Γνωμοδότηση της Επιτροπής των Περιφερειών για την "Ανακοίνωση της Επιτροπής προς το Συμβούλιο και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο: Ενδιάμεση επανεξέταση της Κοινής Γεωργικής Πολιτικής"
Επίσημη Εφημερίδα αριθ. C 073 της 26/03/2003 σ. 0025 - 0029
Γνωμοδότηση της Επιτροπής των Περιφερειών για την "Ανακοίνωση της Επιτροπής προς το Συμβούλιο και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο: Ενδιάμεση επανεξέταση της Κοινής Γεωργικής Πολιτικής" (2003/C 73/07) Η ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΩΝ, έχοντας υπόψη την ανακοίνωση της Επιτροπής προς το Συμβούλιο και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο: Ενδιάμεση επανεξέταση της Κοινής Γεωργικής Πολιτικής (COM(2002) 394 τελικό)· έχοντας υπόψη την απόφαση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, της 10ης Ιουλίου 2002, να ζητήσει τη γνώμη της δυνάμει του άρθρου 265, πρώτη παράγραφος, της Συνθήκης περί Ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας· έχοντας υπόψη την απόφαση του Προεδρείου της, της 14ης Μαΐου 2002, να αναθέσει την κατάρτιση γνωμοδότησης επί του θέματος στην Επιτροπή "Βιώσιμη Ανάπτυξη"· έχοντας υπόψη τη γνωμοδότησή της με θέμα τις Προτάσεις Κανονισμού (ΕΚ) του Συμβουλίου σχετικά με τη μεταρρύθμιση της Κοινής Γεωργικής Πολιτικής (CdR 273/98 fin)(1)· έχοντας υπόψη το σχέδιο γνωμοδότησης (CdR 188/2002 rev.) που υιοθέτησε κατά πλειοψηφία η Επιτροπή "Βιώσιμη ανάπτυξη" στις 3 Οκτωβρίου 2002 (εισηγητής: ο κ. Robert Savy, Πρόεδρος του Περιφερειακού Συμβουλίου του Limousin, F/ΕΣΚ)· υιοθέτησε την ακόλουθη γνωμοδότηση κατά την 47η σύνοδο ολομέλειας στις 20ής και 21ης Νοεμβρίου 2002 (συνεδρίαση της 20ής Νοεμβρίου) κατά πλειοψηφία. Απόψεις και συστάσεις της Επιτροπής των Περιφερειών 1.1. Η Επιτροπή των Περιφερειών επικροτεί την πρωτοβουλία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής να διατυπώσει, επ' ευκαιρία της ενδιάμεσης επανεξέτασης της Κοινής Γεωργικής Πολιτικής, προτάσεις ικανές να απεικονίσουν τα συμπεράσματα της ευρείας δημόσιας συζήτησης που πραγματοποιήθηκε μεταξύ των κρατών μελών, των επαγγελματιών του κλάδου και της κοινής γνώμης σχετικά με το μέλλον της Κοινής Γεωργικής Πολιτικής. 1.2. Ήταν πράγματι επιβεβλημένο να υπάρξει προβληματισμός όσον αφορά το μέλλον αυτής της τομεακής πολιτικής που απορροφά περίπου το 50 % των πόρων της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της οποίας οι συνέπειες ενδιαφέρουν το σύνολο των αγροτικών περιοχών των 15 κρατών μελών, σε μία χρονική στιγμή κατά την οποία πολύ διαφορετικά γεγονότα ενδέχεται να επηρεάσουν την ΚΓΠ ή ακόμη και να τη θέσουν υπό αμφισβήτηση: - Οι πρόσφατες κρίσεις στον τομέα της υγείας (η σπογγώδης εγκεφαλοπάθεια των βοοειδών (ΣΕΒ), η επιζωοτική εκδήλωση αφθώδους πυρετού, η κρίση της διοξίνης), οι τακτικές προειδοποιήσεις για την περιεκτικότητα των υδάτων σε νιτρικά οξέα, καθώς και τα ερωτηματικά όσον αφορά τη χρήση των γενετικώς τροποποιημένων οργανισμών προκάλεσαν αβεβαιότητα στους πολίτες-καταναλωτές σχετικά με το εάν και κατά πόσον η ευρωπαϊκή γεωργία και η διατροφική βιομηχανία είναι σε θέση να προμηθεύουν υγιεινά και ποιοτικά προϊόντα φιλικά προς το περιβάλλον. Τόσο οι ίδιοι οι γεωργοί όσο και οι καταναλωτές είναι συχνά θύματα αυτών των ενεργειών. - Η έναρξη στη Ντόχα νέου κύκλου διαπραγματεύσεων για την απελευθέρωση των συναλλαγών, που περιλαμβάνει και ένα τμήμα αφιερωμένο στη γεωργία, η έκκληση της Ομάδας G77 στην Παγκόσμια Διάσκεψη Κορυφής για την Αειφόρο Ανάπτυξη που πραγματοποιήθηκε στο Γιοχάνεσμπουργκ για μεταρρύθμιση των γεωργικών επιδοτήσεων στον ανεπτυγμένο κόσμο, καθώς και οι μονομερείς αποφάσεις των Ηνωμένων Πολιτειών (βλέπε το σχέδιο νόμου των ΗΠΑ για τη γεωργία - Farm Bill) υποχρεώνουν την Ευρωπαϊκή Ένωση να επιδιώξει την