Πρόταση οδηγίας του Συμβουλίου σχετικά με τις ελάχιστες απαιτήσεις για την υποδοχή των προσώπων που ζητούν άσυλο στα κράτη μέλη /* COM/2001/0181 τελικό - CNS 2001/0091 */
Επίσημη Εφημερίδα αριθ. 213 E της 31/07/2001 σ. 0286 - 0295
Πρόταση ΟΔΗΓΙΑΣ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ σχετικά με τις ελάχιστες απαιτήσεις για την υποδοχή των προσώπων που ζητούν άσυλο στα κράτη μέλη (υποβληθείσα από την Επιτροπή) ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ 1. Ελάχιστεσ απαιτήσεισ για την υποδοχή των προσώπων που ζητούν άσυλο στα κράτη μέλη: Ένα πρόσθετο βήμα για την καθιέρωση κοινού ευρωπαϊκού συστήματοσ ασύλου Σύμφωνα με τα Συμπεράσματα της Προεδρίας στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο του Τάμπερε, που πραγματοποιήθηκε τον Οκτώβριο του 1999, το «κοινό ευρωπαϊκό σύστημα ασύλου» πρέπει να περιλαμβάνει, βραχυπρόθεσμα, μία σαφή και ευεφάρμοστη μέθοδο προσδιορισμού του κράτους που είναι αρμόδιο να εξετάσει την εκάστοτε αίτηση χορήγησης ασύλου, κοινές απαιτήσεις για τη διεξαγωγή δίκαιης και αποτελεσματικής διαδικασίας χορήγησης ασύλου, κοινές ελάχιστες συνθήκες υποδοχής των προσώπων που ζητούν άσυλο, καθώς και την προσέγγιση των κανόνων που ισχύουν για την αναγνώριση και το περιεχόμενο του καθεστώτος του πρόσφυγα. Συμπληρωματικώς, προβλέπεται να ληφθούν μέτρα σχετικά με επικουρικές μορφές προστασίας, ούτως ώστε κάθε πρόσωπο το οποίο χρήζει τέτοιας προστασίας να υπάγεται στο κατάλληλο καθεστώς. Επιπλέον, στα Συμπεράσματα γίνεται σαφές ότι, πιο μακροπρόθεσμα, η κοινοτική νομοθεσία πρέπει να οδηγήσει στη θέσπιση κοινής διαδικασίας ασύλου και ενιαίου καθεστώτος που να ισχύει σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση για εκείνους στους οποίους έχει χορηγηθεί άσυλο. Τέλος, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο του Τάμπερε κάλεσε με έμφαση το Συμβούλιο να εντείνει τις προσπάθειές του για την επίτευξη συμφωνίας σχετικά με το θέμα της προσωρινής προστασίας των εκτοπισθέντων, με βάση την αρχή της αλληλεγγύης μεταξύ κρατών μελών. Στις 28 Σεπτεμβρίου 2000, το Συμβούλιο εξέδωσε απόφαση (2000/596/ΕΚ) για τη δημιουργία Ευρωπαϊκού Ταμείου για τους Πρόσφυγες ως μέτρο αλληλεγγύης με στόχο τη συμβολή στην εξισορρόπηση των προσπαθειών που καταβάλλουν τα κράτη μέλη για την υποδοχή των προσφύγων και των εκτοπισθέντων και για την αντιμετώπιση των συνεπειών της υποδοχής αυτής. Στις 11 Δεκεμβρίου 2000, το Συμβούλιο εξέδωσε κανονισμό (2725/2000/ΕΚ) σχετικά με τη θέσπιση του «Eurodac» για την αντιπαραβολή δακτυλικών αποτυπωμάτων για την αποτελεσματική εφαρμογή της σύμβασης του Δουβλίνου περί καθορισμού του κράτους που είναι υπεύθυνο για την εξέταση αίτησης παροχής ασύλου που υποβάλλεται σε ένα από τα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Εκτός από τις προτάσεις για τη θέσπιση των προαναφερθεισών πράξεων που εγκρίθηκαν από το Συμβούλιο, η Επιτροπή εξέδωσε: * στις 24 Μαΐου 2000, πρόταση οδηγίας του Συμβουλίου σχετικά με τις ελάχιστες προδιαγραφές παροχής προσωρινής προστασίας σε περίπτωση μαζικής συρροής εκτοπισθέντων, με βάση την αρχή της αλληλεγγύης μεταξύ κρατών μελών. * στις 20 Σεπτεμβρίου 2000, πρόταση οδηγίας του Συμβουλίου για τις ελάχιστες προδιαγραφές για τις διαδικασίες με τις οποίες τα κράτη μέλη χορηγούν και ανακαλούν το καθεστώς του πρόσφυγα. * στις 22 Νοεμβρίου 2000, ανακοίνωση για κοινή διαδικασία ασύλου και ενιαίο καθεστώς που να ισχύει σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση για εκείνους στους οποίους έχει χορηγηθεί άσυλο. Όπως προαναγγέλλεται στον πίνακα αποτελεσμάτων για την παρακολούθηση της προόδου όσον αφορά τη δημιουργία χώρου ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης στην Ευρωπαϊκή Ένωση, ο οποίος εγκρίθηκε από το Συμβούλιο στις 27 Μαρτίου 2000, η Επιτροπή προτείνει σήμερα, δηλαδή στις αρχές του 2001, μία οδηγία του Συμβουλίου σχετικά με τις ελάχιστες απαιτήσεις για την υποδοχή των προσώπων που ζητούν άσυλο στα κράτη μέλη. Η παρούσα πρόταση έχει καταρτισθεί με βάση μια σειρά προπαρασκευαστικών εργασιών και έναν όγκο σχετικού υλικού τεκμηρίωσης. Η Επιτροπή ανέθεσε την εκπόνηση μελέτης, η οποία υποβλήθηκε στις αρχές Νοεμβρίου του 2000, «σχετικά με το νομικό πλαίσιο και τις διοικητικές πρακτικές που ισχύουν στα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τις συνθήκες υποδοχής των προσώπων που ζητούν άσυλο, των εκτοπισμένων και των υπόλοιπων προσώπων που ζητούν διεθνή προστασία». Τον Ιούνιο του 2000, η γαλλική αντιπροσωπία υπέβαλε έγγραφο προς συζήτηση σχετικά με τις συνθήκες υποδοχής των προσώπων που ζητούν άσυλο. Ακολούθησε η έγκριση των σχετικών συμπερασμάτων από το Συμβούλιο του Δεκεμβρίου. Στα τέλη Ιουλίου του 2000, η Ύπατη Αρμοστία των Ηνωμένων Εθνών για τους Πρόσφυγες (στο εξής: «UNHCR») εξέδωσε βαρυσήμαντη μελέτη για το ίδιο θέμα. Τον Δεκέμβριο του 2000 η Επιτροπή έκρινε σκόπιμη τη διεξαγωγή διμερών διαβουλεύσεων με τα κράτη μέλη, επί τη βάσει ενός εγγράφου προς συζήτηση σχετικά με τη μελλοντική κοινοτική πράξη που θα διέπει τις συνθήκες υποδοχής των προσώπων που ζητούν άσυλο στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Εκτός από τα κράτη μέλη, η Επιτροπή πραγματοποίησε ειδικές διαβουλεύσεις με την UNHCR και με μερικές από τις πλέον αρμόδιες για το θέμα μη κυβερνητικές οργανώσεις. Τα Συμπεράσματα του Συμβουλίου του Δεκεμβρίου, η μελέτη σχετικά με τις συνθήκες υποδοχής καθώς και οι γραπτές και προφορικές παρατηρήσεις επί του εγγράφου προς συζήτηση της Επιτροπής αποτέλεσαν τα «θεμέλια» για την κατάρτιση της παρούσας πρότασης. Επίσης ελήφθησαν υπόψη η μελέτη της UNHCR, η 4η Έκθεση του Δανικού Συμβουλίου για τους Πρόσφυγες με θέμα τους νομικούς και κοινωνικούς όρους που ισχύουν για τους αιτούντες άσυλο και τους πρόσφυγες στις δυτικοευρωπαϊκές χώρες, καθώς και οι υπάρχοντες κανόνες μειωμένης νομικής ισχύος (πρωτίστως το ψήφισμα του Συμβουλίου του 1997 σχετικά με τους ασυνόδευτους ανηλίκους υπηκόους τρίτων χωρών). Τέλος, δόθηκε προσοχή στο σχέδιο κοινής δράσης σχετικά με τις συνθήκες υποδοχής των προσώπων που ζητούν άσυλο, το οποίο υπεβλήθη μεν από την ισπανική Προεδρία το 1995, αλλά ουδέποτε ενεκρίθη. 2. Οι στόχοι τησ πρότασησ Με την παρούσα πρόταση οδηγίας, η Επιτροπή επιδιώκει να επιτύχει τους εξής στόχους: 1. εφαρμογή του άρθρου 63, πρώτο εδάφιο, σημείο (1), στοιχείο β) της συνθήκης, της παραγράφου 36(β)(V) του Προγράμματος Δράσης της Βιέννης, του Συμπεράσματος αριθ. 14 του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου του Τάμπερε και του δεύτερου σκέλους της παραγράφου για τη θέσπιση δίκαιης και αποτελεσματικής διαδικασίας χορήγησης ασύλου, που περιλαμβάνεται στον «Πίνακα αποτελεσμάτων» που υποβλήθηκε στο Συμβούλιο και στο Κοινοβούλιο τον Μάρτιο του 2000. 2. θέσπιση ελάχιστων απαιτήσεων για τις συνθήκες υποδοχής των προσώπων που ζητούν άσυλο στην Ευρωπαϊκή Ένωση. οι συνθήκες αυτές πρέπει κανονικά να αρκούν για τη διασφάλιση αξιοπρεπούς επιπέδου διαβίωσης των ενδιαφερομένων. 3. προσδιορισμός των διαφόρων συνθηκών υποδοχής που δικαιούνται οι αιτούντες άσυλο στα διάφορα στάδια ή στο πλαίσιο των διαφόρων ειδών διαδικασίας χορήγησης ασύλου, καθώς επίσης σε σχέση με ομάδες με ειδικές ανάγκες, όπως είναι οι ανήλικοι. προσδιορισμός των προϋποθέσεων αποκλεισμού, μείωσης και αναθεώρησης των συνθηκών αυτών. 4. επεξεργασία των πιθανών μέτρων με σκοπό τη βελτίωση της αποτελεσματικότητας των εθνικών συστημάτων υποδοχής. 5. περιορισμός των δευτερογενών μετακινήσεων των αιτούντων άσυλο οι οποίες επηρεάζονται αποκλειστικά και μόνο από την ανομοιογένεια των κανόνων που ισχύουν για τις συνθήκες υποδοχής. 6. λήψη μέριμνας ώστε να εξασφαλίζονται συγκρίσιμοι όροι διαβίωσης σε όλα τα κράτη μέλη για τα πρόσωπα που ζητούν άσυλο, δεδομένου ότι, σύμφωνα με τη σύμβαση του Δουβλίνου, τα πρόσωπα αυτά δεν έχουν το δικαίωμα να επιλέξουν το κράτος μέλος που θα εξετάσει την αίτησή τους. 3. Επισκόπηση των απαιτήσεων που προβλέπονται στην πρόταση Η παρούσα πρόταση απαρτίζεται από πέντε βασικές δέσμες κανόνων: (α) Η πρώτη ενότητα διατάξεων περιλαμβάνει τις κατεξοχήν γενικές διατάξεις της πρότασης, περιλαμβανομένου του στόχου και του πεδίου εφαρμογής της. επίσης περιέχει τους ορισμούς των εννοιών που έχουν σημασία για τη σαφή κατανόηση της πρότασης. (β) Η δεύτερη ενότητα κανόνων επικεντρώνεται στις συνθήκες υποδοχής που πρέπει να παρέχονται σε όλα τα στάδια και στο πλαίσιο όλων των τύπων διαδικασίας χορήγησης ασύλου (ενημέρωση, χορήγηση επίσημων εγγράφων, ελευθερία μετακίνησης, στέγαση, σίτιση, ρουχισμός, χρηματικό βοήθημα για τα καθημερινά έξοδα, ενότητα της οικογένειας, ιατρική περίθαλψη, σχολική εκπαίδευση για τους ανήλικους). Επιπλέον, η αρχή ότι κανείς δεν πρέπει να στερείται κανονικές συνθήκες διαβίωσης για υπερβολικά μεγάλο χρονικό διάστημα αποτελεί το έρεισμα των διατάξεων βάσει των οποίων τα κράτη μέλη οφείλουν σε γενικές γραμμές να μην αρνούνται ορισμένες συνθήκες υποδοχής όταν οι αιτούντες άσυλο δεν ευθύνονται για τη χρονική διάρκεια της σχετικής διαδικασίας και η διαδικασία που τους αφορά έχει ήδη διαρκέσει επί μεγάλο χρονικό διάστημα (πρόσβαση στην αγορά εργασίας και σε επαγγελματική κατάρτιση). (γ) Σε μία τρίτη ενότητα κανόνων καθορίζονται οι προδιαγραφές (ή ελάχιστες απαιτήσεις) για ορισμένες συνθήκες υποδοχής (υλικές συνθήκες υποδοχής και ιατρική περίθαλψη) τις οποίες τα κράτη μέλη είναι υποχρεωμένα να παρέχουν. Η τακτική που προτείνεται στην πρόταση είναι αρκετά ευέλικτη ώστε κάθε κράτος μέλος να μπορεί να διατηρεί σημαντικά περιθώρια ελιγμών κατά την υλοποίηση των εν λόγω ελάχιστων απαιτήσεων. Η γενική αρχή είναι ότι οι συνθήκες διαβίωσης των αιτούντων άσυλο πρέπει σε κάθε περίπτωση να είναι αξιοπρεπείς και ότι πρέπει να βελτιώνονται οσάκις η αίτηση χορήγησης ασύλου μπορεί να θεωρηθεί παραδεκτή και όχι προδήλως αβάσιμη ή οσάκις η σχετική διαδικασία διαρκεί επί υπερβολικά μεγάλο χρονικό διάστημα. Όταν ο αιτών άσυλο ανήκει σε κάποια ομάδα ατόμων με ειδικές ανάγκες ή όταν κρατείται, οι συνθήκες υποδοχής πρέπει να είναι ικανές να καλύψουν τις ειδικές ανάγκες του. (δ) Η τέταρτη ενότητα κανόνων περιλαμβάνει τις διατάξεις σχετικά με τον περιορισμό ή την ανάκληση του δικαιώματος σε μερικές ή και όλες τις συνθήκες υποδοχής, καθώς και τη δυνατότητα επανεξέτασης από δικαστήριο της απόφασης περί περιορισμού ή ανάκλησης συνθηκών υποδοχής. Στόχος των κανόνων αυτών είναι να διασφαλιστεί η μη κατάχρηση του συστήματος υποδοχής. Εντούτοις, επειδή ο περιορισμός ή η ανάκληση συνθηκών υποδοχής ενδέχεται να επηρεάσει το επίπεδο διαβίωσης των αιτούντων και την ικανότητά τους να αξιοποιούν αποτελεσματικά τις διαδικαστικές εγγυήσεις που τους παρέχονται, έχει κεφαλαιώδη σημασία να παρέχεται η δυνατότητα επανεξέτασης των αποφάσεων σχετικά με τα ζητήματα αυτά. (ε) Τέλος, η πρόταση περιλαμβάνει αρκετούς κανόνες με σκοπό να διασφαλισθεί η πλήρης εφαρμογή της καθώς και η βελτίωση των εθνικών συστημάτων υποδοχής. Η επίτευξη των τελικών στόχων της μελλοντικής οδηγίας προϋποθέτει τον έλεγχο, την επανεξέταση και την προσαρμογή των μηχανισμών που θα θεσπισθούν με σκοπό ακριβώς την επίτευξη των εν λόγω στόχων, διότι με τον τρόπο αυτό θα εξασφαλισθεί ότι πράγματι θα προκύψουν τα αναμενόμενα αποτελέσματα. Η διαδικασία αυτή πρέπει να διεξαχθεί σε ποικίλα επίπεδα. Σε εθνικό επίπεδο, χρειάζεται ο προσανατολισμός, η παρακολούθηση και ο έλεγχος του συστήματος, καθώς και η πρόβλεψη της δυνατότητας βελτίωσής του και διόρθωσης των στοιχείων εκείνων που αποτελούν παράγοντα αναποτελεσματικότητας. Πέραν αυτού, είναι σημαντικό να καθορισθούν εθνικά σημεία επαφής και να ληφθούν κατάλληλα μέτρα με στόχο τη μεθόδευση άμεσης συνεργασίας και ανταλλαγής πληροφοριών μεταξύ των αρμόδιων αρχών. Σε επίπεδο Κοινότητας, έχει σημασία να αξιολογείται κατά πόσο επιτυγχάνονται πράγματι οι στόχοι της παρούσας οδηγίας ή κατά πόσον υπάρχουν περιθώρια βελτίωσης. Εκτιμάται ότι η συγκεκριμένη ανάγκη θα καλυφθεί χάρη στο σύστημα αναφοράς που περιλαμβάνεται στην πρόταση. Τέλος, σε ό,τι αφορά τη γενική στάση της κοινής γνώμης απέναντι στα πρόσωπα που ζητούν άσυλο, είναι σαφές ότι οι πολιτικές και κοινωνικές αντιλήψεις γύρω από τα ζητήματα που άπτονται του ασύλου, τόσο από την πλευρά της κοινής γνώμης εν γένει όσο και, ειδικότερα, από την πλευρά των τοπικών κοινοτήτων, επηρεάζουν σε μεγάλο βαθμό την ποιότητα ζωής των αιτούντων άσυλο. Η παρούσα οδηγία δεν επιβάλλει λεπτομερείς υποχρεώσεις στα κράτη μέλη, αλλά καθορίζει τους επιδιωκτέους στόχους (προκειμένου να διευκολυνθεί η ανάπτυξη αρμονικών σχέσεων μεταξύ των τοπικών κοινοτήτων και των κέντρων υποδοχής και φιλοξενίας που βρίσκονται εντός των γεωγραφικών τους ορίων). Η Επιτροπή από την πλευρά της σχεδιάζει τη σύσταση επιτροπής επαφών. Η επιτροπή επαφών θα διευκολύνει τη μεταφορά της οδηγίας στη νομοθεσία των κρατών μελών και, στη συνέχεια, την εφαρμογή της μέσω τακτικών διαβουλεύσεων σχετικά με όλα τα πρακτικά προβλήματα που ενδέχεται να προκύψουν κατά την εφαρμογή της. Θα συμβάλει στην αποφυγή της αλληλεπικάλυψης προσπαθειών κατά τη θέσπιση κοινών απαιτήσεων. Εξάλλου, η εν λόγω επιτροπή θα διευκολύνει τις διαβουλεύσεις ανάμεσα στα κράτη μέλη όσον αφορά τις απαιτήσεις υποδοχής των αιτούντων άσυλο που τα κράτη μέλη μπορούν να θεσπίσουν σε εθνικό επίπεδο. Αυτό θα συνέβαλε κατά πολύ στη συγκρότηση κοινού ευρωπαϊκού συστήματος ασύλου, όπως προβλέπεται στα Συμπεράσματα της Προεδρίας στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο του Τάμπερε του Οκτωβρίου 1999. Τέλος, η επιτροπή επαφών θα συμβουλεύει την Επιτροπή, εάν χρειάζεται, για τις τυχόν επιβεβλημένες προσθήκες και τροποποιήσεις της παρούσας οδηγίας ή για τις τυχόν προσαρμογές που κρίνονται αναγκαίες. 4. Επιλογh της νομιkhς βaσης Η επιλογή της νομικής βάσης συνάδει με τις τροποποιήσεις που επήλθαν στη συνθήκη περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας με τη συνθήκη του Άμστερνταμ, η οποία άρχισε να ισχύει την 1η Μαΐου 1999. Το άρθρο 63, πρώτο εδάφιο, σημείο (1), στοιχείο β) της συνθήκης ΕΚ προβλέπει ότι το Συμβούλιο θεσπίζει μέτρα περί ασύλου, σύμφωνα με τη σύμβαση της Γενεύης της 28ης Ιουλίου 1951 και με το Πρωτόκολλο της 31ης Ιανουαρίου 1967 περί του Καθεστώτος των Προσφύγων, και σύμφωνα με άλλες σχετικές συμβάσεις στον τομέα των ελάχιστων απαιτήσεων για την υποδοχή των αιτούντων άσυλο στα κράτη μέλη. Συνεπώς, το άρθρο 63 αποτελεί την ενδεδειγμένη νομική βάση για την υποβολή πρότασης σχετικά με την καθιέρωση ελάχιστων απαιτήσεων για τις συνθήκες υποδοχής των αιτούντων άσυλο στα κράτη μέλη. Ο Τίτλος IV της συνθήκης ΕΚ δεν εφαρμόζεται στο Ηνωμένο Βασίλειο και στην Ιρλανδία, εκτός εάν τα εν λόγω κράτη μέλη αποφασίσουν διαφορετικά σύμφωνα με τη διαδικασία που καθορίζεται στο Πρωτόκολλο σχετικά με τη θέση του Ηνωμένου Βασιλείου και της Ιρλανδίας που προσαρτάται στις συνθήκες. Ο Τίτλος IV δεν εφαρμόζεται ούτε στη Δανία, δυνάμει του Πρωτοκόλλου σχετικά με τη θέση της Δανίας που προσαρτάται στις συνθήκες. 5. Επικουρικοτητα και αναλογικοτητα: αιτιολογηση και προστιθεμενη αξια Επικουρικότητα Η προσθήκη του νέου Τίτλου IV (Θεωρήσεις, άσυλο, μετανάστευση και λοιπές πολιτικές σχετικές με την ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων) στη συνθήκη περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας αποδεικνύει τη βούληση των Υψηλών Συμβαλλομένων Μερών να αναθέσουν στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα εξουσίες στους εν λόγω τομείς. Αλλά η Ευρωπαϊκή Κοινότητα δεν έχει αποκλειστικές εξουσίες εν προκειμένω. Συνεπώς, ακόμη και αν διαθέτει την πολιτική βούληση να εφαρμόσει κοινή πολιτική για το άσυλο και τη μετανάστευση, οφείλει να ενεργεί σύμφωνα με το άρθρο 5 της συνθήκης ΕΚ, δηλαδή η Κοινότητα μπορεί να επεμβαίνει μόνον εάν και στο βαθμό που οι στόχοι της προτεινόμενης ενέργειας δεν είναι δυνατό να επιτευχθούν σε ικανοποιητικό βαθμό από τα κράτη μέλη, οπότε, λόγω των διαστάσεων ή των συνεπειών της προτεινόμενης ενέργειας, μπορούν να επιτευχθούν κατά καλύτερο τρόπο από την Κοινότητα. Η προτεινόμενη οδηγία πληροί τα κριτήρια αυτά. Η εγκαθίδρυση ενός χώρου ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης συνεπάγεται τη θέσπιση μέτρων σχετικών με το άσυλο. Ειδικός στόχος της παρούσας πρωτοβουλίας είναι η θέσπιση ελάχιστων απαιτήσεων για τις συνθήκες υποδοχής των αιτούντων άσυλο στα κράτη μέλη. Οι απαιτήσεις που καθορίζονται στη παρούσα πρόταση πρέπει να μπορούν να εφαρμοσθούν με την παροχή ελάχιστων συνθηκών σε όλα τα κράτη μέλη. Η θέσπιση ελάχιστων κοινοτικών απαιτήσεων πρέπει να γίνει με τη διαδικασία που προτείνεται στο παρόν έγγραφο. Θα συντελέσουν στον περιορισμό των δευτερογενών μετακινήσεων των αιτούντων άσυλο ως αποτέλεσμα της ανομοιογένειας των συνθηκών υποδοχής στα κράτη μέλη. Στο εξής, θα περιορισθεί η τάση των αιτούντων άσυλο να επιλέγουν τη χώρα προορισμού τους με κριτήριο τις συνθήκες υποδοχής που ισχύουν σε αυτή. Η συνεχιζόμενη ανυπαρξία απαιτήσεων όσον αφορά τις συνθήκες υποδοχής θα επηρέαζε αρνητικά την αποτελεσματικότητα των άλλων μέσων που σχετίζονται με το άσυλο. Αντιστρόφως, αφ' ης στιγμής θεσπισθούν ελάχιστες απαιτήσεις για τις συνθήκες υποδοχής, θα δικαιολογείται πλήρως η εφαρμογή, μεταξύ άλλων, αποτελεσματικού συστήματος μέσω του οποίου θα καθορίζεται ποιο κράτος μέλος είναι αρμόδιο για την εξέταση της εκάστοτε αίτησης ασύλου. Οι αιτούντες άσυλο που δεν μπορούν να επιλέξουν με πλήρη ελευθερία τον τόπο όπου θα υποβάλουν την αίτησή τους θα πρέπει να μπορούν να υπολογίζουν στις ίδιες ελάχιστες απαιτήσεις υποδοχής σε οποιοδήποτε κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η αρχή ότι ένα μόνο κράτος μέλος είναι αρμόδιο να εξετάσει την εκάστοτε αίτηση χορήγησης ασύλου θα γίνει δικαιότερη για τους αιτούντες άσυλο αν για τις συνθήκες υποδοχής των προσώπων αυτών ισχύουν οι ίδιες ελάχιστες απαιτήσεις σε όλα τα κράτη μέλη. Συγχρόνως, οι ελάχιστες απαιτήσεις για τις συνθήκες υποδοχής θα μπορούσαν να περιορίσουν τη σημασία ενός από τους παράγοντες που επηρεάζουν τις δευτερογενείς μετακινήσεις στο εσωτερικό της Ένωσης και να συμβάλουν έτσι στην παγίωση της αποτελεσματικότητας των μηχανισμών βάσει των οποίων επιλέγεται το αρμόδιο κράτος μέλος. Η θέσπιση κοινών ελάχιστων απαιτήσεων για τις συνθήκες υποδοχής των αιτούντων άσυλο είναι ένα μέσο θεμελιώδους σημασίας προκειμένου να καταστούν αποτελεσματικότερα τα εθνικά συστήματα ασύλου και να γίνει πιο χειροπιαστό το κοινό ευρωπαϊκό σύστημα ασύλου. Αναλογικότητα Η μορφή της κοινοτικής δράσης πρέπει να είναι η απλούστερη που απαιτείται για την επίτευξη των στόχων της πρότασης και για την όσο το δυνατόν αποτελεσματικότερη εφαρμογή της. Βάσει αυτής της λογικής, η νομική πράξη που επιλέγεται είναι μια οδηγία η οποία καθιστά δυνατή τη θέσπιση ελάχιστων απαιτήσεων, ενώ αφήνει τις εθνικές αρχές ελεύθερες να επιλέξουν την καταλληλότερη μορφή και μέθοδο για την εφαρμογή της στο εκάστοτε εθνικό σύστημα κοινωνικής πρόνοιας και γενικό πλαίσιο. Η πρόταση εστιάζεται σε ένα σύνολο ελάχιστων απαιτήσεων που είναι απολύτως αναγκαίες για τη συνοχή της σχεδιαζόμενης ενέργειας, χωρίς να προβλέπει απαιτήσεις για τις άλλες πτυχές του δικαιώματος ασύλου. Σε αρκετές περιπτώσεις προτείνονται διαφορετικά μεθοδολογικά πρότυπα και παρέχεται στα κράτη μέλη η ευχέρεια να επιλέξουν εκείνο που θεωρούν ως το πλέον κατάλληλο για τα εθνικά τους δεδομένα. Σε άλλες περιπτώσεις, η πρόταση προβλέπει προθεσμίες αντίστοιχες με εκείνες που προβλέπονται στην πρόταση οδηγίας σχετικά με τις ελάχιστες προδιαγραφές για τις κοινές διαδικασίες χορήγησης ασύλου (COM(2000)578), ούτως ώστε να εξασφαλίζεται η συνεκτικότητα στο εσωτερικό του κοινού ευρωπαϊκού συστήματος ασύλου. Τέλος, αρκετοί από τους κανόνες επιτάσσουν απλώς στα κράτη μέλη να συμμορφωθούν με ορισμένους στόχους (π.