Γνωμοδότηση της Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα την "30ή έκθεση επί της πολιτικής ανταγωνισμού (2000)"
Επίσημη Εφημερίδα αριθ. C 048 της 21/02/2002 σ. 0003 - 0009
Γνωμοδότηση της Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα την "30ή έκθεση επί της πολιτικής ανταγωνισμού (2000)" (2002/C 48/02) Στις 10 Μαΐου 2001, και σύμφωνα με το άρθρο 262 της Συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, η Επιτροπή αποφάσισε να ζητήσει τη γνωμοδότηση της Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής για το ανωτέρω θέμα. Το τμήμα "Ενιαία αγορά, παραγωγή και κατανάλωση", στο οποίο ανατέθηκε η προετοιμασία των σχετικών εργασιών της ΟΚΕ, κατάρτισε τη γνωμοδότησή του στις 21 Νοεμβρίου 2001 με βάση την εισηγητική έκθεση του κ. Sepi. Κατά την 386η σύνοδο ολομέλειάς της (συνεδρίαση της 28ης Νοεμβρίου 2001), η ΟΚΕ υιοθέτησε με 108 ψήφους υπέρ, 1 κατά και 1 αποχή την ακόλουθη γνωμοδότηση. 1. Εισαγωγή: γενικό πλαίσιο 1.1. Η 30ή έκθεση για την πολιτική ανταγωνισμού περιλαμβάνει, εκτός από μία ακριβή παρουσίαση της δραστηριότητας της ΓΔ "Ανταγωνισμός", μία σειρά από σημαντικές υποδείξεις για το μέλλον της εν λόγω πολιτικής. 1.2. Ορισμένες σημαντικές καινοτομίες τόσο σε επίπεδο θεσμών, όπως η εισαγωγή του ευρώ, όσο και σε διεθνή κλίμακα, όπως η ανάπτυξη της παγκοσμιοποίησης και η επερχόμενη διεύρυνση, καθώς και η αυξανόμενη προβολή της πολιτικής αυτής σε μία φάση τεχνολογικών αλλαγών και βιομηχανικών συγκεντρώσεων, έπεισαν τη ΓΔ "Ανταγωνισμός" να προβεί σε ριζικές τροποποιήσεις των διαρθρώσεων και των συμπεριφορών. 1.3. Όλα αυτά καθιστούν σημαντική την παρούσα γνωμοδότηση η οποία θα επιδιώξει, όχι απλώς να αξιολογήσει το παρελθόν, αλλά κυρίως να εξάρει, με αφορμή αυτή την αξιολόγηση, τις εν λόγω αλλαγές και να υποδείξει τις πιθανές προοπτικές. 1.4. Εξάλλου, όπως έχει επανειλημμένα διατυπωθεί στις παλαιότερες γνωμοδοτήσεις, μία αξιολόγηση που θα περιοριζόταν στα όσα συνέβησαν το 2000 - και θα δημοσιευόταν μόνον στο τέλος του 2001 - δεν θα είχε παρά μικρή αξία μπροστά στις εξαιρετικά δυναμικές διαδικασίες που λαμβάνουν χώρα μπροστά στα μάτια μας και θα υπήρχε ο κίνδυνος να φανεί άχρηστη στους συνομιλητές μας από τα άλλα όργανα. 1.5. Στην γνωμοδότηση για την 29η έκθεση, η ΟΚΕ, μολονότι διευκρίνιζε ότι συμφωνεί ευρύτατα με την εν λόγω έκθεση, εφιστούσε την προσοχή της Επιτροπής στους κινδύνους που θα μπορούσαν να προκύψουν από την καθυστέρηση του προγράμματος εκσυγχρονισμού του νομικού πλαισίου, δεδομένου ότι η έκθεση αποτελεί πλέον ουσιαστική και προκαταρκτική προϋπόθεση για την επίλυση των νέων προβλημάτων που ανακύπτουν από το κοινοτικό δίκαιο ανταγωνισμού. 1.6. Ο εκσυγχρονισμός δικαιολογείται, όπως επισημαίνεται και στην 30ή έκθεση, από την ταχεία εξέλιξη τριών αλληλοεξαρτώμενων οικονομικών φαινομένων τα οποία ενισχύονται αμοιβαία: την παγκοσμιοποίηση των αγορών, την ανάπτυξη της νέας οικονομίας και την αύξηση, τόσο του αριθμού όσο και των διαστάσεων, των πολυεθνικών συγκεντρώσεων, πράγμα που έχει σημαντικές επιπτώσεις όχι μόνον στην οικονομία, αλλά και στην απασχόληση. 1.7. Για να ολοκληρωθεί το σενάριο, που προβλέπει την εφαρμογή των νέων ρυθμίσεων, πρέπει να ληφθεί υπόψη η επικείμενη εισαγωγή του ευρώ, η προοδευτική διεύρυνση και η ανάγκη, όπως επιβεβαιώνεται στην 30η έκθεση, να δοθεί στον πολίτη-καταναλωτή κεντρική θέση στην κοινοτική πολιτική ανταγωνισμού. 