52000PC0453

Πρόταση κανονισμού του Συμβουλίου για την επιβολή οριστικού δασμού αντιντάμπινγκ και την οριστική είσπραξη του προσωρινού δασμού που επιβλήθηκε στις εισαγωγές εξαρτημάτων σωληνώσεων από μαλακτό χυτοσίδηρο, καταγωγής Βραζιλίας, Τσεχικής Δημοκρατίας, Ιαπωνίας, Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας, Δημοκρατίας της Κορέας και Ταϊλάνδης /* COM/2000/0453 τελικό */


Πρόταση ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΥ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ για την επιβολή οριστικού δασμού αντιντάμπινγκ και την οριστική είσπραξη του προσωρινού δασμού που επιβλήθηκε στις εισαγωγές εξαρτημάτων σωληνώσεων από μαλακτό χυτοσίδηρο, καταγωγής Βραζιλίας, Τσεχικής Δημοκρατίας, Ιαπωνίας, Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας, Δημοκρατίας της Κορέας και Ταϊλάνδης

(υποβληθείσα από την Επιτροπή)

ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ

Στις 29 Μαΐου 1999, η Επιτροπή άρχισε έρευνα αντιντάμπινγκ όσον αφορά τις εισαγωγές στην Κοινότητα ορισμένων εξαρτημάτων σωληνώσεων από μαλακτό χυτοσίδηρο, καταγωγής Βραζιλίας, Κροατίας, Τσεχικής Δημοκρατίας, Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γιουγκοσλαβίας, Ιαπωνίας, Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας, Δημοκρατίας της Κορέας και Ταϊλάνδης.

Η Επιτροπή, με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 449/2000 [1], επέβαλε προσωρινό δασμό αντιντάμπινγκ σε ορισμένα εξαρτήματα σωληνώσεων από μαλακτό χυτοσίδηρο, καταγωγής Βραζιλίας, Τσεχικής Δημοκρατίας, Ιαπωνίας, Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας, Δημοκρατίας της Κορέας και Ταϊλάνδης.

[1] ΕΕ L 55, 29.2.2000, σ. 3.

Στον ίδιο κανονισμό, συνήχθη το προσωρινό συμπέρασμα ότι δεν θα έπρεπε να επιβληθούν δασμοί στις εισαγωγές του υπό εξέταση προϊόντος καταγωγής Κροατίας και Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γιουγκοσλαβίας διότι το μερίδιο αγοράς που κατείχαν ήταν ελάχιστο.

Η συνημμένη πρόταση κανονισμού του Συμβουλίου βασίζεται στα οριστικά πορίσματα για την πρακτική ντάμπινγκ, τη ζημία, την αιτιώδη συνάφεια και το συμφέρον της Κοινότητας, σύμφωνα με τα οποία δικαιολογείται η λήψη προσωρινών μέτρων αντιντάμπινγκ. Όσον αφορά τις εισαγωγές καταγωγής Κροατίας και Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γιουγκοσλαβίας, επιβεβαιώνονται τα προσωρινά συμπεράσματα και η διαδικασία πρέπει να περατωθεί χωρίς τη λήψη μέτρων.

Προτείνεται συνεπώς στο Συμβούλιο να εγκρίνει τη συνημμένη πρόταση κανονισμού που θα πρέπει να δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα το αργότερο μέχρι τις 26 Αυγούστου 2000.

Πρόταση ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΥ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ για την επιβολή οριστικού δασμού αντιντάμπινγκ και την οριστική είσπραξη του προσωρινού δασμού που επιβλήθηκε στις εισαγωγές εξαρτημάτων σωληνώσεων από μαλακτό χυτοσίδηρο, καταγωγής Βραζιλίας, Τσεχικής Δημοκρατίας, Ιαπωνίας, Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας, Δημοκρατίας της Κορέας και Ταϊλάνδης

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχoντας υπόψη :

τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κoινότητας,

τον κανονισμό (EΚ) αριθ. 384/96 του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 1995, για την άμυνα κατά των εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ εκ μέρους χωρών μη μελών της Ευρωπαϊκής Κοινότητας [2] και, ιδίως, το άρθρο 9 και το άρθρο 10 παράγραφος 2,

[2] ΕΕ αριθ. L 56, 6.3.1996, σ. 1, όπως τροποποιήθηκε την τελευταία φορά με τον κανονισμό (EC) αριθ. 905/98, της 27ης Απριλίου 1998, ΕΕ L 128, 30. 4. 1998, σ.18.

την πρόταση που υπέβαλε η Επιτροπή μετά από διαβουλεύσεις με τη συμβουλευτική επιτροπή,

Εκτιμώντας εξής:

Α. ΠΡΟΣΩΡΙΝΑ ΜΕΤΡΑ

(1) Η Επιτροπή, με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 449/2000 [3], ("προσωρινός κανονισμός"), επέβαλε προσωρινούς δασμούς αντιντάμπινγκ στις εισαγωγές στην Κοινότητα ορισμένων εξαρτημάτων σωληνώσεων από μαλακτό χυτοσίδηρο, καταγωγής Βραζιλίας, Τσεχικής Δημοκρατίας, Ιαπωνίας, Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας, Δημοκρατίας της Κορέας και Ταϊλάνδης. Δεν επιβλήθηκαν δασμοί στις εισαγωγές καταγωγής Κροατίας και Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γιουγκοσλαβίας διότι, σύμφωνα με το προσωρινό πόρισμα, τα μερίδια αγοράς που κατείχαν ήσαν ελάχιστα.

[3] ΕΕ L 55, 29.2.2000, σ. 3.

Β. ΕΠΑΚΟΛΟΥΘΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ

(2) Μετά την κοινοποίηση των ουσιωδών πραγματικών περιστατικών και του σκεπτικού βάσει των οποίων αποφασίστηκε να επιβληθούν προσωρινοί δασμοί αντιντάμπινγκ στις εισαγωγές από τη Βραζιλία, την Τσεχική Δημοκρατία, την Ιαπωνία, τη Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας, τη Δημοκρατία της Κορέας και την Ταϊλάνδη και να μην ληφθούν προσωρινά μέτρα για τις εισαγωγές καταγωγής Κροατίας και Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γιουγκοσλαβίας, τα ενδιαφερόμενα μέρη που το ζήτησαν έγιναν δεκτά σε ακρόαση από την Επιτροπή. Υπέβαλαν επίσης γραπτώς τις απόψεις τους για τα προσωρινά συμπεράσματα.

(3) Η Επιτροπή εξακολούθησε να αναζητά και να επαληθεύει όλες τις πληροφορίες που έκρινε αναγκαίες για τα οριστικά συμπεράσματα.

(4) Πραγματοποιήθηκαν περαιτέρω επιτόπιοι έλεγχοι στις εγκαταστάσεις των ακόλουθων εισαγωγέων/εμπορικών επιχειρήσεων που είχαν απαντήσει στο ερωτηματολόγιο:

- Jannone SA, Ισπανία

- Nefit BV, Κάτω Χώρες

- Thisa SA, Ισπανία

(5) Όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη ενημερώθηκαν για τα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά και το σκεπτικό, βάσει των οποίων επρόκειτο να προταθούν η επιβολή οριστικού δασμού αντιντάμπινγκ και η οριστική είσπραξη των ποσών που καταβλήθηκαν ως εγγύηση υπό μορφή προσωρινού δασμού. Στα ανωτέρω μέρη παραχωρήθηκε επίσης προθεσμία, εντός της οποίας μπορούσαν να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους σε σχέση με την εν λόγω κοινολόγηση.

(6) Οι προφορικές και γραπτές παρατηρήσεις που υπέβαλαν τα μέρη ελήφθησαν υπόψη και, όπου κρίθηκε σκόπιμο, τα προσωρινά συμπεράσματα τροποποιήθηκαν ανάλογα.

Γ. ΕΝΑΡΞΗ ΤΗΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ

(7) Ορισμένα ενδιαφερόμενα μέρη επανέλαβαν τον ισχυρισμό τους σχετικά με τη μη συμπερίληψη στην έρευνα ορισμένων τρίτων χωρών, συγκεκριμένα, της Βουλγαρίας, της Πολωνίας, της Τουρκίας και των ΗΠΑ, δεδομένου ότι μη συμπερίληψη θα εισήγαγε διακρίσεις και επομένως θα ακύρωνε την έναρξη της διαδικασίας.

(8) Στο πλαίσιο αυτό, επιβεβαιώνεται ότι δεν ήταν δυνατή η έναρξη διαδικασίας όσον αφορά τη Βουλγαρία και την Πολωνία δεδομένου ότι δεν υπήρξε πρακτική ντάμπινγκ με βάση τα στοιχεία για την κανονική αξία και την τιμή εξαγωγής για τα βουλγαρικά και τα πολωνικά προϊόντα που παρείχε ο καταγγέλλων, όπως για τις χώρες που αφορά η παρούσα έρευνα. Όσον αφορά τις εισαγωγές από τις ΗΠΑ και την Τουρκία, τα διαθέσιμα στοιχεία κατέδειξαν ελάχιστα επίπεδα εισαγωγών. Άρα, ο ως άνω ισχυρισμός πρέπει να απορριφθεί.

Δ. ΥΠΟ ΕΞΕΤΑΣΗ ΠΡΟΪοΝ ΚΑΙ ΟΜΟΕΙΔΕΣ πΡΟΪΟΝ

1. Υπό εξέταση προϊόν

(9) Στον προσωρινό κανονισμό, το υπό εξέταση προϊόν περιγράφεται ως κοχλιοτομημένα εξαρτήματα σωληνώσεων από μαλακτό χυτοσίδηρο ("μαλακτά εξαρτήματα" ή "εξαρτήματα"), τα οποία συνδέονται με κοχλιωτό σύστημα σύνδεσης, και υπάγονται στον κωδικό ΣΟ ex 7307 19 10. Ο ορισμός αυτός επιβεβαιώνεται.

(10) Μετά την κοινοποίηση των προσωρινών συμπερασμάτων, ενδιαφερόμενο μέρος ισχυρίστηκε ότι, εκτός από τον κωδικό ΣΟ 7307 19 10, και άλλοι κωδικοί ΣΟ θα μπορούσαν να υπαχθούν στο πεδίο της έρευνας δεδομένου ότι το υπό εξέταση προϊόν εισήχθη στην Κοινότητα με τους εν λόγω κωδικούς. Επιπλέον, ισχυρίστηκε ότι η έρευνα θα έπρεπε να επεκταθεί και στα μη κοχλιοτομημένα εξαρτήματα σωληνώσεων, εφόσον αυτά εισήχθησαν στην Κοινότητα, όπου κοχλιοτομήθηκαν και διατέθηκαν για πώληση.

(11) Όσον αφορά το πρώτο σημείο, οι εισαγωγές εξαρτημάτων από μαλακτό χυτοσίδηρο που επαληθεύτηκαν κατά την έρευνα, είχαν πραγματοποιηθεί σε όλες τις περιπτώσεις με τον κωδικό ΣΟ 7307 19 10 ο οποίος, όπως αναφέρεται στην ανακοίνωση έναρξης, προσδιορίζει το υπό εξέταση προϊόν. Συνεπώς, τα στοιχεία όσον αφορά τις εισαγωγές, τα οποία χρησιμοποιούνται στην παρούσα έρευνα, ορθώς συνδέονται με το υπό εξέταση προϊόν. Σε περίπτωση που υπάρξουν ισχυρισμοί σχετικά με την εισαγωγή εξαρτημάτων από μαλακτό χυτοσίδηρο με άλλους κωδικούς ΣΟ, το γεγονός πρέπει να θεωρηθεί λανθασμένη κατάταξη και να εφιστεί δεόντως η προσοχή των τελωνειακών υπαλλήλων στο θέμα αυτό.

(12) Όσον αφορά το δεύτερο σημείο, τα εξαρτήματα χωρίς σπείρωμα δεν περιλαμβάνονται στον ορισμό του υπό εξέταση προϊόντος. Πράγματι, πρόκειται για ενδιάμεσο προϊόν που απαιτεί περαιτέρω στάδια κατασκευής τα οποία προσδίδουν στο υπό εξέταση προϊόν ένα από τα ουσιώδη χαρακτηριστικά του, δηλ. το μηχανισμό σύνδεσης. Συνεπώς, τα μη κοχλιοτομημένα εξαρτήματα και το υπό εξέταση προϊόν δεν είναι ανταγωνιστικά ούτε ανταλλάξιμα. Επιπλέον, η έρευνα έδειξε ότι η χάραξη σπειρώματος αποτελεί σημαντικό βήμα στη διαδικασία κατασκευής από την άποψη της προστιθέμενης αξίας στο εξάρτημα από μαλακτό χυτοσίδηρο, ειδικότερα λαμβάνοντας υπόψη το υψηλό επίπεδο εργασίας που απαιτείται στο στάδιο αυτό. Επομένως, δεν μπορούν να θεωρηθούν ότι αποτελούν ένα ενιαίο προϊόν με τα κοχλιοτομημένα εξαρτήματα από μαλακτό χυτοσίδηρο, δηλ. το υπό εξέταση προϊόν.

(13) Με βάση τα ανωτέρω, επιβεβαιώνονται τα προσωρινά συμπεράσματα όσον αφορά το υπό εξέταση προϊόν.