χ. τα κράτη μέλη καλούνται να λαμβάνουν υπόψη την προβληματική της προστασίας των προσώπων με ειδικές ανάγκες κατά την κατάρτιση της εθνικής νομοθεσίας σχετικά με την ψυχολογική και ιατρική περίθαλψη των προσώπων αυτών και τις υλικές συνθήκες υποδοχής), αλλά παραχωρείται στα κράτη μέλη πλήρης ελευθερία επιλογής των μέσων επίτευξης αυτού του στόχου. Κατά συνέπεια, η πρόταση περιορίζεται αυστηρά σε ό,τι είναι αναγκαίο για την επίτευξη του στόχου της οδηγίας. ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ ΤΩΝ ΑΡΘΡΩΝ Κεφάλαιο I : Αντικείμενο, ορισμοί και πεδίο εφαρμογής Άρθρο 1 Το άρθρο αυτό ορίζει τον σκοπό της οδηγίας. Οι συνθήκες υποδοχής των προσώπων που ζητούν άσυλο στα κράτη μέλη υπόκεινται στις ελάχιστες απαιτήσεις που προβλέπει η οδηγία. Άρθρο 2 Το άρθρο αυτό περιέχει τους ορισμούς των διαφόρων εννοιών και όρων που χρησιμοποιούνται στις διατάξεις της πρότασης. (α) Στο σύνολο της πρότασης, ο όρος "σύμβαση της Γενεύης" αναφέρεται στη σύμβαση περί του καθεστώτος των προσφύγων της 28ης Ιουλίου 1951, όπως συμπληρώθηκε με το Πρωτόκολλο της Νέας Υόρκης της 31ης Ιανουαρίου 1967. Όλα τα κράτη μέλη είναι συμβαλλόμενα μέρη σε αμφότερα κείμενα χωρίς χρονικό ή γεωγραφικό περιορισμό. (β) Ο όρος "αίτηση χορήγησης ασύλου" ορίζεται σε συνάρτηση με τον ορισμό του πρόσφυγα στη σύμβαση της Γενεύης. Κάθε αίτηση για προστασία που υποβάλλει ένας υπήκοος τρίτης χώρας ή ένας άπατρις στα σύνορα ή στο έδαφος των κρατών μελών θεωρείται ότι εμπίπτει στις διατάξεις της σύμβασης της Γενεύης, εκτός εάν ο ενδιαφερόμενος ζητεί ρητά κάποια άλλη μορφή προστασίας, εφόσον στο οικείο κράτος μέλος ισχύει ξεχωριστή διαδικασία για τον σκοπό αυτό. Η αναφορά στις έννοιες των υπηκόων τρίτης χώρας και των απάτριδων αποκλείει από το πεδίο εφαρμογής της παρούσας οδηγίας τους πολίτες της Ευρωπαϊκής Ένωσης που υποβάλλουν αίτηση για τη χορήγηση ασύλου. (γ) Η ιδιότητα του αιτούντος άσυλο ορίζεται σε σχέση με τη διαδικασία που οδηγεί στην έκδοση τελεσίδικης απόφασης όσον αφορά το καθεστώς του πρόσφυγα. Κάθε ενήλικο μέλος της οικογένειας μπορεί να έχει την ιδιότητα του αιτούντος άσυλο δεδομένου ότι, σύμφωνα με την οδηγία για τις ελάχιστες προδιαγραφές για τις διαδικασίες με τις οποίες τα κράτη μέλη χορηγούν και ανακαλούν το καθεστώς του πρόσφυγα, ακόμη και όταν κάποιος έχει υποβάλει αίτηση εξ ονόματος και των μελών της οικογενείας του που τον συνοδεύουν, ο κάθε ενήλικας από τα εν λόγω μέλη της οικογενείας πρέπει να ενημερωθεί κατ' ιδίαν σχετικά με το δικαίωμα υποβολής αυτοτελούς αίτησης χορήγησης ασύλου. (δ) Η έννοια των «μελών της οικογενείας» συμπίπτει με την έννοια που απαντά στο άρθρο 13 της πρότασης οδηγίας σχετικά με τις ελάχιστες απαιτήσεις για την προσωρινή προστασία. Το εν λόγω άρθρο αναφέρεται στις προϋποθέσεις που ισχύουν για τη διατήρηση της οικογενειακής ενότητας κατά τον χρόνο παροχής της προσωρινής προστασίας. Κρίνεται σκόπιμη η εφαρμογή της ίδιας έννοιας και στην παρούσα οδηγία, διότι το καθεστώς του αιτούντος άσυλο είναι και αυτό, εξ ορισμού, προσωρινό. i. Η υποπαράγραφος αυτή αφορά τους ή τις συζύγους και τα πρόσωπα που συμβιώνουν σε ελεύθερη ένωση (τα οποία ενδέχεται να είναι του ιδίου φύλου). Η διάταξη για τα πρόσωπα που συμβιώνουν σε ελεύθερη ένωση εφαρμόζεται μόνο στα κράτη μέλη στα οποία τα άγαμα ζευγάρια αντιμετωπίζονται από νομική άποψη όπως και τα ζευγάρια που έχουν τελέσει γάμο. Αυτή η διάταξη δεν δημιουργεί καμία ουσιαστική εναρμόνιση των εθνικών κανόνων που αφορούν την αναγνώριση των άγαμων ζευγαριών. απλώς επιτρέπει την εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχείρισης. Προκειμένου να αποφευχθούν ενδεχόμενες καταχρήσεις, τα πρόσωπα που συμβιώνουν σε ελεύθερη ένωση πρέπει να διατηρούν σταθερή σχέση η οποία να τεκμηριώνεται με στοιχεία που αποδεικνύουν τη συγκατοίκηση ή με αξιόπιστες μαρτυρίες. ii. Η υποπαράγραφος αυτή αφορά τα ανύπανδρα και μη ανεξάρτητα τέκνα των παντρεμμένων ή άγαμων ζευγαριών, χωρίς να έχει σημασία αν τα τέκνα είναι ανήλικα. Δεν προβλέπεται καμία διάκριση για την αντιμετώπιση των τέκνων που έχουν γεννηθεί εκτός γάμου ή προέρχονται από προηγούμενο γάμο ή είναι υιοθετημένα. Συνεπώς, τα ανύπανδρα τέκνα που έχουν ενηλικιωθεί εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής υπό την προϋπόθεση ότι δεν είναι ανεξάρτητα, είτε επειδή αντικειμενικά αδυνατούν να ικανοποιήσουν τις ανάγκες τους είτε εξαιτίας της κατάστασης της υγείας τους. iii. Η υποπαράγραφος αυτή αφορά τα μέλη της οικογενείας που δεν καλύπτονται ακόμη, υπό την προϋπόθεση ότι εξαρτώνται από τα υπόλοιπα μέλη της οικογενείας. Τα πρόσωπα αυτά πρέπει επομένως αντικειμενικά να αδυνατούν να ικανοποιήσουν τις ανάγκες τους ή να αντιμετωπίζουν σοβαρά προβλήματα υγείας ή να έχουν βιώσει ιδιαίτερα τραυματικές εμπειρίες. Στην κατηγορία αυτή εμπίπτουν τα εγγόνια, οι παππούδες, οι γιαγιάδες, οι προπαππούδες, οι προγιαγιάδες ή άλλοι ενήλικες οι οποίοι εξαρτώνται από τα υπόλοιπα μέλη της οικογενείας. (ε) Η έννοια των συνοδευόντων μελών της οικογενείας ορίζεται σε συνάρτηση με τον ορισμό των μελών της οικογενείας που προβλέπεται στην παράγραφο (δ) και με το γεγονός ότι η παρουσία τους στη χώρα υποδοχής σχετίζεται με την αίτηση χορήγησης ασύλου. Με τον τρόπο αυτό αποκλείονται από το πεδίο εφαρμογής των διατάξεων της οδηγίας περί ενοποίησης των οικογενειών τα τυχόν μέλη της οικογενείας τα οποία βρίσκονται στη χώρα υποδοχής για διαφορετικούς λόγους (π.χ. για εργασία) ή τα οποία βρίσκονται σε ένα άλλο κράτος μέλος ή σε κάποια τρίτη χώρα. (στ) "Πρόσφυγας" είναι το πρόσωπο που πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 1(A) της σύμβασης της Γενεύης. (ζ) Σύμφωνα με τη διατύπωση του άρθρου 63 παράγραφος 1 της συνθήκης ΕΚ, με τον όρο "καθεστώς πρόσφυγα" νοείται το καθεστώς που χορηγεί ένα κράτος μέλος σε ένα πρόσωπο που είναι πρόσφυγας και γίνεται δεκτό υπό αυτή την ιδιότητα στο έδαφος του εν λόγω κράτους. (η) Οι διαδικασίες που προβλέπονται στο σύνολο της οδηγίας καθορίζονται στην οδηγία για τις ελάχιστες προδιαγραφές για τις διαδικασίες με τις οποίες τα κράτη μέλη χορηγούν και ανακαλούν το καθεστώς του πρόσφυγα. (θ) Η έννοια του "ασυνόδευτου ανηλίκου" προέρχεται από τον ορισμό που περιλαμβάνεται στο ψήφισμα του Συμβουλίου της 26ης Ιουλίου 1997 σχετικά με τους ασυνόδευτους ανηλίκους που είναι υπήκοοι τρίτων χωρών. (ι) Η έννοια των "συνθηκών υποδοχής" καλύπτει ολόκληρη τη δέσμη μέτρων που τα κράτη μέλη θέτουν σε εφαρμογή δυνάμει της παρούσας οδηγίας (συνεπώς δεν εμπίπτουν στην έννοια αυτή τα μέτρα διαδικαστικού χαρακτήρα) υπέρ των αιτούντων άσυλο και τα οποία σχετίζονται με την εξέταση της αίτησής τους. (κ) Ο όρος "υλικές συνθήκες υποδοχής" καλύπτει όλες τις μορφές υλικής βοήθειας που τα κράτη μέλη παρέχουν στους αιτούντες άσυλο, δηλαδή τη στέγη, την τροφή, το ρουχισμό και τα βοηθήματα για τα καθημερινά έξοδα. (λ) Ο όρος "κράτηση" καλύπτει οποιονδήποτε περιορισμό ενός αιτούντος άσυλο από κράτος μέλος σε οριοθετημένο χώρο όπου η ελευθερία μετακίνησής του περιορίζεται σημαντικά. (μ) Τα χαρακτηριστικά που καθιστούν έναν χώρο "κέντρο φιλοξενίας" είναι τα εξής: στον χώρο αυτό πρέπει να διαμένουν αποκλειστικά και μόνο πρόσωπα που έχουν ζητήσει άσυλο και τα μέλη της οικογενείας τους που τα συνοδεύουν. η στέγαση που παρέχεται εκεί πρέπει να είναι ομαδική (συνεπώς αποκλείονται τα μεμονωμένα διαμερίσματα και τα δωμάτια ξενοδοχείου). Όσο πιο μεγάλη είναι η προβλεπόμενη διάρκεια της παραμονής, τόσο πιο ευρείες πρέπει να είναι οι υπηρεσίες και οι εγκαταστάσεις που τίθενται στη διάθεση των αιτούντων και των συνοδευόντων μελών της οικογενείας τους. (ν) Για να γίνει δεκτό ότι ένας χώρος αποτελεί "κέντρο κράτησης" αρκεί το ότι ο χώρος αυτός χρησιμοποιείται για τη διαμονή αιτούντων και συνοδευόντων μελών της οικογενείας τους υπό συνθήκες σημαντικού περιορισμού της ελευθερίας μετακίνησης των προσώπων αυτών. Συνεπώς, ως κέντρα κράτησης κατά την έννοια της οδηγίας είναι δυνατό να θεωρηθούν επίσης οι χώροι που δημιουργούνται ειδικά με σκοπό τη στέγαση των αιτούντων άσυλο και των συνοδευόντων μελών της οικογενείας τους κατά τη διάρκεια της εξέτασης της αίτησης που έχουν υποβάλει στο πλαίσιο διαδικασίας που οδηγεί στη λήψη απόφασης για το κατά πόσο έχουν το δικαίωμα να εισέλθουν νομίμως στο έδαφος ενός κράτους μέλους. Το ίδιο ισχύει για τα κέντρα φιλοξενίας από τα οποία οι αιτούντες άσυλο και τα συνοδεύοντα μέλη της οικογενείας τους δεν έχουν, καταρχήν, το δικαίωμα να εξέλθουν. Άρθρο 3 Αυτό το άρθρο αφορά το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας. 1) Με τη χρήση του όρου "υπήκοοι τρίτων χωρών και απάτριδες" αντί του όρου "πρόσωπα" η παράγραφος αυτή καθιστά σαφές ότι οι διατάξεις της οδηγίας ισχύουν μόνο για τους υπηκόους τρίτων χωρών και τους απάτριδες και όχι για τους κοινοτικούς υπηκόους. Για αυτούς τους τελευταίους ισχύουν οι συνήθεις συναφείς διατάξεις σχετικά με την πρόνοια και την ελευθερία κυκλοφορίας των κοινοτικών υπηκόων. Δυνάμει της παραγράφου αυτής, οι διατάξεις της οδηγίας εφαρμόζονται επίσης όταν λαμβάνονται αποφάσεις όσον αφορά το παραδεκτό ή/και την ουσία μιας αίτησης ασύλου στο πλαίσιο διαδικασίας που οδηγεί στη λήψη απόφασης για το κατά πόσο ένας αιτών έχει το δικαίωμα να εισέλθει νομίμως στο έδαφος ενός κράτους μέλους. Επομένως, η παρούσα πρόταση καλύπτει πλήρως τις συνθήκες υποδοχής των υπηκόων τρίτων χωρών και των απάτριδων για τους οποίους διεξάγεται κάποια από τις καλούμενες «συνοριακές» διαδικασίες. 2) Η οδηγία δεν ισχύει για τους υπηκόους τρίτων χωρών και τους απάτριδες που υποβάλλουν αίτηση για τη χορήγηση διπλωματικού ή εδαφικού ασύλου στις αντιπροσωπίες των κρατών μελών. Ούτε η χορήγηση διπλωματικού ασύλου (συνήθως στη χώρα καταγωγής του αιτούντος) ούτε η (προκαταρκτική) εξέταση του εδαφικού ασύλου (συνήθως σε τρίτη χώρα), όταν η σχετική αίτηση έχει υποβληθεί σε αντιπροσωπία στα κράτη μέλη, σημαίνει ότι οι αιτούντες απολαύουν των ελάχιστων απαιτήσεων που ισχύουν για την υποδοχή στην περίπτωση των αιτήσεων χορήγησης ασύλου που υποβάλλονται στα σύνορα ή στο έδαφος των κρατών μελών. 3) Βάσει της παραγράφου αυτής, τα κράτη μέλη δύνανται επίσης να εφαρμόζουν την οδηγία για τις συνθήκες υποδοχής των υπηκόων τρίτων χωρών και των απάτριδων που υποβάλλουν αίτηση για την παροχή μορφών προστασίας μη υπαγόμενων στη σύμβαση της Γενεύης. Από τις συζητήσεις που διεξήχθησαν κατά το παρελθόν σε διάφορα επίπεδα στο πλαίσιο του Συμβουλίου σχετικά με το πεδίο εφαρμογής της μελλοντικής κοινοτικής πράξης κατέστη σαφές ότι υπήρχαν διαφορετικές εναλλακτικές δυνατότητες. Η παρούσα πρόταση εισηγείται την επιλογή της εναλλακτικής δυνατότητας βάσει της οποίας η απόφαση για το κατά πόσον η κοινοτική πράξη θα ισχύει και για τις άλλες μορφές προστασίας πρέπει να αφεθεί εξ ολοκλήρου στη διακριτική ευχέρεια κάθε κράτους μέλους. Η ρύθμιση αυτή είναι πλησιέστερη στις βουλήσεις της συνθήκης του Άμστερνταμ και στην αρχή της σταδιακής θεσμοθέτησης ενός κοινού ευρωπαϊκού συστήματος ασύλου, για το οποίο γίνεται λόγος στα Συμπεράσματα του Τάμπερε. Πέραν αυτού, συνάδει με την πρόταση οδηγίας του Συμβουλίου για τις ελάχιστες προδιαγραφές για τις διαδικασίες με τις οποίες τα κράτη μέλη χορηγούν και ανακαλούν το καθεστώς του πρόσφυγα. Εν πάση περιπτώσει, το τεκμήριο που προβλέπεται στο άρθρο 2 στοιχείο (β) της παρούσας πρότασης επιτρέπει την όσο το δυνατόν ευρύτερη εφαρμογή των διατάξεων της παρούσας οδηγίας. Άρθρο 4 Η παρούσα πρόταση οδηγίας επικεντρώνεται μόνο στις ελάχιστες απαιτήσεις για την υποδοχή των αιτούντων άσυλο. Οι συναφείς διατάξεις της συνθήκης του Άμστερναμ δεν πρέπει να ερμηνευθούν κατά τρόπο που θα σήμαινε ότι τα κράτη μέλη δεν δύνανται να παρέχουν συνθήκες υποδοχής καλύτερες από τις ελάχιστες απαιτήσεις που έχουν συμφωνηθεί στον συγκεκριμένο τομέα (είτε γενικά είτε για συγκεκριμένες κατηγορίες, όπως είναι ενδεχομένως οι αιτούντες οι οποίοι είναι συγγενείς υπηκόων της Ευρωπαϊκής Ένωσης). Αντιστοίχως, το υπόψη άρθρο ορίζει ότι τα κράτη μέλη μπορούν να παρέχουν στους αιτούντες άσυλο ευνοϊκότερες συνθήκες, υπό την προϋπόθεση ότι αυτές συμβιβάζονται με τις ελάχιστες απαιτήσεις που προβλέπονται στην παρούσα οδηγία. Κεφάλαιο ΙΙ: Γενικές διατάξεις για τις συνθήκες υποδοχής Άρθρο 5 Το άρθρο αυτό αναφέρεται στις πληροφορίες που πρέπει να παρέχονται στους αιτούντες άσυλο. 1) Η συγκεκριμένη παράγραφος, ευθυγραμμιζόμενη με τα συμπεράσματα που το Συμβούλιο ενέκρινε στις 30 Νοεμβρίου και την 1η Δεκεμβρίου, αναφέρεται στις πληροφορίες που πρέπει να παρέχονται στους αιτούντες άσυλο σχετικά με τα δικαιώματα και τα ευεργετήματα που μπορούν να αξιώσουν, αλλά και για τις υποχρεώσεις στις οποίες υπόκεινται. Είναι αναγκαίο να προβλεφθεί σαφής προθεσμία μετά από την οποία ισχύει η υποχρέωση ενημέρωσης. Ως δίκαιη προθεσμία κρίνεται η χρονική στιγμή της υποβολής της αίτησης ασύλου. Η υποχρέωση ενημέρωσης αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για να μπορούν οι αιτούντες άσυλο να αξιώνουν ό,τι δικαιούνται αλλά και να τηρούν τα καθήκοντα με τα οποία τους ζητείται να συμμορφωθούν. Οι αιτούντες πρέπει επίσης να ενημερώνονται για τις οργανώσεις ή τα πρόσωπα που παρέχουν ειδική νομική συνδρομή και για τις οργανώσεις που θα μπορούσαν ενδεχομένως να τους βοηθήσουν σε σχέση με τις προβλεπόμενες συνθήκες υποδοχής, και τούτο επειδή οι οργανώσεις αυτές ενίοτε παίζουν καταλυτικό ρόλο για την εξασφάλιση της πρακτικής πρόσβασης των αιτούντων άσυλο σε νομική συνδρομή και σε συνθήκες υποδοχής. Υπό την έννοια αυτή, η συγκεκριμένη παράγραφος αποτελεί αναγκαίο συμπλήρωμα του άρθρου 9 παράγραφος 1 της πρότασης οδηγίας για τις ελάχιστες προδιαγραφές για τις διαδικασίες με τις οποίες τα κράτη μέλη χορηγούν και ανακαλούν το καθεστώς του πρόσφυγα («Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν σε όλους τους αιτούντες άσυλο τη δυνατότητα να έρχονται σε επαφή κατά τρόπο αποτελεσματικό με οργανώσεις ή πρόσωπα που παρέχουν νομική συνδρομή σε όλα τα στάδια τη διαδικασίας»). Τέλος, η υπόψη παράγραφος επιτάσσει ρητώς την ενημέρωση των αιτούντων άσυλο σχετικά με την ύπαρξη οργανώσεων που θα μπορούσαν να τους βοηθήσουν να λύσουν προβλήματα σχετιζόμενα με την ουσιαστική πρόσβαση σε ιατρική περίθαλψη. 2) Κατά τα προβλεπόμενα στην οδηγία για τις ελάχιστες προδιαγραφές για τις διαδικασίες με τις οποίες τα κράτη μέλη χορηγούν και ανακαλούν το καθεστώς του πρόσφυγα, ακόμη και όταν κάποιος έχει υποβάλει αίτηση εξ ονόματος και των μελών της οικογενείας του που τον συνοδεύουν, ο κάθε ενήλικας από τα εν λόγω μέλη της οικογενείας πρέπει να ενημερωθεί κατ' ιδίαν σχετικά με το δικαίωμα υποβολής αυτοτελούς αίτησης χορήγησης ασύλου. 3) Η ανάγκη να παρέχονται στους αιτούντες ομοειδείς πληροφορίες σε όποιο μέρος και αν έχει υποβληθεί η σχετική αίτηση ασύλου και η ανάγκη να μπορούν οι αιτούντες να φυλάξουν τις πληροφορίες αυτές υποδηλώνει ότι οι παρεχόμενες πληροφορίες πρέπει να είναι γραπτές, να είναι κατανοητές ακόμη και από πρόσωπα τα οποία συνήθως δεν διαθέτουν νομικές γνώσεις και, στο μέτρο του δυνατού, σε γλώσσα κατανοητή στους αιτούντες άσυλο (εφόσον δεν είναι δυνατή η παροχή γραπτών πληροφοριών σε όλες τις υπάρχουσες γλώσσες). 4) Τα μαθήματα γλώσσας βοηθούν τους αιτούντες άσυλο να κατανοήσουν την κοινωνία που τους φιλοξενεί. Τα προγράμματα οικειοθελούς επαναπατρισμού μπορούν να συμβάλουν σημαντικά στην επίλυση μερικών από τα προβλήματα που συνδέονται με την επιστροφή στη χώρα καταγωγής προσώπων των οποίων έχει απορριφθεί η αίτηση ασύλου. Για τον λόγο αυτό, κρίνεται σκόπιμο να ενημερώνονται οι αιτούντες για την ύπαρξη των σχετικών δυνατοτήτων που ενδεχομένως τους παρέχονται. Άρθρο 6 Το υπόψη άρθρο ικανοποιεί τις επιταγές των συμπερασμάτων του Συμβουλίου σχετικά με τα επίσημα έγγραφα που πρέπει να χορηγούνται στους αιτούντες άσυλο. 1) Σύμφωνα με την παράγραφο αυτή τα κράτη μέλη οφείλουν να χορηγούν στους αιτούντες και σε καθένα από τα ενήλικα μέλη της οικογενείας τους που τους συνοδεύουν επίσημο έγγραφο το οποίο να πιστοποιεί ότι πράγματι έχουν την ιδιότητα του αιτούντος άσυλο ή του ενήλικου μέλους της οικογενείας που συνοδεύει έναν αιτούντα άσυλο, αντιστοίχως. Στα συμπεράσματα του Συμβουλίου γίνεται αναφορά σε «οποιοδήποτε άλλο είδος αποδεικτικού στοιχείου», αλλά κρίθηκε ότι η έκφραση αυτή δεν είναι αρκούντως τεχνική για να συμπεριληφθεί στο κείμενο. Οι αιτούντες άσυλο στα κράτη μέλη ενδέχεται να έχουν το δικαίωμα να παραμείνουν στο αντίστοιχο έδαφος χωρίς να απολαύουν ελευθερίας κυκλοφορίας στο έδαφος αυτό, αλλά η παραχώρηση ελευθερίας κυκλοφορίας είναι δυνατή. Αντιστοίχως, στην τελευταία αυτή περίπτωση, τα κράτη μέλη οφείλουν να φροντίζουν ώστε το προαναφερθέν έγγραφο να πιστοποιεί ότι ο κάτοχός του βρίσκεται νομίμως στο έδαφος του κράτους μέλους στο οποίο υποβλήθηκε ή εξετάζεται η αίτηση . Τέλος, το εν λόγω έγγραφο θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί επίσης προκειμένου να απλουστευθεί η κατάσταση των αιτούντων και των μελών της οικογενείας τους που τους συνοδεύουν που χρειάζονται ιατρική περίθαλψη ή στους οποίους έχει αναγνωρισθεί το δικαίωμα προς εργασία, με την πιστοποίηση των ειδικών δικαιωμάτων που τους αναγνωρίζονται στους συγκεκριμένους τομείς. 