51999PC0566

Πρόταση οδηγίας του Συμβουλίου περί της εφαρμογής της ίσης μεταχείρισης προσώπων ανεξάρτητα από τη φυλετική ή εθνική τους καταγωγή /* COM/99/0566 τελικό - CNS 99/0253 */


Πρόταση ΟΔΗΓΙΑΣ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ περί της εφαρμογής της ίσης μεταχείρισης προσώπων ανεξάρτητα από τη φυλετική ή εθνική τους καταγωγή

(υποβλήθηκε από την Επιτροπή)

ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ

I. Εισαγωγή

Στόχος της παρούσας πρότασης είναι η εφαρμογή της ίσης μεταχείρισης στην Ευρωπαϊκή Ένωση ατόμων με διαφορετική φυλετική ή εθνική καταγωγή.

Η πρόταση θεσπίζει ένα ελάχιστο πλαίσιο για την απαγόρευση των διακρίσεων λόγω της φυλετικής ή εθνικής καταγωγής και για την επίτευξη ενός ελάχιστου επιπέδου νομικής προστασίας εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης, για άτομα που υφίστανται διακριτική μεταχείριση. Παρέχει έναν κοινό ορισμό των έκνομων διακρίσεων και ένα κοινό ελάχιστο επίπεδο νομικής αποκατάστασης στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Η πρόταση βασίζεται στο άρθρο 13 της Συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και συνιστά μέρος ενός ευρύτερου συνόλου ενεργειών, συμπεριλαμβανομένης μιας οδηγίας για την απαγόρευση των διακρίσεων στην αγορά εργασίας λόγω φυλετικής ή εθνικής καταγωγής, θρησκεύματος και πεποιθήσεων, αναπηρίας, ηλικίας και σεξουαλικής προτίμησης, καθώς επίσης και ενός προγράμματος δράσης για την υποστήριξη των προσπαθειών των κρατών μελών για την καταπολέμηση των διακρίσεων.

II. Πλαίσιο

Η καταπολέμηση του ρατσισμού απασχολεί άμεσα τη διεθνή κοινότητα και βρίσκεται στο επίκεντρο της διεθνούς συνεργασίας κατά τις τελευταίες δεκαετίες.

Οι εμπειρίες της Ευρώπης από τους πολέμους και τις διενέξεις κατά τη διάρκεια του 20ού αιώνα - ακόμη και στο τέλος του - κατέδειξαν τους κινδύνους του ρατσισμού και τη δραματική τους συνέπεια για την ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Ακόμη και σήμερα, στα τέλη του αιώνα, οι φυλετικές διακρίσεις δεν έχουν εξαλειφθεί από την καθημερινή ζωή στην Ευρώπη.

Αναγνωρίζεται ευρέως ότι η λήψη νομικών μέτρων είναι υψίστης σημασίας για την καταπολέμηση του ρατσισμού και της αδιαλλαξίας. Ο νόμος όχι μόνο προστατεύει τα θύματα και τους παρέχει αποκατάσταση, αλλά καταδεικνύει και τη σαφή αντίθεση της κοινωνίας έναντι του ρατσισμού καθώς και τη δέσμευση των αρχών να καταπολεμήσουν τις διακρίσεις. Η εφαρμογή αντιρατσιστικών νόμων επιδρά σημαντικά στη διαμόρφωση των αντιλήψεων.

Για το λόγο αυτό, η διεθνής κοινότητα και τα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης έχουν ενισχύσει κατά τις τελευταίες δεκαετίες τους νομικούς μηχανισμούς που διαθέτουν κατά του ρατσισμού. Ένας μεγάλος αριθμός διεθνών νομικών κειμένων αφορά το θέμα του ρατσισμού, είτε συγκεκριμένα είτε στα πλαίσια άλλων μηχανισμών για την προστασία των ανθρώπινων δικαιωμάτων [1].

[1] Βλ. παράρτημα για τον κατάλογο των σχετικών διεθνών συνθηκών και συμφωνιών.

Τα ευρωπαϊκά όργανα έχουν διακηρύξει σε πολλές περιπτώσεις, ήδη από το 1997 [2], την απόφασή τους να προασπίσουν τα ανθρώπινα δικαιώματα και τις βασικές ελευθερίες και να καταπολεμήσουν την αδιαλλαξία, το ρατσισμό, τη ξενοφοβία και τον αντισημιτισμό.

[2] Κοινή διακήρυξη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου και της Επιτροπής για τα θεμελιώδη δικαιώματα, 5 Απριλίου 1977 (ΕΕ C 103, 27.4.1977, σ. 1).

Συνεχίζοντας τις προσπάθειες για την καταπολέμηση του ρατσισμού και σε συνέχεια της ανακοίνωσης της Επιτροπής [3], της 13ης Δεκεμβρίου 1995, το Συμβούλιο και οι εκπρόσωποι των κυβερνήσεων των κρατών μελών ενέκριναν στις 23 Ιουλίου 1996 ένα ψήφισμα για την ανακήρυξη του 1997 σε ευρωπαϊκό έτος κατά του ρατσισμού [4].

[3] COM(95) 653 τελικό, της 13ης Δεκεμβρίου 1995.

[4] ΕΕ C 237, 15.8.1996, σ. 1.

Σε συνέχεια του Ευρωπαϊκού Έτους και αξιοποιώντας τις σχετικές εμπειρίες, η Επιτροπή ενέκρινε, στις 25 Μαρτίου 1998, μια ανακοίνωση που περιλάμβανε ένα σχέδιο δράσης για την καταπολέμηση του ρατσισμού [5]. Το σχέδιο δράσης υιοθετεί μια εκτενή προσέγγιση, επισημαίνοντας τη σημασία της ενσωμάτωσης της καταπολέμησης του ρατσισμού σε όλες τις ευρωπαϊκές πολιτικές και υπογραμμίζοντας την ανάγκη προώθησης της συνεργασίας των ευρωπαϊκών οργάνων με όλους τους σχετικούς παράγοντες, τόσο κυβερνητικούς όσο και μη κυβερνητικούς.

[5] COM(1998) 183 τελικό, της 25ης Μαρτίου 1998.

Σε αυτό το πλαίσιο, τα ευρωπαϊκά όργανα και η κοινωνία ζητούσαν συστηματικά την ανάληψη νομοθετικής δράσης στον τομέα του ρατσισμού.

III. Επικουρικότητα και αναλογικότητα: η ανάγκη ευρωπαϊκής παρέμβασης στον τομέα του ρατσισμού

Όπως υπογραμμίζεται στο ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, της 21ης Απριλίου 1993, σχετικά με την αναβίωση του ρατσισμού και της ξενοφοβίας στην Ευρώπη, ο ρατσισμός και η ξενοφοβία "επιδιώκουν την κατάρρευση των θεμελίων της δημοκρατίας, της προάσπισης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και των θεμελιωδών ελευθεριών καθώς και των συνταγματικών παραδόσεων των κρατών μελών". [6]

[6] ΕΕ C 150, 31.5.1993, σ. 127.

Η δέσμευση της Ευρωπαϊκής Ένωσης όσον αφορά τα ανθρώπινα δικαιώματα και τις βασικές ελευθερίες επιβεβαιώθηκε περαιτέρω με τη συνθήκη του Άμστερνταμ. Τα άρθρα 6 και 7 της συνθήκης υπογραμμίζουν την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, ως βασική αρχή της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το άρθρο 13 προβλέπει τη δυνατότητα ανάληψης ενεργειών για την ενίσχυση των μέτρων καταπολέμησης των διακρίσεων. Επίσης, η Ένωση έχει θέσει ως στόχο της τη διατήρηση και ανάπτυξη της Ένωσης ως χώρο ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης. Στην έκτακτη σύνοδό του στο Τάμπερε, στις 15 και 16 Οκτωβρίου 1999, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο κάλεσε την Ευρωπαϊκή Επιτροπή να υποβάλει το συντομότερο δυνατόν προτάσεις, κατ' εφαρμογή του άρθρου 13 της Συνθήκης ΕΚ για την καταπολέμηση του ρατσισμού και της ξενοφοβίας, ως συμβολή στην επίτευξη αυτού του στόχου.

Υπάρχει μια σειρά διεθνών κειμένων για την καταπολέμηση του ρατσισμού. Εκτείνονται από γενικές διακηρύξεις για τα ανθρώπινα δικαιώματα (Οικουμενική διακήρυξη για τα δικαιώματα του ανθρώπου, ευρωπαϊκή σύμβαση για τα ανθρώπινα δικαιώματα) έως και σε ειδικά κείμενα που αφορούν αποκλειστικά το ρατσισμό και τη ξενοφοβία (διεθνής σύμβαση για την εξάλειψη κάθε μορφής φυλετικής διάκρισης, σύμβαση 111 της ΔΟΕ, νέο σχέδιο πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ). Ενώ τα κείμενα αυτά προβλέπουν κάποιες γενικές αρχές για την καταπολέμηση των διακρίσεων, κανένα δεν προβλέπει άμεσα μέτρα αποκατάστασης για τους πολίτες, χωρίς να γίνουν περαιτέρω εκτελεστικές ενέργειες από τα συνυπογράφοντα κράτη.

Τα κράτη μέλη της ΕΕ έχουν θεσπίσει μια σειρά μέτρων για την εξασφάλιση του δικαιώματος των πολιτών να μην υφίστανται διακρίσεις λόγω της φυλετικής ή εθνικής τους καταγωγής. Όλα τα κράτη μέλη έχουν θεσπίσει νόμους για την καταπολέμηση της ρατσιστικής βίας και της αναμόχλευσης του φυλετικού μίσους, ιδιαίτερα μετά την κοινή δράση για το ρατσισμό και τη ξενοφοβία, η οποία θεσπίστηκε στις 15 Ιουλίου 1996. Ορισμένα κράτη μέλη έχουν εισαγάγει διατάξεις περί μη διακρίσεων στο σύνταγμά τους, οι οποίες μπορεί ή όχι να προβλέπουν για τους πολίτες το δικαίωμα αποκατάστασης. Πολλά κράτη μέλη έχουν επίσης εκδώσει ειδική νομοθεσία με την οποία παρέχεται στα θύματα το δικαίωμα αποκατάστασης και κηρύσσεται παράνομη η φυλετική διάκριση σε ορισμένες πτυχές της απασχόλησης ενώ άλλα κράτη, όπως η Ιρλανδία, οι Κάτω Χώρες και το Ηνωμένο Βασίλειο καλύπτουν νομοθετικά άλλους τομείς της καθημερινής ζωής, όπως η πρόσβαση σε αγαθά και υπηρεσίες και η εκπαίδευση.

