Τροποποιημένη πρόταση - Οδηγία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για τη θέσπιση γενικού πλαισίου ενημέρωσης και διαβούλευσης με τους εργαζόμενους μέσα στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα (υποβληθείσα από την Επιτροπή σύμφωνα με το άρθρο 250, παράγραφος 2 της συνθήκης ΕΚ) /* COM/2001/0296 τελικό - COD 1998/0315 */
Επίσημη Εφημερίδα αριθ. 240 E της 28/08/2001 σ. 0133 - 0145
Τροποποιημένη πρόταση ΟΔΗΓΙΑ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ για τη θέσπιση γενικού πλαισίου ενημέρωσης και διαβούλευσης με τους εργαζομένους μέσα στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα (υποβληθείσα από την Επιτροπή σύμφωνα με το άρθρο 250, παράγραφος 2 της συνθήκης ΕΚ) ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ 1. ΕΙΣΑΓΩΓΗ Στις 11 Νοεμβρίου 1998, η Επιτροπή ενέκρινε πρόταση οδηγίας του Συμβουλίου που αφορά τη θέσπιση ενός γενικού πλαισίου για την ενημέρωση των εργαζομένων και τη διαβούλευση με αυτούς μέσα στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα ( [1]). Η πρόταση αυτή διαβιβάστηκε στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο στις 17 Νοεμβρίου 1998. [1] COM(1998) 612, ΕΕ C 2 της 5.1.1999, σ. 3. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο εξέδωσε γνώμη μετά την πρώτη ανάγνωση στις 14 Απριλίου 1999 ( [2]). Μετά την έναρξη ισχύος της συνθήκης του Άμστερνταμ, το νομικό πλαίσιο στο οποίο θεμελιωνόταν η πρόταση της Επιτροπής (το άρθρο 2 παράγραφος 2 της συμφωνίας για την κοινωνική πολιτική που προσαρτάται στο πρωτόκολλο για την κοινωνική πολιτική το οποίο προσαρτάται στη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας) τροποποιήθηκε. Στο εξής, η πρόταση θεμελιώνεται στο άρθρο 137 παράγραφος 2 της συνθήκης για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας. Στις 16 Σεπτεμβρίου 1999, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο επιβεβαίωσε σε πρώτη ανάγνωση, στο πλαίσιο της διαδικασίας συναπόφασης, την γνώμη που είχε ψηφίσει στις 14 Απριλίου 1999. [2] ΕΕ C 219 της 30.7.1999, σ. 223. Στις 7 Ιουλίου 1999, η Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή είχε εκδώσει γνώμη για την πρόταση της Επιτροπής ( [3]). Η Επιτροπή των Περιφερειών γνωμοδότησε, με τη σειρά της, στις 13 Δεκεμβρίου 2000. [3] ΕΕ C 258 της 10.9.1999, σ. 24. Τα διάφορα όργανα του Συμβουλίου άρχισαν τη συζήτηση σχετικά με την πρόταση της Επιτροπής και τις τροπολογίες που πρότεινε το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο σε πρώτη ανάγνωση, τον Ιούνιο του 2000. 2. ΤΡΟΠΟΛΟΓΙΕΣ Η τροποποιημένη πρόταση της Επιτροπής περιλαμβάνει τρία είδη τροπολογιών: εκείνες που απορρέουν αυτομάτως από την αλλαγή της νομικής βάσης, εκείνες που έχουν σκοπό τη συμπερίληψη στο κείμενο ενός αριθμού τροπολογιών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου που κρίνονται ενδεδειγμένες από την Επιτροπή και, τέλος, εκείνες που προκύπτουν από την εξέλιξη των συζητήσεων στο πλαίσιο του Συμβουλίου, στο μέτρο που η Επιτροπή είναι σύμφωνη με τις εν λόγω αλλαγές. Τροπολογίες που απορρέουν από την αλλαγή της νομικής βάσης: Σε διάφορα σημεία του κειμένου, οι αναφορές στο άρθρο 2 παράγραφος 2 της συμφωνίας για την κοινωνική πολιτική που προσαρτάται στο πρωτόκολλο για την κοινωνική πολιτική, το οποίο προσαρτάται στη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, έχουν αντικατασταθεί από αναφορές στο άρθρο 137 παράγραφος 2 της συνθήκης για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας. Έχουν επίσης πραγματοποιηθεί και άλλες αλλαγές που προκύπτουν αυτομάτως από αυτή την τροπολογία. Τροπολογίες που πρότεινε το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο Η Επιτροπή μπορεί να δεχθεί το σύνολο των τροπολογιών που ακολουθούν, οι οποίες κατά τη γνώμη της βελτιώνουν το κείμενο το οποίο η ίδια είχε αρχικά προτείνει διαφυλάσσοντας, ταυτόχρονα, την πολιτική σκοπιμότητα του κειμένου, συνεκτιμώντας τις απόψεις που εξέφρασαν τα κράτη μέλη στο Συμβούλιο: * τροπολογίες αριθ. 2, 9 και 25 (κατάργηση του ειδικού ελάχιστου ορίου των 100 εργαζομένων σε ό,τι αφορά την