2. Περιεχόμενο της 30ής έκθεσης για την πολιτική ανταγωνισμού το 2000 2.1. Η 30ή έκθεση απαριθμεί με μεγάλη σαφήνεια, στην εισαγωγή, τα κριτήρια τα οποία ενέπνευσαν τη στρατηγική της. Σήμερα, οι τεχνολογικές εξελίξεις και οι πολιτικές πρωτοβουλίες δίνουν νέα μορφή στο οικονομικό περιβάλλον, το οποίο βασίζεται ολοένα περισσότερο στην έγκαιρη ενημέρωση. Το γεγονός αυτό, αφενός οδήγησε στην ανάπτυξη του τομέα των υπηρεσιών και αφετέρου υποχρέωσε τις επιχειρήσεις να επανεξετάσουν και να προσαρμόσουν ανάλογα τις εμπορικές σχέσεις τους τόσο με τους πελάτες, όσο και με τους προμηθευτές. Επίσης, η φιλελευθεροποίηση οδήγησε στο άνοιγμα πολλών τομέων καθοριστικής σημασίας που προηγουμένως ήταν κλειστοί στον ανταγωνισμό. Η πολιτική ανταγωνισμού απορρέει από την αρχή της "οικονομίας της ανοιχτής αγοράς με ελεύθερο ανταγωνισμό", την οποία έχει επικυρώσει η Συνθήκη, και αποτελεί έναν από τους πυλώνες της κοινοτικής δράσης στον οικονομικό τομέα. Εντούτοις, η εν λόγω αρχή "δεν συνεπάγεται την ανεπιφύλακτη εμπιστοσύνη ή και την αδιαφορία έναντι της λειτουργίας των μηχανισμών της αγοράς· αντίθετα, επιτάσσει τη διαρκή επαγρύπνηση ώστε να διαφυλαχθούν αυτοί οι μηχανισμοί" και επιδιώκει την "προώθηση του ανταγωνισμού μέσω της βελτίωσης του επιχειρηματικού περιβάλλοντος" μέσα στο οποίο λειτουργούν οι επιχειρήσεις(1). Για το λόγο αυτό, η ΟΚΕ υποστηρίζει την έκθεση, ενώ η προσαρμογή των κανόνων και των πρακτικών ανταγωνισμού στο νέο περιβάλλον έχει καταστεί, για τα αίτια που προαναφέρθηκαν, αναπόδραστη ανάγκη. 2.1.1. Η 30ή έκθεση εξετάζει σε τέσσερα κεφάλαια τις πιο κάτω δραστηριότητες: Ι) τις περιοριστικές συμφωνίες και καταχρήσεις δεσπόζουσας θέσης: άρθρα 81 και 82· τα κρατικά μονοπώλια και τα μονοπωλιακά δικαιώματα: άρθρα 31 και 86· ΙΙ) τον έλεγχο των συγκεντρώσεων· ΙΙΙ) τις κρατικές ενισχύσεις· ΙV) τις διεθνείς δραστηριότητες. Εξάλλου, περιλαμβάνει στατιστικά στοιχεία σχετικά με τις δραστηριότητες και ένα κεφάλαιο με θέμα τις προοπτικές για το 2001. 2.2. Κεφάλαιο Ι Στις 27 Σεπτεμβρίου 2000, η Επιτροπή υιοθέτησε μία πρόταση κανονισμού στην οποία προσδιορίζονται οι κανόνες ανταγωνισμού που πρέπει να εφαρμόζονται στον τομέα των περιοριστικών συμφωνιών μεταξύ επιχειρήσεων και στις καταχρήσεις δεσπόζουσας θέσης (άρθρα 81-82), η οποία θεωρείται η σημαντικότερη πρωτοβουλία που ελήφθη στον τομέα του ανταγωνισμού μετά την υιοθέτηση του κανονισμού για τον έλεγχο των συγκεντρώσεων του 1989. Στον τομέα των κάθετων συμφωνιών υιοθετήθηκε νέος κανονισμός απαλλαγής κατά κατηγορία και προσδιορίστηκαν οι κατευθυντήριες γραμμές στον τομέα της διανομής, με εξαίρεση τη διανομή των αυτοκινήτων. Στον τομέα των οριζόντιων συμφωνιών υιοθετήθηκαν νέοι κανονισμοί απαλλαγής κατά κατηγορία για τις συμφωνίες στον τομέα της έρευνας και ανάπτυξης και τις συμφωνίες εξειδίκευσης. 2.3. Κεφάλαιο ΙΙ 2.3.1. Το ζήτημα των συγκεντρώσεων είναι, κατά την έκθεση, το πλέον λεπτό θέμα, τόσο λόγω του εκσυγχρονισμού του κανονιστικού πλαισίου, όσο και λόγω των διαδικασιών εξακρίβωσης και ελέγχου. Η ίδια η Επιτροπή είναι ιδιαίτερα προσεκτική, και για αντικειμενικούς επιπλέον λόγους, στις αξιολογήσεις της στις οποίες δεν έχει ακόμη δοθεί οριστική λύση. Για παράδειγμα, σε ό,τι αφορά το κατά πόσον τα όρια ως προς τον κύκλο εργασιών έχουν τεθεί στο πλέον ενδεδειγμένο επίπεδο και κατά πόσον ο ορισμός της έννοιας της "συγκέντρωσης", όπως αυτός έχει προσδιοριστεί, είναι ακόμη ικανοποιητικός σε έναν κόσμο στρατηγικών συμμαχιών, μειοψηφικών συμμετοχών και κοινών παραγωγικών επιχειρήσεων, κ.λπ. Σε ό,τι αφορά την δραστηριότητα της Επιτροπής, αυτή αναπτύσσεται προς δύο κατευθύνσεις: προς την εισαγωγή μιας απλοποιημένης διαδικασίας και προς την αναθεώρηση του κανονισμού. 