Πρόταση οδηγίας του Συμβουλίου σχετικά με τον τίτλο παραμονής μικρής διάρκειας που χορηγείται στα θύματα της διευκόλυνσης της λαθρομετανάστευσης ή της διακίνησης ανθρώπων που συνεργάζονται με τις αρμόδιες αρχές /* COM/2002/0071 τελικό - CNS 2002/0043 */
Επίσημη Εφημερίδα αριθ. 126 E της 28/05/2002 σ. 0393 - 0397
Πρόταση ΟΔΗΓΙΑΣ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ σχετικά με τον τίτλο παραμονής μικρής διάρκειας που χορηγείται στα θύματα της διευκόλυνσης της λαθρομετανάστευσης ή της διακίνησης ανθρώπων που συνεργάζονται με τις αρμόδιες αρχές (υποβληθείσα από την Επιτροπή) ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ 1. Πλαίσιο Η παρούσα οδηγία αντιμετωπίζει ένα ολοένα και πιο ανησυχητικό πρόβλημα: την αύξηση της λαθρομετανάστευσης και ειδικότερα δύο από τις πιο απεχθείς μορφές της, την ανάπτυξη κυκλωμάτων προώθησης λαθρομεταναστών που δρουν για λόγους άλλους πλην των ανθρωπιστικών και την εκμετάλλευση αλλοδαπών στο πλαίσιο της διακίνησης ανθρώπων. 1.1. Γενική παρουσίαση του φαινομένου Παρά το γεγονός ότι είναι δύσκολο να προσδιοριστούν τα αριθμητικά στοιχεία που αφορούν μια πραγματικότητα εξ ορισμού παράνομη, οι σχετικές μελέτες και εκθέσεις [1] αποδεικνύουν την αύξηση του φαινομένου σε διεθνές και ευρωπαϊκό επίπεδο. Το φαινόμενο αυτό θίγει ολοένα και περισσότερο τα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Πρόκειται ως επί το πλείστον για δίκτυα διεθνούς εγκληματικότητας, τα οποία δρουν περιφρονώντας την ανθρώπινη αξιοπρέπεια, θέτοντας σε κίνδυνο τη ζωή των θυμάτων τους και έχοντας στόχο κερδοσκοπικό. [1] Διάφορες μελέτες έχουν πραγματοποιηθεί σχετικά με το θέμα από την ΔΟΜ, την HCR (Ύπατη Αρμοστεία για τους Πρόσφυγες) και τον ΟΑΣΕ. Η γαλλική προεδρία διοργάνωσε επίσης στις 20 και 21 Ιουλίου 2000 σεμινάριο για τα κυκλώματα της λαθρομετανάστευσης. Η διευκόλυνση της λαθρομετανάστευσης και διακίνηση ανθρώπων αποτελούν δύο χωριστά από την άποψη του δικαίου αδικήματα, αλλά η πραγματικότητα αποδεικνύει ότι αλληλοτέμνονται στην πράξη. Αυτό ισχύει για τους μετανάστες που αποτελούν το αντικείμενο εκμετάλλευσης κατά τη διάρκεια της διαδρομής τους για να πληρώσουν την τιμή που ζητείται από το δουλέμπορο, για εκείνους που κρατούνται σε δουλεία λόγω χρέους μόλις φτάσουν στη χώρα προορισμού, ή περαιτέρω για εκείνους οι οποίοι, πιστεύοντας ότι έχουν βρει ένα μέσο για να κερδίσουν καλύτερα τη ζωή τους σε πιο ανεπτυγμένη χώρα, πέφτουν θύματα σεξουαλικής εκμετάλλευσης ή εκμετάλλευσης της εργασίας τους. Ορισμένα συμπληρωματικά χαρακτηριστικά του φαινομένου επιτρέπουν τον καλύτερο προσδιορισμό του και δικαιολογούν τα μέτρα που προτείνονται για την καταπολέμησή του. Δεδομένου ότι πρόκειται για λαθρομετανάστευση, τα θύματα ευρίσκονται σε παράτυπη ή τουλάχιστον επισφαλή διοικητική κατάσταση. Ακόμα και όταν πέφτουν θύματα των προαναφερόμενων αδικημάτων, δεν τολμούν συνήθως να απευθυνθούν στις αρχές της χώρας στην οποία ευρίσκονται, επειδή φοβούνται ότι θα εκδιωχθούν αμέσως στη χώρα καταγωγής τους λόγω της κατάστασής τους από πλευράς παραμονής. Αυτό σημαίνει για τα εν λόγω άτομα επιστροφή στο σημείο εκκίνησης συνδυασμένη με αποτυχία, την οποία θα αποσιωπήσουν συνήθως, μη βοηθώντας κατ' αυτόν τον τρόπο άλλα μελλοντικά θύματα να μην πέσουν στις ίδιες παγίδες. Σε αυτά προστίθεται ο φόβος αντιποίνων εκ μέρους των δραστών των αδικημάτων, είτε άμεσα εις βάρος τους είτε εις βάρος της οικογενείας τους και των συγγενών τους στη χώρα καταγωγής. Η κατάσταση αυτή η οποία είναι δυσάρεστη από την άποψη των θυμάτων, είναι εξίσου δυσάρεστη από την άποψη των αρχών των κρατών μελών, οι οποίες επιδιώκουν την καταπολέμηση αυτού του φαινομένου και την αποκάλυψη και εξάρθρωση των δικτύων. Πράγματι, ανεξάρτητα από το αν παραμένουν σε παρανομία ή απομακρύνονται αμελλητί, τα θύματα δεν παρέχουν πολύτιμες πληροφορίες που διαθέτουν λόγω της κατάστασής τους, σχετικά με αυτά που είδαν ή άκουσαν. Όμως, οι αρχές που είναι αρμόδιες για την έρευνα και τη δίωξη έχουν σαφώς ανάγκη αυτών των πληροφοριών προκειμένου να μπορέσουν να καταπολεμήσουν αποτελεσματικά αυτά τα αδικήματα. Η συνεργασία των θυμάτων με τις αρμόδιες αρχές επιτρέπει τη συγκέντρωση διαφόρων πληροφοριών (ονόματα, διευθύνσεις, οργανώσεις, κλπ.) που αυτά γνωρίζουν. Αυτή η πηγή πληροφόρησης θα είναι ακόμα καλύτερη εφόσον συμπίπτει με το συμφέρον του θύματος. Για το λόγο αυτό είναι απαραίτητο να παροτρύνονται τα θύματα σε συνεργασία και αυτή η παρότρυνση να ανταποκρίνεται στα προβλήματά τους. 1.2. Διατάξεις που έχουν θεσπιστεί από τα κράτη μέλη Αυτοί είναι οι λόγοι για τους οποίους ορισμένα κράτη μέλη έχουν, από πολλά έτη, επιχειρήσει να ενισχύσουν την πάλη τους κατά των δραστών αυτών των αδικημάτων απευθυνόμενα στα θύματά τους. Τοιουτοτρόπως το Βέλγιο το 1994, η Ιταλία και οι Κάτω Χώρες το 1998, η Ισπανία το 2000 προσάρμοσαν τις εθνικές νομοθετικές ή κανονιστικές διατάξεις τους προκειμένου, ανάλογα με την περίπτωση, να παράσχουν στα θύματα τη δυνατότητα αποκατάστασης και επανένταξης, συνεργασίας με τις αρχές που είναι επιφορτισμένες με την έρευνα και τη δίωξη με την παροχή πληροφοριών ή υποβολής καταγγελίας κατά των υποτιθέμενων δραστών των αδικημάτων. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, το θύμα λαμβάνει τίτλο παραμονής, ενδεχομένως μετά από περίοδο περίσκεψης εφόσον αυτός εκδίδεται ως αντιστάθμισμα πραγματικής συνεργασίας με τις αρχές. Παρέχεται βοήθεια για να καλυφθούν οι ανάγκες του θύματος από άποψη στέγασης, μέσων διαβίωσης, ιατρικής περίθαλψης κλπ. Το δίκαιο που αφορά την προστασία των μαρτύρων εφαρμόζεται, εφόσον χρειάζεται. Πρέπει να σημειωθεί ότι ενώ τα τρία πρώτα κράτη μέλη έχουν θεσπίσει τέτοιες διατάξεις όσον αφορά την διακίνηση ανθρώπων, το τελευταίο χρονικά προσέθεσε την λαθρομετανάστευση, την παράνομη εμπορία εργατικού δυναμικού και την εκμετάλλευση που γίνεται με την εκπόρνευση ατόμων. Όσον αφορά τα άλλα κράτη μέλη, τα περισσότερα εξ αυτών εκδίδουν άδεια διαμονής για ανθρωπιστικούς λόγους όταν το επιβάλλουν παρόμοιες συνθήκες. 1.3. Η σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών και τα δύο πρωτόκολλά της Ενώ τα κράτη μέλη εξέφραζαν με τη λήψη νομοθετικών μέτρων το μέλημά τους να αντιμετωπίσουν αυτό το φαινόμενο, παράλληλα, τα Ηνωμένα Έθνη άνοιγαν προς υπογραφή στο Παλέρμο το Δεκέμβριο 2000 τη σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών κατά του διεθνικού οργανωμένου εγκλήματος, καθώς και το συμπληρωματικό πρωτόκολλο που στοχεύει στην πρόληψη, καταστολή και τιμωρία της διακίνησης προσώπων, ιδιαίτερα γυναικών και παιδιών, και το πρωτόκολλο κατά της λαθραίας μεταφοράς μεταναστών δια ξηράς, αέρος και θαλάσσης. Αυτή η σύμβαση εγκρίθηκε από τη γενική συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών, υπεγράφη από 135 χώρες και τα πρωτόκολλα από αντίστοιχα 93 και 89 χώρες. Στο συγκεκριμένο κείμενο προσδιορίζονται μεν τα αδικήματα, αλλά αναδεικνύονται με σαφήνεια τα όρια ενός διεθνούς πλαισίου που καλύπτει ταυτόχρονα τη χώρα εκκίνησης, διέλευσης και προορισμού, με την περιορισμένη νομικά έκταση εφαρμογής των άρθρων που αναφέρονται στην προστασία των θυμάτων της διακίνησης προσώπων. 1.4. Αντιδράσεις στο επίπεδο της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Η Ευρωπαϊκή Κοινότητα έχει εξίσου ασχοληθεί με το συγκεκριμένο ζήτημα, και αυτό από τα τέλη των ετών 1980 και σε διάφορα επίπεδα. Ήδη το 1989, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο εξέδωσε ψήφισμα για την εκμετάλλευση της πορνείας και της σωματεμπορίας, ζητώντας από τα κράτη μέλη να εξασφαλίσουν ότι τα θύματα μπορούν να υποβάλουν καταγγελία χωρίς το φόβο άμεσης απέλασης [2], μετά το οποίο ακολούθησε το ψήφισμα του 1993 για την διακίνηση γυναικών, με το οποίο ζητείτο η επεξεργασία πολιτικής καταπολέμησης της λαθρομετανάστευσης και η κατοχύρωση για τους μετανάστες του δικαιώματος παραμονής, παρέχοντάς τους προστασία ως μάρτυρες πριν, κατά τη διάρκεια και μετά τη δίκη που διεξάγεται κατά των υπευθύνων της διακίνησης ανθρώπων, καθώς και η χορήγηση άδειας στα θύματα της διακίνησης γυναικών να διαμένουν στην επικράτεια των κρατών μελών όταν, κυρίως, ο επαναπατρισμός τους θα μπορούσε να θέσει σε κίνδυνο την προσωπική τους ασφάλεια ή όταν υπάρχει το ενδεχόμενο να αποτελέσουν εκ νέου το αντικείμενο εκμετάλλευσης [3]. Η θέσπιση μέτρων που αποσκοπούν, σε περίπτωση καταγγελίας των εκμεταλλευτών τους, να προστατεύσουν την ασφάλεια και την αξιοπρέπεια των θυμάτων εξασφαλίζοντάς τους το δικαίωμα να παρίστανται ως πολιτικώς ενάγοντες, προσωρινή άδεια διαμονής για ανθρωπιστικούς λόγους και παροχή προστασίας ως μάρτυρες κατά τη διάρκεια και