52002PC0759

Πρόταση οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών σχετικά με την ηλεκτρομαγνητική συμβατότητα /* COM/2002/0759 τελικό - COD 2002/0306 */


Πρόταση ΟΔΗΓΙΑΣ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ για την προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών σχετικά με την ηλεκτρομαγνητική συμβατότητα

(υποβληθείσα από την Επιτροπή)

ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ

1. ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Η πρόταση αυτή προβλέπει την αναθεώρηση της οδηγίας 89/336/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 3ης Μαΐου 1989 για την προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών σχετικά με την ηλεκτρομαγνητική συμβατότητα (οδηγία EMC).

Η οδηγία 89/336/EOK τροποποιήθηκε από τις οδηγίες 91/263/EOK, 92/31/EOK και 93/68/EOK. Τέθηκε σε ισχύ, σε προαιρετική βάση, την 1η Ιανουαρίου 1992. Από την 1η Ιανουαρίου 1996 όλες οι ηλεκτρικές και ηλεκτρονικές συσκευές οι οποίες εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας EMC πρέπει να ικανοποιούν τις απαιτήσεις της εν λόγω οδηγίας πριν από τη διάθεσή τους στην αγορά της Ευρωπαϊκής Κοινότητας.

Στόχος της οδηγίας EMC είναι η εξασφάλιση της ελεύθερης κυκλοφορίας του ηλεκτρικού εξοπλισμού και ταυτόχρονα η δημιουργία ενός αποδεκτού ηλεκτρομαγνητικού περιβάλλοντος εντός της ΕΕ. Επομένως, η οδηγία επιδιώκει να διασφαλίσει ότι οι ηλεκτρομαγνητικές διαταραχές που προκαλούνται από τον ηλεκτρικό εξοπλισμό δεν επηρεάζουν τη σωστή λειτουργία άλλου εξοπλισμού, συμπεριλαμβανομένων των δικτύων τηλεπικοινωνιών και διανομής ηλεκτρικής ενέργειας και ότι ο εν λόγω εξοπλισμός έχει κατάλληλο επίπεδο ατρωσίας στις ηλεκτρομαγνητικές διαταραχές ώστε να μπορεί να λειτουργεί όπως θα έπρεπε.

Από το 1992, έχει αποκτηθεί σημαντική εμπειρία σε σχέση με την εφαρμογή της οδηγίας EMC. Το 1997, λόγω της ανάγκης να διασαφηνιστούν διάφορα ζητήματα και προκειμένου να εξασφαλιστεί ομοιογενής εφαρμογή, η Επιτροπή εξέδωσε έναν άτυπο οδηγό για την εφαρμογή της οδηγίας που εκπονήθηκε με τη βοήθεια των εθνικών αρχών και άλλων ενδιαφερομένων.

2. ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΚΑΙ ΒΑΣΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗ

2.1. Η διαδικασία SLIM

Ο οδηγός EMC συνέβαλε ουσιαστικά στην ομοιογενή εφαρμογή της οδηγίας. Αλλά, είναι άτυπος και επομένως δεν μπορεί να παράσχει νομική ασφάλεια για την επίλυση των ζητημάτων.

Το 1997, ως πρώτο βήμα για την εξασφάλιση σαφήνειας και την πρόσδωση νομικής βαρύτητας στις συμφωνημένες λύσεις, καθώς και για τη μείωση των περιττών ρυθμιστικών βαρών της βιομηχανίας, η Επιτροπή, μαζί με τα κράτη μέλη, έκρινε ότι η οδηγία EMC προσφέρεται για την εφαρμογή της πρωτοβουλίας SLIM (απλούστερη νομοθεσία για την εσωτερική αγορά).

Κατά τη διάρκεια του 1998, μια ομάδα αποτελούμενη από εμπειρογνώμονες των κρατών μελών και εκπροσώπους των ενδιαφερόμενων μερών επανεξέτασε την οδηγία. Μετά την εξέταση αυτή, η ομάδα εξέφρασε την άποψη ότι για ορισμένες πτυχές η εφαρμογή της εν λόγω οδηγίας ήταν προβληματική και συνέστησε να αναθεωρηθεί λαμβάνοντας δεόντως υπόψη τον οδηγό EMC του 1997.

Οι συστάσεις της ομάδας SLIM αφορούσαν κυρίως τις ακόλουθες πτυχές:

-βασικές αρχές.

-χειρισμός μεγάλων μηχανών και εγκαταστάσεων.

-διαδικασίες αξιολόγησης της συμμόρφωσης.

-πρότυπα.

-απαιτήσεις EMC σε άλλες οδηγίες.

-εξέταση των λύσεων που παρέχει ο οδηγός EMC.

Στην ανακοίνωσή της στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο (COM(1999)88), η Επιτροπή επικύρωσε τις περισσότερες συστάσεις της ομάδας SLIM. Στη συνέχεια, η Επιτροπή δημιούργησε μια ομάδα εργασίας αποτελούμενη από εμπειρογνώμονες των εθνικών διοικήσεων και των ενδιαφερομένων (βιομηχανία, χειριστές δικτύων, οργανισμοί αξιολόγησης της συμμόρφωσης και τυποποίησης, χρήστες) για να βοηθήσει την Επιτροπή να εκπονήσει πρόταση αναθεώρησης της οδηγίας. Κατά τη διάρκεια του 1999 και του 2000, διάφορα σχέδια εξετάστηκαν από την ομάδα αυτή και, για να εξασφαλιστεί η διαφάνεια, τοποθετήθηκαν στον ιστοχώρο της Επιτροπής για να προσελκύσουν σχόλια από άλλα ενδιαφερόμενα μέρη. Η παρούσα πρόταση για αναθεώρηση της οδηγίας EMC εκπονήθηκε λαμβάνοντας δεόντως υπόψη τα σχόλια που έγιναν κατά τη διάρκεια αυτής της εκτενούς και ευρείας διαβούλευσης.

2.2. Στόχοι της αναθεώρησης

Γενικά, η πρόταση για αναθεώρηση διατηρεί τους στόχους της ισχύουσας οδηγίας EMC και το πεδίο εφαρμογής της. Ακολουθεί τη ρυθμιστική αντίληψη της νέας προσέγγισης και, ως επί το πλείστον, χρησιμοποιεί έννοιες που περιέχονται ήδη στην ισχύουσα οδηγία.

Το κείμενο της πρότασης εστιάζεται στους ακόλουθους στόχους :

-διασαφήνιση του πεδίου εφαρμογής με τη βελτίωση των ορισμών, την ακριβέστερη περιγραφή των εξαιρέσεων και τη συμπερίληψη έτοιμων συνδετικών διατάξεων.

-καθορισμός καταλληλότερου ρυθμιστικού καθεστώτος για τις σταθερές εγκαταστάσεις.

-βελτιωμένη σαφήνεια μέσω λεπτομερέστερων ουσιωδών απαιτήσεων.

-διευκρίνιση του ρόλου των εναρμονισμένων προτύπων.

-απλούστευση της διαδικασίας εκτίμησης της συμμόρφωσης περιορίζοντάς την σε μια ενιαία διαδικασία για τις συσκευές.

-μείωση της γραφειοκρατίας και αύξηση των δυνατοτήτων επιλογής για τους κατασκευαστές με την κατάργηση της υποχρεωτικής παρέμβασης τρίτων στην περίπτωση όπου δεν εφαρμόστηκαν τα εναρμονισμένα πρότυπα, επιτρέποντας όμως, σε κάθε περίπτωση, την προαιρετική συμμετοχή των οργανισμών εκτίμησης της συμμόρφωσης των συσκευών.

-βελτιωμένη εποπτεία της αγοράς μέσω της καλύτερης ανιχνευσιμότητας του κατασκευαστή.

Η δομή και το κείμενο της πρότασης προσαρμόστηκαν στο τεχνολογικό επίπεδο άλλων οδηγιών νέας προσέγγισης που εκδόθηκαν από το 1989 και μετά.

Ενόψει των τροποποιήσεων αυτών, προτείνεται να αντικατασταθεί η οδηγία 89/336/EOK από την παρακάτω πρόταση.

2.3. Περιεχόμενο της αναθεώρησης

Σύμφωνα με την έννοια της νέας προσέγγισης, η πρόταση αναθεώρησης καθορίζει τις απαιτήσεις ηλεκτρομαγνητικής συμβατότητας που πρέπει να πληροί ο ηλεκτρικός εξοπλισμός πριν να διατεθεί στην αγορά ή/και να τεθεί σε λειτουργία.

Βασικά, η οδηγία αναφέρεται και εφαρμόζεται στον εξοπλισμό. Ο όρος αυτός περιλαμβάνει δύο υποσύνολα: τις συσκευές και τις σταθερές εγκαταστάσεις. Διάφορες διατάξεις της οδηγίας ισχύουν τόσο για τις συσκευές όσο και για τις σταθερές εγκαταστάσεις. Αυτό συμβαίνει με τις γενικές απαιτήσεις ηλεκτρομαγνητικής προστασίας, καθώς και με την αρχή σύμφωνα με την οποία οι εν λόγω απαιτήσεις προστασίας μπορούν να βρουν τεχνική έκφραση στα προαιρετικά εναρμονισμένα πρότυπα. Τα εναρμονισμένα πρότυπα εγκρίνονται από τους ευρωπαϊκούς οργανισμούς τυποποίησης CEN (Ευρωπαϊκή Επιτροπή Τυποποίησης), CENELEC (Ευρωπαϊκή Επιτροπή Ηλεκτροτεχνικής Τυποποίησης) και ETSI (Ευρωπαϊκό Ινστιτούτο Τηλεπικοινωνιακών Προτύπων). Τα εναρμονισμένα πρότυπα πρέπει να εκπονούνται βάσει εντολής την οποία αναθέτει η Επιτροπή στους ευρωπαϊκούς οργανισμούς τυποποίησης σύμφωνα με τη διαδικασία που καθορίζεται στην οδηγία 98/34/ΕΚ. Τα εναρμονισμένα πρότυπα αφού δημοσιευτούν στην Επίσημη Εφημερίδα των ΕΚ, παρέχουν τεκμήριο συμμόρφωσης προς τις ουσιώδεις απαιτήσεις προστασίας της οδηγίας, εφόσον καλύπτονται από αυτές.

2.3.1. Διάκριση μεταξύ συσκευών και σταθερών εγκαταστάσεων

Ένας από τους βασικούς λόγους για την αναθεώρηση της οδηγίας EMC είναι η ανάγκη για διαφορετικά ρυθμιστικά καθεστώτα προσαρμοσμένα στις συσκευές και στις σταθερές εγκαταστάσεις. Ως συσκευές νοούνται τα αγαθά τα οποία, εφόσον συμμορφώνονται προς την οδηγία, μπορούν να διατεθούν στην αγορά ή/και να τεθούν σε λειτουργία οπουδήποτε εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Επομένως, εναπόκειται στον κατασκευαστή να πραγματοποιήσει, με δική του ευθύνη, εκτίμηση της συμμόρφωσης για να αποδείξει ότι η συσκευή συμμορφώνεται προς τις απαιτήσεις της οδηγίας. Η συσκευή η οποία πληροί τις απαιτήσεις πρέπει να φέρει τη σήμανση CE.

Ωστόσο, η διαδικασία εκτίμησης της συμμόρφωσης και η επίθεση της σήμανσης CE δεν ενδείκνυνται για τις σταθερές εγκαταστάσεις. Οι σταθερές εγκαταστάσεις είναι σύνολα διαφόρων συσκευών και άλλων εγκατεστημένων διατάξεων και προορίζονται για να χρησιμοποιούνται μονίμως σε έναν προκαθορισμένο τόπο εντός της ΕΕ (π.χ. δίκτυα διανομής ηλεκτρικής ενέργειας, δίκτυα τηλεπικοινωνιών, μεγάλα μηχανήματα και σύνολα μηχανημάτων σε κατασκευαστικούς χώρους). Η δικαιολογία για ένα διαφορετικό καθεστώς είναι ότι οι σταθερές εγκαταστάσεις τέτοιου είδους μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο συνεχών αλλαγών, σε συνδυασμό με τις δυσκολίες που συναντώνται στην εφαρμογή μιας ειδικής διαδικασίας εκτίμησης της συμμόρφωσης σε μια τέτοια εγκατάσταση, λόγω του μεγέθους της, της πολυπλοκότητάς της, τις απροσδιόριστες και μεταβλητές εξωτερικές συνθήκες EMC, τις λειτουργικές ανάγκες κ.λπ.

Η άποψη αυτή ενισχύεται από το γεγονός ότι οι αρμόδιες αρχές μπορούν, μετά τον εντοπισμό μιας σταθερής εγκατάστασης η οποία ενδέχεται να είναι πηγή απαράδεκτης εκπομπής, να απαιτήσουν από τον αρμόδιο να φροντίσει για τη συμμόρφωσή της.

Κατά τη διάρκεια της διαδικασίας διαβούλευσης διαπιστώθηκε ότι οι ενδιαφερόμενοι υποστηρίζουν έντονα την εφαρμογή ενός ειδικού καθεστώτος για τις σταθερές εγκαταστάσεις στο πλαίσιο της οδηγίας. Ως πηγή ή αντικείμενο πιθανών ηλεκτρομαγνητικών διαταραχών, οι εν λόγω εγκαταστάσεις αποτελούν μέρος του ηλεκτρομαγνητικού περιβάλλοντος.

Επιπλέον, είναι προς το συμφέρον της ελεύθερης κυκλοφορίας του εξοπλισμού να καθιερωθεί ένα συνεκτικό σύνολο εναρμονισμένων απαιτήσεων EMC για τον εξοπλισμό, συμπεριλαμβανομένων των σταθερών εγκαταστάσεων, οι οποίες θα παρέχουν ένα σύνολο κανόνων που θα καλύπτουν όλες τις πτυχές ενός αποδεκτού ηλεκτρομαγνητικού περιβάλλοντος.

Ακόμη, οι ταχέως μεταβαλλόμενες τεχνολογίες που χρησιμοποιούνται σε τέτοιες εγκαταστάσεις απαιτούν μια σταθερή ρυθμιστική βάση και εναρμονισμένα πρότυπα, ως εργαλεία που εξασφαλίζουν ότι μπορούν να αξιοποιηθούν πλήρως σε ολόκληρη την ΕΕ.

2.3.2. Ουσιώδεις απαιτήσεις

Οι προτάσεις καθορίζουν στο παράρτημα Ι ένα συνεκτικό και περιεκτικό καθεστώς ουσιωδών απαιτήσεων τις οποίες πρέπει να πληροί ο εξοπλισμός, δηλαδή και οι συσκευές και οι σταθερές εγκαταστάσεις.

Οι ουσιώδεις απαιτήσεις συνίστανται σε γενικές απαιτήσεις προστασίας που καλύπτουν τα χαρακτηριστικά εκπομπής και ατρωσίας του εξοπλισμού. Επιπλέον, πιο ειδικές απαιτήσεις παρουσιάζονται ξεχωριστά για τις συσκευές και για τις σταθερές εγκαταστάσεις.

Στην περίπτωση των συσκευών, ο κατασκευαστής θα πρέπει να διενεργήσει μια εκτίμηση ηλεκτρομαγνητικής συμβατότητας, στην οποία προσδιορίζονται και εξετάζονται όλα τα σχετικά φαινόμενα με σκοπό την ικανοποίηση των απαιτήσεων προστασίας. Αν τηρούνται όλα τα συναφή εναρμονισμένα πρότυπα EMC που εφαρμόζονται σε μια δεδομένη συσκευή, η εν λόγω συσκευή θεωρείται ότι έχει ικανοποιήσει την υποχρέωση εκτίμησης EMC.