2. Ομοειδές προϊόν

(14) Στο σημείο (13) του προσωρινού κανονισμού, η Επιτροπή διαπίστωσε ότι τα εξαρτήματα από μαλακτό χυτοσίδηρο που παράγονται από τον κοινοτικό κλάδο παραγωγής και πωλούνται στην κοινοτική αγορά καθώς και τα εξαρτήματα από μαλακτό χυτοσίδηρο που παράγονται στις υπό εξέταση χώρες και εξάγονται στην Κοινότητα αποτελούν ομοειδή προϊόντα, εφόσον δεν υπάρχουν διαφορές στα βασικά φυσικά και τεχνικά χαρακτηριστικά και τις χρήσεις των διαφόρων τύπων εξαρτημάτων από μαλακτό χυτοσίδηρο.

(15) Μετά την κοινοποίηση των προσωρινών συμπερασμάτων, ορισμένα ενδιαφερόμενα μέρη ισχυρίστηκαν ότι τα εξαρτήματα από μαλακτό χυτοσίδηρο που παράγονται στην Κοινότητα και εκείνα που εισάγονται από τις εν λόγω χώρες δεν αποτελούν ομοειδές προϊόν, διότι ο χυτοσίδηρος που χρησιμοποιείται για τα εξαρτήματα κοινοτικής παραγωγής είναι γενικά λευκού πυρήνα ενώ για τα εισαγόμενα χρησιμοποιείται χυτοσίδηρος μαύρου πυρήνα.

(16) Η έρευνα έδειξε ότι τα εξαρτήματα λευκού και μαύρου πυρήνα υποβάλλονται σε διαφορετική διαδικασία ανόπτησης. Στην περίπτωση των εξαρτημάτων λευκού πυρήνα, η διαδικασία αυτή διαρκεί από 80 έως 120 ώρες σε θερμοκρασία 1100°. Στην περίπτωση των εξαρτημάτων μαύρου πυρήνα, διαρκεί από 50 έως 80 ώρες σε θερμοκρασία 900°. Οι διαφορετικές αυτές διαδικασίες έχουν ως αποτέλεσμα διαφορετική περιεκτικότητα σε άνθρακα, με αποτέλεσμα την πλήρη αφαίρεση του άνθρακα από τα εξαρτήματα λευκού πυρήνα, και τη μερική αφαίρεση του από τα εξαρτήματα μαύρου πυρήνα. Κατά συνέπεια, τα εξαρτήματα λευκού πυρήνα είναι γενικά πιο ελαστικά, ανθεκτικά και προσφέρονται περισσότερο για επιψευδαργύρωση από τα εξαρτήματα μαύρου πυρήνα, τα οποία, από την πλευρά τους, κοχλιοτομούνται ευκολότερα και είναι κατά κάποιο τρόπο καταλληλότερα σε εφαρμογές στις οποίες προέχει η στεγανότητα υπό πίεση.

(17) Ωστόσο, η έρευνα έδειξε ότι δεν υπάρχει διαφορά στην αντίληψη της αγοράς που να διαχωρίζει τα εξαρτήματα λευκού πυρήνα από τα εξαρτήματα μαύρου πυρήνα εφόσον από κάθε άποψη, πέραν της περιεκτικότητας σε άνθρακα, έχουν χαρακτηριστικά που μοιάζουν μεταξύ τους, τις ίδιες τελικές χρήσεις και επομένως είναι ανταλλάξιμα. Αυτό επιβεβαιώθηκε από το γεγονός ότι οι εισαγωγείς/έμποροι οι οποίοι αγοράζουν εξαρτήματα από μαλακτό χυτοσίδηρο μαύρου πυρήνα από τις ενδιαφερόμενες χώρες καθώς και εξαρτήματα από μαλακτό χυτοσίδηρο λευκού πυρήνα που παράγονται από τον κοινοτικό κλάδο παραγωγής, τα πωλούν στους χρήστες χωρίς να κάνουν διάκριση στις δύο ποιότητες του υλικού. Όσον αφορά τους χρήστες του υπό εξέταση προϊόντος, η έρευνα επιβεβαίωσε ότι δεν κάνουν σημαντική διάκριση μεταξύ εξαρτημάτων λευκού πυρήνα και μαύρου πυρήνα.

(18) Αυτό αποδεικνύεται και από το γεγονός ότι αμφότερα τα εξαρτήματα λευκού και μαύρου πυρήνα περιλαμβάνονται στο ευρωπαϊκό πρότυπο ΕΝ 10242 και στο διεθνές πρότυπο ISO 49, τα οποία ορίζουν τις προϋποθέσεις για το σχεδιασμό και τις επιδόσεις των εξαρτημάτων σωληνώσεων από μαλακτό χυτοσίδηρο. Όσον αφορά, ειδικότερα, την ποιότητα του χρησιμοποιούμενου υλικού, και οι δύο ποιότητες, δηλ. τα εξαρτήματα λευκού και μαύρου πυρήνα είναι αποδεκτές.

(19) Με βάση τα ανωτέρω, και εφόσον δεν υποβλήθηκαν νέα αποδεικτικά στοιχεία, επιβεβαιώνονται τα προσωρινά συμπεράσματα όσον αφορά το ομοειδές προϊόν.

Ε. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ ΟΣΟΝ ΑΦΟΡΑ ΤΗΝ ΚΡΟΑΤΙΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΤΗΣ ΓΙΟΥΓΚΟΣΛΑΒΙΑΣ

(20) Όσον αφορά την Κροατία και την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γιουγκοσλαβίας, επιβεβαιώνεται ότι ο όγκος των εισαγωγών καταγωγής των χωρών αυτών αντιπροσώπευε ποσοστό 0,4% και 0,3% αντίστοιχα της συνολικής κοινοτικής παραγωγής. Δεδομένου ότι ο όγκος των εισαγωγών θεωρήθηκε αμελητέος σύμφωνα με το άρθρο 9 παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 384/96 του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 1995, για την άμυνα κατά των εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ εκ μέρους χωρών μη μελών της Ευρωπαϊκής Κοινότητας ("βασικός κανονισμός"), πρέπει να περατωθεί η διαδικασία όσον αφορά τις εισαγωγές καταγωγής των δύο αυτών χωρών.

ΣΤ. ΝΤΑΜΠΙΝΓΚ

1. Χώρες με οικονομία αγοράς

1.1 Κανoνική αξία

1.1.1 Εφαρμογή του άρθρου 18 του βασικού κανονισμού

(21) Όπως αναφέρεται στο τμήμα 3.4 του προσωρινού κανονισμού, μία μόνο ιαπωνική εταιρεία και ο συνδεόμενος με αυτήν εισαγωγέας απάντησε στο ερωτηματολόγιο της Επιτροπής που προορίζεται για τους παραγωγούς/εξαγωγείς. Ωστόσο, οι πληροφορίες που παρείχε η ιαπωνική εταιρεία, ήταν ανεπαρκείς και σε ορισμένες περιπτώσεις λανθασμένες και, ως εκ τούτου, τα συμπεράσματα έπρεπε να συναχθούν σύμφωνα με το άρθρο 18 του βασικού κανονισμού. Μετά την έγκριση των προσωρινών μέτρων, τα εν λόγω συμπεράσματα επανεξετάσθηκαν, με αποτέλεσμα ουσιαστική αναθεώρηση της κανονικής αξίας, όπως είχε καθοριστεί προσωρινά.

(22) Ο Ταϊλανδός παραγωγός/εξαγωγέας για τον οποίο καθορίστηκε η κανονική αξία σύμφωνα με το άρθρο 18 του βασικού κανονισμού (βλ. σημείο 96 του προσωρινού κανονισμού) υποστήριξε ότι η Επιτροπή θα έπρεπε να επανεξετάσει την απόφασή της να χρησιμοποιήσει ως διαθέσιμα πραγματικά στοιχεία το υψηλότερο περιθώριο ντάμπινγκ που διαπιστώθηκε στις συναλλαγές του εν λόγω εξαγωγέα σε περιπτώσεις που δεν υποβλήθηκε κανονική αξία άλλων εταιρειών της Ταϊλάνδης.

(23) Το επιχείρημα αυτό απορρίφθηκε. Η εφαρμογή του άρθρου 18 του βασικού κανονισμού στην παρούσα περίπτωση θεωρήθηκε αρμόζουσα και απαραίτητη για να αποφευχθεί η επιβράβευση της άρνησης συνεργασίας, και να εξασφαλισθεί η δίκαιη μεταχείριση όλων των άλλων μερών, τα οποία είχαν συνεργαστεί πλήρως κατά τη διαδικασία.

1.1.2 Κανονική αξία με βάση τις εγχώριες πωλήσεις

(24) Ο Βραζιλιανός παραγωγός/εξαγωγέας ισχυρίστηκε ότι το άρθρο 2 παράγραφος 2 του βασικού κανονισμού υποχρεώνει την Επιτροπή να ερευνήσει αν οι τιμές των εγχώριων πωλήσεων τύπων του προϊόντος που πωλήθηκαν σε ποσότητες μικρότερες του 5% του όγκου που εξήχθη στην Κοινότητα είναι αντιπροσωπευτικές για την αγορά της Βραζιλίας. Επίσης, ισχυρίστηκε ότι εφόσον το μέσο περιθώριο κέρδους αυτών των πωλήσεων ήταν εύλογα υψηλό, οι τιμές αυτών των πωλήσεων ήσαν αντιπροσωπευτικές και θα έπρεπε να είχαν χρησιμοποιηθεί για τον καθορισμό της κανονικής αξίας.

(25) Αποτελεί συνήθη πρακτική των οργάνων της Κοινότητας να μην χρησιμοποιούν για τον καθορισμό της κανονικής αξίας τιμές προϊόντων ή τύπους προϊόντων που δεν πωλούνται σε αντιπροσωπευτικές ποσότητες. Μόνο όταν ο όγκος των πωλήσεων είναι ίσος ή υπερβαίνει το όριο του 5%, η Επιτροπή θεωρεί ότι οι πωλήσεις είναι επαρκώς αντιπροσωπευτικές για να χρησιμεύσουν ως βάση για την κανονική αξία. Δεν διαπιστώθηκαν παράγοντες που να δικαιολογούν παρέκκλιση από τη συνήθη πρακτική με χρήση ορίου όγκου πωλήσεων κατώτερου του 5%.

(26) Ο Βραζιλιανός παραγωγός/εξαγωγέας δήλωσε ότι η Επιτροπή χρησιμοποιεί διαφορετικές και μη συμβατές μεθόδους για να καθορίσει το ποσοστό των οικονομικών δαπανών και άλλων εξόδων πώλησης και γενικών και διοικητικών εξόδων, με βάση τον κύκλο εργασιών του ομοειδούς προϊόντος αφενός, και με βάση το συνολικό κύκλο εργασιών, αφετέρου.

(27) Το επιχείρημα αυτό δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό. Η έρευνα αποκάλυψε ότι ο παραγωγός/εξαγωγέας δεν μπορούσε να αποδείξει την ορθότητα και την αξιοπιστία των στοιχείων που αναφέρονται στην απάντηση στο ερωτηματολόγιο και η Επιτροπή ως εκ τούτου δεν είχε άλλη επιλογή από το να χρησιμοποιήσει τα διαθέσιμα στοιχεία σύμφωνα με το άρθρο 18 του βασικού κανονισμού, προκειμένου να καθορίσει το ποσό των οικονομικών δαπανών και άλλων εξόδων πώλησης και γενικών και διοικητικών εξόδων. Επιπλέον, δεν παρασχέθηκαν στοιχεία που να αποδεικνύουν ότι η προσέγγιση που ακολούθησε η Επιτροπή δεν αντικατόπτρισε εύλογα τις δαπάνες που προέκυψαν για τις πωλήσεις του ομοειδούς προϊόντος.

(28) Ο Τσέχος παραγωγός/εξαγωγέας αμφισβήτησε το γεγονός ότι η Επιτροπή είχε θεωρήσει την εταιρεία παραγωγής, η οποία ταυτόχρονα πραγματοποιούσε πωλήσεις στην εγχώριο αγορά και την συνδεόμενη και πλήρως ελεγχόμενη από αυτή, εταιρεία εγχώριων πωλήσεων, ως μία ενιαία οικονομική οντότητα. Ισχυρίστηκε ότι η Επιτροπή δεν θα έπρεπε να προσθέσει τα έξοδα πώλησης και τα γενικά και διοικητικά έξοδα των δύο εταιρειών για να καθορίσει το κόστος παραγωγής, με τη δικαιολογία ότι και οι δύο εταιρείες πώλησαν το υπό εξέταση προϊόν σε διαφορετικά επίπεδα εμπορίου.

(29) Όσον αφορά τα έξοδα πώλησης και τα γενικά και διοικητικά έξοδα, αποτελεί συνήθη πρακτική των θεσμικών οργάνων της Κοινότητας να εξετάζουν τα συνολικά έξοδα που συνδέονται με την παραγωγή και την πώληση του υπό εξέταση προϊόντος, ανεξαρτήτως του γεγονότος ότι τα έξοδα αυτά πραγματοποιήθηκαν από μία και μόνη εταιρεία ή από δύο ή περισσότερες εταιρείες που αποτελούν ενιαία οντότητα. Επιπλέον, η έρευνα αποκάλυψε ότι χαρακτηριστικό των δύο συγκεκριμένων συνδεόμενων εταιρειών ήταν η απουσία σαφούς διάκρισης μεταξύ των εξόδων που επιβάρυναν τις αντίστοιχες νομικές οντότητες. Αυτό επιβεβαιώθηκε σαφώς κατά την έρευνα όταν καθορίστηκε ότι η συνδεόμενη εταιρεία πωλήσεων καταχωρούσε στα λογιστικά της βιβλία δαπάνες οι οποίες στην πραγματικότητα αφορούσαν τις δραστηριότητες της εταιρείας παραγωγής. Επομένως, επιβεβαιώνεται η προσέγγιση που ακολουθήθηκε κατά το προσωρινό στάδιο.