μετά τη δίκη συμπεριλαμβάνονται επίσης σε ψήφισμα του 1996 για την διακίνηση ανθρώπων [4]. [2] Ψήφισμα A2-52/89, 14 Απριλίου 1989, ΕΕ C 120 της 16.05.1989, σ. 352 και επ., ειδικότερα σημείο 8.2. [3] Ψήφισμα B3-1264, 1283 και 1309/93, 16 Σεπτεμβρίου 1993, ΕΕ C 268 της 04.10.1993, σ. 141 και επ., ειδικότερα σημεία 2 και 10. [4] Ψήφισμα A4-0326/95, 18 Ιανουαρίου 1996, ΕΕ C 032 της 05.02.1996, σ. 88 και επ., ειδικότερα σημείο 25. Το ίδιο έτος, η Επιτροπή αναφέρεται ρητά, στην ανακοίνωσή της σχετικά με τη διακίνηση γυναικών για σεξουαλική εκμετάλλευση, σε προσωρινή άδεια παραμονής, και ειδικότερα στην εξέταση της "δυνατότητας να εκδοθεί προσωρινή άδεια παραμονής στα θύματα που είναι διατεθειμένα να καταθέσουν ως μάρτυρες κατά τη διάρκεια δικαστικής διαδικασίας και να εξασφαλιστεί ο κατάλληλος συντονισμός μεταξύ των δικαστικών υπηρεσιών και της αστυνομίας για να αποφευχθεί η απέλαση χωρίς προηγούμενη διαβούλευση" [5]. Το σχετικό ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου απαριθμεί τα συγκεκριμένα στοιχεία εφαρμογής: καθεστώς προσωρινού κατοίκου, βοήθεια σε κοινωνικό, υγειονομικό και ψυχολογικό επίπεδο, άδεια εργασίας και δυνατότητα κατάρτισης κατά τη διάρκεια παραμονής... [6]. [5] Ανακοίνωση της Επιτροπής προς το Συμβούλιο και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο για τη σωματεμπορία γυναικών για σεξουαλική εκμετάλλευση, 20 Νοεμβρίου 1996, COM(96) 567 τελικό. [6] Ψήφισμα σχετικά με την ανακοίνωση της Επιτροπής προς το Συμβούλιο και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο για τη σωματεμπορία γυναικών για σεξουαλική εκμετάλλευση A4-0372/1997 της 16ης Δεκεμβρίου 1997. Ακολουθώντας την άποψη της ανακοίνωσής της του 1996, η Επιτροπή παρουσιάζει δύο έτη αργότερα ανακοίνωση για περαιτέρω ενέργειες στον τομέα της καταπολέμησης της διακίνησης γυναικών [7]. Τονίζει στη συγκεκριμένη ανακοίνωση την ιδιαίτερα σημαντική αλληλεπίδραση μεταξύ, αφενός, της ανάγκης πολιτικής μετανάστευσης που να προσαρμόζεται στην κατάσταση των θυμάτων διακίνησης και, αφετέρου, του ζητήματος της ενίσχυσης της ικανότητας των δικαστηρίων να καταδικάζουν τους εμπόρους, επαναλαμβάνοντας τη σχέση που υπάρχει μεταξύ της βελτίωσης της δίωξης κατά των εμπόρων και της δυνατότητας των θυμάτων να διαμένουν και να τυγχάνουν συνδρομής στη χώρα υποδοχής. Με βάση τις εθνικές εμπειρίες του Βελγίου, της Ιταλίας και των Κάτω Χωρών, η Επιτροπή δηλώνει ότι είναι "πεπεισμένη ότι πρέπει να γίνουν περαιτέρω ενέργειες στο συγκεκριμένο τομέα σε όλα τα κράτη μέλη", και ανακοινώνει την υποβολή νομοθετικής πρότασης σχετικά με την προσωρινή άδεια παραμονής για τα θύματα που είναι διατεθειμένα να καταθέσουν ως μάρτυρες, λαμβάνοντας υπόψη τις πρόσφατες εμπειρίες που έχουν πραγματοποιηθεί με βάση τις εθνικές διατάξεις με τρόπο ώστε να αποφευχθούν οι ενδεχόμενοι κίνδυνοι κατάχρησης μελλοντικών μηχανισμών. [7] COM(1998) 726, της 9ης Δεκεμβρίου 1998. Αυτή η αυξημένη κινητοποίηση παρατηρείται στο επίπεδο του Συμβουλίου. Υπό την ολλανδική προεδρία, εξεδόθη η υπουργική διακήρυξη της Χάγης της 26ης Απριλίου 1997, η οποία αναπτύσσει την ιδέα του καθεστώτος προσωρινής διαμονής βάσει μέτρων που είναι σε θέση να ενθαρρύνουν τα θύματα να απευθυνθούν στις αστυνομικές αρχές και να καταθέσουν ως μάρτυρες. Αυτό το καθεστώς προσωρινής διαμονής επαναλαμβάνεται στην κοινή δράση της 24ης Φεβρουαρίου 1997 που εγκρίθηκε από το Συμβούλιο στη βάση του άρθρου Κ.3 της συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση, σχετικά με την καταπολέμηση της διακίνησης ανθρώπων και της σεξουαλικής εκμετάλλευσης παιδιών [8]. [8] ΕΕ L 63 της 04.03.1997, σ. 2 και επ. Πέρα από τη θέσπιση κειμένων, η Κοινότητα ξεκίνησε επίσης το πρόγραμμα ενθάρρυνσης και ανταλλαγών μεταξύ των υπευθύνων για την καταπολέμηση της διακίνησης ανθρώπων και της σεξουαλικής εκμετάλλευσης παιδιών, το πρόγραμμα Stop, το οποίο θεσπίστηκε το 1996 για περίοδο πέντε ετών και παρατάθηκε για μία δεύτερη περίοδο δύο ετών. Συμπληρώνει το κοινοτικό πρόγραμμα δράσης Daphnι 2000-2003 σχετικά με μέτρα για την καταπολέμηση της βίας που ασκείται εις βάρος των παιδιών, των εφήβων και των γυναικών. Δεδομένου ότι η συνθήκη του Άμστερνταμ έχει εντωμεταξύ αναθέσει στην Κοινότητα αρμοδιότητες στον τομέα της μετανάστευσης, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο του Τάμπερε της 15ης και 16ης Οκτωβρίου 1999, αναφέρει λεπτομερώς τα μέτρα που θα επιτρέψουν την υλοποίηση ενός χώρου ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης. Το σημείο 3 των συμπερασμάτων του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου του Τάμπερε αναφέρεται στην ανάγκη "παύσης της παράνομης μετανάστευσης και καταπολέμησης εκείνων που τη διοργανώνουν και τη διαπράττουν καθώς και των σχετικών με αυτήν διεθνών εγκλημάτων", ενώ στο σημείο 23, το Συμβούλιο αναφέρει ότι "είναι αποφασισμένο να αντιμετωπίσει στην πηγή της την παράνομη μετανάστευση, ιδίως με την καταπολέμηση εκείνων που αναμειγνύονται στην διακίνηση ανθρώπων και την οικονομική εκμετάλλευση των μεταναστών". Τέλος, αυτή η νομοθετική πρόταση αναφέρεται στην εντελώς πρόσφατη ανακοίνωση της Επιτροπής για μια κοινή πολιτική κατά της λαθρομετανάστευσης [9] : η Επιτροπή αναφέρει, μεταξύ των μέτρων που αποβλέπουν στην πρόληψη για καταπολέμηση της λαθρομετανάστευσης, ότι θα υποβάλει νομοθετική πρόταση για τη χορήγηση άδειας παραμονής μικρής διάρκειας στα θύματα διακίνησης ανθρώπων που είναι πρόθυμα να συνεργαστούν στις ανακρίσεις και την ποινική διαδικασία εις βάρος των ατόμων που τα εκμεταλλεύονται. [9] COM(2001)672 τελικό, ειδικότερα σημείο 4.7.2. 2. Στόχος: η ενίσχυση της καταπολέμησης της λαθρομετανάστευσης Στόχος της παρούσας πρότασης οδηγίας είναι να ενισχύει τα μέσα καταπολέμησης της λαθρομετανάστευσης, καθιερώνοντας έναν τίτλο παραμονής προοριζόμενο για τα θύματα της διευκόλυνσης της λαθρομετανάστευσης και της διακίνησης ανθρώπων, των οποίων το καθεστώς τα παροτρύνει να συνεργαστούν με τις αρμόδιες αρχές για τη δίωξη των δραστών των αναφερόμενων αδικημάτων. Η προετοιμασία αυτής της πρότασης στηρίζεται σε εμπεριστατωμένη εξέταση των νομοθεσιών και πρακτικών των κρατών μελών, με βάση τις απαντήσεις που έλαβε η Επιτροπή σε ερωτηματολόγιο που απηύθυνε την άνοιξη του 2000 στα κράτη μέλη καθώς και τη διαβούλευση που πραγματοποιήθηκε κατά το ευρωπαϊκό φόρουμ για την πρόληψη του οργανωμένου εγκλήματος της 30ής Οκτωβρίου 2001. 2.1. Άδεια παραμονής της οποίας το καθεστώς παροτρύνει σε συνεργασία με τις αρχές Χορηγείται σε συγκεκριμένα θύματα όπως είναι οι ενήλικοι (ή ενδεχομένως ανήλικοι που ανταποκρίνονται σε ορισμένες προϋποθέσεις που ορίζονται από το εθνικό δίκαιο) υπήκοοι τρίτων χωρών, οι οποίοι έχουν υποστεί άμεσα βλάβη λόγω συμπεριφοράς που υπάγεται στην κατηγορία της διευκόλυνσης της παράνομης μετανάστευσης ή της διακίνησης ανθρώπων. Όταν οι αστυνομικές αρχές βρίσκονται ενώπιον ατόμων που μπορούν εύλογα να θεωρηθούν ως θύματα, τα ενημερώνουν για την ύπαρξη της άδειας παραμονής μικρής διάρκειας. Αν το θύμα παύσει πραγματικά οποιαδήποτε σχέση με τους υποτιθέμενους δράστες των αδικημάτων, διαθέτει προθεσμία τριάντα ημερών για να σκεφθεί το κατά πόσον επιθυμεί να εντείνει τη συνεργασία του με τις αστυνομικές και δικαστικές αρχές. Κατά την περίοδο αυτή, το κράτος μέλος παρέχει στο θύμα τη δυνατότητα να επωφεληθεί βοήθειας ανάλογης προς τις ανάγκες του (στέγαση, ιατρική περίθαλψη και ψυχολογική στήριξη, ενδεχομένως κοινωνική αρωγή), η οποία πρέπει να το βοηθήσει να αποκτήσει εκ νέου την υλική και ψυχολογική αυτονομία που είναι απαραίτητη για να λάβει την απόφαση συνεργασίας. Κατά την ίδια περίοδο, η αρχή που είναι επιφορτισμένη με την έρευνα και τη δίωξη, η οποία μπορεί ανάλογα με την περίπτωση και το κράτος να είναι η δικαστική ή η αστυνομική αρχή, προσδιορίζει το κατά πόσον η παρουσία του θύματος είναι χρήσιμη για την έρευνα ή για την έναρξη δίωξης κατά των δραστών. Εναπόκειται επίσης σε αυτήν την αρχή να αποφασίσει για τη βούληση του θύματος να συνεργαστεί, και για την πραγματικότητα της διακοπής των σχέσεών του με τους δράστες. Η συνεργασία του θύματος μπορεί να λάβει διάφορες μορφές, από την απλή παροχή πληροφοριών ή την υποβολή καταγγελίας, μέχρι την κατάθεση μαρτυρίας σε ενδεχόμενη δίκη. Εφόσον πληρούνται αυτές οι τρεις προϋποθέσεις και το θύμα δεν αντιπροσωπεύει απειλή για τη δημόσια τάξη και την εσωτερική ασφάλεια, του χορηγείται άδεια παραμονής μικρής διάρκειας ανερχόμενης σε 6 μήνες. Αυτή η άδεια παραμονής παρέχει πρόσβαση στην αγορά εργασίας, στην εκπαίδευση και στην επαγγελματική κατάρτιση. Το θύμα έχει επίσης ευρύτερη πρόσβαση στην ιατρική περίθαλψη. Τα κράτη μέλη μπορούν τέλος να επιτρέψουν τη συμμετοχή του σε πρόγραμμα ένταξης στο κράτος μέλος με σκοπό την εγκατάστασή του ή την επιστροφή στη χώρα του. Η άδεια παραμονής ανανεώνεται υπό τις ίδιες προϋποθέσεις με αυτές που ισχύουν για την έκδοσή της. Αυτό δεν ισχύει στην περίπτωση που η διαδικασία περατωθεί με την έκδοση δικαστικής απόφασης. Στην περίπτωση αυτή εφαρμόζεται το δίκαιο που ισχύει για τους αλλοδαπούς και αν το θύμα ζητήσει άδεια παραμονής σε άλλη δικαιολογητική βάση, το κράτος μέλος λαμβάνει υπόψη για την εξέταση αυτής της αίτησης τη συνεργασία του στο πλαίσιο της ποινικής διαδικασίας. Αντιθέτως, η άδεια παραμονής μικρής διάρκειας μπορεί να ανακληθεί αν αποδειχτεί ότι το θύμα επανασυνέδεσε τους δεσμούς του με τους δράστες ή ότι η συνεργασία του υπήρξε καταχρηστική. 