων των πολλαπλών τρόπων με τους οποίους επηρεάζει τις κοινωνίες και αλληλεπιδρά με ειδικές κατά τόπους ευπροσβλητότητες. Συνεπώς, είναι σημαντικό κάθε ανταπόκριση στις κλιματικές μεταβολές να καθίσταται αντιληπτή και εντός και σε συνάφεια με τα υπάρχοντα πλαίσια ανάπτυξης, παρά μακράν αυτών. Δηλαδή, ως αναπόσπαστο μέρος των βασικών δραστηριοτήτων συνεργασίας για την ανάπτυξη της ΕΕ.

Η ΕΕ προσυπογράφει πλήρως την αρχή ότι οι στρατηγικές και οι διαδικασίες για την ανάπτυξη πρέπει να εφαρμόζονται με τη συμμετοχή και υπό την καθοδήγηση της κάθε χώρας και ότι οι χώρες εταίροι καθαυτές είναι υπεύθυνες για τον εντοπισμό των περιβαλλοντικών ζητημάτων και την ανταπόκριση σε αυτά. Ωστόσο, οι σχετικές με τις κλιματικές μεταβολές πτυχές (όπως και οι περιβαλλοντικές πτυχές εν γένει) τυγχάνουν συχνά χαμηλής προτεραιότητας σε χώρες εταίρους. Η ενίσχυση του περιβαλλοντικού διαλόγου με χώρες εταίρους και η σύνδεσή του με την αειφόρο ανάπτυξη (συμπεριλαμβανομένης της μείωσης της φτώχειας και της κοινωνικής και οικονομικής ανάπτυξης) αποτελούν συνεπώς βασικό στοιχείο για την παροχή ενημέρωσης και την ενίσχυση των πολιτικών χαρακτηριστικών των κλιματικών μεταβολών.

Ως ανταπόκριση στα ανωτέρω, η Επιτροπή καλεί τα κράτη μέλη, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, την κοινωνία των πολιτών και άλλους συμμετέχοντες να συνεισφέρουν στη διατύπωση και εφαρμογή μιας ενιαίας και συντονισμένης κοινοτικής στρατηγικής για τις κλιματικές μεταβολές, και ενός προγράμματος δράσης προς στήριξη των χωρών εταίρων, με βάση τους στόχους, τη στρατηγική και το πρόγραμμα δράσης που προτείνονται στο παρόν έγγραφο.

Ο γενικός στόχος της προτεινόμενης στρατηγικής είναι να συνδράμει τις χώρες εταίρους της ΕΕ [4] ώστε να αντιμετωπίσουν τις προκλήσεις που θέτουν οι κλιματικές μεταβολές, παρέχοντας ειδικότερα στήριξη για την εφαρμογή της Σύμβασης Πλαίσιο των Ηνωμένων Εθνών για τις κλιματικές μεταβολές και του Πρωτοκόλλου του Κυότο. Για το σκοπό αυτό, οι σχετικές με τις κλιματικές μεταβολές πτυχές και οι δυνάμει καταστρεπτικές μακροπρόθεσμες επιπτώσεις τους πρέπει να ενσωματωθούν πλήρως στη συνεργασία για την ανάπτυξη της ΕΕ έτσι ώστε να λάβουν υψηλότερη θέση στον καθορισμό των προτεραιοτήτων κατά τρόπο που να συνάδει πλήρως με τον κυρίαρχο στόχο της μείωσης της φτώχειας. Μία τέτοια προσέγγιση συμβάλλει επίσης στην εφαρμογή της στρατηγικής της ΕΕ για την αειφόρο ανάπτυξη, ιδίως της εξωτερικής διάστασής της, και στην περίπτωση της Κοινότητας, στη διαδικασία του Κάρντιφ σχετικά με την περιβαλλοντική ολοκλήρωση.

[4] Για την Κοινότητα αυτό σημαίνει τις χώρες ΑΚΕ, ΑΛΑ, MEDA, CARDS και TACIS. Ωστόσο, το έγγραφο δεν καλύπτει την Κροατία, Ρωσία και Ουκρανία δεδομένου ότι έχουν θέσει στόχους εκπομπών βάσει του Πρωτοκόλλου του Κυότο.

Η προτεινόμενη στρατηγική αποτελείται από τρία επιμέρους τμήματα. Το πρώτο ορίζει το γενικό στόχο και απαριθμεί κάποιες κατευθυντήριες γραμμές. Το δεύτερο καθιστά λειτουργικό το γενικό στόχο καθορίζοντας τέσσερις στρατηγικές προτεραιότητες: (i) ενίσχυση των πολιτικών χαρακτηριστικών των κλιματικών μεταβολών, (ii) στήριξη της προσαρμογής, (iii) στήριξη του μετριασμού, και (iv) ανάπτυξη της ικανότητας. Τέλος, το τρίτο καθορίζει ενδεικτικές στρατηγικές ανταποκρίσεις για τις χώρες εταίρους της ΕΕ, δίνοντας έμφαση στην ευπροσβλητότητα και την προσαρμογή [5].

[5] Βλ. παράρτημα ΙΙ για δείκτες και διαδικασία επιλογής.

Το πρόγραμμα δράσης (παράρτημα 1) εκφράζει τις συστάσεις της στρατηγικής σε συγκεκριμένες ενέργειες και δείχνει τις ενδιαφερόμενες οντότητες. Το επίκεντρο του προγράμματος δράσης βρίσκεται στην προσαρμογή στις κλιματικές μεταβολές, στην ανάπτυξη ικανότητας και την έρευνα [6].

[6] Ιδίως το νέο κοινοτικό πρόγραμμα πλαίσιο ΕΤΑ (2002-2006) βάσει της προτεραιότητας στον τομέα της έρευνας για την αειφόρο ανάπτυξη, τις κλιματικές μεταβολές του πλανήτη και τα οικοσυστήματα παρέχει ευκαιρίες σε χώρες εταίρους για να συμμετέχουν σε ερευνητικά προγράμματα στους τομείς της ενέργειας, των μεταφορών και των κλιματικών μεταβολών.

Το έγγραφο αρχίζει με δύο αναλυτικά βασικά τμήματα. Το πρώτο διερευνά την αιτιολογία της δράσης. Το δεύτερο αναλύει τις τρέχουσες και προβλεπόμενες μεταβολές και επιπτώσεις των κλιματικών μεταβολών σε χώρες εταίρους, καθώς και την προσαρμογή και το μετριασμό ως ανταπόκριση στις κλιματικές μεταβολές.

2. Αιτιολογια της δρασησ

Tο επιστημονικό πλαίσιο: Τρέχουσες και προβλεπόμενες κλιματικές μεταβολές του πλανήτη

Τα επιστημονικά στοιχεία [7] επιβεβαιώνουν ότι οι κλιματικές μεταβολές λαμβάνουν ήδη χώρα και υπάρχουν νέα και ισχυρότερα στοιχεία ότι το μεγαλύτερο μέρος της αύξησης της θερμοκρασίας που παρατηρείται τα τελευταία πενήντα χρόνια οφείλεται σε ανθρώπινες δραστηριότητες. Οι επιστήμονες προβλέπουν επιπλέον ότι ο ρυθμός της αλλαγής θα είναι ταχύτερος από τον αναμενόμενο. Μεταξύ των προβλέψεων για τις κλιματικές μεταβολές, βάσει των σημερινών επιστημονικών στοιχείων, είναι η αύξηση των μέσων θερμοκρασιών επιφανείας του πλανήτη κατά 1,4-5,8 βαθμούς Κελσίου τα επόμενα 100 χρόνια. Ο προβλεπόμενος ρυθμός αύξησης της θερμοκρασίας είναι ο υψηλότερος τα τελευταία 10.000 χρόνια. Η άνοδος της θερμοκρασίας προβλέπεται να έχει σοβαρές δυσμενείς επιπτώσεις με την άνοδο της στάθμης της θάλασσας (μεταξύ 9 και 88 εκατοστών), πιο άτακτες βροχοπτώσεις, και αύξηση των ακραίων καιρικών φαινομένων όπως ξηρασίες και καταιγίδες. (Βλ. Παράρτημα ΙΙΙ για περισσότερες λεπτομέρειες σχετικά με την επιστήμη των κλιματικών μεταβολών και τις προβλεπόμενες επιπτώσεις).

[7] Όλη η επιστημονική πληροφόρηση και οι διαπιστώσεις σε αυτό το τμήμα είναι από την Τρίτη Έκθεση Αξιολόγησης της IPCC (Διακυβερνητική επιτροπή για την αλλαγή του κλίματος)

Το διεθνές πλαίσιο: Η Συμφωνία Πλαίσιο των Ηνωμένων Εθνών για τις κλιματικές μεταβολές (UNFCCC)και το Πρωτόκολλο του Κυότο (ΠΚ), Μοντερέι και Γιοχάνεσμπουργκ

Οι κλιματικές μεταβολές του πλανήτη κατέχουν δεδομένη θέση στο διεθνές πρόγραμμα δράσης για την αειφόρο ανάπτυξη. Η Σύμβαση Πλαίσιο των Ηνωμένων Εθνών για τις κλιματικές μεταβολές (UNFCCC) [8] ανοίχθηκε προς υπογραφή στη «Διάσκεψη Κορυφής για τη Γη» του Ρίο το 1992, όπου τα προγράμματα δράσης για το περιβάλλον και την ανάπτυξη εναρμονίστηκαν, και τέθηκαν σε ισχύ το 1994. Το 1997, τα Μέρη της UNFCCC ενέκριναν το Πρωτόκολλο του Κυότο με σκοπό την ενίσχυση των δεσμεύσεων της UNFCCC [9]. Η ΕΚ και τα κράτη μέλη αποτελούν Μέρη της UNFCCC και έχουν κυρώσει το Πρωτόκολλο του Κυότο [10].

[8] Ο μεσοπρόθεσμος στόχος της UNFCCC είναι να σταθεροποιηθούν οι εκπομπές CO2 στις βιομηχανικές χώρες στα επίπεδα του 1990 μέχρι το 2000.

[9] Το ΠΚ υπογραμμίζει τους δεσμευτικούς στόχους για μείωση των εκπομπών αερίων φαινομένου θερμοκηπίου για τις αναπτυσσόμενες χώρες. Στο πλαίσιο αυτό, η ΕΕ δεσμεύεται να μειώσει, την περίοδο 2008-2012, τις συλλογικές της εκπομπές αερίων φαινομένου θερμοκηπίου κατά 8% κάτω από το επίπεδο εκπομπών του 1990.

[10] Η ΕΕ ενέκρινε την κύρωση του Πρωτοκόλλου του Κυότο κατά τη σύνοδο του Συμβουλίου της 4ης Μαρτίου 2002 (Απόφαση του Συμβουλίου, της 25ης Απριλίου 2002, για την έγκριση, εξ ονόματος της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, του Πρωτοκόλλου του Κυότο στη UNFCCC και την τήρηση των σχετικών δεσμεύσεων, ΕΕ 15 Μαϊου 2002, L130, σελ.1 ). Τα κράτη μέλη ολοκλήρωσαν τις εθνικές τους διαδικασίες κύρωσης μέχρι τις 31 Μαϊου 2002.

Βάσει της UNFCCC, τόσο οι αναπτυγμένες όσο και οι αναπτυσσόμενες χώρες δεσμεύονται για την ανάπτυξη και υποβολή καταλόγων σχετικά με τις εκπομπές αερίων φαινομένου θερμοκηπίου από επιμέρους πηγές και η απορρόφηση αυτών από «καταβόθρες» (όπως δάση που απορροφούν το διοξείδιο του άνθρακα) και την εκπόνηση εκθέσεων σχετικά με τα μέτρα που ελήφθησαν για την εφαρμογή της UNFCCC την έγκριση εθνικών προγραμμάτων για το μετριασμό των κλιματικών μεταβολών και στρατηγικών προσαρμογής την προώθηση της μεταφοράς τεχνολογίας τη συνεργασία για την επιστημονική και τεχνική έρευνα και την προώθηση της ενημέρωσης του κοινού, της εκπαίδευσης και της κατάρτισης.

Σύμφωνα με την αρχή των κοινών αλλά διαφοροποιημένων αρμοδιοτήτων, οι αναπτυγμένες χώρες θα αναλάβουν καθοδηγητικό ρόλο στην καταπολέμηση των κλιματικών μεταβολών [11] και θα συνδράμουν επιπλέον τις αναπτυσσόμενες χώρες για την εφαρμογή των δεσμεύσεων τους βάσει της UNFCCC με τη χορήγηση χρηματοδότησης, μεταξύ άλλων για τη μεταφορά και προσαρμογή της τεχνολογίας για όσες είναι ιδιαίτερα ευπρόσβλητες στις δυσμενείς επιπτώσεις των κλιματικών μεταβολών [12].

[11] Δεδομένων της ιστορικής ευθύνης τους για την εμφάνιση του προβλήματος και των τεχνολογιών και χρηματοδοτικών πόρων που διαθέτουν

[12] Για παράδειγμα οι Λιγότερο Αναπτυγμένες Χώρες (ΛΑΧ) και οι Μικρές Νησιωτικές Αναπτυσσόμενες Χώρες (ΜΝΑΧ).

Στην επαναληπτική σύνοδο της Έκτης Διάσκεψης των Μερών της UNFCCC (Βόννη, Ιούλιος 2001), η ομάδα ΕΕ+ [13] προέβη σε πολιτική δήλωση. Στην εν λόγω δήλωση η ομάδα δεσμεύτηκε να χορηγεί, μέχρι το 2005, ποσό ύψους 410 εκατ. δολ. ΗΠΑ (450 εκατ. ευρώ σε ισοτιμία του Ιουλίου 2001) ετησίως για τη χρηματοδότηση του τομέα των κλιματικών μεταβολών στις ΑΧ. Το ποσό αυτό θα επανεξεταστεί το 2008. Δεν υπάρχει ακόμα συμφωνία ως προς την κατανομή των 410 εκατ. δολ. ΗΠΑ/450 εκατ. ευρώ, αλλά τότε προτάθηκε η κατανομή να υπολογίζεται στη βάση εκπομπών CO2 των χωρών το 1990, δηλαδή σύμφωνα με την Αρχή ο Ρυπαίνων Πληρώνει (ΑΡΠ). Συνεπώς, το μερίδιο της δέσμευσης της ΕΕ πρέπει να καλύπτεται από τα κράτη μέλη, δεδομένου ότι η Κοινότητα καθαυτή δεν έχει εκπομπές CO2. Παρ' όλα αυτά, η Επιτροπή πιθανότατα θα συνεισφέρει, ακόμη και αν, κατά κανόνα, υπό την παρούσα οικονομική προοπτική, δεν διατίθενται πρόσθετοι πόροι. (Βλ. παράρτημα IV για συνοπτική παρουσίαση της διεθνούς διαδικασίας για τις κλιματικές μεταβολές, και παράρτημα V για άλλες διεθνείς πρωτοβουλίες σχετικά με το κλίμα).

[13] Η ομάδα ΕΕ+ αποτελείται από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και τα κράτη μέλη συν τον Καναδά, την Ισλανδία, τη Νέα Ζηλανδία, τη Νορβηγία και την Ελβετία.

Η Διάσκεψη του Μοντερέι, που πραγματοποιήθηκε το Μάρτιο του 2002, εξέτασε τις προκλήσεις της χρηματοδότησης για την ανάπτυξη. Η επιτευχθείσα συναίνεση τονίζει την ανάγκη συγκέντρωσης και αύξησης της αποτελεσματικής χρήσης των χρηματοδοτικών πόρων για την εξάλειψη της φτώχειας, βελτίωσης των κοινωνικών συνθηκών, ανόδου του βιοτικού επιπέδου και προστασίας του περιβάλλοντος. Υπενθυμίζει επίσης ότι η χρηστή διακυβέρνηση είναι ουσιαστική για την αειφόρο ανάπτυξη, θεωρώντας αποφασιστικής σημασίας την ανάγκη ενδυνάμωσης των εθνικών προσπαθειών για την ενίσχυση της ικανότητας στις αναπτυσσόμενες χώρες. Η ΕΕ ανακοίνωσε στο Μοντερέι τη δέσμευσή της να αυξήσει την EAB από το παρόν επίπεδο του 0,33% του ΑΕΠ σε 0,39% κατά τη χρονική περίοδο από σήμερα μέχρι το 2006 πράγμα που συνεπάγεται επιπλέον 7 δισ. ευρώ ετησίως μέχρι το 2006.

Με βάση τα ανωτέρω, και υπό το πρίσμα της Υπουργικής Δήλωσης του Μαρακές [14], η Παγκόσμια Διάσκεψη Κορυφής για την Αειφόρο Ανάπτυξη (WSSD), που πραγματοποιήθηκε στο Γιοχάνεσμπουργκ στα τέλη Αυγούστου 2002, αποτέλεσε την ευκαιρία για να υπογραμμιστεί η ανάγκη μεγιστοποίησης των συνεργιών μεταξύ των στόχων της αειφόρου ανάπτυξης, συμπεριλαμβανομένου του βασικού στόχου της μείωσης της φτώχειας, και των μέτρων για την καταπολέμηση των κλιματικών μεταβολών και την προσαρμογή στις δυσμενείς επιπτώσεις τους [15]. Ο Γενικός Γραμματέας των ΗΕ καθόρισε πέντε προτεραιότητες για τη Διάσκεψη Κορυφής: νερό, ενέργεια, υγεία, γεωργία και βιοποικιλότητα (ΝΕΥΓΒ), προτεραιότητες που έχουν πράγματι σημασία για τις σχετικές με τις κλιματικές μεταβολές πτυχές. Μεταξύ των αποτελεσμάτων της WSSD ήταν η συμφωνία για επιτακτική και ουσιαστική αύξηση της παγκόσμιας συνεισφοράς ανανεώσιμων ενεργειακών πόρων όπου η ΕΕ ξεκινά ένα «συνασπισμό των επιθυμούντων» που δεσμεύεται για στόχους και χρονοδιαγράμματα. Υπήρξε επίσης συμφωνία σχετικά με την πρόταση της ΕΕ για ένα δεκαετές πλαίσιο προγραμμάτων για βιώσιμη κατανάλωση και παραγωγή. Οι βιομηχανικές χώρες συμφώνησαν να αναλάβουν την καθοδήγηση αυτής της παγκόσμιας προσπάθειας προκειμένου να διορθωθούν τα μη βιώσιμα πρότυπα και να βοηθηθούν οι αναπτυσσόμενες χώρες να εφαρμόσουν πολιτικές και μέσα για το σκοπό αυτό. Δύο πρωτοβουλίες της ΕΕ για το νερό (Water for Life) και την ενέργεια (Πρωτοβουλία της ΕΕ στον τομέα της ενέργειας για την εξάλειψη της φτώχειας και την αειφόρο ανάπτυξη) ξεκίνησαν επίσης προς στήριξη του προγράμματος εφαρμογής της WSSD. Οι πρωτοβουλίες αυτές κατέδειξαν τη δέσμευση της ΕΕ να εκφράσει τις σχετικές πολιτικές συμφωνίες σε συγκεκριμένη δράση προς στήριξη των Στόχων Ανάπτυξης της Χιλιετίας.

[14] Η Δήλωση του Μαρακές εκδόθηκε το Νοέμβριο του 2001 κατά την Έβδομη Διάσκεψη των Μερών της UNFCCC. Αναγνωρίζει ότι η Παγκόσμια Διάσκεψη Κορυφής για την Αειφόρο Ανάπτυξη αποτελεί σημαντική ευκαιρία για να εξεταστούν οι σχέσεις μεταξύ κλιματικών μεταβολών και αειφόρου ανάπτυξης. Δίνει ιδιαίτερη έμφαση στην ανάγκη μεγιστοποίησης των συνεργιών μεταξύ των Συμβάσεων των ΗΕ για τις κλιματικές μεταβολές, τη βιοποικιλότητα και την απερήμωση και τονίζει τη σημασία της ενίσχυσης της ικανότητας καθώς και της ανάπτυξης και διάδοσης καινοτόμων τεχνολογιών όσον αφορά βασικούς τομείς ανάπτυξης.

[15] Παρά το γεγονός ότι δεν συμπεριλαμβάνονται επίσημα στην ημερήσια διάταξη, οι κλιματικές μεταβολές και το Πρωτόκολλο του Κυότο κατέκτησαν τάχιστα υψηλή θέση στην ημερήσια διάταξη της Συνόδου Κορυφής όπου η Κίνα, η Πολωνία και η Νότια Αφρική ανακοίνωσαν την κύρωσή του. Επιπλέον, ο Καναδάς ανακοίνωσε ότι θα το επικυρώσει και η Ρωσία υπέβαλε θετικό απολογισμό σχετικά με την τρέχουσα διαδικασία κύρωσής του.

Το ευρωπαϊκό πλαίσιο: πολιτική για την ανάπτυξη της ΕΚι η διαδικασία Κάρντιφ, τα κράτη μέλη και η κοινωνία των πολιτών

Ο κεντρικός στόχος της πολιτικής για την ανάπτυξη της ΕΚ είναι η μείωση και, τελικώς, η εξάλειψη της φτώχειας [16]. Αυτό συνεπάγεται στήριξη της αειφόρου ανάπτυξης, ένταξη των αναπτυσσόμενων χωρών στη διεθνή οικονομία και αποφασιστικότητα για την καταπολέμηση της φτώχειας, όπως αναφέρεται στο άρθρο 177 της Συνθήκης ΕΚ. Στο πλαίσιο της αειφόρου ανάπτυξης, η ΕΕ χάραξε μία στρατηγική για την αειφόρο ανάπτυξη που περιλαμβάνει αφενός μία εσωτερική διάσταση της ΕΕ [17] και αφετέρου, κατόπιν αιτήματος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου του Γκέτεμποργκ τον Ιούνιο του 2001, μία εξωτερική διάσταση [18] που προετοιμάστηκε ενόψει της WSSD τον Αύγουστο του 2002.

[16] "Η πολιτική για την ανάπτυξη της Ευρωπαϊκής Κοινότητας» COM(2000) 212 τελικό. Το Νοέμβριο του 2000, το Συμβούλιο και η Επιτροπή εξέδωσαν Δήλωση Πολιτικής για την Ανάπτυξη (έγγραφο 13458/00 του Συμβουλίου) που καθορίζει έξι θεματικούς τομείς προτεραιότητας, τους εξής: εμπόριο και ανάπτυξη, περιφερειακή ολοκλήρωση και συνεργασία, στήριξη των μακροοικονομικών πολιτικών που συνδέονται με προγράμματα του κοινωνικού τομέα, μεταφορές, αειφόρος ανάπτυξη της υπαίθρου και επισιτιστική ασφάλεια και ενίσχυση της θεσμικής ικανότητας, χρηστή διακυβέρνηση και κράτος δικαίου. Το περιβάλλον αποτελεί ένα διατομεακό ζήτημα, που πρέπει να ενσωματωθεί και στις έξι θεματικές προτεραιότητες προκειμένου η ανάπτυξη να καταστεί αειφόρος.

[17] «Μία αειφόρος Ευρώπη για έναν καλύτερο κόσμο: μία στρατηγική της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την αειφόρο ανάπτυξη» COM(2001) 264 τελικό.

[18] «Προς μία παγκόσμια σύμπραξη για την αειφόρο ανάπτυξη» COM (2002) 82 τελικό.

Οι περιβαλλοντικές πτυχές αποτελούν αναπόσπαστο μέρος αυτού του προγράμματος δράσης εφόσον η υποβάθμιση του περιβάλλοντος υπονομεύει τις προοπτικές των χωρών εταίρων για αειφόρο οικονομική και κοινωνική ανάπτυξη, και διακυβεύει τα οποιαδήποτε βραχυπρόθεσμα οφέλη από τη μείωση της φτώχειας. Μεσοπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα αυτό δύναται να οδηγήσει σε ακόμα μεγαλύτερη φτώχεια. Οι κλιματικές μεταβολές αποτελούν ένα επιπλέον παράγοντα πίεσης για όσες είναι ήδη ευπρόσβλητες, ιδίως οι ΛΑΧ, και συνεπώς πιθανόν να επιδεινώσουν περαιτέρω τη φτώχεια και την ανθρώπινη στέρηση.

Σύμφωνα με το άρθρο 6 της Συνθήκης της ΕΚ, μία διαδικασία που αποσκοπεί στην προώθηση της συγκεκριμένης ενσωμάτωσης του περιβάλλοντος σε όλους τους τομείς της κοινοτικής πολιτικής [19], με σκοπό την προώθηση της αειφόρου ανάπτυξης, ξεκίνησε στη Σύνοδο Κορυφής του Κάρντιφ το 1998. Τον Δεκέμβριο του 1998, η Σύνοδος Κορυφής της Βιέννης διεύρυνε αυτή την πρόσκληση προκειμένου να συμπεριλάβει τη συνεργασία για την ανάπτυξη. Στις Συνόδους Κορυφής του Κάρντιφ και της Βιέννης, οι Αρχηγοί Κρατών τόνισαν πράγματι τον τομέα των κλιματικών μεταβολών ως το πλέον πρόδηλο παράδειγμα για την ανάγκη ενσωμάτωσης των περιβαλλοντικών πτυχών σε άλλους τομείς πολιτικής.

[19] Το άρθρο 6 της Συνθήκης ΕΚ, που τροποποιήθηκε από τη Συνθήκη του Άμστερνταμ, απαιτεί η προστασία του περιβάλλοντος να ενσωματωθεί στον καθορισμό και την εφαρμογή όλων των κοινοτικών πολιτικών και δραστηριοτήτων που αναφέρονται στο άρθρο 3, ιδίως με σκοπό την προώθηση της αειφόρου ανάπτυξης. Επιπλέον, το Έκτο Πρόγραμμα Δράσης για το Περιβάλλον «Περιβάλλον 2010: Το μέλλον μας, η επιλογή μας» αναφέρει ότι οι συναφείς με τις κλιματικές μεταβολές πτυχές πρέπει να εξετάζονται και να ενσωματώνονται σε όλες τις κοινοτικές τομεακές πολιτικές.

Το έγγραφο εργασίας «Οικονομική Συνεργασία και Συνεργασία για την Ανάπτυξη της ΕΚ: ανταπόκριση στις νέες προκλήσεις των κλιματικών μεταβολών» από το Νοέμβριο του 1999, ήταν η πρώτη απόπειρα εξέτασης τρόπων περαιτέρω συνεκτίμησης των κλιματικών μεταβολών και χρησίμευσε ως εισροή στο Συμβούλιο υπό τη Φινλανδική Προεδρία το 1999. Στα συμπεράσματά του της 11ης Νοεμβρίου 1999, το Συμβούλιο επιβεβαίωσε ότι το πρόβλημα των κλιματικών μεταβολών του πλανήτη θα τύχει προτεραιότητας και κάλεσε την Επιτροπή να αναφέρει την πρόοδο που έχει επιτευχθεί στην ενσωμάτωση των συναφών με τις κλιματικές μεταβολές πτυχών στις πολιτικές οικονομικής συνεργασίας και συνεργασίας για την ανάπτυξη της ΕΚ σε έγγραφο που θα περιλαμβάνει επίσης ένα πρόγραμμα δράσης.

Οι διεθνείς διαπραγματεύσεις για την εφαρμογή της UNFCCC και του Πρωτοκόλλου του Κυότο ήσαν όμως αρκετά χρονοβόρες και καθυστέρησαν την ανάπτυξη ενός προγράμματος δράσης. Οι διαπραγματεύσεις ολοκληρώθηκαν τελικώς το Νοέμβριο του 2001 κατά την έβδομη σύνοδο της Διάσκεψης των Μερών (ΔΜ7 Μαρακές). Η Επιτροπή υπέβαλε έκθεση στο Συμβούλιο και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο σχετικά με προηγούμενες και τρέχουσες πρωτοβουλίες μέσω της υποβολής της τρίτης εθνικής Ανακοίνωσης από την Ευρωπαϊκή Κοινότητα βάσει της UNFCCC το Νοέμβριο του 2001 [20]. Σχετικές με τις κλιματικές μεταβολές αναπτυξιακές δραστηριότητες χρηματοδοτούνται προς το παρόν είτε από το Ευρωπαϊκό Ταμείο Ανάπτυξης είτε από τον κοινοτικό προϋπολογισμό [21]. Μέχρι σήμερα, όμως, ήταν δύσκολο να γίνει διάκριση μεταξύ έργων που συμβάλλουν στη μείωση και προσαρμογή των κλιματικών μεταβολών από άλλα έργα (διατήρηση, έργα για την ενεργειακή αποδοτικότητα, κλπ). Αυτό είναι συνέπεια της έλλειψης ειδικών δεικτών στο παρόν κοινοτικό σύστημα ανάκτησης πληροφοριών. Σχετικά με τις κλιματικές μεταβολές έργα έχουν χρηματοδοτηθεί και από τον προϋπολογισμό του πέμπτου προγράμματος πλαίσιο (βλ. παράρτημα VI).