προάσπιση του ευρωπαϊκού γεωργικού προτύπου κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο, σύμφωνα με όσα ζητούσε η Επιτροπή των Περιφερειών ήδη από το 1999 (CdR 273/98 fin). - Η εγγύτατη προοπτική της διεύρυνσης της Ευρώπης με την προσχώρηση νέων κρατών μελών, των οποίων η γεωργία είναι προετοιμασμένη σε διαφορετικό βαθμό για τους μηχανισμούς της ΚΓΠ, καθιστά αναγκαία την εξεύρεση του πλέον ενδεδειγμένου τρόπου για την προετοιμασία των νέων μελών ως προς τις κοινοτικές απαιτήσεις όσον αφορά την ασφάλεια των τροφίμων, την ανιχνευσιμότητα ή την προστασία του περιβάλλοντος που δεν επιδέχονται περιορισμούς. Τα κοινά ευρωπαϊκά πρότυπα ισχύουν κατ' αρχήν για όλα τα κράτη μέλη και δεν πρέπει ούτε να μετριασθούν τα αυστηρότερα κοινοτικά πρότυπα, ούτε να ισχύουν διαφορετικά πρότυπα. - Οι μεταλλαγές που υφίσταται επί του παρόντος ο γεωργικός κόσμος προβληματίζουν τους γεωργούς όσον αφορά τη θέση και το ρόλο τους, τον τρόπο με τον οποίο τους αντιμετωπίζει η κοινωνία, καθώς και το μέλλον των αγροτικών εκτάσεων υπό ένα πρίσμα ανταγωνισμού μεταξύ διαφόρων περιοχών. 2.1. Σε αυτό το πλαίσιο, η Επιτροπή των Περιφερειών διαπιστώνει με ικανοποίηση ότι η Επιτροπή αναγνωρίζει την ανάγκη διατήρησης και διαιώνισης μίας κοινής γεωργικής πολιτικής. Παρότι εξακολουθούν να υπάρχουν περιθώρια προόδου προς την κατεύθυνση της απελευθέρωσης των συναλλαγών, ωστόσο μία κοινή γεωργική πολιτική εξακολουθεί να συνιστά προαπαιτούμενο για να διαφυλαχθεί το ευρωπαϊκό γεωργικό πρότυπο και για να παρασχεθεί η δυνατότητα στη γεωργία και στον αγροτικό κόσμο να ανταποκριθούν στις προσδοκίες της σημερινής κοινωνίας. 2.2. Η ανακοίνωση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής βασίζεται κατ' αρχήν σε μία διαδικασία που ξεκίνησε εδώ και μία δεκαετία, η οποία επιδιώκεται να ολοκληρωθεί και να διασφαλισθεί μακροπρόθεσμα, αλλά περιλαμβάνει και ορισμένα εντελώς καινούρια στοιχεία για την Κοινή Γεωργική Πολιτική. Το ζητούμενο έγκειται στην εξεύρεση της καλύτερης δυνατής ισορροπίας ανάμεσα σε θεμελιώδεις απαιτήσεις οι οποίες όμως δύσκολα συμβιβάζονται μεταξύ τους. Στο Πρόγραμμα Δράσης 2000 καθορίστηκαν ορισμένοι στόχοι που απετέλεσαν αντικείμενο συναίνεσης, η οποία δεν αμφισβητείται από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, όσον αφορά τα εξής: - προσαρμογή των μηχανισμών παρέμβασης για την ενίσχυση του ρόλου τους ως πλέγματος ασφαλείας, με στόχο τη μείωση των επιστροφών κατά την εξαγωγή, οι οποίες στρεβλώνουν το εμπόριο και επικρίνονται παγκοσμίως. Ωστόσο, απαιτούνται κατάλληλα προσαρμοσμένες διατάξεις προκειμένου να διασφαλισθεί το γεγονός ότι η ευρωπαϊκή γεωργία θα εξακολουθήσει να έχει ικανοποιητικές δυνατότητες τόσο στις εθνικές όσο και στις παγκόσμιες αγορές, χωρίς να επιδεινώνονται οι δυσκολίες των αναπτυσσομένων χωρών - προσανατολισμός της γεωργικής παραγωγής περισσότερο στα προϊόντα και τις υπηρεσίες που ζητεί το κοινό και όχι σε εκείνα για τα οποία τα χρηματοοικονομικά κίνητρα είναι ισχυρότερα, με ιδιαίτερη στήριξη των παραδοσιακών και των υψηλής φυσικής αξίας συστημάτων παραγωγής - στήριξη και σταθεροποίηση των γεωργικών εισοδημάτων για τη διασφάλιση δίκαιου βιοτικού επιπέδου στον αγροτικό πληθυσμό, καθώς και για τη διατήρηση όσο το δυνατόν περισσότερων γεωργικών εκμεταλλεύσεων παντός είδους και μεγέθους. Είναι πράγματι αναγκαίο να συμβάλει η ΚΓΠ στην προώθηση της εναλλαγής των γενεών στον γεωργικό τομέα, παρέχοντας ελκυστικές και οικονομικά σταθερές προοπτικές στους νέους γεωργούς. Σε αυτό το πλαίσιο, η ΕΤΠ παραπέμπει στους προσανατολισμούς που περιελάμβανε η γνωμοδότησή της (Πρόγραμμα: Οι νέοι στην υπηρεσία της ευρωπαϊκής γεωργίας), η οποία υιοθετήθηκε στις 13-14 Ιουνίου 2001, καθώς και στη δήλωση με θέμα "Το μέλλον των νέων γεωργών" την οποία εξέδωσαν από κοινού, στις 6 Δεκεμβρίου 2001, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, η Επιτροπή των Περιφερειών και η Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή - ενσωμάτωση στην ΚΓΠ των ανησυχιών που εκφράζονται όσον αφορά την ασφάλεια των τροφίμων, την ανιχνευσιμότητα των προϊόντων, την προστασία του περιβάλλοντος, τη διατήρηση της γεωργικής απασχόλησης και τη χρήση των γαιών. 