Επομένως η απαγόρευση της διακριτικής μεταχείρισης λόγω φυλετικής ή εθνικής καταγωγής υφίσταται σε όλα τα κράτη μέλη, όμως το εύρος, το περιεχόμενο και η δυνατότητα επιβολής διαφέρουν σημαντικά. Βέβαια, η ύπαρξη νομοθετικών εξουσιών και η πιστοποιημένη πολιτική βούληση για ανάληψη δράσης δεν επαρκούν για να αιτιολογούν τη θέσπιση κοινοτικής νομοθεσίας. Το πρωτόκολλο της συνθήκης του Άμστερνταμ σχετικά με την εφαρμογή των αρχών της επικουρικότητας και της αναλογικότητας (1997) δικαιολογεί την ανάληψη κοινοτικής δράσης όταν:

"η δράση σε κοινοτικό επίπεδο συνεπάγεται σαφή πλεονεκτήματα λόγω της κλίμακας στην οποία θα διεξαχθεί ή των αποτελεσμάτων της, σε σύγκριση με τη δράση στο επίπεδο των κρατών μελών".

Η έγκριση οδηγίας σε κοινοτικό επίπεδον θα αποτελέσει αδιαμφισβήτητη διακήρυξη δημόσιας πολιτικής όσον αφορά τη διακριτική μεταχείριση. Με την οδηγία θα θεσπιστούν κοινές διατάξεις προστασίας έναντι φυλετικών διακρίσεων για όλους τους πολίτες σε όλη την Ένωση, όπως επίσης θα ενισχυθούν και θα συμπληρωθούν τα συστήματα προστασίας που υπάρχουν αυτήν τη στιγμή στα κράτη μέλη, είτε διευρύνοντας το καθ' ύλην πεδίο εφαρμογής αυτών των συστημάτων είτε παρέχοντας ή ενισχύοντας την πρόσβαση σε αποκατάσταση. Στο πλαίσιο αυτό θα ενισχυθούν οι θεμελιώδεις αξίες βάσει των οποίων έχει οικοδομηθεί η Ένωση - ελευθερία, δημοκρατία, σεβασμός των ανθρώπινων δικαιωμάτων και των θεμελιωδών ελευθεριών και κράτος δικαίου - και θα προωθηθεί η ανάπτυξη της Ένωσης ως χώρου ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης. Η οδηγία θα συμβάλλει στην ενίσχυση της οικονομικής και κοινωνικής συνοχής, εξασφαλίζοντας στους πολίτες όλων των κρατών μελών ένα βασικό επίπεδο προστασίας έναντι διακρίσεων, συνεκτιμώντας ταυτόχρονα την πολιτιστική πολυμορφία των κρατών μελών.

Η οδηγία θα υποστηρίξει επίσης τις προσπάθειες των κρατών μελών για την επίτευξη άλλων στόχων που καθορίζονται σε ευρωπαϊκό επίπεδο, ιδιαίτερα στο πλαίσιο της συντονισμένης στρατηγικής για την απασχόληση (ειδικά της κατευθυντήριας γραμμής 9) και για την παροχή ευρείας πρόσβασης σε εκπαίδευση και κατάρτιση ποιότητας.

Τέλος, η οδηγία θα προσφέρει μια σταθερή βάση για τη διεύρυνση της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η οποία θα πρέπει να βασίζεται στον πλήρη και αποτελεσματικό σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Η διαδικασία διεύρυνσης θα φέρει στην ΕΕ νέους και διαφορετικούς πολιτισμούς και εθνικές μειονότητες. Για την αποφυγή κοινωνικών περιορισμών τόσο στα υπάρχοντα όσο και στα μελλοντικά κράτη μέλη και για τη δημιουργία μιας Κοινότητας σεβασμού και ανοχής της φυλετικής και εθνικής πολυμορφίας, είναι σημαντικό να θεσπιστεί ένα ευρωπαϊκό πλαίσιο για την καταπολέμηση του ρατσισμού.

IV. Η προσέγγιση της Επιτροπής για την ανάληψη κοινοτικής δράσης

Κατά τη σύνταξη της πρότασης οδηγίας για την καταπολέμηση των διακρίσεων λόγω φυλετικής και εθνικής καταγωγής, η Επιτροπή συνεκτίμησε την υπάρχουσα εμπειρία σε εθνικό και διεθνές επίπεδο καθώς και τις απόψεις που εκφράσθηκαν στις διάφορες διαβουλεύσεις που έλαβαν χώρα. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, στο ψήφισμά του της 29ης Ιανουαρίου 1998 [7] υπογραμμίζει ότι η οδηγία θα πρέπει να καλύπτει "τους τομείς της απασχόλησης, της εκπαίδευσης, του υγειονομικού συστήματος, της κοινωνικής ασφάλισης, του στεγαστικού τομέα και των δημόσιων και ιδιωτικών υπηρεσιών".

[7] Ψήφισμα της 29ης Ιανουαρίου 1998 (ΕΕ C 56, 23.2.1998).

Η Επιτροπή συμφωνεί ότι απαιτείται μια εκτενής κάλυψη προκειμένου να υπάρξει μια σοβαρή συμβολή στην καταπολέμηση του ρατσισμού και της ξενοφοβίας στην Ευρώπη. Η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει αναγνωρίσει, και πρόσφατα στο πλαίσιο της συντονισμένης στρατηγικής για την απασχόληση, ότι η συμμετοχή στην οικονομική ζωή αποτελεί συχνά μια προϋπόθεση για την επιτυχή ευρύτερη κοινωνική ενσωμάτωση. Επίσης, τα συστήματα κοινωνικής προστασίας διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στην εξασφάλιση της κοινωνικής συνοχής και στη διατήρηση της πολιτικής σταθερότητας και της οικονομικής προόδου στην Ένωση. Οι διακρίσεις όσον αφορά την πρόσβαση σε επιδόματα και άλλες μορφές παροχής υποστήριξης των συστημάτων κοινωνικής προστασίας συμβάλλουν στην περιθωριοποίηση ατόμων που προέρχονται από εθνικές μειονότητες και οικογένειες μεταναστών. Το ίδιο ισχύει και για τα κοινωνικά προνόμια, τα οποία είναι συχνά διακριτικής φύσης και έχουν τον ίδιο ή παρόμοιο χαρακτήρα με την κοινωνική προστασία.

Άλλοι τομείς συνδέονται πιο έμμεσα με τον κόσμο της εργασίας, όμως συμβάλλουν σημαντικά στην κοινωνική και οικονομική ενσωμάτωση. Για παράδειγμα, η εκπαίδευση υψηλής ποιότητας αποτελεί προϋπόθεση για την επιτυχή ενσωμάτωση στην κοινωνία. Ως εκ τούτου, πρέπει να δοθεί προσοχή στην ίση μεταχείριση κατά τις διαδικασίες επιλογής, συνεκτιμώντας τη διαφορετική πολιτισμική προέλευση.

Οι διακρίσεις όσον αφορά την πρόσβαση σε αγαθά και υπηρεσίες περιορίζουν επίσης την κοινωνική και οικονομική ενσωμάτωση, ειδικά όσον αφορά την πρόσβαση στην οικονομία, αλλά και ευρύτερα. Οι αποφάσεις π.χ. για δανειοδότηση μικρών επιχειρήσεων ή μεμονωμένων ατόμων για αγορά κατοικίας,οι οποίες βασίζονται ή επηρεάζονται από την πραγματική ή υποτιθέμενη φυλετική ή εθνική καταγωγή του αιτούντος, όχι μόνον είναι αντίθετες προς τις βασικές αρχές των ανθρωπίνων δικαιωμάτων αλλά στην πράξη πλήττουν την ικανότητα μεγάλων μερίδων της κοινωνίας να φροντίζουν για τον εαυτό τους και τους άλλους. Επίσης, η εξαίρεση ατόμων από την πρόσβαση σε αγαθά και υπηρεσίες της επιλογής τους πλήττει, στην καλύτερη περίπτωση, τον αυτοσεβασμό τους και στη χειρότερη περίπτωση οδηγεί στον κοινωνικό αποκλεισμό.

Η Κοινότητα προασπίζει σθεναρά τα ανθρώπινα δικαιώματα των γυναικών και των κοριτσιών, ως αναπόσπαστο και αδιαίρετο μέρος των γενικών ανθρώπινων δικαιωμάτων. Αναγνωρίζει ότι οι διακρίσεις λόγω της φυλετικής ή εθνικής καταγωγής μπορούν να έχουν διαφορετική επίδραση σε γυναίκες και άνδρες. Οι διαρθρωτικές ανισότητες που συνδέονται με το φύλο και τους αντίστοιχους ρόλους των γυναικών και των ανδρών λαμβάνουν ακόμη μεγαλύτερη διάσταση στα πλαίσια παρόμοιων διακρίσεων. Σύμφωνα με την αρχή που εμπεριέχεται στα άρθρα 2 και 3 της συνθήκης, η ισότητα μεταξύ γυναικών και ανδρών αποτελεί ρητό στόχο της ΕΚ και η Κοινότητα πρέπει να επιδιώκει, στα πλαίσια όλων των ενεργειών της, την εξάλειψη των ανισοτήτων μεταξύ των φύλων και την προώθηση της ισότητας. Ως εκ τούτου, η αρχή της ενσωμάτωσης της διάστασης του φύλου σε όλες τις πολιτικές πρέπει να εφαρμοστεί στην οδηγία, έτσι ώστε να εξασφαλιστεί η συνεκτίμηση της διάστασης του φύλου κατά την εφαρμογή της.

Για το λόγο αυτό, η Επιτροπή υπέβαλε μια πρόταση οδηγίας με ένα ευρύτερο πεδίο εφαρμογής, σεβόμενη ταυτόχρονα τα όρια εξουσιών που αποδίδονται στην Επιτροπή βάσει της συνθήκης. Η Επιτροπή πιστεύει βέβαια ότι είναι αναγκαίο να διαθέτουν τα κράτη μέλη μια ευελιξία κατά την εφαρμογή των κοινοτικών κανόνων, προκειμένου να συνεκτιμηθούν οι ιδιαιτερότητες κάθε κράτους μέλους που απορρέουν από την ιστορία και τις παραδόσεις του. Για το λόγο αυτό, η προτεινόμενη οδηγία καθορίζει μόνο ευρείς στόχους, προκειμένου να εξασφαλιστεί η απαγόρευση των διακρίσεων και η ύπαρξη ενός ελάχιστου δικαιώματος αποκατάστασης των θυμάτων. Από κοινού με τις προτάσεις για την απαγόρευση των διακρίσεων για άλλους λόγους κατά την απασχόληση καθώς και με το πρόγραμμα δράσης για τη θέσπιση πρακτικών μέτρων για την καταπολέμηση των διακρίσεων, η συγκεκριμένη οδηγία για τις διακρίσεις λόγω φυλετικής και εθνικής καταγωγής θα αποτελέσει ένα σημαντικό βήμα στη διαμόρφωση ενός εκτενούς πλαισίου για την εφαρμογή των αρχών της ίσης μεταχείρισης στην οικονομική και κοινωνική ζωή.

