Πρόταση οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για τη γενική ασφάλεια των προϊόντων /* COM/2000/0139 τελικό - COD 2000/0073 */
Επίσημη Εφημερίδα αριθ. C 337 E της 28/11/2000 σ. 0109 - 0121
Πρόταση ΟΔΗΓΙΑΣ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ για τη γενική ασφάλεια των προϊόντων (υποβληθείσα από την Επιτροπή) ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ 1. Εισαγωγή 2. Αιτιολογικό, στόχοι και βασικά στοιχεία της πρότασης 3. Επικουρικότητα 4. Οικονομικές πτυχές και αντίκτυπος στις ΜΜΕ 5. Διαβουλεύσεις 6. Περιεχόμενο της πρότασης ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ 1. Εισαγωγη Η οδηγία 92/59/EΟΚ του Συμβουλίου για τη γενική ασφάλεια των προϊόντων (ΟΓΑΠ) εγκρίθηκε στις 29 Ιουνίου 1992 και έπρεπε να τεθεί σε εφαρμογή από τα κράτη μέλη μέχρι τις 29 Ιουνίου 1994. Η οδηγία βασίστηκε στο άρθρο 100Α (νυν άρθρο 95) και εγκρίθηκε, πριν από την έναρξη ισχύος της συνθήκης του Μάαστριχ, σε συνεργασία με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Το άρθρο 16 της οδηγίας αναφέρει ότι: "Τέσσερα έτη μετά την ημερομηνία που αναφέρεται στο άρθρο 17 παράγραφος 1 και βάσει εκθέσεως της Επιτροπής για την κτηθείσα πείρα, η οποία συνοδεύεται από κατάλληλες προτάσεις, το Συμβούλιο αποφασίζει την ενδεχόμενη προσαρμογή της παρούσας οδηγίας, προκειμένου, ιδίως, να επεκτείνει το πεδίο εφαρμογής της, όπως ορίζεται στο άρθρο 1 παράγραφος 1 και στο άρθρο 2 στοιχείο α) καθώς και τη σκοπιμότητα να τροποποιηθούν οι διατάξεις του τίτλου V". Η Επιτροπή πραγματοποίησε ενδελεχή ανασκόπηση και αξιολόγηση της υλοποίησης και πρακτικής εφαρμογής της οδηγίας. Έκθεση με αντικείμενο τα κύρια πορίσματα της επισκόπησης αυτής πρόκειται να υποβληθεί ξεχωριστά στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο. Επίσης, όλες οι λεπτομέρειες περιλαμβάνονται σε έκθεση μελέτης (στη διεύθυνση http://europa.eu.int/comm/dgs/health_consumer/index), η οποία διενεργήθηκε για λογαριασμό της Επιτροπής από το "Centre du droit de la Consommation" (Κέντρο Δικαίου της Κατανάλωσης) του Universitι Catholique de Louvain. Η βελτίωση της υγείας και της ασφάλειας των καταναλωτών είναι μία από τις πολιτικές προτεραιότητες που έχει εξαγγείλει η Επιτροπή. Η παρούσα πρόταση πλαισιώνεται από τις ενέργειες που αποσκοπούν στην επίτευξη του στόχου αυτού. Η οδηγία για τη γενική ασφάλεια των προϊόντων και οι άλλες οδηγίες με αντικείμενο την ασφάλεια των προϊόντων έχουν εδραιώσει ένα υψηλό επίπεδο προστασίας των καταναλωτών στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Εντούτοις, οι πρόσφατες κρίσεις στον τομέα των προϊόντων διατροφής καθώς και ορισμένες αδυναμίες στην ασφάλεια των βιομηχανικών προϊόντων κατέδειξαν την ανάγκη ενίσχυσης του παρόντος νομοθετικού πλαισίου. Η μέχρι σήμερα εμπειρία έφερε στο φως ορισμένες αδυναμίες στις διατάξεις της οδηγίας, οι οποίες ανέκοψαν την επίτευξη των στόχων της καθώς και ορισμένες ανάγκες για προστασία των καταναλωτών που δεν αντιμετωπίζονται επαρκώς στην οδηγία υπό την παρούσα μορφή της. Τα στατιστικά στοιχεία που συγκεντρώθηκαν μέσω του ευρωπαϊκού συστήματος παρακολούθησης ατυχημάτων που συμβαίνουν στο σπίτι και κατά τις δραστηριότητες αναψυχής (EHLASS) [1], του ευρωπαϊκού γενικού συστήματος για τη συλλογή συγκρίσιμων δεδομένων σχετικά με τα ατυχήματα των καταναλωτών, αποκάλυψαν ότι τέτοιου είδους ατυχήματα, μέρος των οποίων συνδέεται με τη χρήση καταναλωτικών προϊόντων, ευθύνονται για μεγάλο αριθμό θανατηφόρων ατυχημάτων. Ο ετήσιος αριθμός θανατηφόρων ατυχημάτων στη διάρκεια οικιακών δραστηριοτήτων και δραστηριοτήτων αναψυχής στην Ευρωπαϊκή Ένωση ανήλθε (το 1996) σε 83.000, ενώ 6.000 άτομα πεθαίνουν στο χώρο εργασίας και 45.000 σε τροχαία ατυχήματα. Τα οικιακά ατυχήματα και τα ατυχήματα στη διάρκεια δραστηριοτήτων αναψυχής αποτελούν τη σημαντικότερη αιτία θανάτου για τα άτομα κάτω των 35 ετών. Ωστόσο πρέπει να σημειωθεί ότι στους αριθμούς αυτούς περιλαμβάνονται επίσης ατυχήματα που μπορεί να μην οφείλονται κατ' ανάγκη σε επικίνδυνα προϊόντα όπως αυτά ορίζονται στην παρούσα οδηγία. [1] Σήμερα μέρος του προγράμματος πρόληψης τραυματισμών στο πλαίσιο της δράσης στον τομέα της δημόσιας υγείας (1999-2003). Η ασφάλεια των τροφίμων διέπεται ήδη από μια σειρά ειδικών κοινοτικών νομοθετικών ρυθμίσεων. Εντούτοις, προς το παρόν, τα θέματα αυτά αντιμετωπίζονται βάσει του νομοθετικού πλαισίου που ισχύει και για τα άλλα καταναλωτικά προϊόντα. Η λευκή βίβλος για την ασφάλεια των τροφίμων προβλέπει ότι η προτεινόμενη Αρχή Ασφάλειας Τροφίμων θα επικουρεί την Ευρωπαϊκή Επιτροπή σε όλα τα θέματα ασφάλειας των προϊόντων που σχετίζονται με τρόφιμα. Συγκεκριμένα, μελετάται η μεταβίβαση της δικαιοδοσίας για τις κοινοποιήσεις με αντικείμενο τρόφιμα από το μέχρι σήμερα αρμόδιο σύστημα ταχείας ανταλλαγής πληροφοριών στην εν λόγω αρχή, γεγονός που θα έχει ως αποτέλεσμα τον περιορισμό του πεδίου εφαρμογής της ΟΓΑΠ. Η παρούσα πρόταση για αναθεώρηση της οδηγίας επιδιώκει να αντιμετωπίσει, με ενδεδειγμένο τρόπο, τόσο τα ζητήματα που θίγονται στο προαναφερόμενο άρθρο 16 όσο και τις αδυναμίες και πρόσθετες ανάγκες που έφερε στο φως η ανασκόπηση, με στόχο να συμβάλει στην επίτευξη ενός υψηλού επιπέδου προστασίας της υγείας και της ασφάλειας των καταναλωτών. Σκοποί και πεδίο εφαρμογής της υπάρχουσας οδηγίας για τη γενική ασφάλεια των προϊόντων Η οδηγία ρυθμίζει την ασφάλεια των καταναλωτικών προϊόντων και έχει ως στόχο να διασφαλίσει την ασφάλεια των προϊόντων που διατίθενται στην αγορά. Τα προϊόντα που καλύπτει είναι αυτά που προορίζονται για τους καταναλωτές ή ενδέχεται να χρησιμοποιηθούν από τους καταναλωτές, με εξαίρεση τις αντίκες και τα προϊόντα που πωλούνται με σκοπό να ανακαινιστούν, υπό την προϋπόθεση ότι ο προμηθευτής ενημερώνει σχετικά τον καταναλωτή. Επίσης, δίνεται ένας γενικός ορισμός του όρου "ασφαλές προϊόν". Γενικός σκοπός της οδηγίας είναι η εναρμόνιση των μέτρων που λαμβάνονται από τα κράτη μέλη με στόχο την επιβολή της γενικής υποχρέωσης για διάθεση στην αγορά ασφαλών προϊόντων και μόνον, προκειμένου να διασφαλιστεί ένα συνεκτικό όσο και υψηλό επίπεδο υγείας και ασφάλειας των καταναλωτών σε όλη την Ευρωπαϊκή Ένωση καθώς και η ομαλή λειτουργία της εσωτερικής αγοράς. Σύμφωνα με το προοίμιο της οδηγίας, χρειάζεται ένα ευρύτατο νομοθετικό πλαίσιο οριζόντιου χαρακτήρα προκειμένου να καλυφθούν τα προϊόντα που δεν εμπίπτουν στην ειδική, τομεακή κοινοτική νομοθεσία καθώς και για να "καλυφθούν τα κενά της ισχύουσας ή μελλοντικής ειδικής νομοθεσίας". Επομένως, η οδηγία έρχεται να συμπληρώσει την κοινοτική νομοθεσία στο συγκεκριμένο τομέα με στόχο: * να καλύψει τα προϊόντα που δεν εμπίπτουν στην τομεακή νομοθεσία. * επίσης να καλύψει προϊόντα που εμπίπτουν στην τομεακή νομοθεσία (υπάρχουσα και μελλοντική), όσον αφορά στις κατηγορίες κινδύνου, τις πτυχές που αφορούν την ασφάλεια, τις διοικητικές απαιτήσεις και τις απαιτήσεις ελέγχου, οι οποίες δεν προβλέπονται από την εν λόγω νομοθεσία. Ωστόσο, το προοίμιο της οδηγίας διευκρινίζει ότι στις περιπτώσεις που υπάρχουν κανόνες περί ολικής εναρμόνισης οι οποίοι θεσπίζουν υποχρεώσεις σχετικά με την ασφάλεια των προϊόντων, δε χρειάζεται να επιβληθούν στους οικονομικούς φορείς νέες υποχρεώσεις όσον αφορά τη διάθεση στην αγορά προϊόντων που καλύπτονται από τις ρυθμίσεις αυτές. Αυτό ισχύει ιδιαίτερα για τα προϊόντα που καλύπτονται από τις οδηγίες της "νέας προσέγγισης". Επιπλέον, το άρθρο 1 δηλώνει ότι "όταν μια ειδική κοινοτική ρύθμιση περιέχει διατάξεις που ρυθμίζουν μερικές μόνον πτυχές ασφαλείας ή μερικές μόνον κατηγορίες κινδύνου των συγκεκριμένων προϊόντων, για τις πτυχές αυτές ασφαλείας ή τις κατηγορίες αυτές κινδύνου εφαρμόζονται αυτές οι διατάξεις". Βασικό περιεχόμενο της οδηγίας για τη γενική ασφάλεια των προϊόντων Συνοπτικά, η οδηγία 92/59/EΟΚ περιλαμβάνει τις ακόλουθες βασικές διατάξεις: Υποχρεώσεις των παραγωγών: * να διαθέτουν στην αγορά μόνον ασφαλή προϊόντα. * να παρέχουν στον καταναλωτή τις κατάλληλες πληροφορίες που θα του επιτρέψουν να αξιολογήσει τους εγγενείς κινδύνους που παρουσιάζει το προϊόν. * να λαμβάνουν τα κατάλληλα μέτρα ώστε να διασφαλίζουν την ενημέρωσή τους σχετικά με τους κινδύνους που ενδέχεται να παρουσιάζουν τα προϊόντα και να αναλαμβάνουν τις κατάλληλες ενέργειες, συμπεριλαμβανομένης, εν ανάγκη, της απόσυρσής τους από την αγορά. Υποχρεώσεις των διανομέων: * να μην προμηθεύουν προϊόντα, για τα οποία γνωρίζουν ή για τα οποία θα έπρεπε να είχαν υποθέσει ότι είναι επικίνδυνα. * να συνεργάζονται στην παρακολούθηση της ασφάλειας των προϊόντων που διαθέτουν στην αγορά και σε ενέργειες που αναλαμβάνονται για την πρόληψη ενδεχόμενων κινδύνων που μπορεί να παρουσιάζουν τα προϊόντα αυτά. Καθορισμός των κριτηρίων για την αξιολόγηση της ασφάλειας των προϊόντων και των όρων βάσει των οποίων θεωρείται ασφαλές ένα προϊόν: * τα προϊόντα που συμμορφώνονται με τις ειδικές εθνικές διατάξεις των κρατών μελών στην επικράτεια των οποίων διατίθενται, θεωρούνται σύμφωνα προς την επιταγή γενικής ασφάλειας της ΟΓΑΠ. * στις υπόλοιπες περιπτώσεις, η ασφάλεια ενός προϊόντος πρέπει να αξιολογείται σε σχέση με τα ευρωπαϊκά ή εθνικά μη υποχρεωτικά πρότυπα, τις κοινοτικές τεχνικές προδιαγραφές, τους κανόνες ορθής πρακτικής, τις τεχνικές και τεχνολογικές γνώσεις και τις προσδοκίες των καταναλωτών. Υποχρεώσεις των κρατών μελών: * να λαμβάνουν τα απαραίτητα μέτρα ώστε να επιβάλλουν στους παραγωγούς και στους διανομείς την τήρηση των υποχρεώσεών τους. Αυτό περιλαμβάνει συγκεκριμένα τη σύσταση ή τον ορισμό αρχών παρακολούθησης της αγοράς εξουσιοδοτημένων με τη λήψη μέτρων ελέγχου και με την εφαρμογή της νομοθεσίας και με την επιβολή κυρώσεων σε περίπτωση παράλειψης συμμόρφωσης με τις υποχρεώσεις της οδηγίας. * να ενημερώνουν την Επιτροπή για τη λήψη μέτρων που περιορίζουν τη διάθεση προϊόντων στην αγορά ή επιβάλλουν την απόσυρσή τους από την αγορά. Η Επιτροπή στη συνέχεια εξετάζει το αιτιολογικό των εκάστοτε μέτρων και ενημερώνει όλα τα κράτη μέλη, εφόσον κρίνει ότι ορθώς έχουν ληφθεί. * να διασφαλίζουν ότι οι υπάλληλοι και το λοιπό προσωπικό τους δεν κοινολογούν πληροφορίες οι οποίες συλλέγονται για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας και καλύπτονται από το επαγγελματικό απόρρητο, εκτός από τις πληροφορίες που αφορούν τα χαρακτηριστικά ασφαλείας ενός συγκεκριμένου προϊόντος, των οποίων επιβάλλεται η κοινολόγηση, εάν το απαιτούν οι περιστάσεις, προκειμένου να προστατευθεί η υγεία και η ασφάλεια των καταναλωτών. Αυτό ισχύει και για τους υπαλλήλους της Επιτροπής. Σύσταση συστήματος ταχείας ανταλλαγής πληροφοριών (RAPEX) για τα προϊόντα που παρουσιάζουν σοβαρό και άμεσο κίνδυνο. Βάσει του συστήματος αυτού, όταν ένα κράτος μέλος λαμβάνει ή αποφασίζει να προχωρήσει στη λήψη μέτρων έκτακτης ανάγκης για την πρόληψη, τον περιορισμό ή την επιβολή ειδικών όρων στην εμπορία ή χρήση προϊόντων που παρουσιάζουν σοβαρό και άμεσο κίνδυνο, οφείλει να τα κοινοποιεί στην Επιτροπή, η οποία με τη σειρά της ενημερώνει τα άλλα κράτη μέλη. Οι λεπτομέρειες της λειτουργίας του συστήματος καθορίζονται στο παράρτημα της οδηγίας. Διαδικασίες για μέτρα σε κοινοτικό επίπεδο Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, επικουρούμενη από σχετική επιτροπή, δύναται να εγκρίνει προσωρινά μέτρα σε κοινοτικό επίπεδο για προϊόντα που παρουσιάζουν σοβαρό και άμεσο κίνδυνο, βάσει μιας σειράς ουσιαστικών και διαδικαστικών συνθηκών. Επιτροπή Η επιτροπή κανονιστικών ρυθμίσεων έχει ως αποστολή να συνδράμει την Ευρωπαϊκή Επιτροπή στην τροποποίηση του παραρτήματος, όσον αφορά στις διαδικασίες RAPEX, και στη λήψη κοινοτικών μέτρων στην περίπτωση καταστάσεων έκτακτης ανάγκης. Ανασκόπηση της εφαρμογής της οδηγίας για τη γενική ασφάλεια των προϊόντων Στο άρθρο 16 της οδηγίας 92/59/EΟΚ γίνεται αναφορά, υπό το πρίσμα της αναθεώρησης της οδηγίας, στο πεδίο εφαρμογής της (άρθρα 1 παράγραφος 1 και άρθρο 2 στοιχείο α)) και στις καταστάσεις και ενέργειες έκτακτης ανάγκης σε κοινοτικό επίπεδο (τίτλος V). Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αποφάσισε να καθυστερήσει την υποβολή της πρότασης για αναθεώρηση της οδηγίας προκειμένου να αποκτήσει μεγαλύτερη εμπειρία, να διασφαλίσει την καλύτερη προετοιμασία και, κυρίως, να ολοκληρώσει μια μελέτη με αντικείμενο την εφαρμογή της ΟΓΑΠ. Όπως αναφέρθηκε παραπάνω, το "Centre du Droit de la Consommation" του Πανεπιστημίου της Louvain ολοκλήρωσε τον Οκτώβριο του 1999 μια μελέτη με αντικείμενο τη νομοθετική και πρακτική εφαρμογή της ΟΓΑΠ, καθώς και τον προσδιορισμό των προβληματικών τομέων και των συμπερασμάτων σχετικά με την ανάγκη τροποποίησής της. Η εν λόγω μελέτη συμπεριέλαβε όλα τα κράτη μέλη της ΕΕ και, επιπλέον, τη Νορβηγία και την Ισλανδία από τις χώρες ΕΟΧ. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή πραγματοποίησε εκτεταμένες διαβουλεύσεις για την αναθεώρηση της οδηγίας αυτής, όπως αναφέρεται διεξοδικά στη συνέχεια, συγκεκριμένα στην παράγραφο 5 παρακάτω. Τέλος, η Επιτροπή πραγματοποίησε αξιολόγηση της λειτουργίας του RAPEX, το οποίο αποτελεί σημαντικό στοιχείο της οδηγίας, με συνεντεύξεις σε όλα τα κράτη μέλη. Τα βασικά συμπεράσματα των επισκέψεων αυτών περιλαμβάνονται στην έκθεση της Επιτροπής προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο σχετικά με την εμπειρία που αποκτήθηκε από την εφαρμογή της οδηγίας. 2. Αιτιολογικο, στοχοι και βασικα στοιχεια της προτασησ Προκειμένου να μπορέσει να επιτύχει το γενικό στόχο της, η οδηγία προβλέπει τη δημιουργία ενός κανονιστικού πλαισίου οριζόντιου χαρακτήρα με σκοπό την ολοκλήρωση και συμπλήρωση της κοινοτικής νομοθεσίας στον τομέα της ασφάλειας των προϊόντων. Παρά το γεγονός ότι η γενική προσέγγιση της οδηγίας αποδείχθηκε κατά βάση ορθή και δε χρειάζεται ουσιαστική αναθεώρηση, οι στόχοι της δεν έχουν επιτευχθεί πλήρως λόγω κάποιας έλλειψης σαφήνειας και αδυναμιών ή κενών σε ορισμένες από τις διατάξεις της. Πιο συγκεκριμένα, έχουν καθοριστεί οι ακόλουθες ανάγκες και στόχοι για την αναθεώρηση. 2.1. Σχέση της ΟΓΑΠ και της κοινοτικής νομοθεσίας στο συγκεκριμένο τομέα Σκοπός της ΟΓΑΠ ήταν να εισαγάγει ένα κανονιστικό πλαίσιο οριζόντιου χαρακτήρα για το σύνολο των καταναλωτικών προϊόντων που δεν καλύπτονται από συγκεκριμένη κοινοτική νομοθεσία, αλλά και να συμπληρώσει τα κενά της νομοθεσίας αυτής. Όπως εξηγήθηκε παραπάνω, η ΟΓΑΠ δεν προβλέπει απλώς μια απαίτηση γενικής ασφάλειας για τα καταναλωτικά προϊόντα, αλλά εισάγει και περαιτέρω απαιτήσεις για τους παραγωγούς και τους διανομείς, διατάξεις που αφορούν τον έλεγχο και την επιβολή, συστήματα κοινοποίησης (συγκεκριμένα το RAPEX) και δράση σε κοινοτικό επίπεδο για συγκεκριμένες περιπτώσεις. Από την ανασκόπηση της εφαρμογής της ΟΓΑΠ διαπιστώθηκε κάποια αβεβαιότητα, ασυμφωνία ή έλλειψη ενημέρωσης σχετικά με την εφαρμογή της ΟΓΑΠ στην περίπτωση των προϊόντων που καλύπτονται από την τομεακή νομοθεσία. Μερικά κράτη μέλη θεώρησαν ότι ορισμένες από τις διατάξεις της ΟΓΑΠ δεν ισχύουν στην περίπτωση των προϊόντων που καλύπτονται από τη σχετική τομεακή νομοθεσία, παρά το γεγονός ότι η νομοθεσία αυτή δεν περιλαμβάνει ανάλογες διατάξεις. Ειδικότερα, αρκετές κοινοτικές οδηγίες για ορισμένες κατηγορίες προϊόντων, δεν επιβάλλουν υποχρεώσεις σε παραγωγούς και διανομείς όπως το άρθρο 3 παράγραφοι 2 και 3 της ΟΓΑΠ, ούτε διατάξεις για την παρακολούθηση της αγοράς, για την κοινοποίηση βάσει ενός συστήματος ταχείας προειδοποίησης και για κοινοτικά μέτρα έκτακτης ανάγκης. Λόγω των διαφορών στην εφαρμογή της ΟΓΑΠ ως συμπλήρωμα της τομεακής νομοθεσίας, οι σημαντικές αυτές πτυχές της ασφάλειας των προϊόντων δεν αντιμετωπίζονται με συνεκτικό τρόπο σε όλη την Κοινότητα. Τα προβλήματα πρέπει να αποκατασταθούν, δεδομένου εκτός των άλλων ότι πρόκειται για πτυχές σε σχέση με τις οποίες απαιτείται βελτίωση, ενίσχυση και συμπλήρωση της οδηγίας και οι οποίες θα είχαν περιορισμένη επίδραση αν δε διασφαλιζόταν η εφαρμογή τους για όλα τα καταναλωτικά προϊόντα. Η ασαφής διατύπωση του άρθρου 1 της ΟΓΑΠ πρέπει να τροποποιηθεί με στόχο τη σαφήνεια και την επίτευξη ασφάλειας δικαίου όσον αφορά το εφαρμόσιμο των διαφόρων διατάξεων της ΟΓΑΠ στις διάφορες περιπτώσεις. Η κατάσταση πρέπει επομένως να διευκρινιστεί ως εξής: - όλες οι διατάξεις της ΟΓΑΠ ισχύουν στην περίπτωση των καταναλωτικών προϊόντων που δεν καλύπτονται από την τομεακή κοινοτική νομοθεσία όσον αφορά στην ασφάλειά τους. - στην περίπτωση των προϊόντων που καλύπτονται από τις ειδικές απαιτήσεις ασφάλειας της τομεακής κοινοτικής νομοθεσίας, οι απαιτήσεις αυτές αντικαθιστούν την επιταγή γενικής ασφάλειας, τον ορισμό του "ασφαλούς" προϊόντος και τα κριτήρια συμμόρφωσης της ΟΓΑΠ για τα εν λόγω προϊόντα. Ωστόσο, αν οι απαιτήσεις αυτές καλύπτουν ορισμένες μόνον πτυχές της ασφάλειας των προϊόντων αυτών, η επιταγή γενικής ασφάλειας, ο ορισμός του "ασφαλούς" προϊόντος και τα κριτήρια συμμόρφωσης της ΟΓΑΠ ισχύουν για τις εναπομένουσες πτυχές. Όλες οι διατάξεις της ΟΓΑΠ εκτός της απαίτησης γενικής ασφάλειας (εν ολίγοις οι πρόσθετες υποχρεώσεις παραγωγών και διανομέων, η παρακολούθησης της αγοράς, το RAPEX, τα μέτρα σε κοινοτικό επίπεδο) ισχύουν, με την επιφύλαξη ειδικών διατάξεων της τομεακής νομοθεσίας. - η κοινοτική νομοθεσία που στοχεύει στη "συνολική ασφάλεια" (νομοθεσία η οποία εναρμονίζει όλες τις απαιτήσεις ασφάλειας που κρίνεται ότι αφορούν μια συγκεκριμένη κατηγορία προϊόντων), ιδιαίτερα οι οδηγίες "τύπου νέας προσέγγισης", θεωρείται εξ ορισμού ότι εισάγουν απαιτήσεις ασφάλειας που καλύπτουν όλες τις πτυχές ασφάλειας οι οποίες πρέπει να λαμβάνονται υπόψη για την εγγύηση της ασφάλειας του εκάστοτε προϊόντος. Τα προϊόντα που συμμορφώνονται με τις απαιτήσεις αυτές πρέπει να διατίθενται ελεύθερα στην εσωτερική αγορά, υπό την προϋπόθεση της εφαρμογής των διαδικασιών αξιολόγησης της συμμόρφωσής τους με τις σχετικές οδηγίες. Επομένως, αυτές οι "βασικές απαιτήσεις ασφάλειας" είναι οι μόνες απαιτήσεις ασφάλειας που ισχύουν στην περίπτωση των προϊόντων που καλύπτονται από τις οδηγίες αυτές. Η απαίτηση γενικής ασφάλειας, ο ορισμός του "ασφαλούς προϊόντος" και τα κριτήρια συμμόρφωσης με την ΟΓΑΠ δεν ισχύουν στην περίπτωση αυτή. Όπως και παραπάνω, οι άλλες διατάξεις της ΟΓΑΠ ισχύουν στην περίπτωση αυτή, με την επιφύλαξη ενδεχόμενων ειδικών απαιτήσεων για τις εν λόγω πτυχές που καθορίζονται στην ισχύουσα τομεακή διαδικασία. 