2.3.2. Το σύστημα της απλοποιημένης διαδικασίας θεσπίστηκε με την έκδοση ανακοίνωσης για την εξέταση ορισμένων συγκεντρώσεων με βάση τον ισχύοντα κανονισμό και τέθηκε σε εφαρμογή την 1η Σεπτεμβρίου 2000. Η εν λόγω διαδικασία εφαρμόζεται κατά τον χειρισμό ορισμένων κατηγοριών συγκεντρώσεων που δεν προκαλούν προβλήματα ανταγωνισμού. Οι κατηγορίες αυτές προσδιορίζονται με βάση τρία κριτήρια. 2.3.3. Το συνέδριο για τις συγκεντρώσεις που πραγματοποιήθηκε τον Σεπτέμβριο του 2000 και διοργανώθηκε, από κοινού, από την Επιτροπή και τον Διεθνή Δικηγορικό Σύλλογο (IBA) έδωσε την ευκαιρία να συζητηθεί μία ευρεία σειρά θεμάτων, μεγάλο μέρος των οποίων εξετάζονται σήμερα στο πλαίσιο της αναθεώρησης του κανονισμού για τον έλεγχο των συγκεντρώσεων. Στην παρούσα φάση, η Επιτροπή συγκεντρώνει πληροφορίες πραγματοποιώντας διαβουλεύσεις με τα κράτη μέλη, τις υποψήφιες χώρες, τις επιχειρηματικές οργανώσεις και τους νομικούς κύκλους. Η Επιτροπή θα δημοσιεύσει φέτος ένα έγγραφο το οποίο θα περιλαμβάνει τα συμπεράσματα και τις συστάσεις της ενόψει της τροποποίησης του συστήματος και θα αποτελέσει τη βάση για έναν μεταγενέστερο κύκλο επίσημων διαβουλεύσεων. 2.4. Κεφάλαιο ΙΙΙ Κατά τη διάρκεια του 2000, η Επιτροπή υιοθέτησε τρεις κανονισμούς για τις ενισχύσεις προς τις ΜΜΕ και την επαγγελματική εκπαίδευση και για την εφαρμογή των κανόνων de minimis. Η όγδοη έκθεση για τις κρατικές ενισχύσεις στην Ένωση αποκαλύπτει ότι, κατά την περίοδο 1996-1998, τα δεκαπέντε κράτη μέλη διέθεσαν ενισχύσεις ύψους 93 δισεκατομμυρίων ευρώ τον χρόνο στους τομείς της μεταποιητικής βιομηχανίας, της γεωργίας, της αλιείας, του άνθρακα, των μεταφορών και των χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών. Η Επιτροπή παρατηρεί ότι το ποσό των ενισχύσεων παραμένει μεν υψηλό σε απόλυτες τιμές, είναι εντούτοις μειωμένο κατά 11 % σε σχέση με την προηγούμενη περίοδο. 2.5. Κεφάλαιο ΙV 2.5.1. Διεύρυνση Η Επιτροπή ενημερώνει το Συμβούλιο σε τακτά χρονικά διαστήματα σχετικά με την πρόοδο που σημειώνεται σε κάθε υποψήφια για ένταξη χώρα. Τα αποτελέσματα στον τομέα του ανταγωνισμού και των συγκεντρώσεων είναι, κατά την έκθεση, γενικώς ικανοποιητικά, τόσο σε ό,τι αφορά τις νομοθετικές ρυθμίσεις, όσο και σε ό,τι αφορά τη δημιουργία της αναγκαίας διοικητικής ικανότητας. Πράγματι, όλες οι υποψήφιες χώρες υιοθέτησαν βασικές νομοθετικές ρυθμίσεις στον τομέα του ανταγωνισμού, ενώ μεγάλο μέρος από αυτές καθιέρωσαν, επίσης, μηχανισμό ελέγχου των συγκεντρώσεων. Σε αντίθεση με την πρόοδο που επιτελέστηκε στον τομέα του ανταγωνισμού, το ζήτημα του ελέγχου των κρατικών ενισχύσεων αποδείχτηκε πολύ πιο περίπλοκο, καθώς και λεπτό από πολιτική άποψη. Οι περισσότερες υποψήφιες χώρες θέσπισαν αρχές παρακολούθησης των εθνικών κρατικών ενισχύσεων, προκειμένου, ωστόσο, να διασφαλίζεται η διαφάνεια, πολλές από αυτές οφείλουν ακόμη να προβλέψουν την σύσταση αρχείων για τις κρατικές ενισχύσεις, τα οποία να είναι πλήρη. 2.5.2. Διμερής συνεργασία Στο πλαίσιο των συμφωνιών που έχουν συναφθεί, η Επιτροπή εξακολουθεί, σύμφωνα με την έκθεση, να συνεργάζεται στενά με τις αντιμονοπωλιακές αρχές των ΗΠΑ και του Καναδά σε σημαντικό αριθμό περιπτώσεων. Η τάση προς την παγκοσμιοποίηση των αγορών συνεχίστηκε με ταχύ ρυθμό κατά τη διάρκεια ολόκληρου του έτους και το 2000 σημειώθηκε εξαιρετικά μεγάλη αύξηση του αριθμού των πράξεων συγκέντρωσης που κοινοποιήθηκαν ταυτόχρονα, τόσο στην Επιτροπή, όσο και στις αρχές των πιο πάνω κρατών. Η Επιτροπή πραγματοποίησε ευρείες, άτυπες διερευνητικές συνομιλίες με την Ιαπωνία κατά τη διάρκεια των οποίων οι δύο αντιπροσωπίες κατόρθωσαν να επιλύσουν όλα τα προβλήματα και, με την ευκαιρία της συνόδου κορυφής ΕΕ-Ιαπωνίας που πραγματοποιήθηκε στις 19 Ιουλίου στο Τόκιο, ανακοινώθηκε ότι οι δύο πλευρές κατέληξαν σε αμοιβαία συμφωνία σε ό,τι αφορά την προβλεπόμενη συμφωνία συνεργασίας τους, η οποία προβλέπεται να συναφθεί κατά τη διάρκεια του 2001. 