Πρόταση οδηγίας του Συμβουλίου περί τροποποίησης της οδηγίας 1999/29/ΕΚ του Συμβουλίου σχετικά με τις ανεπιθύμητες ουσίες και προϊόντα στη διατροφή των ζώων /* COM/2001/0493 τελικό */
Επίσημη Εφημερίδα αριθ. 332 E της 27/11/2001 σ. 0242 - 0246
Πρόταση ΟΔΗΓΙΑΣ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ περί τροποποίησης της οδηγίας 1999/29/ΕΚ του Συμβουλίου σχετικά με τις ανεπιθύμητες ουσίες και προϊόντα στη διατροφή των ζώων (υποβληθείσα από την Επιτροπή) ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ Η παρούσα πρόταση οδηγίας αποτελεί μέρος μιας γενικότερης στρατηγικής για τη μείωση της παρουσίας διοξινών, φουρανίων και πολυχλωροδιφαινυλίων (PCB) στο περιβάλλον, στα τρόφιμα και στις ζωοτροφές. Στόχος της είναι ο καθορισμός ανώτατων ορίων διοξινών και φουρανίων σε ορισμένα είδη πρώτες ύλες ζωοτροφών και ζωοτροφές. Η μόλυνση ζωοτροφών και τροφίμων από διοξίνες, φουράνια και πολυχλωροδιφαινύλια (PCB) αποτελεί κίνδυνο για τη δημόσια υγεία. Συνεπώς, πρέπει να ληφθούν μέτρα για τη μείωση του επιπέδου τους μόλυνσης. Στο Λευκό Βιβλίο για την ασφάλεια των τροφίμων (COM(1999)719 της 12ης Ιανουαρίου 2000) η Επιτροπή επεσήμανε την ανάγκη καθορισμού ανωτάτων επιπέδων για τις διοξίνες σε όλη την αλυσίδα από τις ζωοτροφές έως τα τρόφιμα. Κατά τη συνεδρίαση του στη Feira τον Ιούνιο του 2000, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο ανέθεσε στην Επιτροπή να προτείνει εναρμονισμένους κανόνες για τις προσμείξεις, ιδίως σχετικά με τις διοξίνες. Tο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο στην συνεδρίαση του ολομέλειας στις 4 Oκτωβρίου 2000 κάλεσε την Επιτροπή να καθορίσει ανώτατα όρια για τις διοξίνες και τα PCB σε όλες τις ζωοτροφές. Δόθηκε προτεραιότητα στην επιστημονική βάση για τον καθορισμό αυτών των επιπέδων. Η Επιτροπή ζήτησε από την επιστημονική επιτροπή τροφίμων (ΕΕΤ) και την επιστημονική επιτροπή για τη διατροφή των ζώων (ΕΕΔΖ) να αξιολογήσουν τους κινδύνους για τη δημόσια υγεία από την παρουσία διοξινών και πολυχλωροδιφαινυλίων στα τρόφιμα και στις ζωοτροφές. Στο πλαίσιο αυτό συμπεριλαμβάνεται και η αξιολόγηση της πρόσληψης διοξινών και πολυχλωροδιφαινυλίων μέσω της διατροφής από τον πληθυσμό της ΕΕ, εντοπίζοντας τα τρόφιμα που συμβάλλουν περισσότερο. Η ΕΕΤ γνωμοδότησε στις 22 Nοεμβρίου 2000 και η ΕΕΔΖ στις 6 Noεμβρίου 2000. Η ΕΕΤ αναθεώρησε τη γνωμοδότησή της στις 30 Mαΐου 2001, με βάση νέες επιστημονικές πληροφορίες που προέκυψαν μετά την έγκριση της αρχικής γνωμοδότησής της. Η ΕΕΤ καθόρισε ως όριο ανεκτής εβδομαδιαίας πρόσληψης (ΑΕΠ) 14 πικογραμμάρια ανά κιλό σωματικού βάρους εβδομαδιαίως. Ο αριθμός αυτός ανταποκρίνεται στο προσωρινό όριο ανεκτής μηνιαίας πρόσληψης 70 pg/kg σωματικού βάρους/μήνα που καθορίστηκε από την μικτή επιτροπή εμπειρογνωμόνων FAO/ΠΟΥ για τα πρόσθετα τροφίμων (ΜΕΕΠΤ) στη συνεδρίαση της στις αρχές Ιουνίου 2001. Η ΕΕΤ κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο μέσος όρος πρόσληψης διοξινών και παρομοίων με τις διοξίνες πολυχλωροδιφαινυλίων για τον άνθρωπο στις ευρωπαϊκές χώρες υπολογίστηκε ότι ανέρχεται στα 1,2 έως 3,0 pg/kg σωματικού βάρους ημερησίως. Αυτό σημαίνει ότι ένα σημαντικό ποσοστό του ευρωπαϊκού πληθυσμού υπερβαίνει ακόμη το όριο που θεωρείται ανεκτό από τοξικολογική άποψη. Η ΕΕΤ δηλώνει ότι αυτό δεν συνεπάγεται αναγκαστικά ότι υπάρχει αξιόλογος κίνδυνος για την υγεία των ατόμων, επειδή η ανεκτή εβδομαδιαία πρόσληψη συμπεριλαμβάνει ήδη έναν συντελεστή ασφαλείας. Ωστόσο, η υπέρβαση αυτού του ορίου πρόσληψης οδηγεί στη διάβρωση της προστασίας που εμπεριέχει