2.2. Πεδίο εφαρμογής της οδηγίας για τη γενική ασφάλεια των προϊόντων Βάσει της παρούσας διατύπωσης, στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας εμπίπτουν μόνον τα προϊόντα που προορίζονται για τους καταναλωτές ή ενδέχεται να χρησιμοποιηθούν από τους καταναλωτές και παρέχονται στο πλαίσιο κάποιας εμπορικής δραστηριότητας. Έχει προταθεί και εξεταστεί το ενδεχόμενο να συμπεριληφθεί και η παροχή υπηρεσιών στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας. Οι υπηρεσίες αποκτούν όλο και μεγαλύτερη σπουδαιότητα στο πλαίσιο της εσωτερικής αγοράς και μερικές υπηρεσίες ενέχουν σημαντικές πτυχές ασφάλειας. Ορισμένα κράτη μέλη έχουν συμπεριλάβει τις υπηρεσίες στη νομοθεσία μεταφοράς της οδηγίας 92/59/EΟΚ. Οι συζητήσεις επί του θέματος κατέδειξαν πόσο σημαντική και επιτακτική είναι η μελέτη του ενδεχομένου επέκτασης της κοινοτικής δράσης στην ασφάλεια των υπηρεσιών. Η Επιτροπή έχει αναλάβει δράση προκειμένου να καταρτιστούν το ταχύτερο δυνατό συγκεκριμένες προτάσεις στον τομέα αυτό. Οι υπό εξέλιξη εργασίες στοχεύουν στον εντοπισμό των τομέων προτεραιότητας και της βέλτιστης προσέγγισης για κοινοτική δράση σε σχέση με την ασφάλεια των υπηρεσιών (γενικό κανονιστικό πλαίσιο ή νομοθεσία σε συγκεκριμένους τομείς. προσέγγιση βάσει των απαιτήσεων ασφάλειας, της ευθύνης των παροχέων ή συνδυασμός των δύο κλπ.). Στην παρούσα φάση, και εν αναμονή της ολοκλήρωσης της υπό εξέλιξη εξέτασης, προτείνεται ο περιορισμός της επέκτασης του πεδίου εφαρμογής της ΟΓΑΠ στα προϊόντα που συνδέονται με υπηρεσίες. Συγκεκριμένα, θα καλύπτονται: * προϊόντα που παρέχονται στους καταναλωτές ή χρησιμοποιούνται από τους καταναλωτές στη διάρκεια μιας υπηρεσίας. * προϊόντα που χρησιμοποιούνται για την παροχή υπηρεσιών, όσον αφορά στις πτυχές των προϊόντων αυτών που συνδέονται εγγενώς με την ασφάλεια των καταναλωτών. Και στις δύο περιπτώσεις, ενέχονται σημαντικές πτυχές ασφάλειας, οι οποίες αποκτούν όλο και μεγαλύτερη σημασία με την ανάπτυξη του τομέα των υπηρεσιών (λόγου χάρη: τουριστικές υπηρεσίες, γυμναστήρια, κλπ.). Πρέπει επίσης να διευκρινιστεί το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας προκειμένου να διασφαλιστεί ότι τα προϊόντα που δεν προορίζονται για τους καταναλωτές, αλλά ενδέχεται να χρησιμοποιηθούν από αυτούς υπό ευλόγως προβλέψιμες συνθήκες, υπόκεινται στις απαιτήσεις της οδηγίας. Στόχος είναι, ιδιαιτέρως, να αποφευχθεί η "μετακίνηση" των "επαγγελματικών" προϊόντων στις αγορές καταναλωτικών ειδών χωρίς τις κατάλληλες προσαρμογές, προστατευτικά μέτρα και μέτρα ελέγχου. 2.3. Υποχρεώσεις παραγωγών και διανομέων Η ΟΓΑΠ εισάγει υποχρεώσεις για τους παραγωγούς ενώ καθορίζει και υποχρεώσεις για τους διανομείς, όπως αναφέρεται παραπάνω. Η εμπειρία κατέδειξε την ανάγκη να συμπληρωθούν οι υποχρεώσεις των παραγωγών και των διανομέων όσον αφορά συγκεκριμένες πτυχές . Οι παραγωγοί και οι διανομείς μπορούν σε ορισμένες περιπτώσεις να καθορίζουν, βάσει δοκιμών ή αξιολογήσεων ασφάλειας, ή να συμπεραίνουν μετά από παράπονα ή αφού εξετάσουν στοιχεία από εξωτερικές πηγές, ότι τα προϊόντα που προμηθεύουν ή έχουν προμηθεύσει είναι επικίνδυνα και να προχωρούν στην ανάληψη δράσης με στόχο να αποτρέψουν ενδεχόμενο κίνδυνο για τους καταναλωτές. Σε τέτοιες περιπτώσεις, οι παραγωγοί και οι διανομείς υποχρεούνται, σε ορισμένες χώρες εκτός της ΕΕ (ιδίως στις ΗΠΑ και στην Αυστραλία), να κοινοποιούν αμέσως στις αρχές τα πορίσματά τους καθώς και τα μέτρα που έχουν λάβει. Τα στοιχεία αυτά μπορεί να είναι ιδιαίτερα σημαντικά για τις αρχές τις αρμόδιες για την παρακολούθηση της αγοράς, προκειμένου να εντοπίσουν τα εν λόγω προϊόντα, να ελέγξουν αν και άλλα προϊόντα παρουσιάζουν τον ίδιο κίνδυνο, να λάβουν τα ενδεικνυόμενα μέτρα και να ενημερώσουν δεόντως τις αρχές των άλλων κρατών μελών. Ωστόσο, η κοινοτική νομοθεσία δεν προβλέπει υποχρέωση ενημέρωσης των αρχών για τις περιπτώσεις αυτές. Η υποχρέωση αυτή πρέπει να περιληφθεί στην ΟΓΑΠ με στόχο να ενισχυθεί η αποτελεσματικότητα της διαδικασίας παρακολούθησης της αγοράς στην Κοινότητα. Οι συνθήκες υπό τις οποίες πρέπει να υποβάλλονται οι κοινοποιήσεις αυτές καθώς και το περιεχόμενό τους πρέπει να προσδιοριστούν με σαφήνεια ώστε να αποφευχθεί η υπερβολική επιβάρυνση των οικονομικών φορέων και των διοικητικών αρχών. Γενικότερα, πρόσφατες εξελίξεις έχουν καταδείξει τη σπουδαιότητα της στενής και αποτελεσματικής συνεργασίας μεταξύ παραγωγών, διανομέων και εθνικών αρχών, ιδιαίτερα στη διαχείριση των κρίσεων. Η συνεργασία αυτή είναι ζωτικής σημασίας για τον άμεσο εντοπισμό των επικίνδυνων προϊόντων στη διάρκεια καταστάσεων έκτακτης ανάγκης και για την οργάνωση της απόσυρσής τους. Μια γενική υποχρέωση παραγωγών και διανομέων να συνεργάζονται με τις αρχές σε τέτοιου είδους περιπτώσεις πρέπει να ισχύει σε όλη την Κοινότητα. Πρέπει επίσης να προβλεφθούν διαδικασίες με στόχο την προώθηση του διαλόγου μεταξύ των οικονομικών φορέων και των αρχών για θέματα ασφάλειας των προϊόντων. Η ΟΓΑΠ προβλέπει την υποχρέωση των παραγωγών να προχωρούν στην απόσυρση των επικίνδυνων προϊόντων από την αγορά όταν αυτό κρίνεται απαραίτητο για την προστασία των καταναλωτών. Στις περιπτώσεις αυτές, τα εν λόγω προϊόντα αποσύρονται από τα καταστήματα και τις αποθήκες στην αλυσίδα διανομής. Τα αποθέματα προϊόντων στα καταστήματα δεν μπορούν να πωληθούν και πρέπει να απομακρυνθούν αμέσως, ενώ όσα δεν έχουν εισέλθει στην αλυσίδα διανομής δεν μπορούν να εξέλθουν από τις αποθήκες των παραγωγών ή των εισαγωγέων. Ωστόσο, η ΟΓΑΠ δεν προβλέπει την ανάκληση από τους παραγωγούς και τους διανομείς τους των επικίνδυνων προϊόντων που έχουν ήδη πωληθεί ή με άλλο τρόπο διατεθεί προκειμένου να αντικατασταθούν, να επισκευαστούν ή να αποζημιωθούν ώστε να διασφαλιστεί η προστασία των καταναλωτών. Επιπλέον, σε ορισμένες περιπτώσεις είναι αναγκαίο οι παραγωγοί να εφιστούν την προσοχή των καταναλωτών σε σχέση με τους κινδύνους που παρουσιάζουν προϊόντα που τους έχουν ήδη διατεθεί. Οι νομοθετικές διατάξεις και η πρακτική των κρατών μελών όσον αφορά στις συγκεκριμένες πτυχές παρουσιάζουν ανομοιομορφία. Η ΟΓΑΠ πρέπει να τροποποιηθεί προκειμένου να συμπεριλάβει συνεκτικές διατάξεις στον τομέα αυτό. 2.4. Κριτήρια αξιολόγησης της συμμόρφωσης και πρότυπα ασφάλειας προϊόντων Το άρθρο 4 της οδηγίας 92/59/ΕΟΚ αναφέρει ότι, αν δεν υπάρχουν ειδικές ρυθμιστικές απαιτήσεις σε κοινοτικό ή εθνικό επίπεδο, η ασφάλεια των προϊόντων πρέπει να εκτιμάται βάσει: * των εθνικών προτύπων που μεταφέρουν ευρωπαϊκά πρότυπα, ή * των κοινοτικών τεχνικών προδιαγραφών, ή * των εθνικών προτύπων, ή * κανόνων ορθής πρακτικής όσον αφορά στην υγεία και την ασφάλεια οι οποίοι ισχύουν στο συγκεκριμένο τομέα, ή * του επιπέδου των τεχνικών και τεχνολογικών γνώσεων καθώς και της ασφαλείας την οποία μπορούν ευλόγως να αναμένουν οι καταναλωτές. Όταν είναι σύμφωνο προς τις ειδικές εθνικές ρυθμιστικές απαιτήσεις που ισχύουν στο κράτος μέλος στην επικράτεια του οποίου διατίθεται, το προϊόν χαρακτηρίζεται "ασφαλές" σύμφωνα με τις διατάξεις της οδηγίας. Ελλείψει τέτοιων απαιτήσεων, η απαγόρευση του προϊόντος πρέπει να εξαρτάται από τις παραπάνω μη δεσμευτικές προδιαγραφές. Η οδηγία φαίνεται να καθιερώνει μια ιεραρχία των προδιαγραφών που αναφέρονται στον κατάλογο. Η εμπειρία έδειξε ότι η δυνατότητα της οδηγίας να διασφαλίσει ένα συνεκτικό, υψηλό επίπεδο προστασίας σε όλη την επικράτεια της ΕΕ καθώς και την ομαλή λειτουργία της εσωτερικής αγοράς περιορίζεται από τον τρόπο με τον οποίο ορίζονται τα κριτήρια αξιολόγησης της συμμόρφωσης και από την έλλειψη ενός σαφώς καθορισμένου νομικού καθεστώτος για αυτά. Συγκεκριμένα, τα ευρωπαϊκά πρότυπα δεν παρέχουν βάσει της οδηγίας αυτής "τεκμήριο συμμόρφωσης", σε αντίθεση με τα αντίστοιχα εναρμονισμένα πρότυπα βάσει των οδηγιών της "νέας προσέγγισης". Ο χαρακτήρας, το καθεστώς και η πρακτική σημασία των άλλων εγγράφων ή κειμένων αναφοράς που περιλαμβάνονται στο άρθρο 4 είναι ανοικτά στην ερμηνεία. Δεν αναφέρονται εντολές προς τους ευρωπαϊκούς οργανισμούς τυποποίησης να προχωρήσουν στην έκδοση προτύπων βάσει της οδηγίας αυτής, ενώ δεν προβλέπεται η δημοσίευση των κειμένων αναφοράς των προτύπων αυτών στην OPEC. Η έλλειψη συγκεκριμένου "καθεστώτος" των ευρωπαϊκών προτύπων βάσει της οδηγίας μείωσε την αξιοπιστία της ως αποτελεσματικού μέσου για τη διασφάλιση της εναρμόνισης. Σε πολλές περιπτώσεις, οι κατασκευαστές ορισμένων κατηγοριών προϊόντων απαίτησαν την έγκριση ειδικών οδηγιών για τα προϊόντα τους, παρά το γεγονός ότι τα προϊόντα καλύπτονταν θεωρητικά από την οδηγία 92/59/ΕΟΚ και τα ειδικά ευρωπαϊκά πρότυπα. Από την πλευρά τόσο της βιομηχανίας όσο και των καταναλωτών, γίνεται συχνά σαφής η ανάγκη για πρόσθετη νομοθεσία στον τομέα αυτό καθώς η οδηγία δε θεωρείται πάντοτε επαρκής για τους στόχους της προστασίας των καταναλωτών και της εσωτερικής αγοράς. Είναι σαφές πως δεν είναι δυνατή η εισαγωγή στην ίδια την οδηγία λεπτομερών απαιτήσεων ασφάλειας που να καλύπτουν με επαρκή τρόπο όλα τα προϊόντα που εμπίπτουν στο ευρύτατο πεδίο εφαρμογής της. Επομένως, είναι εξαιρετικά σημαντικό να ενισχυθεί ο ρόλος των ευρωπαϊκών προτύπων στην εδραίωση της συμμόρφωσης των προϊόντων με την απαίτηση γενικής ασφάλειας της οδηγίας. Υπό το πρίσμα αυτό, η ΟΓΑΠ θα μπορούσε να παράσχει το πλαίσιο για τη διασφάλιση ενός επαρκούς βαθμού εναρμόνισης των απαιτήσεων ασφάλειας, όσον αφορά στις ομάδες προϊόντων που έχουν μεγαλύτερη σημασία για την ασφάλεια των καταναλωτών και τη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς, με μια προσέγγιση ευέλικτη που θα παρακάμπτει παράλληλα την ανάγκη διεύρυνσης της τομεακής νομοθεσίας. Η αναθεώρηση πρέπει να καθιστά δυνατό ότι τα προϊόντα τα οποία είναι σύμφωνα προς τα ευρωπαϊκά πρότυπα, που έχουν εκπονηθεί από τους ευρωπαϊκούς οργανισμούς τυποποίησης κατόπιν εντολής από την Επιτροπή και των οποίων τα κείμενα αναφοράς έχουν δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα της ΕΕ, θα θεωρείται ότι συμμορφώνονται με τις απαιτήσεις ασφάλειας της οδηγίας. Η διαδικασία που προβλέπεται στην οδηγία 98/34/EΚ θα ισχύει για την ανάθεση των εντολών τυποποίησης βάσει της ΟΓΑΠ. Την Ευρωπαϊκή Επιτροπή θα συνδράμει στο έργο της η επιτροπή της οδηγίας 98/34/ΕΚ. Η ίδια διαδικασία θα ισχύει επίσης για την ενδεχόμενη δημοσίευση ορισμένων υπαρχόντων προτύπων επαρκούς ποιότητας. Επιπλέον, η Επιτροπή μπορεί, όπως προβλέπεται στη Συνθήκη, να εκδώσει συστάσεις προς τα κράτη μέλη. Οι συστάσεις αυτές μπορούν να χρησιμοποιηθούν, σύμφωνα με τους σκοπούς της ΟΓΑΠ, για τη χάραξη κατευθυντήριων γραμμών αναφορικά με την αξιολόγηση της ασφάλειας των προϊόντων με σκοπό να διευκολυνθεί η αποτελεσματική και συνεπής εφαρμογή της οδηγίας σε σχέση με ορισμένα προϊόντα και κατηγορίες κινδύνων. Οι συστάσεις αυτές μπορεί να στοχεύουν συγκεκριμένα στη διευκόλυνση της εφαρμογής της ΟΓΑΠ για ορισμένα προϊόντα, εν αναμονή της έκδοσης ειδικών προτύπων για αυτά ή στις περιπτώσεις που η ύπαρξη προτύπων δε θεωρείται αναγκαία ή ενδεδειγμένη. Πρέπει επίσης να περιληφθεί στην ΟΓΑΠ διαδικασία "ρήτρας διασφάλισης" ώστε τα κράτη μέλη και η Επιτροπή να μπορούν να παρεμβαίνουν, όταν ένα πρότυπο δεν προσφέρει το απαιτούμενο επίπεδο προστασίας. 2.5. Παρακολούθηση της αγοράς και εξουσίες αναγκαστικής εκτέλεσης Η οδηγία 92/59/ΕΟΚ ορίζει "τις υποχρεώσεις και εξουσίες των κρατών μελών" σε σχέση με την παρακολούθηση αγοράς και την αναγκαστική εκπλήρωση των απαιτήσεων της οδηγίας. Η παρακολούθηση αγοράς και η εφαρμογή εξουσιών αναγκαστικής εκτέλεσης είναι υψίστης σημασίας για τη διασφάλιση της αποτελεσματικής και συνεπούς εφαρμογής των κοινοτικών απαιτήσεων που αφορούν την ασφάλεια των καταναλωτικών προϊόντων εν γένει. Ωστόσο, η εμπειρία κατέδειξε άνιση εφαρμογή της ΟΓΑΠ και της υπόλοιπης σχετικής νομοθεσίας περί ασφάλειας των προϊόντων λόγω της διαφορετικής αποτελεσματικότητας των συστημάτων ελέγχου και αναγκαστικής εκτέλεσης που έχουν συστήσει τα κράτη μέλη. Εξάλλου, πολλές φορές οι κυρώσεις δεν λειτουργούν επαρκώς αποτρεπτικά ή δεν εφαρμόζονται και επομένως δε συνιστούν πάντοτε αποτελεσματικό μέσο διασφάλισης της συμμόρφωσης. Τέλος, ενώ η εσωτερική αγορά της ΕΕ είναι σήμερα ανοιχτή και ολοκληρωμένη για τα καταναλωτικά προϊόντα, η παρακολούθηση της αγοράς παραμένει κατακερματισμένη, με ελάχιστη συνεργασία μεταξύ των αρμόδιων αρχών των κρατών μελών. Υπάρχει, επομένως, ανάγκη για αυστηρότερες κοινοτικές διατάξεις σχετικά με την παρακολούθηση της αγοράς και τις εξουσίες εφαρμογής προκειμένου: * να εξασφαλιστεί, όπου χρειάζεται, η εφαρμογή αποτελεσματικών, αναλογικών και αποτρεπτικών κυρώσεων. * να εξασφαλιστεί η εισαγωγή συστηματικών και συντονισμένων προσεγγίσεων παρακολούθησης της αγοράς από όλα τα κράτη μέλη με στόχο την επίτευξη συγκρίσιμων επιπέδων αποτελεσματικότητας, ικανών να εγγυηθούν υψηλό επίπεδο προστασίας. * να εξασφαλιστεί η διαφανής λειτουργία των συστημάτων παρακολούθησης της αγοράς και το άνοιγμά τους προς τους καταναλωτές και τους άλλους ενδιαφερόμενους. * να προβλεφθεί η περιοδική αξιολόγηση από την Επιτροπή των αποτελεσμάτων που επιτυγχάνονται από τα συστήματα παρακολούθησης αγοράς των κρατών μελών, ως μέρος μιας ευρύτερης αξιολόγησης της λειτουργίας της ΟΓΑΠ. * να δημιουργηθεί ένα πλαίσιο για συστηματική συνεργασία μεταξύ των αρχών που είναι αρμόδιες για την εφαρμογή της νομοθεσίας στα κράτη μέλη, με τη συμμετοχή και της Επιτροπής. Για το σκοπό αυτό, πρέπει να ιδρυθεί ένα Ευρωπαϊκό Δίκτυο Ασφάλειας Προϊόντων με σκοπό την προαγωγή, σε επιχειρησιακό επίπεδο, της ανταλλαγής πληροφοριών σχετικά με την εκτίμηση κινδύνων, τις μεθόδους δοκιμής, κλπ., και τη διευκόλυνση της υλοποίησης κοινών έργων και δραστηριοτήτων. * να ενθαρρύνονται τα κράτη μέλη στη χρήση των πιο πρόσφατων επιστημονικών επιτευγμάτων. * να ενισχυθούν οι εξουσίες επιβολής των αρμόδιων αρχών όσον αφορά: - την απαγόρευση της εξαγωγής των επικίνδυνων προϊόντων σε χώρες εκτός της ΕΕ. - την ανάκληση των επικίνδυνων προϊόντων που έχουν ήδη διατεθεί στους καταναλωτές και την επαρκή ενημέρωση των καταναλωτών σχετικά με τους κινδύνους που παρουσιάζουν τα προϊόντα αυτά. - την προσωρινή απαγόρευση της διάθεσης ορισμένων προϊόντων στην αγορά, εν αναμονή του ελέγχου και της αξιολόγησης των κινδύνων που παρουσιάζουν. - την ταχεία δράση, σε περιπτώσεις σοβαρών κινδύνων που απαιτούν άμεση ή ταχεία παρέμβαση, και την κατάργηση των περιορισμών που παρατηρούνται στη διάδοση των πληροφοριών σχετικά με τέτοιου είδους κινδύνους για τους σκοπούς της ΟΓΑΠ. 2.6. Κοινοποίηση και ανταλλαγή πληροφοριών Βάσει της ΟΓΑΠ, τα κράτη μέλη πρέπει να κοινοποιούν στην Επιτροπή τα μέτρα που λαμβάνουν για τον περιορισμό της διάθεσης στην αγορά, ή για την απόσυρση, κάποιου προϊόντος ή παρτίδας προϊόντος. Στην περίπτωση προϊόντων που παρουσιάζουν σοβαρό και άμεσο κίνδυνο, οι πληροφορίες σχετικά με τέτοια μέτρα, που λαμβάνονται ή αποφασίζονται από κάποιο κράτος μέλος, διαβιβάζονται γρήγορα από την Επιτροπή σε όλα τα κράτη μέλη (σύστημα RAPEX). Τέτοιου είδους κοινοποιήσεις δεν απαιτούνται στην περίπτωση κινδύνων με τοπική μόνον εμβέλεια. Εκτός των κοινοποιήσεων που εκδίδονται βάσει του RAPEX, η Επιτροπή οφείλει να πραγματοποιεί διαβουλεύσεις με τα ενδιαφερόμενα μέρη, να αξιολογεί το αιτιολογικό του κάθε μέτρου και να ενημερώνει όλα τα κράτη μέλη για τα συμπεράσματά της, εφόσον κρίνει ότι ορθώς ελήφθη το συγκεκριμένο μέτρο. Η εμπειρία από τις απαιτήσεις κοινοποίησης κατέδειξε την ανάγκη ορθολογικής οργάνωσης και ενίσχυσης ορισμένων από τις σχετικές διατάξεις. Πρέπει να διευκρινιστεί ότι οι απαιτήσεις κοινοποίησης καλύπτουν μέτρα που αφορούν τόσο μεμονωμένα προϊόντα (προϊόντα συγκεκριμένης μάρκας ή τύπου) ή παρτίδες των προϊόντων αυτών, όσο και κατηγορίες προϊόντων, δηλαδή σύνολα προϊόντων με τις ίδιες ή παρεμφερείς λειτουργίες που παρουσιάζουν ένα δεδομένο κίνδυνο. Μελλοντικά, θα υπάρχει υποχρέωση κοινοποίησης και για τα μέτρα που αφορούν κινδύνους τοπικής εμβέλειας, όπου θα υποδεικνύεται ο τοπικός χαρακτήρας του προβλήματος, καθώς είναι δύσκολο πολλές φορές να αποκλειστεί το ενδεχόμενο μελλοντικής εκδήλωσης παρεμφερούς κινδύνου σε κάποιο άλλο κράτος μέλος. Η επίπονη διαδικασία διαβούλευσης και αξιολόγησης που προβλέπεται για την Επιτροπή στο άρθρο 7 της ΟΓΑΠ πρέπει να απλοποιηθεί προκειμένου να καταστεί δυνατή η ταχεία ενημέρωση όλων των κρατών μελών για τα μέτρα που κρίνονται αιτιολογημένα από την Επιτροπή. Το σύστημα RAPEX πρέπει να αναθεωρηθεί ως εξής: - Πρέπει να κοινοποιούνται εκτός των άλλων οι εθελοντικές ενέργειες που ενθαρρύνονται από τις αρχές ή συμφωνούνται με αυτές. Πράγματι, σε πολλές περιπτώσεις η εθελοντική δράση καταργεί την ανάγκη επιβολής μέτρων αίροντας τον κίνδυνο που έχει παρουσιαστεί. Είναι απαραίτητη η ενημέρωση όλων των κρατών μελών σχετικά με τις ενέργειες αυτές για την αποτελεσματική και συνεπή εφαρμογή της οδηγίας. - Τα μέτρα ή ενέργειες που πρέπει να κοινοποιούνται είναι αυτά που αφορούν σοβαρούς κινδύνους για την υγεία και την ασφάλεια των καταναλωτών, οι οποίοι κίνδυνοι απαιτούν ταχεία επέμβαση. Η εμπειρία έδειξε ότι η έννοια του "άμεσου κινδύνου" αποτελεί πηγή σύγχυσης και ανασφάλειας δικαίου. Δεν έχει δοθεί σαφής και ενιαίος ορισμός για όλη την ΕΕ και επομένως η έννοια αυτή έχει μικρή πρακτική χρήση, περιπλέκοντας μάλιστα τις αποφάσεις σχετικά με την απαιτούμενη δράση προστασίας. Μπορεί να υπάρχουν ποικίλες καταστάσεις που χρήζουν άμεσης παρέμβασης. Οι έννοιες του "άμεσου κινδύνου" και των "μέτρων έκτακτης ανάγκης" δεν έχουν πάντοτε ισχύ στις καταστάσεις αυτές και μπορεί σε ορισμένες περιπτώσεις να διαστρεβλώσουν τον τρόπο με τον οποίο γίνονται αντιληπτά τα εξεταζόμενα μέτρα ασφαλείας και να δημιουργήσουν αδικαιολόγητες και υπερβολικές ανησυχίες. - Ο ρόλος της Επιτροπής πρέπει να διευκρινιστεί. Η Επιτροπή δεν είναι σε θέση να ολοκληρώνει την αξιολόγησή της για τον κίνδυνο που παρουσιάζει κάποιο προϊόν εντός των προθεσμιών που προβλέπονται για τη διαβίβαση των πληροφοριών σε όλα τα κράτη μέλη. Επομένως, η αρχική αξιολόγηση της Επιτροπής θα περιορίζεται στο να ελέγχει τη συμμόρφωση με τις απαιτήσεις που θα καθιερώνει η αναθεωρημένη ΟΓΑΠ για τη λειτουργία του RAPEX, ιδιαίτερα το αν περιλαμβάνονται επαρκείς πληροφορίες για το συγκεκριμένο κίνδυνο, τα μέτρα που λαμβάνονται και το αιτιολογικό τους. - Το σύστημα RAPEX πρέπει να διευρυνθεί ώστε να καταστεί δυνατή, υπό τις κατάλληλες συνθήκες, η συμμετοχή χωρών εκτός της ΕΕ ή διεθνών οργανισμών, στη βάση της αμοιβαιότητας. Αυτό μπορεί να επιτευχθεί με ειδικές συμφωνίες μεταξύ της ΕΚ και των εν λόγω χωρών ή οργανισμών. Το όφελος θα είναι η ευρύτερη κάλυψη κινδύνων και επικίνδυνων προϊόντων και μια πιο αποτελεσματική δράση προστασίας. - Tο παράρτημα της οδηγίας, στο οποίο περιλαμβάνονται οι απαιτήσεις για τη λειτουργία του συστήματος RAPEX, πρέπει να προβλέπει την θέσπιση από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, η οποία θα επικουρείται από συμβουλευτική επιτροπή, επιχειρησιακών κατευθυντήριων γραμμών για τη διευκόλυνση της αποτελεσματικής λειτουργίας του συστήματος. 