52002PC0719

Πρόταση απόφαση του Συμβουλίου περί τροποποίησης της απόφασης 1999/468/ΕΚ για τον καθορισμό των όρων άσκησης των εκτελεστικών αρμοδιοτήτων που ανατίθενται στην Επιτροπή /* COM/2002/0719 τελικό - CNS 2002/0298 */


Πρόταση ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ Περί τροποποίησης της απόφασης 1999/468/ΕΚ για τον καθορισμό των όρων άσκησης των εκτελεστικών αρμοδιοτήτων που ανατίθενται στην Επιτροπή

(υποβλήθηκε από την Επιτροπή)

ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ

Οι λόγοι της μεταρρύθμισης και το αντικείμενό της

- Το ισχύον δίκαιο

Η συνθήκη προβλέπει επί του παρόντος (άρθρο 202 της συνθήκης ΕΚ) ότι η εκτέλεση της ευρωπαϊκής νομοθεσίας ανήκει κατ'αρχήν στην Επιτροπή, εφόσον απαιτείται εκτέλεση στο επίπεδο της Ένωσης και εφόσον, επομένως, δεν ανατίθεται στα κράτη μέλη. Η συνθήκη επιτρέπει επίσης στο Συμβούλιο να διατηρήσει το δικαίωμα, σε ειδικές και εξαιρετικές περιπτώσεις, να ασκεί απευθείας εκτελεστικές αρμοδιότητες. Ωστόσο η εξαίρεση αυτή δεν συνάδει με το γεγονός ότι η νομοθετική λειτουργία ασκείται από δύο όργανα, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο, στους τομείς που υπόκεινται στη διαδικασία συναπόφασης κατ'άρθρο 251 της συνθήκης, διότι το Συμβούλιο επέχει συγχρόνως θέση, αφενός, εξουσιοδοτούντος οργάνου και, αφετέρου, οργάνου που μπορεί να ασκήσει τη μεταβιβασθείσα αρμοδιότητα. Εξάλλου, η συνθήκη δεν γνωρίζει διάκριση μεταξύ νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως και ασκήσεως της εκτελεστικής εξουσίας.

- Η συμβολή της Επιτροπής στη Συνέλευση [1]

[1] Πρβλ. το έγγραφο. COM(2002)728 τελικό.

Για τους λόγους αυτούς η Επιτροπή πρότεινε, στην ανακοίνωσή της προς την Ευρωπαϊκή Συνέλευση, να τροποποιηθεί το άρθρο 202 της συνθήκης, ώστε να εισαχθεί νέο σύστημα μεταβιβάσεως των αρμοδιοτήτων το οποίο να συνάδει περισσότερο προς τη νομική και πολιτική πραγματικότητα καθώς και προς τις λειτουργικές ανάγκες μιας διευρυμένης Ένωσης. Με την τροποποίηση αυτή σκοπούνται, αφενός, η κατάργηση της εκτελεστικής αρμοδιότητας του Συμβουλίου και, αφετέρου, η εισαγωγή στη συνθήκη της έννοιας της νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως. Η εν λόγω εξουσιοδότηση αναμένεται ότι θα ασκείται εντός των ορίων και υπό τους όρους που τίθενται με τη βασική πράξη. Προς τούτο, η Επιτροπή πρότεινε ρητώς το Συμβούλιο και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο να διαθέτουν, στο πλαίσιο της νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως, τη δυνατότητα να αντιτίθενται σε κείμενο που προτείνει η Επιτροπή («call back»). Σε αυτήν την περίπτωση η Επιτροπή θα έπρεπε είτε να παραιτηθεί από το κείμενό της ή να το τροποποιήσει ή να υποβάλει νομοθετική πρόταση.

- Η παρούσα μεταρρύθμιση

Ωστόσο, λαμβανομένου υπόψη του σχετικώς μεγάλου χρονικού διαστήματος που θα παρέλθει μέχρι να τεθεί σε ισχύ η νέα συνθήκη, φαίνεται σκόπιμο να τροποποιηθεί ήδη από τώρα η απόφαση του Συμβουλίου 1999/468 (η λεγόμενη «επιτροπολογία») η οποία δεν λαμβάνει υπόψη τη θέση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ως συννομοθέτη. Είναι προφανές ότι η αναθεώρηση της αποφάσεως για την επιτροπολογία χωρίς αλλαγή της συνθήκης δεν είναι δυνατόν να έχει την ίδια εμβέλεια με μια βαθύτερη μεταρρύθμιση μετά από τροποποίηση της συνθήκης, διότι η ισχύουσα συνθήκη επιτρέπει την ανάθεση μόνον εκτελεστικών αρμοδιοτήτων στην Επιτροπή. Συνεπώς, η Επιτροπή προτείνει, προσωρινά και εν αναμονή του νέου συστήματος αναθέσεως αρμοδιοτήτων που θα καθορίζει η νέα συνθήκη, να επιχειρηθεί μια πρώτη μεταρρύθμιση του ισχύοντος συστήματος. Η εν λόγω μεταρρύθμιση πρέπει να προσανατολίζεται προς την αποσαφήνιση της ασκήσεως των εκτελεστικών αρμοδιοτήτων και την εξίσωση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου όσον αφορά τον έλεγχο της ασκήσεως από την Επιτροπή των εκτελεστικών αρμοδιοτήτων που της ανατίθενται και μάλιστα με αξιοποίηση, όσο το δυνατόν περισσότερο, των νομικών δυνατοτήτων που προσφέρει η ισχύουσα συνθήκη η οποία δεν επιτρέπει τίποτε περισσότερο.

