52002DC0087

Ανακοίνωση της Επιτροπής προς το Συμβούλιο - Προετοιμασία της Διεθνούς Διάσκεψης για τη χρηματοδότηση της ανάπτυξης (Μοντερρέϊ, Μεξικού, 18-22 Μαρτίου 2002) /* COM/2002/0087 τελικό */


ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΠΡΟΣ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ - Προετοιμασία της Διεθνούς Διάσκεψης για τη χρηματοδότηση της ανάπτυξης (Μοντερρέι, Μεξικού, 18 - 22 Μαρτίου 2002)

Στα συμπεράσματα του Συμβουλίου Ανάπτυξης, που εγκρίθηκαν στις 8 Νοεμβρίου 2001, επιβεβαιώθηκε η επιθυμία της Ευρωπαϊκής Ένωσης να αναλάβει θετικές πρωτοβουλίες για την εξασφάλιση της επιτυχούς έκβασης της Διεθνούς Διάσκεψης για τη χρηματοδότηση της ανάπτυξης που πρόκειται να πραγματοποιηθεί στην πόλη Μοντερρέι του Μεξικού, από τις 18 έως τις 22 Μαρτίου 2002.

Οι προσδοκίες σχετικά με τη συμμετοχή της Ευρωπαϊκής Ένωσης στη διάσκεψη του Μοντερρέι είναι πολύ υψηλές. Κυρίως, επειδή την εν λόγω διάσκεψη θα ακολουθήσει έξι μήνες αργότερα η παγκόσμια συνάντηση κορυφής για την αειφόρο ανάπτυξη, η οποία σχεδιάζεται να πραγματοποιηθεί στο Γιοχάνεσμπουργκ της Νότιας Αφρικής από τις 26 Αυγούστου έως τις 4 Σεπτεμβρίου 2002. Το Συμβούλιο σε διάφορες περιπτώσεις έχει επιβεβαιώσει την πρόθεσή του να επιδιώξει την επίτευξη "παγκόσμιας συμφωνίας" στην παγκόσμια συνάντηση κορυφής για την αειφόρο ανάπτυξη στο Γιοχάνεσμπουργκ. Η Επιτροπή θα υποβάλει στο Συμβούλιο ανακοίνωση για την εξωτερική διάσταση της αειφόρου ανάπτυξης, η οποία πρέπει να παρέχει σαφή εικόνα του περιεχομένου της "παγκόσμιας συμφωνίας".

Οι ευρωπαϊκές σύνοδοι κορυφής του Gφteborg και του Laeken επιβεβαίωσαν και πάλι τη δέσμευση της ΕΕ για την επίτευξη του στόχου του 0,7 % του ΑΕΠ για Επίσημη Αναπτυξιακή Βοήθεια (ΕΑΒ). Αυτό αποτελεί σημαντικό στοιχείο της συζήτησης σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο η διεθνής κοινότητα μπορεί να διασφαλίσει την επίτευξη των στόχων που έθεσε η διακήρυξη για τη χιλιετία καθώς και των λοιπών στόχων για την ανάπτυξη που έχουν συμφωνηθεί σε διεθνές επίπεδο.

Το Συμβούλιο Ανάπτυξης ζήτησε από την Επιτροπή να διευκρινίσει διάφορα ζητήματα και να διερευνήσει, μέσω διαλόγου, ενδεχόμενες πρωτοβουλίες που θα ήταν δυνατό να αναλάβουν τα κράτη μέλη, ειδικότερα τα μέτρα που θα πρέπει να λάβει κάθε ένα από αυτά για να επιτύχει το στόχο του 0,7%, συμπεριλαμβανομένου του καθορισμού συγκεκριμένων χρονοδιαγραμμάτων. Εκτός από τον όγκο της βοήθειας, συζητήθηκε ιδιαιτέρως η αποτελεσματικότητα της βοήθειας, συμπεριλαμβανομένης της αποδέσμευσής της, των παγκόσμιων δημόσιων αγαθών και των καινοτόμων πηγών χρηματοδότησης. Αυτά τα θέματα εξετάζονται, επίσης, στο πλαίσιο της μελέτης για την παγκοσμιοποίηση και την ανάπτυξη που θα υποβάλει η Επιτροπή στο Συμβούλιο.