1.1.3 Κατασκευασμένη κανονική αξία

(30) Ο Βραζιλιανός παραγωγός/εξαγωγέας αμφισβήτησε τη μέθοδο που ακολουθήθηκε για τον καθορισμό του περιθωρίου κέρδους κατά την κατασκευή της κανονικής αξίας. Προέβαλε τον ισχυρισμό ότι μόνο οι εγχώριες πωλήσεις τύπων του προϊόντος που πραγματοποιήθηκαν σε αντιπροσωπευτικές ποσότητες σε σχέση με τις εξαγόμενες ποσότητες θα έπρεπε να ληφθούν υπόψη. Επιπλέον, ισχυρίστηκε ότι οι τύποι του προϊόντος που διατέθηκαν στην εγχώρια αγορά οι οποίοι δεν εξήχθησαν και ορισμένοι τύποι του προϊόντος που πωλήθηκαν στην εγχώρια αγορά και που είχαν διαφορετικό σπείρωμα από εκείνους που εξήχθησαν στην Κοινότητα, θα έπρεπε να είχαν αποκλειστεί. Επίσης, η εταιρεία ισχυρίστηκε ότι θα έπρεπε τουλάχιστον να είχε χορηγηθεί προσαρμογή για το περιθώριο κέρδους όσον αφορά τους τελευταίους τύπους, δεδομένου ότι κατά τους ισχυρισμούς είχαν μεγαλύτερο περιθώριο κέρδους. Τέλος, ισχυρίστηκε ότι οι πωλήσεις με ζημία δεν θα έπρεπε να είχαν αποκλειστεί για τον καθορισμό του περιθωρίου κέρδους.

(31) Το περιθώριο κέρδους που χρησιμοποιήθηκε για την κατασκευή της κανονικής αξίας καθορίστηκε σύμφωνα με το άρθρο 2 παράγραφος 6 του βασικού κανονισμού, συγκεκριμένα, με βάση τρέχοντα στοιχεία σχετικά με τις πωλήσεις, στο πλαίσιο των συνήθων εμπορικών πράξεων, του ομοειδούς προϊόντος, που πραγματοποίησε ο Βραζιλιανός παραγωγός/εξαγωγέας που αποτελεί αντικείμενο της έρευνας. Για να εξετάσουν αν οι πωλήσεις όντως πραγματοποιήθηκαν στο πλαίσιο των συνήθων εμπορικών πράξεων, τα θεσμικά όργανα της Κοινότητας εφήρμοσαν την πάγια πρακτική τους όπως περιγράφεται στο σημείο 23 του προσωρινού κανονισμού, που προβλέπει ότι οι πωλήσεις με ζημία ενός συγκεκριμένου τύπου προϊόντος περιλαμβάνονται στον υπολογισμό του κέρδους, εκτός αν αντιπροσωπεύουν ποσοστό ίσο ή ανώτερο του 20% των συνολικών ποσοτήτων του εν λόγω τύπου που πωλούνται στην εγχώρια αγορά. Δεν παρασχέθηκαν στοιχεία που να δικαιολογούν παρέκκλιση από τη συνήθη πρακτική και, ως εκ τούτου, επιβεβαιώνονται τα προσωρινά συμπεράσματα.

(32) Η συνεργαζόμενη Κορεατική εταιρεία αμφισβήτησε τη μέθοδο της Επιτροπής σχετικά με τον υπολογισμό του εγχώριου περιθωρίου κέρδους, ισχυριζόμενη ότι ο υπολογισμός της κατασκευασμένης κανονικής αξίας οδήγησε σε υπερβολικά υψηλά περιθώρια.

(33) Το περιθώριο κέρδους που χρησιμοποιήθηκε στην κανονική αξία είναι το επακριβώς υπολογιζόμενο και τρέχον κέρδος που πραγματοποιήθηκε επί όλων των πωλήσεων, κατά τις συνήθεις εμπορικές πράξεις στην εγχώρια αγορά, σύμφωνα με το άρθρο 2 παράγραφος 6 του βασικού κανονισμού και την πάγια πρακτική των θεσμικών οργάνων της Κοινότητας.

(34) Επίσης, η ίδια Κορεατική εταιρεία ισχυρίστηκε ότι ορισμένα έξοδα πώλησης που συνδέονται με εγχώριες πωλήσεις πρέπει να εξαιρεθούν από τα έξοδα πώλησης και τα γενικά και διοικητικά έξοδα που περιλαμβάνονται στις κατασκευασμένες κανονικές αξίες.

(35) Πράγματι, τα έξοδα πώλησης που προέκυψαν στις εγχώριες πωλήσεις - έξοδα συσκευασίας και μεταφοράς - είχαν ήδη αφαιρεθεί για να διασφαλισθεί δίκαιη σύγκριση μεταξύ της κανονικής αξίας και της τιμής εξαγωγής. Αυτό ήταν αποτέλεσμα προσαρμογών που ζητήθηκαν και χορηγήθηκαν για τα εν λόγω έξοδα υπό μορφή εγχώριων προσαρμογών. Επομένως, επιβεβαιώνεται η ορθή προσέγγιση που ακολουθήθηκε στον προσωρινό κανονισμό.

(36) Η Κορεατική εταιρεία ισχυρίστηκε ότι για ορισμένους εξαγόμενους τύπους προϊόντος οι οποίοι δεν πωλούντο στην εγχώρια αγορά, η κανονική αξία έπρεπε να υπολογιστεί με αναφορά στις τιμές πώλησης στην εγχώρια αγορά παρόμοιων τύπων προϊόντος.

(37) Κατ'αρχήν, το επιχείρημα αυτό μπορεί να γίνει αποδεκτό. Ωστόσο, ορισμένοι τύποι του προϊόντος που πωλούντο στην εγχώρια αγορά σε επαρκείς ποσότητες, που φαίνονταν συγκρίσιμοι με τους τύπους του προϊόντος για τους οποίους δεν υπήρχαν εγχώριες πωλήσεις, θεωρήθηκε ότι διαφέρουν σημαντικά τόσο από πλευράς κόστους παραγωγής όσο και φυσικών χαρακτηριστικών, όπως βάρος, μέγεθος ανοιγμάτων, κλπ. Για να μπορέσει η Επιτροπή να χρησιμοποιήσει αυτές τις τιμές για τον καθορισμό της κανονικής αξίας, θα έπρεπε να εκτιμηθούν και να εφαρμοστούν πολλές και σημαντικές προσαρμογές. Συνεπώς, συνάγεται και επιβεβαιώνεται το συμπέρασμα ότι η χρήση κατασκευασμένων κανονικών αξιών στις περιπτώσεις αυτές είναι η πλέον ορθή και κατάλληλη βάση για τον καθορισμό της κανονικής αξίας.

1.2 Τιμή εξαγωγής

(38) Ο Βραζιλιανός παραγωγός/εξαγωγέας ισχυρίστηκε ότι οι εξαγωγικές πωλήσεις που πραγματοποιήθηκαν μέσω του συνδεόμενου εισαγωγέα στην Κοινότητα αποκλείστηκαν χωρίς αιτιολόγηση.

(39) Στο σημείο 41 του προσωρινού κανονισμού τονίζεται ότι πωλήσεις αυτές αντιστοιχούν σε ελάχιστο τμήμα των εξαγωγών και έτσι δεν μπορούσαν να έχουν σημαντική επίπτωση για τη συναγωγή των συμπερασμάτων. Στην πραγματικότητα, οι υπολογισμοί της πρακτικής ντάμπινγκ, με εξαίρεση των ποσοτήτων που πωλήθηκαν μέσω του συνδεόμενου εισαγωγέα, καλύπτουν άνω του 97% της συνολικής ποσότητας που εξήχθη στην Κοινότητα, δηλ. πλήρως αντιπροσωπευτική ποσότητα. Επομένως, θεωρείται αιτιολογημένη η εξαίρεση αυτών των πωλήσεων.

1.3 Σύγκριση

(40) Ο Βραζιλιανός παραγωγός/εξαγωγέας αμφισβήτησε το γεγονός ότι η Επιτροπή δεν χρησιμοποίησε τους αριθμούς ελέγχου προϊόντων που προσδιορίζουν τους τύπους των προϊόντων, όπως προτείνονται στο ερωτηματολόγιο για τη σύγκριση των κανονικών αξιών και των τιμών εξαγωγής.

(41) Επιβεβαιώνεται ότι οι αριθμοί ελέγχου προϊόντων που προτάθηκαν αρχικά δεν ελήφθησαν υπόψη. Πράγματι, ο επιτόπου έλεγχος αποκάλυψε ότι οι τύποι προϊόντος με διαφορετικά χαρακτηριστικά και συνεπώς διαφορετικά έξοδα και τιμές αγοράς περιλαμβάνονταν στον ίδιο αριθμό ελέγχου προϊόντος. Προκειμένου να γίνει μια δίκαιη και ακριβής σύγκριση μεταξύ της κανονικής αξίας και της τιμής εξαγωγής, όπως απαιτείται από το άρθρο 2 παράγραφος 10 του βασικού κανονισμού, χρησιμοποιήθηκε η εσωτερική μέθοδος κατάταξης προϊόντων της εταιρείας. Αυτό οδήγησε σε σύγκριση της κανονικής αξίας και της τιμής εξαγωγής προϊόντων του ίδιου τύπου.

α) Φυσικά χαρακτηριστικά

(42) Ο Βραζιλιανός παραγωγός/εξαγωγέας ζήτησε επίσης προσαρμογή για τις διαφορές ως προς τα φυσικά χαρακτηριστικά μεταξύ των τύπων του προϊόντος που προορίζονται για την εγχώρια αγορά και των τύπων εξαγωγής.

(43) Πρέπει να σημειωθεί ότι κατά τη σύγκριση από τα θεσμικά όργανα της Κοινότητας των εγχώριων κανονικών αξιών και των τιμών εξαγωγής των ίδιων τύπων του προϊόντος, δεν δικαιολογείτο προσαρμογή για διαφορές στα φυσικά χαρακτηριστικά. Όσον αφορά τους εξαγόμενους τύπους του προϊόντος, πανομοιότυποι των οποίων δεν πωλήθηκαν στην εγχώρια αγορά σε αντιπροσωπευτικές ποσότητες και στο πλαίσιο συνήθων εμπορικών πράξεων, η κανονική αξία κατασκευάστηκε με βάση το κόστος κατασκευής των τύπων, έτσι ώστε και στην περίπτωση αυτή, δεν υφίσταντο φυσικές διαφορές και επομένως δεν χορηγήθηκε άλλη προσαρμογή.

(44) Ταϊλανδός παραγωγός/εξαγωγέας αντιτάχθηκε στην απόφαση των θεσμικών οργάνων της Κοινότητας να απορρίψουν προσαρμογή για το επίπεδο εμπορίου (βλ. σημείο (105) του προσωρινού κανονισμού). Ισχυρίστηκε ότι υπήρχαν διαφορές τιμής σε ορισμένους τύπους του προϊόντος αναλόγως των φυσικών τους χαρακτηριστικών.

(45) Αν και η εταιρεία χαρακτήριζε το αίτημά της ως προσαρμογή για το επίπεδο εμπορίου, στην πραγματικότητα ζητούσε προσαρμογή για τις διαφορές στα φυσικά χαρακτηριστικά. Μετά την κοινοποίηση των προσωρινών συμπερασμάτων της Επιτροπής, η εταιρεία τροποποίησε σημαντικά το αίτημα που περιελάμβανε η απάντηση στο ερωτηματολόγιο ώστε να αναφέρεται σε φυσικά χαρακτηριστικά διαφορετικά από εκείνα που είχε προσδιορίσει στην αρχή. Τα θεσμικά όργανα της Κοινότητας δεν ήταν πλέον σε θέση να επαληθεύσουν το βάσιμο της νέας υποτιθέμενης διαφοράς τιμής στο προχωρημένο αυτό στάδιο της διαδικασίας. Στο πλαίσιο αυτό πρέπει να σημειωθεί ότι το ερωτηματολόγιο που απεστάλη στον εξαγωγέα ανέφερε ρητώς ότι είναι σημαντικό το αίτημα να υποβάλλεται με ακρίβεια και εγκαίρως ώστε να επιτρέπει στην Επιτροπή να το ερευνήσει. Κατά συνέπεια, το αίτημα απορρίφθηκε και επιβεβαιώνονται τα προσωρινά συμπεράσματα.

β) Εισαγωγικές επιβαρύνσεις και έμμεσοι φόροι ("επιστροφή δασμών")

(46) Όπως αναφέρθηκε στο σημείο (47) του προσωρινού κανονισμού, το αίτημα του Βραζιλιανού παραγωγού/εξαγωγέα σχετικά με προσαρμογή στην κανονική αξία για επιστροφή ορισμένων έμμεσων φόρων εξετάσθηκε περαιτέρω. Η εν λόγω εξέταση οδήγησε στο συμπέρασμα ότι το αίτημα της εταιρείας ήταν υπερβολικό και αδικαιολόγητο. Το ποσό που πράγματι επιστράφηκε για τις εξαγωγικές πωλήσεις που πραγματοποιήθηκαν στην Κοινότητα και που, παράλληλα, επιβάρυνε το υπό εξέταση προϊόν κατά την κατανάλωσή του στη Βραζιλία ήταν τμήμα μόνο του ποσού που ζητήθηκε. Επομένως, η προσαρμογή που χορηγήθηκε στο προσωρινό στάδιο επανεξετάσθηκε αναλόγως.