Κατά την αναθεώρηση αυτή, πρέπει να ληφθούν υπόψη οι γενικές ιδέες που αναπτύσσονται στη λευκή βίβλο για την ευρωπαϊκή διακυβέρνηση με σκοπό τη βελτίωση της διαφάνειας, της αποτελεσματικότητας και της υπεθυνότητας στη δράση της Ευρωπαϊκής Ένωσης, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται η πρόταση αναπροσανατολισμού των θεσμικών οργάνων προς τα βασικά τους καθήκοντα.

Έτσι, η λευκή βίβλος εισηγείται το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο να επικεντρωθούν περισσότερο στην καθοδήγηση και στο περιεχόμενο των κοινοτικών πολιτικών, ενώ η Επιτροπή να επωμισθεί την κύρια ευθύνη της εκτελεστικής λειτουργίας σε ευρωπαϊκό επίπεδο υπό τον έλεγχο του νομοθέτη. Ειδικότερα, ένας απλός νομικός μηχανισμός θα επιτρέπει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο την παρακολούθηση και τον έλεγχο σύμφωνα με τις αρχές και τις πολιτικές κατευθυντήριες γραμμές που αποτυπώνονται στη νομοθεσία. Τούτο συνεπάγεται επίσης την επανεξέταση του νομικού μηχανισμού που σχετίζεται με την έκδοση εκτελεστικών μέτρων από την Επιτροπή, βάσει έκθεσης η οποία θα καταρτισθεί από την Επιτροπή το αργότερο εντός ενός έτους από τη θέση σε ισχύ της παρούσας απόφασης.

Σε αυτό το πνεύμα, όπως εξέθεσε ο πρόεδρος Πρόντι ενώπιον του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου το Νοέμβριο του 2001 κατά τη συζήτηση για τη λευκή βίβλο, η Επιτροπή, με την ανακοίνωση «Βελτίωση της νομοθεσίας» της 5ης Ιουνίου 2002, ανακοίνωσε την πρόθεσή της να υποβάλει προτάσεις προσαρμογής του συστήματος της επιτροπολογίας «με αμετάβλητη συνθήκη», με σκοπό οι δύο κλάδοι της νομοθετικής εξουσίας να εξισωθούν όσον αφορά την άσκηση του ελέγχου, τουλάχιστον στους τομείς που υπόκεινται σε συναπόφαση, με παράλληλη αποσαφήνιση της άσκησης των εκτελεστικών αρμοδιοτήτων.

Πράγματι, η επανεξέταση της επιτροπολογίας επείγει περισσότερο στους τομείς που το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο είναι συν-νομοθέτης υπό την έννοια του άρθρου 251, διότι στους τομείς αυτούς μετέχει στη διαδικασία μόνον μέσω της άσκησης «δικαιώματος εποπτείας» επί της νομιμότητας της εκτελεστικής πράξεως, κάτι που δεν δικαιολογείται σε σχέση με το ρόλο του ως συν-νομοθέτη. Εξάλλου, ακριβώς στις περιπτώσεις εφαρμογής της διαδικασίας του άρθρου 251 η «κοινοτική μέθοδος» λαμβάνει την πληρέστερη μορφή της, κάτι που εξηγεί επίσης γιατί είναι φυσικό να αρχίσει από αυτές τις περιπτώσεις η αναθεώρηση των όρων άσκησης των εκτελεστικών αρμοδιοτήτων. Για το λόγο αυτόν, η παρούσα αναθεώρηση της «επιτροπολογίας» περιορίζεται στο πεδίο εφαρμογής της εν λόγω διαδικασίας, εν αναμονή ενδεχόμενης αναθεώρησης του άρθρου 202 η οποία θα μπορούσε να προταθεί από τη Συνέλευση για το μέλλον της Ένωσης και θα καθιστούσε δυνατή μια ευρύτερη αναθεώρηση.

Η παρούσα απόφαση δεν θίγει τις διαδικασίες έκδοσης των εκτελεστικών μέτρων στον τομέα του ανταγωνισμού.