ενημέρωση των εργαζομένων και τη διαβούλευση με αυτούς για την εξέλιξη της απασχόλησης στην επιχείρηση): βλ. αιτιολογική σκέψη 19 και άρθρα 3 και 4. * τροπολογίες αριθ. 3, 6 και 32 (ρήτρα μη οπισθοδρόμησης): βλ. άρθρο 9 παράγραφος 4. * τροπολογία αριθ. 7 (αναφορά των ελάχιστων απαιτήσεων): βλ. άρθρο 1 παράγραφος 1. * τροπολογία αριθ. 10 (αναφορά του εθνικού δικαίου και/ή πρακτικών σε σχέση με τον ορισμό του εργοδότη): βλ. άρθρο 2 σημείο γ). * τροπολογία αριθ. 13, πρώτη παράγραφος (ορισμός της διαβούλευσης): βλ. άρθρο 2 σημείο ζ). * τροπολογία αριθ. 16, εν μέρει (τα κράτη μέλη καθορίζουν το επίπεδο στο οποίο εφαρμόζεται η ενημέρωση και η διαβούλευση): βλ. άρθρο 3 παράγραφος 1 και άρθρο 4 παράγραφος 1. Ορισμένες άλλες τροπολογίες κρίνονται ήδη σύμφωνες με το πνεύμα του κειμένου και συνεπώς δεν χρειάζεται ρητή αναφορά τους στην οδηγία. Πρόκειται για τις εξής τροπολογίες: * τροπολογία αριθ. 1 (αναφορά της διαρκούς κατάρτισης, της καινοτομίας και της προσχώρησης των εργαζομένων σε νέες μορφές οργάνωσης της εργασίας). * τροπολογία αριθ. 37 (περιορισμοί του δικαιώματος του εργοδότη να απαιτεί εμπιστευτικότητα ή να μη δημοσιοποιεί ιδιαίτερα σημαντικές πληροφορίες). * τροπολογία αριθ. 5 (αναφορά σε ευνοϊκότερες διατάξεις για τους εργαζομένους). * τροπολογίες αριθ. 8 και 43 (υποχρέωση σεβασμού των ελάχιστων απαιτήσεων που ορίζει η προτεινόμενη οδηγία). * τροπολογία αριθ. 11 (μόνιμοι, σταθεροί και ανεξάρτητοι εκπρόσωποι των εργαζομένων). * τροπολογία αριθ. 13, τρίτη παράγραφος (διευκρινίσεις ως προς την οργανική φύση της ενημέρωσης σε σχέση με τη διαβούλευση). * τροπολογίες αριθ. 22 και 23 (ενδεικτικός κατάλογος αποφάσεων που πρέπει να αποτελούν αντικείμενο ενημέρωσης και διαβούλευσης). * τροπολογία αριθ. 26 (δικαίωμα των εκπροσώπων των εργαζομένων να ζητήσουν τη συνδρομή εμπειρογνωμόνων). * τροπολογία αριθ. 28 (διευκρινίσεις σχετικά με την προστασία των εκπροσώπων των εργαζομένων). * τροπολογία αριθ. 35 (συμπερίληψη του ζητήματος των αριθμητικών ορίων στα θέματα που θα συζητηθούν κατά την επανεξέταση της οδηγίας). Η Επιτροπή, αντιθέτως, δεν μπορεί να αποδεχθεί στο παρόν στάδιο τις λοιπές τροπολογίες που προτείνει το Κοινοβούλιο επειδή κρίνει ότι ενδέχεται να δυσχεράνουν την επίτευξη συμφωνίας ή επαρκούς πλειοψηφίας στα πλαίσια του Συμβουλίου. Η Επιτροπή έχει συναίσθηση του ρόλου που έχει αναλάβει, στο πλαίσιο της διαδικασίας συναπόφασης, ως μεσάζοντα που παρεμβάλλεται μεταξύ των δύο κλάδων της κοινοτικής νομοθετικής εξουσίας. Πρόκειται για τις εξής τροπολογίες: * τροπολογίες αριθ. 4 και 15 ("Tendenzschutz"). * τροπολογία αριθ. 41 (ορισμός των κοινωνικών εταίρων). * τροπολογία αριθ. 13, δεύτερη και τέταρτη παράγραφος (αναφορά στη φάση του σχεδιασμού στο πλαίσιο του ορισμού της διαβούλευσης, και στην υποχρέωση αναζήτησης συμφωνίας για όλα τα θέματα που αποτελούν το αντικείμενο ενημέρωσης και διαβούλευσης). * τροπολογία αριθ. 17 (προώθηση του κοινωνικού διαλόγου στο επίπεδο των ΜΜΕ). * τροπολογίες αριθ. 20 και 43 (περιορισμός της αυτονομίας των μερών στο πλαίσιο των συμφωνιών). * τροπολογία αριθ. 21 (διαβούλευση σχετικά με την εξέλιξη της οικονομικής και χρηματοοικονομικής κατάστασης της επιχείρησης). * τροπολογία αριθ. 24 (συνέχιση των διαβουλεύσεων σε ιδιαίτερα σοβαρές περιπτώσεις). * τροπολογία αριθ. 27 (κατάργηση του δικαιώματος του εργοδότη να μην ανακοινώνει ιδιαίτερα σημαντικές πληροφορίες). * τροπολογία αριθ. 29 (διεύρυνση της έννοιας της σοβαρής παραβίασης των υποχρεώσεων ενημέρωσης και διαβούλευσης). * τροπολογία αριθ. 33 (εφαρμογή της οδηγίας στο δημόσιο τομέα). * τροπολογία αριθ. 34 (υποχρέωση των κρατών μελών να πραγματοποιήσουν διαβούλευση με τους κοινωνικούς εταίρους κατά τη μεταφορά της οδηγίας). Τροπολογίες που προκύπτουν από τις συζητήσεις στο Συμβούλιο Το τελευταίο κείμενο που εξετάστηκε από το Συμβούλιο περιέχει ορισμένες τροποποιήσεις σε σχέση με την αρχική πρόταση και τις τροπολογίες του Κοινοβουλίου που η Επιτροπή μπορεί ήδη να αποδεχθεί. Οι περισσότερες από αυτές τις τροπολογίες κρίνεται ότι είναι σύμφωνες με την επιθυμία του