Πρόταση απόφασης του Συμβουλίου σχετικά με την αντίρρηση εξ ονόματος της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Ατομικής Ενέργειας σε επιφύλαξη που διατύπωσε η Ισλαμική Δημοκρατία του Πακιστάν κατά την προσχώρησή της στη Σύμβαση για τη φυσική πρόστασια του πυρηνικού υλικού /* COM/2001/0583 τελικό */
Πρόταση ΑΠΟΦΑΣΗΣ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ σχετικά με την αντίρρηση εξ ονόματος της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Ατομικής Ενέργειας σε επιφύλαξη που διατύπωσε η Ισλαμική Δημοκρατία του Πακιστάν κατά την προσχώρησή της στη Σύμβαση για τη φυσική προστασία του πυρηνικού υλικού (υποβληθείσα από την Επιτροπή) ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ Στις 20 Oκτωβρίου 2000, ο Γενικός Διευθυντής της Διεθνούς Υπηρεσίας Ατομικής Ενέργειας, ενεργώντας υπό την ιδιότητά του ως θεματοφύλακας, ανακοίνωσε ότι στις 12 Σεπτεμβρίου 2000 η Ισλαμική Δημοκρατία του Πακιστάν κατέθεσε την πράξη προσχώρησής της στη Σύμβαση για τη φυσική προστασία του πυρηνικού υλικού και ότι η Σύμβαση τέθηκε σε ισχύ στο Πακιστάν στις 12 Oκτωβρίου 2000. Όλα τα κράτη μέλη της ΕΕ και της Ευρατόμ είναι συμβαλλόμενα μέρη της Σύμβασης. Η πράξη κατατέθηκε από το Πακιστάν μαζί με δήλωσή του όπου αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ότι το Πακιστάν "δεν κρίνει ότι δεσμεύεται από το άρθρο 2 παράγραφος 2, καθόσον η διάταξη αφορά την εγχώρια χρήση, αποθήκευση και μεταφορά πυρηνικού υλικού που είναι πέραν του πεδίου εφαρμογής της εν λόγω Σύμβασης". Στο άρθρο 2, παράγραφος 2 ορίζεται ότι η Σύμβαση ισχύει, εκτός ορισμένων εξαιρέσεων, και για το πυρηνικό υλικό που χρησιμοποιείται για ειρηνικούς σκοπούς κατά την εγχώρια χρήση, αποθήκευση και μεταφορά. Συνεπεία της δήλωσης, η υποχρέωση που έχει μια χώρα μέλος με βάση τη Σύμβαση να παρέχει τη μέγιστη δυνατή συνεργασία και συνδρομή σε οιαδήποτε χώρα που τη ζητεί για την ανάκτηση και προστασία κλαπέντος ή άλλως παράνομα αποκτηθέντος υλικού δεν θα ισχύει για το Πακιστάν, εφόσον πρόκειται για πυρηνικό υλικό εγχώριας χρήσης. Επίσης, οι σημαντικές διατάξεις που απαιτούνται βάσει του άρθρου 7 της Σύμβασης δεν θα πρέπει να εφαρμοσθούν από το Πακιστάν σε περίπτωση παραβάσεων όσον αφορά το πυρηνικό υλικό που χρησιμοποιείται για ειρηνικούς σκοπούς κατά την εγχώρια χρήση, αποθήκευση και μεταφορά. Όντως, βάσει του άρθρου 7 της Σύμβασης, παραβάσεις όπως η παράνομη κατοχή, χρήση, μεταφορά, μετατροπή, εκχώρηση ή διάθεση του πυρηνικού υλικού που μπορεί να προκαλέσει σοβαρό τραυματισμό ή ζημία, η κλοπή ή η παράνομη απόκτηση πυρηνικού υλικού, πρέπει να καταστούν αξιόποινες από το Πακιστάν βάσει της εθνικής του νομοθεσίας. Η εφαρμογή της επιφύλαξης θα σήμαινε ότι δεν θα είναι πλέον υποχρεωτική η ισχύς των διατακτικών άρθρων της Σύμβασης που αφορούν τις υποχρεώσεις συνεργασίας και συνδρομής βάσει του άρθρου 5, παράγραφοι 1 και 2, καθώς και την ποινικοποίηση ορισμένων παραβάσεων και το μετριασμό των συνεπακόλουθων ενδεχόμενων κινδύνων όσον αφορά το πυρηνικό υλικό εγχώριας χρήσης στο Πακιστάν. Ωστόσο, η δέσμευση μιας χώρας μέλους προς τις υποχρεώσεις αυτές είναι ουσιαστικό μέρος του αντικειμένου και του σκοπού της Σύμβασης. Αυτό είναι επίσης σαφές και στο προοίμιο, όπου δηλώνεται συγκεκριμένα ότι ένας από τους σημαντικούς στόχους της Σύμβασης είναι να αποσοβούνται οι ενδεχόμενοι κίνδυνοι από την παράνομη απόκτηση και χρήση πυρηνικού υλικού και ότι χρειάζεται επειγόντως να ληφθούν κατάλληλα και αποτελεσματικά μέτρα για τη δίωξη των παραβάσεων αυτών. Επιπλέον, σε άλλη παράγραφο του προοιμίου τονίζεται η σημασία της φυσικής προστασίας του πυρηνικού υλικού σε εγχώρια χρήση, αποθήκευση και μεταφορά. Επομένως, μολονότι η Σύμβαση δεν απαγορεύει τη διατύπωση ειδικών ή γενικών επιφυλάξεων, σε αυτή τη βάση, τα κράτη μέλη της ΕΕ και της Ευρατόμ, ως συμβαλλόμενα μέρη της Σύμβασης, οφείλουν να αντιτεθούν στην επιφύλαξη του Πακιστάν διότι αυτή είναι ασυμβίβαστη με το αντικείμενο και το σκοπό της Σύμβασης και κάθε συμβαλλόμενο μέρος πρέπει να εκφράσει αντίρρηση μεμονωμένα. Στο πλαίσιο αυτό, για να έχουν οι αντιρρήσεις το επιθυμητό νομικό αποτέλεσμα, είναι σημαντικό να υποβληθούν το αργότερο έως τις 20 Oκτωβρίου 2001 [1]. [1] Η ημερομηνία επιβεβαιώθηκε από τη Διεθνή Υπηρεσία Ατομικής Ενέργειας που ενεργεί ως θεματοφύλακας. σύμφωνα με το άρθρο 20 παράγραφος 5 της Σύμβασης της Βιέννης περί του νόμου των συνθηκών, μια επιφύλαξη θεωρείται ότι έχει γίνει δεκτή εφόσον δεν υπάρξει αντίρρηση έως το τέλος της περιόδου δώδεκα μηνών από την κοινοποίηση της επιφύλαξης. Με βάση τη συνθήκη Ευρατόμ, και ιδίως το άρθρο 101, δεύτερη παράγραφος, η Επιτροπή εξουσιοδοτείται να εγείρει αντίρρηση εξ ονόματος της Ευρατόμ μόνον κατόπιν έγκρισης του Συμβουλίου. Η Επιτροπή προτείνει να εκδώσει το Συμβούλιο σε εύθετο χρόνο τη συνημμένη απόφαση, σύμφωνα με την οποία εξουσιοδοτείται η Επιτροπή να εγείρει αντίρρηση εξ ονόματος της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Ατομικής Ενέργειας στην προαναφερθείσα επιφύλαξη που διατύπωσε η Ισλαμική Δημοκρατία του Πακιστάν. Πρόταση ΑΠΟΦΑΣΗΣ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ σχετικά με την αντίρρηση εξ ονόματος της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Ατομικής Ενέργειας σε επιφύλαξη που διατύπωσε η Ισλαμική Δημοκρατία του Πακιστάν κατά την προσχώρησή της στη Σύμβαση για τη φυσική προστασία του πυρηνικού υλικού TΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ, Έχοντας υπόψη: τη συνθήκη ίδυσης της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Ατομικής Ενέργειας, και ιδίως το άρθρο 101, δεύτερη παράγραφος, την πρόταση της Επιτροπής [2], [2] ΕΕ C ..., ..., σ. ... Εκτιμώντας τα εξής: (1) Η Ευρωπαϊκή Κοινότητα Ατομικής Ενέργειας είναι συμβαλλόμενο μέρος της Σύμβασης για τη φυσική προστασία του πυρηνικού υλικού. (2) Η Ισλαμική Δημοκρατία του Πακιστάν, κατά την προσχώρησή της στη Σύμβαση στις 12 Σεπτεμβρίου 2000, διατύπωσε την επιφύλαξη, μεταξύ άλλων, ότι δεν δεσμεύεται από το άρθρο 2, παράγραφος 2 της Σύμβασης. (3) Η εν λόγω επιφύλαξη εγείρει αμφιβολίες όσον αφορά την πλήρη δέσμευση της Ισλαμικής Δημοκρατίας του Πακιστάν από το αντικείμενο και το σκοπό της Σύμβασης. ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ: Άρθρο 1 Με την παρούσα απόφαση εξουσιοδοτείται η Επιτροπή να υποβάλει, εξ ονόματος της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Ατομικής Ενέργειας, το συνημμένο κείμενο στο Γενικό Διευθυντή της Διεθνούς Υπηρεσίας Ατομικής Ενέργειας, ως θεματοφύλακα της Σύμβασης για τη φυσική προστασία του πυρηνικού υλικού, προκειμένου να εγείρει αντίρρηση στην επιφύλαξη που διατύπωσε η Ισλαμική Δημοκρατία του Πακιστάν για το άρθρο 2, πράγραφος 2, κατά την προσχώρησή της στην προαναφερθείσα Σύμβαση στις 12 Σεπτεμβρίου 2000. Bρυξέλλες, Για το Συμβούλιο Ο Πρόεδρος ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Η Ευρωπαϊκή Κοινότητα Ατομικής Ενέργειας εξέτασε προσεκτικά τη δήλωση στην οποία προέβη η Ισλαμική Δημοκρατία του Πακιστάν κατά την προσχώρησή της στη Σύμβαση για τη φυσική προστασία του πυρηνικού υλικού, σχετικά με το άρθρο 2, παράγραφος 2. Η Ευρωπαϊκή Κοινότητα Ατομικής Ενέργειας αντιτίθεται στην προαναφερθείσα επιφύλαξη της κυβέρνησης τής Ισλαμικής Δημοκρατίας του Πακιστάν σχετικά με τη Σύμβαση για τη φυσική προστασία του πυρηνικού υλικού, η οποία θέτει υπό αμφισβήτηση τη δέσμευση του Πακιστάν από το αντικείμενο και το σκοπό της Σύμβασης. Η παρούσα αντίρρηση δεν εμποδίζει την έναρξη ισχύος της Σύμβασης μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Ατομικής Ενέργειας και της Ισλαμικής Δημοκρατίας του Πακιστάν.