Η διαφορετική ένταση του ελέγχου εκ μέρους του νομοθέτη

Η ανάγκη ελέγχου εκ μέρους του νομοθέτη εκδηλώνεται ιδίως όταν περιεχόμενο των εκτελεστικών μέτρων, των οποίων η έκδοση ανατίθεται στην Επιτροπή, είναι η εφαρμογή ουσιωδών στοιχείων ή η προσαρμογή ορισμένων στοιχείων των βασικών πράξεων, όπως παραδείγματος χάριν η προσαρμογή των οδηγιών στην επιστημονική και τεχνική πρόοδο ή η τροποποίηση ορισμένων παραρτημάτων αυτών. Πράγματι, σε αυτές τις περιπτώσεις, φαίνεται σκόπιμο ο ίδιος ο νομοθέτης να μπορεί να ελέγχει λεπτομερώς την άσκηση της μεταβιβασθείσας αρμοδιότητας. Ο προσανατολισμός αυτός είναι σύμφωνος με την προσέγγιση που αναπτύσσει η Επιτροπή στις προτάσεις της της 5ης Ιουνίου 2002(πρβλ. COM (2002)275 τελικό) σχετικά με τη «βελτίωση της νομοθεσίας». Οι προτάσεις αυτές προκρίνουν ιδίως επάνοδο στην αρχική αντίληψη περί οδηγιών την οποία προβλέπει η συνθήκη, δηλαδή ότι οι οδηγίες πρέπει να περιορίζονται στα ουσιώδη στοιχεία που προϋποθέτουν πολιτική επιλογή και να παραπέμπουν στα εκτελεστικά μέτρα όσον αφορά τις τεχνικές ή λεπτομερειακές πτυχές. Αντιστρόφως, στην περίπτωση εκτελεστικών αρμοδιοτήτων που συνίστανται σε θέσπιση διαδικαστικών όρων ή έκδοση ατομικών αποφάσεων, η Επιτροπή θα έπρεπε να διατηρεί την πλήρη ευθύνη των πράξεων τις οποίες έχει επιφορτισθεί να θεσπίζει.

Ο σχετικός προβληματισμός πρέπει επίσης να λαμβάνει υπόψη άλλα στοιχεία, ιδίως το γεγονός ότι, στο θεσμικό σύστημα της ισχύουσας συνθήκης, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο δεν συμμετέχει στην εκτελεστική λειτουργία και ότι οι εθνικές αρχές πρέπει να διατηρήσουν τη δυνατότητα να επηρεάζουν τη διαδικασία λήψεως εκτελεστικών αποφάσεων σε κοινοτικό επίπεδο, διότι η συμμετοχή τους, αφενός, προσφέρει εξειδικευμένες γνώσεις υψηλής ποιότητας και, αφετέρου, διευκολύνει την εφαρμογή αργότερα των εκτελεστικών μέτρων σε εθνικό επίπεδο.

Οι προτεινόμενες διαδικασίες για τα εκτελεστικά μέτρα των πράξεων οι οποίες εκδίδονται κατά τη διαδικασία του άρθρου 251

Βάσει των προεκτεθέντων, η απόφαση περί επιτροπολογίας ως προς τις βασικές πράξεις οι οποίες εκδίδονται κατά τη διαδικασία του άρθρου 251 μπορεί να προσαρμοσθεί σύμφωνα με τις ακόλουθες κατευθυντήριες γραμμές:

1. Τροποποίηση της διαδικασίας της κανονιστικής επιτροπής (άρθρο 5 της αποφάσεως 1999/468/ΕΚ), η οποία θα εφαρμόζεται μόνον στην περίπτωση εκδόσεως εκτελεστικών μέτρων γενικής ισχύος που αφορούν την ουσία του καλυπτόμενου θέματος.

2. Διατήρηση της διαδικασίας της συμβουλευτικής επιτροπής (άρθρο 3 της αποφάσεως 1999/468/ΕΚ) και, κατόπιν της τροποποιήσεως της διαδικασίας της κανονιστικής επιτροπής, επέκταση της εφαρμογής της σε ορισμένες περιπτώσεις διοικητικής φύσεως για τις οποίες ακολουθούνται σήμερα άλλες διαδικασίες (παραδείγματος χάριν στις περιπτώσεις εκδόσεως εκτελεστικών μέτρων για τα προγράμματα οικονομικής υποστήριξης).

Τα προβλήματα της ισχύουσας διαδικασίας της κανονιστικής επιτροπής

Η πρόταση να τροποποιηθεί η διαδικασία της κανονιστικής επιτροπής δικαιολογείται από τα προβλήματα που θέτει επί του παρόντος η εν λόγω διαδικασία:

- Προ πάντων, διατάραξη της ισορροπίας μεταξύ των δύο κλάδων της νομοθετικής εξουσίας ως προς τα εκτελεστικά μέτρα που αφορούν βασικές πράξεις εκδιδόμενες με συναπόφαση. Πράγματι, μολονότι το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο συμπράττει στη διαδικασία, οι εξουσίες του περιορίζονται σε έλεγχο νομιμότητας σε σχέση με την παρέμβαση του Συμβουλίου επί της ουσίας της πράξεως. σε αυτό προστίθενται

- η έλλειψη σαφούς διακρίσεως μεταξύ του σταδίου της κυρίως εκτελέσεως και του σταδίου του ελέγχου, αντίθετα από τις προαναφερόμενες κατευθυντήριες γραμμές της λευκής βίβλου.