2.5.3. Πολυμερής συνεργασία Η Επιτροπή εξακολούθησε να διαδραματίζει ενεργό ρόλο στο πλαίσιο του ΠΟΕ και του ΟΟΣΑ και έλαβε μέρος στην 4η Διάσκεψη του ΟΗΕ για την αναθεώρηση του συνόλου των αρχών δίκαιου ανταγωνισμού. Επειδή η αυξανόμενη διεθνοποίηση των οικονομιών απαιτεί οι αρχές ανταγωνισμού να καταβάλλουν ολοένα εντατικότερες προσπάθειες, ο Επίτροπος κ. Monti, εκτός από την δημιουργία ενός πολυμερούς κανονιστικού πλαισίου στο πλαίσιο του ΠΟΕ, πρότεινε επίσης και την καθιέρωση ενός "Διεθνούς Φόρουμ Ανταγωνισμού". Το φόρουμ αυτό θα επιτρέψει στις εθνικές αρχές ανταγωνισμού να ανταλλάσσουν τις εμπειρίες τους και να αντιμετωπίζουν με τον ίδιο τρόπο τα κεντρικά θέματα του δικαίου ανταγωνισμού. 3. Γενικές παρατηρήσεις 3.1. Μία σειρά από γνωμοδοτήσεις της ΟΚΕ εξήραν το νομοθετικό έργο της Επιτροπής, στην παρούσα φάση μετασχηματισμού και αποκέντρωσης της πολιτικής ανταγωνισμού, το δε περιεχόμενό τους συνοψίζεται στις ειδικές παρατηρήσεις στο σημείο 4. 3.2. Η ΟΚΕ διαπιστώνει με ικανοποίηση ότι σήμερα ο μετασχηματισμός αυτός μπορεί πλέον να υλοποιηθεί, καθώς και να δοθεί στην ΓΔ "Ανταγωνισμός" ο πραγματικός της ρόλος της καθοδήγησης και - στις σημαντικότερες μόνον περιπτώσεις - της παρέμβασης. Αυτό οφείλεται στην μακροχρόνια μάχη, που κατά μεγάλο μέρος έχει πλέον κερδηθεί, που στόχο είχε την εισαγωγή της νοοτροπίας του ανταγωνισμού στις χώρες μας. 3.3. Η θέσπιση, σε όλες τις χώρες, αρχών παρακολούθησης στον εν λόγω τομέα αποτελεί την πλέον σημαντική ένδειξη σε θεσμικό επίπεδο. Οι αρχές αυτές επιτρέπουν σήμερα μία ορθολογικότερη οργάνωση των αρμοδιοτήτων και παρέχουν στην Επιτροπή την ευκαιρία να δρα στο πλέον πρόσφορο έδαφος. 3.4. Η αποκέντρωση των αρμοδιοτήτων στις εθνικές αρχές, την οποία προτείνει η Επιτροπή, γεννά ωστόσο, από την άποψη αυτή, ορισμένες ανησυχίες. 3.4.1. Πρώτιστη ανησυχία είναι το ζήτημα της ενιαίας εφαρμογής της πολιτικής ανταγωνισμού. Η ενιαία εφαρμογή απαιτείται από οργανισμούς που, από πλευράς αρμοδιοτήτων, θεσμικής τοποθέτησης και κριτηρίων σύνθεσης, διαφέρουν μεταξύ τους και για το λόγο αυτό θα μπορούσε να οδηγήσει σε αποκλίνουσες αποφάσεις και στάσεις. 3.4.1.1. Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί η δραστηριότητα των νέων αρχών στον τομέα του ανταγωνισμού που θεσπίστηκαν πρόσφατα στις υποψήφιες χώρες, είτε διότι οι εν λόγω χώρες δεν διαθέτουν ακόμη την απαιτούμενη πείρα, είτε διότι βάσει της μεταρρύθμισης της πολιτικής ανταγωνισμού στην οποία προέβη η Επιτροπή τους ανατίθενται μεγαλύτερες αρμοδιότητες. Για το λόγο αυτό, θα ήταν ίσως σκόπιμο να υποδείξει η ΓΔ "Ανταγωνισμός" ορισμένα κριτήρια που να μπορούν να εξασφαλίσουν στους νέους αυτούς οργανισμούς ομοιομορφία και αποτελεσματικότητα. 3.4.2. Κατά δεύτερο λόγο, οι επιχειρήσεις, οι οποίες υφίστανται στις περισσότερες χώρες, θα μπορούσαν με νόμιμο τρόπο να αποφύγουν τις εξαιρετικά αυστηρές αρχές μιάς χώρας προκειμένου να επιλέξουν το πλέον ευνοϊκό γι' αυτές περιβάλλον άλλης χώρας. 3.4.3. Τέλος, δεν είναι σαφές κατά πόσον όλες οι εθνικές αρχές διαθέτουν τους πόρους που απαιτούνται για την άσκηση του ρόλου τους, ιδιαίτερα στις μικρές χώρες. 3.5. Η Επιτροπή φαίνεται να έχει επίγνωση των δυσκολιών αυτών. Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι η νομική μορφή που έχει κατά κύριο λόγο επιλεγεί για την εν λόγω μεταρρύθμιση είναι ο κανονισμός, ότι έχει προταθεί η ανάπτυξη ενός δικτύου πληροφοριών και ενός μέσου συνεργασίας για τις εθνικές αρχές και ότι καταστρώνονται κοινά προγράμματα επιμόρφωσης για τους εκπροσώπους τους και τους ενδιαφερόμενους δικαστικούς. 3.6. Η ΟΚΕ, μολονότι εγκρίνει και ενθαρρύνει τα μέτρα αυτά, εξακολουθεί να πιστεύει ότι είναι απαραίτητο η θέση σε ισχύ της νέας αυτής διαμόρφωσης των αρμοδιοτήτων να αποτελέσει αντικείμενο προσεκτικής παρακολούθησης. 3.7. Η υπόθεση "Honeywell-GE" είναι ιδιαίτερα ενδεικτική διότι από αυτήν προκύπτουν τρεις ουσιαστικές παρατηρήσεις για το μέλλον. 3.7.1. Η πρώτη είναι ότι λόγω της σημασίας της ευρωπαϊκής αγοράς όλοι, ακόμη και οι οικονομικοί γίγαντες όπως οι δύο επιχειρήσεις που προαναφέρθηκαν, πρέπει, αναπόφευκτα, να τηρούν τους ευρωπαϊκούς κανόνες στον τομέα του ανταγωνισμού. Η Επιτροπή πρέπει να εξαγάγει τα σχετικά συμπεράσματα και να επεκτείνει τις αναλύσεις της και σε άλλες πολυεθνικές σε νέους τομείς. 3.7.2. Η δεύτερη παρατήρηση είναι ότι πρέπει να επιβεβαιωθεί η έννοια μιάς πολιτικής ανταγωνισμού που να συνδέεται με τις πραγματικές οικονομικές εξελίξεις και όχι αποκλειστικά με τους νομικούς τύπους· όπως δε ο Επίτροπος αναφέρει στην εισαγωγή "η εφαρμογή της νομοθεσίας ανταγωνισμού δεν είναι ένα στατικό εγχείρημα", παρά απαιτεί επιλογές που να λαμβάνουν υπόψη την οικονομική σπουδαιότητα των προβλημάτων και τους γενικούς στόχους της οικονομικής πολιτικής της ΕΕ. 3.7.3. Ένα επιπλέον πρόβλημα που ανακύπτει από τη διένεξη αυτή είναι η ανάγκη διεθνοποίησης των αρχών αυτής της πολιτικής. Κατά την ΟΚΕ, η πρόταση της Επιτροπής να βρεθεί, στο πλαίσιο του ΠΟΕ, ένα πεδίο δράσης στον εν λόγω τομέα είναι η πλέον ενδεδειγμένη. Για το λόγο, μεταξύ άλλων, ότι τα τελευταία 4 με 5 χρόνια οι προηγούμενες γνωμοδοτήσεις έθεταν ολοένα συχνότερα το ζήτημα αυτό επί τάπητος. Το φόρουμ, εντούτοις, που προτείνει η Επιτροπή θα μπορούσε να θεωρηθεί ως το πρώτο μόνον βήμα προς αυτήν την κατεύθυνση. Ούτως ή άλλως, η δραστηριότητα της διμερούς συνεργασίας με τις κύριες βιομηχανικές χώρες πρέπει να αποτελέσει αντικείμενο παρακολούθησης. 3.8. Η ΟΚΕ θεωρεί επίσης θετικό το γεγονός ότι η Επιτροπή επιδιώκει να συμμετέχουν στην πολιτική ανταγωνισμού της ολοένα περισσότερο οι καταναλωτές και οι άλλες ενδιαφερόμενες κατηγορίες, είτε προκειμένου να καταδειχθούν τα πλεονεκτήματα που απορρέουν από αυτήν, είτε προκειμένου να παρακινηθούν να προβαίνουν σε καταγγελίες ή σε αποτιμήσεις, όπως έχει ήδη συμβεί σε ορισμένες περιπτώσεις. 3.9. Για τον λόγο αυτό αξίζει, ίσως, να υπογραμμιστεί ότι η ΟΚΕ, επειδή εκπροσωπεί ποικίλο φάσμα συμφερόντων, θα μπορούσε να αναλάβει να διαδραματίζει σημαντικότερο ρόλο, προκειμένου να επιτύχει την στενότερη διασύνδεσή της με την κοινή γνώμη γενικά και ειδικότερα με τους καταναλωτές. 3.10. Στο ίδιο πάντα πλαίσιο πρέπει να βελτιωθεί η πολιτική επικοινωνίας της ΓΔ "Ανταγωνισμός". Εντούτοις, εάν είναι όντως αλήθεια ότι η επίσημη έκθεση προβλέπει μη συμπιέσιμα χρονικά όρια, θα μπορούσε να επιταχυνθεί η δημοσίευση αποκλειστικά της εισαγωγής του Επιτρόπου και η κατάρτιση μιάς σύντομης σύνοψης της νομοθετικής και "δικαστικής" δράσης της ΓΔ "Ανταγωνισμός". 3.11. Η δημοσίευση στο διαδίκτυο των πληροφοριών για τις κρατικές ενισχύσεις πρέπει να επεκταθεί, έτσι ώστε να συμπεριληφθούν στη σχετική θέση και άλλα θέματα, και να συνοψίζεται περιοδικά σε συνάρτηση με τη διάδοση των δημοσιεύσεων. 