Κατά γενικό κανόνα, οι συσκευές θα πρέπει να ικανοποιούν τις απαιτήσεις προστασίας χωρίς τη χρήση πρόσθετων εξωτερικών διατάξεων (όπως φιλτράρισμα ή θωρακισμός) που διατίθενται ξεχωριστά στην αγορά. Οι συσκευές πρέπει να συνοδεύονται από πληροφορίες που επιτρέπουν τον σαφή εντοπισμό του προϊόντος (π.χ. μέσω του αριθμού τύπου, του κωδικού παρτίδας, κ.λπ.) και οι οποίες αναφέρουν την επωνυμία και τη διεύθυνση του κατασκευαστή. Όταν ο κατασκευαστής ή ο εξουσιοδοτημένος αντιπρόσωπός του δεν είναι εγκατεστημένος εντός της ΕΕ, θα πρέπει να αναφέρεται το πρόσωπο που είναι εγκατεστημένο εντός της ΕΕ και είναι υπεύθυνο για την διάθεση της συσκευής στην αγορά. Οι διατάξεις αυτές στοχεύουν στην ενίσχυση των μέσων που έχουν στη διάθεσή τους οι αρχές εποπτείας της αγοράς για να ελέγχουν τη συμμόρφωση των συσκευών και να λαμβάνουν μέτρα επιβολής τα οποία ενδεχομένως θεωρούν αναγκαία.

Ο κατασκευαστής θα πρέπει να παρέχει πληροφορίες για οποιεσδήποτε ειδικές προφυλάξεις που πρέπει να λαμβάνονται πριν από την εγκατάσταση, συναρμολόγηση και χρήση των συσκευών ώστε να εξασφαλίζεται η συμμόρφωσή τους προς τις απαιτήσεις προστασίας.

Σε περιπτώσεις όπου οι συσκευές δεν πληρούν τις απαιτήσεις προστασίας σε κατοικημένες περιοχές, πρέπει να αναφέρεται αυτός ο περιορισμός χρήσης. Η απαίτηση αυτή απορρέει από τις συζητήσεις της ομάδας SLIM, η οποία κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η αναθεωρημένη οδηγία πρέπει να καθορίσει ορισμένες κατηγορίες περιβάλλοντος EMC και τους όρους σχετικά με την προβλεπόμενη χρήση. Η ανατροφοδότηση από τη διαδικασία διαβούλευσης μετά τις συστάσεις SLIM δεν επιβεβαίωσε αυτήν την ανάγκη. Ωστόσο, όταν μια συσκευή δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε κατοικημένες περιοχές λόγω των χαρακτηριστικών EMC, θεωρήθηκε σημαντικό να αναφέρεται ρητά αυτός ο περιορισμός χρήσης.

2.3.3. Διενέργεια της εκτίμησης συμμόρφωσης για συσκευές υπό την αποκλειστική ευθύνη του κατασκευαστή

Σε περιπτώσεις όπου ο κατασκευαστής δεν έχει εφαρμόσει τα εναρμονισμένα πρότυπα ή τα έχει εφαρμόσει μόνο εν μέρει, η ισχύουσα οδηγία EMC απαιτεί ένα τεχνικό φάκελο κατασκευής που περιλαμβάνει μία τεχνική έκθεση ή πιστοποιητικό το οποίο εκδίδεται από αρμόδιο οργανισμό.

Τώρα υπάρχουν εναρμονισμένα πρότυπα για όλες σχεδόν τις συσκευές. Η διαδικασία αυτοδήλωσης μέσω της εφαρμογής εναρμονισμένων προτύπων χρησιμοποιείται τώρα στο 95% των περιπτώσεων. Στην πράξη, οι οργανισμοί που είναι επίσης «αρμόδιοι οργανισμοί» καλούνται συχνά να επιβεβαιώσουν τη συμμόρφωση προς τα εναρμονισμένα πρότυπα. Η πρόταση θα καταστήσει τις υποχρεώσεις του κατασκευαστή σαφέστερες. Η εμπειρία επίσης έχει δείξει ότι η μη εφαρμογή των εναρμονισμένων προτύπων δεν μπορεί να θεωρηθεί ως κατάλληλο κριτήριο για την απαίτηση της συμμετοχής τρίτου. Επομένως, η πρόταση καταργεί την υποχρέωση προσφυγής σε αρμόδιο οργανισμό. Πρόκειται, εδώ, για βελτίωση της οδηγίας. Ωστόσο, σύμφωνα με την απόφαση 93/465/EOK του Συμβουλίου σχετικά με τις ενότητες, ο κατασκευαστής πρέπει πάντα να συντάσσει και να διατηρεί τον τεχνικό φάκελο ο οποίος επιβεβαιώνει ότι η συσκευή πληροί τις ουσιώδεις απαιτήσεις, είτε εφαρμόζονται εναρμονισμένα πρότυπα είτε όχι.

Η πρόταση προβλέπει ότι επαφίεται στον κατασκευαστή να αποφασίσει αν πρέπει να συμμετάσχει τρίτος και, σε καταφατική περίπτωση, σε ποιο βαθμό. Όπως και στις άλλες οδηγίες νέας προσέγγισης, οι οργανισμοί εκτίμησης της συμμόρφωσης θα ονομάζονται «κοινοποιημένοι οργανισμοί». Αυτή η αλλαγή του ονόματος ωστόσο, δεν συνεπάγεται τυχόν νέα αξιολόγηση των οργανισμών που έχουν ήδη οριστεί στο πλαίσιο της ισχύουσας οδηγίας.

Επίσης, αυτή η αλλαγή του ονόματος δεν επηρεάζει την ισχύουσα τομεακή πρακτική σύμφωνα με την οποία, υπό ορισμένους όρους, ένας οργανισμός εκτίμησης που υπάγεται σε έναν κατασκευαστή μπορεί να καταστεί κοινοποιημένος οργανισμός για τους σκοπούς της οδηγίας EMC.

3. ΝΟΜΙΚΗ ΒΑΣΗ

Η παρούσα πρόταση βασίζεται στο άρθρο 95 της συνθήκης ΕΚ. Αποσκοπεί στην εξασφάλιση της ελεύθερης κυκλοφορίας εξοπλισμού σε ολόκληρη την ευρωπαϊκή εσωτερική αγορά με τον καθορισμό εναρμονισμένων απαιτήσεων ηλεκτρομαγνητικής συμβατότητας. Το άρθρο 95 καλύπτει επίσης τις απαιτήσεις EMC για τις σταθερές εγκαταστάσεις. Η λειτουργία της εσωτερικής αγοράς μπορεί να εξασφαλιστεί μόνο αν τόσο οι συσκευές όσο και οι σταθερές εγκαταστάσεις σχεδιάζονται και κατασκευάζονται σύμφωνα με ένα συνεκτικό και ομοιογενές σύνολο απαιτήσεων EMC.

Η πρόταση παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο.

4. ΑΝΑΛΟΓΙΚΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟΤΗΤΑ

Ο βασικός στόχος της προτεινόμενης δράσης είναι να εξασφαλιστεί η λειτουργία της εσωτερικής αγοράς απαιτώντας τη συμμόρφωση του εξοπλισμού με ένα επαρκές επίπεδο ηλεκτρομαγνητικής συμβατότητας. Σύμφωνα με την αρχή της επικουρικότητας, όπως ορίζεται στο άρθρο 5 της συνθήκης, το μέτρο αυτό προτείνεται δεδομένου ότι οι στόχοι που καθορίζονται παραπάνω δεν μπορούν να επιτευχθούν επαρκώς από τα κράτη μέλη και δύνανται συνεπώς, λόγω των διαστάσεων ή των αποτελεσμάτων τους, να επιτευχθούν καλύτερα σε κοινοτικό επίπεδο.

Η οδηγία 89/336/ΕΟΚ ακολουθεί τις αρχές που καθορίζονται στο ψήφισμα του Συμβουλίου της 7ης Μαΐου 1985 για νέα προσέγγιση στο θέμα της τεχνικής εναρμόνισης και τυποποίησης. Σύμφωνα με την εν λόγω προσέγγιση, οι ουσιώδεις απαιτήσεις που καθορίζονται στην παρούσα πρόταση αποκτούν τεχνική έκφραση με εναρμονισμένα ευρωπαϊκά πρότυπα τα οποία εγκρίνονται από διάφορους ευρωπαϊκούς οργανισμούς τυποποίησης. Κατά τη διάρκεια της δεκαετούς εφαρμογής της, η οδηγία απέδειξε ότι είναι σύμφωνη με την αρχή της αναλογικότητας όπως καθορίζεται στο άρθρο 5 της συνθήκης. Βάσει της εμπειρίας αυτής, η παρούσα πρόταση ακολουθεί ακριβώς τις ίδιες αρχές και, συνεπώς, δεν υπερβαίνει τα αναγκαία όρια για την επίτευξη των εν λόγω στόχων.

5. ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟ ΤΗΣ ΠΡΟΤΑΣΗΣ

Το διατακτικό της πρότασης αναθεώρησης απαρτίζεται από τέσσερα κεφάλαια :

-Κεφάλαιο 1: γενικές διατάξεις.

-Κεφάλαιο 2: συσκευές.

-Κεφάλαιο 3: σταθερές εγκαταστάσεις.

-Κεφάλαιο 4: τελικές διατάξεις.

Οι διατάξεις της πρότασης καθορίζονται λεπτομερέστερα εφόσον παρεκκλίνουν ουσιαστικά από την ισχύουσα οδηγία.

5.1. Κεφάλαιο 1: γενικές διατάξεις

5.1.1. Άρθρο 1 - Πεδίο εφαρμογής

Ο ραδιοεξοπλισμός και ο τηλεπικοινωνιακός τερματικός εξοπλισμός που καλύπτονται από την οδηγία 1999/5/ΕΚ εξαιρούνται από το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας EMC. Ωστόσο, η οδηγία σχετικά με το ραδιοεξοπλισμό και τον τηλεπικοινωνιακό τερματικό εξοπλισμό (1999/5/ΕΚ) αναφέρεται ρητά σε μια σειρά ειδικών διατάξεων της οδηγίας EMC και προβλέπει την εφαρμογή τους. Λόγω της τροποποίησης της οδηγίας EMC, οι αλλαγές σχετικά με τις αναφορές στην οδηγία EMC μπορούν να εντοπιστούν με τη βοήθεια του πίνακα αντιστοιχίας που περιλαμβάνεται στο παράρτημα VI της πρότασης.

Τα αεροσκάφη και ο εξοπλισμός που τοποθετείται σε αεροσκάφη θα εξαιρούνται ρητά από την οδηγία EMC. Η εξαίρεση αυτή είναι αποτέλεσμα των συμπερασμάτων μιας μελέτης που πραγματοποιήθηκε από την CENELEC βάσει εντολής της Επιτροπής και με τη βοήθεια εμπειρογνωμόνων σε θέματα προδιαγραφών EMC και αεροσκαφών. Τα αεροσκάφη μπορούν να θεωρηθούν ως πολύ ειδικό περιβάλλον όσον αφορά την ηλεκτρομαγνητική συμβατότητα. Οι ανάγκες προστασίας όσον αφορά την ηλεκτρομαγνητική συμβατότητα μπορούν να ικανοποιηθούν πλήρως με ειδικούς κανονισμούς σχετικά με τα αεροσκάφη.

Επιπλέον, η οδηγία EMC δεν θα εφαρμόζεται στον εξοπλισμό ο οποίος, λόγω των εγγενών φυσικών χαρακτηριστικών του, είναι ακίνδυνος από την άποψη της ηλεκτρομαγνητικής συμβατότητας. Για παράδειγμα, αυτό μπορεί να ισχύει για ορισμένα ωρολόγια χειρός ή ευχητήριες κάρτες που έχουν ενσωματωμένες ηλεκτρονικές διατάξεις.

5.1.2. Άρθρο 2

Το άρθρο αυτό περιέχει νομικούς ορισμούς για τους σημαντικότερους τεχνικούς όρους, όπως οι συσκευές, οι σταθερές εγκαταστάσεις και η ηλεκτρομαγνητική συμβατότητα. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι μόνο τα συστατικά μέρη ή τα υποσύνολα, που προορίζονται να ενσωματωθούν από τον τελικό χρήστη και είτε ενδέχεται να προκαλέσουν ηλεκτρομαγνητική διαταραχή ή των οποίων η λειτουργία μπορεί να επηρεαστεί από τέτοιου είδους διαταραχή, θεωρούνται συσκευές κατά την έννοια της οδηγίας.

Οι έτοιμες συνδετικές διατάξεις που προορίζονται για τη μετάδοση σημάτων θεωρούνται συσκευές, υπό ορισμένους όρους, και υπόκεινται στις διατάξεις της οδηγίας οι οποίες αφορούν τις ουσιώδεις απαιτήσεις, το καθεστώς εκτίμησης της συμμόρφωσης και τη σήμανση CE. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι αυτό δεν ισχύει για τα καλώδια αλλά μόνο για τις έτοιμες διατάξεις οι οποίες διατίθενται στην αγορά ξεχωριστά από τις συσκευές. Μια τεχνική μελέτη που πραγματοποιήθηκε από την Επιτροπή καθώς και η πρακτική εμπειρία των κρατών μελών επιβεβαίωσε την ανάγκη να συμπεριληφθούν οι έτοιμες συνδετικές διατάξεις στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας. Με τη συμπερίληψη αυτή, θα αποφευχθούν οι εθνικοί κανονισμοί που ενδεχομένως επηρεάζουν την ελεύθερη κυκλοφορία τέτοιων διατάξεων.

5.1.3. Άρθρο 6

Το άρθρο αυτό εξηγεί ότι ο εξοπλισμός, στον οποίο έχουν εφαρμοστεί εναρμονισμένα πρότυπα, θα πρέπει να επωφελείται από το τεκμήριο συμμόρφωσης προς τις ουσιώδεις απαιτήσεις. Τα εναρμονισμένα πρότυπα αποτελούν ακριβέστερη τεχνική έκφραση των ουσιωδών απαιτήσεων για τον εξοπλισμό ο οποίος εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής τους. Η κάλυψη των σταθερών εγκαταστάσεων από τις ουσιώδεις απαιτήσεις και τα εναρμονισμένα πρότυπα θα αποτρέψει την εφαρμογή εθνικών κανονισμών σχετικά με την ηλεκτρομαγνητική συμβατότητα, οι οποίοι υπερβαίνουν σήμερα το επίπεδο προδιαγραφής που εκτίθεται λεπτομερώς στην οδηγία.

5.2. Κεφάλαιο 2: συσκευές

Σύμφωνα με το άρθρο 7, οι κατασκευαστές πρέπει να εκτιμήσουν, με δική τους ευθύνη, τη συμμόρφωση των συσκευών προς τις ουσιώδεις απαιτήσεις, ανεξάρτητα από το αν τα προϊόντα κατασκευάζονται ή όχι σύμφωνα με εναρμονισμένα πρότυπα. Η συμμόρφωση πρέπει να καταδειχθεί μέσω ενός τεχνικού φακέλου και να πιστοποιηθεί μέσω της έκδοσης δήλωσης συμμόρφωσης. Ο τεχνικός φάκελος και η δήλωση συμμόρφωσης θα πρέπει να βρίσκονται στη διάθεση των αρμόδιων αρχών, κατόπιν αιτήσεως, για διάστημα δέκα ετών από την κατασκευή της τελευταίας συσκευής. Η συμμετοχή κοινοποιημένου οργανισμού επαφίεται στην κρίση των κατασκευαστών. Οι κοινοποιημένοι οργανισμοί μπορούν να εκδίδουν πιστοποιητικά που επιβεβαιώνουν την πλήρη συμμόρφωση προς τις ουσιώδεις απαιτήσεις ή μόνο εν μέρει προς δεδομένες απαιτήσεις, κατόπιν αιτήματος ενός κατασκευαστή (βλέπε σημείο 2.3.1). Η διαδικασία κοινοποίησης των οργανισμών και οι διατάξεις σχετικά με τη δημοσίευση (άρθρο 11) ακολουθούν κατά κανόνα τις απαιτήσεις που βρίσκονται σε άλλες οδηγίες νέας προσέγγισης.