V. Σχόλια επί των άρθρων

Η πρόταση οδηγίας περιλαμβάνει τέσσερις τίτλους: γενικές διατάξεις (Τίτλος I), ένδικα βοηθήματα και εκτέλεση (Τίτλος II), ανεξάρτητοι φορείς για την προώθηση της ίσης μεταχείρισης (Τίτλος III) και διάφορες διατάξεις (Τίτλος IV).

Κεφάλαιο I: Γενικές διατάξεις

Ο τίτλος αυτός αφορά το σκοπό της οδηγίας και την έννοια των διακρίσεων.

Άρθρο 1: Σκοπός

Το άρθρο 1 καθορίζει τον κύριο στόχο της οδηγίας, ο οποίος έγκειται στο σεβασμό της αρχής της ίσης μεταχείρισης σε όλα τα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Πρέπει να σημειωθεί ότι η οδηγία δεν απαγορεύει τη διαφορετική μεταχείριση λόγω εθνικότητας, θέμα που αντιμετωπίζεται από ξεχωριστά άρθρα της συνθήκης (κυρίως τα άρθρα 12 και 39) και από το υφιστάμενο παράγωγο δίκαιο

Άρθρο 2: Έννοια των διακρίσεων

Ο ορισμός της αρχής της ίσης μεταχείρισης που περιέχεται στο άρθρο αυτό είναι σύμφωνος με τον ορισμό που περιέχουν η οδηγία 76/207/ΕΟΚ της 9ης Φεβρουαρίου 1976 (οδηγία για την ίση μεταχείριση), η οδηγία 97/80/ΕΟΚ της 15ης Δεκεμβρίου 1997 (βάρος απόδειξης) καθώς επίσης και με τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου [8] σχετικά με την έμμεση διάκριση στους τομείς της ίσης μεταχείρισης γυναικών και ανδρών και της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων. Ο ορισμός της έμμεσης διάκρισης πρέπει να δοθεί σε συνδυασμό με τους κανόνες για το βάρος απόδειξης που αναφέρονται στο άρθρο 8. Η αρχή της ίσης μεταχείρισης πρέπει να εφαρμόζεται ανεξάρτητα από το αν η φυλετική ή εθνική καταγωγή είναι πραγματική ή τεκμαίρεται.

[8] Υπόθεση John O'Flynn κατά Adjudication Officer, C-237/94, απόφαση του Δικαστηρίου της 23ης Μαΐου 1996. Συλλογή της Νομολογίας του Δικαστηρίου 1996 σελίδα I-2617.

Η παράγραφος 3 ασχολείται με την έννοια της παρενόχλησης. Αυτή η συμπεριφορά μπορεί να λάβει διάφορες μορφές, από προφορικές ενοχλήσεις και χειρονομίες έως και την παραγωγή, την απεικόνιση ή την κυκλοφορία κειμένων, εικόνων ή άλλου υλικού και, για να εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας, πρέπει να είναι σοβαρής μορφής και να δημιουργεί ενοχλητικό ή εχθρικό περιβάλλον εργασίας. Η παρενόχληση λόγω φυλετικής ή εθνικής καταγωγής πλήττει σοβαρά τα δικαιώματα του ατόμου στην επαγγελματική, την οικονομική και την κοινωνική του ζωή και πρέπει να θεωρείται μορφή διάκρισης.

Άρθρο 3: Πεδίο εφαρμογής

Το άρθρο 3 καθορίζει τους τομείς στους οποίους απαγορεύονται οι διακρίσεις λόγω φυλετικής ή εθνικής καταγωγής. Σε όλες τις περιπτώσεις, οι τομείς αυτοί καλύπτονται στο βαθμό που εμπίπτουν στις εξουσίες που αποδίδονται στην Κοινότητα από τη συνθήκη.

1) Πρόσβαση στην απασχόληση και αυτοαπασχόληση και συνθήκες εργασίας.

Τα εδάφια (α) έως (γ) ορίζουν το πεδίο εφαρμογής στον τομέα της απασχόλησης και είναι ταυτόσημα με την οδηγία 76/207/ΕΟΚ για την ίση μεταχείριση ανδρών και γυναικών.

2) Ιδιότητα μέλους σε οργανώσεις

Το εδάφιο δ) ασχολείται με το θέμα της ιδιότητας μέλους και της συμμετοχής σε οργανώσεις εργαζομένων ή εργοδοτών ή σε άλλες οργανώσεις των οποίων τα μέλη ασκούν ένα συγκεκριμένο επάγγελμα. Εξασφαλίζει τη μη διακριτική διαχείριση είτε όσον αφορά την ιδιότητα μέλους είτε όσον αφορά τα πλεονεκτήματα που παρέχουν παρόμοιοι φορείς.

3) Κοινωνική προστασία και κοινωνική ασφάλιση

Παρά το ότι ο σχεδιασμός και η παροχή κοινωνικής προστασίας και ασφάλισης αποτελούν αρμοδιότητα των κρατών μελών, το εδάφιο (ε) απαιτεί από τα κράτη μέλη την εξασφάλιση της μη διακριτικής μεταχείρισης λόγω φυλετικής ή εθνικής καταγωγής κατά την εκτέλεση αυτής της αρμοδιότητάς τους.

4) Κοινωνικά προνόμια

Ο κανονισμός (ΕΟΚ) αριθ. 1612/68 για την ελεύθερη κυκλοφορία των μεταναστών, απαιτεί από τα κράτη μέλη τη χορήγηση κοινωνικών προνομίων ανεξάρτητα από την εθνικότητα. Στο πλαίσιο αυτό, τα κοινωνικά προνόμια έχουν οριστεί από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο ως παροχές οικονομικής ή πολιτιστικής φύσης, οι οποίες χορηγούνται εντός ενός κράτους μέλους είτε από δημόσιες αρχές είτε από ιδιωτικούς οργανισμούς. Ο ίδιος ορισμός ισχύει και εδώ.Παραδείγματα παρόμοιων παροχών είναι η επιδότηση των εισιτηρίων στις δημόσιες μεταφορές, τα μειωμένα εισιτήρια για πολιτιστικές και άλλες εκδηλώσεις και τα επιδοτούμενα γεύματα σε σχολεία για παιδιά οικογενειών με χαμηλά εισοδήματα. Το εδάφιο (στ) απαιτεί, στην περίπτωση χορήγησης παρόμοιων προνομίων, τη μη διακριτική μεταχείριση λόγω φυλετικής ή εθνικής καταγωγής.

5) Εκπαίδευση, συμπεριλαμβανομένων επιχορηγήσεων και υποτροφιών

Με το εδάφιο (ζ) ζητείται από τα κράτη μέλη να εξασφαλίσουν τη μη διακριτική μεταχείριση λόγω φυλετικής και εθνικής καταγωγής στον τομέα της εκπαίδευσης, συμπεριλαμβανομένης της πρόσβασης σε επιχορηγήσεις και υποτροφίες. Η απαίτηση αυτή σέβεται πλήρως την αρμοδιότητα των κρατών μελών όσον αφορά το περιεχόμενο της εκπαίδευσης και την οργάνωση των εκπαιδευτικών συστημάτων, σεβόμενη την πολιτιστική και γλωσσική πολυμορφία.

6)Πρόσβαση σε αγαθά και υπηρεσίες και την παροχή αυτών

Με το εδάφιο (η) απαιτείται όπως οι αποφάσεις όσον αφορά την πρόσβαση σε αγαθά και υπηρεσίες ή την παροχή αυτών να μην βασίζονται στη φυλετική ή την εθνική καταγωγή.

Άρθρο 4: Πραγματικά επαγγελματικά προσόντα

Βασιζόμενο σε παρόμοιες διατάξεις εθνικών νομοθεσιών (Δανία, Ιρλανδία, Κάτω Χώρες, Ηνωμένο Βασίλειο) καθώς και στην οδηγία για την ίση μεταχείριση του 1976, το άρθρο 4 προβλέπει ότι η διαφορετική μεταχείριση λόγω φυλετικής ή εθνικής καταγωγής που συνδέεται με γνήσια επαγγελματικά προσόντα δεν πρέπει να θεωρείται διακριτική μεταχείριση. Ο όρος "γνήσια επαγγελματικά προσόντα" πρέπει να ερμηνευθεί στενά, ώστε να καλύπτει μόνο τις επαγγελματικές απαιτήσεις που είναι απολύτως απαραίτητες για την εκτέλεση των αντίστοιχων εργασιών. Όσον αφορά τη διαφορετική μεταχείριση λόγω φυλετικής και εθνικής καταγωγής, παρόμοιες περιπτώσεις είναι ιδιαίτερα σπάνιες. Παραδείγματα παρόμοιων διαφορών ως προς τη μεταχείριση είναι, μεταξύ άλλων, η επιλογή ενός ατόμου συγκεκριμένης φυλετικής ή εθνικής καταγωγής για λόγους αυθεντικότητας σε μια θεατρική παράσταση ή η παροχή προσωπικών υπηρεσιών σε μέλη μιας συγκεκριμένης εθνικής ομάδας για την προαγωγή της ευημερίας τους, όπου οι υπηρεσίες αυτές μπορούν να παρασχεθούν αποτελεσματικότερα από ένα άτομο αυτής της εθνικής ομάδας.

Άρθρο 5: Θετική δράση

Η ίση μεταχείριση από μόνη της ενδεχομένως δεν επαρκεί αν δεν ισοσταθμίζονται οι συσσωρευμένες δυσμενείς συνέπειες για τις ομάδες που υφίστανται διακριτική μεταχείριση. Το άρθρο 5 επιτρέπει στα κράτη μέλη να θεσπίζουν τα νομοθετικά ή διοικητικά μέτρα που είναι απαραίτητα για την πρόληψη και διόρθωση ανισοτήτων.

Άρθρο 6: Ελάχιστες απαιτήσεις

Πρόκειται για μια τυποποιημένη διάταξη "μη οπισθοδρόμησης", η οποία αφορά όλα τα κράτη μέλη τα οποία διαθέτουν ή επιθυμούν να θεσπίσουν νομοθεσία που θα παρέχει ένα υψηλότερο επίπεδο προστασίας από αυτό που εξασφαλίζεται από την οδηγία πλαίσιο. Με τη διάταξη αυτή προβλέπεται ότι δεν θα πρέπει να υπάρξει μείωση του επιπέδου προστασίας έναντι διακρίσεων που διαθέτουν ήδη τα κράτη μέλη, κατά την εφαρμογή της κοινοτικής οδηγίας.

Κεφάλαιο II: Ένδικα βοηθήματα και εκτέλεση

Ο τίτλος αυτός ασχολείται με τους δύο κύριους όρους που πρέπει να περιλαμβάνονται προκειμένου η νομοθεσία κατά των διακρίσεων να είναι αποτελεσματική: το δικαίωμα των θυμάτων σε προσωπικό ένδικο βοήθημα κατά του προσώπου ή της ένωσης προσώπων που διέπραξε τη διάκριση· και η ύπαρξη ενός κατάλληλου μηχανισμού σε κάθε κράτος μέλος που θα εξασφαλίζει την ύπαρξη αντίστοιχων επιπέδων εκτέλεσης.