Το Νοέμβριο και το Δεκέμβριο 2001, ο κ. Richelle, Γενικός Διευθυντής Ανάπτυξης, πραγματοποίησε διμερείς συζητήσεις με τα 15 κράτη μέλη. Οι εν λόγω συζητήσεις οδήγησαν στην εκπόνηση έκθεσης [1], η οποία συνοψίζει τις δυνατότητες για θετικές πρωτοβουλίες, οι οποίες προέκυψαν από τις εν λόγω συζητήσεις. Οι δυνατότητες αυτές αφορούν, κυρίως, την κάλυψη του δημοσιονομικού κενού μεταξύ του τρέχοντος όγκου της ΕΑΒ και του όγκου που απαιτείται για να επιτευχθούν οι στόχοι που έθεσε η διακήρυξη για τη χιλιετία καθώς και οι λοιποί στόχοι για την ανάπτυξη που έχουν συμφωνηθεί σε διεθνές επίπεδο.

[1] Έγγραφο SEC(2002)154

Υπάρχουν, βεβαίως, διάφοροι τρόποι για να συγκεντρωθούν οι αναγκαίοι πόροι. Απαραίτητο στοιχείο για τις σχετικές συζητήσεις αποτελεί ο καλύτερος υπολογισμός του πραγματικού κόστους των στόχων ανάπτυξης της χιλιετίας που θα πρέπει να επιτευχθούν μέχρι το 2015. Ορισμένοι πρόσφατοι υπολογισμοί που πραγματοποίησε η Παγκόσμια Τράπεζα ώθησαν τη διεθνή κοινότητα να αρχίσει συζήτηση σχετικά με τον τρόπο καθορισμού των αναγκαίων προσπαθειών για την εύρεση των χρηματοδοτικών πόρων. Δεδομένου ότι η Παγκόσμια Τράπεζα ασχολείται κυρίως με την εκτίμηση των αναγκών, ειδικότερα σε συγκεκριμένους τομείς, και καθορίζει τις ανάγκες αυτές σε επίπεδο χωρών, είναι σαφές ότι χρειάζονται από τώρα πρόσθετοι πόροι, δεδομένου ότι απομένουν 13 μόνο έτη περίπου.

Οι καθορισμός των κατάλληλων προτεραιοτήτων τόσο στον πολιτικό όσο και στον οικονομικό τομέα θα εξακολουθήσει, επίσης, να αποτελεί αρμοδιότητα κάθε χώρας. Είναι αλήθεια, ωστόσο, ότι υπάρχει σαφές χάσμα μεταξύ, αφενός, των πόρων που απαιτούνται για την επίτευξη των στόχων ανάπτυξης της χιλιετίας και των λοιπών στόχων που έχουν συμφωνηθεί σε διεθνές επίπεδο εντός του συμφωνηθέντος χρονοδιαγράμματος και, αφετέρου, των διαθέσιμων μέσων. Η ΕΕ θα πρέπει να εξαντλήσει, κυρίως, τις δυνατότητες της δικής της συνεισφοράς, ελέγχοντας ταυτόχρονα τον τρόπο με τον οποίο οι χώρες αποδέκτες ασκούν τη χρηστή διοίκηση και την ορθή διαχείριση των δημόσιων δαπανών.

Τα αποτελέσματα των προπαρασκευαστικών εργασιών για τη διάσκεψη έχουν δημιουργήσει θετικό κλίμα, το οποίο θα πρέπει να εκμεταλλευτεί η ΕΕ για να λάβει αποφάσεις σχετικά με θετικές πρωτοβουλίες που θα συμβάλουν στην επιτυχία της διάσκεψης. Οι ακόλουθες συστάσεις θα υποβληθούν στο Συμβούλιο Γενικών Υποθέσεων πριν από τη διάσκεψη του Μοντερρέι:

* Τα κράτη μέλη της ΕΕ θα μπορούσαν χωριστά και συλλογικά να αναλάβουν δέσμευση για σημαντική αύξηση της ΕΑΒ. Στο πλαίσιο αυτής της δέσμευσης, όλα τα κράτη που δεν έχουν ακόμη επιτύχει το στόχο του 0,7% θα πρέπει, μέχρι το 2006, να φθάσουν τουλάχιστον το μέσο όρο της ΕΕ για το 2000 (0,33 % ΕΑΒ/ΑΕΕ). Διάφορα κράτη μέλη έχουν ήδη αποτελέσματα που υπερβαίνουν τον σημερινό μέσο όρο της ΕΕ, αλλά χρειάζεται να καταβάλουν περαιτέρω προσπάθειες για να φθάσουν το στόχο του 0,7%. Αύξηση της βοήθειας εκ μέρους των χωρών που βρίσκονται κάτω του 0,33% θα είχε ως αποτέλεσμα την αύξηση του μέσου όρου της ΕΕ στο 0,39% τουλάχιστον, μέχρι το 2006. Ο αριθμός αυτός συμφωνεί με τον παγκόσμιο μέσο όρο που θα χρειαζόταν για να καλυφθούν οι κατ'εκτίμηση της Παγκόσμιας Τράπεζας πρόσθετες ανάγκες ύψους 50 δισεκατομμυρίων δολαρίων, που απαιτούνται για την επίτευξη των στόχων ανάπτυξης της χιλιετίας και συνεπώς θα έθετε την ΕΕ σε θέση ισχύος κατά τις συζητήσεις για τον επιμερισμό του βάρους. Με μια παρόμοια διαδικασία, ο νέος μέσος όρος του 0,39% θα μπορούσε να θεωρηθεί ως το ελάχιστο όριο, που θα πρέπει να επιτύχουν τα κράτη μέλη μέχρι το 2010 το αργότερο. Επαναλαμβάνοντας αυτή τη διαδικασία, η ΕΕ θα μπορούσε να περάσει από διαδοχικά ρεαλιστικά στάδια μέχρις ότου επιτύχει το στόχο του 0,7%.

* Η ΕΕ θα μπορούσε να σημειώσει πραγματική και πρακτική πρόοδο στον τομέα της ποιότητας και της αποτελεσματικότητας της βοήθειας, αναλαμβάνοντας ιδίως τη δέσμευση να θεσπίσει συγκεκριμένα μέτρα για την εναρμόνιση των ελάχιστων επιπέδων για τις πολιτικές και τις διαδικασίες πριν από το 2003, τόσο σε επίπεδο ΕΚ όσο και σε επίπεδο κρατών μελών βάσει της συμφωνηθείσας σε διεθνές επίπεδο καλύτερης πρακτικής.

* Η ΕΕ, σύμφωνα με την δέσμευσή της να εφαρμόσει πλήρως τη σύσταση της Επιτροπής Αναπτυξιακής Βοήθειας σχετικά με την αποδέσμευση της βοήθειας για τις λιγότερες αναπτυγμένες χώρες, θα μπορούσε να αποδεσμεύσει πλήρως όλες τις διμερείς βοήθειες. Εάν τα μέλη του ΟΟΣΑ που δεν ανήκουν στην ΕΕ δεν συμμετάσχουν σ' αυτήν την προσπάθεια, τα κράτη μέλη θα πρέπει να αποφασίσουν να αποδεσμεύσουν πλήρως τις διμερείς βοήθειες από πλευράς των 15 κρατών μελών και έναντι όλων των εταίρων τους στον αναπτυσσόμενο κόσμο, διατηρώντας ταυτόχρονα το υπάρχον σύστημα προτίμησης τιμών στο πλαίσιο ΕΕ-ΑΚΕ.

* Στο πλαίσιο των προσπαθειών που θα επιτρέψουν στις αναπτυσσόμενες χώρες να εκμεταλλεύονται τις εμπορικές ευκαιρίες, η ΕΕ θα μπορούσε να αναλάβει δέσμευση για σημαντική αύξηση των ενισχύσεων που παρέχονται για τεχνική βοήθεια στον τομέα του εμπορίου, για τη δημιουργία ικανοτήτων και για την εφαρμογή μέτρων για την αντιμετώπιση περιορισμών από πλευράς προσφοράς, ώστε να καθοριστεί συγκεκριμένο ποσό για κάθε τριετή περίοδο.

* Η ΕΕ θα μπορούσε να συμφωνήσει για την εφαρμογή συλλογικής διαδικασίας με σκοπό τον προσδιορισμό των σημαντικότερων παγκόσμιων δημόσιων αγαθών.

* Η ΕΕ θα εξακολουθήσει να αναζητά καινοτόμους πόρους χρηματοδότησης. Εκτός από τη συνεισφορά στους γενικούς αναπτυξιακούς πόρους, οι νέοι πόροι χρηματοδότησης θα μπορούσαν επίσης να βοηθήσουν την παροχή παγκόσμιων δημοσίων αγαθών, στο πλαίσιο της αρχής της συμπληρωματικότητας των πόρων, ώστε να αποφευχθεί η εκτροπή των υφιστάμενων πόρων ΕΑΒ εις βάρος της παραδοσιακής αναπτυξιακής βοήθειας.