2) Η παράγραφος αυτή ορίζει ότι το έγγραφο που προβλέπεται στην παράγραφο 1 πρέπει να χορηγείται και στους μη συνοδευόμενους ανηλίκους. 3) Η παράγραφος αυτή αναφέρεται στο χρονικό διάστημα κατά το οποίο οι αιτούντες πρέπει να διαθέτουν τα έγγραφα για τα οποία γίνεται λόγος στις προηγούμενες παραγράφους. Το χρονικό αυτό διάστημα πρέπει να συμπίπτει με το χρονικό διάστημα κατά το οποίο οι αιτούντες έχουν το δικαίωμα να παραμείνουν στην εκάστοτε χώρα. 4) Βάσει της παραγράφου αυτής, επιτρέπεται παρέκκλιση από τις διατάξεις του άρθρου στην περίπτωση των διαδικασιών που διεξάγονται στα σύνορα και στους αερολιμένες. Οι διαδικασίες αυτές είναι συνήθως ταχύτατες και, όσο βρίσκονται σε εξέλιξη, θεωρείται συνήθως ότι οι αιτούντες δεν βρίσκονται στο έδαφος του κράτους μέλους που εξετάζει την εκάστοτε αίτηση εισόδου στη χώρα. 5) Ο κανόνας αυτός θα μπορούσε να βοηθήσει τα κράτη μέλη να επιλύσουν ένα πρακτικό πρόβλημα. Κατά κανόνα, οι αιτούντες άσυλο δεν απολαύουν ελευθερίας κυκλοφορίας μεταξύ κρατών μελών. Παρόλα αυτά, ενδέχεται να προκύψει ανάγκη για τη χορήγηση ταξιδιωτικού εγγράφου σε έναν αιτούντα άσυλο όταν συντρέχουν σοβαροί ανθρωπιστικοί λόγοι οι οποίοι υπαγορεύουν την παρουσία του προσώπου αυτού σε ένα άλλο κράτος μέλος. Άρθρο 7 1) Το ζήτημα της ελευθερίας κυκλοφορίας απεδείχθη ένα από τα πλέον δύσκολα για επίτευξη συμφωνίας κατά τις διαβουλεύσεις που πραγματοποιήθηκαν στο Συμβούλιο σχετικά με τις συνθήκες υποδοχής των αιτούντων άσυλο. Στα συμπεράσματα που το Συμβούλιο ενέκρινε κατά τη συνεδρίασή του της 30ής Νοεμβρίου και 1ης Δεκεμβρίου 2000 εγκρίνεται μεν η αρχή της ελευθερίας κυκλοφορίας εντός του εδάφους του κράτους μέλους στο οποίο υποβλήθηκε ή εξετάζεται η αίτηση, αλλά αφήνονται ορισμένα περιθώρια διακριτικής ευχέρειας όσον αφορά τα όρια της εν λόγω ελευθερίας κυκλοφορίας. Στην πρώτη παράγραφο του υπό εξέταση άρθρου αναγνωρίζεται η αρχή της ελεύθερης κυκλοφορίας των αιτούντων άσυλο και των συνοδευόντων μελών της οικογενείας τους στο εθνικό έδαφος ενός κράτος μέλους ή σε περιορισμένο τμήμα του εδάφους αυτού και ορίζεται ότι η ελευθερία αυτή παρέχεται υπό τους περιορισμούς που προβλέπονται στις επόμενες παραγράφους. 2) Η δεύτερη παράγραφος ορίζει ότι απαγορεύεται η κράτηση των αιτούντων άσυλο μόνο και μόνο επειδή έχουν την ιδιότητα του αιτούντος. Η διάταξη αυτή αποτελεί λογικό επακόλουθο της αρχής της ελεύθερης κυκλοφορίας και συγχρόνως αντιστοιχεί κατά τρόπο συνεκτικό στη σχετική διάταξη της πρότασης οδηγίας για τις ελάχιστες προδιαγραφές για τις διαδικασίες με τις οποίες τα κράτη μέλη χορηγούν και ανακαλούν το καθεστώς του πρόσφυγα. 3) Με την παράγραφο αυτή παρέχεται στα κράτη μέλη η δυνατότητα να αποφασίζουν ότι οι αιτούντες άσυλο και τα συνοδεύοντα μέλη της οικογενείας τους υποχρεούνται να ζουν σε περιορισμένο τμήμα του εθνικού τους εδάφους (το τμήμα του εθνικού εδάφους εντός του οποίου είναι υποχρεωμένοι να ζουν οι αιτούντες δεν πρέπει να είναι τόσο μικρό ώστε ο περιορισμός να ισοδυναμεί με συνθήκες κράτησης). Κρίθηκε ότι οι περιορισμοί της ελευθερίας κυκλοφορίας οι οποίοι δεν είναι τόσο αυστηροί ώστε να αναιρούν την ουσία του συγκεκριμένου δικαιώματος (συνθήκες κράτησης) πρέπει να επιτρέπονται στο βαθμό που είναι αναγκαίοι για την εφαρμογή της παρούσας οδηγίας ή για λόγους ταχείας διεκπεραίωσης των αιτήσεων χορήγησης ασύλου. Εναπόκειται στα κράτη μέλη να αποδείξουν ότι ο εκάστοτε περιορισμός είναι αναγκαίος για την εφαρμογή της παρούσας οδηγίας ή για την ταχεία διεκπεραίωση των αιτήσεων χορήγησης ασύλου. Οι σχετικοί περιορισμοί στην ελευθερία κυκλοφορίας των αιτούντων άσυλο συνάδουν με την ερμηνεία του πρωτοκόλλου αριθ. 4 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου σύμφωνα με τη νομολογία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου. Εν πάση περιπτώσει, οι περιορισμοί στην άσκηση της ελευθερίας κυκλοφορίας επηρεάζουν την ποιότητα ζωής των αιτούντων άσυλο. για τον λόγο αυτό πρέπει στο μέτρο του δυνατού να θεσπίζονται μέτρα τα οποία να υποκαθιστούν τους σχετικούς περιορισμούς (π.χ. υποχρέωση καθημερινής δήλωσης παρουσίας στο οικείο κέντρο φιλοξενίας). 4) Ως ασφαλιστική δικλίδα για τους περιορισμούς που προβλέπονται στην παράγραφο 3 πρέπει να καθιερωθεί πρόβλεψη για τη δυνατότητα παρεκκλίσεων όταν συντρέχουν σοβαροί λόγοι. Κάθε απόφαση σχετικά με αίτηση χορήγησης προσωρινής άδειας αναχώρησης πρέπει να λαμβάνεται σε ατομική βάση και να είναι αντικειμενική και αμερόληπτη. Οι αρνητικές αποφάσεις πρέπει να αιτιολογούνται, ώστε να είναι δυνατή η όσο το δυνατόν αρτιότερη επανεξέτασή τους. 5) Κατά τα προβλεπόμενα στον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων (άρθρο 47) και κατ' αντιστοιχία προς τη νομολογία του Δικαστηρίου, η παράγραφος αυτή διασφαλίζει τα όρια που θεσπίστηκαν σύμφωνα με την παράγραφο 3 και τη δυνατότητα επανεξέτασης των αρνητικών αποφάσεων που λαμβάνονται δυνάμει της παραγράφου 4. Η επανεξέταση γίνεται από δικαστήριο (π.χ. από διοικητικό δικαστήριο, όπως είναι το Conseil d'Etat στη Γαλλία), τουλάχιστον στον τελευταίο βαθμό. 6) Οι αιτούντες που είναι ελεύθεροι να επιλέξουν τον τόπο διαμονής τους μπορεί να είναι υποχρεωμένοι να γνωστοποιούν στις αρμόδιες αρχές την τρέχουσα διεύθυνσή τους καθώς και κάθε μεταβολή διεύθυνσης. Άρθρο 8 Με βάση τα συμπεράσματα περί των συνθηκών υποδοχής που το Συμβούλιο ενέκρινε κατά τη συνεδρίασή του της 30ής Νοεμβρίου και 1ης Δεκεμβρίου 2000, «το κράτος υποδοχής οφείλει να λαμβάνει μέριμνα ώστε οι αρμόδιες αρχές υποδοχής είτε να παρέχουν φιλοξενία (στην οποία περιλαμβάνονται η στέγαση, η διατροφή και οι βασικές καθημερινές δαπάνες), είτε να καταβάλλουν χρηματικό βοήθημα, προσαυξημένο στις περιπτώσεις που είναι αναγκαίο ανάλογα με τη σύνθεση της οικογενείας». Το υπόψη άρθρο ανταποκρίνεται στον προβληματισμό που αναπτύσσεται στα συμπεράσματα του Συμβουλίου σχετικά με το συγκεκριμένο θέμα και παραπέμπει στο κεφάλαιο ΙΙΙ, όπου προβλέπονται οι συναφείς κανονιστικές ρυθμίσεις. Άρθρο 9 Το άρθρο αυτό σχετίζεται με το ζήτημα της ενότητας των οικογενειών, με γνώμονα το συμπέρασμα του Συμβουλίου σχετικά με το ίδιο αυτό ζήτημα. Εξαρτάται από την επιθυμία του αιτούντος να παραμείνει μαζί με την οικογένειά του (π.χ. μέσω πράξεων αναζήτησης, που εν ανάγκη μπορούν να περιορίζονται στο έδαφος του κράτους μέλους υποδοχής). Σκοπός της συγκεκριμένης διάταξης είναι η επίλυση των προβλημάτων που προκαλούνται όταν μέλη της ιδίας οικογενείας φθάνουν στη χώρα υποδοχής ταυτοχρόνως ή σε διαφορετικές χρονικές στιγμές (εάν υποτεθεί ότι η διαδικασία χορήγησης ασύλου βρίσκεται ακόμη σε εξέλιξη για όλους τους αιτούντες) και για ποικίλους λόγους φιλοξενούνται σε διαφορετικούς τόπους. Άρθρο 10 Το άρθρο αυτό αναφέρεται στο θέμα της ιατρικής περίθαλψης. Ανταποκρίνεται στον προβληματισμό που αναπτύσσεται στα συμπεράσματα του Συμβουλίου σχετικά με το συγκεκριμένο θέμα («Πρέπει να διασφαλίζεται η πρόσβαση των αιτούντων άσυλο σε κατάλληλη ιατρική περίθαλψη με σκοπό την κάλυψη των άμεσων αναγκών τους») και παραπέμπει στο κεφάλαιο ΙV, όπου προβλέπονται οι συναφείς κανονιστικές ρυθμίσεις. Άρθρο 11 Το άρθρο αυτό αναφέρεται στις ιατρικές εξετάσεις στις οποίες καλούνται να υποβληθούν οι αιτούντες άσυλο. Πρέπει να διασφαλίζεται ότι οι αρμόδιοι φορείς που διενεργούν τις ιατρικές εξετάσεις εφαρμόζουν μεθόδους ασφαλείς και μη προσβάλλουσες την ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Η Επιτροπή συμφωνεί με την άποψη που εξέφρασαν μερικές από τις ερωτηθείσες μη κυβερνητικές οργανώσεις σύμφωνα με την οποία πρέπει να διενεργείται εξέταση για την ανίχνευση τουλάχιστον της φυματίωσης, η οποία είναι μία από τις συνηθέστερες μεταδοτικές ασθένειες οι οποίες ανιχνεύονται σε υπηκόους τρίτων χωρών που φθάνουν στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Άρθρο 12 1) Η παράγραφος αυτή αναφέρεται στην παροχή σχολικής εκπαίδευσης και μόρφωσης στα ανήλικα τέκνα των αιτούντων άσυλο καθώς και στους ανήλικους αιτούντες. Η δυνατότητα της σχολικής εκπαίδευσης των ανηλίκων είναι μία από τις συνθήκες υποδοχής που χρήζουν εναρμόνισης στα κράτη μέλη. Γίνεται αναφορά στην έννοια των «ανηλίκων» χωρίς ρητή αναφορά στην έννοια της «σχολικής ηλικίας», και τούτο επειδή η ηλικία αυτή διαφέρει από το ένα κράτος μέλος στο άλλο, ενώ και η Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για τα Δικαιώματα του Παιδιού δεν αναγορεύει την ηλικία σε κριτήριο για την παροχή σχολικής εκπαίδευσης στους ανηλίκους. Καταρχήν, πρέπει να παραχωρείται στους ανήλικους ελεύθερη πρόσβαση τουλάχιστον στο δημόσιο εκπαιδευτικό σύστημα (επιτρέπεται ο αποκλεισμός του ιδιωτικού τομέα) μέχρι τη στιγμή κατά την οποία επιτρέπεται η εκτέλεση διαταγής απέλασης. Σκοπός της αναφοράς στο δημόσιο εκπαιδευτικό σύστημα είναι η παραχώρηση της δυνατότητας αποκλεισμού των ιδιωτικών σχολείων από το περιεχόμενο της συγκεκριμένης υποχρέωσης. Η διάταξη προβλέπει έναν από τους κανόνες που υποδηλώνουν την ιδιαίτερη μέριμνα για τους ανηλίκους η οποία χαρακτηρίζει το σύνολο της πρότασης. Αφ' ης στιγμής το ανήλικο αγόρι ή κορίτσι έχει αρχίσει να πηγαίνει στο σχολείο, πρέπει να του παρέχεται η δυνατότητα να το συνεχίσει όσο υπάρχει δυνατότητα, δηλαδή μέχρι τη στιγμή που η συνέχιση της μαθητείας θα καταστεί αδύνατη λόγω της εφαρμογής μέτρων για την εκτέλεση διαταγής απέλασης. Η παράγραφος αυτή καθιστά δυνατή τη συνέχιση της παροχής εκπαίδευσης σε ένα παιδί που φθάνει τα 18 έτη οσάκις το ίδιο δικαίωμα αναγνωρίζεται στους υπόλοιπους (ημεδαπούς) μαθητές. 2) Η παράγραφος αυτή ορίζει ότι η παροχή πρόσβασης στη σχολική εκπαίδευση επιτρέπεται να καθυστερήσει για 65 το πολύ εργάσιμες ημέρες για λόγους οι οποίοι σχετίζονται με την πολιτική διασκορπισμού που εφαρμόζουν μερικά κράτη μέλη ή με το στάδιο στο οποίο βρίσκεται το σχολικό έτος τη στιγμή κατά την οποία η οδηγία καθίσταται εφαρμοστέα ως προς τον εκάστοτε ανήλικο. 3) Σκοπός της παραγράφου αυτής είναι να διασφαλισθεί, το νωρίτερο δυνατό, η παροχή εκπαίδευσης σε παιδιά σε περίπτωση που ο ανήλικος δεν μπορεί να πάει στο κανονικό σχολείο λόγω του ότι δεν γνωρίζει τη γλώσσα της χώρας υποδοχής. Στην περίπτωση αυτή, πρέπει να παρέχεται στον ανήλικο η δυνατότητα να παρακολουθήσει μαθήματα γλώσσας. Οι γονείς ή οι κηδεμόνες των ανηλίκων πρέπει να ενημερώνονται για τη σπουδαιότητα που η εκμάθηση της γλώσσας ή των γλωσσών της χώρας υποδοχής έχει και για τους ανήλικους. Άρθρο 13 Το άρθρο αυτό αναφέρεται στην πρόσβαση στην αγορά εργασίας. Η παραχώρηση πλήρους διακριτικής ευχέρειας όσον αφορά την παροχή ή μη του δικαιώματος προς εργασία δεν θα συνέβαλε στην ομοιογένεια των εθνικών συστημάτων και θα αντιστρατευόταν τόσο τους γενικούς στόχους της παρούσας πρότασης, όσο και το συμπέρασμα περί συνθηκών υποδοχής που το Συμβούλιο ενέκρινε στις 30 Νοεμβρίου και την 1η Δεκεμβρίου 2000. Το υπόψη άρθρο αξιολογείται ως μία εύλογη μέση λύση, η οποία ικανοποιεί το πρόσταγμα του Συμβουλίου (επίτευξη ενός βαθμού εναρμόνισης στο συγκεκριμένο θέμα), αλλά συγχρόνως καλύπτει την ανάγκη των αιτούντων άσυλο και των μελών της οικογένειάς τους που τους συνοδεύουν να διάγουν έναν ομαλό βίο, χωρίς να επιβάλλει στα κράτη μέλη την υποχρέωση να παρέχουν το δικαίωμα προς εργασία. Επομένως, τα κράτη μέλη διατηρούν τον πλήρη έλεγχο επί της εγχώριας αγοράς εργασίας, διότι είναι ελεύθερα να αποφασίζουν για τα είδη εργασίας για τα οποία δικαιούνται να εκδηλώσουν ενδιαφέρον οι αιτούντες άσυλο, για το πόσο χρόνο σε μηνιαία ή ετήσια βάση δικαιούνται να εργάζονται οι αιτούντες άσυλο, για τα προσόντα που οφείλουν να διαθέτουν, κ.ο.κ.. Για το συγκεκριμένο θέμα, ο καθοριστικός παράγοντας είναι η διάρκεια της διαδικασίας. ως εκ τούτου δεν γίνεται διάκριση, στο πλαίσιο της διαδικασίας περί του παραδεκτού, μεταξύ των περιπτώσεων που εμπίπτουν στη σύμβαση του Δουβλίνου και των υπολοίπων περιπτώσεων. Το σκεπτικό στο οποίο βασίζεται ο συγκεκριμένος κανόνας δεν μεταβάλλεται ανάλογα με τα συγκεκριμένα αίτια που επηρεάζουν τη διάρκεια της διαδικασίας, εφόσον η διάρκεια αυτή δεν μπορεί να συσχετισθεί άμεσα με τη βούληση του αιτούντος άσυλο. Τέλος, το άρθρο συμπλέει με τη λύση που προκρίνεται στο άρθρο 15 παράγραφος 4,όπου ουσιαστικά παρέχεται στα κράτη μέλη η δυνατότητα να παραχωρούν το δικαίωμα προς εργασία στους αιτούντες άσυλο αφ' ης στιγμής ενδεχομένως κρίνουν ότι κάτι τέτοιο είναι σκόπιμο. 1) Η ελάχιστη απαίτηση την οποία προτείνει η Επιτροπή είναι ότι τα κράτη μέλη οφείλουν να θεσπίσουν κανόνες οι οποίοι να μην αποκλείουν την πρόσβαση των αιτούντων άσυλο και των μελών της οικογενείας τους που τους συνοδεύουν στην αγορά εργασίας, και τούτο έξι μήνες μετά την υποβολή της αίτησής τους. 2) Αφ' ης στιγμής τα κράτη μέλη έχουν παραχωρήσει πρόσβαση στην αγορά εργασίας, δεν πρέπει να την ανακαλούν μόνο και μόνο επειδή εκκρεμεί η εκδίκαση έφεσης με ανασταλτικό αποτέλεσμα. Η αποφυγή της διακοπής της επαγγελματικής δραστηριότητας οσάκις οι αιτούντες έχουν το δικαίωμα να παραμείνουν στη χώρα μέχρι να εκδοθεί η απόφαση επί της έφεσης που έχουν ασκήσει αποτελεί μία εύλογη απάντηση η οποία καλύπτει τις ανάγκες των αιτούντων, αλλά ταυτόχρονα εξυπηρετεί το συμφέρον των κρατών μελών (οι αιτούντες ενδέχεται να περιέλθουν σε κατάσταση ανέχειας ή να καταλήξουν να εργάζονται παρανόμως). 3) Τα κράτη μέλη δύνανται να παρεκκλίνουν από την παράγραφο 1 όταν διαπιστώνεται ότι ο αιτών εκδηλώνει αρνητική συμπεριφορά (π.χ. κρύβεται για ορισμένο χρονικό διάστημα), κατά τα προβλεπόμενα στο άρθρο 22. Αντιστοίχως, η άσκηση έφεσης κατά αρνητικής απόφασης ουδέποτε είναι δυνατό να θεωρηθεί ως αρνητική συμπεριφορά. Άρθρο 14 Το άρθρο αυτό αναφέρεται στο θέμα της επαγγελματικής κατάρτισης και στηρίζεται σε σκεπτικό ίδιο με αυτό που έχει αναπτυχθεί σε σχέση με το άρθρο 13. 1) Η παράγραφος αυτή στηρίζεται σε σκεπτικό ίδιο με αυτό που έχει αναπτυχθεί σε σχέση με το θέμα της πρόσβασης στην αγορά εργασίας βάσει του άρθρου 13 παράγραφος 1. Επιπροσθέτως, είναι χρήσιμο να αναφερθεί ότι η κοινοτική «Πρωτοβουλία για την ισότητα», η οποία αποσκοπεί στην εξάλειψη διαφόρων μορφών διακριτικής μεταχείρισης στην αγορά εργασίας, περιλαμβάνει ρητή αναφορά στους αιτούντες άσυλο. Η επαγγελματική κατάρτιση ενδέχεται να περιλαμβάνει δραστηριότητες οι οποίες επιτρέπουν στους αιτούντες να διατηρήσουν τις δεξιότητές τους. 2) Η παράγραφος αυτή στηρίζεται σε σκεπτικό ίδιο με αυτό που έχει αναπτυχθεί σε σχέση με το άρθρο 13 παράγραφος 2. 3) Η παράγραφος αυτή στηρίζεται σε σκεπτικό ίδιο με αυτό που έχει αναπτυχθεί σε σχέση με το άρθρο 13 παράγραφος 3. Κεφάλαιο ΙΙΙ: Υλικές συνθήκες υποδοχής Άρθρο 15 Το άρθρο αυτό αφορά τον καθορισμό των προσώπων που δικαιούνται τις υλικές συνθήκες υποδοχής και τη διάρκεια παροχής των συνθηκών αυτών. Επίσης αφορά τις ελάχιστες απαιτήσεις που ισχύουν για τις υλικές συνθήκες υποδοχής. Η Επιτροπή εισηγείται την καταρχήν παροχή των υλικών συνθηκών υποδοχής στους αιτούντες άσυλο και στα συνοδεύοντα μέλη της οικογένειάς τους κατά τον χρόνο διεξαγωγής τακτικών και συνοπτικών διαδικασιών και διαδικασιών περί του παραδεκτού. Η πρόκριση της ρύθμισης αυτής στηρίζεται στα ακόλουθα επιχειρήματα: * Ο αποκλεισμός της παροχής κάθε είδους υλικών συνθηκών υποδοχής στα πρόσωπα που αιτούνται άσυλο σε ένα κράτος μέλος θα αποτελούσε ενδεχομένως παράβαση των διεθνών νομικών κανόνων που προβλέπονται σε μια σειρά κειμένων για τα δικαιώματα του ανθρώπου, όπως είναι το «Διεθνές σύμφωνο σχετικά με τα οικονομικά, κοινωνικά και πολιτιστικά δικαιώματα» καθώς επίσης ο «Χάρτης των θεμελιωδών δικαιωμάτων της ΕΕ». * Η εναλλακτική ρύθμιση συμβαδίζει πλήρως με τους στόχους της παρούσας πρότασης, οι οποίοι εξηγούνται στο κεφάλαιο 2 της παρούσας αιτιολογικής έκθεσης. Ο πλήρης αποκλεισμός όλων των υλικών συνθηκών υποδοχής για ορισμένες κατηγορίες αιτούντων θα ήταν δύσκολο να συμβιβασθεί με την επιδίωξη της εξασφάλισης αξιοπρεπούς επιπέδου διαβίωσης και ικανοποιητικού επιπέδου συνθηκών υποδοχής για τους αιτούντες άσυλο σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση, καθώς επίσης με τον στόχο του περιορισμού των δευτερογενών μετακινήσεων των αιτούντων άσυλο υπό την επίδραση αποκλειστικά και μόνο της ανομοιογένειας των εφαρμοστέων κανόνων περί υποδοχής. * Οι υπόλοιπες εναλλακτικές λύσεις θα οδηγούσαν σε καταστάσεις στις οποίες μεγάλοι αριθμοί ανθρώπων θα αφήνονταν να ζήσουν στον δρόμο με μοναδική δυνατότητα προστασίας την ασφαλιστική δικλίδα που παρέχει η κοινωνία των πολιτών, οι εκκλησιαστικοί φορείς, κ.ο.κ. (και τούτο στα κράτη μέλη όπου πράγματι υπάρχει η ασφαλιστική αυτή δικλίδα). 1) Η παράγραφος αυτή περιλαμβάνει την αρχή βάσει της οποίας οι αιτούντες άσυλο και τα μέλη της οικογενείας τους που τους συνοδεύουν πρέπει να απολαύουν υλικών συνθηκών υποδοχής κατά τον χρόνο διεξαγωγής τακτικών και συνοπτικών διαδικασιών και διαδικασιών περί του παραδεκτού. Η επίτευξη του γενικού στόχου της παρούσας οδηγίας θα μπορούσε να τεθεί εν αμφιβόλω αν δεν υπάρξει μεγαλύτερη ομοιογένεια του καθεστώτος που ισχύει για το θέμα αυτό στα διάφορα κράτη μέλη. Αφ' ης στιγμής τα κράτη μέλη παρέχουν υλικές συνθήκες υποδοχής (ή, εναλλακτικά, τη δυνατότητα εργασίας) κατά τον χρόνο διεξαγωγής τακτικών και συνοπτικών διαδικασιών και διαδικασιών περί του παραδεκτού, οι ίδιες υλικές συνθήκες υποδοχής (ή η δυνατότητα εργασίας) θα πρέπει επίσης να παρέχονται όσο εκκρεμούν οι εφέσεις που έχουν ανασταλτικό αποτέλεσμα ή οσάκις επιτρέπεται στους αιτούντες να παραμείνουν στο κράτος μέλος στο οποίο υποβλήθηκε ή εξετάζεται η αίτηση μέχρι την έκδοση απόφασης επί της έφεσης. 2) Στην παράγραφο αυτή επαναλαμβάνονται, σε σχέση με τις υλικές συνθήκες υποδοχής, οι γενικές αρχές που προβλέπονται στο άρθρο 25 της Παγκόσμιας Διακήρυξης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου. Οι παρεχόμενες υλικές συνθήκες υποδοχής πρέπει να διασφαλίζουν ένα επίπεδο διαβίωσης ικανοποιητικό για την υγεία και την καλή κατάσταση των αιτούντων και των μελών της οικογενείας τους που τους συνοδεύουν (π.χ. όταν παρέχουν στέγαση, τα κράτη μέλη πρέπει να φροντίζουν για τον διαχωρισμό ανδρών και γυναικών, εκτός αν πρόκειται για οικογένειες, των οποίων η ενότητα πρέπει να διαφυλάσσεται στο μέτρο του δυνατού). Κατά την παροχή υλικών συνθηκών υποδοχής, τα κράτη μέλη πρέπει να διαφαλίζουν την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων των αιτούντων και των συνοδευόντων μελών της οικογενείας τους. Ο κανόνας αυτός αφορά, ιδίως, τα δικαιώματα που προβλέπονται στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (π.