3.12. Σε ό,τι αφορά τις κρατικές ενισχύσεις, αλλά και όλα τα άλλα ήδη δημοσίων ενισχύσεων, η ΟΚΕ επαναλαμβάνει ότι υποστηρίζει τον έλεγχό τους, προκειμένου να μην δημιουργούνται στρεβλώσεις στον ανταγωνισμό μεταξύ επιχειρήσεων. 3.12.1. Ωστόσο, στο πλαίσιο της ύφεσης που ήδη επικρατούσε στην Ευρώπη και στις ΗΠΑ - και η οποία θα επιδεινωθεί εξαιτίας των τρομοκρατικών πράξεων του Σεπτεμβρίου 2001, αφού αυτές είχαν ως αποτέλεσμα να δημιουργηθεί αβεβαιότητα στις αγορές και να μειωθεί η ζήτηση - κρίνεται ότι η οικονομική παρέμβαση των δημόσιων αρχών θα μπορούσε να αποδειχθεί χρήσιμη, αν και, σε κάθε περίπτωση, θα χρειαστεί να κατευθύνεται προσεκτικά προς παραγωγικές επενδύσεις, σύμφωνα με τους στόχους που καθορίστηκαν από την ΕΕ στη Λισαβόνα. 3.12.2. Εξάλλου, η διαδικασία διεύρυνσης θα μπορούσε να οδηγήσει σε περιορισμό των κοινοτικών ενισχύσεων στις πιο μειονεκτικές ζώνες της σημερινής ΕΕ και να απαιτήσει περαιτέρω παρεμβάσεις εδαφικής επανεξισορρόπησης, κατά το μεταβατικό, τουλάχιστον, στάδιο. 3.13. Σε ό,τι αφορά τις διαδικασίες ελευθέρωσης και γενικότερα τις σχέσεις μεταξύ του δημόσιου και του ιδιωτικού τομέα της οικονομίας, φαίνεται να είναι ολοένα πιό απαραίτητο, όπως αναφέρθηκε ήδη στην 28η έκθεση για την πολιτική ανταγωνισμού(2), να αναλάβει η Επιτροπή την διεξαγωγή περιοδικής ανάλυσης, όχι μόνον των οικονομικών αποτελεσμάτων, αλλά και των κοινωνικών αποτελεσμάτων και των επιπτώσεων που έχουν στην ασφάλεια των πολιτών οι διαδικασίες ελευθέρωσης που κινήθηκαν τα τελευταία χρόνια. 3.14. Ο λόγος που η εν λόγω ανάλυση είναι σήμερα τόσο απαραίτητη είναι ότι βρισκόμαστε στην καρδιά της συζήτησης για το μελλοντικό ευρωπαϊκό σύνταγμα και συνεπώς απαιτείται, κατά την ΟΚΕ, να επεκταθεί ο διάλογος από τις θεσμικές πτυχές και στις πρακτικές πτυχές του συντάγματος, προκειμένου να προσδιοριστούν οι κοινωνικές διαρθρώσεις που θα στηρίξουν τη νέα αυτή θεσμική πραγματικότητα. 3.15. Η διεύρυνση αποτελεί μεγάλη πρόκληση προκειμένου να προωθηθεί το πνεύμα του ανταγωνισμού και ο εκσυγχρονισμός των υποψήφιων χωρών· πρόκειται εντούτοις για μία πρόκληση που εμφανίζεται πολύ πιο δυσχερής και απαιτεί στενότερα χρονικά πλαίσια από εκείνα που ίσχυαν στην περίπτωση των 15 κρατών μελών. Η ΟΚΕ αντιλαμβάνεται τους λόγους που συνηγορούν υπέρ της επιτάχυνσης, για την οποία ο Επίτροπος κάνει λόγο στον Πρόλογο, δεν μπορεί ωστόσο να υποτιμήσει τα βαθιά κοινωνικά τραύματα που ενδέχεται αυτή να προκαλέσει, εάν υλοποιηθεί πολύ απότομα και δίχως τα κατάλληλα κοινωνικά μέτρα περιορισμού τους τόσο στις υποψήφιες χώρες όσο και στις χώρες που είναι ήδη μέλη της ΕΕ. 3.15.1. Η ΟΚΕ φρονεί ότι η επιθυμούμενη είσοδος των κοινωνιών αυτών στην Κοινότητα θα μπορούσε να οδηγήσει σε μεγάλη απογοήτευση και σε φαινόμενα απόρριψης, εάν θυσιάζονταν οι κοινωνικές πτυχές. Είναι συνεπώς απαραίτητο η διαδικασία αυτή να συνοδευτεί από οικονομικά μέτρα και από μέτρα κοινωνικής πολιτικής τα οποία να είναι δυναμικά και εξειδικευμένα, ενώ παράλληλα θα πρέπει να βελτιωθούν και οι συνθήκες μέσα στις οποίες αναπτύσσεται το επιχειρηματικό δυναμικό των μικρομεσαίων, κυρίως, επιχειρήσεων. Για το λόγο αυτό, η ΟΚΕ φρονεί ότι χρειάζονται πολύ περισσότεροι πόροι από αυτούς που η Επιτροπή διαθέτει σήμερα. 