ο συντελεστής ασφάλειας. Η διάδοση των διοξινών, των φουρανίων και των παρόμοιων με τις διοξίνες πολυχλωροδιφαινυλίων σε όλο το περιβάλλον προκαλεί βασική μόλυνση η οποία επηρεάζει όλα τα χερσαία φυτά που χρησιμεύουν στην απ' ευθείας βοσκή ή ως υλικά ζωοτροφών στην εκτροφή ζώων καθώς και στην τροφική αλυσίδα υδροβίων. Tο ίδιο ισχύει και για το έδαφος, το οποίο ενδέχεται να μολύνει τα υλικά ζωοτροφών ή να προσληφθεί απευθείας από τα ζώα. Εκτός από τη βασική μόλυνση, άμεση τυχαία μόλυνση των υλικών ζωοτροφών είναι δυνατόν να προκύψει από την εναπόθεση αποβλήτων διοξίνης που προέρχονται από βιομηχανικές δραστηριότητες, από τη μόλυνση των υλικών ζωοτροφών κατά την παραγωγή τους, την επεξεργασία τους και τη μεταφορά τους, καθώς και από παράνομες πρακτικές και από σφάλματα χειρισμού κατά την παραγωγή ζωοτροφών. Η ΕΕΔΖ διαπίστωσε ότι το ιχθυάλευρο και το ιχθυέλαιο είναι τα πιο σοβαρά μολυσμένα υλικά ζωοτροφών, μεταξύ των οποίων τα προϊόντα ευρωπαϊκής προέλευσης είναι τα πιο σοβαρά μολυσμένα. Το ζωικό λίπος διαπιστώθηκε ότι είναι το επόμενο πιο σοβαρά μολυσμένο υλικό. Όλα τα άλλα υλικά ζωοτροφών ζωικής ή φυτικής προέλευσης έχουν σχετικά χαμηλά επίπεδα μόλυνσης από διοξίνες. Οι ακατέργαστες ύλες παρουσίασαν ευρύ φάσμα μόλυνσης με διοξίνες ανάλογα με την τοποθεσία, το βαθμό μόλυνσης του εδάφους και την έκθεση σε πηγές ρύπανσης του αέρος. Η ΕΕΔΖ συνέστησε ότι πρέπει να εφαρμοστούν μέτρα με στόχο τη μείωση της παρουσίας και της μόλυνσης του περιβάλλοντος με διοξίνες για να μειωθεί ο αντίκτυπος της ρύπανσης του περιβάλλοντος στη μόλυνση των υλικών ζωοτροφών. Η ΕΕΔΖ συνέστησε επιπλέον, μεταξύ άλλων, ότι η έμφαση πρέπει να τεθεί στη μείωση του αντίκτυπου των πιο μολυσμένων υλικών ζωοτροφών στη συνολική μόλυνση της διατροφής. Η ανθρώπινη έκθεση οφείλεται κυρίως στα τρόφιμα (>90 %). Λαμβάνοντας υπόψη τις μέσες καταναλωτικές συνήθειες τα τρόφιμα ζωικής προέλευσης συμβάλλουν περίπου κατά 90 % στην πρόσληψη μέσω των τροφίμων (δηλαδή σχεδόν το 80 % της συνολικής έκθεσης των ανθρώπων σε διοξίνες). Οι διοξίνες στα τρόφιμα ζωικής προέλευσης προέρχονται από ζωοτροφές. Η μόλυνση ζωοτροφών και τροφίμων μπορεί να προκαλείται από τη μόλυνση του περιβάλλοντος. Συνεπώς χρειάζεται μια συνεκτική στρατηγική για τη μείωση της παρουσίας διοξινών στο περιβάλλον, στις ζωοτροφές και στα τρόφιμα. Τα μέτρα για τον περιορισμό ή την εξάλειψη της εκπομπής διοξινών στο περιβάλλον μέσω μέτρων κατευθυνόμενων στην πηγή είναι πολύ σημαντικά για τη μείωση της συνολικής μόλυνσης από διοξίνες. Αυτά τα μέτρα θα εξεταστούν σε μια ανακοίνωση της Επιτροπής προς το Συμβούλιο, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και την Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή σχετικά με την κοινοτική στρατηγική για τις διοξίνες, τα φουράνια και τα πολυχλωροδιφαινύλια. Η ανακοίνωση αυτή αναμένεται να υποβληθεί από την Επιτροπή το φθινόπωρο του 2001. Η στρατηγική αυτή θα επικεντρωθεί στις εξής δύο πτυχές: * όσον αφορά το περιβάλλον, θα επικεντρωθεί στα τρέχοντα και μελλοντικά μέτρα για τη μείωση της έκλυσης διοξινών στο περιβάλλον; * όσον αφορά τις ζωοτροφές και τα τρόφιμα, θα εξεταστεί κυρίως ο τρόπος μείωσης της παρουσίας διοξινών στις ζωοτροφές και συνεπώς στα τρόφιμα, έτσι ώστε να επιτευχθούν τα επίπεδα-στόχοι και με τον τρόπο αυτό να μειωθεί η έκθεση των ανθρώπων σε διοξίνες κάτω από την ΑΕΠ (Ανεκτή Εβδομαδιαία Πρόσληψη) που καθόρισε η ΕΕΤ. Ωστόσο, χρειάζεται να ληφθούν ήδη μέτρα στο επίπεδο της αλυσίδας τροφίμων και ζωοτροφών για να περιοριστεί η παρουσία των διοξινών σε