2.3. Η Επιτροπή των Περιφερειών προτίθεται να στηριχθεί στις παρατηρήσεις αυτές για να εκπονήσει τη γνωμοδότησή της σχετικά με τους προσανατολισμούς της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. 3.1. Κατά την άποψη της Επιτροπής των Περιφερειών, στην ανακοίνωση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής δεν παρέχονται ικανοποιητικές διευκρινίσεις για την αξιολόγηση του αντικτύπου καθενός από τα προτεινόμενα μέτρα. Ο τρόπος κατά τον οποίο θα προσδιορισθούν και θα τεθούν σε εφαρμογή ενδέχεται να τροποποιήσει εις βάθος τη σημασία τους. Πρόκειται, απλώς, για προσανατολισμούς οι οποίοι αποσκοπούν στην έναρξη δημόσιας συζήτησης, προκειμένου να εκφρασθούν τα κοινοτικά συμφέροντα, οι εθνικές ανησυχίες, τα ιδιαίτερα συμφέροντα ορισμένων παραγωγών ή περιοχών. Δυνατότητα πολιτικών διευθετήσεων θα υπάρξει μόνον όταν θα έχει περατωθεί η εν λόγω συζήτηση. 3.2. Η Επιτροπή των Περιφερειών επιθυμεί μεγαλύτερη αναγνώριση του ρόλου των τοπικών και περιφερειακών αρχών για την προαγωγή της ανάπτυξης της υπαίθρου στο πλαίσιο της μεταρρυθμισμένης ΚΓΠ και τούτο διότι οι τοπικές και περιφερειακές αρχές έχουν νομική ευθύνη για ένα φάσμα υποχρεωτικών ή κατά προαίρεση αγροτικών δραστηριοτήτων που σχετίζονται άμεσα με τις προτάσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, κυρίως όσον αφορά τη στρατηγική διαχείριση των γαιών και την προαγωγή της οικονομικής, κοινωνικής και περιβαλλοντικής ευημερίας των αγροτικών κοινοτήτων. 3.3. Η Επιτροπή των Περιφερειών συμφωνεί με πολλούς από τους προτεινόμενους προσανατολισμούς. Επιπλέον, επιδοκιμάζει και υποστηρίζει την καταβολή άμεσων ενισχύσεων για την αντιστάθμιση της απώλειας γεωργικού εισοδήματος και υποστηρίζει τη βούληση να καταστεί η ανάπτυξη της υπαίθρου ο δεύτερος πυλώνας της ΚΓΠ. Συμμερίζεται την επιθυμία καλύτερης συνεκτίμησης των απαιτήσεων στον τομέα της προστασίας του περιβάλλοντος και των ζώων εντός οικονομικά αποδεκτών ορίων για τους γεωργούς και με πρόβλεψη αποζημίωσης των πρόσθετων δαπανών. Επίσης, η Επιτροπή των Περιφερειών κατανοεί μεν την επιδίωξη της Ευρωπαϊκής Επιτροπής περί μείωσης των τιμών παρέμβασης, αλλά διερωτάται εάν η αποσύνδεση των άμεσων ενισχύσεων από την γεωργική παραγωγή, η μορφή και η έκταση της "δυναμικής διακύμανσης" των άμεσων ενισχύσεων στον τομέα των οργανώσεων της αγοράς, καθώς και η μέθοδος για την επιβολή πρόσθετων οικολογικών απαιτήσεων στον εν λόγω τομέα και τη διενέργεια ελέγχου ως προς την τήρησή τους θα οδηγήσουν έμπρακτα πράξη στην επίτευξη των επιδιωκόμενων στόχων. Ως εκ τούτου, απαιτείται προσεκτικότερη εξέταση των μέτρων που σκιαγραφούνται από την Επιτροπή. 3.4. Η Επιτροπή των Περιφερειών θεωρεί ειδικότερα ότι οι προτάσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής αποτελούν πράγματι μια καλή βάση συζήτησης για τη μεταγενέστερη ανάπτυξη της ΚΓΠ έπειτα από την ολοκλήρωση του Προγράμματος Δράσης 2000, παρότι οι σημαντικότερες εξ αυτών δεν αναμένεται να υλοποιηθούν πριν από τη λήξη του Προγράμματος Δράσης 2000. Συνεπώς, θα ήταν σκόπιμο να τεθεί σε εφαρμογή ένα νομικό πλαίσιο ενίσχυσης της ΚΓΠ με μεγαλύτερη ισχύ από ό,τι το υφιστάμενο πλαίσιο (6 έτη), προκειμένου να παρασχεθεί στους παραγωγούς γεωργικών προϊόντων ικανοποιητική ασφάλεια και εμπιστοσύνη εντός του ισχύοντος νομοθετικού πλαισίου για τη μεσοπρόθεσμη ανάπτυξη της παραγωγικής τους δραστηριότητας. 