Κοινοβουλίου να προωθήσει, μέσω αυτού του νέου κοινοτικού νομικού εργαλείου, μια κατάλληλη και αποτελεσματική πρακτική ενημέρωσης των εργαζομένων και διαβούλευσης με αυτούς στο πλαίσιο της επιχείρησης μέσα στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα. Ορισμένες από αυτές τις τροποποιήσεις, εξάλλου, ανταποκρίνονται σε ανησυχίες που έχουν εκφράσει τα κράτη μέλη ανάλογα με τις εθνικές τους ιδιαιτερότητες και δεν θίγουν τον κεντρικό στόχο της προτεινόμενης οδηγίας. Κατά συνέπεια, η Επιτροπή αποφασίζει να συμπεριλάβει στην τροποποιημένη πρόταση τις περισσότερες από αυτές τις αλλαγές. Η θετική αυτή στάση απέναντι στο Συμβούλιο έχει πάντως μια σημαντική εξαίρεση: η Επιτροπή δεν μπορεί στο παρόν στάδιο να αποδεχθεί την απλή διαγραφή του άρθρου 7 παράγραφος 3 της αρχικής της πρότασης (κυρώσεις οι οποίες θα εφαρμόζονται σε περίπτωση σοβαρής παραβίασης των υποχρεώσεων ενημέρωσης και διαβούλευσης). Συνεπώς, διατηρεί την αρχική της πρόταση σε αυτό το σημείο (βλ. άρθρο 8 παράγραφος 3). Τροποποιημένη πρόταση ΟΔΗΓΙΑ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ για τη θέσπιση γενικού πλαισίου ενημέρωσης και διαβούλευσης με τους εργαζομένους μέσα στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ, έχοντας υπόψη: τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, και ιδίως το άρθρο 137 παράγραφος 2, την πρόταση της Επιτροπής, [4] [4] ΕΕ C 2 της 5.1.1999, σ. 3. τη γνώμη της Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής, [5] [5] ΕΕ C 258 της 10.9.1999, σ. 24. τη γνώμη της Επιτροπής των Περιφερειών, [6] [6] 14.12.2000. αποφασίζοντας σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 251, [7] [7] Η γνώμη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου δημοσιεύθηκε στην ΕΕ C 219 της 30.7.1999, σ. 223. Εκτιμώντας: (1) ότι σύμφωνα με το άρθρο 136 της συνθήκης, η Κοινότητα και τα κράτη μέλη έχουν κυρίως ως στόχο τους την προώθηση του κοινωνικού διαλόγου. (2) ότι το σημείο 17 του κοινοτικού χάρτη των θεμελιωδών κοινωνικών δικαιωμάτων των εργαζομένων προβλέπει, μεταξύ άλλων, ότι «η πληροφόρηση, η διαβούλευση και η συμμετοχή των εργαζομένων πρέπει να αναπτυχθούν με τον κατάλληλο τρόπο, σύμφωνα με την πρακτική που ισχύει στα διάφορα κράτη μέλη». (3) ότι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει συμβουλευτεί τους κοινωνικούς εταίρους σε κοινοτικό επίπεδο όσον αφορά την πιθανή κατεύθυνση μιας κοινοτικής ενέργειας σχετικά με την ενημέρωση των εργαζομένων και τη διαβούλευση με αυτούς μέσα στις επιχειρήσεις της Ευρωπαϊκής Κοινότητας. (4) ότι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, θεωρώντας έπειτα από αυτή τη διαβούλευση ότι μια κοινοτική δράση είναι σκόπιμη, συζήτησε εκ νέου με τους κοινωνικούς εταίρους σχετικά με το περιεχόμενο της προβλεπόμενης πρότασης και ότι αυτοί διαβίβασαν στην Επιτροπή τη γνώμη τους. (5) ότι ύστερα απ' αυτή τη δεύτερη φάση διαβούλευσης, οι κοινωνικοί εταίροι δεν πληροφόρησαν την Επιτροπή για τη θέλησή τους να κινήσουν τη διαδικασία που θα μπορούσε να καταλήξει στη σύναψη συμφωνίας . (6) ότι η ύπαρξη νομοθετικών πλαισίων σε κοινοτικό και εθνικό επίπεδο τα οποία σκοπό έχουν να εξασφαλίσουν τη συμμετοχή των εργαζομένων στην πορεία των επιχειρήσεων και στις αποφάσεις που τους αφορούν, δεν απέτρεψαν σε όλες τις περιπτώσεις τη λήψη και τη κοινοποίηση αποφάσεων που επηρέαζαν την απασχόληση χιλιάδων εργαζομένων χωρίς να έχουν προηγηθεί πραγματοποιηθεί επαρκείς διαδικασίες ενημέρωσης και διαβούλευσης. (7) ότι είναι σημαντικό να ενισχυθεί ο κοινωνικός διάλογος και οι σχέσεις εμπιστοσύνης μέσα στην επιχείρηση με σκοπό τη μεγαλύτερη δυνατή πρόληψη των κινδύνων, τη μεγαλύτερη ευελιξία στην οργάνωση της εργασίας και την ευκολότερη πρόσβαση των εργαζομένων σε καταστάσεις εκμάθησης μέσα στην επιχείρηση σε πλαίσιο ασφάλειας, την προώθηση της ευαισθητοποίησης των εργαζομένων για τις ανάγκες προσαρμογής, τη μεγαλύτερη διαθεσιμότητα των εργαζομένων για να συμμετάσχουν σε μέτρα και ενέργειες που σκοπό έχουν να ενισχύσουν τη δυνατότητα απασχόλησής τους, την προώθηση της συμμετοχής των