τρόφιμα και ζωοτροφές. Tα προτεινόμενα μέτρα σχετικά με τις ζωοτροφές αποτελούνται από τρία μέρη: - πρώτο, τον καθορισμό ανώτατων επιπέδων, λαμβάνοντας υπόψη την τρέχουσα βασική μόλυνση, σε αυστηρό αλλά εφικτό επίπεδο; - δεύτερο, τον καθορισμό επιπέδων δράσης που θα χρησιμεύσουν ως μέσο για την "έγκαιρη προειδοποίηση" που θα αποτελέσει το μοχλό για μια προενεργή προσέγγιση από τις αρμόδιες αρχές και τις επιχειρήσεις προκειμένου να εντοπιστούν οι πηγές και οι δίαυλοι μόλυνσης και να ληφθούν μέτρα για την εξάλειψή τους; - τρίτο, τον καθορισμό επιπέδων-στόχων, τα οποία είναι τα επίπεδα που πρέπει να επιτευχθούν προκειμένου να φθάσει η έκθεση της πλειονότητας του ευρωπαϊκού πληθυσμού κάτω από την ανεκτή εβδομαδιαία πρόσληψη που καθορίστηκε από την ΕΕΤ. Όσον αφορά το πρώτο μέρος, η Επιτροπή προτείνει να καθοριστούν ανώτατα επίπεδα στα τρόφιμα, λαμβάνοντας υπόψη την σημερινή βασική μόλυνση. Τα εναρμονισμένα ανώτατα επίπεδα είναι ένα αναγκαίο εργαλείο για τη διαχείριση και την εξασφάλιση ενιαίας εφαρμογής σε όλη την ΕΕ. Προκειμένου να εξασφαλιστεί ότι όλες οι επιχειρήσεις στην αλυσίδα τροφίμων και ζωοτροφών θα συνεχίσουν να καταβάλουν προσπάθειες και να λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα για τη μείωση της παρουσίας διοξινών στις ζωοτροφές και τα τρόφιμα, προβλέπεται μια ρήτρα αναθεώρησης με το σκοπό να καθοριστούν κατώτερα επίπεδα μέχρι το έτος 2006. Από τοξικολογική άποψη, τα ανώτατα επίπεδα πρέπει να περιλαμβάνουν διοξίνες και παρόμοια με τις διοξίνες πολυχλωροδιφαινύλια. Ωστόσο, επειδή τα δεδομένα σχετικά με την εμφάνιση των παρομοίων με διοξίνες PCB είναι ακόμη πολύ περιορισμένα, η προσέγγιση αυτή μπορεί να οδηγήσει σε μη ρεαλιστικά ανώτατα επίπεδα. αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι η συμβολή των παρομοίων με διοξίνες PCB στο συνολικό φορτίο μόλυνσης κυμαίνεται ανάλογα με τα διαθέσιμα περιορισμένα δεδομένα. Αλλά η έλλειψη άμεσης αντίδρασης για τα παρόμοια με διοξίνες PCB δεν πρέπει να εμποδίζει την άμεση λήψη μέτρων για τις διοξίνες και τα φουράνια. Συνεπώς προτείνονται μέτρα για τις διοξίνες και τα φουράνια, εν αναμονή πιο συνεκτικών δεδομένων για τα παρόμοια με διοξίνες PCB σε συνδυασμό με μια προενεργή προσέγγιση για την απόκτηση αυτών των δεδομένων. Το δεύτερο μέρος συνίσταται στον καθορισμό επιπέδων δράσης με σκοπό να αποτελέσουν το έναυσμα για μια προενεργή προσέγγιση από τις αρμόδιες αρχές και τις επιχειρήσεις προκειμένου να εντοπιστούν οι πηγές και οι δίαυλοι μόλυνσης και να ληφθούν τα μέτρα για την εξάλειψή τους. Πράγματι, η μόνιμη παρακολούθηση της παρουσίας διοξινών και πολυχλωροδιφαινυλίων στις ζωοτροφές και τα τρόφιμα σε όλη την ΕΕ είναι αναγκαία. Σε περίπτωση αφύσικης αύξησης των επιπέδων διοξίνης και παρομοίων με τις διοξίνες PCB, πρέπει να εντοπιστούν οι πηγές και/ή οι δίαυλοι μόλυνσης. Όταν εντοπιστούν, πρέπει να οριστούν και να εφαρμοστούν μέτρα για την πρόληψη ή τη μείωση μελλοντικής μόλυνσης από αυτές τις πηγές. To τρίτο μέρος των μέτρων αφορά τον μελλοντικό καθορισμό επιπέδων-στόχων. Αυτά τα επίπεδα-στόχοι θα είναι τα επίπεδα που πρέπει να επιτευχθούν προκειμένου να φθάσει η έκθεση της πλειονότητας του ευρωπαϊκού πληθυσμού κάτω από την Ανεκτή Εβδομαδιαία Πρόσληψη που συνιστά η ΕΕΤ. Τα επίπεδα-στόχοι θα χρησιμεύσουν ως κινητήριος δύναμη για τα μέτρα, τα οποία είναι αναγκαία για την περαιτέρω μείωση εκπομπών στο περιβάλλον. Με τη μεγαλύτερη πτώση των εκπομπών, η κατανομή των επιπέδων μόλυνσης για τα διάφορα υλικά ζωοτροφών θα μετατοπιστεί σε χαμηλότερα επίπεδα και θα προσεγγίσει