4.1. Η αποσύνδεση των ενισχύσεων από την παραγωγή και η καθιέρωση ενιαίας στήριξης του εισοδήματος ανά γεωργική εκμετάλλευση παρουσιάζουν πολυάριθμα πλεονεκτήματα. Επιβεβαιώνεται πλήρως η αρχή σύμφωνα με την οποία η μείωση των τιμών αντισταθμίζεται με άμεσες ενισχύσεις προς τα γεωργικά εισοδήματα. Η καταβολή ενιαίας ενίσχυσης μπορεί να απλοποιήσει την εφαρμογή της ΚΓΠ από διοικητικής πλευράς. Η αποσύνδεση αντικατοπτρίζει τη βούληση να ενισχυθεί ο ρόλος της αγοράς για τον προσανατολισμό των γεωργικών παραγωγών και ο ρόλος του γεωργού ως επιχειρηματία: σε αυτή την περίπτωση οι αποφάσεις των γεωργών δεν θα εξαρτώνται πλέον από κρατικά κίνητρα, αλλά πρωτίστως από τις τιμές της αγοράς. Η Επιτροπή των Περιφερειών υποστηρίζει επίσης την αρχή της αποσύνδεσης ως μέθοδο προστασίας των δημόσιων οικονομικών τόσο της ΕΕ όσο και των κρατών μελών. Κατά την αποσύνδεση των άμεσων ενισχύσεων από την παραγωγή καλό θα ήταν να ληφθεί υπόψη η ανάγκη διατήρησης της γεωργικής απασχόλησης, προκειμένου να αποτραπεί η άνοδος της ανεργίας σε ορισμένες περιοχές. 4.2. Εντούτοις, η Επιτροπή των Περιφερειών επιθυμεί να επιστήσει την προσοχή στους δυνητικούς κινδύνους που ενέχει το προτεινόμενο σύστημα της αποσύνδεσης από την παραγωγή, δεδομένου ότι έτσι θα παγιώνονταν οι υφιστάμενες περιφερειακές ανισότητες. Εκτιμάται ότι η παρούσα πρόταση θα συνέβαλε στη διατήρηση της παρούσας κατάστασης, όπου οι γεωργοί με τη μεγαλύτερη παραγωγή λαμβάνουν σημαντικότερη ενίσχυση ανά εκτάριο από ό,τι εκείνοι που παράγουν λιγότερα προϊόντα. Η παροχή ενίσχυσης ανεξάρτητης από την παραγωγή ενδέχεται να στρεβλώσει τις συνθήκες ανταγωνισμού μεταξύ των γεωργών και να οδηγήσει στην αποσταθεροποίηση ορισμένων γεωργικών παραγωγών: τούτο θα συμβαίνει κάθε φορά που μία επιδοτούμενη γεωργική εκμετάλλευση θα έχει τη δυνατότητα - διατηρώντας την παρεχόμενη ενίσχυση - να εγκαταλείπει την προγενέστερη παραγωγή της για να επιδοθεί σε πιο προσοδοφόρες παραγωγές, θέτοντας σε κίνδυνο τις γεωργικές εκμεταλλεύσεις οι οποίες μέχρι τότε ασχολούνταν με τις εν λόγω παραγωγές χωρίς να λαμβάνουν κρατικές ενισχύσεις. 4.3. Το προτεινόμενο σύστημα ενδέχεται να εμπεριέχει ορισμένα μειονεκτήματα τα οποία χρήζουν περαιτέρω εξέτασης, όσον αφορά κυρίως τα εξής: - Η απόφαση των γεωργών να ασχοληθούν με νέες παραγωγές ενδέχεται να δημιουργήσει πλεονάζουσα παραγωγική ικανότητα σε ορισμένες ελάχιστα επιδοτούμενες αγορές, με συνέπεια τη μείωση των τιμών ή ακόμη και τον αφανισμό ορισμένων γεωργικών εκμεταλλεύσεων, γεγονός το οποίο παραδέχεται εξάλλου και η ίδια η Επιτροπή όταν αναφέρει (παράγραφος 2.5) ότι η αποσύνδεση των ενισχύσεων από την παραγωγή "... ενδέχεται επίσης να ωθήσει προς την παύση των δραστηριοτήτων σε ορισμένες απομακρυσμένες περιοχές". - Η διαφοροποίηση των γεωργικών παραγωγών μπορεί να δυσχεράνει τον ανεφοδιασμό ορισμένων κλάδων της βιομηχανίας γεωργικών προϊόντων διατροφής και να οδηγήσει σε μετεγκατάσταση επιχειρήσεων (παραδείγματος χάρη προς τα λιμάνια όπου φθάνουν τα εισαγόμενα γεωργικά προϊόντα) εις βάρος της δραστηριότητας στις αγροτικές περιοχές. - Το σύστημα αυτό δύναται να ευνοήσει την αύξηση της τιμής των γεωργικών γαιών, στις περιπτώσεις κατά τις οποίες η αναφορά στις "ιστορικές πληρωμές" θα δίνει δικαίωμα σε υψηλή ενιαία ενίσχυση: η συνακόλουθη πίεση επί της τιμής των γεωργικών ακινήτων υπάρχει κίνδυνος είτε να ενθαρρύνει τη συγκρότηση μεγάλων γεωργικών εκμεταλλεύσεων εις βάρος της εγκατάστασης νέων γεωργών είτε, αντίθετα, να επιταχύνει τα φαινόμενα υποτίμησης που διαπιστώνονται σε ορισμένες περιοχές. - Το νέο σύστημα δεν προβλέπει μηχανισμούς αντιστάθμισης ούτε ενίσχυσης για την ενσωμάτωση των νέων γεωργών. 