2.2. Θύματα της διευκόλυνσης της λαθρομετανάστευσης και της διακίνησης ανθρώπων 2.2.1. Από την διακίνηση γυναικών και παιδιών στην διακίνηση ανθρώπων Η παρούσα πρόταση οδηγίας αφορά τα θύματα των αδικημάτων της διευκόλυνσης της λαθρομετανάστευσης ή της διακίνησης ανθρώπων. Όπως προκύπτει από την παρουσίαση των διαδοχικών εργασιών και των διαφόρων σταδίων εξέτασης που οδήγησαν σε αυτήν την πρόταση, αρχικά τα εν λόγω θύματα ήταν ουσιαστικά γυναίκες θύματα της διακίνησης ανθρώπων. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι αποτελούσαν το μεγαλύτερο τμήμα των θυμάτων. Πολύ σύντομα συμπεριλήφθηκαν επίσης τα παιδιά, στο βαθμό που διαπιστώθηκε ότι το φαινόμενο αυτό τα αφορούσε ιδιαίτερα. Στη συνέχεια το θέμα συμπεριέλαβε το σύνολο των θυμάτων της διακίνησης ανθρώπων, κατά τρόπο ώστε να καλύπτει όλα τα θιγόμενα πρόσωπα. 2.2.2. Από τα θύματα της διακίνησης στα θύματα της διευκόλυνσης της λαθρομετανάστευσης Το γεγονός ότι αντιμετωπίζονται στο ίδιο κείμενο τα θύματα της διευκόλυνσης της λαθρομετανάστευσης και εκείνα της διακίνησης ανθρώπων οφείλεται στο γεγονός ότι τα δύο αδικήματα της διακίνησης ανθρώπων και της διευκόλυνσης της λαθρομετανάστευσης αποτελούν δύο ιδιαίτερα απεχθείς μορφές ενός γενικότερου προβλήματος, το οποίο είναι η αύξηση της λαθρομετανάστευσης. Κατ' αυτόν τον τρόπο, το να θεσπιστεί μία πράξη που να αφορά ένα εκ των δύο αδικημάτων, ενώ θα ήταν πιο αποτελεσματικό να επεκταθεί και στο δεύτερο αδίκημα επίσης, δικαιολογεί ότι η παρούσα πρόταση οδηγίας αφορά και τα δύο αυτά αδικήματα. Επιπλέον, τα δύο αδικήματα αλληλοτέμνονται εν μέρει στην πράξη, και ο κύκλος των θυμάτων καλύπτει συχνά το ένα και το άλλο διαδοχικά. Πρέπει εντούτοις να προσδιοριστεί με σαφήνεια ότι η έννοια του θύματος νοείται υπό τη σαφώς προσδιορισμένη και ειδική έννοια του άρθρου 1 της παρούσας πρότασης οδηγίας. Πράγματι, παρά το γεγονός ότι η έννοια του θύματος της διακίνησης ανθρώπων δεν δημιουργεί δυσκολίες (αναφέρεται εξάλλου στο πρωτόκολλο των Ηνωμένων Εθνών που αφορά την πρόληψη, την καταστολή και την τιμωρία της διακίνησης προσώπων, ιδιαίτερα γυναικών και παιδιών), η έννοια του "θύματος της διευκόλυνσης της λαθρομετανάστευσης" έχει μία εντελώς ιδιαίτερη σημασία, επειδή δεν καλύπτει όλα τα πρόσωπα που κάνουν χρήση της διευκόλυνσης της λαθρομετανάστευσης αλλά αφορά μόνον εκείνα που εύλογα μπορούν να θεωρηθούν ως θύματα τα οποία έχουν υποστεί ζημία (αυτός είναι ο λόγος για τον οποίον δεν αναφέρεται στο πρωτόκολλο των Ηνωμένων Εθνών για την παράνομη μεταφορά μεταναστών δια ξηράς, αέρος και θαλάσσης). Η έννοια των θυμάτων που αναφέρεται στο άρθρο 1 αποσκοπεί να συμπεριλάβει τα θύματα που έχουν υποστεί ζημία, όπως είναι η έκθεση αυτών των προσώπων σε κίνδυνο ή η προσβολή της φυσικής τους ακεραιότητας. 2.3. Ούτε προστασία θυμάτων, ούτε προστασία μαρτύρων. Η παρούσα πρόταση οδηγίας αφορά έναν τίτλο παραμονής και προσδιορίζει το καθεστώς. Υπ' αυτήν την έννοια και στο μέτρο που ορισμένες διατάξεις που αφορούν τις προϋποθέσεις παραμονής αποτελούν μέτρα προστασίας (αρχής γενομένης από την ίδια την άδεια παραμονής, η οποία de facto "προστατεύει" από την απομάκρυνση), αυτή η πρόταση οδηγίας φαίνεται να αφορά την προστασία των θυμάτων. Εντούτοις αυτό δεν ισχύει: η παρούσα πρόταση οδηγίας καθιερώνει μία άδεια παραμονής και δεν αφορά την προστασία θυμάτων ή μαρτύρων. Δεν είναι αυτός ο στόχος της ούτε η νομική της βάση. Η προστασία των θυμάτων και η προστασία των μαρτύρων υπάγονται στο εθνικό ή ευρωπαϊκό κοινό δίκαιο. Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, η απόφαση πλαίσιο του Συμβουλίου της 15ης Μαρτίου 2001 σχετικά με το καθεστώς των θυμάτων στο πλαίσιο ποινικών διαδικασιών [10] αναφέρει λεπτομερώς τους κανόνες που αφορούν το δικαίωμα στην πληροφόρηση και την ειδική βοήθεια που αναγνωρίζεται στα θύματα καθώς και το δικαίωμα για αποζημίωση. Τα κράτη μέλη φροντίζουν ώστε τα ιδιαίτερα ευάλωτα θύματα να επωφελούνται ειδικής μεταχείρισης. Κάθε κράτος μέλος εξασφαλίζει επίσης το κατάλληλο επίπεδο προστασίας στα θύματα και, ενδεχομένως, στην οικογένειά τους ή στα πρόσωπα που εξομοιώνονται με μέλη της οικογένειάς τους μόλις οι αρμόδιες αρχές κρίνουν ότι υπάρχει σοβαρός κίνδυνος αντιποίνων ή σαφείς ενδείξεις για σοβαρή και εκ προθέσεως διατάραξη της ιδιωτικής ζωής τους. [10] ΕΕ L 82 της 22.03.2001, σ. 1 και επ. Το ψήφισμα του Συμβουλίου της 23ης Νοεμβρίου 1995 σχετικά με την προστασία μαρτύρων στο πλαίσιο του οργανωμένου εγκλήματος [11] καλεί τα κράτη μέλη να εξασφαλίσουν τη δέουσα και αποτελεσματική προστασία του μάρτυρα πριν, κατά τη διάρκεια και μετά τη δίκη. Αυτή η προστασία θα πρέπει επίσης να κατοχυρώνεται στους γονείς, τα παιδιά ή άλλους συγγενείς. [11] ΕΕ C 327 της 07.12.1995, σ. 5 και επ. 3. Η επιλογή της νομικής βάσης Η επιλογή της νομικής βάσης είναι συναφής με τις τροποποιήσεις που επήλθαν στη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας από τη συνθήκη του Άμστερνταμ που τέθηκε σε ισχύ την 1η Μαΐου 1999. Το άρθρο 63, παράγραφος 3, της ΣΕΚ ορίζει ότι το Συμβούλιο θεσπίζει "μέτρα σχετικά με την πολιτική μετανάστευσης στους ακόλουθους τομείς: α) προϋποθέσεις εισόδου και παραμονής.... β) λαθρομετανάστευση και παράνομη παραμονή". Αυτό το άρθρο αποτελεί τη νομική βάση πρότασης οδηγίας που ορίζει τα κριτήρια έκδοσης, τους όρους διαμονής και τις περιπτώσεις απόσυρσης ή μη ανανέωσης άδειας παραμονής που εκδίδεται σε άτομα ευρισκόμενα σε παράτυπη ή επισφαλή διοικητική κατάσταση. Αντικείμενο της παρούσας πρότασης οδηγίας είναι η εγκαθίδρυση ενός τίτλου παραμονής, με στόχο να ενισχυθεί η καταπολέμηση της λαθρομετανάστευσης. Δεν πρόκειται για κείμενο προοριζόμενο να ενοχοποιήσει τα δίκτυα οργανωμένου εγκλήματος ή να διοργανώσει την προστασία θυμάτων ή μαρτύρων. Αυτή η πρόταση δεν ρυθμίζει αυτά τα θέματα, παρά το γεγονός ότι αυτά συνδέονται σε ορισμένο βαθμό με το αντικείμενο της πράξης. Η πρόταση οδηγίας πρέπει να εγκριθεί με τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 67 της συνθήκης: το Συμβούλιο αποφασίζει ομόφωνα μετά από πρόταση της Επιτροπής ή πρωτοβουλία των κρατών μελών και μετά από διαβούλευση με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Ο τίτλος IV της συνθήκης ΕΚ δεν εφαρμόζεται στο Ηνωμένο Βασίλειο και την Ιρλανδία, εκτός αν αυτά τα κράτη αποφασίσουν διαφορετικά σύμφωνα με τις λεπτομέρειες που ορίζονται στο πρωτόκολλο για τη θέση του Ηνωμένου Βασιλείου και της Ιρλανδίας που προσαρτάται στις συνθήκες. Ο τίτλος IV δεν εφαρμόζεται επίσης στη Δανία, δυνάμει του πρωτοκόλλου για τη θέση της Δανίας, που προσαρτάται στις συνθήκες. 