- ο κίνδυνος ενδεχόμενου αδιεξόδου κατά τη θέσπιση των εν λόγω μέτρων, στην περίπτωση που δεν θα επιτυγχανόταν μεν η ειδική πλειοψηφία στο Συμβούλιο αλλά θα αναδεικνυόταν κυρίαρχη τάση κατά της προτάσεως της Επιτροπής χωρίς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο να μπορεί να επηρεάσει το αποτέλεσμα.

Μια νέα διαδικασία κανονιστικής επιτροπής για τα εκτελεστικά μέτρα των πράξεων που εκδίδονται κατά τη διαδικασία του άρθρου 251

Οποιαδήποτε προσαρμογή της διαδικασίας πρέπει, προφανώς, να επιλύει αυτά τα προβλήματα και να λαμβάνει υπόψη τα άλλα προαναφερθέντα στοιχεία ενώ, συγχρόνως, να συμμορφώνεται προς τα βασικά κριτήρια τόσο της λευκής βίβλου για τη διακυβέρνηση όσο και του σχεδίου δράσης «Βελτίωση της νομοθεσίας»: απλότητα, αποτελεσματικότητα, διαφάνεια, υπευθυνότητα.

Πρέπει να προταθεί διαδικασία που να περιλαμβάνει δύο διακριτά στάδια.

Στο πρώτο στάδιο (στάδιο εκτελέσεως), η Επιτροπή θα έχει την ευθύνη να εκπονήσει το σχέδιο εκτελεστικών μέτρων και να το υποβάλει στους αντιπροσώπους των εθνικών αρχών που συνέρχονται σε επιτροπή. Η τελευταία θα έχει την υποχρέωση να αποφανθεί επί του σχεδίου εντός προθεσμίας καθοριζόμενης από τον πρόεδρό της και θα μπορεί να επηρεάσει το περιεχόμενο του μέτρου, διατυπώνοντας δυσμενή γνώμη με ειδική πλειοψηφία (ή ακόμη και, ελλείψει γνώμης, μέσω των θέσεων που εκφράζουν οι διάφορες εθνικές αντιπροσωπείες). Σε περίπτωση δυσμενούς γνώμης ή ελλείψει γνώμης, προβλέπεται πρόσθετη προθεσμία ενός μηνός για την εξεύρεση λύσεως η οποία να μπορεί να επιτύχει ειδική πλειοψηφία στην επιτροπή. Ωστόσο, η Επιτροπή διατηρεί την τελική ευθύνη να αποφασίσει για το περιεχόμενο του σχεδίου. Έτσι, στο τέλος αυτού του σταδίου, η Επιτροπή καταρτίζει το οριστικό σχέδιο, με ενδεχόμενες τροποποιήσεις για να ληφθεί υπόψη η γνώμη της επιτροπής.

Στο δεύτερο στάδιο (στάδιο ελέγχου), το σχέδιο αυτό θα υποβληθεί στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο, ώστε να τους παρασχεθεί η δυνατότητα να ασκήσουν πολιτικό έλεγχο. Σε περίπτωση διαφωνίας εκ μέρους ενός από τα δύο θεσμικά όργανα εντός προθεσμίας ενός μηνός (ανανεώσιμης μία φορά) - με απόλυτη πλειοψηφία των μελών του Κοινοβουλίου και ειδική πλειοψηφία στο Συμβούλιο - η Επιτροπή θα πρέπει να επιλέξει μεταξύ δύο λύσεων: είτε να εκδώσει το προτεινόμενο μέτρο, ενδεχομένως τροποποιημένο για να ληφθούν υπόψη οι διατυπωθείσες αντιρρήσεις. είτε να υποβάλει νομοθετική πρόταση προς έγκριση κατά τη διαδικασία συναπόφασης. Προφανώς, ελλείψει αντιρρήσεων εντός της προθεσμίας, η Επιτροπή θα προβεί σε οριστική έκδοση της πράξεως σύμφωνα με το σχέδιό της.

Γραφική παράσταση της εν λόγω διαδικασίας περιλαμβάνεται σε παράρτημα.

Η νέα διαδικασία φαίνεται να ανταποκρίνεται στις προαναφερθείσες απαιτήσεις, και ειδικότερα:

- Κάθε θεσμικό όργανο επικεντρώνεται στα καθήκοντά του, χωρίς να υπάρχει πλέον σύγχυση μεταξύ νομοθετικής λειτουργίας και εκτελεστικής λειτουργίας.