4.4. Επιπλέον, η Επιτροπή των Περιφερειών διερωτάται σχετικά με την ορθότητα της προτεινόμενης μεθόδου υπολογισμού της ενιαίας εισοδηματικής ενίσχυσης, η οποία προβλέπεται να βασίζεται στο ύψος στο οποίο ανήλθε το σύνολο των ενισχύσεων που καταβλήθηκαν στη γεωργική εκμετάλλευση κατά το παρελθόν, σύμφωνα με μέθοδο που απομένει να προσδιορισθεί. Ως εκ τούτου, προκύπτουν τα ακόλουθα τρία ερωτήματα τα οποία χρήζουν ενδελεχέστερης εξέτασης: - Η εν λόγω αναφορά στα κεκτημένα δικαιώματα επιτρέπει να εξυπηρετήσει η ενιαία ενίσχυση τους στόχους της ΚΓΠ; - Επιτρέπεται το σύστημα αυτό να θίγει εκείνους οι οποίοι, έχοντας επιλέξει μια λιγότερο εντατική και περισσότερο αειφόρο μέθοδο παραγωγής, επιδοτούνταν λιγότερο; - Είναι λογικό να μην απαιτείται η παραμικρή δέσμευση εκ μέρους του δικαιούχου όσον αφορά την παραγωγή του; 4.5. Χωρίς να καταδικάζει εκ των προτέρων την αρχή της αποσύνδεσης από την παραγωγή, η Επιτροπή των Περιφερειών επιθυμεί πριν από τη λήψη οποιασδήποτε απόφασης να αξιολογηθούν προηγουμένως αυστηρά οι κίνδυνοι που προαναφέρθηκαν και να διερευνηθούν εκτενώς δυνητικοί τρόποι για την αποφυγή αυτής της εκτροπής. Το σύστημα που προτείνει η Επιτροπή ενδέχεται να παρουσιάζει ορισμένα μειονεκτήματα, τα οποία απαιτείται να εξετασθούν ενδελεχέστερα. 5.1. Η Επιτροπή των Περιφερειών λαμβάνει γνώση της πρότασης της Ευρωπαϊκής Επιτροπής περί καθιέρωσης συστήματος σταδιακής διαφοροποίησης των ενισχύσεων σε όλα τα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σε συνδυασμό με τον καθορισμό ανώτατου ορίου και την καθιέρωση ατέλειας. Ίσως τούτο να αποτελεί το ενδεδειγμένο μέσο για την άρση των ανισοτήτων του υφισταμένου συστήματος κατανομής των ενισχύσεων, σύμφωνα με το οποίο είκοσι τοις εκατό των γεωργικών εκμεταλλεύσεων μοιράζονται ογδόντα τοις εκατό της κοινοτικής συνεισφοράς. 5.2. Χάρη στην καθιέρωση ατέλειας δεν θα υπόκεινται στη σταδιακή μείωση των ενισχύσεων οι μικρότερες γεωργικές εκμεταλλεύσεις ή/και εκείνες που απασχολούν πολυάριθμο εργατικό δυναμικό. Η πρόταση αυτή ανταποκρίνεται εν μέρει σε αίτημα που έχει ήδη διατυπώσει η Επιτροπή των Περιφερειών (CdR 273/98 fin) για την προαγωγή της οικογενειακής γεωργικής εκμετάλλευσης και της απασχόλησης στις αγροτικές περιοχές. Επιπλέον, κρίνεται σκόπιμο να συνεκτιμηθεί η ιδιαίτερη διαρθρωτική κατάσταση της γεωργίας στις διάφορες περιφέρειες - η οποία διαμορφώνεται αναλόγως του μεγέθους των επιχειρήσεων - κυρίως για να αποτραπεί η απώλεια θέσεων εργασίας. Εντούτοις, τίθενται το εξής ερωτήματα: - Μήπως το ποσό της ατέλειας θα έπρεπε να είναι υψηλότερο; - Μήπως θα έπρεπε να παρασχεθεί πρόσθετη ατέλεια, ανερχόμενη έως και στο 100 % των ενισχύσεων, στους νέους γεωργούς, στις γεωργικές εκμεταλλεύσεις που βρίσκονται σε ορεινές και νησιωτικές περιοχές, καθώς και στις γεωργικές εκμεταλλεύσεις που ασχολούνται αποκλειστικά με την οικολογική γεωργία; - Μήπως απαιτείται να αυξηθεί το ποσοστό συγχρηματοδότησης για όλα τα μέτρα που λαμβάνονται στο πλαίσιο του Κανονισμού ΕΚ 1257/1999 στο 75 % για τις περιοχές εκτός στόχου 1 που δεν τυγχάνουν ενισχύσεων και στο 90 % για τις περιφέρεις του στόχου 1; 5.3. Κατά τη διαμόρφωση των προτάσεων της Ευρωπαϊκής Ένωσης σχετικά με το ανώτατο όριο των άμεσων ενισχύσεων πρέπει να ληφθεί υπόψη τόσο η ποικιλομορφία των γαιών όσο και το μέγεθος των γεωργικών εκμεταλλεύσεων εντός της επικράτειας των κρατών μελών. Η καθιέρωση ενιαίου ανώτατου ορίου, ανερχόμενου σε 300000 ευρώ για το σύνολο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σαφώς δεν είναι η καλύτερη δυνατή λύση. Τούτο ενδέχεται σε ορισμένες περιπτώσεις να ευνοήσει τη συγκέντρωση γεωργικών εκμεταλλεύσεων έως 800 ή 1000 εκτάρια (ha), καταργώντας την προϋπάρχουσα οικογενειακή διάρθρωση και σε ορισμένες άλλες περιπτώσεις, αντίθετα, να θέσει σε κίνδυνο την απασχόληση και την ανταγωνιστικότητα σημαντικών γεωργικών εκμεταλλεύσεων. 