4. Επικουρικότητα και αναλογικότητα: Δικαιολόγηση και προστιθέμενη αξία Ο νέος τίτλος IV που συμπεριλήφθηκε στη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας σχετικά με τις πολιτικές θεώρησης εισόδου, ασύλου, μετανάστευσης και τις άλλες πολιτικές που έχουν σχέση με την ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων απένειμε αρμοδιότητες στους συγκεκριμένους τομείς στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα. Αυτές οι αρμοδιότητες πρέπει να ασκούνται σύμφωνα με το άρθρο 5 της συνθήκης ΕΚ, δηλαδή εφόσον και στο μέτρο που οι στόχοι της προβλεπόμενης δράσης δεν μπορούν να υλοποιηθούν ικανοποιητικά από τα κράτη μέλη και μπορούν ως εκ τούτου, λόγω των διαστάσεων ή των αποτελεσμάτων της προβλεπόμενης δράσης, να υλοποιηθούν καλύτερα σε κοινοτικό επίπεδο. Η πρόταση οδηγίας ανταποκρίνεται σε αυτά τα κριτήρια. Επικουρικότητα Ο πρώτος στόχος της παρούσας πρότασης οδηγίας είναι η ενίσχυση της καταπολέμησης της λαθρομετανάστευσης καθιερώνοντας έναν τίτλο παραμονής μικρής διάρκειας που εκδίδεται στα θύματα της διευκόλυνσης της λαθρομετανάστευσης ή της διακίνησης ανθρώπων που συνεργάζονται με τις αρμόδιες αρχές. Επί του παρόντος, ορισμένα κράτη μέλη διαθέτουν τέτοια μέτρα, τα οποία όμως παρουσιάζουν μεγάλες διαφορές μεταξύ τους, ενώ άλλα κράτη μέλη δεν έχουν νομικό πλαίσιο. Αυτές οι διαφορές έχουν το αρνητικό αποτέλεσμα να προσελκύουν τη δραστηριότητα αυτών των εγκληματικών οργανώσεων στις χώρες όπου διατρέχουν το μικρότερο κίνδυνο. Αυτό απαιτεί τη θέσπιση εναρμονισμένων κανόνων, γεγονός το οποίο μπορεί να συμβεί μόνο σε κοινοτικό επίπεδο. Αναλογικότητα Η μορφή της κοινοτικής δράσης πρέπει να είναι η απλούστερη δυνατή για να επιτύχει το στόχο της πρότασης και να τη θέσει σε εφαρμογή όσο το δυνατόν πιο αποτελεσματικά. Για την εκπλήρωση αυτού του στόχου, το επιλεγόμενο νομικό μέσο είναι η οδηγία, η οποία επιτρέπει τον καθορισμό αρχών πλαισίων αφήνοντας στα κράτη μέλη προς τα οποία απευθύνεται την επιλογή της μορφής και των μέσων που κρίνουν ενδεδειγμένα για να θέσουν σε εφαρμογή αυτές τις αρχές στο νομικό και εθνικό τους πλαίσιο. Η πρόταση οδηγίας ορίζει κοινούς ορισμούς και περιορίζεται στον προσδιορισμό των κριτηρίων έκδοσης του τίτλου παραμονής μικρής διάρκειας, στον καθορισμό των συνθηκών παραμονής που προσφέρονται στο δικαιούχο και των περιπτώσεων μη ανανέωσης ή απόσυρσης της άδειας. Αφήνει στα κράτη μέλη τη δυνατότητα να καθορίσουν πιο ευνοϊκές προϋποθέσεις για τα θύματα. ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ ΤΩΝ ΑΡΘΡΩΝ Κεφάλαιο Ι : Γενικές διατάξεις Άρθρο 1 : Σκοπός της οδηγίας είναι η καθιέρωση τίτλου παραμονής και ο προσδιορισμός των διαφόρων σχετικών ζητημάτων και συγκεκριμένα κατά σειρά η διαδικασία και τα κριτήρια έκδοσης (αυτές οι διατάξεις αποτελούν το κεφάλαιο ΙΙ), οι όροι παραμονής που προσφέρονται στο δικαιούχο (αναλύονται στο κεφάλαιο ΙΙΙ) και τέλος οι περιπτώσεις μη ανανέωσης ή ανάκλησης (ορίζονται στον κεφάλαιο IV). Αυτός ο τίτλος παραμονής προορίζεται για τα θύματα της διευκόλυνσης της λαθρομετανάστευσης ή της διακίνησης ανθρώπων που συνεργάζονται με τις αστυνομικές και δικαστικές αρχές κατά των κυκλωμάτων προώθησης λαθρομεταναστών. Άρθρο 2 : Αυτό το άρθρο προσδιορίζει τις διάφορες έννοιες που χρησιμοποιούνται στις διατάξεις της οδηγίας. α) Ο "υπήκοος τρίτης χώρας" ορίζεται αρνητικά, αποκλείοντας τους πολίτες της Ένωσης, όπως ορίζονται στη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας. Αφορά ταυτόχρονα τα άτομα που έχουν την υπηκοότητα τρίτου κράτους και τους απάτριδες, κατά την έννοια της Σύμβασης της Νέας Υόρκης της 28ης Σεπτεμβρίου 1954. β) Η "διευκόλυνση της λαθρομετανάστευσης", αφορά τα αδικήματα που ορίζονται στα άρθρα 1 και 2 της οδηγίας .../.../ΕΚ του Συμβουλίου [η οποία στοχεύει να καθορίσει τη διευκόλυνση της παράνομης εισόδου, διέλευσης και παραμονής]. γ) Η "διακίνηση ανθρώπων" καλύπτει τα αδικήματα που ορίζονται στα άρθρα 1, 2 και 3 της απόφασης-πλαισίου του Συμβουλίου της [...] [σχετικά με την καταπολέμηση της διακίνησης ανθρώπων]. δ) Η έννοια του "μέτρου εκτέλεσης της απόφασης απομάκρυνσης", εμπνέεται από την οδηγία 2001 / 40 ΕΚ του Συμβουλίου της 28ης Μαΐου 2001 σχετικά με την αμοιβαία αναγνώριση των αποφάσεων απομάκρυνσης των υπηκόων τρίτων χωρών. Εντούτοις, δεν περιορίζεται στις αποφάσεις που λαμβάνονται από τις διοικητικές αρχές και αφορά εξίσου εκείνες που λαμβάνονται από τις δικαστικές αρχές. ε) Ο "τίτλος παραμονής μικρής διάρκειας" προσδιορίζεται επακριβώς από την παρούσα πρόταση οδηγίας όσον αφορά τα κριτήρια έκδοσης, τις προϋποθέσεις παραμονής και τις περιπτώσεις ανάκλησης ή μη ανανέωσης. Άρθρο 3 : 1. Το άρθρο 3 καθορίζει το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας. Αυτή εφαρμόζεται στα θύματα των αδικημάτων που αναφέρονται στο άρθρο 2, σημεία β) και γ). Λαμβάνοντας υπόψη τους κινδύνους που διατρέχει το θύμα στην περίπτωση συνεργασίας - κίνδυνοι που απειλούν το ίδιο ή τα μέλη της οικογενείας του, αυτή η πρόταση οδηγίας αφορά κατά κύριο λόγο τους ενηλίκους. 2. Αυτή η επιλογή δεν επιδιώκει εντούτοις να αρνηθεί ή να αποσιωπήσει το γεγονός ότι πολλά θύματα είναι ανήλικοι. Σε αυτή την περίπτωση, τα κράτη μέλη μπορούν να χορηγήσουν στα ανήλικα θύματα άδεια παραμονής για ανθρωπιστικούς (ή ενδεχομένως άλλους) λόγους. Στο μέτρο που ορισμένα εξ αυτών προβλέπουν σύμφωνα με το εθνικό τους δίκαιο ότι οι ανήλικοι μπορούν να δρουν σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό υπό τοιαύτες συνθήκες, μπορούν εξίσου, με τη δυνατότητα που τους παρέχεται από την παράγραφο 2 του άρθρου 3, να αποφασίσουν να επεκτείνουν την εφαρμογή των διατάξεων της παρούσας οδηγίας στους ανηλίκους που ανταποκρίνονται στις προϋποθέσεις που ορίζονται από το εθνικό τους δίκαιο. Επαφίεται συνεπώς στα κράτη μέλη να αποφασίσουν από ποιο χρονικό σημείο και πέρα ένα ανήλικο θύμα είναι επαρκώς ώριμο για να αντιληφθεί τον κίνδυνο που διατρέχει συνεργαζόμενο και να συνεργαστεί. Άρθρο 4 : Το συγκεκριμένο άρθρο διευκρινίζει ότι το καθεστώς που προβλέπεται από την πρόταση οδηγίας δεν θίγει την προστασία που αναγνωρίζεται στους πρόσφυγες, στους δικαιούχους επικουρικής προστασίας και στους αιτούντες διεθνή προστασία και παραπέμπει στη Σύμβαση της Γενεύης της 28ης Ιουλίου 1951 σχετικά με το καθεστώς του πρόσφυγα, η οποία συμπληρώθηκε από το πρωτόκολλο της Νέας Υόρκης της 21ης Ιανουαρίου 1967. Αυτή η διάταξη αφορά κυρίως τους αιτούντες διεθνή προστασία που διέρχονται τα σύνορα χρησιμοποιώντας δίκτυα προώθησης λαθρομεταναστών. Αφορά επίσης τις καταστάσεις στις οποίες κάποιο θύμα επιθυμεί να καταθέσει αίτηση διεθνούς προστασίας λαμβανομένων υπόψη των κινδύνων αντιποίνων που διατρέχει αφού έχει συνεργαστεί με τις αρχές κατά των δικτύων προώθησης της λαθρομετανάστευσης. Κατά τον ίδιο τρόπο, οι διατάξεις της παρούσας οδηγίας δεν θίγουν την εφαρμογή του συνόλου των άρθρων της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των πρωτοκόλλων της, ειδικότερα όσον αφορά τις προϋποθέσεις διαμονής και απομάκρυνσης. Άρθρο 5 : Μεταξύ των δικαιούχων της παρούσας οδηγίας συγκαταλέγονται εξ ορισμού τα άτομα διαφορετικής φυλής, χρώματος, φύλου, εθνικής καταγωγής και θρησκείας. Αυτή η διάταξη υποχρεώνει τα κράτη μέλη να μεριμνούν για την αρχή της μη διακριτικής μεταχείρισης κατά την εφαρμογή όλων των υποχρεώσεων που προβλέπονται από την οδηγία. Είναι ως προς αυτό σύμφωνη με το άρθρο 21 του Χάρτη των θεμελιωδών δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Άρθρο 6 : Η παρούσα πρόταση οδηγίας προβλέπει ένα ελάχιστο καθεστώς του οποίου επωφελούνται τα θύματα των αναφερόμενων αδικημάτων που συνεργάζονται με τις αστυνομικές αρχές. Αυτά τα μέτρα συνιστούν ένα κοινό κατώφλι και δεν θίγουν άλλες εθνικές ή κοινοτικές διατάξεις, κυρίως στον τομέα του δικαίου των θυμάτων, της προστασίας των μαρτύρων ή της προστασίας ανηλίκων. Αυτό το άρθρο επιτρέπει συνεπώς στα κράτη μέλη να τους προσφέρουν ευνοϊκότερες προϋποθέσεις στο μέτρο που αυτές συμβιβάζονται με τις διατάξεις που περιλαμβάνονται στην παρούσα πρόταση οδηγίας. Αυτές οι ευνοϊκότερες συνθήκες μπορούν να υπάρχουν ήδη στο εθνικό δίκαιο ή να θεσπιστούν μεταγενέστερα. Κεφαλαιο ΙΙ : Διαδικασία έκδοσης του τίτλου παραμονής μικρής διάρκειας Άρθρο 7 : 1. Το συγκεκριμένο άρθρο περιγράφει το πρώτο στάδιο της διαδικασίας: οι αρχές ενός κράτους μέλους έχουν ενώπιόν τους ένα θύμα λαθρομετανάστευσης ή διακίνησης ανθρώπων ανεξάρτητα από το αν αυτό το πρόσωπο ανακαλύφθηκε από τις ίδιες τις αρχές ή τους απεστάλη από κάποια ένωση ή μη κυβερνητική οργάνωση ή ήλθε σε επαφή μαζί τους με δική του πρωτοβουλία. Εφόσον αυτές οι αρχές θεωρούν ότι ευρίσκονται ενώπιον θύματος κάποιου εκ των προαναφερομένων αδικημάτων, το ενημερώνουν για τις προβλεπόμενες από την παρούσα οδηγία διατάξεις και συγκεκριμένα για το καθεστώς στο οποίο μπορεί να υπαχθεί σε αντάλλαγμα της συνεργασίας του. Τα κράτη μέλη μπορούν να αναθέσουν αυτή την αρμοδιότητα σε τοπική αρχή ή σε μη κυβερνητική ένωση ή οργάνωση παρούσα επιτόπου και ικανή λόγω αυτού να εκπληρώσει αυτή την αποστολή. Πράγματι ο ρόλος των μη κυβερνητικών ενώσεων και οργανώσεων στο συγκεκριμένο τομέα δικαιολογεί τη χρήση των υπηρεσιών τους. Εξάλλου, το κράτος μπορεί να κρίνει ότι είναι προτιμότερο για τα θύματα να έλθουν αντιμέτωπα με τα μέλη κάποιας μη κυβερνητικής ένωσης ή οργάνωσης παρά με αντιπροσώπους της δημόσιας αρχής. Άρθρο 8 : 1. Το θύμα μόλις ενημερωθεί για την ύπαρξη του τίτλου παραμονής μικρής διάρκειας και για τους όρους απόκτησής του, μπορεί να αποφασίσει να προχωρήσει στη διαδικασία. Για το σκοπό αυτό, πρέπει να προβεί σε μια πρώτη πράξη που είναι η διακοπή κάθε σχέσης με τους δουλεμπόρους ή λαθρεμπόρους. Από τη στιγμή αυτή και πέρα διαθέτει προθεσμία περίσκεψης 30 ημερών κατά τη διάρκεια της οποίας έχει πρόσβαση στο σύνολο των μέτρων βοήθειας και περίθαλψης που ορίζονται στο άρθρο 9. Αυτή η προθεσμία των 30 ημερών δικαιολογείται λόγω της ευάλωτης κατάστασης και της εξάρτησης στην οποία βρίσκονται αυτά τα θύματα. Εξερχόμενα από μία επίπονη περίοδο, γεγονός που ισχύει κατά μείζονα λόγο για τα θύματα της διακίνησης ανθρώπων, αυτά δεν είναι συχνά σε θέση να αποφασίσουν αμέσως το κατά πόσον επιθυμούν να συνεργαστούν με τις αρχές, λαμβανομένων κυρίως υπόψη των κινδύνων που διατρέχουν. Στην πράξη, τα θύματα συχνά αναλαμβάνονται στο στάδιο αυτό από τις μη κυβερνητικές ενώσεις ή οργανώσεις. 