2.7. Ταχεία δράση σε κοινοτικό επίπεδο Η ΟΓΑΠ προβλέπει την έγκριση αποφάσεων από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή (με τη συνδρομή της επιτροπής έκτακτης ανάγκης) που θα απαιτούν από τα κράτη μέλη να λαμβάνουν προσωρινά μέτρα για τα προϊόντα που παρουσιάζουν σοβαρό και άμεσο κίνδυνο, βάσει μιας σειράς ουσιαστικών και διαδικαστικών συνθηκών. Οι όροι για τις αποφάσεις αυτές είναι πολύ περιοριστικοί. Στην πράξη, η επίτευξη συμφωνίας σχετικά με τη χρήση της διαδικασίας αυτής αποδείχθηκε δυσχερής. Αυτά που κατά κύριο λόγο χρειάζονται για τη βελτίωση του μηχανισμού ταχείας λήψης μέτρων σε κοινοτικό επίπεδο είναι τα εξής: - πρέπει να διευκρινιστεί ότι τέτοιες αποφάσεις πρέπει να λαμβάνονται όταν παρίσταται ανάγκη για ταχεία δράση. - Για τους λόγους που εξηγήθηκαν παραπάνω, πρέπει να διαγραφεί η αναφορά στην αρχή του άμεσου κινδύνου, η οποία δεν μπορεί να οριστεί και επομένως δημιουργεί ανασφάλεια δικαίου. - Η ισχύς των αποφάσεων αυτών πρέπει να επεκταθεί από τους 3 μήνες που είναι σήμερα σε 1 έτος. Τα μέτρα πρέπει να επανεξετάζονται και να ανανεώνονται όταν χρειάζεται. Με τον τρόπο αυτό θα εκλείψει μεγάλος διοικητικός φόρτος που προκαλεί η σημερινή πολύ περιορισμένη ισχύς. - Τα μέτρα που αφορούν ένα συγκεκριμένο προϊόν ή παρτίδα προϊόντος πρέπει να έχουν απεριόριστη ισχύ. Πράγματι δεν κρίνεται πρακτικό ούτε ενδεδειγμένο να επικυρώνονται με οδηγίες ή αποφάσεις του Συμβουλίου και του ΕΚ μέτρα για μεμονωμένα προϊόντα ή παρτίδες προϊόντων, ή για συγκεκριμένες μάρκες και τύπους. - Πρέπει να απλοποιηθούν οι συνθήκες για τη λήψη αποφάσεων βάσει της διαδικασίας αυτής. Οι αναγκαίες συνθήκες για την κινητοποίηση του μηχανισμού ταχείας λήψης μέτρων σε κοινοτικό επίπεδο είναι στην πραγματικότητα: οι αποκλίσεις μεταξύ των κρατών μελών όσον αφορά τα μέτρα για την αντιμετώπιση του εκάστοτε κινδύνου, η έλλειψη συγκεκριμένων διαδικασιών ταχείας κοινοτικής δράσης για το εκάστοτε προϊόν, και η ύπαρξη μιας κατάστασης όπου ο κίνδυνος μπορεί να αντιμετωπιστεί με μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα μέσω της κοινοτικής δράσης, προκειμένου να διασφαλιστεί συνεκτικό επίπεδο προστασίας και ομαλή λειτουργία της εσωτερικής αγοράς. Αντίθετα, ο όρος ότι οι πληροφορίες σχετικά με κινδύνους πρέπει να προέρχονται μόνον από κράτη μέλη είναι ασύμβατος με την πραγματικότητα της παγκόσμιας αγοράς, την αυξανόμενη σημασία των ανεξάρτητων επιστημονικών γνωμοδοτήσεων και το ρόλο των οργανώσεων των καταναλωτών. Τέλος, η απαίτηση ότι τουλάχιστον ένα κράτος μέλος πρέπει να έχει εγκρίνει μέτρα για κάποιο προϊόν συγκρούεται με την ανάγκη για ταχεία δράση, ενώ η απαίτηση για διατύπωση αιτήματος από κράτος μέλος προκειμένου να ληφθεί απόφαση από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή επικαλύπτεται με τη διαδικασία μέσω επιτροπής που προβλέπεται για την έγκρισή της. - Τέλος, η επιβολή μιας περιόδου δέκα ημερών για την εφαρμογή των μέτρων που μπορεί να αποφασιστούν βάσει της διαδικασίας αυτής δεν είναι ρεαλιστική. Πρέπει να υπάρχει δυνατότητα για προσαρμογή της προβλεπόμενης περιόδου στην κάθε περίπτωση. - Υπάρχει κίνδυνος προϊόντα τα οποία αποτελούν αντικείμενο κοινοτικής απόφασης που απαγορεύει προσωρινά ή μόνιμα τη διάθεσή τους στην κοινοτική αγορά ή τα οποία έχουν αποσυρθεί από την αγορά ή ανακληθεί από τους καταναλωτές να εξαχθούν από την Κοινότητα σε χώρες εκτός της ΕΕ. Η παρούσα ΟΓΑΠ δεν απαγορεύει τέτοιου είδους εξαγωγές. Οι αρχές ορισμένων κρατών μελών προβληματίζονται ιδιαίτερα σε σχέση με την κατάληξη των αποθεμάτων προϊόντων για τα οποία έχει δοθεί εντολή απόσυρσης από την αγορά λόγω των κινδύνων που παρουσιάζουν για την υγεία και την ασφάλεια των καταναλωτών. Έτσι, μερικά κράτη μέλη έχουν απαγορεύσει την εξαγωγή επικίνδυνων προϊόντων, με στόχο κατά κύριο λόγο να εμποδίσουν την πώληση αποθεμάτων που έχουν αποσυρθεί από την αγορά τους σε αγορές άλλων κρατών. Οι καταναλωτές σε όλο τον κόσμο δικαιούνται να προσδοκούν ότι δεν θα εξάγονται στις χώρες τους προϊόντα για τα οποία έχει εκδοθεί απαγόρευση διάθεσης στην κοινοτική αγορά. Εξάλλου, υπάρχει κίνδυνος επανεισαγωγής στην αγορά της ΕΕ απαγορευμένων προϊόντων που είχαν εξαχθεί. Προτείνεται συνεπώς η απαγόρευση της εξαγωγής σε χώρες εκτός της ΕΕ προϊόντων τα οποία αποτελούν αντικείμενο κοινοτικής απόφασης, η οποία απαγορεύει προσωρινά ή μόνιμα τη διάθεσή τους στην κοινοτική αγορά ή τα οποία έχουν αποσυρθεί από την αγορά ή ανακληθεί από τους καταναλωτές Η ευθύνη της συμμόρφωσης με την υποχρέωση αυτή επιβαρύνει τους παραγωγούς και τους εξαγωγείς. Οι αρχές πρέπει να επεμβαίνουν σε περίπτωση παράβασης. 2.8. Επιτροπές Βάσει της ΟΓΑΠ, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή επικουρείται από μια κανονιστική επιτροπή αποτελούμενη από αντιπροσώπους των κρατών μελών. Η επιτροπή αυτή γνωμοδοτεί σχετικά με τις αποφάσεις που αναφέρονται στο άρθρο 9 της οδηγίας και με τις τροποποιήσεις του παραρτήματος. Η επιτροπή αυτή αναφέρεται στην οδηγία ως "επιτροπή έκτακτης ανάγκης" (παρά το γεγονός ότι οι αποφάσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής σχετικά με προϊόντα που παρουσιάζουν "σοβαρούς και άμεσους κινδύνους" δεν περιορίζονται ρητά στις περιπτώσεις έκτακτης ανάγκης). Η "επιτροπή έκτακτης ανάγκης" πρέπει να μετονομαστεί σε "κανονιστική επιτροπή ασφάλειας καταναλωτικών προϊόντων" ώστε η ονομασία της να αντανακλά καλύτερα τα καθήκοντά της. Οι διαδικασίες διαβούλευσης με την επιτροπή αυτή πρέπει να εναρμονιστούν με τους κανόνες για την άσκηση των εκτελεστικών εξουσιών που έχουν χορηγηθεί στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή, βάσει της απόφασης 1999/468/EΚ του Συμβουλίου. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή θεωρεί ότι μια συμβουλευτική επιτροπή ασφάλειας καταναλωτικών προϊόντων θα είναι χρήσιμη για την εξέταση τυχόν προβλημάτων σε σχέση με την εφαρμογή της παρούσας οδηγίας (με εξαίρεση την ταχεία λήψη μέτρων), ιδιαίτερα ζητημάτων που συνδέονται με τις δραστηριότητες αναγκαστικής εφαρμογής της οδηγίας και παρακολούθησης της αγοράς. Τα μέλη της συγκεκριμένης επιτροπής θα είναι εμπειρογνώμονες από τις διάφορες εθνικές διοικήσεις που είναι αρμόδιες για την ασφάλεια των καταναλωτών. Εξάλλου, υπάρχει πλέον πρακτική ανάγκη για ένα φόρουμ στο οποίο θα μπορούν να συζητούνται όλες οι πτυχές εφαρμογής της οδηγίας και να προωθείται η κατάλληλη συνεργασία μεταξύ όλων των ενδιαφερομένων μερών. Έτσι, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προτίθεται να συμπεριλάβει στον εσωτερικό κανονισμό της συμβουλευτικής επιτροπής ασφάλειας καταναλωτικών προϊόντων τη δυνατότητα διαβούλευσης με τους ενδιαφερόμενους, τους σχετικούς οργανισμούς τυποποίησης και τεχνικούς φορείς καθώς και άλλους ειδικούς ανάλογα με τα υπό εξέταση θέματα. Τέλος, πρέπει να εξασφαλιστεί η στενή συνεργασία μεταξύ των επιτροπών ασφάλειας καταναλωτικών προϊόντων και των άλλων επιτροπών που έχουν συστηθεί βάσει συγκεκριμένων διατάξεων της κοινοτικής νομοθεσίας ώστε να συνδράμουν την Ευρωπαϊκή Επιτροπή σε θέματα που αφορούν την υγεία και την ασφάλεια των προϊόντων. 2.9. Εχεμύθεια Οι τρέχουσες διατάξεις της ΟΓΑΠ σχετικά με την εχεμύθεια δεν μπόρεσαν να διασφαλίσουν μια αρκετά συνεκτική προσέγγιση για όλη την επικράτεια της ΕΕ όσον αφορά στους στόχους της οδηγίας. Σε ορισμένες περιπτώσεις, πληροφορίες που θεωρούνται εμπιστευτικές σε ένα κράτος μέλος πρέπει να γίνουν δημόσια γνωστές βάσει των απαιτήσεων άλλων κρατών μελών περί διαφάνειας. Αυτό δημιουργεί δυσκολίες στην κυκλοφορία, χρήση και κοινολόγηση πληροφοριών σχετικά με τους κινδύνους και τα επικίνδυνα προϊόντα, κυρίως στο πλαίσιο του συστήματος RAPEX. Απαιτείται περαιτέρω διευκρίνιση των διατάξεων της ΟΓΑΠ προκειμένου να επιτευχθεί μια κοινή προσέγγιση της διαχείρισης των πληροφοριών στον τομέα αυτό. Η προστασία πρέπει να περιορίζεται στο επαγγελματικό απόρρητο, ενώ οι πληροφορίες που κατέχουν οι αρμόδιες αρχές σχετικά με κινδύνους προϊόντων και δεν καλύπτονται από το απόρρητο αυτό πρέπει να διατίθενται στο κοινό. 3. Επικουρικοτητα Η οδηγία για τη γενική ασφάλεια των προϊόντων εγκρίθηκε το 1992 ως μέρος του προγράμματος που στόχευε στη δημιουργία της εσωτερικής αγοράς μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 1992. Είχε ειδικά σχεδιαστεί με σκοπό να αποτρέψει ενδεχόμενα εμπόδια στις συναλλαγές και στρέβλωση του ανταγωνισμού εντός της εσωτερικής αγοράς λόγω διαφορών στην οριζόντια νομοθεσία περί ασφάλειας των προϊόντων μεταξύ των κρατών μελών. Σύμφωνα με τις διατάξεις της συνθήκης, και συγκεκριμένα το άρθρο 100Α (νυν άρθρο 95), αυτό θα μπορούσε να επιτευχθεί με την εισαγωγή απαιτήσεων με στόχο την επίτευξη υψηλό επίπεδο προστασίας της υγείας και της ασφάλειας των καταναλωτών. Οι στόχοι της οδηγίας για την γενική ασφάλεια των προϊόντων συγκαταλέγονται μεταξύ των θεμελιωδών αρμοδιοτήτων της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και εξ ορισμού μπορούν να επιτευχθούν μόνο με τη λήψη μέτρων σε κοινοτικό επίπεδο. Όλες οι προτεινόμενες τροποποιήσεις αποβλέπουν στην ενίσχυση της αποτελεσματικότητας της οδηγίας και στη διασφάλιση μιας πιο συνεπούς εφαρμογής των διατάξεών της. Όσον αφορά στις διατάξεις περί παρακολούθησης της αγοράς, πρέπει να σημειωθεί ότι εναπόκειται κατά κύριο λόγο στα κράτη μέλη να αποφασίσουν την προσέγγιση και τα μέτρα που πρέπει να ληφθούν ώστε να εξασφαλιστεί ότι οι παραγωγοί και οι διανομείς συμμορφώνονται με τις υποχρεώσεις τους βάσει της οδηγίας. Τα μέτρα αυτά θα πρέπει να λαμβάνουν υπόψη την εσωτερική θεσμική οργάνωση και τις διοικητικές πρακτικές των κρατών μελών. Ωστόσο, αν τα συστήματα παρακολούθησης αγοράς και οι προσεγγίσεις επιβολής που ακολουθούνται δεν αποδειχθούν επαρκώς αποτελεσματικά, οι στόχοι της οδηγίας δεν μπορούν να επιτευχθούν. Επιπλέον, οι αδυναμίες στις δράσεις επιβολής κάποιου κράτους μέλους μπορούν, υπό ορισμένες συνθήκες, να επηρεάσουν την ασφάλεια των καταναλωτών και σε άλλα κράτη μέλη. Η εμπειρία έδειξε ότι στις περιπτώσεις αυτές μπορεί να διακυβευτεί η εμπιστοσύνη των καταναλωτών σε όλη την ΕΕ και να υπάρξουν προβλήματα σε ολόκληρους οικονομικούς κλάδους. Είναι επομένως αναγκαίο να προσδιοριστούν καλύτερα οι υποχρεώσεις που βαρύνουν τα κράτη μέλη όσον αφορά στην εισαγωγή των κατάλληλων μέσων και διαδικασιών επιβολής. Οι υποχρεώσεις αυτές δεν πρέπει, ωστόσο, να συγκρούονται με τις εσωτερικές θεσμικές δομές, τις διοικητικές πρακτικές και τον καταμερισμό των αρμοδιοτήτων μεταξύ των θεσμικών και διοικητικών βαθμίδων και τομέων στα κράτη μέλη. Κατά συνέπεια, οι σχετικές νέες διατάξεις για τις εξουσίες παρακολούθησης και επιβολής διατυπώνονται με γενικό τρόπο, ώστε να είναι συμβατές με τις ποικίλες εσωτερικές συνθήκες των κρατών μελών. 4. Οικονομικεσ πτυχεσ και αντικτυποσ στισ μικρομεσαιεσ επιχειρησεισ (μμε) Αρκετές από τις νέες ή τροποποιημένες διατάξεις που εισάγει η προτεινόμενη αναθεώρηση είναι διοικητικού χαρακτήρα (όπως αυτές που αφορούν την επιβολή μηχανισμών παρακολούθησης αγοράς, την καλύτερη συνεργασία μεταξύ των κρατών μελών, τη βελτίωση του συστήματος RAPEX, κλπ.) και δεν έχουν αντίκτυπο στους οικονομικούς φορείς. Ορισμένες άλλες τροποποιήσεις στοχεύουν αποκλειστικά στο να διευκρινίσουν το υπάρχον κείμενο ώστε να διασφαλιστεί μια πιο αποτελεσματική και συνεπής εφαρμογή (λόγου χάρη, οι τροποποιήσεις που αφορούν το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας, τις σχέσεις της με τις άλλες οδηγίες, κλπ.). Ακόμη και στην περίπτωση αυτή οι τροποποιήσεις δεν έχουν αντίκτυπο στους οικονομικούς φορείς. Ωστόσο, ένας μικρός αριθμός από τις προτεινόμενες τροποποιήσεις μπορεί κάλλιστα να έχουν οικονομικές συνέπειες για τις επιχειρήσεις: - η υποχρέωση των παραγωγών και των διανομέων να ενημερώνουν τις αρχές όταν διαπιστώνουν ότι κάποιο από τα προϊόντα που προμηθεύουν είναι επικίνδυνο. - η υποχρέωση των παραγωγών και των διανομέων να συνεργάζονται με τις αρχές με στόχο την πρόληψη των κινδύνων για την υγεία και την ασφάλεια των καταναλωτών. - η υποχρέωση ανάκλησης των επικίνδυνων προϊόντων, όταν αυτό είναι αναγκαίο για την πρόληψη των κινδύνων. - η απαγόρευση της εξαγωγής επικίνδυνων προϊόντων σε χώρες εκτός της ΕΕ. Όλες οι παραπάνω υποχρεώσεις, εκτός της τελευταίας, ισχύουν αποκλειστικά στην περίπτωση που κάποιος οικονομικός φορέας έχει διαθέσει στην αγορά ένα επικίνδυνο προϊόν, παραβιάζοντας τη θεμελιώδη υποχρέωσή του να εμπορεύεται μόνον ασφαλή προϊόντα. Οι παραγωγοί και οι διανομείς μπορούν επομένως να προλαμβάνουν ή τουλάχιστον να ελαχιστοποιούν τις οικονομικές συνέπειες των υποχρεώσεων αυτών αξιολογώντας με προσοχή τους τυχόν κινδύνους των προϊόντων τους πριν τα διαθέσουν στην αγορά, κάτι που βάσει της παρούσας οδηγίας συνιστά υποχρέωσή τους. Δεν είναι δυνατό να εκτιμηθεί πόσο συχνά θα εμφανίζεται η ανάγκη εφαρμογής των υποχρεώσεων αυτών: όλα θα εξαρτηθούν από τη μέριμνα των ενδιαφερόμενων οικονομικών φορέων να προμηθεύουν ασφαλή και μόνο προϊόντα. Κατά τον ίδιο τρόπο, οι οικονομικές συνέπειες της κάθε διάταξης θα εξαρτηθούν από τη φύση και τις συνθήκες της μη συμμόρφωσης και επομένως η εκ των προτέρων εκτίμηση θα ήταν άνευ περιεχομένου. Η υποχρέωση των παραγωγών και των διανομέων να ενημερώνουν τις αρχές, όταν διαπιστώνουν ότι κάποιο από τα προϊόντα που προμηθεύουν είναι επικίνδυνο, ισχύει ήδη σε ορισμένες χώρες εκτός της ΕΕ, κυρίως στις ΗΠΑ. Ισχύει επίσης για τις ευρωπαϊκές εταιρείες που δραστηριοποιούνται στις αγορές των μη κοινοτικών αυτών χωρών και δεν υπάρχουν ενδείξεις για υπέρμετρη επιβάρυνσή τους. Οι δαπάνες που συνδέονται με την υποχρέωση συνεργασίας με τις αρχές, ιδιαίτερα σε περιπτώσεις κρίσεων, όπως αυτές που ενέσκηψαν πρόσφατα στον τομέα των τροφίμων, πρέπει να εξεταστούν στο πλαίσιο των ευρύτερων οικονομικών συνεπειών που μπορεί να συνεπάγεται η αδυναμία ταχείας και αποτελεσματικής αντιμετώπισης των κινδύνων που διατρέχουν οι καταναλωτές σε τέτοιες περιπτώσεις. Είναι σαφές ότι κάθε μία από τις περιπτώσεις αυτές ενέχει ιδιαιτερότητες και δεν είναι δυνατή η εκ των προτέρων ποσοτικοποίηση του κόστους και της ωφέλειας. Το ίδιο ισχύει για την ανάκληση των προϊόντων που έχουν ήδη διατεθεί στους καταναλωτές. Το κόστος μιας ανάκλησης θα ποικίλλει σε συνάρτηση με παράγοντες όπως η γεωγραφική διάσταση, ο αριθμός των πωληθέντων προϊόντων, η αξία των προϊόντων, κλπ. Στα οφέλη της έγκαιρης απόσυρσης από οικονομική άποψη θα συγκαταλέγεται η μειωμένη ευθύνη του παραγωγού. Τέλος, δεν υπάρχουν στοιχεία για τον τύπο και τον αριθμό των εξαγόμενων επικίνδυνων προϊόντων ή για το ποια μπορεί στο μέλλον να εξαχθούν σε χώρες εκτός της ΕΕ. Οι πιθανές απώλειες σε επίπεδο αγορών για τους Ευρωπαίους παραγωγούς καθώς και τα οφέλη που προκύπτουν από την προτεινόμενη απαγόρευση των εξαγωγών αυτών δεν είναι δυνατό να εκτιμηθούν. Υπενθυμίζεται ότι οι τυχόν αυξημένες δαπάνες που συνδέονται με τις νέες υποχρεώσεις για τις ΜΜΕ προκύπτουν μόνον όταν ένα προϊόν αποδειχθεί μη συμμορφούμενο προς τις απαιτήσεις ασφάλειας της οδηγίας. Επομένως, η συντριπτική πλειονότητα των επιχειρήσεων θα έχει μόνον όφελος από τα ακόλουθα πλεονεκτήματα που προκύπτουν από την αναθεώρηση της οδηγίας. Κατά πρώτον, οι επιχειρήσεις που αθετούν τις υποχρεώσεις τους για προστασία της υγείας και της ασφάλειας των καταναλωτών μπορεί να έχουν αθέμιτο πλεονέκτημα έναντι αυτών που τις τηρούν, στις περιπτώσεις αναποτελεσματικής επιβολής. Η πιο αποτελεσματική παρακολούθηση της αγοράς θα μειώσει αυτά τα κρούσματα αθέμιτου ανταγωνισμού μεταξύ των επιχειρήσεων εντός της εσωτερικής αγοράς καθώς επίσης και στο πλαίσιο της παγκοσμιοποίησης του εμπορίου. Κατά δεύτερον, η αυξημένη συνεργασία με τις αρχές παρακολούθησης αγοράς θα μπορούσε να βοηθήσει τις μικρομεσαίες εταιρείες. Όταν μια ΜΜΕ είναι προμηθευτής ενός μη ασφαλούς προϊόντος, οι εθνικές αρχές πρέπει να συνεργάζονται στενά μαζί της προκειμένου να εξασφαλίσουν ότι θα αναλαμβάνονται οι ενδεικνυόμενες ενέργειες ή μέτρα για την αντιμετώπιση του προβλήματος. Τέλος, η πρόταση στοχεύει επίσης στη διασάφηση των απαιτήσεων ασφαλείας που ισχύουν για τα προϊόντα. Το νέο "καθεστώς" που προβλέπει η πρόταση για τα ευρωπαϊκά πρότυπα, σε συνδυασμό με την ενδεχόμενη χρήση των συστάσεων της Επιτροπής που εισάγουν κατευθυντήριες γραμμές για την εκτίμηση κινδύνων, θα συμβάλουν στην καθιέρωση σαφών σημείων αναφοράς για τις επιχειρήσεις όσον αφορά στον προσδιορισμό των ασφαλών προϊόντων. Αυτό θα βοηθήσει τις επιχειρήσεις και ιδιαίτερα τις ΜΜΕ στη διάθεση προϊόντων στην εσωτερική αγορά. Τα κοινά κριτήρια αξιολόγησης και πρότυπα ασφάλειας προϊόντων θα καταστήσουν δυνατό τον επί ίσοις όροις ανταγωνισμό των επιχειρήσεων διασφαλίζοντάς ίσες ευκαιρίες για όλες. Η αυξημένη χρήση των ευρωπαϊκών προτύπων πρέπει να συνδυαστεί με ενισχυμένη παρακολούθηση της αγοράς. 