Μετά τη θέση σε ισχύ της οδηγίας 1999/5/ΕΚ η οποία προβλέπει στο εξής την εφαρμογή των διατάξεων EMC σε όλους σχεδόν τους ραδιοπομπούς, θεωρείται δυσανάλογο να συνεχιστεί ένα υποχρεωτικό καθεστώς παρέμβασης τρίτων για τους πομπούς που εξακολουθούν να εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας EMC. Ο εξοπλισμός ραδιομετάδοσης που εξακολουθεί να εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής θα υπόκειται επομένως στις ίδιες διατάξεις με τις άλλες συσκευές.

5.3. Κεφάλαιο 3: σταθερές εγκαταστάσεις

To άρθρο 12 προβλέπει ένα ειδικό καθεστώς για τις σταθερές εγκαταστάσεις.

Στην περίπτωση που τέτοιες εγκαταστάσεις κατασκευάζονται ή τροποποιούνται χρησιμοποιώντας συσκευές οι οποίες είναι γενικά διαθέσιμες στην αγορά, οι διατάξεις για τις συσκευές αυτές εκτίθενται λεπτομερώς στο κεφάλαιο 2. Ωστόσο, αν οι συσκευές που χρησιμοποιούνται έχουν σχεδιαστεί ειδικά για μια δεδομένη σταθερή εγκατάσταση και επομένως δεν είναι διαθέσιμες στην αγορά, ο κατασκευαστής πρέπει να αποφασίσει αν θα εφαρμόσει ή όχι τις διατάξεις του κεφαλαίου 2.

Εντούτοις, αν οι γενικές διατάξεις για συσκευές (άρθρα 5, 7 και 8) δεν εφαρμόζονται στις συσκευές που έχουν σχεδιαστεί για μια συγκεκριμένη εγκατάσταση, οι εν λόγω συσκευές θα πρέπει να συνοδεύονται από πιο συγκεκριμένες πληροφορίες οι οποίες θα αναφέρουν τον τόπο της προβλεπόμενης χρήσης και τις προφυλάξεις που πρέπει να λαμβάνονται όσον αφορά την εγκατάσταση.

Το άρθρο 12 δεν απαιτεί τη διενέργεια μιας τυπικής διαδικασίας εκτίμησης της συμμόρφωσης για σταθερές εγκαταστάσεις πριν από τη θέση σε λειτουργία. Όπως αναφέρεται παραπάνω, η ομάδα SLIM διαπίστωσε, πράγμα που επιβεβαιώθηκε και από τη διαδικασία διαβούλευσης που ακολούθησε, ότι η εφαρμογή μιας διαδικασίας εκτίμησης της συμμόρφωσης ενδέχεται να είναι δύσκολη ή ακόμα και αδύνατη, καθώς και δυσανάλογη λαμβάνοντας υπόψη την τεχνική πολυπλοκότητα των εγκαταστάσεων και τις τροποποιήσεις που ενδέχεται να υποστούν καθ' όλη τη διάρκεια ζωής τους. Όταν υπάρχουν ενδείξεις μη συμμόρφωσης, για παράδειγμα ύστερα από καταγγελίες για διαταραχές που προκαλούνται από τέτοιες εγκαταστάσεις, οι δημόσιες αρχές μπορούν να ζητήσουν απόδειξη της συμμόρφωσης και, ενδεχομένως, να προβούν στην κατάλληλη εκτίμηση. Το άρθρο 12 προβλέπει ότι επαφίεται στα κράτη μέλη να ορίσουν βάσει της εθνικής νομοθεσίας το πρόσωπο ή τα πρόσωπα που θα είναι υπεύθυνα για τη συμμόρφωση της σταθερής εγκατάστασης προς τις σχετικές ουσιώδεις απαιτήσεις.

5.4. Κεφάλαιο 4: τελικές διατάξεις

Η οδηγία 89/336/EOK θα πρέπει να ακυρωθεί. Σύμφωνα με τον πίνακα αντιστοιχίας του παραρτήματος VI, οι αναφορές στην οδηγία 89/336/EOK, για παράδειγμα στα εναρμονισμένα πρότυπα, πρέπει να θεωρηθούν ότι παραπέμπουν στην αναθεωρημένη οδηγία.

5.5. Παράρτημα I: Ουσιώδεις απαιτήσεις

Βλέπε σημείο 2.3.2

5.6. Παραρτήματα II έως IV

Τα παραρτήματα αυτά περιλαμβάνουν τις τροποποιημένες διατάξεις των οδηγιών νέας προσέγγισης.

5.7. Παράρτημα V

Το Παράρτημα αυτό ορίζει ότι η σωστή εφαρμογή των εναρμονισμένων προτύπων ισοδυναμεί με την πραγματοποίηση μιας εκτίμησης EMC κατά την έννοια του παραρτήματος Ι. Επιπλέον, γίνεται αναφορά στα έγγραφα τυποποίησης που ενημερώνουν τους κατασκευαστές σχετικά με την επιλογή και τη χρήση εναρμονισμένων προτύπων. Τα έγγραφα αυτά πρέπει να βοηθούν τους κατασκευαστές ιδίως σε περιπτώσεις όπου το τεκμήριο συμμόρφωσης προς τις απαιτήσεις συνεπάγεται την ταυτόχρονη εφαρμογή διαφόρων προτύπων.

6. ΣΥΝΟΧΗ ΜΕ ΑΛΛΕΣ ΚΟΙΝΟΤΙΚΕΣ ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ

Η συνοχή με άλλες κοινοτικές πολιτικές διασφαλίζεται ιδιαίτερα από το γεγονός ότι οι αρχές στις οποίες βασίζεται η οδηγία αυτή είναι εκείνες που καθορίζονται στο ψήφισμα του Συμβουλίου της 7ης Μαΐου 1985 για νέα προσέγγιση στο θέμα της τεχνικής εναρμόνισης και τυποποίησης. Επιπλέον, η διασύνδεση με άλλα κοινοτικά νομοθετικά μέτρα έχει ληφθεί ιδιαίτερα υπόψη, εξαιρώντας από το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας τον ειδικό εξοπλισμό, κατά την έννοια του άρθρου 1, παράγραφος 2 της παρούσας πρότασης.

7. ΕΞΩΤΕΡΙΚΕΣ ΔΙΑΒΟΥΛΕΥΣΕΙΣ

Όπως αναφέρεται στο σημείο 2.1, η διαδικασία αναθεώρησης της οδηγίας άρχισε μετά την ανακοίνωση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο (COM(1999)88), όπου η Επιτροπή επικυρώνει τις περισσότερες από τις συστάσεις της ομάδας SLIM η οποία αποτελείται από ανεξάρτητους εμπειρογνώμονες.

Η πρόταση για την αναθεώρηση της οδηγίας EMC εκπονήθηκε με τη συνδρομή μιας ομάδας εργασίας SLIM EMC, αποτελούμενη από εκπροσώπους των κρατών μελών και της βιομηχανίας (κατασκευαστές, χειριστές δικτύων, οργανισμοί τυποποίησης, κ.λπ.).

Μετά τις εργασίες της εν λόγω ομάδας, εκπονήθηκαν διάφορα σχέδια της μελλοντικής οδηγίας EMC για συζήτηση και δημοσιεύτηκαν στον ιστοχώρο της Επιτροπής, ώστε να ενημερωθούν όσο το δυνατόν περισσότερα ενδιαφερόμενα μέρη.

Προκειμένου να παρασχεθούν στην Επιτροπή και σε όλα τα άλλα ενδιαφερόμενα μέρη οι αναγκαίες τεχνικές πληροφορίες, πραγματοποιήθηκε μια ανεξάρτητη μελέτη κατά τη διάρκεια του έτους 2000 στο πλαίσιο σύμβασης της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Βάσει των τεχνικών πορισμάτων της μελέτης, προστέθηκε η πρόταση να συμπεριληφθούν οι έτοιμες συνδετικές διατάξεις στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας και να προβλεφθούν ειδικές διατάξεις για τις σταθερές εγκαταστάσεις.

Ομοίως, η αξιολόγηση που περιγράφεται στο σημείο 8 υποστηρίχθηκε από μια ανεξάρτητη μελέτη η οποία πραγματοποιήθηκε το 2001 με στόχο την ανάλυση κόστους/ωφέλειας της προτεινόμενης αναθεώρησης της οδηγίας.

8. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ

Η εκτίμηση των επιπτώσεων μιας αναθεώρησης της οδηγίας στην ευρωπαϊκή οικονομία βασίζεται σε μελέτη που πραγματοποιήθηκε από εξωτερικό οργανισμό.

Σκοπός της μελέτης είναι ο ποσοτικός προσδιορισμός του αντίκτυπου των αλλαγών που εισάγονται με το προτεινόμενο κείμενο για τα διάφορα ενδιαφερόμενα μέρη. Πρόκειται για μια περίπτωση πιλοτικής εφαρμογής του νέου προσανατολισμού της Επιτροπής, η οποία σκοπεύει να χρησιμοποιήσει την αξιολόγηση του αντίκτυπου ως εργαλείο για τη βελτίωση της ποιότητας και της συνεκτικότητας της διαδικασίας ανάπτυξης πολιτικών, όπως εκφράζεται σε πρόσφατη ανακοίνωση της Επιτροπής*.

Για το λόγο αυτό, η μελέτη πραγματοποιήθηκε βάσει συνεντεύξεων με τα ενδιαφερόμενα μέρη, δηλαδή κατασκευαστές, τεχνικούς εγκαταστάσεων, οργανισμούς πιστοποίησης, ιδιώτες και επαγγελματίες χρήστες και δημόσιες αρχές αρμόδιες για την ηλεκτρομαγνητική συμβατότητα. Η τελική έκθεση της μελέτης είναι διαθέσιμη στον ιστοχώρο της Επιτροπής.

Η εκτίμηση αφορούσε τα ακόλουθα βασικά σημεία:

-βελτίωση της ασφάλειας δικαίου του κειμένου θέτοντας στη διάθεση των υπεύθυνων για την τήρηση και την εφαρμογή της οδηγίας ένα σαφέστερο και λεπτομερέστερο κείμενο που δίνει απαντήσεις στις διάφορες ερμηνείες του υπάρχοντος κειμένου,

-συνεκτικός και πιο λεπτομερής καθορισμός των πτυχών που καλύπτονται από την οδηγία,

-πεδίο δράσης των οργανισμών πιστοποίησης,

-προσδιορισμός των ουσιωδών απαιτήσεων και διασαφήνιση της εφαρμογής των εναρμονισμένων προτύπων,

-ειδικές ρυθμίσεις για τις σταθερές εγκαταστάσεις.

Από τη μελέτη προκύπτει ότι οι περισσότεροι από τους εμπλεκόμενους στον τομέα αυτό πιστεύουν πως η πρόταση οδηγίας θα τυποποιήσει τους μηχανισμούς που εφαρμόζονται αυτή τη στιγμή και, ως εκ τούτου, η μελέτη συνιστά την αναθεώρηση της οδηγίας. Προς το παρόν, η οδηγία συμπληρώνεται από έναν οδηγό. Το σημαντικότερο ποιοτικό πλεονέκτημα θα είναι η εξασφάλιση μιας νομικής βάσης για τους χρήστες του οδηγού αυτού. Ένα δεύτερο ποιοτικό πλεονέκτημα θα είναι η προσδοκώμενη μείωση του επιπέδου ηλεκτρομαγνητικών παρεμβολών, που θα ωφελήσει κυρίως τους χρήστες και τους χειριστές δικτύων ηλεκτρικής ενέργειας και τηλεπικοινωνιών.

Σύμφωνα με τη μελέτη το συνολικό τυπικό καθαρό κόστος για όλα τα θιγόμενα μέρη στην ΕΕ θα είναι 2,4 δισεκατομμύρια EUR κατά τη διάρκεια των 8 ετών που αναμένεται να παραμείνει σε ισχύ η τροποποιημένη οδηγία. Αυτό αντιπροσωπεύει λιγότερο από το 0,1% της ευρωπαϊκής παραγωγής προϊόντων EMC κατά τη διάρκεια της ίδιας περιόδου. Αυτό το καθαρό κόστος θα βαρύνει σε μεγάλο βαθμό (90%) τους κατασκευαστές. Η ανάλυση ευαισθησίας έδειξε ευλόγως σταθερά αποτελέσματα: το τυπικό κόστος συμπίπτει με το μέσο και το διάμεσο κόστος. η χαμηλότερη εκτίμηση είναι - 1,3 δισεκατομμύρια EUR, το τεταρτημόριο 25% - 1,9 δισεκατομμύρια EUR, το τεταρτημόριο 75% - 2,9 δισεκατομμύρια EUR και η υψηλότερη εκτίμηση - 3,5 δισεκατομμύρια EUR. Οι κυριότερες αβεβαιότητες στις εκτιμήσεις κόστους/ωφέλειας προκαλούνται, σύμφωνα με τη μελέτη, από την έλλειψη σαφήνειας στη χρήση προτύπων και τις αποκλίνουσες ερμηνείες όσον αφορά το πεδίο εφαρμογής, τον ορισμό των προϊόντων και το καθεστώς για τις σταθερές εγκαταστάσεις. Η Επιτροπή είναι της γνώμης ότι οι διατάξεις των άρθρων 1 και 2 (πεδίο εφαρμογής και ορισμοί) και του παραρτήματος V (εφαρμογή των εναρμονισμένων προτύπων) θα περιορίσουν τις αβεβαιότητες. Οι εν λόγω διατάξεις έτυχαν σημαντικής υποστήριξης κατά τη διαδικασία διαβούλευσης.

Σε πιο αναλυτικό επίπεδο, ορισμένα ειδικά σημεία χρειάζονται διευκρίνιση:

(1) Τροποποίηση του πεδίου εφαρμογής: Η πρόταση οδηγίας εξαιρεί από το πεδίο εφαρμογής της τις συσκευές με χαμηλό επίπεδο εκπομπής αλλά περιλαμβάνει ρητά τις έτοιμες συνδετικές διατάξεις που προορίζονται για σύνδεση σε συσκευή από έναν τελικό χρήστη για τη μετάδοση σημάτων. Η μελέτη έδειξε ότι η συμπερίληψη των εν λόγω διατάξεων δημιουργεί ένα σημαντικό στοιχείο κόστους (περίπου 60% του συνολικού ακαθάριστου κόστους), το οποίο βαρύνει σε μεγάλο βαθμό τους κατασκευαστές, ιδίως στον τομέα της τεχνολογίας πληροφοριών. Κατά τη γνώμη της Επιτροπής, ωστόσο, αυτό μετριάζεται από το γεγονός ότι η συμπερίληψη αυτού του τύπου εξοπλισμού, που συνιστάται επίσης από μια ανεξάρτητη τεχνική μελέτη, θα αποτρέψει ενδεχομένως τη θέσπιση διαφορετικών εθνικών νομοθετικών μέτρων. Δεδομένου ότι θα εξασφαλίσει την ομαλή λειτουργία της εσωτερικής αγοράς για τα εν λόγω προϊόντα, αυτό θα αποτελέσει ένα βήμα προς μία γενική μεσοπρόθεσμη μείωση του κόστους. Από την άλλη μεριά, η συμπερίληψη αυτού του τύπου έτοιμων συνδετικών διατάξεων θα αυξήσει το φόρτο εργασίας των οργανισμών πιστοποίησης, αλλά σε μικρότερο βαθμό. Αντίθετα, τόσο οι τελικοί χρήστες όσο και οι χειριστές εκτίμησαν ότι θα υπάρξει όφελος από την προσδοκώμενη μείωση των ηλεκτρομαγνητικών παρεμβολών. Η εξαίρεση των συσκευών χαμηλών εκπομπών δεν αλλάζει τίποτα.