Άρθρο 7: Υπεράσπιση δικαιωμάτων

Το άρθρο 7 αφορά τις διαδικασίες εκτέλεσης (πρόσβαση στη δικαιοσύνη) για την εκτέλεση των υποχρεώσεων που πηγάζουν από την παρούσα οδηγία. Συγκεκριμένα παρέχει στα άτομα που θεωρούν ότι υπέπεσαν θύματα διάκρισης, τη δυνατότητα διεκδίκησης των αιτημάτων τους μέσω μιας διοικητικής ή/και δικαστικής διαδικασίας, προκειμένου να ασκηθεί το δικαίωμά τους για ίση μεταχείριση. Οι εθνικοί χρονικοί περιορισμοί για την ανάληψη ενεργειών δεν επηρεάζονται από την παρούσα διάταξη.

Το δικαίωμα νομικής προστασίας ενισχύεται περαιτέρω με τη δυνατότητα ενεργοποίησης των διαδικασιών αυτών από οργανώσεις που εκπροσωπούν το θύμα [9].

[9] Βλ. π.χ. τον πρότυπο νόμο του ΟΗΕ περί φυλετικών διακρίσεων (πρόγραμμα δράσης τρίτης δεκαετίας).

Άρθρο 8: Το βάρος απόδειξης

Κανονικά το βάρος απόδειξης μιας υπόθεσης φέρει ο ενάγων. Βέβαια, η εξεύρεση αποδείξεων σε περιπτώσεις διακρίσεων, όπου οι σχετικές πληροφορίες βρίσκονται συνήθως στα χέρια του εναγόμενου, μπορεί να είναι λίαν προβληματική. Για το σκοπό αυτό η Επιτροπή προτείνει όπως σε ορισμένες περιπτώσεις το βάρος απόδειξης μεταφερθεί στον εναγόμενο, όπως αυτό έχει συμβεί ήδη στην περίπτωση των διακρίσεων λόγω φύλου. Η διατύπωση του άρθρου 8 βασίζεται σε αυτήν των άρθρων 3 και 4 της οδηγίας του Συμβουλίου 97/80/ΕΚ [10].

[10] Οδηγία του Συμβουλίου 97/80/ΕΚ της 15ης Δεκεμβρίου 1997 για το βάρος απόδειξης σε περίπτωση διακριτικής μεταχείρισης λόγω φύλου.

Η Επιτροπή προτείνει να μεταφερθεί το βάρος απόδειξης στον εναγόμενο, από τη στιγμή που ο ενάγων έχει προσκομίσει αποδείξεις λιγότερο ευνοϊκής μεταχείρισης λόγω διάκρισης.

Άρθρο 9: Προστασία από αντίποινα

Η αποτελεσματική νομική προστασία πρέπει να περιλαμβάνει την προστασία από αντίποινα. Τα θύματα μπορεί να αποτραπούν από την άσκηση των δικαιωμάτων τους με την απειλή αντιποίνων. Επειδή π.χ. ο φόβος απόλυσης, για παράδειγμα, είναι γενικά ένα από τα κύρια εμπόδια για την ανάληψη ενεργειών εκ μέρους του ατόμου, είναι αναγκαία η προστασία του έναντι απόλυσης ή άλλων αντιποίνων (π.χ. ιεραρχικός υποβιβασμός ή άλλο εξαναγκαστικό μέτρο που λαμβάνεται σε συνάρτηση με την εν λόγω ενέργεια).

Άρθρο 10: Διάδοση πληροφοριών

Το άρθρο 10 προβλέπει την κατάλληλη διάδοση πληροφοριών σχετικά με τα δικαιώματα ίσων ευκαιριών και μεταχείρισης. Όσο πιο αποτελεσματικό είναι το σύστημα δημόσιας πληροφόρησης και πρόληψης, τόσο λιγότερες θα είναι και οι περιπτώσεις προσφυγών.

Άρθρο 11: Κοινωνικός διάλογος

Ο ρόλος των κοινωνικών εταίρων στη μάχη κατά των διακρίσεων υπογραμμίστηκε για πρώτη φορά σε ευρωπαϊκό επίπεδο στην κοινή διακήρυξη των κοινωνικών εταίρων για το ρατσισμό και τη ξενοφοβία στο χώρο εργασίας, η οποία εγκρίθηκε στη Φλωρεντία το 1995. Οι κοινωνικοί εταίροι σε εθνικό επίπεδο, σε ορισμένα κράτη μέλη (Βέλγιο, Γαλλία), έχουν θεσπίσει επίσης συμφωνίες πλαίσια για την καταπολέμηση των φυλετικών και εθνικών διακρίσεων στις εταιρείες, ενώ σε ορισμένα άλλα κράτη μέλη (ΗΒ, Κάτω Χώρες) έχουν συμφωνηθεί και κώδικες συμπεριφοράς σε εθνικό και τοπικό επίπεδο. Σε μια σειρά από τις συμφωνίες αυτές περιέχονται διατάξεις για τη διευθέτηση διενέξεων που αφορούν διακριτική μεταχείριση, μέσω, για παράδειγμα, της δημιουργίας σημείων υποβολής παραπόνων ή διορισμένων επιδιαιτητών εντός της επιχείρησης, που μπορεί να έχουν θετική επίδραση στην εξάλειψη των διακρίσεων.

Η Επιτροπή έχει δεσμευτεί για την ενίσχυση του ρόλου των κοινωνικών εταίρων. Για το λόγο αυτό, η προτεινόμενη οδηγία αναγνωρίζει ότι οι κοινωνικοί εταίροι μπορούν να συμβάλλουν στην εφαρμογή της, με τη θέσπιση συμφωνιών κατά των διακρίσεων και με την παρακολούθηση της εφαρμογής της ίσης μεταχείρισης στο χώρο εργασίας. Ζητεί από τα κράτη μέλη να ενθαρρύνουν τους κοινωνικούς εταίρους στη σύναψη συμφωνιών στο τομέα αυτό.

Κεφάλαιο III: Ανεξάρτητοι φορείς για την προώθηση της ίσης μεταχείρισης

Άρθρο 12: Ανεξάρτητοι φορείς

Το άρθρο 12 της οδηγίας προβλέπει ένα πλαίσιο για ανεξάρτητους φορείς σε εθνικό επίπεδο, το οποίο θα μπορεί να συμβάλλει στην προώθηση της αρχής της ίσης μεταχείρισης.

Τα κράτη μέλη μπορούν να αποφασίσουν τη σύσταση παρόμοιων φορέων σε περιφερειακό ή τοπικό επίπεδο, υπό την προϋπόθεση ότι οι ρυθμίσεις αυτές θα καλύπτουν το σύνολο της επικράτειας του εκάστοτε κράτους μέλους.

Η προτεινόμενη οδηγία καθορίζει ένα σύνολο ελάχιστων προδιαγραφών για τους ανεξάρτητους αυτούς φορείς στα κράτη μέλη. Τα κράτη μέλη είναι ελεύθερα να αποφασίσουν για τη δομή και τη λειτουργία αυτών των φορέων, σύμφωνα με τις νομικές παραδόσεις και τις πολιτικές τους επιλογές. Οι ανεξάρτητοι φορείς μπορεί να είναι εξειδικευμένες υπηρεσίες ή να αποτελούν τμήμα ευρύτερων φορέων για τα ανθρώπινα δικαιώματα, που είτε προϋπήρχαν είτε δημιουργήθηκαν πρόσφατα.

Κεφάλαιο IV: Τελικές διατάξεις

Οι διατάξεις του τίτλου IV συνιστούν κυρίως τυποποιημένες διατάξεις, οι οποίες περιέχονται στις περισσότερες κοινοτικές οδηγίες για τον κοινωνικό τομέα.

Άρθρο 13: Συμμόρφωση προς την οδηγία

Το άρθρο 13 αφορά τη συμμόρφωση των κρατών μελών με την οδηγία. Η ίση μεταχείριση περιλαμβάνει την εξάλειψη των διακρίσεων που προκύπτουν από νομικές ή διοικητικές διατάξεις καθώς και από συλλογικές συμβάσεις ή μεμονωμένες συμβάσεις εργασίας. Χωρίς να αμφισβητείται η γενική ελευθερία των εργοδοτών και των εργαζομένων όσον αφορά τη σύναψη συμβάσεων ή συμφωνιών, είναι σαφές ότι πρέπει να κηρύσσονται άκυρες διατάξεις μιας σύμβασης ή συμφωνίας που είναι αντίθετες προς την αρχή της ίσης μεταχείρισης.

Άρθρο 14: Κυρώσεις

Άρθρο 15: Ενσωμάτωση

Άρθρο 16: Έκθεση

Άρθρο 17: Έναρξη ισχύος

Άρθρο 18: Αποδέκτες

Πρόκειται για στερεότυπες διατάξεις που δεν χρήζουν περαιτέρω σχολίων.

VI. Εφαρμογή στον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο

Η παρούσα πράξη παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο και η οδηγία εφαρμόζεται στα κράτη του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου που δεν είναι μέλη της ΕΕ, ύστερα από απόφαση της Κοινής Επιτροπής.

Πρόταση

ΟΔΗΓΙΑΣ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ

περί εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχείρισης προσώπων ανεξάρτητα από τη φυλετική ή εθνική τους καταγωγή

(κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη:

τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, και ιδίως το άρθρο 13,

την πρόταση της Επιτροπής [11],

[11]

τη γνώμη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου [12],

[12]

τη γνώμη της Επιτροπής Περιφερειών [13],

[13]

τη γνώμη της Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής [14],

[14]

Εκτιμώντας τα εξής:

(1) Η συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση σηματοδοτεί μια νέα φάση στη διαδικασία δημιουργίας μιας ακόμη μεγαλύτερης συνένωσης των πολιτών της Ευρώπης.

(2) Η Ευρωπαϊκή Ένωση βασίζεται στις αρχές της ελευθερίας, της δημοκρατίας, του σεβασμού των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών, καθώς και του κράτους δικαίου, αρχές οι οποίες είναι κοινές για όλα τα κράτη μέλη. Σύμφωνα με το άρθρο 6, παράγραφος 2 της συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση, η Ένωση σέβεται τα θεμελιώδη δικαιώματα, όπως κατοχυρώνονται με την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την Προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, ως γενικές αρχές του κοινοτικού δικαίου.

(3) Η ισότητα ενώπιον του νόμου και η προστασία όλων των προσώπων έναντι των διακρίσεων αποτελεί καθολικό δικαίωμα που αναγνωρίζεται από την Παγκόσμια Διακήρυξη των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, τη συνθήκη των Ηνωμένων Εθνών για την εξάλειψη κάθε μορφής διάκρισης εις βάρος των γυναικών, τη διεθνή συνθήκη για την εξάλειψη κάθε μορφής φυλετικής διάκρισης, τις συνθήκες των Ηνωμένων Εθνών για τα αστικά και πολιτικά δικαιώματα και τα οικονομικά, κοινωνικά και πολιτιστικά δικαιώματα, στις οποίες όλα τα κράτη μέλη είναι συμβαλλόμενα μέρη.

(4) Το άρθρο 13 της συνθήκης για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας εξουσιοδοτεί το Συμβούλιο να αναλάβει κατάλληλη δράση για την καταπολέμηση των διακρίσεων λόγω φύλου, φυλετικής ή εθνικής καταγωγής, θρησκείας ή πεποιθήσεων, αναπηρίας, ηλικίας ή γενετήσιου προσανατολισμού.

(5) Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, κατά την έκτακτη σύνοδό του στο Τάμπερε, στις 15 και 16 Οκτωβρίου 1999, κάλεσε την Ευρωπαϊκή Επιτροπή να υποβάλει το συντομότερο δυνατόν προτάσεις κατ'εφαρμογήν του άρθρου 13 της Συνθήκης ΕΚ για την καταπολέμηση του ρατσισμού και της ξενοφοβίας.

(6) Οι κατευθυντήριες γραμμές του 1999 για την απασχόληση που εγκρίθηκαν από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο στη Βιέννη στις 11 Δεκεμβρίου 1998 τονίζουν την ανάγκη να ενισχυθούν οι όροι για μια αγορά εργασίας που θα ευνοεί την κοινωνική ένταξη, με τη διαμόρφωση ενός συνεκτικού συνόλου πολιτικών που θα στοχεύουν στην καταπολέμηση των διακρίσεων εις βάρος ομάδων όπως είναι οι εθνικές μειονότητες.

(7) Οι διακρίσεις λόγω φυλετικής ή εθνικής καταγωγής μπορούν να υπονομεύσουν την επίτευξη των στόχων της συνθήκης, ειδικότερα την επίτευξη υψηλού επιπέδου απασχόλησης και κοινωνικής προστασίας, την ανύψωση του επιπέδου διαβίωσης και της ποιότητας της ζωής, την οικονομική και κοινωνική συνοχή και αλληλεγγύη. Μπορούν επίσης να υπονομεύσουν το στόχο ανάπτυξης της Ένωσης ως χώρο ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης.

(8) Το Δεκέμβριο του 1995, η Επιτροπή εξέδωσε ανακοίνωση [15] για το ρατσισμό, τη ξενοφοβία και τον αντισημιτισμό.

[15] COM(95) 653 τελικό.

(9) Προκειμένου να εξασφαλιστεί η ανάπτυξη δημοκρατικών και ανεκτικών κοινωνιών, που θα επιτρέπουν τη συμμετοχή όλων των ατόμων, ανεξάρτητα από τη φυλετική ή εθνική τους καταγωγή, η συγκεκριμένη δράση στον τομέα των διακρίσεων λόγω φυλετικής ή εθνικής καταγωγής πρέπει να εκτείνεται πέρα από τις δραστηριότητες απασχόλησης και αυτοαπασχόλησης και να καλύπτει τομείς όπως η εκπαίδευση, η κοινωνική προστασία και η κοινωνική ασφάλιση, τα κοινωνικά προνόμια, η πρόσβαση σε αγαθά και υπηρεσίες και στην παροχή αυτών.

(10) Για το σκοπό αυτό οποιαδήποτε άμεση ή έμμεση διάκριση λόγω φυλετικής ή εθνικής καταγωγής, σε ό,τι αφορά τους τομείς που καλύπτονται από την παρούσα οδηγία πρέπει να απαγορεύεται σε όλη την Κοινότητα. Η απαγόρευση της διάκρισης πρέπει να εφαρμόζεται και σε πολίτες τρίτων χωρών. Η εν λόγω απαγόρευση δεν ισχύει για διαφορετική μεταχείριση λόγω εθνικότητας.

(11) Η παρενόχληση λόγω της φυλετικής ή εθνικής καταγωγής ενός ατόμου ή μιας ομάδας ατόμων, που δημιουργεί ένα εκφοβιστικό, εχθρικό, επιθετικό ή ενοχλητικό περιβάλλον πρέπει να θεωρείται διακριτική μεταχείριση.

(12) Η απαγόρευση της διακριτικής μεταχείρισης δεν πρέπει να θίγει τη διατήρηση ή θέσπιση μέτρων που αποσκοπούν στην πρόληψη ή αποκατάσταση της μειονεκτικής θέσης στην οποία περιέρχονται ομάδες προσώπων συγκεκριμένης φυλετικής ή εθνικής καταγωγής.

(13) Διαφορετική μεταχείριση μπορεί να αιτιολογείται στην περίπτωση που ένα τέτοιο χαρακτηριστικό που αφορά τη φυλετική ή εθνική καταγωγή αποτελεί πραγματικό επαγγελματικό προσόν.

(14) Τα άτομα που έχουν υποστεί διακριτική μεταχείριση λόγω φυλετικής ή εθνικής καταγωγής πρέπει να διαθέτουν τα κατάλληλα μέσα νομικής προστασίας. Προκειμένου να υπάρξει ένα πιο αποτελεσματικό επίπεδο προστασίας, ενώσεις ή νομικά πρόσωπα θα πρέπει επίσης να εξουσιοδοτηθούν να ασκούν το δικαίωμα της υπεράσπισης των θυμάτων.

(15) Η αποτελεσματική εφαρμογή της αρχής της ισότητας απαιτεί κατάλληλη νομική προστασία, από πλευράς αστικού δικαίου, έναντι αντιποίνων και αναπροσαρμογή των γενικών κανόνων για το βάρος απόδειξης.

(16) Τα κράτη μέλη θα πρέπει να παρέχουν επαρκή πληροφόρηση για τις διατάξεις που θεσπίζουν κατ' εφαρμογή της παρούσας οδηγίας.

(17) Τα κράτη μέλη θα πρέπει να λάβουν τα αναγκαία μέτρα ώστε να διασφαλίσουν ότι ακυρώνονται ή τροποποιούνται νόμοι, κανονισμοί, διοικητικές διατάξεις, συλλογικές συμβάσεις, εσωτερικοί κανονισμοί λειτουργίας επιχειρήσεων ή καταστατικά που διέπουν τα ανεξάρτητα επαγγέλματα, άλλα επαγγέλματα ή εμπορικές ενώσεις, που είναι αντίκεινται στην αρχή της ίσης μεταχείρισης.

(18) Τα κράτη μέλη θα πρέπει να προωθούν τον κοινωνικό διάλογο μεταξύ των κοινωνικών εταίρων για την αντιμετώπιση των διαφόρων μορφών διακρίσεων και την καταπολέμησή τους.

(19) Η προστασία έναντι διακρίσεων λόγω φυλετικής ή εθνικής καταγωγής θα πρέπει να ενισχυθεί με τη θέσπιση ενός ανεξάρτητου φορέα σε κάθε κράτος μέλος, ο οποίος θα είναι αρμόδιος για την ανάλυση σχετικών προβλημάτων, τη μελέτη δυνατών λύσεων και την παροχή συγκεκριμένης υποστήριξης προς τα θύματα.

(20) Η παρούσα οδηγία καθορίζει ελάχιστες απαιτήσεις, αφήνοντας κατ' αυτόν τον τρόπο στα κράτη μέλη τη δυνατότητα θέσπισης ή διατήρησης ευνοϊκότερων διατάξεων. Η υλοποίηση της παρούσας οδηγίας δεν θα πρέπει να χρησιμεύσει ως δικαιολογία για ενδεχόμενη οπισθοδρόμηση σε σχέση με την κατάσταση που επικρατεί ήδη σε κάθε κράτος μέλος.

(21) Τα κράτη μέλη θα πρέπει να προβλέψουν αποτελεσματικές, αναλογικές και αποτρεπτικές κυρώσεις, για την περίπτωση παραβίασης των υποχρεώσεων που πηγάζουν από την παρούσα οδηγία.

(22) Σύμφωνα με τις αρχές της επικουρικότητας και της αναλογικότητας, όπως ορίζονται στο άρθρο 5 της συνθήκης ΕΚ, ο στόχος εξασφάλισης ενός κοινού υψηλού επιπέδου προστασίας έναντι διακρίσεων σε όλα τα κράτη μέλη της Ένωσης μπορεί να επιτευχθεί καλύτερα σε ευρωπαϊκό επίπεδο, μέσω ενός κοινού νομικού πλαισίου. Λόγω της κλίμακας και του αντίκτυπου της προτεινόμενης δράσης οι στόχοι αυτοί μπορούν να επιτευχθούν καλύτερα σε κοινοτικό επίπεδο. Η παρούσα οδηγία περιορίζεται στο ελάχιστο αναγκαίο για την επίτευξη των στόχων αυτών και δεν υπερβαίνει ό,τι είναι απαραίτητο για τοσ κοπό αυτό,

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΟΔΗΓΙΑ:

ΚΕΦΑΛΑΙΟ I: ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 1

Σκοπός

Σκοπός της παρούσας οδηγίας είναι να εφαρμοστεί στα κράτη μέλη η αρχή της ίσης μεταχείρισης για όλα τα πρόσωπα ανεξάρτητα από φυλετική ή εθνική καταγωγή.

Άρθρο 2

Η έννοια των διακρίσεων

1. Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας, η αρχή της ίσης μεταχείρισης σημαίνει ότι δεν υφίσταται άμεση ή έμμεση διάκριση λόγω φυλετικής ή εθνικής καταγωγής.

2. Για τους σκοπούς της παραγράφου 1:

α) θεωρείται ότι υφίσταται άμεση διάκριση όταν, για λόγους φυλετικής ή εθνικής καταγωγής, σε ένα πρόσωπο επιφυλάσσεται μεταχείριση λιγότερο ευνοϊκή από αυτήν της οποίας τυγχάνει, έτυχε ή θα τύχει ένα άλλο πρόσωπο·

β) θεωρείται ότι υφίσταται έμμεση διάκριση όταν μια εκ πρώτης όψεως ουδέτερη ρύθμιση, κριτήριο ή πρακτική είναι ικανή να ασκήσει δυσμενή επίδραση σε πρόσωπο ή ομάδα προσώπων μιας συγκεκριμένης φυλετικής ή εθνικής καταγωγής, εκτός εάν η διάταξη, το κριτήριο ή η πρακτική αυτή δικαιολογείται αντικειμενικά από ένα θεμιτό σκοπό που δεν έχει σχέση με τη φυλετική ή εθνική καταγωγή ενός ατόμου ή μιας ομάδας ατόμων και τα μέτρα επίτευξης αυτού του στόχου είναι πρόσφορα και αναγκαία.

3. Η παρενόχληση ατόμου ή ομάδας ατόμων που συνδέεται με τη φυλετική ή εθνική καταγωγή και η οποία αποσκοπεί ή έχει ως αποτέλεσμα τη δημιουργία ενός εκφοβιστικού, εχθρικού, επιθετικού ή ενοχλητικού εργασιακού περιβάλλοντος σε οποιοδήποτε από τους τομείς που αναφέρονται στο άρθρο 3, αποτελεί διάκριση κατά την έννοια της παραγράφου 1.