χ. το άρθρο 9 της εν λόγω σύμβασης περιλαμβάνει το δικαίωμα εκδήλωσης της θρησκευτικής πίστης. τα κράτη μέλη οφείλουν να καθιστούν δυνατή την άσκηση του δικαιώματος αυτού με την εξασφάλιση της πρόσβασης σε τόπο προσευχής). Απαιτείται από τα κράτη μέλη να προσαρμόζουν τις γενικές απαιτήσεις που προβλέπονται στο πρώτο εδάφιο στα ατομικά δεδομένα των προσώπων με ειδικές ανάγκες (π.χ. ενδέχεται να χρειάζεται κάποιος ιδιαίτερος τύπος καταλύματος για τους ηλικιωμένους και τα μειονεκτούντα άτομα, ενώ στα κέντρα όπου διαμένουν ανήλικοι πρέπει να υπάρχουν κατάλληλα εξοπλισμένοι χώροι μελέτης και ψυχαγωγίας), κατά τα προβλεπόμενα στο άρθρο 23 (ατομική αξιολόγηση των ειδικών αναγκών) και σε συνάρτηση με την κατάσταση των προσώπων που κρατούνται (π.χ. είναι απαραίτητο να εξασφαλίζεται η πρόσβαση σε υπαίθριους χώρους και σε εγκαταστάσεις αναψυχής). Τέλος, η υπόψη παράγραφος προβλέπει τον κανόνα σύμφωνα με τον οποίο οι τρέχουσες απαιτήσεις πρέπει να βελτιώνονται ανάλογα με τη χρονική διάρκεια της διαδικασίας. Γίνεται δεκτό ότι όσο πιο μεγάλη είναι η διάρκεια της διαδικασίας, τόσο περισσότερο αυξάνονται οι ανάγκες που πρέπει να καλύπτονται προκειμένου να διασφαλίζεται η καλή κατάσταση των αιτούντων. 3) Τα κράτη μέλη μπορούν να επιλέξουν να παρέχουν υλικές συνθήκες υποδοχής είτε εις είδος είτε με τη μορφή χρηματικών βοηθημάτων ή δελτίων. Η διάταξη είναι αρκετά ευέλικτη ώστε να επιτρέπει στα κράτη μέλη να επιλέγουν τον τρόπο παροχής των υλικών συνθηκών υποδοχής τις οποίες θεωρούν ως πλέον κατάλληλες με βάση τα εγχώρια δεδομένα τους. 4) Η παράγραφος αυτή στηρίζεται στην αρχή ότι τα κράτη μέλη δύνανται να περιστέλλουν την υποχρέωση παροχής υλικών συνθηκών υποδοχής την οποία υπέχουν σε περίπτωση που δίδουν στους αιτούντες άσυλο τη δυνατότητα να καταστούν οικονομικά ανεξάρτητοι, δηλαδή όταν τους επιτρέπουν να εργασθούν. Στις περιπτώσεις αυτές, τα κράτη μέλη πρέπει να παρέχουν στους αιτούντες υλικές συνθήκες υποδοχής επί τρεις μήνες τουλάχιστον, διότι οι αιτούντες άσυλο χρειάζονται κάποιον χρόνο για να βρουν εργασία. Για να εξασφαλισθούν αξιοπρεπείς συνθήκες διαβίωσης όσο οι αιτούντες αναζητούν εργασία και όσο δεν είναι οικονομικά ανεξάρτητοι, τα κράτη μέλη οφείλουν να εξακολουθήσουν να τους καταβάλλουν επίδομα σίτισης και να τους παρέχουν πρόσβαση σε βασική κοινωνική φροντίδα (π.χ. την κοινωνική φροντίδα που παρέχεται στους αστέγους). Άρθρο 16 1) Η παράγραφος αυτή επικεντρώνεται στα πρότυπα στέγασης που μπορούν να επιλέγουν τα κράτη μέλη. Από την τρέχουσα πείρα στα κράτη μέλη είναι σαφές ότι για την οργάνωση της παροχής στέγης δεν είναι σκόπιμο να επιλεγεί ενιαίος φορέας σε επίπεδο Κοινότητας. Είναι χρήσιμο να διατηρηθεί η σημερινή δέσμη εναλλακτικών δυνατοτήτων, η οποία επιτρέπει στα κράτη μέλη να προσαρμόζουν με ευκολία τις συνθήκες υποδοχής στα ποικίλα (τοπικά) δεδομένα. Τα πρότυπα φιλοξενίας αποτελούν μεν εξαντλητικό κατάλογο, αλλά επιτρέπεται ο συνδυασμός τους: (α) χώροι οι οποίοι έχουν δημιουργηθεί ειδικά με σκοπό τη στέγαση των αιτούντων και των συνοδευόντων μελών της οικογένειάς τους κατά τη διάρκεια εξέτασης της αίτησής τους στο πλαίσιο διαδικασίας προκειμένου να αποφασισθεί αν τα πρόσωπα αυτά έχουν το δικαίωμα να εισέλθουν νομίμως στο έδαφος κράτους μέλους (οι χώροι αυτοί είναι δυνατό να βρίσκονται σε αεροδρόμια, θαλάσσια λιμάνια, μεθοριακούς σταθμούς ή κοντά στα προαναφερθέντα, αλλά είναι επίσης δυνατό να βρίσκονται σε άλλα σημεία). (β) στέγαση σε κέντρα φιλοξενίας. (γ) η στέγαση σε ιδιωτικές κατοικίες, διαμερίσματα ή ξενοδοχεία είναι το είδος στέγασης που συνήθως παρέχεται σε καταστάσεις εκτάκτου ανάγκης, όταν δεν υπάρχουν διαθέσιμες θέσεις στα κέντρα φιλοξενίας ή όταν ο αριθμός των αιτούντων σε μία συγκεκριμένη περιοχή είναι περιορισμένος. (δ) η υποπαράγραφος αυτή αναφέρεται στην περίπτωση κατά την οποία παρέχεται στους αιτούντες αυτονομία όσον αφορά τη στέγασή τους, με την καταβολή χρηματικού βοηθήματος ή δελτίων που τους επιτρέπουν να αναζητήσουν μόνοι τους κάποιο κατάλυμα. 2) Στην παράγραφο αυτή προβλέπονται ορισμένες ειδικές απαιτήσεις που πρέπει να πληρούνται ανεξαρτήτως του τρόπου στέγασης των αιτούντων άσυλο: πρόσβαση σε κατεπείγουσα ιατρική και ψυχολογική περίθαλψη και σε ιατρική περίθαλψη που δεν επιδέχεται αναβολή. προστασία της οικογενειακής ζωής (τα μέλη της ίδιας οικογένειας πρέπει στο μέτρο του δυνατού να παραμένουν μαζί) και της ιδιωτικής ζωής, διαθεσιμότητα μέσων επικοινωνίας με τον έξω κόσμο (δηλαδή παροχή τουλάχιστον της πρακτικής δυνατότητας επικοινωνίας με συγγενείς, συνηγόρους, με την UNHCR και με εκπροσώπους συναφών ΜΚΟ) και προστασία από σεξουαλική κακοποίηση στους χώρους διαμονής που μνημονεύονται στις υποπαραγράφους 1 (α) και 1 (β) (διαχωρισμός των ανδρών και των γυναικών που δεν ανήκουν στην ίδια οικογένεια. 3) Σύμφωνα με την παράγραφο αυτή, τα παιδιά πρέπει να διαμένουν με τους γονείς τους ή με το ενήλικο μέλος της οικογενείας τους που είναι υπεύθυνο γι' αυτά βάσει του νόμου ή του εθιμικού δικαίου. Το ίδιο πρέπει να ισχύει όταν το ενήλικο μέλος της οικογενείας που είναι υπεύθυνο για ένα παιδί διέμενε στη χώρα πριν από την άφιξη του ανηλίκου. Ο εν λόγω ενήλικας δεν είναι απαραίτητο να έχει ο ίδιος την ιδιότητα του αιτούντα. Οι ανήλικοι πρέπει να μπορούν να μένουν με τον εκάστοτε ενήλικα καθ' όλη τη διάρκεια της παραμονής τους στο κράτος μέλος στο οποίο υποβλήθηκε ή εξετάζεται η αίτηση. Παρεκκλίσεις από τον κανόνα αυτόν επιτρέπονται μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις (π.χ. αιφνίδια μαζική συρροή αιτούντων άσυλο) και για σύντομο χρονικό διάστημα. 4) Επειδή η μεταφορά ενός αιτούντος από έναν χώρο φιλοξενίας σε άλλον ενδέχεται να προκαλέσει δυσφορία στον αιτούντα, η προσφυγή στο μέτρο αυτό πρέπει να γίνεται μόνο όταν είναι αναγκαία για την εξέταση της σχετικής αίτησης ή για λόγους ασφαλείας. Στις περιπτώσεις αυτές, για λόγους σωστής διεξαγωγής της διαδικασίας χορήγησης ασύλου, πρέπει να παρέχεται στους αιτούντες η ουσιαστική δυνατότητα να ενημερώνουν τους συνηγόρους τους για τη μεταφορά και να τους γνωστοποιούν τον νέο τόπο διαμονής τους. 5) Οι ειδικές ανάγκες των αιτούντων άσυλο και των συνοδευόντων μελών των οικογενειών τους σημαίνουν ότι τα άτομα που εργάζονται στα κέντρα φιλοξενίας πρέπει να έχουν λάβει ειδική κατάρτιση ή να διαθέτουν ειδική προϋπηρεσία. Οι ίδιοι οι αιτούντες ή η οικογένειά τους που εξακολουθεί να ζει στη χώρα καταγωγής ενδέχεται να αποτελέσουν στόχο αντιποίνων. Για τον λόγο αυτό, τα πρόσωπα που έρχονται σε επαφή μαζί τους στο πλαίσιο της εργασίας τους πρέπει να έχουν καθήκον εχεμύθειας. 6) Το συμφέρον των αρχών και των οργανώσεων που διαχειρίζονται τα κέντρα φιλοξενίας αλλά και εκείνο των ίδιων των αιτούντων εξυπηρετείται όταν οι ανθρώπινες σχέσεις στα κέντρα αυτά είναι όσο το δυνατόν αρμονικότερες. Κατά συνέπεια, ως ένα σημαντικό μέτρο για να διασφαλισθεί ότι οι ανθρώπινες σχέσεις στα κέντρα θα παραμένουν αρμονικές και ότι οι αιτούντες θα διατηρήσουν μέχρι ενός σημείου την ευθύνη για την καλή τους κατάσταση προτείνεται να προβλεφθεί ότι οι αιτούντες μπορούν να συμμετέχουν στη διαχείριση των υλικών μέσων αλλά και των μη υλικών παραμέτρων της ζωής στα κέντρα μέσω ενός αντιπροσωπευτικού συμβουλευτικού οργάνου ή συμβουλίου. Για τον ίδιο σκοπό, τα κράτη μέλη είναι σκόπιμο να τους καθιστούν συνυπεύθυνους κάθε φορά που αυτό είναι δυνατό. 7) Οι αιτούντες άσυλο πρέπει να μπορούν να επικοινωνούν με τους συνηγόρους τους και τους νομικούς τους συμβούλους, ούτως ώστε να έχουν πλήρη δυνατότητα συμβολής στην εξέταση της αίτησης που έχουν υποβάλει. Για τον λόγο αυτό, οι εν λόγω σύμβουλοι πρέπει να μπορούν να επισκέπτονται όλα τα καταλύματα στα οποία φιλοξενούνται οι αιτούντες. Επιπλέον, η Ύπατη Αρμοστία των Ηνωμένων Εθνών για τους Πρόσφυγες και οι συναφείς μη κυβερνητικές οργανώσεις έχουν ειδικό συμφέρον να μπορούν να επισκέπτονται το σύνολο των σχετικών καταλυμάτων. Η αρχή αυτή είναι δυνατό να περιστέλλεται μόνο εάν διακυβεύεται η ασφάλεια των κέντρων φιλοξενίας ή των αιτούντων. Τα κράτη μέλη νομιμοποιούνται να αποφασίσουν τον διασκορπισμό των αιτούντων στο εθνικό τους έδαφος. για τον λόγο αυτό, πρέπει να λαμβάνεται μέριμνα ώστε οι χώροι στους οποίους καλούνται να διαβιώσουν οι αιτούντες να είναι πράγματι προσπελάσιμοι στα πρόσωπα και στις οργανώσεις που μνημονεύονται παραπάνω. Η παροχή φιλοξενίας σε τέτοιους χώρους αποτελεί συνακόλουθη ελάχιστη απαίτηση. 8) Η παράγραφος αυτή αφορά τη στέγαση των αιτούντων άσυλο οι οποίοι υποβάλλουν την αίτησή τους σε αεροδρόμια, θαλάσσιους λιμένες ή μεθοριακούς σταθμούς και υποβάλλονται στη συνέχεια στην καλούμενη «συνοριακή» διαδικασία. Όταν τα πρόσωπα αυτά υποχρεούνται να περιμένουν 12 ή περισσότερες ώρες για την έκδοση απόφασης σχετικά με το δικαίωμά τους να εισέλθουν στο έδαφος των κρατών μελών, πρέπει να τους παρέχεται κατάλυμα σε χώρους δημιουργημένους ειδικά για τον σκοπό αυτό. Παρεκκλίσεις από τον κανόνα αυτό επιτρέπονται μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις (π.χ. αιφνίδια μαζική συρροή αιτούντων άσυλο) και για σύντομο χρονικό διάστημα. Άρθρο 17 Το άρθρο αυτό αφορά το συνολικό ποσό των βοηθημάτων ή των δελτίων που παρέχονται προκειμένου να καλυφθούν οι υλικές συνθήκες υποδοχής των αιτούντων άσυλο. Δεν προβλέπει την παροχή πρόσθετων βοηθημάτων στους αιτούντες άσυλο. 1) Για να επιτευχθούν οι στόχοι της παρούσας πρότασης, επιβάλλεται να διασφαλισθεί ισοδύναμο επίπεδο στήριξης σε όλα τα κράτη μέλη (χρηματικό βοήθημα, χορήγηση δελτίων, βοήθεια εις είδος) για τις υλικές συνθήκες υποδοχής που προσφέρονται στους αιτούντες άσυλο (για στέγαση, σίτιση, ρουχισμό και τα καθημερινά έξοδα). Επειδή δεν ήταν δυνατό να προσδιορισθεί ένα αντικειμενικό κριτήριο βάσει του οποίου να υπολογισθεί το ελάχιστο ύψος της στήριξης αυτής, η υπόψη παράγραφος περιλαμβάνει μία γενική ρήτρα με την οποία επιδιώκεται να αποκλεισθεί η μείωση της στήριξης σε οποιοδήποτε κράτος μέλος σε επίπεδο κατώτερο από αυτό που απαιτείται προκειμένου οι αιτούντες άσυλο και τα μέλη της οικογενείας τους που τους συνοδεύουν να μην περιέλθουν σε κατάσταση φτώχειας. Το περιεχόμενο της γενικής αυτής ρήτρας θα διευκρινισθεί από το κάθε κράτος μέλος σε συνάρτηση με το σύστημα πρόνοιας και το κόστος διαβίωσης που ισχύει στο εθνικό του έδαφος. Η πείρα στον συγκεκριμένο τομέα αποδεικνύει ότι οι αιτούντες άσυλο στους οποίους επιτρέπεται να διαμείνουν με συγγενείς ή φίλους και των οποίων τα δεδομένα θα τους παρείχαν το δικαίωμα να λάβουν όλα τα βοηθήματα που προβλέπονται στην πρόταση ενδέχεται να γίνουν μεγάλο βάρος για τα πρόσωπα που τους φιλοξενούν εάν αδυνατούν να συμβάλουν στην κάλυψη των δαπανών που συνδέονται με τη φιλοξενία τους. Για τον λόγο αυτό, το δεύτερο εδάφιο προβλέπει ότι τα κράτη μέλη δύνανται υπό τις συνθήκες αυτές να χορηγούν στους αιτούντες άσυλο το 50% του χρηματικού ποσού που προβλέπεται στο πρώτο εδάφιο. 2) Το βοήθημα για τα καθημερινά έξοδα, για το οποίο γίνεται λόγος στο άρθρο 8, μπορεί να αποκλεισθεί όταν οι αιτούντες άσυλο τελούν υπό κράτηση, και τούτο επειδή στην περίπτωση αυτή το βοήθημα δεν είναι ενδεχομένως απαραίτητο για τη διασφάλιση της καλής κατάστασης των αιτούντων και των συνοδευόντων μελών της οικογένειάς τους. Άρθρο 18 Το άρθρο αυτό αναφέρεται στη σύσταση ανεξάρτητης αρχής η οποία θα μπορεί να εξετάζει τις τυχόν καταγγελίες και να επιλύει τις διαφορές που ανακύπτουν σε σχέση με τις απαιτήσεις που ισχύουν για την παρεχόμενη φιλοξενία σύμφωνα με τα άρθρα 15, 16 και 17. Στηρίζεται στο εξής σκεπτικό: η πρόβλεψη της επίσημης εξέτασης των καταγγελιών σχετικά με τις απαιτήσεις που ισχύουν για την παρεχόμενη φιλοξενία κατά πάσα πιθανότητα δεν θα είναι πάντοτε ουσιαστική ή αναγκαία. είναι σημαντικό να διασφαλισθούν αρμονικές σχέσεις στα κέντρα φιλοξενίας και να προβλεθούν κατασταλτικά μέτρα για τις περιπτώσεις καταχρήσεων. Πρέπει να παρέχεται στους αιτούντες η πρακτική δυνατότητα καταγγελίας των καταχρήσεων στα κέντρα, χωρίς να είναι αναγκασμένοι να αποκαλύψουν την ταυτότητά τους στους διευθυντές των κέντρων. Η ύπαρξη της εν λόγω αρχής δεν αποκλείει τη δυνατότητα των αιτούντων και των συνοδευόντων μελών της οικογένειάς τους να προσφύγουν σε δικαστήριο, τουλάχιστον όταν θεωρούν ότι έχουν παραβιασθεί θεμελιώδη τους δικαιώματα. Άρθρο 19 Το άρθρο αυτό αφορά την οικονομική συμβολή που επιτρέπεται να ζητηθεί από τους αιτούντες άσυλο στους οποίους παρέχονται υλικές συνθήκες υποδοχής. 1) Βάσει της παραγράφου αυτής τα κράτη μέλη μπορούν να ζητούν από τους αιτούντες που έχουν τη σχετική οικονομική δυνατότητα να συμβάλουν στην κάλυψη του κόστους παροχής των υλικών συνθηκών υποδοχής. Σκοπός της διάταξης είναι να διευθετηθεί ο προβληματισμός του Συμβουλίου σε σχέση με την προϋπόθεση της έλλειψης «επαρκών» πόρων των αιτούντων άσυλο. Εν πάση περιπτώσει, τα κράτη μέλη πρέπει να βεβαιώνονται ότι οι αιτούντες άσυλο έχουν πράγματι τη δυνατότητα στέγασης, και τούτο επειδή ακόμη και αιτούντες με επαρκή οικονομικά μέσα μπορεί στην πράξη να αδυνατούν να εξεύρουν κατάλληλο κατάλυμα. Οι αποφάσεις για τη συνεισφορά των αιτούντων πρέπει να λαμβάνονται σε ατομική βάση, αντικειμενικά και αμερόληπτα. Οι αρνητικές αποφάσεις πρέπει να αιτιολογούνται, ούτως ώστε να είναι δυνατή η όσο το δυνατόν αρτιότερη επανεξέτασή τους. 2) Κατά τα προβλεπόμενα στον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων (άρθρο 47) και κατ' αντιστοιχία προς τη νομολογία του Δικαστηρίου, η παράγραφος αυτή διασφαλίζει τη δυνατότητα επανεξέτασης των αποφάσεων που λαμβάνονται δυνάμει της παραγράφου 1. Η επανεξέταση γίνεται από δικαστήριο (π.χ. από διοικητικό δικαστήριο, όπως είναι το Conseil d'Etat στη Γαλλία), τουλάχιστον στον τελευταίο βαθμό. Κεφάλαιο IV: Ιατρική και ψυχολογική περίθαλψη Άρθρο 20 1) Στην παράγραφο αυτή προβλέπονται οι απαιτήσεις που ισχύουν για την ιατρική και ψυχολογική περίθαλψη κατά τη διεξαγωγή των τακτικών και των κατ' έφεση διαδικασιών. Στις εναλλακτικές ρυθμίσεις που είναι δυνατές στο συγκεκριμένο τομέα περιλαμβάνεται η παροχή στους αιτούντες άσυλο επιπέδου περίθαλψης ίδιου με αυτό που ισχύει για τους ημεδαπούς καθ' όλη τη διάρκεια της διαδικασίας ή παροχή διαφορετικών επιπέδων περίθαλψης με κριτήριο ένα πλήθος παραγόντων. Σύμφωνα με την πρόταση, στους αιτούντες άσυλο και στα συνοδεύοντα μέλη της οικογένειάς τους πρέπει οπωσδήποτε να παρέχεται τουλάχιστον πρωτοβάθμια ιατρική περίθαλψη και ψυχολογική περίθαλψη, καθώς και ιατρική περίθαλψη που δεν επιδέχεται αναβολή. Με τον όρο «πρωτοβάθμια ιατρική περίθαλψη» νοείται η φροντίδα που παρέχεται από γενικό ιατρό αποκλειομένης της εξειδικευμένης περίθαλψης, που παρέχεται υποχρεωτικά μόνο όταν δεν επιδέχεται αναβολή (η οδοντιατρική περίθαλψη εμπίπτει στη συγκεκριμένη διάταξη). Η εξέταση του κατά πόσο δεδομένη περίθαλψη δεν επιδέχεται αναβολή πρέπει να γίνεται από τον εκάστοτε ιατρό σε συνεργασία με την αρχή που θα καλύψει τη σχετική δαπάνη. Η περίθαλψη αυτή πρέπει να παρέχεται με κριτήριο τις διάφορες διαδικαστικές περιπτώσεις που απαριθμούνται στην παράγραφο. 2) Η παράγραφος αυτή προβλέπει έναν κανόνα για την ειδική προστασία των αιτούντων και των συνοδευόντων μελών της οικογένειάς τους όταν τα πρόσωπα αυτά είναι έγγυες γυναίκες ή ανήλικοι, πάσχουν από διανοητική ασθένεια, έχουν κάποια μειονεξία ή έχουν πέσει θύμα βιασμού ή άλλης μορφής βίας που σχετίζεται με το φύλο. 3) Η παράγραφος αυτή αναφέρεται στην ιατρική περίθαλψη με την οποία αποτρέπεται η επιδείνωση ασθένειας που υπάρχει ήδη. Σύμφωνα με αυτήν, τα κράτη μέλη οφείλουν να θεσπίσουν ή να διατηρήσουν σε ισχύ διατάξεις σχετικά με το δικαίωμα των αιτούντων άσυλο και των μελών της οικογένειάς τους που τους συνοδεύουν να λάβουν περίθαλψη αυτής της μορφής. 4) Στις περιπτώσεις για τις οποίες γίνεται λόγος στην παράγραφο 1, τα κράτη μέλη μπορούν να αξιώνουν από τους αιτούντες που έχουν τη σχετική οικονομική δυνατότητα να συνεισφέρουν στα έξοδα της ιατρικής ή ψυχολογικής περίθαλψης που τους παρέχεται ή να καλύπτουν εξ ολοκλήρου την αναγκαία δαπάνη. Οι αποφάσεις για τη μη ατελή παροχή ιατρικής και ψυχολογικής περίθαλψης πρέπει να λαμβάνονται σε ατομική βάση, με αντικειμενικότητα και αμεροληψία και να είναι αιτιολογημένες. 5) Τα κράτη μέλη οφείλουν να εξασφαλίζουν ότι οι αιτούντες να έχουν τη δυνατότητα άσκησης έφεσης κατά των αποφάσεων για τις οποίες γίνεται λόγος στην παράγραφο 4. Η εξέταση της έφεσης πρέπει, τουλάχιστον στον τελευταίο βαθμό, να γίνεται από δικαστήριο (π.χ. από διοικητικό δικαστήριο, όπως είναι το Conseil d'Etat στη Γαλλία). Επίσης, τα κράτη μέλη πρέπει να διασφαλίζουν την πρόσβαση των αιτούντων σε νομική συνδρομή. Άρθρο 21 1) Κατεπείγουσα ιατρική και ψυχολογική περίθαλψη και περίθαλψη που δεν επιδέχεται αναβολή παρέχεται σήμερα σε όλους τους αιτούντες άσυλο και σε όλα τα κράτη μέλη. Η συγκεκριμένη παράγραφος επιβεβαιώνει την πρακτική αυτή σε σχέση με τις διαδικασίες περί του παραδεκτού και τις συνοπτικές διαδικασίες, καθώς και για τον χρόνο εξέτασης των αιτήσεων στο πλαίσιο διαδικασίας που αποβλέπει στην έκδοση απόφασης για το δικαίωμα του αιτούντος να εισέλθει νομίμως στο έδαφος του οικείου κράτους μέλους, με αφετηρία τον χρόνο υποβολής της αίτησης ασύλου. Όταν ένας υπήκοος τρίτης χώρας ή άπατρις δεν μπορεί πλέον να επικαλεσθεί την ιδιότητα του αιτούντος άσυλο (π.χ. επειδή η αίτησή του έχει απορριφθεί με τελεσίδικη απόφαση), το θέμα της ιατρικής περίθαλψής του διέπεται από τη σχετική κοινοτική ή εθνική νομοθεσία, σε συνάρτηση με τη νομική του κατάσταση (δηλαδή από το αν δικαιούται άλλες μορφές προστασίας, είναι παράνομος μετανάστης, κ.ο.κ.). 2) Με την παράγραφο αυτή καθιερώνεται ένας κανόνας σχετικά με την ειδική προστασία των αιτούντων και των μελών της οικογένειάς τους που τους συνοδεύουν όταν τα πρόσωπα αυτά είναι έγγυες γυναίκες ή ανήλικοι, πάσχουν από διανοητική ασθένεια, έχουν κάποια μειονεξία ή έχουν πέσει θύμα βιασμού ή άλλης μορφής βίας που σχετίζεται με το φύλο. Οι ειδικές ανάγκες των προσώπων αυτών πρέπει να καλύπτονται κατά τη διάρκεια των διαδικασιών που μνημονεύονται στην παράγραφο 1. 3) Η παράγραφος αυτή αναφέρεται στο θέμα της ιατρικής περίθαλψης με σκοπό την αποτροπή της επιδείνωσης υπάρχουσας ασθένειας. Ορίζει ότι τα κράτη μέλη οφείλουν να θεσπίσουν ή να διατηρήσουν σε ισχύ διατάξεις σχετικά με το δικαίωμα των αιτούντων άσυλο και των μελών της οικογένειάς τους που τους συνοδεύουν να λάβουν περίθαλψη αυτής της μορφής. Σύμφωνα με την αρχή ότι οι συνθήκες διαβίωσης των αιτούντων άσυλο πρέπει οπωσδήποτε να είναι αξιοπρεπείς και ότι μάλιστα πρέπει να βελτιώνονται όταν η εκάστοτε αίτηση κρίνεται παραδεκτή και όχι προδήλως αβάσιμη, οι διατάξεις που θεσπίζονται κατ' εφαρμογή της συγκεκριμένης παραγράφου επιτρέπεται να διαφέρουν από τις διατάξεις που θεσπίζονται δυνάμει του άρθρου 20 παράγραφος 3. 