(2) Σταθερές εγκαταστάσεις: Η πρόταση οδηγίας καλύπτει ρητά τον εξοπλισμό που έχει σχεδιαστεί ειδικά για να ενσωματωθεί σε μια σταθερή εγκατάσταση και απαιτεί να κατασκευάζονται οι σταθερές εγκαταστάσεις σύμφωνα με την ορθή μηχανολογική πρακτική. Κατά συνέπεια, διαπιστώθηκε μείωση του κόστους των κατασκευαστών, συνοδευόμενη από προβλέψιμη μείωση των δραστηριοτήτων των οργανισμών τυποποίησης. Εντούτοις, οι καταγγελίες ενδέχεται να προκαλέσουν σημαντικό κόστος, από τη στιγμή που η οδηγία προβλέπει ότι είναι δυνατόν να αποδειχθεί η συμμόρφωση προς τις απαιτήσεις σε συγκεκριμένες περιπτώσεις, πράγμα που θα μπορούσε να εκμηδενίσει τα προσδοκώμενα οφέλη.

(3) Παρέμβαση κοινοποιημένων οργανισμών: Η ισχύουσα οδηγία απαιτεί, σε ορισμένες περιπτώσεις την παρέμβαση ενός «αρμόδιου οργανισμού» ο οποίος εκδίδει πιστοποιητικό ή συντάσσει τεχνική έκθεση που τοποθετείται στον τεχνικό φάκελο και αποδεικνύει τη συμμόρφωση προς τις ουσιώδεις απαιτήσεις. Στην προτεινόμενη οδηγία, οι εν λόγω οργανισμοί ονομάζονται «κοινοποιημένοι οργανισμοί» ώστε να υπάρξει συνοχή με τις άλλες οδηγίες νέας προσέγγισης. Η παρέμβαση ενός τέτοιου οργανισμού δεν είναι πλέον υποχρεωτική και η πρόταση ορίζει ότι επαφίεται στον κατασκευαστή να ζητήσει την παρέμβαση ενός τέτοιου οργανισμού αν το θεωρήσει σκόπιμο. Η μελέτη δείχνει ότι ενδέχεται να υπάρξουν λιγότερες περιπτώσεις προσφυγής στους κοινοποιημένους οργανισμούς, πράγμα που συνεπάγεται μείωση του κόστους το οποίο βαρύνει τους κατασκευαστές, ενώ οι αρχές εποπτείας της αγοράς θα πρέπει να επενδύσουν περισσότερο στην τεχνική πραγματογνωμοσύνη.

(4) Αναθεώρηση του ουσιωδών απαιτήσεων

(α) Εκτίμηση της ηλεκτρομαγνητικής συμβατότητας: Ορισμένοι κατασκευαστές του τομέα της τεχνολογίας πληροφοριών τόνισαν ότι η μαξιμαλιστική ερμηνεία της απαίτησης σχετικά με τη διασφάλιση συμμόρφωσης όλων των διατάξεων θα απαιτούσε την πραγματική δοκιμή όλων αυτών των διατάξεων, πράγμα που θα δημιουργούσε σημαντικό πρόσθετο κόστος. Λαμβάνοντας υπόψη αυτή τη διαπίστωση της μελέτης εκτίμησης των επιπτώσεων, η πρόταση οδηγίας τροποποιήθηκε ώστε να διευκρινιστεί η ερμηνεία της με την εισαγωγή μιας λογικότερης ρύθμισης η οποία δεν απαιτεί τη δοκιμή όλων των διατάξεων. Έτσι, καταργήθηκε μια ενδεχόμενη πηγή πρόσθετης ζημίας κοινωνικής ωφέλειας.

(β) Συμμόρφωση χωρίς εξωτερικές διατάξεις: Η πρόταση οδηγίας απαιτεί τη συμμόρφωση των συσκευών προς τις βασικές απαιτήσεις χωρίς τη βοήθεια εξωτερικών διατάξεων. Το σχετικό εφάπαξ κόστος σχεδιασμού βαρύνει τους κατασκευαστές και περιορίζεται στα πρώτα δύο έτη εφαρμογής της οδηγίας.

(γ) Διάθεση πληροφοριών: Οι κατασκευαστές υπογράμμισαν το υψηλό κόστος (περίπου 30% του συνολικού ακαθάριστου κόστους) που οφείλεται στις απαιτήσεις σχετικά με τις ειδικές πληροφορίες που πρέπει να παρέχονται μαζί με τις συσκευές, όπως ορίζεται στο παράρτημα Ι της πρότασης οδηγίας, λόγω της ανάγκης αλλαγής της διαδικασίας τεκμηρίωσης και, ενδεχομένως, της διαδικασίας παραγωγής. Αυτή η ενίσχυση των απαιτήσεων όσον αφορά την τεκμηρίωση σε σχέση με τις ισχύουσες απαιτήσεις τεκμηρίωσης θα καλύψουν ένα κενό της ισχύουσας οδηγίας και θα ευθυγραμμίσουν τις απαιτήσεις με αυτές των άλλων οδηγιών νέας προσέγγισης. Το προτεινόμενο καθεστώς θα επιτρέψει στις αρχές εποπτείας της αγοράς να εντοπίζουν ευκολότερα τις περιπτώσεις μη συμμόρφωσης και επομένως θα τις βοηθήσει στη λήψη μέτρων κατά των κατασκευαστών οι οποίοι δεν συμμορφώνονται με την οδηγία.

(5) Εφαρμογή των εναρμονισμένων προτύπων: Η πρόταση οδηγίας διασαφηνίζει την έννοια της συμμόρφωσης με τα πρότυπα. Ορισμένοι κατασκευαστές εξέφρασαν φόβους ότι μια κατά γράμμα εφαρμογή των προτύπων ενδέχεται να επιβάλλει νέους περιορισμούς όσον αφορά τις μεθόδους δοκιμής και τα μέσα που πρέπει να χρησιμοποιούνται, δημιουργώντας έτσι σημαντικό κόστος. Ωστόσο, είναι θεμελιώδες, για λόγους δικαιοσύνης, τα πρότυπα, των οποίων η εφαρμογή παραμένει προαιρετική, να εφαρμόζονται όμοια από όλους τους κατασκευαστές, πτυχή που διευκρινίζεται με την παρούσα πρόταση.

Η μελέτη εκτίμησης των επιπτώσεων αποδείχθηκε εξαιρετικά χρήσιμη. Τα πορίσματα της μελέτης οδήγησαν σε βελτιώσεις του κειμένου της οδηγίας, αποφεύγοντας πιθανές πηγές ζημίας κοινωνικής ωφέλειας. Σύμφωνα με τη μελέτη, η πρόταση οδηγίας συνεπάγεται εξαιρετικά χαμηλό κόστος όσον αφορά τον όγκο της αγοράς. Η μελέτη καταλήγει επίσης στο συμπέρασμα ότι η πρόταση οδηγίας μπορεί να έχει ποιοτικά οφέλη τα οποία είναι δύσκολο να υπολογιστούν ποσοτικά, κυρίως όσον αφορά το επίπεδο προστασίας που επιτυγχάνεται.

Οι σημαντικοί παράγοντες κόστους που εντοπίζονται θα πρέπει επομένως να επανεξεταστούν σε σχέση με τα οφέλη που αποφέρει η πρόταση. Τα εν λόγω οφέλη περιλαμβάνουν βελτιωμένη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς, μεγαλύτερη ευελιξία για τους παράγοντες της αγοράς, καλύτερη προστασία για ορισμένες πτυχές και βελτίωση των εργαλείων που έχουν στη διάθεσή τους οι αρμόδιες για την εποπτεία της αγοράς αρχές.

2002/0306 (COD)

Πρόταση ΟΔΗΓΙΑΣ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ για την προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών σχετικά με την ηλεκτρομαγνητική συμβατότητα

(Κείϴενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)

ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη:

τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και ιδίως το άρθρο 95,

την πρόταση της Επιτροπής [1],

[1] ΕΕ C , , σ. .

τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής [2],

[2] ΕΕ C , , σ. .

Ενεργώντας σύμφωνα με τη διαδικασία που καθορίζεται στο άρθρο 251 της συνθήκης [3],

[3] ΕΕ C , , σ. .

Εκτιμώντας τα εξής:

(1) Η οδηγία 89/336/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 3ης Μαΐου 1989 για την προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών σχετικά με την ηλεκτρομαγνητική συμβατότητα [4] αποτέλεσε αντικείμενο αναθεώρησης στο πλαίσιο της πρωτοβουλίας η οποία είναι γνωστή ως απλούστερη νομοθεσία για την εσωτερική αγορά (SLIM) [5]. Τόσο η διαδικασία SLIM [6] όσο και η διεξοδική διαβούλευση που ακολούθησε αποκάλυψαν την ανάγκη συμπλήρωσης, ενίσχυσης και διασαφήνισης του πλαισίου που θεσπίζεται από την οδηγία 89/336/EOK.

[4] ΕΕ L 139, 23.5.1989, σ.19, όπως τροποποιήθηκε τελευταία από την οδηγία 93/68/EOK (ΕΕ L 220, 30.8.1993, σ.1).

[5] COM(1996)559.

[6] COM(1999)88.

(2) Τα κράτη μέλη είναι υπεύθυνα να διασφαλίζουν ότι τα δίκτυα ραδιοεπικοινωνιών, διανομής ηλεκτρικής ενέργειας και τηλεπικοινωνιών, καθώς και ο εξοπλισμός που συνδέεται με αυτά, προστατεύονται από τις ηλεκτρομαγνητικές διαταραχές.

(3) Οι εθνικές διατάξεις που εξασφαλίζουν την προστασία από τις ηλεκτρομαγνητικές διαταραχές πρέπει να είναι εναρμονισμένες για να εγγυώνται την ελεύθερη κυκλοφορία των ηλεκτρικών και ηλεκτρονικών συσκευών, χωρίς τη μείωση των υφιστάμενων και δικαιολογημένων βαθμών προστασίας στα κράτη μέλη.

(4) Η προστασία από τις ηλεκτρομαγνητικές διαταραχές απαιτεί την επιβολή υποχρεώσεων στους διάφορους οικονομικούς παράγοντες. Οι εν λόγω υποχρεώσεις πρέπει να εφαρμόζονται με δίκαιο και αποτελεσματικό τρόπο για την επίτευξη αυτής της προστασίας.

(5) Η ηλεκτρομαγνητική συμβατότητα του εξοπλισμού πρέπει να ρυθμιστεί με στόχο την εξασφάλιση της λειτουργίας της εσωτερικής αγοράς, δηλαδή ενός χώρου δίχως εσωτερικά σύνορα όπου εμπορεύματα, άτομα, υπηρεσίες και κεφάλαια διακινούνται ελεύθερα.

(6) Ο εξοπλισμός που καλύπτεται από την παρούσα οδηγία πρέπει να περιλαμβάνει τόσο τις συσκευές όσο και τις σταθερές εγκαταστάσεις. Όμως, θα προβλεφθούν ξεχωριστές διατάξεις για κάθε κατηγορία. Ο λόγος είναι ότι ενώ οι ίδιες οι συσκευές υπόκεινται στην ελεύθερη κυκλοφορία εντός της Κοινότητας, οι σταθερές εγκαταστάσεις είναι τοποθετημένες για μόνιμη χρήση σ' ένα προκαθορισμένο χώρο, ως σύνολα διαφόρων τύπων συσκευών και, ενδεχομένως, άλλων διατάξεων. Η σύνθεση και η λειτουργία των ενλόγω εγκαταστάσεων ανταποκρίνεται στις περισσότερες περιπτώσεις στις ειδικές ανάγκες των χειριστών τους.

(7) Ο ραδιοεξοπλισμός και ο τηλεπικοινωνιακός τερματικός εξοπλισμός δεν καλύπτονται από την παρούσα οδηγία δεδομένου ότι διέπονται ήδη από την οδηγία 1999/5/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 9ης Μαρτίου 1999, σχετικά με το ραδιοεξοπλισμό και τον τηλεπικοινωνιακό τερματικό εξοπλισμό και την αμοιβαία αναγνώριση της πιστότητας των εξοπλισμών αυτών [7]. Οι απαιτήσεις ηλεκτρομαγνητικής συμβατότητας και στις δύο οδηγίες επιτυγχάνουν το ίδιο επίπεδο προστασίας.

[7] ΕΕ L 91, 7.4.1999, σ.10.

(8) Τα αεροσκάφη και ο εξοπλισμός που προορίζεται να τοποθετηθεί σε αεροσκάφη δεν καλύπτονται από την παρούσα οδηγία, δεδομένου ότι υπόκεινται ήδη σε ειδικούς κοινοτικούς ή διεθνείς κανόνες που διέπουν την ηλεκτρομαγνητική συμβατότητα.

(9) Η οδηγία δεν χρειάζεται να θεσπίσει κανόνες για τον εξοπλισμό ο οποίος, λόγω των εγγενών χαρακτηριστικών του, είναι ακίνδυνος από την άποψη της ηλεκτρομαγνητικής συμβατότητας.

(10) Η ασφάλεια του εξοπλισμού δεν θα καλύπτεται από την παρούσα οδηγία, δεδομένου ότι εξετάζεται από ξεχωριστή κοινοτική ή εθνική νομοθεσία.

(11) Εφόσον η παρούσα οδηγία διέπει τις συσκευές, πρέπει να αναφέρεται στις έτοιμες συσκευές που διατίθενται για πρώτη φορά στην κοινοτική αγορά. Ορισμένα συστατικά μέρη ή υποσύνολα πρέπει, υπό ορισμένες συνθήκες, να θεωρούνται συσκευές εάν τίθενται στη διάθεση του τελικού χρήστη. Οι έτοιμες συνδετικές διατάξεις, αν και ανίκανες να προκαλέσουν ηλεκτρομαγνητική διαταραχή μόνες τους, μπορούν να προκαλέσουν ή να μεταδώσουν ηλεκτρομαγνητική διαταραχή όταν συνδέονται με συσκευή και επομένως πρέπει να θεωρηθούν συσκευές για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας.

(12) Οι αρχές στις οποίες βασίζεται η παρούσα οδηγία είναι αυτές που καθορίζονται στο ψήφισμα του Συμβουλίου της 7ης Μαΐου 1985 για νέα προσέγγιση στο θέμα της τεχνικής εναρμόνισης και τυποποίησης [8]. Σύμφωνα με την προσέγγιση αυτή, ο σχεδιασμός και η κατασκευή εξοπλισμού υπόκεινται στις ουσιώδεις απαιτήσεις που αφορούν την ηλεκτρομαγνητική συμβατότητα. Οι εν λόγω απαιτήσεις αποκτούν τεχνική έκφραση με εναρμονισμένα ευρωπαϊκά πρότυπα τα οποία εγκρίνονται από τους διάφορους ευρωπαϊκούς οργανισμούς τυποποίησης, CEN (Ευρωπαϊκή Επιτροπή Τυποποίησης), CENELEC (Ευρωπαϊκή Επιτροπή Ηλεκτροτεχνικής Τυποποίησης) και ETSI (Ευρωπαϊκό Ινστιτούτο Τηλεπικοινωνιακών Προτύπων). Η CEN, η CENELEC και το ETSI αναγνωρίζονται ως αρμόδια όργανα στον τομέα της παρούσας οδηγίας για την έγκριση εναρμονισμένων προτύπων τα οποία καταρτίζουν σύμφωνα με τις γενικές κατευθύνσεις συνεργασίας μεταξύ αυτών και της Επιτροπής και με τη διαδικασία που καθορίζεται στην οδηγία 98/34/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 22ας Ιουνίου 1998 για την καθιέρωση μιας διαδικασίας πληροφόρησης στον τομέα των τεχνικών προτύπων και κανονισμών [9].