εργαζομένων στην πορεία και το μέλλον της επιχείρησης και στην ενίσχυση της ανταγωνιστικότητάς της. (8) Ότι πρέπει συγκεκριμένα να προωθηθεί και να ενισχυθεί η ενημέρωση και η διαβούλευση σχετικά με την κατάσταση και την πιθανή εξέλιξη της απασχόλησης μέσα στην επιχείρηση, καθώς και, όταν από την αξιολόγηση του εργοδότη προκύπτει ότι μπορεί να κινδυνεύσει η απασχόληση στην επιχείρηση, η ενημέρωση και διαβούλευση σχετικά με τα σχεδιαζόμενα τυχόν μέτρα πρόληψης, ιδίως όσα αφορούν την κατάρτιση και βελτίωση των ικανοτήτων των εργαζομένων και αποσκοπούν στην αποτροπή των αρνητικών επιπτώσεων ή στο μετριασμό των συνεπειών τους, αλλά και στην ενίσχυση της δυνατότητας απασχόλησης και προσαρμογής των εργαζομένων που ενδέχεται να τις υποστούν. (9) ότι η ενημέρωση και η διαβούλευση την κατάλληλη στιγμή αποτελούν προϋπόθεση για την επιτυχία των διαδικασιών αναδιάρθρωσης και προσαρμογής των επιχειρήσεων στις νέες συνθήκες που δημιουργούνται από την παγκοσμιοποίηση της οικονομίας, ιδίως μέσω της ανάπτυξης νέων τρόπων οργάνωσης της εργασίας. (10) ότι η Ευρωπαϊκή Κοινότητα έχει καθορίσει και εφαρμόσει στρατηγική για την απασχόληση, με άξονα τις έννοιες της «πρόβλεψης», της «πρόληψης» και της «δυνατότητας απασχόλησης», οι οποίες πρέπει να αποτελούν βασικά στοιχεία όλων των δημόσιων πολιτικών που ευνοούν την απασχόληση, και στις πολιτικές των επιχειρήσεων, μέσω της εντατικοποίησης του κοινωνικού διαλόγου ώστε ναδιευκολυνθούν οι αλλαγές που είναι σύμφωνες με τη διατήρηση του πρωταρχικού στόχου της απασχόλησης. (11) ότι η ανάπτυξη της εσωτερικής αγοράς πρέπει να γίνει με αρμονικό τρόπο, διατηρώντας τις βασικές αξίες στις οποίες στηρίζονται οι κοινωνίες μας, κυρίως με μια οικονομική ανάπτυξη η οποία θα ευνοεί όλους τους πολίτες. (12) ότι η είσοδος της οικονομικής και νομισματικής ένωσης στην τρίτη της φάση θα επιφέρει εμβάθυνση και επιτάχυνση των ανταγωνιστικών πιέσεων, πράγμα που απαιτεί κοινωνική στήριξη σε εθνικό επίπεδο. (13) ότι τα νομοθετικά πλαίσια σχετικά με την ενημέρωση των εργαζομένων και τη διαβούλευση με αυτούς, τα οποία ήδη υπάρχουν σε κοινοτικό και εθνικό επίπεδο είναι συχνά υπερβολικά προσανατολισμένα προς την εκ των υστέρων αντιμετώπιση των διαδικασιών αλλαγής, χωρίς να λαμβάνουν υπόψη τούς οικονομικούς παράγοντες των αποφάσεων και χωρίς να ευνοούν μια πραγματική πρόβλεψη της εξέλιξης στην απασχόληση μέσα στην επιχείρηση και την πρόληψη των κινδύνων. (14) ότι το σύνολο αυτών των πολιτικών, οικονομικών, κοινωνικών και νομοθετικών εξελίξεων επιβάλλει την προσαρμογή του υπάρχοντος νομοθετικού πλαισίου που προβλέπει τα νομικά και πρακτικά μέσα που επιτρέπουν την άσκηση του δικαιώματος ενημέρωσης και διαβούλευσης. (15) ότι η παρούσα οδηγία δεν θίγει τα εθνικά συστήματα στο πλαίσιο των οποίων η πρακτική άσκηση αυτού του δικαιώματος συνεπάγεται την εκδήλωση συλλογικής βούλησης από τους έχοντες το δικαίωμα. (16) ότι η παρούσα οδηγία δεν θίγει εκείνα τα συστήματα που προβλέπουν μηχανισμούς άμεσης συμμετοχής των εργαζομένων, κατά το μέτρο που αυτοί θα μπορούν σε κάθε περίπτωση να επιλέξουν να ασκήσουν το δικαίωμά τους στην ενημέρωση και τη διαβούλευση μέσω των εκπροσώπων τους. (17) ότι σύμφωνα με την αρχή της επικουρικότητας και της αναλογικότητας όπως εκφράζονται στο άρθρο 5 της συνθήκης, οι προαναφερθέντες στόχοι της προβλεπόμενης δράσης, δεν είναι δυνατόν να επιτευχθούν ικανοποιητικά από τα κράτη μέλη, καθώς πρέπει να δημιουργηθεί ένα πλαίσιο για την ενημέρωση των εργαζομένων και τη διαβούλευση με αυτούς προσαρμοσμένο στο νέο ευρωπαϊκό περιβάλλον όπως περιγράφεται πιο πάνω. ότι, εντούτοις, λόγω του εύρους και των αποτελεσμάτων της προβλεπόμενης δράσης, οι στόχοι αυτοί θα επιτευχθούν καλύτερα σε κοινοτικό επίπεδο με την εισαγωγή ελάχιστων προδιαγραφών που θα εφαρμοστούν στο σύνολο της Ευρωπαϊκής Κοινότητας. ότι η παρούσα οδηγία περιορίζεται στις ελάχιστες απαιτήσεις για την επίτευξη των στόχων αυτών (18) ότι αυτό το γενικό πλαίσιο πρέπει να στοχεύσει στην καθιέρωση ελάχιστων προδιαγραφών εφαρμόσιμων σε όλη την Ευρωπαϊκή Κοινότητα και δεν εμποδίζει τα