τα επίπεδα-στόχους. Ωστόσο, προς το παρόν είναι δύσκολο να προβλεφθεί σωστά ο αντίκτυπος των περιβαλλοντικών μέτρων στα επίπεδα των διαφόρων υλικών ζωοτροφών. Αντίστοιχα, δεν μπορούν ακόμη να καθοριστούν αριθμητικά τα επίπεδα-στόχοι με λογική επιστημονική βεβαιότητα. Μια σύσταση της Επιτροπής σχετικά με τα επίπεδα δράσης και τα επίπεδα-στόχους στα τρόφιμα και στις ζωοτροφές, που απευθύνονται στα κράτη μέλη, θα εκδοθεί ταυτόχρονα με την παρούσα οδηγία. Όσον αφορά τις μεθόδους ανάλυσης, πρόκειται να υποβληθεί σύντομα πρόταση μέτρων για τον καθορισμό των κριτηρίων απόδοσης από την Επιτροπή. Σύμφωνα με τη διαδικασία που καθορίζεται στο άρθρο 13 της οδηγίας του Συμβουλίου 1999/29/EΚ της 22ας Aπριλίου 1999 σχετικά με τις ανεπιθύμητες ουσίες και προϊόντα στη διατροφή των ζώων [1], τα μέτρα της παρούσας πρότασης της Επιτροπής υποβλήθηκαν προς γνωμοδότηση στη μόνιμη επιτροπή τροφίμων στις 20 Ιουλίου 2001. [1] EE L 115, 4.5.1999, σ. 32. Η Επιτροπή καλείται, εφόσον δεν έχει λάβει θετική γνώμη για το σχέδιο των προτεινόμενων μέτρων, σύμφωνα με τις διατάξεις της προαναφερόμενης οδηγίας, να παραπέμψει χωρίς καθυστέρηση τα προτεινόμενα μέτρα στο Συμβούλιο. Η παρούσα πρόταση δεν έχει οικονομικό αντίκτυπο στον προϋπολογισμό των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων. Πρόταση ΟΔΗΓΙΑΣ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ περί τροποποίησης της οδηγίας 1999/29/ΕΚ του Συμβουλίου σχετικά με τις ανεπιθύμητες ουσίες και προϊόντα στη διατροφή των ζώων (Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ) Η ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ, Έχοντας υπόψη: τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, την οδηγία 1999/29/ΕΚ του Συμβουλίου της 22ας Απριλίου 1999 σχετικά με τις ανεπιθύμητες ουσίες και προϊόντα στη διατροφή των ζώων [2] και ειδικότερα το άρθρο 10, στοιχείο α) [2] ΕΕ L 115, 4.5.1999, σ. 32. την πρόταση της Επιτροπής [3] [3] ΕΕ C ... Εκτιμώντας τα εξής: (1) Στην οδηγία 1999/29/ΕΚ προβλέπεται ότι οι πρώτες ύλες ζωοτροφών μπορούν να τεθούν σε κυκλοφορία μέσα στην Κοινότητα μόνον εάν είναι αβλαβείς, ανόθευτες και ποιοτικώς εμπορεύσιμες. (2) Ο όρος "διοξίνες" καλύπτει μια ομάδα 75 πολυχλωριωμένων διβενζο-παρα-διοξινών ("PCDD") και 135 πολυχλωριωμένων διβενζοφουρανίων ("PCDF"), 17 από τις οποίες έχουν τοξικολογικό ενδιαφέρον. Η τοξικότερη ουσία είναι η 2,3,7,8-τετραχλωροδιβενζο-παρα-διοξίνη (TCDD), η οποία χαρακτηρίζεται από τον Διεθνή Οργανισμό Ερευνών Καρκίνου και άλλους αξιόπιστους διεθνείς οργανισμούς ως γνωστό καρκινογόνο για τον άνθρωπο. Η Επιστημονική Επιτροπή Τροφίμων ("ΕΕΤ"), όπως και η Παγκόσμια Οργάνωση Υγείας ("ΠΟΥ"), κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι το καρκινογόνο αποτέλεσμα των διοξινών δεν παρουσιάζεται σε επίπεδα χαμηλότερα ενός συγκεκριμένου ορίου. Άλλα αρνητικά αποτελέσματα, όπως η ενδομητρίωση, οι νευροσυμπεριφορικές και ανοσοκατασταλτικές επιπτώσεις, παρουσιάζονται σε πολύ χαμηλότερα επίπεδα και επομένως θεωρείται ότι πρέπει να συνεκτιμηθούν στον καθορισμό του ανεκτού ορίου πρόσληψης. (3) Τα πολυχλωροδιφαινύλια ("PCB") είναι μια ομάδα 209 διαφορετικών ομοειδών ουσιών οι οποίες είναι δυνατόν να διαχωριστούν σε δύο υποομάδες σύμφωνα με τις τοξικολογικές τους ιδιότητες: 12 από αυτές έχουν τοξικολογικές ιδιότητες παρόμοιες με των διοξινών και γι' αυτό συχνά αναφέρονται ως "παρόμοια προς τις διοξίνες πολυχλωροδιφαινύλια (PCB)". Τα άλλα PCB δεν εμφανίζουν τοξικότητα παρόμοια με των διοξινών, αλλά έχουν διαφορετικά τοξικολογικά χαρακτηριστικά. (4) Κάθε ομοειδής