[8] ΕΕ C 136, 4.6.1985, σ.1.

[9] ΕΕ L 204, 21.7.1998, σ. 37, όπως τροποποιήθηκε τελευταία από την οδηγία 98/48/ΕΚ (ΕΕ L 217, 5.8.1998, σ. 18).

(13) Προς το συμφέρον λειτουργίας της εσωτερικής αγοράς πρέπει να υπάρχουν πρότυπα για την ηλεκτρομαγνητική συμβατότητα εναρμονισμένα σε κοινοτικό επίπεδο. μετά τη δημοσίευση των στοιχείων του προτύπου στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, η τήρησή του αποτελεί τεκμήριο συμμόρφωσης προς τις σχετικές ουσιώδεις απαιτήσεις, αν και η συμμόρφωση μπορεί να αποδειχθεί και με άλλα μέσα.

(14) Οι κατασκευαστές εξοπλισμού που προορίζεται να συνδεθεί σε δίκτυα πρέπει να κατασκευάζουν τον εν λόγω εξοπλισμό με τρόπο ώστε να αποφεύγεται η απαράδεκτη υποβάθμιση της λειτουργίας των δικτύων υπό κανονικές συνθήκες χρήσης. Οι χειριστές δικτύων πρέπει να κατασκευάζουν τα δίκτυά τους με τρόπο ώστε οι κατασκευαστές εξοπλισμού που μπορεί να συνδεθεί σε δίκτυα να μην επωμίζονται δυσανάλογο βάρος για την αποφυγή της απαράδεκτης υποβάθμισης της λειτουργίας των δικτύων. Οι ευρωπαϊκοί οργανισμοί τυποποίησης πρέπει να λάβουν δεόντως υπόψη το στόχο αυτό (συμπεριλαμβανομένων των αθροιστικών επιπτώσεων των σχετικών ηλεκτρομαγνητικών φαινομένων) όταν εκπονούν εναρμονισμένα πρότυπα.

(15) Δεν θα πρέπει να είναι δυνατή η διάθεση των συσκευών στην αγορά ή η θέση σε λειτουργία παρά μόνο αν οι ενδιαφερόμενοι κατασκευαστές έχουν αποδείξει ότι οι εν λόγω συσκευές έχουν σχεδιαστεί και κατασκευαστεί σύμφωνα με τις απαιτήσεις της παρούσας οδηγίας. Οι συσκευές που διατίθενται στην αγορά πρέπει να φέρουν τη σήμανση CE που πιστοποιεί τη συμμόρφωση με την οδηγία. Αν και η ευθύνη για την εκτίμηση της συμμόρφωσης ανήκει στον κατασκευαστή, χωρίς να χρειάζεται η ανάμιξη ανεξάρτητου φορέα εκτίμησης της συμμόρφωσης, οι κατασκευαστές είναι ελεύθεροι να χρησιμοποιούν τις υπηρεσίες ενός τέτοιου φορέα.

(16) Η υποχρέωση εκτίμησης της συμμόρφωσης απαιτεί από τον κατασκευαστή να διενεργήσει μια εκτίμηση ηλεκτρομαγνητικής συμβατότητας της συσκευής, βάσει των σχετικών φαινομένων, για να εξακριβωθεί αν πληροί ή όχι τις απαιτήσεις προστασίας που προβλέπονται από την παρούσα οδηγία.

(17) Σε περίπτωση που η συσκευή μπορεί να διαμορφωθεί με διαφορετικούς τρόπους, η εκτίμηση ηλεκτρομαγνητικής συμβατότητας πρέπει να επιβεβαιώνει ότι η συσκευή πληροί τις απαιτήσεις προστασίας στις διαμορφώσεις που προβλέπει ο κατασκευαστής ως αντιπροσωπευτικές της συνήθους χρήσης για τις προβλεπόμενες εφαρμογές. στις περιπτώσεις αυτές είναι αρκετή η διενέργεια αξιολόγησης βάσει της διαμόρφωσης που είναι πιο πιθανό να προκαλέσει τη σημαντικότερη διαταραχή ή της διαμόρφωσης που κινδυνεύει περισσότερο από τις διαταραχές.

(18) Οι σταθερές εγκαταστάσεις, συμπεριλαμβανομένων των μεγάλων μηχανημάτων και δικτύων, ενδέχεται να προκαλέσουν ηλεκτρομαγνητική διαταραχή, ή να επηρεαστούν από αυτήν. Μπορεί να υπάρχει διασύνδεση μεταξύ σταθερών εγκαταστάσεων και συσκευών, οπότε οι ηλεκτρομαγνητικές διαταραχές που προκαλούνται από τις σταθερές εγκαταστάσεις ενδέχεται να επηρεάζουν τις συσκευές και αντίστροφα. Όσον αφορά την ηλεκτρομαγνητική συμβατότητα, δεν έχει σημασία αν η ηλεκτρομαγνητική διαταραχή προκαλείται από συσκευή ή από σταθερή εγκατάσταση. Συνεπώς, οι σταθερές εγκαταστάσεις και οι συσκευές πρέπει να υπόκεινται σε ένα συνεκτικό και περιεκτικό καθεστώς ουσιωδών απαιτήσεων. Πρέπει να παρέχεται η δυνατότητα χρήσης εναρμονισμένων προτύπων για σταθερές εγκαταστάσεις ώστε να αποδεικνύεται η συμμόρφωση προς τις ουσιώδεις απαιτήσεις που καλύπτονται από τα εν λόγω πρότυπα.

(19) Λόγω των ειδικών χαρακτηριστικών τους, οι σταθερές εγκαταστάσεις δεν πρέπει να αποτελούν αντικείμενο τοποθέτησης της σήμανσης CE ή δήλωσης συμμόρφωσης.

(20) Η εκτίμηση συμμόρφωσης των συσκευών που διατίθενται στην αγορά για να ενσωματωθούν σε συγκεκριμένη σταθερή εγκατάσταση, και δεν διατίθενται στο εμπόριο για άλλο σκοπό, δεν έχει νόημα αν πραγματοποιείται ξεχωριστά από την σταθερή εγκατάσταση στην οποία πρόκειται να ενσωματωθεί. Συνεπώς, οι εν λόγω συσκευές πρέπει να εξαιρούνται από τις διαδικασίες εκτίμησης της συμμόρφωσης που εφαρμόζονται συνήθως στις συσκευές. Ωστόσο, οι συσκευές αυτές δεν πρέπει να θέτουν σε κίνδυνο τη συμμόρφωση των σταθερών εγκαταστάσεων στις οποίες ενσωματώνονται.

(21) Πρέπει να προβλεφθεί μια μεταβατική περίοδος για να εξασφαλιστεί ότι οι κατασκευαστές και τα άλλα ενδιαφερόμενα μέρη θα μπορέσουν να προσαρμοστούν στο νέο ρυθμιστικό καθεστώς.

(22) Η οδηγία 89/336/EOK πρέπει επομένως να καταργηθεί.

(23) Δεδομένου ότι οι στόχοι της προτεινόμενης δράσης, για την εξασφάλιση της λειτουργίας της εσωτερικής αγοράς απαιτώντας τη συμμόρφωση του εξοπλισμού με ένα επαρκές επίπεδο ηλεκτρομαγνητικής συμβατότητας, είναι αδύνατον να επιτευχθούν επαρκώς από τα κράτη μέλη, και δύνανται συνεπώς, λόγω των διαστάσεων ή των αποτελεσμάτων της προβλεπόμενης δράσης, να επιτευχθούν καλύτερα σε κοινοτικό επίπεδο, η Κοινότητα δύναται να θεσπίσει μέτρα, σύμφωνα με την αρχή της επικουρικότητας κατά την έννοια του άρθρου 5 της συνθήκης. Σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας, όπως καθορίζεται στο άρθρο αυτό, η παρούσα οδηγία δεν υπερβαίνει τα αναγκαία όρια για την επίτευξη των εν λόγω στόχων,

ΕΞΕΔΩΣΑΝ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΟΔΗΓΙΑ:

Κεφάλαιο Ι ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 1 Αντικείμενο και πεδίο εφαρμογής

Η παρούσα οδηγία διέπει την ηλεκτρομαγνητική συμβατότητα εξοπλισμού. Στόχος της είναι να εξασφαλιστεί η λειτουργία της εσωτερικής αγοράς απαιτώντας τη συμμόρφωση του εξοπλισμού με ένα επαρκές επίπεδο ηλεκτρομαγνητικής συμβατότητας.

Η παρούσα οδηγία δεν εφαρμόζεται:

(α) στον εξοπλισμό που καλύπτεται από την οδηγία 1999/5/ΕΚ.

(β) στα αεροσκάφη και στον εξοπλισμό που προορίζεται να τοποθετηθεί σε αεροσκάφη.

(γ) στον ραδιοεξοπλισμό ο οποίος δεν διατίθεται στο εμπόριο, συμπεριλαμβανομένων έτοιμων συστημάτων κατασκευαστικών στοιχείων προς συναρμολόγηση από ραδιοερασιτέχνες, όπως ορίζεται στους κανονισμούς ραδιοεπικοινωνιών που εγκρίθηκαν στο πλαίσιο του Καταστατικού Χάρτη και της Σύμβασης της Διεθνούς Ένωσης Τηλεπικοινωνιών [10], καθώς και στον εμπορικό εξοπλισμό ο οποίος τροποποιείται και χρησιμοποιείται από τους εν λόγω ραδιοερασιτέχνες.

[10] Καταστατικός χάρτης και Σύμβαση της Διεθνούς Ένωσης Τηλεπικοινωνιών που εγκρίθηκε από την Συμπληρωματική Διάσκεψη Πληρεξουσίων (Γενεύη, 1992) όπως τροποποιήθηκε από τη Διάσκεψη Πληρεξουσίων (Kyoto, 1994).

Η παρούσα οδηγία δεν εφαρμόζεται στον εξοπλισμό του οποίου τα εγγενή φυσικά χαρακτηριστικά είναι τέτοια ώστε:

(α) είναι ανίκανος να προκαλέσει ηλεκτρομαγνητικές εκπομπές οι οποίες υπερβαίνουν ένα επίπεδο που επιτρέπει στο ραδιοεξοπλισμό, στον τηλεπικοινωνιακό εξοπλισμό και στον λοιπό εξοπλισμό να λειτουργούν όπως προβλέπεται. και

(β) να λειτουργεί χωρίς απαράδεκτη υποβάθμιση παρά την ύπαρξη ηλεκτρομαγνητικής διαταραχής που προκαλείται συνήθως κατά την προβλεπόμενη χρήση του.

Η παρούσα οδηγία δεν εφαρμόζεται στον εξοπλισμό ή στις απαιτήσεις, στο βαθμό που οι απαιτήσεις τις οποίες προβλέπει εναρμονίζονται με ειδικότερη κοινοτική νομοθεσία.

Η παρούσα οδηγία δεν θίγει την εφαρμογή κοινοτικής ή εθνικής νομοθεσίας που διέπει την ασφάλεια εξοπλισμού.

Άρθρο 2 Ορισμοί

1. Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας, ισχύουν οι ακόλουθοι ορισμοί:

(α) «Εξοπλισμός»: κάθε συσκευή ή σταθερή εγκατάσταση.

(β) «συσκευή»: κάθε τελική διάταξη, ή συνδυασμός διατάξεων, που διατίθεται στο εμπόριο ως ενιαία λειτουργική μονάδα, προοριζόμενη για τον τελικό χρήστη, και ενδέχεται να προκαλέσει ηλεκτρομαγνητική διαταραχή, ή της οποίας η λειτουργία μπορεί να επηρεαστεί από τέτοιου είδους διαταραχή.

(γ) «σταθερή εγκατάσταση»: συγκεκριμένος συνδυασμός διαφόρων τύπων συσκευών και, ενδεχομένως, άλλων διατάξεων, που συναρμολογούνται, τοποθετούνται και προορίζονται να χρησιμοποιούνται μονίμως σε έναν προκαθορισμένο τόπο.

(δ) «ηλεκτρομαγνητική συμβατότητα»: ικανότητα του εξοπλισμού να λειτουργεί ικανοποιητικά στο ηλεκτρομαγνητικό του περιβάλλον, χωρίς να προκαλεί απαράδεκτες ηλεκτρομαγνητικές διαταραχές σε άλλον εξοπλισμό που ευρίσκεται στο περιβάλλον αυτό.

(ε) «ηλεκτρομαγνητική διαταραχή»: ηλεκτρομαγνητικό φαινόμενο που μπορεί να προκαλέσει διαταραχές στη λειτουργία εξοπλισμού.

(στ) «ατρωσία»: ικανότητα του εξοπλισμού να λειτουργεί χωρίς να υποβαθμίζεται η ποιότητα της λειτουργίας του παρά την ύπαρξη ηλεκτρομαγνητικής διαταραχής.

(ζ) «εναρμονισμένο πρότυπο»: μια τεχνική προδιαγραφή που εγκρίνεται από αναγνωρισμένο οργανισμό τυποποίησης κατόπιν εντολής της Επιτροπής, σύμφωνα με τις διαδικασίες που καθορίζονται στην οδηγία 98/34/ΕΚ για τους σκοπούς θέσπισης μιας ευρωπαϊκής απαίτησης, της οποίας όμως η τήρηση δεν είναι υποχρεωτική.

2. Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας, τα ακόλουθα θεωρούνται συσκευές κατά την έννοια της παραγράφου 1(β):

(α) τα «συστατικά μέρη» ή «υποσύνολα» που προορίζονται να ενσωματωθούν σε μια συσκευή από τον τελικό χρήστη, τα οποία ενδέχεται να προκαλέσουν ηλεκτρομαγνητική διαταραχή ή των οποίων η λειτουργία μπορεί να επηρεαστεί από τέτοιου είδους διαταραχή.

(β) οι «έτοιμες συνδετικές διατάξεις» που προορίζονται να συνδεθούν σε συσκευή από έναν τελικό χρήστη για τη μετάδοση σημάτων, διατίθενται στην αγορά ξεχωριστά από τη συσκευή αυτή και μπορούν να προκαλέσουν ή να μεταδώσουν ηλεκτρομαγνητική διαταραχή όταν συνδέονται με αυτή.

Άρθρο 3 Διάθεση στην αγορά, έναρξη λειτουργίας

Τα κράτη μέλη λαμβάνουν όλα τα κατάλληλα μέτρα ώστε ο εξοπλισμός να μπορεί να διατίθεται στην αγορά ή/και να τίθενται σε λειτουργία μόνον αν ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις της παρούσας οδηγίας, εφόσον εγκαθίσταται και συντηρείται όπως πρέπει και χρησιμοποιείται για το σκοπό για τον οποίο προορίζεται.

Άρθρο 4 Ελεύθερη κυκλοφορία εξοπλισμού

1. Τα κράτη μέλη δεν εμποδίζουν, για λόγους που αφορούν την ηλεκτρομαγνητική συμβατότητα, τη διάθεση στην αγορά ή/και τη θέση σε λειτουργία στο έδαφός τους του εξοπλισμού που είναι σύμφωνος με την παρούσα οδηγία.

2. Οι διατάξεις της παρούσας οδηγίας δεν εμποδίζουν την εφαρμογή στα κράτη μέλη ειδικών μέτρων, σχετικά με τη θέση σε λειτουργία ή τη χρήση εξοπλισμού, τα οποία λαμβάνονται σε σχέση με ένα συγκεκριμένο τόπο για την αντιμετώπιση υφισταμένου ή προβλεπόμενου προβλήματος ηλεκτρομαγνητικής συμβατότητας, ή, για λόγους ασφάλειας, για την προστασία των δημόσιων τηλεπικοινωνιακών δικτύων ή των σταθμών εκπομπής ή λήψης που χρησιμοποιούνται. Τα κράτη μέλη κοινοποιούν τα εν λόγω μέτρα σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στην οδηγία 98/34/ΕΚ.