3.16. Πρέπει να αντιμετωπιστούν ορισμένα διεθνή καρτέλ τα οποία επηρεάζουν την παγκόσμια οικονομία, όπως αυτά του πετρελαίου και του μεθανίου. Η πολιτική στον τομέα των καρτέλ του ΟΠΕΚ, αλλά και η πολιτική που σχετίζεται με τις εταιρίες πετρελαίου, βρίσκεται σε μεγάλη αντίθεση με την πολιτική ανταγωνισμού. Για το λόγο αυτό, η πολιτική στον τομέα αυτό θα πρέπει να αντιμετωπιστεί με τα κατάλληλα μέσα και με την δέουσα πολιτική βούληση. Είναι γεγονός ότι σε μία παγκόσμια οικονομία ακόμη και οι οικονομικές δράσεις τις οποίες διαχειρίζονται άμεσα τα κράτη πρέπει να εντάσσονται σε ένα πλαίσιο οικονομικής ορθότητας και να σέβονται τις πολιτικές ανταγωνισμού. 3.17. Το γεγονός ότι εξακολουθούν να υφίστανται επαγγελματικοί τομείς που προστατεύονται μέσω συμβάσεων ή διοικητικών και νομοθετικών μέτρων στις επιμέρους χώρες αποτελεί για τις αρχές που διέπουν την πολιτική ανταγωνισμού μία επαχθή αντίφαση. Τη στιγμή κατά την οποία ελευθερώνονται τα μονοπώλια των κρατικών υπηρεσιών, επιβεβαιώνονται οι πολυεθνικές κοινωνίες και ζητείται από όλους αύξηση του ανταγωνισμού, τα εν λόγω επαγγελματικά καρτέλ, που αποτελούν κληρονομιά του παρελθόντος, πρέπει να προσαρμοστούν στην νέα πραγματικότητα. Πρόκειται για ένα έργο που η Επιτροπή πρέπει να αναλάβει όχι μόνον με τα λόγια, αλλά και με τρόπους απτούς, έτσι ώστε να ενθαρρυνθούν, μεταξύ άλλων, οι εθνικές αρχές να αναλάβουν τη σχετική δράση. 4. Ειδικές παρατηρήσεις 4.1. Κρίθηκε σκόπιμο να παρατεθεί μία σύνοψη των γνωμοδοτήσεων που η ΟΚΕ εξέδωσε σχετικά με τα τελευταία και σημαντικότερα νομοθετικά μέτρα της Επιτροπής στον τομέα της πολιτικής ανταγωνισμού, έτσι ώστε οι συνομιλητές μας να έχουν στη διάθεσή τους το πλήρες ιστορικό των θέσεων που έλαβε η ΟΚΕ. 4.2. Η πρώτη γνωμοδότηση αφορά τον κανονισμό για τη μεταρρύθμιση της εφαρμογής των άρθρων 81 και 82 και καταλήγει: "Η ΟΚΕ υποστηρίζει με αποφασιστικότητα τη μεταρρύθμιση του συστήματος εφαρμογής των κανόνων ανταγωνισμού, καθώς και το παρόν πρώτο νομοθετικό μέσο, με το οποίο υλοποιούνται η ουσιαστική δομή και οι ουσιαστικοί μηχανισμοί, επαινεί δε την ακριβή και θαρραλέα νομοθετική γλώσσα που υιοθετήθηκε. Λόγω όμως ακριβώς του σύνθετου χαρακτήρα του θέματος και για να ανταποκριθεί στο αξιέπαινο εγχείρημα της Επιτροπής η ΟΚΕ δεν αποκρύπτει εντούτοις ότι θα επιθυμούσε να τεθούν στη διάθεσή της περισσότερες διευκρινίσεις και πληροφορίες, με επίσημες πράξεις που να υποστηρίζουν και συνοδεύουν την πρόταση, όπως ευχόταν στη γνωμοδότησή της του Δεκεμβρίου 1999. Η ΟΚΕ θα παρακολουθήσει με μεγάλο ενδιαφέρον τις μελλοντικές εργασίες της Επιτροπής, αποδίδοντας ιδιαίτερη προσοχή στις σημαντικές συμπληρωματικές διατάξεις που έχουν προαναγγελθεί και δεσμευόμενη να συνεχίσει τη συνήθη εποικοδομητική συνεργασία της με την Επιτροπή." 4.3. Η δεύτερη γνωμοδότηση αφορά τον "Κανονισμό της Επιτροπής για την εφαρμογή του άρθρου 81, παράγραφος 3, της Συνθήκης ΕΚ σε ορισμένες κατηγορίες κάθετων συμφωνιών και εναρμονισμένων πρακτικών". 4.3.1. Η ΟΚΕ τονίζει ότι η προτεινόμενη μεταρρύθμιση πρέπει καταρχήν να υποστηριχθεί για το λόγο ότι αποδέχεται κατά τρόπο καθοριστικό τις παρατηρήσεις και τις προτάσεις που διατυπώθηκαν στις προηγούμενες γνωμοδοτήσεις. 4.3.2. Σε ό,τι αφορά το πεδίο εφαρμογής της απαλλαγής κατά κατηγορία, η ΟΚΕ τονίζει ότι, στις περιπτώσεις που ένας περιορισμένος αριθμός επιχειρήσεων υπερβεί το ανώτατο όριο του κύκλου εργασιών, οι εξατομικευμένες κοινοποιήσεις θα μπορούσαν να εκτιμηθούν κατά τρόπο θετικό. Εξάλλου, η ΟΚΕ φρονεί ότι είναι σκόπιμο να διευκρινίζεται καλύτερα, στις κατευθυντήριες γραμμές, το κριτήριο με βάση το οποίο η Επιτροπή προτίθεται να ερμηνεύσει, κατά τρόπο ρεαλιστικό, την έννοια του "δυνητικού ανταγωνιστή", έτσι ώστε αποφευχθεί το ενδεχόμενο ένας μεγάλος αριθμός συμφωνιών για προμήθειες του βιομηχανικού τομέα να μην εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της απαλλαγής κατά κατηγορία. 