[20] Έγγραφο εργασίας των υπηρεσιών της Επιτροπής της 20.12.2001, SEC (2001) 2053

[21] Γραμμές του προϋπολογισμού MEDA, ΑΛΑ, TACIS ή CARDS και οριζόντιες θεματικές γραμμές του προϋπολογισμού όπως η γραμμή Β7-6200 του προϋπολογισμού για το Περιβάλλον στις Αναπτυσσόμενες Χώρες και τα Τροπικά Δάση.

Όσον αφορά τα κράτη μέλη, σχετικές με τις κλιματικές μεταβολές αναπτυξιακές δραστηριότητες έχουν χρηματοδοτηθεί τόσο σε διμερή βάση όσο και με συνεισφορές στο Παγκόσμιο Ταμείο Προστασίας του Περιβάλλοντος (GEF), που λειτουργεί ως ο χρηματοδοτικός μηχανισμός της UNFCCC, ή μέσω άλλων διμερών διαύλων. Επιπλέον, η κοινωνία των πολιτών λαμβάνει διαρκώς πιο ενεργή θέση όσον αφορά τις αναπτυξιακές πτυχές των κλιματικών μεταβολών, επιπλέον των περιβαλλοντικών επιπτώσεών τους, που κατείχαν ανέκαθεν υψηλή θέση στο πρόγραμμα δράσης της.

Έτσι, το παρόν έγγραφο αποτελεί την απάντηση της Επιτροπής τόσο στο αίτημα του Συμβουλίου όσο και στην πρόσφατη εξέλιξη που γνώρισε η διαδικασία κλιματικών μεταβολών όσον αφορά τη επιστημονική γνώση, τα θεσμικά πλαίσια και την ενημέρωση του κοινού. Καθιστώντας σαφή τη σχέση μεταξύ φτώχειας και κλιματικών μεταβολών, προτείνει μία ολοκληρωμένη στρατηγική για την αντιμετώπιση των σχετικών με τις κλιματικές μεταβολές και τη μείωση της φτώχειας πτυχών, που στην περίπτωση της Κοινότητας ενισχύει και την τρέχουσα διαδικασία ενσωμάτωσης του περιβάλλοντος στην κοινοτική συνεργασία για την ανάπτυξη [22] και τη διάσταση της αειφορίας των εξωτερικών πολιτικών της ΕΕ [23]. Επιπλέον, η Επιτροπή καλεί τα κράτη μέλη, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, την κοινωνία των πολιτών και άλλους συμμετέχοντες να συμβάλουν στη διατύπωση και την εφαρμογή μιας ενιαίας και συντονισμένης στρατηγικής για τις κλιματικές μεταβολές της ΕΕ και ενός προγράμματος δράσης στήριξης των χωρών εταίρων βάσει των στόχων, της στρατηγικής και του προγράμματος δράσης που προτείνονται στο παρόν έγγραφο.

[22] Μία κοινοτική στρατηγική για την ενσωμάτωση του περιβάλλοντος στην οικονομική συνεργασία και τη συνεργασία για την ανάπτυξη της ΕΚ οριστικοποιήθηκε τον Απρίλιο του 2001. SEC(2001) 609: ενσωμάτωση του περιβάλλοντος στην οικονομική συνεργασία και τη συνεργασία για την ανάπτυξη της ΕΚ.

[23] Συμπληρωματική συνεισφορά στην εξωτερική διάσταση της στρατηγικής της ΕΕ για την αειφόρο ανάπτυξη (COM (2002) 82 τελικό) και στη στρατηγική για την ενσωμάτωση του περιβάλλοντος στις εξωτερικές πολιτικές του Συμβουλίου Γενικών Υποθέσεων. Συνεδρίαση του ΣΓΥ της 11ης Μαρτίου 2002, έγγραφο 6927/02.

3. τρεχουσεσ και προβλεπομενεσ αλλαγεσ και επιπτωσεις των κλιματικων μεταβολων στις χωρεσ εταιρουσ [24]

[24] Όταν δεν αναφέρεται άλλη πηγή, η κύρια πηγή για το τμήμα 3 είναι η Τρίτη Έκθεση Εκτίμησης της IPCC (2001).

Η άνοδος της θερμοκρασίας και της στάθμης της θάλασσας, οι άτακτες βροχοπτώσεις και τα ακραία καιρικά φαινόμενα κατέχουν ήδη τις πρώτες θέσεις μεταξύ των δυσμενών επιπτώσεων για τις αναπτυσσόμενες χώρες. Οι προβλεπόμενες επιπτώσεις των κλιματικών μεταβολών για τα επόμενα 100 χρόνια είναι ακόμα σοβαρότερες. Ο αντίκτυπος αυτών των επιπτώσεων στο περιβάλλον και στην κοινωνική και οικονομική ανάπτυξη αναμένεται, αφενός, ιδιαίτερος για κάθε τόπο και, αφετέρου, περίπλοκος ανάλογα με τον τύπο, το ρυθμό και το εύρος των κλιματικών μεταβολών και το βαθμό στον οποίο τα επηρεαζόμενα άτομα και συστήματα είναι ευπρόσβλητα σε αυτές τις μεταβολές. Η κλιματική ευπροσβλητότητα είναι συνάρτηση, αφενός, του βαθμού ευαισθησίας ατόμων και συστημάτων [25] στις δυσμενείς επιπτώσεις των κλιματικών μεταβολών, συμπεριλαμβανομένων τόσο των σταδιακών μεταβολών των κλιματικών συνθηκών όσο και των ακραίων, και, αφετέρου, της ικανότητάς τους να προσαρμόζονται σε αυτές ή να τις αντιμετωπίζουν. Η κοινωνικοοικονομική προσαρμοστική ικανότητα (ή ικανότητα αντιμετώπισης) καθορίζεται με τη σειρά της από παράγοντες όπως οι οικονομικοί πόροι και άλλα στοιχεία, η τεχνολογία και η ενημέρωση και οι δεξιότητες που απαιτούνται για τη χρησιμοποίησή τους, η υποδομή και οι σταθεροί και αποτελεσματικοί θεσμοί. Πολλές χώρες εταίροι διαθέτουν σε ανεπαρκή βαθμό αυτά τα χαρακτηριστικά και συνεπώς είναι άκρως ευπρόσβλητες στις κλιματικές μεταβολές. Συνεπώς, η ενίσχυση της προσαρμοστικής ικανότητας είναι πιθανόν να μειώσει την ευπροσβλητότητα στις κλιματικές μεταβολές και συνάμα να προάγει την αειφόρο ανάπτυξη.

[25] Φυσικά, διαχειριζόμενα από τον άνθρωπο και τεχνητά συστήματα.

Πρέπει να τονιστεί ότι για τις αναπτυσσόμενες χώρες, ιδίως τις λιγότερο αναπτυγμένες χώρες, η κλιματική ευπροσβλητότητα πιθανόν να προστεθεί, να αλληλεπιδρά και να επιτείνει τα υπάρχοντα προβλήματα όπως η δημογραφική ανάπτυξη, τα σχετικά με την υγεία προβλήματα, η εξάρτηση από τις διεθνείς αγορές και η εξάντληση των πόρων και, τοιουτοτρόπως, να επιδεινώσει περαιτέρω τη φτώχεια και την ανθρώπινη στέρηση.

3.1 Περιβαλλοντικές και κοινωνικοοικονομικές επιπτώσεις των κλιματικών μεταβολών

Η σχέση που υπάρχει μεταξύ φτώχειας και περιβάλλοντος συνεπάγεται ότι οι δυσμενείς επιπτώσεις στα οικοσυστήματα, στους φυσικούς πόρους και στους σχετικούς οικονομικούς τομείς θα επηρεάσουν σοβαρά τους φτωχούς.

3.1.1 Οικοσυστήματα και φυσικοί πόροι

Οι φτωχοί, ιδίως οι φτωχοί των αγροτικών περιοχών, εξαρτώνται για τα προς το ζην τους σε μεγάλο βαθμό από την πρόσβαση και την ποιότητα των φυσικών πόρων και οικοσυστημάτων. Τα οικοσυστήματα παρέχουν βασικά αγαθά όπως τρόφιμα, στέγη και καύσιμαι καθώς και υπηρεσίες όπως ανάλυση αποβλήτων και ρύπων, καθαρισμός του ύδατος και διατήρηση της γονιμότητας του εδάφους. Τα παράκτια οικοσυστήματα όπως τα μαγγρόβια δάση και οι κοραλλιογενείς ύφαλοι προστατεύουν την ακτογραμμή από τη διάβρωση. Ωστόσο, οι κλιματικές μεταβολές αναμένεται να μεταβάλουν τη λειτουργία των οικοσυστημάτων με περίπλοκους και αβέβαιους τρόπους έτσι που να μην είναι πλέον σε θέση, ή να έχουν διαρκώς μικρότερη ικανότητα, να εκτελούν το ρόλο τους ως σημαντικά συστήματα στήριξης της ζωής και να καθιστούν ευπρόσβλητα τα άτομα που εξαρτώνται από τα αγαθά και τις υπηρεσίες τους. Επιπλέον, αλλαγή στις ζώνες θερμοκρασίας προκαλούμενη από τις κλιματικές μεταβολές θα μπορούσε να επηρεάσει σοβαρά τη βιοποικιλότητα και να οδηγήσει σε γεωγραφική μετατόπιση της εμφάνισης των διάφορων ειδών ή/και της εξαφάνισης ειδών σε πολλά μέρη καθώς τα οικοσυστήματα του πλανήτη δεν θα είναι σε θέση να προσαρμόζονται με το ρυθμό των κλιματικών μεταβολών [26]. Η τεκμηρίωση της αλλαγής του οικοσυστήματος είναι αναγκαία τόσο για την εκτίμηση των επιπτώσεων των κλιματικών μεταβολών όσο και για την εκτίμηση των επιπτώσεων της αλλαγής του οικοσυστήματος στο κλίμαμ ακόμα μία τέτοια τεκμηρίωση είναι άκρως δυσχερής διότι πολλές αναπτυσσόμενες χώρες στερούνται αξιόπιστων βασικών πληροφοριών για τα όρια και την κατάσταση του οικοσυστήματος.

[26] Ετήσια Έκθεση CGIAR (Συμβουλευτική Ομάδα για τη Διεθνή Γεωργική Έρευνα) 2000.

Οι αλλαγές στη βροχόπτωση και οι άτακτες βροχοπτώσεις συνεπάγονται ότι οι υδάτινοι πόροι σε πολλές περιοχές θα τελούν υπό μεγαλύτερη πίεση. Αυτό θα επηρεάσει τόσο την παροχή πόσιμου ύδατος όσο και την άρδευση. Αναμένεται ότι οι πλημμύρες θα επιτείνουν περαιτέρω την υποβάθμιση των υδάτων. Ο αριθμός των ατόμων που διαβιούν σε χώρες που τελούν υπό την πίεση του ύδατος μπορεί συνεπώς να αυξηθεί μαζικά, από 1,7 δισ. άτομα (το 1/3 του πληθυσμού του πλανήτη) σε περίπου 5 δισ. μέχρι το 2005 (ανάλογα με το ρυθμό της δημογραφικής ανάπτυξης) [27].

[27] Στην Αφρική η μέση απορροή ύδατος θα αυξηθεί λόγω μείωσης της ικανότητας διήθησης του εδάφους και η διαθεσιμότητα ύδατος εν γένει θα μειωθεί στη Βόρεια και Μεσημβρινή Αφρική, ενώ στην Ασία αυτό θα συμβεί σε άνυδρες και ημι-άνυδρες περιοχές. Η κατάσταση αυτή θα επιδεινώσει την απερήμωση στη Μεσημβρινή, Βόρεια και Δυτική Αφρική. Στη Λατινική Αμερική, εκτός από τις διαρκώς συχνότερες ξηρασίες, η απώλεια και υποχώρηση των παγετώνων θα μετακινήσει σημαντικές ποσότητες γλυκού ύδατος. Τρίτη Έκθεση Εκτίμησης της IPPC 2001.

Επιπλέον, αναμένεται να σημειωθούν υψηλότερες μέγιστες θερμοκρασίες σχεδόν σε όλες τις περιοχές. Οι θερμές εποχές θα καταστούν ξηρότερες στο μεγαλύτερο μέρος της ηπειρωτικής ενδοχώρας μέσου γεωγραφικού πλάτους, αυξάνοντας τη συχνότητα των ξηρασιών και την υποβάθμιση του εδάφους. Αυτό είναι ιδιαίτερα κρίσιμο για περιοχές που η υποβάθμιση του εδάφους, η απερήμωση και οι ξηρασίες είναι ήδη σοβαρές. Η άνοδος της στάθμης της θάλασσας μπορεί επίσης να οδηγήσει σε αλάτωση και απώλεια πεδινών γεωργικών γαιών. Οι μεγάλες πυρκαγιές σε περιοχές με βλάστηση θα αυξηθούν σε έκταση και συχνότητα στη λεκάνη απορροής του Αμαζονίου και σε άλλα τροπικά μέρη, αποτελώντας πραγματική απειλή για τη βιωσιμότητα των εναπομεινάντων υγρών τροπικών δασών και των αυτόχθονων και άλλων φτωχών πληθυσμών που εξαρτώνται από αυτά.

3.1.2 Οικονομικοί τομείς και επισιτιστική ασφάλεια

Έτσι οι κλιματικές μεταβολές αναμένεται να έχουν σαφή αρνητικό αντίκτυπο στις γεωργικές και κτηνοτροφικές δραστηριότητες. Για παράδειγμα, οι εσοδείες σε πολλές χώρες της Αφρικής, της Ασίας και της Λατινικής Αμερικής προβλέπεται να μειωθούν ακόμα και σε περιοχές όπου η γεωργική παραγωγή δεν επηρεάζεται άμεσα από τις κλιματικές μεταβολές, ο έλεγχος των φυσικών παρασίτων μπορεί να καταστεί ολοένα και πιο αποσταθεροποιητικός καθώς αρπακτικά και λεία σε τοπικά οικοσυστήματα διαχωρίζονται. Στην Ασία και τη Λατινική Αμερική η παραγωγικότητα του γεωργικού τομέα προβλέπεται επίσης να μειωθεί λόγω των πιο συχνών τροπικών κυκλώνων. Στην Ασία, η παραγωγή ρυζιού μπορεί να επηρεαστεί σημαντικά από την αλλαγή του κλίματος. Επιπλέον, τα αλιευτικά αποθέματα αναμένεται να μετακινηθούν προς τους πόλους και οι κλιματικές μεταβολές που προκαλεί η καταστροφή των μακρόβιων δασών και των κοραλλιογενών υφάλων μπορεί να επηρεάσουν επίσης αρνητικά τους αλιευτικούς πόρους. Η μεσόγεια αλιεία στην Αφρική μπορεί να επηρεαστεί επίσης δυσμενώς από την επιπλέον πίεση που θα υποστούν τα γλυκά ύδατα.

Συνεπώς, υπάρχει ένας πραγματικός κίνδυνος ότι οι κλιματικές μεταβολές θα επιδεινώσουν την επισιτιστική ασφάλεια [28] και θα επιτείνουν την πείνα. Βραχυπρόθεσμα, ωστόσο, η μεγαλύτερη επίπτωση στην επισιτιστική ασφάλεια θα μπορούσε να προέλθει περισσότερο από την προβλεπόμενη αύξηση αλλά και όξυνση των ακραίων καιρικών φαινομένων παρά από τις σταδιακές κλιματικές αλλαγές. Μακροπρόθεσμα, για την περίοδο 2050-2080, προβλέπονται σοβαρές αυξανόμενες μεταβολές στο δυναμικό της παραγωγής τροφίμων λόγω της σταδιακής κλιματικής αλλαγής στις τροφικά επισφαλείς σημερινές περιοχές [29]. Ιδιαίτερα ευπρόσβλητες είναι οι έχουσες επισιτιστικό έλλειμμα μικρές αφρικανικές χώρες που εξαρτώνται από τις εισαγωγές τροφίμων, καθώς και οι γεωργοί επιβίωσης σε ορισμένες περιοχές της Λατινικής Αμερικής. Επιπρόσθετα σε περιοχές όπου η αλιεία αποτελεί σημαντική πηγή πρωτεϊνών για τους φτωχούς, η μείωση και η μεταβολή των πόρων λόγω πρόσθετης πίεσης από τις κλιματικές μεταβολές μπορεί να επηρεάσουν την επισιτιστική τους ασφάλεια. Ωστόσο δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η τροφική ασφάλεια αποτελεί μια λειτουργία διαφόρων αλληλεξαρτώμενων παραγόντων, μόνο ένας από τους οποίους είναι οι δυνατότητες παραγωγής τροφίμων. Η φτώχεια και η έλλειψη δυνατότητας για αγορά τροφίμων έχουν προφανώς μια πιο άμεση επίδραση στην ασφάλεια τροφίμων, αλλά αυτοί οι παράγοντες μπορεί κατ' αντιστοιχία να επιτείνονται από άλλες επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής.

[28] Η διασφάλιση της επισιτιστικής ασφάλειας παράλληλα με την καταπολέμηση των κλιματικών μεταβολών αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του απώτερου στόχου της Σύμβασης.

[29] Παγκόσμια γεωργία: προς το 2015/2030: Μια θεώρηση του Παγκόσμιου Οργανισμού Τροφίμων (2002).

3.1.3 Ανθρώπινη υγεία, μετανάστευση/μετακίνηση και υποδομή

Οι μεταβολές των θερμοκρασιών και βροχοπτώσεων πιθανόν να αυξήσουν και το γεωγραφικό φάσμα των νόσων που μεταδίδονται από φορέα όπως η ελονοσία και ο δάγγειος πυρετός και να εκθέσουν νέους πληθυσμούς σε αυτές τις ασθένειες. Επιπλέον, οι ξηρασίες και οι πλημμύρες μπορεί να αυξήσουν τις συναφείς με το νερό ασθένειες όπως η χολέρα και η διάρροια, ιδίως σε περιοχές με ακατάλληλες υγειονομικές υποδομές. Τα παρατεινόμενα έντονα θερμά κύματα σε συνδυασμό με την υγρασία μπορούν επίσης να αυξήσουν τα ποσοστά θνησιμότητας και νοσηρότητας, ιδίως μεταξύ των φτωχών των αστικών κέντρων και των ηλικιωμένων. Οι εκτεταμένες πυρκαγιές σε περιοχές με βλάστηση που συνδέονται συχνά με τις κλιματικές μεταβολές έχουν ήδη προκαλέσει ευρέως διαδεδομένα αναπνευστικά προβλήματα, ιδίως στη Νοτιοανατολική Ασία.

Η απώλεια ξηράς στις παράκτιες περιοχές πιθανόν να οδηγήσει σε αυξημένη μόνιμη ή ημι-μόνιμη μετακίνηση πληθυσμών. Οι πλέον εκτεθειμένες περιοχές σε δημογραφικό επίπεδο είναι οι παράκτιες χώρες της Νότιας και Νοτιοανατολικής Ασίας και οι Αφρικανικές παράκτιες χώρες. Στην Ασία ο μεγαλύτερος αριθμός ατόμων που εκτίθενται σε αυτή την απειλή απαντάται στο Μπανγκλαντές και στο Βιετνάμ ενώ στην Αφρική άνω του 1/4 του πληθυσμού διαμένει σε απόσταση 100 χλμ από την ακτή. Τα μικρά νησιωτικά κράτη είναι επίσης ιδιαιτέρως ευπρόσβλητα και μπορεί να αντιμετωπίσουν τέτοιες καταστρεπτικές επιπτώσεις από κλιματικές μεταβολές ώστε τα άτομα θα πρέπει να εγκαταλείψουν το νησιωτικό τόπο τους και να μεταναστεύσουν αλλού. Επιπλέον, η επισιτιστική ανασφάλεια, που επιδεινώνεται για παράδειγμα από τη σοβαρή ξηρασία, μπορεί να εκφραστεί με πείνα (ιδίως σε αγροτικές περιοχές στην Αφρική νοτίως της Σαχάρας) οδηγώντας σε μεταναστευτικά ρεύματα προς πόλεις που στερούνται υγειονομικής και άλλης σχετικής με την υγεία ικανότητας για την αντιμετώπιση μιας τέτοιας εισροής.

Οι σοβαρότερες καταιγίδες και η μεγάλη άνοδος της στάθμης της θάλασσας αναμένεται να καταστρέψουν τις πεδινές παράκτιες περιοχές σε πολλά μέρη του πλανήτη οδηγώντας σε ανθρώπινες απώλειες και ζημίες στην υποδομή. Οι λιμένες, η υπεράκτια υποδομή, οι παράκτιες αστικές περιοχές και η τουριστική υποδομή κινδυνεύουν ιδιαίτερα, αλλά τα ακραία καιρικά φαινόμενα μπορούν επίσης να προκαλέσουν ζημίες στην οδική, σιδηροδρομική και αεροπορική υποδομή της ενδοχώρας, επιφέροντας τοιουτοτρόπως αναστάτωση σε συστήματα μεταφοράς ζωτικής σημασίας.

3.1.4 Mακροοικονομικές επιπτώσεις των κλιματικών μεταβολών

Εκτός από το ότι έχουν άμεσο οικονομικό αντίκτυπο στα ήδη ευπρόσβλητα μέσα συντήρησης όσον αφορά τους απωλεσθέντες διαθέσιμους παραγωγικούς πόρους και δικαιώματα, οι ανωτέρω προβλεπόμενες επιπτώσεις πιθανόν να έχουν επίσης σημαντικές μακροοικονομικές επιπτώσεις για τις αναπτυσσόμενες χώρες, τόσο βραχυπρόθεσμα όσο και μακροπρόθεσμα. Το 1997-98 στο Εκουαδόρ, ο El Nino κόστισε κατ' εκτίμηση 2 δισ. δολ. ΗΠΑ σε οικονομικές ζημίες, ποσό που υπερβαίνει το 12% του ΑΕΠ της χώρας. Αυτό μπορεί να έχει αυξήσει τη συχνότητα εμφάνισης της φτώχειας στις πληγείσες περιοχές κατά περισσότερο από 10 ποσοστιαίες μονάδες. Το 1998 στην Ονδούρα, ο τυφώνας Mitch προκάλεσε μείωση κατά 7% της γεωργικής παραγωγής [30].

[30] Έκθεση για την Παγκόσμια Ανάπτυξη 2000/2001.

Εφόσον οι κλιματικές μεταβολές έχουν πολυτομεακές και ευρέως οικονομικές πτυχές επηρεάζουν επίσης την παραγωγή της μεταποιητικής βιομηχανίας (λόγω πχ μείωσης της διαθεσιμότητας ύδατος και ενέργειας) και τα έσοδα από τον τουρισμό μπορεί επίσης να μειωθούν. Επιπλέον, η χρόνια επισιτιστική ανασφάλεια και η επιδείνωση των υγειονομικών συνθηκών ασκούν μεγαλύτερη πίεση στους εθνικούς προϋπολογισμούς και μπορεί επίσης να αναμένεται κάποιο κόστος λόγω των δυνητικών συγκρούσεων από τη διαρκώς μεγαλύτερη σπανιότητα του ύδατος ή τη μαζική μετανάστευση.

Η υπάρχουσα φτώχεια και η καθυστερούμενη ανάπτυξη επιτείνουν τις δυσμενείς επιπτώσεις τόσο των σταδιακών αλλαγών των κλιματικών συνθηκών όσο και των ακραίων καιρικών φαινομένων, οδηγώντας σε οικονομικές απώλειες, συμπεριλαμβανομένου του κόστους των προσπαθειών αρωγής και ανασυγκρότησης, που μπορεί επίσης να αναλώσει σημαντικό μέρος του ΑΕΠ των χωρών εταίρων. Η διοχέτευση κονδυλίων εκτός από τα προγράμματα για τη μείωση της φτώχειας και την αειφόρο ανάπτυξη συμπληρώνει περαιτέρω το φαύλο κύκλο της εξάντλησης των κεφαλαιουχικών αποθεμάτων, του εξωτερικού δανεισμού και της απώλειας της εμπιστοσύνης ξένων επενδυτών, οδηγώντας τοιουτοτρόπως σε μεγαλύτερη φτώχεια και ευπροσβλητότητα.

3.2 Αντιμετώπιση της πρόκλησης των κλιματικών μεταβολών μέσω προσαρμογής και μετριασμού

Ποιες είναι οι επιλογές των εταίρων χωρών όσον αφορά την αντιμετώπιση της πρόκλησης που αποτελεί η απειλή των κλιματικών μεταβολών; Απλουστεύοντας, οι τρέχουσες απαντήσεις στις κλιματικές μεταβολές μπορεί να είναι δύο τύπων. Ο ένας αποσκοπεί στην προσαρμογή στις κλιματικές μεταβολές κι ο άλλος στο μετριασμό των αιτίων της, των εκπομπών ΑΦΘ, τόσο με μειώσεις στο επίπεδο της πηγής όσο και με δέσμευση των αερίων με τις λεγόμενες «καταβόθρες», πχ τα δάση.

Δεδομένου ότι οι κλιματικές μεταβολές λαμβάνουν ήδη χώρα, καθίσταται αναγκαία η προσαρμογή στις δυσμενείς επιπτώσεις τους. Η προσαρμογή αναφέρεται σε όλες αυτές τις απαντήσεις που μπορεί να χρησιμοποιηθούν για τη μείωση της ευπροσβλητότητας στις κλιματικές μεταβολές [31]. Μεταξύ των τομέων προσαρμογής στις κλιματικές μεταβολές είναι η διαχείριση των φυσικών πόρων (πχ γη/έδαφος, υδάτινοι, δασικοί και παράκτιοι πόροι), σχετικοί οικονομικοί τομείς (γεωργία, δασοκομία, αλιεία), υποδομή, εγκαταστάσεις πληθυσμών και ανθρώπινη υγεία.

[31] Η προσαρμογή περιλαμβάνει στρατηγικές ατομικής και συλλογικής αντιμετώπισης και διαχείρισης του κινδύνου, μεταξύ άλλων προσαρμογή των πρακτικών, διαδικασιών ή δομών συστημάτων (φυσικών, διαχειριζόμενων από τον άνθρωπο και τεχνητών). Η προσαρμογή μπορεί να είναι αυτόνομη ή προγραμματιζόμενη, αντιδραστική ή προβλεπτική.

Μερικοί από τους γενικούς στόχους της προσαρμογής στις κλιματικές μεταβολές είναι: (i) βελτίωση του αυτοδύναμου σχεδιασμού υποδομής και μακροπρόθεσμων επενδύσεων, (ii) ενίσχυση της ευελιξίας των ευπρόσβλητων διαχειριζόμενων συστημάτων (πχ αλλαγή δραστηριότητας ή τόπου), (iii) βελτίωση της προσαρμοστικότητας των ευπρόσβλητων φυσικών συστημάτων (πχ μείωση των μη κλιματικών πιέσεων), (iv) αναστροφή των τάσεων που αυξάνουν την ευπροσβλητότητα (πχ επιβράδυνση της ανάπτυξης σε ευπρόσβλητες περιοχές όπως πεδία κατακλύσεως και παράκτιες ζώνες), και (v) βελτίωση της ετοιμότητας και ενημέρωσης της κοινωνίας. (Βλ. παράρτημα VII για συνοπτική παρουσίαση των αναγκών και επιλογών προσαρμογής).

Ο μετριασμός καθορίζεται συνήθως ως παρέμβαση για τη μείωση των ανθρωπογενών εκπομπών αερίων φαινομένου θερμοκηπίου. Μεταξύ των μέτρων που αποσκοπούν στη μείωση σε επίπεδο πηγής είναι εκείνα για την ενεργειακή αποδοτικότητα, τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας και τις νέες και καθαρότερες μορφές ενέργειας. Επιλογές διαχείρισης των φυσικών πόρων όπως η χρήση της γης, η αλλαγή της χρήσης της γης και η δασοκομία (ΧΓΑΧΓΔ) μπορεί επίσης να αποτελούν σκοπούς μετριασμού εφόσον προσφέρουν σημαντικό δυναμικό διατήρησης και δέσμευσης του διοξειδίου άνθρακα, ιδίως στις τροπικές περιοχές [32]. (Βλ. παράρτημα VIII για συνοπτική παρουσίαση των αναγκών και επιλογών μετριασμού).

[32] Για παράδειγμα η διατήρηση των απειλούμενων συγκεντρώσεων διοξειδίου του άνθρακα μπορεί να συμβάλει στην αποφυγή των εκπομπών, εφόσον προληφθεί η διαρροή, αλλά είναι βιώσιμες μόνον εάν αντιμετωπιστούν οι κοινωνικοοικονομικές αιτίες της αποδάσωσης και οι άλλες απώλειες συγκεντρώσεων διοξειδίου του άνθρακα. Στη γεωργία, οι εκπομπές μεθανίου και νιτρώδους οξειδίου μπορούν να μειωθούν π.χ. από εντερική ζύμωση των ζώων, καλλιέργεια ρυζιού, χρήση αζωτούχων λιπασμάτων και ζωικών αποβλήτων, έχουν άμεσα οφέλη όσον αφορά τα αυξημένα έσοδα και βελτιώνουν επίσης την παραγωγή και διαθεσιμότητα εδώδιμων σιτηρών. Η διατήρηση και δέσμευση του διοξειδίου του άνθρακα μπορεί να παράσχει χρόνο για άλλες επιλογές που θα αναπτυχθούν και θα εφαρμοστούν περαιτέρω.