Άρθρο 3

Πεδίο εφαρμογής

Στα όρια των εξουσιών που απονέμονται στην Κοινότητα, η παρούσα οδηγία εφαρμόζεται:

α) στους όρους πρόσβασης στην απασχόληση, την αυτοαπασχόληση και το επάγγελμα, συμπεριλαμβανομένων κριτηρίων επιλογής και στους όρους πρόσληψης, ανεξάρτητα από τον τομέα ή τον κλάδο δραστηριότητας και σε όλα τα επίπεδα της επαγγελματικής ιεραρχίας, συμπεριλαμβανομένων των προαγωγών·

β) στην πρόσβαση σε όλες τις κατηγορίες και όλα τα επίπεδα επαγγελματικού προσανατολισμού, επαγγελματικής κατάρτισης και επαγγελματικής κατάρτισης ανώτερου επιπέδου και επανακατάρτισης·

γ) στην απασχόληση και τις εργασιακές συνθήκες, συμπεριλαμβανομένων των απολύσεων και των αμοιβών·

δ) στην ιδιότητα μέλους και τη συμμετοχή ενός προσώπου σε οργανώσεις εργαζομένων ή εργοδοτών ή οποιασδήποτε άλλης οργάνωσης της οποίας τα μέλη ασκούν ένα συγκεκριμένο επάγγελμα, περιλαμβανομένων και των παροχών που χορηγούνται από τέτοιες οργανώσεις·

ε) στην κοινωνική προστασία και κοινωνική ασφάλιση·

στ) στα κοινωνική προνόμια·

ζ) στην εκπαίδευση, συμπεριλαμβανομένων των επιχορηγήσεων και υποτροφιών, με πλήρη σεβασμό των αρμοδιοτήτων των κρατών μελών όσον αφορά το περιεχόμενο της εκπαίδευσης και την οργάνωση των εκπαιδευτικών συστημάτων και την πολιτιστική και γλωσσική τους πολυμορφία·

η) στην πρόσβαση σε αγαθά και υπηρεσίες και στην παροχή αυτών.

Άρθρο 4

Πραγματικά επαγγελματικά προσόντα

Κατά παρέκκλιση του άρθρου 2, παράγραφοι 1 και 2, τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν ότι μια διαφορά στη μεταχείριση που βασίζεται σε ένα χαρακτηριστικό σχετικό με τη φυλετική ή εθνική καταγωγή δεν αποτελεί διάκριση στην περίπτωση που, εξαιτίας της φύσης μιας συγκεκριμένης επαγγελματικής δραστηριότητας ή του πλαισίου εντός του οποίου διεξάγεται αυτή, ένα τέτοιο χαρακτηριστικό αποτελεί πραγματικό επαγγελματικό προσόν.

Άρθρο 5

Θετική δράση

Η παρούσα οδηγία δεν θίγει το δικαίωμα των κρατών μελών να διατηρούν ή να θεσπίζουν μέτρα που προβλέπουν συγκεκριμένα προνόμια με σκοπό την πρόληψη ή αποκατάσταση της μειονεκτικής θέσης στην οποία περιέρχονται ομάδες προσώπων συγκεκριμένης φυλετικής ή εθνικής καταγωγής.

Άρθρο 6

Ελάχιστες απαιτήσεις

1. Τα κράτη μέλη μπορούν να θεσπίζουν ή να διατηρούν διατάξεις που είναι ευνοϊκότερες για την προστασία της αρχής της ίσης μεταχείρισης από αυτές που προβλέπονται στην παρούσα οδηγία.

2. Η υλοποίηση της παρούσας οδηγίας δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να αποτελέσει λόγο για τη μείωση του επιπέδου προστασίας έναντι των διακρίσεων που παρέχεται ήδη από τα κράτη μέλη στους τομείς που καλύπτει η οδηγία.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ II: ΕΝΔΙΚΑ ΒΟΗΘΗΜΑΤΑ ΚΑΙ ΕΚΤΕΛΕΣΗ

Άρθρο 7

Υπεράσπιση δικαιωμάτων

1. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι δικαστικές ή/και οι διοικητικές διαδικασίες για την εκτέλεση των υποχρεώσεων που απορρέουν από την παρούσα οδηγία βρίσκονται στη διάθεση όλων των προσώπων που θεωρούν ότι έχουν υποστεί βλάβη λόγω της μη εφαρμογής προς αυτά της αρχής της ίσης μεταχείρισης, ακόμη και μετά τη λήξη της σχέσης κατά τη διάρκεια της οποίας φέρεται ότι έλαβε χώρα η διακριτική μεταχείριση.

2. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι ενώσεις, οργανώσεις ή άλλα νομικά πρόσωπα μπορούν να εξουσιοδοτηθούν για την επιδίωξη, εκ μέρους του ενάγοντος με την έγκρισή του/της, δικαστικής ή/και διοικητικής διαδικασίας η οποία προβλέπεται για την εκτέλεση των υποχρεώσεων που απορρέουν από την παρούσα οδηγία.

Άρθρο 8

Το βάρος απόδειξης

1. Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα σύμφωνα με τα εθνικά δικονομικά τους συστήματα προκειμένου να διασφαλίσουν ότι, όταν τα πρόσωπα που κρίνουν ότι θίγονται από τη μη τήρηση της αρχής της ίσης μεταχείρισης, επικαλούνται, ενώπιον δικαστηρίου ή άλλης αρμόδιας αρχής, πραγματικά περιστατικά από τα οποία ενδεχομένως τεκμαίρεται η ύπαρξη άμεσης ή έμμεσης διάκρισης, τότε εναπόκειται στον εναγόμενο να αποδείξει ότι δεν υπήρξε παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχείρισης.

2. Η παράγραφος 1 δεν εμποδίζει τα κράτη μέλη να εισάγουν κανόνες περί των αποδείξεων, οι οποίοι να είναι ευνοϊκότεροι για τους ενάγοντες.

3. Η παράγραφος 1 δεν ισχύει για ποινικές διαδικασίες, εκτός εαν τα κράτη μέλη προβλέπουν διαφορετικά.

4. Οι παράγραφοι 1, 2 και 3 ισχύουν για οποιαδήποτε νόμιμη διαδικασία ακολουθείται σύμφωνα με την παράγραφο 2 του άρθρου 7.

Άρθρο 9

Προστασία από αντίποινα

Τα κράτη μέλη εισάγουν στην έννομη τάξη τους τα μέτρα εκείνα που απαιτούνται για την προστασία των προσώπων κατά κάθε δυσμενούς μεταχείρισης ή δυσμενούς συνέπειας που αποτελεί άμεση ή έμμεση αντίδραση σε κάποια καταγγελία ή σε οποιαδήποτε νόμιμη διαδικασία στοχεύει στην αναγκαστική συμμόρφωση προς την αρχή της ίσης μεταχείρισης.

Άρθρο 10

Διάδοση πληροφοριών

1. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν την παροχή επαρκούς ενημέρωσης εντός της επικράτειάς τους για τις διατάξεις που θεσπίζονται κατ' εφαρμογή της οδηγίας και κυρίως προς τους φορείς επαγγελματικής κατάρτισης και τα εκπαιδευτικά ιδρύματα, και τον εργασιακό χώρο.

2. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι αρμόδιες δημόσιες αρχές ενημερώνονται με τα κατάλληλα μέσα για όλα τα εθνικά μέτρα που λαμβάνονται κατ'εφαρμογή της παρούσας οδηγίας.

Άρθρο 11

Κοινωνικός διάλογος

1. Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα κατάλληλα μέτρα για την προώθηση του κοινωνικού διαλόγου μεταξύ των κοινωνικών εταίρων εν όψει της αρχής της ίσης μεταχείρισης, συμπεριλαμβανομένης της παρακολούθησης των πρακτικών στους εργασιακούς χώρους, μέσω συλλογικών συμβάσεων, κωδίκων δεοντολογίας, έρευνας ή ανταλλαγής εμπειριών και καλών πρακτικών.

2. Τα κράτη μέλη ενθαρρύνουν τους κοινωνικούς εταίρους να συνάψουν στο κατάλληλο επίπεδο, συμπεριλαμβανομένου και του επιπέδου της επιχείρησης, συμφωνίες για τη θέσπιση κανόνων κατά των διακρίσεων στον προαναφερόμενο στο άρθρο 3 τομέα που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής των συλλογικών διαπραγματεύσεων. Οι συμφωνίες αυτές πρέπει να πληρούν τις ελάχιστες απαιτήσεις που ορίζονται στην παρούσα οδηγία και στα σχετικά εθνικά μέτρα εφαρμογής.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ III: ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΟΙ ΦΟΡΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΡΟΩΘΗΣΗ ΤΗΣ ΙΣΗΣ ΜΕΤΑΧΕΙΡΙΣΗΣ

Άρθρο 12

Ανεξάρτητοι φορείς

1. Τα κράτη μέλη φροντίζουν για την ίδρυση ανεξάρτητου φορέα ή φορέων για την προώθηση της αρχής της ίσης μεταχείρισης μεταξύ ατόμων διαφορετικής φυλετικής ή εθνικής καταγωγής. Οι φορείς αυτός μπορεί να αποτελούν μέρος ανεξάρτητων αρχών που θα είναι επιφορτισμένη σε εθνικό επίπεδο με την προάσπιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων ή την προστασία των ατομικών δικαιωμάτων.

2. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι στα καθήκοντα των ανεξάρτητων αυτών φορέων περιλαμβάνονται η παραλαβή και παρακολούθηση προσφυγών από άτομα που υπέστησαν διακριτική μεταχείριση λόγω φυλετικής ή εθνικής καταγωγής, η έναρξη ερευνών για διακρίσεις λόγω φυλετικής ή εθνικής καταγωγής και η δημοσίευση εκθέσεων και η έκδοση συστάσεων για θέματα που αφορούν διακρίσεις λόγω φυλετικής ή εθνικής καταγωγής.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ IV: ΤΕΛΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 13

Συμμόρφωση προς την οδηγία

Τα κράτη μέλη λαμβάνουν όλα τα αναγκαία μέτρα ώστε να εξασφαλίσουν ότι:

α) καταργείται κάθε νομοθετική, κανονιστική ή διοικητική διάταξη που αντιβαίνει στην αρχή της ίσης μεταχείρισης·

β) κηρύσσονται άκυρες ή τροποποιούνται οποιεσδήποτε διατάξεις αντιβαίνουν στην αρχή της ίσης μεταχείρισης και οι οποίες περιέχονται στις ατομικές ή τις συλλογικές συμβάσεις ή συμφωνίες, τους εσωτερικούς κανονισμούς των επιχειρήσεων, τα καταστατικά που διέπουν τις κερδοσκοπικές ή μη κερδοσκοπικές οργανώσεις, τα καταστατικά που διέπουν τις ανεξάρτητες επαγγελματικές ενώσεις και τις συνδικαλιστικές οργανώσεις των εργαζομένων και των εργοδοτών.