- Η νέα διαδικασία είναι απλούστερη και κατανοητότερη από τη σημερινή. Κάθε όργανο αναλαμβάνει σαφείς και διαφανείς ευθύνες έναντι των πολιτών, ενώ συγχρόνως διαφυλάσσονται οι απαραίτητες ειδικές γνώσεις των εθνικών αρχών κατά το στάδιο εκτελέσεως. Ειδικότερα, ο κεντρικός ρόλος ο οποίος αναγνωρίζεται στην Επιτροπή και το περιθώριο ελιγμών που θα διαθέτει έναντι των αντιρρήσεων που εκφράζει ο νομοθέτης τής επιτρέπουν να αναλάβει την ευθύνη των μέτρων που θεσπίζει.

- Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο αποκτούν αυστηρώς ισότιμο ρόλο όσον αφορά τον έλεγχο του τρόπου με τον οποίον η Επιτροπή ανταποκρίνεται στις εκτελεστικές υποχρεώσεις που της ανατέθηκαν με νομοθετικές πράξεις εκδοθείσες κατά τη διαδικασία της συναπόφασης. Συγκεκριμένα, οι δύο κλάδοι της νομοθετικής εξουσίας θα έχουν τη δυνατότητα να αποφαίνονται επί του περιεχομένου του σχεδίου και, σε ορισμένες περιπτώσεις, θα μπορούν να προβάλλουν ένα πολιτικά ευαίσθητο ζήτημα που υπάρχει κίνδυνος να επηρεάσει την ισορροπία της βασικής νομοθετικής πράξεως, με αποτέλεσμα το εκτελεστικό μέτρο να πρέπει να αντικατασταθεί από νομοθετική πρόταση.

- Δεν θα υπάρχει πλέον κίνδυνος αδιεξόδου, διότι θα παρέχεται εναλλακτικά η επιλογή μεταξύ της εκδόσεως του εκτελεστικού μέτρου και της υποβολής νομοθετικής προτάσεως.

Βεβαίως, η προσέγγιση αυτή πρέπει να συνδυασθεί με κατάλληλη λύση για την έκδοση των εκτελεστικών μέτρων σύμφωνα με διαδικασία επείγοντος, στις περιπτώσεις που μια τέτοια διαδικασία αποδεικνύεται αναγκαία για την καλή εκτέλεση της βασικής πράξεως.

2002/0298 (CNS)

Πρόταση ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ περί τροποποίησης της απόφασης 1999/468/ΕΚ για τον καθορισμό των όρων άσκησης των εκτελεστικών αρμοδιοτήτων που ανατίθενται στην Επιτροπή

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη:

τη συνθήκη περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, και ιδίως το άρθρο [202], τρίτο εδάφιο,

την πρόταση της Επιτροπής [2],

[2] ΕΕ C [...] της [...], σ. [...].

τη γνώμη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου [3],

[3] ΕΕ C [...] της [...], σ. [...].

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1) Δυνάμει του άρθρου 202 της συνθήκης, η αρμοδιότητα εκτελέσεως των κανόνων που θέτει το Συμβούλιο, ενδεχομένως μαζί με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, ανήκει κατ'αρχήν στην Επιτροπή. Η Επιτροπή ασκεί την εν λόγω αρμοδιότητα κατά τους όρους που καθορίζει το Συμβούλιο βάσει του άρθρου 202 και σύμφωνα με το πλαίσιο που καθορίζεται προς τούτο στις νομοθετικές πράξεις οι οποίες θεσπίζονται βάσει της συνθήκης.

(2) Από την παρούσα εξέλιξη των κοινοτικών κανονιστικών ρυθμίσεων φαίνεται ότι οι νομοθετικές πράξεις απαιτούν όλο και συχνότερα τη θέσπιση συμπληρωματικών μέτρων, των οποίων οι αρχές και οι τεχνικές λεπτομέρειες πρέπει να τεθούν βάσει κατάλληλων αναλύσεων και εξειδικευμένων γνώσεων, εντός των ενδεδειγμένων προθεσμιών. Εφόσον η εξέλιξη αυτή οδηγεί το νομοθέτη να προβαίνει σε ευρύτερες μεταβιβάσεις αρμοδιοτήτων στην Επιτροπή, πρέπει να έχει τη δυνατότητα να αποφαίνεται επί των μέτρων που σχεδιάζει να θεσπίσει η Επιτροπή.

(3) Οι όροι που καθορίζονται στην απόφαση 1999/468/ΕΚ δεν παρέχουν τη δυνατότητα ανταπόκρισης σε αυτή την εξέλιξη. Ο έλεγχος για υπέρβαση εξουσίας, ο οποίος ανατίθεται στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο δυνάμει του άρθρου 8 της απόφασης 1999/468/ΕΚ, αποδεικνύεται ανεπαρκής. Εξάλλου, ο έλεγχος που ασκεί το Συμβούλιο οδηγεί ενδεχομένως σε σύγχυση μεταξύ εκτελεστικών και νομοθετικών αρμοδιοτήτων ή σε παράλυση της διαδικασίας λήψης αποφάσεων. Οι όροι που καθορίζονται με την απόφαση 1999/468/ΕΚ ενδέχεται επίσης να έχουν ως συνέπεια να πρέπει η Επιτροπή να θεσπίσει πράξη ελλείψει γνώμης της επιτροπής και ελλείψει αντιδράσεων εκ μέρους του νομοθέτη.