4) Σύμφωνα με την παράγραφο αυτή, όταν η προθεσμία για την έκδοση απόφασης στο πλαίσιο διαδικασίας περί του παραδεκτού ή συνοπτικής διαδικασίας παρέλθει και δεν έχει ακόμη εκδοθεί απόφαση, τα κράτη μέλη οφείλουν να διασφαλίζουν την πρόσβαση των αιτούντων και των μελών της οικογένειάς τους που τους συνοδεύουν σε πρωτοβάθμια ιατρική περίθαλψη και σε ιατρική περίθαλψη που δεν επιδέχεται αναβολή, δηλαδή στην ιατρική περίθαλψη η οποία παρέχεται στο πλαίσιο της τακτικής διαδικασίας. Η διάταξη ισχύει για τους αιτούντες που αναμένουν την έκδοση απόφασης βάσει της σύμβασης του Δουβλίνου. 5) Με την παράγραφο αυτή θεσπίζεται κανόνας ίδιος με εκείνον που προβλέπεται στην παράγραφο 4 για την περίπτωση της εκπνοής της προθεσμίας για την έκδοση απόφασης επί έφεσης που έχει ασκηθεί κατά αρνητικής απόφασης εκδοθείσας στο πλαίσιο διαδικασίας περί του παραδεκτού ή συνοπτικής διαδικασίας, όταν κατά την εκπνοή της προθεσμίας δεν έχει εκδοθεί ακόμη η απόφαση επί της έφεσης. 6) H παράγραφος αυτή αναφέρεται στο οικονομικό κόστος της κατεπείγουσας περίθαλψης και αποτελεί την απάντηση στο συμπέρασμα του Συμβουλίου σχετικά με την έλλειψη «επαρκών πόρων» των αιτούντων άσυλο. Τα κράτη μέλη μπορούν να ζητούν από τους αιτούντες που διαθέτουν τη σχετική οικονομική δυνατότητα να συνεισφέρουν στα έξοδα της ιατρικής ή ψυχολογικής περίθαλψης που τους παρέχεται ή να καλύπτουν εξ ολοκλήρου την αναγκαία δαπάνη. Οι αποφάσεις για τη συνεισφορά των αιτούντων πρέπει να λαμβάνονται σε ατομική βάση, αντικειμενικά και αμερόληπτα. Οι αρνητικές αποφάσεις πρέπει να αιτιολογούνται, ούτως ώστε να είναι δυνατή η όσο το δυνατόν αρτιότερη επανεξέτασή τους. 7) Με την παράγραφο αυτή διασφαλίζεται η δυνατότητα επανεξέτασης των αρνητικών αποφάσεων που λαμβάνονται δυνάμει της παραγράφου 6. Η επανεξέταση πρέπει, τουλάχιστον στον τελευταίο βαθμό, να γίνεται από δικαστήριο (π.χ. από διοικητικό δικαστήριο, όπως είναι το Conseil d'Etat στη Γαλλία). Επίσης κατοχυρώνεται η πρόσβαση των αιτούντων σε νομική συνδρομή. Κεφάλαιο V: Περιορισμός ή ανάκληση συνθηκών υποδοχής Άρθρο 22 Το άρθρο αυτό αναφέρεται στα αίτια του περιορισμού ή της ανάκλησης συνθηκών υποδοχής όταν οι αιτούντες έχουν εκδηλώσει αρνητική συμπεριφορά. Ισχύει μόνο εφόσον το εκάστοτε κράτος μέλος επιθυμεί να το εφαρμόσει. 1) Η παράγραφος αυτή περιλαμβάνει έναν κατάλογο των λόγων για τους οποίους επιτρέπεται ο περιορισμός ή η ανάκληση συνθηκών υποδοχής. Ο κατάλογος πρέπει να θεωρείται εξαντλητικός. (α) Σκοπός της υποπαραγράφου αυτής είναι η αποδοκιμασία της αρνητικής συμπεριφοράς των αιτούντων οι οποίοι επιδεικνύουν αδιαφορία για τη διαδικασία χορήγησης ασύλου. Οι αιτούντες που εξαφανίζονται χωρίς εύλογη αιτία ή δεν συμμορφώνονται με υποχρεώσεις δήλωσης παρουσίας ή με αιτήματα που τους απευθύνονται για την παροχή πληροφοριών ή που δεν προσέρχονται επί 30 εργάσιμες ημέρες τουλάχιστον σε προσωπική συνέντευξη σχετική με τη διαδικασία χορήγησης ασύλου δείχνουν σαφώς με τον τρόπο αυτό ότι δεν προτίθενται να συνεργασθούν με την αρμόδια για την έκδοση της σχετικής απόφασης αρχή ή ότι σκοπεύουν να κρυφτούν χωρίς εύλογη αιτία. Η προθεσμία των 30 εργάσιμων ημερών είναι ίδια με αυτήν που προβλέπεται στο άρθρο 16 παράγραφος 2 της πρότασης οδηγίας για τις ελάχιστες προδιαγραφές για τις διαδικασίες με τις οποίες τα κράτη μέλη χορηγούν και ανακαλούν το καθεστώς του πρόσφυγα, όπου ορίζεται ότι «εάν ο αιτών άσυλο έχει εξαφανιστεί, η αρμόδια αποφαινόμενη αρχή μπορεί να διακόψει την εξέταση της αίτησης εάν ο αιτών, χωρίς εύλογη αιτία, δεν έχει συμμορφωθεί με την υποχρέωση να παρουσιάζεται τακτικά στις αρχές ή με τις αιτήσεις παροχής πληροφοριών ή εμφάνισης για προσωπική συνέντευξη επί τουλάχιστον τριάντα εργάσιμες ημέρες». Στη διάταξη αυτή δεν εμπίπτει η έλλειψη εγγράφων πιστοποιούντων την ταυτότητα, δεδομένου ότι η έλλειψη τέτοιων εγγράφων δεν μπορεί από μόνη της να ερμηνευθεί ως αρνητική συμπεριφορά των αιτούντων άσυλο. (β) Οι αιτούντες που ανακαλούν την αίτησή τους παύουν να είναι αιτούντες κατά την έννοια της παρούσας οδηγίας, με αποτέλεσμα να μη δικαιούνται πλέον τα ευεργετήματά της. Η ανάκληση αίτησης θεωρείται θεμιτή συμπεριφορά αλλά λογίζεται ως απόδειξη του ότι η αίτηση υπεβλήθη χωρίς επαρκή μέριμνα. (γ) Σκοπός της υποπαραγράφου αυτής είναι να λαμβάνεται υπόψη η αρνητική συμπεριφορά των αιτούντων οι οποίοι έχουν αποκρύψει τις οικονομικές τους δυνατότητες, με αποτέλεσμα να τους παρασχεθούν υλικές συνθήκες υποδοχής τις οποίες δεν δικαιούνταν. 2) Στην παράγραφο αυτή προβλέπονται περιορισμένης έκτασης κυρώσεις για την περίπτωση της ανάρμοστης συμπεριφοράς στα μέρη όπου διαμένουν οι αιτούντες. 3) Στην παράγραφο αυτή προβλέπεται περιορισμένης έκτασης κύρωση για τους ενήλικες που εμποδίζουν ανηλίκους των οποίων ασκούν την επιμέλεια να πηγαίνουν στο σχολείο ή να παρακολουθούν επιμέρους μαθήματα στο πλαίσιο των προγραμμάτων εγκύκλιας σχολικής εκπαίδευσης. Ο κανόνας αυτός έχει ως σκοπό να συμβάλει στον πλήρη σεβασμό του δικαιώματος των παιδιών να φοιτούν σε δημόσια σχολεία. 4) Οι προαναφερθέντες λόγοι περιορισμού ή ανάκλησης πρέπει να στηρίζονται αποκλειστικά και μόνο στην προσωπική διαγωγή του οικείου προσώπου (επομένως δεν θίγονται οι συνθήκες υποδοχής των υπολοίπων προσώπων, είτε αυτά είναι αιτούντες είτε είναι συνοδεύοντα μέλη της οικογένειας). Οι σχετικές αποφάσεις πρέπει να στηρίζονται στην αρχή της αναλογικότητας (επειδή οι συνέπειες μίας αρνητικής απόφασης επηρεάζουν σε μεγάλο βαθμό τη ζωή του αιτούντος άσυλο, η αποδοκιμαζόμενη συμπεριφορά πρέπει να είναι ιδιαίτερα επιλήψιμη). Οι αποφάσεις που προβλέπονται στις παραγράφους 1, 2 και 3 πρέπει να λαμβάνονται σε ατομική βάση, με αντικειμενικότητα και αμεροληψία. Εάν περιλαμβάνουν τον περιορισμό ή την ανάκληση συνθηκών υποδοχής πρέπει να αιτιολογούνται, ούτως ώστε να είναι δυνατή η όσο το δυνατόν αρτιότερη επανεξέτασή τους. 5) Κατά τα προβλεπόμενα στον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων (άρθρο 47) και κατ' αντιστοιχία προς τη νομολογία του Δικαστηρίου, η παράγραφος αυτή διασφαλίζει τη δυνατότητα επανεξέτασης των αποφάσεων που λαμβάνονται δυνάμει των παραγράφων 1, 2 και 3. Η επανεξέταση πρέπει να γίνεται από δικαστήριο (π.χ. από διοικητικό δικαστήριο, όπως είναι το Conseil d'Etat στη Γαλλία), τουλάχιστον στον τελευταίο βαθμό. Επειδή η ανάκληση, ο περιορισμός ή η άρνηση συνθηκών υποδοχής αποτελεί μία απόφαση η οποία επηρεάζει σε μεγάλο βαθμό την ποιότητα ζωής των αιτούντων κατά τη διεξαγωγή της σχετικής διαδικασίας, κρίνεται σκόπιμο και σύμφωνο με τα Συμπεράσματα του Συμβουλίου να παρέχεται σε τέτοιες περιπτώσεις στους αιτούντες πρόσβαση σε νομική συνδρομή, η οποία μάλιστα πρέπει να είναι δωρεάν όταν το κόστος της υπερβαίνει τις οικονομικές δυνατότητες των αιτούντων. 6) Η παράγραφος αυτή αποκλείει την επιβολή των διατάξεων του παρόντος άρθρου σχετικά με την κατεπείγουσα ιατρική και ψυχολογική περίθαλψη και την ιατρική περίθαλψη που δεν επιδέχεται αναβολή οι προϋποθέσεις των οποίων δεν μπορούν σε καμία περίπτωση ναμειωθούν ή να ανακληθούν. Κεφάλαιο VI: Διατάξεις για τα πρόσωπα με ειδικές ανάγκες Άρθρο 23 1) Με το άρθρο αυτό καθιερώνεται γενική ρήτρα υπέρ των προσώπων με ειδικές ανάγκες. Χωρίς να έχει εξαντλητικό χαρακτήρα (κάθε άλλη κατηγορία προσώπων με ειδικές ανάγκες πρέπει να αποτελεί αντικείμενο μέριμνας. π.χ. ενίοτε αποδεικνύεται πολύ δυσχερής η συστέγαση των ατόμων που έχουν αλλάξει φύλο με άνδρες ή με γυναίκες, ενώ συχνά τα άτομα αυτά χρήζουν ειδικής ψυχολογικής υποστήριξης), το υπόψη άρθρο απαριθμεί τις κατηγορίες προσώπων οι οποίες, με βάση την πρακτική που ακολουθείται στα κράτη μέλη και σύμφωνα με σχετικές μελέτες, θεωρείται ότι έχουν ειδικές ανάγκες όσον αφορά τη φιλοξενία τους και την αναγκαία ψυχολογική και ιατρική περίθαλψη. Κρίθηκε αναγκαίο να διευκρινισθεί ότι οι ανύπανδρες γυναίκες έχουν συνήθως «ειδικές ανάγκες» όταν προέρχονται από χώρες στις οποίες υφίστανται σοβαρές νομικές διακρίσεις εξαιτίας του φύλου τους, δεδομένου ότι δεν είναι δυνατό να θεωρηθεί ότι μία ανύπανδρη γυναίκα, εξ ορισμού, έχει ειδικές ανάγκες οι οποίες πρέπει να καλυφθούν. 2) Οι ειδικές ανάγκες των ατόμων που εμπίπτουν στις εν λόγω κατηγορίες πρέπει να αξιολογούνται με γνώμονα τα ατομικά χαρακτηριστικά της κάθε περίπτωσης. Άρθρο 24 Το άρθρο αυτό αναφέρεται στις ειδικές ανάγκες των ανηλίκων. 1) Σύμφωνα με το άρθρο 3 της σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών του 1989 για τα δικαιώματα του παιδιού, «σε όλες τις αποφάσεις που αφορούν τα παιδιά [...] πρέπει να λαμβάνεται πρωτίστως υπόψη το συμφέρον του παιδιού». Πρόκειται για μια αρχή αναγκαστικής ισχύος, η οποία επαναδιατυπώνεται στην υπόψη παράγραφο, ούτως ώστε να μπορεί να χρησιμεύσει ως εργαλείο για την ερμηνεία όλων των διατάξεων της παρούσας πρότασης οδηγίας οι οποίες αφορούν τους ανηλίκους. 2) Οι ανήλικοι αποτελούν συχνά θύματα πολυάριθμων ειδικών μορφών κακής μεταχείρισης, αμέλειας, εκμετάλλευσης, βασανιστηρίων, βαναυσότητας, απάνθρωπης και εξευτελιστικής συμπεριφοράς ή υφίστανται συχνά τις συνέπειες ένοπλων συγκρούσεων. Τα κράτη μέλη οφείλουν να παρέχουν υπηρεσίες αποκατάστασης των ανηλίκων που έχουν υποστεί τέτοια δεινά. Επίσης πρέπει να τους παρέχουν, εφόσον απαιτείται, κατάλληλη φροντίδα διανοητικής υγείας και υποστήριξη από ειδικευμένους ψυχοκοινωνικούς λειτουργούς. Άρθρο 25 Το άρθρο αυτό αναφέρεται στις ειδικές ανάγκες των ασυνόδευτων ανηλίκων. 1) Τα κράτη μέλη οφείλουν να φροντίζουν το ταχύτερο δυνατό για την αναγκαία αντιπροσώπευση των ασυνόδευτων ανηλίκων που έχουν υποβάλει αίτηση χορήγησης ασύλου, ούτως ώστε να εξασφαλισθεί η δέουσα κάλυψη των αναγκών του ανηλίκου κατά την εφαρμογή των διατάξεων της παρούσας οδηγίας. Τέλος, επειδή οι ανήλικοι είναι ευάλωτοι και μπορούν εύκολα να αποτελέσουν θύματα κακομεταχείρισης, καθιερώνεται η αρχή της τακτικής αξιολόγησης της πραγματικής κατάστασης του κάθε παιδιού από κατάλληλες υπηρεσίες κοινωνικής πρόνοιας. 2) Η παράγραφος αυτή περιέχει κανόνες οι οποίοι πρέπει να νοηθούν ως απευθείας εφαρμογή της αρχής της διαφύλαξης του συμφέροντος των ανηλίκων στον τομέα των συνθηκών υποδοχής. Ειδικότερα, τα κράτη μέλη υποχρεούνται να παρέχουν στους ασυνόδευτους ανηλίκους οι οποίοι υποβάλλουν αίτηση χορήγησης ασύλου μία από τις απαριθμούμενες μορφές στέγασης από τη στιγμή που γίνονται δεκτοί στο έδαφός τους μέχρι τη στιγμή κατά την οποία αναγκάζονται να εγκαταλείψουν τη χώρα υποδοχής. Επιπλέον ορίζεται ότι τα αδέλφια πρέπει να παραμένουν μαζί (παρεκκλίσεις από τον κανόνα αυτόν επιτρέπονται μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις, π.χ. όταν παρατηρείται αιφνίδια και μαζική συρροή αιτούντων άσυλο, και μόνο για σύντομο χρονικό διάστημα) και ότι οι μεταβολές κατοικίας τους πρέπει στο μέτρο του δυνατού να αποφεύγονται. 3) Η παράγραφος αυτή αναφέρεται στα μέτρα αναζήτησης και στην αρχή της εμπιστευτικότητας που τα διέπει, στον βαθμό που τα μέτρα αυτής της μορφής εξυπηρετούν το συμφέρον του παιδιού. 4) Προκειμένου να καλύπτονται δεόντως οι ανάγκες των ασυνόδευτων ανηλίκων κατά τις διαδικασίες χορήγησης ασύλου, τα κράτη μέλη οφείλουν να εξασφαλίζουν ότι το προσωπικό που ασχολείται με τους ασυνόδευτους ανήλικους να ενημερώνεται για τις ανάγκες τους μέσω κατάλληλης κατάρτισης. Άρθρο 26 Το άρθρο αυτό αναφέρεται στα θύματα βασανιστηρίων και του οργανωμένου εγκλήματος. Σύμφωνα με τα συμπεράσματα της συνεδρίασης του Συμβουλίου της 30ής Νοεμβρίου και της 1ης Δεκεμβρίου σχετικά με τις συνθήκες υποδοχής, «το κράτος μέλος υποδοχής πρέπει να παρέχει ειδική ιατρική βοήθεια στους αιτούντες άσυλο που έχουν υποστεί βασανιστήρια, βιασμό ή άλλες σοβαρές πράξεις βίας». Η παράγραφος αυτή προβλέπει την παροχή ειδικής ιατρικής βοήθειας και προσθέτει στις προαναφερθείσες κατηγορίες τα θύματα οργανωμένης βίας και βίας που σχετίζεται με το φύλο, προκειμένου να καταστεί σαφές ότι στη διάταξη εμπίπτουν και τα πρόσωπα που φέρουν ψυχικά τραύματα λόγω φυλετικών εκκαθαρίσεων. Κεφάλαιο VII: Μέτρα για τη βελτίωση της αποτελεσματικότητας των συστημάτων υποδοχής Άρθρο 27 Το άρθρο αυτό αναφέρεται στη συνεργασία μεταξύ κρατών μελών, αλλά και μεταξύ των κρατών μελών και της Επιτροπής. 1) Σύμφωνα με την παράγραφο αυτή, τα κράτη μέλη πρέπει να διορίσουν ένα εθνικό σημείο επαφής και να λάβουν τα κατάλληλα μέτρα για τη μεθόδευση απευθείας συνεργασίας, περιλαμβανομένων των ανταλλαγών επισκέψεων και πληροφοριών μεταξύ των αρμόδιων αρχών. Η χρηματοδότηση των δραστηριοτήτων αυτού του είδους είναι ευχερής στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Ταμείου για τους Πρόσφυγες. 2) Η παράγραφος αυτή αναφέρεται στις πληροφορίες και τα δεδομένα που πρέπει να διαβιβάζονται στην Επιτροπή, ούτως ώστε να μπορεί η Επιτροπή να φέρει σε πέρας τα καθήκοντά της σε σχέση με την εφαρμογή της οδηγίας και με τις ενδεχόμενες μελλοντικές βελτιώσεις της. Άρθρο 28 Το άρθρο αυτό λαμβάνει υπόψη τα συμπεράσματα του Συμβουλίου περί των μη κυβερνητικών οργανώσεων και εισηγείται την υιοθέτηση μιας πιο ολοκληρωμένης προσέγγισης η οποία να περιλαμβάνει τον συντονισμό μεταξύ των αρμόδιων αρχών και όλων των άλλων φορέων που ασχολούνται σε εθνικό ή τοπικό επίπεδο με την υποδοχή των αιτούντων άσυλο. Άρθρο 29 Η γενική στάση της κοινής γνώμης απέναντι στα πρόσωπα που ζητούν άσυλο, καθώς και οι πολιτικές και κοινωνικές αντιλήψεις γύρω από τα ζητήματα που άπτονται του ασύλου, τόσο από την πλευρά της κοινής γνώμης εν γένει όσο και, ειδικότερα, από την πλευρά των τοπικών κοινοτήτων, επηρεάζουν σε μεγάλο βαθμό την ποιότητα ζωής που μπορούν να απολαύσουν οι αιτούντες άσυλο. Σύμφωνα με το υπόψη άρθρο, τα κράτη μέλη οφείλουν να θεσπίσουν διατάξεις προκειμένου να διασφαλισθεί η λήψη των κατάλληλων μέτρων για την προώθηση αρμονικών σχέσεων μεταξύ των τοπικών κοινοτήτων και των κέντρων φιλοξενίας που βρίσκονται εντός των ορίων τους. Στόχος είναι η αποτροπή των ρατσιστικών και ξενόφοβων πράξεων και των διακρίσεων με βάση το φύλο κατά των αιτούντων άσυλο. Άρθρο 30 Το άρθρο αυτό αναφέρεται στον προσανατολισμό, την παρακολούθηση και τον έλεγχο του συστήματος υποδοχής από τα κράτη μέλη. Για να διασφαλισθούν συγκρίσιμες συνθήκες διαβίωσης για τους αιτούντες άσυλο σε όλα τα κράτη μέλη και για να περιορισθούν οι δευτερογενείς τους μετακινήσεις οι οποίες οφείλονται στην ανομοιογένεια των συνθηκών υποδοχής, τα κράτη μέλη πρέπει οπωσδήποτε να καθιερώσουν σύστημα διαρκούς προσανατολισμού, παρακολούθησης και ελέγχου της στάθμης των συνθηκών υποδοχής που παρέχονται στους αιτούντες άσυλο. Σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο τα κράτη μέλη υποχρεούνται να θεσπίσουν κανόνες για τον προσανατολισμό, την παρακολούθηση και τον έλεγχο της στάθμης των συνθηκών υποδοχής σύμφωνα με την παρούσα οδηγία, με στόχο την επίτευξη συγκεκριμένων στόχων. Δεν προτείνεται κάποιο συγκεκριμένο πρότυπο για το σύστημα προσανατολισμού, παρακολούθησης και εσωτερικού ελέγχου της ικανοποιητικής στάθμης των συνθηκών υποδοχής. Με εξαίρεση τις δραστηριότητες που μνημονεύονται στο δεύτερο εδάφιο, η επιλογή του τρόπου επίτευξης των σχετικών στόχων αφήνεται στη διακριτική ευχέρεια των κρατών μελών. Το δεύτερο εδάφιο αποτελεί τη νομική βάση για τη σύσταση της αρχής που προβλέπεται στο άρθρο 18 (εν πάση περιπτώσει τα κράτη μέλη είναι ελεύθερα να αποφασίζουν ότι μία υπάρχουσα ανεξάρτητη αρχή, π.χ. ο «Συνήγορος του πολίτη», θα είναι αρμόδια να διενεργεί τον έλεγχο που προβλέπεται στο άρθρο 18). Επιπλέον, διευκρινίζονται μερικά από τα μέτρα που τα κράτη μέλη πρέπει να λάβουν προκειμένου να διασφαλισθεί η αποτελεσματικότητα του συστήματος υποδοχής. Άρθρο 31 Το άρθρο αυτό αναφέρεται στο προσωπικό και τα υλικά μέσα. 1) Η παράγραφος αυτή στηρίζεται στο σκεπτικό ότι οι αιτούντες άσυλο αποτελούν μία ομάδα ανθρώπων με συγκεκριμένο ιστορικό και συγκεκριμένες ανάγκες. Πρέπει να λαμβάνεται μέριμνα ώστε οι αρχές και οι λοιποί φορείς που εφαρμόζουν την παρούσα οδηγία να λαμβάνουν την αναγκαία βασική κατάρτιση που θα τους επιτρέψει να γνωρίζουν τις ανάγκες αυτές. 2) Η παράγραφος αυτή ορίζει ότι τα κράτη μέλη αφιερώνουν τα μέσα που είναι αναγκαία για την υλοποίηση των εθνικών διατάξεων που θεσπίζονται κατ' εφαρμογή της παρούσας οδηγίας, ούτως ώστε να διασφαλίζεται η ουσιαστική δυνατότητα εκτέλεσης των διατάξεων αυτών. Κεφάλαιο VIII - Τελικές διατάξεις Άρθρο 32 Το άρθρο αυτό περιλαμβάνει την πάγια διάταξη περί απαγόρευσης της διακριτικής μεταχείρισης. Η διατύπωση έχει ως πρότυπο το άρθρο 3 της σύμβασης της Γενεύης, το άρθρο 13 της συνθήκης ΕΚ και το άρθρο 21 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η διάταξη ισχύει με την επιφύλαξη των υποχρεώσεων που απορρέουν από διεθνή κείμενα, π.χ. από την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου και τις Θεμελιώδεις Ελευθερίες (άρθρο 14). Άρθρο 33 Η παράγραφος αυτή αναφέρεται στην υποβολή εκθέσεων. Η Επιτροπή καλείται να καταρτίσει έκθεση σχετικά με την εφαρμογή της οδηγίας από τα κράτη μέλη, σύμφωνα με τον ρόλο που της έχει ανατεθεί για τον έλεγχο της εφαρμογής των διατάξεων που θεσπίζονται από τα όργανα δυνάμει της συνθήκης. Επίσης της ανατίθεται το έργο της υποβολής προτάσεων για ενδεχόμενες τροποποιήσεις της οδηγίας. Η πρώτη έκθεση πρέπει να υποβληθεί το αργότερο δύο έτη μετά την εκπνοή της προθεσμίας που ισχύει για την ενσωμάτωση της οδηγίας στη νομοθεσία των κρατών μελών. Τα κράτη μέλη οφείλουν να αποστείλουν στην Επιτροπή όλα τα πληροφοριακά στοιχεία που απαιτούνται για την κατάρτιση της έκθεσης, περιλαμβανομένων των στατιστικών δεδομένων που προβλέπονται στο άρθρο 27 παράγραφος 2 και των αποτελεσμάτων των μέτρων που προβλέπονται στο άρθρο 29. Μετά την υποβολή της ανωτέρω έκθεσης, η Επιτροπή οφείλει να καταρτίζει έκθεση για την εφαρμογή της οδηγίας τουλάχιστον ανά πενταετία. Άρθρο 34 Το άρθρο αυτό είναι πάγια διάταξη στο κοινοτικό δίκαιο, η οποία προβλέπει κυρώσεις ουσιαστικές, αποτρεπτικές και σύμφωνες με την αρχή της αναλογικότητας. Αφήνει στα κράτη μέλη τη διακριτική ευχέρεια να θεσπίζουν κυρώσεις για τις παραβάσεις των εθνικών διατάξεων που θεσπίζονται κατ' εφαρμογή της παρούσας οδηγίας. Άρθρο 35 Τα κράτη μέλη οφείλουν να ενσωματώσουν την οδηγία στην εσωτερική τους νομοθεσία μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 2002 το αργότερο. Άρθρο 36 Στο άρθρο αυτό καθορίζεται η ημερομηνία έναρξης ισχύος της οδηγίας. Άρθρο 37 Τα κράτη μέλη είναι οι μόνοι αποδέκτες της οδηγίας. 