γ) Επίπεδο του εμπορίου

(47) Ο Βραζιλιανός και ο Τσέχος παραγωγός/εξαγωγέας επανέλαβαν αμφότεροι το αίτημά τους για προσαρμογή στην κανονική αξία για να ληφθούν υπόψη οι διαφορές στο επίπεδο εμπορίου που προκύπτουν στις πωλήσεις σε πελάτη ΚΑΕ στην Κοινότητα.

(48) Οι προσαρμογές αυτές έγιναν με βάση τις διευκρινίσεις που παρείχαν αμφότερες οι εταιρείες, στο πλαίσιο του άρθρου 2 παράγραφος 10 του βασικού κανονισμού, εφόσον οι εταιρείες δεν πραγματοποίησαν πωλήσεις και στο ίδιο επίπεδο εμπορίου στις εγχώριες αγορές τους.

δ) Κόστος της πίστωσης

(49) Η συνεργαζόμενη κορεατική εταιρεία ισχυρίστηκε ότι δεν προέκυψε κόστος πίστωσης στις εξαγωγικές πωλήσεις και ότι ο υπολογισμός πρέπει να προσαρμοστεί ανάλογα.

(50) Διαπιστώθηκε ότι ο ισχυρισμός αυτός ήταν αντιφατικός με την απάντηση της εταιρείας στο ερωτηματολόγιο. Η Επιτροπή έλαβε υπόψη τους όρους πληρωμής που συμφωνήθηκαν με τους πελάτες τόσο στην Κοινότητα όσο και στην Κορέα και αναφέρθηκαν από την εταιρεία στην απάντησή της στο ερωτηματολόγιο. Συνεπώς, το αίτημα απορρίφθηκε.

ε) Μετατροπές νομισμάτων

(51) Ο Βραζιλιανός παραγωγός/εξαγωγέας ισχυρίστηκε ότι η Επιτροπή έπρεπε να χρησιμοποιήσει ημερήσιες συναλλαγματικές ισοτιμίες αντί των μηνιαίων μέσων ισοτιμιών.

(52) Δεδομένης της σημαντικής υποτίμησης του βραζιλιανού ρεάλ τον Ιανουάριο του 1999, και των σημαντικών επιπτώσεών της στον υπολογισμό του ντάμπινγκ, το επιχείρημα αυτό έγινε αποδεκτό και, κατ'εξαίρεση, χρησιμοποιήθηκαν ημερήσιες ισοτιμίες για τον οριστικό υπολογισμό του ντάμπινγκ.

(53) Ο ίδιος παραγωγός/εξαγωγέας ισχυρίστηκε ακόμη ότι η Επιτροπή θα έπρεπε να είχε χρησιμοποιήσει την ισοτιμία κατά την ημερομηνία πληρωμής του τιμολογίου και όχι την ημερομηνία έκδοσης του τιμολογίου.

(54) Το άρθρο 2 παράγραφος 10 του βασικού κανονισμού, προβλέπει ότι οι μετατροπές νομισμάτων πραγματοποιούνται χρησιμοποιώντας την ισοτιμία που ισχύει την ημερομηνία πώλησης, που θεωρείται η ημερομηνία έκδοσης του τιμολογίου. Άλλες εναλλακτικές ημερομηνίες είναι η ημερομηνία σύναψης της σύμβασης, η ημερομηνία της παραγγελίας ή της επιβεβαίωσης της παραγγελίας, αλλά μόνο αν οι ημερομηνίες αυτές αντανακλούν καλύτερα τους όρους της πώλησης. Ωστόσο, δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί η ισοτιμία που ισχύει την ημερομηνία πληρωμής. Κατά συνέπεια, ο ισχυρισμός έπρεπε να απορριφθεί.

2. Χώρες δίχως οικονομία αγοράς

2.1 Ατομική μεταχείριση

(55) Όπως αναφέρθηκε στον προσωρινό κανονισμό, η Επιτροπή ερεύνησε περαιτέρω το αίτημα για ατομική μεταχείριση που υπέβαλε Κινέζος παραγωγός.

(56) Κατά την περίοδο έρευνας, η εταιρεία πώλησε το μεγαλύτερο τμήμα της παραγωγής της που προοριζόταν για εξαγωγή σε κινεζική κρατική εταιρεία. Κατά συνέπεια, δεν ασκούσε έλεγχο στις τιμές, στις ποσότητες ή στον προορισμό των εξαγωγικών της πωλήσεων. Οι τομείς αυτοί ήσαν εξ ολοκλήρου υπό τον έλεγχο της κρατικής επιχείρησης. Επιπλέον, οι πληροφορίες που παρήχοντο σχετικά με την εξαγωγική δραστηριότητα ήταν πολύ ελλιπείς, ειδικότερα όσον αφορά τις πωλήσεις της εταιρείας σε πελάτες στην Κοινότητα εφόσον η εταιρεία δεν συνεργάστηκε.

(57) Άλλος Κινέζος παραγωγός ισχυρίστηκε ότι ήταν πλήρως ανεξάρτητος από κρατικές παρεμβάσεις και τόνισε ότι το καθεστώς του ως ιδιωτική επιχείρηση αποσοβούσε κάθε κίνδυνο καταστρατήγησης.

(58) Όπως και στην ανωτέρω περίπτωση, η εταιρεία πραγματοποίησε το μεγαλύτερο μέρος των εξαγωγικών της συναλλαγών μέσω κινεζικής κρατικής επιχείρησης και δεν γνώριζε την τιμή την οποία η εταιρεία χρέωνε στον πελάτη στην Κοινότητα. Η κρατική αυτή παρέμβαση ήταν αρκετή για να γεννηθεί ο κίνδυνος πιθανής μελλοντικής καταστρατήγησης του δασμού σε εθνικό επίπεδο σε περίπτωση που στην εν λόγω εταιρεία εφαρμοζόταν ατομικός συντελεστής. Κατά συνέπεια, ο ισχυρισμός αυτός δεν ήταν δυνατόν να γίνει αποδεκτός.

(59) Τέλος, τρίτη εταιρεία υποστήριξε ότι η Επιτροπή εφήρμοσε τους κανόνες ατομικής μεταχείρισης με τρόπο που εισήγαγε διακρίσεις με το να της αρνείται τη χορήγηση αυτής της μεταχείρισης ενώ σε άλλη περίπτωση, με τα ίδια πραγματικά περιστατικά, χορηγούσε ατομική μεταχείριση. Ισχυρίστηκε ότι ο λόγος για τον οποίο δεν έτυχε ατομικής μεταχείρισης ήταν διότι υπαγόταν σε ορισμένους νόμους για ξένες επενδύσεις που προβλέπουν φορολογικές μειώσεις και κανόνες καθορισμού μισθών, και ότι άλλες εταιρείες, σε άλλες διαδικασίες αντιντάμπινγκ, αν και υπόκειντο στους ίδιους νόμους, έτυχαν ατομικής μεταχείρισης.

(60) Η εταιρεία ιδρύθηκε ειδικά για να τύχει φορολογικών πλεονεκτημάτων. Τα οφέλη αυτά παρέχονται μόνο σε εταιρείες οι οποίες εξάγουν τουλάχιστον το 70% της παραγωγής τους και η έρευνα έδειξε ότι το όριο αυτό εφαρμόστηκε πλήρως στην πράξη. Στη βάση αυτή, αποφασίστηκε ότι η εταιρεία δεν ήταν επιλέξιμη για ατομική μεταχείριση. Τονίζεται επίσης, όσον αφορά την υποτιθέμενη διάκριση, ότι, σε παρόμοιες συνθήκες, ουδεμία εταιρεία έτυχε ατομικής μεταχείρισης.

(61) Με βάση τα ανωτέρω, συμπεραίνεται ότι οι τρεις κινεζικές εταιρείες δεν μπόρεσαν να αποδείξουν ότι είχαν κάποιο βαθμό ανεξαρτησίας από τις αρχές ώστε να αποτραπεί ο κίνδυνος καταστρατήγησης του δασμού σε εθνικό επίπεδο. Κατά συνέπεια, τα αιτήματά τους για ατομική μεταχείριση απορρίπτονται.

3. Περιθώριο ντάμπινγκ των επιχειρήσεων που αποτελούν αντικείμενο έρευνας

(62) Δεδομένου ότι τα ενδιαφερόμενα μέρη δεν υπέβαλαν παρατηρήσεις, αποφασίστηκε να εφαρμοστούν οι μέθοδοι που αναφέρονται στον προσωρινό κανονισμό για τις συνεργαζόμενες και τις μη συνεργαζόμενες εταιρείες.

(63) Τα περιθώρια του ντάμπινγκ, εκφρασμένα ως ποσοστό της τιμής CIF στα σύνορα της Κοινότητας είναι τα εξής:

3.1 Βραζιλία

Indϊstria de Fundiηγo Tupy Ltda: 34,8% Άλλες: 34,8%

3.2 Γερμανία

Moravskι Zelezαrny a.s.: 26,1% Άλλες: 26,1%

3.3 Ιαπωνία

Hitachi Metals Ltd: 47,3% Άλλες: 65,7%

3.4 Κορέα

Yeong Hwa Metal Co. Ltd.: 13,4% Άλλες: 23,4%

3.5 Ταϊλάνδη

BIS Pipe Fitting Industry Company Ltd.: 22,1% Siam Fittings Co. Ltd.: 12,4% Thai Malleable Iron & Steel Co. Ltd.: 6,3% Άλλες: 22,1%

3.6 Κίνα

Όλες οι εταιρείες: 49,4%

Κροατία και Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γιουγκοσλαβίας

(64) Εν όψει του συμπεράσματος όσον αφορά τα ελάχιστα μερίδια αγοράς που κατείχαν οι εισαγωγές του υπό εξέταση προϊόντος καταγωγής Κροατίας και Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γιουγκοσλαβίας, αποφασίστηκε να μην υπολογιστεί περιθώριο ντάμπινγκ για τις εισαγωγές του υπό εξέταση προϊόντος από τις εν λόγω χώρες.

Ζ. Ορισμός τΟΥ κοινοτικΟΥ ΚΛΑΔΟΥ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ

(65) Δύο ενδιαφερόμενα μέρη επανέλαβαν τον ισχυρισμό ότι, εφόσον κοινοτικός παραγωγός εισήγαγε το υπό εξέταση προϊόν από ορισμένες ενδιαφερόμενες χώρες, δηλ. από την Κίνα και την Ταϊλάνδη, δεν θα έπρεπε να θεωρηθεί ότι ανήκει στον κοινοτικό κλάδο παραγωγής. Επιπλέον, ενδιαφερόμενα μέρη ισχυρίστηκαν ότι ορισμένοι κοινοτικοί παραγωγοί εισήγαγαν εξαρτήματα από μαλακτό χυτοσίδηρο από ορισμένες άλλες τρίτες χώρες, συγκεκριμένα, τη Βουλγαρία και την Τουρκία, και ότι, επομένως, κατά τον ίδιο τρόπο, δεν θα έπρεπε να θεωρηθούν ότι αποτελούν μέρος του κοινοτικού κλάδου παραγωγής.

(66) Όσον αφορά το πρώτο σημείο, η Επιτροπή εξέτασε περαιτέρω το θέμα. Ωστόσο, δεν βρέθηκαν στοιχεία σχετικά με την ύπαρξη αυτών των εισαγωγών.

(67) Όσον αφορά το δεύτερο σημείο, η έρευνα έδειξε ότι οι εν λόγω εισαγωγές, αν και είχαν πραγματοποιηθεί υπό ορισμένες περιστάσεις, ήσαν ελάχιστες σε σύγκριση με τις πωλήσεις των κοινοτικών προϊόντων από τους ενδιαφερόμενους κοινοτικούς παραγωγούς, και ως εκ τούτου, δεν επηρέαζαν το καθεστώς τους ως παραγωγών του ομοειδούς προϊόντος στην Κοινότητα.

(68) Συνεπώς, τα επιχειρήματα αυτά έπρεπε να απορριφθούν. Για τους λόγους αυτούς, και ελλείψει νέων στοιχείων, επιβεβαιώνονται τα συμπεράσματα για τον ορισμό του κοινοτικού κλάδου παραγωγής, όπως περιγράφονται στα σημεία (133) και (134) του προσωρινού κανονισμού.

Η. ΖΗΜΙΑ

1. Εισαγωγές από τις ενδιαφερόμενες χώρες

1.1 Σωρευτική αξιολόγηση των επιπτώσεων των υπό εξέταση εισαγωγών

(69) Τα ενδιαφερόμενα μέρη επανέλαβαν το επιχείρημά τους ότι οι εισαγωγές τους δεν θα έπρεπε να αξιολογηθούν σωρευτικά με τις άλλες εισαγωγές του υπό εξέταση προϊόντος. Οι ισχυρισμοί αυτοί αναλύθηκαν περαιτέρω, με βάση τους όρους του άρθρου 3 παράγραφος 4 του βασικού κανονισμού.

1.1.1 Βραζιλία

(70) Ο Βραζιλιανός παραγωγός/εξαγωγέας επανέλαβε τον ισχυρισμό του ότι οι εξαγωγές εξαρτημάτων από μαλακτό χυτοσίδηρο από τη Βραζιλία δεν θα έπρεπε να εξετασθούν σωρευτικά με τις εξαγωγές από τις υπόλοιπες ενδιαφερόμενες χώρες, λόγω διαφορετικών εμπορικών πρακτικών, ειδικότερα όσον αφορά τον όγκο των εισαγωγών και τις τιμές.