κράτη μέλη να θεσπίσουν ευνοϊκότερες διατάξεις για τους εργαζομένους. (19) ότι αυτό το γενικό πλαίσιο θα πρέπει επίσης να αποφύγει διοικητικούς, οικονομικούς και νομικούς περιορισμούς οι οποίοι θα απέτρεπαν τη δημιουργία και την ανάπτυξη μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων. ότι φαίνεται πως ενδείκνυται, για να γίνει αυτό, να περιοριστεί το πεδίο εφαρμογής της παρούσας οδηγίας, αναλόγως της επιλογής των κρατών μελών, στις επιχειρήσεις που απασχολούν τουλάχιστον 50 εργαζομένους ή στις εγκαταστάσεις που απασχολούν το λιγότερο 20 εργαζομένους. (20) ότι το κοινοτικό πλαίσιο στον τομέα αυτόν πρέπει να περιορίζει στο ελάχιστο δυνατόν τις επιβαρύνσεις που επιβάλλονται στις επιχειρήσεις, εξασφαλίζοντας παράλληλα την αποτελεσματική άσκηση των δικαιωμάτων . (21) ότι ο στόχος της παρούσας οδηγίας θα επιτευχθεί με την καθιέρωση ενός γενικού πλαισίου με την καθιέρωση ενός γενικού πλαισίου το οποίο θα περιλαμβάνει τις βασικές αρχές, τους ορισμούς και τις πρακτικές λεπτομέρειες της ενημέρωσης και διαβούλευσης, με το οποίο πρέπει να συμμορφωθούν τα κράτη μέλη αλλά και να το προσαρμόσουν στην εθνική τους πραγματικότητα, εξασφαλίζοντας, ό,που δει, πρωτεύοντα ρόλο στους κοινωνικούς εταίρους, επιτρέποντάς τους να ορίζουν ελεύθερα, δια της οδού της συμφωνίας, τις πρακτικές λεπτομέρειες ενημέρωσης και διαβούλευσης που ανταποκρίνονται περισσότερο στις ανάγκες και τις επιθυμίες τους. (22) ότι δεν πρέπει να θιγούν ορισμένες ιδιαιτερότητες στον τομέα της ενημέρωσης και διαβούλευσης με τους εργαζομένους που υπάρχουν σε ορισμένα εθνικά δίκαια και από τις οποίες επωφελούνται οι επιχειρήσεις με σκοπούς πολιτικούς, επαγγελματικής οργάνωσης, θρησκευτικούς, φιλανθρωπικούς, εκπαιδευτικούς, επιστημονικούς ή καλλιτεχνικούς, καθώς και με σκοπούς ενημέρωσης ή διατύπωσης απόψεων. (23) ότι είναι σημαντικό να προστατευθούν οι επιχειρήσεις από τη δημοσιοποίηση ιδιαίτερα σημαντικών πληροφοριών. (24) ότι ο εργοδότης θα πρέπει να έχει το δικαίωμα να μην προβαίνει σε ενημέρωση και διαβούλευση εάν αυτό πρόκειται να βλάψει σοβαρά την επιχείρηση, ή όταν πρέπει να δώσει άμεση συνέχεια σε υπόδειξη που του απευθύνει μια ρυθμιστική ή εποπτική αρχή. (25) ότι η ενημέρωση και η διαβούλευση σημαίνουν δικαιώματα και υποχρεώσεις και για τους δύο κοινωνικούς εταίρους σε επίπεδο επιχείρησης. (26) ότι είναι αναγκαίο να προσδιοριστεί σε κοινοτικό επίπεδο σοβαρή αποτρεπτική κύρωση που θα εφαρμόζεται σε περιπτώσεις αποφάσεων που παραβιάζουν τις υποχρεώσεις που απορρέουν από την παρούσα οδηγία, με επιφύλαξη των γενικών υποχρεώσεων των κρατών μελών σε αυτόν τον τομέα. (27) ότι η παρούσα οδηγία ισχύει και για τα θέματα που καλύπτονται από την οδηγία 98/59/ΕΚ του Συμβουλίου της 20ής Ιουλίου 1998 περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών που αφορούν τις ομαδικές απολύσεις [8] και της οδηγίας 2001/23/ΕΚ του Συμβουλίου της 12ης Μαρτίου 2001 περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών, των σχετικών με τη διατήρηση των δικαιωμάτων των εργαζομένων σε περίπτωση μεταβιβάσεων επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων εγκαταστάσεων [9]. [8] ΕΕ L 225 της 12.8.1998, σ. 16. H οδηγία αυτή κωδικοποιεί την οδηγία 75/129/ΕΚ του Συμβουλίου της 17ης Φεβρουαρίου 1975 (ΕΕ L 48 της 22.2.1975, σ.29) και την οδηγία 92/56/EΚ του Συμβουλίου της 24ης Ιουνίου 1992 (ΕΕ L 245 της 26.8.1992, σ.3). [9] ΕΕ L 82 της 22.3.2001, σ.16. Η οδηγία αυτή κωδικοποιεί την οδηγία 77/187/ΕΚ του Συμβουλίου της 14ης Φεβρουαρίου 1997 (ΕΕ L 61 της 5.3.1997, σ.26) και την οδηγία 98/50/ΕΚ του Συμβουλίου της 29ης Ιουνίου 1998 (ΕΕ L 61 της 5.3.1977, σ.26 και ΕΕ L 201 της 17.7.1998, σ. 88), που τροποποιούσε την πρώτη οδηγία. (28) ότι δεν πρέπει να θιγούν από την παρούσα οδηγία άλλα δικαιώματα ενημέρωσης των εργαζομένων και διαβούλευσης με αυτούς, ούτε όσα απορρέουν από την οδηγία 94/45/ΕΚ του Συμβουλίου της 22ας Σεπτεμβρίου 1994 για τη θέσπιση μιας ευρωπαϊκής επιτροπής επιχείρησης ή μιας διαδικασίας σε επιχειρήσεις και ομίλους επιχειρήσεων κοινοτικής κλίμακας με σκοπό να ενημερώνονται οι