2. Η κατάσταση του θύματος μπορεί να απαιτεί ορισμένα μέτρα βοήθειας και περίθαλψης ήδη κατ' αυτή τη φάση της διαδικασίας. Η παροχή τους δεν εξαρτάται από τη νομιμότητα της διοικητικής κατάστασης ή από τη συνεργασία του ατόμου (σε αντίθεση με το πιο ευνοϊκό καθεστώς - βλέπε κεφάλαιο ΙΙΙ - που μπορεί να χορηγηθεί μεταγενέστερα, μέσω όμως ορισμένων εγγυήσεων όπως είναι η συνεργασία του θύματος). Αυτή η βοήθεια και περίθαλψη περιγράφονται στο άρθρο 9. Το θύμα παίρνοντας απόσταση και δεχόμενο τη συνδρομή, την περίθαλψη και την υποστήριξη κάποιας οργάνωσης, είναι σε θέση να αποφασίσει συνειδητά το κατά πόσον είναι έτοιμο να συνεργαστεί. Η διάρκεια αυτής της προθεσμίας επιτρέπει στο θύμα να επανακτήσει ικανοποιητική φυσική και ψυχολογική κατάσταση χωρίς εντούτοις να αποτελεί ελκυστικό παράγοντα ικανό να ευνοήσει καταχρήσεις. Κατά την προθεσμία περίσκεψης, οι αρχές δεν μπορούν να προβούν στην απομάκρυνση του θύματος. Αντίθετα, μπορούν να λάβουν απόφαση απομάκρυνσης, της οποίας η εκτέλεση δεν είναι άμεση. Αυτό το μέτρο θα μπορέσει να εκτελεστεί αν το συγκεκριμένο άτομο αποφασίσει να μην συνεργαστεί ή να αρθεί εφόσον χορηγηθεί στο εν λόγω άτομο τίτλος παραμονής μικρής διάρκειας. 3. Σε αντίθεση με το καθεστώς που παρέχεται με την έκδοση του τίτλου παραμονής μικρής διάρκειας, η προθεσμία περίσκεψης αποτελεί απλά μεταβατική περίοδο κατά τη διάρκεια της οποίας η παραμονή του θύματος γίνεται ανεκτή στην επικράτεια του κράτους μέλους αναμένοντας την αρμόδια αρχή να αποφανθεί για το μελλοντικό καθεστώς του. Αυτή η προθεσμία περίσκεψης δεν παρέχει συνεπώς μεταγενέστερα δικαίωμα παραμονής βάσει της παρούσας οδηγίας. 4. Δεδομένου ότι το γεγονός της παύσης των σχέσεων με τους δουλεμπόρους ή λαθρεμπόρους αποτελεί την προϋπόθεση για την έναρξη της προθεσμίας περίσκεψης, η επανασύνδεση των σχέσεων του θύματος με τα εν λόγω άτομα μπορεί να οδηγήσει στη διακοπή της προθεσμίας περίσκεψης. Επιπλέον το κράτος διατηρεί σε όλη τη διάρκεια της διαδικασίας τη δυνατότητα να αντιτάξει λόγους δημόσιας τάξης ή εσωτερικής ασφάλειας για να θέσει τέλος στην προθεσμία περίσκεψης. Άρθρο 9 : 1. Το συγκεκριμένο άρθρο προβλέπει σύνολο μέτρων που βοηθούν το θύμα στην ευάλωτη κατάστασή του. Προσδιορίζει στην πρώτη φράση του ότι δεν θίγει εθνικές ή κοινοτικές διατάξεις που ισχύουν όσον αφορά την προστασία θυμάτων ή μαρτύρων (για παράδειγμα, απόφαση-πλαίσιο του Συμβουλίου της 15ης Μαρτίου 2001 σχετικά με το καθεστώς των θυμάτων στο πλαίσιο ποινικών διαδικασιών [12], ψήφισμα του Συμβουλίου της 23ης Νοεμβρίου 1995 σχετικά με την προστασία μαρτύρων στο πλαίσιο της καταπολέμησης του οργανωμένου εγκλήματος [13]). [12] EE L 82 της 22.03.2001, σ. 1 και επ. [13] EE C 327 της 07.12.1995, σ. 5 και επ. Οι διατάξεις αυτού του άρθρου επιδιώκουν κυρίως να παράσχουν στο θύμα τη δυνατότητα να λάβει ορθή απόφαση μετά την πάροδο της προθεσμίας περίσκεψης και να μην υπάρξει κατάχρηση της ευάλωτης κατάστασής του. Το θύμα λαμβάνει ιατρική και ψυχολογική βοήθεια καθώς και την υλική βοήθεια που επιβάλλει η κατάστασή του. Η ιατρική περίθαλψη που δεν μπορεί να αναβληθεί είναι εκείνη που πρέπει να προσφερθεί προκειμένου να αποφευχθούν καταστάσεις επείγοντος. Αυτά τα μέτρα πρέπει να επιτρέπουν στο θύμα να εγκαταλείψει την κατάσταση παρανομίας και να μην υπάρχει ενδεχόμενο επανασύνδεσης των σχέσεων με τους λαθρεμπόρους ή τους δουλεμπόρους. Προέρχονται από προτάσεις αυτού του περιεχομένου που περιλαμβάνονται στην υπουργική διακήρυξη της Χάγης της 26ης Απριλίου 1997, στην ανακοίνωση της Επιτροπής της 9ης Δεκεμβρίου 1998 [14] και στις εκθέσεις του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου (έκθεση Sφrensen [15] και έκθεση Klamt [16]). [14] COM (1998) 726. [15] A5-0127-2000, 2 Μαΐου 2000. [16] A5-0183/2001, 30 Μαΐου 2001. 2. Προς το συμφέρον της διαδικασίας και της βέλτιστης συνεργασίας του θύματος, τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν επίσης δωρεάν νομική και γλωσσική συνδρομή στο θύμα. Άρθρο 10 : 1. Η αρχή που είναι επιφορτισμένη με την έρευνα ή τη δίωξη πρέπει να αποφανθεί για τρία στοιχεία και διαθέτει προς τούτο προθεσμία μεγαλύτερη κατά δέκα ημέρες από την προθεσμία που χορηγείται στο θύμα. Πρέπει να αποφασίσει : - πρώτον, αν η παρουσία του θύματος είναι χρήσιμη. Η χρησιμότητα της παρουσίας αξιολογείται, ανάλογα με την περίπτωση, σε σχέση με το περιεχόμενο της συνεργασίας του ή την ανάγκη παρουσίας του στα διάφορα στάδια της διαδικασίας. - δεύτερον, αν το θύμα απέδειξε με σαφήνεια την πρόθεσή του να συνεργαστεί: αυτό το στοιχείο αξιολογείται σε σχέση κυρίως με το περιεχόμενο των δηλώσεων του θύματος. Η υποβολή καταγγελίας θεωρείται ως σαφής εκδήλωση της βούλησης του να συνεργαστεί. - τρίτον, το θύμα πρέπει να έχει πράγματι διακόψει κάθε σχέση με τους λαθρεμπόρους ή τους δουλεμπόρους. 2. Στην περίπτωση που η αρμόδια για την έρευνα ή τη δίωξη αρχή εκδώσει θετική γνώμη, οι αρχές που είναι αρμόδιες για την έκδοση των τίτλων παραμονής, υπό την επιφύλαξη ότι το άτομο δεν αποτελεί απειλή για τη δημόσια τάξη ή τη δημόσια ασφάλεια, χορηγούν στο θύμα τίτλο παραμονής μικρής διάρκειας. 3. Ο τίτλος παραμονής ισχύει για περίοδο 6 μηνών. Ανανεώνεται εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις χρησιμότητας της παρουσίας του θύματος, σαφούς βούλησης συνεργασίας, διακοπής των σχέσεων με τους δράστες των αδικημάτων και τέλος οι προϋποθέσεις δημόσιας τάξης και εσωτερικής ασφάλειας. 4. Η παράγραφος 4 ανταποκρίνεται στην πολύ συγκεκριμένη κατάσταση προσώπου που έχει μαζί με τα μέλη της οικογενείας του πέσει θύμα ενός εκ των αναφερομένων αδικημάτων αλλά που μόνον αυτό μπορεί να επιλεγεί ως δικαιούχος του τίτλου παραμονής μικρής διάρκειας. Αυτό συμβαίνει κυρίως όταν μόνον η παρουσία ενός μέλους θεωρείται χρήσιμη από την αρμόδια για την έρευνα ή τη δίωξη αρχή, ενώ οι μαρτυρίες του/της συζύγου ή των παιδιών ενδεχομένως δεν κρίνονται απαραίτητες επειδή δεν προσθέτουν συμπληρωματικά στοιχεία. Εξίσου στην περίπτωση αυτή, πρέπει να ληφθεί υπόψη η ευάλωτη κατάσταση του θύματος. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο όταν τα κράτη μέλη χορηγούν το ευεργέτημα του τίτλου παραμονής μικρής διάρκειας σε κάποιο θύμα λαμβάνουν υπόψη αυτό το στοιχείο όταν εξετάζουν τη δυνατότητα να χορηγηθεί στα μέλη της οικογένειας άδεια παραμονής για ανθρωπιστικούς λόγους. Τα μέλη της οικογένειας είναι, σύμφωνα με την απόφαση πλαίσιο του Συμβουλίου της 15ης Μαρτίου 2001 για το καθεστώς των θυμάτων στο πλαίσιο ποινικών διαδικασιών [17], τα μέλη της οικογενείας τους και τα πρόσωπα που εξομοιώνονται με μέλη της οικογένειάς τους. [17] ΕΕ L 82 της 22ας Μαρτίου 2001, σ. 1 και επ. Άρθρο 11 : Αυτό το άρθρο προσδιορίζει τη μορφή την οποία πρέπει να λάβει ο τίτλος παραμονής και αναφέρεται προς το σκοπό αυτό στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. .../... του Συμβουλίου [για την καθιέρωση ενιαίου τύπου άδειας παραμονής για τους υπηκόους τρίτων χωρών] [18]. [18] ΕΕ L της [COM (2001)157]. Κεφάλαιο ΙΙΙ: Προϋποθέσεις παραμονής Άρθρο 12 : Λαμβανομένου υπόψη του στόχου του, ο τίτλος παραμονής μικρής διάρκειας επιτρέπει στο δικαιούχο να έχει πρόσβαση στην αγορά εργασίας, να πραγματοποιεί σπουδές ή να παρακολουθεί επαγγελματική κατάρτιση, προκειμένου να εγκαταλείψει την προηγούμενη παράνομη κατάστασή του και να αποκτήσει την ανεξαρτησία του έναντι του δικτύου προώθησης των λαθρομεταναστών. Η πρόσβαση στην αγορά εργασίας του επιτρέπει να εξασφαλίζει τα προς το ζην. Η πρόσβαση στην εκπαίδευση και την επαγγελματική κατάρτιση του παρέχει τα μέσα να εξασφαλίζει τα προς το ζην στη συνέχεια. Πρόκειται για ουσιαστικό μεσοπρόθεσμο και μακροπρόθεσμο μέτρο που παρέχει στο θύμα τη δυνατότητα επανένταξής του σε νόμιμη δραστηριότητα. Αυτή η διάταξη αποτρέπει επίσης τα θύματα, ελλείψει δυνατότητας εξόδου από την κατάστασή τους, από το ενδεχόμενο να επανασυνάψουν σχέσεις με το παλαιό δίκτυο στη χώρα υποδοχής ή ακόμα, μετά την επιστροφή τους, στη χώρα καταγωγής τους. Άρθρο 13 : 1. Το άρθρο 13 διευρύνει την ιατρική περίθαλψη που παρέχεται στο θύμα. Ενώ η έναρξη της προθεσμίας περίσκεψης του παρέχει το δικαίωμα να λαμβάνει έκτακτη ιατρική περίθαλψη και ψυχολογική στήριξη καθώς και ιατρικές φροντίδες που δεν μπορούν να αναβληθούν, η έκδοση της άδειας παραμονής μικρής διάρκειας του προσφέρει ευρύτερη πρόσβαση στην ιατρική περίθαλψη προσθέτοντας τις βασικές ιατρικές φροντίδες, δηλαδή αυτές που χορηγούνται από ιατρό γενικής ιατρικής. Αποκλείεται η ιατρική περίθαλψη που παρέχεται από εξειδικευμένο ιατρό, η οποία προσφέρεται μόνον όταν δεν μπορεί να αναβληθεί (για παράδειγμα οδοντιατρικές εργασίες). 