5.4. Η Επιτροπή των Περιφερειών επιθυμεί, κατά την εφαρμογή αυτών των κανόνων, να ληφθεί υπόψη η ποικιλομορφία των διαφόρων περιοχών. 6.1. Η Επιτροπή των Περιφερειών επικροτεί τις προτάσεις της Επιτροπής που αποσκοπούν στην εδραίωση και στην ενίσχυση της ανάπτυξης της υπαίθρου ως δεύτερου πυλώνα της ΚΓΠ. Επιδοκιμάζει τα νέα συνοδευτικά μέτρα με τα οποία επιδιώκεται η ενθάρρυνση των γεωργών να συμμετάσχουν στα προγράμματα εγγύησης της ποιότητας και πιστοποίησης, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που συνδέονται με τις προστατευόμενες γεωγραφικές ενδείξεις, τις ονομασίες προέλευσης, την καλή διαβίωση των ζώων, το περιβάλλον και τη βιολογική γεωργία. 6.2. Εντούτοις, εκφράζει τη λύπη της για το γεγονός ότι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αντιμετωπίζει την ανάπτυξη της υπαίθρου κυρίως ως προέκταση της γεωργικής δραστηριότητας. Στην πλειονότητα των αγροτικών περιοχών, η γεωργία δεν είναι πλέον η προεξάρχουσα δραστηριότητα: ο τουρισμός, η βιοτεχνία, ο τομέα των υπηρεσιών, οι μικρές βιομηχανικές εγκαταστάσεις, οι πολιτιστικές δραστηριότητες αποτελούν εφεξής μαζί με τη γεωργία συμπληρωματικά συστατικά στοιχεία μίας ολοκληρωμένης ανάπτυξης. Με βάση την εμπειρία που αποκτήθηκε από τα προγράμματα Leader, η Επιτροπή των Περιφερειών επιθυμεί να καθοριστούν διαδικασίες με στόχο την εφαρμογή των μέτρων για την ανάπτυξη της υπαίθρου στο πλαίσιο μία συνολικής στρατηγικής η οποία θα διαμορφώνεται σε κάθε περιοχή από τους ίδιους τους τοπικούς φορείς. Ευελπιστεί, επίσης, ότι θα καταστούν ελαστικότεροι κανόνες για τη χρήση του ΕΓΤΠΕ-τμήμα εγγυήσεων κατά τρόπο ώστε να παρασχεθεί στις αγροτικές περιοχές η δυνατότητα να καινοτομήσουν όσον αφορά το αναπτυξιακό τους σχέδιο. 7.1. Η Επιτροπή των Περιφερειών επιδοκιμάζει τους προσανατολισμούς που εκτίθενται στην ανακοίνωση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την προώθηση μεθόδων παραγωγής φιλικότερων προς το περιβάλλον. Επικροτεί ιδιαίτερα τα αυστηρότερα πρότυπα στον εν λόγω τομέα, το σύστημα ελέγχου από το οποίο εξαρτάται ουσιαστικά η καταβολή των ενισχύσεων για την τήρησή τους, καθώς και τις μεταβατικές ενισχύσεις προκειμένου να διευκολυνθεί η προσαρμογή των γεωργών. 7.2. Ωστόσο, η Επιτροπή των Περιφερειών ανησυχεί διότι θεωρεί δύσκολο να συνδυαστεί αρμονικά η τήρηση των περιβαλλοντικών προτύπων εκ μέρους των παραγωγών με την ανταγωνιστικότητά τους στη δική τους αγορά, σε ένα πλαίσιο απελευθέρωσης των συναλλαγών. Εκτιμά ότι η απτή εφαρμογή των κανόνων στον τομέα του περιβάλλοντος, της ασφάλειας των τροφίμων, των συνθηκών εργασίας ή της καλής διαβίωσης των ζώων χρήζει ιδιαίτερης προσοχής τόσο στο πλαίσιο του ΠΟΕ όσο και κατά την είσοδο των προϊόντων στην επικράτεια της Ευρωπαϊκής Ένωσης διότι, διαφορετικά, οι Ευρωπαίοι παραγωγοί θα θίγονταν χωρίς να υπάρξει καμία ουσιαστική επίδραση έναντι των σημαντικών οικολογικών ισορροπιών. 8.1. Τέλος, η Επιτροπή των Περιφερειών είναι της γνώμης ότι το μέλλον της ΚΓΠ απαιτείται να προσδιορισθεί εντός του γενικότερου πλαισίου των μεγάλων προκλήσεων τις οποίες καλείται να αντιμετωπίσει η Ευρωπαϊκή Ένωση. Η Ευρωπαϊκή Ένωση οφείλει να αναδειχθεί σε δύναμη ικανή να προασπίζει τις αξίες και τα συμφέροντά της σε παγκόσμια κλίμακα. 8.2. Ως δύναμη παγκοσμίου βεληνεκούς, η Ευρώπη πρέπει να επηρεάζει τους κανόνες που διέπουν τις διεθνείς συναλλαγές γεωργικών παραγωγών κατά τρόπο ώστε να προασπίζονται τα συμφέροντα και οι αξίες της. Στο πλαίσιο της νέας ΚΓΠ απαιτείται, υπό αυτό το πρίσμα, να συνεκτιμηθούν ρεαλιστικά τα νέα διεθνή δεδομένα που σχετίζονται με τη μονομερή στάση των Ηνωμένων Πολιτειών και να επιδιωχθεί η συγκρότηση ισόρροπου και δίκαιου συστήματος συναλλαγών με τις αναπτυσσόμενες χώρες. Αυτές οι δύο άρρηκτα συνδεδεμένες επιδιώξεις δεν προβάλλονται με αρκετή σαφήνεια στην ανακοίνωση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. 