5. Διαβουλευσεισ Οι οργανισμοί με τους οποίους διεξήχθησαν διαβουλεύσεις και οι οποίοι κατέθεσαν ένα περίγραμμα των βασικών απόψεών τους είναι οι εξής: Ευρωπαϊκή Ένωση για το συντονισμό της εκπροσώπησης των καταναλωτών στην τυποποίηση (ANEC), Ευρωπαϊκό Γραφείο Ενώσεων Καταναλωτών (BEUC), Συνομοσπονδία Βιομηχανιών Ηνωμένου Βασιλείου (CBI), Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Χημικής Βιομηχανίας (CEFIC), Ευρωπαϊκή Επιτροπή Τυποποίησης (CEN), Ευρωπαϊκή Συνομοσπονδία Συνδικάτων (CES/ETUC), Συνομοσπονδία Οικογενειακών Οργανώσεων της Ευρωπαϊκής Κοινότητας (COFACE), οι εκπρόσωποι του λιανικού, χονδρικού και διεθνούς εμπορίου στην Ευρωπαϊκή Ένωση (EUROCOMMERCE), Ευρωπαϊκή Κοινότητα Συνεταιρισμών Καταναλωτών (EUROCOOP), Διαπεριφερειακό Ευρωπαϊκό Ινστιτούτο Κατανάλωσης (IEIC), Ομάδα συνδέσμου των ευρωπαϊκών βιομηχανιών μηχανικών, ηλεκτρικών, ηλεκτρονικών και μεταλλευτικών προϊόντων (ORGALIME), Ευρωπαϊκό Φόρουμ Επιβολής Ασφάλειας Προϊόντων (PROSAFE), Ευρωπαϊκή Ένωση Βιοτεχνίας και ΜΜΕ (UEAPME) και Ένωση των Βιομηχανιών της Ευρωπαϊκής Κοινότητας (UNICE). Επιδίωξη της Επιτροπής ήταν η συμμετοχή όσο το δυνατόν περισσότερων ενδιαφερομένων στη διάρκεια των προπαρασκευαστικών σταδίων της πρότασης. Πραγματοποίησε διαβουλεύσεις με κυβερνητικούς εμπειρογνώμονες, οργανώσεις καταναλωτών, τους ευρωπαϊκούς οργανισμούς τυποποίησης και την ANEC στο πλαίσιο της ομάδας εργασίας για την ασφάλεια των καταναλωτικών προϊόντων. Στόχος ήταν η αξιολόγηση της τρέχουσας εφαρμογής της οδηγίας για τη γενική ασφάλεια των προϊόντων και η διαβούλευση με αντικείμενο τις τυχόν αναγκαίες τροποποιήσεις και ενδεικνυόμενες διατάξεις που έπρεπε ενδεχομένως να περιληφθούν στην αναθεώρησή της. Ένα έγγραφο συζήτησης με τίτλο "Ανασκόπηση και αναθεώρηση της οδηγίας 92/59/ΕΟΚ (γενική ασφάλεια των προϊόντων)" διανεμήθηκε ευρέως και δημοσιεύθηκε στο Διαδίκτυo. Το έγγραφο αυτό χρησιμοποιήθηκε σε μια συνεδρίαση με τη συμμετοχή όλων των ενδιαφερομένων η οποία πραγματοποιήθηκε στις 24 Ιουνίου 1999. Τον Ιανουάριο του 2000, μια δεύτερη συντονιστική σύσκεψη ασχολήθηκε με ένα προσχέδιο της αναθεωρημένης οδηγίας. Το Δεκέμβριο του 1999, η Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή εξέδωσε, με δική της πρωτοβουλία, γνώμη για τη γενική ασφάλεια των προϊόντων. Επιπρόσθετα, το "Centre du Droit de la Consommation" του Πανεπιστημίου της Louvain πραγματοποίησε διαβουλεύσεις με τους ενδιαφερομένους για τη διεξαγωγή μελέτης με αντικείμενο την ασφάλεια των προϊόντων. Οι θέσεις που προέκυψαν όσον αφορά στα βασικά ζητήματα της πρότασης συνοψίζονται στη συνέχεια. Επέκταση του πεδίου εφαρμογής: ο εμπορικός τομέας δεν αντιτίθεται στο να συμπεριληφθούν προϊόντα που προορίζονται για χρήση στο πλαίσιο της παροχής υπηρεσιών εφόσον τα προϊόντα αυτά έχουν άμεση σχέση με την υγεία και την ασφάλεια των καταναλωτών. Η γνώμη του βιομηχανικού τομέα είναι ότι τα προϊόντα που παρέχονται στο πλαίσιο παροχής υπηρεσιών καλύπτονται από το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας. Η άποψη που εξέφρασαν οι εκπρόσωποι των καταναλωτών ήταν ότι με την πάροδο του χρόνου έχουν πλέον δημιουργηθεί πιο θετικές συνθήκες για ανάληψη πρωτοβουλιών στον τομέα των υπηρεσιών. Οι εκπρόσωποι της βιομηχανίας επιμένουν ότι η τρέχουσα διατύπωση της οδηγίας ήδη καλύπτει τις "μεταναστεύσεις" προϊόντων. Εντούτοις, ο εμπορικός τομέας διατηρεί επιφυλάξεις όσον αφορά την ένταξη των προϊόντων αυτών. Οι εκπρόσωποι των καταναλωτών, πάντως, χαιρέτησαν την πρόταση για κάλυψη των προϊόντων αυτών. Οι βιομηχανικές ενώσεις υπογράμμισαν ότι οι τυχόν τροποποιήσεις του παρόντος κειμένου πρέπει να αιτιολογούνται βάσει της αποκτηθείσας εμπειρίας και ότι πρέπει να αποφευχθεί η δημιουργία σύγχυσης με άλλα κοινοτικά νομοθετικά κείμενα. Κριτήρια αξιολόγησης της συμμόρφωσης και πρότυπα ασφάλειας: η ιδέα της ενίσχυσης του ρόλου των ευρωπαϊκών προτύπων έγινε ευνοϊκά δεκτή. Οι οργανώσεις των καταναλωτών και των βιομηχάνων ζήτησαν να συμμετέχουν στη διαδικασία κατάρτισης των εντολών για τους ευρωπαϊκούς οργανισμούς τυποποίησης με στόχο τη βελτίωση της ποιότητας και της διαφάνειας κατά την προετοιμασία και έγκριση των εντολών αυτών. Υποχρεώσεις παραγωγών και διανομέων: οι οικονομικοί φορείς τόνισαν ότι δεν πρέπει να επιβληθούν πρόσθετες υποχρεώσεις αν δεν είναι βέβαιη η επίτευξη αυξημένου βαθμού ασφάλειας. Εξέφρασαν την ανησυχία ότι η επιβολή της υποχρέωσης κοινοποίησης προς τις αρχές στις περιπτώσεις που διαπιστώνεται ότι κάποιο προϊόν είναι επικίνδυνο μπορεί να οδηγήσει σε δαπανηρή γραφειοκρατική επιβάρυνση. Οι εκπρόσωποι των βιομηχάνων ζήτησαν να διευκρινίζεται ότι η ανάκληση των προϊόντων θα χρησιμοποιείται αποκλειστικά ως έσχατο μέσο. Παρακολούθηση της αγοράς και συνεργασία μεταξύ των αρχών: υπάρχει γενική συναίνεση όσον αφορά την ανάγκη ενίσχυσης του υπάρχοντος καθεστώτος παρακολούθησης της αγοράς. Οι συμμετέχοντες υπογράμμισαν τη σημασία της διασάφησης των υποχρεώσεων για τα κράτη μέλη. Οι καταναλωτές ζητούν προστασία και οι επιχειρήσεις εγγυήσεις ότι οι αρμόδιοι για την επιβολή θα είναι σε θέση να διασφαλίσουν τη δίκαιη και ελεύθερη διεξαγωγή του εμπορίου. Διάφοροι οργανισμοί υπογράμμισαν την ανάγκη για συνεκτική προσέγγιση της επιβολής από την τομεακή νομοθεσία και την ΟΓΑΠ. Σύστημα ταχείας ανταλλαγής πληροφοριών: τόσο οι οργανώσεις των καταναλωτών όσο και οι οικονομικοί φορείς τάσσονται υπέρ της βελτίωσης του συστήματος RAPEX. Αναγνωρίζουν τη χρησιμότητα της ύπαρξης σαφών και αναλυτικών στοιχείων σχετικά με τα κοινοποιημένα προϊόντα καθώς και τη σημασία της παρακολούθησης των κοινοποιήσεων που υποβάλλονται από τα κράτη μέλη. Οι εκπρόσωποι των καταναλωτών και της βιομηχανίας ζήτησαν τη διάδοση των πληροφοριών που κοινοποιούνται στο πλαίσιο του συστήματος αυτού καθώς και των γνωμών της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Μέτρα έκτακτης ανάγκης σε κοινοτικό επίπεδο: οι ενδιαφερόμενοι συμφωνούν για τη χρησιμότητα των κοινοτικών μέτρων έκτακτης ανάγκης. Γενικά εκφράστηκε η άποψη ότι οι διαδικαστικές συνθήκες που θέτει το άρθρο 9 αποτελούν αυτή τη στιγμή εμπόδιο για τη λήψη μέτρων έκτακτης ανάγκης. Οι εκπρόσωποι των βιομηχάνων επέμειναν ότι πρέπει να διατηρηθεί η τρίμηνη περίοδος ισχύος των αποφάσεων έκτακτης ανάγκης. Διατύπωσαν επίσης την άποψη ότι η έννοια του "σοβαρού και άμεσου κινδύνου" είναι ήδη καθιερωμένη σε ορισμένα κράτη μέλη. Ωστόσο, υπογραμμίστηκε η ανάγκη διαφοροποίησης μεταξύ των ενεργειών έκτακτης ανάγκης λόγω κάποιου άμεσου κινδύνου και της δράσης για την καταπολέμηση των μακροπρόθεσμων κινδύνων, με παράλληλη ενσωμάτωση της αρχής προφύλαξης. Απαγόρευση της εξαγωγής επικίνδυνων προϊόντων: το ζήτημα που τέθηκε από τους εκπροσώπους της βιομηχανίας στη διάρκεια των διαβουλεύσεων ήταν η ανάγκη διάκρισης μεταξύ των προϊόντων που δεν "θεωρούνται ως ασφαλή" βάσει της οδηγίας και των προϊόντων που είναι επικίνδυνα. Σε ορισμένες περιπτώσεις τα πρότυπα άλλων χωρών μπορεί να διαφέρουν από τα πρότυπα που ισχύουν εντός της ΕΕ, όχι όμως με τρόπο που να καθιστά μη ασφαλή τα προϊόντα που συμμορφώνονται με αυτά. Οι οργανώσεις των καταναλωτών ζήτησαν την απαγόρευση χωρίς καμία εξαίρεση και υπογράμμισαν την αντίφαση μεταξύ της δεδηλωμένης ανάγκης να ισχύει ως γενική αρχή η απαγόρευση αυτών των εξαγωγών και της πρότασης ότι θα μπορούσε υπό ορισμένες συνθήκες να γίνεται δεκτός ένας βαθμός ευελιξίας. Εμπιστευτικός χαρακτήρας: οι οργανώσεις των καταναλωτών θεωρούν τη διαφάνεια ουσιαστικό στοιχείο για τη διασφάλιση της ασφάλειας των καταναλωτών. Επομένως, υποστηρίζουν ότι η διαφάνεια πρέπει να ενταχθεί ως γενική αρχή στον τομέα της υγείας και της ασφάλειας των καταναλωτών και ότι το απόρρητο πρέπει να περιορίζεται σε εξαιρετικές περιπτώσεις. Οι εκπρόσωποι των βιομηχάνων δεν αμφισβητούν ότι οι καταναλωτές πρέπει να ενημερώνονται όταν υπάρχει ένας κίνδυνος, αλλά η ανάγκη για δημόσια ενημέρωση πρέπει να σταθμίζεται σε σχέση με την ανάγκη σεβασμού του επαγγελματικού απορρήτου. 6. Περιεχομενο τησ προτασησ Η παρούσα πρόταση αφορά θέμα που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ και πρέπει επομένως να επεκταθεί στον ΕΟΧ. Οι προτεινόμενες τροποποιήσεις του υπάρχοντος κειμένου είναι υπογραμμισμένες. Το άρθρο 1 αναφέρεται στον κύριο στόχο της οδηγίας. Διευκρινίζει επίσης τις σχέσεις μεταξύ της οδηγίας για τη γενική ασφάλεια των προϊόντων (ΟΓΑΠ) και της υπόλοιπης τομεακής κοινοτικής νομοθεσίας που περιέχει διατάξεις σχετικές με την ασφάλεια ορισμένων προϊόντων. Το άρθρο 2 δίνει τους ορισμούς των εννοιών που χρησιμοποιούνται στην ΟΓΑΠ. Η ΟΓΑΠ καλύπτει όλα τα προϊόντα που παρέχονται ή διατίθενται στους καταναλωτές μέσω των συνηθισμένων δικτύων λιανικού εμπορίου ή από παροχείς υπηρεσιών. Περιλαμβάνει επίσης τις υπηρεσίες αν συνδέονται με το παρεχόμενο προϊόν. Το άρθρο 3 υποχρεώνει τους παραγωγούς να διαθέτουν στην αγορά μόνον ασφαλή προϊόντα. Παρέχει κριτήρια για την αξιολόγηση της συμμόρφωσης των προϊόντων με τη γενική επιταγή ασφάλειας και παρέχει στα προϊόντα που είναι σύμφωνα προς τα ευρωπαϊκά πρότυπα τη δυνατότητα να επωφεληθούν από το τεκμήριο συμμόρφωσης. Άρθρο 4. Η Επιτροπή θα αναθέσει εντολές για την εκπόνηση προτύπων ασφάλειας στους ευρωπαϊκούς οργανισμούς τυποποίησης για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας. Οι δημοσιεύσεις των κειμένων αναφοράς για τα πρότυπα αυτά είναι δυνατό να αποσυρθούν αν θεωρηθεί σε επόμενη φάση ότι δεν παρέχουν επαρκές επίπεδο ασφάλειας. Το άρθρο 5 παρουσιάζει τις διάφορες υποχρεώσεις των παραγωγών και των διανομέων, μεταξύ άλλων, να ενημερώνουν και να συνεργάζονται με τις αρχές, να προειδοποιούν τους καταναλωτές και να ανακαλούν τα επικίνδυνα προϊόντα ως έσχατο μέσο. Επιπλέον, οφείλουν να ενημερώνουν τις εκάστοτε εθνικές αρχές για τα τυχόν προαιρετικά μέτρα που λαμβάνουν. Το άρθρο 6 ορίζει ότι τα κράτη μέλη οφείλουν να εγγυώνται και να παρακολουθούν τη συμμόρφωση των παραγωγών και των διανομέων με τις υποχρεώσεις τους, συμπεριλαμβανομένης της επιβολής κυρώσεων. Τα κράτη μέλη οφείλουν να εκθέτουν λεπτομερώς και να γνωστοποιούν στην Επιτροπή την επιχειρησιακή οργάνωση των συστημάτων παρακολούθησης της αγοράς και να εξασφαλίζουν το συντονισμό και τη συνεργασία μεταξύ των διαφόρων αρμόδιων αρχών. Το άρθρο 7 ορίζει ότι τα κράτη μέλη υποχρεούνται να θεσπίζουν κανόνες για κυρώσεις. Το άρθρο 8 περιγράφει τα μέτρα που πρέπει να υιοθετηθούν τα κράτη μέλη για την επίτευξη των στόχων της οδηγίας. Συγκεκριμένα, τα κράτη μέλη πρέπει να έχουν την εξουσία να εφαρμόζουν επείγοντα μέτρα, όπου χρειάζεται, και να απαγορεύουν την εξαγωγή ορισμένων προϊόντων. Το άρθρο 9 αφορά τις βασικές γενικές απαιτήσεις για μια δομημένη και διαφανή προσέγγιση της λειτουργίας των συστημάτων παρακολούθησης της αγοράς λαμβάνοντας υπόψη τις βέλτιστες πρακτικές. Περιλαμβάνει την κατάρτιση ετήσιων προγραμμάτων και εκθέσεων παρακολούθησης, διαδικασίες αντιμετώπισης των καταγγελιών και δραστηριότητες ελέγχου. Το άρθρο 10 ιδρύει το ευρωπαϊκό δίκτυο ασφάλειας προϊόντων το οποίο έχει ως στόχο να ενισχύσει τη συνεργασία μεταξύ των αρμοδίων για την εφαρμογή της νομοθεσίας αρχών και οργάνων των κρατών μελών και να διευκολύνει την ανταλλαγή πληροφοριών και εμπειρογνωμοσύνης. Το άρθρο 11 εκθέτει αναλυτικά τη διαδικασία κοινοποίησης και ανταλλαγής πληροφοριών. Τα κράτη μέλη οφείλουν να κοινοποιούν στην Επιτροπή τη λήψη μέτρων που περιορίζουν την ελεύθερη διάθεση των προϊόντων. Η Επιτροπή πρέπει να διαδίδει τις πληροφορίες αυτές εκτός εάν κρίνει το μέτρο αδικαιολόγητο. Στην περίπτωση αυτή, η Επιτροπή οφείλει να ενημερώνει για την απόφασή της το κράτος μέλος που αποτέλεσε το έναυσμα για την απόφασή της. Το άρθρο 12 προβλέπει τη δημιουργία συστήματος ταχείας ανταλλαγής πληροφοριών μεταξύ των κρατών μελών και της Επιτροπής για τα προϊόντα που εγκυμονούν κάποιο σοβαρό κίνδυνο ο οποίος για να αντιμετωπιστεί απαιτεί ταχεία παρέμβαση και λήψη μέτρων από τους παραγωγούς, τους διανομείς και τις κρατικές αρχές. Η συμμετοχή στο σύστημα αυτό μπορεί να είναι δυνατή και για χώρες εκτός της ΕΕ. Το άρθρο 13 παραθέτει λεπτομερώς τη διαδικασία λήψης επειγόντων μέτρων σε κοινοτικό επίπεδο και τις συνθήκες για την έγκρισή τους. Προβλέπονται δύο τύποι μέτρων: μέτρα μόνιμου χαρακτήρα για συγκεκριμένα προϊόντα και μέτρα για ορισμένα προϊόντα που εγκυμονούν σοβαρό κίνδυνο, τα οποία ισχύουν για ένα έτος και ανανεώνονται σε ετήσια βάση. Επιπλέον, στο ίδιο άρθρο ορίζονται οι υποχρεώσεις των κρατών μελών όσον αφορά στην εφαρμογή των αποφάσεων που εγκρίνονται βάσει της διαδικασίας αυτής. Απαγορεύεται η εξαγωγή απαγορευμένων προϊόντων. Το άρθρο 14 ορίζει τις διατάξεις ίδρυσης κανονιστικής επιτροπής ασφάλειας καταναλωτικών προϊόντων, η οποία θα επικουρεί την Επιτροπή στην έκδοση επειγόντων μέτρων. Το άρθρο 15 εγκαθιδρύει την επιτροπή ασφάλειας καταναλωτικών προϊόντων, η οποία θα έχει συμβουλευτικό χαρακτήρα, για την εξέταση τυχόν ζητημάτων που συνδέονται με την εφαρμογή της οδηγίας, εξαιρουμένης της λήψης επειγόντων μέτρων. Το άρθρο 16 καθορίζει τα όρια των απαιτήσεων εχεμύθειας σε σχέση με την προστασία της υγείας και της ασφάλειας των καταναλωτών και προστατεύει το επαγγελματικό απόρρητο σε δεόντως αιτιολογημένες περιπτώσεις. Το άρθρο 17 διευκρινίζει ότι η ισχύς της παρούσας οδηγίας δε θίγει την οδηγία 85/374/EΟΚ σχετικά με την ευθύνη λόγω ελαττωματικών προϊόντων. Το άρθρο 18 ορίζει ότι τα κράτη μέλη οφείλουν να αιτιολογούν και να κοινοποιούν στους ενδιαφερόμενους τα μέτρα που λαμβάνουν, συμπεριλαμβανομένων των μέτρων που αφορούν την ανάκληση προϊόντων ή την απαγόρευση της εξαγωγής επικίνδυνων προϊόντων. Οφείλουν επίσης να ενημερώνουν τους ενδιαφερόμενους για τα διαθέσιμα ένδικα μέσα, τα χρονικά όρια και να εξασφαλίζουν ότι τα αρμόδια δικαστήρια μπορούν να αποφανθούν επί του εκάστοτε μέτρου. Το άρθρο 19 ορίζει ότι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή οφείλει να υποβάλλει ανά τριετία έκθεση προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο με αντικείμενο την εφαρμογή της οδηγίας και τη λειτουργία των μηχανισμών παρακολούθησης της αγοράς στα κράτη μέλη. Το άρθρο 20 προβλέπει τη μεταφορά και έναρξη ισχύος της παρούσας οδηγίας. Το άρθρο 21 καταργεί την προηγούμενη οδηγία 92/59/EΟΚ. Το άρθρο 22 απευθύνει την παρούσα οδηγία στα κράτη μέλη. Το παράρτημα I προβλέπει ειδικές απαιτήσεις για τις πληροφορίες που πρέπει να παρέχουν οι παραγωγοί και οι διανομείς στις αρχές εάν αντιληφθούν ότι κάποιο από τα προϊόντα που διαθέτουν είναι επικίνδυνο. Το παράρτημα ΙΙ περιγράφει λεπτομερώς τις διαδικασίες υλοποίησης του κοινοτικού συστήματος ταχείας ανταλλαγής πληροφοριών που προβλέπεται στο άρθρο 12. Το παράρτημα ΙΙΙ θεσπίζει την υποχρέωση των κρατών μελών σχετικά με την προθεσμία μεταφοράς και εφαρμογής της οδηγίας 92/59/ΕΟΚ. Το παράρτημα IV είναι ένας συγκριτικός πίνακας των διατάξεων της οδηγίας 92/59/ΕΟΚ και της αναθεωρημένης έκδοσής της. Πρόταση ΟΔΗΓΙΑΣ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ για τη γενική ασφάλεια των προϊόντων (Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ) ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ, Έχοντας υπόψη: τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας, και ιδίως το άρθρο 95, την πρόταση της Επιτροπής [2], [2] ΕΕ C τη γνώμη της Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής [3], [3] ΕΕ C Εκτιμώντας τα εξής: (1) Δυνάμει του άρθρου 16 της οδηγίας 92/59/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 29ης Ιουνίου 1992, για τη γενική ασφάλεια των προϊόντων [4], το Συμβούλιο, τέσσερα έτη μετά την καθορισμένη ημερομηνία εφαρμογής της οδηγίας, βάσει εκθέσεως της Επιτροπής για την κτηθείσα πείρα, η οποία συνοδεύεται από κατάλληλες προτάσεις, αποφασίζει την ενδεχόμενη προσαρμογή της οδηγίας. Εφόσον η οδηγία χρειάζεται αρκετές τροποποιήσεις, προκειμένου να συμπληρωθούν, να ενισχυθούν ή να διευκρινιστούν ορισμένες από τις διατάξεις της υπό το πρίσμα της κτηθείσας εμπειρίας καθώς και των νέων και συναφών εξελίξεων στον τομέα της ασφάλειας των καταναλωτικών προϊόντων, η οδηγία πρέπει να ανασυνταχθεί για λόγους σαφήνειας. [4] ΕΕ L 228, 11.8.1992, σ. 24. (2) Είναι σημαντικό να ληφθούν μέτρα με σκοπό τη βελτίωση της λειτουργίας της εσωτερικής αγοράς, η οποία περιλαμβάνει ένα χώρο χωρίς εσωτερικά σύνορα εντός του οποίου εξασφαλίζεται η ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων, των προσώπων, των υπηρεσιών και των κεφαλαίων. (3) Ελλείψει κοινοτικών διατάξεων, οι οριζόντιες νομοθεσίες των κρατών μελών για την ασφάλεια των προϊόντων οι οποίες επιβάλλουν, μεταξύ άλλων, στους οικονομικούς φορείς τη γενική υποχρέωση να διαθέτουν στο εμπόριο μόνον ασφαλή προϊόντα, μπορούν να διαφέρουν μεταξύ τους όσον αφορά το βαθμό της προστασίας που παρέχουν στον άνθρωπο. Οι διαφορές αυτές και η έλλειψη οριζόντιας νομοθεσίας σε ορισμένα κράτη μέλη ενδέχεται να δημιουργήσουν εμπόδια στις συναλλαγές και να στρεβλώσουν τον ανταγωνισμό εντός της εσωτερικής αγοράς. (4) Για να εξασφαλιστεί υψηλός βαθμός προστασίας των καταναλωτών, η Κοινότητα πρέπει να συμβάλει στην προστασία της υγείας και της ασφάλειας των καταναλωτών. Η οριζόντια κοινοτική νομοθεσία που προβλέπει μια γενική επιταγή ασφάλειας των προϊόντων, διατάξεις σχετικά με τις υποχρεώσεις των παραγωγών και των διανομέων, την αναγκαστική εκπλήρωση κοινοτικών απαιτήσεων για την ασφάλεια των προϊόντων, καθώς και για την ταχεία ανταλλαγή πληροφοριών και τη δράση σε κοινοτικό επίπεδο σε ορισμένες περιπτώσεις, αναμένεται να συμβάλει στην επίτευξη του σκοπού αυτού. (5) Είναι πολύ δύσκολο να θεσπιστεί κοινοτική νομοθεσία για κάθε προϊόν που υπάρχει ή δύναται να αναπτυχθεί. Χρειάζεται ένα ευρύτατο νομοθετικό πλαίσιο οριζόντιου χαρακτήρα για να καλυφθούν τόσο τα προϊόντα αυτά όσο και τα υπάρχοντα κενά και να συμπληρωθούν οι διατάξεις της ισχύουσας ή μελλοντικής ειδικής νομοθεσίας, προκειμένου ιδίως να εξασφαλιστεί υψηλός βαθμός προστασίας της υγείας και της ασφάλειας των προσώπων σύμφωνα με το άρθρο 95 της συνθήκης. (6) Συνεπώς, χρειάζεται να θεσπιστεί σε κοινοτικό επίπεδο μια γενική επιταγή ασφάλειας για όλα τα προϊόντα που τοποθετούνται στην αγορά ή παρέχονται ή διατίθενται στους καταναλωτές με άλλο τρόπο, που προορίζονται για τους καταναλωτές ή ενδέχεται να χρησιμοποιηθούν από τους καταναλωτές υπό ευλόγως προβλέψιμες συνθήκες ακόμη και αν δεν προορίζονται για αυτούς. Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις το εξεταζόμενο προϊόν μπορεί να δημιουργήσει κινδύνους για την υγεία και την ασφάλεια των καταναλωτών οι οποίοι πρέπει να αποτραπούν. Ωστόσο πρέπει να εξαιρεθούν, λόγω της φύσης τους, ορισμένα μεταχειρισμένα προϊόντα. (7) Οι διατάξεις της παρούσας οδηγίας ισχύουν ανεξάρτητα από τις χρησιμοποιούμενες τεχνικές πώλησης των προϊόντων, στις οποίες περιλαμβάνονται η πώληση εξ' αποστάσεως και η ηλεκτρονική πώληση. (8) Η ασφάλεια των προϊόντων πρέπει να αξιολογείται λαμβάνοντας υπόψη τις κατηγορίες των καταναλωτών που μπορεί να είναι ιδιαίτερα ευπαθείς στους κινδύνους που παρουσιάζουν τα εξεταζόμενα προϊόντα, κυρίως τα παιδιά και τα άτομα της τρίτης ηλικίας. (9) Η παρούσα οδηγία καλύπτει τις εγκαταστάσεις παραγωγής, τα επενδυτικά αγαθά και άλλα προϊόντα που χρησιμοποιούνται στο πλαίσιο επαγγελματικής ή εμπορικής δραστηριότητας, αν αυτά προορίζονται να χρησιμοποιηθούν για την παροχή υπηρεσιών, όσον αφορά τις πτυχές της υγείας και της ασφάλειας των καταναλωτών. Είναι ανάγκη, για την επίτευξη των σκοπών της παρούσας οδηγίας, να εξασφαλίζεται από τους κατασκευαστές ότι τα προϊόντα αυτά δεν παρουσιάζουν κινδύνους για την ασφάλεια των καταναλωτών όταν χρησιμοποιούνται υπό συνθήκες κανονικές ή ευλόγως προβλέψιμες από εκείνους που παρέχουν υπηρεσίες. (10) Τα προϊόντα που αρχικά προβλέπονταν αποκλειστικά για επαγγελματική χρήση, αλλά στη συνέχεια εισήλθαν στην αγορά προϊόντων ευρείας κατανάλωσης, πρέπει να υπόκεινται στις απαιτήσεις της παρούσας οδηγίας, γιατί, χρησιμοποιούμενα υπό ευλόγως προβλέψιμες συνθήκες, μπορεί να παρουσιάζουν κινδύνους για την υγεία και την ασφάλεια των καταναλωτών. (11) Όταν δεν υπάρχουν πιο ειδικές διατάξεις για την ασφάλεια στο πλαίσιο της κοινοτικής νομοθεσίας για τα οικεία προϊόντα, εφαρμόζονται όλες οι διατάξεις της παρούσας οδηγίας, προκειμένου να εξασφαλιστεί η υγεία και η ασφάλεια των καταναλωτών. (12) Όταν ειδική κοινοτική νομοθεσία καθορίζει απαιτήσεις ασφάλειας που καλύπτουν ορισμένες μόνον πτυχές της ασφάλειας ή κατηγορίες κινδύνου του συγκεκριμένου προϊόντος, οι υποχρεώσεις των οικονομικών φορέων όσον αφορά τις απαιτήσεις ασφάλειας συμπεριλαμβανομένης και της δημιουργίας δεδομένων, του τυχαίου εντοπισμού και της εκτίμησης του κινδύνου, καθορίζονται από τις διατάξεις της ειδικής νομοθεσίας, ενώ για τις άλλες πτυχές πρέπει να εφαρμόζεται η γενική επιταγή ασφάλειας της παρούσας οδηγίας. (13) Όταν υπάρχουν ειδικές κοινοτικές ρυθμίσεις, για ολική εναρμόνιση, και ιδίως ρυθμίσεις που έχουν θεσπιστεί με βάση τη νέα προσέγγιση, οι οποίες ρυθμίζουν τις υποχρεώσεις όσον αφορά την ασφάλεια ορισμένων προϊόντων, δεν χρειάζεται να επιβληθούν στους οικονομικούς φορείς περαιτέρω υποχρεώσεις για την ασφάλεια των προϊόντων κατά τη διάθεση τους στην αγορά. Συνεπώς, η γενική επιταγή ασφάλειας της οδηγίας αυτής δεν ισχύει στις περιπτώσεις αυτές. (14) Οι διατάξεις της παρούσας οδηγίας που αφορούν τις λοιπές υποχρεώσεις των παραγωγών και των διανομέων, τις υποχρεώσεις και εξουσίες των κρατών μελών, τις ανταλλαγές πληροφοριών και τις καταστάσεις ταχείας επέμβασης, καθώς και το απόρρητο, ισχύουν για τα προϊόντα που καλύπτονται από ειδικές κοινοτικές ρυθμίσεις χωρίς να θίγουν τις ειδικές απαιτήσεις που προβλέπονται για τις πτυχές αυτές στις εν λόγω ρυθμίσεις. (15) Προκειμένου να διευκολυνθεί η αποτελεσματική και συνεπής εφαρμογή της γενικής επιταγής ασφάλειας της παρούσας οδηγίας, είναι σημαντικό να καθιερωθούν προαιρετικά ευρωπαϊκά πρότυπα τα οποία θα καλύπτουν ορισμένα προϊόντα και κινδύνους κατά τρόπο ώστε τα προϊόντα που συμμορφώνονται με τα πρότυπα αυτά να μπορεί να θεωρείται ότι είναι σύμφωνα προς την εν λόγω επιταγή. (16) Όσον αφορά στους σκοπούς της οδηγίας, πρέπει να εκδοθούν ευρωπαϊκά πρότυπα από τους ευρωπαϊκούς οργανισμούς τυποποίησης, βάσει εντολών τις οποίες εκδίδει η Επιτροπή επικουρούμενη από επιτροπή. Οι εντολές αυτές πρέπει να υποδεικνύουν τους στόχους στους οποίους πρέπει να ανταποκρίνονται τα πρότυπα, ώστε να εξασφαλιστεί ότι τα προϊόντα που συμμορφώνονται με τα πρότυπα αυτά πληρούν τη γενική επιταγή ασφάλειας. (17) Ελλείψει ειδικών ρυθμίσεων, και όταν δεν υφίστανται ή δεν γίνεται προσφυγή στα ευρωπαϊκά πρότυπα που καθορίζονται σύμφωνα με τις εντολές που εκδίδει η Επιτροπή, η ασφάλεια των προϊόντων πρέπει να αξιολογείται βάσει των εθνικών προτύπων που αποτελούν μεταφορά άλλων συναφών ευρωπαϊκών προτύπων, των συστάσεων της Επιτροπής, ή, απουσία αυτών, των εθνικών προτύπων, των κανόνων ορθής πρακτικής, των τεχνικών και τεχνολογικών γνώσεων και της ασφάλειας που δικαιούνται ευλόγως να προσδοκούν οι καταναλωτές. (18) Είναι σκόπιμο να προστεθούν και άλλες υποχρεώσεις στην υποχρέωση των οικονομικών φορέων για την τήρηση της γενικής επιταγής ασφάλειας, εφόσον, υπό ορισμένες συνθήκες, η δράση των οικονομικών φορέων είναι απαραίτητη για την πρόληψη των κινδύνων για τους καταναλωτές. (19) Στις πρόσθετες υποχρεώσεις των παραγωγών πρέπει να περιλαμβάνεται το καθήκον να λαμβάνουν μέτρα, ανάλογα με τα χαρακτηριστικά των προϊόντων, που θα τους επιτρέπουν να είναι ενήμεροι σχετικά με τους κινδύνους που ενδέχεται να παρουσιάζουν τα προϊόντα αυτά, να παρέχουν στους καταναλωτές πληροφορίες που θα τους δίνουν τη δυνατότητα να αξιολογούν και να προλαμβάνουν τους κινδύνους, να προειδοποιούν τους καταναλωτές για τους κινδύνους που ενέχουν επικίνδυνα προϊόντα που τους έχουν ήδη διατεθεί, να αποσύρουν αυτά τα προϊόντα από την αγορά και, ως έσχατο μέσο, να ανακαλούν τα προϊόντα αυτά, όταν αυτό κρίνεται αναγκαίο. (20) Οι διανομείς πρέπει να συμβάλουν στην εξασφάλιση της συμμόρφωσης με τις ισχύουσες απαιτήσεις ασφάλειας. Τόσο οι παραγωγοί όσο και διανομείς πρέπει να συνεργάζονται με τις αρμόδιες αρχές σε ενέργειες με στόχο την πρόληψη των κινδύνων και την ενημέρωσή τους στις περιπτώσεις που διαπιστώνεται ότι ορισμένα προϊόντα είναι επικίνδυνα. Η οδηγία πρέπει να προσδιορίζει τις προϋποθέσεις κάτω από τις οποίες πρέπει να γίνεται η ενημέρωση αυτή, προκειμένου να διευκολυνθεί η αποτελεσματική εφαρμογή της και να αποτραπεί η υπέρμετρη επιβάρυνση των οικονομικών φορέων και των αρχών. (21) Για να εξασφαλιστεί η αποτελεσματική τήρηση των υποχρεώσεων από τους παραγωγούς και τους διανομείς, τα κράτη μέλη πρέπει να δημιουργήσουν ή να διορίσουν αρχές επιφορτισμένες με την παρακολούθηση της ασφάλειας των προϊόντων και εξουσιοδοτημένες να λαμβάνουν τα ενδεικνυόμενα μέτρα, συμπεριλαμβανομένης και της εξουσίας για την επιβολή ανάλογων και αποτρεπτικών κυρώσεων, και να εξασφαλίζουν το σωστό συντονισμό μεταξύ των διορισμένων αρχών. (22) Είναι ιδιαιτέρως αναγκαίο να συμπεριληφθεί στα ενδεικνυόμενα μέτρα η εξουσία των κρατών μελών να οργανώνουν ή να διατάσσουν, με άμεσο και αποτελεσματικό τρόπο, την απόσυρση των επικίνδυνων προϊόντων που έχουν ήδη διατεθεί στην αγορά, να απαγορεύουν την εξαγωγή των επικίνδυνων προϊόντων και, ως έσχατο μέσο, να ανακαλούν από τους καταναλωτές τα επικίνδυνα προϊόντα που τους έχουν ήδη διατεθεί. Οι εξουσίες αυτές πρέπει να τίθενται σε εφαρμογή όταν οι παραγωγοί και οι διανομείς παραλείπουν να ενημερώσουν τους καταναλωτές για ενδεχόμενους κινδύνους, ως οφείλουν. Σε περίπτωση ανάγκης, οι αρχές πρέπει να έχουν στη διάθεσή τους τις κατάλληλες εξουσίες και διαδικασίες για να λαμβάνουν και να εφαρμόζουν ταχέως κάθε αναγκαίο μέτρο. (23) Η ασφάλεια των καταναλωτών εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την αποφασιστική εφαρμογή των κοινοτικών απαιτήσεων ασφαλείας προϊόντων. Κατά συνέπεια, τα κράτη μέλη πρέπει να καθιερώσουν συστηματικές προσεγγίσεις προκειμένου να εξασφαλιστεί η αποτελεσματικότητα της παρακολούθησης της αγοράς και των άλλων εποπτικών δραστηριοτήτων παρέχοντας την εγγύηση ότι θα είναι προσιτές στο κοινό και στους ενδιαφερόμενους. (24) Η συνεργασία μεταξύ των εποπτικών αρχών των κρατών μελών είναι απαραίτητη για τη διασφάλιση των στόχων προστασίας της οδηγίας. κατά συνέπεια, κρίνεται σκόπιμη η ίδρυση ενός ευρωπαϊκού δικτύου ασφάλειας προϊόντων μεταξύ των εποπτικών αρχών των κρατών μελών, με στόχο να διευκολυνθεί η συνεργασία σε επιχειρησιακό επίπεδο στον τομέα της παρακολούθησης της αγοράς και των άλλων εποπτικών δραστηριοτήτων, ιδιαίτερα σε σχέση με την εκτίμηση των κινδύνων, τις δοκιμές προϊόντων, την ανταλλαγή εμπειρίας και επιστημονικής γνώσης, την εκτέλεση κοινών έργων παρακολούθησης και εντοπισμού, την απόσυρση ή ανάκληση των επικίνδυνων προϊόντων. Στο δίκτυο αυτό πρέπει να συμμετέχουν όλες οι αρχές που είναι υπεύθυνες για τα συγκεκριμένα προϊόντα και τους οικείους κινδύνους. (25) Σύμφωνα με τις διατάξεις που αφορούν τη δυνατότητα εφαρμογής της παρούσας οδηγίας, οι διατάξεις που αφορούν τη συνεργασία μεταξύ των εποπτικών αρχών δεν θίγουν τις ειδικές διαδικασίες συνεργασίας που εισάγει η τομεακή κοινοτική νομοθεσία, κυρίως στον τομέα των φαρμακευτικών προϊόντων. Το ευρωπαϊκό δίκτυο ασφάλειας προϊόντων θα συνεργάζεται με τα αρμόδια όργανα με τα οποία συμπράττουν οι εποπτικές αρχές των κρατών μελών σε τομείς προϊόντων που καλύπτονται από την ειδική κοινοτική νομοθεσία. Τα συστήματα ανταλλαγής δεδομένων μεταξύ διοικητικών υπηρεσιών μπορούν να χρησιμοποιούνται, όπου χρειάζεται, ως υποστήριξη της συνεργασίας αυτής. (26) Είναι αναγκαίο, για την εξασφάλιση συνεκτικού υψηλού βαθμού προστασίας της υγείας και της ασφάλειας των καταναλωτών και τη διατήρηση της ενότητας της εσωτερικής αγοράς, να ενημερώνεται η Επιτροπή για όλα τα μέτρα που περιορίζουν τη διάθεση ή επιβάλλουν την απόσυρση κάποιου προϊόντος ή την ανάκλησή του από την αγορά. Τα μέτρα αυτά πρέπει να λαμβάνονται μόνο σύμφωνα με τις διατάξεις της συνθήκης, και ιδιαίτερα τα άρθρα 28, 29 και 30. (27) Ο αποτελεσματικός έλεγχος της ασφάλειας των προϊόντων απαιτεί την ίδρυση σε εθνικό και κοινοτικό επίπεδο ενός συστήματος ταχείας ανταλλαγής πληροφοριών σε καταστάσεις που χρήζουν ταχείας επέμβασης και συνδέονται με την ασφάλεια κάποιου προϊόντος. Είναι, εξάλλου, ενδεδειγμένο να καθοριστούν στην παρούσα οδηγία λεπτομερείς διαδικασίες για τη λειτουργία του συστήματος αυτού και να εξουσιοδοτηθεί η Επιτροπή, επικουρούμενη από συμβουλευτική επιτροπή, να τις τροποποιήσει. (28) Τα κράτη μέλη είναι πρωτίστως αρμόδια, σύμφωνα με τη συνθήκη και ιδιαίτερα τα άρθρα 28, 29 και 30, να λαμβάνουν τα ενδεικνυόμενα μέτρα για επικίνδυνα προϊόντα που βρίσκονται εντός της επικράτειάς τους. (29) Ωστόσο σε περίπτωση αποκλίσεων από κράτος σε κράτος όσον αφορά στην προσέγγιση που πρέπει να ακολουθηθεί για την αντιμετώπιση των κινδύνων από ορισμένα προϊόντα, οι αποκλίσεις αυτές ενδέχεται να δημιουργήσουν απαράδεκτες ανισορροπίες στην προστασία των καταναλωτών και εμπόδια στο ενδοκοινοτικό εμπόριο. (30) Ενδέχεται να χρειαστεί η αντιμετώπιση σοβαρών προβλημάτων στην ασφάλεια των προϊόντων που θα χρήζουν ταχείας επέμβασης, τα οποία επηρεάζουν ή θα μπορούσαν να επηρεάσουν στο άμεσο μέλλον το σύνολο ή σημαντικό μέρος της Κοινότητας και τα οποία, λόγω της φύσης τους, δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν αποτελεσματικά, ανάλογα με το βαθμό επείγοντος του κάθε προβλήματος, στο πλαίσιο των διαδικασιών που προβλέπονται στις ειδικές κοινοτικές ρυθμίσεις που εφαρμόζονται στα υπό κρίση προϊόντα ή κατηγορίες προϊόντων. (31) Πρέπει, επομένως, να προβλεφθεί ένας κατάλληλος μηχανισμός ο οποίος θα παρέχει, ως έσχατο μέσο, τη δυνατότητα θέσπισης μέτρων που θα εφαρμόζονται σε ολόκληρη την Κοινότητα, υπό μορφή απόφασης που θα απευθύνεται προς τα κράτη μέλη, προκειμένου να αντιμετωπιστούν καταστάσεις οφειλόμενες σε προϊόντα που εγκυμονούν σοβαρούς κινδύνους και χρήζουν άμεσης επέμβασης κάτω από τις προαναφερόμενες περιστάσεις, και να απαγορευθεί, αντιστοίχως, η εξαγωγή τους. Τέτοια απόφαση δεν έχει άμεση εφαρμογή στους οικονομικούς φορείς και πρέπει προηγουμένως να ενσωματωθεί στην εθνική νομοθεσία. Τα μέτρα που θεσπίζονται με τη διαδικασία αυτή μπορούν να είναι προσωρινά εκτός και εάν αφορούν συγκεκριμένα προϊόντα ή παρτίδες προϊόντων. Πρέπει να θεσπίζονται από την Επιτροπή η οποία επικουρείται από μια επιτροπή που απαρτίζεται από αντιπροσώπους των κρατών μελών. (32) Εφόσον τα εν λόγω μέτρα ταχείας επέμβασης που κρίνονται απαραίτητα για την εφαρμογή της παρούσας οδηγίας είναι μέτρα γενικής εφαρμογής και εμπίπτουν στο άρθρο 2 της απόφασης 1999/468/ΕΚ του Συμβουλίου της 28ης Ιουνίου 1999 για τον καθορισμό των όρων άσκησης των εκτελεστικών αρμοδιοτήτων που ανατίθενται στην Επιτροπή [5], πρέπει να εκδίδονται βάσει των κανονιστικών διαδικασιών που προβλέπονται στο άρθρο 5 της εν λόγω απόφασης. [5] ΕΕ L 184, 17.7.1999, σ. 23. (33) Σύμφωνα με το άρθρο 2 της απόφασης 1999/468/ΕΚ, τα άλλα μέτρα που κρίνονται αναγκαία για την εφαρμογή της παρούσας οδηγίας πρέπει να εκδίδονται βάσει της κανονιστικής διαδικασίας που προβλέπεται στο άρθρο 3 της εν λόγω απόφασης. Πρέπει, συνεπώς, να συσταθεί μια συμβουλευτική επιτροπή ασφάλειας καταναλωτικών προϊόντων η οποία δεν θίγει τις αρμοδιότητες της κανονιστικής επιτροπής. Επιπρόσθετα, μπορεί οι διάφορες πτυχές της εφαρμογής της να πρέπει να συζητηθούν μεταξύ εμπειρογνώμων από τις διάφορες εθνικές διοικητικές υπηρεσίες που είναι επιφορτισμένες με καθήκοντα εποπτείας και παρακολούθησης της αγοράς. (34) Πρέπει να εξασφαλίζεται η πρόσβαση του κοινού στις πληροφορίες που διαθέτουν οι αρχές σε σχέση με την ασφάλεια των προϊόντων. Πρέπει, ωστόσο, να προστατευθεί το επαγγελματικό απόρρητο, βάσει του άρθρου 287 της συνθήκης, κατά τρόπο που συμβιβάζεται με την ανάγκη εξασφάλισης της αποτελεσματικότητας των δραστηριοτήτων παρακολούθησης της αγοράς και των μέτρων προστασίας. (35) Η παρούσα οδηγία δεν επηρεάζει τα δικαιώματα των θυμάτων κατά την έννοια της οδηγίας 85/374/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 25ης Ιουλίου 1985 για την προσέγγιση των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών σε θέματα ευθύνης λόγω ελαττωματικών προϊόντων [6]. [6] ΕΕ L 210, 7.8.1985, σ. 29. Οδηγία όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 1999/34/ΕΟΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (ΕΕ L 141, 4.6.1999, σ. 20). (36) Τα κράτη μέλη πρέπει να προβλέπουν ενδεδειγμένα ένδικα μέσα ενώπιον των αρμόδιων δικαστηρίων για τα μέτρα που λαμβάνουν οι αρμόδιες αρχές τα οποία περιορίζουν τη διάθεση στην αγορά ή επιβάλλουν την απόσυρση ή ανάκληση κάποιου προϊόντος. (37) Επιπλέον, η θέσπιση μέτρων για τα εισαγόμενα προϊόντα με στόχο την αποτροπή των κινδύνων για την ασφάλεια και την υγεία των καταναλωτών πρέπει να συνάδει με τις διεθνείς υποχρεώσεις της Κοινότητας. (38) Η Επιτροπή πρέπει ανά τακτά διαστήματα να επιβλέπει την εφαρμογή της παρούσας οδηγίας και τα αποτελέσματα που επιτυγχάνονται, ιδιαίτερα όσον αφορά τη λειτουργία των συστημάτων παρακολούθησης της αγοράς, την ταχεία ανταλλαγή πληροφοριών και την λήψη μέτρων σε κοινοτικό επίπεδο, σε συνδυασμό και με άλλα θέματα που άπτονται της ασφάλειας των καταναλωτικών προϊόντων στην Κοινότητα, και να απευθύνει σχετικές εκθέσεις προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο. (39) Η παρούσα οδηγία δεν πρέπει να επηρεάζει τις υποχρεώσεις των κρατών μελών όσον αφορά την προθεσμία μεταφοράς στο εσωτερικό δίκαιο και την εφαρμογή της οδηγίας 92/59/EΟΚ, ΕΞΕΔΩΣΑΝ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΟΔΗΓΙΑ: ΚΕΦΑΛΑΙΟ I Στόχος - Πεδίο εφαρμογής - Ορισμοί Άρθρο 1 1. Σκοπός της παρούσας οδηγίας είναι να εξασφαλιστεί ότι τα αναφερόμενα στο άρθρο 2, παράγραφος α) προϊόντα που διατίθενται στο εμπόριο είναι ασφαλή. 