2. Η παράγραφος 2 ορίζει ότι τα κράτη μέλη πρέπει να ανταποκρίνονται στις ιδιαίτερες ανάγκες ορισμένων κατηγοριών θυμάτων από άποψη υγείας και παρέχει παραδείγματα. Αυτή η διευκρίνηση είναι σημαντική στο μέτρο που σημαντικός αριθμός θυμάτων υπάγεται πράγματι στις κατηγορίες που αναφέρονται ενδεικτικά. Άρθρο 14 : Το άρθρο 14 προβλέπει τις διατάξεις που εφαρμόζει το κράτος μέλος όταν κάνει χρήση της δυνατότητας που αναφέρεται στο άρθρο 3, παράγραφος 2, να επεκτείνει το πεδίο εφαρμογής της παρούσας οδηγίας στους ανηλίκους. Το σημείο α) υπενθυμίζει τη δέσμευση που αναφέρεται στο άρθρο 3, παράγραφος 1, της διεθνούς σύμβασης για τα δικαιώματα του παιδιού της 20ής Νοεμβρίου 1989 και στο άρθρο 24 του Χάρτη θεμελιωδών δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το ύψιστο συμφέρον του παιδιού μπορεί, στο πλαίσιο της παρούσας οδηγίας, να συνεπάγεται ειδικές προσαρμογές όσον αφορά τη διαδικασία, ιδιαίτερα την προθεσμία περίσκεψης. Το σημείο β) ορίζει ότι η πρόσβαση στην εκπαίδευση παρέχεται υπό τους ίδιους όρους με αυτούς που ισχύουν για τους υπηκόους τους κράτους υποδοχής. Το σημείο γ) επαναλαμβάνει τις σχετικές διατάξεις του ψηφίσματος του Συμβουλίου της 26ης Ιουνίου 1997 σχετικά με τους ασυνόδευτους ανηλίκους υπηκόους τρίτων χωρών [19], αναφερόμενο ιδιαίτερα στην απόδειξη της ταυτότητάς τους και στην εκπροσώπησή τους. Οι διατάξεις που αφορούν τους ασυνόδευτους ανηλίκους εφαρμόζονται συμπληρωματικά προς τις προηγούμενες. [19] ΕΕ C της 19.07.1997, σ. 23 και επ. Άρθρο 15 : Λαμβάνοντας υπόψη ότι εξασφαλίζεται στα θύματα ευνοϊκό καθεστώς στο πλαίσιο του τίτλου παραμονής μικρής διάρκειας, τα κράτη μέλη μπορούν σε αντιστάθμισμα να προβλέψουν ότι τα θύματα παρακολουθούν πρόγραμμα επανένταξης: αυτό βραχυπρόθεσμα, για να ευνοήσει την επανένταξη του θύματος και πιο μακροπρόθεσμα, για να αποφευχθεί ο κίνδυνος να επανασυνδεθεί με τα δίκτυα προώθησης των λαθρομεταναστών. Ανάλογα με τις δυνατότητες και τις ανάγκες του θύματος, αυτά τα προγράμματα προσανατολίζονται είτε στην ένταξή του στη χώρα υποδοχής (για παράδειγμα, σπουδές ή συμπληρωματική επαγγελματική κατάρτιση) είτε στην επιστροφή του στη χώρα καταγωγής ή σε άλλο κράτος έτοιμο να το υποδεχτεί (για παράδειγμα προετοιμασία οικονομικά βιώσιμου σχεδίου). Κεφάλαιο IV : Μη ανανέωση και ανάκληση Άρθρο 16: 1. Ο τίτλος παραμονής μικρής διάρκειας ανανεώνεται ανάλογα με τις ανάγκες της διαδικασίας. Δεν ανανεώνεται όταν περατώνεται η διαδικασία (για παράδειγμα απαλλακτική απόφαση ή καταδίκη των δραστών) ή όταν δεν πληρούνται πλέον οι προϋποθέσεις που οδήγησαν στην έκδοσή της (για παράδειγμα, η παρουσία του θύματος δεν θεωρείται πλέον απαραίτητη ή το θύμα δεν επιθυμεί πλέον να συνεργαστεί, ή, στην περίπτωση που κράτος μέλος επιλέγει να συνδέσει την χορήγηση του τίτλου παραμονής με την παρακολούθηση προγράμματος επανένταξης κατ' εφαρμογή του άρθρου 15, το θύμα δεν παρακολουθεί αυτό το πρόγραμμα). 2. Η μη ανανέωση δεν προδικάζει την έκδοση άδειας παραμονής για άλλο λόγο εφόσον το θύμα υποβάλει αίτηση. Εφαρμόζεται το δίκαιο για τη μετανάστευση και το κράτος μέλος μπορεί, σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία του να χορηγήσει για παράδειγμα άδεια παραμονής για ανθρωπιστικούς λόγους εφόσον το θύμα πληροί τις προϋποθέσεις. Η προηγούμενη έκδοση τίτλου παραμονής μικρής διάρκειας δεν παρέχει δικαίωμα παραμονής μετά το πέρας της διαδικασίας, αλλά το κράτος μέλος πρέπει να λάβει υπόψη τη συνεργασία του θύματος είτε επειδή υπήρξε αποφασιστικής σημασίας για τη θετική έκβαση της διαδικασίας είτε επειδή το εκθέτει σε ιδιαίτερους κινδύνους σε περίπτωση απομάκρυνσης. Πρόκειται για συμπληρωματικό μέτρο παρότρυνσης για να ενθαρρυνθούν τα θύματα να καταθέσουν ως μάρτυρες και να αποκαλύψουν όλα τα στοιχεία που διαθέτουν. Άρθρο 17 : Σε αντίθεση με τη μη ανανέωση που επέρχεται εξ ορισμού μετά το πέρας των έξι μηνών από την πρώτη έκδοση ή από ανανέωση, η ανάκληση μπορεί να επέλθει οποτεδήποτε. Τιμωρεί την μη τήρηση εκ μέρους του θύματος ενός εκ των αρχικών όρων, δηλαδή: επανασύνδεση των σχέσεων με τους δουλεμπόρους ή σωματεμπόρους, καταχρηστική ή δόλια χρήση της δυνατότητας που προσφέρεται με τον τίτλο παραμονής (για παράδειγμα με φανταστικές και εμφανώς ψευδείς διηγήσεις), προσωπική συμπεριφορά ασυμβίβαστη προς την δημόσια τάξη και την εσωτερική ασφάλεια. Κεφάλαιο V : Τελικές διατάξεις Άρθρο 18 : Αυτό το άρθρο αποτελεί τυποποιημένη διάταξη του κοινοτικού δικαίου, η οποία προβλέπει πραγματικές, ανάλογες και αποτρεπτικές κυρώσεις. Αναθέτει στα κράτη μέλη τη διακριτική αρμοδιότητα να καθορίζουν τις κυρώσεις που ισχύουν σε περίπτωση παράβασης των εθνικών διατάξεων που θεσπίζονται κατ' εφαρμογή της οδηγίας. Άρθρο 19 : Η ανταλλαγή πληροφοριών είναι σημαντική για να αξιολογηθεί η αποτελεσματικότητα του τίτλου παραμονής μικρής διάρκειας. Για να υπάρχει δυνατότητα κατάλληλης παρακολούθησης, τα κράτη μέλη συγκεντρώνουν και διαβιβάζουν πληροφορίες για τους τίτλους παραμονής και τις σχετικές δικαστικές διαδικασίες. Με την βραχυπρόθεσμη προοπτική της αξιολόγησης και την πιο μακροπρόθεσμη προοπτική της ανταλλαγής των βέλτιστων πρακτικών, πράττουν κατά τον ίδιο τρόπο όσον αφορά τα προγράμματα επανένταξης που προβλέπονται στο άρθρο 15. Ο προαιρετικός χαρακτήρας αυτών των προγραμμάτων δεν εμποδίζει τη δυνατότητα η παρακολούθησή τους να προετοιμάσει μελλοντικό προβληματισμό για τη χρησιμότητά τους ενόψει των θετικών αποτελεσμάτων στα οποία θα έχουν συμβάλει. Άρθρο 20 : Η Επιτροπή είναι επιφορτισμένη με την κατάρτιση έκθεσης για την κατάσταση εφαρμογής της οδηγίας από τα κράτη μέλη, σύμφωνα με το ρόλο της να μεριμνά για την εφαρμογή των διατάξεων που θεσπίζονται από τα όργανα δυνάμει της Συνθήκης. Είναι επίσης αρμόδια να προτείνει πιθανές τροποποιήσεις. Άρθρο 21 : Τα κράτη μέλη είναι υποχρεωμένα να μεταφέρουν την παρούσα οδηγία το αργότερο στις 30 Ιουνίου 2003. Ενημερώνουν την Επιτροπή για τις τροποποιήσεις των νομοθετικών κανονιστικών ή διοικητικών διατάξεών τους. Κατά την έγκριση αυτών των διατάξεων συμπεριλαμβάνουν αναφορά στην παρούσα οδηγία. Άρθρο 22 : Αυτό το άρθρο ορίζει την ημερομηνία έναρξης ισχύος της οδηγίας. Άρθρο 23 : Τα κράτη μέλη είναι οι αποκλειστικοί αποδέκτες της οδηγίας. 2002/0043 (CNS) Πρόταση ΟΔΗΓΙΑΣ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ σχετικά με τον τίτλο παραμονής μικρής διάρκειας που χορηγείται στα θύματα της διευκόλυνσης της λαθρομετανάστευσης ή της διακίνησης ανθρώπων που συνεργάζονται με τις αρμόδιες αρχές ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ, Έχοντας υπόψη: τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, και κυρίως το άρθρο 63, παράγραφος 3, την πρόταση της Επιτροπής, [20] [20] EE C [...] της [...], σ. [...]. τη γνώμη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, [21] [21] EE C [...] της [...], σ. [...]. τη γνώμη της Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής, [22] [22] EE C [...] της [...], σ. [...]. τη γνώμη της Επιτροπής των Περιφερειών, [23] [23] EE C [...] της [...], σ. [...]. Εκτιμώντας τα εξής: (1) Η επεξεργασία κοινής πολιτικής μετανάστευσης, συμπεριλαμβανομένου του προσδιορισμού των όρων εισόδου και παραμονής αλλοδαπών καθώς και των μέτρων καταπολέμησης της λαθρομετανάστευσης, αποτελεί συστατικό στοιχείο του στόχου της Ευρωπαϊκής Ένωσης που αποβλέπει στη δημιουργία ενός χώρου ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης. (2) Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο κατά την ειδική σύνοδό του στο Τάμπερε της 15ης και 16ης Οκτωβρίου 1999, εξέφρασε την αποφασιστικότητά του να καταπολεμήσει στην πηγή της τη λαθρομετανάστευση, στρεφόμενο κυρίως κατά εκείνων που επιδίδονται στην διακίνηση ανθρώπων και στην οικονομική εκμετάλλευση μεταναστών. Συστήνει στα κράτη μέλη να επικεντρώσουν τις προσπάθειές τους στη διερεύνηση και την εξάρθρωση των εγκληματικών κυκλωμάτων, κατοχυρώνοντας ταυτόχρονα το σεβασμό των δικαιωμάτων των θυμάτων. (3) Απόδειξη της αυξανόμενης ανησυχίας για το συγκεκριμένο φαινόμενο σε διεθνές επίπεδο υπήρξε η θέσπιση υπό τη Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών της σύμβασης κατά του οργανωμένου διεθνικού εγκλήματος, η οποία συμπληρώθηκε από ένα πρωτόκολλο για την πρόληψη, καταστολή και τιμωρία της διακίνησης ανθρώπων, ιδιαίτερα γυναικών και παιδιών και ένα πρωτόκολλο κατά της παράνομης μεταφοράς μεταναστών δια ξηράς, αέρος και θαλάσσης. Η Κοινότητα και τα δεκαπέντε κράτη μέλη της τα υπέγραψαν το Δεκέμβριο 2000. (4) Στο επίπεδο της Ευρωπαϊκής Κοινότητας υπάρχουν διάφορα υπό έγκριση κείμενα που προσδιορίζουν τα αδικήματα της διευκόλυνσης της λαθρομετανάστευσης και της διακίνησης ανθρώπων [24]. [24] Οδηγία .../... /ΕΚ του Συμβουλίου [για τον προσδιορισμό της υποβοήθησης της παράνομης εισόδου, διέλευσης και διαμονής], ΕΕ L [...] της [...], σ.