εργαζόμενοι και να ζητείται η γνώμη τους [10] και από την οδηγία 97/74/ΕΚ του Συμβουλίου, της 15ης Δεκεμβρίου 1997, για την επέκταση αυτής της οδηγίας [11] στο Ηνωμένο Βασίλειο. [10] ΕΕ L 254 της 30.9.1994, σ. 64. [11] ΕΕ L 10 της 16.1.1998, σ.23. (29) ότι η εφαρμογή των διατάξεων της παρούσας οδηγίας δεν δύναται να συνιστά επαρκή αιτιολογία για τον περιορισμό του γενικού επιπέδου ασφαλείας των εργαζομένων στον τομέα που καλύπτει η εν λόγω οδηγία. ΕΞΕΔΩΣΑΝ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΟΔΗΓΙΑ: Άρθρο 1 Στόχος και αρχές 1. Η παρούσα οδηγία έχει ως στόχο τη θέσπιση ενός γενικού πλαισίου που καθορίζει τις ελάχιστες απαιτήσεις όσον αφορά το δικαίωμα για ενημέρωση και διαβούλευση των εργαζομένων, μέσα στις επιχειρήσεις που εδρεύουν στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα. 2. Οι πρακτικές λεπτομέρειες ενημέρωσης και διαβούλευσης καθορίζονται και εφαρμόζονται κατά τρόπον ώστε να εξασφαλίζεται η χρησιμότητα του διαβήματος. 3. Κατά τον καθορισμό ή την εφαρμογή των διαδικασιών ενημέρωσης και διαβούλευσης, ο εργοδότης και οι εκπρόσωποι των εργαζομένων εργάζονται με πνεύμα συνεργασίας και σεβόμενοι αμοιβαία τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις τους, λαμβάνοντας υπόψη τόσο τα συμφέροντα της επιχείρησης όσο και αυτά των εργαζομένων. Άρθρο 2 Ορισμοί Υπό την έννοια της παρούσας οδηγίας: α) ως «επιχειρήσεις» νοούνται οι δημόσιες ή ιδιωτικές επιχειρήσεις που ασκούν οικονομική δραστηριότητα, με κερδοσκοπικό ή μη χαρακτήρα, εδρεύουν στην επικράτεια των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Κοινότητας . β) ως «εγκατάσταση» νοείται η έδρα εκμετάλλευσης που αποτελεί τμήμα επιχείρησης το οποίο στερείται νομικής προσωπικότητας και στο οποίο αναπτύσσεται οικονομική δραστηριότητα μη μεταβατικής φύσεως με ανθρώπινους και υλικούς πόρους. γ) ως «εργοδότης», νοείται το φυσικό ή νομικό πρόσωπο το οποίο συμβάλλεται σε συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας με τους εργαζομένους, σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία και πρακτική. δ) ως «εργαζόμενος» νοείται κάθε πρόσωπο, το οποίο, στο οικείο κράτος μέλος προστατεύεται ως εργαζόμενος δυνάμει της εθνικής εργατικής νομοθεσίας και σύμφωνα με την εθνική πρακτική. ε) ως «εκπρόσωποι των εργαζομένων», νοούνται οι εκπρόσωποι των εργαζομένων κατά την εθνική νομοθεσία και/ή πρακτική. στ) ως «ενημέρωση», νοείται η διαβίβαση από τον εργοδότη στοιχείων τα οποία τους επιτρέπουν να ενημερωθούν για το συγκεκριμένο θέμα και να το εξετάσουν. ζ) ως «διαβούλευση», νοείται η ανταλλαγή απόψεων και η οργάνωση διαλόγου μεταξύ εκπροσώπων των εργαζομένων και εργοδότη. Άρθρο 3 Πεδίο εφαρμογής 1. Η παρούσα οδηγία εφαρμόζεται, κατ' επιλογή των κρατών μελών: - στις επιχειρήσεις που απασχολούν σε ένα κράτος μέλος τουλάχιστον 50 εργαζομένους. ή - στις εγκαταστάσεις που απασχολούν σε ένα κράτος μέλος τουλάχιστον 20 εργαζομένους. Τα κράτη μέλη καθορίζουν τον τρόπο υπολογισμού των κατωτάτων ορίων απασχολούμενων εργαζομένων. 2. Τα κράτη μέλη, σεβόμενα τις αρχές και τους στόχους της παρούσας οδηγίας, μπορούν να θεσπίσουν συγκεκριμένες διατάξεις για τις επιχειρήσεις που επιδιώκουν άμεσα και κυρίως σκοπούς πολιτικούς, επαγγελματικής οργάνωσης, θρησκευτικούς, φιλανθρωπικούς, εκπαιδευτικούς, επιστημονικούς ή καλλιτεχνικούς, καθώς και σκοπούς ενημέρωσης ή διατύπωσης απόψεων, υπό την προϋπόθεση ότι κατά την ημερομηνία έκδοσης της παρούσας οδηγίας, οι ειδικές αυτές διατάξεις υπάρχουν ήδη στο εθνικό δίκαιο. Άρθρο 4 Πρακτικές λεπτομέρειες ενημέρωσης και διαβούλευσης 1. Τηρουμένων των βασικών αρχών που εκτίθενται στο άρθρο 1 και με την επιφύλαξη των ισχυουσών ευνοϊκότερων για τους εργαζομένους διατάξεων και/ή των πρακτικών, τα κράτη μέλη καθορίζουν τις πρακτικές λεπτομέρειες άσκησης του δικαιώματος των εργαζομένων στο ανάλογο επίπεδο, στην ενημέρωση και διαβούλευση, σύμφωνα με τις παραγράφους 2, 3 και 4 κατωτέρω. 