(4) Συνεπώς, πρέπει να τροποποιηθεί η απόφαση 1999/468, με σκοπό να βελτιωθεί η αποτελεσματικότητα της διαδικασίας λήψης αποφάσεων, χάρη στην αποσαφήνιση των αρμοδιοτήτων και των διαδικασιών.

(5) Για την άσκηση των εκτελεστικών αρμοδιοτήτων οι οποίες έχουν πραγματική κανονιστική εμβέλεια, τροποποιώντας ως προς την ουσία την προϋπάρχουσα νομική κατάσταση, απαιτείται αποτελεσματικός έλεγχος από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο ως συν-νομοθέτες. προς τούτο, η διαδικασία της κανονιστικής επιτροπής πρέπει να εφαρμόζεται στα μέτρα γενικής ισχύος τα οποία τείνουν στην εφαρμογή των βασικών στοιχείων ή στην προσαρμογή ορισμένων άλλων στοιχείων των βασικών πράξεων που θεσπίζονται κατά τη διαδικασία του άρθρου 251 της συνθήκης.

(6) Για τις περιπτώσεις αυτές, η διαδικασία της κανονιστικής επιτροπής πρέπει να παρέχει στην Επιτροπή τη δυνατότητα να αναλάβει πλήρως τις ευθύνες της κατά τη θέσπιση των εκτελεστικών μέτρων, αφού λάβει τη γνώμη της επιτροπής των αντιπροσώπων των κρατών μελών, παρέχοντας συγχρόνως τη δυνατότητα στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο να ελέγχουν την άσκηση της εκτελεστικής λειτουργίας. Συνεπώς, σε περίπτωση διαφωνίας μεταξύ της Επιτροπής και του νομοθέτη, η Επιτροπή πρέπει να έχει τη δυνατότητα, κατά περίπτωση, είτε να υποβάλει πρόταση κατά την έννοια του άρθρου 251 της συνθήκης, είτε να εκδώσει το αρχικό της σχέδιο μέτρων, ενδεχομένως τροποποιημένο.

(7) Σε περίπτωση που δεν είναι δυνατή η τήρηση των προθεσμιών οι οποίες προβλέπονται για την εν λόγω διαδικασία της κανονιστικής επιτροπής, πρέπει να προβλεφθεί διαδικασία επείγοντος που να παρέχει τη δυνατότητα στην Επιτροπή να θεσπίζει αμέσως τα εκτελεστικά μέτρα, επιφυλασσομένου του ελέγχου εκ των υστέρων από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο.

(8) Οι αρμοδιότητες εκτελέσεως των βασικών πράξεων οι οποίες αφορούν αποκλειστικώς και μόνον διαδικαστικούς όρους ή ατομικές αποφάσεις δεν πρέπει να υπόκεινται, ως τέτοιες, σε ειδικούς όρους ελέγχου εκ μέρους του νομοθέτη, καθώς τα εν λόγω μέτρα πρέπει να συμμορφώνονται προς τις σχετικές κατευθυντήριες γραμμές και αρχές που περιλαμβάνονται στη βασική πράξη. Ωστόσο, εξ αυτού του λόγου δεν παύει να είναι χρήσιμο να συμβουλεύεται η Επιτροπή επιτροπές συγκροτούμενες από αντιπροσώπους των κρατών μελών οι οποίες διαθέτουν εξειδικευμένες γνώσεις στο σχετικό αντικείμενο. Προς τούτο, η διαδικασία της συμβουλευτικής επιτροπής θα αποτελεί τον κανόνα για τα εκτελεστικά μέτρα υπό την προαναφερόμενη έννοια, όπως η εκτέλεση των προγραμμάτων οικονομικής στήριξης. Επομένως, η διαδικασία της διαχειριστικής επιτροπής καταργείται για την εκτέλεση των πράξεων που θεσπίζονται με συναπόφαση.