ουσία της ομάδας των διοξινών ή των παρόμοιων προς τις διοξίνες PCB παρουσιάζει διαφορετικό επίπεδο τοξικότητας. Για να γίνει δυνατός ο υπολογισμός του αθροίσματος τοξικότητας των διαφόρων αυτών ουσιών, χρησιμοποιήθηκαν οι συντελεστές τοξικής ισοδυναμίας ("TEF"), προκειμένου να διευκολυνθεί η αξιολόγηση του κινδύνου και ο ρυθμιστικός έλεγχος. Αυτό σημαίνει ότι τα αναλυτικά αποτελέσματα που αφορούν και τις 17 μεμονωμένες ομοειδείς ουσίες της ομάδας των διοξινών και τις 12 ουσίες της ομάδας των παρόμοιων προς τις διοξίνες PCB, εκφράζονται με βάση μια ενιαία μετρήσιμη μονάδα: "συγκέντρωση ισοδύναμου τοξικότητας TCDD" ("TEQ"). (5) Οι διοξίνες και τα PCB παρουσιάζουν πολύ μεγάλη ανθεκτικότητα στη χημική και βιολογική αποδόμηση και κατά συνέπεια παραμένουν στο περιβάλλον και συσσωρεύονται στην τροφική αλυσίδα των ανθρώπων και των ζώων. (6) Η κατανομή των διοξινών, των PCB και των παρόμοιων προς τις διοξίνες PCB στο περιβάλλον προκαλεί βασική μόλυνση η οποία επηρεάζει όλα τα χερσαία φυτά που βοσκούνται άμεσα από τα ζώα ή χρησιμοποιούνται ως υλικά ζωοτροφών για τη διατροφή των ζώων, καθώς και την τροφική αλυσίδα των υδρόβιων οργανισμών. Το ίδιο ισχύει και για το έδαφος, το οποίο μπορεί να μολύνει τα υλικά των ζωοτροφών ή να ληφθεί απευθείας από τα ζώα κατά τη βοσκή. Εκτός από τη βασική μόλυνση, η άμεση τυχαία μόλυνση των υλικών των ζωοτροφών μπορεί να συμβεί είτε λόγω τοπικής απόρριψης διοξινών από βιομηχανικές δραστηριότητες, είτε λόγω μόλυνσης των υλικών των ζωοτροφών κατά την παραγωγή, επεξεργασία και μεταφορά τους, είτε λόγω παράνομων πρακτικών ή κακής διαχείρισης κατά την παραγωγή των ζωοτροφών. (7) Η έκθεση του ανθρώπου στις διοξίνες οφείλεται σε ποσοστό μεγαλύτερο του 90% στα τρόφιμα. Τα τρόφιμα ζωικής προέλευσης ευθύνονται σε ποσοστό 80% περίπου της συνολικής έκθεσης. Η μόλυνση των ζώων από διοξίνες οφείλεται κυρίως στις ζωοτροφές. Επομένως οι ζωοτροφές, και σε ορισμένες περιπτώσεις το έδαφος, δημιουργούν ανησυχίες ως πιθανές πηγές διοξινών. (8) Η ΕΕΤ ενέκρινε γνώμη σχετικά με την εκτίμηση του κινδύνου των διοξινών και των παρόμοιων προς τις διοξίνες PCB στα τρόφιμα, στις 30 Μαΐου 2001. πρόκειται για ενημέρωση με βάση νέα επιστημονικά στοιχεία τα οποία εμφανίστηκαν μετά την έγκριση γνώμη της ΕΕΤ για το θέμα αυτό στις 22 Νοεμβρίου 2000. Η ΕΕΤ όρισε ως ανεκτό όριο εβδομαδιαίας πρόσληψης ("TWI") για τις διοξίνες και τα παρόμοια προς τις διοξίνες PCB τα 14 pg WHO-TEQ/kg σωματικού βάρους. Οι αναλύσεις έκθεσης αποδεικνύουν ότι μεγάλο ποσοστό του κοινοτικού πληθυσμού προσλαμβάνει μέσω των τροφών ποσότητες που ξεπερνούν το ανεκτό αυτό όριο. (9) Είναι επομένως σημαντικό και αναγκαίο να περιοριστεί η έκθεση του ανθρώπου στις διοξίνες από την κατανάλωση τροφών, για να εξασφαλιστεί η προστασία των καταναλωτών. Επειδή η μόλυνση της τροφής συνδέεται άμεσα με τη μόλυνση των ζωοτροφών, πρέπει να υιοθετηθεί μια συνολική προσέγγιση για τον περιορισμό της επίπτωσης των διοξινών σε όλη την τροφική αλυσίδα, δηλ. από τις πρώτες ύλες των ζωοτροφών μέσω των ζώων που παράγουν είδη διατροφής έως τον άνθρωπο. Η εισαγωγή μέτρων σχετικά με τις πρώτες ύλες των ζωοτροφών και τις ζωοτροφές αποτελεί επομένως πολύ σημαντικό βήμα για τον περιορισμό της πρόσληψης διοξινών από τον άνθρωπο. (10) Έχει ζητηθεί από την επιστημονική επιτροπή για τη διατροφή των ζώων (ΕΕΔΖ) να γνωμοδοτήσει σχετικά με τις πηγές μόλυνσης των ζωοτροφών από διοξίνες και PCB, συμπεριλαμβανομένων και των παρόμοιων προς τις διοξίνες PCB, την έκθεση των ζώων που παράγουν είδη διατροφής στις διοξίνες