8.3. Η επικείμενη πλέον διεύρυνση της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν θα πρέπει να επιφέρει τη σταδιακή χαλάρωση του ευρωπαϊκού γεωργικού και κοινωνικού προτύπου σε μία μεγάλη ανοικτή αγορά χαρακτηριζόμενη από τη βαθμιαία εγκατάλειψη των κοινών πολιτικών. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή των Περιφερειών εκφράζει την ικανοποίησή της για τη βούληση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής να διατηρηθεί μια ισχυρή Κοινή Γεωργική Πολιτική. Εντούτοις, στην ανακοίνωσή της, η Επιτροπή δεν διευκρινίζει ούτε με ποιόν τρόπο οι γεωργοί των υποψηφίων προς ένταξη χωρών θα μπορέσουν να ανταποκριθούν τις απαιτήσεις ως προς την ανταγωνιστικότητα, την ποιότητα, την ανιχνευσιμότητα και την ασφάλεια των τροφίμων, αλλά ούτε και τις δυνητικές επιπτώσεις των προσαρμογών αυτών στις ενδιαφερόμενες χώρες. Η Επιτροπή των Περιφερειών θεωρεί αναγκαίο να διατηρηθούν οι απαιτήσεις ως προς την ασφάλεια των τροφίμων και την καλή διαβίωση των ζώων, ακόμη και στη διευρυμένη ΕΕ. Σε αυτή την περίπτωση, όμως, τίθεται το ζήτημα της κοινωνικής και εδαφικής συνοχής και, άρα, απομένει ακόμη να επιχειρηθεί μία ισόρροπη αξιολόγηση των θετικών ή/και των αρνητικών επιπτώσεων της ΚΓΠ στη συνολική επικράτεια της διευρυμένης Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η Επιτροπή των Περιφερειών επιθυμεί να διευκρινίσει η Επιτροπή στην πρότασή της τι είδους στήριξη θα παρασχεθεί στους γεωργούς των υποψηφίων προς ένταξη χωρών για να μπορέσουν να ανταποκριθούν σταδιακά στις εν λόγω απαιτήσεις. 8.4. Εν κατακλείδι, η Επιτροπή των Περιφερειών λυπάται διότι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δεν συσχετίζει τη μεταρρύθμιση της ΚΓΠ με την περιφερειακή πολιτική, γεγονός το οποίο συνδέεται με την ελλιπή ανάλυση του αντικτύπου των προτεινόμενων μέτρων στις διάφορες περιοχές. Η παρούσα συγκυρία, κατά την οποία διενεργείται εκ παραλλήλου δημόσια συζήτηση για τις δύο πιο βαρύνουσες κοινοτικές πολιτικές, πρέπει να αξιοποιηθεί για την συμπληρωματική προσέγγισή τους ούτως ώστε να μην εκληφθεί καμία εκ των δύο ως μεταβλητή για την προσαρμογή της άλλης. 9.1. Η Επιτροπή των Περιφερειών δεν θεώρησε δυνατό να εξετασθούν στην παρούσα γνωμοδότηση τα ιδιαίτερα προβλήματα που θέτει η οργάνωση της αγοράς σε εκάστη των μεγάλων γεωργικών παραγωγών. Αφενός, το προβλεπόμενο χρονοδιάγραμμα δεν θα της επέτρεπε να διαβουλευθεί κατά τρόπο εποικοδομητικό με τους διαφόρους εταίρους και, αφετέρου, προτίμησε την κατά προτεραιότητα εξέταση των σημαντικών προσανατολισμών της μεταρρύθμισης και, εάν ήταν απαραίτητο, την αποσαφήνισή τους. Ευελπιστεί ότι, εν καιρώ, θα ζητηθεί η γνώμη της σχετικά με τα συγκεκριμένα μέτρα που θα προταθούν. 9.2. Τέλος η Επιτροπή των Περιφερειών εκφράζει την έκπληξή της για την απουσία οποιασδήποτε αναφοράς στην περιφερειακή διάσταση της Κοινής Γεωργικής Πολιτικής. Η εν λόγω παράλειψη καθίσταται ακόμη περισσότερο επιζήμια εξαιτίας του γεγονότος ότι η ΚΓΠ αποκτά ολοένα και πιο διαρθρωτική διάσταση που αφορά άμεσα τις περιφερειακές αρχές, οι οποίες και καλούνται ολοένα και περισσότερο να συμμετάσχουν στη χρηματοδότηση ορισμένων συνοδευτικών μέτρων στο γεωργικό τομέα. Συνεπώς, η Επιτροπή των Περιφερειών ζητά από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή να υποβάλει προτάσεις στον εν λόγω τομέα προκειμένου οι τοπικές και περιφερειακές αρχές να μπορέσουν να καταλάβουν τη θέση που τους αρμόζει και να διαδραματίσουν το ρόλο που τους αναλογεί, κυρίως δε για την αντιστάθμιση των διαρθρωτικών μειονεκτημάτων που αντιμετωπίζουν ορισμένες περιφέρειες της Ευρωπαϊκής Ένωσης λόγω του ορεινού ή του νησιωτικού χαρακτήρα τους. 9.3. Εντούτοις, σε αυτό το