2. Η ενημέρωση και η διαβούλευση καλύπτουν: α) την ενημέρωση σχετικά με την πρόσφατη εξέλιξη και την πιθανή εξέλιξη των δραστηριοτήτων της επιχείρησης και της οικονομικής και χρηματοοικονομικής της κατάστασης. β) την ενημέρωση και τη διαβούλευση σχετικά με την κατάσταση, διάρθρωση και πιθανή εξέλιξη της απασχόλησης μέσα στην επιχείρηση, καθώς και για τα μέτρα πρόληψης που ενδεχομένως προβλέπονται, ιδίως σε περίπτωση που η απασχόληση απειλείται. γ) την ενημέρωση και τη διαβούλευση σχετικά με αποφάσεις που είναι πιθανόν να επιφέρουν σημαντικές τροποποιήσεις στην οργάνωση της εργασίας ή στις συμβάσεις εργασίας, συμπεριλαμβανομένων όσων καλύπτονται από τις διατάξεις που αναφέρονται στο άρθρο 9 παράγραφος 1. 3. .Η ενημέρωση πραγματοποιείται κατά τον κατάλληλο χρόνο, τρόπο και περιεχόμενο, ώστε να μπορούν οι εκπρόσωποι των εργαζομένων να προβούν στη δέουσα εξέταση και να προετοιμάσουν, ενδεχομένως, τη διαβούλευση. 4. .Η διαβούλευση πραγματοποιείται: - κατά τον κατάλληλο χρόνο, τρόπο και περιεχόμενο, - στο ενδεδειγμένο επίπεδο διεύθυνσης και εκπροσώπησης, ανάλογα με το θέμα, - βάσει των σχετικών πληροφοριών που παρέχει ο εργοδότης και της γνώμης που έχουν δικαίωμα να διατυπώσουν οι εκπρόσωποι των εργαζομένων, - κατά τρόπον ώστε οι εκπρόσωποι των εργαζομένων να συνεδριάζουν με τον εργοδότη και να λαμβάνουν αιτιολογημένη απάντηση στη γνώμη που ενδεχομένως διατύπωσαν, - προκειμένου να επιτευχθεί συμφωνία όσον αφορά τις αποφάσεις που εμπίπτουν στις αρμοδιότητες του εργοδότη, οι οποίες αναφέρονται στην παράγραφο 2 σημείο γ). Άρθρο 5 Ενημέρωση και διαβούλευση οι οποίες απορρέουν από συμφωνία Τα κράτη μέλη μπορούν να αναθέσουν στους κοινωνικούς εταίρους στο αρμόζον επίπεδο, συμπεριλαμβανομένου του επιπέδου της επιχείρησης ή της εγκατάστασης, τη φροντίδα να καθορίζουν ελεύθερα και οποτεδήποτε, μέσω συμφωνίας και κατόπιν διαπραγματεύσεων, τις πρακτικές λεπτομέρειες ενημέρωσης των εργαζομένων και διαβούλευσης με αυτούς. Οι συμφωνίες αυτές μπορούν να προβλέπουν, τηρουμένων των βασικών αρχών που εκτίθενται στο άρθρο 1 και υπό τις προϋποθέσεις και τους περιορισμούς που θέτουν τα κράτη μέλη, διατάξεις διαφορετικές από εκείνες που προβλέπει το άρθρο 4. Άρθρο 6 Εμπιστευτικές πληροφορίες 1. Τα κράτη μέλη προβλέπουν ότι, υπό τις προϋποθέσεις και εντός των ορίων που καθορίζουν οι εθνικές νομοθεσίες, οι εκπρόσωποι των εργαζομένων και οι εμπειρογνώμονες που ενδεχομένως τους επικουρούν δεν επιτρέπεται να αποκαλύψουν σε τρίτους, παρεκτός εάν πρόκειται για εργαζομένους δεσμευόμενους από το απόρρητο, πληροφορίες που τους ανακοινώθηκαν ρητά ως εμπιστευτικές, προς το νόμιμο συμφέρον της επιχείρησης. Η υποχρέωση αυτή εξακολουθεί να υφίσταται οπουδήποτε βρίσκονται, ακόμη και μετά τη λήξη της θητείας τους. 2. Τα κράτη μέλη προβλέπουν, σε ορισμένες περιπτώσεις και σύμφωνα με τις συνθήκες και τους περιορισμούς που τίθενται από τις εθνικές νομοθεσίες, ο εργοδότης να μην είναι υποχρεωμένος να ανακοινώσει πληροφορίες ή να προχωρήσει σε διαβουλεύσεις, εφόσον η φύση τους είναι τέτοια, σύμφωνα με αντικειμενικά κριτήρια, που θα εμπόδιζαν σοβαρά τη λειτουργία της επιχείρησης ή θα επέφεραν βλάβες σε αυτήν. 3. Με την επιφύλαξη των υφισταμένων εθνικών διαδικασιών, τα κράτη μέλη προβλέπουν διοικητικές ή δικαστικές διαδικασίες προσφυγής όταν ο εργοδότης απαιτεί την εμπιστευτικότητα ή δεν παρέχει πληροφορίες σύμφωνα με τις προηγούμενες παραγράφους. Μπορούν επίσης να προβλέψουν διαδικασίες διαφύλαξης της εμπιστευτικότητας αυτών των πληροφοριών. Άρθρο 7 Προστασία των εκπροσώπων των εργαζομένων Οι εκπρόσωποι των εργαζομένων απολαμβάνουν, κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, προστασία και εγγυήσεις επαρκείς ώστε να μπορέσουν να επιτελέσουν απερίσπαστοι τα καθήκοντα τα οποία τους έχουν ανατεθεί. Άρθρο 8 Υπεράσπιση των δικαιωμάτων 1. Τα κράτη μέλη προβλέπουν μέτρα κατάλληλα για τις περιπτώσεις μη τήρησης της παρούσας οδηγίας εκ μέρους του εργοδότη ή των εκπροσώπων των εργαζομένων. ιδιαίτερα, φροντίζουν να υπάρξουν διοικητικές ή δικαστικές διαδικασίες με σκοπό το σεβασμό των υποχρεώσεων που απορρέουν από την παρούσα οδηγία. 