Δεν πρέπει όμως να θεωρηθεί ότι τα μέτρα προσαρμογής, συμπεριλαμβανομένης της διαχείρισης των φυσικών πόρων, και μετριασμού χαρακτηρίζονται από αμοιβαία αποκλειστικότητα. Αντίθετα, ορισμένες επιλογές μπορούν προσφέρουν μεγάλες συνέργιες μεταξύ αυτών των διαφορετικών στόχων και η μεγιστοποίησή τους είναι συχνά ιδιαίτερα επωφελής για τη μείωση της φτώχειας. Για παράδειγμα, ένα πρόγραμμα ανανεώσιμης ενέργειας για αποκεντρωμένη ηλεκτροδότηση (αυτόνομα συστήματα) μπορεί να περιλαμβάνει μία δέσμη ηλιακών συστημάτων άντλησης ύδατος για οικιακή χρήση και διατήρηση των δασών/βιώσιμη διαχείριση σε απομακρυσμένες περιοχές.

4. Προταση στρατηγικησ της εε για τις κλιματικες μεταβολεσ προς στηριξη των χωρων εταιρων

4.1 Γενικός στόχος και κατευθυντήριες αρχές

Ο γενικός στόχος αυτής της στρατηγικής είναι να συνδράμει τις χώρες εταίρους της ΕΕ [33] να αντιμετωπίσουν τις προκλήσεις που θέτουν οι κλιματικές μεταβολές, παρέχοντας ειδικότερα στήριξη για την εφαρμογή της UNFCCC και του Πρωτοκόλλου του Κυότο.

[33] Για την Κοινότητα αυτό σημαίνει τις χώρες ΑΚΕ, ΑΛΑ, MEDA, CARDS και TACIS. To παρόν έγγραφο όμως δεν καλύπτει την Κροατία, τη Ρωσία και την Ουκρανία καθώς έχουν θέσει στόχους εκπομπών βάσει του Πρωτοκόλλου του Κυότο.

Δεδομένων των πολλαπλών τρόπων με τους οποίους οι κλιματικές μεταβολές επηρεάζουν τις κοινωνίες και αλληλεπιδρούν με τις κατά τόπους ευπροσβλητότητες, είναι σημαντικό κάθε ανταπόκριση στις κλιματικές μεταβολές να καθίσταται αντιληπτή εντός και σε συνάφεια με τα υπάρχοντα πλαίσια ανάπτυξης, παρά μακράν αυτών.

Αυτό σημαίνει ότι ο αναφερόμενος στόχος πρέπει να επιτευχθεί ως αναπόσπαστο μέρος των βασικών δραστηριοτήτων συνεργασίας για την ανάπτυξη της ΕΕ και σε πλήρη συνάφεια με τον κυρίαρχο στόχο της μείωσης της φτώχειας. Δηλαδή, οι σχετικές με τις κλιματικές μεταβολές πτυχές πρέπει να ενσωματωθούν πλήρως στη συνεργασία για την ανάπτυξη της ΕΕ και το αρμόδιο για την ανάπτυξη προσωπικό να γνωρίζει το δυσανάλογο αντίκτυπο που πιθανόν να έχουν οι κλιματικές μεταβολές στις φτωχότερες χώρες και στους φτωχότερους πληθυσμούς όλων των αναπτυσσόμενων χωρών.

Η εφαρμογή της στρατηγικής από την ΕΕ διέπεται από τις ακόλουθες αρχές :

- Συνεισφορά στον κυρίαρχο στόχο της μείωσης της φτώχειας όπως αναφέρεται στην κοινοτική πολιτική για την ανάπτυξη και, κατά περίπτωση, στους έξι βασικούς τομείς της [34].

[34] (i) Εμπόριο και ανάπτυξη, (ii) περιφερειακή ολοκλήρωση και συνεργασία, (iii) προγράμματα μακροοικονομικής μεταρρύθμισης και για τον κοινωνικό τομέα, (iv) μεταφορές, (v) επισιτιστική ασφάλεια και ανάπτυξη της υπαίθρου, και (vi) ενίσχυση της θεσμικής ικανότητας.

- Συνεισφορά στους Στόχους Ανάπτυξης της Χιλιετίας [35] και στην έκβαση της WSSD.

[35] (i) Εξάλειψη της ακραίας φτώχειας και της πείνας, (ii) επίτευξη της καθολικής πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης, (iii) προώθηση της ισότητας των φύλων και της χειραφέτησης των γυναικών, (iv) μείωση της παιδικής θνησιμότητας, (v) βελτίωση της μητρικής υγείας, (vi) καταπολέμηση του HIV/AIDS, της ελονοσίας και άλλων ασθενειών, (vii) εξασφάλιση της βιωσιμότητας του περιβάλλοντος, (viii) παγκόσμια σύμπραξη για την ανάπτυξη.

- Συνάφεια, τόσο εσωτερικά όσο και εξωτερικά, και στα ακόλουθα επίπεδα: (i) συνάφεια με άλλες πολιτικές της ΕΚ και των ΚΜ [36], (ii) συνάφεια με άλλες τομεακές/θεματικές πολιτικές/στρατηγικές για την ανάπτυξη [37], (iii) και συνάφεια/συνέργιες με ενέργειες στήριξης όσον αφορά άλλες Πολυμερείς Περιβαλλοντικές Συμφωνίες [38].

[36] Για παράδειγμα, περιβάλλον, εμπόριο, γεωργία, έρευνα, μεταφορές.

[37] Για παράδειγμα, ενέργεια, νερό, μεταφορές, ανάπτυξη της υπαίθρου, δάση, υγεία, εκπαίδευση και ισότητα των φύλων.

[38] Για παράδειγμα, δραστηριότητες στήριξης των ΠΠΣ σχετικά με την απερήμωση, τη βιοποικιλότητα και τα δάση, που συμβάλλουν στη μείωση της φτώχειας και ταυτόχρονα στην αντιμετώπιση των προβλημάτων που προκαλούν οι κλιματικές μεταβολές.

- Συντονισμός και συμπληρωματικότητα μεταξύ της Κοινότητας, των κρατών μελών και άλλων χορηγών βοήθειας. Η συμπληρωματικότητα πρέπει να θεωρηθεί από πολιτική, χρηματοδοτική, γεωγραφική και σχετική με τον τύπο εμπειρογνωμοσύνης άποψη.

- Υπεροχή της εθνικής συμμετοχής στις αναπτυξιακές στρατηγικές και διαδικασίες.

- Ευρεία συμμετοχή των ενδιαφερομένων στη διαδικασία εφαρμογής.

4.2 Στρατηγικές προτεραιότητες

Καθοδηγούμενη από τις προαναφερόμενες αρχές, η Επιτροπή προτείνει η συνεργασία για την ανάπτυξη της ΕΕ να εστιάζεται στις ακόλουθες τέσσερις στρατηγικές προτεραιότητες [39]:

[39] Πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι οι προτεραιότητες αυτές είναι αφηρημένες έννοιες που στην πράξη μπορούν να επικαλύπτονται και συνάμα να αλληλεπιδρούν, μεταξύ άλλων σε διάφορα επίπεδα. Συνεπώς θεωρούνται χρήσιμα διατομεακά οργανωτικά και καθοδηγητικά μέσα βοήθειας παρά ανεξάρτητοι ξεχωριστοί τομείς.

(i) Ενίσχυση των πολιτικών χαρακτηριστικών των κλιματικών μεταβολών,

(ii) Στήριξη της προσαρμογής των κλιματικών μεταβολών,

(iii) Στήριξη του μετριασμού των κλιματικών μεταβολών, και

(iv) Ανάπτυξη της ικανότητας.

4.2.1 Ενίσχυση των πολιτικών χαρακτηριστικών των κλιματικών μεταβολών, όσον αφορά το διάλογο και τη συνεργασία (α) με χώρες εταίρους και (β) στο εσωτερικό της Κοινότητας

(α) με χώρες εταίρους: η ΕΕ προσυπογράφει πλήρως την αρχή ότι οι στρατηγικές και διαδικασίες για την ανάπτυξη πρέπει να εφαρμόζονται με τη συμμετοχή και καθοδήγηση κάθε χώρας και ότι οι χώρες εταίροι καθαυτές είναι πρωτίστως αρμόδιες για τον εντοπισμό των περιβαλλοντικών ζητημάτων και την ανταπόκριση σε αυτά. Ωστόσο, οι σχετικές με τις κλιματικές μεταβολές πτυχές λείπουν σχεδόν πάντα από τις στρατηγικές για την ανάπτυξη των χωρών εταίρων όπως τα ΕΣΜΦ και ΕΣΧ, σε πλήρη ανακολουθία με τις διαρκώς μεγαλύτερες απαιτήσεις τους για ενίσχυση της ικανότητας και χρηματοδοτικούς πόρους που εκφράζουν στο πλαίσιο διεθνών διαπραγματεύσεων. Η κάλυψη αυτού του ελλείμματος είναι ουσιαστικής σημασίας και υποδηλώνει ότι οι ενέργειες για την ενίσχυση των πολιτικών χαρακτηριστικών των κλιματικών μεταβολών πρέπει κατ' αρχήν να επικεντρωθούν σε εθνικό επίπεδο/επίπεδο εφαρμογής.

Ένας από τους τρόπους ενίσχυσης των πολιτικών χαρακτηριστικών των κλιματικών μεταβολών στις χώρες εταίρους είναι να αποσαφηνιστεί ή να δημιουργηθεί η σχέση με άλλα θέματα του προγράμματος δράσης σε ευρωπαϊκό και διεθνές επίπεδο που τυγχάνουν ήδη υψηλής πολιτικής προσοχής όπως οι Στόχοι για την Ανάπτυξη της Χιλιετίας και η Αειφόρος Ανάπτυξη (δηλαδή καθιστώντας τις κλιματικές μεταβολές πλήρη συνιστώσα της κοινωνικής και οικονομικής ανάπτυξης). Στο πλαίσιο αυτό, θα υπάρξει σύνδεση με τις προσεχείς πολιτικές και προσανατολισμένες προς τη δράση συστάσεις της Διάσκεψης Κορυφής του Γιοχάνεσμπουργκ.

Ένας δεύτερος και συμπληρωματικός τρόπος ενίσχυσης των πολιτικών χαρακτηριστικών, αύξησης της ενημέρωσης, και συμπερίληψης του ζητήματος των κλιματικών μεταβολών στα εθνικά προγράμματα δράσης των χωρών εταίρων είναι η ενίσχυση του περιβαλλοντικού διαλόγου μεταξύ της ΕΕ και μεμονωμένων χωρών εταίρων, αλλά και στο εσωτερικό κάθε χώρας εταίρου. Ο πολιτικός διάλογος υψηλού επιπέδου μπορεί να διαδραματίσει ζωτικό ρόλο στην ενθάρρυνση των χωρών εταίρων να αντιμετωπίσουν τις κλιματικές μεταβολές και άλλες περιβαλλοντικές πτυχές, ειδικότερα, εάν υπογραμμισθεί ότι οι στόχοι οικονομικής ανάπτυξης στις αναπτυσσόμενες χώρες μπορούν να επιτευχθούν ταυτόχρονα με τη συμβολή στην προστασία του κλίματος. Κι άλλοι τύποι πολιτικού διαλόγου μπορούν να προάγουν αυτό το σκοπό, πχ διαβουλεύσεις με χώρες εταίρους για την ανάπτυξη και επανεξέταση των ΕΣΧ.

Η ΕΕ θα επωφεληθεί συνεπώς από τα υφιστάμενα θεσμικά πλαίσια, όπως η Συμφωνία Κοτονού (με τις χώρες ΑΚΕ), οι Συμφωνίες Εταιρικής Σχέσης και Συνεργασίας (με τα ΝΑΚ) και η διαδικασία της Βαρκελώνης (Ευρωμεσογειακή Εταιρική Σχέση) ή άλλες διμερείς συμφωνίες, και το ευρύ δίκτυο αντιπροσωπειών (Επιτροπή και ΚΜ), προκειμένου να ενισχυθεί ο διάλογος για τις κλιματικές μεταβολές ως μέρος τόσο του πολιτικού όσο και του τακτικού διαλόγου πολιτικής για τη χώρα για τον καλύτερο εντοπισμό των ειδικών για κάθε χώρα αναγκών με σκοπό την καλύτερη ικανοποίησή τους.

Η ενίσχυση του ειδικού διαλόγου θα συνδράμει επίσης τον καθορισμό και την εφαρμογή πρωτοβουλιών της ΕΕ προς στήριξη της προετοιμασίας των εθνικών στρατηγικών για αειφόρο ανάπτυξη (εσαα) συμπεριλαμβανομένων των κλιματικών μεταβολών ως οριζόντιας συνιστώσας, ιδίως σε χώρες όπου η συμμετοχή της ΕΕ είναι ήδη ισχυρή. Η ΕΕ μπορεί επίσης να διαδραματίσει βασικό ρόλο στην προώθηση της περιφερειακής συνεργασίας μεταξύ χωρών εταίρων.

Όσον αφορά το διάλογο στο εσωτερικό κάθε χώρας, θα παρασχεθεί αυξημένη στήριξη σε Υπουργεία και άλλες εθνικές αρχές που είναι αρμόδιες για τις κλιματικές μεταβολές, προκειμένου να ακούγονται και οι δικές τους απόψεις. Αυτό μπορεί να πραγματοποιηθεί μέσω της συνιστώσας για τη θεσμική στήριξη της κοινοτικής πολιτικής για την ανάπτυξη. Για παράδειγμα, θα παρασχεθεί στήριξη για τη σύσταση διυπουργικών επιτροπών και επιτροπών στις οποίες συμμετέχουν πολλοί φορείς. Στο πλαίσιο αυτό, ο βασικός ρόλος της κοινωνίας των πολιτών αναγνωρίζεται πλήρως και πρέπει να υποστηριχθεί.

Το παρόν έγγραφο συμβάλλει στην παροχή κινήτρων για διάλογο μεταξύ της ΕΕ, ιδίως των αντιπροσωπειών της Επιτροπής/ΚΜ, και των χωρών εταίρων, συζητώντας τους τρόπους με τους οποίους η ΕΕ μπορεί να στηρίξει κατά το βέλτιστο τρόπο τις προσπάθειες που καταβάλλουν για την αντιμετώπιση του προβλήματος των κλιματικών μεταβολών, αποσκοπώντας ταυτόχρονα στην αειφόρο ανάπτυξη (συμπεριλαμβανομένης της μείωσης της φτώχειας και της κοινωνικής και οικονομικής ανάπτυξης).

(β) στο εσωτερικό της Κοινότητας: Μέχρι σήμερα, οι σχετικές με τις κλιματικές μεταβολές πτυχές δεν συμπεριλαμβάνονταν σχεδόν ποτέ στις στρατηγικές για την ανάπτυξη της ΕΚ. Σε εσωτερική βάση και σύμφωνα με το Έγγραφο Εργασίας των Υπηρεσιών της Επιτροπής που εγκρίθηκε το 2001 [40], η Επιτροπή ενσωματώνει τις σχετικές με τις κλιματικές αλλαγές πτυχές σε όλα τα στρατηγικά προγράμματα και τομείς της κοινοτικής συνεργασίας για την ανάπτυξη [41] και σε άλλες κοινοτικές εσωτερικές και εξωτερικές πολιτικές που έχουν πιθανό αντίκτυπο σε χώρες εταίρους. Αυτό απαιτεί την παροχή εσωτερικής κατάρτισης για την ενίσχυση της ενημέρωσης και της γνώσης των υπαλλήλων της Επιτροπής σε σχέση με την αλληλεξάρτηση μεταξύ της μείωσης της φτώχειας και των κλιματικών μεταβολών, συμπεριλαμβανομένου του αποτελεσματικού πολιτικού διαλόγου και διαλόγου για τις πολιτικές με τις χώρες εταίρους, με την παροχή πρακτικών συμβουλών για τον τρόπο ενσωμάτωσης της διάστασης των κλιματικών μεταβολών στα Έγγραφα Στρατηγικής για τη Χώρα και στα Έγγραφα Περιφερειακής Στρατηγικής (ΕΣΧ/ΕΠΣ), τις ετήσιες και ενδιάμεσες επανεξετάσεις των εγγράφων αυτών, τη δημιουργία θεματικού δικτύου για την αντιμετώπιση των περιβαλλοντικών ζητημάτων, τη συμμετοχή των κεντρικών γραφείων και Αντιπροσωπειών της Επιτροπής και την εξασφάλιση της κατάλληλης στελέχωσής τους.

[40] SEC(2001) 609: Ενσωμάτωση του περιβάλλοντος στην οικονομική συνεργασία και τη συνεργασία για την ανάπτυξη της ΕΚ.

[41] Η χρησιμοποίηση του κονδυλίου του προϋπολογισμού για το περιβάλλον στις αναπτυσσόμενες χώρες και τα τροπικά δάση θα ήταν χρήσιμη στο πλαίσιο αυτό. Βλ. ενέργειες προτεραιότητας 10-12 στις στρατηγικές κατευθυντήριες γραμμές για τη γραμμή του προϋπολογισμού.

Η Επιτροπή θα εξασφαλίσει το συντονισμό μεταξύ των πρωτοβουλιών που απορρέουν από τη WSSD, ιδίως την πρωτοβουλία για την ενέργεια της ΕΕ και το συνασπισμό χωρών πρόθυμων να προωθήσουν τη χρήση ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, καθώς και των προγραμμάτων αναπτυξιακής συνεργασίας και άλλων κοινοτικών προγραμμάτων που αφορούν τη συνεργασία με τρίτες χώρες σε θέματα ενέργειας για να εξασφαλισθεί η συνέργεια της δράσης. Επίσης, θα αναφερθεί στα ποικίλα αυτά προγράμματα στον πολιτικό της διάλογο με τις χώρες εταίρους για τις κλιματικές μεταβολές.

Επιπλέον, η Επιτροπή θα διευρύνει τον τρέχοντα διάλογο με την ΕΤΕπ και την ΕΤΑΑ προκειμένου να εξασφαλιστεί ότι οι κλιματικές μεταβολές λαμβάνονται υπόψη, με σαφή και συστηματικό τρόπο, κατά τον προγραμματισμό των δραστηριοτήτων τους που είναι συναφείς με τις κλιματικές μεταβολές, ιδίως αυτές που αφορούν τους τομείς της ενέργειας, των μεταφορών και του ύδατος.

Το παρόν έγγραφο έχει καταλυτικό ρόλο για την Επιτροπή όσον αφορά την ενίσχυση της εσωτερικής ενημέρωσης για ζητήματα σχετικά με τις κλιματικές μεταβολές.

4.2.2 Στήριξη της προσαρμογής στις κλιματικές μεταβολές

Οι οικολογικές, κοινωνικές και οικονομικές επιπτώσεις των κλιματικών μεταβολών προβλέπονται να είναι ειδικές για κάθε τόπο και συνάμα αλληλένδετες. Συνεπώς, οι επιλογές προσαρμογής, για να είναι αποτελεσματικές, θα πρέπει να εξομαλύνουν αυτές τις πολυπλοκότητες. Επιπλέον, η προσαρμογή θα πρέπει να αντιμετωπίσει τόσο τις σταδιακές αλλαγές στις μέσες κλιματικές συνθήκες όσο και την κλιματική μεταβλητότητα και τις ακραίες κλιματικές ακραίες συνθήκες.

Πολλές από τις χώρες ή ομάδες στο εσωτερικό των χωρών που είναι ευπρόσβλητες στις κλιματικές μεταβολές βρίσκονται ήδη υπό πίεση όσον αφορά την παρούσα κλιματική μεταβλητότητα. Η αντιμετώπιση της ευπροσβλητότητας στο παρόν κλίμα αποτελεί συνεπώς ένα λογικό πρώτο βήμα για την προσαρμογή στις κλιματικές μεταβολές. Η ΕΕ θα στηρίξει μέτρα προσαρμογής στο παρόν κλίμα και τη μεταβλητότητά του, συμπεριλαμβανομένων των ακραίων φαινομένων, λαμβανομένης υπόψη της ενίσχυσης της γνώσης και της προσαρμοστικής ικανότητας σε χώρες εταίρους για την αντιμετώπιση μελλοντικών μεταβολών του κλίματος. Η παρούσα κλιματική ευπροσβλητότητα μπορεί για παράδειγμα να μειωθεί με εφικτή αποτελεσματική ως προς το κόστος προσαρμογή υπό μορφή μέτρων «no-regret», δηλαδή μέτρων που έχουν οφέλη και για μη κλιματικές πιέσεις. Θα υποστηριχθεί ο καθορισμός αυτών των επιλογών σε συναφείς τομείς. Στο πλαίσιο αυτό, η ΕΕ θα συνεχίσει να υποστηρίζει τη διατήρηση των οικοσυστημάτων και την ορθή από περιβαλλοντική άποψη διαχείριση των φυσικών πόρων σε χώρες εταίρους με σκοπό να αντληθούν οφέλη από πιθανές συνέργιες μεταξύ της αειφόρου οικολογικής, κοινωνικής και οικονομικής ανάπτυξης και των πτυχών της προσαρμογής [42].

[42] Η διατήρηση των οικοσυστημάτων και η ορθή από περιβαλλοντική άποψη διαχείριση των φυσικών πόρων μπορεί επίσης να χρησιμεύσουν για σκοπούς μετριασμού όσον αφορά τη διατήρηση και δέσμευση του διοξειδίου του άνθρακα.

Δεύτερον, ειδικά μέτρα προσαρμογής είναι πιθανότερο να εφαρμοστούν εάν συνάδουν ή εντάσσονται σε πλαίσια που αντιμετωπίζουν μη κλιματικές πιέσεις. Η ΕΕ θα στηρίξει και θα προωθήσει την ενσωμάτωση πτυχών προσαρμογής και εθνικών προγραμμάτων δράσης για τις κλιματικές μεταβολές που αναφέρονται σε εθνικές ανακοινώσεις ή εθνικών προγραμμάτων δράσης προσαρμογής (ΕΠΔΠ), όπου υφίστανται, σε στρατηγικά πλαίσια όπως εθνικές στρατηγικές για την αειφόρο ανάπτυξη (εσαα) και ΕΣΜΦ. Θα παρασχεθεί επίσης στήριξη για την ανάπτυξη μέσων και ικανοτήτων για την ενσωμάτωση των σχετικών με τη διαχείριση του κινδύνου/προσαρμογή πτυχών στον εθνικό και τομεακό σχεδιασμό. Επιπλέον, θα υποστηριχθεί η ευρεία συμμετοχή των ενδιαφερομένων προκειμένου να εξασφαλιστεί ότι οι επίσημες παρεμβάσεις είναι συμβατές με άτυπες «παραδοσιακές» ανταποκρίσεις στους κινδύνους που συνεπάγονται οι κλιματικές μεταβολές, συμβάλλοντας τοιουτοτρόπως στην ανάπτυξη στρατηγικών που συνδυάζουν το κοινό δυναμικό της στρατηγικής εποπτείας και της τοπικής γνώσης/διαδικασίας λήψης αποφάσεων.

Η ΕΕ εξασφαλίζει επίσης τη συνάφεια ή/και συμπληρωματικότητα, κατά περίπτωση, μεταξύ ενεργειών που αποσκοπούν στην προσαρμογή και ενεργειών που συνδέονται με συναφείς τομείς της συνεργασίας για την ανάπτυξη (πχ νερό, δάση, γεωργία, αλιεία, ανάπτυξη της υπαίθρου, υγεία και εκπαίδευση) προκειμένου να αποφευχθούν παρεμβάσεις που μπορεί να επιτείνουν την ευπροσβλητότητα (ακατάλληλη προσαρμογή). Εφόσον τόσο τα άτομα όσο και όλοι οι τύποι συστημάτων είναι εν γένει πιο ευπρόσβλητοι στις απότομες διαλυτικές μεταβολές απ' ότι στις σταδιακές, οι επιλογές προσαρμογής πρέπει επίσης να λαμβάνουν υπόψη την ετοιμότητα και πρόληψη σε περιπτώσεις καταστροφών.

Τέλος, η προγραμματισμένη προληπτική προσαρμογή δύναται να μειώσει την ευπροσβλητότητα στις κλιματικές μεταβολές. Οι εκτιμήσεις του αντίκτυπου και της ευπροσβλητότητας στις κλιματικές μεταβολές [43] αποτελούν τη βάση και ορισμένες φορές ενσωματώνουν τον καθορισμό και την εκτίμηση πιθανών επιλογών προληπτικής προσαρμογής [44]. Ωστόσο, ακόμα και αν έχουν γίνει σημαντικές πρόοδοι σε αυτούς τους τομείς, εξακολουθούν να απαιτούνται περαιτέρω ερευνητικές και μεθοδολογικές εργασίες για τη μείωση του ανοίγματος μεταξύ υπάρχουσας γνώσης και αναγκών της διαδικασίας λήψης αποφάσεων.

[43] Οι εκτιμήσεις του αντίκτυπου των κλιματικών μεταβολών βασίζονται συχνά σε ποσοτικά πρότυπα που αναλύουν τη σχέση μεταξύ κλιματικών μεταβλητών και επιλεγμένων τομέων αντίκτυπου.

[44] Κάθε επιλογή προσαρμογής περιλαμβάνει συνήθως αντισταθμίσματα που πρέπει να αξιολογούνται από πάσης απόψεως.

Η επιστημονική και τεχνική γνώση που αφορά άμεσα τις αναπτυσσόμενες χώρες με σκοπό τη στήριξη της μετάβασής τους στην αειφορία είναι σπάνια και ελλιπής και πρέπει να ενισχυθεί πάραυτα μέσω της κοινής δραστηριοποίησης των επιστημονικών κοινοτήτων της ΕΕ και των ΑΧ. Οι κλιματικές μεταβολές είναι μία από τις προτεραιότητες του 6ου προγράμματος πλαίσιο έρευνας (6ο ΠΠ) (2002-2006) [45]. Η έρευνα και η επιστημονική και τεχνολογική συνεργασία με τις αναπτυσσόμενες χώρες είναι συνεπώς ένας από τους μηχανισμούς που διαθέτει η ΕΕ για την εφαρμογή αυτής της στρατηγικής και το 6ο ΠΠ αποτελεί ένα μέσο για τις χώρες εταίρους προκειμένου να αναπτύξουν γνώση, εργαλεία και μεθοδολογίες συναφείς με το ζήτημα των κλιματικών μεταβολών και της προγραμματισμένης προσαρμογής (τόσο προνοητικής όσο και προληπτικής). Για να είναι αποτελεσματική, η επιστημονική και τεχνολογική συνεργασία πρέπει να είναι κατ' ανάγκη στοχοθετημένη στις οικολογικές, κοινωνικο-πολιτιστικές και οικονομικές συνθήκες των αναπτυσσόμενων χωρών.

[45] Το ειδικό πρόγραμμα για την αειφόρο ανάπτυξη, τις κλιματικές μεταβολές του πλανήτη και τα οικοσυστήματα διαθέτει προϋπολογισμό 700 εκατ. ευρώ, σημαντικό μέρος του οποίου προορίζεται για τις κλιματικές μεταβολές.

Τα πανεπιστήμια και τα ιδρύματα έρευνας των χωρών εταίρων θα ενθαρρυνθούν συνεπώς να συνεργαστούν με ευρωπαίους ομολόγους τους και να δημιουργήσουν ερευνητικές κοινοπραξίες ώστε να συνεισφέρουν στην ανάπτυξη στρατηγικών προσαρμογής και στην κατανόηση των επιστημονικών διεργασιών βάσει των ειδικών συνθηκών των αναπτυσσόμενων χωρών, καθώς και στις αντίστοιχες δραστηριότητες παρακολούθησης.

4.2.3 Στήριξη του μετριασμού

Οι χώρες εταίροι θα χρειαστούν στήριξη για την εναρμόνιση των θεμιτών αναγκών τους όσον αφορά την οικονομική ανάπτυξη με την προστασία του περιβάλλοντος και τη βιώσιμη χρήση της ενέργειας και των φυσικών πόρων. Ακόμα και αν διερευνηθούν επιλογές μετριασμού σε όλους τους τομείς της οικονομίας, όσον αφορά τις αναπτυσσόμενες χώρες, οι μεγαλύτερες δυνατότητες για μειώσεις των εκπομπών μέσω δραστηριοτήτων μετριασμού, με ικανοποιητικά συμπληρωματικά οφέλη όσον αφορά την αειφόρο ανάπτυξη, υπάρχουν πρωτίστως στους τομείς του εφοδιασμού με ενέργεια, της χρήσης της ενέργειας και των μεταφορών. Συνεπώς, η ΕΕ θα συνεχίσει και θα ενισχύσει την υποστήριξή της σε ενέργειες που έχουν σαφείς και τεκμαιρόμενες δυνατότητες (άμεσες και έμμεσες επιπτώσεις) για το μετριασμό των εκπομπών ΑΦΘ, δίνοντας έμφαση σε αυτούς τους τρεις τομείς. Ωστόσο, τα ζητήματα του μετριασμού πρέπει να ενσωματωθούν σε όλες τις πτυχές της υπάρχουσας βοήθειας για την ανάπτυξη της ΕΕ προκειμένου να επιτευχθεί μία οικονομική ανάπτυξη με μικρότερες εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα απ' ότι θα συνέβαινε άλλως, προς όφελος όλων των χωρών.