(71) Πρέπει να σημειωθεί ότι το περιθώριο ντάμπινγκ που διαπιστώθηκε για τη Βραζιλία είναι σημαντικό. Όσον αφορά τις εισαγωγές, ανήρχοντο σε 4.188 τόνους κατά την περίοδο έρευνας, γεγονός που αντιστοιχεί σε μερίδιο αγοράς 6,9% και, επομένως, ουδόλως μπορούσαν να θεωρηθούν αμελητέες.

(72) Όσον αφορά τους όρους ανταγωνισμού μεταξύ των εισαγόμενων προϊόντων, αφενός, και μεταξύ των εισαγόμενων προϊόντων και του ομοειδούς κοινοτικού προϊόντος, αφετέρου, η περαιτέρω ανάλυση των σχετικών παραγόντων έδειξε ότι μολονότι ο όγκος των εισαγωγών από τη Βραζιλία και ο όγκος των εισαγωγών από τις άλλες ενδιαφερόμενες χώρες δεν ακολούθησαν πάντα την ίδια τάση κατά την πεζ, οι διαφορές μεταξύ τους δεν ήσαν τέτοιες που να δικαιολογούν μη σωρευτική αξιολόγηση. Πράγματι, διαπιστώθηκε ότι η εξέλιξη τάση των εισαγωγών από τη Βραζιλία ήταν το ίδιο ασταθής με εκείνη ορισμένων άλλων ενδιαφερόμενων χωρών και, ειδικότερα, της Ιαπωνίας, της Νότιας Κορέας και της Ταϊλάνδης. Όσον αφορά τις τιμές των Βραζιλιανών εισαγωγών, διαπιστώθηκε ότι και αυτές υφίσταντο διακυμάνσεις: μεταξύ των ετών 1995 και 1996 αυξήθηκαν κατά 13% περίπου και στη συνέχεια μειώθηκαν συνολικά κατά 10% περίπου μεταξύ των ετών 1996 και 1998 και, τέλος, αυξήθηκαν και πάλι μεταξύ του 1998 και της περιόδου έρευνας κατά 2% περίπου. Παρόμοιες διακυμάνσεις διαπιστώθηκαν για όλες σχεδόν τις ενδιαφερόμενες χώρες. Επομένως, αν και δεν ήταν πάντα σταθερή κατά την πεζ, η διαφορά μεταξύ των τιμών δεν ήταν τέτοια που να δικαιολογεί μη σωρευτική αξιολόγηση.

(73) Όλες οι ενδιαφερόμενες χώρες ασκούν τις δραστηριότητές τους στο πλαίσιο των ίδιων ή παρόμοιων δικτύων διανομής, όπως επιβεβαιώνεται από το γεγονός ότι ορισμένες εμπορικές επιχειρήσεις εισήγαγαν ή αγόρασαν το υπό εξέταση προϊόν τόσο από ορισμένες ενδιαφερόμενες χώρες όσο και από τους κοινοτικούς παραγωγούς.

(74) Όσον αφορά την αντίληψη που επικρατεί στην αγορά για τα προϊόντα εισαγωγής Βραζιλίας και τα προϊόντα κοινοτικής παραγωγής, η έρευνα επιβεβαίωσε ότι δεν υπάρχει διαφορά, όπως αποδεικνύεται και από τις προαναφερθείσες ομοιότητες που διαπιστώθηκαν στα δίκτυα διανομής.

(75) Για τους λόγους αυτούς, συμπεραίνεται ότι οι επιπτώσεις των Βραζιλιανών εισαγωγών πρέπει να αξιολογηθούν σωρευτικά με τις επιπτώσεις των εισαγωγών καταγωγής των άλλων ενδιαφερόμενων χωρών.

1.1.2 Τσεχική Δημοκρατία

(76) Ο Τσέχος παραγωγός/εξαγωγέας ισχυρίστηκε ότι οι εξαγωγές εξαρτημάτων από μαλακτό χυτοσίδηρο από την Τσεχική Δημοκρατία δεν θα έπρεπε να αξιολογηθούν σωρευτικά με τις εξαγωγές από τις άλλες ενδιαφερόμενες χώρες διότι δεν είναι ανταγωνιστικές ούτε με τα εξαρτήματα που εισάγονται από τις άλλες ενδιαφερόμενες χώρες ούτε με εκείνα που κατασκευάζονται και πωλούνται από το μεγαλύτερο μέρος του κοινοτικού κλάδου παραγωγής. Στο πλαίσιο αυτό, ο Τσέχος παραγωγός/εξαγωγέας ισχυρίστηκε ότι τα εξαρτήματά του πωλούντο κυρίως σε μικρό τμήμα της κοινοτικής αγοράς.

(77) Ωστόσο, η έρευνα έδειξε ότι σημαντικό ποσοστό των τσεχικών εξαγωγών προορίζεται σε ορισμένα κράτη μέλη. Επιπλέον, ακόμη και αν θεωρηθεί ότι το υπόλοιπο των τσεχικών εξαγωγών συγκεντρώνονται μόνο σε ένα κράτος μέλος, το γεγονός αυτό δεν μπορεί από μόνο του να θεωρηθεί στοιχείο με βάση το οποίο να αιτιολογείται μη σωρευτική αξιολόγηση, ενόψει του μεγέθους της συγκεκριμένης αγοράς, ενόψει των σημαντικών εισαγωγών στην εν λόγω αγορά, καταγωγής των άλλων ενδιαφερόμενων χωρών και ενόψει του γεγονότος ότι ο κοινοτικός κλάδος παραγωγής πραγματοποιεί επίσης σημαντικές πωλήσεις στη συγκεκριμένη αγορά.

(78) Στη βάση αυτή, επιβεβαιώνονται τα προσωρινά συμπεράσματα σχετικά με τη σκοπιμότητα της σωρευτικής αξιολόγησης των εισαγωγών από την Τσεχική Δημοκρατία.

1.1.3 Δημoκρατία της Κoρέας

(79) Ο Κορεάτης παραγωγός/εξαγωγέας υποστήριξε ότι οι εξαγωγές από τη Δημοκρατία της Κορέας δεν θα έπρεπε να εξεταστούν σωρευτικά με εκείνες από τις άλλες ενδιαφερόμενες χώρες λόγω των ειδικών τεχνικών χαρακτηριστικών του προϊόντος του, το οποίο έχει κωνικά εξωτερικά σπειρώματα και κωνικά εσωτερικά σπειρώματα (εξαρτήματα κωνικό/κωνικό), ενώ στην υπόλοιπη Κοινότητα τα εξαρτήματα από μαλακτό χυτοσίδηρο έχουν γενικά κωνικά εξωτερικά σπειρώματα και παράλληλα εσωτερικά σπειρώματα (εξαρτήματα κωνικό/παράλληλο). Υποστηρίχθηκε ότι οι κορεατικές εισαγωγές, οι οποίες πραγματοποιούνταν μόνο προς την αγορά του ΗΒ, ανταγωνίζονταν μόνο τα εξαρτήματα του μοναδικού Βρετανού παραγωγού, ο οποίος κατασκεύαζε επίσης εξαρτήματα κωνικό/κωνικό. Επίσης, υποστηρίχθηκε ότι, κατά την περίοδο έρευνας, τα κοχλιοτομημένα εξαρτήματα κωνικό/παράλληλο κατέλαβαν ελάχιστο μόνο τμήμα της αγοράς του ΗΒ. Συνεπώς, η ενδεχόμενη αξιολόγηση του ζημιογόνου ντάμπινγκ θα ήταν δυνατή μόνο σε περιφερειακή βάση.

(80) Όσον αφορά την περιφερειακή αξιολόγηση σχετικά με το ζημιογόνο ντάμπινγκ, πρέπει να σημειωθεί ότι δεν τηρήθηκαν όλες οι σχετικές προϋποθέσεις που ορίζονται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 στοιχείο (β) του βασικού κανονισμού. Πράγματι, κατά την πεζ, όχι μόνο ο Βρετανός παραγωγός αλλά και άλλοι κοινοτικοί παραγωγοί και παραγωγοί/εξαγωγείς από τις ενδιαφερόμενες χώρες και από άλλες τρίτες χώρες πραγματοποίησαν πωλήσεις του υπό εξέταση προϊόντος στην αγορά του ΗΒ. Επιπλέον, η έρευνα έδειξε ότι, ιδίως κατά την περίοδο έρευνας, πωλήθηκαν σημαντικές ποσότητες εξαρτημάτων κωνικό/παράλληλο στην αγορά του ΗΒ, που αντιπροσωπεύουν μερίδιο της τοπικής αγοράς ανώτερο του 20%, που δεν μπορεί να θεωρηθεί αμελητέο.

(81) Στη βάση αυτή, επιβεβαιώνεται η σκοπιμότητα της σωρευτικής αξιολόγησης των εισαγωγών από την Κορέα με τις εισαγωγές καταγωγής των άλλων ενδιαφερόμενων χωρών.

1.1.4 Ταϊλάνδη

(82) Ο Ταϊλανδός παραγωγός/εξαγωγέας επανέλαβε τον ισχυρισμό του ότι οι εξαγωγές εξαρτημάτων από μαλακτό χυτοσίδηρο από την Ταϊλάνδη δεν θα έπρεπε να εξετασθούν σωρευτικά με τις εξαγωγές από τις λοιπές ενδιαφερόμενες χώρες, διότι οι ταϊλανδικές εισαγωγές, εκφρασμένες σε ποσοστό των συνολικών εισαγωγών στην Κοινότητα, ήτοι, επί του συνόλου των εισαγωγών τόσο από τις ενδιαφερόμενες χώρες όσο και από τις άλλες τρίτες χώρες, μειώθηκαν κατά την πεζ.

(83) Κατ' αρχήν, θα έπρεπε να σημειωθεί ότι, σύμφωνα με το άρθρο 3 παράγραφος 3 του βασικού κανονισμού, εξετάζεται ο όγκος των εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ ο οποίος, όταν δεν εκφράζεται σε απόλυτα μεγέθη, πρέπει να υπολογιστεί σε συνάρτηση με την παραγωγή ή την κατανάλωση στην Κοινότητα. Κατά την παρούσα έρευνα, οι εισαγωγές από τις ενδιαφερόμενες χώρες εκφράστηκαν σε συνάρτηση με την κατανάλωση στην Κοινότητα. Στη βάση αυτή, το μερίδιο αγοράς της Ταϊλάνδης ήταν μεγαλύτερο του 1% κατά την περίοδο έρευνας και, κατά συνέπεια, μη αμελητέο σύμφωνα με την κοινοτική νομοθεσία. Δεύτερον, κατά την περίοδο έρευνας, οι εισαγωγές από την Ταϊλάνδη αποτελούσαν ποσοστό μεγαλύτερο από 3% των συνολικών εισαγωγών στην Κοινότητα, και ήσαν σαφώς άνω του ελάχιστου ορίου του ΠΟΕ.

(84) Όσον αφορά τις τάσεις που παρατηρήθηκαν κατά την πεζ, και σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, η εξέλιξη των ταϊλανδικών εισαγωγών δεν ήταν διαφορετική από εκείνη των άλλων ενδιαφερόμενων χωρών, επομένως αιτιολογείται η σωρευτική εξέτασή τους με τις άλλες αυτές χώρες. Επομένως, λαμβάνοντας επιπλέον υπόψη τα συμπεράσματα σχετικά με το ντάμπινγκ το οποίο είναι σημαντικό, και τα δίκτυα διανομής που χρησιμοποιήθηκαν, επιβεβαιώνεται η σκοπιμότητα της σωρευτικής αξιολόγησης των εισαγωγών από την Ταϊλάνδη με τις εισαγωγές καταγωγής των άλλων ενδιαφερόμενων χωρών.

1.1.5 Συμπέρασμα για τη σώρευση

(85) Με βάση τα ανωτέρω, η έρευνα επιβεβαίωσε ότι πληρούνται οι όροι της σώρευσης, όπως αναφέρονται στο άρθρο 3 παράγραφος 4 του βασικού κανονισμού, εφόσον διαπιστώθηκαν για όλες τις ενδιαφερόμενες χώρες περιθώρια ντάμπινγκ άνω του ελαχίστου ορίου και μη αμελητέος όγκος εισαγωγών. Επιπλέον, όσον αφορά τους όρους ανταγωνισμού μεταξύ των εισαγόμενων προϊόντων, αφενός και, αφετέρου, των εισαγόμενων προϊόντων και του ομοειδούς κοινοτικού προϊόντος, διαπιστώθηκε ότι ήσαν συγκρίσιμοι. Πράγματι, η έρευνα έδειξε ότι, σε κάθε περίπτωση, τα εισαγόμενα προϊόντα και τα προϊόντα του κοινοτικού κλάδου παραγωγής έχουν τα ίδια φυσικά και τεχνικά χαρακτηριστικά, ότι οι τιμές τους εμφανίζουν παρόμοιες τάσεις και είναι σημαντικά χαμηλότερες από τις τιμές του κοινοτικού κλάδου παραγωγής, και ότι όλα τα εισαγόμενα προϊόντα, καθώς και τα προϊόντα που παράγονται στην Κοινότητα, πωλούνται μέσω των ίδιων ή παρόμοιων δικτύων διανομής. Επομένως, επιβεβαιώνονται τα προσωρινά συμπεράσματα σχετικά με τη σκοπιμότητα της σωρευτικής αξιολόγησης των εισαγωγών από τις ενδιαφερόμενες χώρες.