στάδιο, η Επιτροπή των Περιφερειών εμμένει στην ανάγκη συνεκτίμησης, κατά την εφαρμογή της ΚΓΠ, της ποικιλομορφίας των διαφόρων περιοχών, πολιτισμών και μεθόδων παραγωγής στην Ευρωπαϊκή Ένωση: ο στόχος της συνοχής που επιβάλλεται από τη Συνθήκη συνιστά την προσαρμογή των κοινοτικών κανόνων στην προαναφερθείσα ποικιλομορφία, προκειμένου να περιορισθούν οι διαφορές μεταξύ των επιπέδων ανάπτυξης και καθυστέρησης των λιγότερο ευνοημένων περιφερειών ή νήσων. Καλό θα ήταν να παραχωρηθεί μια θέση την οποία δεν κατέχουν στο παρόν σχέδιο, στις ακόλουθες παραγωγές: - στις σκανδιναβικές ή στις μεσογειακές γεωργικές παραγωγές, - στις παραγωγές περιφερειών που αντιμετωπίζουν μόνιμα διαρθρωτικά μειονεκτήματα του ορεινού ή του νησιωτικού χαρακτήρα τους. Απαιτείται αναμφίβολα να αναγνωρισθεί ότι, στην περίπτωση ορισμένων παραγωγών, η ρύθμιση από την αγορά δεν θα καταστήσει δυνατή την επίτευξη των στόχων της ΚΓΠ και να μην προεξοφληθεί η παράκαμψη των μηχανισμών που χρησιμοποιούνται σήμερα, π.χ. για τη ζάχαρη και το γάλα. 9.4. Η Επιτροπή των Περιφερειών πιστεύει ότι η βιώσιμη ανάπτυξη της υπαίθρου μπορεί να επιτευχθεί παρά μόνον με την πλήρη συμμετοχή των τοπικών και περιφερειακών αρχών στη λεπτομερή εφαρμογή των τελικών μεταρρυθμίσεων. Η ενδιάμεση επανεξέταση είναι μια καλή αρχή ενόψει της μεταρρύθμισης της ΚΓΠ, εφόσον αναγνωρισθεί ότι η στήριξη της γεωργίας πρέπει να συνδυασθεί με σαφή μέτρα για την προαγωγή μιας δυναμικής υπαίθρου. Η μεταρρύθμιση της ΚΓΠ είναι ζωτική για το μέλλον της διευρυμένης Ευρώπης. Η Επιτροπή των Περιφερειών αναγνωρίζει, επίσης, ότι είναι σημαντικό να ληφθούν τα ενδεδειγμένα μέτρα και όχι να επιτευχθεί συμφωνία για ημίμετρα. 9.5. Σύμφωνα με την άποψη της Επιτροπής των Περιφερειών, στο πλαίσιο της δημόσιας συζήτησης που διενεργείται, επιβάλλεται να αποφευχθεί κάθε δογματισμός προκειμένου να επιτευχθεί εν τέλει ισορροπία ανάμεσα σε μια ρύθμιση από την αγορά και σε μια δημόσια ρύθμιση σε κοινοτική κλίμακα, χωρίς την οποία το ευρωπαϊκό γεωργικό πρότυπο θα κινδύνευε. Η πρόκληση είναι επαρκώς σημαντική προκειμένου να της διαθέσουν οι εταίροι της Ευρωπαϊκής Ένωσης όλον τον απαιτούμενο χρόνο. 9.6. Ως προς τούτο, η Επιτροπή των Περιφερειών εκφράζει την ικανοποίησή της για το γεγονός ότι το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο που πραγματοποιήθηκε στις Βρυξέλλες στις 24 και 25 Οκτωβρίου 2002 δεν έθεσε υπό αμφισβήτηση ούτε την αναγκαιότητα ούτε τους βασικούς στόχους μίας εις βάθος μεταρρύθμισης της Κοινής Γεωργικής Πολιτικής. Διαπιστώνει, δε, τη βούληση του Συμβουλίου να αντιμετωπίσει το μέλλον της γεωργίας σύμφωνα με μακροπρόθεσμη θεώρηση (2013) και χαιρετίζει την επαναβεβαίωση ότι απαιτείται η διατήρηση μίας πολυλειτουργικής γεωργίας σε όλες τις περιφέρειες της Ευρώπης και η συνεκτίμηση των αναγκών των γεωργών στις μειονεκτικές περιοχές. Η Επιτροπή των Περιφερειών εύχεται το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο να αξιοποιήσει το χρονικό διάστημα που καθόρισε ως αναγκαίο για την επιτυχή έκβαση της μεταρρύθμισης αυτής, προκειμένου να διερευνηθούν περαιτέρω οι επιπτώσεις της αποσύνδεσης των ενισχύσεων από την παραγωγή, να ληφθεί υπόψη η ποικιλομορφία των γεωργών στις περιφέρειες της Ευρώπης κατά τη διαφοροποίηση των ενισχύσεων και να εξευρεθούν τα μέσα χρηματοδότησης της ανάπτυξης της υπαίθρου η οποία είναι απολύτως αναγκαία για την εδαφική συνοχή του ευρωπαϊκής επικράτειας. Η Επιτροπή των Περιφερειών εκφράζει, τέλος, την επιθυμία να ενημερώνεται σχετικά με την πρόοδο των εργασιών της Επιτροπής όσον αφορά τη μεταρρύθμιση της ΚΓΠ και να ζητείται η γνώμη της επί των νομοθετικών προτάσεων που θα κληθεί να υποβάλει. Βρυξέλλες, 20 Νοεμβρίου 2002. Ο Πρόεδρος της Επιτροπής των Περιφερειών Albert Bore (1) ΕΕ C 93 της 6.4.1999, σ. 1.