2001/0091 (CNS) Πρόταση ΟΔΗΓΙΑΣ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ σχετικά με τις ελάχιστες απαιτήσεις για την υποδοχή των προσώπων που ζητούν άσυλο στα κράτη μέλη ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ, Έχοντας υπόψη: τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, και ιδίως το άρθρο 63, πρώτο εδάφιο σημείο 1, στοιχείο (β) , την πρόταση της Επιτροπής [1], [1] ΕΕ C τη γνώμη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου [2], [2] ΕΕ C τη γνώμη της Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής [3], [3] ΕΕ C τη γνώμη της Επιτροπής των Περιφερειών [4], [4] ΕΕ C Εκτιμώντας τα εξής: (1) Η κοινή πολιτική ασύλου, που περιλαμβάνει ένα κοινό ευρωπαϊκό σύστημα για το άσυλο, αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του στόχου της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την προοδευτική εγκαθίδρυση ενός χώρου ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης, ανοικτού σε εκείνους οι οποίοι, αναγκασμένοι από τις περιστάσεις, αναζητούν νομίμως προστασία στην Κοινότητα. (2) Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, κατά την ειδική σύνοδο που πραγματοποίησε στο Τάμπερε στις 15 και 16 Οκτωβρίου 1999, συμφώνησε να εργαστεί για τη θέσπιση ενός κοινού ευρωπαϊκού συστήματος για το άσυλο, βασιζόμενου στην πλήρη και συνολική εφαρμογή της σύμβασης της Γενεύης της 28ης Ιουλίου 1951 σχετικά με το καθεστώς των προσφύγων, όπως συμπληρώθηκε με το πρωτόκολλο της Νέας Υόρκης της 31ης Ιανουαρίου 1967, ώστε κανείς να μην αποστέλλεται πίσω εκεί όπου θα υποστεί διώξεις, δηλαδή να τηρηθεί η αρχή της μη επαναπροώθησης. (3) Στα Συμπεράσματα του Τάμπερε προβλέπεται ότι το κοινό ευρωπαϊκό σύστημα ασύλου πρέπει να περιλαμβάνει βραχυπρόθεσμα κοινές ελάχιστες απαιτήσεις για τις συνθήκες υποδοχής των αιτούντων άσυλο. (4) Η παρούσα οδηγία σέβεται τα θεμελιώδη δικαιώματα και συνάδει με τις αρχές που εξαγγέλλονται, ιδίως, στον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ειδικότερα, η παρούσα οδηγία αποβλέπει στη διασφάλιση του πλήρους σεβασμού της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και του δικαιώματος ασύλου των αιτούντων άσυλο και των μελών της οικογένειάς τους που τους συνοδεύουν, καθώς επίσης στην προώθηση της εφαρμογής των άρθρων 1 και 18 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. (5) Σύμφωνα με τα άρθρο 2 και το άρθρο 3, παράγραφος 2, της συνθήκης, η παρούσα οδηγία, από άποψη στόχων και περιεχομένου, κατατείνει στην εξάλειψη των ανισοτήτων και στην προαγωγή της ισότητας μεταξύ ανδρών και γυναικών. (6) Είναι σκόπιμο να θεσπισθούν ελάχιστες απαιτήσεις για την υποδοχή των αιτούντων άσυλο, οι οποίες υπό κανονικές συνθήκες θα είναι επαρκείς για την εξασφάλιση αξιοπρεπούς επιπέδου διαβίωσης και συγκρίσιμων συνθηκών διαβίωσης σε όλα τα κράτη μέλη. (7) Εκτιμάται ότι η εναρμόνιση των συνθηκών υποδοχής των αιτούντων άσυλο θα συμβάλει στον περιορισμό των δευτερογενών μετακινήσεων των προσώπων αυτών οι οποίες οφείλονται στην ανομοιογένεια των συνθηκών υποδοχής τους. (8) Οι συνθήκες διαβίωσης των αιτούντων άσυλο πρέπει σε όλες τις περιπτώσεις να είναι αξιοπρεπείς, και πρέπει μάλιστα να βελτιώνονται όταν η εκάστοτε αίτηση κρίνεται παραδεκτή και όχι προδήλως αβάσιμη. (9) Ο αριθμός και η στάθμη των συνθηκών υποδοχής είναι σκόπιμο να αυξάνονται στην περίπτωση των διαδικασιών μεγάλης χρονικής διάρκειας, υπό την προϋπόθεση ότι η μεγάλη χρονική διάρκεια της διαδικασίας δεν είναι αποτέλεσμα της αρνητικής συμπεριφοράς του αιτούντος άσυλο. (10) Η υποδοχή των ομάδων που έχουν ειδικές ανάγκες πρέπει να έχει σχεδιασθεί ειδικά με σκοπό την κάλυψη των αναγκών αυτών. (11) Η υποδοχή των αιτούντων που τελούν υπό κράτηση πρέπει να έχει σχεδιασθεί ειδικά με σκοπό την κάλυψη των αναγκών που οφείλονται στις συνθήκες κράτησης. (12) Προκειμένου να διασφαλίζεται η τήρηση των ελάχιστων διαδικαστικών εγγυήσεων που συνίστανται στην παροχή της δυνατότητας επικοινωνίας με οργανώσεις και πρόσωπα που παρέχουν νομική συνδρομή, πρέπει να παρέχεται ουσιαστική πρόσβαση στις εν λόγω οργανώσεις και τα πρόσωπα, ανεξαρτήτως του τόπου στέγασης. (13) Η πρόσβαση σε όλους τους χώρους όπου στεγάζονται αιτούντες άσυλο πρέπει να είναι ελεύθερη για τους νομικούς συμβούλους και τους συνηγόρους των αιτούντων άσυλο, για την Ύπατη Αρμοστία των Ηνωμένων Εθνών για τους Πρόσφυγες και για τις συναφείς μη κυβερνητικές οργανώσεις. (14) Πρέπει να περιστέλλεται η δυνατότητα κατάχρησης του συστήματος υποδοχής με τον καθορισμό των περιστάσεων που δικαιολογούν τον περιορισμό ή την ανάκληση των συνθηκών υποδοχής των αιτούντων άσυλο. (15) Πρέπει να διασφαλίζεται η αποτελεσματικότητα των εθνικών συστημάτων υποδοχής και της συνεργασίας μεταξύ των κρατών μελών σε θέματα υποδοχής των αιτούντων άσυλο. (16) Οι πολιτικές και κοινωνικές αντιλήψεις γύρω από τα ζητήματα που άπτονται του ασύλου, τόσο από την πλευρά της κοινής γνώμης εν γένει, όσο και ειδικότερα από την πλευρά των τοπικών κοινωνιών, επηρεάζουν σε μεγάλο βαθμό την ποιότητα ζωής που μπορούν να απολαύσουν οι αιτούντες άσυλο. Για τον λόγο αυτό πρέπει να προαχθούν οι αρμονικές σχέσεις μεταξύ των κοινωνιών αυτών και των κέντρων φιλοξενίας. (17) Εξ ορισμού, οι ελάχιστες απαιτήσεις επιτρέπουν στα κράτη μέλη να θεσπίζουν ή να διατηρούν σε ισχύ ευνοϊκότερες διατάξεις για τους υπηκόους τρίτων χωρών και τους απάτριδες που ζητούν διεθνή προστασία από ένα κράτος μέλος. (18) Βάσει της ίδιας λογικής, τα κράτη μέλη καλούνται επίσης να εφαρμόζουν τις διατάξεις της παρούσας οδηγίας κατά τις διαδικασίες εξέτασης των αιτήσεων που αφορούν άλλες μορφές προστασίας εκτός από εκείνες που απορρέουν από τη σύμβαση της Γενεύης για τους υπηκόους τρίτων χωρών και τους απάτριδες που διαπιστώνεται ότι δεν είναι πρόσφυγες. (19) Τα κράτη μέλη πρέπει να προβλέψουν κυρώσεις για τις περιπτώσεις παράβασης των εθνικών διατάξεων που θεσπίζουν σύμφωνα με τη παρούσα οδηγία. (20) Η εφαρμογή της παρούσας οδηγίας πρέπει να αξιολογείται ανά τακτά χρονικά διαστήματα. (21) Σύμφωνα με τις αρχές της επικουρικότητας και της αναλογικότητας, που διατυπώνονται στο άρθρο 5 της συνθήκης, ο στόχος των προτεινόμενων μέτρων, δηλαδή η θέσπιση ελάχιστων απαιτήσεων για την υποδοχή των αιτούντων άσυλο στα κράτη μέλη, δεν μπορεί να επιτευχθεί από τα κράτη μέλη και συνεπώς, λόγω της κλίμακας ή των συνεπειών των προτεινόμενων μέτρων, μπορεί να επιτευχθεί μόνο από την Κοινότητα. Η παρούσα οδηγία περιορίζεται στο ελάχιστο απαιτούμενο για την επίτευξη αυτών των στόχων και δεν υπερβαίνει τα αναγκαία όρια για το σκοπό αυτό, ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΟΔΗΓΙΑ: ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ι ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ, ΟΡΙΣΜΟΙ ΚΑΙ ΠΕΔΙΟ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ Άρθρο 1 Αντικείμενο Σκοπός της παρούσας οδηγίας είναι η θέσπιση ελάχιστων απαιτήσεων για την υποδοχή των προσώπων που ζητούν άσυλο στα κράτη μέλη. Άρθρο 2 Ορισμοί Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας νοούνται ως: (α) «σύμβαση της Γενεύης», η σύμβαση περί του καθεστώτος των προσφύγων που υπογράφτηκε στη Γενεύη στις 28 Ιουλίου 1951, όπως συμπληρώθηκε με το πρωτόκολλο της Νέας Υόρκης της 31ης Ιανουαρίου 1967. (β) «αίτηση για χορήγηση ασύλου», η αίτηση με την οποία υπήκοος τρίτης χώρας ή άπατρις ζητά διεθνή προστασία από ένα κράτος μέλος και η οποία μπορεί να θεωρηθεί ότι θεμελιώνεται στο γεγονός ότι το πρόσωπο αυτό είναι πρόσφυγας κατά την έννοια του άρθρου 1(Α) της σύμβασης της Γενεύης. Κάθε αίτηση για την παροχή διεθνούς προστασίας αντιμετωπίζεται ως αίτηση χορήγησης ασύλου, εκτός αν ο αιτών υπήκοος τρίτης χώρας ή άπατρις ζητά ρητώς να του παρασχεθεί κάποια άλλη μορφή προστασίας η οποία είναι δυνατό να ζητηθεί αυτοτελώς. (γ) «αιτών» ή «αιτών άσυλο», ο υπήκοος τρίτης χώρας ή ο άπατρις ο οποίος έχει υποβάλει αίτηση χορήγησης ασύλου, εφόσον δεν έχει εκδοθεί ακόμη τελεσίδικη απόφαση επί της αίτησης. Μία απόφαση θεωρείται τελεσίδικη όταν έχουν εξαντληθεί όλα τα σχετικά ένδικα μέσα τα οποία προβλέπονται στην οδηγία .../.../ΕΚ του Συμβουλίου για τις ελάχιστες προδιαγραφές για τις διαδικασίες με τις οποίες τα κράτη μέλη χορηγούν και ανακαλούν το καθεστώς του πρόσφυγα [5] [5] COM(2000) 578 τελικό. (δ) «μέλη της οικογένειας», τα ακόλουθα μέλη της οικογένειας του αιτούντος, υπό την προϋπόθεση ότι η οικογένεια υπήρχε ήδη στη χώρα καταγωγής: (i) ο/η σύζυγος ή ο/η σύντροφος που διατηρεί σταθερή σχέση με τον αιτούντα σε ελεύθερη ένωση, υπό την προϋπόθεση ότι η νομοθεσία του κράτους μέλους στο οποίο υποβλήθηκε ή εξετάζεται η αίτηση αντιμετωπίζει με τον ίδιο τρόπο τα παντρεμμένα και τα ανύπανδρα ζευγάρια. (ii) τα τέκνα του ζεύγους που μνημονεύεται στο σημείο (i) ή τα τέκνα του αιτούντος, υπό την προϋπόθεση ότι είναι ανύπανδρα και οικονομικώς εξαρτημένα, χωρίς να έχει σημασία αν γεννήθηκαν εντός ή εκτός γάμου ή αν είναι υιοθετημένα. (iii) άλλα μέλη της οικογένειας, εφόσον εξαρτώνται οικονομικά από τον αιτούντα ή έχουν βιώσει ιδιαίτερα τραυματικές εμπειρίες ή χρήζουν εξειδικευμένης ιατρικής περίθαλψης. (ε) «συνοδεύοντα μέλη της οικογένειας», τα μέλη της οικογένειας του αιτούντος τα οποία βρίσκονται στο ίδιο κράτος μέλος σε σχέση με την αίτηση για χορήγηση ασύλου. (στ) «πρόσφυγας», κάθε πρόσωπο το οποίο πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 1(Α) της σύμβασης της Γενεύης. (ζ) «καθεστώς πρόσφυγα», το καθεστώς που χορηγεί ένα κράτος μέλος σε ένα πρόσωπο που είναι πρόσφυγας και γίνεται δεκτό υπό την ιδιότητα αυτή στο έδαφος του οικείου κράτους μέλους. (η) «τακτική διαδικασία», «συνοπτική διαδικασία», «διαδικασία περί του παραδεκτού» και «κατ' έφεση διαδικασία, οι διαδικασίες που προβλέπονται στην οδηγία.../.../ΕΚ για τις ελάχιστες προδιαγραφές για τις διαδικασίες με τις οποίες τα κράτη μέλη χορηγούν και ανακαλούν το καθεστώς του πρόσφυγα . (θ) «ασυνόδευτοι ανήλικοι», τα πρόσωπα ηλικίας κάτω των δεκαοκτώ ετών που φτάνουν στο έδαφος των κρατών μελών χωρίς να συνοδεύονται από ενήλικο υπεύθυνο γι' αυτά σύμφωνα με το νόμο ή κατά το εθιμικό δίκαιο και εφόσον κανένας ενήλικος δεν ασκεί στην πράξη την επιμέλειά τους. Ο ορισμός καλύπτει και τους ανηλίκους που παύουν να συνοδεύονται μετά την είσοδό τους στο έδαφος των κρατών μελών. (ι) «συνθήκες υποδοχής», η πλήρης δέσμη μέτρων που τα κράτη μέλη εφαρμόζουν προς όφελος των αιτούντων άσυλο κατ' εφαρμογή της παρούσας οδηγίας. (κ) «υλικές συνθήκες υποδοχής», οι συνθήκες υποδοχής που περιλαμβάνουν την παροχή στέγης, τροφής και ρουχισμού ( σε είδος ή υπό μορφή οικονομικού βοηθήματος ή δελτίων), καθώς και ένα βοήθημα για τα καθημερινά έξοδα. (λ) «κράτηση», ο περιορισμός σε συγκεκριμένο χώρο που επιβάλλει ένα κράτος μέλος σε αιτούντα άσυλο, όπως σε φυλακές, κρατητήρια ή ζώνες διερχομένων στους αερολιμένες, όπου η ελευθερία μετακίνησης του αιτούντος περιορίζεται σημαντικά. (μ) «κέντρο φιλοξενίας», κάθε χώρος που χρησιμοποιείται αποκλειστικά για την ομαδική φιλοξενία των αιτούντων άσυλο και των μελών της οικογένειάς τους που τους συνοδεύουν. (ν) «κέντρο κράτησης», οποιοδήποτε μέρος το οποίο χρησιμοποιείται για τη διαμονή, υπό συνθήκες κράτησης, των αιτούντων άσυλο και των μελών της οικογένειάς τους που τους συνοδεύουν, περιλαμβανομένων των κέντρων φιλοξενίας όταν ισχύει απαγόρευση εξόδου των αιτούντων από αυτά. Άρθρο 3 Πεδίο εφαρμογής 1. Η παρούσα οδηγία εφαρμόζεται σε όλους τους υπηκόους τρίτων χωρών και τους απάτριδες που υποβάλλουν αίτηση για χορήγηση ασύλου στα σύνορα ή στο έδαφος κράτους μέλους, καθώς και τα συνοδεύοντα μέλη της οικογένειάς τους. Οι διατάξεις της παρούσας οδηγίας εφαρμόζονται επίσης στις περιπτώσεις που η εξέταση μίας αίτησης χορήγησης ασύλου γίνεται στο πλαίσιο διαδικασίας με την οποία κρίνεται το δικαίωμα του αιτούντος να εισέλθει νομίμως στο έδαφος κράτους μέλους. 2. Η παρούσα οδηγία δεν εφαρμόζεται στην περίπτωση των αιτήσεων χορήγησης διπλωματικού ή εδαφικού ασύλου που υποβάλλονται σε αντιπροσωπείες των κρατών μελών. 3. Τα κράτη μέλη μπορούν να αποφασίσουν την εφαρμογή της παρούσας οδηγίας σε διαδικασίες εξέτασης των αιτήσεων παροχής άλλων μορφών προστασίας εκτός από εκείνη που απορρέει από τη σύμβαση της Γενεύης σε σχέση με υπηκόους τρίτων χωρών και απάτριδες που διαπιστώνεται ότι δεν είναι πρόσφυγες. Άρθρο 4 Ευνοϊκότερες διατάξεις Τα κράτη μέλη δύνανται να θεσπίζουν ή να διατηρούν σε ισχύ ευνοϊκότερες διατάξεις σχετικά με τις συνθήκες υποδοχής των αιτούντων άσυλο, υπό την προϋπόθεση ότι οι διατάξεις αυτές συμβιβάζονται με την παρούσα οδηγία. ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΙ ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΙΣ ΣΥΝΘΗΚΕΣ ΥΠΟΔΟΧΗΣ Άρθρο 5 Ενημέρωση 1. Αμέσως μετά την υποβολή αίτησης για τη χορήγηση ασύλου, τα κράτη μέλη ενημερώνουν τους αιτούντες και τα συνοδεύοντα μέλη της οικογένειάς τους για τα ευεργετήματα τα οποία δικαιούνται και για τις υποχρεώσεις τις οποίες οφείλουν να τηρούν σε σχέση με τις συνθήκες υποδοχής. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν την ενημέρωση των αιτούντων σχετικά με τις οργανώσεις ή τα πρόσωπα που παρέχουν εξειδικευμένη νομική συνδρομή και για τις οργανώσεις οι οποίες θα μπορούσαν ενδεχομένως να συνδράμουν τους αιτούντες για την εξασφάλιση των προβλεπόμενων συνθηκών υποδοχής, περιλαμβανομένης της ιατρικής περίθαλψης την οποία δικαιούνται. 2. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι εξασφαλίζουν ότι κάθε ενήλικο συνοδεύον μέλος της οικογένειας ενός αιτούντος ενημερώνεται κατ' ιδίαν σχετικά με το δικαίωμα υποβολής αυτοτελούς αίτησης χορήγησης ασύλου. 3. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν την παροχή των πληροφοριών που μνημονεύονται στην παράγραφο 1 σε γραπτή μορφή και, κατά το μέτρο του δυνατού, σε γλώσσα κατανοητή στους αιτούντες. 4. Οι αιτούντες ενημερώνονται για τη δυνατότητα συμμετοχής τους σε τυχόν μαθήματα γλώσσας και προγράμματα οικειοθελούς επαναπατρισμού. Άρθρο 6 Επίσημα έγγραφα 1. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι, αμέσως μετά την υποβολή αίτησης για άσυλο, χορηγείται στους αιτούντες και σε καθένα από τα ενήλικα συνοδεύοντα μέλη της οικογένειάς τους έγγραφο το οποίο εκδίδεται στο όνομά τους που πιστοποιεί ότι πρόκειται για πρόσωπο που έχει ζητήσει άσυλο ή για ενήλικο συνοδεύον μέλος της οικογένειας ενός αιτούντος άσυλο. Αν τα πρόσωπα αυτά είναι ελεύθερα να μετακινούνται στο σύνολο ή σε τμήμα του εθνικού εδάφους, το έγγραφο πιστοποιεί επίσης ότι ο κάτοχός του βρίσκεται νομίμως στο έδαφος του κράτους μέλους στο οποίο υποβλήθηκε ή εξετάζεται η αίτηση. Το έγγραφο μπορεί να περιλαμβάνει πληροφορίες για το δικαίωμα του κατόχου να λαμβάνει ιατρική και ψυχολογική περίθαλψη και για τις δυνατότητές του στην αγορά εργασίας. 2. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι χορηγείται στους ασυνόδευτους ανηλίκους έγγραφο ισοδύναμο με εκείνο που προβλέπεται στην παράγραφο 1. 3. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι η ισχύς του επίσημου εγγράφου που προβλέπεται στην παράγραφο 1 και στην παράγραφο 2 διαρκεί ή ανανεώνεται μέχρι την κοινοποίηση της απόφασης επί της αίτησης χορήγησης ασύλου. Τα κράτη μέλη καθιερώνουν τη δυνατότητα ανανέωσης της ισχύος του επίσημου εγγράφου για τον χρόνο διεξαγωγής της τυχόν κατ' έφεση διαδικασίας σε περιπτώσεις κατά τις οποίες η έφεση ασκείται είτε από τον ίδιο τον αιτούντα είτε αυτοδικαίως και αναστέλλει την ισχύ απορριπτικής απόφασης. Το ίδιο ισχύει όταν ο αιτών έχει επιτύχει την έκδοση προσωρινής απόφασης περί του ανασταλτικού αποτελέσματος. 4. Τα κράτη μέλη δύνανται να αποκλείουν την εφαρμογή του παρόντος άρθρου κατά τη διάρκεια της εξέτασης αίτησης στο πλαίσιο διαδικασίας με την οποία κρίνεται το δικαίωμα του αιτούντος να εισέλθει νομίμως στο έδαφος κράτους μέλους. 5. Τα κράτη μέλη χορηγούν στους αιτούντες άσυλο ένα ταξιδιωτικό έγγραφο οσάκις ανακύπτουν σοβαροί ανθρωπιστικοί λόγοι οι οποίοι υπαγορεύουν την παρουσία των προσώπων αυτών σε άλλο κράτος. Άρθρο 7 Ελευθερία μετακίνησης 1. Τα κράτη μέλη παρέχουν στους αιτούντες και στα συνοδεύοντα μέλη της οικογένειάς τους ατομική ελευθερία μετακίνησης στο σύνολο ή σε συγκεκριμένο τμήμα του εδάφους τους υπό τις προϋποθέσεις που καθορίζονται στο παρόν άρθρο. 2. Τα κράτη μέλη δεν δύνανται να θέτουν έναν αιτούντα άσυλο υπό κράτηση με μόνη δικαιολογία την ανάγκη εξέτασης της αίτησης που το πρόσωπο αυτό έχει υποβάλει. Εντούτοις, τα κράτη μέλη δύνανται να θέτουν έναν αιτούντα άσυλο υπό κράτηση ενόψει της έκδοσης απόφασης στις περιπτώσεις που περιγράφονται στο άρθρο [...] της οδηγίας .../... /ΕΚ για τις ελάχιστες προδιαγραφές για τις διαδικασίες με τις οποίες τα κράτη μέλη χορηγούν και ανακαλούν το καθεστώς του πρόσφυγα. 3. Τα κράτη μέλη δύνανται να περιορίζουν την ελευθερία μετακίνησης των αιτούντων και των συνοδευόντων μελών της οικογένειάς τους σε συγκεκριμένο τμήμα του εθνικού τους εδάφους μόνο όταν αυτό είναι αναγκαίο για την εφαρμογή της παρούσας οδηγίας ή προκειμένου να διευκολυνθεί η ταχεία διεκπεραίωση των αιτήσεων χορήγησης ασύλου. 4. Στις περιπτώσεις που προβλέπονται στην παράγραφο 3, τα κράτη μέλη παρέχουν στους αιτούντες άσυλο και στα ενήλικα συνοδεύοντα μέλη της οικογένειάς τους τη δυνατότητα να λάβουν προσωρινή άδεια εξόδου από το τμήμα του εθνικού εδάφους στο οποίο διαβιούν για βάσιμους προσωπικούς, ιατρικούς ή οικογενειακούς λόγους ή για λόγους που σχετίζονται με την εξέταση της αίτησής τους. Οι αποφάσεις επί των αιτήσεων χορήγησης προσωρινής άδειας αναχώρησης λαμβάνονται κατά τρόπο ατομικό, αντικειμενικό και αμερόληπτο και αιτιολογούνται σε περίπτωση που είναι απορριπτικές. 5. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι οι αιτούντες έχουν το δικαίωμα να προσφεύγουν σε δικαστήριο κατά των περιορισμών που επιβάλλονται στην ελευθερία μετακίνησης δυνάμει της παραγράφου 3 και των αποφάσεων που προβλέπονται στην παράγραφο 4 και ότι έχουν πρόσβαση σε νομική συνδρομή, η οποία παρέχεται δωρεάν όταν οι αιτούντες δεν έχουν τη σχετική οικονομική δυνατότητα. 