1.2 Πραγματοποίηση πωλήσεων σε τιμές χαμηλότερες από τις κοινοτικές

1.2.1 Προσαρμογές για τα εξαρτήματα λευκού και μαύρου πυρήνα

(86) Ορισμένα ενδιαφερόμενα μέρη υποστήριξαν ότι θα έπρεπε να γίνουν προσαρμογές για τη σύγκριση των τιμών μεταξύ των εισαγόμενων προϊόντων (εξαρτήματα μαύρου πυρήνα) και του προϊόντος που παράγεται στην Κοινότητα (γενικά εξαρτήματα λευκού πυρήνα) λόγω της διαφορετικής αντίληψης που επικρατεί στην αγορά και της διαφορετικής διαδικασίας παραγωγής (ειδικότερα της διαδικασίας ανόπτησης, δεδομένου ότι η κατανάλωση ενέργειας είναι μεγαλύτερη, το κόστος παραγωγής των εξαρτημάτων από μαλακτό χυτοσίδηρο λευκού πυρήνα έχουν υψηλότερο κόστος παραγωγής), γεγονός που αντικατοπτρίζεται στην τιμή πώλησης.

α) Αντίληψη της αγοράς

(87) Στο πλαίσιο αυτό διαπιστώθηκε ότι, όπως περιγράφεται ανωτέρω (παράγραφος 2.2), στις περιπτώσεις που το ίδιο μέρος πραγματοποιούσε πωλήσεις εξαρτημάτων τόσο μαύρου όσο και λευκού πυρήνα και, επομένως, θα έπρεπε να παρατηρηθεί διάκριση στην αντίληψη των καταναλωτών, ουδεμία διάκριση παρατηρήθηκε, τουλάχιστον σε επίπεδο διαφοράς τιμών. Όσον αφορά τους χρήστες του υπό εξέταση προϊόντος, η έρευνα επιβεβαίωσε ότι δεν κάνουν διάκριση μεταξύ εξαρτημάτων σωληνώσεων λευκού πυρήνα και μαύρου πυρήνα. Με βάση τα ανωτέρω, δεν ήταν επομένως δυνατόν να γίνουν προσαρμογές λόγω των υποτιθέμενων διαφορών μεταξύ εξαρτημάτων σωληνώσεων λευκού και μαύρου πυρήνα.

β) Κόστος παραγωγής και τιμή πώλησης

(88) Επιπλέον, όσον αφορά τις υποτιθέμενες διαφορές στο κόστος παραγωγής και τις ενδεχόμενες επιπτώσεις στις τιμές πώλησης, τα διαθέσιμα στοιχεία επέτρεψαν τον λεπτομερή έλεγχο του κόστους παραγωγής των εξαρτημάτων σωληνώσεων τόσο λευκού όσο και μαύρου πυρήνα. Αν και η κατανάλωση ενέργειας που απαιτείται για την αφαίρεση του άνθρακα από τα εξαρτήματα λευκού πυρήνα είναι μεγαλύτερη από εκείνη που απαιτείται για τη μείωση της περιεκτικότητας σε άνθρακα των εξαρτημάτων μαύρου πυρήνα, η έρευνα έδειξε ότι, αφενός, το ενεργειακό κόστος αντιπροσωπεύει μικρό μόνο ποσοστό του συνολικού κόστους παραγωγής και, αφετέρου, όσον αφορά την πραγματική κατανάλωση ενέργειας και το κόστος αυτής, η διαφορά μεταξύ των δύο διαδικασιών δεν είναι σημαντική και εξαρτάται περισσότερο από τις ειδικές εγκαταστάσεις του ενδιαφερόμενου παραγωγού και την ενεργειακή τους απόδοση.

(89) Επίσης, όσον αφορά τις τιμές πώλησης, διαπιστώθηκε ότι, αντιθέτως προς τους ισχυρισμούς ορισμένων ενδιαφερομένων μερών, όταν τα εξαρτήματα μαύρου και λευκού πυρήνα κοινοτικής παραγωγής πωλούντο στις ίδιες αγορές, οι τιμές των εξαρτημάτων μαύρου πυρήνα ήταν σε ορισμένες περιπτώσεις υψηλότερες. Επιπλέον, σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία, οι χονδρέμποροι και οι διανομείς που εισάγουν εξαρτήματα από μαλακτό χυτοσίδηρο μαύρου πυρήνα από τις ενδιαφερόμενες χώρες και εξαρτήματα λευκού πυρήνα από τον κοινοτικό κλάδο παραγωγής, συχνά τα μεταπωλούν στις ίδιες τιμές χωρίς να διευκρινίζουν τη μεταξύ τους διαφορά όσον αφορά το χυτοσίδηρο.

(90) Επομένως, τα επιχειρήματα αυτά απορρίπτονται.

1.2.2 Προσαρμογές για τα τμήματα της αγοράς

(91) Ορισμένα ενδιαφερόμενα μέρη υποστήριξαν ότι η αγορά των εξαρτημάτων σωληνώσεων από μαλακτό χυτοσίδηρο περιλαμβάνει τρία τμήματα σε συνάρτηση με τις τιμές και την αξιοπιστία του προϊόντος που κατασκευάζεται από ορισμένους κοινοτικούς παραγωγούς και ορισμένους παραγωγούς/εξαγωγείς. Συνεπώς, υποστηρίχθηκε ότι η σύγκριση των τιμών έπρεπε να γίνει με βάση τρία διαφορετικά τμήματα της αγοράς (ανώτερο, μέσο και κατώτερο) που περιλαμβάνουν διαφορετικούς κοινοτικούς παραγωγούς και παραγωγούς/εξαγωγείς.

(92) Αν και δεν παρασχέθηκαν στοιχεία που να επιτρέπουν τον αντικειμενικό και σαφή διαχωρισμό της αγοράς σε τρία συγκεκριμένα τμήματα, εξετάστηκε αν άλλες μέθοδοι σύγκρισης των τιμών βασισμένες στα υποτιθέμενα αυτά τμήματα της αγοράς θα οδηγούσαν σε διαφορετική εκτίμηση της πώλησης σε χαμηλότερες τιμές. Από την εν λόγω εξέταση δεν διαπιστώθηκαν σημαντικές διαφορές σε σχέση με τη μέθοδο που εφαρμόστηκε στο προηγούμενο στάδιο, δηλ. τη σύγκριση των μέσων σταθμισμένων τιμών εκ του εργοστασίου των κοινοτικών παραγωγών με τις μέσες σταθμισμένες τιμές εξαγωγής κάθε ενδιαφερόμενου παραγωγού/εξαγωγέα, για κάθε τύπο εξαρτημάτων σωληνώσεων από μαλακτό χυτοσίδηρο.

(93) Εν κατακλείδι, αν και η έρευνα έδειξε ότι μπορούν να υπάρξουν ορισμένες διαφορές μεταξύ των τμημάτων όπως αυτά καθορίζονται, κανένα εμφανές αντικειμενικό κριτήριο δεν επιτρέπει τον καθορισμό αντίστοιχων κατηγοριών κοινοτικών παραγωγών και παραγωγών/εξαγωγέων. Συνεπώς, επιβεβαιώνεται η μέθοδος που εφαρμόστηκε κατά το προσωρινό στάδιο.

1.2.3 Συμπέρασμα ως προς την πώληση σε χαμηλότερες τιμές

(94) Λαμβανομένων υπόψη των ανωτέρω, τα περιθώρια πώλησης σε χαμηλότερες τιμές επανεξετάσθηκαν με βάση τα στοιχεία που υπέβαλαν τα ενδιαφερόμενα μέρη, και ενδεχομένως τροποποιήθηκαν. Όσον αφορά την Ιαπωνία, το μέσο σταθμισμένο περιθώριο πώλησης σε χαμηλότερες τιμές, εκφρασμένο ως ποσοστό των τιμών του κοινοτικού κλάδου παραγωγής, μειώθηκε στο 16,2%. Όσον αφορά τις λοιπές ενδιαφερόμενες χώρες, επιβεβαιώνεται το προσωρινό μέσο σταθμισμένο περιθώριο πώλησης σε χαμηλότερες τιμές, εκφρασμένο ως ποσοστό των τιμών του κοινοτικού κλάδου παραγωγής.

2. Κατάσταση του κοινοτικού κλάδου παραγωγής

2.1 Επιλογή οικονομικών δεικτών

(95) Όσον αφορά την αξιολόγηση της ζημίας, ενδιαφερόμενο μέρος αμφισβήτησε την εγκυρότητα του καθορισμού των επιπτώσεων των εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ τονίζοντας ότι δεν είχαν εξετασθεί ορισμένοι παράγοντες όσον αφορά τη ζημία που αναφέρονται στο άρθρο 3 παράγραφος 4 της συμφωνίας αντιντάμπινγκ του ΠΟΕ.

(96) Στο πλαίσιο αυτό πρέπει να σημειωθεί ότι η συμφωνία αντιντάμπινγκ του ΠΟΕ και ο βασικός κανονισμός δεν απαιτούν την ανάλυση κάθε παράγοντα κατά τον ίδιο ακριβώς τρόπο. Επιπλέον, στη συγκεκριμένη περίπτωση, όλοι οι παράγοντες οι οποίοι θεωρείται ότι επηρεάζουν την κατάσταση του κοινοτικού κλάδου παραγωγής ελήφθησαν υπόψη για την αξιολόγηση της ζημίας. Επομένως, ο ισχυρισμός απορρίπτεται.

2.2 Ανάλυση των τάσεων

(97) Ο Τσέχος παραγωγός/εξαγωγέας υποστήριξε ακόμη ότι ο κοινοτικός κλάδος παραγωγής δεν υπέστη σημαντική ζημία κατά την έννοια του άρθρου 3 του βασικού κανονισμού εφόσον η Επιτροπή είχε πολλές φορές χρησιμοποιήσει το έτος 1995 ως αφετηρία για την ανάλυσή της ενώ αν είχε επιλέξει το έτος 1996, οι οικονομικοί δείκτες θα είχαν εμφανίσει θετική τάση.

(98) Στο πλαίσιο αυτό πρέπει να σημειωθεί ότι, πρώτον, το ντάμπινγκ και η ζημία που υπέστη ο κοινοτικός κλάδος παραγωγής πρέπει να διαπιστωθούν κατά την περίοδο έρευνας. Για να καθοριστεί η ύπαρξη αυτής της ζημίας, μεταξύ άλλων, λαμβάνονται απλώς υπόψη οι εξελίξεις και οι τάσεις που διαπιστώθηκαν για τα έτη πριν από την περίοδο έρευνας για την καλύτερη κατανόηση των συμπερασμάτων που αναφέρονται στην περίοδο αυτή. Στην προκειμένη περίπτωση, εφόσον η περίοδος έρευνας άρχισε τον Απρίλιο του 1998, θεωρήθηκε σκόπιμο να ληφθούν υπόψη τουλάχιστον τρία ημερολογιακά έτη (1995-1997) πριν από αυτήν, ούτως ώστε να υπάρξει μια έγκυρη εικόνα της εξέλιξης των δεικτών ζημίας. Δεύτερον, η επιλογή του 1996 ως έτους αναφοράς δεν θα μετέβαλε το αποτέλεσμα της ανάλυσης της ζημίας. Αντιθέτως, η ζημία που υπέστη ο κοινοτικός κλάδος παραγωγής θα ήταν ακόμη εμφανέστερη, λόγω της εξέλιξης ορισμένων δεικτών σχετικά με τη ζημία, όπως η αποδοτικότητα και τα αποθέματα. Οι λοιποί δείκτες ζημίας ακολούθησαν την ίδια αρνητική τάση, με εξαίρεση τις επενδύσεις και τον όγκο παραγωγής, η αύξηση των οποίων οδήγησε ωστόσο σε αύξηση των αποθεμάτων.

(99) Για τους λόγους αυτούς, το ανωτέρω επιχείρημα απορρίπτεται.

2.3 Συμπέρασμα για τη ζημία

(100) Με βάση τα ανωτέρω, επιβεβαιώνονται τα προσωρινά συμπεράσματα σχετικά με τη σημαντική ζημία που υπέστη ο κοινοτικός κλάδος παραγωγής, όπως παρατίθενται στο σημείο (160) του προσωρινού κανονισμού.

Θ. ΑΙΤΙΩΔΗΣ ΣΥΝΑΦΕΙΑ

1. Επιπτώσεις των υπό εξέταση εισαγωγών

(101) Ορισμένα ενδιαφερόμενα μέρη υποστήριξαν ότι η αξιολόγηση της αιτιώδους συνάφειας ήταν μη αντικειμενική εφόσον ο κοινοτικός κλάδος παραγωγής μπορούσε να αυξήσει τις τιμές του κατά την πεζ, ενώ η εξέλιξη της παραγωγής και της παραγωγικής ικανότητας καθώς και η μείωση της απασχόλησης και η έλλειψη αποδοτικότητας ήταν αποτέλεσμα παραγόντων διαφορετικών από τις εισαγωγές που αποτέλεσαν αντικείμενο ντάμπινγκ, συγκεκριμένα, της απόφασης του κοινοτικού κλάδου παραγωγής για εξορθολογισμό της παραγωγής και της υποχρέωσης για συμμόρφωση με τα ευρωπαϊκά περιβαλλοντικά πρότυπα. Επιπλέον, ενδιαφερόμενο μέρος αμφισβήτησε το προσωρινό συμπέρασμα σχετικά με την παύση λειτουργίας εργοστασίου κατασκευής εξαρτημάτων από μαλακτό χυτοσίδηρο στη Γερμανία, με τον ισχυρισμό ότι το εργοστάσιο είχε στην πραγματικότητα μετεγκατασταθεί στην Αυστρία και, συνεπώς, ο παράγοντος αυτός δεν μπορούσε να θεωρηθεί ένδειξη της ζημίας που υπέστη ο κοινοτικός κλάδος παραγωγής.