[...]. [JAI(2000)22]. απόφαση-πλαίσιο του Συμβουλίου της [...] [για την καταπολέμηση της εμπορίας ανθρώπων], ΕΕ L [...] της [...], σ. [...] [COM(2000)854, 22 Ιανουαρίου 2000]. (5) Πρέπει να καθιερωθεί τίτλος παραμονής προοριζόμενος για τα θύματα των προαναφερόμενων αδικημάτων, επαρκώς προτρεπτικός ώστε αυτά να συνεργάζονται με τις αρμόδιες αρχές αλλά ταυτόχρονα υποκείμενος σε ορισμένους όρους για την αποφυγή καταχρήσεων. (6) Προς το σκοπό αυτό είναι απαραίτητο να ορισθεί ο τίτλος παραμονής μικρής διάρκειας, να προσδιορισθούν τα κριτήρια έκδοσής του, οι προϋποθέσεις διαμονής και οι περιπτώσεις μη ανανέωσης ή ανάκλησης. (7) Τα θύματα πρέπει να ενημερώνονται για τη δυνατότητα απόκτησης αυτού του τίτλου παραμονής και να τους χορηγείται προθεσμία περίσκεψης. Αυτό θα πρέπει να τους παρέχει τη δυνατότητα να αποφασίσουν ενσυνείδητα το κατά πόσον επιθυμούν ή όχι να συνεργαστούν με τις αστυνομικές και δικαστικές αρχές - ενόψει των κινδύνων που διατρέχουν - έτσι ώστε η συνεργασία τους να είναι ελεύθερη και κατά συνέπεια πιο αποτελεσματική. Δεδομένης της εξαιρετικά ευάλωτης κατάστασης του θύματος, πρέπει να του παρέχεται η συνδρομή και η φροντίδα που επιβάλλει η κατάστασή του. (8) Ενώπιον της σαφούς βούλησης συνεργασίας του θύματος και εφόσον η δικαστική αρχή κρίνει χρήσιμη την παρουσία του για τη διαδικασία, η αρμόδια διοικητική αρχή εκδίδει τίτλο παραμονής μικρής διάρκειας ανερχόμενης σε έξι μήνες, η οποία μπορεί να ανανεωθεί για περιόδους έξι μηνών. (9) Προκειμένου να επιτραπεί στο θύμα να αποκτήσει την ανεξαρτησία του και να μην επιστρέψει στο κύκλωμα εκμετάλλευσης, ο τίτλος παραμονής πρέπει να περιλαμβάνει την πρόσβαση στην αγορά εργασίας, στην επαγγελματική κατάρτιση και στις σπουδές. Με την ίδια προοπτική, τα κράτη μέλη μπορούν να συνδυάσουν την έκδοση αυτού του τίτλου με τη συμμετοχή του θύματος σε προγράμματα που στοχεύουν είτε στην ένταξη του θύματος είτε στην προετοιμασία της υποστηριζόμενης επιστροφής του. (10) Η παρούσα οδηγία δεν θίγει άλλες διατάξεις που αφορούν την προστασία θυμάτων, μαρτύρων ή ιδιαίτερα ευάλωτων προσώπων. Δεν θίγει επίσης προνόμια των κρατών μελών όσον αφορά το δικαίωμα παραμονής που χορηγείται για ανθρωπιστικούς ή άλλους λόγους. (11) Η παρούσα οδηγία τηρεί τα θεμελιώδη δικαιώματα και τις αρχές που αναγνωρίζονται κυρίως από το Χάρτη θεμελιωδών δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. (12) Οι στόχοι της προβλεπόμενης ενέργειας, δηλαδή η καθιέρωση τίτλου παραμονής μικρής διάρκειας για τα θύματα που συνεργάζονται για τη σύλληψη των λαθρεμπόρων και δουλεμπόρων, δε μπορούν να υλοποιηθούν ικανοποιητικά από τα κράτη μέλη. Πράγματι, οι εγκληματικές οργανώσεις δρουν εξ ορισμού σε διεθνή κλίμακα. Για να καταπολεμηθεί αυτό το φαινόμενο, αυξανόμενος αριθμός κρατών μελών έχει καθιερώσει τίτλους παραμονής υπό τον όρο της συνεργασίας με τη δικαιοσύνη με πολύ θετικά αποτελέσματα. Θα ήταν ολέθριο αν η διαφορά μέτρων μεταξύ των κρατών συντελούσε στη μετακίνηση των δραστηριοτήτων των διεθνών δικτύων προς τα κράτη μέλη στα οποία αντιμετωπίζουν μικρότερες δυσκολίες ή κινδύνους. Δεδομένου συνεπώς ότι οι επιδιωκόμενοι στόχοι μπορούν, λόγω της ευρύτητας της ενέργειας, να υλοποιηθούν καλύτερα σε κοινοτικό επίπεδο, η Κοινότητα μπορεί να λάβει μέτρα σύμφωνα με την αρχή της επικουρικότητας που προβλέπεται στο άρθρο 5 της συνθήκης. Σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας που αναφέρεται στο εν λόγω άρθρο, η παρούσα οδηγία δεν υπερβαίνει αυτό που είναι απαραίτητο για την επίτευξη αυτών των στόχων. ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΟΔΗΓΙΑ: Κεφάλαιο Ι : Γενικές διατάξεις Άρθρο 1 Αντικείμενο Η παρούσα οδηγία έχει ως στόχο να καθιερώσει τίτλο παραμονής μικρής διάρκειας χορηγούμενο στους υπηκόους τρίτων χωρών που καθίστανται θύματα των αδικημάτων που συνίστανται στη διευκόλυνση της λαθρομετανάστευσης ή στην διακίνηση ανθρώπων (στο εξής "θύματα"), οι οποίοι συνεργάζονται στην δίωξη των δραστών αυτών των αδικημάτων. Άρθρο 2 Ορισμοί Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας, νοείται ως: α) "υπήκοος τρίτης χώρας", οποιοδήποτε άτομο δεν είναι πολίτης της Ένωσης κατά την έννοια του άρθρου 17, παράγραφος 1, της συνθήκης, συμπεριλαμβανομένων των απάτριδων. β) "διευκόλυνση της λαθρομετανάστευσης", τα αδικήματα που ορίζονται στα άρθρα 1 και 2 της οδηγίας του Συμβουλίου .../.../ΕΚ [για τον προσδιορισμό της διευκόλυνσης της παράνομης εισόδου, διέλευσης και διαμονής]. γ) "διακίνηση ανθρώπων", τα αδικήματα που ορίζονται στα άρθρα 1, 2 και 3 της απόφασης-πλαισίου του Συμβουλίου της [...] [σχετικά με την καταπολέμηση της διακίνησης ανθρώπων]. δ) "μέτρο εκτέλεσης απόφασης απομάκρυνσης", οποιοδήποτε μέτρο λαμβάνεται από κράτος μέλος με σκοπό να θέσει σε εφαρμογή την απόφαση που λαμβάνεται από διοικητική αρχή και διατάσσει την απομάκρυνση υπηκόου τρίτης χώρας. ε) "τίτλος παραμονής μικρής διάρκειας", οποιαδήποτε άδεια ή εξουσιοδότηση εκδίδεται από κράτος μέλος και υλοποιείται σύμφωνα με τη νομοθεσία του, η οποία επιτρέπει στο θύμα να παραμένει στην επικράτειά του για να συνεργαστεί με τις αρμόδιες αρχές. Άρθρο 3 Πεδίο εφαρμογής 1. Η παρούσα οδηγία εφαρμόζεται στα θύματα κατά την έννοια του άρθρου 1 τα οποία έχουν συμπληρώσει την ηλικία ενηλικίωσης. 2. Τα κράτη μέλη μπορούν να αποφασίσουν να εφαρμόσουν τις διατάξεις της παρούσας οδηγίας στους ανηλίκους που ανταποκρίνονται σε ορισμένες προϋποθέσεις οριζόμενες στο εθνικό τους δίκαιο. Άρθρο 4 Ρήτρα διασφάλισης Η παρούσα οδηγία εφαρμόζεται υπό την επιφύλαξη της προστασίας που παρέχεται στους πρόσφυγες, στους δικαιούχους επικουρικής προστασίας και στους αιτούντες διεθνή προστασία σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο για τους πρόσφυγες και υπό την επιφύλαξη άλλων νομικών μέσων που αφορούν τα δικαιώματα του ανθρώπου. Άρθρο 5 Μη διακριτική μεταχείριση Τα κράτη μέλη εφαρμόζουν την παρούσα οδηγία χωρίς διακρίσεις που να θεμελιώνονται στο φύλο, τη φυλή, το χρώμα, την εθνική ή κοινωνική καταγωγή, τα γενετικά χαρακτηριστικά, τη γλώσσα, τη θρησκεία, ή τις πεποιθήσεις, τις πολιτικές ή άλλες απόψεις, την ιδιότητα μέλους εθνικής μειοψηφίας, την περιουσία, τη γέννηση, κάποιο μειονέκτημα, την ηλικία ή το σεξουαλικό προσανατολισμό. Άρθρο 6 Πιο ευνοϊκές διατάξεις Οι διατάξεις της παρούσας οδηγίας δεν θίγουν τις ενδεχομένως ευνοϊκότερες για τους δικαιούχους της παρούσας οδηγίας νομοθετικές, κανονιστικές ή διοικητικές διατάξεις κράτους μέλους . Κεφάλαιο ΙΙ Διαδικασία έκδοσης του τίτλου παραμονής μικρής διάρκειας Άρθρο 7 Ενημέρωση του θύματος Εφόσον οι αρμόδιες αρχές κρίνουν ότι κάποιο πρόσωπο είναι θύμα κατά την έννοια του άρθρου 1 της παρούσας οδηγίας, το ενημερώνουν αμέσως για τη δυνατότητα να αποκτήσει τον τίτλο παραμονής μικρής διάρκειας που προβλέπεται από την παρούσα οδηγία. Αυτή η ενημέρωση γίνεται από τις αρμόδιες για την έρευνα ή τη δίωξη αρχές, από μη κυβερνητική ένωση ή οργάνωση. Άρθρο 8 Προθεσμία περίσκεψης 1. Χορηγείται στο θύμα προθεσμία περίσκεψης τριάντα ημερών για να λάβει την απόφαση να συνεργασθεί με τις αρμόδιες αρχές. Αυτή η προθεσμία αρχίζει από τη στιγμή που το θύμα παύει οποιαδήποτε σχέση με τους δράστες των αδικημάτων που αναφέρονται στο άρθρο 2, σημεία β) και γ). 2. Κατά τη διάρκεια αυτής της προθεσμίας και αναμένοντας την απόφαση της αρμόδιας για την έρευνα ή τη δίωξη αρχής σύμφωνα με το άρθρο 10, παράγραφος 1, το θύμα δικαιούται της βοήθειας και περίθαλψης που προβλέπεται στο άρθρο 9 και δεν μπορεί να εκτελεσθεί εις βάρος του κανένα μέτρο απομάκρυνσης. 3. Η προθεσμία περίσκεψης δεν δημιουργεί δικαίωμα παραμονής βάσει της παρούσας οδηγίας. 