6. Τα κράτη μέλη δύνανται να απαιτούν από τους αιτούντες στους οποίους παρέχεται η δυνατότητα επιλογής του τόπου διαμονής τους να γνωστοποιούν στις αρμόδιες αρχές την τρέχουσα διεύθυνσή τους και να τις ειδοποιούν για οποιαδήποτε μεταβολή της διεύθυνσης αυτής το συντομότερο δυνατό. Άρθρο 8 Υλικές συνθήκες υποδοχής Τα κράτη μέλη εξααφαλίζουν ότι στους αιτούντες άσυλο και στα συνοδεύοντα μέλη της οικογένειάς τους παρέχονται οι υλικές συνθήκες υποδοχής σύμφωνα με τις διατάξεις του κεφαλαίου ΙΙΙ. Άρθρο 9 Οικογένειες Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα κατάλληλα μέτρα για τη διατήρηση της ενότητας μεταξύ των μελών της ίδιας οικογενείας που είναι παρόντα στο έδαφός τους αν οι στους αιτούντες και στα συνοδεύοντα μέλη της οικογένειάς τους παρέχεται κατάλυμα από το ίδιο κράτος μέλος και οι αιτούντες έχουν υποβάλει σχετικό αίτημα. Άρθρο 10 Ιατρική περίθαλψη Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν την πρόσβαση των αιτούντων άσυλο και των συνοδευόντων μελών της οικογενείας τους στην ιατρική και ψυχολογική περίθαλψη, σύμφωνα με τις διατάξεις του κεφαλαίου ΙV. Άρθρο 11 Ιατρικές εξετάσεις Τα κράτη μέλη δύνανται να απαιτούν την υποβολή των αιτούντων σε ιατρικές εξετάσεις. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι οι μέθοδοι που χρησιμοποιούν οι αρμόδιοι για τη διενέργεια των ιατρικών εξετάσεων φορείς να είναι ασφαλείς και να μην προσβάλλουν την ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Άρθρο 12 Σχολική εκπαίδευση και μόρφωση των ανηλίκων 1. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι τα ανήλικα τέκνα των αιτούντων άσυλο και οι ανήλικοι αιτούντες άσυλο έχουν πρόσβαση στο εκπαιδευτικό σύστημα, υπό προϋποθέσεις ίδιες με αυτές που ισχύουν για τους ημεδαπούς, μέχρι τη στιγμή που καθίσταται πράγματι εκτελεστή εντολή προς απέλαση κατά των ιδίων των ανηλίκων ή των γονέων τους. Τα κράτη μέλη δύνανται να περιορίζουν την πρόσβαση αυτή στη δημόσια εκπαίδευση. Ανήλικος είναι όποιος δεν έχει ακόμη σύμφωνα με τη νομοθεσία του κράτους μέλους στο οποίο υποβλήθηκε ή εξετάζεται η αίτηση την κατά νόμο ηλικία ενηλικίωσης. Τα κράτη αρνούνται τη συνέχιση δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης για το μόνο λόγο ότι το ενδιαφερόμενο πρόςωπο έχει φθάσει στην ενηλικιωθεί κατά το νόμο. 2. Η πρόσβαση στο εκπαιδευτικό σύστημα δεν επιτρέπεται να αναστέλλεται για περισσότερες από 65 εργάσιμες ημέρες μετά την υποβολή της αίτησης του ανηλίκου ή των γονέων του. 3. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν την προσφορά γλωσσικών μαθημάτων στους ανηλίκους για τους οποίους γίνεται μνεία στην παράγραφο 1, αν η μη γνώση της γλώσσας του οικείου κράτους μέλους καθιστά αδύνατη την παρακολούθηση της σχολικής εκπαίδευσης. Άρθρο 13 Απασχόληση 1. Τα κράτη μέλη δεν μπορούν να απαγορεύουν, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο του εξαμήνου από την υποβολή της αίτησης, στους αιτούντες και στα συνοδεύοντα μέλη της οικογένειάς τους την πρόσβαση στην αγορά εργασίας . Τα κράτη μέλη θεσπίζουν τις προϋποθέσεις που διέπουν την πρόσβαση στην αγορά εργασίας μετά την πάροδο του εν λόγω χρονικού διαστήματος. 2. Η πρόσβαση στην αγορά εργασίας δεν ανακαλείται για το μόνο λόγο ότι έχει απορριφθεί αίτηση σε περίπτωση που έχει κατατεθεί έφεση με ανασταλτικό αποτέλεσμα ή οι αιτούντες έχουν επιτύχει την έκδοση απόφασης που τους επιτρέπει να παραμείνουν στο έδαφος του κράτους μέλους στο οποίο υποβλήθηκε ή εξετάζεται η αίτηση για άσυλο όσο εκκρεμεί η έφεση που έχουν ασκήσει κατά της απορριπτικής απόφασης. 3. Η πρόσβαση στην αγορά εργασίας είναι δυνατό να αποκλεισθεί εάν διαπιστωθεί αρνητική συμπεριφορά του αιτούντος σύμφωνα με το άρθρο 22. Άρθρο 14 Επαγγελματική κατάρτιση 1. Τα κράτη μέλη δεν απαγορεύουν στους αιτούντες και στα συνοδεύοντα μέλη της οικογένειάς τους να λαμβάνουν επαγγελματική κατάρτιση για χρονικό διάστημα άνω του εξαμήνου από την υποβολή της αίτησής τους. Τα κράτη μέλη θεσπίζουν τις προϋποθέσεις που διέπουν την πρόσβαση στην επαγγελματική κατάρτιση μετά την πάροδο του εν λόγω χρονικού διαστήματος. 2. Η πρόσβαση στην επαγγελματική κατάρτιση δεν ανακαλείται για το μόνο λόγο ότι έχει απορριφθεί αίτηση σε περίπτωση που έχει κατατεθεί έφεση με ανασταλτικό αποτέλεσμα ή οι αιτούντες έχουν επιτύχει την έκδοση απόφασης που τους επιτρέπει να παραμείνουν στο έδαφος του κράτους μέλους στο οποίο υποβλήθηκε ή εξετάζεται η αίτηση για άσυλο, όσο εκκρεμεί η έφεση που έχουν ασκήσει κατά απορριπτικής απόφασης. 3. Η πρόσβαση στην επαγγελματική κατάρτιση είναι δυνατό να αποκλεισθεί εάν διαπιστωθεί αρνητική συμπεριφορά του αιτούντος σύμφωνα με το άρθρο 22. ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΙΙ ΥΛΙΚΕΣ ΣΥΝΘΗΚΕΣ ΥΠΟΔΟΧΗΣ Άρθρο 15 Γενικοί κανόνες 1. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν την παροχή υλικών συνθηκών υποδοχής στους αιτούντες και στα συνοδεύοντα μέλη της οικογένειάς τους στις ακόλουθες περιπτώσεις: (α) κατά τη διεξαγωγή τακτικής διαδικασίας, διαδικασίας περί του παραδεκτού ή συνοπτικής διαδικασίας, μέχρι την κοινοποίηση πρωτοβάθμιας απορριπτικής απόφασης. (β) κατά τη διεξαγωγή κατ' έφεση διαδικασίας, οσάκις η έφεση κατά απορριπτικής απόφασης έχει ανασταλτικό αποτέλεσμα, μέχρι την κοινοποίηση απορριπτικής απόφασης επί της έφεσης. (γ) όταν οι αιτούντες και τα μέλη της οικογένειάς τους που τους συνοδεύουν έχουν επιτύχει την έκδοση απόφασης βάσει της οποίας δικαιούνται να παραμείνουν στα σύνορα ή στο έδαφος του οκράτους μέλους στο οποίο υποβλήθηκε ή εξετάζεται η αίτηση για άσυλο για όσο διάστημα εξετάζεται η έφεσή τους κατά απορριπτικής απόφασης. 2. Τα κράτη μέλη λαμβάνουν μέτρα ο ώστε οι υλικές συνθήκες υποδοχής των αιτούντων και των συνοδευόντων αυτούς μελών της οικογένειάς τους να τους εξασφαλίζουν ι κατάλληλο επίπεδο διαβίωσης από την άποψη της υγείας και της καλής τους κατάστασης και συγχρόνως να διασφαλίζεται η προστασία των θεμελιωδών τους δικαιωμάτων. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι το επίπεδο διαβίωσης διασφαλίζεται στην ειδική περίπτωση των ατόμων με ειδικές ανάγκες, σύμφωνα με το άρθρο 23, καθώς και στην περίπτωση των ατόμων που τελούν υπό κράτηση. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι το απαιτούμενο επίπεδο διαβίωσης καθορίζεται με κριτήριο τη χρονική διάρκεια της διαδικασίας. 3. Οι υλικές συνθήκες υποδοχής είναι δυνατό να παρέχονται σε είδος ή υπό τη μορφή χρηματικού βοηθήματος ή δελτίων. 4. Τα κράτη μέλη δύνανται να μειώνουν ή να ανακαλούν τις υλικές συνθήκες υποδοχής τρεις μήνες μετά τη χορήγηση πρόσβασης στην αγορά εργασίας στους αιτούντες και στα συνοδεύοντα μέλη της οικογένειάς τους. Στην περίπτωση αυτή και εφόσον τα εν λόγω πρόσωπα δεν είναι οικονομικώς ανεξάρτητα, τα κράτη μέλη τους παρέχουν βοήθημα σίτισης και πρόσβαση σε βασική κοινωνική μέριμνα. Άρθρο 16 Στέγαση 1. Η παροχή στέγης μπορεί να έχει μία από τις κατωτέρω μορφές ή να αποτελεί συνδυασμό τους: (α) στέγαση σε χώρους οι οποίοι έχουν δημιουργηθεί ειδικά με σκοπό τη στέγαση των αιτούντων και των συνοδευόντων μελών της οικογένειάς τους κατά τη διάρκεια εξέτασης αίτησης στο πλαίσιο διαδικασίας προκειμένου να αποφασισθεί αν οι αιτούντες έχουν το δικαίωμα να εισέλθουν νομίμως στο έδαφος ενός κράτους μέλους. (β) στέγαση σε κέντρα φιλοξενίας. (γ) στέγαση σε ιδιωτικές κατοικίες, διαμερίσματα ή ξενοδοχεία. (δ) παροχή χρηματικού βοηθήματος ή δελτίων τα οποία πρέπει να επιτρέπουν στους αιτούντες να εξεύρουν ανεξάρτητη κατοικία. 2. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι παρέχεται στους αιτούντες άσυλο και στα συνοδεύοντα μέλη της οικογένειάς τους, στα οποία παρέχεται η στέγαση που αναφέρεται στην παράγραφο 1 στοιχεία (α), (β) και (γ): (α) πρόσβαση σε κατεπείγουσα ιατρική και ψυχολογική περίθαλψη και σε ιατρική περίθαλψη που δεν επιδέχεται αναβολή. (β) προστασία της οικογενειακής ζωής και της ιδιωτικής ζωής. (γ) δυνατότητα επικοινωνίας με τον έξω κόσμο, περιλαμβανομένων οπωσδήποτε των συγγενών, των συνηγόρων και εκπροσώπων της Ύπατης Αρμοστίας των Ηνωμένων Εθνών για τους Πρόσφυγες («UNHCR») και των συναφών μη κυβερνητικών οργανώσεων (ΜΚΟ). Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι οι αιτούντες και τα συνοδεύοντα μέλη της οικογένειάς τους προστατεύονται από σεξουαλική κακοποίηση στους χώρους που αναφέρονται στην παράγραφο 1, στοιχεία α) και β). 3. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι τα ανήλικα τέκνα των αιτούντων και οι ανήλικοι αιτούντες διαμένουν με τους γονείς τους ή με τον ενήλικα συγγενή που ασκεί την επιμέλειά τους σύμφωνα με τη νομοθεσία ή με βάση το εθιμικό δίκαιο. Τα ανήλικα τέκνα αιτούντων ή οι ανήλικοι αιτούντες την επιμέλεια των οποίων ασκούν ενήλικοι συγγενείς που διαμένουν ήδη στο κράτος μέλος στο οποίο υποβλήθηκε ή εξετάζεται η αίτηση για άσυλο έχουν το δικαίωμα να διαμένουν με τους συγγενείς τους όσο διαρκεί η παραμονή τους στη χώρα. 4. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι οι μεταφορές αιτούντων από έναν χώρο διαμονής σε άλλον να πραγματοποιούνται μόνο όταν είναι αναγκαίες για την εξέταση της σχετικής αίτησης ή για λόγους ασφαλείας. Τα κράτη μέλη παρέχουν στους αιτούντες τη δυνατότητα να ενημερώνουν τους συνηγόρους τους για τη μεταφορά και για το νέο τόπο διαμονής τους. 5. Το προσωπικό που εργάζεται στα κέντρα φιλοξενίας πρέπει να έχει δεχθεί εξειδικευμένη κατάρτιση ή να διαθέτει εξειδικευμένη προϋπηρεσία η οποία να ανταποκρίνεται στα χαρακτηριστικά και στις ειδικές ανάγκες των αιτούντων άσυλο και των μελών της οικογένειάς τους που τους συνοδεύουν. Το εν λόγω προσωπικό υπέχει καθήκον εχεμύθειας. 6. Τα κράτη μέλη δύνανται να επιτρέπουν στους αιτούντες να συμμετέχουν στη διαχείριση των υλικών μέσων αλλά και των άυλων παραμέτρων της ζωής στο κέντρο μέσω ενός αντιπροσωπευτικού συμβουλευτικού οργάνου ή συμβουλίου, με ισόρροπη εκπροσώπηση ανδρών και γυναικών. 7. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν την πρόσβαση των συνηγόρων και των νομικών συμβούλων των αιτούντων άσυλο, των εκπροσώπων της UNHCR και των συναφών ΜΚΟ σε όλους τους χώρους διαμονής. Περιορισμοί της πρόσβασης αυτής επιτρέπεται να επιβάλλονται μόνο για λόγους που σχετίζονται με την ασφάλεια των κέντρων και των αιτούντων. 8. Η στέγαση που αναφέρεται στην παράγραφο 1, στοιχείο α) παρέχεται στους αιτούντες άσυλο και στα συνοδεύοντα μέλη της οικογένειάς τους όταν είναι υποχρεωμένοι να περιμένουν επί 12 ώρες και πλέον την έκδοση απόφασης σχετικά με το δικαίωμά τους να εισέλθουν στο έδαφος. Άρθρο 17 Συνολικό ύψος των χρηματικών βοηθημάτων ή των δελτίων 1. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι το συνολικό ύψος των χρηματικών βοηθημάτων ή των δελτίων που χορηγούνται με σκοπό την κάλυψη των υλικών συνθηκών υποδοχής είναι αρκετό ώστε οι αιτούντες και τα συνοδεύοντα μέλη της οικογένειάς τους να μην περιέρχονται σε κατάσταση ένδειας. Ακόμη και στην περίπτωση που ένας αιτών που δικαιούται να λάβει αυτά τα χρηματικά βοηθήματα ή τα δελτία έχει τη δυνατότητα να κατοικήσει με συγγενείς ή φίλους, τα κράτη μέλη δύνανται να του χορηγούν το 50% των χρηματικών βοηθημάτων ή των δελτίων που δικαιούται σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία κατ' εφαρμογή της παρούσας οδηγίας. 2. Τα κράτη μέλη δύνανται να αποφασίζουν τη μη καταβολή χρηματικού βοηθήματος για τα καθημερινά έξοδα σε αιτούντες άσυλο οι οποίοι τελούν υπό κράτηση. Άρθρο 18 Καταγγελίες και διαφορές σχετικά με τις υλικές συνθήκες υποδοχής Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν την πρόσβαση των αιτούντων και των συνοδευόντων μελών της οικογένειάς τους σε ανεξάρτητη αρχή η οποία είναι αρμόδια για την εξέταση των καταγγελιών και την επίλυση των διαφορών που σχετίζονται με τις υλικές συνθήκες υποδοχής οι οποίες προβλέπονται στα άρθρα 15, 16 και 17. Άρθρο 19 Οικονομική συνεισφορά 1. Τα κράτη μέλη δύνανται να ζητούν από τους αιτούντες που έχουν τη σχετική οικονομική δυνατότητα να συμβάλουν στην κάλυψη του κόστους των υλικών συνθηκών υποδοχής τους ή να το καταβάλουν εξ ολοκλήρου. Οι αποφάσεις για τη μη δωρεάν παροχή υλικών συνθηκών υποδοχής λαμβάνονται κατά τρόπο ατομικό, αντικειμενικό και αμερόληπτο και είναι αιτιολογημένες. 2. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν το δικαίωμα των αιτούντων να προσφύγουν σε δικαστήριο κατά των αποφάσεων που που αναφέρονται στην παράγραφο 1 καθώς και τη δυνατότητά τους να λάβουν νομική συνδρομή. ΚΕΦΑΛΑΙΟ IV ΙΑΤΡΙΚΗ ΚΑΙ ΨΥΧΟΛΟΓΙΚΗ ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ Άρθρο 20 Ιατρική και ψυχολογική περίθαλψη κατά τη διάρκεια της τακτικής διαδικασίας 1. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν την πρόσβαση των αιτούντων και των συνοδευόντων μελών της οικογένειάς τους σε πρωτοβάθμια ιατρική περίθαλψη που παρέχεται από τους γενικούς ιατρούς,σε ψυχολογική περίθαλψη και σε ιατρική περίθαλψη η οποία δεν επιδέχεται αναβολή: (α) κατά τη διεξαγωγή της τακτικής διαδικασίας που οδηγεί στην αναγνώριση ή την απόρριψη του καθεστώτος του πρόσφυγα, μέχρι την κοινοποίηση απορριπτικής πρωτοβάθμιας απόφασης. (β) κατά τη διεξαγωγή κατ' έφεση διαδικασίας, οσάκις η έφεση κατά απορριπτικής απόφασης εκδοθείσας στο πλαίσιο τακτικής διαδικασίας έχει ανασταλτικό αποτέλεσμα, μέχρι την κοινοποίηση απορριπτικής απόφασης επί της έφεσης. (γ) όταν οι αιτούντες και τα συνοδεύοντα μέλη της οικογένειάς τους έχουν επιτύχει την έκδοση απόφασης βάσει της οποίας δικαιούνται να παραμείνουν στα σύνορα ή στο έδαφος του κράτους μέλους στο οποίο υποβλήθηκε ή εξετάζεται η αίτηση για άσυλο για όσο διάστημα εξετάζεται η έφεσή τους κατά απορριπτικής απόφασης που εκδόθηκε στο πλαίσιο τακτικής διαδικασίας. 2. Στις περιπτώσεις που μνημονεύονται στην παράγραφο 1, τα κράτη μέλη καλύπτουν τις ειδικές ανάγκες των αιτούντων και των συνοδευόντων μελών της οικογένειάς τους οσάκις πρόκειται για έγγυες γυναίκες, ανηλίκους, πρόσωπα που πάσχουν από διανοητικές ασθένειες, μειονεκτούντα άτομα ή θύματα βιασμού ή άλλων μορφών βίας που σχετίζεται με το φύλο. 3. Στις περιπτώσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1, τα κράτη μέλη καθορίζουν τις προϋποθέσεις πρόσβασης των αιτούντων και των μελών της οικογένειάς τους που τους συνοδεύουν σε ιατρική περίθαλψη η οποία αποτρέπει την επιδείνωση υπάρχουσας ασθένειας. 4. Στις περιπτώσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1, τα κράτη μέλη δύνανται να ζητούν από τους αιτούντες που έχουν τη σχετική οικονομική δυνατότητα να συμβάλουν στην κάλυψη του κόστους της ιατρικής και ψυχολογικής περίθαλψης που τους παρέχεται ή να το καταβάλουν εξ ολοκλήρου. Οι αποφάσεις για τη μη δωρεάν παροχή ιατρικής και ψυχολογικής περίθαλψης πρέπει να λαμβάνονται κατά τρόπο ατομικό, αντικειμενικό και αμερόληπτο και να είναι αιτιολογημένες. 5. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν το δικαίωμα των αιτούντων να προσφύγουν σε δικαστήριο κατά των αποφάσεων που λαμβάνονται σύμφωνα με την παράγραφο 4, καθώς και τη δυνατότητά τους να λάβουν νομική συνδρομή. Άρθρο 21 Ιατρική και ψυχολογική περίθαλψη κατά τη διεξαγωγή άλλων διαδικασιών 1. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν την πρόσβαση των αιτούντων και των συνοδευόντων μελών της οικογένειάς τους σε κατεπείγουσα ιατρική και ψυχολογική περίθαλψη και σε ιατρική περίθαλψη η οποία δεν επιδέχεται αναβολή κατά τη διεξαγωγή διαδικασιών περί του παραδεκτού και συνοπτικών διαδικασιών, καθώς και κατά την εξέταση της αίτησής τους στο πλαίσιο διαδικασίας προκειμένου να αποφασισθεί αν τα πρόσωπα αυτά έχουν το δικαίωμα να εισέλθουν νομίμως στο έδαφος κράτους μέλους. 2. Στις περιπτώσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1, τα κράτη μέλη καλύπτουν τις ειδικές ανάγκες των αιτούντων και των συνοδευόντων μελών της οικογένειάς τους οσάκις πρόκειται για έγγυες γυναίκες, ανηλίκους, πρόσωπα που πάσχουν από διανοητικές ασθένειες, μειονεκτούντα άτομα ή θύματα βιασμού ή άλλων μορφών βίας που σχετίζεται με το φύλο. 3. Στις περιπτώσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1, τα κράτη μέλη καθορίζουν τις προϋποθέσεις πρόσβασης των αιτούντων και των μελών της οικογένειάς τους που τους συνοδεύουν σε ιατρική περίθαλψη η οποία αποτρέπει την επιδείνωση υπάρχουσας ασθένειας. 4. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι, εάν εντός 65 εργάσιμων ημερών από την υποβολή αίτησης δεν εκδοθεί απόφαση η οποία να απορρίπτει την αίτηση ως απαράδεκτη ή προδήλως αβάσιμη, οι αιτούντες και τα μέλη της οικογένειάς τους που τους συνοδεύουν να μπορούν να λάβουν ιατρική περίθαλψη υπό όρους ίδιους με αυτούς που ισχύουν κατά την τακτική διαδικασία. 5. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι, εάν παρέλθουν 65 εργάσιμες ημέρες από την άσκηση έφεσης στο πλαίσιο διαδικασίας περί του παραδεκτού ή συνοπτικής διαδικασίας και δεν έχει εκδοθεί ακόμη απόφαση επί της έφεσης, οι αιτούντες και τα συνοδεύοντα μέλη της οικογένειάς τους μπορούν να λάβουν την ίδια ιατρική περίθαλψη με με εκείνη που δικαιούντο κατά την τακτική διαδικασία. 6. Τα κράτη μέλη δύνανται να αξιώνουν από τους αιτούντες που έχουν τη σχετική οικονομική δυνατότητα να συμβάλουν στην κάλυψη του κόστους της ιατρικής και ψυχολογικής περίθαλψης που τους παρέχεται ή να το καταβάλουν εξ ολοκλήρου. Οι αποφάσεις για τη μη δωρεάν παροχή ιατρικής και ψυχολογικής περίθαλψης πρέπει να λαμβάνονται κατά τρόπο ατομικό, αντικειμενικό και αμερόληπτο και να είναι αιτιολογημένες. 7. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν το δικαίωμα των αιτούντων να προσφεύγουν σε δικαστήριο κατά των αποφάσεων που λαμβάνονται σύμφωνα με την παράγραφο 6, καθώς και τη δυνατότητά τους να λάβουν νομική συνδρομή. ΚΕΦΑΛΑΙΟ V ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΟΣ Ή ΑΝΑΚΛΗΣΗ ΣΥΝΘΗΚΩΝ ΥΠΟΔΟΧΗΣ Άρθρο 22 Περιορισμός ή ανάκληση συνθηκών υποδοχής εξαιτίας αρνητικής συμπεριφοράς 1. Τα κράτη μέλη δύνανται να περιορίζουν ή να ανακαλούν τις συνθήκες υποδοχής στις ακόλουθες περιπτώσεις: (α) αν ο αιτών έχει εξαφανισθεί ή αν, χωρίς εύλογη αιτία, δεν έχει συμμορφωθεί με υποχρεώσεις δήλωσης στοιχείων ή δεν έχει ανταποκριθεί σε αιτήσεις παροχής πληροφοριών ή έχει παραλείψει να προσέλθει σε προσωπική συνέντευξη σχετικά με τη διαδικασία χορήγησης ασύλου επί 30 εργάσιμες ημέρες τουλάχιστον. Σε περίπτωση που ο εξαφανισμένος αιτών εντοπισθεί ή προσέλθει αυτοβούλως στην αρμόδια αρχή μετά το προαναφερθέν χρονικό διάστημα, εκδίδεται αιτιολογημένη απόφαση, με βάση τους λόγους της εξαφάνισης, σχετικά με την αποκατάσταση της παροχής μερικών ή όλων των συνθηκών υποδοχής. Αποκλείεται η παροχή συνθηκών υποδοχής οι οποίες εξαρτώνται από τη χρονική διάρκεια της διαδικασίας. (β) αν ο αιτών ανακαλέσει την αίτησή του. (γ) αν ο αιτών έχει αποκρύψει τις οικονομικές του δυνατότητες, με αποτέλεσμα να εξασφαλίσει κατά τρόπο αθέμιτο τις υλικές συνθήκες υποδοχής. (δ) αν ο αιτών θεωρείται απειλή για την εθνική ασφάλεια ή αν υπάρχουν σοβαρές υπόνοιες ότι έχει διαπράξει έγκλημα πολέμου ή έγκλημα κατά της ανθρωπότητας ή αν, κατά την εξέταση της αίτησης για χορήγηση ασύλου, υπάρχουν σοβαροί και πρόδηλοι λόγοι για να θεωρηθεί ότι ο αιτών εμπίπτει σε μία από τις περιπτώσεις που μνημονεύονται στο άρθρο 1(ΣΤ) της σύμβασης της Γενεύης. 