2. Η παρούσα οδηγία εφαρμόζεται μόνον εφόσον δεν υφίστανται ειδικές διατάξεις της κοινοτικής νομοθεσίας που διέπουν την ασφάλεια των οικείων προϊόντων. Ειδικότερα, όσον αφορά τα προϊόντα που υπόκεινται σε απαιτήσεις ασφάλειας που επιβάλλονται από κοινοτική νομοθεσία ειδική για τα προϊόντα αυτά: - τα άρθρα 2, 3 και 4 δεν εφαρμόζονται στα προϊόντα αυτά όσον αφορά τους κινδύνους ή τις κατηγορίες κινδύνων που διέπονται από την ειδική νομοθεσία, - τα λοιπά άρθρα της παρούσας οδηγίας εφαρμόζονται καθόσον δεν υφίστανται ειδικές διατάξεις σ´αυτή τη νομοθεσία οι οποίες να διέπουν τις πτυχές που καλύπτονται από τα άρθρα αυτά. Άρθρο 2 Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας, νοείται ως: (α) «Προϊόν»: κάθε προϊόν που προορίζεται για τους καταναλωτές ή ενδέχεται, υπό ευλόγως προβλέψιμες συνθήκες, να χρησιμοποιηθεί από τους καταναλωτές ακόμη και αν δεν προορίζεται για αυτούς, το οποίο παρέχεται ή διατίθεται στο πλαίσιο εμπορικής δραστηριότητας, με αμοιβή ή δωρεάν, είτε είναι καινουργές, είτε μεταχειρισμένο ή ανασκευασμένο. Ο ορισμός αυτός καλύπτει επίσης τα προϊόντα που χρησιμοποιούνται για την παροχή υπηρεσιών, όσον αφορά τις πτυχές της ευλόγως προβλέψιμης χρήσης των προϊόντων αυτών που συνδέονται με την ασφάλεια των καταναλωτών. Ο ορισμός αυτός δεν περιλαμβάνει τα μεταχειρισμένα προϊόντα που διατίθενται ως αντίκες ή ως προϊόντα που πρέπει να επισκευαστούν ή να ανασκευαστούν πριν τη χρήση τους, εφόσον ο προμηθευτής ενημερώνει σχετικά σαφώς το πρόσωπο στο οποίο προμηθεύει το προϊόν. (β) «Ασφαλές προϊόν»: κάθε προϊόν το οποίο, υπό τις συνήθεις ή ευλόγως προβλέψιμες συνθήκες χρήσης, συμπεριλαμβανομένης της διάρκειας χρήσης, δεν παρουσιάζει κανένα κίνδυνο ή μόνον ελαχίστους κινδύνους που συμβιβάζονται με τη χρήση του προϊόντος και οι οποίοι θεωρούνται αποδεκτοί στο πλαίσιο υψηλού βαθμού προστασίας της υγείας και της ασφάλειας των προσώπων, βάσει, ιδίως, των ακολούθων στοιχείων: i) των χαρακτηριστικών του προϊόντος, και ιδίως της σύνθεσής του, της συσκευασίας, του τρόπου συναρμολόγησης και της συντήρησής του, ii) της επίδρασης που έχει το προϊόν αυτό σε άλλα, στην περίπτωση που είναι ευλόγως δυνατόν να προβλεφθεί ότι τα προϊόντα αυτά θα χρησιμοποιηθούν μαζί, iii) της παρουσίασης του προϊόντος, της επισήμανσής του, των τυχόν οδηγιών χρήσης του και του τρόπου αχρήστευσής του, καθώς και κάθε άλλης οδηγίας ή πληροφορίας που προέρχεται από τον παραγωγό και τους διανομείς, iv) των κατηγοριών των καταναλωτών που αντιμετωπίζουν κίνδυνο λόγω της χρησιμοποίησης του προϊόντος, ιδίως των παιδιών και των ηλικιωμένων, v) των υπηρεσιών που συνδέονται άμεσα με τα παρεχόμενα προϊόντα, όταν αυτές παρέχονται από τον παραγωγό κυρίως για την εγκατάσταση και συντήρηση του προϊόντος. Η δυνατότητα επίτευξης υψηλότερου βαθμού ασφάλειας ή προμήθειας άλλων προϊόντων που παρουσιάζουν μικρότερο κίνδυνο, δεν συνιστά επαρκή λόγο για τον χαρακτηρισμό ενός προϊόντος ως ανασφαλούς ή επικινδύνου. (γ) «Επικίνδυνο προϊόν»: κάθε προϊόν που δεν ανταποκρίνεται στον ορισμό του ασφαλούς προϊόντος κατά την έννοια του στοιχείου (β). (δ) «Παραγωγός»: i) ο κατασκευαστής του προϊόντος, όταν είναι εγκατεστημένος στην Κοινότητα, και οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο εμφανίζεται ως κατασκευαστής, αναγράφοντας στο προϊόν το όνομά του, το σήμα του ή οποιοδήποτε άλλο διακριτικό σήμα, ή το πρόσωπο που ανασκευάζει το προϊόν, ii) ο αντιπρόσωπος του κατασκευαστή, εφόσον ο κατασκευαστής δεν είναι εγκατεστημένος στην Κοινότητα, ή ελλείψει αντιπροσώπου εγκατεστημένου στην Κοινότητα, ο εισαγωγέας του προϊόντος, iii) οι άλλοι επαγγελματίες του εμπορικού κυκλώματος, στο μέτρο που οι δραστηριότητές τους μπορούν να επηρεάσουν τα χαρακτηριστικά ασφαλείας ενός προϊόντος που διατίθεται στην αγορά. (ε) «Διανομέας»: κάθε επαγγελματίας του εμπορικού κυκλώματος, του οποίου η δραστηριότητα δεν επηρεάζει τα χαρακτηριστικά ασφαλείας του προϊόντος. (στ) «Ανάκληση»: κάθε μέτρο που αποβλέπει στην επιστροφή ενός επικίνδυνου προϊόντος, το οποίο έχει ήδη προμηθεύσει ή διαθέσει στους καταναλωτές ο παραγωγός ή ο διανομέας του, με σκοπό την επιστροφή των χρημάτων, την αντικατάσταση ή την επισκευή του. ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΙ Γενική υποχρέωση ασφάλειας, κριτήρια αξιολόγησης της συμμόρφωσης και ευρωπαϊκά πρότυπα Άρθρο 3 1. Οι παραγωγοί υποχρεούνται να διαθέτουν στην αγορά μόνον ασφαλή προϊόντα. 2. Όταν δεν υπάρχουν ειδικές κοινοτικές διατάξεις που να διέπουν την ασφάλεια των εν λόγω προϊόντων, ένα προϊόν θεωρείται ως ασφαλές όταν είναι σύμφωνο προς τις ειδικές ρυθμίσεις της εθνικής νομοθεσίας του κράτους μέλους στην επικράτεια του οποίου νομίμως παράγεται ή διατίθεται στο εμπόριο, οι οποίες εκδίδονται σύμφωνα με τη συνθήκη, και ιδίως τα άρθρα της 28 και 30, και οι οποίες καθορίζουν τις απαιτήσεις υγείας και ασφαλείας στις οποίες πρέπει να ανταποκρίνεται το προϊόν προκειμένου να διατίθεται στο εμπόριο. Το προϊόν λογίζεται ασφαλές ως προς τις πτυχές που καλύπτονται από τις ρυθμίσεις της εθνικής νομοθεσίας. Τα προϊόντα που συμμορφώνονται με τα μη υποχρεωτικά εθνικά πρότυπα που αποτελούν μεταφορά ευρωπαϊκών προτύπων, τα στοιχεία αναφοράς των οποίων έχουν δημοσιευθεί από την Επιτροπή στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, σύμφωνα με το άρθρο 4, λογίζεται ότι συμμορφούνται προς τη γενική απαίτηση ασφάλειας της παρούσας οδηγίας, όσον αφορά στις πτυχές που καλύπτονται από τα πρότυπα αυτά. Τα κράτη μέλη δημοσιεύουν τα στοιχεία αναφοράς των εθνικών αυτών προτύπων. 3. Εάν δεν υφίστανται ειδικές ρυθμίσεις ή εθνικά πρότυπα που να αποτελούν μεταφορά ευρωπαϊκών προτύπων όπως αναφέρεται στην παράγραφο 2 ή αν δεν γίνεται επίκληση των προτύπων αυτών, η συμμόρφωση ενός προϊόντος προς τη γενική απαίτηση ασφαλείας κρίνεται βάσει των μη υποχρεωτικών εθνικών προτύπων, εάν υπάρχουν, που μεταφέρουν άλλα αντίστοιχα ευρωπαϊκά πρότυπα, των συστάσεων της Επιτροπής με τις οποίες ορίζονται οι κατευθυντήριες γραμμές για την αξιολόγηση της ασφάλειας των προϊόντων, ή, ελλείψει αυτών, των προτύπων που εκδίδονται στο κράτος μέλος στην επικράτεια του οποίου νομίμως παράγεται ή διατίθεται στο εμπόριο το προϊόν, των κανόνων ορθής πρακτικής για την υγεία και την ασφάλεια που ισχύουν στον συγκεκριμένο τομέα, ή του επιπέδου των τεχνικών και τεχνολογικών γνώσεων καθώς και της ασφαλείας την οποία μπορούν ευλόγως να αναμένουν οι καταναλωτές. 4. Η συμμόρφωση ενός προϊόντος προς τις διατάξεις που αναφέρονται στις παραγράφους 2 ή 3 δεν εμποδίζει τις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών να λαμβάνουν τα ενδεικνυόμενα μέτρα για να περιορίζουν τη διάθεσή του στο εμπόριο ή να ζητούν την απόσυρσή του από την αγορά εάν, παρά τη συμφωνία αυτή, αποδεικνύεται ότι το προϊόν είναι επικίνδυνο για την υγεία και την ασφάλεια των καταναλωτών. Άρθρο 4 1. Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας, η Επιτροπή καταρτίζει εντολές προς τους ευρωπαϊκούς οργανισμούς τυποποίησης και δημοσιεύει στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων τα στοιχεία αναφοράς των ευρωπαϊκών προτύπων. Εάν προκύψουν στοιχεία ότι κάποιο πρότυπο δεν εξασφαλίζει τη συμμόρφωση με τη γενική υποχρέωση ασφάλειας της παρούσας οδηγίας, η Επιτροπή αποσύρει την εν λόγω δημοσίευση, συνολικά ή εν μέρει, σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 4. Οι εντολές καταρτίζονται σύμφωνα με την οδηγία 98/34/EΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου [7]. Η Επιτροπή διασφαλίζει το συντονισμό με την κανονιστική επιτροπή ασφάλειας καταναλωτικών προϊόντων που αναφέρεται στο άρθρο 14, παράγραφος 1 της παρούσας οδηγίας. [7] ΕΕ L 204, 21.7.1998, σ. 37. Οδηγία όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 98/48/ΕΚ (ΕΕ L 217, 5.8.1998, σ. 18). Οι εντολές καθορίζουν τους στόχους στους οποίους πρέπει να ανταποκρίνονται τα πρότυπα, ώστε να εξασφαλίζεται ότι τα προϊόντα που συμμορφώνονται με αυτά πληρούν τη γενική υποχρέωση ασφάλειας. 2. Τα πρότυπα που αναφέρονται στην παράγραφο 1 εκδίδονται από τους ευρωπαϊκούς οργανισμούς τυποποίησης, σύμφωνα με τις αρχές που περιέχονται στις γενικές κατευθυντήριες γραμμές για συνεργασία μεταξύ της Επιτροπής και των οργανισμών αυτών. 3. Η Επιτροπή, κατόπιν διαβουλεύσεων με την επιτροπή που συστάθηκε με την οδηγία 98/34/EΚ, δύναται να αποφασίζει τη δημοσίευση στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων των στοιχείων αναφοράς των ευρωπαϊκών προτύπων τα οποία αφορούν προϊόντα που καλύπτονται από την παρούσα οδηγία και έχουν εκδοθεί από τους ευρωπαϊκούς οργανισμούς τυποποίησης πριν από την έναρξη ισχύος της παρούσας οδηγίας. 4. Εάν ένα κράτος μέλος ή η Επιτροπή θεωρεί ότι κάποιο ευρωπαϊκό πρότυπο που αναφέρεται στο άρθρο 3, παράγραφος 2 δεν ανταποκρίνεται στην απαίτηση ασφάλειας της παρούσας οδηγίας, η Επιτροπή ή το κράτος μέλος αναφέρει το θέμα στην επιτροπή που συστάθηκε με την οδηγία 98/34/ΕΚ εκθέτοντας το σκεπτικό της. Μετά τη γνωμοδότηση της επιτροπής, η Επιτροπή γνωστοποιεί στο κράτος μέλος αν η δημοσίευση του συγκεκριμένου προτύπου ή μέρος αυτού πρέπει ή δεν πρέπει να αποσυρθεί όπως αναφέρεται στο άρθρο 3, παράγραφος 2 της παρούσας οδηγίας. ΚΕΦΑΛΑΙΟ III Άλλες υποχρεώσεις παραγωγών και υποχρεώσεις διανομέων Άρθρο 5 1. Εντός των ορίων των οικείων δραστηριοτήτων τους οι παραγωγοί παρέχουν στον καταναλωτή τις κατάλληλες πληροφορίες που θα του επιτρέπουν να αξιολογεί τους εγγενείς κινδύνους που παρουσιάζει το προϊόν κατά τη διάρκεια της συνήθους ή ευλόγως προβλέψιμης χρήσης του, εφόσον οι κίνδυνοι αυτοί δεν είναι αμέσως προφανείς χωρίς κατάλληλη προειδοποίηση, και να προφυλάσσεται από αυτούς τους κινδύνους. Ωστόσο, η προειδοποίηση αυτή δεν απαλλάσσει κανένα πρόσωπο από την τήρηση των άλλων υποχρεώσεων που καθορίζονται στην παρούσα οδηγία. Επίσης εντός των ορίων των οικείων δραστηριοτήτων τους οι παραγωγοί λαμβάνουν κατάλληλα μέτρα, ανάλογα με τα χαρακτηριστικά των προϊόντων που προμηθεύουν, που τους επιτρέπουν να είναι ενήμεροι για τους κινδύνους που ενδέχεται να παρουσιάζουν τα προϊόντα αυτά και να αναλαμβάνουν τις κατάλληλες ενέργειες, συμπεριλαμβανόμενης, αν είναι αναγκαίο για την πρόληψη των κινδύνων αυτών, της απόσυρσης του συγκεκριμένου προϊόντος από την αγορά, της επαρκούς και αποτελεσματικής προειδοποίησης των καταναλωτών σχετικά με τους κινδύνους που παρουσιάζει το προϊόν ή, ως έσχατο μέσο, της ανάκλησης από τους καταναλωτές προϊόντων που έχουν ήδη διατεθεί σε αυτούς στις περιπτώσεις που τα άλλα μέτρα δεν αρκούν για την αποτροπή των ενεχόμενων κινδύνων. Τα μέτρα περιλαμβάνουν, για παράδειγμα, σε όλες τις ενδεικνυόμενες περιπτώσεις, τη σήμανση του προϊόντος ή της παρτίδας του προϊόντος κατά τρόπο που να επιτρέπει την αναγνώρισή του, τη διενέργεια δειγματοληπτικών δοκιμών στα προϊόντα που διατίθενται στο εμπόριο και την εξέταση των καταγγελιών και την ενημέρωση των διανομέων σχετικά με τον έλεγχο αυτό. 2. Οι διανομείς υποχρεούνται να ενεργούν επιμελώς ώστε να συμβάλλουν στην τήρηση της εφαρμοστέας απαίτησης ασφάλειας, ιδίως με το να μην προμηθεύουν προϊόντα, για τα οποία γνωρίζουν ή για τα οποία θα έπρεπε να είχαν υποθέσει, βάσει των πληροφοριών που έχουν στη διάθεσή τους και λόγω της επαγγελματικής τους πείρας, ότι δεν συμμορφούνται προς τις απαιτήσεις αυτές. Εξάλλου, οι διανομείς, εντός των ορίων των οικείων δραστηριοτήτων τους, συμμετέχουν στην παρακολούθηση της ασφάλειας των προϊόντων που διατίθενται στο εμπόριο, ιδιαίτερα με τη διαβίβαση πληροφοριών που αφορούν τους κινδύνους των προϊόντων, τη διαφύλαξη και παροχή της απαραίτητης τεκμηρίωσης για τον εντοπισμό της προέλευσης των προϊόντων και με τη συνεργασία τους στις δράσεις που αναλαμβάνονται από τους παραγωγούς και τις αρμόδιες αρχές για την αποφυγή των κινδύνων. 3. Οι παραγωγοί και οι διανομείς ενημερώνουν πάραυτα τις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών αν διαπιστώσουν ότι κάποιο προϊόν που έχουν διαθέσει στο εμπόριο είναι επικίνδυνο. Ιδίως ενημερώνουν τις αρχές για τις ενέργειες στις οποίες έχουν προβεί προκειμένου να προληφθούν κίνδυνοι για τους καταναλωτές. Οι ειδικές υποχρεώσεις σχετικά με τις πληροφορίες αυτές παρατίθενται στο παράρτημα Ι. Η Επιτροπή τις προσαρμόζει σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 15, παράγραφος 2. 4. Οι παραγωγοί και οι διανομείς, μέσα στο πλαίσιο των οικείων δραστηριοτήτων τους, συνεργάζονται με τις αρμόδιες αρχές, κατόπιν αιτήσεως των τελευταίων, σε δράση με στόχο την αποτροπή των κινδύνων που παρουσιάζουν προϊόντα που προμηθεύουν ή έχουν προμηθεύσει. Οι αρμόδιες αρχές καθορίζουν τις διαδικασίες της συνεργασίας αυτής, συμπεριλαμβανομένων των διαδικασιών διαλόγου με τους παραγωγούς και τους διανομείς για τα θέματα που αφορούν την επιβολή της ασφάλειας των καταναλωτικών προϊόντων. ΚΕΦΑΛΑΙΟ IV Ειδικές υποχρεώσεις και εξουσίες των κρατών μελών Άρθρο 6 1. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι παραγωγοί και οι διανομείς τηρούν τις υποχρεώσεις που υπέχουν δυνάμει της παρούσας οδηγίας ούτως ώστε τα προϊόντα που διαθέτουν στην αγορά να είναι ασφαλή. 2. Ειδικότερα, τα κράτη μέλη συστήνουν ή ορίζουν τις αρχές που είναι αρμόδιες για τον έλεγχο της συμμόρφωσης των προϊόντων με την υποχρέωση να διατίθενται στο εμπόριο μόνον ασφαλή προϊόντα, και μεριμνούν ώστε οι αρχές αυτές να διαθέτουν τις αναγκαίες εξουσίες και ευθύνες για τη λήψη των κατάλληλων μέτρων που πρέπει να λαμβάνουν δυνάμει της παρούσας οδηγίας. 3. Τα κράτη μέλη καθορίζουν τα καθήκοντα, την οργάνωση και τις εξουσίες των αρχών που είναι αρμόδιες για τις διάφορες κατηγορίες προϊόντων, τους κινδύνους και τις δραστηριότητες παρακολούθησης, καθώς και τις ενδεδειγμένες ρυθμίσεις για την ανταλλαγή των πληροφοριών, τον συντονισμό και τη συνεργασία μεταξύ των αρχών και κοινοποιούν στην Επιτροπή τις πληροφορίες αυτές, καθώς και κάθε μελλοντική τροποποίησή τους. Η Επιτροπή διαβιβάζει τα στοιχεία αυτά στα υπόλοιπα κράτη μέλη. Άρθρο 7 Tα κράτη μέλη καθορίζουν το σύστημα των κυρώσεων που επιβάλλονται στις παραβιάσεις των εθνικών διατάξεων που έχουν θεσπιστεί σε εκτέλεση της παρούσας οδηγίας και λαμβάνουν κάθε αναγκαίο μέτρο για να εξασφαλιστεί η θέση τους σε εφαρμογή. Οι εν λόγω κυρώσεις πρέπει να είναι αποτελεσματικές, ανάλογες και αποτρεπτικές. Τα κράτη μέλη κοινοποιούν αυτές τις διατάξεις στην Επιτροπή το αργότερο μέχρι την ημερομηνία που αναφέρεται στο άρθρο 20, παράγραφος 1 και κάθε μεταγενέστερη τροποποίησή τους το συντομότερο δυνατόν. Άρθρο 8 1. Για την επίτευξη των στόχων της παρούσας οδηγίας και ιδιαίτερα για τους σκοπούς του άρθρου 6, οι αρμόδιες αρχές των κρατών μελών διαθέτουν τις αναγκαίες εξουσίες και προβαίνουν στις αναγκαίες ενέργειες ανάλογα με τη σοβαρότητα του κινδύνου και σύμφωνα με τη συνθήκη, ιδίως με τα άρθρα της 28 και 30, για τη λήψη των ενδεικνυόμενων μέτρων τα οποία αποσκοπούν: (α) στη διοργάνωση, έστω και μετά τη διάθεση ενός προϊόντος στην αγορά ως ασφαλούς, κατάλληλων ελέγχων των χαρακτηριστικών ασφαλείας του προϊόντος, σε επαρκή κλίμακα, μέχρι το τελευταίο στάδιο της χρήσης ή της κατανάλωσής του, (β) στην απαίτηση όλων των αναγκαίων πληροφοριών από τα ενδιαφερόμενα μέρη, (γ) στη λήψη δειγμάτων προϊόντων και στην υποβολή τους σε ελέγχους ασφαλείας, (δ) στην υπαγωγή της διάθεσης των προϊόντων στο εμπόριο σε προϋποθέσεις με στόχο την κατοχύρωση της ασφάλειάς τους και στην απαίτηση αναγραφής επί του προϊόντος των κατάλληλων προειδοποιήσεων σχετικά με τους κινδύνους που μπορεί να παρουσιάζει, (ε) στην εξασφάλιση έγκαιρης και κατάλληλης ενημέρωσης, για τον κίνδυνο αυτό, μεταξύ άλλων, με τη δημοσίευση ειδικών προειδοποιήσεων, των προσώπων που ενδέχεται να εκτεθούν στον κίνδυνο που απορρέει από ένα προϊόν, (στ) στην προσωρινή απαγόρευση, κατά το διάστημα που απαιτείται για τη διενέργεια των διαφόρων ελέγχων, εξακριβώσεων ή αξιολογήσεων ασφάλειας, της προμήθειας, της πρότασης προμηθείας ή της έκθεσης ορισμένων προϊόντων, όταν υπάρχουν σαφείς και συγκλίνουσες ενδείξεις για τον ενδεχομένως επικίνδυνο χαρακτήρα τους, (ζ) στην απαγόρευση διάθεσης στο εμπόριο προϊόντων που είναι επικίνδυνα και στη θέσπιση των απαιτούμενων συνοδευτικών μέτρων προκειμένου να εξασφαλιστεί η τήρηση της απαγόρευσης αυτής, (η) στην οργάνωση ή εντολή για την αποτελεσματική και άμεση απόσυρση των επικίνδυνων προϊόντων που έχουν ήδη διατεθεί στο εμπόριο, για την προειδοποίηση των καταναλωτών σχετικά με τους κινδύνους που εγκυμονούν τα επικίνδυνα προϊόντα, για την ανάκληση από τα χέρια των καταναλωτών των προϊόντων που έχουν ήδη διατεθεί και για την καταστροφή, εν ανάγκη, των εν λόγω προϊόντων υπό κατάλληλες συνθήκες, στις περιπτώσεις που οι ενέργειες των παραγωγών και των διανομέων για τον ίδιο σκοπό, σύμφωνα με την υποχρέωσή τους βάσει της παρούσας οδηγίας, δεν κρίνονται ικανοποιητικές ή επαρκείς. 2. Ειδικότερα, οι αρμόδιες αρχές διαθέτουν τις αναγκαίες εξουσίες και προβαίνουν στις αναγκαίες ενέργειες ώστε να τίθενται σε εφαρμογή, με τη δέουσα ταχύτητα, κατάλληλα μέτρα μεταξύ των όσων αναφέρονται στην παράγραφο 1, στοιχεία (δ) έως (η), στην περίπτωση προϊόντων που παρουσιάζουν σοβαρό κίνδυνο ο οποίος απαιτεί ταχεία επέμβαση. 3. Τα μέτρα που πρέπει να λαμβάνονται από τις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών δυνάμει των παραγράφων 1 και 2 απευθύνονται, ανάλογα με την περίπτωση: (α) στον παραγωγό, (β) εντός των ορίων των οικείων αρμοδιοτήτων τους, στους διανομείς, και ιδίως στο πρόσωπο που είναι υπεύθυνο για την πρώτη διανομή στην εθνική αγορά, (γ) σε κάθε άλλο πρόσωπο, όταν απαιτείται, με στόχο τη συνεργασία σε ενέργειες που αναλαμβάνονται προκειμένου να αποφευχθούν οι κίνδυνοι που απορρέουν από ένα προϊόν. Άρθρο 9 1. Οι προσεγγίσεις που υιοθετούν τα κράτη μέλη για τη λειτουργία αποτελεσματικών μηχανισμών παρακολούθησης της αγοράς, συμπεριλαμβανομένων των διαδικασιών εργασίας και των διαδικασιών για την ανταλλαγή πληροφοριών και το συντονισμό και τη συνεργασία μεταξύ των διαφόρων ενδιαφερομένων αρχών, στοχεύουν στην επίτευξη υψηλού βαθμού προστασίας της υγείας και της ασφάλειας των καταναλωτών. 