(9) Λόγω της περιορισμένης εμβέλειας του παρόντος εγχειρήματος, δεν χρειάζεται προς το παρόν αναθεώρηση των όρων άσκησης των αρμοδιοτήτων που ανατίθενται στην Επιτροπή στο πλαίσιο βασικών πράξεων άλλων από εκείνες που θεσπίζονται κατά τη διαδικασία του άρθρου 251 της συνθήκης. Επομένως, οι όροι αυτοί δεν θίγονται από την παρούσα απόφαση. Αντιστρόφως, όσον αφορά τις πράξεις που εκδίδονται σύμφωνα με την εν λόγω διαδικασία, πρέπει να διενεργηθεί επανεξέταση των όρων τους οποίους προβλέπουν, βάσει έκθεσης που θα καταρτισθεί από την Επιτροπή εντός ενός έτους το αργότερο από την έναρξη ισχύος της παρούσας αποφάσεως,

ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ:

Άρθρο 1

Η απόφαση 1999/468/ΕΚ τροποποιείται ως ακολούθως:

1. Παρεμβάλλεται το ακόλουθο άρθρο 2α:

«Άρθρο 2α

Η επιλογή της διαδικασίας για την έκδοση των μέτρων εκτελεσεως των βασικών πράξεων οι οποίες θεσπίζονται κατά τη διαδικασία του άρθρου 251 της συνθήκης ακολουθεί τα ακόλουθα κριτήρια:

α) η διαδικασία της συμβουλευτικής επιτροπής εφαρμόζεται όταν τα εκτελεστικά μέτρα έχουν ατομικό χαρακτήρα ή αφορούν διαδικαστικούς όρους εφαρμογής των βασικών πράξεων.

β) η διαδικασία της κανονιστικής επιτροπής εφαρμόζεται όταν τα εκτελεστικά μέτρα θέτουν κατα γενικό τρόπο σε εφαρμογή τα ουσιώδη στοιχεία που περιλαμβάνει η βασική πράξη ή προσαρμόζουν άλλα στοιχεία αυτής της πράξης.

2. Στο άρθρο 4, παράγραφος 3, απαλείφονται οι λέξεις «με την επιφύλαξη του άρθρου 8».

3. Η παράγραφος 5 του άρθρου 5 καταργείται.»

4. Παρεμβάλλεται το ακόλουθο άρθρο 5α:

«Άρθρο 5α

Διαδικασία της κανονιστικής επιτροπής για τις βασικές πράξεις οι οποίες εκδίδονται κατά τη διαδικασία του άρθρου 251 της συνθήκης.

1. Η Επιτροπή επικουρείται από κανονιστική επιτροπή συγκροτούμενη από αντιπροσώπους των κρατών μελών και της οποίας προεδρεύει ο αντιπρόσωπος της Επιτροπής.

2. Ο αντιπρόσωπος της Επιτροπής υποβάλλει στην εν λόγω επιτροπή σχέδιο των ληπτέων μέτρων. Η επιτροπή διατυπώνει τη γνώμη της επί του σχεδίου αυτού, προβαίνοντας ενδεχομένως σε ψηφοφορία, εντός προθεσμίας που μπορεί να ορίσει ο πρόεδρος ανάλογα με το επείγον του θέματος. Η γνώμη δίδεται με την πλειοψηφία που προβλέπεται στο άρθρο 205, παράγραφος 2 της συνθήκης για την έκδοση των αποφάσεων τις οποίες καλείται να λάβει το Συμβούλιο μετά από πρόταση της Επιτροπής. Οι ψήφοι των αντιπροσώπων των κρατών μελών στην επιτροπή σταθμίζονται με τον τρόπο που ορίζει το προαναφερόμενο άρθρο. Ο πρόεδρος δεν λαμβάνει μέρος στην ψηφοφορία.

3. Εάν η επιτροπή γνωμοδοτήσει ευνοϊκά, η Επιτροπή εγκρίνει το οριστικό σχέδιο. Σε περίπτωση δυσμενούς γνώμης ή ελλείψει γνώμης της επιτροπής, η Επιτροπή παρουσιάζει αμελλητί νέο σχέδιο επιχειρώντας να λάβει υπόψη τη θέση που εξέφρασε η επιτροπή και τής το υποβάλλει εκ νέου. η επιτροπή μπορεί να διατυπώσει παρατηρήσεις εντός προθεσμίας ενός μηνός αφότου της διαβιβάσθηκε το νέο σχέδιο. Βάσει αυτών των παρατηρήσεων, η Επιτροπή καταρτίζει το οριστικό της σχέδιο. Η έλλειψη γνώμης εντός των προβλεπόμενων προθεσμιών δεν παρακωλύει την κατάρτιση οριστικού σχεδίου.

4. Η Επιτροπή διαβιβάζει αμελλητί το οριστικό της σχέδιο συγχρόνως στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο. Εάν κανένα από τα δύο όργανα δεν διατυπώσει αντιρρήσεις εντός προθεσμίας ενός μηνός από της υποβολής του σχεδίου, το προτεινόμενο μέτρο εκδίδεται από την Επιτροπή. Κατ'αίτηση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ή του Συμβουλίου, η προθεσμία ενός μηνός για τη διατύπωση αντιρρήσεων παρεκτείνεται κατά ένα ακόμη μήνα.