και τα PCB, τη μεταφορά των στοιχείων αυτών στα τρόφιμα ζωικής προέλευσης και οποιοδήποτε αντίκτυπο των διοξινών και των PCB που υπάρχουν στις ζωοτροφές στην υγεία των ζώων. Η ΕΕΔΖ ενέκρινε γνώμη στις 6 Νοεμβρίου 2000. Στην γνώμη αυτή διαπιστώνεται ότι το ιχθυάλευρο και το ιχθυέλαιο είναι οι πιο μολυσμένες πρώτες ύλες ζωοτροφών, και τα σοβαρότερα μολυσμένα είναι τα προϊόντα ευρωπαϊκής προέλευσης. Το ζωικό λίπος διαπιστώνεται ότι είναι η αμέσως επόμενη πρώτη ύλη με τη σοβαρότερη μόλυνση. Όλες οι άλλες πρώτες ύλες ζωοτροφών ζωικής και φυτικής προέλευσης είχαν σχετικά χαμηλά επίπεδα μόλυνσης από διοξίνες. Η χορτονομή παρουσίαζε διάφορα επίπεδα μόλυνσης από διοξίνες, ανάλογα με την τοποθεσία, τον βαθμό μόλυνσης με έδαφος και έκθεσης σε πηγές ατμοσφαιρικής ρύπανσης. (11) Πρέπει να εφαρμοστούν μέτρα με στόχο τον περιορισμό της παρουσίας και της έκλυσης μόλυνσης από διοξίνες στο περιβάλλον, ώστε να μειωθεί ο αντίκτυπος της περιβαλλοντικής ρύπανσης στη μόλυνση των πρώτων υλών για τις ζωοτροφές. Η ΕΕΔΖ συνιστά, μεταξύ άλλων, να δοθεί έμφαση στον περιορισμό του αντίκτυπου των σοβαρότερα μολυσμένων πρώτων υλών των ζωοτροφών στη συνολική μόλυνση της διατροφής. (12) Τα ανώτατα όρια για τις διοξίνες και των παρόμοιων προς τις διοξίνες PCB πρέπει να είναι ο καταλληλότερος τρόπος για να αποφευχθεί η απαράδεκτα μεγάλη έκθεση των ζώων και να αποτραπεί η διανομή ζωοτροφών με απαράδεκτα υψηλό επίπεδο μόλυνσης, π.χ. σε περιπτώσεις τυχαίας ρύπανσης και έκθεσης. Επιπλέον, ο καθορισμός ανώτατων ορίων είναι αναγκαίος για την εφαρμογή ρυθμιστικού συστήματος ελέγχου και την εξασφάλιση ενιαίας εφαρμογής. (13) Τα μέτρα που βασίζονται μόνο στη θέσπιση ανώτατων ορίων για τις διοξίνες και των παρόμοιων προς τις διοξίνες PCB στις ζωοτροφές, δεν θα είναι αρκετά αποτελεσματικά για τον περιορισμό της έκθεσης του ανθρώπου στις διοξίνες, εκτός εάν τα όρια οριστούν τόσο χαμηλά που μεγάλο μέρος των ζωοτροφών θα πρέπει να χαρακτηριστούν ακατάλληλα για κατανάλωση από τα ζώα. Αναγνωρίζεται γενικά ότι για να περιοριστεί δραστικά η παρουσία διοξινών στις ζωοτροφές, η θέσπιση ανώτατων ορίων πρέπει να συνοδεύεται από μέτρα παρακίνησης μιας προενεργής προσέγγισης, η οποία θα περιλαμβάνει επίπεδα δράσης και επίπεδα-στόχους για τις ζωοτροφές σε συνδυασμό με τα μέτρα για τον περιορισμό των εκπομπών. Τα επίπεδα-στόχοι δηλώνουν τα επίπεδα που πρέπει να επιτευχθούν ώστε να περιοριστεί η έκθεση του ανθρώπου, για την πλειονότητα του πληθυσμού, στο ανεκτό όριο εβδομαδιαίας πρόσληψης που έχει οριστεί από την ΕΕΤ. Τα επίπεδα δράσης είναι ένα εργαλείο για τις αρμόδιες αρχές και τις επιχειρήσεις για να δώσουν ιδιαίτερη έμφαση στις περιπτώσεις στις οποίες πρέπει να προσδιοριστεί μια πηγή μόλυνσης και να ληφθούν μέτρα για τον περιορισμό ή την εξάλειψή της, όχι μόνο στην περίπτωση που δεν υπάρχει συμμόρφωση με τις διατάξεις της οδηγίας αυτής, αλλά και όπου έχουν διαπιστωθεί υψηλά επίπεδα διοξινών που ξεπερνούν τα κανονικά βασικά επίπεδα. Αυτό θα έχει ως αποτέλεσμα τη βαθμιαία μείωση των επιπέδων των διοξινών στις ζωοτροφές και την επίτευξη των επιπέδων-στόχων. Για το θέμα αυτό η Επιτροπή απευθύνει σύσταση προς τα κράτη μέλη. (14) Μολονότι, από τοξικολογική άποψη, οποιαδήποτε όρια πρέπει να εφαρμόζονται στις διοξίνες και στα παρόμοια προς τις διοξίνες PCB, προς το παρόν τα ανώτατα όρια έχουν οριστεί μόνο για τις διοξίνες και τα φουράνια και όχι για τα παρόμοια προς τις διοξίνες PCB, λόγω των πολύ περιορισμένων στοιχείων που διατίθενται σχετικά με τον επιπολασμό τους. Ωστόσο, θα συνεχιστεί η