2. Για την επίτευξη του στόχου που αναφέρεται στην παράγραφο 1, τα κράτη μέλη εγγυώνται την καθιέρωση ενδεδειγμένων και αποτελεσματικών μέσων και διαδικασιών, τα οποία ενδέχεται ιδίως να περιλαμβάνουν: (α) την εγκαθίδρυση, την περιοδική ανανέωση και την υλοποίηση προγραμμάτων τομεακής παρακολούθησης ανά κατηγορίες προϊόντων ή κινδύνων, (β) την παρακολούθηση και ενημέρωση επιστημονικών γνώσεων που άπτονται της ασφάλειας των προϊόντων που διατίθενται στο κοινό, την εκπόνηση περιοδικών εκθέσεων σχετικά με τις δραστηριότητες παρακολούθησης, τα πορίσματα και τα αποτελέσματα που επιτυγχάνονται, (γ) περιοδικές ανασκοπήσεις και αξιολογήσεις της λειτουργίας των δραστηριοτήτων ελέγχου και της αποτελεσματικότητάς τους, καθώς και, αν χρειάζεται, η αναθεώρηση της ισχύουσας προσέγγισης και οργάνωσης της παρακολούθησης. 3. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι οι καταναλωτές και τα άλλα ενδιαφερόμενα μέρη μπορούν να υποβάλλουν στις αρμόδιες αρχές καταγγελίες σε σχέση με την ασφάλεια των προϊόντων και τις δραστηριότητες ελέγχου και παρακολούθησης και ότι οι καταγγελίες αυτές θα μελετώνται, θα παρακολουθούνται και θα απαντώνται δεόντως. Τα κράτη μέλη ενημερώνουν ενεργά τους καταναλωτές και τα άλλα ενδιαφερόμενα μέρη για τις διαδικασίες που εφαρμόζονται για τον σκοπό αυτό. Άρθρο 10 1. Η Επιτροπή προωθεί τη σύσταση και λειτουργία ενός ευρωπαϊκού δικτύου ασφάλειας προϊόντων μεταξύ των αρχών που είναι αρμόδιες στα κράτη μέλη για την παρακολούθηση της αγοράς των καταναλωτικών προϊόντων, στο οποίο δίκτυο συμμετέχει και η Επιτροπή. 2. Το δίκτυο συνεργάζεται με συναφείς φορείς στους τομείς προϊόντων που καλύπτονται από τη νομοθεσία η οποία αναφέρεται στο άρθρο 1, παράγραφος 2 και οι στόχοι του είναι, ιδίως, να διευκολύνει: (α) την ανταλλαγή πληροφοριών σχετικά με την εκτίμηση κινδύνου, τα επικίνδυνα προϊόντα, τις μεθόδους δοκιμής και τα αποτελέσματα των δοκιμών, τις πρόσφατες επιστημονικές εξελίξεις καθώς και άλλες συναφείς πτυχές για τις δραστηριότητες ελέγχου, (β) τον καθορισμό και την εκτέλεση κοινών έργων παρακολούθησης και δοκιμής, (γ) την ανταλλαγή εμπειρογνωμοσύνης, βέλτιστων πρακτικών και συνεργασίας σε δραστηριότητες κατάρτισης, (δ) τον συντονισμό σε κοινοτικό επίπεδο του εντοπισμού, της απόσυρσης και της ανάκλησης των επικίνδυνων προϊόντων. ΚΕΦΑΛΑΙΟ V Ανταλλαγές πληροφοριών και καταστάσεις ταχείας επέμβασης Άρθρο 11 1. Όταν ένα κράτος μέλος λαμβάνει μέτρα που περιορίζουν τη διάθεση προϊόντων στο εμπόριο ή επιβάλλουν την απόσυρσή τους από την αγορά ή την ανάκλησή από τους καταναλωτές των προϊόντων που τους έχουν ήδη διατεθεί, όπως προβλέπεται στο άρθρο 8, παράγραφος 1, στοιχεία (δ) έως (η), κοινοποιεί τα μέτρα αυτά στην Επιτροπή, εφόσον η κοινοποίηση αυτή δεν απαιτείται δυνάμει του άρθρου 12 ή ειδικής κοινοτικής νομοθεσίας, παραθέτοντας τους λόγους για τους οποίους τα έλαβε. Στις περιπτώσεις που το κράτος μέλος που προβαίνει στην κοινοποίηση θεωρεί ότι τα μέτρα σχετίζονται με ένα συμβάν το οποίο έχει τοπικό αντίκτυπο και το οποίο, εν πάση περιπτώσει, περιορίζεται στην επικράτειά του, τούτο διευκρινίζεται στην κοινοποίηση. Επίσης, ενημερώνει την Επιτροπή για την τροποποίηση ή άρση τέτοιου είδους μέτρων. Οι κατευθυντήριες γραμμές που αναφέρονται στο Παράρτημα ΙΙ, σημείο 8, καθορίζουν το περιεχόμενο και το στερεότυπο έντυπο κοινοποίησης που προβλέπεται στο παρόν άρθρο. Ειδικότερα, οι εν λόγω κατευθυντήριες γραμμές θεσπίζουν κριτήρια βάσει των οποίων θα προσδιορίζεται ποια μέτρα συνδεόμενα με αμιγώς τοπικά συμβάντα δεν πρέπει να κοινοποιούνται καθώς δεν παρουσιάζουν συνάφεια με τους σκοπούς του παρόντος άρθρου. 2. Η Επιτροπή διαβιβάζει την κοινοποίηση στα άλλα κράτη μέλη, εκτός εάν διαπιστώσει, κατόπιν εξέτασης, ότι το μέτρο αντιβαίνει στην κοινοτική νομοθεσία. Στην περίπτωση αυτή ενημερώνει αμέσως σχετικά το κράτος μέλος που ανέλαβε την πρωτοβουλία. Άρθρο 12 1. Όταν ένα κράτος μέλος λαμβάνει ή αποφασίζει να λάβει, να συστήσει ή να συμφωνήσει με τους κατασκευαστές, εισαγωγείς και διανομείς μέτρα ή ενέργειες, υποχρεωτικού ή μη χαρακτήρα, προκειμένου να εμποδίσει, να περιορίσει ή να επιβάλει ιδιαίτερους όρους, στην επικράτειά του, την ενδεχόμενη εμπορία ή τη χρήση προϊόντων, λόγω σοβαρού κινδύνου για την υγεία και την ασφάλεια των καταναλωτών ο οποίος απαιτεί άμεση επέμβαση, ενημερώνει αμέσως την Επιτροπή, μέσω του συστήματος ταχείας ανταλλαγής πληροφοριών (RAPEX). Τα κράτη μέλη ενημερώνουν επίσης την Επιτροπή, χωρίς καθυστέρηση, για κάθε τροποποίηση ή άρση των εν λόγω μέτρων ή δράσεων. Εάν το κράτος μέλος που προβαίνει στην κοινοποίηση θεωρεί ότι τα αποτελέσματα του κινδύνου δεν υπερβαίνουν ή δεν μπορούν να υπερβούν την επικράτειά του, το διευκρινίζει στην κοινοποίηση, λαμβάνοντας υπόψη τα σχετικά κριτήρια που ορίζονται στις κατευθυντήριες γραμμές του Παραρτήματος ΙΙ, σημείο 8. Με την επιφύλαξη των διατάξεων του πρώτου εδαφίου, τα κράτη μέλη μπορούν να κοινοποιούν στην Επιτροπή τις πληροφορίες που διαθέτουν σχετικά με την ύπαρξη σοβαρού κινδύνου που απαιτεί ταχεία επέμβαση, ακόμη και πριν αποφασίσουν να προχωρήσουν στη λήψη μέτρων ή στην ανάληψη δράσης. 2. Μόλις λάβει τις πληροφορίες αυτές, η Επιτροπή ελέγχει τη συμμόρφωσή τους με τις απαιτήσεις που αφορούν τη λειτουργία του συστήματος RAPEX και τις διαβιβάζει στα λοιπά κράτη μέλη, τα οποία, στη συνέχεια, κοινοποιούν αμέσως στην Επιτροπή τα μέτρα που λαμβάνουν. 3. Οι λεπτομερείς διαδικασίες για το κοινοτικό σύστημα RAPEX παρατίθενται στο παράρτημα ΙΙ. Η Επιτροπή προσαρμόζει τις διαδικασίες αυτές σύμφωνα με τη διαδικασία που καθορίζεται στο άρθρο 15, παράγραφος 2. 4. Η πρόσβαση στο RAPEX μπορεί να είναι ανοικτή και σε υποψήφιες χώρες, τρίτες χώρες ή διεθνείς οργανισμούς, στο πλαίσιο συμφωνιών μεταξύ της Κοινότητας και των εν λόγω χωρών ή διεθνών οργανισμών, σύμφωνα με τα όσα καθορίζονται στις συμφωνίες αυτές. Οι συμφωνίες αυτές πρέπει να βασίζονται στην αμοιβαιότητα και να περιλαμβάνουν διατάξεις περί απορρήτου αντίστοιχες με τις ισχύουσες στην Κοινότητα. Άρθρο 13 1. Αν η Επιτροπή λάβει γνώση της ύπαρξης σοβαρού κινδύνου για την υγεία και την ασφάλεια των καταναλωτών από ορισμένα προϊόντα σε διάφορα κράτη μέλη ο οποίος απαιτεί ταχεία επέμβαση δύναται, κατόπιν διαβουλεύσεων με τα κράτη μέλη, να εκδώσει απόφαση, σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 14, παράγραφος 1, η οποία επιβάλλει στα κράτη μέλη την υποχρέωση να λαμβάνουν μέτρα, μεταξύ αυτών που προβλέπονται στο άρθρο 8, παράγραφος 1 στοιχεία (δ) έως (η) αν: (α) μεταξύ των κρατών μελών υπάρχει διαφορά όσον αφορά στην προσέγγιση για την αντιμετώπιση του κινδύνου, (β) ο κίνδυνος δεν είναι δυνατόν, ενόψει της φύσης του προβλήματος ασφαλείας που θέτει το προϊόν και με τρόπο που συμβιβάζεται με το βαθμό του επείγοντος της κατάστασης, να αντιμετωπιστεί στο πλαίσιο των διαδικασιών που προβλέπονται από την ειδική κοινοτική νομοθεσία που ισχύει για το συγκεκριμένο προϊόν, και (γ) ο κίνδυνος είναι δυνατόν να εξαλειφθεί αποτελεσματικά μόνον με την έγκριση κατάλληλων μέτρων που μπορούν να εφαρμοστούν σε κοινοτικό επίπεδο προκειμένου να διασφαλιστεί συνεκτικός και υψηλός βαθμός προστασίας της υγείας και της ασφαλείας των καταναλωτών και ομαλή λειτουργία της εσωτερικής αγοράς. 2. Οι αποφάσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1 ισχύουν για διάστημα ενός (1) έτους και μπορούν να ανανεώνονται, βάσει της ίδιας διαδικασίας, για πρόσθετες περιόδους ετήσιας διάρκειας. Ωστόσο, οι αποφάσεις για ειδικά, συγκεκριμένα προϊόντα ή παρτίδες προϊόντων ισχύουν χωρίς χρονικό περιορισμό. 3. Απαγορεύεται η εξαγωγή από την Κοινότητα προϊόντων για τα οποία τα κράτη μέλη υποχρεώθηκαν να λάβουν μέτρα μεταξύ αυτών που αναφέρονται στο άρθρο 8, παράγραφος 1, στοιχεία (στ), (ζ) και (η). 4. Τα κράτη μέλη λαμβάνουν όλα τα αναγκαία μέτρα για την εφαρμογή των αποφάσεων που εγκρίνονται βάσει της διαδικασίας αυτής μέσα σε διάστημα μικρότερο των 10 ημερών, εκτός εάν στις αποφάσεις αυτές καθορίζεται διαφορετικό διάστημα. 5. Οι αρμόδιες αρχές των κρατών μελών που είναι επιφορτισμένες με την εφαρμογή των μέτρων που λαμβάνονται βάσει της διαδικασίας αυτής δίνουν, μέσα σε διάστημα ενός μήνα, την ευκαιρία στα ενδιαφερόμενα μέρη να διατυπώσουν τις απόψεις τους και ενημερώνουν ανάλογα την Επιτροπή. ΚΕΦΑΛΑΙΟ VI Διαδικασίες επιτροπών Άρθρο 14 1. Η Επιτροπή επικουρείται από μια κανονιστική επιτροπή ασφάλειας καταναλωτικών προϊόντων η οποία0 τττγ απαρτίζεται από αντιπροσώπους των κρατών μελών και προεδρεύεται από αντιπρόσωπο της Επιτροπής. 2. Στις περιπτώσεις όπου γίνεται αναφορά στην παρούσα παράγραφο, ισχύει η διαδικασία της κανονιστικής επιτροπής του άρθρου 5 της απόφασης 1999/468/ΕΚ, σε συνδυασμό με το άρθρο της 7, παράγραφος 3 και το άρθρο 8. Η περίοδος που προβλέπεται στο άρθρο 5, παράγραφος 6, της απόφασης 1999/468/ΕΚ ορίζεται σε δεκαπέντε ημέρες. Άρθρο 15 1. Η Επιτροπή επικουρείται από μια συμβουλευτική επιτροπή ασφάλειας καταναλωτικών προϊόντων η οποία απαρτίζεται από αντιπροσώπους των κρατών μελών και προεδρεύεται από τον αντιπρόσωπο της Επιτροπής. 2. Στις περιπτώσεις όπου γίνεται αναφορά στην παρούσα παράγραφο, ισχύει η διαδικασία της συμβουλευτικής επιτροπής του άρθρου 3 της απόφασης 1999/468/ΕΚ, σε συνδυασμό με το άρθρο 7, παράγραφος 3 και το άρθρο 8. 3. Η συμβουλευτική επιτροπή ασφάλειας καταναλωτικών προϊόντων επικουρεί επίσης την Επιτροπή στην εξέταση τυχόν προβλημάτων που αφορούν την εφαρμογή της παρούσας οδηγίας, και ιδιαίτερα ζητημάτων που συνδέονται με δραστηριότητες επιβολής και παρακολούθησης της αγοράς. ΚΕΦΑΛΑΙΟ VIΙ Διάφορες και τελικές διατάξεις Άρθρο 16 1. Οι πληροφορίες που έχουν στη διάθεσή τους οι αρχές των κρατών μελών ή η Επιτροπή σχετικά με τους κινδύνους που παρουσιάζουν κάποια προϊόντα για την υγεία και την ασφάλεια των καταναλωτών είναι γενικά προσιτές στο κοινό. Ειδικότερα, το κοινό έχει πρόσβαση σε πληροφορίες που αφορούν τα χαρακτηριστικά του προϊόντος, τη φύση του κινδύνου και τα μέτρα που λαμβάνονται. Ωστόσο, τα κράτη μέλη και η Επιτροπή λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα ώστε οι υπάλληλοι και το λοιπό προσωπικό τους να υποχρεούνται να μην κοινολογούν πληροφορίες που συλλέγονται για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας και οι οποίες, λόγω της φύσης τους, καλύπτονται από το επαγγελματικό απόρρητο σε δεόντως αιτιολογημένες περιπτώσεις, εκτός από τις πληροφορίες που αφορούν τα χαρακτηριστικά ασφαλείας των προϊόντων, οι οποίες πρέπει να κοινολογηθούν, εάν το απαιτούν οι περιστάσεις, προκειμένου να προστατευθεί η υγεία και η ασφάλεια των καταναλωτών. 2. Η προστασία του επαγγελματικού απόρρητου δεν αποτελεί πρόσκομμα στη διαβίβαση συναφών πληροφοριών στις αρμόδιες αρχές με σκοπό τη διασφάλιση της αποτελεσματικότητας των δραστηριοτήτων παρακολούθησης της αγοράς και εφαρμογής της νομοθεσίας. Οι αρχές που λαμβάνουν πληροφορίες οι οποίες καλύπτονται από το επαγγελματικό απόρρητο εξασφαλίζουν την προστασία τους. Άρθρο 17 Η παρούσα οδηγία δεν θίγει την εφαρμογή της οδηγίας 85/374/ΕΟΚ. Άρθρο 18 1. Τα μέτρα που εκδίδονται δυνάμει της παρούσας οδηγίας και περιορίζουν τη διάθεση στο εμπόριο συγκεκριμένου προϊόντος ή επιβάλλουν την απόσυρση του από την αγορά ή την ανάκλησή του από τους καταναλωτές, αιτιολογούνται δεόντως. Οι αποφάσεις αυτές πρέπει να κοινοποιούνται, το συντομότερο δυνατό, στο ενδιαφερόμενο μέρος, και να αναφέρουν τα ένδικα μέσα που προβλέπονται από τις ισχύουσες διατάξεις του οικείου κράτους μέλους καθώς και τις προθεσμίες εντός των οποίων είναι δυνατόν να ασκηθούν τα μέσα αυτά. Στο μέτρο του δυνατού, τα ενδιαφερόμενα μέρη πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να εκφράζουν τη γνώμη τους πριν τη θέσπιση του μέτρου. Εάν αυτό δεν είναι εκ των προτέρων δυνατό, λόγω του επείγοντος χαρακτήρα των ληπτέων μέτρων, πρέπει να τα δοθεί η δυνατότητα αυτή, σε εύθετο χρόνο, μετά την υλοποίηση του μέτρου. Στα μέτρα που επιβάλλουν την απόσυρση ενός προϊόντος από την αγορά ή την ανάκλησή του από τους καταναλωτές πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η ανάγκη να παροτρυνθούν οι διανομείς, οι χρήστες και οι καταναλωτές να συμβάλουν στην υλοποίηση των μέτρων αυτών. 2. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι τα μέτρα που λαμβάνονται από τις αρμόδιες αρχές και συνεπάγονται περιορισμούς ως προς τη διάθεση ενός προϊόντος στο εμπόριο ή επιβάλλουν την απόσυρση ή ανάκλησή του από την αγορά, είναι δυνατόν να προσβάλλονται ενώπιον των αρμόδιων δικαστηρίων. 3. Οι αποφάσεις που λαμβάνονται δυνάμει της παρούσας οδηγίας με τις οποίες περιορίζεται η διάθεση ενός προϊόντος στην αγορά ή επιβάλλεται η απόσυρσή του από την αγορά, η ανάκλησή του από τους καταναλωτές δεν προδικάζουν επ' ουδενί την εκτίμηση της ευθύνης του οικείου μέρους, από την άποψη των εφαρμοστέων εν προκειμένω διατάξεων του εθνικού ποινικού δικαίου. Άρθρο 19 1. Ανά τρία χρόνια, αρχής γενομένης από την ημερομηνία που αναφέρεται στο άρθρο 20, παράγραφος 1, η Επιτροπή υποβάλλει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο έκθεση για την εφαρμογή της παρούσας οδηγίας. 2. Η έκθεση περιλαμβάνει ειδικότερα πληροφορίες σχετικά με την ασφάλεια των καταναλωτικών προϊόντων, τη λειτουργία των μηχανισμών παρακολούθησης της αγοράς, τις εργασίες τυποποίησης, τη λειτουργία του συστήματος RAPEX και των κοινοτικών μέτρων που λαμβάνονται δυνάμει του άρθρου 13. Για τον σκοπό αυτό, η Επιτροπή διεξάγει αξιολογήσεις των σχετικών ζητημάτων, ιδιαίτερα των προσεγγίσεων, συστημάτων και πρακτικών που εφαρμόζονται στα κράτη μέλη, υπό το πρίσμα των απαιτήσεων της παρούσας οδηγίας και της υπόλοιπης κοινοτικής νομοθεσίας που αφορά την ασφάλεια των προϊόντων. Τα κράτη μέλη παρέχουν στην Επιτροπή κάθε αναγκαία συνδρομή και ενημέρωση για τη διενέργεια των αξιολογήσεων και τη σύνταξη σχετικών εκθέσεων. Άρθρο 20 1. Τα κράτη μέλη θέτουν σε ισχύ τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις για να συμμορφωθούν προς την παρούσα οδηγία από την 1η Ιανουαρίου 2003. Ενημερώνουν αμέσως την Επιτροπή σχετικά. Όταν τα κράτη μέλη θεσπίζουν τις εν λόγω διατάξεις, οι τελευταίες αυτές περιέχουν παραπομπή στην παρούσα οδηγία ή συνοδεύονται από παρόμοια παραπομπή κατά την επίσημη δημοσίευσή τους. Ο τρόπος της παραπομπής καθορίζεται από τα κράτη μέλη. 2. Τα κράτη μέλη ανακοινώνουν στην Επιτροπή το κείμενο των διατάξεων εσωτερικού δικαίου τις οποίες θεσπίζουν στον τομέα που διέπεται από την παρούσα οδηγία. Άρθρο 21 Η οδηγία 92/59/ΕΟΚ καταργείται από την 1η Ιανουαρίου 2003 χωρίς να θίγεται η υποχρέωση των κρατών μελών σχετικά με τις προθεσμίες μεταφοράς και εφαρμογής της εν λόγω οδηγίας που αναφέρονται στο παράρτημα ΙΙΙ. Οι αναφορές στην υπό κατάργηση οδηγία λογίζονται ως αναφορές στην παρούσα οδηγία και ερμηνεύονται σύμφωνα με τον πίνακα αντιστοιχίας που περιέχεται στο Παράρτημα ΙV. Άρθρο 22 Η παρούσα οδηγία απευθύνεται στα κράτη μέλη. Βρυξέλλες, Για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο Για το Συμβούλιο Η Πρόεδρος Ο Πρόεδρος ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ I ΑΠΑΙΤΗΣΕΙΣ ΠΟΥ ΑΦΟΡΟΥΝ ΤΙΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΑ ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΑ ΠΡΟΪΟΝΤΑ ΤΙΣ ΟΠΟΙΕΣ ΟΦΕΙΛΟΥΝ ΝΑ ΠΑΡΕΧΟΥΝ ΣΤΙΣ ΑΡΜΟΔΙΕΣ ΑΡΧΕΣ ΟΙ ΠΑΡΑΓΩΓΟΙ ΚΑΙ ΟΙ ΔΙΑΝΟΜΕΙΣ 1. Οι πληροφορίες πρέπει να παρέχονται στις περιπτώσεις που οι παραγωγοί ή οι διανομείς διαπιστώνουν, με βάση δεδομένα, αποτελέσματα δοκιμών ή άλλες πληροφορίες που τίθενται υπόψη τους, ότι κάποιο προϊόν το οποίο προμηθεύουν δεν είναι ασφαλές, κατά την έννοια του άρθρου 2 ψηφίο β), ή, όπου χρειάζεται, βάσει ειδικών απαιτήσεων ασφάλειας που έχουν θεσπιστεί με ειδική κοινοτική νομοθεσία για το εν λόγω προϊόν. 2. Η απαίτηση αυτή ισχύει στην περίπτωση σειρών ή παρτίδων προϊόντων, και όχι για μεμονωμένα επικίνδυνα προϊόντα. 3. Στις παρεχόμενες πληροφορίες πρέπει να περιλαμβάνονται τουλάχιστον: - οι λεπτομέρειες που καθιστούν δυνατή την ακριβή αναγνώριση του συγκεκριμένου προϊόντος ή παρτίδας προϊόντος. - πλήρη περιγραφή του κινδύνου που παρουσιάζουν τα συγκεκριμένα προϊόντα. - όλες τις διαθέσιμες πληροφορίες που θα μπορούσαν είναι χρήσιμες στον εντοπισμό του προϊόντος. - περιγραφή της δράσης που έχει αναληφθεί προκειμένου να αποτραπούν οι κίνδυνοι για τους καταναλωτές. 4. Οι πληροφορίες προσκομίζονται στις αρχές που έχουν οριστεί για το σκοπό αυτό από τα κράτη μέλη στην αγορά των οποίων διατίθενται ή έχουν διατεθεί, ή παρέχονται με άλλο τρόπο στους καταναλωτές τα εν λόγω προϊόντα. ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ ΙΙ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΤΟΥ ΚΟΙΝΟΤΙΚΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ ΤΑΧΕΙΑΣ ΑΝΤΑΛΛΑΓΗΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ (RAPEX) ΠΟΥ ΠΡΟΒΛΕΠΕΤΑΙ ΑΠΟ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 12 ΚΑΙ ΚΑΤΕΥΘΥΝΤΗΡΙΕΣ ΓΡΑΜΜΕΣ ΓΙΑ ΤΙΣ ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΕΙΣ ΠΟΥ ΑΝΑΦΕΡΟΝΤΑΙ ΣΤΑ ΑΡΘΡΑ 11 ΚΑΙ 12 1. Το σύστημα καλύπτει τα προϊόντα που διατίθενται στην αγορά όπως ορίζονται στο άρθρο 2 ψηφίο α) της παρούσας οδηγίας, τα οποία παρουσιάζουν σοβαρό κίνδυνο για την υγεία και την ασφάλεια των καταναλωτών που απαιτεί ταχεία επέμβαση. Τα φαρμακευτικά προϊόντα, τα οποία διέπονται από τις οδηγίες 75/319/ΕΟΚ και 81/851/ΕΟΚ, εξαιρούνται από την εφαρμογή του συστήματος RAPEX. 2. Το σύστημα αποσκοπεί κυρίως στην ταχεία ανταλλαγή πληροφοριών σε περίπτωση σοβαρού κινδύνου για την υγεία και την ασφάλεια των καταναλωτών ο οποίος απαιτεί ταχεία επέμβαση. Για το λόγο αυτό οι εθνικές αρχές θα πρέπει να κρίνουν κάθε συγκεκριμένη περίπτωση μεμονωμένα, λαμβάνοντας υπόψη τις κατευθυντήριες γραμμές που αναφέρονται στο σημείο 8 οι οποίες καθορίζουν συγκεκριμένα κριτήρια για τον εντοπισμό των σοβαρών κινδύνων που απαιτούν ταχεία επέμβαση. 