Λαμβάνοντας υπόψη την Ανακοίνωση της Επιτροπής για την ενεργειακή συνεργασία με τις αναπτυσσόμενες χώρες [46] και την Πρωτοβουλία για την Ενέργεια που πρότεινε η ΕΕ ενόψει της Παγκόσμιας Διάσκεψης Κορυφής για την Αειφόρο Ανάπτυξη, η ΕΕ θα χρησιμοποιήσει τον πλήρη κατάλογο τεχνικών και θεσμικών επιλογών συμπεριλαμβανομένης της αποτελεσματικότητας της ενέργειας και των ανανεώσιμων μορφών ενέργειας. Αυτό θα επιτευχθεί με τη δημιουργία εταιρικών σχέσεων με κυβερνήσεις αναπτυσσόμενων χωρών για την παροχή βοήθειας για την ανάπτυξη βιώσιμων ενεργειακών πολιτικών, καθώς και την παροχή συμβουλών για δυνατότητες χρηματοδότησης από διάφορες πηγές (ενισχύσεις από χορηγούς βοήθειας που θα συμπληρώνονται από τραπεζικά δάνεια και επενδύσεις κεφαλαίων από κυβερνήσεις και τον ιδιωτικό τομέα.) Οι εταιρικές σχέσεις μπορεί επίσης να οδηγήσουν στη δημιουργία εθνικών ή περιφερειακών πρωτοβουλιών για την ενίσχυση της ικανότητας στον ενεργειακό τομέα που θα συνδράμουν την ανάπτυξη και εφαρμογή εθνικών και περιφερειακών πολιτικών ενέργειας.

[46] COM(2002)408 τελικό.

Στο πλαίσιο των κλιματικών μεταβολών, η ΕΕ θα προωθήσει, εφόσον αποτελούν τη βέλτιστη επιλογή για την αειφόρο ανάπτυξη, ανανεώσιμες μορφές ενέργειας και αποδοτικές ενεργειακές τεχνολογίες. Η ΕΕ θα βασιστεί επίσης στην εμπειρία της από την επιστημονική και τεχνολογική συνεργασία με χώρες εταίρους σε τομείς άμεσης συνάφειας με τις κλιματικές μεταβολέςε θα στηρίξει την έρευνα για εναλλακτικά καύσιμα: βιοκαύσιμα, φυσικό αέριο θα εξασφαλίζει ευρεία διάδοση των αποτελεσμάτωνν και θα προωθεί τη συνεργασία Βορρά-Νότου στον τομέα της έρευνας.

Οι επενδύσεις στον τομέα των μεταφορών συμβάλλουν στην οικονομική ανάπτυξη, διευκολύνουν τις συναλλαγές και μειώνουν τη φτώχεια διευκολύνοντας την κινητικότητα ατόμων και αγαθών. Υποστηρίζοντας τις χώρες εταίρους να αναπτύξουν τις πολιτικές και στρατηγικές τους στον τομέα των μεταφορών, καθώς και τις υπηρεσίες και την υποδομή μεταφορών, η ΕΕ ενθαρρύνει και συνδράμει την αξιολόγηση των μακροπρόθεσμων συνεπειών των εκπομπών αερίων φαινομένου θερμοκηπίου των διάφορων μέσων μεταφοράς. Για παράδειγμα, κατά πόσον θα ήταν εφικτή και βιώσιμη για εμπορευματικές μεταφορές η χρήση μέσων που εκπέμπουν χαμηλότερες ποσότητες αερίων φαινομένου θερμοκηπίου όπως οι σιδηροδρομικές ή εσωτερικές πλωτές μεταφορές. Οι αστικές δημόσιες συγκοινωνίες αποτελούν σημαντική πηγή εκπομπών αερίων φαινομένου θερμοκηπίου και πρέπει να αντιμετωπιστούν σε διάφορα μέτωπα. Η ΕΕ θα προωθήσει τέτοια μέσα όπως η χρήση μη μηχανοκίνητων μέσων μεταφοράς, η ανάπτυξη καθαρών και αποδοτικών μέσων μαζικής μεταφοράς και η παροχή κατάλληλης υποδομής, η εφαρμογή εθνικών κανονισμών που διέπουν τον τεχνικό έλεγχο των οχημάτων, η βελτίωση της διαχείρισης της κυκλοφορίας και η έγκαιρη συντήρηση της υποδομής, ιδίως των οδών. Αυτά τα «no-regret» μέτρα ωφελούν τόσο τους χρήστες των οδικών μεταφορών όσο και τις σχετικές με τις κλιματικές μεταβολές πτυχές και μπορούν, όπου είναι εφικτό, να συμπληρώνονται με την εισαγωγή συστημάτων μαζικής μεταφοράς. Η σταδιακή θέσπιση βασικών οικονομικών μέσων, όπως τα τέλη χρήσης υποδομής και η φορολογία της ενέργειας, θα συνδράμει στη μεταστροφή της ζήτησης προς μέσα μεταφοράς χαμηλότερης έντασης ενέργειας και στην παροχή συμπληρωματικής πηγής κεφαλαίων για επενδύσεις στα συγκεκριμένα μέσα μεταφοράς.

Τα βιώσιμα συστήματα ενέργειας και οι βιώσιμες επίγειες μεταφορές αποτελούν προτεραιότητες του 6ου προγράμματος πλαίσιο έρευνας (2002-2006), συμπεριλαμβανομένων των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, της εξοικονόμησης και αποτελεσματικότητας της ενέργειας, των εναλλακτικών καυσίμων και των φιλικών προς το περιβάλλον συστημάτων μεταφοράς.

Η ΕΤΕπ εξετάζει στη μελλοντική στήριξή της στους τομείς της ενέργειας και των μεταφορών στις αναπτυσσόμενες χώρες πιο βιώσιμες μορφές ενέργειας και τρόπους μεταφοράς.

Η ΕΕ θα συμβάλλει στον εντοπισμό και την κατάργηση των βασικών εμποδίων στην εφαρμογή μέτρων μετριασμού. Παραδείγματα εμποδίων είναι η έλλειψη διαθέσιμων κεφαλαίων και η έλλειψη χρηματοδότησης με χαμηλό επιτόκιο, το έλλειμμα πληροφόρησης που παρεμποδίζει την επιλογή κατάλληλης τεχνολογίας, η έλλειψη πρόσβασης στην υπερσύγχρονη τεχνολογία και η περιορισμένη κλίμακα πολλών έργων.

Τα προαναφερόμενα εμπόδια είναι επίσης σαφώς σημαντικά για την εφαρμογή έργων επιλέξιμων βάσει του Μηχανισμού Καθαρής Ανάπτυξης (ΜΚΑ). Ο εν λόγω βασισμένος σε έργα μηχανισμός θεσπίστηκε από το Πρωτόκολλο του Κυότο και έχει το διττό στόχο της συνεισφοράς στον απώτερο στόχο της UNFCCC και της παροχής βοήθειας στις αναπτυσσόμενες χώρες για την επίτευξη αειφόρου ανάπτυξης. Στην πράξη, επιτρέπει στις αναπτυγμένες χώρες που έχουν στόχους μείωσης των ΑΦΘ να εξοικονομούν πιστώσεις για μείωση των εκπομπών μέσω επενδύσεων για μείωση των ΑΦΘ σε αναπτυσσόμενες χώρες, ήτοι να επωφελούνται από το χαμηλότερο κόστος της ελάττωσης στις αναπτυσσόμενες χώρες. Στη συνέχεια μπορούν να χρησιμοποιούν τις χορηγηθείσες πιστώσεις για τη μερική ικανοποίηση των στόχων τους όσον αφορά τη μείωση των εκπομπών. Πράγματι, αυτό καθιστά τον ΜΚΑ ένα οικονομικό κίνητρο για τον οικολογικό προσανατολισμό των Άμεσων Ξένων Επενδύσεων. Ο ΜΚΑ προωθείται πρωτίστως από τον ιδιωτικό τομέα και αναμένεται να αποτελέσει ικανοποιητικό μέσο για τη μεταφορά καθαρών και σύγχρονων τεχνολογιών στις αναπτυσσόμενες χώρες παρέχοντας, εκ παραλλήλου, πραγματικά αναπτυξιακά οφέλη.

Ο ΜΚΑ είναι ένα καθοδηγούμενο από την αγορά μέσο και οι Συμφωνίες του Μαρακές ορίζουν ότι οι δραστηριότητες ΜΚΑ δεν πρέπει να οδηγούν σε αλλαγή κατεύθυνσης της Επίσημης Αναπτυξιακής Βοήθειας (ΕΑΒ). Καθώς ο ΜΚΑ καθοδηγείται από τον ιδιωτικό τομέα, είναι πιθανόν οι δραστηριότητες ΜΚΑ να προταθούν κατ' αρχήν στις πιο προηγμένες αναπτυσσόμενες χώρες όπου υπάρχει δυναμικό μετριασμού των αερίων φαινομένου θερμοκηπίου με χαμηλό κόστος και, επιπλέον, ένα συγκριτικό πλεονέκτημα για τον ιδιωτικό τομέα με λιγότερες αβεβαιότητες ή μικρότερους μη εμπορικούς κινδύνους. Στο πλαίσιο αυτό, αναμένεται ότι η ισότητα όπως και οι αναπτυξιακές και κοινωνικές διαστάσεις δεν θα αποτελέσουν στόχους προτεραιότητας από τον ιδιωτικό τομέα. Συνεπώς, μπορεί να καταστεί αναγκαία η δημόσια χρηματοδότηση προκειμένου να εξασφαλιστεί η εξέταση αυτών των ζητημάτων και η διασφάλιση μιας ισόρροπης γεωγραφικής κατανομής των έργων ΜΚΑ. Η χρησιμοποίηση της ΕΑΒ για δραστηριότητες προετοιμασίας έργων, συμπεριλαμβανομένης της ενίσχυσης της ικανότητας των αναπτυσσόμενων χωρών υποδοχής, θα μπορούσε να αποτελέσει σημαντικό βήμα προς αυτή την κατεύθυνση. Για την υποκίνηση της ανάπτυξης έργων ΜΚΑ στις ΛΑΧ όπου ο δημόσιος τομέας έχει ένα συγκριτικό πλεονέκτημα έναντι του ιδιωτικού τομέα και όπου πρέπει να αναμένονται επιπλέον κοινωνικά οφέλη από το έργο ΜΚΑ, ιδίως υπό μορφή μείωσης της φτώχειας, η ΕΑΒ μπορεί επίσης να χρησιμοποιηθεί για τη χρηματοδότηση του κόστους ενός έργου ΜΚΑ [47]. Πάντως η ΕΑΒ δεν μπορεί χρησιμοποιείται για τη χρηματοδότηση της απόκτησης πιστώσεων ΜΚΑ [48].

[47] Θα αναπτυχθεί ένας Ευρωπαϊκός Κώδικας Συμπεριφοράς για χρήση της ΕΑΒ στη χρηματοδότηση δραστηριοτήτων ΜΚΑ. Ένας τέτοιος Κώδικας πρέπει να δείχνει σαφώς ότι η αξία που συσσωρεύεται από την πλευρά των πιστώσεων ΜΚΑ που δημιουργήθηκαν μέσω ενός υποστηριζόμενου από ΕΑΒ έργο ΜΚΑ, είτε θα «επενδύεται εκ νέου» στο ίδιο έργο (για τη διατήρηση των επιπλέον κοινωνικών οφελών) είτε θα χορηγείται στη χώρα υποδοχής.

[48] Συμπεράσματα του Συμβουλίου Περιβάλλοντος, 6 Οκτωβρίου 1998, Συμπεράσματα του Συμβουλίου Ανάπτυξης της 11ης Νοεμβρίου 1999.

4.2.4 Ανάπτυξη ικανότητας

Λαμβανομένης υπόψη της ευπροσβλητότητας των χωρών εταίρων στις δυσμενείς επιπτώσεις των κλιματικών μεταβολών και των αυξανόμενων εκπομπών αερίων φαινομένου θερμοκηπίου, είναι βασικό να αναπτυχθεί η ικανότητα τους για την εφαρμογή τόσο της UNFCCC όσο και του Πρωτοκόλλου του Κυότο ώστε να είναι σημαντικές οι προσπάθειες που καταβάλλονται σε παγκόσμιο επίπεδο για την καταπολέμηση των κλιματικών μεταβολών. Η πλήρης συμμετοχή τους στις διεθνείς διαπραγματεύσεις είναι επίσης βασική, ιδίως όσον αφορά τις μελλοντικές διαπραγματεύσεις για πιθανές δεσμεύσεις των ΑΧ βάσει του Πρωτοκόλλου του Κυότο.

Η ανάπτυξη της ικανότητας αφορά τη βελτίωση της συνολικής απόδοσης της οργάνωσης και της ικανότητας λειτουργίας καθώς και της ικανότητας προσαρμογής. Τόσο ο δημόσιος όσο και ο ιδιωτικός τομέας, συμπεριλαμβανομένης της κοινωνίας των πολιτών, αποτελούν το στόχο των πρωτοβουλιών ανάπτυξης της ικανότητας προκειμένου να ενισχυθεί η ενημέρωση σχετικά με την πρόκληση των κλιματικών μεταβολών, τις δυνατότητες που προσφέρουν τα πλαίσια της UNFCCC και του Κυότο όσον αφορά τη χρηματοδοτική και τεχνική βοήθεια, τη μεταφορά τεχνολογίας και το δυναμικό επενδύσεων μέσω δραστηριοτήτων ΜΚΑ προκειμένου οι χώρες εταίροι να βοηθηθούν για την εκπλήρωση των υποχρεώσεών τους. Οι δραστηριότητες για την ενίσχυση της ικανότητας που αναλαμβάνονται στο πλαίσιο αυτό θα μεγιστοποιήσουν επίσης τις συνέργιες μεταξύ της UNFCCC και άλλων πολυμερών περιβαλλοντικών συμφωνιών, κατά περίπτωση.

Ιδιαίτερη προσοχή θα δοθεί στην ενίσχυση της επιστημονικής και τεχνολογικής ικανότητας των αναπτυσσόμενων χωρών μέσω της συνεργιστικής και συμπληρωματικής χρήσης των μέσων έρευνας όπως η συνιστώσα για την κινητικότητα του 6ου προγράμματος πλαίσιο ΕΤΑ και η ενίσχυση της ικανότητας που υποστηρίζονται από συναφή με τις εξωτερικές σχέσεις μέσα όπως το ΕΤΑ, το MEDA και ο κανονισμός ΑΛΑ.

4.3 Ενδεικτικές στρατηγικές ανταποκρίσεις για χώρες εταίρους της ΕΕ

Ακόμα και αν η διατύπωση των αναπτυξιακών προτεραιοτήτων πρέπει να καθοδηγείται από τη χώρα ώστε να προωθείται η εθνική συμμετοχή στην αναπτυξιακή διαδικασία, ο καθορισμός ενδεικτικών στρατηγικών ανταποκρίσεων στις κλιματικές μεταβολές των χωρών εταίρων της ΕΕ έχει αρκετά πλεονεκτήματα. Κατ' αρχήν, μπορεί να αποτελούν ένα χρήσιμο σημείο εκκίνησης για κάθε συζήτηση με χώρες εταίρους σχετικά με τις ιδιαίτερες ανάγκες τους για την αντιμετώπιση των κλιματικών μεταβολών. Δεύτερον, μπορεί να παρέχουν ένα μέσο καθορισμού των δυνατοτήτων για τη διερεύνηση συνεργιών με τρέχοντα έργα/προγράμματα σε σχετικούς τομείς όπως η διατήρηση των δασών/βιώσιμη διαχείριση των φυσικών πόρων, οι μεταφορές, η ενέργεια και η ανάπτυξη της υπαίθρου. Τρίτον, μπορεί να παρέχουν καθοδήγηση για την επιλογή έργων που θα χρηματοδοτηθούν από οριζόντιες/θεματικές γραμμές του προϋπολογισμού όπως η γραμμή του κοινοτικού προϋπολογισμού «Περιβάλλον στις αναπτυσσόμενες χώρες και Τροπικά δάση». Τέταρτον, μπορεί να βελτιώσουν περαιτέρω τη συνεργασία/συμπληρωματικότητα μεταξύ δραστηριοτήτων των κρατών μελών της Κοινότητας και δραστηριοτήτων άλλων χορηγών βοήθειας. Πέμπτον, μπορεί να καθορίσουν χώρες για τις οποίες είναι σημαντική μία ολοκληρωμένη κλιματική προσέγγιση, ήτοι σύνδεση των ανταποκρίσεων προσαρμογής με ανταποκρίσεις μετριασμού ή/και διατήρησης.

Μία πρώτη απόπειρα καθορισμού αυτών των πιθανών στρατηγικών ανταπόκρισης για τις χώρες εταίρους της ΕΕ γίνεται στο παράρτημα ΙΙ. Αυτή η ενδεικτική άσκηση πραγματοποιήθηκε σε δύο στάδια. Το πρώτο στάδιο αποσκοπούσε στον καθορισμό δεικτών που εκφράζουν την ευπροσβλητότητα των χωρών στις κλιματικές μεταβολές καθώς και τη σχετική συνεισφορά τους, και τον μετριασμό, στο πρόβλημα. Επιλέχθηκαν οι ακόλουθοι δείκτες: (α) κοινωνικοοικονομική ικανότητα προσαρμογής, (β+γ) υλική ικανότητα προσαρμογής, (δ) προβλεπόμενες αρνητικές επιπτώσεις στην απόδοση των εσοδειών, (ε) χώρες ιδιαίτερα επιρρεπείς σε καταστροφές, (στ) χώρες που πλήττονται από απερήμωση/υποβάθμιση του εδάφους, (ζ) εκπομπές CO2, (η) κατά κεφαλήν εκπομπές CO2, (θ) σύνολο δασικής έκτασης σε τ.χλμ., και (ι) οικειοθελές ενδιαφέρον για μείωση των εκπομπών ή άλλη υποχρέωση.

Στο δεύτερο στάδιο, οι εν λόγω δείκτες αποτέλεσαν τη βάση μιας ενδεικτικής επιλογής των ακόλουθων στρατηγικών ανταπόκρισης (i) προσαρμογή και (ii) διατήρηση/βιώσιμη διαχείριση των οικοσυστημάτων. Το δεύτερο στάδιο καθοδηγείται από τη μέριμνα για προνομιακή εκτίμηση της ευπροσβλητότητας των χωρών στις κλιματικές μεταβολές, δίνοντας μεγαλύτερη έμφαση σε δείκτες που εκφράζουν την εν λόγω ευπροσβλητότητα (α-στ) και τοιουτοτρόπως την προσαρμογή. (Βλ. παράρτημα ΙΙ για λεπτομέρειες σχετικά με τους δείκτες και τη διαδικασία επιλογής).

Ωστόσο, πρέπει να τονιστεί ότι εφόσον αυτές οι ενδεικτικές στρατηγικές ανταπόκρισης αποσκοπούν απλώς στην εξυπηρέτηση των κατευθυντήριων σκοπών δεν αποκλείουν ασφαλώς καμία χώρα από τον καθορισμό συμπληρωματικών προτεραιοτήτων και τη χορήγηση αναπτυξιακής βοήθειας. Οι εν λόγω ενδεικτικές στρατηγικές ανταπόκρισης θα αποτελούν αντικείμενο τακτικής επανεξέτασης, ιδίως μετά τα αποτελέσματα των μελλοντικών διαπραγματεύσεων για τη δεύτερη περίοδο δεσμεύσεων.

Παραρτήματα

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ I: ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΔΡΑΣΗΣ

Οι τέσσερις στρατηγικές προτεραιότητες που αναγνωρίζονται στην προηγούμενη στρατηγική εκφράζονται εν προκειμένω με δραστηριότητες που δείχνουν τις ενδιαφερόμενες οντότητες.

I. Ενίσχυση των πολιτικών χαρακτηριστικών των κλιματικών μεταβολών, όσον αφορά τόσο το διάλογο όσο και τη συνεργασία

Δραστηριότητες:

- Οι κλιματικές μεταβολές περιλαμβάνονται συνήθως στην ημερήσια διάταξη όλων των πολιτικών συνεδριάσεων υψηλού επιπέδου που έχουν ως αντικείμενο την ανάπτυξη (COM-Χώρες εταίροι-ΚΜ-ΜΚΟ)

- Εκπόνηση, από κοινού με άλλους ενδιαφερόμενους οργανισμούς χορηγούς βοήθειας, Κοινού Εγγράφου για τις κλιματικές μεταβολές (COM).

α) με χώρες εταίρους

Δραστηριότητες:

- Η παρούσα ανακοίνωση περιλαμβάνεται στα μελλοντικά προγράμματα δράσης του Συμβουλίου ΑΚΕ, της Συνέλευσης Ισομερούς Εκπροσώπησης και άλλων οργάνων διαβούλευσης υψηλού επιπέδου στο πλαίσιο άλλων συμφωνιών συνεργασίας της ΕΚ για την παρουσίαση και παρακολούθηση του Προγράμματος Δράσης (ΚΜ-COM).

- Ο διάλογος για το περιβάλλον μεταξύ της ΕΕ, ιδίως των αντιπροσωπειών της Επιτροπής/ ΚΜ, και χωρών εταίρων, ενισχύεται, χρησιμοποιώντας ως βάση το παρόν έγγραφο εργασίας και το πρόγραμμα δράσης του (COM-ΚΜ-χώρες εταίροι).

- Κατά την εφαρμογή των συστάσεων της Διάσκεψης Κορυφής του Γιοχάνεσμπουργκ (WSSD), ιδίως αυτών που σχετίζονται με το νερό και την πρωτοβουλία για την ενέργεια της ΕΕ, καθώς και με το συνασπισμό χωρών πρόθυμων να προωθήσουν τη χρήση ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, εξασφαλίζεται πλήρης συνάφεια με το παρόν πρόγραμμα δράσης (ΚΜ-COM).

- Υποστηρίζεται η ενσωμάτωση των σχετικών με τις κλιματικές μεταβολές πτυχών (ιδίως όσον αφορά την προσαρμογή), των εθνικών προγραμμάτων δράσης για τις κλιματικές μεταβολές, και των εθνικών προγραμμάτων δράσης προσαρμογής (ΕΠΔΠ), όπου υπάρχουν, σε στρατηγικά πλαίσια όπως οι εθνικές στρατηγικές για την αειφόρο ανάπτυξη (εσαα) και τα ΕΣΜΦ (χώρες εταίροι-ΚΜ-πολυμερείς χορηγοί βοήθειας-COM).

- Ζητήματα συναφή με τις κλιματικές μεταβολές ενσωματώνονται σε επανεξετάσεις ΕΣΧ και ΕΠΣ, ιδίως νέες πρωτοβουλίες από χώρες εταίρους για ειδική παρέμβαση στο πλαίσιο των κλιματικών μεταβολών (χώρες εταίροι-COM).

- Ζητήματα συναφή με τις κλιματικές μεταβολές ενσωματώνονται σε επανεξετάσεις ΕΕΠ/ΠΕΠ (χώρες εταίροι-COM).

- Η σύσταση επιτροπής με πολλούς συμμετέχοντες που θα εξετάζει τρέχουσες δραστηριότητες και θα καθορίζει προτεραιότητες δράσης υποστηρίζεται από κάθε χώρα εταίρο και περιοχή (χώρες εταίροι-ΚΜ-COM).

- Το ενδιαφερόμενο κοινό του οριστικοποιηθέντος Εγχειριδίου Περιβαλλοντικής Ολοκλήρωσης της ΕΚ διευρύνεται προκειμένου να μπορεί να χρησιμοποιηθεί από χώρες εταίρους (COM).

- Υποστηρίζονται περιφερειακές πρωτοβουλίες για τον καθορισμό βασικών ζητημάτων εφαρμογής για τις περιφέρειες/χώρες, την ανάπτυξη στρατηγικών σε επίπεδο χώρας/περιφέρειας, και την ανταλλαγή εμπειριών και ανάπτυξη μεθοδολογιών (πχ μέσω συναντήσεων πρακτικής εργασίας) (ΚΜ-COM).

β) στο εσωτερικό της Κοινότητας

* Ενσωμάτωση και ολοκλήρωση των κλιματικών μεταβολών σε στρατηγικά πλαίσια

Δραστηριότητες:

- Oι σχετικές με τις κλιματικές μεταβολές πτυχές ενσωματώνονται καλύτερα σε άλλες εξωτερικές και εσωτερικές πολιτικές της ΕΚ και των ΚΜ που έχουν πιθανό εξωτερικό αντίκτυπο σε χώρες εταίρους (KM-COM).

- Oι σχετικές με τις κλιματικές μεταβολές πτυχές ενσωματώνονται καλύτερα σε άλλες τομεακές πολιτικές της συνεργασίας για την ανάπτυξη (ενέργεια, μεταφορές, έρευνα και τεχνολογία, διαχείριση του ύδατος, ανάπτυξη της υπαίθρου, εμπόριο, συμμετοχή της κοινωνίας των πολιτών, θεσμική στήριξη, υγεία, ισότητα των φύλων, εκπαίδευση, δάση, αλιεία, ανάπτυξη του ιδιωτικού τομέα) (ΚΜ-COM).

- Εκπονούνται συγκεκριμένοι κατάλογοι ελέγχου προκειμένου να διευκολυνθεί η συνάφεια των έργων με σχετικούς με τις κλιματικές μεταβολές στόχους (COM).

- Ένα φιλικό προς το χρήστη μέσο ελέγχου για τον καθορισμό του δυναμικού ΑΦΘ των έργων σε επιχειρησιακό επίπεδο αναπτύσσεται (COM) και διατίθεται, στο πλαίσιο της χρήσης και εφαρμογής του οριστικοποιηθέντος Εγχειριδίου Περιβαλλοντικής Ολοκλήρωσης, σε όλες τις Αντιπροσωπείες και Υπηρεσίες (COM).

- Το σχέδιο Εγχειριδίου Περιβαλλοντικής Ολοκλήρωσης οριστικοποιείται και καθίσταται λειτουργικό (COM).

- Το Εγχειρίδιο Περιβαλλοντικής Ολοκλήρωσης χρησιμοποιείται αποτελεσματικά (KM-COM).

- Παρέχεται ειδική κατάρτιση σε υπεύθυνους διαχείρισης έργων και προγραμμάτων, βάσει του παρόντος εγγράφου και του Εγχειριδίου Περιβαλλοντικής Ολοκλήρωσης (COM).

- Δημιουργείται ένα Γραφείο Βοήθειας για το Περιβάλλον που θα συνδράμει τα κεντρικά γραφεία και τις Αντιπροσωπείες της Επιτροπής (COM).

- Δημιουργείται ένα δίκτυο εμπειρογνωμοσύνης για τις κλιματικές μεταβολές/ΠΠΣ/περιβάλλον στα κεντρικά γραφεία και τις Αντιπροσωπείες της Επιτροπής (COM).

- Έγγραφο που συνοψίζει τις υποχρεώσεις της UNFCCC, του Πρωτοκόλλου του Κυότο και άλλων Πολυμερών Περιβαλλοντικών Συμφωνιών (ΠΠΣ) εκπονείται και διανέμεται σε όλες τις Αντιπροσωπείες και στα κεντρικά γραφεία (COM).

- Ο διάλογος μεταξύ της ΕΚ και της ΕΤΕπ ενισχύεται μέσω της δημιουργίας ομάδας εργασίας για τις κλιματικές μεταβολές προκειμένου να εξασφαλιστεί ότι οι κλιματικές μεταβολές λαμβάνονται υπόψη στα μέσα χρηματοδότησης της ΕΤΕπ και στον προγραμματισμό και εφαρμογή των δραστηριοτήτων της, ιδίως αυτών που σχετίζονται με τους τομείς της ενέργειας, των μεταφορών και του ύδατος (COM-EΤΕπ).

- Παρακολουθείται η εφαρμογή του παρόντος προγράμματος δράσης (ΚM-COM).

- Χορηγούνται επαρκείς πόροι σε επίπεδο Επιτροπής (κεντρικά γραφεία και Αντιπροσωπείες) εντός των σημερινών πλαισίων προϋπολογισμού και ανθρωπίνων πόρων προκειμένου να εξασφαλίζεται η πλήρης εφαρμογή των ενεργειών που αναλαμβάνει η Επιτροπή εντός του παρόντος προγράμματος δράσης (COM).

- Ένα ειδικό σύστημα δεικτών για τον καθορισμό σχετικών με τις κλιματικές μεταβολές έργων, βάσει του συστήματος δεικτών ΟΟΣΑ/ΕΑΒ για τις ΠΠΣ, εισάγεται στη βάση δεδομένων Ανάπτυξη της Επιτροπής προκειμένου να διευκολυνθεί η εκπλήρωση των υποχρεώσεων υποβολής εκθέσεων και να ενισχυθεί η προβολή των κοινοτικών δραστηριοτήτων σε όλα τα διεθνή φόρα και χώρες εταίρους (COM).