Άρθρο 14

Κυρώσεις

Τα κράτη μέλη καθορίζουν το σύστημα επιβολής κυρώσεων που εφαρμόζονται σε περίπτωση παραβίασης των εθνικών διατάξεων που θεσπίζονται κατ'εφαρμογή της παρούσας οδηγίας και λαμβάνουν όλα τα αναγκαία μέτρα για την εξασφάλιση της εφαρμογής των. Οι εν λόγω κυρώσεις πρέπει να είναι αποτελεσματικές, ανάλογες με την παράβαση και αποτρεπτικές. Τα κράτη μέλη κοινοποιούν τις εν λόγω διατάξεις στην Επιτροπή από την ημερομηνία που ορίζεται στο άρθρο 15 το αργότερο και κοινοποιούν κάθε μεταγενέστερη τροποποίηση το συντομότερο δυνατό.

Άρθρο 15

Ενσωμάτωση

Τα κράτη μέλη θεσπίζουν τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις που είναι αναγκαίες για τη συμμόρφωση προς αυτή το αργότερο έως τις 31 Δεκεμβρίου 2002. Ενημερώνουν αμέσως την Επιτροπή σχετικά.

Όταν τα κράτη μέλη θεσπίζουν τις εν λόγω διατάξεις, οι τελευταίες αυτές περιέχουν παραπομπή στην παρούσα οδηγία ή συνοδεύονται από παρόμοια παραπομπή κατά την επίσημη δημοσίευσή τους. Ο τρόπος της παραπομπής καθορίζεται από τα κράτη μέλη.

Άρθρο 16

Έκθεση

Τα κράτη μέλη ανακοινώνουν στην Επιτροπή, εντός δύο ετών από την ημερομηνία που αναφέρεται στο άρθρο 15, όλες τις πληροφορίες που είναι απαραίτητες προκειμένου να συντάξει η Επιτροπή έκθεση προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο για την εφαρμογή της παρούσας οδηγίας.

Άρθρο 17

Έναρξη ισχύος

Η παρούσα οδηγία αρχίζει να ισχύει από την εικοστή ημέρα από την δημοσίευσή της στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.

Άρθρο 18

Αποδέκτες

Η παρούσα οδηγία απευθύνεται στα κράτη μέλη.

Βρυξέλλες,

Για το Συμβούλιο

Ο Πρόεδρος

ΔΕΛΤΙΟ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗΣ ΑΝΤΙΚΤΥΠΟΥ

Ο ΑΝΤΙΚΤΥΠΟΣ ΤΗΣ ΠΡΟΤΑΣΗΣ ΕΠΙ ΤΩΝ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ ΚΑΙ, ΙΔΙΑΙΤΕΡΑ, ΤΩΝ ΜΙΚΡΟΥ ΚΑΙ ΜΕΣΑΙΟΥ ΜΕΓΕΘΟΥΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ (ΜΜΕ)

Τίτλος της πρότασης:

Πρόταση οδηγίας του Συμβουλίου περί εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχείρισης ανεξάρτητα από τη φυλετική ή εθνική καταγωγή

Αριθμός εγγράφου αναφοράς: 99010

Η πρόταση

1. Γιατί, λαμβανομένης υπόψη της αρχής της επικουρικότητας, κρίνεται αναγκαία η κοινοτική νομοθεσία στον τομέα αυτόν και ποιοι είναι οι κυριότεροι στόχοι της;

Η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει ιδρυθεί βάσει των αρχών των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και των θεμελιωδών ελευθεριών. Η δέσμευσή της στον τομέα αυτό επιβεβαιώθηκε με τη Συνθήκη του Άμστερνταμ και συγκεκριμένα με τις τροποποιήσεις των άρθρων 6 και 7 της συνθήκης για την ΕΕ και την εισαγωγή του άρθρου 13 στη συνθήκη ΕΚ, το τελευταίο εκ των οποίων προβλέπει τη δυνατότητα ανάληψης ενεργειών για την καταπολέμηση των διακρίσεων λόγω, μεταξύ άλλων, της φυλετικής και εθνικής καταγωγής.

Τα κράτη μέλη είναι κυρίως αρμόδια για την καταπολέμηση του ρατσισμού. Όπως αναφέρεται και στην αιτιολογική έκθεση, τα περισσότερα κράτη μέλη έχουν συμπεριλάβει στη συνταγματική ή/και στην έννομη τάξη τους διατάξεις που ενισχύουν το δικαίωμα ίσης μεταχείρισης ανεξάρτητα από τη φυλετική ή εθνική καταγωγή. Βέβαια, το πεδίο εφαρμογής και η δυνατότητα εκτέλεσης αυτών των διατάξεων - καθώς και η ευχέρεια πρόσβασης σε μέσα αποκατάστασης - διαφέρουν σημαντικά από το ένα κράτος μέλος στο άλλο. Απαιτείται η θέσπιση ευρωπαϊκής νομοθεσίας για την εξασφάλιση ενός κοινού ελάχιστου επιπέδου νομικής προστασίας, συμπεριλαμβανομένων των δικαιωμάτων αποκατάστασης, για το θεμελιώδες δικαίωμα ίσης μεταχείρισης ανεξάρτητα από τη φυλετική ή εθνική καταγωγή.

Η ευρωπαϊκή νομοθεσία πρέπει βέβαια να σέβεται τα όρια των εξουσιών που αποδίδονται στην Κοινότητα από τη συνθήκη. Ως εκ τούτου, η προτεινόμενη οδηγία καθορίζει κάποιες γενικές αρχές, παρέχοντας ένα κοινό ελάχιστο επίπεδο προστασίας εντός των ορίων αρμοδιότητας της Κοινότητας, επιτρέποντας ταυτόχρονα στα κράτη μέλη να διατηρήσουν υψηλότερα επίπεδα προστασίας, σύμφωνα με τις πολιτικές και ιστορικές επιλογές και παραδόσεις τους.

Η επιλογή έκδοσης οδηγίας εξισορροπεί την ανάγκη για μια ευρωπαϊκή παρέμβαση και την ανάγκη σεβασμού των διαφορών μεταξύ των υφιστάμενων θεσμών, νόμων και νομικών διαδικασιών των κρατών μελών. Καθορίζει κοινούς στόχους που πρέπει να επιτευχθούν, αφήνοντας στα κράτη μέλη την απαραίτητη ευελιξία για την επίτευξή τους. Ως εκ τούτου, η νομοθετική παρέμβαση περιορίζεται σε μια σειρά γενικών αρχών που δεν ξεπερνούν ένα ελάχιστο επίπεδο προστασίας.

Κύριοι στόχοι της πρότασης είναι:

- ο ορισμός, σε κοινοτικό επίπεδο, των διακρίσεων λόγω φυλετικής και εθνικής καταγωγής, βάσει του οποίου θα μπορεί να εξασφαλίζεται η ίση μεταχείριση

- ο προσδιορισμός ενός ελάχιστου αριθμού τομέων της ζωής, εντός του πεδίου εφαρμογής της συνθήκης, στους οποίους πρέπει να εξασφαλίζεται η αρχή της ίσης μεταχείρισης

- η παροχή ενός ελάχιστου επιπέδου προστασίας και δικαιωμάτων αποκατάστασης για τα άτομα που πιστεύουν ότι έχουν υποστεί διακρίσεις

- η εξασφάλιση κατάλληλων ρυθμίσεων για την παρακολούθηση των διακρίσεων σε επιχειρήσεις και στην κοινωνία γενικότερα.

Ο αντίκτυπος στις επιχειρήσεις

2. Ποιοι επηρεάζονται από την πρόταση;

Όλες οι επιχειρήσεις θα υπόκεινται στην εθνική νομοθεσία που απαιτείται από την οδηγία.

3. Ποια μέτρα πρέπει να λάβουν οι επιχειρήσεις για να συμμορφωθούν με την πρόταση;

Οι επιχειρήσεις θα πρέπει να εξασφαλίζουν ότι οι αποφάσεις, σχετικά με την πρόσληψη, την προαγωγή, την πρόσβαση σε κατάρτιση, τις συνθήκες εργασίας συμπεριλαμβανομένης της πληρωμής καθώς και την ιδιότητα μέλους σε οργανώσεις των εργαζομένων και των εργοδοτών αλλά και σε επαγγελματικούς φορείς, λαμβάνονται σύμφωνα με την αρχή της ίσης μεταχείρισης ανεξάρτητα από τη φυλετική και εθνική καταγωγή. Σε γενικές γραμμές, αυτό γίνεται ήδη στα κράτη μέλη. Για το λόγο αυτό η οδηγία μάλλον ενισχύει υφιστάμενες προδιαγραφές παρά εισαγάγει εντελώς νέες διατάξεις.

4. Ποιες είναι οι πιθανές οικονομικές συνέπειες;

Στον τομέα της απασχόλησης, η νομοθεσία για την προστασία των ατόμων από αυθαίρετες διακρίσεις έχει τρεις κύριες επιδράσεις. Πρώτον, συμβάλλει στη διασφάλιση της κοινωνικής συμμετοχής και στην αποφυγή του κοινωνικού αποκλεισμού, εξασφαλίζοντας τη δυνατότητα των ατόμων να αξιοποιήσουν πλήρως το οικονομικό δυναμικό τους, φροντίζοντας έτσι για τους ίδιους και τα εξαρτώμενα από αυτούς άτομα και μειώνοντας την εξάρτησή τους από το κράτος. Δεύτερον, εξασφαλίζει ότι οι επιχειρήσεις έχουν στη διάθεσή τους εργαζόμενους που διαθέτουν τη βέλτιστη εξειδίκευση, συμβάλλοντας έτσι στην ανταγωνιστικότητα και στην ενίσχυση των εταιρειών αλλά και της οικονομίας γενικότερα. Τρίτον, απαιτεί από τους εργοδότες να αιτιολογούν τις αποφάσεις τους για θέματα όπως οι προσλήψεις, οι προαγωγές, η πρόσβαση σε κατάρτιση και άλλες συνθήκες εργασίας.

Στοιχεία από τα κράτη μέλη [16] δείχνουν ότι το ποσοστό ανεργίας σε κοινότητες ατόμων με διαφορετική φυλετική και εθνική καταγωγή είναι κατά 2 έως 3 φορές υψηλότερο από αυτό της συνολικής αγοράς εργασίας.

[16] Δεν είναι διαθέσιμα για όλα τα κράτη μέλη: ορισμένα κράτη μέλη συλλέγουν στοιχεία μόνο βάσει της εθνικότητας και όχι της φυλετικής ή εθνικής καταγωγής.