5. Εάν, εντός προθεσμίας ενός μηνός, ενδεχομένως παρεκταθείσας κατά ένα ακόμη μήνα, από της υποβολής του οριστικού σχεδίου της Επιτροπής, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, με την απόλυτη πλειοψηφία των μελών του, ή το Συμβούλιο, με την πλειοψηφία που προβλέπεται στο άρθρο 205 παράγραφος 2 της συνθήκης, διατυπώσουν αντιρρήσεις κατά του σχεδίου, η Επιτροπή είτε αποσύρει το σχέδιό της και υποβάλλει πρόταση πράξεως κατά τη διαδικασία του άρθρου 251 της συνθήκης, είτε εκδίδει το προτεινόμενο μέτρο τροποποιώντας, ενδεχομένως, το σχέδιό της, για να λάβει υπόψη τις διατυπωθείσες αντιρρήσεις.

6. Σε περίπτωση που, για λόγους κατεπείγουσας επιτακτικής ανάγκης, δεν είναι δυνατή η τήρηση των προθεσμιών της διαδικασίας της κανονιστικής επιτροπής, η Επιτροπή δύναται να εκδώσει τα εκτελεστικά μέτρα αφού λάβει τη γνώμη της κανονιστικής επιτροπής σύμφωνα με την παράγραφο 2. Ανακοινώνει αμελλητί τα μέτρα στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, στο Συμβούλιο και στα κράτη μέλη. Εντός μηνός από την εν λόγω ανακοίνωση, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, αποφασίζοντας με την απόλυτη πλειοψηφία των μελών του, ή το Συμβούλιο αποφασίζοντας με την πλειοψηφία που προβλέπεται στο άρθρο 205 παράγραφος 2, μπορούν να διατυπώσουν τις αντιρρήσεις τους. Σε αυτήν την περίπτωση, η Επιτροπή δύναται είτε να ανακαλέσει το εκδοθέν μέτρο και να υποβάλει πρόταση πράξεως σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 251 της συνθήκης, είτε να διατηρήσει το μέτρο επιφέροντας ενδεχομένως τροποποιήσεις, ώστε να ληφθούν υπόψη οι διατυπωθείσες αντιρρήσεις.

7. Η παρούσα απόφαση δεν θίγει τις διαδικασίες διασφάλισης και τις διαδικασίες κατεπείγοντος που προβλέπονται σε περίπτωση σοβαρού κινδύνου για την ασφάλεια, την υγεία του ανθρώπου και των ζώων ή το περιβάλλον από βασική πράξη εκδιδόμενη κατά τη διαδικασία του άρθρου 251 της συνθήκης.»

5. Το άρθρο 7 τροποποιείται ως ακολούθως:

α) Η παράγραφος 3 αντικαθίσταται από το εξής κείμενο:

«3. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο ενημερώνονται τακτικά από την Επιτροπή για τις εργασίες των επιτροπών. Προς τούτο, λαμβάνουν τις ημερήσιες διατάξεις των συνεδριάσεων, τα σχέδια που υποβάλλονται στις επιτροπές και αφορούν εκτελεστικά μέτρα των πράξεων που εκδίδονται κατά τη διαδικασία του άρθρου 251 της συνθήκης, καθώς και τα αποτελέσματα των ψηφοφοριών, τα συνοπτικά πρακτικά των συνεδριάσεων και τους καταλόγους των αρχών και οργανισμών στους οποίους ανήκουν τα άτομα που ορίζουν τα κράτη μέλη ως αντιπροσώπους τους. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ενημερώνεται επίσης για κάθε μέτρο που διαβιβάζεται στο Συμβούλιο από την Επιτροπή και για τα σχέδια που αφορούν τα ληπτέα μέτρα.»

β) Στην παράγραφο 4, η τελευταία φράση αντικαθίσταται με το ακόλουθο κείμενο:

«Η Επιτροπή δημοσιεύει επίσης ετήσια έκθεση των εργασιών των επιτροπών».

γ) Η παράγραφος 5 αντικαθίσταται με το ακόλουθο κείμενο:

«5. Τα στοιχεία όλων των εγγράφων που διαβιβάζονται στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο κατ'εφαρμογήν της παραγράφου 3 δημοσιοποιούνται σε μητρώο το οποίο καταρτύζύ προς τούτο η Επιτροπή.»

6. Το άρθρο 8 καταργείται.

Άρθρο 2

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο, μετά από πρόταση της Επιτροπής, προβαίνουν σε επανεξέταση των διαδικασιών οι οποίες προβλέπονται από τις βασικές πράξεις που εκδίδονται κατά τη διαδικασία του άρθρου 251 της συνθήκης, βάσει έκθεσης η οποία θα καταρτισθεί από την Επιτροπή το αργότερο ένα έτος από την έναρξη ισχύος της παρούσας απόφασης.

Άρθρο 3

Η παρούσα απόφαση αρχίζει να ισχύει την επόμενη ημέρα από τη δημοσίευσή της στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.

Βρυξέλλες,

Για το Συμβούλιο

Ο πρόεδρος

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

>ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΕ ΓΡΑΦΗΚΟ>