* Συντονισμός και συνάφεια

Δραστηριότητες:

- Ένας μηχανισμός διαλογής για σχετικές με τις κλιματικές μεταβολές δραστηριότητες δημιουργείται σε επίπεδο ΕΕ για τη μελέτη και διάδοση πληροφοριών για ένα ευρύ φάσμα στήριξης που παρέχονται από την Κοινότητα και τα κράτη μέλη σε χώρες εταίρους, με σκοπό τη βελτίωση του συντονισμού μεταξύ έργων και προγραμμάτων που συμβάλλουν στην εφαρμογή της Σύμβασης Πλαίσιο και του Πρωτοκόλλου του Κυότο και στην εξασφάλιση μιας βάσης για βελτιωμένη ενίσχυση της ικανότητας στις αναπτυσσόμενες χώρες (ΚΜ-COM-EΟΠ).

- Ο σχεδιασμός σχετικών με τις κλιματικές μεταβολές προγραμμάτων και δραστηριοτήτων στο αναπτυξιακό πλαίσιο συντονίζεται σε κοινοτικό επίπεδο (από πολιτική, τεχνική, γεωγραφική και χρηματοδοτική άποψη) (ΚM-COM).

- Συνεδριάσεις ομάδων εμπειρογνωμόνων από ΚΜ και άλλους συμμετέχοντες για τον συντονισμό και την εφαρμογή των συστάσεων που περιλαμβάνονται στο παρόν πρόγραμμα δράσης οργανώνονται σε τακτική βάση (COM-ΚM-χώρες εταίροι-συμμετέχοντες).

- Για την εφαρμογή του παρόντος σχεδίου δράσης λαμβάνεται υπόψη η ανάδραση από διμερείς και πολυμερείς συνομιλίες με χώρες εταίρους για το κλίμα, προκειμένου να ενισχυθεί περαιτέρω η θέση της ΕΕ στις διαπραγματεύσεις για τις κλιματικές μεταβολές (COM).

- Βελτιώνεται ο συντονισμός μεταξύ της ΕΚ και άλλων πολυμερών χορηγών βοήθειας μέσω καλύτερης ανταλλαγής πληροφοριών για προγράμματα και μεγαλύτερου αριθμού συνεργατικών δραστηριοτήτων (COM-Πολυμερείς χορηγοί βοήθειας).

- Εξετάζονται συνέργιες σε επίπεδο ΕΚ μεταξύ ποικίλων σχετικών με την ανάπτυξη προγραμμάτων δράσης βάσει των διαφόρων ΠΠΣ και άλλων διεθνών πρωτοβουλιών (COM).

II. Στήριξη της προσαρμογής

* Έρευνα σχετικά με τις επιπτώσεις, την ευπροσβλητότητα και την προσαρμογή

Δραστηριότητες:

- Υποστηρίζεται η έρευνα σχετικά με τις επιπτώσεις, την ευπροσβλητότητα και την εκτίμηση του κινδύνου, συμπεριλαμβανομένων ειδικών κατά τομέα και ολοκληρωμένων εκτιμήσεων [49], με ιδιαίτερη έμφαση στις αλλαγές στο φάσμα της κλιματικής μεταβολής και της συχνότητας και σοβαρότητας ακραίων κλιματικών φαινομένων (ΚM-COM).

[49] Για παράδειγμα, οι τομείς της χρήσης της γης, της αλλαγής χρήσης της γης και της δασοκομίας. Μία ολοκληρωμένη εκτίμηση των υδάτινων πόρων θα εξετάσει τη χρήση του ύδατος σε ορισμένους τομείς και τους τρόπους αλληλεπίδρασής τους.

- Υποστηρίζεται η βελτίωση των μέσων ολοκληρωμένης εκτίμησης, συμπεριλαμβανομένης της εκτίμησης του κινδύνου, με σκοπό τη διερεύνηση αλληλεπιδράσεων μεταξύ συνιστωσών φυσικών και ανθρώπινων συστημάτων και των συνεπειών των διάφορων πολιτικών αποφάσεων (ΚM-COM).

- Υποστηρίζεται η έρευνα για την ανάπτυξη και αξιολόγηση των στρατηγικών και μέτρων προσαρμογής, την εκτίμηση της αποτελεσματικότητας και του κόστους των επιλογών προσαρμογής, και του εντοπισμού των διαφορών όσον αφορά τις δυνατότητες και τα εμπόδια στην προσαρμογή σε διάφορες περιοχές, χώρες και πληθυσμούς, συμπεριλαμβανομένων μεθοδολογιών για τους σκοπούς αυτούς (ΚM-COM).

- Υποστηρίζεται η εκτίμηση των ευκαιριών προκειμένου να συμπεριληφθούν επιστημονικές πληροφορίες σχετικά με τις επιπτώσεις, την ευπροσβλητότητα και προσαρμογή των διαδικασιών λήψης αποφάσεων, τη διαχείριση του κινδύνου και πρωτοβουλίες αειφόρου ανάπτυξης (ΚΜ-COM).

- Πανεπιστήμια και ιδρύματα έρευνας χωρών εταίρων ενθαρρύνονται να συμμετέχουν σε ευρωπαϊκές κοινοπραξίες έρευνας προκειμένου να συμβάλουν σε δραστηριότητες έρευνας, στην κατανόηση των επιστημονικών διαδικασιών και στην ανάπτυξη στρατηγικών προσαρμογής (ΚΜ-COM).

* Ενσωμάτωση των πτυχών προσαρμογής σε στρατηγικά πλαίσια και στον εθνικό και τομεακό σχεδιασμό

Δραστηριότητες:

- Προωθείται η συνάφεια ή συμπληρωματικότητα μέτρων προσαρμογής με μέτρα εντός σχετικών τομέων (νερό, γεωργία, δάση, αλιεία, ανάπτυξη της υπαίθρου, υγεία, εκπαίδευση) προκειμένου να αποφευχθούν ενέργειες ακατάλληλης προσαρμογής (δράση που αυξάνει την ευπροσβλητότητα) στις κλιματικές μεταβολές (χώρες εταίροι-ΚΜ-COM).

- Yποστηρίζεται η σύνδεση μέτρων προσαρμογής, κατά περίπτωση, με πτυχές συναφείς με την αρωγή, την αποκατάσταση και την ανάπτυξη (ΣΑΑΑ) και την ετοιμότητα σε περιπτώσεις καταστροφών (ΕΚ) (Χώρες εταίροι-ΚΜ-COM).

- Υποστηρίζεται η ενσωμάτωση της διαχείρισης κλιματικών κινδύνων στη διαδικασία σχεδιασμού για όλες τις εθνικές οντότητες/οργανισμούς που είναι αρμόδιες για μακροπρόθεσμες επενδύσεις, πχ υποστηρίζεται η υποδομή (ΚM-COM-EΤΕπ).

- Υποστηρίζεται η θέσπιση μηχανισμού για μεγαλύτερο συντονισμό μεταξύ εθνικών οντοτήτων/οργανισμών αρμόδιων για τον σχεδιασμό σε χώρες εταίρους (χώρες εταίροι-ΚM-COM).

- Υποστηρίζονται η χρηστή διακυβέρνηση και η ενίσχυση της ανθρώπινης και θεσμικής ικανότητας προκειμένου να εξασφαλιστούν σταθεροί και αποτελεσματικοί θεσμοί και συνεπώς να ενισχυθεί η προσαρμοστική ικανότητα των χωρών εταίρων και να μειωθεί η ευπροσβλητότητά τους στις κλιματικές μεταβολές (COM).

* Πολιτικές/στρατηγικές προσαρμογής και μέτρα που συνδέονται (άμεσα ή έμμεσα) με το παρόν κλίμα και τη μεταβλητότητά του, συμπεριλαμβανομένων ακραίων φαινομένων, βελτιώνονται και υποστηρίζονται προκειμένου να ενισχυθεί η γνώση και η προσαρμοστική ικανότητα χωρών εταίρων για την αντιμετώπιση μελλοντικών κλιματικών μεταβολών.

Δραστηριότητες:

- Καθορίζονται επιλογές προσαρμογής για τη μείωση της παρούσας κλιματικής ευπροσβλητότητας, ιδίως επιλογές "no-regret" [50] (COM-ΚΜ).

[50] Μέτρα που έχουν οφέλη και για μη κλιματικές πιέσεις

- Προωθείται και υποστηρίζεται η δημιουργία πιλοτικών έργων προσαρμογής σε διάλογο με χώρες εταίρους σύμφωνα με τις πτυχές και προτεραιότητες προσαρμογής τους (ΚM-COM).

- Υποστηρίζεται η αυξημένη εποπτεία νόσων που μεταδίδονται από φορέα (ΚM-χώρες εταίροι-COM-πολυμερείς χορηγοί βοήθειας-ΜΚΟ).

- Υποστηρίζεται η ανάπτυξη/βελτίωση κωδίκων και προτύπων για κτίρια, κατοικίες και άλλα έργα υποδομής, συμπεριλαμβανομένων οδών, γεφυρών, κλπ (ΚM-COM).

- Η ενίσχυση της ικανότητας και η κατάρτιση για την παρακολούθηση, την αξιολόγηση και τη συγκέντρωση στοιχείων υποστηρίζονται σε όλα τα σχετικά επίπεδα, συμπεριλαμβανομένης της χρήσης στοιχείων και μεθοδολογιών που αναπτύσσονται από σχετικά διεθνή προγράμματα όπως υποστηρίζεται το δίκτυο Κάλυψη Εδαφικών Εκτάσεων του Πλανήτη 2000 του ΚΚΕρ (COM-ΚM).

- Υποστηρίζεται η ενίσχυση της ικανότητας για την ανάπτυξη και συντήρηση υποδομών, δικτύων και αρμοδιοτήτων περιβαλλοντικής παρακολούθησης και πρόβλεψης, σύμφωνα με την προβλεπόμενη ευρωπαϊκή συνεισφορά στα συστήματα παρακολούθησης των κλιματικών μεταβολών του πλανήτη και των πρωτοβουλιών ΕΚ/ESA (Οργανισμός Εφοδιασμού Ευρατόμ)/GMES (Παγκόσμια Παρακολούθηση του Περιβάλλοντος και της Ασφάλειας) (COM-ΚM).

- Υποστηρίζονται δραστηριότητες κατάρτισης και αυξημένης ενημέρωσης για την προσαρμογή προκειμένου να βελτιωθούν οι δεξιότητες και να ενισχυθεί η ενημέρωση του κοινού για την προσαρμογή και συνεπώς να ενδυναμωθεί η προσαρμοστική ικανότητα του κοινού (ΚM-COM).

- Προωθείται η δημιουργία τοπικών ομάδων συμμετεχόντων προκειμένου να εξασφαλιστεί ότι οι επίσημες παρεμβάσεις για τη διαχείριση των κινδύνων που συνεπάγονται οι κλιματικές μεταβολές υποστηρίζουν τις υπάρχουσες άτυπες παρεμβάσεις στο συγκεκριμένο τομέα, συμβάλλοντας τοιουτοτρόπως στην ανάπτυξη στρατηγικών που συνδυάζουν το κοινό δυναμικό στρατηγικής εποπτείας και τοπικής γνώσης/διαδικασίας λήψης αποφάσεων (ΚM-COM-χώρες εταίροι-ΜΚΟ).

- Υποστηρίζεται η ενίσχυση της ικανότητας για την επεξεργασία και εφαρμογή εθνικών ή/και περιφερειακών προγραμμάτων σχετικά με την προσαρμογή στις κλιματικές μεταβολές (χώρες εταίροι-ΚM-COM).

- Υποστηρίζεται η επεξεργασία/αναπροσαρμογή των Εθνικών Προγραμμάτων Δράσης Προσαρμογής (ΕΠΔΠ) από ΛΑΧ (χώρες εταίροι-ΚM-COM).

* Συνεχής στήριξη της προσαρμογής μέσω διατήρησης των δασών ή/και βιώσιμης διαχείρισης των οικοσυστημάτων και φυσικών πόρων σε χώρες εταίρους

Δραστηριότητες:

- Υποστηρίζεται η ανάπτυξη πολιτικών/στρατηγικών, και συνοδευτικών βάσεων δεδομένων, για τη διατήρηση ή/και βιώσιμη διαχείριση των δασών, υδάτων και παράκτιων οικοσυστημάτων καθώς και τη χρήση της γης και τη βιοποικιλότητα που ενσωματώνουν πλήρως σχετικές με τις κλιματικές μεταβολές πτυχές προκειμένου να επωφεληθούν από συνέργιες μεταξύ πτυχών της αειφόρου οικολογικής, κοινωνικής και οικονομικής ανάπτυξης και προσαρμογής ή, τουλάχιστον, να αποφεύγουν δραστηριότητες που αντιβαίνουν στις πτυχές προσαρμογής (ακατάλληλη προσαρμογή) (ΚM-πολυμερείς χορηγοί βοήθειας-COM).

- Σχεδιάζεται η ανάπτυξη μέτρων για την ελαχιστοποίηση εκπομπών αερίων φαινομένου θερμοκηπίου από τη χρήση της γης σε συνδυασμό με μέτρα για την ελαχιστοποίηση των δυσμενών κλιματικών επιπτώσεων (ΚM-COM).

III. Στήριξη του μετριασμού

* Ολοκληρωμένη δράση

Δραστηριότητες:

- Οι χώρες εταίροι ενθαρρύνονται να αναπτύξουν μία στρατηγική όσον αφορά μέτρα μετριασμού, ιδίως στους τομείς της ενέργειας (μεταξύ άλλων στο επίπεδο χρήσης της ενέργειας) και των μεταφορών (ΚM-COM).

- Για τις χώρες εταίρους που το επιθυμούν, η χρηματοδοτική βοήθεια για τη διατύπωση και εφαρμογή ενεργειακών πολιτικών συγκεντρώνεται σε ενέργειες αδελφοποίησης. Χορηγούνται επίσης κονδύλια για την προώθηση της δημιουργίας δικτύων μεταξύ των οργανισμών ενέργειας της ΕΕ και ισοδύναμων κέντρων (που ήδη υπάρχουν ή πρόκειται να συσταθούν) στις αναπτυσσόμενες χώρες (COM).

- Όσον αφορά προγράμματα και έργα, πραγματοποιείται συστηματικά εκτίμηση του στρατηγικού αντίκτυπου/περιβαλλοντικού αντίκτυπου που περιλαμβάνει ειδική συνιστώσα για τις κλιματικές μεταβολές, συμπεριλαμβανομένης της ανάπτυξης μέσων για τέτοιες εκτιμήσεις (ΚM-COM).

- Πραγματοποιείται συστηματικός έλεγχος προκειμένου να καθοριστούν επιπλέον συνιστώσες ή επενδύσεις έργων, που παρέχουν πρόσθετα οφέλη όσον αφορά τις κλιματικές μεταβολές (ΚM-COM).

- Στόχοι σχετικοί με την αποτελεσματικότητα της ενέργειας περιλαμβάνονται συστηματικά στα προγράμματα και έργα αναπτυξιακής βοήθειας στον ενεργειακό τομέα (COM).

- Στο πλαίσιο των EΣΧ και ΕΕΠ, δίνεται ιδιαίτερη προσοχή στη στήριξη όπου είναι εφικτός ο καθορισμός και η εφαρμογή μέτρων «no-regret» όπως η επέκταση συστημάτων μαζικής μεταφοράς (οδικών, σιδηροδρομικών), η βελτίωση της αποτελεσματικότητας των οχημάτων μέσω προγραμμάτων συντήρησης και επιθεώρησης, η βελτιωμένη οδική διαχείριση, η ασφαλτόστρωση των οδών, η εγκατάσταση αγωγού καυσίμων, η παροχή υποδομής για μη μηχανοκίνητα μέσα μεταφοράς, η αυξημένη χρήση αιθυλικής αλκοόλης και φυσικού αερίου (ΚΜ-COM-χώρες εταίροι).

- Αναπτύσσονται κατάλληλες εσωτερικές διαδικασίες και μέσα προκειμένου να εξασφαλιστεί ότι οι δυνατότητες όπου η ανανεώσιμη ενέργεια αποτελεί ελκυστική από οικονομική άποψη επιλογή σε βάση κύκλου ζωής είναι πλήρως αξιοποιήσιμες (COM-ΚM).

- Ενσωμάτωση σχετικών με τις κλιματικές μεταβολές πτυχών σε Εκτιμήσεις του Αντίκτυπου της Αειφορίας (ΚM-COM).

- Στήριξη του οικολογικού προσανατολισμού των εξαγωγικών πιστώσεων με, μεταξύ άλλων, την εφαρμογή της Σύστασης του ΟΟΣΑ για τις Κοινές Προσεγγίσεις σχετικά με το περιβάλλον και των επίσημα υποστηριζόμενων εξαγωγικών πιστώσεων. Διερεύνηση τρόπων ενίσχυσης της κλιματικής διάστασης των δραστηριοτήτων των οργανισμών εξαγωγών και ενθάρρυνση της συνεισφοράς των εξαγωγικών πιστώσεων στην εφαρμογή του ΜΚΑ (ΚM-COM).

* Οι δραστηριότητες ΜΚΑ στις χώρες εταίρους υποστηρίζονται με δημόσια χρηματοδότηση, ιδίως στις ΛΑΧ, όπου δεν υπάρχει συγκριτικό πλεονέκτημα για τον ιδιωτικό τομέα και όπου αναμένονται επιπλέον κοινωνικά οφέλη, με:

Δραστηριότητες:

- Ανάπτυξη σειράς δεικτών, βασισμένων στο Δείκτη Ανθρώπινης Ανάπτυξης (ΔΑΑ) του UNDP, προκειμένου να καθοριστούν οι ενδιαφερόμενες χώρες εταίροι και τα αναμενόμενα πρόσθετα οφέλη (μείωση της φτώχειας με την προοπτική της αειφόρου ανάπτυξης (COM).

- Υποστηρίζεται η ανάπτυξη Ευρωπαϊκού Κώδικα Συμπεριφοράς για τη χρήση της ΕΑΒ για χρηματοδότηση δραστηριοτήτων ΜΚΑ. Ένας τέτοιος Κώδικας πρέπει να δείχνει σαφώς ότι η συσσωρευμένη αξία από την πλευρά των πιστώσεων ΜΚΑ που δημιουργήθηκε μέσω ενός υποστηριζόμενου με ΕΑΒ έργου ΜΚΑ, πρέπει είτε να «επενδύεται εκ νέου» στο ίδιο έργο (για τη διατήρηση των πρόσθετων κοινωνικών οφελών) είτε να παρέχεται στη χώρα υποδοχής (ΚM-COM).

- Ενίσχυση της ενημέρωσης και ανάπτυξη της ικανότητας του ιδιωτικού τομέα σε χώρες εταίρους προκειμένου να δημιουργηθούν επενδυτικές εταιρικές σχέσεις με επενδυτές από την ΕΕ για δραστηριότητες ΜΚΑ (ΚM-COM).

- Υποστηρίζεται η δημιουργία ενός επιτρεπτικού περιβάλλοντος για την εφαρμογή ΜΚΑ (ενίσχυση της ενημέρωσης, σύνδεση με μία εθνική στρατηγική για τις κλιματικές μεταβολές ή με την εθνική στρατηγική για την αειφόρο ανάπτυξη, κανονιστικό πλαίσιο και διοικητικές διαδικασίες για την επιλογή/έγκριση έργων ΜΚΑ συμπεριλαμβανομένου του ορισμού ενός σημείου επικέντρωσης ΜΚΑ, διάδοση πληροφοριών σχετικά με την τεχνολογία για περαιτέρω επανάληψη...) (ΚΜ-COM).

* Μεταφορά τεχνολογίας και έρευνα

Δραστηριότητες:

- Προωθείται έρευνα για την επίδειξη καινοτόμων και καθαρών τεχνολογιών που ανταποκρίνονται στις ανάγκες των χωρών εταίρων και συμβάλλουν στις προσπάθειες μετριασμού (ΚΜ-COM).

- Υποστηρίζεται έρευνα σχετικά με την ανάπτυξη και τη βελτιωμένη χρήση εναλλακτικών καυσίμων (ΚM-COM).

- Υποστηρίζονται εθνικές-περιφερειακές πρωτοβουλίες για την ενίσχυση της ικανότητας στον τομέα της ενέργειας (ΚM-COM).

- Υποστηρίζεται η ενίσχυση της ικανότητας για φιλικές από περιβαλλοντική άποψη τεχνολογίες και αγαθά (ΚΜ-COM).

- Διευκολύνεται η ροή πληροφοριών σχετικά με τεχνικές παραμέτρους, οικονομικές και περιβαλλοντικές πτυχές ορθών από περιβαλλοντική άποψη τεχνολογιών μεταξύ των διάφορων συμμετεχόντων με σκοπό την ενίσχυση της ανάπτυξης και μεταφοράς ορθών από περιβαλλοντική άποψη τεχνολογιών (COM-ΚM-ΜΚΟ).

- Υποστηρίζεται ο προσδιορισμός των εμποδίων για τη μεταφορά τεχνολογίας και των μέτρων για την αντιμετώπιση αυτών των εμποδίων μέσω τομεακών αναλύσεων (COM-ΚM-χώρες εταίροι).

- Διαπραγμάτευση με χώρες εταίρους στο πλαίσιο του Προγράμματος Δράσης για την Ανάπτυξη Doha και περιφερειακών εμπορικών συμφωνιών για μείωση/κατάργηση των δασμολογικών και μη δασμολογικών φραγμών σε περιβαλλοντικά αγαθά και υπηρεσίες (COM-ΚM-χώρες εταίροι).

- Υποστηρίζεται ο συστηματικός έλεγχος των αποτελεσμάτων της ανάπτυξης της έρευνας και τεχνολογίας στην ΕΕ, με ιδιαίτερη έμφαση στις κοινές δραστηριότητες έρευνας ΕΕ-αναπτυσσόμενων χωρών, με σκοπό, όπου είναι εφικτό, τη διάδοσή τους και τον έλεγχο πιλοτικών τεχνολογιών, μεθοδολογιών και εννοιών σε χώρες που δεν περιλαμβάνονται στο παράρτημα Ι (ΚM-COM-χώρες εταίροι).

- Πανεπιστήμια και ιδρύματα έρευνας χωρών εταίρων ενθαρρύνονται να συμμετέχουν σε ευρωπαϊκές κοινοπραξίες έρευνας με σκοπό να συνεισφέρουν σε δραστηριότητες παρακολούθησης, στην κατανόηση των επιστημονικών διαδικασιών και στην ανάπτυξη στρατηγικών μετριασμού (ΚM-COM-χώρες εταίροι).

IV. Ανάπτυξη ικανότητας

Ειδικές δραστηριότητες για την ανάπτυξη ικανότητας σχετικά με προηγούμενες στρατηγικές προτεραιότητες απαριθμούνται στο σχετικό τμήμα.

* Ενίσχυση της ενημέρωσης του κοινού σε χώρες εταίρους με:

Δραστηριότητες:

- Υποστηρίζονται η ανάπτυξη και η εφαρμογή προγραμμάτων που ενισχύουν την εκπαιδευτική ενημέρωση και ενημέρωση του κοινού (πχ συναντήσεις πρακτικής εργασίας, κύκλοι κατάρτισης) ή/και ενημερωτικές εκστρατείες σχετικά με τις κλιματικές μεταβολές και τις επιπτώσεις τους (ΚM-COM).

- Υποστηρίζεται η παροχή πληροφοριών για μέτρα μετριασμού και προσαρμογής και η παροχή τεχνικών συμβουλών σχετικά με τον τρόπο βελτίωσης της ενεργειακής αποδοτικότητας στο επίπεδο προσφοράς και κατανάλωσης (ΚM-COM).

- Να καταστούν οι βάσεις δεδομένων που περιγράφουν την κατάσταση και την αλλαγή του οικοσυστήματος ευρέως διαθέσιμες από τα μέσα ενημέρωσης και, κατά περίπτωση, τον παγκόσμιο ιστό (ΚM-COM-EΟΠ-ΜΚΟ).

* Ανάπτυξη ανθρώπινου και θεσμικού δυναμικού σε χώρες εταίρους για την εφαρμογή της UNFCCC και του Πρωτοκόλλου του Κυότο με:

Δραστηριότητες:

- Υποστηρίζονται η ανάπτυξη και η εφαρμογή προγραμμάτων για την ενίσχυση της ενημέρωσης για εθνικούς υπαλλήλους σχετικά με τις προκλήσεις και τις δυνατότητες που προσφέρει η UNFCCC και το Πρωτόκολλο του Κυότο (ΚM-COM).

- Υποστηρίζεται ο καθορισμός των ειδικών αναγκών κατά χώρα και περιφέρεια για την εφαρμογή της UNFCCC και του Πρωτοκόλλου του Κυότο (ΚM-COM).

- Υποστηρίζεται η προετοιμασία Εθνικών Ανακοινώσεων, συμπεριλαμβανομένων καταλόγων, δραστηριοτήτων μετριασμού, μεθόδων συστηματοποίησης δεδομένων και στατιστικών, ιδίως ενόψει διαπραγματεύσεων για τη δεύτερη περίοδο δέσμευσης (ΚM-COM).

- Υποστηρίζεται η ανάπτυξη διαπραγματευτικών δεξιοτήτων για συμμετοχή στη διεθνή διαδικασία UNFCCC/Πρωτόκολλο του Κυότο (ΚM-COM).

- Προωθείται η μεγιστοποίηση των συνεργιών μεταξύ της UNFCCC και του Πρωτοκόλλου του Κυότο και άλλων ΠΠΣ, ιδίως οι Συμβάσεις των ΗΕ για την Απερήμωση και τη Βιοποικιλότητα (ΚM-COM).

- Υποστηρίζεται η ενίσχυση (από πολιτική και τεχνική άποψη) του σημείου επικέντρωσης για τις κλιματικές μεταβολές σε κάθε χώρα εταίρο (ΚM-COM).

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ II: ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΕΣ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΕΣ ΑΝΤΑΠΟΚΡΙΣΕΙΣ ΓΙΑ ΧΩΡΕΣ ΕΤΑΙΡΟΥΣ ΤΗΣ ΕΕ

>ΘΕΣΗ ΠIΝΑΚΑ>

Δείκτες αναγκών προσαρμογής, μετριασμού και διατήρησης

A: Χαμηλή κοινωνικοοικονομική ικανότητα προσαρμογής (ΛΑΧ) (Πηγή: UNCTAD http://www.unctad.org/en/pub/ ldcprofiles2001.en.htm)

B: Χαμηλή φυσική ικανότητα προσαρμογής: Mέλος του AOSIS (Πηγή: SIDSnet http://www.sidsnet.org/aosis/ )

Γ: σοβαρές δυσμενείς επιπτώσεις από την άνοδο της στάθμης της θάλασσας σε χώρες εκτός των ΜΝΑΧ (γ* άκρως δυσμενείς) (Πηγή: Ετήσια έκθεση της CGIAR 2000, σελ. 14).

Δ: Σοβαρές δυσμενείς επιπτώσεις στην απόδοση των εσοδειών λόγω των κλιματικών μεταβολών (κμ) (Πηγή: Ετήσια έκθεση της CGIAR 2000, σελ. 12).

Ε: οι 15 πλέον πληγείσες από φυσικές καταστροφές συνεργαζόμενες χώρες από το 1990 (ο υπολογισμός βασίζεται σε δεδομένα από ΕΜ-DAT, CRED, το Πανεπιστήμιο της Λουβέν, Βέλγιο και τη Διεθνή Τράπεζα). Οι 15 χώρες παρουσιάζουν την υψηλότερη αναλογία μεταξύ του σωρευτικού αριθμού κατοίκων που επλήγησαν από φυσικές καταστροφές την περίοδο 1990-2001 και του συνολικού πληθυσμού.

ΣΤ: Πληγείσες περιφέρειες χωρών που έχουν υποβάλει εκθέσεις στην επιτροπή επανεξέτασης της εφαρμογής της σύμβασης (ΕΕΕΣ) για την καταπολέμηση της απερήμωσης.

Ζ: 15 συνεργαζόμενες χώρες με τις μεγαλύτερες εκπομπές CO2.

Η: 15 συνεργαζόμενες χώρες με τις μεγαλύτερες κατά κεφαλήν εκπομπές CO2.

Θ: χώρες με δασική έκταση άνω των 200.000 τ.χλμ.

Ι: χώρες που ενδιαφέρονται να συμπεριληφθούν στο παράρτημα 1 ή άλλη υποχρέωση.

Καθορισμός ενδεικτικών στρατηγικών ανταποκρίσεων

Προσαρμογή: Δεδομένης της υψηλότερης ευπροσβλητότητας των χωρών εταίρων στις δυσμενείς επιπτώσεις των κλιματικών μεταβολών, έχει δοθεί προτεραιότητα στη συγκεκριμένη στρατηγική ανταπόκρισης. Αυτό αντικατοπτρίζεται στο γεγονός ότι όλες οι χώρες που έχουν τουλάχιστον ένα από τους δείκτες που εκφράζουν την ευπροσβλητότητα στις κλιματικές μεταβολές (Α,Β,Γ,Δ,Ε) έχουν επιλεγεί για προσαρμογή. Φυσικά, η ευπροσβλητότητα στις κλιματικές μεταβολές διαφέρει από χώρα σε χώρα και οι επιλεγέντες δείκτες επιχειρούν να απεικονίσουν αυτή την πραγματικότητα.