(102) Γενικά, πρέπει να τονιστεί ότι η ζημία που υπέστη ο κοινοτικός κάδος παραγωγής πρέπει να αξιολογηθεί με αναφορά στην περίοδο έρευνας. Όσον αφορά τα προηγούμενα έτη και τις τάσεις που καθορίστηκαν για τα έτη αυτά, ερμηνεύουν το πλαίσιο της καθορισθείσας ζημίας. Όσον αφορά την παρούσα διαδικασία, η έρευνα καθόρισε ότι ο κοινοτικός κλάδος παραγωγής κατέβαλε προσπάθειες ανασυγκρότησης το 1995, με αποτέλεσμα, όπως αποδεικνύει η μείωση της παραγωγής και της απασχόλησης, υψηλό επίπεδο επενδύσεων και χαμηλή αποδοτικότητα το έτος αυτό. Τα αποτελέσματα των προσπαθειών ανασυγκρότησης άρχισαν να γίνονται αισθητά το 1996, όπως καταδεικνύεται από την αύξηση της παραγωγής και τη βελτίωση των οικονομικών αποτελεσμάτων (βελτίωση της αποδοτικότητας κατά 3,6 ποσοστιαίες μονάδες μεταξύ των ετών 1995 και 1996). Ωστόσο, τα αποτελέσματα αυτά και τα επιπλέον οφέλη τα οποία μπορούσε εύλογα να προβλέψει ο κοινοτικός κλάδος παραγωγής διακυβεύτηκαν από την εξέλιξη της αγοράς. Πράγματι, από το 1996, ο όγκος των εισαγωγών από τις ενδιαφερόμενες χώρες άρχισε να αυξάνεται και οι τιμές τους να μειώνονται, ενώ παράλληλα, ο κοινοτικός κλάδος παραγωγής άρχισε να υφίσταται διαρκή μείωση του όγκου πωλήσεων και του μεριδίου αγοράς, και η τάση αυτή συνεχίστηκε για όλη τη μετέπειτα διάρκεια της πεζ. Η συρρίκνωση των πωλήσεων του κοινοτικού κλάδου παραγωγής προκάλεσε αύξηση των αποθεμάτων και μείωση της αποδοτικότητάς του, η οποία, αν και είχε σημειώσει αύξηση μεταξύ των ετών 1995 και 1996, μειώθηκε κατά 2,3 ποσοστιαίες μονάδες μεταξύ του 1996 και της περιόδου έρευνας (-9%).

(103) Όσον αφορά, ειδικότερα, την εξέλιξη των τιμών πωλήσεων του κοινοτικού κλάδου παραγωγής, η έρευνα έδειξε ότι η αύξηση κατά 5% των μέσων τιμών πωλήσεων του κοινοτικού κλάδου παραγωγής, που σημειώθηκε μεταξύ του 1995 και της περιόδου έρευνας, προέκυψε σε δύο στάδια, το πρώτο μεταξύ του 1995 και του 1996, όταν το σύνολο της αγοράς γνώρισε μια γενική αύξηση τιμών και, η δεύτερη, μεταξύ του 1997 και του 1998, όταν μόνο ο κοινοτικός κλάδος παραγωγής και άλλες τρίτες χώρες αύξησαν τις τιμές τους, ενώ οι τιμές των ενδιαφερόμενων χωρών μειώθηκαν σημαντικά. Οι εν λόγω εξελίξεις των τιμών πρέπει να εξεταστούν λαμβάνοντας υπόψη ότι η πίεση των τιμών των εισαγωγών του υπό εξέταση προϊόντος επηρέασε περισσότερο τον όγκο πωλήσεων και το μερίδιο αγοράς του κοινοτικού κλάδου παραγωγής και λιγότερο το επίπεδο των τιμών. Πράγματι, έναντι των εισαγωγών σε χαμηλές τιμές καταγωγής των ενδιαφερόμενων χωρών, ο κοινοτικός κλάδος παραγωγής είχε τη δυνατότητα είτε να διατηρήσει τις τιμές του, με κίνδυνο απώλειας μεριδίων αγοράς, είτε να ακολουθήσει τις χαμηλότερες τιμές των εισαγωγών που αποτέλεσαν αντικείμενο ντάμπινγκ με στόχο τη διατήρηση του όγκου πωλήσεων. Αποφάσισε να διατηρήσει τις τιμές του, αλλά οι επιπτώσεις της απόφασης αυτής στον όγκο πωλήσεων επέδρασαν στην αποδοτικότητα, η οποία κατέστη αρνητική μετά το 1996.

(104) Δεύτερον, όσον αφορά την εξέλιξη του όγκου παραγωγής του κοινοτικού κλάδου και, ειδικότερα, την παύση λειτουργίας του εργοστασίου της Γερμανίας, η έρευνα επιβεβαίωσε ότι το εν λόγω εργοστάσιο πράγματι έπαυσε τη λειτουργία του στα τέλη του 1995 και ότι, αντίθετα με τους ισχυρισμούς ενός ενδιαφερόμενου μέρους, δεν μετεγκαταστάθηκε στην Αυστρία. Στην πραγματικότητα, μεταφέρθηκε μόνο ένα μικρό τμήμα των αποθεμάτων.

(105) Με βάση τα όσα προαναφέρθηκαν, επιβεβαιώνονται τα συμπεράσματα που παρατίθενται στο σημείο (170) του προσωρινού κανονισμού.

2. Εισαγωγές από άλλες τρίτες χώρες

(106) Ορισμένα ενδιαφερόμενα μέρη αμφισβήτησαν τα προσωρινά συμπεράσματα της Επιτροπής σχετικά με τις επιπτώσεις των εισαγωγών του υπό εξέταση προϊόντος από άλλες τρίτες χώρες, συγκεκριμένα, την Τουρκία, τη Βουλγαρία και την Πολωνία, στην κατάσταση του κοινοτικού κλάδου παραγωγής.

(107) Σύμφωνα με την Eurostat, κατά την πεζ, ο όγκος των εισαγωγών από άλλες τρίτες χώρες μειώθηκε κατά 14% περίπου, ενώ το αντίστοιχο μερίδιο αγοράς μειώθηκε κατά 1 ποσοστιαία μονάδα περίπου. Όσον αφορά τις τιμές, αυξήθηκαν κατά μέσο όρο περίπου 15% και υπερέβησαν κατά 17% τις μέσες τιμές εισαγωγής από τις ενδιαφερόμενες χώρες.

2.1 Τουρκία

(108) Ειδικότερα, όσον αφορά την Τουρκία, κατά την περίοδο έρευνας, η μέση σταθμισμένη τιμή των εισαγωγών ήταν κατά περίπου 10% υψηλότερη από τη μέση σταθμισμένη τιμή των εισαγωγών που εξετάζονται και το μερίδιο αγοράς που κατείχαν, που αντιστοιχούσε περίπου στο 1% της κοινοτικής κατανάλωσης, παρέμεινε σταθερό.

2.2 Βουλγαρία

(109) Όσον αφορά τη Βουλγαρία, αν και ο όγκος εισαγωγών αυξήθηκε κατά την πεζ, από 43 σε 1.109 τόνους, σε σχετικές τιμές οι εισαγωγές αυτές δεν επαρκούν για τη μεταβολή των συμπερασμάτων περί αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της ζημίας που υπέστη ο κοινοτικός κλάδος παραγωγής και των εισαγωγών από τις ενδιαφερόμενες χώρες. Πράγματι, κατά την περίοδο έρευνας, το μερίδιο αγοράς που κατείχαν ανήρχετο στο 1,8% σε σύγκριση με το 28,6% των υπό εξέταση εισαγωγών. Επιπλέον, κατά την πεζ, η τιμή τους αυξήθηκε κατά 11% περίπου και υπερέβαινε κατά 5% τη μέση σταθμισμένη τιμή των υπό εξέταση εισαγωγών κατά την περίοδο έρευνας.

2.3 Πολωνία

(110) Όσον αφορά την Πολωνία, το μερίδιο αγοράς της παρέμεινε σχετικά σταθερό κατά την πεζ και η μέση τιμή των εξαγωγών της υπερέβαινε κατά 27% περίπου τη μέση τιμή των υπό εξέταση εισαγωγών.

2.4 Συμπέρασμα για τις άλλες τρίτες χώρες

(111) Εν κατακλείδι, με βάση τα ανωτέρω, αν και οι εισαγωγές από άλλες τρίτες χώρες ενδεχομένως συνέβαλαν στη σημαντική ζημία που υπέστη ο κοινοτικός κλάδος παραγωγής, επιβεβαιώνεται ότι δεν ήταν δυνατόν να εξαλείψουν την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της διαπιστωθείσας πρακτικής ντάμπινγκ και της ζημίας.

3. Επιπτώσεις υποκατάστασης

(112) Ορισμένα ενδιαφερόμενα μέρη αμφισβήτησαν τα προσωρινά συμπεράσματα για την υποκατάσταση των εξαρτημάτων από μαλακτό χυτοσίδηρο από εξαρτήματα από άλλα υλικά όπως ο χαλκός και οι πλαστικές ύλες και τις επιπτώσεις αυτής της υποκατάστασης στην κατάσταση του κοινοτικού κλάδου παραγωγής.

(113) Το ζήτημα ερευνήθηκε περαιτέρω και επιβεβαιώθηκε ότι πράγματι, η υποκατάσταση του μαλακτού χυτοσιδήρου από άλλες ύλες όπως ο χαλκός και οι πλαστικές ύλες έλαβε χώρα κυρίως στη δεκαετία του '80. Στη συνέχεια, το φαινόμενο της υποκατάστασης επιβραδύνθηκε και η χρησιμοποίηση εξαρτημάτων από μαλακτό χυτοσίδηρο παρέμεινε σταθερή, ειδικότερα για τις χρήσεις του προϊόντος για τις οποίες απαιτούνται διάρκεια ζωής, αντοχή καθώς και τάση εφελκυσμού και επιμήκυνση. Επομένως, η υποκατάσταση ουδόλως είναι δυνατόν να έχει συμβάλει σημαντικά στη ζημία που υπέστη ο κοινοτικός κλάδος παραγωγής, όπως αποδεικνύει η σχετικά σταθερή κατανάλωση που διαπιστώθηκε στο πλαίσιο της παρούσας έρευνας.

4. Συμπέρασμα για την αιτιώδη συνάφεια

(114) Με βάση τα όσα προαναφέρθηκαν, επιβεβαιώνονται τα προσωρινά συμπεράσματα για την αιτιώδη συνάφεια που παρατίθενται στα σημεία (155) έως (170) του προσωρινού κανονισμού.

Ι. συμΦΕρον ΤΗΣ ΚΟΙΝΟΤΗΤΑΣ

1. Συμφέροντα των χρηστών

(115) Ενδιαφερόμενο μέρος υποστήριξε ότι τα συμφέροντα του τομέα πυροπροστασίας δεν είχαν ληφθεί δεόντως υπόψη.

(116) Πρέπει να σημειωθεί ότι κανείς χρήστης του τομέα πυροπροστασίας δεν αναγγέλθηκε κατά την έρευνα. Το γεγονός αυτό καθαυτό μπορεί να θεωρηθεί ως ένδειξη ότι δεν αφορά το συγκεκριμένο τομέα η επιβολή ή η μη επιβολή μέτρων αντιντάμπινγκ. Το συμπέρασμα αυτό ενισχύεται από τα πορίσματα που καταρτίζονται για τους συνεργαζόμενους χρήστες άλλων τομέων, στους οποίους το υπό εξέταση προϊόν αποτελεί περίπου 1% του συνολικού κόστους.

2. Συμπέρασμα για το συμφέρον της Κοινότητας

(117) Ελλείψει νέων πληροφοριών σχετικά με το συμφέρον της Κοινότητας και με βάση τα διαθέσιμα στοιχεία, επιβεβαιώνονται τα συμπεράσματα που παρατίθενται στα σημεία (171) έως (179) του προσωρινού κανονισμού.

Κ. ΟΡΙΣΤΙΚΑ μέτρα αντιντάμπινγκ

1. Επίπεδο εξάλειψης της ζημίας

(118) Για τον καθορισμό του επιπέδου των οριστικών μέτρων που πρέπει να επιβληθούν, επιβεβαιώνεται ότι οι τιμές των εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ πρέπει να αυξηθούν σε μη ζημιογόνο επίπεδο. Το επίπεδο δασμού υπολογίστηκε με βάση το περιθώριο ζημίας που καθορίστηκε ή των περιθωρίων ντάμπινγκ που διαπιστώθηκαν, όποιο από τα δύο είναι χαμηλότερο, σύμφωνα με το άρθρο 9 παράγραφος 4 του βασικού κανονισμού. Ελλείψει νέων πληροφοριών, επιβεβαιώνεται η μέθοδος που χρησιμοποιήθηκε για τον καθορισμό του περιθωρίου ζημίας, όπως περιγράφεται στο σημείο (181) του προσωρινού κανονισμού.

2. Κροατία και Γιουγκοσλαβία

(119) Δεδομένου ότι τα μερίδια αγοράς που διαπιστώθηκαν ήταν ελάχιστα, προτείνεται να μην επιβληθούν δασμοί αντιντάμπινγκ στις εισαγωγές εξαρτημάτων από μαλακτό χυτοσίδηρο καταγωγής Κροατίας και Γιουγκοσλαβίας και να περατωθεί η διαδικασία όσον αφορά τις εισαγωγές καταγωγής των εν λόγω χωρών.