παρακολούθηση της παρουσίας ιδίως των παρόμοιων με τις διοξίνες PCB με στόχο να συμπεριληφθούν αυτές οι ουσίες στα ανώτατα όρια. (15) Τα απαράδεκτα επίπεδα διοξίνης στις ζωοτροφές πρέπει να αξιολογηθούν σύμφωνα με τα τρέχοντα βασικά επίπεδα μόλυνσης, τα οποία διαφέρουν για κάθε πρώτη ύλη ζωοτροφής. Το ανώτατο όριο πρέπει να καθοριστεί, λαμβάνοντας υπόψη τη βασική μόλυνση, σε αυστηρό αλλά εφικτό επίπεδο. (16) Προκειμένου να εξασφαλιστεί ότι όλες οι επιχειρήσεις που εμπλέκονται στην τροφική αλυσίδα ανθρώπων και ζώων συνεχίζουν να καταβάλλουν κάθε δυνατή προσπάθεια και κάνουν ό,τι είναι αναγκαίο για να περιοριστεί η παρουσία διοξινών στις ζωοτροφές και στα τρόφιμα, τα ανώτατα όρια που εφαρμόζονται πρέπει να αναθεωρηθούν μέσα σε μια συγκεκριμένη περίοδο με σκοπό τον καθορισμό χαμηλότερων ανώτατων ορίων. Έως το 2006 πρέπει να επιτευχθεί συνολική μείωση της έκθεσης του ανθρώπου στις διοξίνες τουλάχιστον κατά 25%. (17) Οι σύνθετες ζωοτροφές και οι πρώτες ύλες ζωοτροφών φυτικής προέλευσης συνήθως δεν περιέχουν υψηλά επίπεδα διοξινών. Επειδή οι πρώτες ύλες ζωοτροφών φυτικής προέλευσης αποτελούν με μεγάλη διαφορά το κυριότερο συστατικό της διατροφής πολλών ειδών ζώων, είναι σωστό να καθοριστεί ένα ανώτατο όριο και γι' αυτές τις πρώτες ύλες ζωοτροφών. Όσο πιο λεπτομερής είναι η μέθοδος ανάλυσης, τόσο πιο δαπανηρός και χρονοβόρος ο έλεγχος για τις διοξίνες. Επειδή είναι σημαντικό να αναλυθούν όσο το δυνατόν περισσότερα δείγματα, τα ανώτατα όρια που προτείνονται είναι κατά τι υψηλότερα από τα κανονικά βασικά επίπεδα, δεδομένου ότι αποτελούν ανώτατα επίπεδα. (18) Ορισμένα είδη αργίλου που επιτρέπεται να χρησιμοποιούνται ως συνδετικά, αντιπηκτικά και θρομβωτικά μέσα διαπιστώθηκε ότι έχουν μολυνθεί από διοξίνες ή, σε μερικές περιπτώσεις, δεν ήταν δυνατόν να αποκλειστεί η περίπτωση να έχουν μολυνθεί. Διαπιστώθηκε επίσης ότι ιχνοστοιχεία όπως το οξείδιο του ψευδαργύρου και το οξείδιο του χαλκού έχουν μολυνθεί από διοξίνες. Για τα πρόσθετα αυτά πρέπει να οριστεί ανώτατο όριο σύμφωνα με όσα ισχύουν για το ανώτατο όριο που έχει θεσπιστεί για ανόργανες ουσίες. Ωστόσο, επειδή τα ανώτατα όρια για ανεπιθύμητες ουσίες στα πρόσθετα δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 1999/29/EK του Συμβουλίου, το ανώτατο όριο πρέπει να οριστεί μέσα στο πλαίσιο της οδηγίας 70/524/ΕΟΚ της 23ης Νοεμβρίου 1970 περί των προσθέτων υλών στη διατροφή των ζώων [4]. [4] ΕΕ L 270, 14.12.1970, σελ. 1. (19) Είναι θέμα πρωταρχικής σημασίας τα συνολικά επίπεδα μόλυνσης από διοξίνες στις ζωοτροφές να περιοριστούν. Για το λόγο αυτό είναι απόλυτα σημαντικό να απαγορευτεί η ανάμειξη πρώτων υλών για ζωοτροφές ή ζωοτροφών που παρουσιάζουν τα ίδια ανώτατα όρια όπως και οι πρώτες ύλες για ζωοτροφές ή ζωοτροφές που υπερβαίνουν τα ανώτατα αυτά όρια. (20) Η οδηγία 1999/29/ΕΚ πρέπει συνεπώς να τροποποιηθεί αναλόγως. (21) Η μόνιμη επιτροπή ζωοτροφών δεν εξέδωσε ευνοϊκή γνώμη. Η Επιτροπή συνεπώς δεν μπορεί να θεσπίσει τις διατάξεις που προέβλεπε σύμφωνα με τη διαδικασία που καθορίζεται στο άρθρο 13 της οδηγίας του Συμβουλίου 1999/29/EΚ της 22ας Aπριλίου 1999, ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΟΔΗΓΙΑ: Άρθρο 1 Το Παράρτημα Ι και το Παράρτημα ΙΙ, της οδηγίας 1999/29/ΕΚ τροποποιούνται σύμφωνα με το Παράρτημα της παρούσας οδηγίας. Οι διατάξεις αυτές θα αναθεωρηθούν για πρώτη φορά στις 31 Δεκεμβρίου 2004 το αργότερο με βάση τα νέα στοιχεία σχετικά με την παρουσία διοξινών και παρόμοιων προς τις διοξίνες PCB, και ειδικότερα με σκοπό να περιληφθούν στα επίπεδα που θα καθοριστούν τα παρόμοια προς τις διοξίνες PCB. Οι διατάξεις αυτές θα αναθεωρηθούν εκ νέου έως τις 31 Δεκεμβρίου 2006 το αργότερο με σκοπό τη σημαντική μείωση των ανώτατων επιπέδων. Άρθρο 2 1. Τα κράτη μέλη θεσπίζουν και δημοσιεύουν πριν από την 1 Ιανουαρίου 2002 τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις για να συμμορφωθούν με την παρούσα οδηγία . Ενημερώνουν αμέσως την Επιτροπή σχετικά. Εφαρμόζουν τις εν λόγω διατάξεις από την 1η Ιανουαρίου 2002. 