3. Τα κράτη μέλη δεν παρεμποδίζουν, κατά τη διάρκεια εμποροπανηγύρεων, εκθέσεων, επιδείξεων, ή άλλων εκδηλώσεων, την παρουσίαση εξοπλισμού ο οποίος δεν συμμορφώνεται προς την παρούσα οδηγία εφόσον αναφέρεται σαφώς σε ορατή πινακίδα ότι ο εν λόγω εξοπλισμός δεν μπορεί να διατεθεί στην αγορά ή να τεθεί σε λειτουργία πριν να συμμορφωθεί προς την παρούσα οδηγία.

Άρθρο 5 Ουσιώδεις απαιτήσεις

Ο εξοπλισμός που αναφέρεται στο άρθρο 1 πρέπει να πληροί τις ουσιώδεις απαιτήσεις που ορίζονται στο παράρτημα I.

Άρθρο 6 Εναρμονισμένα πρότυπα

1. Η συμμόρφωση του εξοπλισμού προς τα σχετικά εναρμονισμένα πρότυπα των οποίων τα στοιχεία αναφοράς έχουν δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων αποτελεί τεκμήριο, εκ μέρους των κρατών μελών, συμμόρφωσης προς τις ουσιώδεις απαιτήσεις που αναφέρονται στο παράρτημα I τις οποίες αφορούν τα εν λόγω πρότυπα.

2. Οι όροι εφαρμογής των εναρμονισμένων προτύπων καθορίζονται στο παράρτημα V.

3. Όταν ένα κράτος μέλος ή η Επιτροπή θεωρεί ότι ένα εναρμονισμένο πρότυπο δεν ικανοποιεί πλήρως τις ουσιώδεις απαιτήσεις που αναφέρονται στο παράρτημα I, υποβάλλει το θέμα στη μόνιμη επιτροπή που συστάθηκε με την οδηγία 98/34/ΕΚ (η οποία στη συνέχεια ονομάζεται «επιτροπή»), αναφέροντας τους λόγους για την ενέργεια αυτή. Η επιτροπή γνωμοδοτεί χωρίς καθυστέρηση.

4. Με βάση τη γνώμη της επιτροπής, η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων λαμβάνει μία από τις ακόλουθες αποφάσεις σε σχέση με τα στοιχεία αναφοράς των σχετικών εναρμονισμένων προτύπων:

(α) να μην τα δημοσιεύσει.

(β) να τα δημοσιεύσει με περιορισμούς.

(γ) να διατηρήσει τα στοιχεία αναφοράς στη δημοσίευση που αναφέρεται στην παράγραφο 1.

(δ) να αποσύρει τα στοιχεία αναφοράς από τη δημοσίευση που αναφέρεται στην παράγραφο 1.

Η Επιτροπή ενημερώνει τα κράτη μέλη για την απόφασή της χωρίς καθυστέρηση.

Κεφάλαιο II ΣΥΣΚΕΥΕΣ

Άρθρο 7 Διαδικασία εκτίμησης της συμμόρφωσης για συσκευές

1. Για την απόδειξη της συμμόρφωσης των συσκευών προς τις διατάξεις της παρούσας οδηγίας, με στόχο τη διάθεσή τους στην αγορά ή/και τη θέση σε λειτουργία, χρησιμοποιείται η διαδικασία εκτίμησης της συμμόρφωσης που ορίζεται στις παραγράφους 2 έως 5.

2. Ο κατασκευαστής ή ο εγκατεστημένος στην Κοινότητα εξουσιοδοτημένος αντιπρόσωπός του καταρτίζει τεχνικό φάκελο ο οποίος αποδεικνύει τη συμμόρφωση της συσκευής προς τις ουσιώδεις απαιτήσεις της παρούσας οδηγίας.

Ο τεχνικός φάκελος μπορεί να περιλαμβάνει μια έκθεση από τον κοινοποιημένο οργανισμό που αναφέρεται στο άρθρο 11 που επιβεβαιώνει τη συμμόρφωση της συσκευής προς τις σχετικές ουσιώδεις απαιτήσεις που ορίζονται στο παράρτημα I. Ο κατασκευαστής μπορεί να καθορίσει το αντικείμενο και το βάθος της εκτίμησης που πρέπει να πραγματοποιηθεί.

Ο τεχνικός φάκελος πρέπει να τηρείται στη διάθεση των αρμόδιων αρχών για διάστημα δέκα ετών από την ημερομηνία κατασκευής της τελευταίας συσκευής.

3. Η συμμόρφωση της συσκευής προς όλες τις σχετικές ουσιώδεις απαιτήσεις βεβαιώνεται με δήλωση συμμόρφωσης ΕΚ η οποία εκδίδεται από τον κατασκευαστή ή τον εγκατεστημένο στην Κοινότητα εξουσιοδοτημένο αντιπρόσωπό του.

Η δήλωση συμμόρφωσης ΕΚ πρέπει να τηρείται στη διάθεση των αρμόδιων αρχών για διάστημα δέκα ετών από την ημερομηνία κατασκευής της τελευταίας συσκευής.

4. Σε περίπτωση που ούτε ο κατασκευαστής ούτε ο εξουσιοδοτημένος αντιπρόσωπός του είναι εγκατεστημένοι στην Κοινότητα, η υποχρέωση τήρησης της δήλωσης συμμόρφωσης ΕΚ και του τεχνικού φακέλου στη διάθεση των αρμόδιων αρχών βαρύνει το πρόσωπο που διαθέτει τη συσκευή στην κοινοτική αγορά.

5. Ο τεχνικός φάκελος και η δήλωση συμμόρφωσης ΕΚ καταρτίζονται σύμφωνα με τις διατάξεις που ορίζονται στο παράρτημα II.

Άρθρο 8 Σήμανση CE

1. Οι συσκευές των οποίων η συμμόρφωση προς την παρούσα οδηγία έχει διαπιστωθεί με τη διαδικασία που καθορίζεται στο άρθρο 7 πρέπει να φέρουν τη σήμανση CE που πιστοποιεί το γεγονός αυτό. Την ευθύνη για την επίθεση της σήμανσης CE έχει ο κατασκευαστής ή ο εγκατεστημένος στην Κοινότητα εξουσιοδοτημένος αντιπρόσωπός του.

Η σήμανση CE τίθεται σύμφωνα με τις διατάξεις του παραρτήματος III.

2. Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα για να απαγορεύσουν την επίθεση σημάτων στη συσκευή, ή στη συσκευασία της ή στις οδηγίες χρήσης της, τα οποία ενδέχεται να παραπλανήσουν τρίτους ως προς τη σημασία και/ή τη γραφική απεικόνιση της σήμανσης CE.

3. Τυχόν άλλο σήμα μπορεί να τοποθετηθεί στη συσκευή, στη συσκευασία της ή στις οδηγίες χρήσης της, εφόσον δεν καθιστά λιγότερο ευδιάκριτη και ευανάγνωστη τη σήμανση CE.

4. Με την επιφύλαξη του άρθρου 9, κάθε αντικανονική τοποθέτηση της σήμανσης CE που διαπιστώνεται από αρμόδια αρχή συνεπάγεται την υποχρέωση για τον κατασκευαστή ή τον εγκατεστημένο στην Κοινότητα εξουσιοδοτημένο αντιπρόσωπό του, να μεριμνήσει για τη συμμόρφωση της συσκευής προς τις διατάξεις σχετικά με τη σήμανση CE υπό τους όρους που επιβάλλει το οικείο κράτος μέλος.

Άρθρο 9 Μέτρα διασφάλισης

1. Όταν ένα κράτος μέλος διαπιστώνει ότι συσκευή που φέρει τη σήμανση CE δεν πληροί τις απαιτήσεις της παρούσας οδηγίας, λαμβάνει κάθε πρόσφορο μέτρο ώστε να αποσυρθεί η συσκευή από την αγορά ή να απαγορευθεί η διάθεσή της στην αγορά ή η θέση σε λειτουργία, ή να εμποδιστεί η ελεύθερη κυκλοφορία της.

2. Το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος ενημερώνει αμέσως την Επιτροπή και τα υπόλοιπα κράτη μέλη σχετικά με το μέτρο αυτό και αναφέρει τους λόγους για τους οποίους έλαβε την απόφαση και, ειδικότερα, αν η μη συμμόρφωση οφείλεται σε:

(α) μη τήρηση των ουσιωδών απαιτήσεων του παραρτήματος I, εφόσον η συσκευή δεν πληροί τα εναρμονισμένα πρότυπα που αναφέρονται στο άρθρο 6.

(β) πλημμελή εφαρμογή των εναρμονισμένων προτύπων που αναφέρονται στο άρθρο 6.

(γ) κενό των εναρμονισμένων προτύπων που αναφέρονται στο άρθρο 6.

3. Η Επιτροπή πραγματοποιεί διαβουλεύσεις με τα ενδιαφερόμενα μέρη το συντομότερο δυνατόν και στη συνέχεια ενημερώνει τα κράτη μέλη για το κατά πόσον θεωρεί το μέτρο δικαιολογημένο.

4. Αν το μέτρο που αναφέρεται στην παράγραφο 1 οφείλεται σε κενό των εναρμονισμένων προτύπων, η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, ύστερα από διαβούλευση με τα ενδιαφερόμενα μέρη, εφόσον το κράτος μέλος που έχει λάβει το μέτρο σκοπεύει να το διατηρήσει, προσφεύγει στην επιτροπή και κινεί τη διαδικασία του άρθρου 6, παράγραφος 3.

5. Όταν η συσκευή, η οποία δεν συμμορφώνεται προς την οδηγία, συνοδεύεται από την έκθεση που αναφέρεται στο άρθρο 7, παράγραφος 2, το αρμόδιο κράτος μέλος λαμβάνει τα κατάλληλα μέτρα έναντι αυτού που συνέταξε την έκθεση και ενημερώνει σχετικά την Επιτροπή και τα υπόλοιπα κράτη μέλη.

Άρθρο 10 Αποφάσεις σχετικά με την απόσυρση, την απαγόρευση ή τον περιορισμό της ελεύθερης κυκλοφορίας των συσκευών

1. Κάθε απόφαση που λαμβάνεται σύμφωνα με την παρούσα οδηγία για να αποσυρθεί μια συσκευή από την αγορά, να απαγορευθεί ή να περιοριστεί η διάθεση της στην αγορά ή η θέση σε λειτουργία, ή να εμποδιστεί η ελεύθερη κυκλοφορία της, πρέπει να είναι αιτιολογημένη. Κοινοποιείται στον ενδιαφερόμενο, το συντομότερο δυνατόν, με ταυτόχρονη μνεία των μέσων προσφυγής τα οποία προβλέπει η ισχύουσα νομοθεσία στο οικείο κράτος μέλος, καθώς και των προθεσμιών εντός των οποίων πρέπει να ασκηθούν οι προσφυγές αυτές.

2. Σε περίπτωση απόφασης κατά την έννοια της παραγράφου 1, ο κατασκευαστής, ο εξουσιοδοτημένος αντιπρόσωπός του, ή άλλο ενδιαφερόμενο μέρος έχουν τη δυνατότητα να εκθέσουν την άποψή τους εκ των προτέρων, εκτός αν η διαβούλευση αυτή δεν είναι δυνατή λόγω του επείγοντα χαρακτήρα του μέτρου που πρέπει να ληφθεί, κυρίως όταν πρόκειται για απαιτήσεις σε σχέση με το δημόσιο συμφέρον.

Άρθρο 11 Κοινοποιημένοι οργανισμοί

1. Τα κράτη μέλη ορίζουν τους οργανισμούς τους επιφορτισμένους με τη σύνταξη των εκθέσεων που αναφέρονται στο άρθρο 7, παράγραφος 2 και τους κοινοποιούν (κοινοποιημένοι οργανισμοί) στην Επιτροπή και στα υπόλοιπα κράτη μέλη.

Στην κοινοποίηση προσδιορίζεται αν οι οργανισμοί αυτοί είναι αρμόδιοι για όλες τις συσκευές που καλύπτει η παρούσα οδηγία ή αν η ευθύνη τους περιορίζεται σε ορισμένες ειδικές πτυχές.

2. Τα κράτη μέλη εφαρμόζουν τα κριτήρια που αναφέρονται στο παράρτημα IV για την αξιολόγηση των κοινοποιημένων οργανισμών.

3. Οι οργανισμοί που πληρούν τα κριτήρια αξιολόγησης τα οποία προβλέπονται στα σχετικά εναρμονισμένα πρότυπα τεκμαίρεται ότι πληρούν τα κριτήρια του παραρτήματος IV τα οποία καλύπτονται από τα εν λόγω εναρμονισμένα πρότυπα. Η Επιτροπή δημοσιεύει στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων τα στοιχεία αναφοράς των προτύπων αυτών.

4. Η Επιτροπή δημοσιεύει στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων κατάλογο των κοινοποιημένων οργανισμών. Η Επιτροπή εξασφαλίζει την ενημέρωση του καταλόγου.

5. Αν ένα κράτος μέλος διαπιστώσει ότι ένας κοινοποιημένος οργανισμός δεν πληροί πλέον τα κριτήρια που αναφέρονται στο Παράρτημα IV, ενημερώνει σχετικά την Επιτροπή και τα υπόλοιπα κράτη μέλη. Η Επιτροπή αποσύρει τα στοιχεία αναφοράς του εν λόγω οργανισμού από τον κατάλογο που αναφέρεται στην παράγραφο 4.

Κεφάλαιο III ΣΤΑΘΕΡΕΣ ΕΓΚΑΤΑΣΤΑΣΕΙΣ

Άρθρο 12 Σταθερές εγκαταστάσεις

1. Οι συσκευές που έχουν διατεθεί στην αγορά και μπορούν να ενσωματωθούν σε σταθερή εγκατάσταση διέπονται από όλες τις συναφείς διατάξεις για τις συσκευές, οι οποίες ορίζονται στην παρούσα οδηγία.

Ωστόσο, οι διατάξεις των άρθρων 5, 7 και 8 δεν είναι υποχρεωτικές στην περίπτωση συσκευών που έχουν σχεδιαστεί ειδικά για να ενσωματωθούν σε συγκεκριμένη σταθερή εγκατάσταση και δεν διατίθενται στο εμπόριο για άλλο σκοπό. Στις περιπτώσεις αυτές, η συνοδευτική τεκμηρίωση πρέπει να αναφέρει τον τόπο της σταθερής εγκατάστασης και τις προφυλάξεις που πρέπει να λαμβάνονται για την ενσωμάτωση της συσκευής στη σταθερή εγκατάσταση για να μην τίθεται σε κίνδυνο η συμμόρφωση της συγκεκριμένης εγκατάστασης. Επιπλέον, πρέπει να περιλαμβάνει τις πληροφορίες που αναφέρονται στο σημείο 4, παράγραφοι (α) και (β) του παραρτήματος I.

2. Εάν υπάρχουν ενδείξεις μη συμμόρφωσης της σταθερής εγκατάστασης, κυρίως αν υπάρχουν καταγγελίες για διαταραχές που προκαλούνται από την εγκατάσταση, οι αρμόδιες αρχές του οικείου κράτους μέλους μπορούν να ζητήσουν απόδειξη της συμμόρφωσης της σταθερής εγκατάστασης και, ενδεχομένως, να προβούν στην κατάλληλη εκτίμηση.

Εάν διαπιστωθεί μη συμμόρφωση, οι αρμόδιες αρχές μπορούν να επιβάλλουν κατάλληλα μέτρα για τη συμμόρφωση της εγκατάστασης προς τις απαιτήσεις προστασίας που καθορίζονται στο παράρτημα I.