Μετριασμός: Οι χώρες εταίροι που είναι σημαντικές πηγές εκπομπής CO2, που έχουν σχετικά υψηλές κατά κεφαλήν εκπομπές CO2 ή που έχουν εκφράσει ενδιαφέρον για την ανάληψη οικειοθελών δεσμεύσεων σχετικά με εκπομπές ή/και άλλες υποχρεώσεις έχουν επιλεγεί για μετριασμό. Για ορισμένες από αυτές τις χώρες, ενδείκνυται μία ολοκληρωμένη κλιματική προσέγγιση, ήτοι σύνδεση ανταποκρίσεων μετριασμού με ανταποκρίσεις προσαρμογής.

Διατήρηση/αειφόρος ανάπτυξη των οικοσυστημάτων: Οι χώρες εταίροι που έχουν υψηλά επίπεδα αποθήκευσης διοξειδίου του άνθρακα στα δάση έχουν επιλεγεί για διατήρηση/αειφόρο ανάπτυξη των οικοσυστημάτων. Για ορισμένες από αυτές τις χώρες, ενδείκνυται επίσης μία ολοκληρωμένη κλιματική προσέγγιση, ήτοι σύνδεση ανταποκρίσεων διατήρησης με ανταποκρίσεις προσαρμογής.

Ιδιαίτερη έμφαση σε μία ολοκληρωμένη κλιματική προσέγγιση μπορεί πιθανόν να δοθεί για χώρες που έχουν επιλεγεί και για τις τρεις στρατηγικές ανταπόκρισης. Οι χώρες αυτές είναι η Αργεντινή, η Βραζιλία, η Ινδία, η Ινδονησία, το Μεξικό και η Βενεζουέλα.

Ωστόσο, πρέπει να τονιστεί ότι εφόσον αυτές οι ενδεικτικές στρατηγικές ανταπόκρισης χρησιμεύουν απλώς για κατευθυντήριους σκοπούς, δεν αποκλείουν ασφαλώς καμία χώρα από τον καθορισμό συμπληρωματικών προτεραιοτήτων και τη χορήγηση αναπτυξιακής βοήθειας. Οι ενδεικτικές στρατηγικές ανταπόκρισης θα αποτελούν αντικείμενο τακτικής επανεξέτασης, ειδικότερα μετά τα αποτελέσματα των μελλοντικών διαπραγματεύσεων για τη δεύτερη περίοδο δεσμεύσεων.

ΠΑΡΑΡΤΗΜA III: ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗ ΠΛΗΡΟΦΟΡΗΣΗ ΚΑΙ ΠΡΟΒΛΕΠΟΜΕΝΕΣ ΕΠΙΠΤΩΣΕΙΣ ΤΩΝ ΚΛΙΜΑΤΙΚΩΝ ΜΕΤΑΒΟΛΩΝ [51]

[51] Τρίτη Έκθεση Εκτίμησης της IPCC (Διακυβερνητική επιτροπή για την αλλαγή του κλίματος), 2001.

Προηγούμενες τάσεις

* Η συγκέντρωση στην ατμόσφαιρα διοξειδίου του άνθρακα αυξήθηκε κατά 31% από το 1750, από 280 μέρη ανά εκατομμύριο (μαε) σε 367 (μαε) σήμερα. Τα τελευταία 420.000 έτη δεν έχει σημειωθεί υπέρβαση της παρούσας συγκέντρωσης CO2 και πιθανόν να μην έχει σημειωθεί τα τελευταία 20 εκατ. έτη.

* Η μέση θερμοκρασία του πλανήτη αυξήθηκε κατά 0,6% από το 1861. Είναι πολύ πιθανόν ότι η δεκαετία του 1990 ήταν η θερμότερη δεκαετία και το 1998 η θερμότερη χρονιά, από το 1861. Στοιχεία από δακτυλιοειδείς εντομές δένδρων, κοραλλιογενείς υφάλους, πυρηνοληψίες πάγου και ιστορικά αρχεία δείχνουν ότι η αύξηση της θερμοκρασίας τον 20ο αιώνα πιθανόν να ήταν η μεγαλύτερη από οποιονδήποτε άλλον αιώνα τα τελευταία 1000 έτη. Υπάρχουν νέα και ισχυρότερα στοιχεία στην τρίτη έκθεση αξιολόγησης της ΙPCC ότι το μεγαλύτερο μέρος της παρατηρούμενης αύξησης της θερμοκρασίας τα τελευταία 50 έτη αποδίδεται σε ανθρώπινες δραστηριότητες.

* Η μέση στάθμη της θάλασσας έχει ανέλθει κατά 10 έως 20 εκατοστά. Η χιονοκάλυψη μειώθηκε κατά 10% από τα τέλη της δεκαετίας του 1960 στο μέσο και μεγάλο γεωγραφικό πλάτος του Βόρειου Ημισφαιρίου. Είναι επίσης πολύ πιθανόν η ετήσια διάρκεια της χιονοκάλυψης λιμνών και ποταμών να έχει μειωθεί περίπου κατά δύο εβδομάδες τον 20ο αιώνα και το στρώμα του πάγου στη Θάλασσα της Αρκτικής να έχει μειωθεί, από τα τέλη του θέρους έως τις αρχές του φθινοπώρου, κατά 40% τις τελευταίες δεκαετίες.

* Αύξηση των βροχοπτώσεων κατά ½-1% ανά δεκαετία έχει μετρηθεί για το μεγαλύτερο μέρος των περιοχών μέσου και μεγάλου γεωγραφικού πλάτους των ηπείρων του Βόρειου Ημισφαιρίου. Σε ορισμένα μέρη της Αφρικής και της Ασίας, η συχνότητα και η ένταση των ξηρασιών φαίνεται να έχει ήδη επιδεινωθεί.

Μελλοντικές τάσεις [52]

[52] Οι προβλεπόμενες αυτές μεταβολές δεν λαμβάνουν υπόψη την πιθανότητα που περιγράφει η IPCC για περαιτέρω επιπτώσεις ευρείας κλίμακας και αμετάκλητες επιπτώσεις (περαιτέρω κλιματική αποσταθεροποίηση, μεταβολές θερμοκρασίας και άνοδο της στάθμης της θάλασσας σε περιοχές μεγαλύτερου γεωγραφικού πλάτους) λόγω της ελευθέρωσης γήινου διοξειδίου του άνθρακα από μονίμως παγωμένες περιοχές, μεθανίου από υδροξείδια σε παράκτια ιζήματα ή της αποσύνθεσης μεγάλων επιφανειών πάγου, για την οποία η πιθανότητα δύσκολα εκτιμάται.

* Η μέση θερμοκρασία επιφανείας του πλανήτη προβλέπεται να αυξηθεί κατά 1,4-5,8οC την περίοδο 1990-2100, εάν δεν αναληφθεί δράση για μείωση των εκπομπών.

* Η στάθμη της θάλασσας προβλέπεται να ανέλθει, μέχρι το 2100, μεταξύ 9 και 88 εκατ. από τα επίπεδα του 1990.

* Οι κλιματικές μεταβολές θα οδηγήσουν σε οικονομικές απώλειες λόγω συχνότερων τροπικών κυκλώνων, απώλειας ξηράς ως αποτέλεσμα ανόδου της στάθμης της θάλασσας και ζημιών σε αλιευτικά αποθέματα, στη γεωργία και την ύδρευση.

* Επιπλέον θα επιδεινωθεί η επισιτιστική ασφάλεια στην Αφρική. Προβλέπεται γενική μείωση της δυνητικής απόδοσης εσοδειών στις περισσότερες τροπικές και υποτροπικές περιοχές καθιστώντας τις αναπτυσσόμενες χώρες ακόμα πιο ευπρόσβλητες στην πείνα και την κοινωνική αναταραχή (ή πολιτική αστάθεια).

* Ο αριθμός των ατόμων που διαβιούν σε χώρες που τελούν υπό την πίεση του ύδατος θα αυξηθεί μαζικά, από 1,7 δισ. άτομα (το 1/3 του πληθυσμού του πλανήτη) σε περίπου 5 δισ. μέχρι το 2025 (ανάλογα με το ρυθμό δημογραφικής ανάπτυξης). Αυτό θα επηρεάσει τον εφοδιασμό με πόσιμο νερό και την άρδευση για τη γεωργία.

* Θα αυξηθεί η γεωγραφική εξάπλωση της δυνητικής μετάδοσης ελονοσίας και δάγγειου πυρετού, που πλήττουν ήδη το 40-50% του πληθυσμού του πλανήτη.

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ IV: ΣΥΝΟΠΤΙΚΗ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΤΗΣ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ ΓΙΑ ΤΙΣ ΚΛΙΜΑΤΙΚΕΣ ΑΛΛΑΓΕΣ

Σύμβαση Πλαίσιο των Ηνωμένων Εθνών για τις κλιματικές μεταβολές του πλανήτη (UNFCCC)

Η Διακυβερνητική Επιτροπή για τις κλιματικές μεταβολές (IPCC) δημιουργήθηκε το 1988 υπό την αιγίδα των ΗΕ προκειμένου να εξασφαλίζεται μία επιστημονική εκτίμηση των κλιματικών μεταβολών. Τα πορίσματά της, που δημοσιεύτηκαν στην πρώτη έκθεση αξιολόγησης το 1990, υποκίνησαν τις διαπραγματεύσεις σχετικά με την πορεία της Σύμβασης Πλαίσιο των Ηνωμένων Εθνών για τις κλιματικές μεταβολές (UNFCCC).

Η UNFCCC υπογράφτηκε από 154 χώρες κατά τη Σύνοδο Κορυφής για τη Γη που πραγματοποιήθηκε στο Ρίο τον Ιούνιο του 1992. Τέθηκε σε ισχύ στις 21 Μαρτίου 1994 και αποτελεί μία συντονισμένη προσπάθεια για την αντιμετώπιση της αύξησης της θερμοκρασίας του πλανήτη που επέρχεται ως αποτέλεσμα των προκαλούμενων από τον άνθρωπο (ανθρωπογενών) κλιματικών μεταβολών (κμ).

Απώτερος στόχος της είναι η «σταθεροποίηση των συγκεντρώσεων αερίων φαινομένου θερμοκηπίου στην ατμόσφαιρα σε ένα επίπεδο που θα απέτρεπε επικίνδυνη ανθρωπογενή παρέμβαση στο κλιματικό σύστημα. Ένα τέτοιο επίπεδο πρέπει να επιτευχθεί εντός ενός χρονικού πλαισίου επαρκούς για να επιτραπεί στα οικοσυστήματα να προσαρμοστούν φυσικά στις κλιματικές μεταβολές, να εξασφαλιστεί ότι η παραγωγή τροφίμων δεν απειλείται και να επιτραπεί στην οικονομική ανάπτυξη να προχωρήσει με βιώσιμο τρόπο» [53].

[53] Άρθρο 2 της UNFCCC.

Βάσει της Σύμβασης, τόσο οι αναπτυγμένες όσο και οι αναπτυσσόμενες χώρες συμφωνούν να αναπτύξουν και να υποβάλουν καταλόγους σχετικά με εκπομπές αερίων φαινομένου θερμοκηπίου από επιμέρους πηγές και την απορρόφηση αυτών από «καταβόθρες» (όπως δάση που απορροφούν διοξείδιο του άνθρακα) και να υποβάλουν εκθέσεις σχετικά με τα μέτρα που λαμβάνουν για την εφαρμογή της σύμβασης. Τα μέρη θα υιοθετήσουν επίσης εθνικά προγράμματα και στρατηγικές προσαρμογής για τον μετριασμό των κμε θα προωθήσουν τη μεταφορά τεχνολογίας θα συνεργαστούν για την επιστημονική και τεχνική έρευνα και θα προωθήσουν την ενημέρωση του κοινού, την εκπαίδευση και κατάρτιση.

Η Σύμβαση αναφέρεται αρκετές φορές στην ιδιαίτερη κατάσταση των αναπτυσσόμενων χωρών. Στις καθοδηγητικές αρχές της χρησιμοποιεί την έννοια των κοινών αλλά διαφοροποιημένων αρμοδιοτήτων και ικανοτήτων, που απαιτεί οι αναπτυγμένες χώρες να αναλάβουν καθοδηγητικό ρόλο για την καταπολέμηση των κμ. Άλλες αρχές έχουν ως αντικείμενο τις ιδιαίτερες ανάγκες των αναπτυσσόμενων χωρών όσον αφορά τις προσδοκίες τους για οικονομική ανάπτυξη και τη σημασία της ενθάρρυνσης της αειφόρου ανάπτυξης. Επιπλέον, θα εφαρμοστεί η αρχή της πρόληψης, που σημαίνει ότι τα Μέρη δεν πρέπει να απέχουν από την εφαρμογή μέτρων για την πρόληψη, τον μετριασμό ή την προσαρμογή στις κλιματικές μεταβολές ελλείψει πλήρους επιστημονικής βεβαιότητας εφόσον η πιθανή ζημία είναι σοβαρή ή αμετάκλητη.

Καίτοι τόσο οι αναπτυγμένες όσο και οι αναπτυσσόμενες χώρες αναλαμβάνουν ορισμένες γενικές δεσμεύσεις, οι ειδικές δεσμεύσεις όσον αφορά τη μείωση των εκπομπών αερίων φαινομένου θερμοκηπίου αφορούν αποκλειστικά τις αναπτυγμένες χώρες. Οι εν λόγω δεσμεύσεις πρέπει, μεμονωμένα ή από κοινού, να αποσκοπούν στην επαναφορά μέχρι το 2000 στα επίπεδα εκπομπών αερίων φαινομένου θερμοκηπίου του 1990. Επιπλέον, βάσει της Σύμβασης οι αναπτυγμένες χώρες πρέπει να προωθήσουν και να χρηματοδοτήσουν τη μεταφορά τεχνολογίας σε ΑΧ και να συνδράμουν αυτές που είναι ιδιαιτέρως ευπρόσβλητες στις δυσμενείς επιπτώσεις των κλιματικών μεταβολών όσον αφορά την κάλυψη του κόστους για την ανάλογη προσαρμογή, ιδίως των Μικρών Νησιωτικών Αναπτυσσόμενων Χωρών (ΜΝΑΧ) και ΛΑΧ.

Χρηματοδοτικός μηχανισμός της UNFCCC: Το άρθρο 11 της Σύμβασης ορίζει ένα μηχανισμό για την παροχή χρηματοδοτικών πόρων σε αναπτυσσόμενες χώρες υπό μορφή μη επιστρεπτέων ενισχύσεων ή δανείων με ευνοϊκούς όρους, μεταξύ άλλων για τη μεταφορά τεχνολογίας. Το 1998, η Διάσκεψη των Μερών της UNFCCC όρισε το Παγκόσμιο Ταμείο Προστασίας του Περιβάλλοντος (GEF), που συνδράμει επίσης τις αναπτυσσόμενες χώρες στους τομείς της βιοποικιλότητας, του όζοντος και της διαχείρισης του ύδατος, ως τη λειτουργική οντότητα του χρηματοδοτικού μηχανισμού. Όσον αφορά τις κλιματικές μεταβολές, το GEF καλύπτει το εγκριθέν πλήρες κόστος που συνδέεται με τις υποχρεώσεις παρακολούθησης και υποβολής εκθέσεων όπως για την προετοιμασία Εθνικών Ανακοινώσεων, αλλά καλύπτει και το επαυξητικό κόστος των επενδυτικών έργων που έχουν πρόσθετα οφέλη για τις κλιματικές μεταβολές, δηλαδή το μετριασμό και τη δέσμευση. Στη ΔΜ7, τα Μέρη εξέδωσαν απόφαση που επεκτείνει το πεδίο των δραστηριοτήτων που είναι επιλέξιμες για χρηματοδότηση βάσει του GEF, συμπεριλαμβανομένων αυτών που σχετίζονται με την προσαρμογή και την ενίσχυση της ικανότητας (ιδίως για την ετοιμότητα σε περιπτώσεις καταστροφών).

Επιπλέον, σύμφωνα με το άρθρο 4 τα λεγόμενα Μέρη του παραρτήματος ΙΙ [54] (αναπτυγμένες χώρες) θα παρέχουν νέους και συμπληρωματικούς χρηματοδοτικούς πόρους για την κάλυψη (i) του πλήρους κόστους σχετικά με τις υποχρεώσεις εκπόνησης καταλόγων και υποβολής εκθέσεων των ΑΧ και (ii) του εγκριθέντος πλήρους επαυξητικού κόστους για τις ΑΧ όσον αφορά την εφαρμογή των λοιπών υποχρεώσεών τους. Για το σκοπό αυτό, η Σύμβαση καθορίζει ένα χρηματοδοτικό μηχανισμό, τη λειτουργία του οποίου θα αναλάβει το Παγκόσμιο Ταμείο Προστασίας του Περιβάλλοντος (GEF) και τη διαχείριση του η Διεθνής Τράπεζα, το UNDP και το UNEP.

[54] Αυστραλία, Αυστρία, Βέλγιο, Καναδάς, Ευρωπαϊκή Κοινότητα, Φινλανδία, Γαλλία, Γερμανία, Ελλάδα, Ισλανδία, Ιρλανδία, Ιταλία, Ιαπωνία, Λουξεμβούργο, Κάτω Χώρες, Νέα Ζηλανδία, Νορβηγία, Πορτογαλία, Ισπανία, Σουηδία, Ελβετία, Τουρκία, ΗΒ και ΗΠΑ.

Ας σημειωθεί ότι, εκτός από τον αρχικό μηχανισμό χρηματοδότησης, δύο νέα Ταμεία δημιουργήθηκαν στο πλαίσιο της UNFCCC κατόπιν πρόσφατων διαπραγματεύσεων - είναι το ειδικό Ταμείο για τις κλιματικές μεταβολές και το Ταμείο για τις Λιγότερο Αναπτυγμένες Χώρες. Επιπλέον, η ομάδα ΕΕ+ [55] εξέδωσε πολιτική δήλωση κατά την επαναληπτική έκτη σύνοδο της Διάσκεψης των Μερών που πραγματοποιήθηκε στη Βόννη τον Ιούλιο του 2001 στην οποία η ομάδα δέσμευσε ποσό ύψους 450 εκατ. ευρώ σε ετήσια βάση μέχρι το 2005 για τη χρηματοδότηση δραστηριοτήτων συναφών με τις κλιματικές μεταβολές σε ΑΧ.

[55] Αυστρία, Βέλγιο, Καναδάς, Δανία, Ευρωπαϊκή Κοινότητα, Φινλανδία, Γαλλία, Γερμανία, Ελλάδα, Ισλανδία, Ιρλανδία, Ιταλία, Λουξεμβούργο, Κάτω Χώρες, Νέα Ζηλανδία, Νορβηγία, Πορτογαλία, Ισπανία, Σουηδία, Ελβετία, ΗΒ.

Άλλα Ταμεία της UNFCCC: Κατά την επαναληπτική σύνοδο της Έκτης Διάσκεψης των Μερών της UNFCCC (ΔΜ6α, Βόννη, Ιούλιος 2001), τα Μέρη συμφώνησαν να διατεθούν προβλέψιμα και επαρκή επίπεδα χρηματοδότησης σε αναπτυσσόμενες χώρες και αναγνωρίζουν την ανάγκη νέας και συμπληρωματικής των υφιστάμενων χρηματοδοτικών πόρων χρηματοδότησης. Κατόπιν αυτού, τα μέρη συμφώνησαν για τη δημιουργία δύο νέων ταμείων στο πλαίσιο της UNFCCC, επιπλέον του αρχικού χρηματοδοτικού μηχανισμού:

Ένα ειδικό ταμείο για τις κλιματικές μεταβολές (ΕΤΚΜ) με σκοπό τη χρηματοδότηση δραστηριοτήτων στους ακόλουθους τομείς: προσαρμογή στις κλιματικές μεταβολέςκ μεταφορά τεχνολογίας ενέργεια, μεταφορές, βιομηχανία, γεωργία, δασοκομία και διαχείριση αποβλήτων και δραστηριότητες που συνδράμουν τις εξαρτώμενες από φυσικά καύσιμα αναπτυσσόμενες χώρες για τη διαφοροποίηση των οικονομιών τους [56].

[56] Το ταμείο θα χρηματοδοτείται με συνεισφορές από χώρες του παραρτήματος ΙΙ και άλλες χώρες που είναι σε θέση να συνεισφέρουν.

Ένα ταμείο για τις λιγότερο αναπτυγμένες χώρες (ΤΛΑΧ) με σκοπό την υποστήριξη προγράμματος εργασίας γι' αυτές τις χώρες, που θα περιλαμβάνει μεταξύ άλλων Εθνικά Προγράμματα Δράσης Προσαρμογής (ΕΠΔΠ).

Τη λειτουργία του ΕΤΚΜ και του ΤΛΑΧ θα αναλάβει το Παγκόσμιο Ταμείο Προστασίας του Περιβάλλοντος (GEF).

Πρωτόκολλο του Κυότο (ΠΚ)

Το Πρωτόκολλο του Κυότο στην UNFCCC εγκρίθηκε τον Δεκέμβριο του 1997 κατά την τρίτη σύνοδο της Διάσκεψης των Μερών στο Κυότο (Ιαπωνία), αλλά δεν έχει ακόμα τεθεί σε ισχύ. Μέχρι σήμερα το έχουν ήδη επικυρώσει 76 χώρες καθώς και η ΕΚ και τα κράτη μέλη της.

Το ΠΚ ενισχύει τις υφιστάμενες δεσμεύσεις που περιγράφονται στην UNFCCC, ιδίως για τις αναπτυσσόμενες χώρες δεδομένου του μεγαλύτερου, στο παρελθόν και σήμερα, μεριδίου τους στις εκπομπές αερίων φαινομένου θερμοκηπίου. Στην πραγματικότητα, σκιαγραφεί δεσμευτικούς ποσοτικά καθορισμένους στόχους μείωσης των εκπομπών που αφορούν τα Μέρη-αναπτυγμένες χώρες ή τα λεγόμενα Μέρη του παραρτήματος Ι [57] . Οι χώρες αυτές πρέπει να μειώσουν τις συλλογικές εκπομπές τους έξι αερίων φαινομένου θερμοκηπίου (ΑΦΘ) [58] κατά 5% σε σχέση με το επίπεδο του 1990 για την περίοδο 2008-2012 (η πρώτη περίοδος δεσμεύσεων). Τα κράτη μέλη της ΕΕ ενέκριναν τον Ιούνιο του 1998 τη «συμφωνία επιμερισμού των βαρών» στην οποία συμφώνησαν να κατανέμουν εσωτερικά τη συλλογική υποχρέωση μείωσης κατά 8% στην ΕΕ.

[57] Βασικά οι χώρες που απαριθμούνται στο παράρτημα ΙΙ και οι χώρες με υπό μετάβαση οικονομίες.

[58] Τα σχετικά ΑΦΘ είναι το διοξείδιο του αζώτου, το μεθάνιο και το νιτρώδες οξείδιο, που εκ φύσεως προκαλούν αέρια, και τρεις βιομηχανικά παραγόμενοι φθοράνθρακες.

Προκειμένου να ενθαρρυνθεί και να διευκολυνθεί η εφαρμογή των δεσμεύσεών τους για μείωση των εκπομπών, τα Μέρη του παραρτήματος Ι διαθέτουν τους λεγόμενους ευέλικτους μηχανισμούς, που δημιουργήθηκαν με σκοπό την προώθηση της επίτευξης μειώσεων των εκπομπών με αποτελεσματικό ως προς το κόστος τρόπο. Οι εν λόγω ευέλικτοι μηχανισμοί είναι: Εμπορία Δικαιωμάτων Εκπομπών (ΕΔΕ), Κοινή Εφαρμογή (ΚΕ), και ο Μηχανισμός Καθαρής Ανάπτυξης (ΜΚΑ).

Η Εμπορία Δικαιωμάτων Εκπομπών επιτρέπει σε χώρες του παραρτήματος Ι ή επιχειρήσεις εγκατεστημένες σε αυτές τις χώρες να προβαίνουν σε εμπορία δικαιωμάτων εκπομπών μεταξύ τους προκειμένου να ικανοποιούν τους εθνικούς στόχους τους. Βάσει της Κοινής Εφαρμογής οι χώρες του παραρτήματος Ι μπορούν κερδίζουν Μονάδες Μείωσης των Εκπομπών επενδύοντας σε έργα μείωσης των εκπομπών σε άλλες αναπτυγμένες χώρες. Σκοπός του Μηχανισμού Καθαρής Ανάπτυξης είναι να προωθήσει την αειφόρο ανάπτυξη στις ΑΧ συνδράμοντας ταυτόχρονα τις αναπτυγμένες χώρες στην ικανοποίηση των δεσμεύσεών τους βάσει του Πρωτοκόλλου. Ο ΜΚΑ θα επιτρέψει στις αναπτυγμένες χώρες να επιτυγχάνουν Πιστοποιημένες Μειώσεις Εκπομπών χρηματοδοτώντας έργα μείωσης των εκπομπών στις αναπτυσσόμενες χώρες. Οι Πιστοποιημένες Μειώσεις Εκπομπών θα συνδράμουν στη συνέχεια με τη σειρά τους τις αναπτυγμένες χώρες για την ικανοποίηση των δικών τους στόχων μείωσης των εκπομπών. Συνεπώς, ο Μηχανισμός Καθαρής Ανάπτυξης έχει ιδιαίτερη σημασία όσον αφορά τις σχέσεις και τη συνεργασία αναπτυγμένων-αναπτυσσόμενων χωρών.

Χρηματοδότηση έργων μέσω βασισμένων σε έργα μηχανισμών του Κυότο, ιδίως του Μηχανισμού Καθαρής Ανάπτυξης (ΜΚΑ) [59]. Τα Πρωτόκολλο του Κυότο επιτρέπει στις αναπτυγμένες χώρες να χρησιμοποιούν πιστώσεις για εκπομπές που δημιουργούνται μέσω των λεγόμενων βασισμένων σε έργα μηχανισμών του Κυότο, συγκεκριμένα της Κοινής Εφαρμογής (ΚΕ, για έργα που πραγματοποιούνται σε αναπτυγμένες χώρες) και του Μηχανισμού Καθαρής Ανάπτυξης (ΜΚΑ, για έργα σε αναπτυσσόμενες χώρες), με σκοπό τη μερική ικανοποίηση των στόχων τους για μείωση των εκπομπών. Οι πιστώσεις για τις εκπομπές μπορούν να συσσωρευτούν μόνον εφόσον οι μειώσεις εκπομπών που επιτυγχάνονται μέσω του έργου είναι συμπληρωματικές αυτών που θα επιτυγχάνονταν ελλείψει της δραστηριότητας (περιβαλλοντική προσθετικότητα). Τα έργα ΚΕ και ΜΚΑ πρέπει να καθοδηγούνται πρωτίστως από τον ιδιωτικό τομέα. Η ΜΚΑ έχει το διττό στόχο τόσο της συνεισφοράς στον απώτερο στόχο της UNFCCC όσο και της παροχής βοήθειας στις αναπτυσσόμενες χώρες για την επίτευξη αειφόρου ανάπτυξης. Ο ΜΚΑ επιβλέπεται από Εκτελεστικό Συμβούλιο που δημιουργήθηκε κατά τη ΔΜ7.

[59] Στη ΔΜ7 στο Μαρακές (29 Οκτωβρίου-10 Νοεμβρίου 2001), ελήφθησαν αποφάσεις σχετικά με τη λειτουργική διάρθρωση των μηχανισμών που επιτρέπουν την άμεση έναρξη έργων ΜΚΑ και την έναρξη έργων ΚΕ από το 2008.

Ήδη σήμερα, προτού τεθεί σε ισχύ το πρωτόκολλο του Κυότο, οι βασισμένες σε έργα δραστηριότητες μπορούν να είναι επιλέξιμες βάσει του ΜΚΑ και να δημιουργήσουν πιστώσεις. Οι πιστώσεις αυτές θα έχουν αξία εφόσον κυβερνήσεις μπορούν να τις αγοράζουν για να ικανοποιούν τους στόχους του Κυότο ή οντότητες μπορούν να τις χρησιμοποιούν για να εκπληρώσουν την εσωτερική υποχρέωσή τους για μείωση των εκπομπών με το χαμηλότερο κόστος. Τοιουτοτρόπως ο ΜΚΑ παρέχει οικονομικό κίνητρο για τον οικολογικό προσανατολισμό των Άμεσων Ξένων Επενδύσεων. Ως τέτοιος, και λαμβάνοντας υπόψη την απαίτηση περιβαλλοντικής προσθετικότητας που προβλέπει το Πρωτόκολλο του Κυότο, ο ΜΚΑ αναμένεται να αποτελέσει ικανοποιητικό μέσο για τη μεταφορά καθαρών και σύγχρονων τεχνολογιών στις αναπτυσσόμενες χώρες παρέχοντας παράλληλα πραγματικά αναπτυξιακά οφέλη.