Οι διακρίσεις λόγω φυλετικής ή εθνικής καταγωγής - ιδιαίτερα όταν είναι συνεχείς - μπορεί να οδηγήσουν σε ένα φαύλο κύκλο διακρίσεων που συχνά μεταφέρεται από τη μια γενιά στην άλλη. Για παράδειγμα, εάν οι εγκαταστάσεις εκπαίδευσης και στέγασης, οι υπηρεσίες υγείας, οι περιβαλλοντικές συνθήκες και οι δυνατότητες εργασίας είναι φτωχές για μια συγκεκριμένη ομάδα, η επόμενη γενιά θα έχει λιγότερα εφόδια για να αντιμετωπίσει τις δυσκολίες που θα αντιμετωπίσει και θα βρεθεί παγιδευμένη σε φτωχές εργασίες και σε φτωχές συνθήκες στέγασης και υγείας.

Η παρούσα πρόταση, αποθαρρύνοντας τη διακριτική μεταχείριση, θα οδηγήσει στη μεγαλύτερη οικονομική και κοινωνική συμμετοχή και τη μείωση του κοινωνικού αποκλεισμού. Αυτό θα συμβάλλει άμεσα στην οικονομική ανάπτυξη, με τη μείωση των δημοσίων δαπανών για την κοινωνική ασφάλιση και την παροχή κοινωνικής υποστήριξης, με τη βελτίωση της αγοραστικής ικανότητας του κάθε νοικοκυριού και με την προώθηση της ανταγωνιστικότητας των εταιρειών, εξασφαλίζοντας τη βέλτιστη εκ μέρους τους χρήση όλων των διαθέσιμων στην αγορά εργασίας πόρων.

a) Ποιος θα είναι ο αντίκτυπος

- στην απασχόληση;

Η οδηγία θα συμβάλλει στην προώθηση της απασχολησιμότητας των εργαζομένων κάθε φυλετικής και εθνικής καταγωγής, όπως απαιτείται από την ευρωπαϊκή στρατηγική για την απασχόληση. Ως αποτέλεσμα αυτού, θα συμβάλλει στη βελτίωση της ποιότητας της απασχόλησης και, μεσοπρόθεσμα, θα μπορεί να οδηγήσει στην αύξηση του ποσοστού απασχόλησης, ως απόρροια της βελτίωσης της ανταγωνιστικότητας των ευρωπαϊκών εταιρειών.

- στις επενδύσεις και τη δημιουργία νέων επιχειρήσεων;

Η οδηγία θα διευκολύνει τις συνθήκες για τη δημιουργία επιχειρήσεων από άτομα διαφορετικής φυλετικής ή/και εθνικής καταγωγής.

- στην ανταγωνιστική θέση των εταιρειών;

Όπως αναφέρθηκε και προηγούμενα, η οδηγία θα ενισχύσει την ανταγωνιστικότητα των ευρωπαϊκών εταιρειών, εξασφαλίζοντας ότι θα έχουν στη διάθεσή τους ένα ευρύ φάσμα ειδικοτήτων και πόρων, σε σχέση με σήμερα, και ότι θα μπορούν να κάνουν χρήση των ειδικοτήτων αυτών ανεξάρτητα από τη φυλετική ή εθνική καταγωγή των ατόμων.

β) Πρέπει να θεσπιστούν νέες διοικητικές διαδικασίες;

Οι εταιρείες θα πρέπει να είναι σε θέση να αιτιολογούν αποφάσεις για θέματα όπως είναι οι προσλήψεις, οι προαγωγές, η πρόσβαση σε κατάρτιση και άλλες συνθήκες εργασίας, προκειμένου να αποδείξουν ότι δεν έχουν ληφθεί βάσει της φυλετικής ή εθνικής καταγωγής. Αυτό γίνεται ήδη στα μισά περίπου κράτη μέλη. Είναι προς όφελος των εταιρειών να τηρούν περιορισμένα αρχεία για τις αποφάσεις αυτές, όταν αυτή δεν είναι η τρέχουσα πρακτική.

γ) Κόστος και όφελος από ποσοτική και ποιοτική άποψη

Οι εταιρείες θα επιβαρυνθούν βραχυπρόθεσμα με ένα μικρό κόστος, τόσο από πλευράς κατάρτισης που απαιτείται για τους αρμόδιους για τη λήψη αποφάσεων εντός της εταιρείας, σχετικά με την εφαρμογή της ίσης μεταχείρισης όπου αυτή δεν εφαρμόζεται ήδη, όσο και από πλευράς αντιμετώπισης των παραπόνων για διακριτική μεταχείριση. Η προσαρμογή στις νέες απαιτήσεις σε εκείνα τα κράτη μέλη στα οποία δεν υφίστανται ακόμη ανάλογες διατάξεις για την καταπολέμηση των φυλετικών και εθνικών διακρίσεων, θα διευκολυνθεί από την εξοικείωση των εταιρειών με το κοινοτικό πλαίσιο για την ισότητα των ευκαιριών μεταξύ γυναικών και ανδρών, το οποίο υφίσταται εδώ και είκοσι χρόνια.

Μεσοπρόθεσμα, οι εταιρείες θα επωφεληθούν από την αύξηση της αποδοτικότητας των εργαζομένων κάθε φυλετικής και εθνικής καταγωγής και από την αύξηση της ανταγωνιστικότητας που θα επέλθει από τη βελτίωση της αξιοποίησης των πόρων (βλ. παραπάνω).

δ) Ποιο κόστος θα προκύψει από την οδηγία;

Η οδηγία θεσπίζει ένα ευέλικτο, γενικό πλαίσιο για την εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχείρισης ανεξάρτητα από τη φυλετική και εθνική καταγωγή και τα κράτη μέλη και οι κοινωνικοί εταίροι θα καθορίσουν τον ακριβή τρόπο υλοποίησής του. Το κόστος πάντως θα είναι περιορισμένο (βλ. παραπάνω)

ε) Τι πρέπει να κάνουν οι εταιρείες όσον αφορά την παρακολούθηση και την αξιολόγηση;

Η οδηγία δεν απαιτεί άμεσα από τις εταιρείες την παρακολούθηση και την αξιολόγηση της συμμόρφωσής τους προς αυτήν. Παρ' όλα αυτά, είναι προς όφελος των εταιρειών να τηρούν αρχεία για τις αποφάσεις σχετικά με την πρόσληψη, την προαγωγή, την πρόσβαση σε κατάρτιση και άλλες συνθήκες εργασίας, προκειμένου να αποδεικνύεται ότι αυτές δεν ελήφθησαν με αναφορά στη φυλετική ή/και εθνική καταγωγή. Μεγαλύτερες εταιρείες μπορεί να επιθυμούν τη διεξαγωγή πιο διαρθρωμένης παρακολούθησης, ώστε να εξασφαλίζουν την εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχείρισης σε όλα τα επίπεδα.

5. Περιλαμβάνονται στην πρόταση μέτρα για να ληφθούν υπόψη οι ιδιαιτερότητες των μικρομεσαίων επιχειρήσεων (λιγότερες ή διαφορετικές απαιτήσεις κλπ.);

Η πρόταση δεν κάνει διάκριση ανάλογα με το μέγεθος της εταιρείας, δεδομένου ότι διακρίσεις λόγω φυλετικής και εθνικής καταγωγής υφίστανται σε όλες τις επιχειρήσεις, ανεξάρτητα από τον αριθμό των εργαζομένων. Βέβαια, η οδηγία καθορίζει μόνο ελάχιστες προδιαγραφές, βάσει ενός ευέλικτου πλαισίου αρχών. Ως εκ τούτου, τα κράτη μέλη και οι κοινωνικοί εταίροι έχουν τη δυνατότητα να διαφοροποιήσουν τις προδιαγραφές για εταιρείες διαφόρων μεγεθών, με σεβασμό των απαιτήσεων της οδηγίας.

Διαβούλευση

6. Πίνακας οργανώσεων με τις οποίες έγιναν διαβουλεύσεις σχετικά με την πρόταση και έκθεση των κυριότερων απόψεών τους.

Η Επιτροπή έχει διαβουλευθεί με τις οργανώσεις που εκπροσωπούν τους κοινωνικούς εταίρους σε ευρωπαϊκό επίπεδο [17] και με την Ευρωπαϊκή Ένωση κοινωνικών ΜΚΟ στα πλαίσια μιας σειράς συνεδριάσεων σε κοινοτικό επίπεδο.

[17] Η Επιτροπή διαβουλεύτηκε με μια σειρά οργανώσεων, συμπεριλαμβανομένων εκπροσώπων μικρομεσαίων επιχειρήσεων, σύμφωνα με τις ανακοινώσεις της Επιτροπής για την εφαρμογή του Κοινωνικού Πρωτοκόλλου (COM(93) 600 της 14ης Δεκεμβρίου 1993) και για την προσαρμογή και την προώθηση του κοινωνικού διαλόγου (COM(1998) 322 τελικό, της 20ής Μαΐου 1998).

Όλες οι οργανώσεις που συμμετείχαν στις διαβουλεύσεις αναγνώρισαν τη σημασία αυτού του θέματος και την αξία θέσπισης προδιαγραφών σε κοινοτικό επίπεδο. Παρ' όλα αυτά, υπήρξαν διαφορετικές απόψεις όσον αφορά ορισμένα σημεία της πρότασης.

Οι ΜΚΟ και οι εκπρόσωποι των εργατικών ενώσεων τάχθηκαν υπέρ της πρότασης, εκφράζοντας ταυτόχρονα την επιθυμία τους για ένα ευρύτερο πεδίο εφαρμογής που θα καλύπτει όλο το φάσμα του οικονομικού, κοινωνικού, πολιτιστικού και πολιτικού τομέα. Επέμειναν στη διατήρηση των διατάξεων σχετικά με το βάρος απόδειξης και για τις αντιπροσωπευτικές ενέργειες, θεωρώντας ότι αυτές είναι ουσιαστικές για την προάσπιση των δικαιωμάτων των θυμάτων διακρίσεων.

Οι εκπρόσωποι των οργανώσεων των εργοδοτών εξέφρασαν αμφιβολίες όσον αφορά τη μετατόπιση του βάρους απόδειξης, θεωρώντας ότι αυτό θα δημιουργήσει δυσκολίες για τους εργοδότες αφού θα ενθαρρύνει την υποβολή άστοχων αιτημάτων. Η Επιτροπή επισημαίνει ότι η προτεινόμενη διάταξη βασίζεται σε αυτήν που έχει ήδη θεσπιστεί σε κοινοτικό επίπεδο και εφαρμόζεται ήδη από πολλά κράτη μέλη, όσον αφορά τις διακρίσεις λόγω φύλου (οδηγία του Συμβουλίου 97/80/ΕΚ σχετικά με το βάρος απόδειξης σε περιπτώσεις διακριτικής μεταχείρισης λόγω φύλου) καθώς και ότι ακριβώς πανομοιότυποι κανόνες έχουν εφαρμοστεί ήδη χωρίς ιδιαίτερη δυσκολία σε περιπτώσεις φυλετικών διακρίσεων σε ορισμένα κράτη μέλη. Επομένως, η Επιτροπή πιστεύει ότι οι επιφυλάξεις των εργοδοτών ως προς το σημείο αυτό δεν είναι δικαιολογημένες.