2. Τα κράτη μέλη προβλέπουν κυρώσεις οι οποίες θα εφαρμόζονται στις περιπτώσεις παραβίασης των διατάξεων της παρούσας οδηγίας εκ μέρους του εργοδότη ή των εκπροσώπων των εργαζομένων. Οι κυρώσεις αυτές πρέπει να είναι αποτελεσματικές, αναλογικές και αποτρεπτικές. 3. Τα κράτη μέλη προβλέπουν ότι σε περίπτωση σοβαρής παραβίασης εκ μέρους του εργοδότη των υποχρεώσεων ενημέρωσης και διαβούλευσης όσον αφορά τις αποφάσεις που καλύπτονται από το άρθρο 4, παράγραφος 2, σημείο γ) εφόσον θα έχουν άμεσες συνέπειες όσον αφορά την ουσιαστική τροποποίηση ή τη λύση των συμβάσεων ή των σχέσεων εργασίας, οι αποφάσεις αυτές δεν επιφέρουν νομικές συνέπειες στις συμβάσεις ή τις σχέσεις εργασίας των εργαζομένων που θίγονται. Η μη ύπαρξη νομικών συνεπειών ισχύει εφόσον ο εργοδότης δεν εκπληρώνει τις υποχρεώσεις του ή, εάν αυτό δεν είναι πλέον δυνατόν, δεν έχει γίνει η ανάλογη αποκατάσταση σύμφωνα με τους τρόπους και τις διαδικασίες που ορίζονται από τα κράτη μέλη. Οι διατάξεις που περιλαμβάνονται στο προηγούμενο εδάφιο εφαρμόζονται και για τις υποχρεώσεις που αντιστοιχούν στις συμφωνίες που καλύπτονται από το άρθρο 5. Σοβαρή παραβίαση σύμφωνα με τα προηγούμενα εδάφια θεωρείται: α) η πλήρης έλλειψη ενημέρωσης των εκπροσώπων των εργαζομένων και διαβούλευσης με αυτούς πριν από τη λήψη μιας απόφασης ή της δημόσιας ανακοίνωσής της. β) η παρακράτηση σημαντικών πληροφοριών ή η παροχή ανακριβών πληροφοριών που έχουν ως αποτέλεσμα την αναποτελεσματική άσκηση του δικαιώματος ενημέρωσης και διαβούλευσης. Άρθρο 9 Σχέση της παρούσας οδηγίας με τις άλλες κοινοτικές και εθνικές διατάξεις 1. Η παρούσα οδηγία αποτελεί το γενικό πλαίσιο για την ενημέρωση των εργαζομένων και τη διαβούλευση με αυτούς μέσα στις επιχειρήσεις της Ευρωπαϊκής Κοινότητας. Ισχύει επίσης και μέσα στο πλαίσιο των διαδικασιών ενημέρωσης και διαβούλευσης που καλύπτονται από το άρθρο 2 της οδηγίας 98/59/ΕΟΚ του Συμβουλίου και από το άρθρο 7 της οδηγίας 2001/23/ΕΚ του Συμβουλίου. 2. Η παρούσα οδηγία δεν θίγει τις διατάξεις που έχουν θεσπισθεί σύμφωνα με την οδηγία 94/45/ΕΚ του Συμβουλίου, της 24ης Σεπτεμβρίου 1994, σχετικά με τη συγκρότηση μιας ευρωπαϊκής επιτροπής επιχείρησης ή μιας διαδικασίας μέσα στις επιχειρήσεις και στους ομίλους επιχειρήσεων κοινοτικής διάστασης, με σκοπό την ενημέρωση των εργαζομένων και τη διαβούλευση με αυτούς, ούτε την οδηγία 97/74/ΕΚ του Συμβουλίου, της 15ης Δεκεμβρίου 1997, για την επέκταση αυτής της οδηγίας στο Ηνωμένο Βασίλειο. 3. Η παρούσα οδηγία δεν θίγει άλλα δικαιώματα ενημέρωσης, διαβούλευσης και συμμετοχής των εργαζομένων που ήδη υπάρχουν στα εθνικά δίκαια. 4. Η εφαρμογή των διατάξεων της παρούσας οδηγίας δεν δύναται να συνιστά επαρκή αιτιολογία για οπισθοδρόμηση σε σχέση με την κατάσταση που υφίσταται στα κράτη μέλη όσον αφορά το γενικό επίπεδο ασφαλείας των εργαζομένων στον τομέα που καλύπτει η εν λόγω οδηγία. Άρθρο 10 Μεταφορά της οδηγίας 1. Τα κράτη μέλη εγκρίνουν τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις ώστε να συμμορφωθούν προς την παρούσα οδηγία το αργότερο έως ............. (τρία έτη από την έγκρισή της) ή εξασφαλίζουν ότι οι κοινωνικοί εταίροι θα εφαρμόσουν τις αναγκαίες διατάξεις δια της οδού της συμφωνίας, ενώ τα κράτη μέλη πρέπει να θεσπίσουν όλες τις αναγκαίες διατάξεις που θα τους επιτρέπουν ανά πάσα στιγμή να εγγυώνται τα αποτελέσματα που επιβάλλονται από την παρούσα οδηγία. Ενημερώνουν αμέσως την Επιτροπή. 2. Όταν τα κράτη μέλη εγκρίνουν αυτές τις διατάξεις, αυτές θα περιέχουν αναφορά στην παρούσα οδηγία ή θα συνοδεύονται από παρόμοια αναφορά κατά την επίσημη δημοσίευσή τους. Οι τρόποι της αναφοράς αυτής αποφασίζονται από τα κράτη μέλη. Άρθρο 11 Επανεξέταση από την Επιτροπή Το αργότερο έως ........... (πέντε χρόνια από την έγκρισή της), η Επιτροπή επανεξετάζει, σε συνεργασία με τα κράτη μέλη και τους κοινωνικούς εταίρους σε κοινοτικό επίπεδο, τους τρόπους εφαρμογής της παρούσας οδηγίας, με σκοπό να προτείνει στο Συμβούλιο, εφόσον κριθεί απαραίτητο, τις αναγκαίες τροποποιήσεις. Άρθρο 12 Η παρούσα οδηγία απευθύνεται στα κράτη μέλη. Βρυξέλλες, Για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο Για το Συμβούλιο Η Πρόεδρος Ο Πρόεδρος