4. Το κράτος μπορεί οποτεδήποτε να θέσει τέλος στην προθεσμία περίσκεψης εφόσον το πρόσωπο επανασυνέδεσε τις σχέσεις του με τους δράστες των αδικημάτων που αναφέρονται στο άρθρο 2, σημεία β) και γ) ή για λόγους συνδεόμενους με την προστασία της δημόσιας τάξης και της εσωτερικής ασφάλειας. Άρθρο 9 Συνδρομή και περίθαλψη 1. Υπό την επιφύλαξη της εφαρμογής μέτρων σχετικά με την προστασία θυμάτων και την προστασία μαρτύρων, τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν στο θύμα πρόσβαση σε κατάλληλη στέγη καθώς και σε έκτακτη ιατρική περίθαλψη και ψυχολογική στήριξη και σε ιατρικές φροντίδες οι οποίες δεν μπορούν να αναβληθούν και την απαραίτητη υποστήριξη από άποψη κοινωνικής βοήθειας και διαβίωσης, εφόσον αυτό δεν διαθέτει επαρκείς πόρους. Φροντίζουν για τις ειδικές ανάγκες των πλέον ευάλωτων προσώπων. 2. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν στο θύμα δωρεάν νομική και γλωσσική βοήθεια. Άρθρο 10 Έκδοση και ανανέωση του τίτλου παραμονής 1. Η αρχή που είναι επιφορτισμένη με την έρευνα ή τη δίωξη αποφαίνεται το αργότερο δέκα ημέρες μετά την πάροδο της προθεσμίας περίσκεψης, σχετικά με: α) τη χρησιμότητα της παρουσίας του θύματος. β) την ύπαρξη εκδηλωμένης από το θύμα βούλησης συνεργασίας. Αυτή συγκεκριμενοποιείται είτε με μια πρώτη ουσιαστική δήλωση στις αρχές που είναι αρμόδιες για την έρευνα ή τη δίωξη, είτε με την υποβολή καταγγελίας είτε περαιτέρω με οποιαδήποτε άλλη πράξη προβλέπεται από το δίκαιο του κράτους μέλους. γ) τη διακοπή κάθε σχέσης με τους υπόπτους πράξεων που μπορούν να συμπεριληφθούν μεταξύ των αδικημάτων που αναφέρονται στο άρθρο 2. 2. Ο τίτλος παραμονής μικρής διάρκειας χορηγείται εφόσον: α) η αρμόδια για την έρευνα ή τη δίωξη αρχή αποφαίνεται ευνοϊκά όσον αφορά τα κριτήρια που απαριθμούνται στην παράγραφο 1. β) δεν αντιτίθενται λόγοι που συνδέονται με την προστασία της δημόσιας τάξης και της εσωτερικής ασφάλειας. 3. Ο τίτλος παραμονής μικρής διάρκειας ισχύει για περίοδο έξι μηνών. Ανανεώνεται ανά περιόδους έξι μηνών, εφόσον συνεχίζουν να πληρούνται οι προϋποθέσεις της παραγράφου 2. 4. Τα κράτη μέλη, όταν χορηγούν τίτλο παραμονής μικρής διάρκειας σε πρόσωπο που υπήρξε θύμα ενός εκ των αδικημάτων που αναφέρονται στο άρθρο 2, σημεία β) και γ), μαζί με τα μέλη της οικογενείας του ή πρόσωπα εξομοιούμενα με μέλη της οικογενείας του, λαμβάνουν υπόψη το γεγονός αυτό κατά την εξέταση της δυνατότητας να τους χορηγήσουν άδεια παραμονής για ανθρωπιστικούς λόγους. Άρθρο 11 Τύπος του τίτλου παραμονής Ο τίτλος παραμονής μικρής διάρκειας μπορεί να εκδίδεται υπό τη μορφή αυτοκόλλητης ετικέτας ή χωριστού εγγράφου. Εκδίδεται σύμφωνα με τους κανόνες και το υπόδειγμα του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. .../... του Συμβουλίου [για την καθιέρωση άδειας παραμονής ενιαίου τύπου για τους υπηκόους τρίτων χωρών] [25]. Στη στήλη "είδος της άδειας" τα κράτη μέλη αναγράφουν "άδεια παραμονής μικρής διάρκειας". [25] EE L ... [COM (2001)157]. Κεφάλαιο ΙΙΙ : Προϋποθέσεις παραμονής Άρθρο 12 Εργασία, κατάρτιση και εκπαίδευση Τα κράτη μέλη επιτρέπουν στο δικαιούχο του τίτλου παραμονής μικρής διάρκειας να έχει πρόσβαση στην αγορά εργασίας, στην επαγγελματική κατάρτιση και στην εκπαίδευση. Άρθρο 13 Ιατρική περίθαλψη και ψυχολογική στήριξη 1. Τα κράτη μέλη φροντίζουν ώστε ο δικαιούχος του τίτλου παραμονής μικρής διάρκειας να έχει πρόσβαση, πέραν της βοήθειας και περίθαλψης που αναφέρονται στο άρθρο 9, στην πρωτοβάθμια υγειονομική περίθαλψη. 2. Τα κράτη μέλη ανταποκρίνονται στις ειδικές ανάγκες θυμάτων, όπως οι έγκυοι, τα μειονεκτούντα άτομα ή τα θύματα βιασμού ή άλλων μορφών βίας με βάση το φύλο και τέλος οι ανήλικοι, στην περίπτωση που τα κράτη μέλη κάνουν χρήση της δυνατότητας που παρέχεται από το άρθρο 3, παράγραφος 2. Άρθρο 14 Ανήλικα θύματα Όταν τα κράτη μέλη κάνουν χρήση της δυνατότητας που προσφέρεται από το άρθρο 3, παράγραφος 2, εφαρμόζονται οι ακόλουθες διατάξεις: α) Τα κράτη μέλη λαμβάνουν δεόντως υπόψη το ύψιστο συμφέρον του παιδιού κατά την εφαρμογή των διατάξεων της παρούσας οδηγίας. Φροντίζουν ώστε η διαδικασία να είναι η δέουσα λαμβανομένης υπόψη της ηλικίας και της ωριμότητας του παιδιού. Ιδιαίτερα, μπορούν, εφόσον θεωρούν ότι είναι προς το συμφέρον του παιδιού, να παρατείνουν την προθεσμία περίσκεψης. β) Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν στους ανηλίκους πρόσβαση στο εκπαιδευτικό σύστημα υπό τις ίδιες προϋποθέσεις με αυτές των υπηκόων τους. Τα κράτη μέλη μπορούν να ορίσουν ότι αυτή η πρόσβαση πρέπει να περιορίζεται στο σύστημα δημόσιας εκπαίδευσης. γ) Επιπλέον, εφόσον το θύμα είναι μη συνοδευόμενος ανήλικος, τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα απαραίτητα μέτρα για να προσδιορίσουν την ταυτότητά του και να θεμελιώσουν το γεγονός ότι δεν συνοδεύεται. Καταβάλλουν κάθε δυνατή προσπάθεια για την ταχύτερη δυνατή επανεύρεση της οικογενείας του και λαμβάνουν αμέσως τα απαραίτητα μέτρα για να εξασφαλίσουν τη νομική του εκπροσώπηση και, εφόσον χρειάζεται, την εκπροσώπησή του στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας. Άρθρο 15 Προγράμματα επανένταξης του θύματος Τα κράτη μέλη μπορούν να εξαρτήσουν την έκδοση του τίτλου παραμονής μικρής διάρκειας από τη συμμετοχή του θύματος σε πρόγραμμα που έχει σαν προοπτική είτε την ένταξή του στη χώρα υποδοχής και ενδεχομένως την επαγγελματική του κατάρτιση είτε την υποστηριζόμενη επιστροφή του στη χώρα καταγωγής ή σε άλλο κράτος έτοιμο να το υποδεχτεί. Κεφάλαιο IV: Μη ανανέωση και ανάκληση Άρθρο 16 Μη ανανέωση 1. Ο τίτλος παραμονής μικρής διάρκειας δεν ανανεώνεται εφόσον δεν πληρούνται πλέον οι προϋποθέσεις του άρθρου 10, παράγραφος 2, ή τίθεται τέλος στη διαδικασία με την έκδοση δικαστικής απόφασης ή, ενδεχομένως, ο δικαιούχος δεν συμμετέχει στο πρόγραμμα επανένταξης που προβλέπεται στο άρθρο 15. 2. Όταν λήξει ο τίτλος παραμονής μικρής διάρκειας, εφαρμόζεται το δίκαιο που ισχύει για τους αλλοδαπούς. Αν το θύμα υποβάλει αίτηση για τίτλο παραμονής άλλης κατηγορίας, τα κράτη μέλη λαμβάνουν υπόψη τη συνεργασία του θύματος κατά την εξέταση της αίτησής του. Άρθρο 17 Ανάκληση Ο τίτλος παραμονής μικρής διάρκειας μπορεί να ανακληθεί οποτεδήποτε: α) αν ο δικαιούχος επανασυνδέσει τις σχέσεις του με τους εικαζόμενους δράστες των εν λόγω αδικημάτων, ή β) αν η δικαστική αρχή που εξετάζει την υπόθεση κρίνει ότι η συνεργασία ή η καταγγελία του θύματος είναι δόλια ή καταχρηστική, ή γ) για λόγους που συνδέονται με την προστασία της δημόσιας τάξης και της εσωτερικής ασφάλειας. Κεφάλαιο V: Τελικές διατάξεις Άρθρο 18 Κυρώσεις Τα κράτη μέλη καθορίζουν το σύστημα κυρώσεων που εφαρμόζεται στις παραβάσεις των εθνικών διατάξεων που θεσπίζονται κατ' εφαρμογή της παρούσας οδηγίας και λαμβάνουν κάθε απαραίτητο μέτρο για να εξασφαλίσουν την εφαρμογή αυτών των διατάξεων. Οι προβλεπόμενες κυρώσεις πρέπει να είναι αποτελεσματικές, ανάλογες και αποτρεπτικές. Τα κράτη μέλη κοινοποιούν αυτές τις διατάξεις στην Επιτροπή το αργότερο την ημερομηνία που αναφέρεται στο άρθρο 21 και κάθε μεταγενέστερη τροποποίηση των διατάξεων αυτών το συντομότερο δυνατόν. Άρθρο 19 Ανταλλαγή πληροφοριών Τα κράτη μέλη ανακοινώνουν κάθε έτος στην Επιτροπή ενημερωμένες πληροφορίες σχετικά με: α) τον αριθμό τίτλων παραμονής μικρής διάρκειας που εκδόθηκαν, τις διαδικασίες που κινήθηκαν και την έκβασή τους. β) τα προγράμματα επανένταξης που προβλέπονται στο άρθρο 15, καθώς και αξιολόγηση της αποτελεσματικότητάς τους από την άποψη της επανένταξης του θύματος. Άρθρο 20 Έκθεση 1. Το αργότερο στις 30 Ιουνίου 2007, η Επιτροπή υποβάλλει έκθεση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο για την εφαρμογή της παρούσας οδηγίας στα κράτη μέλη και προτείνει, ενδεχομένως, τις απαραίτητες τροποποιήσεις. Τα κράτη μέλη διαβιβάζουν στην Επιτροπή κάθε απαραίτητη πληροφορία για την επεξεργασία αυτής της έκθεσης. 2. Μετά την υποβολή της έκθεσης που αναφέρεται στην παράγραφο 1, η Επιτροπή υποβάλλει έκθεση τουλάχιστον ανά τρία έτη στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο για την εφαρμογή της παρούσας οδηγίας στα κράτη μέλη. Άρθρο 21 Μεταφορά Τα κράτη μέλη θέτουν σε ισχύ τις απαραίτητες νομοθετικές κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις για να συμμορφωθούν με την παρούσα οδηγία το αργότερο μέχρι τις 30 Ιουνίου 2003. Ενημερώνουν αμέσως την Επιτροπή. Όταν τα κράτη μέλη θεσπίζουν αυτές τις διατάξεις, αυτές περιλαμβάνουν αναφορά στην παρούσα οδηγία ή συνοδεύονται από τέτοια αναφορά κατά την επίσημη δημοσίευσή τους. Οι λεπτομέρειες αυτής της αναφοράς αποφασίζονται από τα κράτη μέλη. Άρθρο 22 Έναρξη ισχύος Η παρούσα οδηγία αρχίζει να ισχύει την εικοστή ημέρα μετά τη δημοσίευσή της στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων. Άρθρο 23 Αποδέκτες Η παρούσα οδηγία απευθύνεται στα κράτη μέλη. Βρυξέλλες, Για το Συμβούλιο Ο Πρόεδρος