Τέλος, το Πρωτόκολλο επαναλαμβάνει την υποχρέωση παροχής νέων και πρόσθετων χρηματοδοτικών πόρων. Κατόπιν των πρόσφατων διαπραγματεύσεων, ένα νέο Ταμείο με τίτλο Ταμείο Προσαρμογής [60] δημιουργήθηκε βάσει του ΠΚ και πιο πρόσφατα κατά τη ΔΜ7 στο Μαρακές (29 Οκτωβρίου - 10 Νοεμβρίου 2001), ελήφθησαν αποφάσεις για τη λειτουργική διάρθρωση των μηχανισμών που θα επιτρέψουν την άμεση έναρξη των έργων ΜΚΑ και την έναρξη έργων ΚΕ και ΣΕ από το 2008.

[60] Το Ταμείο πρόκειται να χρηματοδοτήσει συγκεκριμένα έργα και προγράμματα προσαρμογής, αλλά μόνο σε ΑΧ που είναι Μέρη του Πρωτοκόλλου, με ιδιαίτερη προσοχή σε ΛΑΧ και ΜΑΝΧ. Οι οργανισμοί των ΗΕ θα εφαρμόσουν τα έργα. Το ταμείο θα χρηματοδοτηθεί από το μερίδιο των καθαρών εσόδων του ΜΚΑ (2% των πιστώσεων ΜΚΑ που δημιουργούνται από κάθε έργο ΜΚΑ) και από άλλες πηγές.

Κατά την Έβδομη Διάσκεψη των Μερών της UNFCCC που πραγματοποιήθηκε στο Μαρακές (Νοέμβριος 2001) τα Μέρη εξέδωσαν επίσης την Υπουργική Δήλωση του Μαρακές που αναγνωρίζει ότι η Παγκόσμια Διάσκεψη Κορυφής για την Αειφόρο Ανάπτυξη αποτελεί σημαντική ευκαιρία για την εξέταση των σχέσεων μεταξύ κλιματικών μεταβολών και αειφόρου ανάπτυξης. Η Δήλωση του Μαρακές δίνει ιδιαίτερη έμφαση στην ανάγκη μεγιστοποίησης των συνεργιών μεταξύ των Συμβάσεων των ΗΕ για τις κλιματικές μεταβολές, τη βιοποικιλότητα και την απερήμωση και τονίζει τη σημασία της ενίσχυσης της ικανότητας καθώς και της ανάπτυξης και διάδοσης καινοτόμων τεχνολογιών όσον αφορά βασικούς τομείς της ανάπτυξης.

ΠAΡΑΡΤΗΜΑ V: ΑΛΛΕΣ ΔΙΕΘΝΕΙΣ ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΕΣ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΚΛΙΜΑ

Σύμβαση της Βιέννης: Η Σύμβαση της Βιέννης για την προστασία της στοιβάδας του όζοντος διατυπώθηκε ως μία σύμβαση πλαίσιο για την αντιμετώπιση του προβλήματος της καταστροφής του όζοντος. Αποτέλεσε αντικείμενο διαπραγματεύσεων υπό την αιγίδα του UNEP, υπογράφτηκε το 1985, και τέθηκε σε ισχύ το 1988.

Η Σύμβαση ορίζει ένα πλαίσιο για τη θέσπιση των απαραίτητων μέτρων για «την προστασία της ανθρώπινης υγείας και του περιβάλλοντος έναντι δυσμενών επιπτώσεων που προκύπτουν από ανθρώπινες δραστηριότητες που μεταβάλλουν ή είναι πιθανόν να μεταβάλουν τη στοιβάδα του όζοντος» [61].

[61] Άρθρο 2 της Σύμβασης της Βιέννης.

Καίτοι η Σύμβαση δεν επεξεργάζεται ειδικά μέτρα, ουσίες στόχους ή χρονικά πλαίσια ωθεί την ενθάρρυνση της έρευνας, της συνεργασίας μεταξύ χωρών και της ανταλλαγής πληροφοριών στο πλαίσιο της προστασίας του όζοντος.

Πρωτόκολλο του Μόντρεαλ: Το Πρωτόκολλο του Μόντρεαλ για τις ουσίες που καταστρέφουν τη στοιβάδα του όζοντος υπογράφτηκε το 1987 και τέθηκε σε ισχύ το 1989. Τα Μέρη του Πρωτοκόλλου ανέρχονται σε 183 συμπεριλαμβανομένης της Ευρωπαϊκής Κοινότητας. Δεν έχουν υπογράψει ακόμα όλα τα Μέρη τις διαδοχικές τροποποιήσεις που καθιστούν αυστηρότερες τις διατάξεις του Πρωτοκόλλου. Η συμφωνία αναφέρει ειδικές νομικές υποχρεώσεις για την προοδευτική μείωση και τελική κατάργηση της παραγωγής και κατανάλωσης ουσιών που καταστρέφουν το όζον (ΟΚΟ), ή των λεγόμενων ελεγχόμενων ουσιών [62]. Καθορίστηκαν χρονοδιαγράμματα για τη σταδιακή εξάλειψή τους αρχικά για τις αναπτυσσόμενες χώρες και για χώρες με υπό μετάβαση οικονομίες.

[62] Ιδίως άτομα χλωρίου που προέρχονται από χλωροφθοράνθρακες (CFC) που καταστρέφουν τα μόρια όζοντος. Σε μεταγενέστερες τροποποιήσεις του Πρωτοκόλλου προστέθηκαν επιπλέον CFC, τετραχλωράνθρακας, τριχλωροαιθάνιο, μεθυλοβρωμίδιο, υδροβρωμοφθοράνθρακες (HBFC) και υδροχλωροφθοράνθρακες (HCFC) που χρησιμοποιούνται ως υποκατάστατο για CFC.

Επιπλέον, το Πρωτόκολλο ορίζει μέτρα για τον έλεγχο του εμπορίου ελεγχόμενων ουσιών και αποθαρρύνει το εμπόριο τεχνολογίας που συνδέεται με την παραγωγή και χρησιμοποίησή τους. Έτσι το Πρωτόκολλο έχει τροποποιηθεί μέχρι σήμερα πέντε φορές [63], και οι διατάξεις του έχουν ενισχυθεί προοδευτικά.

[63] Λονδίνο (1990), Κοπεγχάγη (1992), Βιέννη (1995), Μόντρεαλ (1997) και Πεκίνο (1999).

Βάσει του Πρωτοκόλλου του Μόντρεαλ ορισμένες αναπτυσσόμενες χώρες [64] έτυχαν αρχικά λιγότερο αυστηρών κριτηρίων συμμόρφωσης. Για παράδειγμα, οι ΑΧ που έχουν ετήσια κατανάλωση ελεγχόμενων ουσιών κατώτερη του 0,3 χλγρ κατά κεφαλήν (τελευταία μειώθηκε σε 0,2 χλγρ.) δύνανται να καθυστερήσουν τη συμμόρφωση για δέκα έτη. Η λήξη της περιόδου χάρητος και η επιτυχής σταδιακή κατάργηση πολλών ΟΚΟ σε αναπτυγμένες χώρες σημαίνει ότι η έμφαση θα δίνεται διαρκώς περισσότερο στις αναπτυσσόμενες χώρες κατά τη μελλοντική εφαρμογή του Πρωτοκόλλου.

[64] Οι αναπτυσσόμενες χώρες που ενεργούν βάσει του άρθρου 5 παράγραφος 1.

Οι ΑΧ είναι οι δικαιούχοι μηχανισμού για την παροχή χρηματοδοτικής και τεχνικής συνεργασίας, συμπεριλαμβανομένης της μεταφοράς τεχνολογιών. Ο χρηματοδοτικός μηχανισμός αποσκοπεί στην κάλυψη του συμφωνηθέντος επαυξητικού κόστους που απαιτείται για την εφαρμογή και συμμόρφωση από τις ΑΧ. Ο μηχανισμός περιλαμβάνει ένα Πολυμερές Ταμείο που χρηματοδοτείται από συνεισφορές από τις αναπτυσσόμενες χώρες και διοικείται από ένα συμβούλιο όπου οι αναπτυσσόμενες και οι αναπτυγμένες χώρες έχουν ίσα δικαιώματα ψήφου.

Σύμβαση για τη Βιοποικιλότητα: η Σύμβαση για τη Βιοποικιλότητα (ΣΒΠ) εγκρίθηκε κατά τη Διάσκεψη Κορυφής για τη Γη του 1992 και τέθηκε σε ισχύ το 1993. Σήμερα έχει 183 Μέρη συμπεριλαμβανομένης της Ευρωπαϊκής Κοινότητας.

Η έννοια της βιοποικιλότητας καλύπτει τόσο την ποικιλία φυτών, ζώων και μικροοργανισμών (κατά προσέγγιση 1,75 εκατ. είδη έχουν μέχρι σήμερα αναγνωριστεί επί εκτιμούμενου συνόλου 3 έως 100 εκατ.) όσο και τις γενετικές διαφορές στο εσωτερικό κάθε είδους. Η ποικιλία μεταξύ και εντός των διάφορων οικοσυστημάτων αποτελεί μία άλλη πτυχή της βιοποικιλότητας.

Η Σύμβαση συνδυάζει τη διπλή μέριμνα για τη διατήρηση της βιοποικιλότητας και την ανθρώπινη ανάπτυξη, αναγνωρίζοντας ότι η βιοποικιλότητα θεωρείται σε μεγάλο βαθμό πηγή για τους ανθρώπους και ότι συνεπώς πρέπει να διατηρηθεί και να χρησιμοποιηθεί με βιώσιμο τρόπο.

Η Σύμβαση έχει τρεις βασικούς στόχους: τη διατήρηση της βιοποικιλότηταςΗ την αειφόρο χρήση των συνιστωσών της και τη χρηστή και δίκαιη κατανομή των οφελών που προκύπτουν από την εμπορική και άλλη χρήση των γενετικών πόρων. Αναγνωρίζει ότι τα κράτη έχουν κυριαρχικά δικαιώματα στους ίδιους βιολογικούς πόρους και αναφέρει ότι η πρόσβαση σε αυτούς τους πόρους επιτρέπεται μόνον με αμοιβαία συμφωνηθέντες όρους και υπόκειται σε προηγούμενη συνειδητή συναίνεση της χώρας που παρέχει τους πόρους. Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία για τις ΑΧ που έχουν ποικίλους βιολογικούς πόρους και πλούσια αυτόχθονα γνώση σχετικά με τον τρόπο διατήρησης και χρήσης της βιοποικιλότητας με βιώσιμο τρόπο.

Βάσει της Σύμβασης, όλα τα Μέρη συμφωνούν να αναπτύξουν Εθνικές Στρατηγικές ή Προγράμματα Δράσης για τη Βιοποικιλότητα, να καθορίσουν και να παρακολουθούν συνιστώσες της βιοποικιλότητας και να εφαρμόσουν μέτρα και κίνητρα για τη διατήρηση και βιώσιμη χρήση τουςο να συνεργαστούν στην τεχνική και επιστημονική έρευνα και διάδοση της πληροφόρησηςι να βελτιώσουν την εκπαίδευση και την ενημέρωση του κοινού και να προετοιμάσουν εθνικές εκθέσεις σχετικά με προσπάθειες για την εφαρμογή των δεσμεύσεων της Σύμβασης.

Η ιδιαίτερη κατάσταση των αναπτυσσόμενων χωρών αναγνωρίζεται σαφώς στη Σύμβαση και υπάρχουν ειδικές αναφορές στην παροχή νέων και συμπληρωματικών χρηματοδοτικών πόρων και στην πρόσβαση σε συναφείς τεχνολογίες, έτσι ώστε οι ΑΧ να μπορούν να καλύπτουν το συμφωνηθέν πλήρες επαυξητικό κόστος εφαρμογής των δεσμεύσεών τους. Πράγματι, η αποτελεσματική εφαρμογή στις ΑΧ αναφέρεται ως εξαρτώμενη από την χορήγηση εκ μέρους των Μερών-αναπτυγμένων χωρών των αναγκαίων χρηματοδοτικών πόρων και μεταφοράς τεχνολογίας. Το Παγκόσμιο Ταμείο Προστασίας του Περιβάλλοντος (GEF) είναι ο οργανισμός που θα επιφορτιστεί με τη λειτουργία του χρηματοδοτικού μηχανισμού που διαθέτει χρηματοδοτικούς πόρους σε αναπτυσσόμενες χώρες.

Η Επιτροπή ενέκρινε το Φεβρουάριο του 1998 μία Κοινοτική Στρατηγική για τη Βιοποικιλότητα που ενισχύθηκε στη συνέχεια μέσω τεσσάρων τομεακών προγραμμάτων δράσης που καλύπτουν τη γεωργία, την αλιεία, την προστασία της φύσης εντός της ΕΕ καθώς και την οικονομική συνεργασία και συνεργασία για την ανάπτυξη. Άπαντα εγκρίθηκαν από σχετικά Συμβούλια. Το πρόγραμμα δράσης για την ανάπτυξη (κείμενο στο http:/biodiversity-chm.eea.eu.int) παρέχει ένα προσχέδιο για την ενσωμάτωση των στόχων της βιοποικιλότητας σε κοινοτικές στρατηγικές ανάπτυξης και τον πολιτικό διάλογο. Λαμβάνει υπόψη τις κατευθυντήριες αρχές και γραμμές που έχουν εγκριθεί στο πλαίσιο της Σύμβασης. Το Συμβούλιο Ανάπτυξης εξέδωσε στις 8 Νοεμβρίου 2001 συμπεράσματα ευνοϊκά για το πρόγραμμα δράσης που τονίζουν τις σχέσεις μεταξύ της διατήρησης της βιοποικιλότητας και της μείωσης της φτώχειας.

Φόρουμ των Ηνωμένων Εθνών για τα Δάση (UNFF): Λόγω της πολιτικής ευαισθησίας που περιβάλλει ζητήματα όπως η εθνική κυριαρχία και η γαιοκτησία, καθώς και του γεγονότος ότι η βιώσιμη διαχείριση των δασών πρέπει να προσαρμοστεί στις τοπικές συνθήκες δεν υπάρχει, μέχρι σήμερα, καμία παγκόσμια Σύμβαση για τα δάση. Αντ' αυτής, η διεθνής συναίνεση για την προστασία και τη βιώσιμη διαχείριση των δασών καθορίστηκε κατ' αρχήν στο πλαίσιο της Διάσκεψης των Ηνωμένων Εθνών για το Περιβάλλον και την Ανάπτυξη (UNCED) ιδίως στο Πρόγραμμα Δράσης 21 (κεφάλαιο 11) και των «Δασικών Αρχών» [65] καθώς και στα στοιχεία για τα δάση της Σύμβασης για τη Βιοποικιλότητα και της Σύμβασης Πλαίσιο για τις κλιματικές μεταβολές.

[65] Πλήρης τίτλος: «Μη δεσμευτική νομικά δήλωση αρχών για μία παγκόσμια συναίνεση σχετικά με τη διαχείριση, διατήρηση και αειφόρο ανάπτυξη όλων των τύπων δασών»

Ως επακόλουθο του UNCED η διακυβερνητική διαδικασία σχετικά με το διάλογο για την πολιτική για τα δάση δεν επιτάχυνε όμως το ρυθμό. Τον Απρίλιο του 1995 η Επιτροπή για την Αειφόρο Ανάπτυξη των Ηνωμένων Εθνών δημιούργησε τη Διακυβερνητική Επιτροπή για τα Δάση (ΔΕΔ) που, μέχρι τα τέλη της διετούς εντολής της, είχε διαπραγματευτεί 100 και πλέον προτάσεις για ζητήματα σχετικά με τη βιώσιμη διαχείριση των δασών. Τη ΔΕΔ διαδέχτηκε το 1997 μία περαιτέρω διετής διαδικασία, το Διακυβερνητικό Φόρουμ για τα Δάση (ΔΦΔ). Αυτό αποσκοπούσε στην προώθηση και διευκόλυνση της εφαρμογής των προτάσεων της ΔΕΔ, στην εξέταση εκκρεμών θεμάτων της διαδικασίας ΔΕΔ (ζητήματα σχετικά με τη χρηματοδότηση και μεταφορά τεχνολογίας, το εμπόριο και το περιβάλλον), και στην εξέταση του ζητήματος των θεσμών και νομικών μέσων.

Το Φόρουμ των Ηνωμένων Εθνών για τα Δάση (UNFF) δημιουργήθηκε κατά την τέταρτη σύνοδο του ΔΦΔ το 2000 ως επικουρικό όργανο στο Οικονομικό και Κοινωνικό Συμβούλιο των ΗΕ (ECOSOC). Πρόκειται βασικά για μία διεθνή περιβαλλοντική διαδικασία που αποσκοπεί στην ενίσχυση της εμπιστοσύνης και της συναίνεσης μάλλον παρά μία νομικά δεσμευτική ΠΠΣ. Στόχος της είναι να προωθήσει «τη διαχείριση, διατήρηση και αειφόρο ανάπτυξη όλων των τύπων δασών και να ενισχύσει τη μακροπρόθεσμη πολιτική δέσμευση για το σκοπό αυτό» [66]. Για την επίτευξη αυτού του σκοπού το UNFF θα προωθήσει και θα διευκολύνει την εφαρμογή των προτάσεων δράσης της ΔΕΠ/ΔΦΠ και θα συγκεντρώσει τους χρηματοδοτικούς, τεχνικούς και επιστημονικούς πόρους που απαιτούνται για το σκοπό αυτό. Μέσω του ρόλου της ως πεδίου συνεχούς ανάπτυξης της πολιτικής και του διαλόγου, το UNFF αναμένεται επίσης να βελτιώσει και να ενισχύσει τις προσπάθειες συνεργασίας που καταβάλλει, να παρακολουθεί και να αξιολογεί την πρόοδο στην εφαρμογή των προτάσεων και να ενισχύει την πολιτική δέσμευση για βιώσιμη διαχείριση των δασών.

[66] Ψήφισμα του ECOSOC των ΗΕ Ε/2000/35, που περιλαμβάνεται στο Ε/2000/INF/2/Add.3.

Το UNFF θα επανεξετάσει το αμφισβητούμενο ζήτημα της ανάγκης και του δυνητικού πεδίου για ένα νομικά δεσμευτικό μέσο για τα δάση κατά την πέμπτη σύνοδό του που προγραμματίζεται για το 2005 και τότε θα επανεξετάσει την αποτελεσματικότητά του.

Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για την Καταπολέμηση της Απερήμωσης (UNCCD): η Σύμβαση για την καταπολέμηση της απερήμωσης ανοίχθηκε προς υπογραφή τον Οκτώβριο του 1994 και τέθηκε σε ισχύ τον Δεκέμβριο του 1996. Σήμερα αριθμεί 179 Μέρη συμπεριλαμβανομένης της Ευρωπαϊκής Κοινότητας. Η Σύμβαση ορίζει την απερήμωση ως «υποβάθμιση της γης, σε άνυδρες, υπο-άνυδρες και ξηρές υπο-υγρές περιοχές, η οποία προκαλείται από διάφορους παράγοντες, συμπεριλαμβανομένων των κλιματολογικών διαφοροποιήσεων και των ανθρώπινων δραστηριοτήτων» [67]. Παρά το γεγονός ότι αρχικά θεωρήθηκε περιφερειακό πρόβλημα, η παγκόσμια διάσταση της απερήμωσης αναγνωρίζεται διαρκώς περισσότερο. Η Σύμβαση αναπτύσσει μία προσέγγιση από τη βάση προς την κορυφή, ιδίως στις διατάξεις της για τα Εθνικά Προγράμματα Δράσης (ΕΠΔ), στα οποία επιδιώκει τον συνδυασμό παραδοσιακών και καινοτόμων μεθόδων για την καταπολέμηση της απερήμωσης με την συμμετοχή παράλληλα όλων των ενδιαφερομένων (τοπικοί πληθυσμοί, ΜΚΟ, χρήστες πόρων όπως κάτοχοι γεωργικών εκμεταλλεύσεων και κτηνοτρόφοι) στη διαδικασία διατύπωσης, λήψης αποφάσεων, εφαρμογής και επανεξέτασης. Αλλεπάλληλες Διασκέψεις των Μερών της UNCCD αναγνωρίζουν διαρκώς περισσότερο την ανάγκη ένταξης των ΕΠΔ στις ευρύτερες εθνικές στρατηγικές για την αειφόρο ανάπτυξη και διασφάλισης ενισχυμένου συντονισμού και συνεργιών με άλλες συναφείς ΠΠΣ και δραστηριότητες όπως τα ΕΠΔ, η UNFCCC, το UNFF.

[67] Άρθρο 1 α της UNCCD.

Οι δύο βασικοί στόχοι της UNCCD είναι (i) η καταπολέμηση της απερήμωσης και ο μετριασμός των επιπτώσεων της ξηρασίας, και (ii) η επίτευξη αειφόρου ανάπτυξης σε πληγείσες περιοχές. Αυτό θα επιτευχθεί μέσω μιας ολοκληρωμένης προσέγγισης που εξετάζει τις υλικές, βιολογικές και κοινωνικοοικονομικές πτυχές της απερήμωσης, καθώς και στρατηγικές για την εξάλειψη της φτώχειας.

Μεταξύ των γενικών υποχρεώσεων όλων των Μερών της Σύμβασης είναι η προώθηση και ενίσχυση της συνεργασίας σε όλα τα επίπεδα [68], η προώθηση της ολοκληρωμένης προσέγγισης και της ενσωμάτωσης στρατηγικών για τη μείωση της φτώχειας σε προσπάθειες για την καταπολέμηση της απερήμωσης και προσπάθειες για μετριασμό των επιπτώσεων της ξηρασίας, που δίνουν τη δέουσα προσοχή στην κατάσταση των πληγεισών ΑΧα και η προώθηση της χρήσης των υφιστάμενων πολυ- και διμερών μηχανισμών χρηματοδότησης που συγκεντρώνουν και διοχετεύουν σημαντικούς χρηματοδοτικούς πόρους στα Μέρη ΑΧ που έχουν πληγεί με σκοπό την καταπολέμηση της απερήμωσης.

[68] Σε υποπεριφερειακό, περιφερειακό, διεθνές και διακυβερνητικό επίπεδο.

Η Σύμβαση είναι η μόνη ΠΠΣ που έχει επαρκώς αναπτυγμένη περιφερειακή διάσταση. Όλες οι χώρες που έχουν πληγεί από την απερήμωση συγκεντρώνονται σε πέντε παραρτήματα. Καίτοι δίνεται προτεραιότητα στις αφρικανικές χώρες [69] (παράρτημα 1), άλλες πληγείσες χώρες συγκεντρώνονται σε τέσσερα συμπληρωματικά παραρτήματα: Ασία, Λατινική Αμερική και Καραϊβική, Βόρεια Μεσόγειος, Ανατολική Ευρώπη. Τέσσερα κράτη μέλη της ΕΕ, Πορτογαλία, Ισπανία, Ιταλία και Ελλάδα, είναι μέλη του παραρτήματος για τις χώρες της Βόρειας Μεσογείου και ορισμένες από τις υποψήφιες χώρες είναι δυνάμει μέλη του νέου παραρτήματος για την Ανατολική Ευρώπη. Μέλη των διάφορων παραρτημάτων έχουν εγκρίνει ειδικές διατάξεις επιπλέον του βασικού κειμένου της Σύμβασης μεταξύ αυτών, ενώ η Γραμματεία και άλλοι καταβάλλουν προσπάθειες για την προώθηση της περιφερειακής και υποπεριφερειακής εφαρμογής.

[69] Άρθρο 7 της Σύμβασης.

Βάσει της Σύμβασης υπάρχουν συμπληρωματικές υποχρεώσεις για τα Μέρη που εξαρτώνται από το κατά πόσον ταξινομούνται ως Μέρη «πληγείσες» ή «αναπτυγμένες» χώρες. Τα Μέρη-πληγείσες χώρες πρέπει να ενισχύσουν πρωτίστως το νομικό τους πλαίσιο (θέσπιση νέων νομοθετικών διατάξεων κατά περίπτωση)ν να αναπτύξουν και να εφαρμόσουν στρατηγικές και Εθνικά Προγράμματα Δράσης για την καταπολέμηση της απερήμωσης και τον μετριασμό των επιπτώσεων της ξηρασίας να προωθήσουν την ενημέρωση και να διευκολύνουν την ευρεία τοπική συμμετοχήπ και να δώσουν τη δέουσα προτεραιότητα στην καταπολέμηση της απερήμωσης, μεταξύ άλλων στην κατανομή των πόρων.

Οι επιπλέον υποχρεώσεις των Μερών-αναπτυγμένες χώρες αφορούν εξ ολοκλήρου τις σχέσεις με τις ΑΧ, ιδίως όσον αφορά την παροχή χρηματοδοτικών πόρων και τη συγκέντρωση νέας και συμπληρωματικής χρηματοδότησης (μεταξύ άλλων από τον ιδιωτικό τομέα) με σκοπό τη στήριξη και παροχή βοήθειας στις ΑΧ για την εφαρμογή. Επιπλέον, τα Μέρη-αναπτυγμένες χώρες θα προωθήσουν την πρόσβαση των ΑΧ στην τεχνολογία, γνώση και τεχνογνωσία.

Καίτοι προς το παρόν δεν υπάρχει ειδική πηγή χρηματοδότησης της Σύμβασης [70], υπάρχει μία διευκόλυνση αύξησης των κονδυλίων/διευκόλυνση διαλογής, ο λεγόμενος Παγκόσμιος Μηχανισμός, που εντάσσεται στο πλαίσιο του Διεθνούς Ταμείου Γεωργικής Ανάπτυξης (IFAD). Η λειτουργία του πραγματοποιείται από μία επιτροπή διευκολύνσεων, που αποτελείται από εκπροσώπους του IFAD, της Γραμματείας της UNCCD, της Διεθνούς Τράπεζας, του UNDP, του UNEP, της Γραμματείας του GEF, του FΑΟ και περιφερειακών αναπτυξιακών τραπεζών [71]

[70] Η δυνατότητα χορήγησης κονδυλίων για σχετικά με την υποβάθμιση του εδάφους έργα μέσω του GEF είναι ένα από τα θέματα που θα συζητηθούν κατά τη Συνέλευση του GEF τον Οκτώβριο του 2002.

[71] Είναι η Αφρικανική Τράπεζα Ανάπτυξης (AfDB), η Ασιατική Τράπεζα Ανάπτυξης (ASDB) και η Διαμερικανική Τράπεζα Ανάπτυξης (IDB).

Σύμβαση της Βασιλείας για τον έλεγχο των διασυνοριακών κινήσεων επικίνδυνων αποβλήτων και της επεξεργασίας τους: Κατά τη δεκαετία του 1970 η εξαγωγή επικίνδυνων αποβλήτων (δηλαδή τοξικών, δηλητηριωδών, εκρηκτικών, διαβρωτικών, εύφλεκτων, οικο-τοξικών ή μολυσματικών αποβλήτων) στις αναπτυσσόμενες χώρες αυξήθηκε καθώς ορισμένες αναπτυγμένες χώρες προτίμησαν να επεξεργάζονται τα απόβλητά τους εκτός των συνόρων τους. Ωστόσο, πολλές αναπτυσσόμενες χώρες στερούνταν κατάλληλων εγκαταστάσεων επεξεργασίας ή γνώσης και ικανότητας για την ασφαλή διαχείριση επικίνδυνων αποβλήτων. Ανταποκρινόμενη στα αιτήματα ορισμένων αναπτυσσόμενων χωρών και στις αυξανόμενες διεθνείς ανησυχίες, η Σύμβαση της Βασιλείας για τον έλεγχο των διασυνοριακών κινήσεων επικίνδυνων αποβλήτων και της επεξεργασίας τους εγκρίθηκε το 1989 και τέθηκε σε ισχύ το 1992. Σήμερα αριθμεί 150 Μέρη συμπεριλαμβανομένης της Ευρωπαϊκής Κοινότητας.

Η Σύμβαση δεν απαγορεύει τη μεταφορά επικίνδυνων αποβλήτων, αλλά αποσκοπεί αντιθέτως να τη ρυθμίσει μέσω ενός αυστηρού λειτουργικού συστήματος ελέγχου που εφαρμόζεται σε όλες τις διασυνοριακές κινήσεις επικίνδυνων αποβλήτων. Το σύστημα βασίζεται στη διαδικασία προηγούμενης γραπτής κοινοποίησης εκ μέρους του κράτους εξαγωγής και στην απαίτηση προηγούμενης γραπτής συναίνεσης από το κράτος εισαγωγής προτού πραγματοποιηθεί οποιαδήποτε διασυνοριακή κίνηση επικίνδυνων αποβλήτων. Επιπλέον, τα Μέρη βάσει της Σύμβασης πρέπει να εξασφαλίζουν ότι η διαχείριση και επεξεργασία επικίνδυνων αποβλήτων πραγματοποιείται με ορθό από περιβαλλοντική άποψη τρόπο. Επικίνδυνα απόβλητα δεν μπορούν να εξάγονται ή να εισάγονται από χώρα που δεν είναι μέρος της Σύμβασης.