3. Τα κράτη μέλη θεσπίζουν τις αναγκαίες διατάξεις για τον προσδιορισμό του προσώπου ή των προσώπων που θα είναι υπεύθυνα για τη διαπίστωση της συμμόρφωσης μιας σταθερής εγκατάστασης προς τις σχετικές ουσιώδεις απαιτήσεις.

Κεφάλαιο IV ΤΕΛΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 13 Κατάργηση

Η οδηγία 89/336/EOK καταργείται από την [ημερομηνία εφαρμογής [11]].

[11] Ως ημερομηνία εφαρμογής ορίζεται η ημερομηνία δημοσίευσης + 30 μήνες.

Οι αναφορές στην οδηγία 89/336/EOK θεωρούνται ως αναφορές στην παρούσα οδηγία σύμφωνα με τον πίνακα αντιστοιχίας του παραρτήματος VI.

Άρθρο 14 Μεταβατικές διατάξεις

Τα κράτη μέλη δεν εμποδίζουν τη διάθεση στην αγορά ή/και τη θέση σε λειτουργία του εξοπλισμού που πληροί τις διατάξεις της οδηγίας 89/336/EOK και ο οποίος είχε διατεθεί στην αγορά πριν από την [ημερομηνία εφαρμογής + 2 έτη].

Άρθρο 15 Μεταφορά

1. Το αργότερο μέχρι την [ημερομηνία εφαρμογής - 6 μήνες], τα κράτη μέλη θεσπίζουν και δημοσιεύουν τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις που είναι αναγκαίες για τη συμμόρφωση προς την παρούσα οδηγία. Ενημερώνουν αμέσως την Επιτροπή σχετικά. Θέτουν σε εφαρμογή τις εν λόγω διατάξεις από την [ημερομηνία εφαρμογής]. Οι διατάξεις αυτές, όταν θεσπίζονται από τα κράτη μέλη, περιέχουν αναφορά στην παρούσα οδηγία ή συνοδεύονται από παρόμοια αναφορά κατά την επίσημη δημοσίευσή τους. Ο τρόπος της αναφοράς αυτής καθορίζεται από τα κράτη μέλη.

2. Τα κράτη μέλη ανακοινώνουν στην Επιτροπή τα κείμενα των διατάξεων εθνικού δικαίου, τις οποίες θεσπίζουν στον τομέα που καλύπτεται από την παρούσα οδηγία.

Άρθρο 16 Έναρξη ισχύος

Η παρούσα οδηγία αρχίζει να ισχύει την εικοστή ημέρα από τη δημοσίευσή της στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.

Άρθρο 17 Αποδέκτες

Η παρούσα οδηγία απευθύνεται στα κράτη μέλη.

Βρυξέλλες,

Για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο Για το Συμβούλιο

Ο Πρόεδρος Ο Πρόεδρος

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ I Ουσιώδεις απαιτήσεις

1. ΑΠΑΙΤΗΣΕΙΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ

1. Ο εξοπλισμός πρέπει να σχεδιάζεται και να κατασκευάζεται κατά τρόπο ώστε, λαμβάνοντας υπόψη το επίπεδο της τεχνολογίας, να εξασφαλίζεται ότι:

(α) οι προκαλούμενες ηλεκτρομαγνητικές διαταραχές περιορίζονται σε επίπεδο τέτοιο ώστε ο ραδιοεξοπλισμός και ο τηλεπικοινωνιακός εξοπλισμός ή άλλος εξοπλισμός να μπορεί να λειτουργεί όπως θα έπρεπε.

(β) έχει το αναμενόμενο επίπεδο ατρωσίας στις ηλεκτρομαγνητικές διαταραχές για την προβλεπόμενη χρήση του, που του επιτρέπει να λειτουργεί χωρίς απαράδεκτη υποβάθμιση της προβλεπόμενης χρήσης του.

2. ΕΙΔΙΚΕΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΙΣ ΣΥΣΚΕΥΕΣ

2. Εκτίμηση της ηλεκτρομαγνητικής συμβατότητας:

Ο κατασκευαστής διενεργεί εκτίμηση ηλεκτρομαγνητικής συμβατότητας της συσκευής, βάσει των σχετικών φαινομένων, για την ικανοποίηση των απαιτήσεων προστασίας που προβλέπονται στο σημείο 1.

Η εκτίμηση ηλεκτρομαγνητικής συμβατότητας λαμβάνει υπόψη όλες τις κανονικές συνθήκες της προβλεπόμενης λειτουργίας.

Σε περίπτωση που η συσκευή μπορεί να διαμορφωθεί με διαφορετικούς τρόπους, η εκτίμηση ηλεκτρομαγνητικής συμβατότητας πρέπει να επιβεβαιώνει ότι η συσκευή πληροί τις απαιτήσεις προστασίας που προβλέπονται στο σημείο 1 σε όλες τις πιθανές διαμορφώσεις που θεωρεί ο κατασκευαστής ως αντιπροσωπευτικές της συνήθους χρήσης για τις προβλεπόμενες εφαρμογές.

3. Εξωτερικές διατάξεις:

Όλες οι συσκευές πρέπει να ικανοποιούν τις απαιτήσεις προστασίας που προβλέπονται στο σημείο 1 χωρίς τη χρήση εξωτερικών διατάξεων όπως φιλτράρισμα ή θωρακισμός, εκτός αν οι διατάξεις αυτές, συμπεριλαμβανομένων των απαραίτητων οδηγιών χρήσης, διατίθενται στην αγορά μαζί με τις συσκευές ως λειτουργικές μονάδες.

Ο όρος αυτός δεν ισχύει για τις συσκευές που σχεδιάζονται και προορίζονται για εγκατάσταση από τεχνικό ειδικευμένο στον τομέα της ηλεκτρομαγνητικής συμβατότητας. Στις περιπτώσεις αυτές, οι εξωτερικές διατάξεις δεν πρέπει να έχουν διατεθεί στην αγορά μαζί με τις συσκευές, υπό την προϋπόθεση ότι οι εν λόγω διατάξεις διατίθενται στο εμπόριο και τα απαιτούμενα χαρακτηριστικά τους όσον αφορά την ηλεκτρομαγνητική συμβατότητα περιγράφονται επαρκώς στις οδηγίες χρήσης των συσκευών.

Οι συνδετικές διατάξεις, όπως βύσματα ή καλώδια, που πρέπει να πληρούν ειδικές απαιτήσεις για τη συμμόρφωση των συσκευών προς τις απαιτήσεις προστασίας που προβλέπονται στο σημείο 1, δεν πρέπει να έχουν διατεθεί στην αγορά μαζί με τις συσκευές αν διατίθενται ήδη στο εμπόριο και οι απαιτούμενες ιδιότητές τους περιγράφονται επαρκώς στις οδηγίες χρήσης των συσκευών.

4. Απαιτήσεις πληροφόρησης:

(α) Κάθε συσκευή θα πρέπει να εντοπίζεται από τον αριθμό τύπου, παρτίδας, σειράς, ή οποιαδήποτε άλλη πληροφορία επιτρέπει τον εντοπισμό της.

(β) Κάθε συσκευή θα πρέπει να συνοδεύεται από το όνομα και τη διεύθυνση του κατασκευαστή και, εάν δεν είναι εγκατεστημένος στην Κοινότητα, από το όνομα και τη διεύθυνση του εξουσιοδοτημένου αντιπροσώπου του ή του προσώπου που είναι εγκατεστημένο στην Κοινότητα και είναι υπεύθυνο για τη διάθεση της συσκευής στην κοινοτική αγορά.

(γ) Ο κατασκευαστής θα πρέπει να παρέχει πληροφορίες για οποιεσδήποτε ειδικές προφυλάξεις που πρέπει να λαμβάνονται κατά τη συναρμολόγηση, εγκατάσταση, συντήρηση ή χρήση της συσκευής ώστε να εξασφαλίζεται, όταν τεθεί σε λειτουργία, η συμμόρφωσή της προς τις απαιτήσεις προστασίας που προβλέπονται στο σημείο 1.

(δ) Οι συσκευές για τις οποίες η συμμόρφωση προς τις απαιτήσεις προστασίας δεν εξασφαλίζεται σε κατοικημένες περιοχές θα πρέπει να συνοδεύονται από σαφή ένδειξη αυτού του περιορισμού χρήσης.

5. Έτοιμες συνδετικές διατάξεις:

(α) Οι απαιτήσεις για τις συσκευές που προβλέπονται στα σημεία 2, 3, 4(γ) και (δ) δεν εφαρμόζονται στις έτοιμες συνδετικές διατάξεις.

(β) Οι έτοιμες συνδετικές διατάξεις θα πρέπει να σχεδιάζονται και να κατασκευάζονται κατά τρόπον ώστε, όταν συνδέονται με τις συσκευές για τις οποίες προορίζονται, ακολουθώντας οποιεσδήποτε ειδικές προφυλάξεις όπως περιγράφεται παρακάτω, να εξασφαλίζεται η συμμόρφωση προς τις απαιτήσεις προστασίας που προβλέπονται στο σημείο 1.

(γ) Οι έτοιμες συνδετικές διατάξεις θα πρέπει να συνοδεύονται από αναφορά των τεχνικών χαρακτηριστικών των συσκευών με τις οποίες πρόκειται να συνδεθούν και πληροφορίες για οποιεσδήποτε ειδικές προφυλάξεις που πρέπει να λαμβάνονται όσον αφορά τη σύνδεση με τις εν λόγω συσκευές για την ικανοποίηση των απαιτήσεων προστασίας που προβλέπονται στο σημείο 1.

3. ΕΙΔΙΚΕΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΙΣ ΣΤΑΘΕΡΕΣ ΕΓΚΑΤΑΣΤΑΣΕΙΣ

6. Τοποθέτηση και προβλεπόμενη χρήση των κατασκευαστικών στοιχείων:

Μια σταθερή εγκατάσταση πρέπει να τοποθετηθεί σύμφωνα με την ορθή μηχανολογική πρακτική και λαμβάνοντας υπόψη τις πληροφορίες για την προβλεπόμενη χρήση των κατασκευαστικών στοιχείων της, για την ικανοποίηση των απαιτήσεων προστασίας που προβλέπονται στο σημείο 1.

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ II Τεχνική τεκμηρίωση, δήλωση συμμόρφωσης ΕΚ

1. ΤΕΧΝΙΚΗ ΤΕΚΜΗΡΙΩΣΗ

Η τεχνική τεκμηρίωση πρέπει να επιτρέπει την εκτίμηση της συμμόρφωσης της συσκευής προς τις ουσιώδεις απαιτήσεις. Πρέπει να καλύπτει το σχεδιασμό και την κατασκευή της συσκευής και να περιλαμβάνει, κυρίως:

-μια γενική περιγραφή της συσκευής.

-μια έκθεση συμμόρφωσης με τα εναρμονισμένα πρότυπα που έχουν ενδεχομένως εφαρμοστεί εξ ολοκλήρου ή εν μέρει.

-αν ο κατασκευαστής δεν έχει εφαρμόσει εναρμονισμένα πρότυπα ή τα έχει εφαρμόσει μόνο εν μέρει, περιγραφή και επεξήγηση των ληφθέντων μέτρων για την ικανοποίηση των ουσιωδών απαιτήσεων της οδηγίας, συμπεριλαμβανομένης περιγραφής της εκτίμησης της ηλεκτρομαγνητικής συμβατότητας που προβλέπεται στο παράρτημα I, αποτελέσματα υπολογισμών σχεδιασμού, εξετάσεις που έχουν πραγματοποιηθεί, εκθέσεις δοκιμών, κ.λπ..

-προαιρετικά, ο κατασκευαστής μπορεί να συμπεριλάβει στην τεχνική τεκμηρίωση μια έκθεση από κοινοποιημένο οργανισμό η οποία επιβεβαιώνει τη συμμόρφωση της συσκευής προς τις σχετικές ουσιώδεις απαιτήσεις που ορίζονται στο παράρτημα I.

2. ΔΗΛΩΣΗ ΣΥΜΜΟΡΦΩΣΗΣ ΕΚ

Η δήλωση συμμόρφωσης ΕΚ πρέπει να περιέχει, τουλάχιστον, τα εξής:

-αναφορά στην παρούσα οδηγία.

-στοιχεία εντοπισμού της υπό εξέταση συσκευής, όπως ορίζεται στο σημείο 4(α) του παραρτήματος I.

-όνομα και διεύθυνση του κατασκευαστή και, ενδεχομένως, όνομα και διεύθυνση του εξουσιοδοτημένου αντιπροσώπου του στην Κοινότητα.

-χρονολογημένη αναφορά των προδιαγραφών ως προς τις οποίες δηλώνεται η συμμόρφωση για να εξασφαλιστεί η συμμόρφωση της συσκευής προς τις διατάξεις της παρούσας οδηγίας.

-ημερομηνία και τόπος έκδοσης της δήλωσης.

-στοιχεία ταυτότητας και υπογραφή του προσώπου που έχει εξουσιοδοτηθεί να ενεργεί για λογαριασμό του κατασκευαστή ή του αντιπροσώπου του.

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ III Σήμανση CE

Η σήμανση CE αποτελείται από τα αρχικά "CE" με την ακόλουθη μορφή:

>ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΕ ΓΡΑΦΗΚΟ>

Η σήμανση CE πρέπει να έχει ύψος τουλάχιστον 5 mm. Σε περίπτωση σμίκρυνσης ή μεγέθυνσης της σήμανσης CE πρέπει να τηρούνται οι αναλογίες της παραπάνω γραφικής απεικόνισης.

Η σήμανση CE πρέπει να τοποθετείται στη συσκευή ή στην αναγνωριστική πινακίδα. Εάν αυτό δεν είναι δυνατό ή δικαιολογημένο λόγω της φύσης της συσκευής, πρέπει να τοποθετείται στη συσκευασία, αν υπάρχει, και στα συνοδευτικά έγγραφα.

Εφόσον η συσκευή αποτελεί το αντικείμενο άλλων οδηγιών που καλύπτουν άλλες πτυχές και προβλέπουν επίσης τη σήμανση CE, η σήμανση υποδηλώνει συμμόρφωση της συσκευής και προς τις εν λόγω άλλες οδηγίες.

Ωστόσο, αν μία ή περισσότερες από τις οδηγίες αυτές επιτρέπουν στον κατασκευαστή, κατά τη διάρκεια μιας μεταβατικής περιόδου, να επιλέξει τις ρυθμίσεις που επιθυμεί να εφαρμόσει, η σήμανση CE υποδηλώνει συμμόρφωση μόνο με τις οδηγίες που εφαρμόζει ο κατασκευαστής. Στην περίπτωση αυτή, τα στοιχεία των οδηγιών που εφαρμόζονται, όπως δημοσιεύονται στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, πρέπει να αναγράφονται στα έγγραφα, φύλλα ή σημειώματα που απαιτούνται από τις οδηγίες και συνοδεύουν την εν λόγω συσκευή.

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ IV Κριτήρια για την αξιολόγηση των οργανισμών που πρέπει να κοινοποιηθούν

1. Οι οργανισμοί που κοινοποιούνται από τα κράτη μέλη πρέπει να πληρούν τις ακόλουθες ελάχιστες προϋποθέσεις:

(α) πρέπει να διαθέτουν το προσωπικό, τα μέσα και τον εξοπλισμό που είναι απαραίτητα.

(β) το προσωπικό πρέπει να διαθέτει τεχνική επάρκεια και επαγγελματική ακεραιότητα.

(γ) ανεξαρτησία όσον αφορά τη σύνταξη των εκθέσεων και την πραγματοποίηση του ελέγχου που προβλέπονται από την παρούσα οδηγία.