2. Όταν τα κράτη μέλη θεσπίζουν τις εν λόγω διατάξεις, οι τελευταίες αυτές περιέχουν παραπομπή στην παρούσα οδηγία ή συνοδεύονται από παρόμοια παραπομπή κατά την επίσημη δημοσίευσή τους. Ο τρόπος της παραπομπής καθορίζεται από τα κράτη μέλη. 3. Τα κράτη μέλη ενημερώνουν την Ευρωπαϊκή Επιτροπή σχετικά με τις εθνικές νομοθετικές διατάξεις που θεσπίζουν στον τομέα που καλύπτει η παρούσα οδηγία. Άρθρο 3 Η παρούσα οδηγία αρχίζει να ισχύει την εικοστή ημέρα μετά από τη δημοσίευσή της στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων. Άρθρο 4 Η παρούσα οδηγία απευθύνεται στα κράτη μέλη. Βρυξέλλες, Για το Συμβούλιο Ο Πρόεδρος ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Τα Παραρτήματα Ι και ΙΙ της οδηγίας 1999/29/ΕΚ τροποποιούνται ως ακολούθως: 1. Στο Παράρτημα Ι, στο σημείο 'B. Προϊόντα', το σημείο 21 αντικαθίσταται ως εξής >ΘΕΣΗ ΠIΝΑΚΑ> (5) Ανώτατα όρια συγκεντρώσεων. τα ανώτατα όρια των συγκεντρώσεων υπολογίζονται θεωρώντας ότι όλες οι τιμές των διαφόρων ομοειδών ουσιών που είναι χαμηλότερες από το ανιχνεύσιμο όριο είναι ίσες με το ανιχνεύσιμο όριο. (6) Τα ανώτατα αυτά όρια θα αναθεωρηθούν για πρώτη φορά πριν τις 31 Δεκεμβρίου 2004 με βάση τα νέα στοιχεία σχετικά με την παρουσία διοξινών και παρόμοιων προς τις διοξίνες PCB, και ειδικότερα με σκοπό να περιληφθούν στα επίπεδα που θα καθοριστούν τα παρόμοια προς τις διοξίνες PCB, και θα αναθεωρηθούν εκ νέου πριν τις 31 Δεκεμβρίου 2006 με σκοπό τη σημαντική μείωση των ανώτατων ορίων. (7) Το φρέσκο ψάρι που παραδίδεται άμεσα και χρησιμοποιείται χωρίς ενδιάμεση επεξεργασία για την παραγωγή ζωοτροφών για γουνοφόρα ζώα εξαιρείται από αυτό ανώτατο όριο. Τα προϊόντα, επεξεργασμένες ζωικές πρωτεΐνες που παράγονται από αυτά τα γουνοφόρα ζώα δεν μπορούν να εισέλθουν στην αλυσίδα τροφίμων και η χρήση τους ως ζωοτροφές απαγορεύεται για τα εκτρεφόμενα ζώα που φροντίζονται, παχύνονται ή αναπαράγονται για την παραγωγή τροφίμων.» 2. Στο Παράρτημα ΙΙ, στο μέρος Α, το σημείο 4 αντικαθίσταται ως εξής >ΘΕΣΗ ΠIΝΑΚΑ> (2) Ανώτατα όρια συγκεντρώσεων. τα ανώτατα όρια των συγκεντρώσεων υπολογίζονται θεωρώντας ότι όλες οι τιμές των διαφόρων ομοειδών ουσιών που είναι χαμηλότερες από το ανιχνεύσιμο όριο είναι ίσες με το ανιχνεύσιμο όριο. (3) Τα ανώτατα αυτά όρια θα αναθεωρηθούν για πρώτη φορά έως τις 31 Δεκεμβρίου 2004 το αργότερο με βάση τα νέα στοιχεία σχετικά με την παρουσία διοξινών και παρόμοιων με τις διοξίνες PCB, και ειδικότερα με σκοπό να περιληφθούν στα επίπεδα που θα καθοριστούν τα παρόμοια με τις διοξίνες PCB, και θα αναθεωρηθούν εκ νέου έως τις 31 Δεκεμβρίου 2006 το αργότερο με σκοπό τη σημαντική μείωση των ανώτατων ορίων. (4) Το φρέσκο ψάρι που παραδίδεται άμεσα και χρησιμοποιείται χωρίς ενδιάμεση επεξεργασία για την παραγωγή ζωοτροφών για γουνοφόρα ζώα εξαιρείται από αυτό ανώτατο όριο. Τα προϊόντα, επεξεργασμένες ζωικές πρωτεΐνες που παράγονται από αυτά τα γουνοφόρα ζώα δεν μπορούν να εισαχθούν στην τροφική αλυσίδα και η χρήση τους ως ζωοτροφές απαγορεύεται για τα εκτρεφόμενα ζώα που φροντίζονται, παχύνονται ή αναπαράγονται για την παραγωγή τροφίμων.»