3. Το κράτος μέλος που προβαίνει στην κοινοποίηση βάσει του άρθρου 12 της παρούσας οδηγίας προσκομίζει όλες τις πληροφορίες που διαθέτει. Συγκεκριμένα, η κοινοποίηση περιέχει τις πληροφορίες που ορίζουν οι κατευθυντήριες γραμμές που αναφέρονται στο σημείο 8, τουλάχιστον: α. τις πληροφορίες για την αναγνώριση του προϊόντος. β. περιγραφή του ενεχόμενου κινδύνου, συμπεριλαμβανομένης σύνοψης των αποτελεσμάτων τυχόν δοκιμών/αναλύσεων και των πορισμάτων τους, εάν συμβάλλουν στην εκτίμηση του μεγέθους του κινδύνου. γ. τη φύση και διάρκεια των μέτρων ή της δράσης που έχουν αναληφθεί ή αποφασιστεί, αν υπάρχουν. δ. πληροφορίες για τα εμπορικά κυκλώματα και τη διανομή του προϊόντος. Οι πληροφορίες αυτές πρέπει να διαβιβάζονται με χρήση του ειδικού στερεότυπου έντυπου κοινοποίησης και με τα μέσα που ορίζονται στις κατευθυντήριες γραμμές που αναφέρονται στο σημείο 8. Όταν το μέτρο που κοινοποιείται σύμφωνα με τα άρθρα 11 και 12 επιδιώκει τον περιορισμό της εμπορίας ή της χρήσης κάποιας χημικής ουσίας ή παρασκευάσματος, τα κράτη μέλη οφείλουν να προσκομίσουν το συντομότερο δυνατό είτε μια σύνοψη είτε τα στοιχεία αναφοράς των αντίστοιχων δεδομένων που σχετίζονται με την υπό εξέταση ουσία ή παρασκεύασμα και τα γνωστά και διαθέσιμα υποκατάστατά του, όπου οι πληροφορίες αυτές υπάρχουν. Οφείλουν επίσης να γνωστοποιήσουν τις αναμενόμενες συνέπειες του μέτρου στην υγεία και την ασφάλεια των καταναλωτών σε συνδυασμό με την εκτίμηση του κινδύνου που πρέπει να διενεργηθεί σύμφωνα με τις γενικές αρχές για την αξιολόγηση κινδύνου των χημικών ουσιών όπως αναφέρονται στο άρθρο 11, παράγραφος 4 του κανονισμού 93/793/ΕΟΚ για τις υπάρχουσες ουσίες και στο άρθρο 3 παράγραφος 2 της οδηγίας 67/548 για τις νέες ουσίες. Οι κατευθυντήριες γραμμές που αναφέρονται στο σημείο 8 ορίζουν τις λεπτομέρειες και διαδικασίες για την παροχή των πληροφοριών που απαιτούνται σχετικά. 4. Όταν ένα κράτος μέλος έχει ενημερώσει την Επιτροπή, σύμφωνα με το άρθρο 12, παράγραφος 1 στοιχείο 3, σχετικά με κάποιο σοβαρό κίνδυνο πριν αποφασίσει την έγκριση μέτρων, οφείλει να ενημερώνει την Επιτροπή μέσα σε διάστημα 45 ημερών εάν επιβεβαιώνει ή τροποποιεί τη συγκεκριμένη πληροφορία. 5. Η Επιτροπή ελέγχει, το συντομότερο δυνατό, τη συμμόρφωση των πληροφοριών που λαμβάνει μέσω αυτού συστήματος ταχείας ενημέρωσης με τις διατάξεις της παρούσας οδηγίας και, εάν το κρίνει απαραίτητο και προκειμένου να αξιολογήσει της ασφάλεια των προϊόντων, δύναται να διενεργήσει έρευνας με δική της πρωτοβουλία. Στην περίπτωση μιας τέτοιας έρευνας, τα κράτη μέλη προσκομίζουν, στο μέτρο του δυνατού, στην Επιτροπή τις απαιτούμενες πληροφορίες. 6. Τα λοιπά κράτη μέλη καλούνται, μόλις παραλαμβάνουν μια κοινοποίηση, να ενημερώνουν την Επιτροπή, το αργότερο μέσα στην καθορισμένη περίοδο που ορίζεται στις κατευθυντήριες γραμμές που αναφέρονται στο σημείο 8, σχετικά με τα ακόλουθα: α. αν το προϊόν έχει διατεθεί στην επικράτειά τους και αν έχουν λάβει ή προτίθενται να εγκρίνουν τα ίδια ή άλλα μέτρα ή ενέργειες προσαρμοσμένες στις δικές τους συνθήκες ή αν θεωρούν ότι δεν είναι απαραίτητη η λήψη μέτρων ή ενεργειών για το εν λόγω προϊόν βάσει των δικών τους συνθηκών, διευκρινίζοντας τους λόγους. β. συμπληρωματικές πληροφορίες που έχουν λάβει σχετικά με τον ενεχόμενο κίνδυνο, συμπεριλαμβανομένων και των αποτελεσμάτων τυχόν δοκιμών/αναλύσεων έχουν διεξαχθεί για την εκτίμηση του μεγέθους του κινδύνου. γ. αν διαφωνούν με τα συγκεκριμένα μέτρα ή δράσεις, διευκρινίζοντας τους λόγους. δ. αν θεωρούν ότι δε χρειάζεται παρακολούθηση, διευκρινίζοντας τους λόγους. ε. αν δεν κρίνουν αναγκαία τη λήψη μέτρων ή την ανάληψη δράσης για το εν λόγω προϊόν βάσει των δικών τους συνθηκών, διευκρινίζοντας τους λόγους. Οι κατευθυντήριες γραμμές που αναφέρονται στην παράγραφο 8 καθορίζουν τον τρόπο με τον οποίο πρέπει να αντιμετωπίζονται οι κοινοποιήσεις που αφορούν κινδύνους οι οποίοι σύμφωνα με το κράτος που προβαίνει στην κοινοποίηση δεν εκτείνονται πέραν της επικράτειάς του. 7. Τα κράτη μέλη ενημερώνουν πάραυτα την Επιτροπή για κάθε τροποποίηση ή άρση των εν λόγω μέτρων ή ενεργειών. 8. Προβλέπεται η εκπόνηση και τακτική ενημέρωση από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή που θα επικουρείται από την επιτροπή που συστήνεται βάσει του άρθρου 14, παράγραφος 3 της παρούσας οδηγίας, κατευθυντήριων γραμμών σχετικά, μεταξύ άλλων, με τη λειτουργία του συστήματος ανταλλαγής πληροφοριών από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και τα κράτη μέλη. 9. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δύναται να ενημερώνει τα εθνικά σημεία επαφής σχετικά με προϊόντα που παρουσιάζουν κινδύνους οι οποίοι απαιτούν άμεση επέμβαση και εισάγονται ή εξάγονται από την Ευρωπαϊκή Κοινότητα και τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο. 10. Η ευθύνη για την ακρίβεια των παρεχόμενων πληροφοριών και την αξιοπιστία τους ανήκει στο κράτος μέλος που προβαίνει στην κοινοποίηση. 11. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εξασφαλίζει την ορθή λειτουργία του συστήματος. ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ III ΚΑΤΑΡΓΟΥΜΕΝΗ ΟΔΗΓΙΑ ΚΑΙ ΠΡΟΘΕΣΜΙΕΣ ΓΙΑ ΜΕΤΑΦΟΡΑ ΣΤΗΝ ΕΘΝΙΚΗ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ ΚΑΙ ΓΙΑ ΕΦΑΡΜΟΓΗ Καταργούμενη οδηγία (αναφέρεται στο άρθρο 21): Οδηγία 92/59/EΟΚ του Συμβουλίου. Προθεσμίες για τη μεταφορά και εφαρμογή της (αναφέρονται στο άρθρο 21): 29 Ιουνίου 1994. ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ IV ΣΥΓΚΡΙΤΙΚΟΣ ΠΙΝΑΚΑΣ >ΘΕΣΗ ΠIΝΑΚΑ> >ΘΕΣΗ ΠIΝΑΚΑ> 7. ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟΣ ΑΝΤΙΚΤΥΠΟΣ 7.1 Mέθοδος υπολογισμού του συνολικού κόστους της ενέργειας (σχέση μεταξύ μεμονωμένου και συνολικού κόστους) Το συνολικό κόστος της δράσης εκτιμήθηκε με συνυπολογισμό: - των δαπανών που συνεπάγεται για την Επιτροπή η εφαρμογή της παρούσας οδηγίας, - των δαπανών (προσωπικό και σύμβουλοι) για τις νέες δραστηριότητες που εισάγει το τροποποιημένο κείμενο της οδηγίας. Οι δαπάνες για το προσωπικό υπολογίστηκαν με βάση το μέσο ετήσιο κόστος μιας θέσης το 1999 (95.524 EUR). Το κόστος της βοήθειας εκτιμήθηκε με βάση το μέσο όρο προγενέστερων παρεμφερών υπηρεσιών. 7.2 Λεπτομερής ανάλυση κόστους Πιστώσεις ανάληψης υποχρεώσεων σε εκατομμύρια ΕΥΡΩ (με τις τρέχουσες τιμές) >ΘΕΣΗ ΠIΝΑΚΑ> 8. Μετρα προληψης απατησ - Μελετώνται συγκεκριμένα μέτρα ελέγχου 9. Στοιχεία αναλυσης αποδοτικοτητασ ως προς το κοστοσ 9.1 Ειδικοί και ποσοτικοποιημένοι στόχοι. ομάδα του πληθυσμού στην οποία απευθύνεται - Ειδικοί στόχοι Να διασφαλιστεί ότι στην εσωτερική αγορά διατίθενται μόνον ασφαλή προϊόντα καθώς και ένας υψηλός βαθμός ασφάλειας και προστασίας των καταναλωτών. Η ομάδα πληθυσμού στην οποία απευθύνεται η ενέργεια είναι το σύνολο των καταναλωτών της Ευρωπαϊκής Ένωσης οι οποίοι θα ωφεληθούν από τη βελτίωση της ποιότητας των παραγόμενων και διανεμόμενων προϊόντων στην εσωτερική αγορά. Η αυξημένη παρακολούθηση της αγοράς θα ωφελήσει τους Ευρωπαίους παραγωγούς αποτρέποντας φαινόμενα αθέμιτου ανταγωνισμού από επιχειρήσεις που δεν τηρούν την υποχρέωση να προστατεύουν την υγεία και την ασφάλεια των καταναλωτών. 9.2 Αιτιολογία της ενέργειας Τα κράτη μέλη ζήτησαν από την Επιτροπή να συμμετέχει πιο ενεργά στο σύστημα ταχείας προειδοποίησης που προβλέπεται βάσει της οδηγίας. Επίσης, τα κράτη μέλη συμφωνούν με την απαίτηση για ανά τριετία υποβολή έκθεσης με αντικείμενο την εφαρμογή της οδηγίας σε εθνικό επίπεδο καθώς και με την προτεινόμενη χρήση της επιτροπής έκτακτης ανάγκης (επιτροπές ασφάλειας καταναλωτικών προϊόντων στο αναθεωρημένο κείμενο) για την παροχή συνδρομής στην Επιτροπή κατά την εφαρμογή της παρούσας οδηγίας. Η οδηγία θα βασιστεί σε καθιερωμένες διαδικασίες για να τις καταστήσει πιο αποτελεσματικές, κάτι που θα είναι πιο αποδοτικό και ως προς το κόστος σε σχέση με την εγκατάσταση μιας εξ ολοκλήρου νέας διαδικασίας. Η αυξημένη αποτελεσματικότητα σε επίπεδο Επιτροπής όσον αφορά στη λειτουργία του συστήματος ταχείας προειδοποίησης θα βελτιώσει την παρακολούθηση των κοινοποιήσεων προειδοποίησης και την ποιότητα των πληροφοριών που διαβιβάζονται μέσω του συστήματος. Το νέο "καθεστώς" που προβλέπει η πρόταση για τα ευρωπαϊκά πρότυπα θα συμβάλει στην καθιέρωση σαφών σημείων αναφοράς για τις επιχειρήσεις όσον αφορά στον προσδιορισμό των ασφαλών προϊόντων. Τα κοινά κριτήρια αξιολόγησης και πρότυπα ασφάλειας προϊόντων θα δώσουν τη δυνατότητα στις επιχειρήσεις να ανταγωνίζονται επί ίσοις όροις διασφαλίζοντας ισότητα ευκαιριών για όλες. Η αναθεωρημένη οδηγία βασίζεται στις καθιερωμένες διαδικασίες σε κοινοτικό και σε εθνικό επίπεδο. Η συνεργασία μεταξύ των εθνικών διοικήσεων στον τομέα της παρακολούθησης αγοράς έχει επιτευχθεί σε άλλες κοινοτικές δραστηριότητες όπως το αμοιβαίο πρόγραμμα κοινών επισκέψεων. Η βελτίωση του συστήματος RAPEX θα καταστήσει την ανταλλαγή πληροφοριών ταχύτερη, παρέχοντας δυνατότητα για προληπτική δράση. Η αυξημένη εμβέλεια προώθησης της χρήσης των ευρωπαϊκών προτύπων θα ενισχύσει την εμπιστοσύνη των παραγωγών ότι τα προϊόντα τους είναι σύμφωνα προς τις σχετικές απαιτήσεις ασφάλειας. Οι αρμοδιότητες της νέας Αρχής Ασφάλειας Τροφίμων θα επηρεάσουν το πεδίο εφαρμογής του συστήματος ταχείας προειδοποίησης. Όταν γίνει αυτό, θα ελαττωθεί ο αριθμός των κοινοποιήσεων που διαβιβάζονται μέσω του συστήματος. 9.3 Παρακολούθηση και αξιολόγηση της ενέργειας - Επιλεγμένοι δείκτες απόδοσης Οι βελτιώσεις στην απόδοση του συστήματος RAPEX πρέπει να είναι εμφανείς στο χρόνο απόκρισης που απαιτείται για τη λήψη μέτρων με στόχο τη διεκπεραίωση κοινοποιήσεων σε σχέση με ελαττωματικά προϊόντα. Η έκθεση που προβλέπεται στο άρθρο 17 θα περιλαμβάνει πληροφορίες για την ασφάλεια των καταναλωτικών προϊόντων, τη λειτουργία των μηχανισμών παρακολούθησης αγοράς, τις εργασίες τυποποίησης, τη λειτουργία του συστήματος ταχείας ανταλλαγής πληροφοριών και των κοινοτικών μέτρων που λαμβάνονται δυνάμει του άρθρου 12. Για το σκοπό αυτό, η Επιτροπή διεξάγει αξιολογήσεις των σχετικών ζητημάτων, ιδιαίτερα των προσεγγίσεων, συστημάτων και πρακτικών που εφαρμόζονται στα κράτη μέλη, υπό το πρίσμα των απαιτήσεων της παρούσας οδηγίας και της υπόλοιπης κοινοτικής νομοθεσίας που αφορά την ασφάλεια των προϊόντων. Τα πορίσματα της ανά τριετία έκθεσης θα αξιολογούνται από την Επιτροπή και τα κράτη μέλη και θα υποβάλλονται στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο. Οι οποίες απαιτούμενες τροποποιήσεις θα εξετάζονται σε αυτή τη βάση. 10. Διοικητικεσ δαπανεσ (Τμημα III, Μεροσ A του Προϋπολογισμου) Η κινητοποίηση των αναγκαίων διοικητικών πόρων (δαπανών και θέσεων) θα εξαρτάται από την ετήσια απόφαση της Επιτροπής για τη διάθεση των πόρων, η οποία λαμβάνει υπόψη τον αριθμό των υπαλλήλων και τα πρόσθετα ποσά που εγκρίνονται από τη δημοσιονομική αρχή. 10.1 Eπίδραση στον αριθμό των θέσεων >ΘΕΣΗ ΠIΝΑΚΑ> 10.2 Συνολικές οικονομικές συνέπειες του επιπλέον ανθρώπινου δυναμικού ΕΥΡΩ >ΘΕΣΗ ΠIΝΑΚΑ> 10.3 Αύξηση άλλων διοικητικών δαπανών ως αποτέλεσμα της ενέργειας EΥΡΩ >ΘΕΣΗ ΠIΝΑΚΑ> Τυχόν συμπληρωματικές ανάγκες θα πρέπει να εξασφαλιστούν στο πλαίσιο του γενικού χρηματοδοτικού πακέτου που χορηγείται ετησίως στη ΓΔ SANCO. ΕΝΤΥΠΟ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗΣ ΤΟΥ ΑΝΤΙΤΥΠΟΥ Ο ΑΝΤΙΚΤΥΠΟΣ ΤΗΣ ΠΡΟΤΑΣΗΣ ΣΤΙΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΜΕ ΕΙΔΙΚΗ ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΤΙΣ ΜΙΚΡΟΜΕΣΑΙΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ (ΜΜΕ) Τιτλοσ προτασησ ΟΔΗΓΙΑ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ για ΤΗ ΓΕΝΙΚΗ ΑΣΦΑΛΕΙΑ ΤΩΝ ΠΡΟΪΟΝΤΩΝ (που αντικαθιστά την οδηγία 92/59/ΕΟΚ της 29ης Ιουνίου 1992 για τη γενική ασφάλεια των προϊόντων). Αριθμοσ αναφορασ εγγραφου xxxxxxxxxx Η προταση 1. Λαμβάνοντας υπόψη την αρχής της επικουρικότητας, γιατί κρίνεται αναγκαία η ανάληψη κοινοτικής δράσης στο συγκεκριμένο τομέα και ποιοι είναι οι βασικοί στόχοι της; Η οδηγία για τη γενική ασφάλεια των προϊόντων εγκρίθηκε το 1992 ως μέρος του προγράμματος με στόχο τη δημιουργία της εσωτερικής αγοράς μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 1992. Οι στόχοι και το σκεπτικό της οδηγίας για την γενική ασφάλεια των προϊόντων, που παραμένουν αμετάβλητα, εμπίπτουν στις θεμελιώδεις αρμοδιότητες της Ευρωπαϊκής Κοινότητας. Όλες οι προτεινόμενες τροποποιήσεις στο αναθεωρημένο κείμενο αποβλέπουν στην ενίσχυση της αποτελεσματικότητας της οδηγίας και στη διασφάλιση μιας πιο συνεκτικής εφαρμογής των διατάξεών της. Η απουσία αποτελεσματικών μηχανισμών παρακολούθησης της αγοράς σε ένα κράτος μέλος μπορεί να έχει αρνητικές επιπτώσεις στη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς σε ευρωπαϊκό επίπεδο, όσον αφορά την ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων και την προστασία των καταναλωτών. Η εμπειρία έφερε στο φως ορισμένες αδυναμίες και κενά στην κοινοτική νομοθεσία περί ασφάλειας των προϊόντων και στον τρόπο εφαρμογής της. Η κατάσταση αυτή απαιτεί βελτίωση των κοινοτικών διατάξεων που στοχεύουν στην εγγύηση της προστασίας των καταναλωτών και στην ομαλή λειτουργία της αγοράς. Οι υπό εξέταση τροποποιήσεις συμβαδίζουν με την ανάγκη να γίνει σεβαστό το αποκλειστικό προνόμιο των κρατών μελών να αποφασίζουν για τις θεσμικές και διοικητικές ρυθμίσεις καθώς και για το καθεστώς των επιχειρήσεων στο εσωτερικό τους. Ο ΑΝΤΙΚΤΥΠΟΣ στισ επιχειρησεισ 2. Ποιους θα επηρεάσει η πρόταση; Η πρόταση δεν επιφέρει σημαντικές αλλαγές όσον αφορά τις συνέπειες για τις επιχειρήσεις σε σύγκριση με την ισχύουσα οδηγία. Αφορά όλους τους επιχειρηματικούς τομείς και τις επιχειρήσεις κάθε μεγέθους που έχουν σχέση με την παραγωγή, διανομή και εμπορία καταναλωτικών αγαθών. Η προτεινόμενη οδηγία θα ισχύει επίσης για τις επιχειρήσεις που χρησιμοποιούν ή προμηθεύουν προϊόντα προοριζόμενα για την παροχή υπηρεσιών στους καταναλωτές. Η πρόταση έχει τον ίδιο αντίκτυπο σε όλη την κοινοτική επικράτεια. Δε στοχεύει σε κάποια συγκεκριμένη περιοχή. 3. Τι πρέπει να κάνουν οι επιχειρήσεις ώστε να συμμορφωθούν με την πρόταση; Οι βασικές νέες πρόσθετες υποχρεώσεις για τις επιχειρήσεις είναι οι εξής: Υποχρεώσεις παραγωγών: να ενημερώνουν αποτελεσματικά τους καταναλωτές για τους κινδύνους που εγκυμονούν προϊόντα που τους έχουν ήδη διατεθεί και, όταν αυτό κρίνεται απαραίτητο και ως έσχατο μέσο, να ανακαλούν τα προϊόντα αυτά προκειμένου να αποφευχθούν οι εν λόγω κίνδυνοι. Υποχρεώσεις διανομέων: να συνεργάζονται στον εντοπισμό των προϊόντων που παρέχουν και σε όλες τις ενέργειες που στοχεύουν στην αποτροπή κάποιου κινδύνου. Υποχρεώσεις παραγωγών και διανομέων: να ενημερώνουν τις αρμόδιες αρχές εάν διαπιστώσουν ότι κάποιο προϊόν που προμηθεύουν είναι επικίνδυνο. Οι συγκεκριμένες απαιτήσεις για την παροχή των πληροφοριών ορίζονται στο Παράρτημα Ι. να συνεργάζονται, σύμφωνα με τις επιταγές των αρμόδιων αρχών, στην ανάληψη δράσεων για την αποτροπή τυχόν κινδύνων που παρουσιάζουν τα προϊόντα που προμηθεύουν. να μην εξάγουν σε χώρες εκτός της ΕΕ επικίνδυνα προϊόντα τα οποία αποτελούν αντικείμενο κοινοτικής απόφασης που απαγορεύει τη διάθεσή τους στην κοινοτική αγορά ή τα οποία έχουν αποσυρθεί από την αγορά ή ανακληθεί από τους καταναλωτές. Πρέπει, ωστόσο, να σημειωθεί ότι οι αυξημένες δαπάνες που συνεπάγονται οι νέες υποχρεώσεις για τις ΜΜΕ θα έχουν εφαρμογή μόνο στην περίπτωση που διαπιστώνεται ότι κάποιο προϊόν δεν είναι σύμφωνο προς τις απαιτήσεις ασφάλειας της οδηγίας. 4. Ποιες είναι οι οικονομικές συνέπειες που μπορεί να έχει η πρόταση; Η παρούσα πρόταση θα διευκολύνει την καθιέρωση ενός αποτελεσματικού και συνεκτικού πλαισίου για τη διασφάλιση της προστασίας της υγείας και ασφάλειας των καταναλωτών και για την ίση μεταχείριση παραγωγών, εισαγωγέων και διανομέων. Ορισμένες διατάξεις της πρότασης θα βελτιώσουν την ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων. Σήμερα, οι επιχειρήσεις που δε συμμορφώνονται με τις υποχρεώσεις για προστασία της υγείας και της ασφάλειας των καταναλωτών έχουν αθέμιτο πλεονέκτημα έναντι των υπολοίπων. Η αποτελεσματικότερη παρακολούθηση της αγοράς θα μειώσει τέτοια φαινόμενα αθέμιτου ανταγωνισμού μεταξύ των επιχειρήσεων εντός της εσωτερικής αγοράς καθώς και στο πλαίσιο της παγκοσμιοποίησης του εμπορίου. Οι επιχειρήσεις μπορούν επίσης να επωφεληθούν σε επίπεδο εμπορικής προώθησης λόγω της μεγαλύτερης ασφάλειας των προϊόντων τους. Το νέο "καθεστώς" που προβλέπει η πρόταση για τα ευρωπαϊκά πρότυπα θα συμβάλει στην καθιέρωση σαφών σημείων αναφοράς για τις επιχειρήσεις όσον αφορά τον προσδιορισμό των ασφαλών προϊόντων. Αυτό θα βοηθήσει τις επιχειρήσεις και ιδιαίτερα τις ΜΜΕ στη διάθεση προϊόντων στην εσωτερική αγορά, καθώς τα πρότυπα μεταποίησης και τα τεχνικά πρότυπα που θα πρέπει να επιτυγχάνονται θα καλύπτουν ευρύτερο φάσμα προϊόντων. Τα κοινά κριτήρια αξιολόγησης και πρότυπα ασφάλειας προϊόντων θα δώσουν τη δυνατότητα στις επιχειρήσεις να ανταγωνίζονται επί ίσοις όροις εξασφαλίζοντας ισότητα ευκαιριών για όλες. 5. Περιλαμβάνονται στην πρόταση μέτρα που να λαμβάνουν υπόψη την ειδική κατάσταση των μικρομεσαίων επιχειρήσεων (μειωμένες ή διαφορετικές απαιτήσεις, κλπ); Το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας είναι τελείως οριζόντιο και οι διατάξεις της είναι γενικού χαρακτήρα. Κατά συνέπεια, δεν προβλέπει μέτρα ειδικά απευθυνόμενα ή προσαρμοσμένα στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις. Διαβουλευση 6. Οργανισμοί με τους οποίους διεξήχθησαν διαβουλεύσεις και οι οποίοι κατέθεσαν ένα περίγραμμα των βασικών απόψεών τους. Βλέπε ενότητα 5.