4.3.3. Σε ό,τι αφορά τα μερίδια αγοράς, ο καθορισμός της "σχετικής" αγοράς πρέπει να διευκρινίζεται καλύτερα στις κατευθυντήριες γραμμές μέσω μιάς σειράς ενδεικτικών παραδειγμάτων που να μπορούν να βοηθούν τις επιχειρήσεις κατά τον προσδιορισμό του μεριδίου τους στην αγορά, στα διάφορα επίπεδα: το περιφερειακό, το εθνικό και το ευρωπαϊκό. Η ΟΚΕ ζητεί να προβλεφθεί η προσθήκη ρητρών που να περιορίζουν τις εξουσίες των προμηθευτών έναντι των ΜΜΕ του τομέα διανομής ή που να προσφέρουν στις ΜΜΕ ικανά μέσα προστασίας. 4.4. Η τρίτη γνωμοδότηση αφορά τους "Κανόνες ανταγωνισμού σχετικά με οριζόντιες συμφωνίες συνεργασίας ...". 4.4.1. Η ΟΚΕ εκφράζει την ικανοποίησή της για το σημαντικό έργο της Επιτροπής και κατά συνέπεια δηλώνει ότι επικροτεί πλήρως την προτεινόμενη μεταρρύθμιση του τομέα των συμφωνιών οριζόντιας συνεργασίας. 4.4.2. H ΟΚΕ εκφράζει ωστόσο την ανησυχία της για τον αποσπασματικό χαρακτήρα της μεταρρύθμισης, κυρίως δε για το γεγονός ότι υπάρχει ο κίνδυνος τα κράτη μέλη να προβούν σε διαφορετικές αξιολογήσεις και να υιοθετήσουν διαφορετικές στάσεις επειδή δεν θα έχουν κατανοήσει και εφαρμόσει κατά τρόπο ομοιόμορφο τους κανόνες. Κατά την ΟΚΕ, οι νέοι κανονισμοί απαλλαγής κατά κατηγορία πρέπει να σχεδιασθούν κατά τρόπο που να προβλέπει την αποκεντρωμένη εφαρμογή τους και να ευνοεί μία ενιαία συνολική απαλλαγή κατά κατηγορία για τις οριζόντιες συμφωνίες. 4.4.3. Η ΟΚΕ τάσσεται εξάλλου υπέρ της εισαγωγής της αναδρομικής κοινοποίησης των οριζόντιων συμφωνιών, όπως συμβαίνει ήδη στην περίπτωση των κάθετων συμφωνιών, και ζητεί από την Επιτροπή να καταβάλει προσπάθειες για την αντιμετώπιση του εν λόγω προβλήματος. 4.4.4. Συνεπώς, η ΟΚΕ συνιστά τον καθορισμό μεριδίων αγοράς της τάξεως: - του 30 % για τις συμφωνίες έρευνας και ανάπτυξης - του 25 % για τις συμφωνίες εξειδίκευσης - του 20 % για τις συμφωνίες πραγματοποίησης κοινών αγορών από τις ΜΜΕ καθώς και - την παράταση της μεταβατικής περιόδου, που προβλέπεται για την προσαρμογή των υφιστάμενων ρυθμίσεων στις νέες διατάξεις, από ένα σε δύο τουλάχιστον έτη - δηλαδή μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 2002. Μέχρι τότε πρέπει να επιτραπεί οι συμφωνίες που τηρούν τους τρέχοντες κανόνες να εξακολουθούν να ισχύουν αμετάβλητες. 4.5. Η τέταρτη γνωμοδότηση αναφέρεται στις συμφωνίες "ήσσονος σημασίας", για τις μικρές και μεσαίες, κυρίως, επιχειρήσεις και καταλήγει ως εξής: "Η παρούσα ανακοίνωση(3) εντάσσεται στη διαδικασία για τον εκσυγχρονισμό των κανόνων σχετικά με την πολιτική ανταγωνισμού. Η ΟΚΕ υπογραμμίζει τη σημασία των βελτιώσεων που επήλθαν σε σχέση με την προηγούμενη ανακοίνωση: δημιουργία 'κατηγοριών', αύξηση των ορίων, δημιουργία νέου ορίου, μεγαλύτερη νομική βεβαιότητα. Η ΟΚΕ καλεί για περαιτέρω προβληματισμό όσον αφορά τον ορισμό της 'σχετικής αγοράς'· για μεγαλύτερη απλοποίηση των κατηγοριών συμφωνιών που προκαλούν σοβαρούς περιορισμούς στην πολιτική ανταγωνισμού· για μεγαλύτερη ομοιογένεια στα πλαίσια της επιτρεπόμενης αύξησης, σε περίπτωση υπέρβασης των προβλεπόμενων μεριδίων αγοράς." Βρυξέλλες, 28 Νοεμβρίου 2001. Ο Πρόεδρος της Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής Göke Frerichs (1) SEC(2001) 694 τελικό: Εισαγωγή, σ. 9. (2) ΕΕ C 51 της 23.2.2000, σ. 1. (3) 'Ανακοίνωση της Επιτροπής σχετικά με την αναθεώρηση της ανακοίνωσης του 1997 όσον αφορά τις συμφωνίες ήσσονος σημασίας που δεν εμπίπτουν στις διατάξεις του άρθρου 81, παράγραφος 1 της Συνθήκης ΕΚ' - SEC(2001) 747 τελικό.