2. Τα κράτη μέλη δύνανται να περιορίζουν ή να ανακαλούν τις υλικές συνθήκες υποδοχής που προβλέπονται στην παρούσα οδηγία στις ακόλουθες περιπτώσεις: (α) αν ο αιτών ή ένα συνοδεύον μέλος της οικογένειάς του έχει επανειλημμένα εκδηλώσει βίαιη ή απειλητική συμπεριφορά έναντι μελών του προσωπικού ενός κέντρου φιλοξενίας ή έναντι άλλων προσώπων που διαμένουν σε κέντρο φιλοξενίας. (β) αν ο αιτών ή ένα συνοδεύον μέλος της οικογένειάς του δεν συμμορφώνεται με απόφαση που του επιβάλλει να παραμένει σε συγκεκριμένο μέρος το οποίο προσδιορίζει η αρμόδια αρχή. 3. Τα κράτη μέλη δύνανται να μειώσουν τις υλικές συνθήκες υποδοχής όταν ένας αιτών εμπδίζει ανηλίκους των οποίων ασκεί την επιμέλεια να πηγαίνουν στο σχολείο ή να παρακολουθούν μεμονωμένα μαθήματα στο πλαίσιο της κοινής σχολικής εκπαίδευσης. 4. Οι αποφάσεις για τον περιορισμό ή την ανάκληση συνθηκών υποδοχής σύμφωνα με τις παραγράφους 1, 2 και 3 βασίζονται αποκλειστικά και μόνο στην προσωπική διαγωγή του προσώπου και διέπονται από την αρχή της αναλογικότητας. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι τέτοιες αποφάσεις λαμβάνονται κατά τρόπο ατομικό, αντικειμενικό και αμερόληπτο και είναι αιτιολογημένες. 5. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν το δικαίωμα των αιτούντων να προσφεύγουν σε δικαστήριο κατά των αποφάσεων που λαμβάνονται σύμφωνα με το παρόν άρθρο. Επίσης διασφαλίζουν τη δυνατότητα των αιτούντων να λάβουν νομική συνδρομή, η οποία παρέχεται δωρεάν στους αιτούντες που αδυνατούν να επωμισθούν το σχετικό κόστος. 6. Απαγορεύεται ο περιορισμός ή η ανάκληση της παροχής κατεπείγουσας ιατρικής περίθαλψης και ιατρικής περίθαλψης που δεν επιδέχεται αναβολή. ΚΕΦΑΛΑΙΟ VI ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΑ ΑΤΟΜΑ ΜΕ ΕΙΔΙΚΕΣ ΑΝΑΓΚΕΣ Άρθρο 23 Γενική αρχή 1. Στο πλαίσιο της εθνικής νομοθεσίας προς εκτέλεση των διατάξεων των κεφαλαίων ΙΙΙ, IV και V τα κράτη μέλη λαμβάνουν υπόψη τα ειδικά δεδομένα των προσώπων που έχουν ειδικές ανάγκες, όπως είναι οι ανήλικοι, οι ασυνόδευτοι ανήλικοι, τα μειονεκτούντα άτομα, οι ηλικιωμένοι, οι έγγυες γυναίκες, οι ανύπανδρες γυναίκες οι οποίες στη χώρα καταγωγής τους υφίστανται σοβαρές νομικές διακρίσεις λόγω του φύλου τους, οι ανύπανδροι γονείς με ανήλικα παιδιά, τα θύματα σεξουαλικής κακοποίησης ή εκμετάλλευσης. 2. Η παράγραφος 1 ισχύει μόνο για τα πρόσωπα που διαπιστώνεται ότι έχουν ειδικές ανάγκες έπειτα από ατομική αξιολόγηση της κατάστασής τους. Άρθρο 24 Ανήλικοι 1. Το συμφέρον του παιδιού αποτελεί πρωταρχικό μέλημα των κρατών μελών κατά την εφαρμογή των διατάξεων της παρούσας οδηγίας που αφορούν τους ανηλίκους. 2. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν την παροχή υπηρεσιών αποκατάστασης σε ανηλίκους που έχουν υποστεί οποιαδήποτε μορφή κακομεταχείρισης, αμέλειας, εκμετάλλευσης, βασανιστηρίων, βαναυσότητας, απάνθρωπης και εξευτελιστικής συμπεριφοράς ή έχουν υποφέρει από ένοπλες συγκρούσεις. Για να διευκολυνθεί η αποκατάσταση και επανένταξη των ανηλίκων αυτών, τους παρέχεται κατάλληλη φροντίδα για τη διανοητική τους υγεία, καθώς και εξειδικευμένη ψυχοκοινωνική υποστήριξη στις περιπτώσεις που κρίνεται αναγκαία. Άρθρο 25 Ασυνόδευτοι ανήλικοι 1. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι διορίζεται το ταχύτερο δυνατό κηδεμόνας για κάθε ασυνόδευτο ανήλικο που φροντίζει για τη δέουσα κάλυψη των αναγκών του ανηλίκου κατά την εφαρμογή των διατάξεων της παρούσας οδηγίας. Η κατάσταση αξιολογείται ανά τακτά χρονικά διαστήματα από τις αρμόδιες υπηρεσίες κοινωνικής πρόνοιας. 2. Οι ασυνόδευτοι ανήλικοι που υποβάλλουν αίτηση για χορήγηση ασύλου τοποθετούνται, από τη στιγμή που γίνονται δεκτοί στο έδαφος του κράτους μέλους στο οποίο υποβλήθηκε ή εξετάζεται η αίτηση μέχρι τη στιγμή που υποχρεούνται να το εγκαταλείψουν, με τους ακόλουθους τρόπους κατά σειρά προτεραιότητας: (α) με ενήλικα μέλη της οικογένειας του ανηλίκου. (β) με ανάδοχο οικογένεια. (γ) σε ειδικά κέντρα φιλοξενίας ανηλίκων. (δ) σε άλλου είδους καταλύματα κατάλληλα για τη στέγαση ανηλίκων. Τα αδέλφια παραμένουν μαζί. Οι μεταβολές κατοικίας των ασυνόδευτων ανηλίκων περιορίζονται στο ελάχιστο. 3. Αν είναι προς το συμφέρον του ανήλικου, τα κράτη μέλη καταβάλλουν προσπάθεια για τον ταχύτερο δυνατό εντοπισμό των μελών της οικογενείας του ασυνόδευτου ανηλίκου. Σε περίπτωση που υπάρχει κίνδυνος να απειληθεί η ζωή ή η ακεραιότητα του ανηλίκου ή των στενών συγγενών του, ιδίως αν αυτοί έχουν παραμείνει στη χώρα καταγωγής, πρέπει να διασφαλίζεται η εμπιστευτικότητα της συγκέντρωσης, επεξεργασίας και κυκλοφορίας των πληροφοριών που αναφέρονται στα εν λόγω πρόσωπα, ούτως ώστε να μην τίθεται σε κίνδυνο η ασφάλειά τους. 4. Το προσωπικό που ασχολείται με ασυνόδευτους ανηλίκους λαμβάνει ειδική κατάρτιση, ώστε να γνωρίζει τις ανάγκες τους. Άρθρο 26 Θύματα βασανιστηρίων και οργανωμένης βίας Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι, όταν είναι αναγκαίο, τα πρόσωπα που έχουν υποστεί βασανιστήρια, οργανωμένη βία, βιασμό ή άλλης μορφής βία που συνδέεται με το φύλο ή άλλες σοβαρές πράξεις βίας στεγάζονται σε ειδικά κέντρα για πρόσωπα που φέρουν ψυχικά τραύματα ή μπορούν να συμμετάσχουν σε ειδικά προγράμματα αποκατάστασης. Ειδική φροντίδα της διανοητικής υγείας παρέχεται, εφόσον είναι αναγκαία, σε πρόσωπα που υποφέρουν από άγχος εξαιτίας τραυματικών εμπειριών που έχουν βιώσει. ΚΕΦΑΛΑΙΟ VII ΜΕΤΡΑ ΓΙΑ ΤΗ ΒΕΛΤΙΩΣΗ ΤΗΣ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑΣ ΤΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ ΥΠΟΔΟΧΗΣ Άρθρο 27 Συνεργασία 1. Με σκοπό την υλοποίηση της διοικητικής συνεργασίας που απαιτείται για την εφαρμογή της παρούσας οδηγίας, τα κράτη μέλη διορίζουν ένα εθνικό σημείο επαφής και γνωστοποιούν τη διεύθυνσή του στην Επιτροπή, η οποία με τη σειρά της τη γνωστοποιεί στα λοιπά κράτη μέλη. Τα κράτη μέλη λαμβάνουν, σε συνεννόηση με την Επιτροπή, παν πρόσφορο μέτρο για την ανάπτυξη άμεσης συνεργασίας, περιλαμβανομένων των ανταλλαγών επισκέψεων, και την ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ των αρμόδιων αρχών. 2. Τα κράτη μέλη ενημερώνουν ανά τακτά χρονικά διαστήματα και το ταχύτερο δυνατό την Επιτροπή σχετικά με τα δεδομένα που αναφέρονται στον αριθμό των προσώπων στα οποία παρέχονται συνθήκες υποδοχής, ταξινομημένα με κριτήριο το φύλο και την ηλικία. Επίσης παρέχουν πλήρη στοιχεία για τον τύπο, την ονομασία και τη μορφή των εγγράφων που προβλέπονται στο άρθρο 6. Άρθρο 28 Συντονισμός Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν τον συντονισμό μεταξύ των αρμόδιων αρχών και των λοιπών φορέων, περιλαμβανομένων των μη κυβερνητικών οργανώσεων, που ασχολούνται σε εθνικό ή τοπικό επίπεδο με την υποδοχή των αιτούντων σύμφωνα με την παρούσα οδηγία. Άρθρο 29 Τοπικές κοινότητες Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν την εφαρμογή κατάλληλων μέτρων προκειμένου να προαχθούν αρμονικές σχέσεις μεταξύ των τοπικών κοινοτήτων και των κέντρων φιλοξενίας που βρίσκονται εντός των ορίων τους, ούτως ώστε να αποτρέπονται πράξεις ρατσισμού, οι διακρίσεις με βάση το φύλο και οι εκδηλώσεις ξενοφοβίας έναντι των αιτούντων άσυλο. Άρθρο 30 Σύστημα προσανατολισμού, παρακολούθησης και ελέγχου Τα κράτη μέλη θεσπίζουν κανόνες για τον προσανατολισμό, την παρακολούθηση και τον έλεγχο της στάθμης των συνθηκών υποδοχής, ούτως ώστε να διασφαλίζεται : (α) συγκρίσιμο επίπεδο συνθηκών υποδοχής στο πλαίσιο του εθνικού συστήματος υποδοχής. (β) ύπαρξη εγκαταστάσεων συγκρίσιμης στάθμης στα διάφορα κέντρα φιλοξενίας. (γ) επαρκής κατάρτιση του σχετικού προσωπικού. Οι κανόνες αυτοί περιλαμβάνουν διατάξεις σχετικά με την αρχή που προβλέπεται στο άρθρο 18 και σχετικά με τη διεξαγωγή τακτικών επιτόπιων ελέγχων και τη θέσπιση κατευθυντήριων γραμμών σχετικά με τη στάθμη των συνθηκών υποδοχής και τα μέτρα αποκατάστασης των ενδεχόμενων αδυναμιών του συστήματος υποδοχής. Άρθρο 31 Προσωπικό και πόροι 1. Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα κατάλληλα μέτρα ώστε να εξασφαλιστεί ότι οι αρχές και οι λοιποί φορείς που εφαρμόζουν την παρούσα οδηγία λαμβάνουν την απαραίτητη βασική κατάρτιση ώστε να γνωρίζουν τις ανάγκες τόσο των ανδρών όσο και των γυναικών που ζητούν άσυλο και των μελών της οικογένειάς τους που τους συνοδεύουν. 2. Τα κράτη μέλη παρέχουν τους αναγκαίους πόρους για την εφαρμογή των εθνικών διατάξεων που τίθενται σε ισχύ δυνάμει της παρούσας οδηγίας. ΚΕΦΑΛΑΙΟ VΙΙΙ ΤΕΛΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ Άρθρο 32 Απαγόρευση των διακρίσεων Τα κράτη μέλη εφαρμόζουν τις διατάξεις της παρούσας οδηγίας χωρίς διακρίσεις με βάση το φύλο, τη φυλή, το χρώμα, την εθνοτική ή κοινωνική καταγωγή, τα γενετικά χαρακτηριστικά, τη γλώσσα, το θρήσκευμα ή το φρόνημα, τις πολιτικές ή άλλες πεποιθήσεις, την ιδιότητα μέλους εθνικής μειονότητας, την περιουσία, τη γέννηση, τις μειονεξίες, την ηλικία ή τις σεξουαλικές τάσεις. Άρθρο 33 Εκθέσεις Το αργότερο έως τις 31 Δεκεμβρίου 2004, η Επιτροπή υποβάλλει έκθεση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο σχετικά με την εφαρμογή της παρούσας οδηγίας στα κράτη μέλη και προτείνει τυχόν τροποποιήσεις που είναι αναγκαίες. Τα κράτη μέλη αποστέλλουν στην Επιτροπή όλα τα πληροφοριακά στοιχεία που χρειάζονται για την κατάρτιση της εν λόγω έκθεσης, περιλαμβανομένων των στατιστικών δεδομένων που προβλέπονται στο άρθρο 27 παράγραφος 2 και των αποτελεσμάτων των μέτρων που προβλέπονται στο άρθρο 29, το αργότερο έως τις 30 Ιουνίου 2004. Μετά την υποβολή της έκθεσης, η Επιτροπή υποβάλλει τουλάχιστον ανά πενταετία στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο έκθεση σχετικά με την εφαρμογή της παρούσας οδηγίας στα κράτη μέλη. Άρθρο 34 Κυρώσεις Τα κράτη μέλη καθορίζουν το σύστημα των κυρώσεων που επιβάλλονται στις παραβιάσεις των διατάξεων που έχουν θεσπιστεί σε εκτέλεση της παρούσας οδηγίας και λαμβάνουν κάθε αναγκαίο μέτρο για να εξασφαλιστεί η θέση τους σε εφαρμογή. Οι εν λόγω κυρώσεις πρέπει να είναι αποτελεσματικές, ανάλογες και αποτρεπτικές. Τα κράτη μέλη κοινοποιούν αυτές τις διατάξεις στην Επιτροπή το αργότερο μέχρι την ημερομηνία που καθορίζεται στο άρθρο 35 και κάθε μεταγενέστερη τροποποίησή τους το συντομότερο δυνατόν. Άρθρο 35 Μεταφορά στην εθνική νομοθεσία 1. Τα κράτη μέλη θέτουν σε ισχύ τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις προκειμένου να συμμορφωθούν με την παρούσα οδηγία το αργότερο μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 2002. Πληροφορούν αμέσως την Επιτροπή σχετικά. Όταν τα κράτη μέλη θεσπίζουν τις εν λόγω διατάξεις, οι τελευταίες αυτές περιέχουν παραπομπή στην παρούσα οδηγία ή συνοδεύονται από τέτοια παραπομπή κατά την επίσημη δημοσίευσή τους. Ο τρόπος της παραπομπής αυτής καθορίζεται από τα κράτη μέλη. 2. Τα κράτη μέλη ανακοινώνουν στην Επιτροπή το κείμενο των διατάξεων του εθνικού δικαίου που εκδίδουν στον τομέα που διέπεται από την παρούσα οδηγία. Άρθρο 36 Έναρξη ισχύος Η παρούσα οδηγία αρχίζει να ισχύει την εικοστή ημέρα μετά τη δημοσίευσή της στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων. Άρθρο 37 Αποδέκτες Η παρούσα οδηγία απευθύνεται στα κράτη μέλη. Βρυξέλλες, Για το Συμβούλιο Ο Πρόεδρος ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΟ ΔΗΜΟΣΙΟΝΟΜΙΚΟ ΔΕΛΤΙΟ Τομέας(-είς) πολιτικής: ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ ΚΑΙ ΕΣΩΤΕΡΙΚΕΣ ΥΠΟΘΕΣΕΙΣ Δραστηριότητα(-ες): Άσυλο και μετανάστευση ΟΝΟΜΑΣΙΑ ΤΗΣ ΔΡΑΣΗΣ: ΠΡΟΤΑΣΗ ΟΔΗΓΙΑΣ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΙΣ ΕΛΑΧΙΣΤΕΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΟΔΟΧΗ ΤΩΝ ΠΡΟΣΩΠΩΝ ΠΟΥ ΖΗΤΟΥΝ ΑΣΥΛΟ ΣΤΑ ΚΡΑΤΗ ΜΕΛΗ 1. ΓΡΑΜΜΗ(-ΕΣ) του προϋπολογισμου + ονομασια(-ΕΣ) A-7030 (συνεδριάσεις) 2. ΣΥΝΟΛΙΚΑ ΑΡΙΘΜΗΤΙΚΑ ΔΕΔΟΜΕΝΑ 2.1. Συνολικό κονδύλιο της δράσης (Μέρος B): εκατ. ευρώ για αναλήψεις υποχρεώσεων 2.2. Περίοδος υλοποίησης: 2001 (Ιούνιος) - 2006 2.3. Συνολική πολυετής εκτίμηση των δαπανών: α) Χρονοδιάγραμμα των πιστώσεων αναλήψεων υποχρεώσεων/πιστώσεων πληρωμών (δημοσιονομική παρέμβαση) (πρβλ. σημείο 6.1.1) εκατ. ευρώ (μέχρι τρίτου δεκαδικού) >ΘΕΣΗ ΠIΝΑΚΑ> β) Τεχνική και διοικητική συνδρομή και δαπάνες στήριξης(πρβλ. σημείο 6.1.2) >ΘΕΣΗ ΠIΝΑΚΑ> >ΘΕΣΗ ΠIΝΑΚΑ> γ) Συνολικές δημοσιονομικές επιπτώσεις των ανθρώπινων πόρων και των άλλων διοικητικών δαπανών (πρβλ. τα σημεία 7.2 και 7.3) >ΘΕΣΗ ΠIΝΑΚΑ> >ΘΕΣΗ ΠIΝΑΚΑ> 2.4. Συμβατότητα με τον δημοσιονομικό προγραμματισμό και με τις δημοσιονομικές προοπτικές | | Πρόταση συμβατή με τον ισχύοντα δημοσιονομικό προγραμματισμό 2.5. Δημοσιονομικές επιπτώσεις επί των εσόδων [6]: [6] Για περισσότερες πληροφορίες, βλέπε το χωριστό έγγραφο γενικών κατευθύνσεων. | | Ουδεμία δημοσιονομική επίπτωση (αφορά τις τεχνικές πτυχές της εφαρμογής ενός μέτρου) Σημείωση: Όλες οι διευκρινίσεις και παρατηρήσεις που αφορούν τον τρόπο υπολογισμού της επίδρασης επί των εσόδων πρέπει να περιλαμβάνονται σε χωριστό παράρτημα. >ΘΕΣΗ ΠIΝΑΚΑ> (Να περιγραφεί κάθε εμπλεκόμενη γραμμή του προϋπολογισμού, με προσθήκη του ενδεδειγμένου αριθμού γραμμών στον πίνακα, εφόσον επηρεάζονται πλείονες γραμμές του προϋπολογισμού) 3. ΔΗΜΟΣΙΟΝΟΜΙΚΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ >ΘΕΣΗ ΠIΝΑΚΑ> 4. ΝΟΜΙΚΗ ΒΑΣΗ Άρθρο 63 της συνθήκης ΕΚ, πρώτη παράγραφος, σημείο 1(β) 5. ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ ΚΑΙ ΑΙΤΙΟΛΟΓΗΣΗ 5.1. Αναγκαιότητα κοινοτικής παρέμβασης [7] [7] Για περισσότερες πληροφορίες, βλέπε το χωριστό έγγραφο γενικών κατευθύνσεων. 5.1.1. Επιδιωκόμενοι στόχοι Σκοπός της οδηγίας είναι η θέσπιση σε κοινοτικό επίπεδο ελάχιστων απαιτήσεων για την υποδοχή των προσώπων που ζητούν άσυλο στα κράτη μέλη. Η πρόταση συγκαταλέγεται στις κοινοτικές πρωτοβουλίες για τα θέματα που άπτονται του ασύλου, με στόχο τη δημιουργία κοινού ευρωπαϊκού συστήματος ασύλου. Στην ανακοίνωση σχετικά με το άσυλο που η Επιτροπή εξέδωσε τον Νοέμβριο του 2000 αναφέρεται ότι η ανάγκη εναρμόνισης των συνθηκών υποδοχής συνδέεται με δύο κύριους στόχους (παροχή στους αιτούντες άσυλο συνθηκών διαβίωσης ισοδύναμου επιπέδου σε ολόκληρη την Κοινότητα και αποτροπή των δευτερογενών μετακινήσεων). επίσης αναφέρεται ότι σε δεύτερο στάδιο θα χρειαστεί να εξετασθεί το κατά πόσο, μετά την επίτευξη των ανωτέρω στόχων, είναι επίσης αναγκαίο να εφαρμοστούν πρόσθετα μέτρα τυποποίησης των εθνικών συνθηκών υποδοχής. 5.1.2. Μέτρα σχετικά με την εκ των προτέρων αξιολόγηση Άνευ αντικειμένου 5.1.3. Μέτρα ληφθέντα μετά την εκ των υστέρων αξιολόγηση Άνευ αντικειμένου 5.2. Σχεδιαζόμενες δράσεις και λεπτομέρειες υλοποίησης της δημοσιονομικής παρέμβασης Στο πλαίσιο της παρούσας οδηγίας η Επιτροπή σκοπεύει να συστήσει ομάδα επαφής. Οι λόγοι που υπαγορεύουν τη σύσταση της επιτροπής επαφής είναι οι εξής: Πρώτον, η επιτροπή θα κληθεί να βοηθήσει τα κράτη μέλη να εφαρμόσουν τις ελάχιστες απαιτήσεις με βάση τις αρχές της προνοητικότητας και του συντονισμού. Δεύτερον, η επιτροπή προορίζεται να αποτελέσει το πλαίσιο για εκείνα τα κράτη μέλη τα οποία επιθυμούν να προχωρήσουν από κοινού πιο πέρα από τις ελάχιστες απαιτήσεις στην παρούσα φάση της διαδικασίας εναρμόνισης. Τρίτον, σκοπός της επιτροπής είναι η άρση των εμποδίων και η δημιουργία των αναγκαίων προϋποθέσεων για την επίτευξη του στόχου που ετέθη από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο του Τάμπερε. Επομένως, η επιτροπή επαφής θα μπορούσε να συμβάλει στην περαιτέρω προσέγγιση της πολιτικής ασύλου στο μέλλον και να προετοιμάσει το έδαφος για τη μετάβαση από τις ελάχιστες απαιτήσεις για την υποδοχή στη συγκρότηση περισσότερο ομοιογενών συστημάτων υποδοχής, σε περίπτωση που αυτή η τελευταία θεωρηθεί ως ένα αναγκαίο ή χρήσιμο βήμα για τη δημιουργία κοινού ευρωπαϊκού συστήματος ασύλου. Κατά το χρονικό διάστημα πριν από τις 31 Δεκεμβρίου 2002, η επιτροπή επαφής θα συνέρχεται τρεις φορές το χρόνο για την προπαρασκευή της μεταφοράς της οδηγίας στη νομοθεσία των κρατών μελών. στη συνέχεια θα συνεδριάζει δύο ή τρεις φορές το χρόνο με σκοπό τη διευκόλυνση των διαβουλεύσεων μεταξύ των κρατών μελών σχετικά με τη θέσπιση πρόσθετων απαιτήσεων κ.λπ.. 6. ΔΗΜΟΣΙΟΝΟΜΙΚΕΣ ΕΠΙΠΤΩΣΕΙΣ 6.1. Συνολικές δημοσιονομικές επιπτώσεις στο Μέρος Β - (για ολόκληρη την περίοδο προγραμματισμού) (Ο τρόπος υπολογισμού των συνολικών ποσών που εμφαίνονται στον πίνακα που ακολουθεί πρέπει να εξηγηθεί με την κατανομή που γίνεται στον πίνακα 6.2.) 6.1.1. Δημοσιονομική παρέμβαση Αναλήψεις υποχρεώσεων σε εκατ. ευρώ (μέχρι τρίτου δεκαδικού) >ΘΕΣΗ ΠIΝΑΚΑ> 6.2. Υπολογισμός του κόστους ανά σχεδιαζόμενο μέτρο στο Μέρος Β (για ολόκληρη την περίοδο προγραμματισμού) [8] [8] Για περισσότερες πληροφορίες, βλέπε το χωριστό έγγραφο γενικών κατευθύνσεων. (Στην περίπτωση πλειόνων δράσεων, πρέπει να δίδονται, για τα συγκεκριμένα μέτρα κάθε δράσης, οι διευκρινίσεις που είναι αναγκαίες για την εκτίμηση του όγκου και του κόστους των αποτελεσμάτων. ) Αναλήψεις υποχρεώσεων εκατ. ευρώ (μέχρι τρίτου δεκαδικού) >ΘΕΣΗ ΠIΝΑΚΑ> Εάν απαιτείται, να επεξηγηθεί ο τρόπος υπολογισμού. 7. ΕΠΙΠΤΩΣΕΙΣ ΣΤΟ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟ ΚΑΙ ΣΤΙΣ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΕΣ ΔΑΠΑΝΕΣ 7.1. Επιπτώσεις στους ανθρώπινους πόρους >ΘΕΣΗ ΠIΝΑΚΑ> 7.2. Συνολικές δημοσιονομικές επιπτώσεις των ανθρώπινων πόρων >ΘΕΣΗ ΠIΝΑΚΑ> Τα ποσά αντιστοιχούν στις συνολικές δαπάνες για 12 μήνες. 7.3. Άλλες δαπάνες διοικητικής λειτουργίας που απορρέουν από τη δράση >ΘΕΣΗ ΠIΝΑΚΑ> Τα ποσά αντιστοιχούν στις συνολικές δαπάνες για 12 μήνες. (1) Να προσδιορισθεί το είδος κάθε επιτροπής καθώς και η ομάδα στην οποία ανήκει. I. Ετήσιο σύνολο (7.2 + 7.3) II. Διάρκεια της δράσης III. Συνολικό κόστος της δράσης (I x II) // ευρώ 29 250 6 έτη ευρώ 175 500 8. ΕΠΑΚΟΛΟΥΘΑ ΜΕΤΡΑ ΚΑΙ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ 8.1. Επακόλουθα μέτρα Άνευ αντικειμένου 8.2. Λεπτομέρειες πραγματοποίησης και περιοδικότητα της προβλεπόμενης αξιολόγησης Άνευ αντικειμένου 9. μετρα για την Καταπολεμηση της απατης Άνευ αντικειμένου