3. Οριστικοί δασμοί

(120) Υπό το πρίσμα των ανωτέρω, θεωρείται ότι πρέπει να επιβληθεί οριστικός δασμός αντιντάμπινγκ στις εισαγωγές καταγωγής των υπόλοιπων ενδιαφερόμενων χωρών.

(121) Όσον αφορά τον υπόλοιπο δασμό που θα επιβληθεί στους παραγωγούς/εξαγωγείς που δεν συνεργάστηκαν, σε περίπτωση υψηλού βαθμού συνεργασίας, ο υπόλοιπος δασμός ορίστηκε στο επίπεδο του υψηλότερου δασμού αντιντάμπινγκ για τους συνεργαζόμενους παραγωγούς/εξαγωγείς. Σε περιπτώσεις χαμηλού βαθμού συνεργασίας, ο υπόλοιπος δασμός ορίστηκε στο επίπεδο του υψηλότερου περιθωρίου ντάμπινγκ ή ζημίας που διαπιστώθηκε για αντιπροσωπευτικό φάσμα εξαγόμενων τύπων από τους συνεργαζόμενους παραγωγούς/εξαγωγείς, ανάλογα με το ποιο ήταν χαμηλότερο.

(122) Με βάση τα ανωτέρω, οι προταθέντες οριστικοί δασμοί, εκφρασμένοι ως εκατοστιαίο ποσοστό της τιμής CIF στα κοινοτικά σύνορα, πριν από τον εκτελωνισμό, είναι οι εξής:

>ΘΕΣΗ ΠIΝΑΚΑ>

(123) Κάθε αίτηση για την εφαρμογή των ως άνω μεμονωμένων εταιρικών συντελεστών δασμού αντιντάμπινγκ (π.χ. λόγω αλλαγής επωνυμίας της οντότητας ή μετά τη συγκρότηση νέων οντοτήτων παραγωγής ή πωλήσεων) υποβάλλεται αμέσως στην Επιτροπή [4] μαζί με όλα τα σχετικά στοιχεία, ιδίως δε κάθε τροποποίηση των δραστηριοτήτων της εταιρείας που αφορούν την παραγωγή και τις εγχώριες και τις εξαγωγικές πωλήσεις η οποία προκύπτει, για παράδειγμα, από αυτήν την αλλαγή επωνυμίας ή τη μεταβολή των οντοτήτων παραγωγής και πωλήσεων. Η Επιτροπή, εάν το κρίνει σκόπιμο, μετά από διαβουλεύσεις με τη συμβουλευτική επιτροπή, θα τροποποιήσει ανάλογα τον κανονισμό, αναπροσαρμόζοντας τον κατάλογο των εταιρειών στις οποίες εφαρμόζεται μεμονωμένος δασμός.

[4] European Commission Directorate-General Trade Directorate C DM 24 - 8/38 Rue de la Loi/Wetstraat 200 B-1049 Brussels / Belgium

4. Αναλήψεις υποχρεώσεων

(124) Υπενθυμίζεται ότι ο παραγωγός/εξαγωγέας της Τσεχικής Δημοκρατίας προσέφερε ανάληψη υποχρέωσης ως προς τις τιμές σύμφωνα με το άρθρο 8 παράγραφος 1 του βασικού κανονισμού. Επίσης, μετά την επιβολή προσωρινών μέτρων αντιντάμπινγκ, ο παραγωγός/εξαγωγέας της Κορέας και ένας από τους παραγωγούς/εξαγωγείς της Ταϊλάνδης προσέφεραν αναλήψεις υποχρεώσεων ως προς τις τιμές σύμφωνα με το άρθρο 8 παράγραφος 1 του βασικού κανονισμού. Η Επιτροπή θεωρεί ότι οι εν λόγω αναλήψεις υποχρεώσεων μπορούν να γίνουν αποδεκτές δεδομένου ότι εξαλείφουν τη ζημιογόνο επίδραση του ντάμπινγκ. Επιπλέον, οι τακτικές και λεπτομερείς εκθέσεις τις οποίες οι εταιρείες θα υποβάλλουν στην Επιτροπή, θα επιτρέψουν αποτελεσματική παρακολούθηση. Επίσης, λόγω της συγκεκριμένης διάρθρωσης των πωλήσεων των εν λόγω εξαγωγέων, η Επιτροπή κρίνει ότι ο κίνδυνος καταστρατήγησης της προτεινόμενης υποχρέωσης είναι αμελητέος.

(125) Ο Ιάπωνας παραγωγός/εξαγωγέας πρότεινε επίσης ανάληψη υποχρέωσης. Ωστόσο, το επίπεδο συνεργασίας της εν λόγω εταιρείας κατά τη διάρκεια της έρευνας, καθώς και η ακρίβεια και η αξιοπιστία των στοιχείων που παρείχε ήταν ανεπαρκείς (βλ. σημείο 21). Ως εκ τούτου, η Επιτροπή δεν θεωρεί δυνατή την αποτελεσματική παρακολούθηση της υποχρέωσης που προσέφερε η συγκεκριμένη εταιρεία. Επιπλέον, η διάρθρωση των εξαγωγικών πωλήσεων της εταιρείας, με περισσότερους από έναν συνδεόμενους εισαγωγείς, θεωρήθηκε ότι αυξάνει τον κίνδυνο καταστρατήγησης. Επομένως, η προσφορά απορρίφθηκε.

(126) Για να εξασφαλισθεί η τήρηση και η αποτελεσματική παρακολούθηση των αναλήψεων υποχρεώσεων, κατά την υποβολή της αίτησης για θέση σε ελεύθερη κυκλοφορία σύμφωνα με τις αναλήψεις υποχρεώσεων, η απαλλαγή από τον δασμό υπόκειται στην προσκόμιση στις αρμόδιες τελωνειακές αρχές των κρατών μελών έγκυρου τιμολογίου ανάληψης υποχρέωσης που εκδίδεται από τους παραγωγούς/εξαγωγείς, των οποίων οι αναλήψεις υποχρεώσεων έγιναν αποδεκτές, και το οποίο θα περιλαμβάνει τις πληροφορίες που απαριθμούνται στο παράρτημα. Εάν δεν προσκομισθεί το εν λόγω τιμολόγιο ή όταν δεν αντιστοιχεί στο προϊόν που υποβάλλεται στις τελωνειακές αρχές, ο δασμός αντιντάμπινγκ καθίσταται απαιτητός για την αποφυγή καταστρατήγησης των αναλήψεων υποχρεώσεων.

(127) Σε περίπτωση παραβίασης ή ανάκλησης των αναλήψεων υποχρεώσεων, μπορεί να επιβληθεί δασμός αντιντάμπινγκ, σύμφωνα με το άρθρο 8 παράγραφος 9 και το άρθρο 10 του βασικού κανονισμού.

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:

Άρθρο 1

1. 1. Επιβάλλεται οριστικός δασμός αντιντάμπινγκ στις εισαγωγές κοχλιοτομημένων εξαρτημάτων σωληνώσεων από μαλακτό χυτοσίδηρο, που υπάγονται στον κωδικό ΣΟ ex 7307 19 10 (κωδικό TARIC 7307 19 10 10), καταγωγής Βραζιλίας, Τσεχικής Δημοκρατίας, Ιαπωνίας, Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας, Δημοκρατίας της Κορέας και Ταϊλάνδης.

2. Ο οριστικός δασμός αντιντάμπινγκ που εφαρμόζεται στην καθαρή τιμή "ελεύθερο στα σύνορα της Κοινότητας", πριν από τον εκτελωνισμό, είναι ο εξής για τα προϊόντα καταγωγής των ακόλουθων χωρών:

>ΘΕΣΗ ΠIΝΑΚΑ>

3. Οι ως άνω συντελεστές δεν εφαρμόζονται για τα προϊόντα που κατασκευάζονται από τις κατωτέρω επιχειρήσεις, τα οποία υπόκεινται στους ακόλουθους δασμούς αντιντάμπινγκ:

>ΘΕΣΗ ΠIΝΑΚΑ>

4. Κατά παρέκκλιση του άρθρου 1 παράγραφος 1, ο οριστικός δασμός δεν εφαρμόζεται στις εισαγωγές για ελεύθερη κυκλοφορία, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 2.

5. Εκτός εάν ορίζεται διαφορετικά, εφαρμόζονται οι διατάξεις που ισχύουν για τους δασμούς.

Άρθρο 2

1. Οι εισαγωγές απαλλάσσονται από τους δασμούς αντιντάμπινγκ που επιβάλλονται με το άρθρο 1 υπό τον όρο ότι παράγονται και πωλούνται προς εξαγωγή στην Κοινότητα από τις εταιρείες που απαριθμούνται στην παράγραφο 3, διασαφίζονται με τον δέοντα κωδικσ TARIC και εφόσον πληρούνται οι όροι της παραγράφου 2.

2. Όταν υποβάλλεται αίτηση για θέση σε ελεύθερη κυκλοφορία, η απαλλαγή από το δασμό εξαρτάται από την υποβολή στις αρμόδιες τελωνειακές υπηρεσίες των κρατών μελών έγκυρου τιμολογίου ανάληψης υποχρέωσης, που εκδίδεται από τις εταιρείες εξαγωγής που αναφέρονται στην παράγραφο 3 και περιέχει τα βασικά στοιχεία που απαριθμούνται στο παράρτημα του παρόντος κανονισμού. Η απαλλαγή από το δασμό υπόκειται επίσης στη διασάφηση και προσκόμιση στα τελωνεία προϊόντων που αντιστοιχούν ακριβώς στην περιγραφή του τιμολογίου ανάληψης υποχρέωσης.

3. Οι εισαγωγές που συνοδεύονται από τιμολόγιο ανάληψης υποχρέωσης διασαφίζονται με τους ακόλουθους πρόσθετους κωδικούς Taric:

>ΘΕΣΗ ΠIΝΑΚΑ>

Άρθρο 3

Τα ποσά που έχουν καταβληθεί ως εγγύηση υπό μορφή προσωρινού δασμού αντιντάμπινγκ, δυνάμει του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 449/2000, στις εισαγωγές κοχλιοτομημένων εξαρτημάτων σωληνώσεων από μαλακτό χυτοσίδηρο, καταγωγής Βραζιλίας, Τσεχικής Δημοκρατίας, Ιαπωνίας, Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας, Δημοκρατίας της Κορέας και Ταϊλάνδης, εισπράττονται μέχρι του επιπέδου του οριστικά επιβληθέντος δασμού. Τα ποσά που καταβλήθηκαν ως εγγύηση καθ' υπέρβαση των οριστικών δασμών αντιντάμπινγκ αποδεσμεύονται. Όταν οι οριστικοί δασμοί είναι υψηλότεροι των προσωρινών δασμών, εισπράττονται οριστικά μόνο τα ποσά που καταβλήθηκαν ως εγγύηση στο επίπεδο των προσωρινών δασμών.

Άρθρο 4

Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την επομένη της δημοσίευσής του στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.

Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.

Βρυξέλλες, [...]

Για το Συμβούλιο

Ο Πρόεδρος

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

Στοιχεία που πρέπει να αναφέρονται στο τιμολόγιο ανάληψης υποχρέωσης που προβλέπεται στο άρθρο 2 παράγραφος 2:

1. Πρόσθετος κωδικός TARIC στο πλαίσιο του οποίου μπορούν να εκτελωνιστούν τα εμπορεύματα που αναφέρονται στο τιμολόγιο στα σύνορα της Κοινότητας (όπως προβλέπεται στον κανονισμό),

2. Ακριβής περιγραφή των εμπορευμάτων, συμπεριλαμβανομένων των εξής:

- κωδικού περιγραφής του προϊόντος (όπως καθορίζεται στην ανάληψη υποχρέωσης που πρότεινε ο εν λόγω παραγωγός-εξαγωγέας), συμπεριλαμβανομένου του αριθμού του τύπου, της διαμέτρου και της επιφανείας,

- κωδικού ΣΟ,

- ποσότητας (σε μονάδες),

3. Περιγραφή των όρων της πώλησης, συμπεριλαμβανόμενων των εξής:

- τιμής ανά μονάδα,

- ισχυόντων όρων πληρωμής,

- ισχυόντων όρων παράδοσης,

- συνολικών εκπτώσεων και μειώσεων τιμών.

4. Ονομασία του μη συνδεόμενου εισαγωγέα για τον οποίο εκδίδεται το τιμολόγιο απευθείας από την εταιρεία.

5. Ονοματεπώνυμο του υπαλλήλου της εταιρείας που έχει εκδώσει το τιμολόγιο της ανάληψης υποχρέωσης και η ακόλουθη υπογεγραμμένη δήλωση:

"Ο κάτωθι υπογεγραμμένος, ......................... πιστοποιώ ότι η πώληση προς άμεση εξαγωγή στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα των εμπορευμάτων που καλύπτονται από το παρόν τιμολόγιο, γίνεται εντός του πλαισίου και με τους όρους της ανάληψης υποχρέωσης που πρότεινε η . . . [εταιρεία], και αποδέχτηκε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή μέσω του κανονισμού (EΚ) αριθ. 449/2000 ή της Απόφασης Ε(2000)XXX. Δηλώνω ότι οι πληροφορίες που αναφέρονται στο παρόν τιμολόγιο, είναι πλήρεις και ορθές."