(δ) τα στελέχη και το τεχνικό προσωπικό πρέπει να είναι ανεξάρτητα από όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη, ομάδες ή πρόσωπα που έχουν άμεση ή έμμεση σχέση με τον εν λόγω εξοπλισμό.

(ε) το προσωπικό πρέπει να τηρεί το επαγγελματικό απόρρητο.

(στ) πρέπει να είναι ασφαλισμένοι για αστική ευθύνη εκτός αν η ευθύνη αυτή καλύπτεται από το κράτος βάσει της εθνικής νομοθεσίας.

2. Η τήρηση των προϋποθέσεων που αναφέρονται στο σημείο 1 επαληθεύεται περιοδικά από τις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών.

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ V Εφαρμογή των εναρμονισμένων προτύπων

1. H σωστή εφαρμογή όλων των σχετικών εναρμονισμένων προτύπων, των οποίων τα στοιχεία αναφοράς έχουν δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, ισοδυναμεί με την πραγματοποίηση της εκτίμησης ηλεκτρομαγνητικής συμβατότητας που αναφέρεται στο σημείο 2 του παραρτήματος I.

2. Η τήρηση ενός εναρμονισμένου προτύπου σημαίνει συμμόρφωση προς τις διατάξεις του (π.χ. όρια) και απόδειξη με τις μεθόδους τις οποίες περιγράφει το εναρμονισμένο πρότυπο ή στις οποίες αναφέρεται.

3. Το τεκμήριο συμμόρφωσης μέσω εφαρμογής εναρμονισμένων προτύπων περιορίζεται στο πεδίο εφαρμογής των εν λόγω εναρμονισμένων προτύπων και τις σχετικές ουσιώδεις απαιτήσεις που καλύπτονται από αυτά τα εναρμονισμένα πρότυπα.

4. Τα εναρμονισμένα πρότυπα πρέπει να επιλέγονται και να χρησιμοποιούνται σύμφωνα με τις διατάξεις των σχετικών εγγράφων τυποποίησης. Τα στοιχεία αναφοράς στα εν λόγω έγγραφα δημοσιεύονται στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ VI Πίνακας αντιστοιχίας

Οδηγία 89/336/EOK // Παρούσα οδηγία

Άρθρο 1, σημείο 1) // Άρθρο 2, σημεία 1(α), 1(β), 1(γ)

Άρθρο 1, σημείο 2) // Άρθρο 2, σημείο 1(ε)

Άρθρο 1, σημείο 3) // Άρθρο 2, σημείο 1(στ)

Άρθρο 1, σημείο 4) // Άρθρο 2 σημείο 1(δ)

Άρθρο 1 σημεία 5) και 6) // -

Άρθρο 2 σημείο 1. // Άρθρο 1 σημείο 1.

Άρθρο 2 σημείο 2. // Άρθρο 1 σημείο 4.

Άρθρο 2 σημείο 3. // Άρθρο 1 σημείο 2(γ)

Άρθρο 3 // Άρθρο 3

Άρθρο 4 // Άρθρο 5 και Παράρτημα I

Άρθρο 5 // Άρθρο 4 σημείο 1.

Άρθρο 6 // Άρθρο 4 σημείο 2.

Άρθρο 7 σημείο 1(α) // Άρθρο 6 σημεία 1. και 2., Παράρτημα V

Άρθρο 7 σημείο 1(β) // -

Άρθρο 7 σημείο 2. // -

Άρθρο 7 σημείο 3. // -

Άρθρο 8 σημείο 1. // Άρθρο 6 σημεία 3. και 4.

Άρθρο 8 σημείο 2. // -

Άρθρο 9 σημείο 1. // Άρθρο 9, σημεία 1. και 2.

Άρθρο 9 σημείο 2. // Άρθρο 9, σημεία 3. και 4.

Άρθρο 9 σημείο 3. // Άρθρο 9, σημείο 5.

Άρθρο 9 σημείο 4. // Άρθρο 9, σημείο 3.

Άρθρο 10 σημείο 1, 1η παράγραφος // Άρθρο 7

Άρθρο 10 σημείο 1, 2η παράγραφος // Άρθρο 8

Άρθρο 10 σημείο 2. // Άρθρο 7

Άρθρο 10 σημείο 3. // -

Άρθρο 10 σημείο 4. // -

Άρθρο 10 σημείο 5. // Άρθρο 7

Άρθρο 10 σημείο 6. // Άρθρο 11

Άρθρο 11 // Άρθρο 13

Άρθρο 12 // Άρθρο 15

Άρθρο 13 // Άρθρο 17

Παράρτημα I, μέρος 1 // Παράρτημα II, μέρος 2

Παράρτημα I, μέρος 2 // Παράρτημα III

Παράρτημα II // Παράρτημα IV

Παράρτημα III // -

ΔΕΛΤΙΟ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗΣ ΕΠΙΠΤΩΣΕΩΝ ΟΙ ΕΠΙΠΤΩΣΕΙΣ ΤΗΣ ΠΡΟΤΑΣΗΣ ΕΠΙ ΤΩΝ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ ΚΑΙ ΙΔΙΑΙΤΕΡΑ ΤΩΝ ΜΙΚΡΟΥ ΚΑΙ ΜΕΣΑΙΟΥ ΜΕΓΕΘΟΥΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ (ΜΜΕ)

Τίτλος της πρότασης

Πρόταση οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με την ηλεκτρομαγνητική συμβατότητα, η οποία τροποποιεί την οδηγία 89/336/EOK

Αριθμός εγγράφου αναφοράς

Η πρόταση

Σκοπός αυτής της πρότασης οδηγίας είναι η εξασφάλιση της ελεύθερης κυκλοφορίας των προϊόντων που καλύπτει, φροντίζοντας για τη δημιουργία ομοιογενούς ηλεκτρομαγνητικού περιβάλλοντος και διασφαλίζοντας την ορθή λειτουργία των εν λόγω προϊόντων. Τα προϊόντα αυτά είναι κυρίως ηλεκτρικές και ηλεκτρονικές συσκευές, έτοιμες συνδετικές διατάξεις που προορίζονται για σύνδεση σε συσκευή από έναν τελικό χρήστη για τη μετάδοση σημάτων, και σταθερές εγκαταστάσεις που δημιουργούνται χρησιμοποιώντας τέτοιες συσκευές.

Η παρούσα πρόταση οδηγίας βασίζεται στο άρθρο 95 της συνθήκης για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και αναθεωρεί την οδηγία 89/336/EOK, η οποία ισχύει σήμερα. Ανταποκρίνεται στο αίτημα για απλούστευση που εξέφρασαν όλοι οι οικονομικοί παράγοντες, ορίζοντας καλύτερα ορισμένες έννοιες και διασαφηνίζοντας ορισμένες διατυπώσεις που δημιουργούσαν δυσκολίες στην εφαρμογή της ισχύουσας οδηγίας. Επιπλέον, επαναπροσδιορίστηκε το πεδίο εφαρμογής ώστε να γίνει σαφέστερο και να συμπεριλάβει ορισμένα προϊόντα.

Αυτή η πρόταση οδηγίας απορρέει από τη φάση III του προγράμματος SLIM και ιδίως από τη σύσταση της ομάδας SLIM, που επικυρώθηκε από την Επιτροπή (COM(1999)88).

Η πρόταση επιδοκιμάστηκε, σε μεγάλο βαθμό, από τα ενδιαφερόμενα μέρη και θεωρείται ότι ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις της αγοράς. Συνάδει με τις αρχές της επικουρικότητας και της αναλογικότητας που απαιτούν τα κοινοτικά κείμενα.

Οι επιπτώσεις επί των επιχειρήσεων

Αυτή η πρόταση οδηγίας καλύπτει όλους τους ηλεκτρικούς και ηλεκτρονικούς τομείς, συμπεριλαμβανομένων των οικιακών συσκευών, της τεχνολογίας των πληροφοριών και των τηλεπικοινωνιών.

Όπως αναπτύσσεται στην αιτιολογική έκθεση, οι επιπτώσεις επί των επιχειρήσεων βασίζονται τόσο σε μια ανεξάρτητη μελέτη ανάλυσης των επιπτώσεων ("Cost benefit analysis on the draft amendment of the EC Directive on electromagnetic compatibility" - ανάλυση κόστους/ωφέλειας του σχεδίου τροποποίησης της οδηγίας ΕΚ σχετικά με την ηλεκτρομαγνητική συμβατότητα - RPA Ltd, Ιανουάριος 2002) όσο και σε μια μελέτη της ελεγκτικής ομάδας επιχειρήσεων του σχεδίου δράσης για την ενιαία αγορά, που δημιουργήθηκε από την Επιτροπή. Η μελέτης ανάλυσης των επιπτώσεων στήριξε τα πορίσματα της σε μια διαδικασία συνεντεύξεων κατά τη διάρκεια της οποίας πραγματοποιήθηκαν επαφές με περισσότερες από 410 Ευρωπαϊκές και Διεθνείς οργανώσεις, που εκπροσωπούν κατασκευαστές συσκευών, τεχνικούς εγκαταστάσεων και χρήστες εγκαταστάσεων, εργαστήρια πιστοποίησης, επαγγελματίες και τελικούς χρήστες εξοπλισμού και καταναλωτές συσκευών, χρήστες και χειριστές δικτύων ραδιοεπικοινωνιών, τηλεπικοινωνιών και ηλεκτρικής ενέργειας, καθώς και δημόσιες αρχές.

Και οι δύο μελέτες έδειξαν ότι οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις αποτελούν το 60% περίπου των καλυπτόμενων επιχειρήσεων, αντιπροσωπεύοντας συνολικά 800 εκατομμύρια προϊόντα ετησίως, και ότι ο συνολικός ετήσιος κύκλος εργασιών του τομέα ανέρχεται σε 400 δισ. EUR. Οι επιχειρήσεις αυτές είναι διασκορπισμένες σ' ολόκληρη την επικράτεια της Κοινότητας, ενώ η Γερμανία, η Γαλλία, η Ιταλία και το Ηνωμένο Βασίλειο παράγουν το 75% του εν λόγω εξοπλισμού.

Οι περισσότερες επιχειρήσεις που κατασκευάζουν τα προϊόντα τα οποία αποτελούν αντικείμενο της παρούσας πρότασης οδηγίας είναι ήδη υποχρεωμένες να εφαρμόζουν την οδηγία 89/336/EOK. Συνεπώς, δεν θα πρέπει να λάβουν ιδιαίτερα μέτρα για να συμμορφωθούν με το νέο κείμενο. Ο τομέας που καλύπτεται στο εξής από το πεδίο εφαρμογής της περιλαμβάνει κυρίως τις κατασκευάστριες επιχειρήσεις έτοιμων συνδετικών διατάξεων που προορίζονται για σύνδεση σε συσκευή από έναν τελικό χρήστη για τη μετάδοση σημάτων, οι οποίες, στην πλειονότητά τους, είναι μικρού και μεσαίου μεγέθους. Η πρόταση, επομένως, δεν θα έχει σημαντικές επιπτώσεις στην οικονομία συνολικά. Έτσι, δεν αναμένεται να επηρεάσει την απασχόληση, τις επενδύσεις ή τη δημιουργία νέων επιχειρήσεων, με πιθανή εξαίρεση μια αύξηση στις εργασίες των αρμόδιων οργανισμών. Σε ποσοτικό επίπεδο, η ανάλυση των επιπτώσεων κατέληγε στο συμπέρασμα ότι θα υπάρξει μια καθαρή ζημία κοινωνικής ωφέλειας για όλους του κατασκευαστές προϊόντων EMC της ΕΕ, της τάξης των 2,1 δισεκατομμυρίων EUR, που αντιπροσωπεύει το 0,1% του κύκλου εργασιών του τομέα, σε περίοδο 8 ετών.

Η παρούσα πρόταση δεν περιλαμβάνει κάποιο ειδικό μέτρο που εφαρμόζεται στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, δεδομένου ότι στην πρόταση οδηγίας οι διαδικασίες εκτίμησης της συμμόρφωσης έχουν ήδη περιοριστεί σε απλή δήλωση συμμόρφωσης που συντάσσεται από τον κατασκευαστή χωρίς την υποχρεωτική παρέμβαση τρίτου.

Διαβουλεύσεις

Από την έναρξη των εργασιών σχετικά με την παρούσα πρόταση, η Επιτροπή, μέσω της ομάδας εργασίας SLIM EMC, συνεργάστηκε με όλους τους ενδιαφερόμενους επαγγελματικούς φορείς, συμπεριλαμβανομένων κατασκευαστών, χειριστών δικτύων, οργανισμών τυποποίησης, κ.λπ. Κατά τη διάρκεια της προετοιμασίας της παρούσας πρότασης οδηγίας, εκπονήθηκαν οκτώ σχέδια τα οποία συζητήθηκαν από την εν λόγω ομάδα εργασίας SLIM και δημοσιεύτηκαν στον ιστοχώρο της Επιτροπής, ώστε να ενημερωθούν όσο το δυνατόν περισσότερα ενδιαφερόμενα μέρη. Μεταξύ άλλων, ζητήθηκε η γνώμη των ακόλουθων ομοσπονδιών και οργανισμών:

(1) Κατασκευαστές

-ORGALIME Liaison Group of the European Mechanical, Electrical, Electronic and Metalworking Industries (Οργανισμός Συνδέσμου Μεταλλοβιομηχανιών Ευρώπης)

-EURELECTRIC Union of Electricity Industry (Ένωση Επιχειρήσεων Ηλεκτρισμού)

-EICTA European Information, Communications and Consumer Electronics Technology Industry Association (Ευρωπαϊκή Ένωση Βιομηχανιών των Τεχνολογιών Πληροφοριών και Επικοινωνιών)

-EACM European Association of Consumer Electronics Manufacturers (Ευρωπαϊκή Ένωση των Κατασκευαστών Καταναλωτικών Ηλεκτρονικών Ειδών)

-EUROPACABLE European Confederation of National Associations of Manufactures of Insulated Wire and Cable (Ευρωπαϊκή Συνομοσπονδία Εθνικών Ενώσεων Κατασκευαστών Μονωμένων Συρμάτων και Καλωδίων)

(2) Χρήστες

-ANEC European Association for the co-ordination of consumer representation in standardisation (Ευρωπαϊκή Ένωση για το Συντονισμό της Εκπροσώπησης των Καταναλωτών στην Τυποποίηση)

(3) Άλλοι

-CEN Ευρωπαϊκή Επιτροπή Τυποποίησης

-CENELEC Ευρωπαϊκή Επιτροπή Ηλεκτροτεχνικής Τυποποίησης

-ETSI Ευρωπαϊκό Ινστιτούτο Τηλεπικοινωνιακών Προτύπων

-ECACB European EMC Competent Bodies group (Ευρωπαϊκή Ομάδα Αρμόδιων Οργανισμών για την Ηλεκτρομαγνητική Συμβατότητα)

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ

H μελέτη ανάλυσης των επιπτώσεων συνιστά να αναθεωρηθεί η οδηγία. Κατά τη γνώμη της Επιτροπής, η καθαρή ζημία κοινωνικής ωφέλειας που εντοπίζεται θα πρέπει να εξεταστεί σε σχέση με τα οφέλη που αποφέρει η πρόταση. Τα εν λόγω οφέλη περιλαμβάνουν βελτιωμένη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς, μεγαλύτερη ευελιξία για τους παράγοντες της αγοράς και για συγκεκριμένα προϊόντα, καλύτερη προστασία. Περιλαμβάνουν επίσης βελτίωση των εργαλείων που έχουν στη διάθεσή τους οι αρμόδιες για την εποπτεία της αγοράς αρχές, πράγμα που θα εξασφαλίσει πιο ισότιμες συνθήκες ανταγωνισμού μεταξύ των παραγόντων της αγοράς.