Βάσει της Σύμβασης, τα Μέρη υποχρεούνται να μειώσουν τις διασυνοριακές κινήσεις επικίνδυνων αποβλήτων στο ελάχιστο, να επεξεργάζονται και να διαθέτουν αυτά τα απόβλητα κατά το δυνατόν πλησιέστερα στην πηγή δημιουργίας, και να μειώσουν και να ελαχιστοποιήσουν τη δημιουργία αποβλήτων στην πηγή. Η Σύμβαση προβλέπει επίσης συνεργασία για την παρακολούθηση και πρόληψη της παράνομης διακίνησηςε την παροχή βοήθειας, ιδίως σε αναπτυσσόμενες χώρες την ορθή από περιβαλλοντική άποψη διαχείριση επικίνδυνων αποβλήτων και την ανάπτυξη τεχνικών κατευθυντήριων γραμμών ή/και κωδίκων πρακτικής. Επιπλέον, τα Μέρη θα δημιουργήσουν περιφερειακά ή υποπεριφερειακά κέντρα κατάρτισης και μεταφοράς τεχνολογίας και θα αποφασίσουν για τη δημιουργία κατάλληλων μηχανισμών οικειοθελούς χρηματοδότησης. Η Διάσκεψη προηγείται χρονικώς της σύστασης του Παγκόσμιου Ταμείου Προστασίας του Περιβάλλοντος και δεν έχει δικό της χρηματοδοτικό μηχανισμό.

Κατά τη ΣΜ-2 του 1994 αποφασίστηκε η απαγόρευση όλων των μορφών εξαγωγών επικίνδυνων αποβλήτων που αφορά την ανάκτηση, ανακύκλωση και τελική επεξεργασία από χώρες του ΟΟΣΑ σε χώρες εκτός ΟΟΣΑ [72] και ενσωματώθηκε στη Σύμβαση ως τροποποίηση [73] το επόμενο έτος κατά τη ΣΜ-3. Η απαγόρευση δεν έχει τεθεί ακόμα σε ισχύ [74].

[72] Απόφαση ΙΙ/12.

[73] Απόφαση ΙΙΙ/Ι.

[74] Μέχρι σήμερα μόνο 30 από τα απαραίτητα 62 μέσα κύρωσης έχουν κατατεθεί.

Κατά τη ΣΜ-5 του 1999 εγκρίθηκε το Πρωτόκολλο για την ευθύνη και τις αποζημιώσεις για ζημίες που προκύπτουν από διασυνοριακές κινήσεις επικίνδυνων αποβλήτων και την επεξεργασία τους, αλλά δεν έχει ακόμα τεθεί σε ισχύ. Το Πρωτόκολλο ορίζει αυστηρή ευθύνη (δηλαδή ευθύνη χωρίς την υποχρέωση απόδειξης της υπαιτιότητας) και υποχρέωση ασφάλισης έναντι αυτής της ευθύνης.

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ VI: ΕΡΓΑ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΙΣ ΚΛΙΜΑΤΙΚΕΣ ΜΕΤΑΒΟΛΕΣ ΠΟΥ ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΗΘΗΚΑΝ ΒΑΣΕΙ ΤΟΥ ΠΕΜΠΤΟΥ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΟΣ ΠΛΑΙΣΙΟ ΕΡΕΥΝΑΣ

A. Πρόβλεψη και σενάρια για τις κλιματικές μεταβολές

1. Ανάπτυξη ενός ευρωπαϊκού συνολικού συστήματος πολλαπλών προτύπων για προβλέψεις σε εποχιακή βάση όλο το χρόνο.

2. Ανίχνευση της μεταβαλλόμενης ακτινοβολιακής έντασης τις τελευταίες δεκαετίες.

3. Eυρωπαϊκό πρόγραμμα για τα νεφικά συστήματα σε κλιματικά πρότυπα.

4. Mετρήσεις των κλιματικών μεταβολών.

5. Καθορισμός παραμέτρων για τις άμεσες κλιματικές επιπτώσεις των αερολυμάτων.

6. Μηχανισμοί και προβλεψιμότητα δεκαετών διακυμάνσεων του κλίματος σε Ατλαντικό-Ευρώπη.

7. Προβλεψιμότητα και μεταβλητότητα των μουσσώνων, και των γεωργικών και υδρολογικών επιπτώσεων των κλιματικών μεταβολών.

8. Ηλιακές επιρροές στο κλίμα και το περιβάλλον.

9. Πείραμα εξομοίωσης με χιονοκάλυψη στην Αρκτική.

10. Καταγραφή ηπειρωτικού παλαιοκλίματος μεγάλης διακριτικής ικανότητας από τη λίμνη Baikal: βασική θέση για ευρασιατικές τηλεσυνδέσεις με το Βόρειο Ατλαντικό Ωκεανό και το σύστημα μουσώνων.

11. Μηχανισμοί κατακόρυφης μεταφοράς στη θάλασσα της Γροιλανδίας και οι κλιματικές επιπτώσεις τους.

12. Ευρωπαϊκό πρόγραμμα για πυρηνοληψία πάγου στην Ανταρκτική.

13. Αβαθή θαλάσσια περιβάλλοντα της Ευρώπης σε ύστερη ολόκαινη περίοδο.

14. Πόλος-ωκεανός-πόλος: παγκόσμια στρωματογραφία για χιλιετή κλιματική μεταβλητότητα.

15. Ιχνηθέτες και κυκλοφορία στην περιοχή της βόρειας θάλασσας.

16. Μικροφυσικές ιδιότητες θυσάνου και επίπτωσή τους στην ακτινοβολία: μελέτη και ενσωμάτωση σε κλιματικά πρότυπα που χρησιμοποιούν συνδυασμένες δορυφορικές παρατηρήσεις.

17. Κλιματολογική βάση δεδομένων για τους ωκεανούς του πλανήτη 1750-1850.

18. Ανάπτυξη ευρωπαϊκού πιλοτικού δικτύου σταθμών παρατήρησης των νεφικών χαρακτηριστικών.

19. Ευρωπαϊκή εκ νέου ανάλυση της ατμόσφαιρας του πλανήτη τα τελευταία 40 χρόνια.

20. Eυρωπαϊκή συνιστώσα του προϋπολογισμού για την ακτινοβολία επιφανείας gewex (Global Energy and Water Cycle Experiment).

21. Αξιολόγηση του κλιματικού αντίκτυπου του θειούχου διμεθυλίου.

22. Σύστημα παρατήρησης των αερίων φαινομένου θερμοκηπίου στην Ευρώπη.

B. Επιπτώσεις και Ευπροσβλητότητα

1. Εκτίμηση των επιπτώσεων των κλιματικών μεταβολών στη χρήση της γης και στα οικοσυστήματα: από την περιφερειακή ανάλυση στην ευρωπαϊκή κλίμακα.

2. Εκτίμηση της ευπροσβλητότητας των οικοσυστημάτων σε περιοχές με θάμνους στην Ευρώπη βάσει των κλιματικών μεταβολών.

3. Το μέλλον των τροπικών δασών «καταβοθρών» διοξειδίου του άνθρακα.

4. Η ευρωπαϊκή διάσταση της ερευνητικής πρωτοβουλίας πλανητικής παρατήρησης σε αλπικό περιβάλλον- συνεισφορά σε (πσχπ).

5. Εκπομπές βιογενών πτητικών οργανικών ενώσεων (bvoc) των ευρωπαϊκών δασών βάσει των μελλοντικών επιπέδων CO2: επίδραση στη σύνθεση της ένωσης και παροχή πηγής.

6. Ευρωπαϊκό πρόγραμμα για τις στρατοσφαιρικές διαδικασίες και τον αντίκτυπό τους στο κλίμα και το περιβάλλον.

7. Διαφορές μεταξύ ημισφαιρίων όσον αφορά τις ιδιότητες θυσάνου από ανθρωπογενείς εκπομπές.

8. Επίδραση της εναλλαγής στρατόσφαιρας-τροπόσφαιρας σε ένα μεταβαλλόμενο κλίμα στην ικανότητα ατμοσφαιρικής μεταφοράς και οξείδωσης.

9. Εκπομπές αεροσκαφών: συνεισφορά διάφορων κλιματικών συνιστωσών στις μεταβολές όσον αφορά το αντιστάθμισμα της ακτινοβολιακής έντασης με σκοπό τη μείωση του ατμοσφαιρικού αντίκτυπου.

Γ. Mετριασμός και προσαρμογή

1. Κλιματικές μεταβολές και στρατηγικές προσαρμογής για την ανθρώπινη υγεία στην Ευρώπη.

2. Δυναμική και αμφίδρομη εκτίμηση της εθνικής, περιφερειακής και παγκόσμιας ευπροσβλητότητας των παράκτιων ζωνών στις κλιματικές μεταβολές και στην άνοδο της στάθμης της θάλασσας.

3. Στρατηγικές ελέγχου των εκπομπών αερίων φαινομένου θερμοκηπίου.

4. Εφαρμογή των μηχανισμών του Κυότο - συνεισφορές από χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς.

5. Θεσμική αλληλεπίδραση - τρόποι πρόληψης των συγκρούσεων και ενίσχυση των συνεργιών μεταξύ διεθνών και κοινοτικών περιβαλλοντικών οργανισμών.

6. Διαδικασίες λογιστικής και βασικές γραμμές για έργα υπό κοινή εφαρμογή και ο μηχανισμός καθαρής ανάπτυξης.

7. Στρατηγική ολοκληρωμένη εκτίμηση των δυναμικών πολιτικών για τη μείωση των εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα.

8. Στρατηγικές ανταπόκρισης στις κλιματικές μεταβολές όσον αφορά τη διαχείριση των ευρωπαϊκών δασών.

9. Πολιτική για τις κλιματικές μεταβολές και το διεθνές εμπόριο.

11. Διαδικασίες λογιστικής και βασικές γραμμές για έργα υπό κοινή εφαρμογή και ο μηχανισμός καθαρής ανάπτυξης.

12. Περιφερειακή εκτίμηση και διαμόρφωση της ισορροπίας του διοξειδίου του άνθρακα στην Ευρώπη.

13. Μετριασμός των φυσικών κινδύνων που προκαλούνται από το κλίμα.

14. Ανάλυση συστημάτων για την πρόοδο της καινοτομίας στις ενεργειακές τεχνολογίες.

15. Εκτίμηση των επιλογών ανταπόκρισης στις κλιματικές μεταβολές: κίνητρα πολιτικής - διδάγματα από τη χρήση εθνικών και διεθνών προτύπων.

16. Στρατηγικές ελέγχου των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου.

17. Νέο οικονομετρικό μοντέλο για το περιβάλλον και στρατηγικές εφαρμογής της αειφόρου ανάπτυξης.

ΠAΡΑΡΤΗΜΑ VII: ΑΝΑΓΚΕΣ ΚΑΙ ΕΠΙΛΟΓΕΣ ΠΡΟΣΑΡΜΟΓΗΣ

Η προσαρμογή αναφέρεται σε όλες αυτές τις απαντήσεις που μπορούν να χρησιμοποιηθούν για τη μείωση της ευπροσβλητότητας στις κλιματικές μεταβολές. Περιλαμβάνει μεμονωμένες και συλλογικές στρατηγικές αντιμετώπισης και διαχείρισης του κινδύνου συμπεριλαμβανομένης της προσαρμογής σε πρακτικές, διαδικασίες ή δομές συστημάτων (φυσικών, διαχειριζόμενων από τον άνθρωπο και τεχνητών). Η προσαρμογή μπορεί να είναι αυτόνομη ή προγραμματισμένη, αμφίδρομη ή προληπτική.

Η ευπροσβλητότητα είναι ο συνδυασμός της ευαισθησίας ατόμων και συστημάτων (φυσικών, διαχειριζόμενων από τον άνθρωπο και τεχνητών) με δυσμενείς περιβαλλοντικές και κοινωνικοοικονομικές επιπτώσεις των κλιματικών μεταβολών, που περιλαμβάνει τόσο τις σταδιακές αλλαγές των κλιματικών συνθηκών όσο και τις ακραίες, καθώς και την ικανότητά τους να τις αντιμετωπίζουν.

Η ευπροσβλητότητα περιλαμβάνει τον κίνδυνο και τη συνακόλουθη έκθεση. Η ενίσχυση της ασφάλειας έχει την έννοια της μείωσης της ευπροσβλητότητας μέσω της μείωσης ή του μετριασμού του κινδύνου, δηλαδή μέσω της διαχείρισης του κινδύνου.

Οι εκτιμήσεις του αντίκτυπου και της ευπροσβλητότητας στις κλιματικές μεταβολές [75] αποτελούν τη βάση, ή ορισμένες φορές ολοκληρώνουν, τον καθορισμό και την εκτίμηση πιθανών επιλογών για προγραμματισμένη προσαρμογή. Δεδομένου ότι οι οικολογικές, κοινωνικές και οικονομικές επιπτώσεις των κλιματικών μεταβολών προβλέπεται να είναι τόσο ειδικές κατά τόπο όσο και αλληλένδετες, η προσαρμογή στις κλιματικές μεταβολές θα πρέπει να διευθετεί αυτές τις πολυπλοκότητες προκειμένου να είναι αποτελεσματική. Επιπλέον, η προσαρμογή πρέπει να εξετάζει τόσο τις σταδιακές αλλαγές στις μέσες κλιματικές συνθήκες και την κλιματική μεταβλητότητα όσο και τις ακραίες. Τόσο τα άτομα όσο και όλοι οι τύποι συστημάτων είναι εν γένει πιο ευπρόσβλητοι στις αιφνίδιες διαλυτικές αλλαγές παρά στις σταδιακές συνεπώς, οι επιλογές προσαρμογής πρέπει επίσης να λαμβάνουν υπόψη την ετοιμότητα και πρόληψη σε περιπτώσεις καταστροφών.

[75] Οι εκτιμήσεις του αντίκτυπου των κλιματικών μεταβολών βασίζονται συχνά σε ποσοτικά πρότυπα που αναλύουν τη σχέση μεταξύ κλιματικών μεταβλητών και επιλεγμένων τομέων αντίκτυπου.

Η ευπροσβλητότητα συνδέεται επίσης με την κοινωνικοοικονομική προσαρμοστική ικανότητα (ή ικανότητα αντιμετώπισης), που με τη σειρά της καθορίζεται από παράγοντες όπως οι οικονομικοί πόροι και άλλα στοιχεία, η τεχνολογία και η πληροφόρηση και οι δεξιότητες που απαιτούνται για τη χρησιμοποίησή τους, η υποδομή και οι σταθεροί και αποτελεσματικοί θεσμοί. Οι περισσότερες χώρες εταίροι όμως διαθέτουν ελάχιστα από αυτά τα χαρακτηριστικά και συνεπώς είναι ιδιαίτερα ευπρόσβλητες στις κλιματικές μεταβολές.

Ορισμένοι γενικοί στόχοι της προσαρμογής στις κλιματικές μεταβολές είναι: (i) βελτίωση του αυτοδύναμου σχεδιασμού επενδύσεων υποδομής και μακροπρόθεσμων επενδύσεωνα (ii) αύξηση της ευελιξίας των ευπρόσβλητων διαχειριζόμενων συστημάτων (πχ αλλαγή δραστηριότητας ή τόπου) (iii) ενίσχυση της προσαρμοστικότητας των ευπρόσβλητων φυσικών συστημάτων (πχ μείωση μη κλιματικών πιέσεων)φ (iv) αναστροφή τάσεων που αυξάνουν την ευπροσβλητότητα (πχ επιβράδυνση της ανάπτυξης σε ευπρόσβλητες περιοχές όπως πεδία κατακλύσεως και παράκτιες ζώνες) (v) βελτίωση της ετοιμότητας και ενημέρωσης της κοινωνίας.

Ορισμένοι τομείς προσαρμογής στις κλιματικές μεταβολές είναι η διαχείριση των φυσικών πόρων (υδάτινοι πόροι, παράκτιοι πόροι, δασικοί πόροι), οι σχετικοί παραγωγικοί τομείς (γεωργία, δασοκομία, αλιεία), οι υποδομές και οι οικισμοί, και η ανθρώπινη υγεία. Ακολουθούν ορισμένες πιθανές επιλογές προσαρμογής σε τέσσερις ειδικούς τομείς.

Υδάτινοι πόροι: Προσαρμογή της προσφοράς: (i) αλλαγή της υπάρχουσας υλικής υποδομήςΥ (ii) κατασκευή νέας υποδομής και (iii) εναλλακτική διαχείριση των υφιστάμενων συστημάτων υδροδότησης. Προσαρμογή της ζήτησης: (i) διατήρηση και βελτιωμένη αποτελεσματικότητασ (ii) τεχνολογική αλλαγή και (iii) καθοδηγούμενες από την αγορά/τιμή μεταφορές σε άλλες δραστηριότητες.

Παράκτιες ζώνες (ως ανταπόκριση στην άνοδο της στάθμης της θάλασσας): (i) στρατηγική υποχώρηση ή πρόληψη μελλοντικών σημαντικών εξελίξεων που μπορεί να επηρεάσουν την άνοδο της στάθμης της θάλασσαςς (ii) συνεχής αλλά μεταβαλλόμενη χρήση της γης, συμπεριλαμβανομένων προσαρμοστικών ανταποκρίσεων όπως ανύψωση κτιρίων, μετατροπή συστημάτων αποστράγγισης, και αλλαγές χρήσης της γηςω (iii) αμυντικά μέτρα που επιδιώκουν να διατηρήσουν τις οριακές γραμμές στην παρούσα θέση τους είτε ενισχύοντας είτε ενδυναμώνοντας προστατευτικές δομές ή διατηρώντας τεχνητά ή συντηρώντας ακτές και αμμόλοφους.

Γεωργία: (i) μεταβαλλόμενη επιλογή εσοδειών (ποικιλίες ταχύτερης/βραδύτερης ωρίμανσης, εσοδείες ανθεκτικές στην ξηρασία/ζέστη, εσοδείες ανθεκτικές σε παράσιτα, συνδυασμός εσοδειών)Γ (ii) εναλλασσόμενη άροση, επιλογή του χρόνου των δραστηριοτήτων και καλλιέργεια (απόσταση των γραμμών και απόσταση ανάμεσα στα φυτά, ενδιάμεση καλλιέργεια)σ (iii) αλλαγή εισροών (άρδευση, λιπάσματα, χημικός έλεγχος).

Δάση: (i) αλλαγή των ειδών ή ποικιλιών που φυτεύονται και συλλέγονται (ποικιλίες δένδρων ανθεκτικών σε ξηρασία/ζέστη)θ (ii) μεγαλύτερες επενδύσεις για την πρόληψη των πυρκαγιών (iii) έλεγχος της εξάπλωσης νέων ασθενειών.

Πηγή: UNEP/IVM (1998) Εγχειρίδιο σχετικά με Mεθόδους εκτίμησης του αντίκτυπου των κλιματικών μεταβολών και στρατηγικές προσαρμογής

ΠΑΡΑΡΤΗΜA VIII: ΑΝΑΓΚΕΣ ΚΑΙ ΕΠΙΛΟΓΕΣ ΤΟΥ ΜΕΤΡΙΑΣΜΟΥ

Ο μετριασμός ορίζεται συνήθως ως μία παρέμβαση για τη μείωση των ανθρωπογενών εκπομπών αερίων φαινομένου θερμοκηπίου. Ο τύπος, το εύρος, ο χρόνος και το κόστος του μετριασμού εξαρτώνται από τις διαφορετικές εθνικές συνθήκες, την πορεία της κοινωνικοοικονομικής και τεχνολογικής ανάπτυξης, και το ευκταίο επίπεδο ΑΦΘ. Η πορεία της ανάπτυξης που οδηγεί σε χαμηλές εκπομπές εξαρτάται από ένα ευρύ φάσμα επιλογών πολιτικής και απαιτεί σημαντικές πολιτικές αλλαγές σε τομείς εκτός των κλιματικών μεταβολών. Οι εθνικές ανταποκρίσεις στις κλιματικές μεταβολές μπορούν να είναι αποτελεσματικότερες εάν αναπτυχθούν ως ένα χαρτοφυλάκιο μέσων πολιτικής για τον περιορισμό ή τη μείωση των εκπομπών αερίων φαινομένου θερμοκηπίου. Ένα τέτοιο χαρτοφυλάκιο μπορεί να περιλαμβάνει - φόρους εκπομπών/διοξειδίου του άνθρακα/ενέργειας, χορήγηση ή/και κατάργηση επιδοτήσεων, συστήματα κατάθεσης/επιστροφής, πρότυπα τεχνολογίας ή απόδοσης, ανάγκες συνδυασμού ενέργειας, απαγορεύσεις προϊόντων, οικειοθελείς συμφωνίες, κρατικές δαπάνες και επενδύσεις.

Αντίθετες προς το τεχνολογικό και οικονομικό δυναμικό της μείωσης των εκπομπών ΑΦΘ είναι η ταχεία οικονομική ανάπτυξη και η επιταχυνόμενη αλλαγή σε ορισμένες κοινωνικοοικονομικές και σχετικές με τη συμπεριφορά τάσεις που αυξάνουν τη συνολική χρήση ενέργειας στις αναπτυσσόμενες χώρες. Το μέσο ετήσιο ποσοστό αύξησης της χρήσης ενέργειας την περίοδο 1990-1998 στις αναπτυσσόμενες χώρες ήταν 2,3-5,5%.

Οι επιλογές για την υιοθέτηση τεχνολογίας μετριασμού στις αναπτυσσόμενες χώρες υπάρχουν στον εξορθολογισμό των τιμών, στην αυξημένη πρόσβαση σε δεδομένα και πληροφορίες, στη διαθεσιμότητα προηγμένων τεχνολογιών, σε χρηματοδοτικούς πόρους, και στην κατάρτιση και ενίσχυση της ικανότητας. Δυνατότητες για κάθε δεδομένη χώρα θα μπορούσαν να προκύψουν από την εξάλειψη της κατάργησης όλων των συνδυασμών φραγμών.

Επιλογές μετριασμού μπορούν να διερευνηθούν σε όλους τους τομείς της οικονομίας. Όσον αφορά τις αναπτυσσόμενες χώρες, οι μεγαλύτερες δυνητικές μειώσεις εκπομπών μέσω δραστηριοτήτων μετριασμού με ικανοποιητικά συμπληρωματικά οφέλη όσον αφορά την αειφόρο ανάπτυξη υπάρχουν πρωτίστως στους τομείς της παροχής ενέργειας, της χρήσης ενέργειας και των μεταφορών.

Ενέργεια: τουλάχιστον μέχρι το 2020 [76], η παροχή και η μετατροπή ενέργειας θα εξακολουθούν να κυριαρχούνται από σχετικά φθηνά και άφθονα φυσικά καύσιμα. Ωστόσο, νέες και καθαρές τεχνολογίες θα έπρεπε να έχουν ήδη προωθηθεί προκειμένου να προβλεφθεί η μακροπρόθεσμη επίπτωση των κλιματικών μεταβολών. Οι εκπομπές αερίων φαινομένου θερμοκηπίου μπορούν μειωθούν με την εναλλαγή καυσίμων (για παράδειγμα, από άνθρακα σε φυσικό αέριο), τη βελτιωμένη αποδοτικότητα της μετατροπής, τη μεγαλύτερη χρήση του συνδυασμένου κύκλου ή/και σταθμών συμπαραγωγής, και την προώθηση ανανεώσιμων πηγών ενέργειας (αιολική, ηλιακή, γεωθερμική ...). Τα συστήματα παροχής ενέργειας με χαμηλή περιεκτικότητα σε διοξείδιο του άνθρακα μπορούν να συμβάλουν σημαντικά μέσω βιώσιμης βιομάζας από δασοκομικά και γεωργικά υποπροϊόντα, δημοτικών και βιομηχανικών αποβλήτων για παραγωγή ενέργειας, επαναχρησιμοποίησης του μεθανίου από χώρους υγειονομικής ταφής αποβλήτων, αιολικής ενέργειας και υδροηλεκτρικής ενέργειας. Όσον αφορά τον ενεργειακό τομέα, σχεδόν όλα τα σενάρια σταθεροποίησης της συγκέντρωσης και του μετριασμού αερίων φαινομένου θερμοκηπίου χαρακτηρίζονται από την εισαγωγή αποτελεσματικών τεχνολογιών τόσο για τη χρήση όσο και για την παροχή ενέργειας, και ενέργειας χωρίς άνθρακα ή με χαμηλή περιεκτικότητα σε άνθρακα. Η μεταφορά τεχνολογιών μεταξύ χωρών και περιοχών θα διευρύνει την ποικιλία επιλογών σε περιφερειακό επίπεδο, ενώ οικονομίες κλίμακας και η εκμάθηση θα μειώσουν το κόστος υιοθέτησής τους.

[76] Ειδική έκθεση για τον μετριασμό της IPPC, 2001.

Από τα τέλη της δεκαετίας του 1980, η χρήση της ενέργειας και οι σχετικές εκπομπές CO2 από κτίρια στις αναπτυσσόμενες χώρες έχουν αυξηθεί με ρυθμό πενταπλάσιο του παγκόσμιου μέσου όρου. Η κατά κεφαλήν χρήση ενέργειας είναι υψηλότερη στον οικιακό τομέα απ' ότι στον εμπορικό σε όλες τις περιοχές. Στις αναπτυσσόμενες χώρες, το μαγείρεμα και η θέρμανση κυριαρχούν στην οικιακή χρήση ενέργειας, ακολουθούμενες από το φωτισμό, τις μικροσυσκευές και τα ψυγεία. Η χρήση ηλεκτρικών συσκευών αυξάνει συνεχώς. Η συνεχής μείωση ή σταθεροποίηση των τιμών λιανικής πώλησης ενέργειας σε μεγάλα τμήματα του πλανήτη μειώνει τα κίνητρα για αποτελεσματική χρήση της ενέργειας ή την αγορά αποδοτικών ως προς την ενέργεια τεχνολογιών σε όλους τους τομείς.

Μεταφορές: το CO2 από την καύση φυσικών καυσίμων είναι το βασικό ΑΦΘ που παράγεται από τις μεταφορές, αντιστοιχώντας σε 95% και άνω του ετήσιου δυναμικού αύξησης της θερμοκρασίας του πλανήτη που παράγεται από τον τομέα. Απ' όλους τους τρόπους μεταφοράς, οι οδικές μεταφορές αντιστοιχούν σχεδόν στο 80% της χρήσης ενέργειας στον τομέα των μεταφορών. Απαιτείται ριζική αλλαγή στις δημόσιες μεταφορές. Ολόκληρος ο κύκλος ζωής των νέων τεχνολογιών στον τομέα των μεταφορών δείχνει ότι οι ξαφνικές, μαζικές αλλαγές στις ανωτέρω περιγραφόμενες τάσεις και προοπτικές επιτυγχάνονται μόνο με αποφασιστική προσπάθεια. Μεταξύ των «no regret» μέτρων λειτουργίας και υποδομής είναι: επέκταση των συστημάτων μαζικής διαμετακόμισης (οδικές - σιδηροδρομικές μεταφορές), βελτίωση της απόδοσης των οχημάτων μέσω προγραμμάτων συντήρησης και ελέγχου, βελτιωμένη διαχείριση της κυκλοφορίας, ασφαλτόστρωση οδών, εγκατάσταση αγωγών καυσίμων, παροχή υποδομής για μη μηχανοκίνητες μεταφορές, αυξημένη χρήση αιθανόλης και φυσικού αερίου.

Τέλος, η χρήση της γης, η αλλαγή χρήσης της γης και οι επιλογές δασοκομίας (δάση, γεωργικές γαίες, και άλλα χερσαία οικοσυστήματα) προσφέρουν σημαντικό δυναμικό διατήρησης και δέσμευσης του διοξειδίου του άνθρακα, ιδίως στις τροπικές περιοχές. Η διατήρηση και η δέσμευση του διοξειδίου του άνθρακα μπορεί να επιτρέψουν χρόνο για την ανάπτυξη και εφαρμογή περαιτέρω επιλογών. Ο βιολογικός μετριασμός μπορεί να επέλθει μέσω τριών στρατηγικών: (α) διατήρηση των υφιστάμενων συγκεντρώσεων άνθρακα, (β) δέσμευση αυξάνοντας το μέγεθος των συγκεντρώσεων άνθρακα, και (γ) υποκατάσταση των βιώσιμων παραγόμενων βιολογικών προϊόντων, πχ ξύλο για προϊόντα κατασκευών με μεγάλη χρήση ενέργειας και βιομάζα φυσικών καυσίμων. Η διατήρηση των απειλούμενων συγκεντρώσεων διοξειδίου του άνθρακα μπορεί να συμβάλει στην αποφυγή εκπομπών, εφόσον προληφθεί η διαρροή, αλλά είναι βιώσιμες υπό την προϋπόθεση της αντιμετώπισης των κοινωνικοοικονομικών αιτίων της αποδάσωσης και άλλων απωλειών των συγκεντρώσεων άνθρακα. Όσον αφορά τη γεωργία, μπορούν να μειωθούν οι εκπομπές μεθανίου και νιτρώδους οξειδίου πχ από την εντερική ζύμωση των ζώων, την καλλιέργεια ρυζιού, τη χρήση αζωτούχων λιπασμάτων και τα ζωικά απόβλητα.